Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Αριθμοί



ΑΡΙΘΜΟΙ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α

 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν εν τη ερήμω τη Σινά, εν τη σκηνή του μαρτυρίου, εν μια του μηνός του δευτέρου, έτους δευτέρου εξελθόντων αυτών εκ γης Αιγύπτου λέγων· 2 λάβετε αρχήν πάσης συναγωγής Ισραήλ κατά συγγενείας, κατ' οίκους πατριών αυτών, κατ' αριθμόν εξ ονόματος αυτών, κατά κεφαλήν αυτών. 3 πας άρσην από εικοσαετούς και επάνω, πας ο εκπορευόμενος εν δυνάμει Ισραήλ, επισκέψασθε αυτούς συν δυνάμει αυτών, συ και Ααρών επισκέψασθε αυτούς. 4 και μεθ' υμών έσονται έκαστος κατά φυλήν εκάστου αρχόντων, κατ' οίκους πατριών έσονται. 5 και ταύτα τα ονόματα των ανδρών, οίτινες παραστήσονται μεθ' υμών· των Ρουβήν, Ελισούρ υιος Σεδιούρ· 6 των Συμεών, Σαλαμιήλ υιος Σουρισαδαί·
7 των Ιούδα, Ναασσών υιος Αμιναδάβ· 8 των Ισσάχαρ, Ναθαναήλ υιος Σωγάρ· 9 των Ζαβουλών, Ελιάβ υιος Χαιλών· 10 των υιών Ιωσήφ, των Εφραίμ, Ελισαμά υιος Εμιούδ, των Μανασσή, Γαμαλιήλ υιος Φαδασούρ· 11 των Βενιαμίν, Αβιδάν υιος Γαδεωνί· 12 των Δάν, Αχιέζερ υιος Αμισαδαϊ· 13 των Ασήρ, Φαγαϊήλ υιος Εχράν· 14 των Γάδ, Ελισάφ υιος Ραγουήλ· 15 των Νεφθαλί, Αχιρέ υιος Αινάν. 16 ούτοι επίκλητοι της συναγωγής, άρχοντες των φυλών κατά πατριάς αυτών, χιλίαρχοι Ισραήλ εισι. 17 και έλαβε Μωυσής και Ααρών τους άνδρας τούτους τους ανακληθέντας εξ ονόματος 18 και πάσαν την συναγωγήν συνήγαγον εν μιιά του μηνός του δευτέρου έτους και επηξονούσαν κατά γενέσεις αυτών, κατά πατριάς αυτών, κατά αριθμόν ονομάτων αυτών, από εικοσαετούς και επάνω, παν αρσενικόν κατά κεφαλήν αυτών, 19 ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή· και επεσκέπησαν εν τη ερήμω του Σινά.

 20 Και εγένοντο οι υιοί Ρουβήν πρωτοτόκου Ισραήλ κατά συγγενείας αυτών, κατά δήμους αυτών, κατ' οίκους πατριών αυτών, κατά αριθμόν ονομάτων αυτών, κατά κεφαλήν αυτών, πάντα αρσενικά από εικοσαετούς και επάνω, πας ο εκπορευόμενος εν τη δυνάμει, 21 η επίσκεψις αυτών εκ της φυλής Ρουβήν εξ και τεσσαράκοντα χιλιάδες και πεντακόσιοι. 22 τοις υιοίς Συμεών κατά συγγενείας αυτών, κατά δήμους αυτών, κατ' οίκους πατριών αυτών, κατά αριθμόν ονομάτων αυτών, κατά κεφαλήν αυτών, πάντα αρσενικά από εικοσαετούς και επάνω, πας ο εκπορευόμενος εν τη δυνάμει, 23 η επίσκεψις αυτών εκ της φυλής Συμεών εννέα και πεντήκοντα χιλιάδες και τριακόσιοι. 24 τοις υιοίς Ιούδα κατά συγγενείας αυτών, κατά δήμους αυτών, κατ' οίκους πατριών αυτών, κατά αριθμόν ονομάτων αυτών, κατά κεφαλήν αυτών, πάντα αρσενικά από εικοσαετούς και επάνω, πας ο εκπορευόμενος εν τη δυνάμει, 25 η επίσκεψις αυτών εκ της φυλής Ιούδα τέσσαρες και εβδομήκοντα χιλιάδες και εξακόσιοι. 26 τοις υιοίς Ισσάχαρ κατά συγγενείας αυτών, κατά δήμους αυτών, κατ' οίκους πατριών αυτών, κατά αριθμόν ονομάτων αυτών, κατά κεφαλήν αυτών, πάντα αρσενικά από εικοσαετούς και επάνω, πας ο εκπορευόμενος εν τη δυνάμει, 27 η επίσκεψις αυτών εκ της φυλής Ισσάχαρ τέσσαρες και πεντήκοντα χιλιάδες και τετρακόσιοι. 28 τοις υιοίς Ζαβουλών κατά συγγενείας αυτών, κατά δήμους αυτών, κατ' οίκους πατριών αυτών, κατ' αριθμόν ονομάτων αυτών, κατά κεφαλήν αυτών, πάντα αρσενικά από εικοσαετούς και επάνω, πας ο εκπορευόμενος εν τη δυνάμει, 29 η επίσκεψις αυτών εκ της φυλής Ζαβουλών επτά και πεντήκοντα χιλιάδες και τετρακόσιοι. 30 τοις υιοίς Ιωσήφ υιοίς Εφραίμ κατά συγγενείας αυτών, κατά δήμους αυτών, κατ' οίκους πατριών αυτών, κατά αριθμόν ονομάτων αυτών, κατά κεφαλήν αυτών, πάντα αρσενικά από εικοσαετούς και επάνω, πας ο εκπορευόμενος εν τη δυνάμει, 31 η επίσκεψις αυτών εκ της φυλής Εφραίμ τεσσαράκοντα χιλιάδες και πεντακόσιοι. 32 τοις υιοίς Μανασσή κατά συγγενείας αυτών, κατά δήμους αυτών, κατ' οίκους πατριών αυτών, κατά αριθμόν ονομάτων αυτών, κατά κεφαλήν αυτών, πάντα αρσενικά από εικοσαετούς και επάνω, πας ο εκπορευόμενος εν τη δυνάμει, 33 η επίσκεψις αυτών εκ της φυλής Μανασσή δύο και τριάκοντα χιλιάδες και διακόσιοι. 34 τοις υιοίς Βενιαμίν κατά συγγενείας αυτών, κατά δήμους αυτών, κατ' οίκους πατριών αυτών, κατά αριθμόν ονομάτων αυτών, κατά κεφαλήν αυτών, πάντα αρσενικά από εικοσαετούς και επάνω, πας ο εκπορευόμενος εν τη δυνάμει, 35 η επίσκεψις αυτών εκ της φυλής Βενιαμίν πέντε και τριάκοντα χιλιάδες και τετρακόσιοι. 36 τοις υιοίς Γάδ κατά συγγενείας αυτών, κατά δήμους αυτών, κατ' οίκους πατριών αυτών, κατά αριθμόν ονομάτων αυτών, κατά κεφαλήν αυτών, πάντα αρσενικά από εικοσαετούς και επάνω, πας ο εκπορευόμενος εν τη δυνάμει, 37 η επίσκεψις αυτών εκ της φυλής Γάδ πέντε και τεσσαράκοντα χιλιάδες και εξακόσιοι και πεντήκοντα. 38 τοις υιοίς Δάν κατά συγγενείας αυτών, κατά δήμους αυτών, κατ' οίκους πατριών αυτών, κατά αριθμόν ονομάτων αυτών, κατά κεφαλήν αυτών, πάντα αρσενικά από εικοσαετούς και επάνω, πας ο εκπορευόμενος εν τη δυνάμει, 39 η επίσκεψις αυτών εκ της φυλής Δάν δύο και εξήκοντα χιλιάδες και επτακόσιοι. 40 τοις υιοίς Ασήρ κατά συγγενείας αυτών, κατά δήμους αυτών, κατ' οίκους πατριών αυτών, κατά αριθμόν ονομάτων αυτών, κατά κεφαλήν αυτών, πάντα αρσενικά από εικοσαετούς και επάνω, πας ο εκπορευόμενος εν τη δυνάμει, 41 η επίσκεψις αυτών εκ της φυλής Ασήρ μία και τεσσαράκοντα χιλιάδες και πεντακόσιοι. 42 τοις υιοίς Νεφθαλί κατά συγγενείας αυτών, κατά δήμους αυτών, κατ' οίκους πατριών αυτών, κατά αριθμόν ονομάτων αυτών, κατά κεφαλήν αυτών, πάντα αρσενικά από εικοσαετούς και επάνω, πας ο εκπορευόμενος εν τη δυνάμει, 43 η επίσκεψις αυτών εκ της φυλής Νεφθαλί τρεις και πεντήκοντα χιλιάδες και τετρακόσιοι. 44 αύτη η επίσκεψις, ην επεσκέψαντο Μωυσής και Ααρών και οι άρχοντες Ισραήλ, δώδεκα άνδρες· ανήρ εις κατά φυλήν μίαν, κατά φυλήν οίκων πατριάς ήσαν. 45 και εγένετο πάσα η επίσκεψις υιών Ισραήλ συν δυνάμει αυτών από εικοσαετούς και επάνω, πας ο εκπορευόμενος παρατάξασθαι εν Ισραήλ, 46 εξακόσιαι χιλιάδες και τρισχίλιοι και πεντακόσιοι και πεντήκοντα.

 47 Οι δε Λευίται εκ της φυλής πατριάς αυτών ουκ επεσκέπησαν εν τοις υιοίς Ισραήλ. 48 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 49 όρα, την φυλήν Λευί ου συνεπισκέψη, και τον αριθμόν αυτών ου λήψη εν μέσω υιών Ισραήλ. 50 και συ επίστησον τους Λευίτας επί την σκηνήν του μαρτυρίου και επί πάντα τα σκεύη αυτής και επί πάντα όσα εστίν εν αυτη· αυτοί αρούσι την σκηνήν και πάντα τα σκεύη αυτής, και αυτοί λειτουργήσουσιν εν αυτη και κύκλω της σκηνής παρεμβαλούσι. 51 και εν τω εξαίρειν την σκηνήν, καθελούσιν αυτήν οι Λευίται, και εν τω παρεμβάλλειν την σκηνήν, αναστήσουσι· και ο αλλογενής ο προσπορευόμενος αποθανέτω. 52 και παρεμβαλούσιν οι υιοί Ισραήλ, ανήρ εν τη εαυτού τάξει και ανήρ κατά την εαυτού ηγεμονίαν συν δυνάμει αυτών. 53 οι δε Λευίται παρεμβαλλέτωσαν εναντίοι κύκλω της σκηνής του μαρτυρίου, και ουκ έσται αμάρτημα εν υιοίς Ισραήλ· και φυλάξουσιν οι Λευίται αυτοί την φυλακήν της σκηνής του μαρτυρίου. 54 και εποίησαν οι υιοί Ισραήλ κατά πάντα, α ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή και Αραρών, ούτως εποίησαν.

 ΑΡΙΘΜΟΙ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β

 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών λέγων· 2 άνθρωπος εχόμενος αυτού κατά τάγμα, κατά σημαίας, κατ' οίκους πατριών αυτών, παρεμβαλλέτωσαν οι υιοί Ισραήλ· εναντίοι κύκλω της σκηνής του μαρτυρίου παρεμβαλούσιν οι υιοί Ισραήλ. 3 και οι παρεμβάλλοντες πρώτοι κατά ανατολάς, τάγμα παρεμβολής Ιούδα συν δυνάμει αυτών, και ο άρχων των υιών Ιούδα, Ναασσών υιος Αμιναδάβ· 4 δύναμις αυτού οι επεσκεμμένοι τέσσαρες και εβδομήκοντα χιλιάδες και εξακόσιοι. 5 και οι παρεμβάλλοντες εχόμενοι φυλής Ισσάχαρ, και ο άρχων των υιών Ισσάχαρ, Ναθαναήλ υιος Σωγάρ· 6 δύναμις αυτού οι επεσκεμμένοι, τέσσαρες και πεντήκοντα χιλιάδες και τετρακόσιοι. 7 και οι παρεμβάλλοντες εχόμενοι φυλής Ζαβουλών, και ο άρχων των υιών Ζαβουλών, Ελιάβ υιος Χαιλών· 8 δύναμις αυτού οι επεσκεμμένοι, επτά και πεντήκοντα χιλιάδες και τετρακόσιοι. 9 πάντες οι επεσκεμμένοι εκ της παρεμβολής Ιούδα εκατόν ογδοήκοντα χιλιάδες και εξακισχίλιοι και τετρακόσιοι, συν δυνάμει αυτών πρώτοι εξαιρούσι. 10 τάγμα παρεμβολής Ρουβήν προς λίβα δύναμις αυτών, και ο άρχων των υιών Ρουβήν, Ελισούρ υιος Σεδιούρ· 11 δύναμις αυτού οι επεσκεμμένοι, εξ και τεσσαράκοντα χιλιάδες και πεντακόσιοι. 12 και οι παρεμβάλλοντες εχόμενοι αυτού φυλής Συμεών, και ο άρχων των υιών Συμεών, Σαλαμιήλ υιος Σουρισαδαί· 13 δύναμις αυτού οι επεσκεμμένοι, εννέα και πεντήκοντα χιλιάδες και τριακόσιοι. 14 και οι παρεμβάλλοντες εχόμενοι αυτού φυλής Γάδ, και ο άρχων των υιών Γάδ, Ελισάφ υιος Ραγουήλ· 15 δύναμις αυτού οι επεσκεμμένοι, πέντε και τεσσαράκοντα χιλιάδες και εξακόσιοι και πεντήκοντα. 16 πάντες οι επεσκεμμένοι της παρεμβολής Ρουβήν, εκατόν πεντήκοντα μία χιλιάδες και τετρακόσιοι και πεντήκοντα, συν δυνάμει αυτών δεύτεροι εξαρούσι. 17 και αρθήσεται η σκηνή του μαρτυρίου και η παρεμβολή των Λευιτών μέσον των παρεμβολών· ως και παρεμβαλούσιν, ούτω και εξαρούσιν έκαστος εχόμενος καθ' ηγεμονίας.

 18 Τάγμα παρεμβολής Εφραίμ παρά θάλασσαν συν δυνάμει αυτών και ο άρχων των υιών Εφραίμ, Ελισαμά υιος Εμιούδ· 19 δύναμις αυτού οι επεσκεμμένοι, τεσσαράκοντα χιλιάδες και πεντακόσιοι. 20 και οι παρεμβάλλοντες εχόμενοι φυλής Μανασσή, και ο άρχων των υιών Μανασσή, Γαμαλιήλ υιος Φαδασσούρ· 21 δύναμις αυτού οι επεσκεμμένοι, δύο και τριάκοντα χιλιάδες και διακόσιοι. 22 και οι παρεμβάλλοντες εχόμενοι φυλής Βενιαμίν, και ο άρχων των υιών Βενιαμίν, Αβιδάν υιος Γαδεωνί· 23 δύναμις αυτού οι επεσκεμμένοι, πέντε και τριάκοντα χιλιάδες και τετρακόσιοι. 24 πάντες οι επεσκεμμένοι της παρεμβολής Εφραίμ, εκατόν χιλιάδες και οκτακισχίλιοι και εκατόν, συν δυνάμει αυτών τρίτοι εξαρούσι.

 25 Τάγμα παρεμβολής Δάν προς βορράν συν δυνάμει αυτών, και ο άρχων των υιών Δάν, Αχιέζερ υιος Αμισαδαί· 26 δύναμις αυτού οι επεσκεμμένοι, δύο και εξήκοντα χιλιάδες και επτακόσιοι. 27 και οι παρεμβάλλοντες εχόμενοι αυτού φυλή Ασήρ, και ο άρχων των υιών Ασήρ, Φαγεήλ υιος Εχράν· 28 δύναμις αυτού οι επεσκεμμένοι, μία και τεσσαράκοντα χιλιάδες και πεντακόσιοι. 29 και οι παρεμβάλλοντες εχόμενοι φυλής Νεφθαλί, και ο άρχων των υιών Νεφθαλί, Αχιρέ υιος Αινάν· 30 δύναμις αυτού οι επεσκεμμένοι, τρεις και πεντήκοντα χιλιάδες και τετρακόσιοι. 31 πάντες οι επεσκεμμένοι της παρεμβολής Δάν εκατόν και πεντηκονταεπτά χιλιάδες και εξακόσιοι· έσχατοι εξαρούσι κατά τάγμα αυτών. 32 αύτη η επίσκεψις των υιών Ισραήλ κατ' οίκους πατριών αυτών· πάσα η επίσκεψις των παρεμβολών συν ταις δυνάμεσιν αυτών, εξακόσιαι χιλιάδες και τρισχίλιοι πεντακόσιοι πεντήκοντα. 33 οι δε Λευίται ου συνεπεσκέπησαν εν αυτοίς, καθά ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή. 34 και εποίησαν οι υιοί Ισραήλ πάντα, όσα συνέταξε Κύριος τω Μωυσή· ούτω παρενέβαλον κατά τάγμα αυτών και ούτως εξήρον, έκαστος εχόμενοι κατά δήμους αυτών, κατ' οίκους πατριών αυτών.

 ΑΡΙΘΜΟΙ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ

 1 ΚΑΙ αύται αι γενέσεις Ααρών και Μωυσή, εν ή ημέρα ελάλησε Κύριος τω Μωυσή εν όρει Σινά. 2 και ταύτα τα ονόματα των υιών Ααρών· πρωτότοκος Ναδάβ, και Αβιούδ, Ελεάζαρ, και Ιθάμαρ. 3 ταύτα τα ονόματα των υιών Ααρών, οι ιερείς οι ηλειμμένοι, ους ετελείωσαν τας χείρας αυτών ιερατεύειν. 4 και ετελεύτησε Ναδάβ και Αβιούδ έναντι Κυρίου, προσφερόντων αυτών πυρ αλλότριον έναντι Κυρίου εν τη ερήμω Σινά, και παιδία ουκ ην αυτοίς· και ιεράτευσεν Ελεάζαρ και Ιθάμαρ μετά Ααρών του πατρός αυτών. 5 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 6 λάβε την φυλήν Λευί και στήσεις αυτούς εναντίον Ααρών του ιερέως και λειτουργήσουσιν αυτω, 7 και φυλάξουσι τας φυλακάς αυτού και τας φυλακάς των υιών Ισραήλ έναντι της σκηνής του μαρτυρίου, εργάζεσθαι τα έργα της σκηνής. 8 και φυλάξουσι πάντα τα σκεύη της σκηνής του μαρτυρίου, και τας φυλακάς των υιών Ισραήλ κατά πάντα τα έργα της σκηνής. 9 και δώσεις τους Λευίτας Ααρών και τοις υιοίς αυτού τοις ιερεύσι· δεδομένοι δόμα ούτοί μοί εισιν από των υιών Ισραήλ. 10 και Ααρών και τους υιούς αυτού καταστήσεις επί της σκηνής του μαρτυρίου, και φυλάξουσι την ιερατείαν αυτών και πάντα τα κατά τον βωμόν και έσω του καταπετάσματος· και ο αλλογενής ο απτόμενος αποθανείται. 11 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 12 και ιδού εγώ είληφα τους Λευίτας εκ μέσου των υιών Ισραήλ αντί παντός πρωτοτόκου διανοίγοντος μήτραν παρά των υιών Ισραήλ· λύτρα αυτών έσονται και έσονται εμοί οι Λευίται· 13 εμοί γαρ παν πρωτότοκον· εν ή ημέρα επάταξα παν πρωτότοκον εν γη Αιγύπτου, ηγίασα εμοί παν πρωτότοκον εν Ισραήλ από ανθρώπου έως κτήνους· εμοί έσονται, εγώ Κύριος. 14 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν εν τη ερήμω Σινά λέγων· 15 επίσκεψαι τους υιούς Λευί κατ' οίκους πατριών αυτών, κατά δήμους αυτών, κατά συγγενείας αυτών· παν αρσενικόν από μηνιαίου και επάνω επισκέψασθε αυτούς. 16 και επεσκέψαντο αυτούς Μωυσής και Ααρών δια φωνής Κυρίου, ον τρόπον συνέταξεν αυτοίς Κύριος. 17 και ήσαν ούτοι οι υιοί Λευί εξ ονομάτων αυτών· Γεδσών, Καάθ, και Μεραρί. 18 και ταύτα τα ονόματα των υιών Γερσών κατά δήμους αυτών· Λοβενί και Σεμεϊ. 19 και υιοί Καάθ κατά δήμους αυτών· Αμράμ και Ισσαάρ, Χεβρών και ‘Οζιήλ. 20 και υιοί Μεραρί κατά δήμους αυτών· Μοολί και Μουσί. ούτοί εισι δήμοι των Λευιτών κατ' οίκους πατριών αυτών. 21 τω Γερσών δήμος του Λοβενί και δήμος του Σεμεϊ· ούτοι οι δήμοι του Γεδσών. 22 η επίσκεψις αυτών κατά αριθμόν παντός αρσενικού από μηνιαίου και επάνω, η επίσκεψις αυτών επτακισχίλιοι και πεντακόσιοι. 23 και οι υιοί Γερσών οπίσω της σκηνής παρεμβαλούσι παρά θάλασσαν, 24 και ο άρχων οίκου πατριάς του δήμου του Γεδσών, Ελισάφ υιος Δαήλ. 25 και η φυλακή υιών Γεδσών εν τη σκηνή του μαρτυρίου· η σκηνή και το κάλυμμα, και το κατακάλυμμα της θύρας της σκηνής του μαρτυρίου 26 και τα ιστία της αυλής και το καταπέτασμα της πύλης της αυλής της ούσης επί της σκηνής και τα κατάλοιπα πάντων των έργων αυτού. 27 τω Καάθ δήμος ο Αμράν εις, και δήμος ο Ισαάρ εις, και δήμος ο Χεβρών εις, και δήμος ο ‘Οζιήλ εις· ούτοί εισιν οι δήμοι του Καάθ, κατά αριθμόν. 28 παν αρσενικόν από μηνιαίου και επάνω, οκτακισχίλιοι και εξακόσιοι φυλάσσοντες τας φυλακάς των αγίων. 29 οι δήμοι των υιών Καάθ παρεμβαλούσιν εκ πλαγίων της σκηνής κατά λίβα, 30 και ο άρχων οίκου πατριών των δήμων του Καάθ Ελισαφάν, υιος ‘Οζιήλ. 31 και η φυλακή αυτών, η κιβωτός και η τράπεζα και η λυχνία και τα θυσιαστήρια και τα σκεύη του αγίου, όσα λειτουργούσιν εν αυτοίς και το κατακάλυμμα και πάντα τα έργα αυτών. 32 και ο άρχων επί των αρχόντων των Λευιτών, Ελεάζαρ ο υιος Ααρών του ιερέως, καθεσταμένος φυλάσσειν τας φυλακάς των αγίων. 33 τω Μεραρί δήμος ο Μοολί και δήμος ο Μουσί· ούτοί εισι δήμοι του Μεραρί. 34 η επίσκεψις αυτών κατά αριθμόν, παν αρσενικόν από μηνιαίου και επάνω, εξακισχίλιοι και πεντήκοντα· 35 και ο άρχων οίκου πατριών του δήμου του Μεραρί, Σουριήλ υιος Αβιχαίλ· εκ πλαγίων της σκηνής παρεμβαλούσι προς βορράν. 36 η επίσκεψις της φυλακής υιών Μεραρί, τας κεφαλίδας της σκηνής και τους μοχλούς αυτής και τους στύλους αυτής, και τας βάσεις αυτής και πάντα τα σκεύη αυτών και τα έργα αυτών 37 και τους στύλους της αυλής κύκλω και τας βάσεις αυτών και τους πασσάλους και τους κάλους αυτών. 38 οι παρεμβάλλοντες κατά πρόσωπον της σκηνής του μαρτυρίου από ανατολής, Μωυσής και Ααρών και οι υιοί αυτού φυλάσσοντες τας φυλακάς του αγίου εις τας φυλακάς των υιών Ισραήλ· και ο αλλογενής ο απτόμενος αποθανείται. 39 πάσα η επίσκεψις των Λευιτών, ους επεσκέψατο Μωυσής και Ααρών δια φωνής Κυρίου κατά δήμους αυτών, παν αρσενικόν από μηνιαίου και επάνω, δύο και είκοσι χιλιάδες.

 40 Και είπε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· επίσκεψαι παν πρωτότοκον άρσεν των υιών Ισραήλ από μηνιαίου και επάνω και λάβε τον αριθμόν εξ ονόματος· 41 και λήψη τους Λευίτας εμοί, εγώ Κύριος, αντί πάντων των πρωτοτόκων των υιών Ισραήλ και τα κτήνη των Λευιτών αντί πάντων των πρωτοτόκων εν τοις κτήνεσι των υιών Ισραήλ. 42 και επεσκέψατο Μωυσής, ον τρόπον ενετείλατο Κύριος παν πρωτότοκον εν τοις υιοίς Ισραήλ· 43 και εγένοντο πάντα τα πρωτότοκα τα αρσενικά κατά αριθμόν εξ ονόματος από μηνιαίου και επάνω εκ της επισκέψεως αυτών δύο και είκοσι χιλιάδες και τρεις και εβδομήκοντα και διακόσιοι.

 44 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 45 λάβε τους Λευίτας αντί πάντων των πρωτοτόκων υιών Ισραήλ και τα κτήνη των Λευιτών αντί των κτηνών αυτών, και έσονται εμοί οι Λευίται· εγώ Κύριος. 46 και τα λύτρα τριών και εβδομήκοντα και διακοσίων, οι πλεονάζοντες παρά τους Λευίτας από των πρωτοτόκων των υιών Ισραήλ, 47 και λήψη πέντε σίκλους κατά κεφαλήν, κατά το δίδραχμον το άγιον λήψη, είκοσιν οβολούς του σίκλου, 48 και δώσεις το αργύριον Ααρών και τοις υιοίς αυτού, λύτρα των πλεοναζόντων εν αυτοίς. 49 και έλαβε Μωυσής το αργύριον τα λύτρα των πλεοναζόντων εις την εκλύτρωσιν των Λευιτών, 50 παρά των πρωτοτόκων των υιών Ισραήλ έλαβε το αργύριον, χιλίους τριακοσίους εξηκονταπέντε σίκλους, κατά τον σίκλον τον άγιον. 51 και έδωκε Μωυσής τα λύτρα των πλεοναζόντων Ααρών και τοις υιοίς αυτού, δια φωνής Κυρίου, ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή.

