Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Ίουδίθ



ΙΟΥΔΙΘ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α

 1 ΕΤΟΥΣ δωδεκάτου της βασιλείας Ναβουχοδονόσορ, ος εβασίλευσεν Ασσυρίων εν Νινευή τη πόλει τη μεγάλη, εν ταις ημέραις Αρφαξάδ, ος εβασίλευσεν Μήδων εν Εκβατάνοις, 2 και ωκοδόμησεν επ ‘ Εκβατάνων κύκλω τείχη εκ λίθων λελαξευμένων εις πλάτος πηχών τριών και εις μήκος πηχών εξ και εποίησε το ύψος του τείχους πηχών εβδομήκοντα και το πλάτος αυτού πηχών πεντήκοντα 3 και τους πύργους αυτού έστησεν επί ταις πύλαις αυτής πηχών εκατόν και το πλάτος αυτής εθεμελίωσεν εις πήχεις εξήκοντα 4 και εποίησε τας πύλας αυτής πύλας διεγειρομένας εις ύψος πηχών εβδομήκοντα και το πλάτος αυτών πήχεις τεσσαράκοντα εις εξόδους δυνάμεων δυνατών αυτού και διατάξεις των πεζών αυτού. 5 και εποίησε πόλεμον εν ταις ημέραις εκείναις ο βασιλεύς Ναβουχοδονόσορ προς βασιλέα Αρφαξάδ εν τω πεδίω τω μεγάλω, τούτό εστιν εν τοις ορίοις Ραγαύ.
6 και συνήντησαν προς αυτόν πάντες οι κατοικούντες την ορεινήν και πάντες οι κατοικούντες τον Ευφράτην και τον Τίγριν και τον Υδάσπην και πεδία Αριώχ βασιλέως Ελυμαίων· και συνήλθον έθνη πολλά σφόδρα εις παράταξιν υιών Χελεούδ. 7 και απέστειλε Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς Ασσυρίων επί πάντας τους κατοικούντας την Περσίδα και επί πάντας τους κατοικούντας προς δυσμαίς, τους κατοικούντας Κιλικίαν και Δαμασκόν, τον Λίβανον και Αντιλίβανον, και πάντας τους κατοικούντας κατά πρόσωπον παραλίας 8 και τους εν τοις έθνεσι του Καρμήλου και Γαλαάδ και την άνω Γαλιλαίαν και το μέγα πεδίον Εσδρηλών 9 και πάντας τους εν Σαμαρεία και ταις πόλεσιν αυτής και πέραν του Ιορδάνου έως Ιερουσαλήμ και Βετάνη και Χελλούς και Κάδης και του ποταμού Αιγύπτου και Ταφνάς και Ραμεσσή και πάσαν γην Γεσέμ 10 έως του ελθείν επάνω Τάνεως και Μέμφεως και πάντας τους κατοικούντας την Αίγυπτον έως του ελθείν επί τα όρια της Αιθιοπίας. 11 και εφαύλισαν πάντες οι κατοικούντες πάσαν την γην το ρήμα Ναβουχοδονόσορ του βασιλέως Ασσυρίων και ου συνήλθον αυτω εις τον πόλεμον, ότι ουκ εφοβήθησαν αυτόν, αλλ ‘ ην εναντίον αυτών ως ανήρ εις, και ανέστρεψαν τους αγγέλους αυτού κενούς εν ατιμία προσώπου αυτών. 12 και εθυμώθη Ναβουχοδονόσορ επί πάσαν την γην ταύτην σφόδρα και ώμοσε κατά του θρόνου και της βασιλείας αυτού, ει μην εκδικήσειν πάντα τα όρια της Κιλικίας και Δαμασκηνής και Συρίας, ανελείν τη ρομφαία αυτού και πάντας τους κατοικούντας εν γη Μωάβ και τους υιούς Αμμών και πάσαν την Ιουδαίαν και πάντας τους εν Αιγύπτω έως του ελθείν επί τα όρια των δύο θαλασσών. 13 και παρετάξατο εν τη δυνάμει αυτού προς Αρφαξάδ βασιλέα εν τω έτει τω επτακαιδεκάτω και εκραταιώθη εν τω πολέμω αυτού και ανέστρεψε πάσαν την δύναμιν Αρφαξάδ και πάσαν την ίππον αυτού και πάντα τα άρματα αυτού 14 και εκυρίευσε των πόλεων αυτού και αφίκετο έως Εκβατάνων και εκράτησε των πύργων και επρονόμευσε τας πλατείας αυτής και τον κόσμον αυτής έθηκεν εις όνειδος αυτής. 15 και έλαβε τον Αρφαξάδ εν τοις όρεσι Ραγαύ και κατηκόντισεν αυτόν εν ταις ζιβύναις αυτού και εξωλόθρευσεν αυτόν έως της ημέρας εκείνης. 16 και ανέστρεψε μετ ‘ αυτών αυτός και πας ο σύμμικτος αυτού, πλήθος ανδρών πολεμιστών πολύ σφόδρα· και ην εκεί ραθυμών και ευωχούμενος αυτός και η δύναμις αυτού εφ ‘ ημέρας εκατόν είκοσι.

