Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Λευτικόν



ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ


 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α

  1 ΚΑΙ ανεκάλεσε Μωυσήν, και ελάλησε Κύριος αυτω εκ της σκηνής του μαρτυρίου λέγων· 2 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ, και ερείς προς αυτούς· άνθρωπος εξ υμών εάν προσαγάγη δώρα τω Κυρίω, από των κτηνών και από των βοών και από των προβάτων προσοίσετε τα δώρα υμών. 3 εάν ολοκαύτωμα το δώρον αυτού εκ των βοών, άρσεν άμωμον προσάξει· προς την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου προσοίσει αυτό δεκτόν εναντίον Κυρίου. 4 και επιθήσει την χείρα επί την κεφαλήν του καρπώματος, δεκτόν αυτω εξιλάσασθαι περί αυτού. 5 και σφάξουσι τον μόσχον έναντι Κυρίου, και προσοίσουσιν οι υιοί Ααρών οι ιερείς το αίμα, και προσχεούσι το αίμα επί το θυσιαστήριον κύκλω το επί των θυρών της σκηνής του μαρτυρίου. 6 και εκδείραντες το ολοκαύτωμα μελιούσιν αυτό κατά μέλη, 7 και επιθήσουσιν οι υιοί Ααρών οι ιερείς πυρ επί το θυσιαστήριον και επιστοιβάσουσι ξύλα επί το πυρ. 8 και επιστοιβάσουσιν οι υιοί Ααρών οι ιερείς τα διχοτομήματα και την κεφαλήν και το στέαρ επί τα ξύλα τα επί του πυρός τα όντα επί του θυσιαστηρίου, 9 τα δε εγκοίλια και τους πόδας πλυνούσιν ύδατι, και επιθήσουσιν οι ιερείς τα πάντα επί το θυσιαστήριον· κάρπωμά εστι, θυσία, οσμή ευωδίας τω Κυρίω.



 10 Εάν δε από των προβάτων το δώρον αυτού τω Κυρίω, από τε των αρνών και των ερίφων, εις ολοκαυτώματα, άρσεν άμωμον προσάξει αυτό και επιθήσει την χείρα επί την κεφαλήν αυτού. 11 και σφάξουσιν αυτό εκ πλαγίων του θυσιαστηρίου προς βορράν έναντι Κυρίου και προσχεούσιν οι υιοί Ααρών οι ιερείς το αίμα αυτού επί το θυσιαστήριον κύκλω. 12 και διελούσιν αυτό κατά μέλη και την κεφαλήν και το στέαρ, και επιστοιβάσουσιν οι ιερείς αυτά επί τα ξύλα τα επί του πυρός τα επί του θυσιαστηρίου. 13 και τα εγκοίλια και τους πόδας πλυνούσιν ύδατι. και προσοίσει ο ιερεύς τα πάντα και επιθήσει επί το θυσιαστήριον· κάρπωμά εστι, θυσία, οσμή ευωδίας τω Κυρίω.

 14 Εάν δε από των πετεινών κάρπωμα προσφέρη δώρον αυτού τω Κυρίω, και προσοίσει από των τρυγόνων, ή από των περιστερών το δώρον αυτού. 15 και προσοίσει αυτό ο ιερεύς προς το θυσιαστήριον και αποκνίσει την κεφαλήν, και επιθήσει ο ιερεύς επί το θυσιαστήριον και στραγγιεί το αίμα προς την βάσιν του θυσιαστηρίου. 16 και αφελεί τον πρόλοβον συν τοις πτεροίς και εκβαλεί αυτό παρά το θυσιαστήριον κατά ανατολάς εις τον τόπον της σποδού. 17 και εκκλάσει αυτό εκ των πτερύγων και ου διελεί, και επιθήσει αυτό ο ιερεύς επί το θυσιαστήριον, επί τα ξύλα τα επί του πυρός· κάρπωμά εστι, θυσία, οσμή ευωδίας τω Κυρίω.

 ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β


 1 ΕΑΝ δε ψυχή προσφέρη δώρον θυσίαν τω Κυρίω, σεμίδαλις έσται το δώρον αυτού, και επιχεεί επ ‘ αυτό έλαιον και επιθήσει επ ‘ αυτό λίβανον· θυσία εστί. 2 και οίσει προς τους υιούς Ααρών τους ιερείς, και δραξάμενος απ ‘ αυτής πλήρη την δράκα από της σεμιδάλεως συν τω ελαίω και πάντα τον λίβανον αυτής, και επιθήσει ο ιερεύς το μνημόσυνον αυτής επί το θυσιαστήριον· θυσία, οσμή ευωδίας τω Κυρίω. 3 και το λοιπόν από της θυσίας Ααρών και τοις υιοίς αυτού· άγιον των αγίων από των θυσιών Κυρίου. εάν δε προσφέρη δώρον θυσίαν πεπεμμένην εν κλιβάνω, δώρον Κυρίω εκ σεμιδάλεως, άρτους αζύμους πεφυραμένους εν ελαίω και λάγανα άζυμα διακεχρισμένα εν ελαίω. 5 εάν δε θυσία από τηγάνου το δώρόν σου, σεμίδαλις πεφυραμένη εν ελαίω, άζυμά εστι. 6 και διαθρύψεις αυτά κλάσματα, και επιχεείς επ ‘ αυτά έλαιον. θυσία εστί Κυρίω. 7 εάν δε θυσία από τηγάνου το δώρόν σου, σεμίδαλις εν ελαίω ποιηθήσεται. 8 και προσοίσει την θυσίαν, ην αν ποιήση εκ τούτων τω Κυρίω, και προσοίσει προς τον ιερέα· και προσεγγίσας προς το θυσιαστήριον 9 αφελεί ο ιερεύς από της θυσίας το μνημόσυνον αυτής, και επιθήσει ο ιερεύς επί το θυσιαστήριον· κάρπωμα, οσμή ευωδίας τω Κυρίω. 10 το δε καταλειφθέν από της θυσίας, Ααρών και τοις υιοίς αυτού· άγια των αγίων από των καρπωμάτων Κυρίου.

 11 Πάσαν θυσίαν, ην αν προσφέρητε Κυρίω, ου ποιήσετε ζυμωτόν· πάσαν γαρ ζύμην και παν μέλι ου προσοίσετε απ ‘ αυτού, καρπώσαι Κυρίω. 12 δώρον απαρχής προσοίσετε αυτά Κυρίω, επί δε το θυσιαστήριον ουκ αναβιβασθήσεται εις οσμήν ευωδίας Κυρίω. 13 και παν δώρον θυσίας υμών αλί αλισθήσεται· ου διαπαύσατε άλας διαθήκης Κυρίου από θυσιασμάτων υμών, επί παντός δώρου υμών προσοίσετε Κυρίω τω Θεω υμών άλας. 14 εάν δε προσφέρης θυσίαν πρωτογεννημάτων τω Κυρίω, νέα πεφρυγμένα χίδρα ερικτά τω Κυρίω, και προσοίσεις την θυσίαν των πρωτογεννημάτων 15 και επιχεείς επ ‘ αυτήν έλαιον και επιθήσεις επ ‘ αυτήν λίβανον· θυσία εστί. 16 και ανοίσει ο ιερεύς το μνημόσυνον αυτής από των χίδρων συν τω ελαίω και πάντα τον λίβανον αυτής· κάρπωμά εστι τω Κυρίω.

 ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ


 1 ΕΑΝ δε θυσία σωτηρίου το δώρον αυτού τω Κυρίω, εάν μεν εκ των βοών αυτού προσαγάγη, εάν τε άρσεν, εάν τε θήλυ, άμωμον προσάξει αυτό έναντι Κυρίου. 2 και επιθήσει τας χείρας επί την κεφαλήν του δώρου, και σφάξει αυτό εναντίον Κυρίου παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου, και προσχεούσιν οι υιοί Ααρών οι ιερείς το αίμα επί το θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων κύκλω. 3 και προσάξουσιν από της θυσίας του σωτηρίου κάρπωμα Κυρίω, το στέαρ το κατακαλύπτον την κοιλίαν και παν το στέαρ το επί της κοιλίας 4 και τους δύο νεφρούς και το στέαρ το επ ‘ αυτών, το επί των μηρίων, και τον λοβόν τον επί του ήπατος συν τοις νεφροίς περιελεί. 5 και ανοίσουσιν αυτά οι υιοί Ααρών οι ιερείς επί το θυσιαστήριον επί τα ολοκαυτώματα επί τα ξύλα τα επί του πυρός επί του θυσιαστηρίου· κάρπωμα, οσμήν ευωδίας Κυρίω.

 6 Εάν δε από των προβάτων το δώρον αυτού θυσία σωτηρίου τω Κυρίω, άρσεν ή θήλυ, άμωμον προσοίσει αυτό. 7 εάν άρνα προσαγάγη το δώρον αυτού, προσάξει αυτό έναντι Κυρίου, 8 και επιθήσει τας χείρας επί την κεφαλήν του δώρου αυτού και σφάξει αυτό παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου, και προσχεούσιν οι υιοί Ααρών οι ιερείς το αίμα επί το θυσιαστήριον κύκλω. 9 και προσοίσει από της θυσίας του σωτηρίου κάρπωμα τω Κυρίω, το στέαρ και την οσφύν άμωμον (συν ταις ψόαις περιελεί αυτό) και παν το στέαρ το κατακαλύπτον την κοιλίαν, και παν το στέαρ το επί της κοιλίας 10 και αμφοτέρους τους νεφρούς και το στέαρ το επ ‘ αυτών, το επί των μηρίων, και τον λοβόν τον επί του ήπατος συν τοις νεφροίς περιελών, 11 ανοίσει ο ιερεύς επί το θυσιαστήριον· οσμή ευωδίας, κάρπωμα Κυρίω.

 12 Εάν δε από των αιγών το δώρον αυτού, και προσάξει έναντι Κυρίου. 13 και επιθήσει τας χείρας επί την κεφαλήν αυτού, και σφάξουσιν αυτό έναντι Κυρίου παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου, και προσχεούσιν οι υιοί Ααρών οι ιερείς το αίμα επί το θυσιαστήριον κύκλω. 14 και ανοίσει απ ‘ αυτού κάρπωμα Κυρίω το στέαρ το κατακαλύπτον την κοιλίαν και παν το στέαρ το επί της κοιλίας 15 και αμφοτέρους τους νεφρούς και παν το στέαρ το επ ‘ αυτών, το επί των μηρίων, και τον λοβόν του ήπατος συν τοις νεφροίς περιελεί. 16 και ανοίσει ο ιερεύς επί το θυσιαστήριον· κάρπωμα, οσμή ευωδίας τω Κυρίω. παν το στέαρ τω Κυρίω· 17 νόμιμον εις τον αιώνα εις τας γενεάς υμών, εν πάση κατοικία υμών· παν στέαρ και παν αίμα ουκ έδεσθε.

 ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ


 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 λάλησον προς τους υιούς Ισραήλ, λέγων· ψυχή εάν αμάρτη έναντι Κυρίου ακουσίως από πάντων των προσταγμάτων Κυρίου, ων ου δεί ποιείν, και ποιήσει εν τι απ ‘ αυτών· 3 εάν μεν ο αρχιερεύς ο κεχρισμένος αμάρτη του τον λαόν αμαρτείν, και προσάξει περί της αμαρτίας αυτού, ης ήμαρτε, μόσχον εκ βοών άμωμον τω Κυρίω περί της αμαρτίας. 4 και προσάξει τον μόσχον παρά την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου έναντι Κυρίου, και επιθήσει την χείρα αυτού επί την κεφαλήν του μόσχου έναντι Κυρίου, και σφάξει τον μόσχον ενώπιον Κυρίου. 5 και λαβών ο ιερεύς ο χριστός ο τετελειωμένος τας χείρας από του αίματος του μόσχου και εισοίσει αυτό εις την σκηνήν του μαρτυρίου 6 και βάψει ο ιερεύς τον δάκτυλον εις το αίμα, και προσρανεί από του αίματος επτάκις έναντι Κυρίου, κατά το καταπέτασμα το άγιον· 7 και επιθήσει ο ιερεύς από του αίματος του μόσχου επί τα κέρατα του θυσιαστηρίου του θυμιάματος της συνθέσεως του εναντίον Κυρίου, ό εστιν εν τη σκηνή του μαρτυρίου· και παν το αίμα του μόσχου εκχεεί παρά την βάσιν του θυσιαστηρίου των ολοκαυτωμάτων, ό εστι παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου. 8 και παν το στέαρ του μόσχου του της αμαρτίας περιελεί απ ‘ αυτού, το στέαρ το κατακαλύπτον τα ενδόσθια και παν το στέαρ το επί των ενδοσθίων 9 και τους δύο νεφρούς και το στέαρ το επ ‘ αυτών, ό εστιν επί των μηρίων, και τον λοβόν τον επί του ήπατος συν τοις νεφροίς περιελεί αυτό, 10 ον τρόπον αφαιρείται αυτό από του μόσχου του της θυσίας του σωτηρίου, και ανοίσει ο ιερεύς επί το θυσιαστήριον της καρπώσεως. 11 και το δέρμα του μόσχου και πάσαν αυτού την σάρκα συν τη κεφαλή και τοις ακρωτηρίοις και τη κοιλία και τη κόπρω 12 και εξοίσουσιν όλον τον μόσχον έξω της παρεμβολής εις τόπον καθαρόν, ου εκχεούσι την σποδιάν, και κατακαύσουσιν αυτόν επί ξύλων εν πυρί· επί της εκχύσεως της σποδιάς καυθήσεται.

 13 Εάν δε πάσα συναγωγή Ισραήλ αγνοήση ακουσίως και λάθη ρήμα εξ οφθαλμών της συναγωγής και ποιήσωσι μίαν από πασών των εντολών Κυρίου, ή ου ποιηθήσεται, και πλημμελήσωσι, 14 και γνωσθή αυτοίς η αμαρτία, ην ήμαρτον εν αυτη, και προσάξει η συναγωγή μόσχον εκ βοών άμωμον περί της αμαρτίας, και προσάξει αυτόν παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου. 15 και επιθήσουσιν οι πρεσβύτεροι της συναγωγής τας χείρας αυτών επί την κεφαλήν του μόσχου έναντι Κυρίου και σφάξουσι τον μόσχον έναντι Κυρίου 16 και εισοίσει ο ιερεύς ο χριστός από του αίματος του μόσχου εις την σκηνήν του μαρτυρίου· 17 και βάψει ο ιερεύς τον δάκτυλον από του αίματος του μόσχου και ρανεί επτάκις έναντι Κυρίου, κατενώπιον του καταπετάσματος του αγίου· 18 και από του αίματος επιθήσει ο ιερεύς επί τα κέρατα του θυσιαστηρίου των θυμιαμάτων της συνθέσεως, ό εστιν ενώπιον Κυρίου, ό εστιν εν τη σκηνή του μαρτυρίου· και το παν αίμα εκχεεί προς την βάσιν του θυσιαστηρίου των καρπώσεων, του προς τη θύρα της σκηνής του μαρτυρίου. 19 και το παν στέαρ περιελεί απ ‘ αυτού και ανοίσει επί το θυσιαστήριον. 20 και ποιήσει τον μόσχον, ον τρόπον εποίησε τον μόσχον τον της αμαρτίας, ούτω ποιηθήσεται· και εξιλάσεται περί αυτών ο ιερεύς, και αφεθήσεται αυτοίς η αμαρτία. 21 και εξοίσουσι τον μόσχον όλον έξω της παρεμβολής και κατακαύσουσι τον μόσχον, ον τρόπον κατέκαυσαν τον μόσχον τον πρότερον. αμαρτία συναγωγής εστιν. 22 εάν δε ο άρχων αμάρτη, και ποιήση μίαν από πασών των εντολών Κυρίου του Θεού αυτού, ή ου ποιηθήσεται, ακουσίως, και αμάρτη και πλημμελήση, 23 και γνωσθή αυτω η αμαρτία, ην ήμαρτεν εν αυτη, και προσοίσει το δώρον αυτού χίμαρον εξ αιγών, άρσεν άμωμον. 24 και επιθήσει την χείρα επί την κεφαλήν του χιμάρου, και σφάξουσιν αυτόν εν τόπω, ου σφάζουσι τα ολοκαυτώματα ενώπιον Κυρίου· αμαρτία εστί. 25 και επιθήσει ο ιερεύς από του αίματος του της αμαρτίας τω δακτύλω επί τα κέρατα του θυσιαστηρίου των ολοκαυτωμάτων και το παν αίμα αυτού εκχεεί παρά την βάσιν του θυσιαστηρίου των ολοκαυτωμάτων. 26 και το παν στέαρ αυτού ανοίσει επί το θυσιαστήριον, ωσπερ το στέαρ θυσίας σωτηρίου. και εξιλάσεται περί αυτού ο ιερεύς από της αμαρτίας αυτού, και αφεθήσεται αυτω. 27 εάν δε ψυχή μία αμάρτη ακουσίως εκ του λαού της γης, εν τω ποιήσαι μίαν από πασών των εντολών Κυρίου, ή ου ποιηθήσεται, και πλημμελήση, 28 και γνωσθή αυτω η αμαρτία, ην ήμαρτεν εν αυτη, και οίσει χίμαιραν εξ αιγών, θήλειαν άμωμον οίσει περί της αμαρτίας, ης ήμαρτε. 29 και επιθήσει την χείρα επί την κεφαλήν του αμαρτήματος αυτού και σφάξουσι την χίμαιραν την της αμαρτίας εν τω τόπω, ου σφάζουσι τα ολοκαυτώματα. 30 και λήψεται ο ιερεύς από του αίματος αυτής τω δακτύλω, και επιθήσει επί τα κέρατα του θυσιαστηρίου των ολοκαυτωμάτων· και παν το αίμα αυτής εκχεεί παρά την βάσιν του θυσιαστηρίου. 31 και παν το στέαρ περιελεί, ον τρόπον περιαιρείται στέαρ από θυσίας σωτηρίου, και ανοίσει ο ιερεύς επί το θυσιαστήριον εις οσμήν ευωδίας Κυρίω· και εξιλάσεται περί αυτού ο ιερεύς, και αφεθήσεται αυτω. 32 εάν δε πρόβατον προσενέγκη το δώρον αυτού περί της αμαρτίας, θήλυ άμωμον προσοίσει αυτό. 33 και επιθήσει την χείρα επί την κεφαλήν του της αμαρτίας, και σφάξουσιν αυτό εν τόπω, ου σφάζουσι τα ολοκαυτώματα. 34 και λαβών ο ιερεύς από του αίματος του της αμαρτίας τω δακτύλω, επιθήσει επί τα κέρατα του θυσιαστηρίου της ολοκαρπώσεως. και παν αυτού το αίμα εκχεεί παρά την βάσιν του θυσιαστηρίου της ολοκαυτώσεως. 35 και παν αυτού το στέαρ περιελεί, ον τρόπον περιαιρείται στέαρ προβάτου εκ της θυσίας του σωτηρίου, και επιθήσει αυτό ο ιερεύς επί το θυσιαστήριον επί το ολοκαύτωμα Κυρίου. και εξιλάσεται περί αυτού ο ιερεύς περί της αμαρτίας, ης ήμαρτε, και αφεθήσεται αυτω.

 ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε


 1 ΕΑΝ δε ψυχή αμάρτη, και ακούση φωνήν ορκισμού, και ούτος μάρτυς, ή εώρακεν, ή σύνοιδεν, εάν μη απαγγείλη, λήψεται την αμαρτίαν. 2 η ψυχή εκείνη, ήτις εάν άψηται παντός πράγματος ακαθάρτου, ή θνησιμαίου, ή θηριαλώτου ακαθάρτου, ή των θνησιμαίων βδελυγμάτων των ακαθάρτων, ή των θνησιμαίων κτηνών των ακαθάρτων, 3 ή άψηται από ακαθαρσίας ανθρώπου, από πάσης ακαθαρσίας αυτού, ης αν αψάμενος μιανθή, και έλαθεν αυτόν, μετά τούτο δε γνω, και πλημμελήση· 4 η ψυχή, ή αν ομόση διαστέλλουσα τοις χείλεσι κακοποιήσαι ή καλώς ποιήσαι κατά πάντα, όσα εάν διαστείλη ο άνθρωπος μεθ ‘ όρκου, και λάθη αυτόν προ οφθαλμών, και ούτος γνω, και αμάρτη εν τι τούτων, 5 και εξαγορεύσει την αμαρτίαν, περί ων ημάρτηκε κατ ‘ αυτής, 6 και οίσει περί ων επλημμέλησε Κυρίω, περί της αμαρτίας ης ήμαρτε, θήλυ από των προβάτων, αμνάδα ή χίμαιραν εξ αιγών, περί αμαρτίας· και εξιλάσεται περί αυτού ο ιερεύς περί της αμαρτίας αυτού, ης ήμαρτε, και αφεθήσεται αυτω η αμαρτία.

 7 Εάν δε μη ισχύη η χείρ αυτού το ικανόν εις το πρόβατον, οίσει περί της αμαρτίας αυτού, ης ήμαρτε, δύο τρυγόνας, ή δύο νεοσσούς περιστερών Κυρίω, ένα περί αμαρτίας και ένα εις ολοκαύτωμα. 8 και οίσει αυτά προς τον ιερέα, και προσάξει ο ιερεύς το περί της αμαρτίας πρότερον· και αποκνίσει ο ιερεύς την κεφαλήν αυτού από του σφονδύλου, και ου διελεί· 9 και ρανεί από του αίματος του περί της αμαρτίας επί τον τοίχον του θυσιαστηρίου, το δε κατάλοιπον του αίματος καταστραγγιεί επί την βάσιν του θυσιαστηρίου· αμαρτία γαρ εστι. 10 και το δεύτερον ποιήσει ολοκάρπωμα, ως καθήκει. και εξιλάσεται ο ιερεύς περί της αμαρτίας αυτού, ης ήμαρτε, και αφεθήσεται αυτω. 11 εάν δε μη ευρίσκη η χείρ αυτού ζεύγος τρυγόνων, ή δύο νεοσσούς περιστερών, και οίσει το δώρον αυτού, περί ου ήμαρτε, το δέκατον του οιφί σεμιδάλεως περί αμαρτίας· ουκ επιχεεί επ ‘ αυτό έλαιον, ουδέ επιθήσει επ ‘ αυτω λίβανον, ότι περί αμαρτίας εστί· 12 και οίσει αυτό προς τον ιερέα. και δραξάμενος ο ιερεύς απ ‘ αυτής πλήρη την δράκα, το μνημόσυνον αυτής επιθήσει επί το θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων Κυρίω· αμαρτία εστί. 13 και εξιλάσεται περί αυτού ο ιερεύς περί της αμαρτίας αυτού, ης ήμαρτεν, αφ ‘ ενός τούτων, και αφεθήσεται αυτω. το δε καταλειφθέν έσται τω ιερεί, ως η θυσία της σεμιδάλεως.