 ΑΡΙΘΜΟΙ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ

 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών λέγων· 2 λάβε το κεφάλαιον των υιών Καάθ εκ μέσου υιών Λευί, κατά δήμους αυτών, κατ' οίκους πατριών αυτών, 3 από είκοσι και πέντε ετών και επάνω έως πεντήκοντα ετών, πας ο εισπορευόμενος λειτουργείν ποιήσαι πάντα τα έργα εν τη σκηνή του μαρτυρίου. 4 και ταύτα τα έργα των υιών Καάθ εν τη σκηνή του μαρτυρίου· άγιον των αγίων. 5 και εισελεύσεται Ααρών και οι υιοί αυτού, όταν εξαίρη η παρεμβολή, και καθελούσι το καταπέτασμα το συσκιάζον και κατακαλύψουσιν εν αυτω την κιβωτόν του μαρτυρίου, 6 και επιθήσουσιν επ' αυτό κατακάλυμμα δέρμα υακίνθινον και επιβαλούσιν επ' αυτήν ιμάτιον όλον υακίνθινον άνωθεν και διεμβαλούσι τους αναφορείς. 7 και επί την τράπεζαν την προκειμένην επιβαλούσιν επ' αυτήν ιμάτιον ολοπόρφυρον και τα τρυβλία και τας θυϊσκας και τους κυάθους και τα σπονδεία, εν οίς σπένδει, και οι άρτοι οι διαπαντός επ' αυτής έσονται. 8 και επιβαλούσιν επ' αυτήν ιμάτιον κόκκινον και καλύψουσιν αυτήν καλύμματι δερματίνω υακινθίνω και διεμβαλούσι δι' αυτής τους αναφορείς. 9 και λήψονται ιμάτιον υακίνθινον και καλύψουσι την λυχνίαν την φωτίζουσαν και τους λύχνους αυτής και τας λαβίδας αυτής και τας επαρυστρίδας αυτής και πάντα τα αγγεία του ελαίου, οίς λειτουργούσιν εν αυτοίς, 10 και εμβαλούσιν αυτήν και πάντα τα σκεύη αυτής εις κάλυμμα δερμάτινον υακίνθινον και επιθήσουσιν αυτήν επ' αναφορέων. 11 και επί το θυσιαστήριον το χρυσούν επικαλύψουσιν ιμάτιον υακίνθινον και καλύψουσιν αυτό καλύμματι δερματίνω υακινθίνω και διεμβαλούσι τους αναφορείς αυτού. 12 και λήψονται πάντα τα σκεύη τα λειτουργικά, όσα λειτουργούσιν εν αυτοίς εν τοις αγίοις, και εμβαλούσιν εις ιμάτιον υακίνθινον και καλύψουσιν αυτά καλύμματι δερματίνω υακινθίνω και επιθήσουσιν επί αναφορείς. 13 και τον καλυπτήρα επιθήσει επί το θυσιαστήριον και επικαλύψουσιν επ' αυτό ιμάτιον ολοπόρφυρον. 14 και επιθήσουσιν επ' αυτό πάντα τα σκεύη, όσοις λειτουργούσιν επ' αυτω εν αυτοίς, και τα πυρεία και τας κρεάγρας και τας φιάλας και τον καλυπτήρα και πάντα τα σκεύη του θυσιαστηρίου· και επιβαλούσιν επ' αυτό κάλυμμα δερμάτινον υακίνθινον, και διεμβαλούσι τους αναφορείς αυτού· και λήψονται ιμάτιον πορφυρούν και συγκαλύψουσι τον λουτήρα και την βάσιν αυτού και εμβαλούσιν αυτά εις κάλυμμα δερμάτινον υακίνθινον και επιθήσουσιν επί αναφορείς. 15 και συντελέσουσιν Ααρών και οι υιοί αυτού καλύπτοντες τα άγια και πάντα τα σκεύη τα άγια εν τω εξαίρειν την παρεμβολήν, και μετά ταύτα εισελεύσονται υιοί Καάθ αίρειν και ουχ άψονται των αγίων, ίνα μη αποθάνωσι· ταύτα αρούσιν οι υιοί Καάθ εν τη σκηνή του μαρτυρίου. 16 επίσκοπος Ελεάζαρ υιος Ααρών του ιερέως· το έλαιον του φωτός και το θυμίαμα της συνθέσεως και η θυσία η καθ' ημέραν και το έλαιον της χρίσεως, η επισκοπή όλης της σκηνής και όσα εστίν εν αυτη εν τω αγίω, εν πάσι τοις έργοις. 17 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών λέγων· 18 μη ολοθρεύσητε της φυλής τον δήμον τον Καάθ εκ μέσου των Λευιτών· 19 τούτο ποιήσατε αυτοίς και ζήσονται και ου μη αποθάνωσι, προσπορευομένων αυτών προς τα άγια των αγίων· Ααρών και οι υιοί αυτού προσπορευέσθωσαν και καταστήσουσιν αυτούς έκαστον κατά την αναφοράν αυτού, 20 και ου μη εισέλθωσιν ιδείν εξάπινα τα άγια και αποθανούνται. 21 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 22 λάβε την αρχήν των υιών Γεδσών, και τούτους κατ' οίκους πατριών αυτών, κατά δήμους αυτών, 23 από πέντε και εικοσαετούς και επάνω έως πεντηκονταετούς επίσκεψαι αυτούς, πας ο εισπορευόμενος λειτουργείν και ποιείν τα έργα αυτού εν τη σκηνή του μαρτυρίου. 24 αύτη η λειτουργία του δήμου του Γεδσών, λειτουργείν και αίρειν· 25 και αρεί τας δέρρεις της σκηνής και την σκηνήν του μαρτυρίου και το κάλυμμα αυτής και το κατακάλυμμα το υακίνθινον το ον επ' αυτής άνωθεν και το κάλυμμα της θύρας της σκηνής του μαρτυρίου 26 και τα ιστία της αυλής, όσα επί της σκηνής του μαρτυρίου, και τα περισσά και πάντα τα σκεύη τα λειτουργικά, όσα λειτουργούσιν εν αυτοίς, ποιήσουσι. 27 κατά στόμα Ααρών και των υιών αυτού έσται η λειτουργία των υιών Γεδσών κατά πάσας τας λειτουργίας αυτών και κατά πάντα τα έργα αυτών· και επισκέψη αυτούς εξ ονόματος πάντα τα αρτά υπ' αυτών. 28 αύτη η λειτουργία των υιών Γεδσών εν τη σκηνή του μαρτυρίου, και η φυλακή αυτών εν χειρί Ιθάμαρ του υιού Ααρών του ιερέως. 29 οι υιοί Μεραρί κατά δήμους αυτών, κατ' οίκους πατριών αυτών επισκέψασθε αυτούς, 30 από πέντε και εικοσαετούς και επάνω έως πεντηκονταετούς επισκέψασθε αυτούς, πας ο εισπορευόμενος λειτουργείν τα έργα της σκηνής του μαρτυρίου. 31 και ταύτα τα φυλάγματα των αιρομένων υπ' αυτών κατά πάντα τα έργα αυτών εν τη σκηνή του μαρτυρίου· τας κεφαλίδας της σκηνής και τους μοχλούς και τους στύλους αυτής και τας βάσεις αυτής, και το κατακάλυμμα και αι βάσεις αυτών, και οι στύλοι αυτών και το κατακάλυμμα της θύρας της σκηνής 32 και τους στύλους της αυλής κύκλω, και αι βάσεις αυτών και τους στύλους του καταπετάσματος της πύλης της αυλής, και τας βάσεις αυτών, και τους πασσάλους αυτών και τους κάλους αυτών και πάντα τα σκεύη αυτών και πάντα τα λειτουργήματα αυτών, εξ ονομάτων επισκέψασθε αυτούς και πάντα τα σκεύη της φυλακής των αιρομένων υπ' αυτών. 33 αύτη η λειτουργία δήμου υιών Μεραρί εν πάσι τοις έργοις αυτών εν τη σκηνή του μαρτυρίου εν χειρί Ιθάμαρ του υιού Ααρών του ιερέως. 34 και επεσκέψατο Μωυσής και Ααρών και οι άρχοντες Ισραήλ τους υιούς Καάθ κατά δήμους αυτών, κατ' οίκους πατριών αυτών, 35 από πέντε και εικοσαετούς και επάνω έως πεντηκονταετούς, πας ο εισπορευόμενος λειτουργείν και ποιείν εν τη σκηνή του μαρτυρίου. 36 και εγένετο η επίσκεψις αυτών κατά δήμους αυτών δισχίλιοι επτακόσιοι πεντήκοντα. 37 αύτη η επίσκεψις δήμου Καάθ, πας ο λειτουργών εν τη σκηνή του μαρτυρίου, καθά επεσκέψατο Μωυσής και Ααρών δια φωνής Κυρίου, εν χειρί Μωυσή. 38 και επεσκέπησαν υιοί Γεδσών κατά δήμους αυτών, κατ' οίκους πατριών αυτών, 39 από πέντε και εικοσαετούς και επάνω έως πεντηκονταετούς, πας ο εισπορευόμενος λειτουργείν και ποιείν τα έργα εν τη σκηνή του μαρτυρίου. 40 και εγένετο η επίσκεψις αυτών κατά δήμους αυτών, κατ' οίκους πατριών αυτών, δισχίλιοι εξακόσιοι τριάκοντα. 41 αύτη η επίσκεψις δήμου υιών Γεδσών, πας ο λειτουργών εν τη σκηνή του μαρτυρίου, ους επεσκέψατο Μωυσής και Ααρών δια φωνής Κυρίου, εν χειρί Μωυσή. 42 επεσκέπησαν δε και δήμος υιών Μεραρί κατά δήμους αυτών, κατ' οίκους πατριών αυτών, 43 από πέντε και εικοσαετούς και επάνω έως πεντηκονταετούς, πας ο εισπορευόμενος λειτουργείν προς τα έργα της σκηνής του μαρτυρίου. 44 και εγενήθη η επίσκεψις αυτών κατά δήμους αυτών, κατ' οίκους πατριών αυτών, τρισχίλιοι και διακόσιοι· 45 αύτη η επίσκεψις δήμου υιών Μεραρί, ους επεσκέψατο Μωυσής και Ααρών δια φωνής Κυρίου, εν χειρί Μωυσή. 46 πάντες οι επεσκεμμένοι, ους επεσκέψατο Μωυσής και Ααρών και οι άρχοντες Ισραήλ τους Λευίτας, κατά δήμους και κατ' οίκους πατριών αυτών, 47 από πέντε και εικοσαετούς και επάνω έως πεντηκονταετούς, πας ο εισπορευόμενος προς το έργον των έργων και τα έργα τα αιρόμενα εν τη σκηνή του μαρτυρίου, 48 και εγενήθησαν οι επισκεπέντες οκτακισχίλιοι πεντακόσιοι ογδοήκοντα. 49 δια φωνής Κυρίου επεσκέψατο αυτούς εν χειρί Μωυσή, άνδρα κατά άνδρα επί των έργων αυτών και επί ων αίρουσιν αυτοί· και επεσκέπησαν, ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή.

 ΑΡΙΘΜΟΙ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε

 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 πρόσταξον τοις υιοίς Ισραήλ και εξαποστειλάτωσαν εκ της παρεμβολής πάντα λεπρόν και πάντα γονορρυή και πάντα ακάθαρτον επί ψυχή· 3 από αρσενικού έως θηλυκού εξαποστείλατε έξω της παρεμβολής, και ου μη μιανούσι τας παρεμβολάς αυτών, εν οίς εγώ καταγίνομαι εν αυτοίς. 4 και εποίησαν ούτως οι υιοί Ισραήλ και εξαπέστειλαν αυτούς έξω της παρεμβολής· καθά ελάλησε Κύριος Μωυσή, ούτως εποίησαν οι υιοί Ισραήλ. 5 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 6 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ λέγων· ανήρ ή γυνή, ος τις αν ποιήση από πασών των αμαρτιών των ανθρωπίνων, και παριδών παρίδη και πλημμελήση η ψυχή εκείνη, 7 εξαγορεύσει την αμαρτίαν, ην εποίησε, και αποδώσει την πλημμέλειαν το κεφάλαιον και το επίπεμπτον αυτού προσθήσει επ' αυτό, και αποδώσει, τίνι επλημμέλησεν αυτω. 8 εάν δε μη ή τω ανθρώπω ο αγχιστεύων, ωστε αποδούναι αυτω το πλημμέλημα προς αυτόν, το πλημμέλημα το αποδιδόμενον Κυρίω τω ιερεί έσται, πλήν του κριού του ιλασμού, δι' ου εξιλάσεται εν αυτω περί αυτού. 9 και πάσα απαρχή κατά πάντα τα αγιαζόμενα εν υιοίς Ισραήλ, όσα εάν προσφέρωσι Κυρίω, τω ιερεί αυτω έσται. 10 και εκάστου τα ηγιασμένα αυτού έσται· και ανήρ, ος αν δω τω ιερεί, αυτω έσται.

 11 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 12 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ, και ερείς προς αυτούς· ανδρός ανδρός, εάν παραβή η γυνή αυτού, και υπεριδούσα παρίδη αυτόν 13 και κοιμηθή τις μετ' αυτής κοίτην σπέρματος, και λάθη εξ οφθαλμών του ανδρός αυτής και κρύψη, αυτή δε ή μεμιασμένη και μάρτυς μη ην μετ' αυτής, και αυτή μη ή συνειλημμένη, 14 και επέλθη αυτω πνεύμα ζηλώσεως και ζηλώση την γυναίκα αυτού, αυτή δε μεμίανται, ή επέλθη αυτω πνεύμα ζηλώσεως και ζηλώση την γυναίκα αυτού, αυτή δε μη ή μεμιασμένη, 15 και άξει ο άνθρωπος την γυναίκα αυτού προς τον ιερέα και προσοίσει το δώρον περί αυτής, το δέκατον του οιφί άλευρον κρίθινον, ουκ επιχεεί επ' αυτό έλαιον, ουδέ επιθήσει επ' αυτό λίβανον· έστι γαρ θυσία ζηλοτυπίας, θυσία μνημοσύνου, αναμιμνήσκουσα αμαρτίαν. 16 και προσάξει αυτήν ο ιερεύς και στήσει αυτήν έναντι Κυρίου, 17 και λήψεται ο ιερεύς ύδωρ καθαρόν ζων εν αγγείω οστρακίνω και της γης της ούσης επί του εδάφους της σκηνής του μαρτυρίου, και λαβών ο ιερεύς εμβαλεί εις το ύδωρ. 18 και στήσει ο ιερεύς την γυναίκα έναντι Κυρίου και αποκαλύψει την κεφαλήν της γυναικός και δώσει επί τας χείρας αυτής την θυσίαν του μνημοσύνου, την θυσίαν της ζηλοτυπίας, εν δε τη χειρί του ιερέως έσται το ύδωρ του ελεγμού του επικαταρωμένου τούτου. 19 και ορκιεί αυτήν ο ιερεύς, και ερεί τη γυναικί· ει μη κεκοίμηταί τις μετά σου, ει μη παραβέβηκας μιανθήναι υπό τον άνδρα τον σεαυτής, αθώα ίσθι από του ύδατος του ελεγμού του επικαταρωμένου τούτου· 20 ει δε συ παραβέβηκας ύπανδρος ούσα, ή μεμίανσαι και έδωκέ τις την κοίτην αυτού εν σοί, πλήν του ανδρός σου· 21 και ορκιεί ο ιερεύς την γυναίκα εν τοις όρκοις της αράς ταύτης, και ερεί ο ιερεύς τη γυναικί· δώη σε Κύριος εν αρά και ενόρκιον εν μέσω του λαού σου, εν τω δούναι Κύριον τον μηρόν σου διαπεπτωκότα, και την κοιλίαν σου πεπρησμένην, 22 και εισελεύσεται το ύδωρ το επικαταρώμενον τούτο εις την κοιλίαν σου πρήσαι γαστέρα και διαπεσείν μηρόν σου. και ερεί η γυνή· γένοιτο, γένοιτο. 23 και γράψει ο ιερεύς τας αράς ταύτας εις βιβλίον, και εξαλείψει εις το ύδωρ του ελεγμού του επικαταρωμένου. 24 και ποτιεί την γυναίκα το ύδωρ του ελεγμού του επικαταρωμένου, και εισελεύσεται εις αυτήν το ύδωρ το επικαταρώμενον του ελεγμού. 25 και λήψεται ο ιερεύς εκ χειρός της γυναικός την θυσίαν της ζηλοτυπίας και επιθήσει την θυσίαν έναντι Κυρίου και προσοίσει αυτήν προς το θυσιαστήριον, 26 και δράξεται ο ιερεύς από της θυσίας το μνημόσυνον αυτής και ανοίσει αυτό επί το θυσιαστήριον και μετά ταύτα ποτιεί την γυναίκα το ύδωρ. 27 και έσται, εάν ή μεμιασμένη και λήθη λάθη τον άνδρα αυτής, και εισελεύσεται εις αυτήν το ύδωρ του ελεγμού το επικαταρώμενον, και πρησθήσεται την κοιλίαν, και διαπεσείται ο μηρός αυτής, και έσται η γυνή εις αράν τω λαω αυτής. 28 εάν δε μη μιανθή η γυνή και καθαρά ή, και αθώα έσται και εκσπερματιεί σπέρμα. 29 ούτος ο νόμος της ζηλοτυπίας, ω αν παραβή η γυνή ύπανδρος ούσα και μιανθή· 30 ή άνθρωπος, ω εάν επέλθη επ' αυτόν πνεύμα ζηλώσεως και ζηλώση την γυναίκα αυτού, και στήση την γυναίκα αυτού έναντι Κυρίου, και ποιήση αυτη ο ιερεύς πάντα τον νόμον τούτον· 31 και αθωος έσται ο άνθρωπος από αμαρτίας, και η γυνή εκείνη λήψεται την αμαρτίαν αυτής.

 ΑΡΙΘΜΟΙ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ

 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ και ερείς προς αυτούς· ανήρ ή γυνή, ος εάν μεγάλως εύξηται ευχήν αφαγνίσασθαι αγνείαν Κυρίω, 3 από οίνου και σίκερα αγνισθήσεται και όξος εξ οίνου και όξος εκ σίκερα ου πίεται και όσα κατεργάζεται εκ σταφυλής ου πίεται και σταφυλήν πρόσφατον και σταφίδα ου φάγεται. 4 πάσας τας ημέρας της ευχής αυτού· από πάντων όσα γίνεται εξ αμπέλου, οίνον από στεμφύλων έως γιγάρτου ου φάγεται. 5 πάσας τας ημέρας του αγνισμού ξυρόν ουκ επελεύσεται επί την κεφαλήν αυτού, έως αν πληρωθώσιν αι ημέραι, όσας ηύξατο Κυρίω· άγιος έσται τρέφων κόμην τρίχα κεφαλής. 6 πάσας τας ημέρας της ευχής Κυρίω επί πάση ψυχή τετελευτηκυία ουκ εισελεύσεται· 7 επί πατρί και μητρί και επ' αδελφω και επ' αδελφή, ου μιανθήσεται επ' αυτοίς αποθανόντων αυτών, ότι ευχή Θεού αυτού επ' αυτω επί κεφαλής αυτού. 8 πάσας τας ημέρας της ευχής αυτού άγιος έσται Κυρίω. 9 εάν δε τις αποθάνη επ' αυτω εξάπινα, παραχρήμα μιανθήσεται η κεφαλή ευχής αυτού, και ξυρήσεται την κεφαλήν αυτού ή αν ημέρα καθαρισθή· τη ημέρα τη εβδόμη ξυρηθήσεται. 10 και τη ημέρα τη ογδόη οίσει δύο τρυγόνας ή δύο νεοσσούς περιστερών προς τον ιερέα, επί τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου, 11 και ποιήσει ο ιερεύς μίαν περί αμαρτίας και μίαν εις ολοκαύτωμα, και εξιλάσεται περί αυτού ο ιερεύς περί ων ήμαρτε περί της ψυχής και αγιάσει την κεφαλήν αυτού εν εκείνη τη ημέρα, 12 ή ηγιάσθη Κυρίω, τας ημέρας της ευχής, και προσάξει αμνόν ενιαύσιον εις πλημμέλειαν, και αι ημέραι αι πρότεραι άλογοι έσονται, ότι εμιάνθη η κεφαλή ευχής αυτού.

 13 Και ούτος ο νόμος του ευξαμένου· ή αν ημέρα πληρώση ημέρας ευχής αυτού, προσοίσει αυτός παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου 14 και προσάξει το δώρον αυτού Κυρίω αμνόν ενιαύσιον άμωμον ένα εις ολοκαύτωσιν και αμνάδα ενιαυσίαν μίαν άμωμον εις αμαρτίαν και κριόν ένα άμωμον εις σωτήριον 15 και κανούν αζύμων σεμιδάλεως άρτους αναπεποιημένους εν ελαίω και λάγανα άζυμα κεχρισμένα εν ελαίω και θυσίαν αυτών και σπονδήν αυτών. 16 και προσοίσει ο ιερεύς έναντι Κυρίου και ποιήσει το περί αμαρτίας αυτού και το ολοκαύτωμα αυτού 17 και τον κριόν ποιήσει θυσίαν σωτηρίου τω Κυρίω επί τω κανω των αζύμων, και ποιήσει ο ιερεύς την θυσίαν αυτού και την σπονδήν αυτού. 18 και ξυρήσεται ο ηυγμένος παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου την κεφαλήν της ευχής αυτού και επιθήσει τας τρίχας επί το πυρ, ό εστιν υπό την θυσίαν του σωτηρίου. 19 και λήψεται ο ιερεύς τον βραχίονα εφθόν από του κριού και άρτον ένα άζυμον από του κανού και λάγανον άζυμον εν και επιθήσει επί τας χείρας του ηυγμένου μετά το ξυρήσασθαι αυτόν την ευχήν αυτού· 20 και προσοίσει αυτά ο ιερεύς επίθεμα έναντι Κυρίου, άγιον έσται τω ιερεί επί του στηθυνίου του επιθέματος και επί του βραχίονος του αφαιρέματος, και μετά ταύτα πίεται ο ηυγμένος οίνον. 21 ούτος ο νόμος του ευξαμένου, ος αν εύξηται Κυρίω δώρον αυτού Κυρίω περί της ευχής, χωρίς ων αν εύρη η χείρ αυτού, κατά δύναμιν της ευχής αυτού, ην αν εύξηται κατά νόμον αγνείας.

 22 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 23 λάλησον Ααρών και τοις υιοίς αυτού λέγων· ούτως ευλογήσετε τους υιούς Ισραήλ, λέγοντες αυτοίς· 24 ευλογήσαι σε Κύριος και φυλάξαι σε· 25 επιφάναι Κύριος το πρόσωπον αυτού επί σε και ελεήσαι σε· 26 επάραι Κύριος το πρόσωπον αυτού επί σε και δώη σοι ειρήνην. 27 και επιθήσουσι το όνομά μου επί τους υιούς Ισραήλ, και εγώ Κύριος ευλογήσω αυτούς.

 ΑΡΙΘΜΟΙ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ

 1 ΚΑΙ εγένετο ή ημέρα συνετέλεσε Μωυσής, ωστε αναστήσαι την σκηνήν και έχρισεν αυτήν και ηγίασεν αυτήν και πάντα τα σκεύη αυτής και το θυσιαστήριον και πάντα τα σκεύη αυτού και έχρισεν αυτά και ηγίασεν αυτά, 2 και προσήνεγκαν οι άρχοντες Ισραήλ, δώδεκα άρχοντες οίκων πατριών αυτών, ούτοι οι άρχοντες φυλών, ούτοι οι παρεστηκότες επί της επισκοπής, 3 και ήνεγκαν το δώρον αυτών έναντι Κυρίου, εξ αμάξας λαμπηνικάς και δώδεκα βόας, άμαξαν παρά δύο αρχόντων, και μόσχον παρά εκάστου, και προσήγαγον εναντίον της σκηνής. 4 και είπε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 5 λάβε παρ' αυτών, και έσονται προς τα έργα τα λειτουργικά της σκηνής του μαρτυρίου, και δώσεις αυτά τοις Λευίταις, εκάστω κατά την αυτού λειτουργίαν. 6 και λαβών Μωυσής τας αμάξας και τους βόας, έδωκεν αυτά τοις Λευίταις· 7 και τας δύο αμάξας και τους τέσσαρας βόας έδωκε τοις υιοίς Γεδσών κατά τας λειτουργίας αυτών 8 και τας τέσσαρας αμάξας και τους οκτώ βόας έδωκε τοις υιοίς Μεραρί κατά τας λειτουργίας αυτών, δια Ιθάμαρ υιού Ααρών του ιερέως. 9 και τοις υιοίς Καάθ ου δέδωκεν, ότι τα λειτουργήματα του αγίου έχουσιν· επ' ώμων αρούσιν. 10 και προσήνεγκαν οι άρχοντες εις τον εγκαινισμόν του θυσιαστηρίου, εν τη ημέρα ή έχρισεν αυτό, και προσήνεγκαν οι άρχοντες τα δώρα αυτών απέναντι του θυσιαστηρίου. 11 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· άρχων εις καθ' ημέραν, άρχων καθ' ημέραν προσοίσουσι τα δώρα αυτών εις τον εγκαινισμόν του θυσιαστηρίου.

 12 Και ην ο προσφέρων εν τη ημέρα τη πρώτη το δώρον αυτού Ναασσών υιος Αμιναδάβ, άρχων της φυλής Ιούδα. 13 και προσήνεγκε το δώρον αυτού τρυβλίον αργυρούν εν, τριάκοντα και εκατόν ολκή αυτού, φιάλην μίαν αργυράν εβδομήκοντα σίκλων κατά τον σίκλον τον άγιον, αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω εις θυσίαν· 14 θυϊσκην μίαν δέκα χρυσών πλήρη θυμιάματος· 15 μόσχον ένα εκ βοών, κριόν ένα, αμνόν ένα ενιαύσιον εις ολοκαύτωμα· 16 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας· 17 και εις θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο, κριούς πέντε, τράγους πέντε, αμνάδας ενιαυσίας πέντε. τούτο δώρον Ναασών υιού Αμιναδάβ. 18 τη ημέρα τη δευτέρα προσήνεγκε Ναθαναήλ υιος Σωγάρ, ο άρχων της φυλής Ισσάχαρ. 19 και προσήνεγκε το δώρον αυτού τρυβλίον αργυρούν εν, τριάκοντα και εκατόν ολκή αυτού, φιάλην μίαν αργυράν εβδομήκοντα σίκλων κατά τον σίκλον τον άγιον, αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω εις θυσίαν· 20 θυϊσκην μίαν δέκα χρυσών πλήρη θυμιάματος· 21 μόσχον ένα εκ βοών, κριόν ένα, αμνόν ένα ενιαύσιον εις ολοκαύτωμα· 22 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας· 23 και εις θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο, κριούς πέντε, τράγους πέντε, αμνάδας ενιαυσίας πέντε. τούτο το δώρον Ναθαναήλ υιού Σωγάρ. 24 τη ημέρα τη τρίτη άρχων των υιών Ζαβουλών Ελιάβ υιος Χαιλών. 25 το δώρον αυτού τρυβλίον αργυρούν εν, τριάκοντα και εκατόν ολκή αυτού, φιάλην μίαν αργυράν εβδομήκοντα σίκλων κατά τον σίκλον τον άγιον, αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω εις θυσίαν· 26 θυϊσκην μίαν δέκα χρυσών πλήρη θυμιάματος· 27 μόσχον ένα εκ βοών, κριόν ένα, αμνόν ένα ενιαύσιον εις ολοκαύτωμα· 28 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας· 29 και εις θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο, κριούς πέντε, τράγους πέντε, αμνάδας ενιαυσίας πέντε, τούτο το δώρον Ελιάβ υιού Χαιλών. 30 τη ημέρα τη τετάρτη άρχων των υιών Ρουβήν Ελισούρ υιος Σεδιούρ. 31 το δώρον αυτού τρυβλίον αργυρούν εν, τριάκοντα και εκατόν ολκή αυτού, φιάλην μίαν αργυράν εβδομήκοντα σίκλων κατά τον σίκλον τον άγιον, αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω εις θυσίαν· 32 θυϊσκην μίαν δέκα χρυσών πλήρη θυμιάματος. 33 μόσχον ένα εκ βοών, κριόν ένα, αμνόν ένα ενιαύσιον εις ολοκαύτωμα· 34 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας· 35 και εις θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο, κριούς πέντε, τράγους πέντε, αμνάδας ενιαυσίας πέντε, τούτο το δώρον Ελισούρ υιού Σεδιούρ. 36 τη ημέρα τη πέμπτη άρχων των υιών Συμεών Σαλαμιήλ υιος Σουρισαδαί. 37 το δώρον αυτού τρυβλίον αργυρούν εν, τριάκοντα και εκατόν ολκή αυτού, φιάλην μίαν αργυράν εβδομήκοντα σίκλων κατά τον σίκλον τον άγιον, αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω εις θυσίαν· 38 θυϊσκην μίαν δέκα χρυσών πλήρη θυμιάματος· 39 μόσχον ένα εκ βοών, κριόν ένα, αμνόν ένα ενιαύσιον εις ολοκαύτωμα· 40 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας· 41 και εις θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο, κριούς πέντε, τράγους πέντε, αμνάδας ενιαυσίας πέντε. τούτο το δώρον Σαλαμιήλ υιού Σουρισαδαί. 42 τη ημέρα τη έκτη άρχων των υιών Γάδ, Ελισάφ υιος Ραγουήλ. 43 το δώρον αυτού τρυβλίον αργυρούν εν, τριάκοντα και εκατόν ολκή αυτού, φιάλην μίαν αργυράν εβδομήκοντα σίκλων κατά τον σίκλον τον άγιον, αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω εις θυσίαν· 44 θυϊσκην μίαν δέκα χρυσών πλήρη θυμιάματος· 45 μόσχον ένα εκ βοών, κριόν ένα, αμνόν ένα ενιαύσιον εις ολοκαύτωμα· 46 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας· 47 και εις θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο, κριούς πέντε, τράγους πέντε, αμνάδας ενιαυσίας πέντε. τούτο το δώρον Ελισάφ υιού Ραγουήλ. 48 τη ημέρα τη εβδόμη άρχων των υιών Εφραίμ Ελισαμά υιος Εμιούδ. 49 το δώρον αυτού τρυβλίον αργυρούν εν, τριάκοντα και εκατόν ολκή αυτού, φιάλην μίαν αργυράν εβδομήκοντα σίκλων κατά τον σίκλον τον άγιον, αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω εις θυσίαν· 50 θυϊσκην μίαν δέκα χρυσών, πλήρη θυμιάματος· 51 μόσχον ένα εκ βοών, κριόν ένα, αμνόν ένα ενιαύσιον εις ολοκαύτωμα· 52 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας· 53 και εις θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο, κριούς πέντε, τράγους πέντε, αμνάδας ενιαυσίας πέντε. τούτο το δώρον Ελισαμά υιού Εμιούδ. 54 τη ημέρα τη ογδόη άρχων των υιών Μανασσή Γαμαλιήλ υιος Φαδασσούρ. 55 το δώρον αυτού τρυβλίον αργυρούν εν, τριάκοντα και εκατόν ολκή αυτού, φιάλην μίαν αργυράν εβδομήκοντα σίκλων κατά τον σίκλον τον άγιον, αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω εις θυσίαν· 56 θυϊσκην μίαν δέκα χρυσών πλήρη θυμιάματος· 57 μόσχον ένα εκ βοών, κριόν ένα, αμνόν ένα ενιαύσιον εις ολοκαύτωμα· 58 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας· 59 και εις θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο, κριούς πέντε, τράγους πέντε, αμνάδας ενιαυσίας πέντε. τούτο το δώρον Γαμαλιήλ υιού Φαδασσούρ. 60 τη ημέρα τη ενάτη άρχων των υιών Βενιαμίν Αβιδάν υιος Γαδεωνί. 61 το δώρον αυτού τρυβλίον αργυρούν εν, τριάκοντα και εκατόν ολκή αυτού, φιάλην μίαν αργυράν εβδομήκοντα σίκλων κατά τον σίκλον τον άγιον, αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω εις θυσίαν· 62 θυϊσκην μίαν δέκα χρυσών πλήρη θυμιάματος· 63 μόσχον ένα εκ βοών, κριόν ένα, αμνόν ένα ενιαύσιον εις ολοκαύτωμα· 64 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας· 65 και εις θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο, κριούς πέντε, τράγους πέντε, αμνάδας ενιαυσίας πέντε. τούτο το δώρον Αβιδάν υιού Γαδεωνί. 66 τη ημέρη τη δεκάτη άρχων των υιών Δάν Αχιέζερ υιος Αμισαδαί. 67 το δώρον αυτού τρυβλίον αργυρούν εν, τριάκοντα και εκατόν ολκή αυτού, φιάλην μίαν αργυράν εβδομήκοντα σίκλων κατά τον σίκλον τον άγιον, αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω εις θυσίαν· 68 θυϊσκην μίαν δέκα χρυσών πλήρη θυμιάματος· 69 μόσχον ένα εκ βοών, κριόν ένα, αμνόν ένα ενιαύσιον εις ολοκαύτωμα· 70 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας· 71 και εις θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο, κριούς πέντε, τράγους πέντε, αμνάδας ενιαυσίας πέντε. τούτο το δώρον Αχιέζερ υιού Αμισαδαί. 72 τη ημέρα τη ενδεκάτη άρχων των υιών Ασήρ, Φαγεήλ υιος Εχράν. 73 το δώρον αυτού τρυβλίον αργυρούν, εν, τριάκοντα και εκατόν ολκή αυτού, φιάλην μίαν αργυράν εβδομήκοντα σίκλων κατά τον σίκλον τον άγιον, αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω εις θυσίαν· 74 θυϊσκην μίαν δέκα χρυσών πλήρη θυμιάματος· 75 μόσχον ένα εκ βοών, κριόν ένα, αμνόν ενιαύσιον ένα εις ολοκαύτωμα· 76 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας· 77 και εις θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο, κριούς πέντε, τράγους πέντε, αμνάδας ενιαυσίας πέντε. τούτο το δώρον Φαγεήλ υιού Εχράν. 78 τη ημέρα τη δωδεκάτη άρχων των υιών Νεφθαλί Αχιρέ υιος Αινάν. 79 το δώρον αυτού τρυβλίον αργυρούν εν, τριάκοντα και εκατόν ολκή αυτού, φιάλην μίαν αργυράν εβδομήκοντα σίκλων κατά τον σίκλον τον άγιον, αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω εις θυσίαν· 80 θυϊσκην μίαν δέκα χρυσών πλήρη θυμιάματος. 81 μόσχον ένα εκ βοών, κριόν ένα, αμνόν ένα ενιαύσιον εις ολοκαύτωμα. 82 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας· 83 και εις θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο, κριούς πέντε, τράγους πέντε, αμνάδας ενιαυσίας πέντε. τούτο το δώρον Αχιρέ υιού Αινάν. 84 ούτος ο εγκαινισμός του θυσιαστηρίου, ή ημέρα έχρισεν αυτό παρά των αρχόντων των υιών Ισραήλ· τρυβλία αργυρά δώδεκα, φιάλαι αργυραί δώδεκα, θυϊσκαι χρυσαί δώδεκα, 85 τριάκοντα και εκατόν σίκλων το τρυβλίον το εν και εβδομήκοντα σίκλων η φιάλη η μία, παν το αργύριον των σκευών δισχίλιοι και τετρακόσιοι σίκλοι, σίκλοι εν τω σίκλω τω αγίω· 86 θυϊσκαι χρυσαί δώδεκα πλήρεις θυμιάματος· παν το χρυσίον των θυϊσκών είκοσι και εκατόν χρυσοί. 87 πάσαι αι βόες αι εις ολοκαύτωσιν μόσχοι δώδεκα, κριοί δώδεκα, αμνοί ενιαύσιοι δώδεκα και αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών· και χίμαροι εξ αιγών δώδεκα περί αμαρτίας. 88 πάσαι αι βόες εις θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις εικοσιτέσσαρες, κριοί εξήκοντα, τράγοι εξήκοντα ενιαύσιοι, αμνάδες εξήκοντα ενιαύσιοι άμωμοι. αύτη η εγκαίνωσις του θυσιαστηρίου, μετά το πληρώσαι τας χείρας αυτού και μετά το χρίσαι αυτόν, 89 εν τω εισπορεύεσθαι Μωυσήν εις την σκηνήν του μαρτυρίου λαλήσαι αυτω και ήκουσε την φωνήν Κυρίου λαλούντος προς αυτόν άνωθεν του ιλαστηρίου, ό εστιν επί της κιβωτού του μαρτυρίου, ανά μέσον των δύο Χερουβίμ, και ελάλει προς αυτόν.