 ΙΟΥΔΙΘ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β

 1 ΚΑΙ εν τω έτει τω οκτωκαιδεκάτω, δευτέρα και εικάδι του πρώτου μηνός, εγένετο λόγος εν οίκω Ναβουχοδονόσορ βασιλέως Ασσυρίων εκδικήσαι πάσαν την γην καθώς ελάλησε. 2 και συνεκάλεσε πάντας τους θεράποντας αυτού και πάντας τους μεγιστάνας αυτού και έθετο μετ ‘ αυτών το μυστήριον της βουλής αυτού και συνετέλεσε πάσαν την κακίαν της γης εκ του στόματος αυτού. 3 και αυτοί έκριναν ολοθρεύσαι πάσαν σάρκα, οί ουκ ηκολούθησαν τω λόγω του στόματος αυτού. 4 και εγένετο ως συνετέλεσε την βουλήν αυτού, εκάλεσε Ναβουχοδονόσορ βασιλεύς Ασσυρίων τον ‘Ολοφέρνην αρχιστράτηγον της δυνάμεως αυτού, δεύτερον όντα μετ ‘ αυτόν, και είπε προς αυτόν· 5 τάδε λέγει ο βασιλεύς ο μέγας, ο κύριος πάσης της γης· ιδού συ εξελεύση εκ του προσώπου μου και λήψη μετά σεαυτού άνδρας πεποιθότας εν ισχύϊ αυτών, πεζών εις χιλιάδας εκατόν είκοσι και πλήθος ίππων συν αναβάταις μυριάδων δεκαδύο, 6 και εξελεύση εις συνάντησιν πάση τη γη επί δυσμάς, ότι ηπείθησαν τω ρήματι του στόματός μου. 7 και απαγγελείς αυτοίς ετοιμάζειν γην και ύδωρ. ότι εξελεύσομαι εν θυμω μου επ ‘ αυτούς και καλύψω παν το πρόσωπον της γης εν τοις ποσί της δυνάμεώς μου και δώσω αυτούς εις διαρπαγήν αυτοίς· 8 και οι τραυματίαι αυτών πληρώσουσι τας φάραγγας και τους χειμάρρους αυτών, και ποταμός επικλύζων τοις νεκροίς αυτών πληρωθήσεται· 9 και άξω την αιχμαλωσίαν αυτών επί τα άκρα πάσης της γης. 10 συ δε εξελθών προκαταλήψη μοι παν όριον αυτών, και εκδώσουσί σοι εαυτούς, και διατηρήσεις εμοί αυτούς εις ημέραν ελεγμού αυτών· 11 επί δε τους απειθούντας ου φείσεται ο οφθαλμός σου του δούναι αυτούς εις φόνον και αρπαγήν εν πάση τη γη σου. 12 ότι ζων εγώ και το κράτος της βασιλείας μου, λελάληκα και ποιήσω ταύτα εν χειρί μου. 13 και συ δε ου παραβήση εν τι των ρημάτων του κυρίου σου, αλλ ‘ επιτελών επιτελέσεις καθότι προστέταχά σοι, και ου μακρυνείς του ποιήσαι αυτά. 14 και εξήλθεν ‘Ολοφέρνης από προσώπου του κυρίου αυτού και εκάλεσε πάντας τους δυνάστας και τους στρατηγούς και επιστάτας της δυνάμεως Ασσούρ 15 και ηρίθμησεν εκλεκτούς άνδρας εις παράταξιν, καθότι εκέλευσεν αυτω ο κύριος αυτού εις μυριάδας δεκαδύο και ιππείς τοξότας μυρίους δισχιλίους, 16 και διέταξεν αυτούς ον τρόπον πολέμου πλήθος συντάσσεται. 