 14 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν, λέγων· 15 ψυχή ή αν λάθη αυτόν λήθη και αμάρτη ακουσίως από των αγίων Κυρίου, και οίσει της πλημμελείας αυτού τω Κυρίω κριόν άμωμον εκ των προβάτων, τιμής αργυρίου σίκλων, τω σίκλω των αγίων, περί ου επλημμέλησε. 16 και ό ήμαρτεν από των αγίων αποτίσει αυτό. και το επίπεμπτον προσθήσει επ ‘ αυτό και δώσει αυτό τω ιερεί· και ο ιερεύς εξιλάσεται περί αυτού εν τω κριω της πλημμελείας, και αφεθήσεται αυτω.

 17 Και η ψυχή ή αν αμάρτη και ποιήση μίαν από πασών των εντολών Κυρίου, ων ου δεί ποιείν, και ουκ έγνω, και πλημμελήση και λάβη την αμαρτίαν, 18 και οίσει κριόν άμωμον εκ των προβάτων, τιμής αργυρίου εις πλημμέλειαν προς τον ιερέα. και εξιλάσεται περί αυτού ο ιερεύς περί της αγνοίας αυτού, ης ηγνόησε, και αυτός ουκ ήδει, και αφεθήσεται αυτω· 19 επλημμέλησε γαρ πλημμελεία έναντι Κυρίου.

 20 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 21 ψυχή ή εάν αμάρτη και παριδών παρίδη τας εντολάς Κυρίου και ψεύσηται τα προς τον πλησίον εν παραθήκη ή περί κοινωνίας ή περί αρπαγής ή ηδίκησέ τι τον πλησίον 22 ή εύρεν απώλειαν και ψεύσηται περί αυτής και ομόση αδίκως περί ενός από πάντων, ων εάν ποιήση ο άνθρωπος, ωστε αμαρτείν εν τούτοις, 23 και έσται ηνίκα εάν αμάρτη και πλημμελήση, και αποδω το άρπαγμα, ό ήρπασεν, ή το αδίκημα, ό ηδίκησεν, ή την παραθήκην, ήτις παρετέθη αυτω, ή την απώλειαν, ην εύρεν, 24 από παντός πράγματος, ου ώμοσε περί αυτού αδίκως, και αποτίσει αυτό το κεφάλαιον και το επίπεμπτον προσθήσει επ ‘ αυτό· τίνος εστίν, αυτω αποδώσει ή ημέρα ελεγχθή. 25 και της πλημμελείας αυτού οίσει τω Κυρίω κριόν από των προβάτων άμωμον, τιμής, εις ό επλημμέλησε. 26 και εξιλάσεται περί αυτού ο ιερεύς έναντι Κυρίου, και αφεθήσεται αυτω περί ενός από πάντων, ων εποίησε και επλημμέλησεν αυτω.

 ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ


 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 έντειλαι Ααρών και τοις υιοίς αυτού, λέγων· ούτος ο νόμος της ολοκαυτώσεως· αυτή η ολοκαύτωσις επί της καύσεως αυτής επί του θυσιαστηρίου όλην την νύκτα έως το πρωϊ, και το πυρ του θυσιαστηρίου καυθήσεται επ ‘ αυτού, ου σβεσθήσεται. 3 και ενδύσεται ο ιερεύς χιτώνα λινούν και περισκελές λινούν ενδύσεται περί το σώμα αυτού, και αφελεί την κατακάρπωσιν, ην αν καταναλώση το πυρ, την ολοκαύτωσιν, από του θυσιαστηρίου, και παραθήσει αυτό εχόμενον του θυσιαστηρίου. 4 και εκδύσεται την στολήν αυτού και ενδύσεται στολήν άλλην, και εξοίσει την κατακάρπωσιν έξω της παρεμβολής εις τόπον καθαρόν. 5 και πυρ επί το θυσιαστήριον καυθήσεται απ ‘ αυτού και ου σβεσθήσεται, και καύσει επ ‘ αυτού ο ιερεύς ξύλα το πρωϊ πρωϊ· και στοιβάσει επ ‘ αυτού την ολοκαύτωσιν και επιθήσει επ ‘ αυτό το στέαρ του σωτηρίου· 6 και πυρ δια παντός καυθήσεται επί το θυσιαστήριον, ου σβεσθήσεται.

 7 Ούτος ο νόμος της θυσίας, ην προσάξουσιν αυτήν οι υιοί Ααρών έναντι Κυρίου απέναντι του θυσιαστηρίου· 8 και αφελεί απ ‘ αυτού τη δρακί από της σεμιδάλεως της θυσίας συν τω ελαίω αυτής και συν παντί τω λιβάνω αυτής τα όντα επί της θυσίας και ανοίσει επί το θυσιαστήριον κάρπωμα, οσμήν ευωδίας, το μνημόσυνον αυτής τω Κυρίω. 9 το δε καταλειφθέν απ ‘ αυτής έδεται Ααρών και οι υιοί αυτού· άζυμα βρωθήσεται εν τόπω αγίω, εν αυλή της σκηνής του μαρτυρίου έδονται αυτήν. 10 ου πεφθήσεται εζυμωμένη· μερίδα αυτήν έδωκα αυτοίς από των καρπωμάτων Κυρίου· άγια αγίων εστίν, ωσπερ το της αμαρτίας και ωσπερ το της πλημμελείας. 11 παν αρσενικόν των ιερέων έδονται αυτήν· νόμιμον αιώνιον εις τας γενεάς υμών από των καρπωμάτων Κυρίου. πας ος εάν άψηται αυτών, αγιασθήσεται.

 12 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 13 τούτο το δώρον Ααρών και των υιών αυτού, ό προσοίσουσι Κυρίω εν τη ημέρα, ή αν χρίσης αυτόν· το δέκατον του οιφί σεμιδάλεως εις θυσίαν δια παντός, το ήμισυ αυτής το πρωϊ, και το ήμισυ αυτής το δειλινόν. 14 επί τηγάνου εν ελαίω ποιηθήσεται, πεφυραμένην οίσει αυτήν, ελικτά, θυσίαν εκ κλασμάτων, θυσίαν εις οσμήν ευωδίας Κυρίω. 15 ο ιερεύς ο χριστός αντ ‘ αυτού εκ των υιών αυτού ποιήσει αυτήν· νόμος αιώνιος, άπαν επιτελεσθήσεται. 16 και πάσα θυσία ιερέως ολόκαυτος έσται και ου βρωθήσεται.

 17 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 18 λάλησον Ααρών και τοις υιοίς αυτού λέγων· ούτος ο νόμος της αμαρτίας· εν τόπω, ου σφάζουσι το ολοκαύτωμα, σφάξουσι τα περί της αμαρτίας έναντι Κυρίου· άγια αγίων εστίν. 19 ο ιερεύς ο αναφέρων αυτήν έδεται αυτήν· εν τόπω αγίω βρωθήσεται, εν αυλή της σκηνής του μαρτυρίου. 20 πας ο απτόμενος των κρεών αυτής αγιασθήσεται· και ω εάν επιρραντισθή από του αίματος αυτής επί το ιμάτιον, ος εάν ραντισθή επ ‘ αυτό, πλυθήσεται εν τόπω αγίω. 21 και σκεύος οστράκινον, ου εάν εψηθή εν αυτω, συντριβήσεται· εάν δε εν σκεύει χαλκω εψηθή, εκτρίψει αυτό και εκκλύσει ύδατι. 22 πας άρσην εν τοις ιερεύσι φάγεται αυτά· άγια αγίων εστί Κυρίω. 23 και πάντα τα περί της αμαρτίας, ων εάν εισενεχθή από του αίματος αυτών εις την σκηνήν του μαρτυρίου εξιλάσασθαι εν τω αγίω, ου βρωθήσεται· εν πυρί κατακαυθήσεται.

 ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ


 1 ΚΑΙ ούτος ο νόμος του κριού του περί της πλημμελείας· άγια αγίων εστίν. 2 εν τόπω ου σφάζουσι το ολοκαύτωμα, σφάξουσι τον κριόν της πλημμελείας έναντι Κυρίου, και το αίμα προσχεεί επί την βάσιν του θυσιαστηρίου κύκλω. 3 και παν το στέαρ αυτού προσοίσει απ ‘ αυτού, και την οσφύν και παν το στέαρ το κατακαλύπτον τα ενδόσθια και παν το στέαρ το επί των ενδοσθίων 4 και τους δύο νεφρούς και το στέαρ το επ ‘ αυτών, το επί των μηρίων, και τον λοβόν τον επί του ήπατος συν τοις νεφροίς, περιελεί αυτά, 5 και ανοίσει αυτά ο ιερεύς επί το θυσιαστήριον κάρπωμα τω Κυρίω· περί πλημμελείας εστί. 6 πας άρσην εκ των ιερέων έδεται αυτά, εν τόπω αγίω έδονται αυτά· άγια αγίων εστίν. 7 ωσπερ το περί της αμαρτίας, ούτω και το της πλημμελείας, νόμος εις αυτών· ο ιερεύς όστις εξιλάσσεται εν αυτω, αυτω έσται. 8 και ο ιερεύς ο προσάγων ολοκαύτωμα ανθρώπου, το δέρμα της ολοκαυτώσεως, ης προσφέρει αυτός, αυτω έσται. 9 και πάσα θυσία, ήτις ποιηθήσεται εν τω κλιβάνω, και πάσα, ήτις ποιηθήσεται επ ‘ εσχάρας ή επί τηγάνου, του ιερέως του προσφέροντος αυτήν, αυτω έσται. 10 και πάσα θυσία αναπεποιημένη εν ελαίω και μη αναπεποιημένη πάσι τοις υιοίς Ααρών έσται, εκάστω το ίσον.

 11 Ούτος ο νόμος θυσίας σωτηρίου, ην προσοίσουσι Κυρίω. 12 εάν μεν περί αινέσεως προσφέρη αυτήν, και προσοίσει επί της θυσίας της αινέσεως άρτους εκ σεμιδάλεως αναπεποιημένους εν ελαίω, λάγανα άζυμα διακεχρισμένα εν ελαίω και σεμίδαλιν πεφυραμένην εν ελαίω· 13 επ ‘ άρτοις ζυμίταις προσοίσει τα δώρα αυτού επί θυσία αινέσεως σωτηρίου. 14 και προσάξει εν από πάντων των δώρων αυτού, αφαίρεμα Κυρίω. τω ιερεί τω προσχέοντι το αίμα του σωτηρίου, αυτω έσται. 15 και τα κρέα θυσίας αινέσεως σωτηρίου αυτω έσται, και εν ή ημέρα δωρείται, βρωθήσεται· ου καταλείψουσιν απ ‘ αυτού εις το πρωϊ. 16 και εάν ευχή ή, ή εκούσιον θυσιάζη το δώρον αυτού, ή αν ημέρα προσαγάγη την θυσίαν αυτού, βρωθήσεται, και τη αύριον· 17 και το καταλειφθέν από των κρεών της θυσίας έως ημέρας τρίτης, εν πυρί κατακαυθήσεται. 18 εάν δε φαγών φάγη από των κρεών τη ημέρα τη τρίτη, ου δεχθήσεται αυτω τω προσφέροντι αυτό, ου λογισθήσεται αυτω, μίασμά εστιν· η δε ψυχή, ήτις εάν φάγη απ ‘ αυτού, την αμαρτίαν λήψεται. 19 και κρέα όσα εάν άψηται παντός ακαθάρτου, ου βρωθήσεται, εν πυρί κατακαυθήσεται. πας καθαρός φάγεται κρέα. 20 η δε ψυχή, ήτις εάν φάγη από των κρεών της θυσίας του σωτηρίου, ό εστι Κυρίου, και η ακαθαρσία αυτού επ ‘ αυτω, απολείται η ψυχή εκείνη εκ του λαού αυτής. 21 και ψυχή, ή αν άψηται παντός πράγματος ακαθάρτου, ή από ακαθαρσίας ανθρώπου, ή των τετραπόδων των ακαθάρτων, ή παντός βδελύγματος ακαθάρτου, και φάγη από των κρεών της θυσίας του σωτηρίου, ό εστι Κυρίου, απολείται η ψυχή εκείνη εκ του λαού αυτής.

 22 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 23 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ λέγων· παν στέαρ βοών, και προβάτων, και αιγών ουκ έδεσθε. 24 και στέαρ θνησιμαίων και θηριαλώτων ποιηθήσεται εις παν έργον, και εις βρώσιν ου βρωθήσεται. 25 πας ο έσθων στέαρ από των κτηνών, ων προσάξει απ ‘ αυτών κάρπωμα Κυρίω, απολείται η ψυχή εκείνη από του λαού αυτής. 26 παν αίμα ουκ έδεσθε εν πάση τη κατοικία υμών από τε των κτηνών και από των πετεινών. 27 πάσα ψυχή, ή αν φάγη αίμα, απολείται η ψυχή εκείνη από του λαού αυτής.

 28 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 29 και τοις υιοίς Ισραήλ λαλήσεις, λέγων· ο προσφέρων θυσίαν σωτηρίου, οίσει το δώρον αυτού Κυρίω και από της θυσίας του σωτηρίου. 30 αι χείρες αυτού προσοίσουσι τα καρπώματα Κυρίω· το στέαρ το επί του στηθυνίου, και τον λοβόν του ήπατος, προσοίσει αυτά, ωστε επιτιθέναι δόμα έναντι Κυρίου. 31 και ανοίσει ο ιερεύς το στέαρ επί του θυσιαστηρίου, και έσται το στηθύνιον Ααρών και τοις υιοίς αυτού. 32 και τον βραχίονα τον δεξιόν δώσετε αφαίρεμα τω ιερεί από των θυσιών του σωτηρίου υμών· 33 ο προσφέρων το αίμα του σωτηρίου και το στέαρ το από των υιών Ααρών, αυτω έσται ο βραχίων ο δεξιός εν μερίδι· 34 το γαρ στηθύνιον του επιθέματος και τον βραχίονα του αφαιρέματος είληφα παρά των υιών Ισραήλ από των θυσιών του σωτηρίου υμών και έδωκα αυτά Ααρών τω ιερεί και τοις υιοίς αυτού, νόμιμον αιώνιον παρά των υιών Ισραήλ.

 35 Αύτη η χρίσις Ααρών και η χρίσις των υιών αυτού από των καρπωμάτων Κυρίου, εν ή ημέρα προσηγάγετο αυτούς του ιερατεύειν τω Κυρίω. 36 καθά ενετείλατο Κύριος δούναι αυτοίς ή ημέρα έχρισεν αυτούς παρά των υιών Ισραήλ· νόμιμον αιώνιον εις τας γενεάς αυτών. 37 ούτος ο νόμος των ολοκαυτωμάτων και θυσίας και περί αμαρτίας και της πλημμελείας και της τελειώσεως και της θυσίας του σωτηρίου, 38 ον τρόπον ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή εν τω όρει Σινά, ή ημέρα ενετείλατο τοις υιοίς Ισραήλ προσφέρειν τα δώρα αυτών έναντι Κυρίου εν τη ερήμω Σινά.

 ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η


 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 λάβε Ααρών και τους υιούς αυτού και τας στολάς αυτού και το έλαιον της χρίσεως και τον μόσχον τον περί της αμαρτίας και τους δύο κριούς και το κανούν των αζύμων, 3 και πάσαν την συναγωγήν εκκλησίασον επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου. 4 και εποίησε Μωυσής ον τρόπον συνέταξεν αυτω Κύριος, και εξεκκλησίασε την συναγωγήν επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου. 5 και είπε Μωυσής τη συναγωγή· τούτό εστι το ρήμα, ό ενετείλατο Κύριος ποιήσαι. 6 και προσήνεγκε Μωυσής τον Ααρών και τους υιούς αυτού, και έλουσεν αυτούς ύδατι· 7 και ενέδυσεν αυτόν τον χιτώνα και έζωσεν αυτόν την ζώνην και ενέδυσεν αυτόν τον υποδύτην και επέθηκεν επ ‘ αυτόν την επωμίδα και συνέζωσεν αυτόν κατά την ποίησιν της επωμίδος και συνέσφιγξεν αυτόν εν αυτη, 8 και επέθηκεν επ ‘ αυτήν το λογείον και επέθηκεν επί το λογείον την δήλωσιν και την αλήθειαν· 9 και επέθηκε την μίτραν επί την κεφαλήν αυτού και επέθηκεν επί την μίτραν κατά πρόσωπον αυτού το πέταλον το χρυσούν το καθηγιασμένον άγιον, ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. 10 και έλαβε Μωυσής από του ελαίου της χρίσεως 11 και έρρανεν απ ‘ αυτού επί το θυσιαστήριον επτάκις και έχρισε το θυσιαστήριον και ηγίασεν αυτό και πάντα τα εν αυτω και τον λουτήρα και την βάσιν αυτού, και ηγίασεν αυτά· και έχρισε την σκηνήν και πάντα τα σκεύη αυτής και ηγίασεν αυτήν. 12 και επέχεε Μωυσής από του ελαίου της χρίσεως επί την κεφαλήν Ααρών και έχρισεν αυτόν και ηγίασεν αυτόν. 13 και προσήγαγε Μωυσής τους υιους Ααρών και ενέδυσεν αυτούς χιτώνας και έζωσεν αυτούς ζώνας και περιέθηκεν αυτοίς κιδάρεις, καθάπερ συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. 14 και προσήγαγε Μωυσής τον μόσχον τον περί της αμαρτίας, και επέθηκεν Ααρών και οι υιοί αυτού τας χείρας επί την κεφαλήν του μόσχου του της αμαρτίας. 15 και έσφαξεν αυτόν, και έλαβε Μωυσής από του αίματος και επέθηκεν επί τα κέρατα του θυσιαστηρίου κύκλω τω δακτύλω και εκαθάρισε το θυσιαστήριον· και το αίμα εξέχεεν επί την βάσιν του θυσιαστηρίου και ηγίασεν αυτό, του εξιλάσασθαι επ ‘ αυτού. 16 και έλαβε Μωυσής παν το στέαρ το επί των ενδοσθίων και τον λοβόν τον επί του ήπατος και αμφοτέρους τους νεφρούς και το στέαρ το επ ‘ αυτών, και ανήνεγκε Μωυσής επί το θυσιαστήριον. 17 και τον μόσχον και την βύρσαν αυτού και τα κρέα αυτού και την κόπρον αυτού κατέκαυσεν αυτά πυρί έξω της παρεμβολής, ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. 18 και προσήγαγε Μωυσής τον κριόν τον εις ολοκαύτωμα, και επέθηκεν Ααρών και υιοί αυτού τας χείρας αυτών επί την κεφαλήν του κριού. 19 και έσφαξε Μωυσής τον κριόν, και προσέχεε Μωυσής το αίμα επί το θυσιαστήριον κύκλω. 20 και τον κριόν εκρεανόμησε κατά μέλη και ανήνεγκε Μωυσής την κεφαλήν και τα μέλη και το στέαρ· 21 και την κοιλίαν και τους πόδας έπλυνεν ύδατι, και ανήνεγκε Μωυσής όλον τον κριόν επί το θυσιαστήριον· ολοκαύτωμά εστιν εις οσμήν ευωδίας, κάρπωμά εστι τω Κυρίω, καθάπερ ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή. 22 και προσήγαγε Μωυσής τον κριόν τον δεύτερον, κριόν τελειώσεως· και επέθηκεν Ααρών και οι υιοί αυτού τας χείρας αυτών επί την κεφαλήν του κριού. 23 και έσφαξεν αυτόν και έλαβε Μωυσής από του αίματος αυτού και επέθηκεν επί τον λοβόν του ωτός Ααρών του δεξιού και επί το άκρον της χειρός της δεξιάς και επί το άκρον του ποδός του δεξιού. 24 και προσήγαγε Μωυσής τους υιούς Ααρών, και επέθηκε Μωυσής από του αίματος επί τους λοβούς των ώτων των δεξιών και επί τα άκρα των χειρών αυτών των δεξιών και επί τα άκρα των ποδών αυτών των δεξιών, και προσέχεε Μωυσής το αίμα επί το θυσιαστήριον κύκλω. 25 και έλαβε το στέαρ και την οσφύν και το στέαρ το επί της κοιλίας και τον λοβόν του ήπατος και τους δύο νεφρούς και το στέαρ το επ ‘ αυτών και τον βραχίονα τον δεξιόν· 26 και από του κανού της τελειώσεως, του όντος έναντι Κυρίου, έλαβεν άρτον ένα άζυμον και άρτον εξ ελαίου ένα και λάγανον εν και επέθηκεν επί το στέαρ και τον βραχίονα τον δεξιόν· 27 και επέθηκεν άπαντα επί τας χείρας Ααρών και επί τας χείρας των υιών αυτού· και ανήνεγκεν αυτά αφαίρεμα έναντι Κυρίου. 28 και έλαβε Μωυσής από των χειρών αυτών, και ανήνεγκεν αυτά Μωυσής επί το θυσιαστήριον, επί το ολοκαύτωμα της τελειώσεως, ό εστιν οσμή ευωδίας· κάρπωμά εστι τω Κυρίω. 29 και λαβών Μωυσής το στηθύνιον αφείλεν αυτό επίθεμα έναντι Κυρίου από του κριού της τελειώσεως, και εγένετο Μωυσή εν μερίδι, καθά ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή. 30 και έλαβε Μωυσής από του ελαίου της χρίσεως και από του αίματος του επί του θυσιαστηρίου και προσέρρανεν επί Ααρών και τας στολάς αυτού και τους υιούς αυτού και τας στολάς των υιών αυτού μετ ‘ αυτού, και ηγίασεν Ααρών και τας στολάς αυτού και τους υιούς αυτού και τας στολάς των υιών αυτού μετ ‘ αυτού. 31 και είπε Μωυσής προς Ααρών και τους υιούς αυτού· εψήσατε τα κρέα εν τη αυλή της σκηνής του μαρτυρίου εν τόπω αγίω και εκεί φάγεσθε αυτά και τους άρτους τους εν τω κανω της τελειώσεως, ον τρόπον συντέτακταί μοι, λέγων· Ααρών και οι υιοί αυτού φάγονται αυτά· 32 και το καταλειφθέν των κρεών και των άρτων εν πυρί κατακαύσατε. 33 και από της θύρας της σκηνής του μαρτυρίου ουκ εξελεύσεσθε επτά ημέρας, έως ημέρα πληρωθή, ημέρα τελειώσεως υμών· επτά γαρ ημέρας τελειώσει τας χείρας υμών, 34 καθάπερ εποίησεν εν τη ημέρα ταύτη, ή ενετείλατο Κύριος του ποιήσαι, ωστε εξιλάσασθαι περί υμών. 35 και επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου καθήσεσθε επτά ημέρας, ημέραν και νύκτα· φυλάξεσθε τα φυλάγματα Κυρίου, ίνα μη αποθάνητε· ούτω γαρ ενετείλατό μοι Κύριος ο Θεός. 36 και εποίησεν Ααρών και οι υιοί αυτού πάντας τους λόγους, ους συνέταξε Κύριος τω Μωυσή.

 ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ


 1 ΚΑΙ εγενήθη τη ημέρα τη ογδόη, εκάλεσε Μωυσής Ααρών και τους υιούς αυτού και την γερουσίαν Ισραήλ. 2 και είπε Μωυσής προς Ααρών· λάβε σεαυτω μοσχάριον εκ βοών περί αμαρτίας και κριόν εις ολοκαύτωμα, άμωμα, και προσένεγκε αυτά έναντι Κυρίου· 3 και τη γερουσία Ισραήλ λάλησον, λέγων· λάβετε χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας, και μοσχάριον, και αμνόν ενιαύσιον εις ολοκάρπωσιν, άμωμα, 4 και μόσχον και κριόν εις θυσίαν σωτηρίου έναντι Κυρίου και σεμίδαλιν πεφυραμένην εν ελαίω· ότι σήμερον Κύριος οφθήσεται εν υμίν. 5 και έλαβον, καθό ενετείλατο Μωυσής, απέναντι της σκηνής του μαρτυρίου, και προσήλθε πάσα συναγωγή και έστησαν έναντι Κυρίου. 6 και είπε Μωυσής· τούτο το ρήμα, ό είπε Κύριος, ποιήσατε, και οφθήσεται εν υμίν η δόξα Κυρίου. 7 και είπε Μωυσής τω Ααρών· πρόσελθε προς το θυσιαστήριον και ποίησον το περί της αμαρτίας σου και το ολοκαύτωμά σου και εξίλασαι περί σεαυτού και του οίκου σου· και ποίησον τα δώρα του λαού και εξίλασαι περί αυτών, καθάπερ ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή. 8 και προσήλθεν Ααρών προς το θυσιαστήριον και έσφαξε το μοσχάριον το περί της αμαρτίας αυτού. 9 και προσήνεγκαν οι υιοί Ααρών το αίμα προς αυτόν, και έβαψε τον δάκτυλον εις το αίμα και επέθηκεν επί τα κέρατα του θυσιαστηρίου και το αίμα εξέχεεν επί την βάσιν του θυσιαστηρίου· 10 και το στέαρ και τους νεφρούς και τον λοβόν του ήπατος του περί της αμαρτίας ανήνεγκεν επί το θυσιαστήριον, ον τρόπον ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή. 11 και τα κρέα και την βύρσαν κατέκαυσεν αυτά πυρί, έξω της παρεμβολής. 12 και έσφαξε το ολοκαύτωμα· και προσήνεγκαν οι υιοί Ααρών το αίμα προς αυτόν. και προσέχεεν επί το θυσιαστήριον κύκλω· 13 και το ολοκαύτωμα προσήνεγκαν αυτό κατά μέλη, αυτά και την κεφαλήν επέθηκεν επί το θυσιαστήριον· 14 και έπλυνε την κοιλίαν και τους πόδας ύδατι και επέθηκεν επί το ολοκαύτωμα επί το θυσιαστήριον. 15 και προσήνεγκε το δώρον του λαού· και έλαβε τον χίμαρον τον περί της αμαρτίας του λαού και έσφαξεν αυτόν, και εκαθάρισεν αυτόν, καθά και τον πρώτον. 16 και προσήνεγκε το ολοκαύτωμα και εποίησεν αυτό, ως καθήκει. 17 και προσήνεγκε την θυσίαν, και έπλησε τας χείρας απ ‘ αυτής και επέθηκεν επί το θυσιαστήριον χωρίς του ολοκαυτώματος του πρωϊνού. 18 και έσφαξε τον μόσχον, και τον κριόν της θυσίας του σωτηρίου της του λαού· και προσήνεγκαν οι υιοί Ααρών το αίμα προς αυτόν, και προσέχεε προς το θυσιαστήριον κύκλω· 19 και το στέαρ το από του μόσχου και του κριού, την οσφύν και το στέαρ το κατακαλύπτον επί της κοιλίας και τους δύο νεφρούς, και το στέαρ το επ ‘ αυτών και τον λοβόν τον επί του ήπατος, 20 και επέθηκε τα στέατα επί τα στηθύνια, και ανήνεγκε τα στέατα επί το θυσιαστήριον. 21 και το στηθύνιον, και τον βραχίονα τον δεξιόν αφείλεν Ααρών αφαίρεμα έναντι Κυρίου, ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. 22 και εξάρας Ααρών τας χείρας επί τον λαόν, ευλόγησεν αυτούς· και κατέβη ποιήσας το περί της αμαρτίας και τα ολοκαυτώματα και τα του σωτηρίου. 23 και εισήλθε Μωυσής και Ααρών εις την σκηνήν του μαρτυρίου και εξελθόντες ευλόγησαν πάντα τον λαόν, και ώφθη η δόξα Κυρίου παντί τω λαω. 24 και εξήλθε πυρ παρά Κυρίου και κατέφαγε τα επί του θυσιαστηρίου, τα τε ολοκαυτώματα και τα στέατα, και είδε πας ο λαός και εξέστη και έπεσαν επί πρόσωπον.

 ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι


 1 Και λαβόντες οι δύο υιοί Ααρών Ναδάβ και Αβιούδ έκαστος το πυρείον αυτού επέθηκαν επ ‘ αυτό πυρ και επέβαλον επ ‘ αυτό θυμίαμα και προσήνεγκαν έναντι Κυρίου πυρ αλλότριον, ό ου προσέταξε Κύριος αυτοίς. 2 και εξήλθε πυρ παρά Κυρίου και κατέφαγεν αυτούς, και απέθανον έναντι Κυρίου. 3 και είπε Μωυσής προς Ααρών· τούτό εστιν, ό είπε Κύριος λέγων· εν τοις εγγίζουσί μοι αγιασθήσομαι και εν πάση τη συναγωγή δοξασθήσομαι. και κατενύχθη Ααρών. 4 και εκάλεσε Μωυσής τον Μισαδάη και τον Ελισαφάν, υιούς ‘Οζιήλ, υιούς του αδελφού του πατρός Ααρών, και είπεν αυτοίς· προσέλθατε και άρατε τους αδελφούς υμών εκ προσώπου των αγίων έξω της παρεμβολής. 5 και προσήλθον και ήραν αυτούς εν τοις χιτώσιν αυτών έξω της παρεμβολής, ον τρόπον είπε Μωυσής. 6 και είπε Μωυσής προς Ααρών και Ελεάζαρ και Ιθάμαρ τους υιούς αυτού τους καταλελειμμένους· την κεφαλήν υμών ουκ αποκιδαρώσετε και τα ιμάτια υμών ου διαρρήξετε, ίνα μη αποθάνητε, και επί πάσαν την συναγωγήν έσται θυμός· οι δε αδελφοί υμών πας ο οίκος Ισραήλ κλαύσονται τον εμπυρισμόν, ον ενεπυρίσθησαν υπό Κυρίου. 7 και από της θύρας της σκηνής του μαρτυρίου ουκ εξελεύσεσθε, ίνα μη αποθάνητε· το έλαιον γαρ της χρίσεως το παρά Κυρίου εφ ‘ υμίν. και εποίησαν κατά το ρήμα Μωυσή.

 8 Και ελάλησε Κύριος τω Ααρών, λέγων· 9 οίνον και σίκερα ου πίεσθε, συ και οι υιοί σου μετά σου, ηνίκα εάν εισπορεύησθε εις την σκηνήν του μαρτυρίου, ή προσπορευομένων υμών προς το θυσιαστήριον, και ου μη αποθάνητε (νόμιμον αιώνιον εις τας γενεάς υμών) 10 διαστείλαι ανά μέσον των αγίων και των βεβήλων, και ανά μέσον των ακαθάρτων και των καθαρών. 11 και συμβιβάσεις τους υιούς Ισραήλ άπαντα τα νόμιμα, α ελάλησε Κύριος προς αυτούς δια χειρός Μωυσή.

 12 Και είπε Μωυσής προς Ααρών και προς Ελεάζαρ και Ιθάμαρ τους υιούς Ααρών τους καταλειφθέντας· λάβετε την θυσίαν την καταλειφθείσαν από των καρπωμάτων Κυρίου, και φάγεσθε άζυμα παρά το θυσιαστήριον· άγια αγίων εστί. 13 και φάγεσθε αυτήν εν τόπω αγίω· νόμιμον γαρ σοί εστι, και νόμιμον τοις υιοίς σου τούτο από των καρπωμάτων Κυρίου· ούτω γαρ εντέταλταί μοι. 14 και το στηθύνιον του αφορίσματος και τον βραχίονα του αφαιρέματος φάγεσθε εν τόπω αγίω, συ και οι υιοί σου και ο οίκός σου μετά σου· νόμιμον γαρ σοί και νόμιμον τοις υιοίς σου εδόθη από των θυσιών του σωτηρίου των υιών Ισραήλ. 15 τον βραχίονα του αφαιρέματος και το στηθύνιον του αφορίσματος επί των καρπωμάτων των στεάτων προσοίσουσιν, αφόρισμα αφορίσαι έναντι Κυρίου· και έσται σοι και τοις υιοίς σου και ταις θυγατράσι σου μετά σου νόμιμον αιώνιον, ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή.

 16 Και τον χίμαρον τον περί της αμαρτίας ζητών εξεζήτησε Μωυσής. και όδε ενεπεπύριστο· και εθυμώθη Μωυσής επί Ελεάζαρ και Ιθάμαρ τους υιούς Ααρών τους καταλελειμμένους, λέγων· 17 διατί ουκ εφάγετε το περί της αμαρτίας εν τόπω αγίω; ότι γαρ άγια αγίων εστί, τούτο έδωκεν υμίν φαγείν, ίνα αφέλητε την αμαρτίαν της συναγωγής και εξιλάσησθε περί αυτών έναντι Κυρίου· 18 ου γαρ εισήχθη του αίματος αυτού εις το άγιον· κατά πρόσωπον έσω φάγεσθε αυτό εν τόπω αγίω, ον τρόπον μοι συνέταξε Κύριος. 19 και ελάλησεν Ααρών προς Μωυσήν, λέγων· ει σήμερον προσαγηόχασι τα περί της αμαρτίας αυτών και τα ολοκαυτώματα αυτών έναντι Κυρίου, και συμβέβηκέ μοι τοιαύτα· και φάγομαι τα περί της αμαρτίας σήμερον, μη αρεστόν έσται Κυρίω; 20 και ήκουσε Μωυσής, και ήρεσεν αυτω.


 ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ


 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών λέγων· 2 λαλήσατε τοις υιοίς Ισραήλ λέγοντες· ταύτα τα κτήνη, α φάγεσθε από πάντων των κτηνών των επί της γης· 3 παν κτήνος διχηλούν οπλήν και ονυχιστήρας ονυχίζον δύο χηλών και ανάγον μηρυκισμόν εν τοις κτήνεσι, ταύτα φάγεσθε. 4 πλήν από τούτων ου φάγεσθε, από των αναγόντων μηρυκισμόν και από των διχηλούντων τας οπλάς και ονυχιζόντων ονυχιστήρας· τον κάμηλον, ότι ανάγει μηρυκισμόν τούτο, οπλήν δε ου διχηλεί, ακάθαρτον τούτο υμίν· 5 και τον δασύποδα, ότι ουκ ανάγει μηρυκισμόν τούτο, και οπλήν ου διχηλεί, ακάθαρτον τούτο υμίν· 6 και τον χοιρογρύλλιον, ότι ουκ ανάγει μηρυκισμόν τούτο, και οπλήν ου διχηλεί, ακάθαρτον τούτο υμίν· 7 και τον ύν, ότι διχηλεί οπλήν τούτο, και ονυχίζει όνυχας οπλής, και τούτο ουκ ανάγει μηρυκισμόν, ακάθαρτον τούτο υμίν· 8 από των κρεών αυτών ου φάγεσθε και των θνησιμαίων αυτών ουχ άψεσθε, ακάθαρτα ταύτα υμίν.

 9 Και ταύτα, α φάγεσθε από πάντων των εν τοις ύδασι· πάντα όσα εστίν αυτοίς πτερύγια και λεπίδες εν τοις ύδασι και εν ταις θαλάσσαις και εν τοις χειμάρροις, ταύτα φάγεσθε. 10 και πάντα όσα ουκ έστιν αυτοίς πτερύγια, ουδέ λεπίδες εν τω ύδατι, ή εν ταις θαλάσσαις και εν τοις χειμάρροις, από πάντων, ων ερεύγεται τα ύδατα, και από πάσης ψυχής της ζώσης εν τω ύδατι, βδέλυγμά εστι· 11 και βδελύγματα έσονται υμίν· από των κρεών αυτών ουκ έδεσθε και τα θνησιμαία αυτών βδελύξεσθε· 12 και πάντα όσα ουκ έστιν αυτοίς πτερύγια, ουδέ λεπίδες, των εν τοις ύδασι, βδέλυγμα τούτό εστιν υμίν.

 13 Και ταύτα, α βδελύξεσθε από των πετεινών, και ου βρωθήσεται, βδέλυγμά εστι· τον αετόν και τον γρύπα και τον αλιαίετον 14 και τον γύπα και τον ίκτινον και τα όμοια αυτω 15 και στρουθόν και γλαύκα και λάρον και τα όμοια αυτω 16 και πάντα κόρακα και τα όμοια αυτω και ιέρακα και τα όμοια αυτω 17 και νυκτικόρακα και καταρράκτην και ίβιν 18 και πορφυρίωνα και πελεκάνα και κύκνον 19 και ερωδιόν και χαραδριόν, και τα όμοια αυτω και έποπα και νυκτερίδα 20 και πάντα τα ερπετά των πετεινών, α πορεύεται επί τέσσαρα, βδελύγματά εστιν υμίν. 21 αλλά ταύτα φάγεσθε από των ερπετών των πετεινών, α πορεύεται επί τέσσαρα, α έχει σκέλη ανώτερον των ποδών αυτού, πηδάν εν αυτοίς επί της γης. 22 και ταύτα φάγεσθε απ ‘ αυτών· τον βρούχον και τα όμοια αυτω και τον αττάκην και τα όμοια αυτω και οφιομάχην και τα όμοια αυτω και την ακρίδα και τα όμοια αυτη. 23 παν ερπετόν από των πετεινών, οίς εισι τέσσαρες πόδες, βδελύγματά εστιν υμίν, 24 και εν τούτοις μιανθήσεσθε, πας ο απτόμενος των θνησιμαίων αυτών ακάθαρτος έσται έως εσπέρας, 25 και πας ο αίρων των θνησιμαίων αυτών πλυνεί τα ιμάτια αυτού, και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. 26 και εν πάσι τοις κτήνεσιν, ό εστι διχηλούν οπλήν, και ονυχιστήρας ονυχίζει και μηρυκισμόν ου μηρυκάται, ακάθαρτα έσονται υμίν· πας ο απτόμενος των θνησιμαίων αυτών ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. 27 και πας ος πορεύεται επί χειρών εν πάσι τοις θηρίοις, α πορεύεται επί τέσσαρα, ακάθαρτά εστιν υμίν· πας ο απτόμενος των θνησιμαίων αυτών ακάθαρτος έσται έως εσπέρας, 28 και ο αίρων των θνησιμαίων αυτών πλυνεί τα ιμάτια αυτού, και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας· ακάθαρτα ταύτά εστιν υμίν.

 29 Και ταύτα υμίν ακάθαρτα από των ερπετών των επί της γης· η γαλή και ο μύς και ο κροκόδειλος ο χερσαίος, 30 μυγάλη και χαμαιλέων, και χαλαβώτης και σαύρα και ασπάλαξ. 31 ταύτα ακάθαρτα υμίν από πάντων των ερπετών των επί της γης· πας ο απτόμενος αυτών τεθνηκότων ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. 32 και παν, εφ ‘ ό αν επιπέση απ ‘ αυτών επ ‘ αυτό τεθνηκότων αυτών, ακάθαρτον έσται από παντός σκεύους ξυλίνου ή ιματίου ή δέρματος ή σάκκου· παν σκεύος, ό αν ποιηθή έργον εν αυτω, εις ύδωρ βαφήσεται και ακάθαρτον έσται έως εσπέρας· και καθαρόν έσται. 33 και παν σκεύος οστράκινον, εις ό εάν πέση από τούτων ένδον, όσα εάν ένδον ή, ακάθαρτα έσται, και αυτό συντριβήσεται. 34 και παν βρώμα, ό έσθεται, εις ό αν επέλθη επ ‘ αυτό ύδωρ, ακάθαρτον έσται· και παν ποτόν, ό πίνεται εν παντί αγγείω, ακάθαρτον έσται. 35 και παν, ό εάν επιπέση από των θνησιμαίων αυτών επ ‘ αυτό, ακάθαρτον έσται· κλίβανοι και χυτρόποδες καθαιρεθήσονται· ακάθαρτα ταύτά εστι και ακάθαρτα ταύτα υμίν έσονται· 36 πλήν πηγών υδάτων και λάκκου και συναγωγής ύδατος, έσται καθαρόν· ο δε απτόμενος των θνησιμαίων αυτών ακάθαρτος έσται. 37 εάν δε επιπέση από των θνησιμαίων αυτών επί παν σπέρμα σπόριμον, ό σπαρήσεται, καθαρόν έσται. 38 εάν δε επιχυθή ύδωρ επί παν σπέρμα και επιπέση των θνησιμαίων αυτών επ ‘ αυτό, ακάθαρτόν εστιν υμίν. 39 εάν δε αποθάνη των κτηνών, ό εστιν υμίν φαγείν τούτο, ο απτόμενος των θνησιμαίων αυτών ακάθαρτος έσται έως εσπέρας· 40 και ο εσθίων από των θνησιμαίων τούτων πλυνεί τα ιμάτια και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας· και ο αίρων από θνησιμαίων αυτών πλυνεί τα ιμάτια και λούσεται ύδατι και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας.

 41 Και παν ερπετόν, ό έρπει επί της γης, βδέλυγμα έσται τούτο υμίν, ου βρωθήσεται. 42 και πας ο πορευόμενος επί κοιλίας και πας ο πορευόμενος επί τέσσαρα διαπαντός, ό πολυπληθεί ποσίν εν πάσι τοις ερπετοίς τοις έρπουσιν επί της γης, ου φάγεσθε αυτό, ότι βδέλυγμα υμίν εστι. 43 και ου μη βδελύξητε τας ψυχάς υμών εν πάσι τοις ερπετοίς τοις έρπουσιν επί της γης και ου μιανθήσεσθε εν τούτοις και ουκ ακάθαρτοι έσεσθε εν αυτοίς, 44 ότι εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών, και αγιασθήσεσθε και άγιοι έσεσθε, ότι άγιός ειμι εγώ Κύριος ο Θεός υμών, και ου μιανείτε τας ψυχάς υμών εν πάσι τοις ερπετοίς τοις κινουμένοις επί της γης· 45 ότι εγώ ειμι Κύριος ο αναγαγών υμάς εκ της Αιγύπτου είναι υμών Θεός, και έσεσθε άγιοι, ότι άγιός ειμι εγώ Κύριος.

 46 Ούτος ο νόμος περί των κτηνών και των πετεινών και πάσης ψυχής της κινουμένης εν τω ύδατι και πάσης ψυχής ερπούσης επί της γης, 47 διαστείλαι ανά μέσον των ακαθάρτων και ανά μέσον των καθαρών και ανά μέσον των ζωογονούντων τα εσθιόμενα, και ανά μέσον των ζωογονούντων τα μη εσθιόμενα.

 ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ


 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ και ερείς προς αυτούς· γυνή, ήτις εάν σπερματισθή και τέκη άρσεν, και ακάθαρτος έσται επτά ημέρας, κατά τας ημέρας του χωρισμού της αφέδρου αυτής, ακάθαρτος έσται· 3 και τη ημέρα τη ογδόη περιτεμεί την σάρκα της ακροβυστίας αυτού· 4 και τριάκοντα και τρεις ημέρας καθήσεται εν αίματι ακαθάρτω αυτής, παντός αγίου ουχ άψεται και εις το αγιαστήριον ουκ εισελεύσεται, έως αν πληρωθώσιν αι ημέραι καθάρσεως αυτής. 5 εάν δε θήλυ τέκη, και ακάθαρτος έσται δις επτά ημέρας, κατά την άφεδρον αυτής· και εξήκοντα ημέρας και εξ καθεσθήσεται εν αίματι ακαθάρτω αυτής. 6 και όταν αναπληρωθώσιν αι ημέραι καθάρσεως αυτής εφ ‘ υιω ή επί θυγατρί, προσοίσει αμνόν ενιαύσιον άμωμον, εις ολοκαύτωμα, και νεοσσόν περιστεράς ή τρυγόνα περί αμαρτίας επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου προς τον ιερέα, 7 και προσοίσει αυτόν έναντι Κυρίου και εξιλάσεται περί αυτής ο ιερεύς και καθαριεί αυτήν από της πηγής του αίματος αυτής. ούτος ο νόμος της τικτούσης άρσεν ή θήλυ. 8 εάν δε μη ευρίσκη η χείρ αυτής το ικανόν εις αμνόν, και λήψεται δύο τρυγόνας ή δύο νεοσσούς περιστερών, μίαν εις ολοκαύτωμα και μίαν περί αμαρτίας, και εξιλάσεται περί αυτής ο ιερεύς, και καθαρισθήσεται.


 ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ


 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών λέγων· 2 ανθρώπω εάν τινι γένηται εν δέρματι χρωτός αυτού ουλή σημασίας τηλαυγής, και γένηται εν δέρματι χρωτός αυτού αφή λέπρας, αχθήσεται προς Ααρών τον ιερέα, ή ένα των υιών αυτού των ιερέων. 3 και όψεται ο ιερεύς την αφήν εν δέρματι του χρωτός αυτού, και η θρίξ εν τη αφή μεταβάλη λευκή, και η όψις της αφής ταπεινή από του δέρματος του χρωτός, αφή λέπτρας εστί· και όψεται ο ιερεύς, και μιανεί αυτόν. 4 εάν δε τηλαυγής λευκή ή εν τω δέρματι του χρωτός αυτού, και ταπεινή μη ή η όψις αυτής από του δέρματος, και η θρίξ αυτού ου μετέβαλε τρίχα λευκήν, αυτή δε εστιν αμαυρά, και αφοριεί ο ιερεύς την αφήν επτά ημέρας. 5 και όψεται ο ιερεύς την αφήν τη ημέρα τη εβδόμη, και ιδού η αφή μένει εναντίον αυτού, ου μετέπεσεν η αφή εν τω δέρματι, και αφοριεί αυτόν ο ιερεύς επτά ημέρας το δεύτερον. 6 και όψεται ο ιερεύς αυτόν τη ημέρα τη εβδόμη το δεύτερον. και ιδού αμαυρά η αφή, ου μετέπεσεν η αφή εν τω δέρματι· και καθαριεί αυτόν ο ιερεύς· σημασία γαρ εστι· και πλυνάμενος τα ιμάτια αυτού καθαρός έσται. 7 εάν δε μεταβαλούσα μεταπέση η σημασία εν τω δέρματι, μετά το ιδείν αυτόν τον ιερέα του καθαρίσαι αυτόν, και οφθήσεται το δεύτερον τω ιερεί. 8 και όψεται αυτόν ο ιερεύς, και ιδού μετέπεσεν η σημασία εν τω δέρματι, και μιανεί αυτόν ο ιερεύς· λέπρα εστί. 9 και αφή λέπρας εάν γένηται εν ανθρώπω, και ήξει προς τον ιερέα· 10 και όψεται ο ιερεύς, και ιδού ουλή λευκή εν τω δέρματι, και αύτη μετέβαλε τρίχα λευκήν, και από του υγιούς της σαρκός της ζώσης εν τη ουλή, 11 λέπρα παλαιουμένη εστίν εν τω δέρματι του χρωτός, και μιανεί αυτόν ο ιερεύς και αφοριεί αυτόν, ότι ακάθαρτός εστιν. 12 εάν δε ανθούσα εξανθήση η λέπρα εν τω δέρματι, και καλύψη η λέπρα παν το δέρμα της αφής από κεφαλής έως ποδών, καθ ‘ όλην την όρασιν του ιερέως, 13 και όψεται ο ιερεύς και ιδού εκάλυψεν η λέπρα παν το δέρμα του χρωτός, και καθαριεί αυτόν ο ιερεύς την αφήν, ότι παν μετέβαλε λευκόν, καθαρόν εστι. 14 και ή αν ημέρα οφθή εν αυτω χρώς ζων, μιανθήσεται, 15 και όψεται ο ιερεύς τον χρώτα τον υγιή, και μιανεί αυτόν ο χρώς ο υγιής, ότι ακάθαρτός εστι· λέπρα εστί. 16 εάν δε αποκαταστη ο χρώς ο υγιής, και μεταβάλη λευκή, και ελεύσεται προς τον ιερέα, 17 και όψεται ο ιερεύς, και ιδού μετέβαλεν η αφή εις το λευκόν, και καθαριεί ο ιερεύς την αφήν· καθαρός εστι.