 ΑΡΙΘΜΟΙ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η

 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 λάλησον τω Ααρών και ερείς προς αυτόν· όταν επιτιθής τους λύχνους, εκ μέρους κατά πρόσωπον της λυχνίας φωτιούσιν οι επτά λύχνοι. 3 και εποίησεν ούτως Ααρών· εκ του ενός μέρους κατά πρόσωπον της λυχνίας εξήψε τους λύχνους αυτής, καθά συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. 4 και αύτη η κατασκευή της λυχνίας· στερεά χρυσή, ο καυλός αυτής και τα κρίνα αυτής, στερεά όλη· κατά το είδος, ό έδειξε Κύριος τω Μωυσή, ούτως εποίησε την λυχνίαν.

 5 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 6 λάβε τους Λευίτας εκ μέσου υιών Ισραήλ και αφαγνιείς αυτούς. 7 και ούτω ποιήσεις αυτοίς τον αγνισμόν αυτών· περιρρανείς αυτούς ύδωρ αγνισμού, και επελεύσεται ξυρόν επί παν το σώμα αυτών, και πλυνούσι τα ιμάτια αυτών, και καθαροί έσονται. 8 και λήψονται μόσχον ένα εκ βοών και τούτου θυσίαν σεμίδαλιν αναπεποιημένην εν ελαίω, και μόσχον ενιαύσιον εκ βοών λήψη περί αμαρτίας. 9 και προσάξεις τους Λευίτας έναντι της σκηνής του μαρτυρίου και συνάξεις πάσαν συναγωγήν υιών Ισραήλ 10 και προσάξεις τους Λευίτας έναντι Κυρίου, και επιθήσουσιν οι υιοί Ισραήλ τας χείρας αυτών επί τους Λευίτας, 11 και αφοριεί Ααρών τους Λευίτας απόδομα έναντι Κυρίου παρά των υιών Ισραήλ, και έσονται ωστε εργάζεσθαι τα έργα Κυρίου. 12 οι δε Λευίται επιθήσουσι τας χείρας επί τας κεφαλάς των μόσχων, και ποιήσεις τον ένα περί αμαρτίας και τον ένα εις ολοκαύτωμα Κυρίω εξιλάσασθαι περί αυτών. 13 και στήσεις τους Λευίτας έναντι Κυρίου και έναντι Ααρών και έναντι των υιών αυτού και αποδώσεις αυτούς απόδομα έναντι Κυρίου· 14 και διαστελείς τους Λευίτας εκ μέσου υιών Ισραήλ, και έσονται εμοί. 15 και μετά ταύτα εισελεύσονται οι Λευίται εργάζεσθαι τα έργα της σκηνής του μαρτυρίου, και καθαριείς αυτούς και αποδώσεις αυτούς έναντι Κυρίου· 16 ότι απόδομα αποδεδομένοι ούτοί μοί εισιν εκ μέσου υιών Ισραήλ· αντί των διανοιγόντων πάσαν μήτραν πρωτοτόκων πάντων εκ των υιών Ισραήλ είληφα αυτούς εμοί. 17 ότι εμοί παν πρωτότοκον εν υιοίς Ισραήλ από ανθρώπων έως κτήνους· ή ημέρα επάταξα παν πρωτότοκον εν γη Αιγύπτου, ηγίασα αυτούς εμοί 18 και έλαβον τους Λευίτας αντί παντός πρωτοτόκου εν υιοίς Ισραήλ. 19 και απέδωκα τους Λευίτας απόδομα δεδομένους Ααρών και τοις υιοίς αυτού εκ μέσου υιών Ισραήλ εργάζεσθαι τα έργα των υιών Ισραήλ εν τη σκηνή του μαρτυρίου και εξιλάσκεσθαι περί των υιών Ισραήλ, και ουκ έσται εν τοις υιοίς Ισραήλ προσεγγίζων προς τα άγια. 20 και εποίησε Μωυσής και Ααρών και πάσα η συναγωγή υιών Ισραήλ τοις Λευίταις καθά ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή περί των Λευιτών, ούτως εποίησαν αυτοίς οι υιοί Ισραήλ. 21 και ηγνίσαντο οι Λευίται και επλύναντο τα ιμάτια, και απέδωκεν αυτούς Ααρών απόδομα έναντι Κυρίου, και εξιλάσατο περί αυτών Ααρών αφαγνίσασθαι αυτούς. 22 και μετά ταύτα εισήλθον οι Λευίται λειτουργείν την λειτουργίαν αυτών εν τη σκηνή του μαρτυρίου έναντι Ααρών και έναντι των υιών αυτού· καθά συνέταξε Κύριος τω Μωυσή περί των Λευιτών, ούτως εποίησαν αυτοίς.

 23 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 24 τούτό εστι το περί των Λευιτών· από πέντε και εικοσαετούς και επάνω εισελεύσονται ενεργείν εν τη σκηνή του μαρτυρίου· 25 και από πεντηκονταετούς αποστήσεται από της λειτουργίας και ουκ εργάται έτι. 26 και λειτουργήσει ο αδελφός αυτού εν τη σκηνή του μαρτυρίου φυλάσσειν φυλακάς, έργα δε ουκ εργάται. ούτως ποιήσεις τοις Λευίταις εν ταις φυλακαίς αυτών.

 ΑΡΙΘΜΟΙ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ

 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν εν τη ερήμω Σινά εν τω έτει τω δευτέρω, εξελθόντων αυτών εκ γης Αιγύπτου εν τω μηνί τω πρώτω, λέγων· 2 είπον και ποιείτωσαν οι υιοί Ισραήλ το πάσχα καθ' ωραν αυτού· 3 τη τεσσαρεσκαιδεκάτη ημέρα του μηνός του πρώτου προς εσπέραν ποιήσεις αυτό κατά καιρούς, κατά τον νόμον αυτού και κατά την σύγκρισιν αυτού ποιήσεις αυτό. 4 και ελάλησε Μωυσής τοις υιοίς Ισραήλ ποιήσαι το πάσχα. 5 εναρχομένου τη τεσσαρεσκαιδεκάτη ημέρα του μηνός εν τη ερήμω του Σινά, καθά συνέταξε Κύριος τω Μωυσή, ούτως εποίησαν οι υιοί Ισραήλ.

 6 Και παρεγένοντο οι άνδρες, οί ήσαν ακάθαρτοι επί ψυχή ανθρώπου, και ουκ ηδύναντο ποιήσαι το πάσχα εν τη ημέρα εκείνη. και προσήλθον εναντίον Μωυσή και Ααρών εν εκείνη τη ημέρα, 7 και είπαν οι άνδρες εκείνοι προς αυτόν· ημείς ακάθαρτοι επί ψυχή ανθρώπου, μη ουν υστερήσωμεν προσενέγκαι το δώρον Κυρίω κατά καιρόν αυτού εν μέσω υιών Ισραήλ; 8 και είπε προς αυτούς Μωυσής· στήτε αυτού, και ακούσομαι τι εντελείται Κύριος περί υμών. 9 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 10 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ λέγων· άνθρωπος άνθρωπος, ος εάν γένηται ακάθαρτος επί ψυχή ανθρώπου, ή εν οδω μακράν υμίν, ή εν ταις γενεαίς υμών, και ποιήσει το πάσχα Κυρίω· 11 εν τω μηνί τω δευτέρω, εν τη τεσσαρεσκαιδεκάτη ημέρα, το προς εσπέραν ποιήσουσιν αυτό, επ' αζύμων και πικρίδων φάγονται αυτό, 12 ου καταλείψουσιν απ' αυτού εις το πρωϊ, και οστούν ου συντρίψουσιν απ' αυτού· κατά τον νόμον του πάσχα ποιήσουσιν αυτό. 13 και άνθρωπος, ος εάν καθαρός ή και εν οδω μακράν ουκ έστι και υστερήση ποιήσαι το πάσχα, εξολοθρευθήσεται η ψυχή εκείνη εκ του λαού αυτής, ότι το δώρον Κυρίω ου προσήνεγκε κατά τον καιρόν αυτού, αμαρτίαν αυτού λήψεται ο άνθρωπος εκείνος. 14 εάν δε προσέλθη προς υμάς προσήλυτος εν τη γη υμών και ποιήση το πάσχα Κυρίω, κατά τον νόμον του πάσχα και κατά την σύνταξιν αυτού ποιήσει αυτό· νόμος εις έσται υμίν και τω προσηλύτω και τω αυτόχθονι της γης.

 15 Και τη ημέρα, ή εστάθη η σκηνή, εκάλυψεν η νεφέλη την σκηνήν, τον οίκον του μαρτυρίου· και το εσπέρας ην επί της σκηνής ως είδος πυρός έως πρωϊ. 16 ούτως εγίνετο διαπαντός· η νεφέλη εκάλυπτεν αυτήν ημέρας και είδος πυρός την νύκτα. 17 και ηνίκα ανέβη η νεφέλη από της σκηνής, και μετά ταύτα απήραν οι υιοί Ισραήλ· και εν τω τόπω, ου αν έστη η νεφέλη, εκεί παρενέβαλον οι υιοί Ισραήλ. 18 δια προστάγματος Κυρίου παρεμβαλούσιν οι υιοί Ισραήλ και δια προστάγματος Κυρίου απαρούσι· πάσας τας ημέρας, εν αις σκιάζει η νεφέλη επί της σκηνής, παρεμβαλούσιν οι υιοί Ισραήλ· 19 και όταν εφέλκηται η νεφέλη επί της σκηνής ημέρας πλείους, και φυλάξονται οι υιοί Ισραήλ την φυλακήν του Θεού και ου μη εξάρωσι. 20 και έσται όταν σκεπάζη η νεφέλη ημέρας αριθμω επί της σκηνής, δια φωνής Κυρίου παρεμβαλούσι, και δια προστάγματος Κυρίου απαρούσι· 21 και έσται όταν γένηται η νεφέλη αφ' εσπέρας έως πρωϊ και αναβή η νεφέλη το πρωϊ, και απαρούσιν ημέρας ή νυκτός· 22 μηνός ημέρας πλεοναζούσης της νεφέλης σκιαζούσης επ' αυτής παρεμβαλούσιν οι υιοί Ισραήλ, και ου μη απάρωσιν· 23 ότι δια προστάγματος Κυρίου απαρούσι, την φυλακήν Κυρίου εφυλάξαντο δια προστάγματος Κυρίου εν χειρί Μωυσή.

 ΑΡΙΘΜΟΙ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι

 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 ποίησον σεαυτω δύο σάλπιγγας αργυράς, ελατάς ποιήσεις αυτάς, και έσονταί σοι ανακαλείν την συναγωγήν και εξαίρειν τας παρεμβολάς. 3 και σαλπιείς εν αυταίς και συναχθήσεται πάσα η συναγωγή επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου· 4 εάν δε εν μια σαλπίσωσι, προσελεύσονται προς σε πάντες οι άρχοντες αρχηγοί Ισραήλ. 5 και σαλπιείτε σημασίαν, και εξαρούσιν αι παρεμβολαί αι παρεμβάλλουσαι ανατολάς· 6 και σαλπιείτε σημασίαν δευτέραν, και εξαρούσιν αι παρεμβολαί αι παρεμβάλλουσαι λίβα· και σαλπιείτε σημασίαν τρίτην, και εξαρούσιν αι παρεμβολαί αι παρεμβάλλουσαι παρά θάλασσαν· και σαλπιείτε σημασίαν τετάρτην, και εξαρούσιν αι παρεμβολαί αι παρεμβάλλουσαι προς βορράν· σημασία σαλπιούσιν εν τη εξάρσει αυτών. 7 και όταν συναγάγητε την συναγωγήν, σαλπιείτε και ου σημασία 8 και οι υιοί Ααρών οι ιερείς σαλπιούσι ταις σάλπιγξι, και έσται υμίν νόμιμον αιώνιον εις τας γενεάς υμών. 9 εάν δε εξέλθητε εις πόλεμον εν τη γη υμών προς τους υπεναντίους τους ανθεστηκότας υμίν, και σημανείτε ταις σάλπιγξι και αναμνησθήσεσθε έναντι Κυρίου και διασωθήσεσθε από των εχθρών υμών. 10 και εν ταις ημέραις της ευφροσύνης υμών και εν ταις εορταίς υμών και εν ταις νουμηνίαις υμών σαλπιείτε ταις σάλπιγξιν επί τοις ολοκαυτώμασι και επί ταις θυσίαις των σωτηρίων υμών, και έσται υμίν ανάμνησις έναντι του Θεού υμών· εγώ Κύριος ο Θεός υμών.

 11 Και εγένετο εν τω ενιαυτω τω δευτέρω εν τω μηνί τω δευτέρω εικάδι του μηνός ανέβη η νεφέλη από της σκηνής του μαρτυρίου, 12 και εξήραν οι υιοί Ισραήλ συν απαρτίαις αυτών εν τη ερήμω Σινά, και έστη η νεφέλη εν τη ερήμω του Φαράν. 13 και εξήραν πρώτοι δια φωνής Κυρίου εν χειρί Μωυσή. 14 και εξήραν τάγμα παρεμβολής υιών Ιούδα πρώτοι συν δυνάμει αυτών· και επί της δυνάμεως αυτών Ναασσών υιος Αμιναδάβ, 15 και επί της δυνάμεως φυλής υιών Ισσάχαρ Ναθαναήλ υιος Σωγάρ, 16 και επί της δυνάμεως φυλής υιών Ζαβουλών Ελιάβ υιος Χαιλών. 17 και καθελούσι την σκηνήν και εξαρούσιν οι υιοί Γεδσών και οι υιοί Μεραρί, οι αίροντες την σκηνήν. 18 και εξήραν τάγμα παρεμβολής Ρουβήν συν δυνάμει αυτών· και επί της δυνάμεως αυτών Ελισούρ υιος Σεδιούρ, 19 και επί της δυνάμεως φυλής Συμεών, Σαλαμιήλ υιος Σουρισαδαί, 20 και επί της δυνάμεως φυλής υιών Γάδ Ελισάφ ο του Ραγουήλ. 21 και εξαρούσιν υιοί Καάθ αίροντες τα άγια και στήσουσι την σκηνήν, έως παραγένωνται. 22 και εξαρούσι τάγμα παρεμβολής Εφραϊμ συν δυνάμει αυτών· και επί της δυνάμεως αυτών Ελισαμά υιος Σεμιούδ, 23 και επί της δυνάμεως φυλής υιών Μανασσή Γαμαλιήλ ο του Φαδασσούρ, 24 και επί της δυνάμεως φυλής υιών Βενιαμίν Αβιδάν ο του Γαδεωνί. 25 και εξαρούσι τάγμα παρεμβολής υιών Δάν, έσχατοι πασών των παρεμβολών, συν δυνάμει αυτών· και επί της δυνάμεως αυτών Αχιέζερ ο του Αμισαδαϊ, 26 και επί της δυνάμεως φυλής υιών Ασήρ Φαγεήλ υιος Εχράν, 27 και επί της δυνάμεως φυλής υιών Νεφθαλί Αχιρέ υιος Αινάν. 28 αύται αι στρατιαί υιών Ισραήλ, και εξήραν συν δυνάμει αυτών.

 29 Και είπε Μωυσής τω ‘Οβάβ υιω Ραγουήλ τω Μαδιανίτη τω γαμβρω Μωυσή· εξαίρομεν ημείς εις τον τόπον ον είπε Κύριος, τούτον δώσω υμίν· δεύρο μεθ' ημών, και εύ σε ποιήσομεν, ότι Κύριος ελάλησε καλά περί Ισραήλ. 30 και είπε προς αυτόν· ου πορεύσομαι, αλλά εις την γην μου και εις την γενεάν μου. 31 και είπε· μη εγκαταλίπης ημάς, ου ένεκεν ήσθα μεθ' ημών εν τη ερήμω, και έση εν ημίν πρεσβύτης· 32 και έσται εάν πορευθής μεθ' ημών, και έσται τα αγαθά εκείνα, όσα αν αγαθοποιήση Κύριος ημάς, και εύ σε ποιήσομεν.

 33 Και εξήραν εκ του όρους Κυρίου οδόν τριών ημερών, και η κιβωτός της διαθήκης Κυρίου προεπορεύετο προτέρα αυτών οδόν τριών ημερών κατασκέψασθαι αυτοίς ανάπαυσιν. 34 και εγένετο εν τω εξαίρειν την κιβωτόν και είπε Μωυσής· εξεγέρθητι, Κύριε, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί σου, φυγέτωσαν πάντες οι μισούντές σε. 35 και εν τη καταπαύσει είπεν· επίστρεφε, Κύριε, χιλιάδας μυριάδας εν τω Ισραήλ. 36 και η νεφέλη εγένετο σκιάζουσα επ' αυτοίς ημέρας εν τω εξαίρειν αυτούς εκ της παρεμβολής.

 ΑΡΙΘΜΟΙ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ

 1 ΚΑΙ ην ο λαός γογγύζων πονηρά έναντι Κυρίου, και ήκουσε Κύριος και εθυμώθη οργή, και εξεκαύθη εν αυτοίς πυρ παρά Κυρίου και κατέφαγε μέρος τι της παρεμβολής. 2 και εκέκραξεν ο λαός προς Μωυσήν, και ηύξατο Μωυσής προς Κύριον, και εκόπασε το πυρ. 3 και εκλήθη το όνομα του τόπου εκείνου Εμπυρισμός, ότι εξεκαύθη εν αυτοίς παρά Κυρίου.

 4 Και ο επίμικτος ο εν αυτοίς επεθύμησεν επιθυμίαν, και καθίσαντες έκλαιον και οι υιοί Ισραήλ και είπαν· τις ημάς ψωμιεί κρέα; 5 εμνήσθημεν τους ιχθύας, ους ησθίομεν εν Αιγύπτω δωρεάν, και τους σικύους και τους πέπονας και τα πράσα και τα κρόμμυα και τα σκόρδα· 6 νυνί δε η ψυχή ημών κατάξηρος, ουδέν πλήν εις το μάννα οι οφθαλμοί ημών· 7 το δε μάννα ωσεί σπέρμα κορίου εστί, και το είδος αυτού είδος κρυστάλλου· 8 και διεπορεύετο ο λαός και συνέλεγον και ήληθον αυτό εν τω μύλω και έτριβον εν τη θυϊα και ήψουν αυτό εν τη χύτρα και εποίουν αυτό εγκρυφίας, και ην η ηδονή αυτού ωσεί γεύμα εγκρίς εξ ελαίου· 9 και όταν κατέβη η δρόσος επί την παρεμβολήν νυκτός, κατέβαινε το μάννα επ' αυτής. 10 και ήκουσε Μωυσής κλαιόντων αυτών κατά δήμους αυτών, έκαστον επί της θύρας αυτού· και εθυμώθη οργή Κύριος σφόδρα, και έναντι Μωυσή ην πονηρόν. 11 και είπε Μωυσής προς Κύριον· ινατί εκάκωσας τον θεράποντά σου, και διατί ουχ εύρηκα χάριν εναντίον σου, επιθείναι την ορμήν του λαού τούτου επ' εμέ; 12 μη εγώ εν γαστρί έλαβον πάντα τον λαόν τούτον, ή εγώ έτεκον αυτούς, ότι λέγεις μοι, λάβε αυτόν εις τον κόλπον σου, ωσεί άραι τιθηνός τον θηλάζοντα, εις την γην ην ώμοσας τοις πατράσιν αυτών; 13 πόθεν μοι κρέα δούναι παντί τω λαω τούτω; ότι κλαίουσιν επ' εμοί, λέγοντες· δος ημίν κρέα, ίνα φάγωμεν. 14 ου δυνήσομαι εγώ μόνος φέρειν τον λαόν τούτον, ότι βαρύτερόν μοί εστι το ρήμα τούτο. 15 ει δ' ούτω συ ποιείς μοι, απόκτεινόν με αναιρέσει, ει εύρηκα έλεος παρά σοί, ίνα μη ίδω την κάκωσίν μου. 16 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· συνάγαγέ μοι εβδομήκοντα άνδρας από των πρεσβυτέρων Ισραήλ, ους αυτός συ οίδας, ότι ούτοί εισι πρεσβύτεροι του λαού και γραμματείς αυτών. και άξεις αυτούς προς την σκηνήν του μαρτυρίου, και στήσονται εκεί μετά σου. 17 και καταβήσομαι και λαλήσω εκεί μετά σου και αφελώ από του πνεύματος του επί σοί και επιθήσω επ' αυτούς, και συναντιλήψονται μετά σου την ορμήν του λαού, και ουκ οίσεις αυτούς συ μόνος. 18 και τω λαω ερείς· αγνίσασθε εις αύριον, και φάγεσθε κρέα, ότι εκλαύσατε έναντι Κυρίου λέγοντες· τις ημάς ψωμιεί κρέα; ότι καλόν ημίν εστιν εν Αιγύπτω. και δώσει Κύριος υμίν φαγείν κρέα, και φάγεσθε κρέα. 19 ουχ ημέραν μίαν φάγεσθε, ουδέ δύο, ουδέ πέντε ημέρας, ουδέ δέκα ημέρας, ουδέ είκοσιν ημέρας. 20 έως μηνός ημερών φάγεσθε, έως αν εξέλθη εκ των μυκτήρων υμών. και έσται υμίν εις χολέραν, ότι ηπειθήσατε Κυρίω, ος εστιν εν υμίν, και εκλαύσατε εναντίον αυτού λέγοντες· ινατί ημίν εξελθείν εξ Αιγύπτου; 21 και είπε Μωυσής· εξακόσιαι χιλιάδες πεζών ο λαός, εν οίς ειμι εν αυτοίς. και συ είπας, κρέα δώσω αυτοίς φαγείν, και φάγονται μήνα ημερών. 22 μη πρόβατα και βόες σφαγήσονται αυτοίς, και αρκέσει αυτοίς; ή παν το όψος της θαλάσσης συναχθήσεται αυτοίς, και αρκέσει αυτοίς; 23 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· μη χείρ Κυρίου ουκ εξαρκέσει; ήδη γνώση ει επικαταλήψεταί σε ο λόγος μου ή ου. 24 και εξήλθε Μωυσής και ελάλησε προς τον λαόν τα ρήματα Κυρίου και συνήγαγεν εβδομήκοντα άνδρας από των πρεσβυτέρων του λαού και έστησεν αυτούς κύκλω της σκηνής. 25 και κατέβη Κύριος εν νεφέλη και ελάλησε προς αυτόν· και παρείλατο από του πνεύματος του επ' αυτω και επέθηκεν επί τους εβδομήκοντα άνδρας τους πρεσβυτέρους· ως δε επανεπαύσατο πνεύμα επ' αυτούς, και επροφήτευσαν και ουκ έτι προσέθεντο. 26 και κατελείφθησαν δύο άνδρες εν τη παρεμβολή, όνομα τω ενί Ελδάδ και όνομα τω δευτέρω Μωδάδ, και επανεπαύσατο επ' αυτούς πνεύμα· και ούτοι ήσαν των καταγεγραμμένων και ουκ ήλθον προς την σκηνήν· και επροφήτευσαν εν τη παρεμβολή. 27 και προσδραμών ο νεανίσκος απήγγειλε Μωυσή και είπε λέγων· Ελδάδ και Μωδάδ προφητεύουσιν εν τη παρεμβολή. 28 και αποκριθείς Ιησούς ο του Ναυή ο παρεστηκώς Μωυσή, ο εκλεκτός, είπε· κύριε Μωυσή, κώλυσον αυτούς. 29 και είπε Μωυσής αυτω· μη ζηλοίς εμέ; και τις δώη πάντα τον λαόν Κυρίου προφήτας, όταν δω Κύριος το πνεύμα αυτού επ' αυτούς; 30 και απήλθε Μωυσής εις την παρεμβολήν αυτός και οι πρεσβύτεροι Ισραήλ. 31 και πνεύμα εξήλθε παρά Κυρίου και εξεπέρασεν ορτυγομήτραν από της θαλάσσης και επέβαλεν επί την παρεμβολήν οδόν ημέρας εντεύθεν και οδόν ημέρας εντεύθεν, κυκλω της παρεμβολής, ωσεί δίπηχυ από της γης. 32 και αναστάς ο λαός όλην την ημέραν και όλην την νύκτα και όλην την ημέραν την επαύριον και συνήγαγον την ορτυγομήτραν, ο το ολίγον, συνήγαγε δέκα κόρους, και έψυξαν εαυτοίς ψυγμούς κύκλω της παρεμβολής. 33 τα κρέα έτι ην εν τοις οδούσιν αυτών πρινή εκλείπειν, και Κύριος εθυμώθη εις τον λαόν, και επάταξε Κύριος τον λαόν πληγήν μεγάλην σφόδρα. 34 και εκλήθη το όνομα του τόπου εκείνου Μνήματα της επιθυμίας, ότι εκεί έθαψαν τον λαόν τον επιθυμητήν.

 35 Από Μνημάτων επιθυμίας εξήρεν ο λαός εις Ασηρώθ, και εγένετο ο λαός εν Ασηρώθ.

 ΑΡΙΘΜΟΙ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ

 1 ΚΑΙ ελάλησε Μαριάμ και Ααρών κατά Μωυσή, ένεκεν της γυναικός της Αιθιοπίσσης ην έλαβε Μωυσής, ότι γυναίκα Αιθιόπισσαν έλαβε, 2 και είπαν· μη Μωυσή μόνω λελάληκε Κύριος; ουχί και ημίν ελάλησε; και ήκουσε Κύριος. 3 και ο άνθρωπος Μωυσής πραϋς σφόδρα παρά πάντας τους ανθρώπους τους όντας επί της γης. 4 και είπε Κύριος παραχρήμα προς Μωυσήν και Ααρών και Μαριάμ· εξέλθετε υμείς οι τρεις εις την σκηνήν του μαρτυρίου· 5 και εξήλθον οι τρεις εις την σκηνήν του μαρτυρίου. και κατέβη Κύριος εν στύλω νεφέλης και έστη επί της θύρας της σκηνής του μαρτυρίου, και εκλήθησαν Ααρών και Μαριάμ και εξήλθοσαν αμφότεροι. 6 και είπε προς αυτούς· ακούσατε των λόγων μου· εάν γένηται προφήτης υμών Κυρίω, εν οράματι αυτω γνωσθήσομαι και εν ύπνω λαλήσω αυτω. 7 ουχ ούτως ο θεράπων μου Μωυσής· εν όλω τω οίκω μου πιστός εστι· 8 στόμα κατά στόμα λαλήσω αυτω, εν είδει και ου δι' αινιγμάτων, και την δόξαν Κυρίου είδε· και διατί ουκ εφοβήθητε καταλαλήσαι κατά του θεράποντός μου Μωυσή; 9 και οργή θυμού Κυρίου επ' αυτοίς, και απήλθε. 10 και η νεφέλη απέστη από της σκηνής, και ιδού Μαριάμ λεπρώσα ωσεί χιών· και επέβλεψεν Ααρών επί Μαριάμ, και ιδού λεπρώσα. 11 και είπεν Ααρών προς Μωυσήν· δέομαι, κύριε, μη συνεπιθή ημίν αμαρτίαν, διότι ηγνοήσαμεν καθ' ότι ημάρτομεν· 12 μη γένηται ωσεί ίσον θανάτω, ωσεί έκτρωμα εκπορευόμενον εκ μήτρας μητρός και κατεσθίει το ήμισυ των σαρκών αυτής. 13 και εβόησε Μωυσής προς Κύριον λέγων· ο Θεός δέομαί σου, ίασαι αυτήν. 14 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· ει ο πατήρ αυτής πτύων ενέπτυσεν εις το πρόσωπον αυτής, ουκ εντραπήσεται επτά ημέρας; αφορισθήτω επτά ημέρας έξω της παρεμβολής και μετά ταύτα εισελεύσεται. 15 και αφωρίσθη Μαριάμ έξω της παρεμβολής επτά ημέρας· και ο λαός ουκ εξήρεν, έως εκαθαρίσθη Μαριάμ.

 ΑΡΙΘΜΟΙ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ

 1 ΚΑΙ μετά ταύτα εξήρεν ο λαός εξ Ασηρώθ, και παρενέβαλον εν τη ερήμω του Φαράν. 2 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 3 απόστειλον σεαυτω άνδρας, και κατασκεψάσθωσαν την γην των Χαναναίων, ην εγώ δίδωμι τοις υιοίς Ισραήλ εις κατάσχεσιν, άνδρα ένα κατά φυλήν, κατά δήμους πατριών αυτών αποστελείς αυτούς, πάντα αρχηγόν εξ αυτών. 4 και εξαπέστειλεν αυτούς Μωυσής εκ της ερήμου Φαράν δια φωνής Κυρίου· πάντες άνδρες αρχηγοί υιών Ισραήλ ούτοι. 5 και ταύτα τα ονόματα αυτών· της φυλής Ρουβήν Σαμουήλ υιος Ζαχούρ· 6 της φυλής Συμεών Σαφάτ υιος Σουρί· 7 της φυλής Ιούδα Χάλεφ υιος Ιεφοννή· 8 της φυλής Ισσάχαρ Ιλαάλ υιος Ιωσήφ· 9 της φυλής Εφραίμ Αυσή υιος Ναυή· 10 της φυλής Βενιαμίν Φαλτί υιος Ραφού· 11 της φυλής Ζαβουλών Γουδιήλ υιος Σουδί· 12 της φυλής Ιωσήφ των υιών Μανασσή, Γαδί υιος Σουσί· 13 της φυλής Δάν Αμιήλ υιος Γαμαλί· 14 της φυλής Ασήρ Σαθούρ υιος Μιχαήλ· 15 της φυλής Νεφθαλί Ναβί υιος Σαβί· 16 της φυλής Γάδ Γουδιήλ υιος Μακχί· 17 ταύτα τα ονόματα των ανδρών, ους απέστειλε Μωυσής κατασκέψασθαι την γην. και επωνόμασε Μωυσής τον Αυσή υιόν Ναυή Ιησούν. 18 και απέστειλεν αυτούς Μωυσής κατασκέψασθαι την γην Χαναάν και είπε προς αυτούς· ανάβητε ταύτη τη ερήμω και αναβήσεσθε εις το όρος, 19 και όψεσθε την γην, τις εστι, και τον λαόν τον εγκαθήμενον επ' αυτής, ει ισχυρός εστιν ή ασθενής, ει ολίγοι εισίν ή πολλοί· 20 και τις η γη, εις ην ούτοι εγκάθηνται επ' αυτής, ει καλή εστιν ή πονηρά· και τίνες αι πόλεις, ας ούτοι κατοικούσιν εν αυταίς, ει εν τειχήρεσιν ή εν ατειχίστοις· 21 και τις η γη, ει πίων ή παρειμένη, ει έστιν εν αυτη δένδρα ή ου· και προσκαρτερήσαντες λήψεσθε από των καρπών της γης. και αι ημέραι ημέραι έαρος, πρόδρομοι σταφυλής. 22 και αναβάντες κατεσκέψαντο την γην από της ερήμου Σίν έως Ροόβ, εισπορευομένων Αιμάθ. 23 και ανέβησαν κατά την έρημον και απήλθον έως Χεβρών, και εκεί Αχιμάν και Σεσσί και Θελαμί, γενεαί Ενάχ· και Χεβρών επτά έτεσιν ωκοδομήθη προ του Τανίν Αιγύπτου. 24 και ήλθοσαν έως Φάραγγος βότρυος, και κατεσκέψαντο αυτήν· και έκοψαν εκείθεν κλήμα και βότρυν σταφυλής ένα επ' αυτού και ήραν αυτόν επ' αναφορεύσι και από των ροών, και από των συκών. 25 και τον τόπον εκείνον επωνόμασαν Φάραγξ βότρυος δια τον βότρυν, ον έκοψαν εκείθεν οι υιοί Ισραήλ.

