Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Τί ἐννοούμε όταν ἀναφερόμαστε στήν προσευχή



Ἡ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

  Τί ἐννοοῦμε  ὅταν ἀναφερόμαστε στήν προσευχή.

                Μέ τή λέξη προ­σευ­χή καί προ­σεύ­χο­μαι, ἐν­νο­οῦ­με τήν ἐ­πι­κοι­νω­νί­α, τή συ­νο­μι­λί­α μέ τό Θε­ό καί Πα­τέ­ρα μας, ἐν­νο­οῦ­με τό δι­ά­λο­γο πού ἀρ­χί­ζει κά­θε πι­στός μέ τό  Θε­ό.  Ὁ ἄν­θρω­πος κα­τα­φεύ­γει στό Θε­ό του, ἐ­πει­δή νοι­ώ­θει τήν ἀ­νά­γκη τῆς θεί­ας βο­ή­θει­ας καί ἐ­νί­σχυ­σής του στίς δύ­σκο­λες ἀλ­λά καί στίς χα­ρού­με­νες στι­γμές τῆς ζω­ῆς του. Δο­ξά­ζει, εὐ­χα­ρι­στεῖ καί πα­ρα­κα­λεῖ,  προ­σεύ­χε­ται δη­λα­δή.
                Ἡ προσευχή εἶναι ἠ συναναστροφή τοῦ νοῦ μέ τό Θεό. Ἡ προσευχή  ἀνεβάζει τό νοῦ ἀνθρώπου  στό Θεό καί γίνεται  ὀ προσευχόμενος συνόμιλος τοῦ Κυρίου.Αὐ­τό τό ἔρ­γο τῆς προ­σευ­χῆς εἶ­ναι προ­νό­μι­ο μό­νον τῶν ἀν­θρώ­πων. 