 18 Και σάρξ εάν γένηται εν τω δέρματι αυτού έλκος και υγιασθή, 19 και γένηται εν τω τόπω του έλκους ουλή λευκή, ή τηλαυγής λευκαίνουσα, ή πυρρίζουσα, και οφθήσεται τω ιερεί, 20 και όψεται ο ιερεύς, και ιδού η όψις ταπεινοτέρα του δέρματος, και η θρίξ αυτής μετέβαλεν εις λευκήν, και μιανεί αυτόν ο ιερεύς, ότι λέπρα εστίν, εν τω έλκει εξήνθησεν. 21 εάν δε ίδη ο ιερεύς, και ιδού ουκ έστιν εν αυτω θρίξ λευκή, και ταπεινόν μη ή από του δέρματος του χρωτός, και αυτή ή αμαυρά, και αφοριεί αυτόν ο ιερεύς επτά ημέρας. 22 εάν δε διαχύσει διαχέηται εν τω δέρματι, και μιανεί αυτόν ο ιερεύς, αφή λέπρας εστίν, εν τω έλκει εξήνθησεν. 23 εάν δε κατά χώραν μείνη το τηλαύγημα και μη διαχέηται, ουλή του έλκους εστί, και καθαριεί αυτόν ο ιερεύς.

 24 Και σάρξ εάν γένηται εν τω δέρματι αυτού κατάκαυμα πυρός, και γένηται εν τω δέρματι αυτού το υγιασθέν του κατακαύματος αυγάζον τηλαυγές λευκόν, υποπυρρίζον ή έκλευκον, 25 και όψεται αυτόν ο ιερεύς, και ιδού μετέβαλε θρίξ λευκή εις το αυγάζον, και η όψις αυτού ταπεινή από του δέρματος, λέπρα εστίν, εν τω κατακαύματι εξήνθησε· και μιανεί αυτόν ο ιερεύς, αφή λέπρας εστίν. 26 εάν δε ίδη ο ιερεύς, και ιδού ουκ έστιν εν τω αυγάζοντι θρίξ λευκή, και ταπεινόν μη ή από του δέρματος, αυτό δε αμαυρόν, και αφοριεί αυτόν ο ιερεύς επτά ημέρας. 27 και όψεται αυτόν ο ιερεύς τη ημέρα τη εβδόμη· εάν δε διαχύσει διαχέηται εν τω δέρματι, και μιανεί αυτόν ο ιερεύς· αφή λέπρας εστίν, εν τω έλκει εξήνθησεν. 28 εάν δε κατά χώραν μείνη το αυγάζον, και μη διαχυθή εν τω δέρματι, αυτή δε αμαυρά ή, ουλή του κατακαύμαστός εστι, και καθαριεί αυτόν ο ιερεύς· ο γαρ χαρακτήρ του κατακαύματός εστι.

 29 Και ανδρί ή γυναικί εάν γένηται εν αυτοίς αφή λέπρας εν τη κεφαλή ή εν τω πώγωνι, 30 και όψεται ο ιερεύς την αφήν, και ιδού η όψις αυτής εγκοιλοτέρα του δέρματος, εν αυτη δε θρίξ ξανθίζουσα λεπτή, και μιανεί αυτόν ο ιερεύς· θραύσμά εστι, λέπρα της κεφαλής ή λέπρα του πώγωνός εστι. 31 και εάν ίδη ο ιερεύς την αφήν του θραύσματος, και ιδού ουχ η όψις εγκοιλοτέρα του δέρματος, και θρίξ ξανθίζουσα ουκ έστιν εν αυτη, και αφοριεί ο ιερεύς την αφήν του θραύσματος επτά ημέρας. 32 και όψεται ο ιερεύς την αφήν τη ημέρα τη εβδόμη, και ιδού ου διεχύθη το θραύσμα, και θρίξ ξανθίζουσα ουκ έστιν εν αυτη, και η όψις του θραύσματος ουκ έστι κοίλη από του δέρματος. 33 και ξυρηθήσεται το δέρμα, το δε θραύσμα ου ξυρηθήσεται, και αφοριεί ο ιερεύς το θραύσμα επτά ημέρας το δεύτερον. 34 και όψεται ο ιερεύς το θραύσμα τη ημέρα τη εβδόμη, και ιδού ου διεχύθη το θραύσμα εν τω δέρματι μετά το ξυρηθήναι αυτόν, και η όψις του θραύσματος ουκ έστι κοίλη από του δέρματος, και καθαριεί αυτήν ο ιερεύς, και πλυνάμενος τα ιμάτια καθαρός έσται. 35 εάν δε διαχύσει διαχέηται το θραύσμα εν τω δέρματι μετά το καθαρισθήναι αυτόν, 36 και όψεται ο ιερεύς, και ιδού διακέχυται το θραύσμα εν τω δέρματι, ουκ επισκέψεται ο ιερεύς περί της τριχός της ξανθής, ότι ακάθαρτός εστιν. 37 εάν δε ενώπιον μείνη επί χώρας το θραύσμα, και θρίξ μέλαινα ανατείλη εν αυτω, υγίακε το θραύσμα· καθαρός εστι, και καθαριεί αυτόν ο ιερεύς.

 38 Και ανδρί ή γυναικί, εάν γένηται εν δέρματι της σαρκός αυτού αυγάσματα αυγάζοντα λευκανθίζοντα, 39 και όψεται ο ιερεύς, και ιδού εν δέρματι της σαρκός αυτού αυγάσματα αυγάζοντα λευκανθίζοντα, αλφός εστιν εξανθεί εν τω δέρματι της σαρκός αυτού, καθαρός εστι.

 40 Εάν δε τινι μαδήση η κεφαλή αυτού, φαλακρός εστι, καθαρός εστιν. 41 εάν δε κατά πρόσωπον μαδήση η κεφαλή αυτού, αναφάλαντός εστι, καθαρός εστιν. 42 εάν δε γένηται εν τω φαλακρώματι αυτού ή εν τω αναφαλαντώματι αυτού αφή λευκή ή πυρρίζουσα, λέπρα εστίν εν τω φαλακρώματι αυτού, ή εν τω αναφαλαντώματι αυτού. 43 και όψεται αυτόν ο ιερεύς, και ιδού η όψις της αφής λευκή ή πυρρίζουσα εν τω φαλακρώματι αυτού ή εν τω φαλαντώματι αυτού, ως είδος λέπρας εν δέρματι της σαρκός αυτού, 44 άνθρωπος λεπρός εστι· μιάνσει μιανεί αυτόν ο ιερεύς, εν τη κεφαλή αυτού η αφή αυτού.

 45 Και ο λεπρός εν ω εστιν η αφή, τα ιμάτια αυτού έστω παραλελυμένα και η κεφαλή αυτού ακάλυπτος, και περί το στόμα αυτού περιβαλέσθω, και ακάθαρτος κεκλήσεται· 46 πάσας τας ημέρας, όσας εάν ή επ ‘ αυτόν η αφή, ακάθαρτος ων ακάθαρτος έσται, κεχωρισμένος καθήσεται, έξω της παρεμβολής αυτού έσται η διατριβή.

 47 Και ιματίω εάν γένηται αφή εν αυτω λέπρας εν ιματίω ερέω, ή εν ιματίω στυππυίνω, 48 ή εν στήμονι, ή εν κρόκη, ή εν τοις λινοίς, ή εν τοις ερέοις, ή εν δέρματι, ή εν παντί εργασίμω δέρματι, 49 και γένηται η αφή χλωρίζουσα ή πυρρίζουσα εν τω δέρματι, ή εν τω ιματίω, ή εν τω στήμονι, ή εν τη κρόκη, ή εν παντί σκεύει εργασίμω δέρματος, αφή λέπρας εστί, και δείξει τω ιερεί. 50 και όψεται ο ιερεύς την αφήν, και αφοριεί ο ιερεύς την αφήν επτά ημέρας. 51 και όψεται ο ιερεύς την αφήν εν τη ημέρα τη εβδόμη· εάν δε διαχέηται η αφή εν τω ιματίω, ή εν τω στήμονι, ή εν τη κρόκη, ή εν τω δέρματι, κατά πάντα όσα εάν ποιηθή δέρματα εν τη εργασίω, λέπρα έμμονός εστιν η αφή, ακάθαρτός εστι. 52 κατακαύσει το ιμάτιον, ή τον στήμονα, ή την κρόκην εν τοις ερέοις, ή εν τοις λινοίς, ή εν παντί σκεύει δερματίνω, εν ω αν ή εν αυτω η αφή, ότι λέπρα έμμονός εστιν, εν πυρί κατακαυθήσεται. 53 εάν δε ίδη ο ιερεύς, και μη διαχέηται η αφή εν τω ιματίω, ή εν τω στήμονι, ή εν τη κρόκη, ή εν παντί σκεύει δερματίνω, 54 και συντάξει ο ιερεύς, και πλυνεί εφ ‘ ου εάν ή επ ‘ αυτού η αφή, και αφοριεί ο ιερεύς την αφήν επτά ημέρας το δεύτερον· 55 και όψεται ο ιερεύς μετά το πλυθύναι αυτό την αφήν, και ήδε ου μη μετέβαλεν η αφή την όψιν, και η αφή ου διαχείται, ακάθαρτόν εστιν, εν πυρί κατακαυθήσεται· εστήρικται εν τω ιματίω, ή εν τω στήμονι, ή εν τη κρόκη. 56 και εάν ίδη ο ιερεύς, και ή αμαυρά η αφή μετά το πλυθήναι αυτό, απορρήξει αυτό από του ιματίου, ή από του στήμονος, ή από της κρόκης, ή από του δέρματος. 57 εάν δε οφθή έτι εν τω ιματίω, ή εν τω στήμονι, ή εν τη κρόκη, ή εν παντί σκεύει δερματίνω, λέπρα εξανθούσά εστιν· εν πυρί κατακαυθήσεται εν ω εστιν η αφή. 58 και το ιμάτιον, ή ο στήμων, ή η κρόκη, ή παν σκεύος δερμάτινον, ό πλυθήσεται, και αποστήσεται απ ‘ αυτού η αφή, και πλυθήσεται το δεύτερον, και καθαρόν έσται. 59 ούτος ο νόμος αφής λέπρας ιματίου ερέου, ή στυππυίνου, ή στήμονος, ή κρόκης, ή παντός σκεύους δερματίνου, εις το καθαρίσαι αυτό, ή μιάναι αυτό.

 ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ


 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 ούτος ο νόμος του λεπρού, ή αν ημέρα καθαρισθή· και προσαχθήσεται προς τον ιερέα, 3 και εξελεύσεται ο ιερεύς έξω της παρεμβολής, και όψεται ο ιερεύς, και ιδού ιάται η αφή της λέπρας από του λεπρού. 4 και προστάξει ο ιερεύς, και λήψονται τω κεκαθαρισμένω δύο ορνίθια ζώντα καθαρά και ξύλον κέδρινον και κεκλωσμένον κόκκινον και ύσσωπον· 5 και προστάξει ο ιερεύς, και σφάξουσι το ορνίθιον το εν εις αγγείον οστράκινον εφ ‘ ύδατι ζώντι. 6 και το ορνίθιον το ζων λήψεται αυτό και το ξύλον το κέδρινον και το κλωστόν κόκκινον και τον ύσσωπον, και βάψει αυτά και το ορνίθιον το ζων εις το αίμα του ορνιθίου του σφαγέντος εφ ‘ ύδατι ζώντι· 7 και περιρρανεί επί τον καθαρισθέντα από της λέπρας επτάκις, και καθαρός έσται· και εξαποστελεί το ορνίθιον το ζων εις το πεδίον. 8 και πλυνεί ο καθαρισθείς τα ιμάτια αυτού και ξυρηθήσεται αυτού πάσαν την τρίχα, και λούσεται εν ύδατι, και καθαρός έσται, και μετά ταύτα εισελεύσεται εις την παρεμβολήν, και διατρίψει έξω του οίκου αυτού επτά ημέρας. 9 και έσται τη ημέρα τη εβδόμη, ξυρηθήσεται πάσαν την τρίχα αυτού, την κεφαλήν αυτού και τον πώγωνα και τας οφρύς και πάσαν την τρίχα αυτού ξυρηθήσεται· και πλυνεί τα ιμάτια, και λούσεται το σώμα αυτού ύδατι, και καθαρός έσται. 10 και τη ημέρα τη ογδόη λήψεται δύο αμνούς αμώμους ενιαυσίους και πρόβατον άμωμον ενιαύσιον και τρία δέκατα σεμιδάλεως εις θυσίαν περυραμένης εν ελαίω και κοτύλην ελαίου μίαν. 11 και στήσει ο ιερεύς ο καθαρίζων τον άνθρωπον τον καθαριζόμενον και ταύτα έναντι Κυρίου, επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου. 12 και λήψεται ο ιερεύς τον αμνόν τον ένα, και προσάξει αυτόν της πλημμελείας, και την κοτύλην του ελαίου, και αφοριεί αυτά αφόρισμα έναντι Κυρίου· 13 και σφάξουσι τον αμνόν εν τόπω, ου σφάζουσι τα ολοκαυτώματα και τα περί αμαρτίας, εν τόπω αγίω· έστι γαρ το περί αμαρτίας, ωσπερ το της πλημμελείας εστί τω ιερεί, άγια αγίων εστί. 14 και λήψεται ο ιερεύς από του αίματος του της πλημμελείας, και επιθήσει ο ιερεύς επί τον λοβόν του ωτός του καθαριζομένου του δεξιού, και επί το άκρον της χειρός της δεξιάς και επί το άκρον του ποδός του δεξιού. 15 και λαβών ο ιερεύς από της κοτύλης του ελαίου επιχεεί επί την χείρα του ιερέως την αριστεράν 16 και βάψει τον δάκτυλον τον δεξιόν από του ελαίου του όντος επί της χειρός αυτού της αριστεράς και ρανεί τω δακτύλω επτάκις έναντι Κυρίου· 17 το δε καταλειφθέν έλαιον το ον εν τη χειρί επιθήσει ο ιερεύς επί τον λοβόν του ωτός του καθαριζομένου του δεξιού και επί το άκρον της χειρός της δεξιάς και επί το άκρον του ποδός του δεξιού. επί τον τόπον του αίματος του της πλημμελείας· 18 το δε καταλειφθέν έλαιον το επί της χειρός του ιερέως επιθήσει ο ιερεύς επί την κεφαλήν του καθαρισθέντος, και εξιλάσεται περί αυτού ο ιερεύς έναντι Κυρίου. 19 και ποιήσει ο ιερεύς το περί της αμαρτίας, και εξιλάσεται ο ιερεύς περί του καθαριζομένου από της αμαρτίας αυτού· και μετά τούτο σφάξει ο ιερεύς το ολοκαύτωμα. 20 και ανοίσει ο ιερεύς το ολοκαύτωμα και την θυσίαν επί το θυσιαστήριον έναντι Κυρίου· και εξιλάσεται περί αυτού ο ιερεύς, και καθαρισθήσεται.

 21 Εάν δε πένηται και η χείρ αυτού μη ευρίσκη, λήψεται αμνόν ένα εις ό επλημμέλησεν εις αφαίρεμα, ωστε εξιλάσασθαι περί αυτού, και δέκατον σεμιδάλεως πεφυραμένης εν ελαίω εις θυσίαν, και κοτύλην ελαίου μίαν, 22 και δύο τρυγόνας, ή δύο νεοσσούς περιστερών, όσα εύρεν η χείρ αυτού, και έσται η μία περί αμαρτίας και η μία εις ολοκαύτωμα· 23 και προσοίσει αυτά τη ημέρα τη ογδόη εις το καθαρίσαι αυτόν προς τον ιερέα, επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου έναντι Κυρίου. 24 και λαβών ο ιερεύς τον αμνόν της πλημμελείας και την κοτύλην του ελαίου, επιθήσει αυτά επίθεμα έναντι Κυρίου. 25 και σφάξει τον αμνόν τον της πλημμελείας, και λήψεται ο ιερεύς από του αίματος του της πλημμελείας και επιθήσει επί τον λοβόν του ωτός του καθαριζομένου του δεξιού και επί το άκρον της χειρός της δεξιάς και επί το άκρον του ποδός του δεξιού. 26 και από του ελαίου επιχεεί ο ιερεύς επί την χείρα του ιερέως την αριστεράν, 27 και ρανεί ο ιερεύς τω δακτύλω τω δεξιω από του ελαίου του εν τη χειρί αυτού τη αριστερά επτάκις έναντι Κυρίου· 28 και επιθήσει ο ιερεύς από του ελαίου του επί της χειρός αυτού επί τον λοβόν του ωτός του καθαριζομένου του δεξιού και επί το άκρον της χειρός αυτού της δεξιάς και επί το άκρον του ποδός αυτού του δεξιού, επί τον τόπον του αίματος του της πλημμελείας· 29 το δε καταλειφθέν από του ελαίου το ον επί της χειρός του ιερέως επιθήσει επί την κεφαλήν του καθαρισθέντος, και εξιλάσεται περί αυτού ο ιερεύς έναντι Κυρίου. 30 και ποιήσει μίαν από των τρυγόνων ή από των νεοσσών των περιστερών, καθότι εύρεν αυτού η χείρ, 31 την μίαν περί αμαρτίας και την μίαν εις ολοκαύτωμα συν τη θυσία, και εξιλάσεται ο ιερεύς περί του καθαριζομένου έναντι Κυρίου. 32 ούτος ο νόμος, εν ω εστιν η αφή της λέπρας, και του μη ευρίσκοντος τη χειρί εις τον καθαρισμόν αυτού.

 33 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών λέγων· 34 ως αν εισέλθητε εις την γην των Χαναναίων, ην εγώ δίδωμι υμίν εν κτήσει, και δώσω αφήν λέπρας εν ταις οικίαις της γης της εγκτήτου υμίν, 35 και ήξει τινός αυτού η οικία, και αναγγελεί τω ιερεί λέγων· ωσπερ αφή εώραταί μοι εν τη οικία. 36 και προστάξει ο ιερεύς αποσκευάσαι την οικίαν, προ του εισελθόντα τον ιερέα ιδείν την αφήν, και ου μη ακάθαρτα γένηται όσα αν ή εν τη οικία, και μετά ταύτα εισελεύσεται ο ιερεύς καταμαθείν την οικίαν. 37 και όψεται την αφήν, και ιδού η αφή εν τοις τοίχοις της οικίας, κοιλάδας χλωριζούσας, ή πυρριζούσας, και η όψις αυτών ταπεινοτέρα των τοίχων, 38 και εξελθών ο ιερεύς εκ της οικίας επί την θύραν της οικίας, και αφοριεί ο ιερεύς την οικίαν επτά ημέρας. 39 και επανήξει ο ιερεύς τη εβδόμη και όψεται την οικίαν, και ιδού διεχύθη η αφή εν τοις τοίχοις της οικίας, 40 και προστάξει ο ιερεύς, και εξελούσι τους λίθους, εν οίς εστιν η αφή, και εκβαλούσιν αυτούς έξω της πόλεως εις τόπον ακάθαρτον. 41 και την οικίαν αποξύσουσιν έσωθεν κύκλω και εκχεούσι τον χουν τον απεξυσμένον έξω της πόλεως εις τόπον ακάθαρτον. 42 και λήψονται λίθους απεξυσμένους ετέρους, και αντιθήσουσιν αντί των λίθων και χουν έτερον λήψονται και εξαλείψουσι την οικίαν. 43 εάν δε επέλθη πάλιν αφή και ανατείλη εν τη οικία μετά το εξελείν τους λίθους και μετά το αποξυσθήναι την οικίαν και μετά το εξαλειφθήναι, 44 και εισελεύσεται ο ιερεύς και όψεται· ει διακέχυται η αφή εν τη οικία, λέπρα έμμονός εστιν εν τη οικία, ακάθαρτός εστι. 45 και καθελούσι την οικίαν και τα ξύλα αυτής και τους λίθους αυτής και πάντα τον χουν εξοίσουσιν έξω της πόλεως εις τόπον ακάθαρτον. 46 και ο εισπορευόμενος εις την οικίαν πάσας τας ημέρας, ας αφωρισμένη εστίν, ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. 47 και ο κοιμώμενος εν τη οικία πλυνεί τα ιμάτια αυτού, και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας· και ο έσθων εν τη οικία πλυνεί τα ιμάτια αυτού, και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. 48 εάν δε παραγενόμενος εισέλθη ο ιερεύς και ίδη, και ιδού διαχύσει ου διαχείται η αφή εν τη οικία μετά το εξαλειφθήναι την οικίαν, και καθαριεί ο ιερεύς την οικίαν, ότι ιάθη η αφή. 49 και λήψεται αφαγνίσαι την οικίαν δύο ορνίθια ζώντα καθαρά και ξύλον κέδρινον και κεκλωσμένον κόκκινον και ύσσωπον· 50 και σφάξει το ορνίθιον το εν εις σκεύος οστράκινον εφ ‘ ύδατι ζώντι, 51 και λήψεται το ξύλον το κέδρινον και το κεκλωσμένον κόκκινον και τον ύσσωπον και το ορνίθιον το ζων, και βάψει αυτό εις το αίμα του ορνιθίου του εσφαγμένου εφ ‘ ύδατι ζώντι, και περιρρανεί εν αυτοίς επί την οικίαν επτάκις, 52 και αφαγνιεί την οικίαν εν τω αίματι του ορνιθίου και εν τω ύδατι τω ζώντι και εν τω ορνιθίω τω ζώντι και εν τω ξύλω τω κεδρίνω και εν τω υσσώπω και εν τω κεκλωσμένω κοκκίνω. 53 και εξαποστελεί το ορνίθιον το ζων έξω της πόλεως εις το πεδίον και εξιλάσεται περί της οικίας, και καθαρά έσται.