 26 Και απέστρεψαν εκείθεν κατασκεψάμενοι την γην μετά τεσσαράκοντα ημέρας. 27 και πορευθέντες ήλθον προς Μωυσήν και Ααρών και προς πάσαν συναγωγήν υιών Ισραήλ, εις την έρημον Φαράν Κάδης και απεκρίθησαν αυτοίς ρήμα και πάση συναγωγή και έδειξαν τον καρπόν της γης. 28 και διηγήσαντο αυτω και είπαν· ήλθαμεν εις την γην, εις ην απέστειλας ημάς, γην ρέουσαν γάλα και μέλι, και ούτος ο καρπός αυτής· 29 αλλ' ή ότι θρασύ το έθνος το κατοικούν επ' αυτής, και αι πόλεις οχυραί τετειχισμέναι μεγάλαι σφόδρα, και την γενεάν Ενάχ εωράκαμεν εκεί, 30 και Αμαλήκ κατοικεί εν τη γη τη προς νότον, και ο Χετταίος και ο Ευαίος και ο Ιεβουσαίος και ο Αμορραίος κατοικεί εν τη ορεινή, και ο Χαναναίος κατοικεί παρά θάλασσαν και παρά τον Ιορδάνην ποταμόν. 31 και κατεσιώπησε Χάλεβ τον λαόν προς Μωυσήν και είπεν αυτω· ουχί, αλλά αναβάντες αναβησόμεθα και κατακληρονομήσομεν αυτήν, ότι δυνατοί δυνησόμεθα προς αυτούς. 32 και οι άνθρωποι οι συναναβάντες μετ' αυτού είπαν· ουκ αναβαίνομεν, ότι ου μη δυνώμεθα αναβήναι προς το έθνος, ότι ισχυρότερον ημών εστι μάλλον. 33 και εξήνεγκαν έκστασιν της γης, ην κατεσκέψαντο αυτήν προς τους υιούς Ισραήλ, λέγοντες· την γην, ην παρήλθομεν αυτήν κατασκέψασθαι, γη κατέσθουσα τους κατοικούντας επ' αυτής εστι· και πας ο λαός, ον εωράκαμεν εν αυτη, άνδρες υπερμήκεις· 34 και εκεί εωράκαμεν τους γίγαντας και ήμεν ενώπιον αυτών ωσεί ακρίδες, αλλά και ούτως ήμεν ενώπιον αυτών.

 ΑΡΙΘΜΟΙ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ

 1 ΚΑΙ αναλαβούσα πάσα η συναγωγή ενέδωκε φωνήν, και έκλαιεν ο λαός όλην την νύκτα εκείνην. 2 και διεγόγγυζον επί Μωυσήν και Ααρών πάντες οι υιοί Ισραήλ, και είπαν προς αυτούς πάσα η συναγωγή· όφελον απεθάνομεν εν τη Αιγύπτω, ή εν τη ερήμω ταύτη ει απεθάνομεν. 3 και ινατί Κύριος εισάγει ημάς εις την γην ταύτην πεσείν εν πολέμω; αι γυναίκες ημών και τα παιδία έσονται εις διαρπαγήν· νυν ουν βέλτιον ημίν εστιν αποστραφήναι εις Αίγυπτον. 4 και είπαν έτερος τω ετέρω· δώμεν αρχηγόν και αποστρέψωμεν εις Αίγυπτον. 5 και έπεσε Μωυσής και Ααρών επί πρόσωπον εναντίον πάσης συναγωγής υιών Ισραήλ. 6 Ιησούς δε ο του Ναυή και Χάλεβ ο του Ιεφοννή, των κατασκεψαμένων την γην, διέρρηξαν τα ιμάτια αυτών 7 και είπαν προς πάσαν συναγωγήν υιών Ισραήλ λέγοντες· η γη, ην κατεσκεψάμεθα αυτήν, αγαθή εστι σφόδρα σφόδρα· 8 ει αιρετίζει ημάς Κύριος, εισάξει ημάς εις την γην ταύτην και δώσει αυτήν ημίν, γη ήτις εστί ρέουσα γάλα και μέλι. 9 αλλά από του Κυρίου μη αποστάται γίνεσθε· υμείς δε μη φοβηθήτε τον λαόν της γης, ότι κατάβρωμα ημίν εστιν· αφέστηκε γαρ ο καιρός απ' αυτών, ο δε Κύριος εν ημίν· μη φοβηθήτε αυτούς. 10 και είπε πάσα η συναγωγή καταλιθοβολήσαι αυτούς εν λίθοις. και η δόξα Κυρίου ώφθη εν τη νεφέλη επί της σκηνής του μαρτυρίου πάσι τοις υιοίς Ισραήλ. 11 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· έως τίνος παροξύνει με ο λαός ούτος και έως τίνος ου πιστεύουσί μοι επί πάσι τοις σημείοις, οίς εποίησα εν αυτοίς; 12 πατάξω αυτούς θανάτω και απολώ αυτούς και ποιήσω σε και τον οίκον του πατρός σου εις έθνος μέγα και πολύ μάλλον ή τούτο. 13 και είπε Μωυσής προς Κύριον· και ακούσεται Αίγυπτος, ότι ανήγαγες τη ισχύϊ σου τον λαόν τούτον εξ αυτών, 14 αλλά και πάντες οι κατοικούντες επί της γης ταύτης ακηκόασιν, ότι συ ει Κύριος εν τω λαω τούτω, όστις οφθαλμοίς κατ' οφθαλμούς οπτάζη, Κύριε, και η νεφέλη σου εφέστηκεν επ' αυτών, και εν στύλω νεφέλης συ πορεύη πρότερος αυτών την ημέραν και εν στύλω πυρός την νύκτα. 15 και εκτρίψεις τον λαόν τούτον ωσεί άνθρωπον ένα, και ερούσι τα έθνη, όσοι ακηκόασι το όνομά σου, λέγοντες· 16 παρά το μη δύνασθαι Κύριον εισαγαγείν τον λαόν τούτον εις την γην, ην ώμοσεν αυτοίς, κατέστρωσεν αυτούς εν τη ερήμω. 17 και νυν υψωθήτω η ισχύς, Κύριε, ον τρόπον είπας λέγων· 18 Κύριος μακρόθυμος και πολυέλεος και αληθινός, αφαιρών ανομίας και αδικίας και αμαρτίας, και καθαρισμω ου καθαριεί τον ένοχον αποδιδούς αμαρτίας πατέρων επί τέκνα έως τρίτης και τετάρτης γενεάς. 19 άφες την αμαρτίαν τω λαω τούτω κατά το μέγα έλεός σου, καθάπερ ίλεως εγένου αυτοίς απ' Αιγύπτου έως του νυν. 20 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· ίλεως αυτοίς ειμι κατά το ρήμά σου· 21 αλλά ζω εγώ και ζων το όνομά μου και εμπλήσει η δόξα Κυρίου πάσαν την γην, 22 ότι πάντες οι άνδρες οι ορώντες την δόξαν μου και τα σημεία, α εποίησα εν Αιγύπτω και εν τη ερήμω, και επείρασάν με τούτο δέκατον, και ουκ εισήκουσαν της φωνής μου, 23 ή μην ουκ όψονται την γην, ην ώμοσα τοις πατράσιν αυτών, αλλ' ή τα τέκνα αυτών, α εστι μετ' εμού ώδε, όσοι ουκ οίδασιν αγαθόν ουδέ κακόν, πας νεώτερος άπειρος, τούτοις δώσω την γην, πάντες δε οι παροξύναντές με ουκ όψονται αυτήν. 24 ο δε παις μου Χάλεβ, ότι πνεύμα έτερον εν αυτω και επηκολούθησέ μοι, εισάξω αυτόν εις την γην, εις ην εισήλθεν εκεί, και το σπέρμα αυτού κληρονομήσει αυτήν. 25 ο δε Αμαλήκ και ο Χαναναίος κατοικούσιν εν τη κοιλάδι· αύριον επιστράφητε και απάρατε υμείς εις την έρημον, οδόν θάλασσαν ερυθράν.

 26 Και είπε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών λέγων· 27 έως τίνος την συναγωγήν την πονηράν ταύτην; α αυτοί γογγύζουσιν εναντίον μου, την γόγγυσιν των υιών Ισραήλ, ην εγόγγυσαν περί υμών, ακήκοα. 28 ειπόν αυτοίς· ζω εγώ, λέγει Κύριος, ή μην ον τρόπον λελαλήκατε εις τα ώτά μου, ούτω ποιήσω υμίν. 29 εν τη ερήμω ταύτη πεσείται τα κώλα υμών, και πάσα η επισκοπή υμών και οι κατηριθμημένοι υμών από εικοσαετούς και επάνω, όσοι εγόγγυζον επ' εμοί· 30 ει υμείς εισελεύσεσθε εις την γην, εφ' ην εξέτεινα την χείρά μου κατασκηνώσαι υμάς επ' αυτής, αλλ' ή Χάλεβ υιος Ιεφοννή και Ιησούς ο του Ναυή· 31 και τα παιδία, α είπατε εν διαρπαγή έσεσθαι, εισάξω αυτούς εις την γην, και κληρονομήσουσι την γην, ην υμείς απέστητε απ' αυτής. 32 και τα κώλα υμών πεσείται εν τη ερήμω ταύτη, 33 οι δε υιοί υμών έσονται νεμόμενοι εν τη ερήμω τεσσαράκοντα έτη και ανοίσουσι την πορνείαν υμών, έως αν αναλωθή τα κώλα υμών εν τη ερήμω, 34 κατά τον αριθμόν των ημερών, όσας κατεσκέψασθε την γην, τεσσαράκοντα ημέρας, ημέραν του ενιαυτού, λήψεσθε τας αμαρτίας υμών τεσσαράκοντα έτη και γνώσεσθε τον θυμόν της οργής μου. 35 εγώ Κύριος ελάλησα· ή μην ούτω ποιήσω τη συναγωγή τη πονηρά ταύτη τη επισυνισταμένη επ' εμέ· εν τη ερήμω ταύτη εξαναλωθήσονται και εκεί αποθανούνται. 36 και οι άνθρωποι, ους απέστειλε Μωυσής κατασκέψασθαι την γην και παραγενηθέντες διεγόγγυσαν κατ' αυτής προς την συναγωγήν εξενέγκαι ρήματα πονηρά περί της γης, 37 και απέθανον οι άνθρωποι οι κατείπαντες πονηρά κατά της γης εν τη πληγή έναντι Κυρίου 38 και Ιησούς υιος Ναυή, και Χάλεβ υιος Ιεφοννή έζησαν από των ανθρώπων εκείνων των πεπορευμένων κατασκέψασθαι την γην.

 39 Και ελάλησε Μωυσής τα ρήματα ταύτα προς πάντας υιούς Ισραήλ, και επένθησεν ο λαός σφόδρα. 40 και ορθρίσαντες το πρωϊ ανέβησαν εις την κορυφήν του όρους λέγοντες· ιδού οίδε ημείς αναβησόμεθα εις τον τόπον, ον είπε Κύριος, ότι ημάρτομεν. 41 και είπε Μωυσής· ινατί υμείς παραβαίνετε το ρήμα Κυρίου; ουκ εύοδα έσται υμίν. 42 μη αναβαίνετε· ου γαρ εστι Κύριος μεθ' υμών, και πεσείσθε προ προσώπου των εχθρών υμών. 43 ότι ο Αμαλήκ και ο Χαναναίος εκεί έμπροσθεν υμών, και πεσείσθε μαχαίρα, ου είνεκεν απεστράφητε απειθούντες Κυρίω, και ουκ έσται Κύριος εν υμίν. 44 και διαβιασάμενοι ανέβησαν επί την κορυφήν του όρους· η δε κιβωτός της διαθήκης Κυρίου και Μωυσής ουκ εκινήθησαν εκ της παρεμβολής. 45 και κατέβη ο Αμαλήκ και ο Χαναναίος ο εγκαθήμενος εν τω όρει εκείνω και ετρέψαντο αυτούς και κατέκοψαν αυτούς έως Ερμάν· και απεστράφησαν εις την παρεμβολήν.

 ΑΡΙΘΜΟΙ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ

 1 ΚΑΙ είπε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ και ερείς προς αυτούς· όταν εισέλθητε εις την γην της κατοικήσεως υμών, ην εγώ δίδωμι υμίν, 3 και ποιήσεις ολοκαυτώματα Κυρίω, ολοκάρπωμα ή θυσίαν, μεγαλύναι ευχήν ή καθ' εκούσιον ή εν ταις εορταίς υμών ποιήσαι οσμήν ευωδίας τω Κυρίω, ει μεν από των βοών ή από των προβάτων, 4 και προσοίσει ο προσφέρων το δώρον αυτού Κυρίω θυσίαν σεμιδάλεως δέκατον του οιφί αναπεποιημένης εν ελαίω εν τετάρτω του ίν· 5 και οίνον εις σπονδήν το τέταρτον του ίν ποιήσετε επί της ολοκαυτώσεως, ή επί της θυσίας· τω αμνω τω ενί ποιήσεις τοσούτο, κάρπωμα οσμήν ευωδίας τω Κυρίω. 6 και τω κριω, όταν ποιήτε αυτόν εις ολοκαύτωμα ή εις θυσίαν, ποιήσεις θυσίαν σεμιδάλεως δύο δέκατα αναπεποιημένης εν ελαίω, το τρίτον του ίν· 7 και οίνον εις σπονδήν το τρίτον του ίν προσοίσετε εις οσμήν ευωδίας Κυρίω. 8 εάν δε ποιήτε από των βοών εις ολοκαύτωσιν ή εις θυσίαν μεγαλύναι ευχήν, ή εις σωτήριον Κυρίω, 9 και προσοίσει επί του μόσχου θυσίαν σεμιδάλεως τρία δέκατα αναπεποιημένης εν ελαίω ήμισυ του ίν 10 και οίνον εις σπονδήν το ήμισυ του ίν, κάρπωμα οσμήν ευωδίας Κυρίω. 11 ούτω ποιήσεις τω μόσχω τω ενί ή τω κριω τω ενί ή τω αμνω τω ενί εκ των προβάτων ή εκ των αιγών· 12 κατά τον αριθμόν ων εάν ποιήσητε, ούτως ποιήσετε τω ενί κατά τον αριθμόν αυτών. 13 πας ο αυτόχθων ποιήσει ούτως τοιαύτα, προσενέγκαι καρπώματα εις οσμήν ευωδίας Κυρίω. 14 εάν δε προσήλυτος εν υμίν προσγένηται εν τη γη υμών, ή ος αν γένηται εν υμίν εν ταις γενεαίς υμών, και ποιήσει κάρπωμα οσμήν ευωδίας Κυρίω, ον τρόπον ποιείτε υμείς, ούτω ποιήσει η συναγωγή Κυρίω. 15 νόμος εις έσται υμίν και τοις προσηλύτοις τοις προσκειμένοις εν υμίν, νόμος αιώνιος εις τας γενεάς υμών· ως υμείς και ο προσήλυτος έσται έναντι Κυρίου. 16 νόμος εις έσται και δικαίωμα εν έσται υμίν και τω προσηλύτω τω προσκειμένω εν υμίν.

 17 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 18 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ και ερείς προς αυτούς· εν τω εισπορεύεσθαι υμάς εις την γην, εις ην εγώ εισάγω υμάς εκεί, 9 και έσται όταν έσθητε υμείς από των άρτων της γης, αφελείτε αφαίρεμα αφόρισμα Κυρίω· απαρχήν φυράματος υμών 20 άρτον αφοριείτε αφαίρεμα αυτό· ως αφαίρεμα από άλω, ούτως αφελείτε αυτόν, 21 απαρχήν φυράματος υμών, και δώσετε Κυρίω αφαίρεμα εις τας γενεάς υμών.

 22 Οταν δε διαμάρτητε και μη ποιήσητε πάσας τας εντολάς ταύτας, ας ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν, 23 καθά συνέταξε Κύριος προς υμάς εν χειρί Μωυσή από της ημέρας, ή συνέταξε Κύριος προς υμάς και επέκεινα εις τας γενεάς υμών, 24 και έσται εάν εξ οφθαλμών της συναγωγής γενηθή ακουσίως, και ποιήσει πάσα η συναγωγή μόσχον ένα εκ βοών άμωμον εις ολοκαύτωμα εις οσμήν ευωδίας Κυρίω και θυσίαν τούτου και σπονδήν αυτού κατά την σύνταξιν και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας. 25 και εξιλάσεται ο ιερεύς περί πάσης συναγωγής υιών Ισραήλ, και αφεθήσεται αυτοίς· ότι ακούσιόν εστι, και αυτοί ήνεγκαν το δώρον αυτών κάρπωμα Κυρίω περί της αμαρτίας αυτών έναντι Κυρίου, περί των ακουσίων αυτών. 26 και αφεθήσεται κατά πάσαν συναγωγήν υιών Ισραήλ και τω προσηλύτω τω προσκειμένω προς υμάς, ότι παντί τω λαω ακούσιον. 27 εάν τε ψυχή μία αμάρτη ακουσίως, προσάξει αίγα μίαν ενιαυσίαν περί αμαρτίας, 28 και εξιλάσεται ο ιερεύς περί της ψυχής της ακουσιασθείσης και αμαρτούσης ακουσίως έναντι Κυρίου εξιλάσασθαι περί αυτού. 29 τω εγχωρίω εν υιοίς Ισραήλ και τω προσηλύτω τω προσκειμένω εν αυτοίς νόμος εις έσται αυτοίς, ος εάν ποιήση ακουσίως. 30 και ψυχή, ήτις ποιήσει εν χειρί υπερηφανίας από των αυτοχθόνων ή από των προσηλύτων, τον Θεόν ούτος παροξυνεί, εξολοθρευθήσεται η ψυχή εκείνη εκ του λαού αυτής, 31 ότι το ρήμα Κυρίου εφαύλισε και τας εντολάς αυτού διεσκέδασεν· εκτρίψει εκτριβήσεται η ψυχή εκείνη, η αμαρτία αυτής εν αυτη.

 32 Και ήσαν οι υιοί Ισραήλ εν τη ερήμω και εύρον άνδρα συλλέγοντα ξύλα τη ημέρα των σαββάτων. 33 και προσήγαγον αυτόν οι ευρόντες συλλέγοντα ξύλα τη ημέρα των σαββάτων προς Μωυσήν και Ααρών και προς πάσαν συναγωγήν υιών Ισραήλ. 34 και απέθεντο αυτόν εις φυλακήν, ου γαρ συνέκριναν τι ποιήσωσιν αυτόν. 35 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· θανάτω θανατούσθω ο άνθρωπος, λιθοβολήσατε αυτόν λίθοις πάσα η συναγωγή. 36 και εξήγαγον αυτόν πάσα η συναγωγή έξω της παρεμβολής, και ελιθοβόλησεν αυτόν πάσα η συναγωγή λίθοις έξω της παρεμβολής, καθά συνέταξε Κύριος τω Μωυσή.

 37 Και είπε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 38 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ και ερείς προς αυτούς και ποιησάτωσαν εαυτοίς κράσπεδα επί τα πτερύγια των ιματίων αυτών εις τας γενεάς αυτών και επιθήσετε επί τα κράσπεδα των πτερυγίων κλώσμα υακίνθινον. 39 και έσται υμίν εν τοις κρασπέδοις και όψεσθε αυτά και μνησθήσεσθε πασών των εντολών Κυρίου και ποιήσετε αυτάς, και ου διαστραφήσεσθε οπίσω των διανοιών υμών και των οφθαλμών υμών, εν οίς υμείς εκπορνεύετε οπίσω αυτών, 40 όπως αν μνησθήτε και ποιήσητε πάσας τας εντολάς μου και έσεσθε άγιοι τω Θεω υμών. 41 εγώ Κύριος ο Θεός υμών ο εξαγωγών υμάς εκ γης Αιγύπτου είναι υμών Θεός, εγώ Κύριος ο Θεός υμών.

 ΑΡΙΘΜΟΙ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ

 1 ΚΑΙ ελάλησε Κορέ υιος Ισσάαρ υιού Καάθ υιού Λευί και Δαθάν και Αβειρών υιοί Ελιάβ και Αύν υιος Φαλέθ υιού Ρουβήν, 2 και ανέστησαν έναντι Μωυσή, και άνδρες των υιών Ισραήλ πεντήκοντα και διακόσιοι, αρχηγοί συναγωγής, σύγκλητοι βουλής και άνδρες ονομαστοί, 3 συνέστησαν επί Μωυσήν και Ααρών και είπαν· εχέτω υμίν, ότι πάσα η συναγωγή πάντες άγιοι, και εν αυτοίς Κύριος, και διατί κατανίστασθε επί την συναγωγήν Κυρίου; 4 και ακούσας Μωυσής έπεσεν επί πρόσωπον, 5 και ελάλησε προς Κορέ και προς πάσαν αυτού την συναγωγήν λέγων· επέσκεπται και έγνω ο Θεός τους όντας αυτού και τους αγίους, και προσηγάγετο προς εαυτόν, και ους εξελέξατο εαυτω, προσηγάγετο προς εαυτόν. 6 τούτο ποιήσατε· λάβετε υμίν αυτοίς πυρεία, Κορέ και πάσα η συναγωγή αυτού, 7 και επίθετε επ' αυτά πυρ, και επίθετε επ' αυτά θυμίαμα έναντι Κυρίου αύριον· και έσται ο ανήρ, ον εκλέλεκται Κύριος, ούτος άγιος· ικανούσθω υμίν υιοί Λευί. 8 και είπε Μωυσής προς Κορέ· εισακούσατέ μου, υιοί Λευί. 9 μη μικρόν εστι τούτο υμίν, ότι διέστειλεν ο Θεός Ισραήλ υμάς εκ συναγωγής Ισραήλ και προσηγάγετο υμάς προς εαυτόν λειτουργείν τας λειτουργίας της σκηνής Κυρίου και παρίστασθαι έναντι της σκηνής λατρεύειν αυτοίς; 10 και προσηγάγετό σε και πάντας τους αδελφούς σου υιούς Λευί μετά σου και ζητείτε και ιερατεύειν; 11 ούτως συ και πάσα η συναγωγή σου η συνηθροισμένη προς τον Θεόν· και Ααρών τις εστιν, ότι διαγογγύζετε κατ' αυτού; 12 και απέστειλε Μωυσής καλέσαι Δαθάν και Αβειρών υιούς Ελιάβ· και είπαν· ουκ αναβαίνομεν· 13 μη μικρόν τούτο, ότι ανήγαγες ημάς εις γην ρέουσαν γάλα και μέλι αποκτείναι ημάς εν τη ερήμω, ότι κατάρχεις ημών άρχων; 14 ει και εις γην ρέουσαν γάλα και μέλι εισήγαγες ημάς και έδωκας ημίν κλήρον αγρού και αμπελώνας, τους οφθαλμούς των ανθρώπων εκείνων αν εξέκοψας· ουκ αναβαίνομεν. 15 και εβαρυθύμησε Μωυσής σφόδρα και είπε προς Κύριον· μη πρόσχης εις την θυσίαν αυτών· ουκ επιθύμημα ουδενός αυτών είληφα, ουδέ εκάκωσα ουδένα αυτών. 16 και είπε Μωυσής προς Κορέ· αγίασον την συναγωγήν σου και γίνεσθε έτοιμοι έναντι Κυρίου συ και Ααρών και αυτοί αύριον. 17 και λάβετε έκαστος το πυρείον αυτού και επιθήσετε επ' αυτά θυμίαμα και προσάξετε έναντι Κυρίου έκαστος το πυρείον αυτού, πεντήκοντα και διακόσια πυρεία, και συ και Ααρών έκαστος το πυρείον αυτού. 18 και έλαβεν έκαστος το πυρείον αυτού και επέθηκαν επ' αυτά πυρ και επέβαλον επ' αυτά θυμίαμα. και έστησαν παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου Μωυσής και Ααρών. 19 και επισυνέστησεν επ' αυτούς Κορέ την πάσαν αυτού συναγωγήν παρά την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου. και ώφθη η δόξα Κυρίου πάση τη συναγωγή. 20 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών λέγων· 21 αποσχίσθητε εκ μέσου της συναγωγής ταύτης, και εξαναλώσω αυτούς εισάπαξ. 22 και έπεσαν επί πρόσωπον αυτών και είπαν· Θεός, Θεός των πνευμάτων και πάσης σαρκός, ει άνθρωπος εις ήμαρτεν, επί πάσαν την συναγωγήν οργή Κυρίου; 23 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 24 λάλησον τη συναγωγή λέγων· αναχωρήσατε κύκλω από της συναγωγής Κορέ. 25 και ανέστη Μωυσής και επορεύθη προς Δαθάν και Αβειρών, και συνεπορεύθησαν μετ' αυτού πάντες οι πρεσβύτεροι Ισραήλ. 26 και ελάλησε προς την συναγωγήν λέγων· αποσχίσθητε από των σκηνών των ανθρώπων των σκληρών τούτων, και μη άπτεσθε από πάντων, ων εστιν αυτοίς, μη συναπόλησθε εν πάση τη αμαρτία αυτών. 27 και απέστησαν από της σκηνής Κορέ κύκλω· και Δαθάν και Αβειρών εξήλθον και ειστήκεισαν παρά τας θύρας των σκηνών αυτών και αι γυναίκες αυτών και τα τέκνα αυτών και η αποσκευή αυτών. 28 και είπε Μωυσής· εν τούτω γνώσεσθε ότι Κύριος απέστειλέ με ποιήσαι πάντα τα έργα ταύτα, ότι ουκ απ' εμαυτού· 29 ει κατά θάνατον πάντων ανθρώπων αποθανούνται ούτοι, ει και κατ' επίσκεψιν πάντων ανθρώπων επισκοπή έσται αυτών, ουχί Κύριος απέσταλκέ με· 30 αλλ' ή εν φάσματι δείξει Κύριος, και ανοίξασα η γη το στόμα αυτής καταπίεται αυτούς και τους οίκους αυτών και τας σκηνάς αυτών και πάντα, όσα εστίν αυτοίς, και καταβήσονται ζώντες εις άδου, και γνώσεσθε, ότι παρώξυναν οι άνθρωποι ούτοι τον Κύριον. 31 ως δε επαύσατο λαλών πάντας τους λόγους τούτους, ερράγη η γη υποκάτω αυτών, 32 και ηνοίχθη η γη και κατέπιεν αυτούς και τους οίκους αυτών και πάντας τους ανθρώπους τους όντας μετά Κορέ και τα κτήνη αυτών. 33 και κατέβησαν αυτοί και όσα εστίν αυτών ζώντα εις άδου, και εκάλυψεν αυτούς η γη, και απώλοντο εκ μέσου της συναγωγής. 34 και πας Ισραήλ οι κύκλω αυτών έφυγον από της φωνής αυτών, ότι λέγοντες· μη ποτε καταπίη ημάς η γη. 35 και πυρ εξήλθε παρά Κυρίου και κατέφαγε τους πεντήκοντα και διακοσίους άνδρας τους προσφέροντας το θυμίαμα.

 ΑΡΙΘΜΟΙ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ

 1 ΚΑΙ είπε Κύριος προς Μωυσήν 2 και προς Ελεάζαρ τον υιόν Ααρών τον ιερέα· ανέλεσθε τα πυρεία τα χαλκά εκ μέσου των κατακεκαυμένων και το πυρ το αλλότριον τούτο σπείρον εκεί, 3 ότι ηγίασαν τα πυρεία των αμαρτωλών τούτων εν ταις ψυχαίς αυτών· και ποίησον αυτά λεπίδας ελατάς περίθεμα τω θυσιαστηρίω, ότι προσηνέχθησαν έναντι Κυρίου και ηγιάσθησαν και εγένοντο εις σημείον τοις υιοίς Ισραήλ. 4 και έλαβεν Ελεάζαρ υιος Ααρών του ιερέως τα πυρεία τα χαλκά, όσα προσήνεγκαν οι κατακεκαυμένοι, και προσέθηκαν αυτά περίθεμα τω θυσιαστηρίω, 5 μνημόσυνον τοις υιοίς Ισραήλ, όπως αν μη προσέλθη μηδείς αλλογενής, ος ουκ έστιν εκ του σπέρματος Ααρών, επιθείναι θυμίαμα έναντι Κυρίου και ουκ έσται ωσπερ Κορέ και η επισύστασις αυτού, καθά ελάλησε Κύριος εν χειρί Μωυσή αυτω.

 6 Και εγόγγυσαν οι υιοί Ισραήλ τη επαύριον επί Μωυσήν και Ααρών λέγοντες· υμείς απεκτάγκατε τον λαόν Κυρίου. 7 και εγένετο εν τω επισυστρέφεσθαι την συναγωγήν επί Μωυσήν και Ααρών και ωρμησαν επί την σκηνήν του μαρτυρίου, και τήνδε εκάλυψεν αυτήν η νεφέλη και ώφθη η δόξα Κυρίου. 8 και εισήλθε Μωυσής και Ααρών κατά πρόσωπον της σκηνής του μαρτυρίου. 9 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών λέγων· 10 εκχωρήσατε εκ μέσου της συναγωγής ταύτης, και εξαναλώσω αυτούς εισάπαξ. και έπεσον επί πρόσωπον αυτών. 11 και είπε Μωυσής προς Ααρών· λάβε το πυρείον και επίθες επ' αυτό πυρ από του θυσιαστηρίου και επίβαλε επ' αυτό θυμίαμα και απένεγκε το τάχος εις την παρεμβολήν και εξίλασαι περί αυτών· εξήλθε γαρ οργή από προσώπου Κυρίου, ήρκται θραύειν τον λαόν. 12 και έλαβεν Ααρών, καθάπερ ελάλησεν αυτω Μωυσής, και έδραμεν εις την συναγωγήν· και ήδη ενήρκτο η θραύσις εν τω λαω· και επέβαλε το θυμίαμα και εξιλάσατο περί του λαού 13 και έστη αναμέσον των τεθνηκότων και των ζώντων, και εκόπασεν η θραύσις. 14 και εγένοντο οι τεθνηκότες εν τη θραύσει τεσσαρεσκαίδεκα χιλιάδες και επτακόσιοι, χωρίς των τεθνηκότων ένεκεν Κορέ. 15 και επέστρεψεν Ααρών προς Μωυσήν επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου, και εκόπασεν η θραύσις.