17 και έλαβε καμήλους και όνους και ημιόνους εις την απαρτίαν αυτών, πλήθος πολύ σφόδρα, και πρόβατα και βόας και αίγας εις την παρασκευήν αυτών, ων ουκ ην αριθμός, 18 και επισιτισμόν παντί ανδρί εις πλήθος και χρυσίον και αργύριον εξ οίκου βασιλέως πολύ σφόδρα. 19 και εξήλθεν αυτός και πάσα η δύναμις αυτού εις πορείαν του προελθείν βασιλέως Ναβουχοδονόσορ και καλύψαι παν το πρόσωπον της γης προς δυσμαίς εν άρμασι και ιππεύσι και πεζοίς επιλέκτοις αυτών. 20 και πολύς ο επίμικτος ως ακρίς συνεξήλθον αυτοίς και ως η άμμος της γης· ου γαρ ην αριθμός από πλήθους αυτών. 21 και απήλθον εκ Νινευή οδόν τριών ημερών επί πρόσωπον του πεδίου Βεκτιλέθ και εστρατοπέδευσαν από Βεκτιλέθ πλησίον του όρους του επ ‘ αριστερά της άνω Κιλικίας. 22 και έλαβε πάσαν την δύναμιν αυτού, τους πεζούς και τους ιππείς και τα άρματα αυτού, και απήλθεν εκείθεν εις την ορεινήν. 23 και διέκοψε το Φουδ και Λούδ και επρονόμευσαν πάντας υιούς Ρασσίς και υιούς Ισμαήλ τους κατά πρόσωπον της ερήμου προς νότον της Χελεών. 24 και παρήλθε τον Ευφράτην και διήλθε την Μεσοποταμίαν και διέσκαψε πάσας τας πόλεις τας υψηλάς τας επί του χειμάρρου Αβρωνά έως του ελθείν επί θάλασσαν. 25 και κατελάβετο τα όρια της Κιλικίας και κατέκοψε πάντας τους αντιστάντας αυτω και ήλθεν έως ορίων Ιάφεθ τα προς νότον κατά πρόσωπον της Αραβίας. 26 και εκύκλωσε πάντας τους υιούς Μαδιάμ και ενέπρησε τα σκηνώματα αυτών και επρονόμευσε τας μάνδρας αυτών. 27 και κατέβη εις πεδίον Δαμασκού εν ημέραις θερισμού πυρών και ενέπρησε πάντας τους αγρούς αυτών και τα ποίμνια και τα βουκόλια έδωκεν εις αφανισμόν και τας πόλεις αυτών εσκύλευσε και τα παιδία αυτών εξελίκμησε και επάταξε πάντας τους νεανίσκους αυτών εν στόματι ρομφαίας. 28 και επέπεσεν ο φόβος και ο τρόμος αυτού επί τους κατοικούντας την παραλίαν, τους όντας εν Σιδώνι και Τύρω και τους κατοικούντας Σουρ και ‘Οκινά, και πάντας τους κατοικούντας Ιεμναάν, και οι κατοικούντες εν Αζώτω και Ασκάλωνι εφοβήθησαν αυτόν σφόδρα.

