Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Κ´. Θεὸς καὶ άνθρωπος




Κ´. Θεὸς καὶ ἄνθρωπος

Ὡς ἐπιστέγασμα τῶν προβληματισμῶν καὶ σκέψεων τοῦ σοφοῦ Σειράχ, θὰ ἀναφέρουμε ὅσα γράφει ἀναφορικὰ μὲ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον πρέπει οἱ ἄνθρωποι νὰ προσεγγίζουν τὸν Θεόν.

1) Εἶναι ὁ Δημιουργός μας

Ἀναφέρεται ὁ Σειρὰχ στὴν δημιουργίαν τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ἐξαίρει ὡς ἑξῆς τὰ χαρίσματα, ποὺ ὁ θεῖος Δημιουργὸς ἔδωσε στὸν ἄνθρωπον:
«Κύριος ἔκτισεν ἐκ γῆς ἄνθρωπον... Καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τῶν ἐπ᾿ αὐτοῖς. Καθ᾿ ἑαυτοὺς ἐνέδυσεν αὐτοὺς ἰσχὺν καὶ κατ᾿ εἰκόνα αὐτοῦ ἐποίησεν αὐτούς... Διαβούλιον καὶ γλῶσσαν καὶ ὀφθαλμούς, ὦτα καὶ καρδίαν ἔδωκε διανοείσθαι αὐτοῖς. Ἐπιστήμην συνέσεως ἐνέπλησεν αὐτοὺς καὶ ἀγαθὰ καὶ κακὰ ὑπέδειξεν αὐτοῖς» (ιζ´, 1, 2-3, 6 -7). Αὐτὸς ἐξ ἀρχῆς ἐποίησεν ἄνθρωπον καὶ ἀφῆκεν αὐτὸν ἐν χειρὶ διαβουλίου αὐτοῦ» (ιε´, 14).
Ὁ Θεός, γράφει, ἔπλασε τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν γῆν. Παρεχώρησε δὲ στοὺς πρωτοπλάστους ἐξουσίαν πάνω σ᾿ ὅλα τὰ ζῷα τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θάλασσας. Ἐχάρισεν ὅμως ὁ Θεὸς καὶ στὸν κάθε ἄνθρωπον χωριστὰ ἰδιαίτερην δύναμιν. Διότι ὅλους τοὺς ἐδημιούργησε κατ᾿ εἰκόνα ἰδικήν του. Τοὺς ἔδωσεν ἐπίσης ἐλευθερίαν βουλήσεως καὶ γλῶσσαν καὶ ὀφθαλμοὺς καὶ αὐτιὰ καὶ καρδιάν, διὰ νὰ σκέπτωνται. Τοὺς ἐγέμισεν ἀκόμη μὲ τὴν ἱκανότητα νὰ κρίνουν καὶ νὰ διανοοῦνται συνετά. Τοὺς ἔκαμε καὶ ἱκανοὺς νὰ διακρίνουν μεταξὺ καλοῦ καὶ κακοῦ. Ὁ Θεὸς λοιπὸν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐδημιούργησε τὸν ἄνθρωπον ἐλεύθερον καὶ τὸν ἄφησε στὴν ἐλεύθερήν του θέλησιν.

Δικαιολογημένα λοιπὸν ὁ Σειρὰχ προτρέπει τὸν λογικὸν καὶ ἐλεύθερον ἄνθρωπον νὰ ἐκτιμήση τὰ θεῖα αὐτὰ δῶρα καὶ νὰ σέβεται μ᾿ ὅλην του τὴν ψυχὴν καὶ νὰ ἀγαπᾷ μ᾿ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς καρδίας τοῦ τὸν Κύριον καὶ Δημιουργόν του. Καὶ τοῦ λέγει:
«Ἐν ὅλῃ ψυχῇ σου εὐλαβοῦ τὸν Κύριον... Ἐν ὅλῃ δυνάμει ἀγάπησον τὸν ποιήσαντά σε» (ζ´, 29, 30).