 16 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 17 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ και λάβε παρ' αυτών ράβδον ράβδον κατ' οίκους πατριών παρά πάντων των αρχόντων αυτών, κατ' οίκους πατριών αυτών, δώδεκα ράβδους, και εκάστου το όνομα αυτού επίγραψον επί της ράβδου. 18 και το όνομα Ααρών επίγραψον επί της ράβδου Λευί· έστι γαρ ράβδος μία, κατά φυλήν οίκου πατριών αυτών δώσουσι. 19 και θήσεις αυτάς εν τη σκηνή του μαρτυρίου, κατέναντι του μαρτυρίου, εν οίς γνωσθήσομαί σοι εκεί. 20 και έσται ο άνθρωπος, ον αν εκλέξωμαι αυτόν, η ράβδος αυτού εκβλαστήσει· και περιελώ απ' εμού τον γογγυσμόν υιών Ισραήλ, α αυτοί γογγύζουσιν εφ' υμίν. 21 και ελάλησε Μωυσής τοις υιοίς Ισραήλ, και έδωκαν αυτω πάντες οι άρχοντες αυτών ράβδον, τω άρχοντι τω ενί ράβδον κατ' άρχοντα, κατ' οίκους πατριών αυτών, δώδεκα ράβδους, και η ράβδος Ααρών ανά μέσον των ράβδων αυτών. 22 και απέθηκε Μωυσής τας ράβδους έναντι Κυρίου εν τη σκηνή του μαρτυρίου. 23 και εγένετο τη επαύριον και εισήλθε Μωυσής και Ααρών εν τη σκηνή του μαρτυρίου, και ιδού εβλάστησεν η ράβδος Ααρών εις οίκον Λευί και εξήνεγκε βλαστόν και εξήνθησεν άνθη και εβλάστησε κάρυα. 24 και εξήνεγκε Μωυσής πάσας τας ράβδους από προσώπου Κυρίου προς πάντας υιούς Ισραήλ, και είδον και έλαβον έκαστος την ράβδον αυτού. 25 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· απόθες την ράβδον Ααρών ενώπιον των μαρτυρίων εις διατήρησιν, σημείον τοις υιοίς των ανηκόων, και παυσάσθω ο γογγυσμός αυτών απ' εμού, και ου μη αποθάνωσι. 26 και εποίησε Μωυσής και Ααρών, καθά συνέταξε Κύριος τω Μωυσή, ούτως εποίησαν. 27 και είπαν οι υιοί Ισραήλ προς Μωυσήν λέγοντες· ιδού εξανηλώμεθα, απολώλαμεν, παρανηλώμεθα· 28 πας ο απτόμενος της σκηνής Κυρίου αποθνήσκει· έως εις τέλος αποθάνωμεν;

 ΑΡΙΘΜΟΙ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ

 1 ΚΑΙ είπε Κύριος προς Ααρών λέγων· συ και οι υιοί σου και ο οίκος του πατρός σου λήψεσθε τας αμαρτίας των αγίων, και συ και οι υιοί σου λήψεσθε τας αμαρτίας της ιερατείας υμών. 2 και τους αδελφούς σου, φυλήν Λευί, δήμον του πατρός σου, προσαγάγου προς σεαυτόν, και προστεθήτωσάν σοι και λειτουργείτωσάν σοι, και συ και οι υιοί σου μετά σου απέναντι της σκηνής του μαρτυρίου. 3 και φυλάξονται τας φυλακάς σου και τας φυλακάς της σκηνής, πλήν προς τα σκεύη τα άγια και προς το θυσιαστήριον ου προσελεύσονται, και ουκ αποθανούνται και ούτοι και υμείς. 4 και προστεθήσονται προς σε και φυλάξονται τας φυλακάς της σκηνής του μαρτυρίου κατά πάσας τας λειτουργίας της σκηνής· και ο αλλογενής ου προσελεύσεται προς σε. 5 και φυλάξεσθε τας φυλακάς των αγίων και τας φυλακάς του θυσιαστηρίου, και ουκ έσται θυμός εν τοις υιοίς Ισραήλ. 6 και εγώ είληφα τους αδελφούς υμών τους Λευίτας εκ μέσου των υιών Ισραήλ δόμα δεδομένον Κυρίω, λειτουργείν τας λειτουργίας της σκηνής του μαρτυρίου· 7 και συ και οι υιοί σου μετά σου διατηρήσετε την ιερατείαν υμών, κατά πάντα τρόπον του θυσιαστηρίου και το ένδοθεν του καταπετάσματος και λειτουργήσετε τας λειτουργίας δόμα της ιερατείας υμών· και ο αλλογενής ο προσπορευόμενος αποθανείται.

 8 Και ελάλησε Κύριος προς Ααρών· και ιδού εγώ δέδωκα υμίν την διατήρησιν των απαρχών· από πάντων των ηγιασμένων μοι παρά των υιών Ισραήλ σοί δέδωκα αυτά εις γέρας και τοις υιοίς σου μετά σε νόμιμον αιώνιον. 9 και τούτο έστω υμίν από των ηγιασμένων αγίων των καρπωμάτων, από πάντων των δώρων αυτών και από πάντων των θυσιασμάτων αυτών και από πάσης πλημμελείας αυτών και από πασών των αμαρτιών αυτών, όσα αποδιδόασί μοι από πάντων των αγίων, σοί έσται και τοις υιοίς σου. 10 εν τω αγίω των αγίων φάγεσθε αυτά· παν αρσενικόν φάγεται αυτά, συ και οι υιοί σου· άγια έσται σοι. 11 και τούτο έσται υμίν απαρχή δομάτων αυτών· από πάντων των επιθεμάτων των υιών Ισραήλ σοί δέδωκα αυτά και τοις υιοίς σου και ταις θυγατράσι σου μετά σου, νόμιμον αιώνιον· πας καθαρός εν τω οίκω σου έδεται αυτά. 12 πάσα απαρχή ελαίου και πάσα απαρχή οίνου και σίτου, απαρχή αυτών, όσα αν δώσι τω Κυρίω, σοί δέδωκα αυτά. 13 τα πρωτογεννήματα πάντα, όσα εν τη γη αυτών, όσα αν ενέγκωσι Κυρίω, σοί έσται· πας καθαρός εν τω οίκω σου έδεται αυτά. 14 παν ανατεθεματισμένον εν υιοίς Ισραήλ σοί έσται. 15 και παν διανοίγον μήτραν από πάσης σαρκός, όσα προσφέρουσι Κυρίω από ανθρώπου έως κτήνους, σοί έσται· αλλ' ή λύτροις λυτρωθήσεται τα πρωτότοκα των ανθρώπων, και τα πρωτότοκα των κτηνών των ακαθάρτων λυτρώση. 16 και η λύτρωσις αυτού από μηνιαίου· η συντίμησις πέντε σίκλων, κατά τον σίκλον τον άγιον, είκοσιν οβολοί εισι. 17 πλήν πρωτότοκα μόσχων και πρωτότοκα προβάτων και πρωτότοκα αιγών ου λυτρώση, άγιά εστι· και το αίμα αυτών προσχεείς προς το θυσιαστήριον και το στέαρ ανοίσεις κάρπωμα εις οσμήν ευωδίας Κυρίω, 18 και τα κρέα έσται σοί· καθά και το στηθύνιον του επιθέματος και κατά τον βραχίονα τον δεξιόν σοί έσται. 19 παν αφαίρεμα των αγίων, όσα εάν αφέλωσιν οι υιοί Ισραήλ Κυρίω, δέδωκά σοι και τοις υιοίς σου και ταις θυγατράσι σου μετά σου, νόμιμον αιώνιον· διαθήκη αλός αιωνίου έστιν έναντι Κυρίου σοί και τω σπέρματί σου μετά σε. 20 Και ελάλησε Κύριος προς Ααρών· εν τη γη αυτών ου κληρονομήσεις, και μερίς ουκ έσται σοι εν αυτοίς, ότι εγώ μερίς σου και κληρονομία σου εν μέσω των υιών Ισραήλ. 21 και τοις υιοίς Λευί ιδού δώδεκα παν επιδέκατον εν Ισραήλ εν κλήρω αντί των λειτουργιών αυτών, όσα αυτοί λειτουργούσι λειτουργίαν εν τη σκηνή του μαρτυρίου. 22 και ου προσελεύσονται έτι οι υιοί Ισραήλ εις την σκηνήν του μαρτυρίου λαβείν αμαρτίαν θανατηφόρον. 23 και λειτουργήσει ο Λευίτης αυτός την λειτουργίαν της σκηνής του μαρτυρίου, και αυτοί λήψονται τα αμαρτήματα αυτών, νόμιμον αιώνιον εις τας γενεάς αυτών· και εν μέσω υιών Ισραήλ ου κληρονομήσουσι κληρονομίαν· 24 ότι τα επιδέκατα των υιών Ισραήλ, όσα εάν αφορίσωσι Κυρίω, αφαίρεμα δέδωκα τοις Λευίταις εν κλήρω· δια τούτο είρηκα αυτοίς, εν μέσω υιών Ισραήλ ου κληρονομήσουσι κλήρον.

 25 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 26 και τοις Λευίταις λαλήσεις και ερείς προς αυτούς· εάν λάβητε παρά των υιών Ισραήλ το επιδέκατον, ό δέδωκα υμίν παρ' αυτών εν κλήρω, και αφελείτε υμείς απ' αυτού αφαίρεμα Κυρίω επιδέκατον από του επιδεκάτου. 27 και λογισθήσεται υμίν τα αφαιρέματα υμών ως σίτος από άλω και αφαίρεμα από ληνού. 28 ούτως αφελείτε αυτούς και υμείς από πάντων των αφαιρεμάτων Κυρίου από πάντων των επιδεκάτων υμών, όσα εάν λάβητε παρά των υιών Ισραήλ, και δώσετε απ' αυτών αφαίρεμα Κυρίω Ααρών τω ιερεί. 29 από πάντων των δομάτων υμών αφελείτε αφαίρεμα Κυρίω ή από πάντων των απαρχών το ηγιασμένον απ' αυτού. 30 και ερείς προς αυτούς· όταν αφαιρήτε την απαρχήν απ' αυτού, και λογισθήσεται τοις Λευίταις ως γένημα από άλω και ως γένημα από ληνού. 31 και έδεσθε αυτό εν παντί τόπω υμείς και οι οίκοι υμών, ότι μισθός ούτος υμίν εστιν αντί των λειτουργιών υμών των εν τη σκηνή του μαρτυρίου. 32 και ου λήψεσθε δι' αυτό αμαρτίαν, ότι αν αφαιρήτε την απαρχήν απ' αυτού· και τα άγια των υιών Ισραήλ ου βεβηλώσετε, ίνα μη αποθάνητε.

 ΑΡΙΘΜΟΙ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ

 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών λέγων· 2 αύτη η διαστολή του νόμου, όσα συνέταξε Κύριος λέγων· λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ και λαβέτωσαν προς σε δάμαλιν πυρράν άμωμον, ήτις ουκ έχει εν αυτη μώμον, και ή ουκ επεβλήθη επ' αυτήν ζυγός. 3 και δώσεις αυτήν προς Ελεάζαρ τον ιερέα, και εξάξουσιν αυτήν έξω της παρεμβολής εις τόπον καθαρόν και σφάξουσιν αυτήν ενώπιον αυτού. 4 και λήψεται Ελεάζαρ από του αίματος αυτής και ρανεί απέναντι του προσώπου της σκηνής του μαρτυρίου από του αίματος αυτής επτάκις. 5 και κατακαύσουσιν αυτήν εναντίον αυτού, και το δέρμα και τα κρέα αυτής και το αίμα αυτής συν τη κόπρω αυτής κατακαυθήσεται. 6 και λήψεται ο ιερεύς ξύλον κέδρινον και ύσσωπον και κόκκινον και εμβαλούσιν εις μέσον του κατακαύματος της δαμάλεως. 7 και πλυνεί τα ιμάτια αυτού ο ιερεύς και λούσεται το σώμα αυτού ύδατι και μετά ταύτα εισελεύσεται εις την παρεμβολήν, και ακάθαρτος έσται ο ιερεύς έως εσπέρας. 8 και ο κατακαίων αυτήν πλυνεί τα ιμάτια αυτού και λούσεται το σώμα αυτού και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. 9 και συνάξει άνθρωπος καθαρός την σποδόν της δαμάλεως και αποθήσει έξω της παρεμβολής εις τόπον καθαρόν, και έσται τη συναγωγή υιών Ισραήλ εις διατήρησιν, ύδωρ ραντισμού, άγνισμά εστι. 10 και ο συνάγων την σποδιάν της δαμάλεως πλυνεί τα ιμάτια αυτού και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. και έσται τοις υιοίς Ισραήλ και τοις προσηλύτοις προσκειμένοις νόμιμον αιώνιον.

 11 Ο απτόμενος του τεθνηκότος πάσης ψυχής ανθρώπου ακάθαρτος έσται επτά ημέρας· 12 ούτος αγνισθήσεται τη ημέρα τη τρίτη και τη ημέρα τη εβδόμη και καθαρός έσται· εάν δε μη αφαγνισθή τη ημέρα τη τρίτη και τη ημέρα τη εβδόμη, ου καθαρός έσται. 13 πας ο απτόμενος του τεθνηκότος από ψυχής ανθρώπου, εάν αποθάνη, και μη αφαγνισθή, την σκηνήν Κυρίου εμίανεν· εκτριβήσεται η ψυχή εκείνη εξ Ισραήλ, ότι ύδωρ ραντισμού ου περιερραντίσθη επ' αυτόν, ακάθαρτός εστιν, έτι η ακαθαρσία αυτού εν αυτω εστι.

 14 Και ούτος ο νόμος· άνθρωπος εάν αποθάνη εν οικία, πας ο εισπορευόμενος εις την οικίαν και όσα εστίν εν τη οικία, ακάθαρτα έσται επτά ημέρας. 15 και παν σκεύος ανεωγμένον, όσα ουχί δεσμόν καταδέδεται επ' αυτω, ακάθαρτά εστι. 16 και πας, ος εάν άψηται επί προσώπου του πεδίου τραυματίου ή νεκρού ή οστέου ανθρωπίνου ή μνήματος, επτά ημέρας ακάθαρτος έσται. 17 και λήψονται τω ακαθάρτω από της σποδιάς της κατακεκαυμένης του αγνισμού και εκχεούσιν επ' αυτήν ύδωρ ζων εις σκεύος· 18 και λήψεται ύσσωπον και βάψει εις το ύδωρ ανήρ καθαρός, και περιρρανεί επί τον οίκον και επί τα σκεύη και επί τας ψυχάς, όσαι αν ώσιν εκεί, και επί τον ημμένον του οστέου του ανθρωπίνου ή του τραυματίου ή του τεθνηκότος ή του μνήματος· 19 και περιρρανεί ο καθαρός επί τον ακάθαρτον εν τη ημέρα τη τρίτη και εν τη ημέρα τη εβδόμη, και αφαγνισθήσεται τη ημέρα τη εβδόμη και πλυνεί τα ιμάτια αυτού και λούσεται ύδατι και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. 20 και άνθρωπος, ος εάν μιανθή και μη αφαγνισθή, εξολοθρευθήσεται η ψυχή εκείνη εκ μέσου της συναγωγής, ότι τα άγια Κυρίου εμίανεν, ότι ύδωρ ραντισμού ου περιερραντίσθη επ' αυτόν, ακάθαρτός εστι. 21 και έσται υμίν νόμιμον αιώνιον· και ο περιρραίνων ύδωρ ραντισμού πλυνεί τα ιμάτια αυτού, και ο απτόμενος του ύδατος του ραντισμού ακάθαρτος έσται έως εσπέρας· 22 και παντός ου εάν άψηται αυτού ο ακάθαρτος, ακάθαρτον έσται, και ψυχή η απτομένη ακάθαρτος έσται έως εσπέρας.

 ΑΡΙΘΜΟΙ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ

 1 ΚΑΙ ήλθον οι υιοί Ισραήλ πάσα η συναγωγή εις την έρημον Σίν, εν τω μηνί τω πρώτω, και κατέμεινεν ο λαός εν Κάδης, και ετελεύτησεν εκεί Μαριάμ και ετάφη εκεί. 2 και ουκ ην ύδωρ τη συναγωγή, και ηθροίσθησαν επί Μωυσήν και Ααρών. 3 και ελοιδορείτο ο λαός προς Μωυσήν λέγοντες· όφελον απεθάνομεν εν τη απωλεία των αδελφών ημών έναντι Κυρίου· 4 και ινατί ανηγάγετε την συναγωγήν Κυρίου εις την έρημον ταύτην αποκτείναι ημάς και τα κτήνη ημών; 5 και ινατί τούτο; ανηγάγετε ημάς εξ Αιγύπτου παραγενέσθαι εις τον τόπον τον πονηρόν τούτον, τόπος ου ου σπείρεται, ουδέ συκαί, ουδέ άμπελοι, ούτε ροαί, ούτε ύδωρ εστί πιείν. 6 και ήλθε Μωυσής και Ααρών από προσώπου της συναγωγής επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου και έπεσον επί πρόσωπον, και ώφθη η δόξα Κυρίου προς αυτούς. 7 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 8 λάβε την ράβδον σου και εκκλησίασον την συναγωγήν συ και Ααρών ο αδελφός σου και λαλήσατε προς την πέτραν εναντίον αυτών, και δώσει τα ύδατα αυτής, και εξοίσετε αυτοίς ύδωρ εκ της πέτρας, και ποτιείτε την συναγωγήν και τα κτήνη αυτών. 9 και έλαβε Μωυσής την ράβδον την απέναντι Κυρίου, καθά συνέταξε Κύριος, 10 και εξεκλησίασε Μωυσής και Ααρών την συναγωγήν απέναντι της πέτρας και είπε προς αυτούς· ακούσατέ μου, οι απειθείς· μη εκ της πέτρας ταύτης εξάξομεν υμίν ύδωρ; 11 και επάρας Μωυσής την χείρα αυτού επάταξε την πέτραν τη ράβδω δις, και εξήλθεν ύδωρ πολύ, και έπιεν η συναγωγή και τα κτήνη αυτών. 12 και είπε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών· ότι ουκ επιστεύσατε αγιάσαι με εναντίον των υιών Ισραήλ, δια τούτο ουκ εισάξετε υμείς την συναγωγήν ταύτην εις την γην, ην δέδωκα αυτοίς. 13 τούτο το ύδωρ αντιλογίας, ότι ελοιδορήθησαν οι υιοί Ισραήλ έναντι Κυρίου και ηγιάσθη εν αυτοίς.

 14 Και απέστειλε Μωυσής αγγέλους εκ Κάδης προς βασιλέα Εδώμ λέγων· τάδε λέγει ο αδελφός σου Ισραήλ· συ επίστη πάντα τον μόχθον τον ευρόντα ημάς, 15 και κατέβησαν οι πατέρες ημών εις Αίγυπτον, και παρωκήσαμεν εν Αιγύπτω ημέρας πλείους, και εκάκωσαν ημάς οι Αιγύπτιοι και τους πατέρας ημών, 16 και ανεβοήσαμεν προς Κύριον, και εισήκουσε Κύριος της φωνής ημών και αποστείλας άγγελον εξήγαγεν ημάς εξ Αιγύπτου, και νυν εσμεν εν Κάδης πόλει, εκ μέρους των ορίων σου· 17 παρελευσόμεθα δια της γης σου, ου διελευσόμεθα δι' αγρών, ουδέ δι' αμπελώνων, ουδέ πιόμεθα ύδωρ εκ λάκκου σου, οδω βασιλική πορευσόμεθα, ουκ εκκλινούμεν δεξιά ουδέ ευώνυμα, έως αν παρέλθωμεν τα όριά σου. 18 και είπε προς αυτόν Εδώμ· ου διελεύση δι' εμού, ει δε μη, εν πολέμω εξελεύσομαι εις συνάντησίν σοι. 19 και λέγουσιν αυτω οι υιοί Ισραήλ· παρά το όρος παρελευσόμεθα, εάν δε του ύδατός σου πίωμεν εγώ τε και τα κτήνη μου, δώσω τιμήν σοι· αλλά το πράγμα ουδέν εστι, παρά το όρος παρελευσόμεθα. 20 ο δε είπεν· ου διελεύση δι' εμού. και εξήλθεν Εδώμ εις συνάντησιν αυτω εν όχλω βαρεί και εν χειρί ισχυρά. 21 και ουκ ηθέλησεν Εδώμ δούναι τω Ισραήλ παρελθείν δια των ορίων αυτού· και εξέκλινεν Ισραήλ απ' αυτού.

 22 Και απήραν εκ Κάδης· και παρεγένοντο οι υιοί Ισραήλ, πάσα η συναγωγή εις Ωρ το όρος. 23 και είπε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών εν Ωρ τω όρει επί των ορίων της γης Εδώμ λέγων· 24 προστεθήτω Ααρών προς τον λαόν αυτού, ότι ου μη εισέλθητε εις την γην, ην δέδωκα τοις υιοίς Ισραήλ, διότι παρωξύνατέ με επί του ύδατος της λοιδορίας. 25 λάβε τον Ααρών και Ελεάζαρ τον υιόν αυτού και αναβίβασον αυτούς εις Ωρ το όρος έναντι πάσης της συναγωγής 26 και έκδυσον Ααρών την στολήν αυτού και ένδυσον Ελεάζαρ τον υιόν αυτού, και Ααρών προστεθείς αποθανέτω εκεί. 27 και εποίησε Μωυσής καθά συνέταξε Κύριος αυτω, και ανεβίβασεν αυτόν εις Ωρ το όρος εναντίον πάσης της συναγωγής. 28 και εξέδυσε τον Ααρών τα ιμάτια αυτού και ενέδυσεν αυτά Ελεάζαρ τον υιόν αυτού· και απέθανεν Ααρών επί της κορυφής του όρους, και κατέβη Μωυσής και Ελεάζαρ εκ του όρους. 29 και είδε πάσα η συναγωγή, ότι απελύθη Ααρών, και έκλαυσαν τον Ααρών τριάκοντα ημέρας πας οίκος Ισραήλ.

 ΑΡΙΘΜΟΙ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ

 1 ΚΑΙ ήκουσεν ο Χανανείς βασιλεύς Αράδ ο κατοικών κατά την έρημον, ότι ήλθεν Ισραήλ οδόν Αθαρείν, και επολέμησε προς Ισραήλ και καταπροενόμευσεν εξ αυτών αιχμαλωσίαν. 2 και ηύξατο Ισραήλ ευχήν Κυρίω και είπεν· εάν μοι παραδως τον λαόν τούτον υποχείριον, αναθεματιώ αυτόν και τας πόλεις αυτού. 3 και εισήκουσε Κύριος της φωνής Ισραήλ και παρέδωκε τον Χανανείν υποχείριον αυτού, και ανεθεμάτισεν αυτόν και τας πόλεις αυτού· και επεκάλεσαν το όνομα του τόπου εκείνου Ανάθεμα.

 4 Και απάραντες εξ Ωρ του όρους οδόν επί θάλασσαν ερυθράν περιεκύκλωσαν γην Εδώμ· και ωλιγοψύχησεν ο λαός εν τη οδω. 5 και κατελάλει ο λαός προς τον Θεόν και κατά Μωυσή λέγοντες· ινατί τούτο; εξήγαγες ημάς εξ Αιγύπτου, αποκτείναι εν τη ερήμω; ότι ουκ έστιν άρτος ουδέ ύδωρ, η δε ψυχή ημών προσώχθισεν εν τω άρτω τω διακένω τούτω. 6 και απέστειλε Κύριος εις τον λαόν τους όφεις τους θανατούντας, και έδακνον τον λαόν, και απέθανε λαός πολύς των υιών Ισραήλ. 7 και παραγενόμενος ο λαός προς Μωυσήν έλεγον· ότι ημάρτομεν, ότι κατελαλήσαμεν κατά του Κυρίου και κατά σου· εύξαι ουν προς Κύριον, και αφελέτω αφ' ημών τον όφιν. και ηύξατο Μωυσής προς Κύριον περί του λαού. 8 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· ποίησον σεαυτω όφιν και θές αυτόν επί σημείου, και έσται εάν δάκη όφις άνθρωπον, πας ο δεδηγμένος ιδών αυτόν ζήσεται. 9 και εποίησε Μωυσής όφιν χαλκούν και έστησεν αυτόν επί σημείου, και εγένετο όταν έδακνεν όφις άνθρωπον, και επέβλεψεν επί τον όφιν τον χαλκούν και έζη.

 10 Και απήραν οι υιοί Ισραήλ και παρενέβαλον εν ‘Ωβώθ. 11 και εξάραντες εξ ‘Ωβώθ, και παρενέβαλον εν Αχαλγαί εκ του πέραν εν τη ερήμω, ή εστι κατά πρόσωπον Μωάβ, κατ' ανατολάς ηλίου. 12 και εκείθεν απήραν και παρενέβαλον εις φάραγγα Ζαρέδ. 13 και εκείθεν απάραντες παρενέβαλον εις το πέραν Αρνών εν τη ερήμω, το εξέχον από των ορίων των Αμορραίων· έστι γαρ Αρνών όρια Μωάβ ανά μέσον Μωάβ και ανά μέσον του Αμορραίου. 14 δια τούτο λέγεται εν βιβλίω· πόλεμος του Κυρίου την Ζωόβ εφλόγιζε, και τους χειμάρρους Αρνών, 15 και τους χειμάρρους κατέστησε κατοικίσαι Ήρ, και πρόσκειται τοις ορίοις Μωάβ. 16 και εκείθεν το φρέαρ· τούτο το φρέαρ, ό είπε Κύριος προς Μωυσήν· συνάγαγε τον λαόν, και δώσω αυτοίς ύδωρ πιείν. 17 τότε ήσεν Ισραήλ το άσμα τούτο επί του φρέατος· εξάρχετε αυτω· φρέαρ, 18 ώρυξαν αυτό άρχοντες, εξελατόμησαν αυτό βασιλείς εθνών εν τη βασιλεία αυτών, εν τω κυριεύσαι αυτών. και από φρέατος εις Μανθαναείν· 19 και από Μανθαναείν εις Νααλιήλ· και από Νααλιήλ εις Βαμώθ· και από Βαμώθ εις Ιανήν, ή εστιν εν τω πεδίω Μωάβ από κορυφής του λελαξευμένου το βλέπον κατά πρόσωπον της ερήμου.

 20 Και απέστειλε Μωυσής πρέσβεις προς Σηών βασιλέα Αμορραίων λόγοις ειρηνικοίς λέγων· 21 παρελευσόμεθα δια της γης σου· τη οδω πορευσόμεθα, ουκ εκκλινούμεν ούτε εις αγρόν ούτε εις αμπελώνα, 22 ου πιόμεθα ύδωρ εκ φρέατός σου· οδω βασιλική πορευσόμεθα, έως παρέλθωμεν τα όριά σου. 23 και ουκ έδωκε Σηών τω Ισραήλ παρελθείν δια των ορίων αυτού, και συνήγαγε Σηών πάντα τον λαόν αυτού και εξήλθε παρατάξασθαι τω Ισραήλ εις την έρημον και ήλθεν εις Ιασσά και παρετάξατο τω Ισραήλ. 24 και επάταξεν αυτόν Ισραήλ φόνω μαχαίρας και κατεκυρίευσαν της γης αυτού από Αρνών έως Ιαβόκ, έως υιών Αμμάν· ότι Ιαζήρ όρια υιών Αμμάν εστι. 25 και έλαβεν Ισραήλ πάσας τας πόλεις ταύτας, και κατώκησεν Ισραήλ εν πάσαις ταις πόλεσι των Αμορραίων, εν Εσεβών και εν πάσαις ταις συγκυρούσαις αυτη. 26 έστι γαρ Εσεβών πόλις Σηών του βασιλέως των Αμορραίων, και ούτος επολέμησε βασιλέα Μωάβ το πρότερον και έλαβον πάσαν την γην αυτού από Αροήρ έως Αρνών. 27 δια τούτο ερούσιν οι αινιγματισταί· έλθετε εις Εσεβών, ίνα οικοδομηθή και κατασκευασθή πόλις Σηών. 28 ότι πυρ εξήλθεν εξ Εσεβών, φλόξ εκ πόλεως Σηών και κατέφαγεν έως Μωάβ και κατέπιε στήλας Αρνών. 29 ουαί σοι, Μωάβ· απώλου, λαός Χαμώς. απεδόθησαν οι υιοί αυτών διασώζεσθαι και αι θυγατέρες αυτών αιχμάλωτοι τω βασιλεί των Αμορραίων Σηών· 30 και το σπέρμα αυτών απολείται, Εσεβών έως Δαιβών, και αι γυναίκες έτι προσεξέκαυσαν πυρ επί Μωάβ.

 31 Κατώκησε δε Ισραήλ εν πάσαις ταις πόλεσι των Αμορραίων. 32 και απέστειλε Μωυσής κατασκέψασθαι την Ιαζήρ, και κατελάβοντο αυτήν και τας κώμας αυτής και εξέβαλον τον Αμορραίον τον κατοικούντα εκεί. 33 και επιστρέψαντες ανέβησαν οδόν την εις Βασάν· και εξήλθεν Ωγ βασιλεύς της Βασάν εις συνάντησιν αυτοίς και πας ο λαός αυτού εις πόλεμον εις Εδραείν. 34 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· μη φοβηθής αυτόν, ότι εις τας χείράς σου παραδέδωκα αυτόν και πάντα τον λαόν αυτού και πάσαν την γην αυτού, και ποιήσεις αυτω καθώς εποίησας τω Σηών βασιλεί των Αμορραίων, ος κατώκει εν Εσεβών. 35 και επάταξεν αυτόν και τους υιούς αυτού και πάντα τον λαόν αυτού, έως του μη καταλιπείν αυτού ζωγρείαν· και εκληρονόμησαν την γην αυτού.

 ΑΡΙΘΜΟΙ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ

 1 ΚΑΙ απάραντες οι υιοί Ισραήλ παρενέβαλον επί δυσμών Μωάβ παρά τον Ιορδάνην κατά Ιεριχώ. 2 και ιδών Βαλάκ υιος Σεπφώρ πάντα όσα εποίησεν Ισραήλ τω Αμορραίω, 3 και εφοβήθη Μωάβ τον λαόν σφόδρα ότι πολλοί ήσαν, και προσώχθισε Μωάβ από προσώπου υιών Ισραήλ. 4 και είπε Μωάβ τη γερουσία Μαδιάμ· νυν εκλείξει η συναγωγή αύτη πάντας τους κύκλω υμών, ωσεί εκλείξαι ο μόσχος τα χλωρά εκ του πεδίου. και Βαλάκ υιος Σεπφώρ βασιλεύς Μωάβ ην κατά τον καιρόν εκείνον. 5 και απέστειλε πρέσβεις προς Βαλαάμ υιόν Βεώρ Φαθουρά, ό εστιν επί του ποταμού γης υιών λαού αυτού, καλέσαι αυτόν λέγων· ιδού λαός εξελήλυθεν εξ Αιγύπτου και ιδού κατεκάλυψε την όψιν της γης και ούτος εγκάθηται εχόμενός μου· 6 και νυν δεύρο άρασαί μοι τον λαόν τούτον, ότι ισχύει ούτος ή υμείς· εάν δυνώμεθα πατάξαι εξ αυτών, και εκβαλώ αυτούς εκ της γης· ότι οίδα ους εάν ευλογήσης συ, ευλόγηνται, και ους εάν καταράση συ, κεκατήρανται. 7 και επορεύθη η γερουσία Μωάβ και η γερουσία Μαδιάμ, και τα μαντεία εν ταις χερσίν αυτών, και ήλθον προς Βαλαάμ και είπαν αυτω τα ρήματα Βαλάκ. 8 και είπε προς αυτούς· καταλύσατε αυτού την νύκτα, και αποκριθήσομαι υμίν πράγματα, α αν λαλήση Κύριος προς με· και κατέμειναν οι άρχοντες Μωάβ παρά Βαλαάμ. 9 και ήλθεν ο Θεός προς Βαλαάμ και είπεν αυτω· τι οι άνθρωποι ούτοι παρά σοι; 10 και είπε Βαλαάμ προς τον Θεόν· Βαλάκ υιος Σεπφώρ, βασιλεύς Μωάβ, απέστειλεν αυτούς προς με λέγων· 11 ιδού λαός εξελήλυθεν εξ Αιγύπτου και κεκάλυφε την όψιν της γης και ούτος εγκάθηται εχόμενός μου· και νυν δεύρο άρασαί μοι αυτόν, ει άρα δυνήσομαι πατάξαι αυτόν και εκβαλώ αυτόν από της γης. 12 και είπεν ο Θεός προς Βαλαάμ· ου πορεύση μετ' αυτών, ουδέ καταράση τον λαόν· έστι γαρ ευλογημένος. 13 και αναστάς Βαλαάμ το πρωϊ είπε τοις άρχουσι Βαλάκ· αποτρέχετε προς τον κύριον υμών· ουκ αφίησί με ο Θεός πορεύεσθαι μεθ' υμών. 14 και αναστάντες οι άρχοντες Μωάβ ήλθον προς Βαλάκ και είπαν· ου θέλει Βαλαάμ πορευθήναι μεθ' ημών.