 54 Ούτος ο νόμος κατά πάσαν αφήν λέπρας και θραύσματος 55 και της λέπρας ιματίου και οικίας 56 και ουλής και σημασίας και του αυγάζοντος 57 και του εξηγήσασθαι ή ημέρα ακάθαρτον, και ή ημέρα καθαρισθήσεται. ούτος ο νόμος της λέπρας.


 ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ


 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών λέγων· 2 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ, και ερείς αυτοίς· ανδρί ανδρί, ω εάν γένηται ρύσις εκ του σώματος αυτού, η ρύσις αυτού ακάθαρτός εστι. 3 και ούτος ο νόμος της ακαθαρσίας αυτού· ρέων γόνον εκ σώματος αυτού, εκ της ρύσεως, ης συνέστηκε το σώμα αυτού δια της ρύσεως, αύτη η ακαθαρσία αυτού εν αυτω· πάσαι αι ημέραι ρύσεως σώματος αυτού, ή συνέστηκε το σώμα αυτού δια της ρύσεως, ακαθαρσία αυτού εστι. 4 πάσα κοίτη, εφ ‘ ης εάν κοιμηθή επ ‘ αυτής ο γονορρυής, ακάθαρτός εστι, και παν σκεύος εφ ‘ ό αν καθίση επ ‘ αυτό ο γονορρυής, ακάθαρτον έσται. 5 και άνθρωπος, ος εάν άψηται της κοίτης αυτού, πλυνεί τα ιμάτια αυτού και λούσεται ύδατι και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας· 6 και ο καθήμενος επί του σκεύους, εφ ‘ ό εάν καθίση ο γονορρυής, πλυνεί τα ιμάτια αυτού και λούσεται ύδατι και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας· 7 και ο απτόμενος του χρωτός του γονορρυούς πλυνεί τα ιμάτια και λούσεται ύδατι και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. 8 εάν δε προσσιελίση ο γονορρυής επί τον καθαρόν, πλυνεί τα ιμάτια αυτού και λούσεται ύδατι και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. 9 και παν επίσαγμα όνου, εφ ‘ ό αν επιβή επ ‘ αυτό ο γονορρυής, ακάθαρτον έσται έως εσπέρας. 10 και πας ο απτόμενος όσα αν ή υποκάτω αυτού, ακάθαρτος έσται έως εσπέρας· και ο αίρων αυτά πλυνεί τα ιμάτια αυτού και λούσεται ύδατι και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. 11 και όσον εάν άψηται ο γονορρυής, και τας χείρας ου νένιπται ύδατι, πλυνεί τα ιμάτια και λούσεται το σώμα ύδατι και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. 12 και σκεύος οστράκινον, ου αν άψηται ο γονορρυής, συντριβήσεται· και σκεύος ξύλινον νιφήσεται ύδατι και καθαρόν έσται. 13 εάν δε καθαρισθή ο γονορρυής εκ της ρύσεως αυτού, και εξαριθμηθήσεται αυτω επτά ημέρας εις τον καθαρισμόν αυτού, και πλυνεί τα ιμάτια αυτού και λούσεται το σώμα ύδατι και καθαρός έσται. 14 και τη ημέρα τη ογδόη λήψεται εαυτω δύο τρυγόνας ή δύο νεοσσούς περιστερών και οίσει αυτά έναντι Κυρίου επί τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου και δώσει αυτά τω ιερεί. 15 και ποιήσει αυτά ο ιερεύς μίαν περί αμαρτίας και μίαν εις ολοκαύτωμα. και εξιλάσεται περί αυτού ο ιερεύς έναντι Κυρίου από της ρύσεως αυτού.

 16 Και άνθρωπος, ω αν εξέλθη εξ αυτού κοίτη σπέρματος, και λούσεται ύδατι παν το σώμα αυτού και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. 17 και παν ιμάτιον και παν δέρμα, αφ ‘ ό εάν ή επ ‘ αυτό κοίτη σπέρματος, και πλυθήσεται ύδατι και ακάθαρτον έσται έως εσπέρας. 18 και γυνή εάν κοιμηθή ανήρ μετ ‘ αυτής κοίτην σπέρματος, και λούσονται ύδατι και ακάθαρτοι έσονται έως εσπέρας.

 19 Και γυνή, ήτις εάν ή ρέουσα αίματι, και έσται η ρύσις αυτής εν τω σώματι αυτής, επτά ημέρας έσται εν τη αφέδρω αυτής· πας ο απτόμενος αυτής ακάθαρτος έσται έως εσπέρας, 20 και παν, εφ ‘ ό εάν κοιτάζηται επ ‘ αυτό εν τη αφέδρω αυτής, ακάθαρτον έσται. και παν εφ ‘ ό εάν επικαθίση επ ‘ αυτό, ακάθαρτον έσται. 21 και πας ος εάν άψηται της κοίτης αυτής, πλυνεί τα ιμάτια αυτού, και λούσεται το σώμα αυτού ύδατι και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. 22 και πας ο απτόμενος παντός σκεύους, ου εάν καθίση επ ‘ αυτό, πλυνεί τα ιμάτια αυτού, και λούσεται ύδατι και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. 23 εάν δε εν τη κοίτη αυτής ούσης, ή επί του σκεύους, ου εάν καθίση επ ‘ αυτω εν τω άπτεσθαι αυτόν αυτής, ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. 24 εάν δε κοίτη κοιμηθή τις μετ ‘ αυτής και γένηται η ακαθαρσία αυτής επ ‘ αυτω, ακάθαρτος έσται επτά ημέρας. και πάσα κοίτη, εφ ‘ ή αν κοιμηθή επ ‘ αυτη, ακάθαρτος έσται.

 25 Και γυνή εάν ρέη ρύσει αίματος ημέρας πλείους, ουκ εν καιρω της αφέδρου αυτής, εάν και ρέη μετά την άφεδρον αυτής, πάσαι αι ημέραι ρύσεως ακαθαρσίας αυτής, καθάπερ αι ημέραι της αφέδρου αυτής, έσται ακάθαρτος. 26 και πάσα κοίτη, εφ ‘ ης εάν κοιμηθή επ ‘ αυτής πάσας τας ημέρας της ρύσεως, κατά την κοίτην της αφέδρου έσται αυτη, και παν σκεύος, εφ ‘ ό εάν καθίση επ ‘ αυτό, ακάθαρτον έσται κατά την ακαθαρσίαν της αφέδρου. 27 πας ο απτόμενος αυτής ακάθαρτος έσται, και πλυνεί τα ιμάτια και λούσεται το σώμα ύδατι και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. 28 εάν δε καθαρισθή από της ρύσεως, και εξαριθμήσεται αυτη επτά ημέρας και μετά ταύτα καθαρισθήσεται. 29 και τη ημέρα τη ογδόη λήψεται αύτη δύο τρυγόνας, ή δύο νεοσσούς περιστερών, και οίσει αυτά προς τον ιερέα επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου. 30 και ποιήσει ο ιερεύς την μίαν περί αμαρτίας και την μίαν εις ολοκαύτωμα. και εξιλάσεται περί αυτής ο ιερεύς έναντι Κυρίου από ρύσεως ακαθαρσίας αυτής.

 31 Και ευλαβείς ποιήσεται τους υιούς Ισραήλ από των ακαθαρσιών αυτών, και ουκ αποθανούνται δια την ακαθαρσίαν αυτών εν τω μιαίνειν αυτούς την σκηνήν μου την εν αυτοίς. 32 ούτος ο νόμος του γονορρυούς. και εάν τινι εξέλθη εξ αυτού κοίτη σπέρματος, ωστε μιανθήναι εν αυτη, 33 και τη αιμορροούση εν τη αφέδρω αυτής, και ο γονορρυής εν τη ρύσει αυτού, τω άρσενι ή τη θηλεία, και τω ανδρί, ος εάν κοιμηθή μετά αποκαθημένης.


 ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ



 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν μετά το τελευτήσαι τους δύο υιούς Ααρών εν τω προσάγειν αυτούς πυρ αλλότριον έναντι Κυρίου και ετελεύτησαν. 2 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· λάλησον προς Ααρών τον αδελφόν σου, και μη εισπορευέσθω πάσαν ωραν εις το άγιον εσώτερον του καταπετάσματος εις πρόσωπον του ιλαστηρίου, ό εστιν επί της κιβωτού του μαρτυρίου, και ουκ αποθανείται· εν γαρ νεφέλη οφθήσομαι επί του ιλαστηρίου. 3 ούτως εισελεύσεται Ααρών εις το άγιον· εν μόσχω εκ βοών περί αμαρτίας, και κριόν εις ολοκαύτωμα· 4 και χιτώνα λινούν ηγιασμένον ενδύσεται, και περισκελές λινούν έσται επί του χρωτός αυτού, και ζώνη λινή ζώσεται και κίδαριν λινήν περιθήσεται, ιμάτια άγιά εστι, και λούσεται ύδατι παν το σώμα αυτού, και ενδύσεται αυτά. 5 και παρά της συναγωγής των υιών Ισραήλ λήψεται δύο χιμάρους εξ αιγών περί αμαρτίας και κριόν ένα εις ολοκαύτωμα. 6 και προσάξει Ααρών τον μόσχον τον περί της αμαρτίας αυτού, και εξιλάσεται περί αυτού και του οίκου αυτού. 7 και λήψεται τους δύο χιμάρους και στήσει αυτούς έναντι Κυρίου παρά την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου· 8 και επιθήσει Ααρών επί τους δύο χιμάρους κλήρους, κλήρον ένα τω Κυρίω και κλήρον ένα τω αποπομπαίω. 9 και προσάξει Ααρών τον χίμαρον, εφ ‘ ον επήλθεν επ ‘ αυτόν ο κλήρος τω Κυρίω, και προσοίσει περί αμαρτίας· 10 και τον χίμαρον, εφ ‘ ον επήλθεν επ ‘ αυτόν ο κλήρος του αποπομπαίου, στήσει αυτόν ζώντα έναντι Κυρίου, του εξιλάσασθαι επ ‘ αυτού, ωστε αποστείλαι αυτόν εις την αποπομπήν, και αφήσει αυτόν εις την έρημον. 11 και προσάξει Ααρών τον μόσχον τον περί της αμαρτίας αυτού, και εξιλάσεται περί εαυτού και του οίκου αυτού. και σφάξει τον μόσχον περί της αμαρτίας αυτού. 12 και λήψεται το πυρείον πλήρες ανθράκων πυρός από του θυσιαστηρίου, του απέναντι Κυρίου, και πλήσει τας χείρας θυμιάματος συνθέσεως λεπτής και εισοίσει εσώτερον του καταπετάσματος. 13 και επιθήσει το θυμίαμα επί το πυρ έναντι Κυρίου· και καλύψει η ατμίς του θυμιάματος το ιλαστήριον το επί των μαρτυρίων, και ουκ αποθανείται. 14 και λήψεται από του αίματος του μόσχου και ρανεί τω δακτύλω επί το ιλαστήριον κατά ανατολάς· κατά πρόσωπον του ιλαστηρίου ρανεί επτάκις από του αίματος τω δακτύλω. 15 και σφάξει τον χίμαρον τον περί αμαρτίας, τον περί του λαού, έναντι Κυρίου και εισοίσει του αίματος αυτού εσώτερον του καταπετάσματος και ποιήσει το αίμα αυτού, ον τρόπον εποίησε το αίμα του μόσχου. και ρανεί το αίμα αυτού επί το ιλαστήριον, κατά πρόσωπον του ιλαστηρίου 16 και εξιλάσεται το άγιον από των ακαθαρσιών των υιών Ισραήλ και από των αδικημάτων αυτών περί πασών των αμαρτιών αυτών. και ούτω ποιήσει τη σκηνή του μαρτυρίου τη εκτισμένη εν αυτοίς εν μέσω της ακαθαρσίας αυτών. 17 και πας άνθρωπος ουκ έσται εν τη σκηνή του μαρτυρίου, εισπορευομένου αυτού εξιλάσασθαι εν τω αγίω, έως αν εξέλθη· και εξιλάσεται περί εαυτού και του οίκου αυτού και περί πάσης συναγωγής υιών Ισραήλ. 18 και εξελεύσεται επί το θυσιαστήριον το ον απέναντι Κυρίου και εξιλάσεται επ ‘ αυτού. και λήψεται από του αίματος του μόσχου και από του αίματος του χιμάρου και επιθήσει επί τα κέρατα του θυσιαστηρίου κύκλω 19 και ρανεί επ ‘ αυτό από του αίματος τω δακτύλω επτάκις, και καθαριεί αυτό και αγιάσει αυτό από των ακαθαρσιών των υιών Ισραήλ. 20 και συντελέσει εξιλασκόμενος το άγιον και την σκηνήν του μαρτυρίου και το θυσιαστήριον, και περί των ιερέων καθαριεί· και προσάξει τον χίμαρον τον ζώντα. 21 και επιθήσει Ααρών τας χείρας αυτού επί την κεφαλήν του χιμάρου του ζώντος και εξαγορεύσει επ ‘ αυτού πάσας τας ανομίας των υιών Ισραήλ και πάσας τας αδικίας αυτών και πάσας τας αμαρτίας αυτών και επιθήσει αυτάς επί την κεφαλήν του χιμάρου του ζώντος και εξαποστελεί εν χειρί ανθρώπου ετοίμου εις την έρημον, 22 και λήψεται ο χίμαρος εφ ‘ εαυτω τας αδικίας αυτών εις γην άβατον, και εξαποστελεί τον χίμαρον εις την έρημον. 23 και εισελεύσεται Ααρών εις την σκηνήν του μαρτυρίου και εκδύσεται την στολήν την λινήν, ην ενδεδύκει εισπορευομένου αυτού εις το άγιον, και αποθήσει αυτήν εκεί. 24 και λούσεται το σώμα αυτού ύδατι εν τόπω αγίω και ενδύσεται την στολήν αυτού, και εξελθών ποιήσει το ολοκαύτωμα αυτού και το ολοκάρπωμα του λαού και εξιλάσεται περί αυτού και περί του οίκου αυτού και περί του λαού, ως περί των ιερέων. 25 και το στέαρ το περί των αμαρτιών ανοίσει επί το θυσιαστήριον. 26 και ο εξαποστέλλων τον χίμαρον τον διεσταλμένον εις άφεσιν πλυνεί τα ιμάτια και λούσεται το σώμα αυτού ύδατι και μετά ταύτα εισελεύσεται εις την παρεμβολήν. 27 και τον μόσχον τον περί της αμαρτίας και τον χίμαρον τον περί της αμαρτίας, ων το αίμα εισηνέχθη εξιλάσασθαι εν τω αγίω, εξοίσουσιν αυτά έξω της παρεμβολής και κατακαύσουσιν αυτά εν πυρί, και τα δέρματα αυτών και τα κρέα αυτών και την κόπρον αυτών. 28 ο δε κατακαίων αυτά πλυνεί τα ιμάτια και λούσεται το σώμα αυτού ύδατι και μετά ταύτα εισελεύσεται εις την παρεμβολήν.

 29 Και έσται τούτο υμίν νόμιμον αιώνιον· εν τω μηνί τω εβδόμω δεκάτη του μηνός ταπεινώσετε τας ψυχάς υμών και παν έργον ου ποιήσετε ο αυτόχθων και ο προσήλυτος ο προσκείμενος εν υμίν· 30 εν γαρ τη ημέρα ταύτη εξιλάσεται περί υμών, καθαρίσαι υμάς από πασών των αμαρτιών υμών έναντι Κυρίου, και καθαρισθήσεσθε. 31 σάββατα σαββάτων ανάπαυσις αύτη έσται υμίν, και ταπεινώσετε τας ψυχάς υμών, νόμιμον αιώνιον. 32 εξιλάσεται ο ιερεύς, ον αν χρίσωσιν αυτόν και ον αν τελειώσωσι τας χείρας αυτού, ιερατεύειν μετά τον πατέρα αυτού, και ενδύσεται την στολήν την λινήν, στολήν αγίαν. 33 και εξιλάσεται το άγιον του αγίου και την σκηνήν του μαρτυρίου και το θυσιαστήριον εξιλάσεται, και περί των ιερέων και περί πάσης συναγωγής εξιλάσεται. 34 και έσται τούτο υμίν νόμιμον αιώνιον εξιλάσκεσθαι περί των υιών Ισραήλ από πασών των αμαρτιών αυτών· άπαξ του ενιαυτού ποιηθήσεται, καθά συνέταξε Κύριος τω Μωυσή.


 ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ



 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 λάλησον προς Ααρών και προς τους υιούς αυτού και προς πάντας υιούς Ισραήλ και ερείς προς αυτούς· τούτο το ρήμα, ό ενετείλατο Κύριος, λέγων· 3 άνθρωπος άνθρωπος των υιών Ισραήλ ή των προσηλύτων των προσκειμένων εν υμίν, ος εάν σφάξη μόσχον ή πρόβατον ή αίγα εν τη παρεμβολή και ος αν σφάξη έξω της παρεμβολής, 4 και επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου μη ενέγκη, ωστε ποιήσαι αυτό εις ολοκαύτωμα ή σωτήριον Κυρίω δεκτόν εις οσμήν ευωδίας, και ος αν σφάξη έξω και επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου μη ενέγκη αυτό, ωστε προσενέγκαι δώρον τω Κυρίω απέναντι της σκηνής Κυρίου, και λογισθήσεται τω ανθρώπω εκείνω αίμα· αίμα εξέχεεν, εξολοθρευθήσεται η ψυχή εκείνη εκ του λαού αυτής· 5 όπως αναφέρωσιν οι υιοί Ισραήλ τας θυσίας αυτών, όσας αν αυτοί σφάξουσιν εν τοις πεδίοις, και οίσουσι τω Κυρίω επί τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου προς τον ιερέα και θύσουσι θυσίαν σωτηρίου τω Κυρίω αυτά. 6 και προσχεεί ο ιερεύς το αίμα επί το θυσιαστήριον κύκλω απέναντι Κυρίου παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου και ανοίσει το στέαρ εις οσμήν ευωδίας Κυρίω. 7 και ου θύσουσιν έτι τας θυσίας αυτών τοις ματαίοις, οίς αυτοί εκπορνεύουσιν οπίσω αυτών· νόμιμον αιώνιον έσται υμίν εις τας γενεάς υμών.

 8 Και ερείς προς αυτούς· άνθρωπος άνθρωπος των υιών Ισραήλ ή από των υιών των προσηλύτων των προσκειμένων εν υμίν, ος αν ποιήση ολοκαύτωμα ή θυσίαν 9 και επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου μη ενέγκη ποιήσαι αυτό τω Κυρίω, εξολοθρευθήσεται ο άνθρωπος εκείνος εκ του λαού αυτού.

 10 Και άνθρωπος άνθρωπος των υιών Ισραήλ ή των προσηλύτων των προσκειμένων εν υμίν, ος αν φάγη παν αίμα, και επιστήσω το πρόσωπόν μου επί την ψυχήν την έσθουσαν το αίμα και απολώ αυτήν εκ του λαού αυτής· 11 η γαρ ψυχή πάσης σαρκός αίμα αυτού εστι, και εγώ δέδωκα αυτό υμίν επί του θυσιαστηρίου εξιλάσκεσθαι περί των ψυχών υμών· το γαρ αίμα αυτού αντί ψυχής εξιλάσεται. 12 δια τούτο είρηκα τοις υιοίς Ισραήλ· πάσα ψυχή εξ υμών ου φάγεται αίμα, και ο προσήλυτος ο προσκείμενος εν υμίν ου φάγεται αίμα. 13 και άνθρωπος άνθρωπος των υιών Ισραήλ ή των προσηλύτων των προσκειμένων εν υμίν, ος αν θηρεύση θήρευμα θηρίον ή πετεινόν, ό έσθεται, και εκχεεί το αίμα και καλύψει αυτό τη γη· 14 η γαρ ψυχή πάσης σαρκός αίμα αυτού εστι. και είπα τοις υιοίς Ισραήλ· αίμα πάσης σαρκός ου φάγεσθε, ότι η ψυχή πάσης σαρκός αίμα αυτού εστι· πας ο έσθων αυτό εξολοθρευθήσεται.

 15 Και πάσα ψυχή, ήτις φάγεται θνησιμαίον ή θηριάλωτον εν τοις αυτόχθοσιν ή εν τοις προσηλύτοις, πλυνεί τα ιμάτια αυτού και λούσεται ύδατι και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας και καθαρός έσται. 16 εάν δε μη πλύνη τα ιμάτια και το σώμα μη λούσηται ύδατι, και λήψεται ανόμημα αυτού.


 ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ



 1 ΚΑΙ είπε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ και ερείς προς αυτούς· εγώ Κύριος ο Θεός υμών. 3 κατά τα επιτηδεύματα Αιγύπτου, εν ή κατωκήσατε επ ‘ αυτη, ου ποιήσετε και κατά τα επιτηδεύματα γης Χαναάν, εις ην εγώ εισάγω υμάς εκεί, ου ποιήσετε και τοις νομίμοις αυτών ου πορεύσεσθε. 4 τα κρίματά μου ποιήσετε και τα προστάγματά μου φυλάξεσθε και πορεύεσθε εν αυτοίς· εγώ Κύριος ο Θεός υμών. 5 και φυλάξεσθε πάντα τα προστάγματά μου και πάντα τα κρίματά μου και ποιήσετε αυτά, α ποιήσας αυτά άνθρωπος ζήσεται εν αυτοίς· εγώ Κύριος ο Θεός υμών.