2) Ὁ Δημιουργός της κτίσεως

Ἐκτὸς καὶ πρὶν ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον, ὁ Θεὸς ἐδημιούργησε καὶ ὅλην τὴν ἄψυχην κτίσιν καὶ κάθε ζωντανὸν ὀργανισμόν, διὰ νὰ ἐξυπηρετῆται ἔτσι κατὰ τὸν καλύτερον τρόπον ἡ ζωὴ καὶ οἱ ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπινου γένους. Σ᾿ αὐτὸ τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ ἀναφέρεται μὲ θαυμασμὸν ὁ Σειράχ. Καὶ γράφει:
«Μνησθήσομαι δὴ τὰ ἔργα Κυρίου, καὶ ἃ ἐώρακα ἐκδιηγήσομαι- ἐν λόγοις Κυρίου τὰ ἔργα αὐτοῦ» (μβ´, 15). «Ἔτι διανοηθεὶς ἐκδιηγήσομαι καὶ ὡς διχομηνία ἐπληρώθην» (λθ´, 12).
Καὶ τώρα, λέγει, θὰ φέρω στὴν μνήμην μου τὰ θαυμαστὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ. Καὶ θὰ ἀναφέρω ὅσα ἀπ᾿ αὐτὰ εἶδα καὶ ἐγνώρισα. Ὅλα δὲ αὐτὰ τὰ ἔργα τὰ ἐδημιούργησεν ὁ παντοδύναμος Θεός, μὲ μόνον τὸν λόγον του. Θέλω ἀκόμη νὰ διηγηθῶ τὶς σκέψεις, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἐγέμισα, ἐξ ἀφορμῆς τῆς μελέτης τῶν ἔργων τοῦ Θεοῦ, ὅπως γεμίζει καὶ τὸ φεγγάρι.
Ἀναφέρεται δὲ στὴν συνέχειαν ὁ Σειρὰχ ὡς ἀκολούθως στὰ θαυμάσια της δημιουργίας τοῦ Θεοῦ:
«Γαυρίασμα ὕψους στερέωμα καθαριότητος, εἶδος οὐρανοῦ ἐν ὀράματι δόξης. Ἥλιος ἐν ὀπτασίᾳ διαγγέλλων ἐν ἐξόδῳ, σκεῦος θαυμαστόν, ἔργον Ὑψίστου. Ἐν μεσημβρίᾳ αὐτοῦ ἀναξηραίνει χώραν, καὶ ἐναντίον καύματος αὐτοῦ τὶς ὑποστήσεται;... Μέγας Κύριος ὁ ποιήσας αὐτόν, καὶ ἐν λόγοις αὐτοῦ κατέσπευσε πορείαν. Καὶ ἡ σελήνη ἐν πάσιν εἰς καιρὸν αὐτῆς, ἀνάδειξιν χρόνων καὶ σημεῖον αἰῶνος. Ἀπὸ σελήνης σημεῖον ἑορτῆς, φωστὴρ μειούμενος ἐπὶ συντέλειας... Αὐξανομένη θαυμαστῶς ἐν ἀλλοιώσει, σκεῦος παρεμβολῶν ἐν ὕψει, ἐν στερεώματι οὐρανοῦ ἐκλάμπων. Κάλλος οὐρανοῦ, δόξα ἄστρων, κόσμος φωτίζων ἐν ὑψίστοις Κυρίου- ἐν λόγοις ἁγίου στήσονται κατὰ κρῖμα καὶ οὗ μὴ ἐκλυθώσιν ἐν φυλακαῖς αὐτῶν (μγ´, 1 -3, 5-7, 8- 10).
Πόσην δηλαδὴ μεγαλοπρέπειαν ἔχει τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ! Καὶ ἡ καθαρότης καὶ ἡ διαφάνεια τοῦ οὐράνιου στερεώματος πόσον καταπληκτικὸ καὶ ἔνδοξο θέαμα παρουσιάζουν!