Ἡ προσευχή εἶναι ἀναγκαῖο ἔργο τοῦ ἀνθρώπου

                 Η προσευχή εἶναι ἀναγκαῖο ἔργο γιά τόν ἄνθρωπο.Ἐ­πει­δή ἡ ψυ­χή τοῦ ἀν­θρώ­που εἶ­ναι δη­μι­ουρ­γη­μέ­νη κα­τ’ εἰ­κό­να Θε­οῦ, ἔ­χει φυ­σι­κή σχέ­ση μέ τό Θε­ό, ὅ­πως τό παι­δί μέ τόν πα­τέ­ρα του. Γι­’ αὐ­τό νοι­ώ­θει τήν ἀ­νά­γκη νά ὲ­πι­κοι­νω­νεῖ μέ τό Δη­μι­ουρ­γό της τόν φυ­σι­κό της πα­τέ­ρα. Μι­ά τέ­τοι­α συ­νά­ντη­ση ἐ­ξα­σφα­λί­ζει σι­γου­ρι­ά, ἀ­σφά­λει­α ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς νοι­ώ­θει τό μι­κρό παι­δί κο­ντά στούς φυ­σι­κούς του γο­νεῖς. Ἄν στε­ρη­θεῖ ἡ ψυ­χή τή συ­νά­ντη­ση αὐ­τή, δέ μπο­ρεῖ νά ἀ­να­πτυ­χθεῖ καί νά φτάσει στόνφυ­σι­κό της προ­ο­ρι­σμό. Ἐ­νῶ ἄν ὑ­πάρ­ξει αὐ­τή ἡ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α μέ τόν Κύ­ρι­ό της, δι­ά τῆς προ­σευ­χῆς, τρέ­φε­ται πνευ­μα­τι­κά καί ἀν­απτύσ­σε­ται φυ­σι­ο­λο­γι­κά καί εἰ­ρη­νεύ­ει καί  πετυχαίνει τόν προορισμό της.
                Ἡ προ­σευ­χή εἶ­ναι ἀ­να­γκαί­α, γι­α­τί εἶ­ναι ὁ ὁ­δη­γός τοῦ ἀν­θρώ­που κο­ντά στό Θε­ό. Μέ τήν προ­σευ­χή συ­γκε­ντρώ­νε­ται κο­ντά στό Θε­ό ἡ δι­ά­νοι­α τοῦ ἀν­θρώ­που πού ἔ­χει δι­α­σκορ­πι­στεῖ ἀ­πό τήν ἁ­μαρ­τί­α καί κα­θα­ρί­ζε­ται. Εἶ­ναι ἀ­να­γκαῖ­ο τό ἔρ­γο τῆς προ­σευ­χῆς, γι­α­τί κα­θη­με­ρι­νά ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι ἀ­ντι­μέ­τω­πος μ’ ἕ­να ἀ­κή­ρυ­κτο πό­λε­μο μέ τούς ἄ­σαρ­κους δαί­μο­νες πού τοῦ πα­ρεμ­βά­λουν στή ζω­ή του πει­ρα­σμούς, θλί­ψεις, δο­κι­μα­σί­ες καί στε­νο­χω­ρί­ες. Καί αὐ­τήν ἀ­κό­μα τήν προ­σευ­χή προ­σπα­θοῦν νά τήν  ἐ­μπο­δί­σουν. Ἡ προ­σευ­χή σάν ἄλ­λη βα­κτη­ρί­α, στήριγμα, στη­ρί­ζει τόν ἄν­θρω­πο καί παίρ­νει δυ­νά­μεις καί ὅ­πλα γι­ά νά ἀ­ντα­πε­ξέλ­θει στίς ἐ­πι­θέ­σεις τῶν δαι­μό­νων. Κυ­ρί­ως φω­τί­ζε­ται μέ τή Χά­ρη τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος καί δι­α­κρί­νει τίς με­θο­δί­ες καί τίς πα­γί­δες τῶν ἀ­ο­ρά­των ἔ­χθρῶν.
                 Ἡ προ­σευ­χή τι­μᾶ πο­λύ τόν ἄν­θρω­πο, γι­α­τί μι­μεῖ­ται τούς ἀγ­γέ­λους, οἱ ὁ­ποῖ­οι βρί­σκο­νται συ­νε­χῶς σέ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α μέ τό Θε­ό. Ἡ προ­σευ­χή εἶ­ναι καί με­γά­λο στή­ρι­γμα στόν δο­κι­μα­ζό­με­νο ἄν­θρω­πο καί τόν προ­φυ­λάσ­σει ἀ­πό τήν ἀ­πό­γνω­ση καί τήν ἀ­πελ­πι­σί­α.Ἡ προ­σευ­χή ἔ­χει ρί­ζα τήν πί­στη καί ἄν­θος τήν ἐλ­πί­δα, γι­’ αὐ­τό ἐ­λευ­θρώ­νει τόν ἄν­θρω­πο ἀ­πό τό ἄγ­χος καί τήν ἀ­γω­νί­α πού μα­στί­ζει σή­με­ρα τόν κό­σμο.  Μέ τήν προ­σευ­χή ξε­χω­ρί­ζει ὁ πι­στός ἀ­πό τόν ἄ­πι­στο. Γι­α­τί πῶς θά προ­σευ­χη­θεῖ κά­ποι­ος πού δέν πι­στεύ­ει;
                Ἡ προσευχή εἶναι ἡ κορωνίδα ὅλων τῶν ἀγαθῶν. Ὅλα αὐτά  καί πολλά ἄλλα  διδάσκει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυστόστομος.
                Ἐ­κτός τῶν ἄλ­λων ἠ προ­σευ­χή εἶ­ναι καί δυ­να­τό ὅ­πλο στά χέ­ρια τοῦ χρι­στια­νοῦ, για­τί κατά τόν Ἰ­ε­ρό Χρυ­σό­στο­μο, εἷ­ναι: «τῶν πι­στῶν ὀ­χύ­ρω­μα, ὅ­πλο ἀ­κα­τα­μά­χη­το, ὥ­στε νά ἔ­χει δα­μά­σει τή φω­τιά, νά νι­κή­σει τό θυ­μό τῶν λι­ον­τα­ρι­ῶν, νά στα­μα­τή­σει πο­λέ­μους καί νά δι­ώ­ξει δαί­μο­νες».
                Ὁ Ἰ­ω­άν­νης τῆς Κρο­στάν­δης, ἕ­νας εὐ­λα­βής Ρῶσ­σος Κλη­ρι­κός, γρά­φει: «Εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νά προ­σευ­χό­μα­στε για­τί ἡ καρ­διά μας πε­θαί­νει πνευ­μα­τι­κά μέ τήν ἁ­μαρ­τί­α καί μό­νον ἡ προ­σευ­χή πού συ­νο­δεύ­ε­ται μέ δά­κρυ­α τήν ἀ­να­χω­ο­γο­νεῖ καί τήν κά­νει νά ἀ­να­πνέ­ει πά­λιν. ἄν δέν προ­σευ­χό­μα­στε κά­θε μέ­ρα θερ­μά,  εὔ­κο­λα καί γρή­γο­ρα θά πε­θά­νου­με πνευ­μα­τι­κά».
                Ἡ προ­σευ­χή εἶ­ναι ἀ­ναγ­και­ο­τά­τη κα­τά τόν και­ρό τῶν θλί­ψε­ων καί τῶν θλι­βε­ρῶν γε­γο­νό­των πού συμ­βαί­νουν συ­χνά στόν ἀν­θρώ­πι­νο βί­ο. Ποῦ θά κα­τα­φύ­γει γιά πα­ρη­γο­ριά καί στή­ριγ­μα ὁ δο­κι­μα­ζό­με­νος ἄν­θρω­πος; Μή­πως στούς ἀν­θρώ­πους,  ἀλ­λά αὐ­τοί πο­λύ λί­γα μπο­ροῦν νά προ­σφέ­ρουν, Μή­πως στά πλού­τη, καί αὐ­τά δέν μπο­ροῦν νά προ­σφέ­ρουν πα­ρη­γο­ριά. Ἑ­πο­μέ­νως μό­νο μέ τήν προ­σευ­χή μας πρός τόν «δυ­νά­με­νον σώ­ζειν» Αὐτόν πού μπορεῖ νά σώζει, θά βροῦ­με σί­γου­ρα αὐ­τό πού ζη­τοῦ­με . Ἡ ἐμ­πει­ρί­α τοῦ προ­φή­τη Δαυ­ΐδ μᾶς τό  ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει:« Κα­τά τήν ὧ­ρα τῶν θλί­ψε­ών μου φώ­να­ξα πρός τόν Κύ­ριο καί μέ ἄ­κου­σε» ( Ψαλ.119, 1). Καί ὁ Ἀ­πό­στο­λος Ἰ­ά­κω­βος προ­τρέ­πει : «Ὑ­πο­φέ­ρει κά­ποι­ος με­τα­ξύ σας ἄς προ­σεύ­χε­ται» (Ἰ­ακ. 5,13).



Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.