 15 Και προσέθετο Βαλάκ έτι αποστείλαι άρχοντας πλείους και εντιμοτέρους τούτων. 16 και ήλθον προς Βαλαάμ και λέγουσιν αυτω· τάδε λέγει Βαλάκ ο του Σεπφώρ· αξιώ σε, μη οκνήσης ελθείν προς με· 17 εντίμως γαρ τιμήσω σε, και όσα εάν είπης, ποιήσω σοι· και δεύρο επικατάρασαί μοι τον λαόν τούτον. 18 και απεκρίθη Βαλαάμ και είπε τοις άρχουσι Βαλάκ· εάν δω μοι Βαλάκ πλήρη τον οίκον αυτού αργυρίου και χρυσίου, ου δυνήσομαι παραβήναι το ρήμα Κυρίου του Θεού, ποιήσαι αυτό μικρόν ή μέγα εν τη διανοία μου· 19 και νυν υπομείνατε αυτού και υμείς την νύκτα ταύτην, και γνώσομαι τι προσθήσει Κύριος λαλήσαι προς με. 20 και ήλθεν ο Θεός προς Βαλαάμ νυκτός και είπεν αυτω· ει καλέσαι σε πάρεισιν οι άνθρωποι ούτοι, αναστάς ακολούθησον αυτοίς· αλλά το ρήμα, ό εάν λαλήσω προς σε, τούτο ποιήσεις. 21 και αναστάς Βαλαάμ το πρωϊ επέσαξε την όνον αυτού και επορεύθη μετά των αρχόντων Μωάβ. 22 και ωργίσθη θυμω ο Θεός, ότι επορεύθη αυτός, και ανέστη ο άγγελος του Θεού διαβαλείν αυτόν, και αυτός επιβεβήκει επί της όνου αυτού, και δύο παίδες αυτού μετ' αυτού. 23 και ιδούσα η όνος τον άγγελον του Θεού ανθεστηκότα εν τη οδω και την ρομφαίαν εσπασμένην εν τη χειρί αυτού, και εξέκλινεν η όνος εκ της οδού και επορεύετο εις το πεδίον· και επάταξε την όνον εν τη ράβδω αυτού του ευθύναι αυτήν εν τη οδω. 24 και έστη ο άγγελος του Θεού εν ταις αύλαξι των αμπέλων, φραγμός εντεύθεν και φραγμός εντεύθεν· 25 και ιδούσα η όνος τον άγγελον του Θεού προσέθλιψεν εαυτήν προς τον τοίχον και απέθλιψε τον πόδα Βαλαάμ προς τον τοίχον· και προσέθετο έτι μαστίξαι αυτήν. 26 και προσέθετο ο άγγελος του Θεού και απελθών υπέστη εν τόπω στενω, εις ον ουκ ην εκκλίναι δεξιάν ή αριστεράν. 27 και ιδούσα η όνος τον άγγελον του Θεού συνεκάθισεν υποκάτω Βαλαάμ· και εθυμώθη Βαλαάμ και έτυπτε την όνον τη ράβδω. 28 και ήνοιξεν ο Θεός το στόμα της όνου, και λέγει τω Βαλαάμ· τι εποίησά σοι ότι πέπαικάς με τρίτον τούτο; 29 και είπε Βαλαάμ τη όνω· ότι εμπέπαιχάς μοι· και ει είχον μάχαιραν εν τη χειρί, ήδη αν εξεκέντησά σε. 30 και λέγει η όνος τω Βαλαάμ· ουκ εγώ η όνος σου, εφ' ης επέβαινες από νεότητός σου έως της σήμερον ημέρας; μη υπεροράσει υπεριδούσα εποίησά σοι ούτως; ο δε είπεν· ουχί. 31 απεκάλυψε δε ο Θεός τους οφθαλμούς Βαλαάμ, και ορά τον άγγελον Κυρίου ανθεστηκότα εν τη οδω και την μάχαιραν εσπασμένην εν τη χειρί αυτού και κύψας προσεκύνησε τω προσώπω αυτού. 32 και είπεν αυτω ο άγγελος του Θεού· διατί επάταξας την όνον σου τούτο τρίτον; και ιδού εγώ εξήλθον εις διαβολήν σου, ότι ουκ αστεία η οδός σου εναντίον μου, 33 και ιδούσά με η όνος εξέκλινεν απ' εμού τρίτον τούτο· και ει μη εξέκλινεν, νυν ουν σε μεν απέκτεινα, εκείνην δ' αν περιεποιησάμην. 34 και είπε Βαλαάμ τω αγγέλω Κυρίου· ημάρτηκα, ου γαρ ηπιστάμην ότι συ μοι ανθέστηκας εν τη οδω εις συνάντησιν· και νυν ει μη σοι αρκέσει, αποστραφήσομαι. 35 και είπεν ο άγγελος του Θεού προς Βαλαάμ· συμπορεύθητι μετά των ανθρώπων· πλήν το ρήμα, ό εάν είπω προς σε, τούτο φυλάξη λαλήσαι. και επορεύθη Βαλαάμ μετά των αρχόντων Βαλάκ.

 36 Και ακούσας Βαλάκ ότι ήκει Βαλαάμ, εξήλθεν εις συνάντησιν αυτω, εις πόλιν Μωάβ, ή εστιν επί των ορίων Αρνών, ό εστιν εκ μέρους των ορίων. 37 και είπε Βαλάκ προς Βαλαάμ· ουχί απέστειλα προς σε καλέσαι σε; διατί ουκ ήρχου προς με; όντως ου δυνήσομαι τιμήσαί σε; 38 και είπε Βαλαάμ προς Βαλάκ· ιδού ήκω προς σε νυν· δυνατός έσομαι λαλήσαί τι; το ρήμα, ό εάν εμβάλη ο Θεός εις το στόμα μου, τούτο λαλήσω. 39 και επορεύθη Βαλαάμ μετά Βαλάκ, και ήλθον εις πόλεις επαύλεων. 40 και έθυσε Βαλάκ πρόβατα και μόσχους και απέστειλε τω Βαλαάμ και τοις άρχουσι τοις μετ' αυτού. 41 και εγενήθη πρωϊ και παραλαβών Βαλάκ τον Βαλαάμ ανεβίβασεν αυτόν επί την στήλην του Βαάλ και έδειξεν αυτω εκείθεν μέρος τι του λαού.

 ΑΡΙΘΜΟΙ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ

 1 ΚΑΙ είπε Βαλαάμ τω Βαλάκ· οικοδόμησόν μοι ενταύθα επτά βωμούς και ετοίμασόν μοι ενταύθα επτά μόσχους και επτά κριούς. 2 και εποίησε Βαλάκ ον τρόπον είπεν αυτω Βαλαάμ, και ανήνεγκε μόσχον και κριόν επί τον βωμόν. 3 και είπε Βαλαάμ προς Βαλάκ· παράστηθι επί της θυσίας σου, και πορεύσομαι ει μοι φανείται ο Θεός εν συναντήσει, και ρήμα, ό εάν μοι δείξη, αναγγελώ σοι. και παρέστη Βαλάκ επί της θυσίας αυτού, και Βαλαάμ επορεύθη επερωτήσαι τον Θεόν και επορεύθη ευθείαν. 4 και εφάνη ο Θεός τω Βαλαάμ, και είπε προς αυτόν Βαλαάμ· τους επτά βωμούς ητοίμασα και ανεβίβασα μόσχον και κριόν επί τον βωμόν. 5 και ενέβαλεν ο Θεός ρήμα εις το στόμα Βαλαάμ και είπεν· επιστραφείς προς Βαλάκ ούτω λαλήσεις. 6 και απεστράφη προς αυτόν, και όδε εφειστήκει επί των ολοκαυτωμάτων αυτού, και πάντες οι άρχοντες Μωάβ μετ' αυτού. και εγενήθη πνεύμα Θεού επ' αυτω, 7 και αναλαβών την παραβολήν αυτού είπεν· εκ Μεσοποταμίας μετεπέμψατό με Βαλάκ, βασιλεύς Μωάβ, εξ ορέων απ' ανατολών λέγων· δεύρο άρασαί μοι τον Ιακώβ και δεύρο επικατάρασαί μοι τον Ισραήλ. 8 τι αράσωμαι ον μη αράται Κύριος, ή τι καταράσωμαι ον μη καταράται ο Θεός; 9 ότι από κορυφής ορέων όψομαι αυτόν και από βουνών προσνοήσω αυτόν. ιδού λαός μόνος κατοικήσει και εν έθνεσιν ου συλλογισθήσεται. 10 τις εξηκριβάσατο το σπέρμα Ιακώβ, και τις εξαριθμήσεται δήμους Ισραήλ; αποθάνοι η ψυχή μου εν ψυχαίς δικαίων, και γένοιτο το σπέρμα μου ως το σπέρμα τούτων. 11 και είπε Βαλάκ προς Βαλαάμ· τι πεποίηκάς μοι; εις κατάρασιν εχθρών μου κέκληκά σε, και ιδού ευλόγηκας ευλογίαν. 12 και είπε Βαλαάμ προς Βαλάκ· ουχί όσα αν εμβάλη ο Θεός εις το στόμα μου, τούτο φυλάξω λαλήσαι;

 13 Και είπε προς αυτόν Βαλάκ· δεύρο έτι μετ' εμού εις τόπον άλλον, εξ ου ουκ όψει αυτόν εκείθεν, αλλ' ή μέρος τι αυτού όψει, πάντας δε ου μη ίδης, και κατάρασαί μοι αυτόν εκείθεν. 14 και παρέλαβεν αυτόν εις αγρού σκοπιάν επί κορυφήν λελαξευμένου και ωκοδόμησεν εκεί επτά βωμούς και ανεβίβασε μόσχον και κριόν επί τον βωμόν. 15 και είπε Βαλαάμ προς Βαλάκ· παράστηθι επί της θυσίας σου, εγώ δε πορεύσομαι επερωτήσαι τον Θεόν. 16 και συνήντησεν ο Θεός τω Βαλαάμ και ενέβαλε ρήμα εις το στόμα αυτού και είπεν· αποστράφηθι προς Βαλάκ και τάδε λαλήσεις. 17 και απεστράφη προς αυτόν, και όδε εφειστήκει επί της ολοκαυτώσεως αυτού, και πάντες οι άρχοντες Μωάβ μετ' αυτού. και είπεν αυτω Βαλάκ· τι ελάλησε Κύριος; 18 και αναλαβών την παραβολήν αυτού είπεν· ανάστηθι Βαλάκ, και άκουε· ενώτισαι μάρτυς, υιος Σεπφώρ. 19 ουχ ως άνθρωπος ο Θεός διαρτηθήναι, ουδ' ως υιος ανθρώπου απειληθήναι· αυτός είπας, ουχί ποιήσει; λαλήσει, και ουχί εμμενεί; 20 ιδού ευλογείν παρείλημμαι· ευλογήσω και ου μη αποστρέψω. 21 ουκ έσται μόχθος εν Ιακώβ, ουδέ οφθήσεται πόνος εν Ισραήλ· Κύριος ο Θεός αυτού μετ' αυτού, τα ένδοξα αρχόντων εν αυτω· 22 Θεός ο εξαγαγών αυτούς εξ Αιγύπτου· ως δόξα μονοκέρωτος αυτω. 23 ου γαρ εστιν οιωνισμός εν Ιακώβ, ουδέ μαντεία εν Ισραήλ· κατά καιρόν ρηθήσεται Ιακώβ και τω Ισραήλ, τι επιτελέσει ο Θεός. 24 ιδού λαός ως σκύμνος αναστήσεται και ως λέων γαυρωθήσεται· ου κοιμηθήσεται, έως φάγη θήραν, και αίμα τραυματιών πίεται. 25 και είπε Βαλάκ προς Βαλαάμ· ούτε κατάραις καταράση μοι αυτόν ούτε ευλογών μη ευλογήσης αυτόν. 26 και αποκριθείς Βαλαάμ είπε τω Βαλάκ· ουκ ελάλησά σοι λέγων, το ρήμα, ό εάν λαλήση ο Θεός, τούτο ποιήσω;

 27 Και είπε Βαλάκ προς Βαλαάμ· δεύρο παραλάβω σε εις τόπον άλλον, ει αρέσει τω Θεω, και κατάρασαί μοι αυτόν εκείθεν. 28 και παρέλαβε Βαλάκ τον Βαλαάμ επί κορυφήν του Φογώρ το παρατείνον εις την έρημον. 29 και είπε Βαλαάμ προς Βαλάκ· οικοδόμησόν μοι ώδε επτά βωμούς και ετοίμασόν μοι ώδε επτά μόσχους και επτά κριούς. 30 και εποίησε Βαλάκ καθάπερ είπεν αυτω Βαλαάμ, και ανήνεγκε μόσχον και κριόν επί τον βωμόν.

 ΑΡΙΘΜΟΙ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ

 1 ΚΑΙ ιδών Βαλαάμ ότι καλόν εστιν εναντίον Κυρίου ευλογείν τον Ισραήλ, ουκ επορεύθη κατά το ειωθός εις συνάντησιν τοις οιωνοίς και απέστρεψε το πρόσωπον αυτού εις την έρημον. 2 και εξάρας Βαλαάμ τους οφθαλμούς αυτού καθορά τον Ισραήλ εστρατοπεδευκότα κατά φυλάς, και εγένετο πνεύμα Θεού εν αυτω, 3 και αναλαβών την παραβολήν αυτού είπε· φησί Βαλαάμ υιος Βεώρ, φησίν ο άνθρωπος ο αληθινώς ορών, 4 φησίν ακούων λόγια ισχυρού, όστις όρασιν Θεού είδεν εν ύπνω, αποκεκαλυμμένοι οι οφθαλμοί αυτού· 5 ως καλοί οι οίκοί σου Ιακώβ, αι σκηναί σου Ισραήλ! 6 ωσεί νάπαι σκιάζουσαι και ωσεί παράδεισοι επί ποταμω και ωσεί σκηναί, ας έπηξε Κύριος, και ωσεί κέδροι παρ' ύδατα. 7 εξελεύσεται άνθρωπος εκ του σπέρματος αυτού και κυριεύσει εθνών πολλών, και υψωθήσεται ή Γώγ βασιλεία αυτού, και αυξηθήσεται βασιλεία αυτού. 8 Θεός ωδήγησεν αυτόν εξ Αιγύπτου, ως δόξα μονοκέρωτος αυτω· έδεται έθνη εχθρών αυτού και τα πάχη αυτών εκμυελιεί και ταις βολίσιν αυτού κατατοξεύσει εχθρόν· 9 κατακλιθείς ανεπαύσατο ως λέων και ως σκύμνος· τις αναστήσει αυτόν; οι ευλογούντές σε ευλόγηνται, και οι καταρώμενοί σε κεκατήρανται. 10 και εθυμώθη Βαλάκ επί Βαλαάμ και συνεκρότησε ταις χερσίν αυτού, και είπε Βαλάκ προς Βαλαάμ· καταράσθαι τον εχθρόν μου κέκληκά σε, και ιδού ευλογών ευλόγησας τρίτον τούτο· 11 νυν ουν φεύγε εις τον τόπον σου· είπα, τιμήσω σε, και νυν εστέρησέ σε Κύριος της δόξης. 12 και είπε Βαλαάμ προς Βαλάκ· ουχί και τοις αγγέλοις σου, ους απέστειλας προς με, ελάλησα λέγων· 13 εάν μοι δω Βαλάκ πλήρη τον οίκον αυτού αργυρίου και χρυσίου, ου δυνήσομαι παραβήναι το ρήμα Κυρίου ποιήσαι αυτό καλόν ή πονηρόν παρ' εμαυτού· όσα εάν είπη ο Θεός, ταύτα ερώ. 14 και νυν ιδού αποτρέχω εις τον τόπον μου· δεύρο συμβουλεύσω σοι, τι ποιήσει ο λαός ούτος τον λαόν σου επ' εσχάτου των ημερών. 15 και αναλαβών την παραβολήν αυτού είπε· φυσί Βαλαάμ υιος Βεώρ, φησίν ο άνθρωπος ο αληθινώς ορών, 16 ακούων λόγια Θεού, επιστάμενος επιστήμην παρά υψίστου και όρασιν Θεού ιδών εν ύπνω, αποκεκαλυμμένοι οι οφθαλμοί αυτού· 17 δείξω αυτω, και ουχί νυν· μακαρίζω, και ουκ εγγίζει· ανατελεί άστρον εξ Ιακώβ, αναστήσεται άνθρωπος εξ Ισραήλ και θραύσει τους αρχηγούς Μωάβ και προνομεύσει πάντας υιούς Σηθ. 18 και έσται Εδώμ κληρονομία, και έσται κληρονομία Ησαύ ο εχθρός αυτού· και Ισραήλ εποίησεν εν ισχύϊ. 19 και εξεγερθήσεται εξ Ιακώβ και απολεί σωζόμενον εκ πόλεως. 20 και ιδών τον Αμαλήκ και αναλαβών την παραβολήν αυτού είπεν· αρχή εθνών Αμαλήκ, και το σπέρμα αυτών απολείται. 21 και ιδών τον Κεναίον και αναλαβών την παραβολήν αυτού είπεν· ισχυρά η κατοικία σου· και εάν θής εν πέτρα την νοσσιάν σου, 22 και εάν γένηται τω Βεώρ νοσσιά πανουργίας, Ασσύριοι αιχμαλωτεύσουσί σε. 23 και ιδών τον Ωγ και αναλαβών την παραβολήν αυτού είπεν· ω ω, τις ζήσεται, όταν θή ταύτα ο Θεός; 24 και εξελεύσεται εκ χειρών Κιτιαίων και κακώσουσιν Ασσούρ και κακώσουσιν Εβραίους, και αυτοί ομοθυμαδόν απολούνται. 25 και αναστάς Βαλαάμ απήλθεν αποστραφείς εις τον τόπον αυτού, και Βαλάκ απήλθε προς εαυτόν.

 ΑΡΙΘΜΟΙ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ

 1 ΚΑΙ κατέλυσεν Ισραήλ εν Σαττείν· και εβεβηλώθη ο λαός εκπορνεύσαι εις τας θυγατέρας Μωάβ. 2 και εκάλεσαν αυτούς εις τας θυσίας των ειδώλων αυτών, και έφαγεν ο λαός των θυσιών αυτών και προσεκύνησαν τοις ειδώλοις αυτών. 3 και ετελέσθη Ισραήλ τω Βεελφεγώρ· και ωργίσθη θυμω Κύριος τω Ισραήλ. 4 και είπε Κύριος τω Μωυσή· λαβέ πάντας τους αρχηγούς του λαού και παραδειγμάτισον αυτούς Κυρίω κατέναντι του ηλίου, και αποστραφήσεται οργή θυμού Κυρίου από Ισραήλ. 5 και είπε Μωυσής ταις φυλαίς Ισραήλ· αποκτείνατε έκαστος τον οικείον αυτού τον τετελεσμένον τω Βεελφεγώρ.

 6 Και ιδού άνθρωπος των υιών Ισραήλ ελθών προσήγαγε τον αδελφόν αυτού προς την Μαδιανίτιν εναντίον Μωυσή και εναντίον πάσης συναγωγής υιών Ισραήλ, αυτοί δε έκλαιον παρά την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου. 7 και ιδών Φινεές υιος Ελεάζαρ υιού Ααρών του ιερέως εξανέστη εκ μέσου της συναγωγής και λαβών σειρομάστην εν τη χειρί 8 εισήλθεν οπίσω του ανθρώπου του Ισραηλίτου εις την κάμινον και απεκέντησεν αμφοτέρους, τον τε άνθρωπον τον Ισραηλίτην και την γυναίκα δια της μήτρας αυτής· και επαύσατο η πληγή από υιών Ισραήλ. 9 και εγένοντο οι τεθνηκότες εν τη πληγή τέσσαρες και είκοσι χιλιάδες.

 10 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 11 Φινεές υιος Ελεάζαρ υιού Ααρών του ιερέως κατέπαυσε τον θυμόν μου από υιών Ισραήλ εν τω ζηλώσαί μου τον ζήλον εν αυτοίς, και ουκ εξανήλωσα τους υιούς Ισραήλ εν τω ζήλω μου. 12 ούτως είπον· ιδού εγώ δίδωμι αυτω διαθήκην ειρήνης, 13 και έσται αυτω και τω σπέρματι αυτού μετ' αυτόν διαθήκη ιερατείας αιωνία, ανθ' ων εζήλωσε τω Θεω αυτού και εξιλάσατο περί των υιών Ισραήλ. 14 το δε όνομα του ανθρώπου του Ισραηλίτου του πεπληγότος, ος επλήγη μετά της Μαδιανίτιδος, Ζαμβρί υιος Σαλώ, άρχων οίκου πατριάς των Συμεών· 15 και όνομα τη γυναικί τη Μαδιανίτιδι τη πεπληγυία Χασβί, θυγάτηρ Σουρ άρχοντος έθνους ‘Ομμώθ, οίκου πατριάς εστι των Μαδιάμ.

 16 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ λέγων· 17 εχθραίνετε τοις Μαδιηναίοις και πατάξατε αυτούς, 18 ότι εχθραίνουσιν αυτοί υμίν εν δολιότητι, όσα δολιούσιν υμάς δια Φογώρ και δια Χασβί θυγατέρα άρχοντος Μαδιάμ αδελφήν αυτών την πεπληγυίαν εν τη ημέρα της πληγής δια Φογώρ.

 ΑΡΙΘΜΟΙ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ

 1 ΚΑΙ εγένετο μετά την πληγήν και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν και Ελεάζαρ τον ιερέα λέγων· 2 λαβέ την αρχήν πάσης συναγωγής υιών Ισραήλ από εικοσαετούς και επάνω κατ' οίκους πατριών αυτών, πας ο εκπορευόμενος παρατάξασθαι εν Ισραήλ. 3 και ελάλησε Μωυσής και Ελεάζαρ ο ιερεύς εν Αραβώθ Μωάβ επί του Ιορδάνου κατά Ιεριχώ λέγων· 4 από εικοσαετούς και επάνω, ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. και οι υιοί Ισραήλ οι εξελθόντες εξ Αιγύπτου· 5 Ρουβήν πρωτότοκος Ισραήλ. υιοί δε Ρουβήν· Ενώχ και δήμος του Ενώχ· τω Φαλλού δήμος του Φαλλουϊ· 6 τω Ασρών δήμος του Ασρωνί· τω Χαρμί δήμος του Χαρμί. 7 ούτοι δήμοι Ρουβήν· και εγένετο η επίσκεψις αυτών τρεις και τεσσαράκοντα χιλιάδες και επτακόσιοι και τριάκοντα. 8 και υιοί Φαλλού Ελιάβ. 9 και υιοί Ελιάβ· Ναμουήλ και Δαθάν και Αβειρών· ούτοι επίκλητοι της συναγωγής, ούτοί εισιν οι επισυστάντες επί Μωυσήν και Ααρών εν τη συναγωγή Κορέ, εν τη επισυστάσει Κυρίου, 10 και ανοίξασα η γη το στόμα αυτής κατέπιεν αυτούς και Κορέ εν τω θανάτω της συναγωγής αυτού, ότε κατέφαγε το πυρ τους πεντήκοντα και διακοσίους, και εγενήθησαν εν σημείω, 11 οι δε υιοί Κορέ ουκ απέθανον. 12 και οι υιοί Συμεών· ο δήμος των υιών Συμεών· τω Ναμουήλ δήμος ο Ναμουηλί· τω Ιαμίν δήμος ο Ιαμινί· τω Ιαχίν δήμος Ιαχινί· 13 τω Ζαρά δήμος ο Ζαραϊ· τω Σαούλ δήμος ο Σαουλί. 14 ούτοι δήμοι Συμεών εκ της επισκέψεως αυτών, δύο και είκοσι χιλιάδες και διακόσιοι. 15 υιοί δε Ιούδα· Ήρ και Αυνάν· και απέθανεν Ήρ και Αυνάν εν γη Χαναάν. 16 και εγένοντο οι υιοί Ιούδα κατά δήμους αυτών· τω Σηλώμ δήμος ο Σηλωνί· τω Φαρές δήμος ο Φαρεσί· τω Ζαρά δήμος ο Ζαραϊ. 17 και εγένοντο οι υιοί Φαρές· τω Ασρών δήμος ο Ασρωνί· τω Ιαμούν, δήμος ο Ιαμουνί. 18 ούτοι δήμοι του Ιούδα κατά την επίσκεψιν αυτών, εξ και εβδομήκοντα χιλιάδες και πεντακόσιοι. 19 και υιοί Ισσάχαρ κατά δήμους αυτών· τω Θωλά δήμος ο Θωλαϊ· τω Φουά δήμος ο Φουαϊ· 20 τω Ιασούβ δήμος ο Ιασουβί· τω Σαμράμ δήμος ο Σαμραμί. 21 ούτοι δήμοι Ισσάχαρ εξ επισκέψεως αυτών, τέσσαρες και εξήκοντα χιλιάδες και τετρακόσιοι. 22 υιοί Ζαβουλών κατά δήμους αυτών· τω Σαρέδ δήμος ο Σαρεδί· τω Αλλών δήμος ο Αλλωνί· τω Αλλήλ δήμος ο Αλληλί· 23 ούτοι δήμοι Ζαβουλών εξ επισκέψεως αυτών, εξήκοντα χιλιάδες και πεντακόσιοι. 24 υιοί Γάδ κατά δήμους αυτών· τω Σαφών δήμος ο Σαφωνί· τω Αγγί δήμος ο Αγγί· τω Σουνί δήμος ο Σουνί· 25 τω Αζενί δήμος ο Αζενί· τω Αδδί δήμος ο Αδδί· 26 τω Αροαδί δήμος ο Αροαδί· τω Αριήλ δήμος ο Αριηλί. 27 ούτοι δήμοι υιών Γάδ εξ επισκέψεως αυτών, τέσσαρες και τεσσαράκοντα χιλιάδες και πεντακόσιοι. 28 υιοί Ασήρ κατά δήμους αυτών· τω Ιαμίν δήμος ο Ιαμινί· τω Ιεσού δήμος ο Ιεσουϊ· τω Βαριά δήμος ο Βαριαϊ· 29 τω Χοβέρ δήμος ο Χοβερί· τω Μελχιήλ δήμος ο Μελχιηλί. 30 και το όνομα θυγατρός Ασήρ Σάρα. 31 ούτοι δήμοι Ασήρ εξ επισκέψεως αυτών, τρεις και τεσσαράκοντα χιλιάδες και τετρακόσιοι. 32 υιοί Ιωσήφ κατά δήμους αυτών· Μανασσή και Εφραίμ. 33 υιοί Μανασσή· τω Μαχίρ δήμος ο Μαχιρί· και Μαχίρ εγέννησε τον Γαλαάδ· τω Γαλαάδ δήμος ο Γαλααδί. 34 και ούτοι υιοί Γαλαάδ· Αχιέζερ δήμος ο Αχιεζερί· τω Χελέγ δήμος ο Χελεγί· 35 τω Εσριήλ δήμος ο Εσριηλί· τω Συχέμ δήμος ο Συχεμί· 36 τω Συμαέρ δήμος ο Συμαερί· και τω ‘Οφέρ δήμος ο ‘Οφερί· 37 και τω Σαλπαάδ υιω ‘Οφέρ ουκ εγένοντο αυτω υιοί, αλλ' ή θυγατέρες, και ταύτα τα ονόματα των θυγατέρων Σαλπαάδ· Μαλά και Νουά και Εγλά και Μελχά και Θερσά. 38 ούτοι δήμοι Μανασσή εξ επισκέψεως αυτών, δύο και πεντήκοντα χιλιάδες και επτακόσιοι. 39 και ούτοι υιοί Εφραίμ· τω Σουθαλά δήμος ο Σουθαλαϊ· τω Τανάχ δήμος ο Ταναχί. 40 ούτοι υιοί Σουθαλά· τω Εδέν δήμος ο Εδενί. 41 ούτοι δήμοι Εφραίμ εξ επισκέψεως αυτών, δύο και τριάκοντα χιλιάδες και πεντακόσιοι. ούτοι δήμοι υιών Ιωσήφ κατά δήμους αυτών. 42 υιοί Βενιαμίν κατά δήμους αυτών· τω Βαλέ δήμος ο Βαλί· τω Ασυβήρ δήμος ο Ασυβηρί· τω Ιαχιράν δήμος ο Ιαχιρανί· 43 τω Σωφάν δήμος ο Σωφανί. 44 και εγένοντο οι υιοί Βαλέ Αδάρ και Νοεμάν· τω Αδάρ δήμος ο Αδαρί και τω Νοεμάν δήμος ο Νοεμανί. 45 ούτοι οι υιοί Βενιαμίν κατά δήμους αυτών εξ επισκέψεως αυτών, πέντε και τριάκοντα χιλιάδες και πεντακόσιοι. 46 και υιοί Δάν κατά δήμους αυτών· τω Σαμέ δήμος ο Σαμεϊ· ούτοι δήμοι Δάν κατά δήμους αυτών. 47 πάντες οι δήμοι Σαμεϊ κατ' επισκοπήν αυτών τέσσαρες και εξήκοντα χιλιάδες και τετρακόσιοι. 48 υιοί Νεφθαλί κατά δήμους αυτών· τω Ασιήλ δήμος ο Ασιηλί· τω Γαυνί δήμος ο Γαυνί· 49 τω Ιεσέρ δήμος ο Ιεσερί· τω Σελλήμ δήμος ο Σελλημί. 50 ούτοι δήμοι Νεφθαλί εξ επισκέψεως αυτών, τεσσαράκοντα χιλιάδες και τριακόσιοι. 51 αύτη η επίσκεψις υιών Ισραήλ, εξακόσιαι χιλιάδες και χίλιοι και επτακόσιοι και τριάκοντα.

 52 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 53 τούτοις μερισθήσεται η γη κληρονομείν εξ αριθμού ονομάτων· 54 τοις πλείοσι πλεονάσεις την κληρονομίαν και τοις ελάττοσιν ελαττώσεις την κληρονομίαν αυτών· εκάστω καθώς επεσκέπησαν, δοθήσεται η κληρονομία αυτών. 55 δια κλήρων μερισθήσεται η γη· τοις ονόμασι, κατά φυλάς πατριών αυτών κληρονομήσουσιν· 56 εκ του κλήρου μεριείς την κληρονομίαν αυτών ανά μέσων πολλών και ολίγων.

 57 Και υιοί Λευί κατά δήμους αυτών· τω Γεδσών δήμος ο Γεδσωνί· τω Καάθ δήμος ο Κααθί· τω Μεραρί δήμος ο Μεραρί. 58 ούτοι οι δήμοι υιών Λευί· δήμος ο Λοβενί, δήμος ο Χεβρωνί, δήμος ο Κορέ και δήμος ο Μουσί. και Καάθ εγέννησε τον Αμράμ. 59 το δε όνομα της γυναικός αυτού Ιωχαβέδ, θυγάτηρ Λευί, ή έτεκε τούτους τω Λευϊ εν Αιγύπτω· και έτεκε τω Αμράμ τον Ααρών και Μωυσήν και Μαριάμ την αδελφήν αυτών. 60 και εγεννήθησαν τω Ααρών ό τε Ναδάβ και Αβιούδ και Ελεάζαρ και Ιθάμαρ. 61 και απέθανε Ναδάβ και Αβιούδ εν τω προσφέρειν αυτούς πυρ αλλότριον έναντι Κυρίου εν τη ερήμω Σινά. 62 και εγενήθησαν εξ επισκέψεως αυτών τρεις και είκοσι χιλιάδες, παν αρσενικόν από μηνιαίου και επάνω· ου γαρ συνεπεσκέπησαν εν μέσω υιών Ισραήλ, ότι ου δίδοται αυτοίς κλήρος εν μέσω υιών Ισραήλ. 63 και αύτη η επίσκεψις Μωυσή και Ελεάζαρ του ιερέως, οί επεσκέψαντο τους υιούς Ισραήλ εν Αραβώθ Μωάβ, επί του Ιορδάνου κατά Ιεριχώ. 64 και εν τούτοις ουκ ην άνθρωπος των επεσκεμμένων υπό Μωυσή και Ααρών, ους επεσκέψαντο τους υιούς Ισραήλ εν τη ερήμω Σινά· 65 ότι είπε Κύριος αυτοίς· θανάτω αποθανούνται εν τη ερήμω· και ου κατελείφθη εξ αυτών ουδέ εις, πλήν Χάλεβ υιος Ιεφοννή και Ιησούς ο του Ναυή.