Ἀλλὰ καὶ ὁ ἥλιος πόσον θαυμαστὸ δημιούργημα τοῦ Ὑψίστου εἶναι! Ἀπὸ τὴν ὥραν ποὺ ἀνατέλλει, καὶ ὅταν μεσουρανῇ καὶ φωτίζῃ καὶ θερμαίνῃ κατὰ τρόπον ἀνυπόφορον τὴν γῆν, ἐξακολουθητικὰ δοξάζει τὸν Θεόν, ποὺ τὸν ἐδημιούργησε καὶ τὸν κατευθύνει. Ἀλλὰ καὶ τὸ φεγγάρι μὲ τὸν ἰδικὸν τοῦ τρόπον ὁμιλεῖ διὰ τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ. Καὶ αὐτὸ εἶναι πιστὸ κάθε ὥραν στὸ ἔργο, ποὺ ὁ Θεὸς τοῦ ἔταξε νὰ ἐπιτελῇ. Καὶ μὲ τὸ νὰ καθορίζῃ τὶς διάφορες ἐποχὲς τοῦ χρόνου, παραμένει σημεῖο αἰώνιό της δυνάμεως τοῦ Δημιουργοῦ του. Διότι ἀπὸ τὶς διάφορες φάσεις του, τὸ γέμισμα καὶ τὴν μείωσιν τοῦ φωτισμοῦ του, καθορίζονται οἱ διάφορες ἑορτές. Καὶ ὅταν αὐξάνεται ἡ καὶ μειώνεται κατὰ θαυμαστὸν τρόπον, παρουσιάζεται, ἀνάμεσα στ᾿ ἄλλα ἀστέρια, σὰν ἕνας μεγάλος φανὸς καὶ λαμπερὸς φάρος, ποὺ φωτίζει τὰ οὐράνια σώματα, ποὺ ἔτσι δίδουν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι εἶναι στρατιῶτες καὶ φρουροὶ καὶ νυκτοφύλακες ἄγρυπνοι.
Γενικὰ ἡ ὀμορφιὰ τοῦ οὐρανοῦ, παρατηρεῖ ὁ Σειράχ, ἔγκειται στὴν λαμπρότητα τῶν ἀστέρων, ποὺ σὰν ὁλόφωτα κοσμήματα, φωτίζουν τὰ οὐράνια ὕψη τοῦ Κυρίου. Διότι διαλαλοῦν ὅτι ἐδημιουργήθησαν μὲ τὸν λόγον τοῦ ἁγίου Θεοῦ καὶ ὅτι, ὅπως ἐδιατάχθησαν ἀπὸ τὸν Δημιουργόν τους, στέκονται συνεχῶς στὶς θέσεις τους, χωρὶς νὰ ἀποκάμνουν, καὶ μένουν στὰ φυλάκια τους, σὰν πιστοὶ στρατιῶτες.
Ἔκθαμβος καὶ πάλιν ὁ Σειρὰχ καλεῖ τοὺς ἀνθρώπους νὰ λάβουν καὶ ἀπὸ τὰ θαυμαστὰ αὐτὰ ἔργα ἀφορμὲς νὰ ἀπευθύνουν πρὸς τὸν Θεὸν νέες δοξολογίες. Λέγει δέ:
«Ἰδὲ τόξον καὶ εὐλόγησον τὸν ποιήσαντα αὐτό...» (μγ´, 11). «Εὐλογήσατε Κύριον ἐπὶ πᾶσι τοῖς ἔργοις, δότε τῷ ὀνόματι αὐτοῦ μεγαλωσύνην καὶ ἐξομολογήσασθε ἐν αἰνέσει αὐτοῦ, ἐν ὠδαῖς χειλέων καὶ ἐν κινύραις» (λθ´, 14-15).
Παρατηρῆστε δηλαδὴ μὲ προσοχὴν τὰ οὐράνια φαινόμενα καὶ ἰδιαίτερα τὸ οὐράνιο τόξο καὶ δοξάστε τὸν Θεὸν δι᾿ ὅλα τὰ ἔργα του. Ἀποδῶστε μεγαλωσύνην στὸ Ὄνομά του. Καὶ μὲ ᾄσματα τῶν χειλέων, ἀλλὰ καὶ μὲ μουσικὰ ὄργανα, διακηρύξατε τὴν αἴνεσιν καὶ μεγαλοπρέπειάν του.