 6 Άνθρωπος άνθρωπος προς πάντα οικεία σαρκός αυτού ου προσελεύσεται αποκαλύψαι ασχημοσύνην· εγώ Κύριος. 7 ασχημοσύνην πατρός σου και ασχημοσύνην μητρός σου ουκ αποκαλύψεις, μήτηρ γαρ σου εστιν, ουκ αποκαλύψεις την ασχημοσύνην αυτής. 8 ασχημοσύνην γυναικός πατρός σου ουκ αποκαλύψεις, ασχημοσύνη πατρός σου εστιν. 9 ασχημοσύνην της αδελφής σου εκ πατρός σου ή εκ μητρός σου ενδογενούς ή γεγεννημένης έξω, ουκ αποκαλύψεις ασχημοσύνην αυτών. 10 ασχημοσύνην θυγατρός υιού σου ή θυγατρός θυγατρός σου ουκ αποκαλύψεις την ασχημοσύνην αυτών, ότι σή ασχημοσύνη εστίν. 11 ασχημοσύνην θυγατρός γυναικός πατρός σου ουκ αποκαλύψεις, ομοπατρία αδελφή σου εστιν, ουκ αποκαλύψεις την ασχημοσύνην αυτής. 12 ασχημοσύνην αδελφής πατρός σου ουκ αποκαλύψεις, οικεία γαρ πατρός σου εστιν. 13 ασχημοσύνην αδελφής μητρός σου ουκ αποκαλύψεις, οικεία γαρ μητρός σου εστιν. 14 ασχημοσύνην αδελφού του πατρός σου ουκ αποκαλύψεις και προς την γυναίκα αυτού ουκ εισελεύση, συγγενής γαρ σου εστιν. 15 ασχημοσύνην νύμφης σου ουκ αποκαλύψεις, γυνή γαρ υιού σου εστιν, ουκ αποκαλύψεις την ασχημοσύνην αυτής. 16 ασχημοσύνην γυναικός αδελφού σου ουκ αποκαλύψεις, ασχημοσύνη αδελφού σου εστιν. 17 ασχημοσύνην γυναικός και θυγατρός αυτής ουκ αποκαλύψεις· την θυγατέρα του υιού αυτής και την θυγατέρα της θυγατρός αυτής ου λήψη αποκαλύψαι την ασχημοσύνην αυτών, οικείαι γαρ σου εισιν· ασέβημά εστι. 18 γυναίκα επ ‘ αδελφή αυτής ου λήψη αντίζηλον αποκαλύψαι την ασχημοσύνην αυτής επ ‘ αυτη, έτι ζώσης αυτής.

 19 Και προς γυναίκα εν χωρισμω ακαθαρσίας αυτής ουκ εισελεύση αποκαλύψαι την ασχημοσύνην αυτής. 20 και προς την γυναίκα του πλησίον σου ου δώσεις κοίτην σπέρματός σου, εκμιανθήναι προς αυτήν. 21 και από του σπέρματός σου ου δώσεις λατρεύειν άρχοντι και ου βεβηλώσεις το όνομα το άγιον· εγώ Κύριος· 22 και μετά άρσενος ου κοιμηθήση κοίτην γυναικείαν, βέλυγμα γαρ εστι. 23 και προς παν τετράπουν ου δώσεις την κοίτην σου εις σπερματισμόν, εκμιανθήναι προς αυτό. και γυνή ου στήσεται προς παν τετράπουν βιβασθήναι, μυσαρόν γαρ εστι.

 24 Μή μιαίνεσθε εν πάσι τούτοις· εν πάσι γαρ τούτοις εμιάνθησαν τα έθνη, α εγώ εξαποστέλλω προ προσώπου υμών, 25 και εξεμιάνθη η γη, και ανταπέδωκα αδικίαν αυτοίς δι ‘ αυτήν, και προσώχθισεν η γη τοις εγκαθημένοις επ ‘ αυτής. 26 και φυλάξεσθε πάντα τα νόμιμά μου και πάντα τα προστάγματά μου, και ου ποιήσετε από πάντων των βδελυγμάτων τούτων, ο εγχώριος και ο προσγενόμενος προσήλυτος εν υμίν· 27 πάντα γαρ τα βδελύγματα ταύτα εποίησαν οι άνθρωποι της γης οι όντες πρότερον υμών, και εμιάνθη η γη. 28 και ίνα μη προσοχθίση υμίν η γη εν τω μιαίνειν υμάς αυτήν, ον τρόπον προσώχθισε τοις έθνεσι τοις προ υμών. 29 ότι πας, ος εάν ποιήση από πάντων των βδελυγμάτων τούτων, εξολοθρευθήσονται αι ψυχαί αι ποιούσαι εκ του λαού αυτών. 30 και φυλάξετε τα προστάγματά μου, όπως μη ποιήσητε από πάντων των νομίμων των εβδελυγμένων, α γέγονε προ του υμάς, και ου μιανθήσεσθε εν αυτοίς, ότι εγώ Κύριος ο Θεός υμών.


 ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ



 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 λάλησον τη συναγωγή των υιών Ισραήλ και ερείς προς αυτούς· άγιοι έσεσθε, ότι άγιος εγώ Κύριος ο Θεός υμών. 3 έκαστος πατέρα αυτού και μητέρα αυτού φοβείσθω, και τα σάββατά μου φυλάξεσθε· εγώ Κύριος ο Θεός υμών. 4 ουκ επακολουθήσετε ειδώλοις και θεούς χωνευτούς ου ποιήσετε υμίν· εγώ Κύριος ο Θεός υμών. 5 και εάν θύσητε θυσίαν σωτηρίου τω Κυρίω, δεκτήν υμών θύσετε. 6 ή αν ημέρα θύσετε, βρωθήσεται και τη αύριον· και εάν καταλειφθή έως ημέρας τρίτης, εν πυρί κατακαυθήσεται. 7 εάν δε βρώσει βρωθή τη ημέρα τη τρίτη, άθυτόν εστιν, ου δεχθήσεται. 8 ο δε έσθων αυτό αμαρτίαν λήψεται, ότι τα άγια Κυρίου εβεβήλωσε· και εξολοθρευθήσονται αι ψυχαί αι έσθουσαι εκ του λαού αυτών.

 9 Και εκθεριζόντων υμών τον θερισμόν της γης υμών, ου συντελέσετε τον θερισμόν υμών του αγρού σου εκθερίσαι, και τα αποπίπτοντα του θερισμού σου ου συλλέξεις. 10 και τον αμπελώνά σου ουκ επανατρυγήσεις, ουδέ τας ρώγας του αμπελώνός σου συλλέξεις· τω πτωχω και τω προσηλύτω καταλείψεις αυτά· εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών.

 11 Ου κλέψετε, ου ψεύσεσθε, ουδέ συκοφαντήσει έκαστος τον πλησίον. 12 και ουκ ομείσθε τω ονόματί μου επ ‘ αδίκω και ου βεβηλώσετε το όνομα το άγιον του Θεού υμών· εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών. 13 ουκ αδικήσεις τον πλησίον και ουχ αρπάσεις και ου μη κοιμηθήσεται ο μισθός του μισθωτού σου παρά σοί έως πρωϊ. 14 ου κακώς ερείς κωφόν, και απέναντι τυφλού ου προσθήσεις σκάνδαλον, και φοβηθήση Κύριον τον Θεόν σου· εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών.

 15 Ου ποιήσετε άδικον εν κρίσει· ου λήψη πρόσωπον πτωχού, ουδέ μη θαυμάσης πρόσωπον δυνάστου· εν δικαιοσύνη κρινείς τον πλησίον σου. 16 ου πορεύση δόλω εν τω έθνει σου, ουκ επιστήση εφ ‘ αίμα του πλησίον σου· εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών. 17 ου μισήσεις τον αδελφόν σου τη διανοία σου· ελεγμω ελέγξεις τον πλησίον σου και ου λήψη δι ‘ αυτόν αμαρτίαν. 18 και ουκ εκδικάταί σου η χείρ, και ου μηνιείς τοις υιοίς του λαού σου, και αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν· εγώ ειμι Κύριος.

 19 Τόν νόμον μου φυλάξεσθε· τα κτήνη σου ου κατοχεύσεις ετεροζύγω, και τον αμπελώνά σου ου κατασπερείς διάφορον, και ιμάτιον εκ δύο υφασμένον κίβδηλον ουκ επιβαλείς σεαυτω.

 20 Και εάν τις κοιμηθή μετά γυναικός κοίτην σπέρματος, και αύτη ή οικέτις διαπεφυλαγμένη ανθρώπω, και αυτή λύτροις ου λελύτρωται, ή ελευθερία ουκ εδόθη αυτη, επισκοπή έσται αυτοίς, ουκ αποθανούνται, ότι ουκ απηλευθερώθη. 21 και προσάξει της πλημμελείας αυτού τω Κυρίω παρά την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου κριόν πλημμελείας· 22 και εξιλάσεται περί αυτού ο ιερεύς εν τω κριω της πλημμελείας έναντι Κυρίου περί της αμαρτίας, ης ήμαρτε, και αφεθήσεται αυτω η αμαρτία, ην ήμαρτεν.

 23 Οταν δε εισέλθητε εις την γην, ην Κύριος ο Θεός υμών δίδωσιν υμίν, και καταφυτεύσετε παν ξύλον βρώσιμον και περικαθαριείτε την ακαθαρσίαν αυτού· ο καρπός αυτού τρία έτη έσται υμίν απερικάθαρτος, ου βρωθήσεται. 24 και τω έτει τω τετάρτω έσται πας ο καρπός αυτού άγιος αινετός τω Κυρίω. 25 εν δε τω έτει τω πέμπτω φάγεσθε τον καρπόν, πρόσθεμα υμίν τα γενήματα αυτού· εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών.

 26 Μή έσθετε επί των ορέων και ουκ οιωνιείσθε, ουδέ ορνιθοσκοπήσεσθε. 27 ου ποιήσετε σισόην εκ της κόμης της κεφαλής υμών, ουδέ φθερείτε την όψιν του πώγωνος υμών. 28 και εντομίδας ου ποιήσετε επί ψυχή εν τω σώματι υμών και γράμματα στικτά ου ποιήσετε εν υμίν· εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών. 29 ου βεβηλώσεις την θυγατέρα σου εκπορνεύσαι αυτήν και ουκ εκπορνεύσει η γη, και η γη πλησθήσεται ανομίας.

 30 Τα σάββατά μου φυλάξεσθε και από των αγίων μου φοβηθήσεσθε· εγώ ειμι Κύριος. 31 ουκ επακολουθήσετε εγγαστριμύθοις και τοις επαοιδοίς ου προσκολληθήσεσθε, εκμιανθήναι εν αυτοίς· εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών. 32 από προσώπου πολιού εξαναστήση και τιμήσεις πρόσωπον πρεσβυτέρου και φοβηθήση τον Θεόν σου· εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών.

 33 Εάν δε τις προσέλθη υμίν προσήλυτος εν τη γη υμών, ου θλίψετε αυτόν· 34 ως ο αυτόχθων εν υμίν έσται ο προσήλυτος ο προσπορευόμενος προς υμάς, και αγαπήσεις αυτόν ως σεαυτόν, ότι προσήλυτοι εγενήθητε εν γη Αιγύπτω· εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών. 35 ου ποιήσετε άδικον εν κρίσει, εν μέτροις και εν σταθμοίς και εν ζυγοίς. 36 ζυγά δίκαια και σταθμία δίκαια και Χους δίκαιος έσται εν υμίν· εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών, ο εξαγαγών υμάς εκ γης Αιγύπτου.

 37 Και φυλάξεσθε πάντα τον νόμον μου και πάντα τα προστάγματά μου και ποιήσετε αυτά· εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών.


ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ



 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 και τοις υιοίς Ισραήλ λαλήσεις· εάν τις από των υιών Ισραήλ ή από των γεγενημένων προσηλύτων εν Ισραήλ, ος αν δω του σπέρματος αυτού άρχοντι, θανάτω θανατούσθω· το έθνος το επί της γης λιθοβολήσουσιν αυτόν εν λίθοις. 3 και εγώ επιστήσω το πρόσωπόν μου επί τον άνθρωπον εκείνον και απολώ αυτόν εκ του λαού αυτού, ότι του σπέρματος αυτού έδωκεν άρχοντι, ίνα μιάνη τα άγιά μου και βεβηλώση το όνομα των ηγιασμένων μοι. 4 εάν δε υπερόψει υπερίδωσιν οι αυτόχθονες της γης τοις οφθαλμοίς αυτών από του ανθρώπου εκείνου, εν τω δούναι αυτόν του σπέρματος αυτού άρχοντι, του μη αποκτείναι αυτόν, 5 και επιστήσω το πρόσωπόν μου επί τον άνθρωπον εκείνον και την συγγένειαν αυτού και απολώ αυτόν και πάντας τους ομονοούντας αυτω, ωστε εκπορνεύειν αυτόν εις τους άρχοντας εκ του λαού αυτών. 6 και ψυχή, ή εάν επακολουθήση εγγαστριμύθοις ή επαοιδοίς, ωστε εκπορνεύσαι οπίσω αυτών, επιστήσω το πρόσωπόν μου επί την ψυχήν εκείνην και απολώ αυτήν εκ του λαού αυτής. 7 και έσεσθε άγιοι, ότι άγιος εγώ Κύριος ο Θεός υμών· 8 και φυλάξεσθε τα προστάγματά μου και ποιήσετε αυτά· εγώ Κύριος ο αγιάζων υμάς. 9 άνθρωπος άνθρωπος, ος αν κακώς είπη τον πατέρα αυτού ή την μητέρα αυτού, θανάτω θανατούσθω· πατέρα αυτού ή μητέρα αυτού κακώς είπεν; ένοχος έσται. 10 άνθρωπος ος αν μοιχεύσηται γυναίκα ανδρός, ή ος αν μοιχεύσηται γυναίκα του πλησίον, θανάτω θανατούσθωσαν, ο μοιχεύων και η μοιχευομένη. 11 και εάν τις κοιμηθή μετά γυναικός του πατρός αυτού, ασχημοσύνην του πατρός αυτού απεκάλυψε, θανάτω θανατούσθωσαν, αμφότεροι ένοχοί εισι. 12 και εάν τις κοιμηθή μετά νύμφης αυτού, θανάτω θανατούσθωσαν αμφότεροι· ησεβήκασι γαρ, ένοχοί εισι. 13 και ος αν κοιμηθή μετά άρσενος κοίτην γυναικός, βδέλυγμα εποίησαν αμφότεροι· θανάτω θανατούσθωσαν, ένοχοί εισιν. 14 ος αν λάβη γυναίκα και την μητέρα αυτής, ανόμημά εστιν, εν πυρί κατακαύσουσιν αυτόν και αυτάς, και ουκ έσται ανομία εν υμίν. 15 και ος αν δω κοιτασίαν αυτού εν τετράποδι, θανάτω θανατούσθω, και το τετράπουν αποκτενείτε. 16 και γυνή, ήτις προσελεύσεται προς παν κτήνος βιβασθήναι αυτήν υπ ‘ αυτού, αποκτενείτε την γυναίκα και το κτήνος· θανάτω θανατούσθωσαν, ένοχοί

 εισιν. 17 ος αν λάβη την αδελφήν αυτού εκ πατρός αυτού ή εκ μητρός αυτού και ίδη την ασχημοσύνην αυτής και αύτη ίδη την ασχημοσύνην αυτού, όνειδός εστιν, εξολοθρευθήσονται ενώπιον υιών γένους αυτών· ασχημοσύνην αδελφής αυτού απεκάλυψεν, αμαρτίαν κομιούνται. 18 και ανήρ, ος αν κοιμηθή μετά γυναικός αποκαθημένης και αποκαλύψη την ασχημοσύνην αυτής, την πηγήν αυτής απεκάλυψε, και αύτη απεκάλυψε την ρύσιν του αίματος αυτής· εξολοθρευθήσονται αμφότεροι εκ της γενεάς αυτών. 19 και ασχημοσύνην αδελφής πατρός σου και αδελφής μητρός σου ουκ αποκαλύψεις· την γαρ οικειότητα απεκάλυψεν, αμαρτίαν αποίσονται. 20 ος αν κοιμηθή μετά της συγγενούς αυτού, ασχημοσύνην της συγγενείας αυτού απεκάλυψεν, άτεκνοι αποθανούνται. 21 ος εάν λάβη γυναίκα του αδελφού αυτού, ακαθαρσία εστίν· ασχημοσύνην του αδελφού αυτού απεκάλυψεν, άτεκνοι αποθανούνται.

 22 Και φυλάξασθε πάντα τα προστάγματά μου, και τα κρίματά μου και ποιήσετε αυτά, και ου μη προσοχθίση υμίν η γη, εις ην εγώ εισάγω υμάς εκεί κατοικείν επ ‘ αυτής. 23 και ουχί πορεύεσθε τοις νομίμοις των εθνών, ους εξαποστέλλω αφ ‘ υμών· ότι ταύτα πάντα εποίησαν, και εβδελυξάμην αυτούς. 24 και είπα υμίν· υμείς κληρονομήσετε την γην αυτών, και εγώ δώσω υμίν αυτήν εν κτήσει, γην ρέουσαν γάλα και μέλι· εγώ Κύριος ο Θεός υμών, ος διώρισα υμάς από πάντων των εθνών. 25 και αφοριείτε αυτούς ανά μέσον των κτηνών των καθαρών και ανά μέσον των κτηνών των ακαθάρτων και ανά μέσον των πετεινών των καθαρών και των ακαθάρτων, και ου βδελύξετε τας ψυχάς υμών εν τοις κτήνεσι, και εν τοις πετεινοίς και εν πάσι τοις ερπετοίς της γης, α εγώ αφώρισα υμίν εν ακαθαρσία. 26 και έσεσθέ μοι άγιοι, ότι εγώ άγιός ειμι Κύριος ο Θεός υμών, ο αφορίσας υμάς από πάντων των εθνών, είναι εμοί.

 27 Και ανήρ ή γυνή, ος αν γένηται αυτών εγγαστρίμυθος ή επαοιδός, θανάτω θανατούσθωσαν αμφότεροι· λίθοις λιθοβολήσετε αυτούς, ένοχοί εισι.


 ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ



 1 ΚΑΙ είπε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· είπον τοις ιερεύσι τοις υιοίς Ααρών και ερείς προς αυτούς· εν ταις ψυχαίς ου μιανθήσονται εν τω έθνει αυτών, 2 αλλ ‘ ή εν τω οικείω τω έγγιστα αυτών, επί πατρί και μητρί και υιοίς και θυγατράσιν, επ ‘ αδελφω 3 και επ ‘ αδελφή παρθένω τη εγγιζούση αυτω, τη μη εκδεδομένη ανδρί, επί τούτοις μιανθήσεται. 4 ου μιανθήσεται εξάπινα εν τω λαω αυτού εις βεβήλωσιν αυτού. 5 και φαλάκρωμα ου ξυρηθήσεσθε την κεφαλήν επί νεκρω και την όψιν του πώγωνος ου ξυρήσονται και επί τας σάρκας αυτών ου κατατεμούσιν εντομίδας. 6 άγιοι έσονται τω Θεω αυτών και ου βεβηλώσουσι το όνομα του Θεού αυτών· τας γαρ θυσίας Κυρίου δώρα του Θεού αυτών αυτοί προσφέρουσι και έσονται άγιοι. 7 γυναίκα πόρνην και βεβηλωμένην ου λήψονται και γυναίκα εκβεβλημένην από ανδρός αυτής, ότι άγιός εστι Κυρίω τω Θεω αυτού. 8 και αγιάσεις αυτόν. τα δώρα Κυρίου του Θεού υμών ούτος προσφέρει· άγιος έσται, ότι άγιος εγώ Κύριος ο αγιάζων αυτούς. 9 και θυγάτηρ ανθρώπου ιερέως εάν βεβηλωθή του εκπορνεύσαι, το όνομα του πατρός αυτής αυτή βεβηλοί, επί πυρός κατακαυθήσεται.

 10 Και ο ιερεύς ο μέγας από των αδελφών αυτού, του επικεχυμένου επί την κεφαλήν του ελαίου του χριστού και τετελειωμένου ενδύσασθαι τα ιμάτια, την κεφαλήν ουκ αποκιδαρώσει και τα ιμάτια ου διαρρήξει, 11 και επί πάση ψυχή τετελευτηκυία ουκ εισελεύσεται, επί πατρί αυτού ουδέ επί μητρί αυτού ου μιανθήσεται. 12 και εκ των αγίων ουκ εξελεύσεται και ου βεβηλώσει το ηγιασμένον του Θεού αυτού, ότι το άγιον έλαιον το χριστόν του Θεού επ ‘ αυτω· εγώ Κύριος. 13 ούτος γυναίκα παρθένον εκ του γένους αυτού λήψεται· 14 χήραν δε και εκβεβλημένην και βεβηλωμένην και πόρνην, ταύτας ου λήψεται, αλλ ‘ ή παρθένον εκ του λαού αυτού λήψεται γυναίκα. 15 και ου βεβηλώσει το σπέρμα αυτού εν τω λαω αυτού· εγώ Κύριος ο αγιάζων αυτόν.

 16 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 17 είπον Ααρών· άνθρωπος εκ του γένους σου εις τας γενεάς υμών, τινί εάν ή εν αυτω μώμος, ου προσελεύσεται προσφέρειν τα δώρα του Θεού αυτού. 18 πας άνθρωπος, ω εστιν εν αυτω μώμος, ου προσελεύσεται, άνθρωπος τυφλός ή χωλός ή κολοβόριν ή ωτότμητος 19 ή άνθρωπος, ω αν ή εν αυτω σύντριμμα χειρός, ή σύντριμμα ποδός 20 ή κυρτός ή έφηλος ή πτίλλος τους οφθαλμούς ή άνθρωπος, ω αν ή εν αυτω ψώρα αγρία, ή λειχήν ή μονόρχις, 21 πας ω εστιν εν αυτω μώμος εκ του σπέρματος Ααρών του ιερέως, ουκ εγγιεί του προσενεγκείν τας θυσίας τω Θεω σου, ότι μώμος εν αυτω· τα δώρα του Θεού ου προσελεύσεται προσενεγκείν. 22 τα δώρα του Θεού τα άγια των αγίων, και από των αγίων φάγεται· 23 πλήν προς το καταπέτασμα ου προσελεύσεται και προς το θυσιαστήριον ουκ εγγιεί, ότι μώμον έχει· και ου βεβηλώσει το άγιον του Θεού αυτού, ότι εγώ ειμι Κύριος ο αγιάζων αυτούς. 24 και ελάλησε Μωυσής προς Ααρών και τους υιούς αυτού και προς πάντας υιούς Ισραήλ.


 ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ


 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 είπον Ααρών και τοις υιοίς αυτού· και προσεχέτωσαν από των αγίων των υιών Ισραήλ, και ου βεβηλώσουσι το όνομα το άγιόν μου, όσα αυτοί αγιάζουσί μοι· εγώ Κύριος. 3 είπον αυτοίς· εις τας γενεάς υμών πας άνθρωπος, ος αν προσέλθη από παντός του σπέρματος υμών προς τα άγια, όσα αν αγιάζωσιν οι υιοί Ισραήλ τω Κυρίω, και η ακαθαρσία αυτού επ ‘ αυτω ή, εξολοθρευθήσεται η ψυχή εκείνη απ ‘ εμού· εγώ Κύριος ο Θεός υμών. 4 και άνθρωπος εκ του σπέρματος Ααρών του ιερέως και ούτος λεπρά ή γονορρυεί, των αγίων ουκ έδεται, έως αν καθαρισθή· και ο απτόμενος πάσης ακαθαρσίας ψυχής ή άνθρωπος, ω αν εξέλθη εξ αυτού κοίτη σπέρματος, 5 ή όστις αν άψηται παντός ερπετού ακαθάρτου, ό μιανεί αυτόν, ή επ ‘ ανθρώπω, εν ω μιανεί αυτόν κατά πάσαν ακαθαρσίαν αυτού· 6 ψυχή ήτις εάν άψηται αυτών, ακάθαρτος έσται έως εσπέρας· ουκ έδεται από των αγίων, εάν μη λούσηται το σώμα αυτού ύδατι 7 και δύη ο ήλιος και καθαρός έσται, και τότε φάγεται των αγίων, ότι άρτος αυτού εστι. 8 θνησιμαίον και θηριάλωτον ου φάγεται, μιανθήναι αυτόν εν αυτοίς· εγώ Κύριος. 9 και φυλάξονται τα φυλάγματά μου, ίνα μη λάβωσι δι ‘ αυτά αμαρτίαν και αποθάνωσι δι ‘ αυτά, εάν βεβηλώσωσιν αυτά· εγώ Κύριος ο Θεός ο αγιάζων αυτούς. 10 και πας αλλογενής ου φάγεται άγια· πάροικος ιερέως ή μισθωτός ου φάγεται άγια. 11 εάν δε ιερεύς κτήσηται ψυχήν έγκτητον αργυρίου, ούτος φάγεται εκ των άρτων αυτού· και οι οικογενείς αυτού, και ούτοι φάγονται τον άρτον αυτού. 12 και θυγάτηρ ανθρώπου ιερέως εάν γένηται ανδρί αλλογενεί, αυτή των απαρχών αγίου ου φάγεται. 13 και θυγάτηρ ιερέως εάν γένηται χήρα ή εκβεβλημένη, σπέρμα δε μη ή αυτη, επαναστρέψει επί τον οίκον τον πατρικόν κατά την νεότητα αυτής, από των άρτων του πατρός αυτής φάγεται· και πας αλλογενής ου φάγεται απ ‘ αυτών. 14 και άνθρωπος, ος αν φάγη άγια κατ ‘ άγνοιαν, και προσθήσει το επίπεμπτον αυτού επ ‘ αυτό και δώσει τω ιερεί το άγιον. 15 και ου βεβηλώσουσι τα άγια των υιών Ισραήλ, α αυτοί αφαιρούσι τω Κυρίω, 16 και επάξουσιν εφ ‘ εαυτούς ανομίαν πλημμελείας εν τω εσθίειν αυτούς τα άγια αυτών· ότι εγώ Κύριος ο αγιάζων αυτούς.

 17 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 18 λάλησον Ααρών και τοις υιοίς αυτού και πάση συναγωγή Ισραήλ και ερείς προς αυτούς· άνθρωπος άνθρωπος από των υιών Ισραήλ, ή των προσηλύτων των προσκειμένων προς αυτούς εν Ισραήλ, ος αν προσενέγκη τα δώρα αυτού κατά πάσαν ομολογίαν αυτών ή κατά πάσαν αίρεσιν αυτών, όσα αν προσενέγκωσι τω Θεω εις ολοκαύτωμα, 19 δεκτά υμίν άμωμα άρσενα εκ των βουκολίων ή εκ των προβάτων και εκ των αιγών. 20 πάντα, όσα αν έχη μώμον εν αυτω, ου προσάξουσι Κυρίω, διότι ου δεκτόν έσται υμίν. 21 και άνθρωπος ος αν προσενέγκη θυσίαν σωτηρίου τω Κυρίω διαστείλας ευχήν ή κατά αίρεσιν ή εν ταις εορταίς υμών, εκ των βουκολίων ή εκ των προβάτων άμωμον έσται εισδεκτόν, πας μώμος ουκ έσται εν αυτω. 22 τυφλόν ή συντετριμμένον ή γλωσσότμητον ή μυρμηκιώντα ή ψωραγριώντα ή λειχήνας έχοντα, ου προσάξουσι ταύτα τω Κυρίω. και εις κάρπωσιν ου δώσετε απ ‘ αυτών επί το θυσιαστήριον τω Κυρίω. 23 και μόσχον ή πρόβατον ωτότμητον ή κολοβόκερκον σφάγια ποιήσεις αυτά σεαυτω, εις δε ευχήν σου ου δεχθήσεται. 24 θλαδίαν και εκτεθλιμμένον και εκτομίαν και απεσπασμένον ου προσάξεις αυτά τω Κυρίω και επί της γης υμών ου ποιήσετε. 25 και εκ χειρός αλλογενούς ου προσοίσετε τα δώρα του Θεού υμών από πάντων τούτων, ότι φθάρματά εστιν εν αυτοίς, μώμος εν αυτοίς, ου δεχθήσεται ταύτα υμίν.

 26 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 27 μόσχον ή πρόβατον ή αίγα, ως αν τεχθή, και έσται επτά ημέρας υπό την μητέρα, τη δε ημέρα τη ογδόη και επέκεινα δεχθήσεται εις δώρα, κάρπωμα Κυρίω. 28 και μόσχον και πρόβατον, αυτήν και τα παιδία αυτής, ου σφάξεις εν ημέρα μια. 29 εάν δε θύσης θυσίαν ευχήν χαρμοσύνην Κυρίω, εισδεκτόν υμίν θύσετε αυτό· 30 αυτη τη ημέρα εκείνη βρωθήσεται, ουκ απολείψετε από των κρεών εις το πρωϊ· εγώ ειμι Κύριος.

 31 Και φυλάξετε τας εντολάς μου και ποιήσετε αυτάς. 32 και ου βεβηλώσετε το όνομα του αγίου, και αγιασθήσομαι εν μέσω των υιών Ισραήλ· εγώ Κύριος ο αγιάζων υμάς, 33 ο εξαγαγών υμάς εκ γης Αιγύπτου, ωστε είναι υμών Θεός, εγώ Κύριος.


 ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ



 1 ΚΑΙ είπε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ, και ερείς προς αυτούς· αι εορταί Κυρίου, ας καλέσετε αυτάς κλητάς αγίας, αύταί εισιν αι εορταί μου. 3 εξ ημέρας ποιήσεις έργα, τη δε ημέρα τη εβδόμη σάββατα ανάπαυσις κλητή αγία τω Κυρίω· παν έργον ου ποιήσεις, σάββατά εστι τω Κυρίω εν πάση κατοικία υμών.

 4 Αύται αι εορταί τω Κυρίω κληταί άγιαι, ας καλέσετε αυτάς εν τοις καιροίς αυτών. 5 εν τω πρώτω μηνί εν τη τεσσαρεσκαιδεκάτη ημέρα του μηνός, ανά μέσον των εσπερινών πάσχα τω Κυρίω. 6 και εν τη πεντεκαιδεκάτη ημέρα του μηνός τούτου εορτή των αζύμων τω Κυρίω· επτά ημέρας άζυμα έδεσθε. 7 και ημέρα η πρώτη κλητή αγία έσται υμίν, παν έργον λατρευτόν ου ποιήσετε· 8 και προσάξετε ολοκαυτώματα τω Κυρίω επτά ημέρας· και η ημέρα η εβδόμη κλητή αγία έσται υμίν, παν έργον λατρευτόν ου ποιήσετε.

 9 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 10 είπον τοις υιοίς Ισραήλ, και ερείς προς αυτούς· όταν εισέλθητε εις την γην, ην εγώ δίδωμι υμίν, και θερίζητε τον θερισμόν αυτής, και οίσετε το δράγμα απαρχήν του θερισμού υμών προς τον ιερέα· 11 και ανοίσει το δράγμα έναντι Κυρίου δεκτόν υμίν, τη επαύριον της πρώτης ανοίσει αυτό ο ιερεύς. 12 και ποιήσετε εν τη ημέρα, εν ή αν φέρητε το δράγμα, πρόβατον άμωμον ενιαύσιον εις ολοκαύτωμα τω Κυρίω. 13 και την θυσίαν αυτού δύο δέκατα σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω· θυσία τω Κυρίω, οσμή ευωδίας Κυρίω· και σπονδήν αυτού το τέταρτον του είν οίνου. 14 και άρτον και πεφρυγμένα χίδρα νέα ου φάγεσθε έως εις αυτήν την ημέραν ταύτην, έως αν προσενέγκητε υμείς τα δώρα τω Θεω υμών· νόμιμον αιώνιον εις τας γενεάς υμών εν πάση κατοικία υμών.

 15 Και αριθμήσετε υμίν από της επαύριον των σαββάτων, από της ημέρας ης αν προσενέγκητε το δράγμα του επιθέματος, επτά εβδομάδας ολοκλήρους, 16 έως της επαύριον της εσχάτης εβδομάδος αριθμήσετε πεντήκοντα ημέρας και προσοίσετε θυσίαν νέαν τω Κυρίω. 17 από της κατοικίας υμών προσοίσετε άρτους επίθεμα, δύο άρτους· εκ δύο δεκάτων σεμιδάλεως έσονται, εζυμωμένοι πεφθήσονται πρωτογεννημάτων τω Κυρίω. 18 και προσάξετε μετά των άρτων επτά αμνούς αμώμους ενιαυσίους και μόσχον ένα εκ βουκολίου και κριούς δύο αμώμους, και έσονται ολοκαύτωμα τω Κυρίω και αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών θυσία οσμή ευωδίας τω Κυρίω. 19 και ποιήσουσι χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας και δύο αμνούς ενιαυσίους εις θυσίαν σωτηρίου μετά των άρτων του πρωτογεννήματος· 20 και επιθήσει αυτά ο ιερεύς μετά των άρτων του πρωτογεννήματος επίθεμα εναντίον Κυρίου μετά των δύο αμνών· άγια έσονται τω Κυρίω, τω ιερεί τω προσφέροντι αυτά αυτω έσται. 21 και καλέσετε ταύτην την ημέραν κλητήν· αγία έσται υμίν, παν έργον λατρευτόν ου ποιήσετε εν αυτη· νόμιμον αιώνιον εις τας γενεάς υμών εν πάση τη κατοικία υμών. 22 και όταν θερίζητε τον θερισμόν της γης υμών, ου συντελέσετε το λοιπόν του θερισμού του αγρού σου εν τω θερίζειν σε και τα αποπίπτοντα του θερισμού σου ου συλλέξεις, τω πτωχω και τω προσηλύτω υπολείψεις αυτά· εγώ Κύριος ο Θεός υμών.

 23 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 24 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ, λέγων· του μηνός του εβδόμου μια του μηνός έσται υμίν ανάπαυσις, μνημόσυνον σαλπίγγων, κλητή αγία έσται υμίν· 25 παν έργον λατρευτόν ου ποιήσετε, και προσάξετε ολοκαύτωμα Κυρίω.

 26 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 27 και τη δεκάτη του μηνός του εβδόμου τούτου ημέρα εξιλασμού, κλητή αγία έσται υμίν, και ταπεινώσετε τας ψυχάς υμών, και προσάξετε ολοκαύτωμα τω Κυρίω. 28 παν έργον ου ποιήσετε εν αυτη τη ημέρα ταύτη· έστι γαρ ημέρα εξιλασμού αύτη υμίν, εξιλάσασθαι περί υμών έναντι Κυρίου του Θεού υμών. 29 πάσα ψυχή, ήτις μη ταπεινωθήσεται εν αυτη τη ημέρα ταύτη, εξολοθρευθήσεται εκ του λαού αυτής. 30 και πάσα ψυχή, ήτις ποιήσει έργον εν αυτη τη ημέρα ταύτη, απολείται η ψυχή εκείνη εκ του λαού αυτής. 31 παν έργον ου ποιήσετε· νόμιμον αιώνιον εις τας γενεάς υμών εν πάσαις κατοικίαις υμών. 32 σάββατα σαββάτων έσται υμίν, και ταπεινώσετε τας ψυχάς υμών· από ενάτης του μηνός, από εσπέρας έως εσπέρας σαββατιείτε τα σάββατα υμών.

 33 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 34 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ, λέγων· τη πεντεκαιδεκάτη του μηνός του εβδόμου τούτου εορτή σκηνών επτά ημέρας τω Κυρίω. 35 και η ημέρα η πρώτη η κλητή αγία· παν έργον λατρευτόν ου ποιήσετε. 36 επτά ημέρας προσάξετε ολοκαυτώματα τω Κυρίω, και η ημέρα η ογδόη κλητή αγία έσται υμίν, και προσάξετε ολοκαυτώματα Κυρίω· εξόδιόν εστι, παν έργον λατρευτόν ου ποιήσετε.

 37 Αύται εορταί Κυρίω, ας καλέσετε κλητάς αγίας, ωστε προσενέγκαι καρπώματα τω Κυρίω, ολοκαυτώματα και θυσίας αυτών και σπονδάς αυτών το καθ ‘ ημέραν εις ημέραν· 38 πλήν των σαββάτων Κυρίου και πλήν των δομάτων υμών και πλήν πασών των ευχών υμών και πλήν των εκουσίων υμών, α αν δώτε τω Κυρίω.

 39 Και εν τη πεντεκαιδεκάτη ημέρα του μηνός του εβδόμου τούτου, όταν συντελέσητε τα γενήματα της γης, εορτάσετε τω Κυρίω επτά ημέρας· τη ημέρα τη πρώτη ανάπαυσις και τη ημέρα τη ογδόη ανάπαυσις. 40 και λήψεσθε τη ημέρα τη πρώτη καρπόν ξύλου ωραίον και κάλλυνθρα φοινίκων, και κλάδους ξύλου δασείς και ιτέας και άγνου κλάδους εκ χειμάρρου, ευφρανθήναι έναντι Κυρίου του Θεού υμών επτά ημέρας του ενιαυτού· 41 νόμιμον αιώνιον εις τας γενεάς υμών, εν τω μηνί τω εβδόμω εορτάσετε αυτήν. 42 εν σκηναίς κατοικήσετε επτά ημέρας· πας ο αυτόχθων εν Ισραήλ κατοικήσει εν σκηναίς, 43 όπως ίδωσιν αι γενεαί υμών, ότι εν σκηναίς κατώκισα τους υιούς Ισραήλ, εν τω εξαγαγείν με αυτούς εκ γης Αιγύπτου· εγώ Κύριος ο Θεός υμών.

 44 Και ελάλησε Μωυσής τας εορτάς Κυρίου τοις υιοίς Ισραήλ.


 ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ


 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 έντειλαι τοις υιοίς Ισραήλ, και λαβέτωσάν σοι έλαιον ελάϊνον καθαρόν κεκομμένον εις φως, καύσαι λύχνον δια παντός. 3 έξωθεν του καταπετάσματος εν τη σκηνή του μαρτυρίου καύσουσιν αυτό Ααρών και οι υιοί αυτού από εσπέρας έως πρωϊ ενώπιον Κυρίου ενδελεχώς· νόμιμον αιώνιον εις τας γενεάς υμών. 4 επί της λυχνίας της καθαράς καύσετε τους λύχνους εναντίον Κυρίου έως εις το πρωϊ.

 5 Και λήψεσθε σεμίδαλιν και ποιήσετε αυτήν δώδεκα άρτους, δύο δεκάτων έσται ο άρτος ο εις· 6 και επιθήσετε αυτούς δύο θέματα, εξ άρτους το εν θέμα επί την τράπεζαν την καθαράν έναντι Κυρίου. 7 και επιθήσετε επί το θέμα λίβανον καθαρόν και άλα, και έσονται εις άρτους εις ανάμνησιν προκείμενα τω Κυρίω. 8 τη ημέρα των σαββάτων προσθήσεται έναντι Κυρίου δια παντός ενώπιον των υιών Ισραήλ, διαθήκην αιώνιον. 9 και έσται Ααρών και τοις υιοίς αυτού, και φάγονται αυτά εν τόπω αγίω· έστι γαρ άγια των αγίων τούτο αυτών από των θυσιαζομένων τω Κυρίω, νόμιμον αιώνιον.

 10 Και εξήλθεν υιος γυναικός Ισραηλίτιδος, και ούτος ην υιος Αιγυπτίου εν τοις υιοίς Ισραήλ, και εμαχέσαντο εν τη παρεμβολή ο εκ της Ισραηλίτιδος και ο άνθρωπος ο Ισραηλίτης· 11 και επονομάσας ο υιος της γυναικός της Ισραηλίτιδος το όνομα κατηράσατο. και ήγαγον αυτόν προς Μωυσήν· και το όνομα της μητρός αυτού Σαλωμείθ θυγάτηρ Δαβρεί εκ της φυλής Δάν. 12 και απέθεντο αυτόν εις φυλακήν διακρίναι αυτόν δια προστάγματος Κυρίου. 13 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 14 εξάγαγε τον καταρασάμενον έξω της παρεμβολής, και επιθήσουσι πάντες οι ακούσαντες τας χείρας αυτών επί την κεφαλήν αυτού και λιθοβολήσουσιν αυτόν πάσα η συναγωγή. 15 και τοις υιοίς Ισραήλ λάλησον και ερείς προς αυτούς· άνθρωπος ος εάν καταράσηται Θεόν, αμαρτίαν λήψεται· 16 ονομάζων δε το όνομα Κυρίου, θανάτω θανατούσθω· λίθοις λιθοβολείτω αυτόν πάσα η συναγωγή Ισραήλ· εάν τε προσήλυτος, εάν τε αυτόχθων, εν τω ονομάσαι αυτόν το όνομα Κυρίου, τελευτάτω. 17 και άνθρωπος ος αν πατάξη ψυχήν ανθρώπου και αποθάνη, θανάτω θανατούσθω. 18 και ος αν πατάξη κτήνος και αποθάνη, αποτισάτω ψυχήν αντί ψυχής. 19 και εάν τις δω μώμον τω πλησίον, ως εποίησεν αυτω, ωσαύτως αντιποιηθήσεται αυτω· 20 σύντριμμα αντί συντρίμματος, οφθαλμόν αντί οφθαλμού, οδόντα αντί οδόντος, καθότι αν δω μώμον τω ανθρώπω, ούτω δοθήσεται αυτω. 21 ος αν πατάξη άνθρωπον και αποθάνη, θανάτω θανατούσθω· 22 δικαίωσις μία έσται τω προσηλύτω και τω εγχωρίω, ότι εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών. 23 και ελάλησε Μωυσής τοις υιοίς Ισραήλ, και εξήγαγον τον καταρασάμενον έξω της παρεμβολής και ελιθοβόλησαν αυτόν εν λίθοις· και οι υιοί Ισραήλ εποίησαν καθάπερ συνέταξε Κύριος τω Μωυσή.


 ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ



 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν εν τω όρει Σινά λέγων· 2 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ και ερείς προς αυτούς· όταν εισέλθητε εις την γην, ην εγώ δίδωμι υμίν, και αναπαύσεται η γη, ην εγώ δίδωμι υμίν, σάββατα τω Κυρίω. 3 εξ έτη σπερείς τον αγρόν σου και εξ έτη τεμείς την άμπελόν σου και συνάξεις τον καρπόν αυτής. 4 τω δε έτει τω εβδόμω σάββατα, ανάπαυσις έσται τη γη, σάββατα τω Κυρίω· τον αγρόν σου ου σπερείς και την άμπελόν σου ου τεμείς, 5 και τα αυτόματα αναβαίνοντα του αγρού σου ουκ εκθερίσεις και την σταφυλήν του αγιάσματός σου ουκ εκτρυγήσεις· ενιαυτός αναπαύσεως έσται τη γη. 6 και έσται τα σάββατα της γης βρώματά σοι. και τω παιδί σου και τη παιδίσκη σου και τω μισθωτω σου και τω παροίκω τω προσκειμένω προς σε 7 και τοις κτήνεσί σου, και τοις θηρίοις τοις εν τη γη σου έσται παν το γένημα αυτού εις βρώσιν.

 8 Και εξαριθμήσεις σεαυτω επτά αναπαύσεις αυτών, επτά έτη επτάκις, και έσονταί σοι επτά εβδομάδες ετών εννέα και τεσσαράκοντα έτη. 9 και διαγγελείτε σάλπιγγος φωνή εν πάση τη γη υμών εν τω μηνί τω εβδόμω τη δεκάτη του μηνός· τη ημέρα του ιλασμού διαγγελείτε σάλπιγγι εν πάση τη γη υμών. 10 και αγιάσετε το έτος τον πεντηκοστόν ενιαυτόν και διαβοήσετε άφεσιν επί της γης πάσι τοις κατοικούσιν αυτήν· ενιαυτός αφέσεως σημασία αύτη έσται υμίν, και απελεύσεται εις έκαστος εις την κτήσιν αυτού, και έκαστος εις την πατριάν αυτού απελεύσεσθε. 11 αφέσεως σημασία αύτη, το έτος το πεντηκοστόν ενιαυτός έσται υμίν· ου σπερείτε, ουδέ αμήσετε τα αυτόματα αναβαίνοντα αυτής, και ου τρυγήσετε τα ηγιασμένα αυτής, 12 ότι αφέσεως σημασία εστίν, άγιον έσται υμίν, από των πεδίων φάγεσθε τα γενήματα αυτής.

 13 Εν τω έτει της αφέσεως σημασίας αυτής επανελεύσεται έκαστος εις την κτήσιν αυτού. 14 εάν δε αποδω πράσιν τω πλησίον σου, εάν δε και κτήση παρά του πλησίον σου, μη θλιβέτω άνθρωπος τον πλησίον· 15 κατά αριθμόν ετών μετά την σημασίαν κτήση παρά του πλησίον, κατά αριθμόν ενιαυτών γενημάτων αποδώσεταί σοι. 16 καθότι αν πλείον των ετών, πληθυνεί την κτήσιν αυτού, και καθότι αν έλαττον των ετών, ελαττονώσει την κτήσιν αυτού, ότι αριθμόν γενημάτων αυτού ούτως αποδώσεταί σοι. 17 μη θλιβέτω άνθρωπος τον πλησίον, και φοβηθήση Κύριον τον Θεόν σου· εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών. 18 και ποιήσετε πάντα τα δικαιώματά μου και πάσας τας κρίσεις μου και φυλάξεσθε και ποιήσετε αυτά και κατοικήσετε επί της γης πεποιθότες. 19 και δώσει η γη τα εκφόρια αυτής και φάγεσθε εις πλησμονήν και κατοικήσετε πεποιθότες επ ‘ αυτής. 20 εάν δε λέγητε, τι φαγόμεθα εν τω έτει τω εβδόμω τούτω, εάν μη σπείρωμεν μηδέ συναγάγωμεν τα γενήματα ημών; 21 και αποστέλλω την ευλογίαν μου υμίν εν τω έτει τω έκτω, και ποιήσει τα γενήματα αυτής εις τα τρία έτη. 22 και σπερείτε το έτος το όγδοον και φάγεσθε από των γενημάτων παλαιά έως του έτους του ενάτου, έως αν έλθη το γένημα αυτής, φάγεσθε παλαιά παλαιών. 23 και η γη ου πραθήσεται εις βεβαίωσιν. εμή γαρ εστιν η γη, διότι προσήλυτοι και πάροικοι υμείς εστε εναντίον μου· 24 και κατά πάσαν γην κατασχέσεως υμών λύτρα δώσετε της γης. 25 εάν δε πένηται ο αδελφός σου ο μετά σου και αποδώται από της κατασχέσεως αυτού, και έλθη ο αγχιστεύων ο εγγίζων αυτω, και λυτρώσεται την πράσιν του αδελφού αυτού. 26 εάν δε μη ή τινι ο αγχιστεύων και ευπορηθή τη χειρί και ευρεθή αυτω το ικανόν λύτρα αυτού, 27 και συλλογιείται τα έτη της πράσεως αυτού και αποδώσει ό υπερέχει τω ανθρώπω, ω απέδοτο αυτό αυτω, και απελεύσεται εις την κατάσχεσιν αυτού. 28 εάν δε μη ευπορηθή αυτού η χείρ το ικανόν, ωστε αποδούναι αυτω, και έσται η πράσις τω κτησαμένω αυτά έως του έκτου έτους της αφέσεως· και εξελεύσεται εν τη αφέσει, και απελεύσεται εις την κατάσχεσιν αυτού.