 ΑΡΙΘΜΟΙ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ

 1 ΚΑΙ προσελθούσαι αι θυγατέρες Σαλπαάδ υιού ‘Οφέρ, υιού Γαλαάδ, υιού Μαχίρ, του δήμου Μανασσή, των υιών Ιωσήφ (και ταύτα τα ονόματα αυτών· Μααλά και Νουά και Εγλά και Μελχά και Θερσά) 2 και στάσαι έναντι Μωυσή και έναντι Ελεάζαρ του ιερέως και έναντι των αρχόντων και έναντι πάσης συναγωγής επί της θύρας της σκηνής του μαρτυρίου λέγουσιν· 3 ο πατήρ ημών απέθανεν εν τη ερήμω, και αυτός ουκ ην εν μέσω της συναγωγής της επισυστάσης έναντι Κυρίου εν τη συναγωγή Κορέ, ότι δι' αμαρτίαν αυτού απέθανε, και υιοί ουκ εγένοντο αυτω· μη εξαλειφθήτω το όνομα του πατρός ημών εκ μέσου του δήμου αυτού, ότι ουκ έστιν αυτω υιος· δότε ημίν κατάσχεσιν εν μέσω αδελφών πατρός ημών. 4 και προσήγαγε Μωυσής την κρίσιν αυτών έναντι Κυρίου. 5 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 6 ορθώς θυγατέρες Σαλπαάδ λελαλήκασι· δόμα δώσεις αυταίς κατάσχεσιν κληρονομίας εν μέσω αδελφών πατρός αυτών και περιθήσεις τον κλήρον του πατρός αυτών αυταίς. 7 και τοις υιοίς Ισραήλ λαλήσεις λέγων· 8 άνθρωπος εάν αποθάνη και υιος μη ή αυτω, περιθήσετε την κληρονομίαν αυτού τη θυγατρί αυτού· 9 εάν δε μη ή θυγάτηρ αυτω, δώσετε την κληρονομίαν τω αδελφω του πατρός αυτού· 10 εάν δε μη ώσιν αυτω αδελφοί, δώσετε την κληρονομίαν τω αδελφω του πατρός αυτού· 11 εάν δε μη ώσιν αδελφοί του πατρός αυτού, δώσετε την κληρονομίαν τω οικείω τω έγγιστα αυτού εκ της φυλής αυτού κληρονομήσαι τα αυτού. και έσται τούτο τοις υιοίς Ισραήλ δικαίωμα κρίσεως, καθά συνέταξε Κύριος τω Μωυσή.

 12 Και είπε Κύριος προς Μωυσήν· ανάβηθι εις το όρος το εν τω πέραν του Ιορδάνου (τούτο το όρος Ναβαύ) και ιδέ την γην Χαναάν, ην εγώ δίδωμι τοις υιοίς Ισραήλ εν κατασχέσει· 13 και όψη αυτήν και προστεθήση προς τον λαόν σου και συ, καθά προσετέθη Ααρών ο αδελφός σου εν Ωρ τω όρει, 14 διότι παρέβητε το ρήμά μου εν τη ερήμω Σίν εν τω αντιπίπτειν την συναγωγήν αγιάσαι με· ουχ ηγιάσατέ με επί τω ύδατι έναντι αυτών (τούτ' έστι το ύδωρ αντιλογίας εν Κάδης εν τη ερήμω Σίν). 15 και είπε Μωυσής προς Κύριον· 16 επισκεψάσθω Κύριος ο Θεός των πνευμάτων και πάσης σαρκός άνθρωπον επί της συναγωγής ταύτης, 17 όστις εξελεύσεται προ προσώπου αυτών και όστις εισελεύσεται προ προσώπου αυτών και όστις εξάξει αυτούς και όστις εισάξει αυτούς, και ουκ έσται η συναγωγή Κυρίου ωσεί πρόβατα οίς ουκ έστι ποιμήν. 18 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· λάβε προς σεαυτόν Ιησούν υιόν Ναυή, άνθρωπον ος έχει πνεύμα εν εαυτω, και επιθήσεις τας χείράς σου επ' αυτόν 19 και στήσεις αυτόν έναντι Ελεάζαρ του ιερέως και εντελή αυτω έναντι πάσης συναγωγής και εντελή περί αυτού εναντίον αυτών 20 και δώσεις της δόξης σου επ' αυτόν, όπως αν εισακούσωσιν αυτού οι υιοί Ισραήλ. 21 και έναντι Ελεάζαρ του ιερέως στήσεται, και επερωτήσουσιν αυτόν την κρίσιν των δήλων έναντι Κυρίου· επί τω στόματι αυτού εξελεύσονται και επί τω στόματι αυτού εισελεύσονται αυτός και οι υιοί Ισραήλ ομοθυμαδόν και πάσα η συναγωγή. 22 και εποίησε Μωυσής, καθά ενετείλατο αυτω Κύριος, και λαβών τον Ιησούν έστησεν αυτόν εναντίον Ελεάζαρ του ιερέως και εναντίον πάσης συναγωγής 23 και επέθηκε τας χείρας αυτού επ' αυτόν, και συνέστησεν αυτόν καθάπερ συνέταξε Κύριος τω Μωυσή.

 ΑΡΙΘΜΟΙ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΗ

 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 έντειλαι τοις υιοίς Ισραήλ και ερείς προς αυτούς λέγων· τα δώρά μου δόματά μου καρπώματά μου εις οσμήν ευωδίας διατηρήσετε προσφέρειν εμοί εν ταις εορταίς μου. 3 και ερείς προς αυτούς· ταύτα τα καρπώματα όσα προσάξετε Κυρίω· αμνούς ενιαυσίους αμώμους δύο την ημέραν εις ολοκαύτωσιν ενδελεχώς, 4 τον αμνόν τον ένα ποιήσεις το πρωϊ και τον αμνόν τον δεύτερον ποιήσεις το προς εσπέραν· 5 και ποιήσεις το δέκατον του οιφί σεμίδαλιν εις θυσίαν αναπεποιημένην εν ελαίω εν τετάρτω του ίν. 6 ολοκαύτωμα ενδελεχισμού, η γενομένη εν τω όρει Σινά εις οσμήν ευωδίας Κυρίω· 7 και σπονδήν αυτού το τέταρτον του ίν τω αμνω τω ενί, εν τω αγίω σπείσεις σπονδήν σίκερα Κυρίω. 8 και τον αμνόν τον δεύτερον ποιήσεις το προς εσπέραν· κατά την θυσίαν αυτού και κατά την σπονδήν αυτού ποιήσετε εις οσμήν ευωδίας Κυρίω.

 9 Και τη ημέρα των σαββάτων προσάξετε δύο αμνούς ενιαυσίους αμώμους και δύο δέκατα σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω εις θυσίαν και σπονδήν, 10 ολοκαύτωμα σαββάτων εν τοις σαββάτοις, επί της ολοκαυτώσεως της δια παντός και την σπονδήν αυτού.

 11 Και εν ταις νεομηνίαις προσάξετε ολοκαύτωμα τω Κυρίω μόσχους εκ βοών δύο και κριόν ένα, αμνούς ενιαυσίους επτά αμώμους, 12 τρία δέκατα σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω τω μόσχω τω ενί και δύο δέκατα σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω τω κριω τω ενί, 13 δέκατον δέκατον σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω τω αμνω τω ενί, θυσίαν οσμήν ευωδίας κάρπωμα Κυρίω. 14 η σπονδή αυτών το ήμισυ του ίν έσται τω μόσχω τω ενί, και το τρίτον του ίν έσται τω κριω τω ενί, και το τέταρτον του ίν έσται τω αμνω τω ενί οίνου. τούτο το ολοκαύτωμα μήνα εκ μηνός εις τους μήνας του ενιαυτού. 15 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας Κυρίω· επί της ολοκαυτώσεως της δια παντός ποιηθήσεται και η σπονδή αυτού.

 16 Και εν τω μηνί τω πρώτω τεσσαρεσκαιδεκάτη ημέρα του μηνός πάσχα Κυρίω. 17 και τη πεντεκαιδεκάτη ημέρα του μηνός τούτου εορτή· επτά ημέρας άζυμα έδεσθε. 18 και η ημέρα η πρώτη επίκλητος αγία έσται υμίν, παν έργον λατρευτόν ου ποιήσετε. 19 και προσάξετε ολοκαυτώματα κάρπωμα Κυρίω μόσχους εκ βοών δύο, κριόν ένα, αμνούς ενιαυσίους επτά, άμωμοι έσονται υμίν· 20 και η θυσία αυτών σεμίδαλις αναπεποιημένη εν ελαίω, τρία δέκατα τω μόσχω τω ενί και δύο δέκατα τω κριω τω ενί, 21 δέκατον δέκατον ποιήσεις τω αμνω τω ενί, τοις επτά αμνοίς· 22 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας εξιλάσασθαι περί υμών· 23 πλήν της ολοκαυτώσεως της δια παντός της πρωϊνής, ό εστιν ολοκαύτωμα ενδελεχισμού. 24 ταύτα κατά ταύτα ποιήσετε την ημέραν εις τας επτά ημέρας, δώρον κάρπωμα εις οσμήν ευωδίας Κυρίω· επί του ολοκαυτώματος του δια παντός ποιήσεις την σπονδήν αυτού. 25 και ημέρα η εβδόμη κλητή αγία έσται υμίν, παν έργον λατρευτόν ου ποιήσετε εν αυτη.

 26 Και τη ημέρα των νέων, όταν προσφέρητε θυσίαν νέαν Κυρίω των εβδομάδων, επίκλητος αγία έσται υμίν, παν έργον λατρευτόν ου ποιήσετε. 27 και προσάξετε ολοκαυτώματα εις οσμήν ευωδίας Κυρίω μόσχους εκ βοών δύο, κριόν ένα, αμνούς ενιαυσίους επτά αμώμους· 28 η θυσία αυτών σεμίδαλις αναπεποιημένη εν ελαίω, τρία δέκατα τω μόσχω τω ενί και δύο δέκατα τω κριω τω ενί, 29 δέκατον δέκατον τω αμνω τω ενί, τοις επτά αμνοίς· 30 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας εξιλάσασθαι περί υμών· 31 πλήν του ολοκαυτώματος του δια παντός· και την θυσίαν αυτών ποιήσετέ μοι. άμωμοι έσονται υμίν, και τας σπονδάς αυτών.

 ΑΡΙΘΜΟΙ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΘ

 1 ΚΑΙ τω μηνί τω εβδόμω, μια του μηνός, επίκλητος αγία έσται υμίν, παν έργον λατρευτόν ου ποιήσετε· ημέρα σημασίας έσται υμίν. 2 και ποιήσετε ολοκαυτώματα εις οσμήν ευωδίας Κυρίω, μόσχον ένα εκ βοών, κριόν ένα, αμνούς ενιαυσίους επτά αμώμους· 3 η θυσία αυτών σεμίδαλις αναπεποιημένη εν ελαίω, τρία δέκατα τω μόσχω τω ενί, και δύο δέκατα τω κριω τω ενί, 4 δέκατον δέκατον τω αμνω τω ενί, τοις επτά αμνοίς· 5 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας εξιλάσασθαι περί υμών· 6 πλήν των ολοκαυτωμάτων της νουμηνίας, και αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών και το ολοκαύτωμα το διαπαντός και αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών κατά την σύγκρισιν αυτών εις οσμήν ευωδίας Κυρίω.

 7 Και τη δεκάτη του μηνός τούτου επίκλητος αγία έσται υμίν, και κακώσετε τας ψυχάς υμών και παν έργον ου ποιήσετε. 8 και προσοίσετε ολοκαυτώματα εις οσμήν ευωδίας Κυρίω, καρπώματα Κυρίω, μόσχον εκ βοών ένα, κριόν ένα, αμνούς ενιαυσίους επτά, άμωμοι έσονται υμίν· 9 η θυσία αυτών σεμίδαλις αναπεποιημένη εν ελαίω, τρία δέκατα τω μόσχω τω ενί και δύο δέκατα τω κριω τω ενί, 10 δέκατον δέκατον τω αμνω τω ενί εις τους επτά αμνούς· 11 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας εξιλάσασθαι περί υμών· πλήν το περί της αμαρτίας της εξιλάσεως και η ολοκαύτωσις η δια παντός, η θυσία αυτής και η σπονδή αυτής κατά την σύγκρισιν εις οσμήν ευωδίας κάρπωμα Κυρίω.

 12 Και τη πεντεκαιδεκάτη ημέρα του μηνός του εβδόμου τούτου επίκλητος αγία έσται υμίν, παν έργον λατρευτόν ου ποιήσετε. και εορτάσατε αυτήν εορτήν Κυρίω επτά ημέρας. 13 και προσάξατε ολοκαυτώματα κάρπωμα εις οσμήν ευωδίας Κυρίω, τη ημέρα τη πρώτη μόσχους εκ βοών τρεις και δέκα, κριούς δύο, αμνούς ενιαυσίους δεκατέσσαρας, άμωμοι έσονται· 14 αι θυσίαι αυτών σεμίδαλις αναπεποιημένη εν ελαίω, τρία δέκατα τω μόσχω τω ενί, τοις τρισκαίδεκα μόσχοις, και δύο δέκατα τω κριω τω ενί, επί τους δύο κριούς, 15 δέκατον δέκατον τω αμνω τω ενί, επί τους τέσσαρας και δέκα αμνούς· 16 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας, πλήν της ολοκαυτώσεως της διαπαντός· αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών. 17 και τη ημέρα τη δευτέρα μόσχους δώδεκα, κριούς δύο, αμνούς ενιαυσίους τέσσαρας και δέκα αμώμους· 18 η θυσία αυτών και η σπονδή αυτών τοις μόσχοις και τοις κριοίς και τοις αμνοίς κατά αριθμόν αυτών, κατά την σύγκρισιν αυτών· 19 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας, πλήν της ολοκαυτώσεως της διαπαντός· αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών. 20 τη ημέρα τη τρίτη μόσχους ένδεκα, κριούς δύο, αμνούς ενιαυσίους τέσσαρας και δέκα αμώμους· 21 η θυσία αυτών και η σπονδή αυτών τοις μόσχοις και τοις κριοίς και τοις αμνοίς κατά αριθμόν αυτών, κατά την σύγκρισιν αυτών· 22 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας, πλήν της ολοκαυτώσεως της διαπαντός· αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών. 23 τη ημέρα τη τετάρτη μόσχους δέκα, κριούς δύο, αμνούς ενιαυσίους τέσσαρας και δέκα αμώμους· 24 αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών τοις μόσχοις και τοις κριοίς και τοις αμνοίς κατά αριθμόν αυτών κατά την σύγκρισιν αυτών· 25 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας, πλήν της ολοκαυτώσεως της διαπαντός· αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών. 26 τη ημέρα τη πέμπτη μόσχους εννέα, κριούς δύο, αμνούς ενιαυσίους τέσσαρας και δέκα αμώμους· 27 αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών τοις μόσχοις και τοις κριοίς και τοις αμνοίς κατά αριθμόν αυτών, κατά την σύγκρισιν αυτών· 28 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας, πλήν της ολοκαυτώσεως της δια παντός· αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών. 29 τη ημέρα τη έκτη μόσχους οκτώ, κριούς δύο, αμνούς ενιαυσίους δεκατέσσαρας αμώμους· 30 αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών τοις μόσχοις και τοις κριοίς και τοις αμνοίς κατά αριθμόν αυτών, κατά την σύγκρισιν αυτών· 31 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας, πλήν της ολοκαυτώσεως της διαπαντός· αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών. 32 τη ημέρα τη εβδόμη μόσχους επτά, κριούς δύο, αμνούς ενιαυσίους δεκατέσσαρας αμώμους· 33 αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών τοις μόσχοις και τοις κριοίς και τοις αμνοίς κατά αριθμόν αυτών, κατά την σύγκρισιν αυτών· 34 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας, πλήν της ολοκαυτώσεως της διαπαντός· αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών. 35 και τη ημέρα τη ογδόη εξόδιον έσται υμίν. παν έργον λατρευτόν ου ποιήσετε εν αυτη. 36 και προσάξετε ολοκαυτώματα εις οσμήν ευωδίας καρπώματα τω Κυρίω, μόσχον ένα, κριόν ένα, αμνούς ενιαυσίους επτά αμώμους. 37 αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών τω μόσχω και τω κριω και τοις αμνοίς κατά αριθμόν αυτών, κατά την σύγκρισιν αυτών. 38 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας, πλήν της ολοκαυτώσεως της διαπαντός· αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών.

 39 Ταύτα ποιήσετε Κυρίω εν ταις εορταίς υμών, πλήν των ευχών υμών, και τα εκούσια υμών και τα ολοκαυτώματα υμών και τας θυσίας υμών και τας σπονδάς υμών και τα σωτήρια υμών.

 ΑΡΙΘΜΟΙ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Λ

 1 ΚΑΙ ελάλησε Μωυσής τοις υιοίς Ισραήλ κατά πάντα, όσα ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή. 2 και ελάλησε Μωυσής προς τους άρχοντας των φυλών υιών Ισραήλ λέγων· τούτο το ρήμα, ό συνέταξε Κύριος· 3 άνθρωπος άνθρωπος, ος αν εύξηται ευχήν Κυρίω ή ομόση όρκον ή ορίσηται ορισμω περί της ψυχής αυτού, ου βεβηλώσει το ρήμα αυτού· πάντα όσα αν εξέλθη εκ του στόματος αυτού, ποιήσει· 4 εάν δε εύξηται γυνή ευχήν Κυρίω ή ορίσηται ορισμόν εν τω οίκω του πατρός αυτής εν τη νεότητι αυτής και ακούση ο πατήρ αυτής τας ευχάς αυτής και τους ορισμούς αυτής, ους ωρίσατο κατά της ψυχής αυτής, και παρασιωπήση αυτής ο πατήρ, και στήσονται πάσαι αι ευχαί αυτής, 5 και πάντες οι ορισμοί, ους ωρίσατο κατά της ψυχής αυτής, μενούσιν αυτη. 6 εάν δε ανανεύων ανανεύση ο πατήρ αυτής, ή αν ημέρα ακούση πάσας τας ευχάς αυτής και τους ορισμούς, ους ωρίσατο κατά της ψυχής αυτής, ου στήσονται· και Κύριος καθαριεί αυτήν, ότι ανένευσεν ο πατήρ αυτής. 7 εάν δε γενομένη γένηται ανδρί και αι ευχαί αυτής επ' αυτη κατά την διαστολήν των χειλέων αυτής, ους ωρίσατο κατά της ψυχής αυτής, 8 και ακούση ο ανήρ αυτής και παρασιωπήση αυτη, ή αν ημέρα ακούση, και ούτω στήσονται πάσαι αι ευχαί αυτής και οι ορισμοί αυτής, ους ωρίσατο κατά της ψυχής αυτής, στήσονται. 9 εάν δε ανανεύων ανανεύση ο ανήρ αυτής, ή εάν ημέρα ακούση, πάσαι αι ευχαί αυτής και οι ορισμοί αυτής, ους ωρίσατο κατά της ψυχής αυτής, ου μενούσιν, ότι ο ανήρ ανένευσεν απ' αυτής, και Κύριος καθαριεί αυτήν. 10 και ευχή χήρας και εκβεβλημένης όσα εάν εύξηται κατά της ψυχής αυτής, μενούσιν αυτη. 11 εάν δε εν τω οίκω του ανδρός αυτής η ευχή αυτής ή ο ορισμός κατά της ψυχής αυτής μεθ' όρκου 12 και ακούση ο ανήρ αυτής και παρασιωπήση αυτη και μη ανανεύση αυτη, και στήσονται πάσαι αι ευχαί αυτής, και πάντες οι ορισμοί αυτής, ους ωρίσατο κατά της ψυχής αυτής, στήσονται κατ' αυτής. 13 εάν δε περιελών περιέλη ο ανήρ αυτής, ή αν ημέρα ακούση, πάντα όσα εάν εξέλθη εκ των χειλέων αυτής κατά τας ευχάς αυτής και κατά τους ορισμούς τους κατά της ψυχής αυτής, ου μενεί αυτη· ο ανήρ αυτής περιείλε, και Κύριος καθαριεί αυτήν. 14 πάσα ευχή και πας όρκος δεσμού κακώσαι ψυχήν, ο ανήρ αυτής στήσει αυτη και ο ανήρ αυτής περιελεί. 15 εάν δε σιωπών παρασιωπήση αυτη ημέραν εξ ημέρας, και στήσει αυτη πάσας τας ευχάς αυτής, και τους ορισμούς τους επ'

 αυτής στήσει αυτη, ότι εσιώπησεν αυτη τη ημέρα, ή ήκουσεν. 16 εάν δε περιελών περιέλη ο ανήρ αυτής μετά την ημέραν, ην ήκουσε, και λήψεται την αμαρτίαν αυτού. 17 ταύτα τα δικαιώματα, όσα ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή, ανά μέσον ανδρός και γυναικός αυτού και αναμέσον πατρός και θυγατρός εν νεότητι εν οίκω πατρός.

 ΑΡΙΘΜΟΙ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΑ

 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 εκδίκει την εκδίκησιν υιών Ισραήλ εκ των Μαδιανιτών, και έσχατον προστεθήση προς τον λαόν σου. 3 και ελάλησε Μωυσής προς τον λαόν λέγων· εξοπλίσατε εξ υμών άνδρας και παρατάξασθε έναντι Κυρίου επί Μαδιάν αποδούναι εκδίκησιν παρά του Κυρίου τη Μαδιάν· 4 χιλίους εκ φυλής, χιλίους εκ φυλής, εκ πασών φυλών υιών Ισραήλ αποστείλατε παρατάξασθαι. 5 και εξηρίθμησαν εκ των χιλιάδων Ισραήλ χιλίους εκ φυλής, δώδεκα χιλιάδας ενωπλισμένοι εις παράταξιν. 6 και απέστειλεν αυτούς Μωυσής χιλίους εκ φυλής, χιλίους εκ φυλής συν δυνάμει αυτών και Φινεές υιόν Ελεάζαρ υιού Ααρών του ιερέως, και τα σκεύη τα άγια και αι σάλπιγγες των σημασιών εν ταις χερσίν αυτών. 7 και παρετάξαντο επί Μαδιάν, καθά ενετείλατο Κύριος Μωυσή, και απέκτειναν παν αρσενικόν· 8 και τους βασιλείς Μαδιάν απέκτειναν άμα τοις τραυματίαις αυτών, και τον Ευίν και τον Ροκόν και τον Σουρ και τον Ούρ και τον Ροβόκ, πέντε βασιλείς Μαδιάν· και τον Βαλαάμ υιόν Βεώρ απέκτειναν εν ρομφαία συν τοις τραυματίαις αυτών. 9 και επρονόμευσαν τας γυναίκας Μαδιάν και την αποσκευήν αυτών, και τα κτήνη αυτών και πάντα τα έγκτητα αυτών και την δύναμιν αυτών επρονόμευσαν· 10 και πάσας τας πόλεις αυτών τας εν ταις κατοικίαις αυτών και τας επαύλεις αυτών ενέπρησαν εν πυρί. 11 και έλαβον πάσαν την προνομήν αυτών και πάντα τα σκύλα αυτών από ανθρώπου έως κτήνους 12 και ήγαγον προς Μωυσήν και προς Ελεάζαρ τον ιερέα και προς πάντας υιούς Ισραήλ την αιχμαλωσίαν και τα σκύλα και την προνομήν εις την παρεμβολήν εις Αραβώθ Μωάβ, ή εστιν επί του Ιορδάνου κατά Ιεριχώ.

 13 Και εξήλθε Μωυσής και Ελεάζαρ ο ιερεύς και πάντες οι άρχοντες της συναγωγής εις συνάντησιν αυτοίς έξω της παρεμβολής. 14 και ωργίσθη Μωυσής επί τοις επισκόποις της δυνάμεως, χιλιάρχοις και εκατοντάρχοις τοις ερχομένοις εκ της παρατάξεως του πολέμου, 15 και είπεν αυτοίς Μωυσής· ινατί εζωγρήσατε παν θήλυ; 16 αύται γαρ ήσαν τοις υιοίς Ισραήλ κατά το ρήμα Βαλαάμ του αποστήσαι και υπεριδείν το ρήμα Κυρίου ένεκεν Φογώρ, και εγένετο η πληγή εν τη συναγωγή Κυρίου. 17 και νυν αποκτείνατε παν αρσενικόν εν πάση τη απαρτία, πάσαν γυναίκα, ήτις έγνω κοίτην άρσενος, αποκτείνατε· 18 και πάσαν την απαρτίαν των γυναικών, ήτις ουκ οίδε κοίτην άρσενος, ζωγρήσατε αυτάς. 19 και υμείς παρεμβάλετε έξω της παρεμβολής επτά ημέρας· πας ο ανελών και ο απτόμενος του τετρωμένου αγνισθήσεται τη ημέρα τη τρίτη και τη ημέρα τη εβδόμη υμείς και η αιχμαλωσία υμών· 20 και παν περίβλημα και παν σκεύος δερμάτινον και πάσαν εργασίαν εξ αιγείας και παν σκεύος ξύλινον αφαγνιείτε. 21 και είπεν Ελεάζαρ ο ιερεύς προς τους άνδρας της δυνάμεως τους ερχομένους εκ της παρατάξεως του πολέμου· τούτο το δικαίωμα του νόμου, ό συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. 22 πλήν του χρυσίου και του αργυρίου και χαλκού και σιδήρου και μολίβου και κασσιτέρου, 23 παν πράγμα, ό διελεύσεται εν πυρί, και καθαρισθήσεται, αλλ' ή τω ύδατι του αγνισμού αγνισθήσεται· και πάντα όσα εάν μη διαπορεύηται δια πυρός, διελεύσεται δι' ύδατος. 24 και πλυνείσθε τα ιμάτια τη ημέρα τη εβδόμη και καθαρισθήσεσθε και μετά ταύτα εισελεύσεσθε εις την παρεμβολήν.

 25 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 26 λάβε το κεφάλαιον των σκύλων της αιχμαλωσίας από ανθρώπου έως κτήνους, συ και Ελεάζαρ ο ιερεύς και οι άρχοντες των πατριών της συναγωγής, 27 και διελείτε τα σκύλα ανά μέσον των πολεμιστών των εκπεπορευμένων εις την παράταξιν, και ανά μέσον πάσης συναγωγής. 28 και αφελείτε τέλος Κυρίω παρά των ανθρώπων των πολεμιστών των εκπεπορευμένων εις την παράταξιν μίαν ψυχήν από πεντακοσίων, από των ανθρώπων και από των κτηνών και από των βοών και από των προβάτων και από των όνων· 29 και από του ημίσους αυτών λήψεσθε και δώσεις Ελεάζαρ τω ιερεί τας απαρχάς Κυρίου. 30 και από του ημίσους του των υιών Ισραήλ λήψη ένα από πεντήκοντα από των ανθρώπων και από των βοών και από των προβάτων και από των όνων και από πάντων των κτηνών και δώσεις αυτά τοις Λευίταις τοις φυλάσσουσι τας φυλακάς εν τη σκηνή Κυρίου. 31 και εποίησε Μωυσής και Ελεάζαρ ο ιερεύς καθά συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. 32 και εγενήθη το πλεόνασμα της προνομής, ό προενόμευσαν οι άνδρες οι πολεμισταί από των προβάτων, εξακόσιαι χιλιάδες και εβδομήκοντα και πέντε χιλιάδες 33 και βόες δύο και εβδομήκοντα χιλιάδες 34 και όνοι μία και εξήκοντα χιλιάδες 35 και ψυχαί ανθρώπων από των γυναικών, αι ουκ έγνωσαν κοίτην ανδρός, πάσαι ψυχαί δύο και τριάκοντα χιλιάδες. 36 και εγενήθη το ημίσευμα η μερίς των εκπεπορευμένων εις τον πόλεμον εκ του αριθμού των προβάτων τριακόσιαι και τριάκοντα χιλιάδες και επτακισχίλια και πεντακόσια. 37 και εγένετο το τέλος Κυρίω από των προβάτων εξακόσιαι εβδομήκοντα πέντε· 38 και βόες εξ και τριάκοντα χιλιάδες, και το τέλος Κυρίω δύο και εβδομήκοντα· 39 και όνοι τριάκοντα χιλιάδες και πεντακόσιοι, και το τέλος Κυρίω εις και εξήκοντα· 40 και ψυχαί ανθρώπων εκκαίδεκα χιλιάδες, και το τέλος αυτών Κυρίω δύο και τριάκοντα ψυχαί. 41 και έδωκε Μωυσής το τέλος Κυρίω το αφαίρεμα του Θεού Ελεάζαρ τω ιερεί, καθά συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. 42 από του ημισεύματος των υιών Ισραήλ, ους διείλε Μωυσής από των ανδρών των πολεμιστών. 43 και εγένετο το ημίσευμα από της συναγωγής από των προβάτων τριακόσιαι και τριάκοντα χιλιάδες και επτακισχίλια και πεντακόσια 44 και βόες εξ και τριάκοντα χιλιάδες, 45 όνοι τριάκοντα χιλιάδες και πεντακόσιοι 46 και ψυχαί ανθρώπων εξ και δέκα χιλιάδες. 47 και έλαβε Μωυσής από του ημισεύματος των υιών Ισραήλ το εν από των πεντήκοντα, από των ανθρώπων και από των κτηνών, και έδωκεν αυτά τοις Λευίταις τοις φυλάσσουσι τας φυλακάς της σκηνής Κυρίου, ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή.

 48 Και προσήλθον προς Μωυσήν πάντες οι καθεσταμένοι εις τας χιλιαρχίας της δυνάμεως, χιλίαρχοι και εκατόνταρχοι, και είπαν προς Μωυσήν· 49 οι παίδές σου ειλήφασι το κεφάλαιον των ανδρών των πολεμιστών των παρ' ημίν, και ου διαπεφώνηκεν απ' αυτών ουδέ εις· 50 και προσενηνόχαμεν το δώρον Κυρίω, ανήρ ό εύρε σκεύος χρυσούν και χλιδώνα και ψέλλιον και δακτύλιον και περιδέξιον και εμπλόκιον, εξιλάσασθαι περί ημών έναντι Κυρίου. 51 και έλαβε Μωυσής και Ελεάζαρ ο ιερεύς το χρυσίον παρ' αυτών παν σκεύος ειργασμένον· 52 και εγένετο παν το χρυσίον το αφαίρεμα, ό αφείλον Κυρίω, εκκαίδεκα χιλιάδες και επτακόσιοι και πεντήκοντα σίκλοι παρά των χιλιάρχων και παρά των εκατοντάρχων. 53 και οι άνδρες οι πολεμισταί επρονόμευσαν έκαστος εαυτω. 54 και έλαβε Μωυσής και Ελεάζαρ ο ιερεύς το χρυσίον παρά των χιλιάρχων και παρά των εκατοντάρχων και εισήνεγκεν αυτά εις την σκηνήν του μαρτυρίου, μνημόσυνον των υιών Ισραήλ έναντι Κυρίου.