3) Ἀνεκδιήγητο μεγαλεῖο

Ἀναφέρεται ὁ Σειρὰχ καὶ σὲ πολλὰ ἄλλα ἀπὸ τὰ θαυμάσια τῆς δημιουργίας, ποὺ ἀναγγέλλουν τὴν δύναμιν καὶ τὸ μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ. Μεταξὺ αὐτῶν μνημονεύει τὰ χιόνια, τὶς ἀστραπὲς καὶ τὰ σύννεφα, τὰ ὁποῖα καὶ παρομοιάζει μὲ πουλιά, ποὺ πετάγονται μέσα ἀπὸ τὰ κλουβιὰ τοῦ οὐρανοῦ. Τὸ χαλάζι, ποὺ ρίχνεται στὴν γῆν σὰν κομματιασμένες πέτρες. Τὶς βροντές, ποὺ συνταράζουν τὰ ὄρη καὶ κάμνουν τὴν γῆν νὰ πονᾷ σὰν ἑτοιμόγεννη γυναῖκα. Τοὺς ἀνέμους, ποὺ μεταφέρουν τὶς βροχές, καθὼς καὶ τὶς καταιγίδες καὶ τοὺς ἀνεμοστρόβιλους.
Ἰδιαίτερα ἐντυπωσιάζεται ὁ Σειρὰχ ἀπὸ τὴν χιονόπτωσιν. Καὶ περιγράφει τὰ χιόνια νὰ κατεβαίνουν στὴν γῆν σὰν λευκὰ πουλιὰ ἡ καὶ σὰν ἀκρίδες, ποὺ κινοῦνται πρὸς διάφορα σημεῖα. Τὸ κάλλος τοῦ λευκοῦ χιονιοῦ, λέγει, θαμβώνει τὰ μάτια καὶ ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου καταπλήσσεται, καθὼς τὸ βλέπει νὰ σκεπάζῃ τὴν γῆν. Ἐπίσης θαυμαστὸ θέαμα παρουσιάζει καὶ ἡ χειμερινὴ πάχνη, ποὺ μοιάζει μὲ τὸ ἁλάτι, καὶ ὅταν παγώση γίνεται σὰν ἀγκάθια. Καὶ τὰ παγωμένα νερὰ ὅμως, ποὺ μοιάζουν μὲ κρύσταλλα. Καὶ ἡ μαλακὴ ὁμίχλη, ποὺ ἀπαλλάσσει τὴν γῆν ἀπὸ τὴν βλαβερὴν ἐπίδρασιν τῆς παγωνιᾶς. Ἀλλὰ καὶ ἡ θάλασσα, μὲ τὰ φυτευμένα σ᾿ αὐτὴν νησιὰ καὶ τὰ παράδοξά της φαινόμενα, καθὼς καὶ τὰ πολλὰ καὶ ποικίλα σε μέγεθος καὶ εἶδος ψάρια της (Πρβ. «Πολλὰ ἐροῦμεν καὶ οὐ μὴ ἐφικώμεθα... Δοξάζοντες ποῦ ἰσχύσομεν; Αὐτὸς γὰρ ὁ μέγας παρὰ πάντα τὰ ἔργα αὐτοῦ... Δοξάζοντες Κύριον ὑψώσατε, καθόσον ἂν δύνησθε, ὑπερέξει γὰρ καὶ ἔτι καὶ ὑψοῦντες αὐτὸν πληθύνατε ἐν ἰσχύι μὴ κοπιᾶτε, οὗ γὰρ μὴ ἀφίκησθε» (μγ´, 27, 28, 30).
Ἠμποροῦμε δηλαδὴ νὰ ἀναφέρουμε πολλὰ ἀκόμη, ἀλλὰ ποτὲ δὲν θὰ κατορθώσουμε νὰ ὑμνήσουμε ἐπάξια τὸν Θεόν. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν δοξολογήσουμε, ὅπως πρέπει, ἀφοῦ Αὐτὸς εἶναι ἀνώτερος ἀπ᾿ ὅλα τὰ ἔργα του; Παρὰ ταῦτα, μᾶς ἐνθαρρύνει ὁ Σειράχ, δοξάσατε, ὅσον ἠμπορεῖτε τὸν Κύριον. Καὶ ἀφοῦ συγκεντρώσετε ὅλες σας τὶς πνευματικὲς δυνάμεις στὸ ἔργο τῆς δοξολογίας τοῦ Θεοῦ, μὴ κουρασθῆτε ποτὲ στὴν προσπάθειάν σας νὰ τοῦ προσφέρετε πραγματικὴν ἀνύμνησιν.