 29 Εάν δε τις αποδώται οικίαν οικητήν εν πόλει τετειχισμένη, και έσται η λύτρωσις αυτής, έως πληρωθή ενιαυτός ημερών, έσται η λύτρωσις αυτής. 30 εάν δε μη λυτρωθή έως αν πληρωθή αυτής ενιαυτός όλος, κυρωθήσεται η οικία η ούσα εν πόλει τη εχούση τείχος βεβαίως τω κτησαμένω αυτήν εις τας γενεάς αυτού, και ουκ εξελεύσεται εν τη αφέσει. 31 αι δε οικίαι αι εν επαύλεσιν, αις ουκ έστιν εν αυταίς τείχος κύκλω, προς τον αγρόν της γης λογισθήσονται· λυτρωταί διαπαντός έσονται και εν τη αφέσει εξελεύσονται. 32 και αι πόλεις των Λευιτών, οικίαι των πόλεων κατασχέσεως αυτών, λυτρωταί διαπαντός έσονται τοις Λευίταις· 33 και ος αν λυτρώσηται παρά των Λευιτών και εξελεύσεται η διάπρασις αυτών οικιών πόλεως κατασχέσεως αυτών εν τη αφέσει, ότι οικίαι των πόλεων των Λευιτών κατάσχεσις αυτών εν μέσω υιών Ισραήλ. 34 και οι αγροί αφωρισμένοι ταις πόλεσιν αυτών ου πραθήσονται, ότι κατάσχεσις αιωνία τούτο αυτών εστιν.

 35 Εάν δε πένηται ο αδελφός σου ο μετά σου και αδυνατήση ταις χερσί παρά σοί, αντιλήψη αυτού ως προσηλύτου και παροίκου και ζήσεται ο αδελφός σου μετά σου. 36 ου λήψη παρ ‘ αυτού τόκον, ουδέ επί πλήθει· και φοβηθήση τον Θεόν σου, εγώ Κύριος, και ζήσεται ο αδελφός σου μετά σου. 37 το αργύριόν σου ου δώσεις αυτω επί τόκω και επί πλεονασμω ου δώσεις αυτω τα βρώματά σου. 38 εγώ Κύριος ο Θεός υμών, ο εξαγαγών υμάς εκ γης Αιγύπτου, δούναι υμίν την γην Χαναάν, ωστε είναι υμών Θεός.

 39 Εάν δε ταπεινωθή ο αδελφός σου παρά σοί, και πραθή σοι, ου δουλεύσει σοι δουλείαν οικέτου· 40 ως μισθωτός ή πάροικος έσται σοι, έως του έτους της αφέσεως εργάται παρά σοί, 41 και εξελεύσεται τη αφέσει και τα τέκνα αυτού μετ ‘ αυτού και απελεύσεται εις την γενεάν αυτού, εις την κατάσχεσιν την πατρικήν αποδραμείται, 42 διότι οικέται μου εισιν ούτοι, ους εξήγαγον εκ γης Αιγύπτου· ου πραθήσεται εν πράσει οικέτου. 43 ου κατατενείς αυτόν εν τω μόχθω, και φοβηθήση Κύριον τον Θεόν σου. 44 και παις και παιδίσκη, όσοι αν γένωνταί σοι από των εθνών, όσοι κύκλω σου εισιν, απ ‘ αυτών κτήσεσθε δούλον και δούλην· 45 και από των υιών των παροίκων των όντων εν υμίν, από τούτων κτήσεσθε και από των συγγενών αυτών, όσοι αν γένωνται εν γη υμών, έστωσαν υμίν εις κατάσχεσιν. 46 και καταμεριείτε αυτούς τοις τέκνοις υμών μεθ ‘ υμάς, και έσονται υμίν κατόχιμοι εις τον αιώνα· των δε αδελφών υμών των υιών Ισραήλ, έκαστος τον αδελφόν αυτού ου κατατενεί αυτόν εν τοις μόχθοις.

 47 Εάν δε εύρη η χείρ του προσηλύτου ή του παροίκου του παρά σοί, και απορηθείς ο αδελφός σου πραθή τω προσηλύτω ή τω παροίκω τω παρά σοί ή εκ γενετής προσηλύτω, 48 μετά το πραθήναι αυτω, λύτρωσις έσται αυτού· εις των αδελφών αυτού λυτρώσεται αυτόν. 49 αδελφός πατρός αυτού ή υιος αδελφού πατρός λυτρώσεται αυτόν ή από των οικείων των σαρκών αυτού, εκ της φυλής αυτού, λυτρούται αυτόν· εάν δε ευπορηθείς ταις χερσί λυτρώται εαυτόν, 50 και συλλογιείται προς τον κεκτημένον αυτόν από του έτους, ου απέδοτο εαυτόν αυτω έως του ενιαυτού της αφέσεως, και έσται το αργύριον της πράσεως αυτού ως μισθίου· έτος εξ έτους έσται μετ ‘ αυτού. 51 εάν δε τινι πλείον των ετών ή, προς ταύτα αποδώσει τα λύτρα αυτού από του αργυρίου της πράσεως αυτού· 52 εάν δε ολίγον καταλειφθή από των ετών εις τον ενιαυτόν της αφέσεως, και συλλογιείται αυτω κατά τα έτη αυτού, και αποδώσει τα λύτρα αυτού. 53 ως μισθωτός ενιαυτόν εξ ενιαυτού έσται μετ ‘ αυτού· ου κατατενείς αυτόν εν τω μόχθω ενώπιόν σου. 54 εάν δε μη λυτρώται κατά ταύτα, εξελεύσεται εν τω έτει της αφέσεως αυτός και τα παιδία αυτού μετ ‘ αυτού· 55 ότι εμοί οι υιοί Ισραήλ οικέται εισί, παίδές μου ούτοί εισιν, ους εξήγαγον εκ γης Αιγύπτου· εγώ Κύριος ο Θεός υμών.



 ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ



 1 ΟΥ ποιήσετε υμίν αυτοίς χειροποίητα, ουδέ γλυπτά, ουδέ στήλην αναστήσετε υμίν, ουδέ λίθον σκοπόν θήσετε εν τη γη υμών προσκυνήσαι αυτω· εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών. 2 τα σάββατά μου φυλάξεσθε, και από των αγίων μου φοβηθήσεσθε· εγώ ειμι Κύριος.

 3 Εάν τοις προστάγμασί μου πορεύησθε και τας εντολάς μου φυλάσσησθε και ποιήσητε αυτάς, 4 και δώσω τον υετόν υμίν εν καιρω αυτού, και η γη δώσει τα γενήματα αυτής και τα ξύλα των πεδίων αποδώσει τον καρπόν αυτών. 5 και καταλήψεται υμίν ο αλοητός τον τρυγητόν, και ο τρυγητός καταλήψεται τον σπόρον, και φάγεσθε τον άρτον υμών εις πλησμονήν και κατοικήσετε μετά ασφαλείας επί της γης υμών, και πόλεμος ου διελεύσεται δια της γης υμών. 6 και δώσω ειρήνην εν τη γη υμών, και κοιμηθήσεσθε, και ουκ έσται υμάς ο εκφοβών, και απολώ θηρία πονηρά εκ της γης υμών. 7 και διώξεσθε τους εχθρούς υμών, και πεσούνται εναντίον υμών φόνω· 8 και διώξονται εξ υμών πέντε εκατόν, και εκατόν υμών διώξονται μυριάδας. και πεσούνται οι εχθροί υμών εναντίον υμών μαχαίρα. 9 και επιβλέψω εφ ‘ υμάς και αυξανώ υμάς και πληθυνώ υμάς και στήσω την διαθήκην μου μεθ ‘ υμών. 10 και φάγεσθε παλαιά και παλαιά παλαιών, και παλαιά εκ προσώπου νέων εξοίσετε. 11 και θήσω την σκηνήν μου εν υμίν, και ου βδελύξεται η ψυχή μου υμάς, 12 και εμπεριπατήσω εν υμίν· και έσομαι υμών Θεός, και υμείς έσεσθέ μοι λαός. 13 εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών, ο εξαγαγών υμάς εκ γης Αιγύπτου, όντων υμών δούλων, και συνέτριψα τον δεσμόν του ζυγού υμών και ήγαγον υμάς μετά παρρησίας. 14 εάν δε μη υπακούσητέ μου, μη δε ποιήσητε τα προστάγματά μου ταύτα, 15 αλλά απειθήσητε αυτοίς και τοις κρίμασί μου προσοχθίση η ψυχή υμών, ωστε υμάς μη ποιείν πάσας τας εντολάς μου, ωστε διασκεδάσαι την διαθήκην μου, 16 και εγώ ποιήσω ούτως υμίν· και επιστήσω εφ ‘ υμάς την απορίαν, την τε ψώραν, και τον ίκτερα σφακελίζοντα τους οφθαλμούς υμών, και την ψυχήν υμών εκτήκουσαν, και σπερείτε διακενής τα σπέρματα υμών, και έδονται οι υπεναντίοι υμών. 17 και επιστήσω το πρόσωπόν μου εφ ‘ υμάς, και πεσείσθε εναντίον των εχθρών υμών, και διώξονται υμάς οι μισούντες υμάς, και φεύξεσθε ουδενός διώκοντος υμάς. 18 και εάν έως τούτου μη υπακούσητέ μου, και προσθήσω του παιδεύσαι υμάς επτάκις επί ταις αμαρτίαις υμών. 19 και συντρίψω την ύβριν της υπερηφανίας υμών, και θήσω τον ουρανόν υμίν σιδηρούν και την γην υμών ωσεί χαλκήν. 20 και έσται εις κενόν η ισχύς υμών, και ου δώσει η γη υμών τον σπόρον αυτής, και το ξύλον του αγρού υμών ου δώσει τον καρπόν αυτού. 21 και εάν μετά ταύτα πορεύησθε πλάγιοι, και μη βούλησθε υπακούειν μου, προσθήσω υμίν πληγάς επτά κατά τας αμαρτίας υμών. 22 και αποστελώ εφ ‘ υμάς τα θηρία τα άγρια της γης και κατέδεται υμάς και εξαναλώσει τα κτήνη υμών, και ολιγοστούς ποιήσω υμάς, και ερημωθήσονται αι οδοί υμών. 23 και επί τούτοις εάν μη παιδευθήτε, αλλά πορεύησθε προς με πλάγιοι, 24 πορεύσομαι καγώ μεθ ‘ υμών θυμω πλαγίω, και πατάξω υμάς καγώ επτάκις αντί των αμαρτιών υμών. 25 και επάξω εφ ‘ υμάς μάχαιραν εκδικούσαν δίκην διαθήκης, και καταφεύξεσθε εις τας πόλεις υμών· και εξαποστελώ θάνατον εις υμάς, και παραδοθήσεσθε εις χείρας των εχθρών. 26 εν τω θλίψαι υμάς σιτοδεία άρτων, και πέψουσι δέκα γυναίκες τους άρτους υμών εν κλιβάνω ενί, και αποδώσουσι τους άρτους υμών εν σταθμω, και φάγεσθε και ου μη εμπλησθήτε. 27 εάν δε επί τούτοις μη υπακούσητέ μου, και πορεύησθε προς με πλάγιοι, 28 και αυτός πορεύσομαι μεθ ‘ υμών εν θυμω πλαγίω, και παιδεύσω υμάς εγώ επτάκις κατά τας αμαρτίας υμών. 29 και φάγεσθε τας σάρκας των υιών υμών και τας σάρκας των θυγατέρων υμών φάγεσθε, 30 και ερημώσω τας στήλας υμών, και εξολοθρεύσω τα ξύλινα χειροποίητα υμών, και θήσω τα κώλα υμών επί τα κώλα των ειδώλων υμών, και προσοχθιεί η ψυχή μου υμίν. 31 και θήσω τας πόλεις υμών ερήμους και εξερημώσω τα άγια υμών, και ου μη οσφρανθώ της οσμής των θυσιών υμών. 32 και εξερημώσω εγώ την γην υμών, και θαυμάσονται επ ‘ αυτη οι εχθροί υμών οι ενοικούντες εν αυτη. 33 και διασπερώ υμάς εις τα έθνη, και εξαναλώσει υμάς επιπορευομένη η μάχαιρα· και έσται η γη υμών έρημος, και αι πόλεις υμών έσονται έρημοι. 34 τότε ευδοκήσει η γη τα σάββατα αυτής πάσας τας ημέρας της ερημώσεως αυτής, και υμείς έσεσθε εν τη γη των εχθρών υμών· τότε σαββατιεί η γη, και ευδοκήσει η γη τα σάββατα αυτής. 35 πάσας τας ημέρας της ερημώσεως αυτής σαββατιεί, α ουκ εσαββάτισεν εν τοις σαββάτοις υμών, ηνίκα κατωκείτε αυτήν. 36 και τοις καταλειφθείσιν εξ υμών επάξω δουλείαν εις την καρδίαν αυτών εν τη γη των εχθρών αυτών, και διώξεται αυτούς φωνή φύλλου φερομένου, και φεύξονται ως φεύγοντες από πολέμου, και πεσούνται ουδενός διώκοντος· 37 και υπερόψεται ο αδελφός τον αδελφόν ωσεί εν πολέμω, ουδενός κατατρέχοντος, και ου δυνήσεσθε αντιστήναι τοις εχθροίς υμών. 38 και απολείσθε εν τοις έθνεσι, και κατέδεται υμάς η γη των εχθρών υμών. 39 και οι καταλειφθέντες αφ ‘ υμών καταφθαρήσονται δια τας αμαρτίας αυτών και δια τας αμαρτίας των πατέρων αυτών, εν τη γη των εχθρών αυτών τακήσονται. 40 και εξαγορεύσουσι τας αμαρτίας αυτών και τας αμαρτίας των πατέρων αυτών, ότι παρέβησαν και υπερείδόν με, και ότι επορεύθησαν εναντίον μου πλάγιοι, 41 και εγώ επορεύθην μετ ‘ αυτών εν θυμω πλαγίω, και απολω αυτούς εν τη γη των εχθρών αυτών· τότε εντραπήσεται η καρδία αυτών η απερίτμητος, και τότε ευδοκήσουσι τας αμαρτίας αυτών. 42 και μνησθήσομαι της διαθήκης Ιακώβ και της διαθήκης Ισαάκ, και της διαθήκης Αβραάμ μνησθήσομαι, και της γης μνησθήσομαι. 43 και η γη εγκαταλειφθήσεται απ ‘ αυτών· τότε προσδέξεται η γη τα σάββατα αυτής, εν τω ερημωθήναι αυτήν δι ‘ αυτούς, και αυτοί προσδέξονται τας αυτών ανομίας, ανθ ‘ ων τα κρίματά μου υπερείδον, και τοις προστάγμασί μου προσώχθισαν τη ψυχή αυτών. 44 και ουδ ‘ ως όντων αυτών εν τη γη των εχθρών αυτών ουχ υπερείδον αυτούς, ουδέ προσώχθισα αυτοίς ωστε εξαναλώσαι αυτούς, του διασκεδάσαι την διαθήκην μου την προς αυτούς· εγώ γαρ ειμι Κύριος ο Θεός αυτών. 45 και μνησθήσομαι διαθήκης αυτών της προτέρας, ότε εξήγαγον αυτούς εκ γης Αιγύπτου, εξ οίκου δουλείας έναντι των εθνών, του είναι αυτών Θεός· εγώ ειμι Κύριος. 46 ταύτα τα κρίματά μου και τα προστάγματά μου και ο νόμος, ον έδωκε Κύριος ανά μέσον αυτού και ανά μέσον των υιών Ισραήλ, εν τω όρει Σινά, εν χειρί Μωυσή.


 ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ


 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ, και ερείς αυτοίς· ος αν εύξηται ευχήν ωστε τιμήν της ψυχής αυτού τω Κυρίω, 3 έσται η τιμή του άρσενος από εικοσαετούς έως εξηκονταετούς, έσται αυτού η τιμή πεντήκοντα δίδραχμα αργυρίου τω σταθμω τω αγίω, 4 της δε θηλείας έσται η συντίμησις τριάκοντα δίδραχμα. 5 εάν δε από πεντεαετούς έως είκοσιν ετών, έσται η τιμή του άρσενος είκοσι δίδραχμα, της δε θηλείας δέκα δίδραχμα. 6 από δε μηνιαίου έως πενταετούς έσται η τιμή του άρσενος πέντε δίδραχμα, της δε θηλείας τρία δίδραχμα αργυρίου. 7 εάν δε από εξηκονταετών και επάνω, εάν μεν άρσεν ή, έσται η τιμή αυτού πεντεκαίδεκα δίδραχμα αργυρίου, εάν δε θήλεια, δέκα δίδραχμα. 8 εάν δε ταπεινός ή τη τιμή, στήσεται εναντίον του ιερέως, και τιμήσεται αυτόν ο ιερεύς· καθάπερ ισχύει η χείρ του ευξαμένου, τιμήσεται αυτόν ο ιερεύς.

 9 Εάν δε από των πτηνών των προσφερομένων απ ‘ αυτών δώρον τω Κυρίω, ος αν δω από τούτων τω Κυρίω, έσται άγιον. 10 ουκ αλλάξει αυτό καλόν πονηρω, ουδέ πονηρόν καλω· εάν δε αλλάσσων αλλάξη αυτό κτήνος κτήνει, έσται αυτό και το άλλαγμα άγια. 11 εάν δε παν κτήνος ακάθαρτον, αφ ‘ ων ου προσφέρεται απ ‘ αυτών δώρον τω Κυρίω, στήσει το κτήνος έναντι του ιερέως, 12 και τιμήσεται αυτό ο ιερεύς ανά μέσον καλού και ανά μέσον πονηρού, και καθότι αν τιμήσηται αυτό ο ιερεύς, ούτω στήσεται. 13 εάν δε λυτρούμενος λυτρώσηται αυτό, προσθήσει το επίπεμπτον προς την τιμήν αυτού.

 14 Και άνθρωπος, ος αν αγιάση την οικίαν αυτού αγίαν τω Κυρίω, και τιμήσεται αυτήν ο ιερεύς, ανά μέσον καλής και ανά μέσον πονηράς· ως αν τιμήσηται αυτήν ο ιερεύς, ούτω σταθήσεται. 15 εάν δε ο αγιάσας αυτήν λυτρώται την οικίαν αυτού, προσθήσει επ ‘ αυτό το επίπεμπτον του αργυρίου της τιμής, και έσται αυτω.

 16 Εάν δε από του αγρού της κατασχέσεως αυτού αγιάση άνθρωπος τω Κυρίω, και έσται η τιμή κατά τον σπόρον αυτού, κόρου κριθών πεντήκοντα δίδραχμα αργυρίου. 17 εάν δε από του ενιαυτού της αφέσεως αγιάση τον αγρόν αυτού, κατά την τιμήν αυτού στήσεται. 18 εάν δε έσχατον μετά την άφεσιν αγιάση τον αγρόν αυτού, προσλογιείται αυτω ο ιερεύς το αργύριον επί τα έτη τα επίλοιπα, έως εις τον ενιαυτόν της αφέσεως, και ανθυφαιρεθήσεται από της συντιμήσεως αυτού. 19 εάν δε λυτρώται τον αγρόν ο αγιάσας αυτόν, προσθήσει το επίπεμπτον του αργυρίου προς την τιμήν αυτού, και έσται αυτω. 20 εάν δε μη λυτρώται τον αγρόν, και αποδώται τον αγρόν ανθρώπω ετέρω, ουκέτι μη λυτρώσηται αυτόν. 21 αλλ ‘ έσται ο αγρός εξεληλυθυίας της αφέσεως άγιος τω Κυρίω, ωσπερ η γη η αφωρισμένη· τω ιερεί έσται κατάσχεσις αυτού.

 22 Εάν δε από του αγρού ου κέκτηται, ος ουκ έστιν από του αγρού της κατασχέσεως αυτού, αγιάση τω Κυρίω, 23 ο ιερεύς λογιείται προς αυτόν το τέλος της τιμής εκ του ενιαυτού της αφέσεως, και αποδώσει την τιμήν εν τη ημέρα εκείνη άγιον τω Κυρίω. 24 και εν τω ενιαυτω της αφέσεως αποδοθήσεται ο αγρός τω ανθρώπω παρ ‘ ου κέκτηται αυτόν, ου ην η κατάσχεσις της γης. 25 και πάσα τιμή έσται σταθμίοις αγίοις· είκοσιν οβολοί έσται το δίδραχμον.

 26 Και παν πρωτότοκον ό εάν γένηται εν τοις κτήνεσί σου, έσται τω Κυρίω, και ου καθαγιάσει αυτό ουδείς· εάν τε μόσχον εάν τε πρόβατον, τω Κυρίω εστίν. 27 εάν δε των τετραπόδων των ακαθάρτων αλλάξη κατά την τιμήν αυτού, και προσθήσει το επίπεμπτον προς αυτό, και έσται αυτω· εάν δε μη λυτρώται, πραθήσεται κατά το τίμημα αυτού. 28 παν δε ανάθεμα, ό εάν αναθή άνθρωπος τω Κυρίω από πάντων, όσα αυτω εστιν, από ανθρώπου έως κτήνους και από αγρού κατασχέσεως αυτού, ουκ αποδώσεται, ουδέ λυτρώσεται· παν ανάθεμα άγιον αγίων έσται τω Κυρίω. 29 και παν, ό εάν ανατεθή από των ανθρώπων, ου λυτρωθήσεται, αλλά θανάτω θανατωθήσεται.

 30 Πάσα δεκάτη της γης από του σπέρματος της γης και του καρπού του ξυλίνου τω Κυρίω εστίν, άγιον τω Κυρίω. 31 εάν δε λυτρώται λύτρω άνθρωπος την δεκάτην αυτού, το επίπεμπτον προσθήσει προς αυτόν, και έσται αυτω. 32 και πάσα δεκάτη βοών, και προβάτων και παν, ό εάν έλθη εν τω αριθμω υπό την ράβδον, το δέκατον έσται άγιον τω Κυρίω. 33 ουκ αλλάξεις καλόν πονηρω, ουδέ πονηρόν καλω· εάν δε αλλάσσων αλλάξης αυτό, και το άλλαγμα αυτού έσται άγιον, ου λυτρωθήσεται.

 34 Αύταί εισιν αι εντολαί, ας ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή προς τους υιούς Ισραήλ εν τω όρει Σινά.


Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.