 ΑΡΙΘΜΟΙ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΒ

 1 ΚΑΙ κτήνη πλήθος ην τοις υιοίς Ρουβήν και τοις υιοίς Γάδ, πλήθος σφόδρα· και είδον την χώραν Ιαζήρ και την χώραν Γαλαάδ, και ην ο τόπος τόπος κτήνεσι. 2 και προσελθόντες οι υιοί Ρουβήν και οι υιοί Γάδ είπαν προς Μωυσήν και προς Ελεάζαρ τον ιερέα και προς τους άρχοντας της συναγωγής λέγοντες· 3 Αταρώθ και Δαιβών και Ιαζήρ και Ναμρά και Εσεβών, και Ελεαλή και Σεβαμά και Ναβαύ και Βαιάν, 4 την γην ην παραδέδωκε Κύριος ενώπιον των υιών Ισραήλ, γη κτηνοτρόφος εστί, και τοις παισί σου κτήνη υπάρχει. 5 και έλεγον· ει εύρομεν χάριν ενώπιόν σου, δοθήτω η γη αύτη τοις οικέταις σου εν κατασχέσει, και μη διαβιβάσης ημάς τον Ιορδάνην. 6 και είπε Μωυσής τοις υιοίς Γάδ και τοις υιοίς Ρουβήν· οι αδελφοί υμών πορεύονται εις τον πόλεμον, και υμείς καθήσεσθε αυτού; 7 και ινατί διαστρέφετε τας διανοίας των υιών Ισραήλ μη διαβήναι εις την γην, ην Κύριος δίδωσιν αυτοίς; 8 ουχ ούτως εποίησαν οι πατέρες υμών, ότε απέστειλα αυτούς εκ Κάδης Βαρνή κατανοήσαι την γην; 9 και ανέβησαν Φάραγγα βότρυος και κατενόησαν την γην και απέστησαν την καρδίαν των υιών Ισραήλ, όπως μη εισέλθωσιν εις την γην, ην έδωκε Κύριος αυτοίς. 10 και ωργίσθη θυμω Κύριος εν τη ημέρα εκείνη και ώμοσε λέγων· 11 ει όψονται οι άνθρωποι ούτοι οι αναβάντες εξ Αιγύπτου από εικοσαετούς και επάνω, οι επιστάμενοι το αγαθόν και το κακόν, την γην ην ώμοσα τω Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ, ου γαρ συνεπηκολούθησαν οπίσω μου, 12 πλήν Χάλεβ υιος Ιεφοννή ο διακεχωρισμένος και Ιησούς ο του Ναυή, ότι συνεπηκολούθησαν οπίσω Κυρίου. 13 και ωργίσθη θυμω Κύριος επί τον Ισραήλ και κατερρόμβευσεν αυτούς εν τη ερήμω τεσσαράκοντα έτη, έως εξανηλώθη πάσα η γενεά οι ποιούντες τα πονηρά έναντι Κυρίου. 14 ιδού ανέστητε αντί των πατέρων υμών, σύντριμμα ανθρώπων αμαρτωλών, προσθείναι έτι επί τον θυμόν της οργής Κυρίου επί Ισραήλ, 15 ότι αποστραφήσεσθε απ' αυτού προσθείναι έτι καταλιπείν αυτόν εν τη ερήμω και ανομήσετε εις όλην την συναγωγήν ταύτην. 16 και προσήλθον αυτω και έλεγον· επαύλεις προβάτων οικοδομήσομεν ώδε τοις κτήνεσιν ημών και πόλεις ταις αποσκευαίς ημών, 17 και ημείς ενοπλισάμενοι προφυλακήν πρότεροι των υιών Ισραήλ, έως αν αγάγωμεν αυτούς εις τον εαυτών τόπον· και κατοικήσει η αποσκευή ημών εν πόλεσι τετειχισμέναις δια τους κατοικούντας την γην. 18 ου μη αποστραφώμεν εις τας οικίας ημών, έως αν καταμερισθώσιν οι υιοί Ισραήλ, έκαστος εις την κληρονομίαν αυτού· 19 και ουκέτι κληρονομήσομεν εν αυτοίς από του πέραν του Ιορδάνου και επέκεινα, ότι απέχομεν τους κλήρους ημών εν τω πέραν του Ιορδάνου εν ανατολαίς. 20 και είπε προς αυτούς Μωυσής· εάν ποιήσητε κατά το ρήμα τούτο, εάν εξοπλίσησθε έναντι Κυρίου εις πόλεμον 21 και παρελεύσεται υμών πας οπλίτης τον Ιορδάνην έναντι Κυρίου, έως αν εκτριβή ο εχθρός αυτού από προσώπου αυτού 22 και κατακυριευθή η γη έναντι Κυρίου, και μετά ταύτα αποστραφήσεσθε, και έσεσθε αθωοι έναντι Κυρίου και από Ισραήλ, και έσται η γη αύτη υμίν εν κατασχέσει έναντι Κυρίου. 23 εάν δε μη ποιήσητε ούτως, αμαρτήσεσθε έναντι Κυρίου και γνώσεσθε την αμαρτίαν υμών, όταν υμάς καταλάβη τα κακά. 24 και οικοδομήσετε υμίν αυτοίς πόλεις τη αποσκευή υμών και επαύλεις τοις κτήνεσιν υμών και το εκπορευόμενον εκ του στόματος υμών ποιήσετε. 25 και είπαν οι υιοί Ρουβήν και υιοί Γάδ προς Μωυσήν λέγοντες· οι παίδές σου ποιήσουσι καθά ο Κύριος ημών εντέλλεται· 26 η αποσκευή ημών και αι γυναίκες ημών και πάντα τα κτήνη ημών έσονται εν ταις πόλεσι Γαλαάδ, 27 οι δε παίδές σου παρελεύσονται πάντες ενωπλισμένοι και εκτεταγμένοι έναντι Κυρίου εις τον πόλεμον, ον τρόπον ο Κύριος λέγει. 28 και συνέστησεν αυτοίς Μωυσής Ελεάζαρ τον ιερέα και Ιησούν υιόν Ναυή και τους άρχοντας πατριών των φυλών Ισραήλ, 29 και είπε προς αυτούς Μωυσής· εάν διαβώσιν οι υιοί Ρουβήν και οι υιοί Γάδ μεθ' υμών τον Ιορδάνην, πας ενωπλισμένος εις πόλεμον έναντι Κυρίου, και κατακυριεύσητε της γης απέναντι υμών, και δώσετε αυτοίς την γην Γαλαάδ εν κατασχέσει· 30 εάν δε μη διαβώσιν ενωπλισμένοι μεθ' υμών εις τον πόλεμον έναντι Κυρίου, και διαβιβάσετε την αποσκευήν αυτών και τας γυναίκας αυτών και τα κτήνη αυτών πρότερα υμών εις γην Χαναάν, και συγκατακληρονομηθήσονται εν υμίν εν τη γη Χαναάν. 31 και απεκρίθησαν οι υιοί Ρουβήν και οι υιοί Γάδ λέγοντες· όσα ο Κύριος λέγει τοις θεράπουσιν, ούτω ποιήσωμεν ημείς· 32 διαβησόμεθα ενωπλισμένοι έναντι Κυρίου εις γην Χαναάν, και δώσετε την κατάσχεσιν ημίν εν τω πέραν του Ιορδάνου. 33 και έδωκεν αυτοίς Μωυσής τοις υιοίς Γάδ και τοις υιοίς Ρουβήν και τω ημίσει φυλής Μανασσή υιών Ιωσήφ, την βασιλείαν Σηών βασιλέως Αμορραίων και την βασιλείαν Ωγ βασιλέως της Βασάν, την γην και τας πόλεις συν τοις ορίοις αυτής, πόλεις της γης κύκλω.

 34 Και ωκοδόμησαν οι υιοί Γάδ την Δαιβών και την Αταρώθ και την Αροήρ 35 και την Σοφάρ και την Ιαζήρ και ύψωσαν αυτάς, 36 και την Ναμράμ και την Βαιθαράν, πόλεις οχυράς και επαύλεις προβάτων. 37 και οι υιοί Ρουβήν ωκοδόμησαν την Εσεβών και Ελεάλην και Καριαθάμ 38 και την Βεελμεών, περικεκυκλωμένας, και την Σεβαμά και επωνόμασαν κατά τα ονόματα αυτών τα ονόματα των πόλεων, ας ωκοδόμησαν. 39 και επορεύθη υιος Μαχίρ υιού Μανασσή εις Γαλαάδ και έλαβεν αυτήν και απώλεσε τον Αμορραίον τον κατοικούντα εν αυτη. 40 και έδωκε Μωυσής την Γαλαάδ τω Μαχίρ υιω Μανασσή, και κατώκησεν εκεί. 41 και Ιαϊρ ο του Μανασσή επορεύθη και έλαβε τας επαύλεις αυτών και επωνόμασεν αυτάς Επαύλεις Ιαϊρ. 42 και Ναβαύ επορεύθη και έλαβε την Καάθ και τας κώμας αυτής και επωνόμασεν αυτάς Ναβώθ εκ του ονόματος αυτού.

 ΑΡΙΘΜΟΙ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΓ

 1 ΚΑΙ ούτοι οι σταθμοί των υιών Ισραήλ, ως εξήλθον εκ γης Αιγύπτου συν δυνάμει αυτών εν χειρί Μωυσή και Ααρών· 2 και έγραψε Μωυσής τας απάρσεις αυτών και τους σταθμούς αυτών δια ρήματος Κυρίου, και ούτοι οι σταθμοί της πορείας αυτών. 3 απήραν εκ Ραμεσσή τω μηνί τω πρώτω τη πεντεκαιδεκάτη ημέρα του μηνός του πρώτου· τη επαύριον του πάσχα εξήλθον οι υιοί Ισραήλ εν χειρί υψηλή εναντίον πάντων των Αιγυπτίων, 4 και οι Αιγύπτιοι έθαπτον εξ αυτών τους τεθνηκότας πάντας, ους επάταξε Κύριος, παν πρωτότοκον εν γη Αιγύπτω, και εν τοις θεοίς αυτών εποίησε την εκδίκησιν Κύριος. 5 και απάραντες οι υιοί Ισραήλ εκ Ραμεσσή παρενέβαλον εις Σοκχώθ. 6 και απάραντες εκ Σοκχώθ παρενέβαλον εις Βουθάν, ό εστι μέρος τι της ερήμου. 7 και απήραν εκ Βουθάν και παρενέβαλον επί το στόμα Ειρώθ, ό εστιν απέναντι Βεελσεπφών, και παρενέβαλον απέναντι Μαγδώλου. 8 και απήραν απέναντι Ειρώθ και διέβησαν μέσον της θαλάσσης εις την έρημον και επορεύθησαν οδόν τριών ημερών δια της ερήμου αυτοί και παρενέβαλον εν Πικρίαις. 9 και απήραν εκ Πικριών και ήλθον εις Αιλίμ· και εν Αιλίμ δώδεκα πηγαί υδάτων και εβδομήκοντα στελέχη φοινίκων, και παρενέβαλον εκεί παρά το ύδωρ. 10 και απήραν εξ Αιλίμ και παρενέβαλον επί θάλασσαν ερυθράν. 11 και απήραν από θαλάσσης ερυθράς, και παρενέβαλον εις την έρημον Σίν. 12 και απήραν εκ της ερήμου Σίν και παρενέβαλον εις Ραφακά. 13 και απήραν εκ Ραφακά και παρενέβαλον εν Αιλούς. 14 και απήραν εξ Αιλούς και παρενέβαλον εν Ραφιδίν, και ουκ ην εκεί ύδωρ τω λαω πιείν. 15 και απήραν εκ Ραφιδίν και παρενέβαλον εν τη ερήμω Σινά. 16 και απήραν εκ της ερήμου Σινά και παρενέβαλον εν Μνήμασι της επιθυμίας. 17 και απήραν εκ Μνημάτων της επιθυμίας και παρενέβαλον εν Ασηρώθ. 18 και απήραν εξ Ασηρώθ και παρενέβαλον εν Ραθαμά. 19 και απήραν εκ Ραθαμά και παρενέβαλον εν Ρεμμών Φαρές. 20 και απήραν εκ Ρεμμών Φαρές και παρενέβαλον εν Λεβωνά. 21 και απήραν εκ Λεβωνά και παρενέβαλον εις Ρεσσάν. 22 και απήραν εκ Ρεσσάν και παρενέβαλον εις Μακελλάθ. 23 και απήραν εκ Μακελλάθ και παρενέβαλον εις Σαφάρ. 24 και απήραν εκ Σαφάρ και παρενέβαλον εις Χαραδάθ. 25 και απήραν εκ Χαραδάθ και παρενέβαλον εις Μακηλώθ. 26 και απήραν εκ Μακηλώθ και παρενέβαλον εις Καταάθ. 27 και απήραν εκ Καταάθ και παρενέβαλον εις Ταράθ. 28 και απήραν εκ Ταράθ και παρενέβαλον εις Μαθεκκά. 29 και απήραν εκ Μαθεκκά και παρενέβαλον εις Σελμωνά. 30 και απήραν εκ Σελμωνά και παρενέβαλον εις Μασουρούθ. 31 και απήραν εκ Μασουρούθ και παρενέβαλον εις Βαναία. 32 και απήραν εκ Βαναία και παρενέβαλον εις το όρος Γαδγάδ. 33 και απήραν εκ του όρους Γαδγάδ και παρενέβαλον εις Ετεβαθά. 34 και απήραν εξ Ετεβαθά και παρενέβαλον εις Εβρωνά. 35 και απήραν εξ Εβρωνά και παρενέβαλον εις Γεσιών Γάβερ. 36 και απήραν εκ Γεσιών Γάβερ και παρενέβαλον εν τη ερήμω Σίν. και απήραν εκ της ερήμου Σίν και παρενέβαλον εις την έρημον Φαράν· αύτη εστί Κάδης. 37 και απήραν εκ Κάδης και παρενέβαλον εις Ωρ το όρος πλησίον γης Εδώμ· 38 και ανέβη Ααρών ο ιερεύς δια προστάγματος Κυρίου και απέθανεν εκεί εν τω τεσσαρακοστω έτει της εξόδου των υιών Ισραήλ εκ γης Αιγύπτου τω μηνί τω πέμπτω μια του μηνός· 39 και Ααρών ην τριών και είκοσι και εκατόν ετών, ότε απέθνησκεν εν Ωρ τω όρει. 40 και ακούσας ο Χανανίς βασιλεύς Αράδ, και ούτος

 κατώκει εν γη Χαναάν, ότε εισεπορεύοντο οι υιοί Ισραήλ. 41 και απήραν εξ Ωρ του όρους και παρενέβαλον εις Σελμωνά. 42 και απήραν εκ Σελμωνά και παρενέβαλον εις Φινώ. 43 και απήραν εκ Φινώ και παρενέβαλον εν ‘Ωβώθ. 44 και απήραν εξ ‘Ωβώθ και παρενέβαλον εν Γαϊ, εν τω πέραν επί των ορίων Μωάβ. 45 και απήραν εκ Γαϊ και παρενέβαλον εις Δαιβών Γάδ. 46 και απήραν εκ Δαιβών Γάδ και παρενέβαλον εν Γελμών Δεβλαθαίμ. 47 και απήραν εκ Γελμών Δεβλαθαίμ και παρενέβαλον επί τα όρη τα Αβαρίμ, απέναντι Ναβαύ. 48 και απήραν από των ορέων Αβαρίμ και παρενέβαλον επί δυσμών Μωάβ, επί του Ιορδάνου κατά Ιεριχώ, 49 και παρενέβαλον παρά τον Ιορδάνην ανά μέσον Αισιμώθ έως Βελσατίμ κατά δυσμάς Μωάβ.

 50 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν επί δυσμών Μωάβ παρά τον Ιορδάνην κατά Ιεριχώ λέγων· 51 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ και ερείς προς αυτούς· υμείς διαβαίνετε τον Ιορδάνην εις γην Χαναάν 52 και απολείτε πάντας τους κατοικούντας εν τη γη προ προσώπου υμών και εξαρείτε τας σκοπιάς αυτών και πάντα τα είδωλα τα χωνευτά αυτών απολείτε αυτά και πάσας τας στήλας αυτών εξαρείτε. 53 και απολείτε πάντας τους κατοικούντας την γην και κατοικήσετε εν αυτη· υμίν γαρ δέδωκα την γην αυτών εν κλήρω. 54 και κατακληρονομήσετε την γην αυτών εν κλήρω κατά φυλάς υμών· τοις πλείοσι πληθυνείτε την κατάσχεσιν αυτών και τοις ελάττοσιν ελαττώσετε την κατάσχεσιν αυτών· εις ό αν εξέλθη το όνομα αυτού εκεί, αυτού έσται· κατά φυλάς πατριών υμών κληρονομήσετε. 55 εάν δε μη απολέσητε τους κατοικούντας επί της γης από προσώπου υμών, και έσται ους εάν καταλίπητε εξ αυτών, σκόλοπες εν τοις οφθαλμοίς υμών και βολίδες εν ταις πλευραίς υμών και εχθρεύσουσιν υμίν επί της γης, εφ' ην υμείς κατοικήσετε, 56 και έσται καθότι διεγνώκειν ποιήσαι αυτούς, ποιήσω υμάς.

 ΑΡΙΘΜΟΙ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΔ

 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 έντειλαι τοις υιοίς Ισραήλ και ερείς προς αυτούς· υμείς εισπορεύεσθε εις την γην Χαναάν· αύτη έσται υμίν εις κληρονομίαν, γη Χαναάν συν τοις ορίοις αυτής. 3 και έσται υμίν το κλίτος το προς λίβα από ερήμου Σίν έως εχόμενον Εδώμ, και έσται υμίν τα όρια προς λίβα από μέρους της θαλάσσης της αλυκής από ανατολών· 4 και κυκλώσει υμάς τα όρια από λιβός προς ανάβασιν Ακραβίν και παρελεύσεται Σεννά, και έσται η διέξοδος αυτού προς λίβα Κάδης του Βαρνή. και εξελεύσεται εις έπαυλιν Αράδ και παρελεύσεται Ασεμωνά· 5 και κυκλώσει τα όρια από Ασεμωνά χειμάρρουν Αιγύπτου, και έσται η διέξοδος η θάλασσα. 6 και τα όρια της θαλάσσης έσται υμίν· η θάλασσα η μεγάλη οριεί, τούτο έσται υμίν τα όρια της θαλάσσης. 7 και τούτο έσται υμίν τα όρια προς βορράν· από της θαλάσσης της μεγάλης καταμετρήσετε υμίν αυτοίς παρά το όρος το όρος· 8 και από του όρους το όρος καταμετρήσετε αυτοίς εισπορευομένων εις Εμάθ, και έσται η διέξοδος αυτού τα όρια Σαραδάκ· 9 και εξελεύσεται τα όρια Δεφρωνά, και έσται η διέξοδος αυτού Αρσεναϊν· τούτο έσται υμίν όρια από βορρά. 10 και καταμετρήσετε υμίν αυτοίς τα όρια ανατολών από Αρσεναϊν Σεπφαμάρ· 11 και καταβήσεται τα όρια από Σεπφάμ Αρβηλά από ανατολών επί πηγάς, και καταβήσεται τα όρια Βηλά επί νώτου θαλάσσης Χενερέθ από ανατολών· 12 και καταβήσεται τα όρια επί τον Ιορδάνην, και έσται η διέξοδος θάλασσα η αλυκή. αύτη έσται υμίν η γη και τα όρια αυτής κύκλω. 13 και ενετείλατο Μωυσής τοις υιοίς Ισραήλ λέγων· αύτη η γη, ην κατακληρονομήσετε αυτήν μετά κλήρου, ον τρόπον συνέταξε Κύριος δούναι αυτήν ταις εννέα φυλαίς και τω ημίσει φυλής Μανασσή· 14 ότι έλαβε φυλή υιών Ρουβήν και φυλή υιών Γάδ κατ' οίκους πατριών αυτών, και το ήμισυ φυλής Μανασσή απέλαβον τους κλήρους αυτών, 15 δύο φυλαί και ήμισυ φυλής έλαβον τους κλήρους αυτών πέραν του Ιορδάνου κατά Ιεριχώ από νότου κατά ανατολάς.

 16 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 17 ταύτα τα ονόματα των ανδρών, οί κληρονομήσουσιν υμίν την γην· Ελεάζαρ ο ιερεύς και Ιησούς ο του Ναυή. 18 και άρχοντα ένα εκ φυλής λήψεσθε κατακληρονομήσαι υμίν την γην. 19 και ταύτα τα ονόματα των ανδρών· της φυλής Ιούδα Χάλεβ υιος Ιεφοννή· 20 της φυλής Συμεών Σαλαμιήλ υιος Εμιούδ· 21 της φυλής Βενιαμίν Ελδάδ υιος Χασλών· 22 της φυλής Δάν άρχων Βακχίρ υιος Εγλί· 23 των υιών Ιωσήφ φυλής υιών Μανασσή άρχων Ανιήλ υιος Σουφί· 24 της φυλής υιών Εφραίμ άρχων Καμουήλ υιος Σαβαθάν· 25 της φυλής Ζαβουλών άρχων Ελισαφάν υιος Φαρνάχ· 26 της φυλής υιών Ισσάχαρ άρχων Φαλτιήλ υιος ‘Οζά· 27 της φυλής υιών Ασήρ άρχων Αχιώρ υιος Σελεμί· 28 της φυλής Νεφθαλί άρχων Φαδαήλ υιος Ιαμιούδ. 29 τούτοις ενετείλατο Κύριος καταμερίσαι τοις υιοίς Ισραήλ εν γη Χαναάν.

 ΑΡΙΘΜΟΙ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΕ

 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν επί δυσμών Μωάβ παρά τον Ιορδάνην κατά Ιεριχώ λέγων· 2 σύνταξον τοις υιοίς Ισραήλ και δώσουσι τοις Λευίταις από των κλήρων κατασχέσεως αυτών πόλεις κατοικείν και τα προάστεια των πόλεων κύκλω αυτών δώσουσι τοις Λευίταις, 3 και έσονται αυτοίς αι πόλεις κατοικείν, και τα αφορίσματα αυτών έσται τοις κτήνεσιν αυτών και πάσι τοις τετράποσιν αυτών. 4 και τα συγκυρούντα των πόλεων, ας δώσετε τοις Λευίταις, από τείχους της πόλεως και έξω δισχιλίους πήχεις κύκλω· 5 και μετρήσεις έξω της πόλεως το κλίτος το προς ανατολάς δισχιλίους πήχεις και το κλίτος το προς λίβα δισχιλίους πήχεις και το κλίτος το προς θάλασσαν δισχιλίους πήχεις και το κλίτος το προς βορράν δισχιλίους πήχεις, και η πόλις μέσον τούτου έσται υμίν και τα όμορα των πόλεων. 6 και τας πόλεις δώσετε τοις Λευίταις, τας εξ πόλεις των φυγαδευτηρίων, ας δώσετε φυγείν εκεί τω φονεύσαντι, και προς ταύταις τεσσαράκοντα και δύο πόλεις· 7 πάσας τας πόλεις δώσετε τοις Λευίταις τεσσαράκοντα και οκτώ πόλεις, ταύτας, και τα προάστεια αυτών. 8 και τας πόλεις, ας δώσετε από της κατασχέσεως υιών Ισραήλ, από των τα πολλά πολλά. και από των ελαττόνων ελάττω· έκαστος κατά την κληρονομίαν αυτού, ην κατακληρονομήσουσι δώσουσιν από των πόλεων τοις Λευίταις.

 9 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 10 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ και ερείς προς αυτούς· υμείς διαβαίνετε τον Ιορδάνην εις γην Χαναάν 11 και διαστελείτε υμίν αυτοίς πόλεις· φυγαδευτήρια έσται υμίν φυγείν εκεί τον φονευτήν, πας ο πατάξας ψυχήν ακουσίως. 12 και έσονται αι πόλεις υμίν φυγαδευτήρια από του αγχιστεύοντος το αίμα, και ου μη αποθάνη ο φονεύων έως αν στη έναντι της συναγωγής εις κρίσιν. 13 και αι πόλεις ας δώσετε, τας εξ πόλεις, φυγαδευτήρια έσονται υμίν· 14 τας τρεις πόλεις δώσετε πέραν του Ιορδάνου και τας τρεις πόλεις δώσετε εν γη Χαναάν· 15 φυγαδείον έσται τοις υιοίς Ισραήλ, και τω προσηλύτω και τω παροίκω τω εν υμίν έσονται αι πόλεις αύται εις φυγαδευτήριον, φυγείν εκεί παντί πατάξαντι ψυχήν ακουσίως. 16 εάν δε εν σκεύει σιδήρου πατάξη αυτόν, και τελευτήση, φονευτής εστι· θανάτω θανατούσθω ο φονευτής. 17 εάν δε εν λίθω εκ χειρός, εν ω αποθανείται εν αυτω, πατάξη αυτόν, και αποθάνη, φονευτής εστι· θανάτω θανατούσθω ο φονευτής. 18 εάν δε εν σκεύει ξυλίνω εκ χειρός, εξ ου αποθανείται εν αυτω, πατάξη αυτόν, και αποθάνη, φονευτής εστι· θανάτω θανατούσθω ο φονευτής. 19 ο αγχιστεύων το αίμα, ούτος αποκτενεί τον φονεύσαντα· όταν συναντήση αυτω, ούτος αποκτενεί αυτόν. 20 εάν δε δι' έχθραν ώση αυτόν και επιρρίψη επ' αυτόν παν σκεύος εξ ενέδρου, και αποθάνη, 21 ή δια μήνιν επάταξεν αυτόν τη χειρί, και αποθάνη, θανάτω θανατούσθω ο πατάξας, φονευτής εστι· θανάτω θανατούσθω ο φονεύων· ο αγχιστεύων το αίμα αποκτενεί τον φονεύσαντα εν τω συναντήσαι αυτω. 22 εάν δε εξάπινα ου δι' έχθραν ώση αυτόν ή επιρρίψη επ' αυτόν παν σκεύος ουκ εξ ενέδρου 23 ή παντί λίθω, εν ω αποθανείται εν αυτω, ουκ ειδώς, και επιπέση επ' αυτόν, και αποθάνη, αυτός δε ουκ εχθρός αυτού ην, ουδέ ζητών κακοποιήσαι αυτόν, 24 και κρινεί η συναγωγή ανά μέσον του πατάξαντος και ανά μέσον του αγχιστεύοντος το αίμα, κατά τα κρίματα ταύτα, 25 και εξελείται η συναγωγή τον φονεύσαντα από του αγχιστεύοντος το αίμα, και αποκαταστήσουσιν αυτόν η συναγωγή εις την πόλιν του φυγαδευτηρίου αυτού, ου κατέφυγε, και κατοικήσει εκεί έως αν αποθάνη ο ιερεύς ο μέγας, ον έχρισαν αυτόν τω ελαίω τω αγίω. 26 εάν δε εξόδω εξέλθη ο φονεύσας τα όρια της πόλεως εις ην κατέφυγεν εκεί, 27 και εύρη αυτόν ο αγχιστεύων το αίμα έξω των ορίων της πόλεως καταφυγής αυτού και φονεύση ο αγχιστεύων το αίμα τον φονεύσαντα, ουκ ένοχός εστιν· 28 εν γαρ τη πόλει της καταφυγής κατοικείτω, έως αν αποθάνη ο ιερεύς ο μέγας, και μετά το αποθανείν τον ιερέα τον μέγαν επαναστραφήσεται ο φονεύσας εις την γην της κατασχέσεως αυτού. 29 και έσται ταύτα υμίν εις δικαίωμα κρίματος εις τας γενεάς υμών εν πάσαις ταις κατοικίαις υμών. 30 πας πατάξας ψυχήν, δια μαρτύρων φονεύσεις τον φονεύσαντα, και μάρτυς εις ου μαρτυρήσει επί ψυχήν αποθανείν. 31 και ου λήψεσθε λύτρα περί ψυχής παρά του φονεύσαντος του ενόχου όντος αναιρεθήναι· θανάτω γαρ θανατωθήσεται. 32 ου λήψεσθε λύτρα του φυγείν εις πόλιν των φυγαδευτηρίων, του πάλιν κατοικείν επί της γης, έως αν αποθάνη ο ιερεύς ο μέγας. 33 και ου μη φονοκτονήσητε την γην, εις ην υμείς κατοικείτε· το γαρ αίμα τούτο φονοκτονεί την γην, και ουκ εξιλασθήσεται η γη από του αίματος του εκχυθέντος επ' αυτής, αλλ' επί του αίματος του εκχέοντος. 34 και ου μιανείτε την γην, εφ' ης κατοικείτε επ' αυτής, εφ' ης εγώ κατασκηνώ εν υμίν· εγώ γαρ ειμι Κύριος κατασκηνών εν μέσω των υιών Ισραήλ.

 ΑΡΙΘΜΟΙ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΣΤ

 1 ΚΑΙ προσήλθον οι άρχοντες φυλής υιών Γαλαάδ υιού Μαχίρ υιού Μανασσή εκ της φυλής υιών Ιωσήφ και ελάλησαν έναντι Μωυσή και έναντι Ελεάζαρ του ιερέως και έναντι των αρχόντων οίκων πατριών των υιών Ισραήλ 2 και είπαν· τω κυρίω ημών ενετείλατο Κύριος αποδούναι την γην της κληρονομίας εν κλήρω τοις υιοίς Ισραήλ, και τω κυρίω συνέταξε Κύριος δούναι την κληρονομίαν Σαλπαάδ του αδελφού ημών ταις θυγατράσιν αυτού. 3 και έσονται ενί των φυλών υιών Ισραήλ γυναίκες, και αφαιρεθήσεται ο κλήρος αυτών εκ της κατασχέσεως των πατέρων ημών και προστεθήσεται εις κληρονομίαν της φυλής, οίς αν γένωνται γυναίκες, και εκ του κλήρου της κληρονομίας ημών αφαιρεθήσεται. 4 εάν δε γένηται η άφεσις των υιών Ισραήλ, και προστεθήσεται η κληρονομία αυτών επί την κληρονομίαν της φυλής, οίς αν γένωνται γυναίκες, και από της κληρονομίας φυλής πατριάς ημών αφαιρεθήσεται η κληρονομία αυτών. 5 και ενετείλατο Μωυσής τοις υιοίς Ισραήλ δια προστάγματος Κυρίου λέγων· ούτως φυλή υιών Ιωσήφ λέγουσι· 6 τούτο το ρήμα, ό συνέταξε Κύριος τοις θυγατράσι Σαλπαάδ, λέγων· ου αρέσκη εναντίον αυτών, έστωσαν γυναίκες, πλήν εκ του δήμου του πατρός αυτών έστωσαν γυναίκες, 7 και ουχί περιστραφήσεται κληρονομία τοις υιοίς Ισραήλ από φυλής επί φυλήν, ότι έκαστος εν τη κληρονομία της φυλής της πατριάς αυτού προσκολληθήσονται οι υιοί Ισραήλ. 8 και πάσα θυγάτηρ αγχιστεύουσα κληρονομίαν εκ των φυλών υιών Ισραήλ ενί των εκ του δήμου του πατρός αυτής έσονται γυναίκες, ίνα αγχιστεύσωσιν οι υιοί Ισραήλ έκαστος την κληρονομίαν την πατρικήν αυτού· 9 και ου περιστραφήσεται ο κλήρος εκ φυλής επί φυλήν ετέραν, αλλ' έκαστος εν τη κληρονομία αυτού προσκολληθήσονται οι υιοί Ισραήλ. 10 ον τρόπον συνέταξε Κύριος Μωυσή, ούτως εποίησαν θυγατράσι Σαλπαάδ, 11 και εγένοντο Θερσά και Εγλά και Μελχά και Νούα και Μαλαά θυγατέρες Σαλπαάδ τοις ανεψιοίς αυτών· 12 εκ του δήμου του Μανασσή υιών Ιωσήφ εγενήθησαν γυναίκες, και εγενήθη η κληρονομία αυτών επί την φυλήν δήμου του πατρός αυτών.

 13 Αύται αι εντολαί και τα δικαιώματα και τα κρίματα, α ενετείλατο Κύριος εν χειρί Μωυσή επί δυσμών Μωάβ επί του Ιορδάνου κατά Ιεριχώ.


Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.