4) Παντοδύναμος Ἐξουσιαστής

Μιὰ βασικὴ ἰδιότητα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ πανταχοῦ παρουσία καὶ ἡ παγγνωσία. Ὅσοι δὲ ἐνθυμοῦνται τὶς ἀλήθειες αὐτὲς καὶ ρυθμίζουν ἀνάλογα τὴν ζωήν τους, πολλὴν ὠφέλειαν καὶ ἐνίσχυσιν θὰ ἀποκομίζουν. Αὐτὸ τονίζει καὶ ὁ Σειρὰχ μὲ τὶς ἀκόλουθες ὑποδείξεις του:
«Μὴ εἴπῃς, ὅτι ἀπὸ Κυρίου κρυβήσομαι, μὴ ἐξ ὕψους τίς μου μνησθήσεται; ἐν λαῳ πλείονι οὗ μὴ γνωσθῶ. Τὶς γὰρ ἡ ψυχή μου ἐν ἀμετρήτῳ κτίσει; (ιστ´, 17). «Τὶς μὲ ὁρᾷ; σκότος κύκλω μου. Καὶ οἱ τοῖχοι μὲ καλύπτουσι, καὶ οὐθεῖς μὲ ὁρᾷ· τί εὐλαβοῦμαι; τῶν ἁμαρτιῶν μου οὐ μὴ μνησθήσεται ὁ Ὕψιστος» (κγ´, 18).
Μὴ μοιάσης ποτέ, λέγει ὁ Σειράχ, μὲ τοὺς ἀνόητους ἐκείνους ἀνθρώπους, ποὺ σκέπτονται καὶ λέγουν: Ἐγὼ θὰ κρυφθῶ ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ Θεοῦ. Ἐξ ἄλλου εἶναι δυνατὸν ὁ μεγάλος καὶ οὐράνιος Θεὸς νὰ ἀσχολῆται μαζί μου; Ποιὰν σημασίαν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ διὰ τὸν Θεὸν ἡ ἰδική μου ὕπαρξις, ποῦ εἶμαι ἕνα ἄτομο μέσα σὲ τόσα πλήθη λαοῦ; Καὶ ὅταν ἁμαρτάνω, ποιὸς μὲ βλέπει; Ὁλόγυρά μου ὑπάρχει σκοτάδι καὶ οἱ τοῖχοι μὲ σκεπάζουν. Κανένας λοιπὸν δὲν μὲ βλέπει. τί νὰ φοβηθῶ; Καὶ ὁ Ὕψιστος Θεὸς ἀκόμη δὲν θὰ γνωρίση καὶ δὲν θὰ ἐνθυμηθῆ τὶς ἁμαρτίες μου.
Σ᾿ ὅσους λοιπὸν ἔτσι σκέπτονται ὁ σοφὸς Σειρὰχ ἀπαντᾷ ὡς ἀκολούθως:
«Ιδού ὁ οὐρανὸς καὶ ὁ οὐρανὸς τοῦ οὐρανοῦ, ἄβυσσος καὶ γῆ σαλευθήσονται ἐν τῇ ἐπισκοπῇ αὐτοῦ» (ιστ´, 18). «Ὀφθαλμοὶ Κυρίου μυριοπλασίως ἡλίου φωτεινότεροι, ἐπιβλέποντες πάσας ὁδοὺς ἀνθρώπων καὶ κατανοοῦντες εἰς ἀπόκρυφα μέρη» (κγ´, 19). «Οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ ἐνδελεχεῖς ἐπὶ τὰς ὁδοὺς αὐτῶν. Οὐκ ἐκρύβησαν αἀδικίαι αὐτῶν ἀπ᾿ αὐτοῦ, καὶ πᾶσαι αἱ ἁμαρτίαι αὐτῶν ἔναντι Κυρίου. Ἐλεημοσύνη ἀνδρὸς ὡς σφραγὶς μετ᾿ αὐτοῦ, καὶ χάριν ἀνθρώπου ὡς κόρην συντηρήσει» (ιζ´, 19-20,22).
Νά, λέγει ὁ Σειράχ, ὁ οὐρανός, ποὺ βλέπουμε, καὶ ὁ ἀόρατος καὶ ὑψηλότερος οὐρανός, ἡ ἄβυσσος τῆς θάλασσας καὶ ἡ γῆ, τὸ σύμπαν δηλαδή, κλονίζεται ὁλόκληρο, ὅταν ὁ Θεὸς ρίψη τὸ βλέμμα τοῦ πάνω του. Διότι, ὅπως καὶ ὁ Δαβὶδ ψάλλει, ὁ Θεὸς εἶναι «ὁ ἐπιβλέπων ἐπὶ τὴν γῆν καὶ ποιῶν αὐτὴν τρέμειν, ὁ ἁπτόμενος τῶν ὀρέων καὶ καπνίζονται» (Ψαλμ. 103,32).
Ἐκτὸς ὅμως τοῦ ὅτι ὁ Θεὸς ἐξουσιάζει πάνω σ᾿ ὅλην τὴν κτίσιν, βλέπει καὶ γνωρίζει ὅσα καὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι κάμνουν. Διότι οἱ ὀφθαλμοὶ τοῦ εἶναι ἀσυγκρίτως πιὸ φωτεινοὶ ἀπὸ τὸν ἥλιον. Καὶ ἐπιβλέπουν πάνω σ᾿ ὅλους τοὺς δρόμους τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων καὶ σ᾿ ὅλα τὰ κρυφὰ μέρη. Ἐπειδὴ δὲ ἀκριβῶς οἱ ὀφθαλμοὶ τοῦ Θεοῦ παρατηροῦν ἀδιάκοπα τὴν πορείαν καὶ τὴν ζωὴν ὅλων τῶν ἀνθρώπων, δὲν τοῦ διαφεύγουν καὶ οἱ κρυφὲς ἀδικίες τῶν ἀνθρώπων. Ἔτσι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ εἶναι φανερὲς καὶ οἱ ἁμαρτίες, ἀλλὰ καὶ τὰ καλὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων. Ἰδιαίτερα δὲ ὁ Θεὸς προσέχει τὶς ἐλεημοσύνες κάθε ἀνθρώπου. Καὶ τὸν ἐλεήμονα ἄνθρωπον τὸν ξεχωρίζει ἀνάμεσα σ᾿ ὅλους τοὺς ἄλλους, σὰν νὰ ἔχῃ πάνω τοῦ μίαν πολύτιμην σφραγῖδα, καὶ τὸν προσέχει σὰν κόρην ὀφθαλμοῦ.
Καὶ στὸν καθένα ἀπὸ μᾶς λοιπὸν ὁ Σειράχ, μετὰ ἀπ᾿ αὐτά, θὰ ἔλεγε:
«Ἐπίστρεφε ἐπὶ Κύριον καὶ ἀπόλειπε ἁμαρτίας, δεήθητι κατὰ πρόσωπον καὶ σμίκρυναν πρόσκομμα» (ιζ´, 25).
Γύρισε δηλαδὴ πρὸς τὸν Κύριον καὶ Θεόν σου. Ἀπαρνήσου τὶς ἁμαρτίες σου. Παρακάλεσε τὸν Κύριον προσωπικά, καὶ θὰ σὲ βοηθήση νὰ λιγοστεύσης τὶς παραβάσεις, ποὺ κάμνεις, καὶ οἱ ὁποῖες ἀποτελοῦν πρόσκομμα στὶς σχέσεις σου μαζί του.


Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.