 ΙΟΥΔΙΘ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ

 1 ΚΑΙ απέστειλαν προς αυτόν αγγέλους λόγοις ειρηνικοίς λέγοντες· 2 ιδού ημείς οι παίδες Ναβουχοδονόσορ βασιλέως μεγάλου παρακείμεθα ενώπιόν σου, χρήσαι ημίν καθώς αρεστόν εστι τω προσώπω σου· 3 ιδού αι επαύλεις ημών και παν πεδίον πυρών και τα ποίμνια και τα βουκόλια και πάσαι αι μάνδραι των σκηνών ημών παράκεινται προ προσώπου σου, χρήσαι καθ ‘ ον αν αρέσκη σοι. 4 ιδού και αι πόλεις ημών και οι κατοικούντες εν αυταίς δούλοί σου εισιν· ελθών απάντησον αυταίς ως έστιν αγαθόν εν οφθαλμοίς σου. 5 και παρεγένοντο οι άνδρες προς ‘Ολοφέρνην και απήγγειλαν αυτω κατά τα ρήματα ταύτα. 6 και κατέβη επί την παραλίαν αυτός και η δύναμις αυτού και εφρούρησε τας πόλεις τας υψηλάς και έλαβεν εξ αυτών εις συμμαχίαν άνδρας επιλέκτους· 7 και εδέξαντο αυτόν αυτοί και πάσα η περίχωρος αυτών μετά στεφάνων και χορών και τυμπάνων. 8 και κατέσκαψε πάντα τα όρια αυτών και τα άλση αυτών εξέκοψε, και ην δεδομένον αυτω εξολοθρεύσαι πάντας τους θεούς της γης, όπως αυτω μόνω τω Ναβουχοδονόσορ λατρεύσωσι πάντα τα έθνη, και πάσαι αι γλώσσαι και πάσαι αι φυλαί αυτών επικαλέσωνται αυτόν εις θεόν. 9 και ήλθε κατά πρόσωπον Εσδρηλών πλησίον της Δωταίας, ή εστιν απέναντι του πρίονος του μεγάλου της Ιουδαίας, 10 και κατεστρατοπέδευσεν ανά μέσον Γαβαί και Σκυθών πόλεως, και ην εκεί μήνα ημερών εις το συλλέξαι πάσαν την απαρτίαν της δυνάμεως αυτού.

 ΙΟΥΔΙΘ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ

 1 ΚΑΙ ήκουσαν οι υιοί Ισραήλ οι κατοικούντες εν τη Ιουδαία πάντα, όσα εποίησεν ‘Ολοφέρνης τοις έθνεσιν, ο αρχιστράτηγος Ναβουχοδονόσορ βασιλέως Ασσυρίων, και ον τρόπον εσκύλευσε πάντα τα ιερά αυτών και έδωκεν αυτά εις αφανισμόν, 2 και εφοβήθησαν σφόδρα σφόδρα από προσώπου αυτού και περί Ιερουσαλήμ και του ναού Κυρίου Θεού αυτών εταράχθησαν. 3 ότι προσφάτως ήσαν αναβεβηκότες εκ της αιχμαλωσίας, και νεωστί πας ο λαός συνελέλεκτο της Ιουδαίας, και τα σκεύη και το θυσιαστήριον και ο οίκος εκ της βεβηλώσεως ηγιασμένα ην. 4 και απέστειλαν εις παν όριον Σαμαρείας και Κωνά και Βαιθωρών και Βελμαίν και Ιεριχώ και εις Χωβά και Αισωρά και τον αυλώνα Σαλήμ 5 και προκατελάβοντο πάσας τας κορυφάς των ορέων των υψηλών και ετειχίσαντο τας εν αυτοίς κώμας και παρέθεντο εις επισιτισμόν εις παρασκευήν πολέμου, ότι προσφάτως ην τα πεδία αυτών τεθερισμένα. 6 και έγραψεν Ιωακίμ ο ιερεύς ο μέγας, ος ην εν ταις ημέραις εκείναις εν Ιερουσαλήμ, τοις κατοικούσι Βαιτυλούα και Βαιτομεσθαίμ, ή εστιν απέναντι Εσδρηλών κατά πρόσωπον του πεδίου του πλησίον Δωθαϊμ, 7 λέγων διακατασχείν τας αναβάσεις της ορεινής, ότι δι ‘ αυτών ην η είσοδος εις την Ιουδαίαν, και ην ευχερώς διακωλύσαι αυτούς προσβαίνοντας, στενής της προσβάσεως ούσης επ ‘ άνδρας τους πάντας δύο. 8 και εποίησαν οι υιοί Ισραήλ καθά συνέταξεν αυτοίς Ιωακίμ ο ιερεύς ο μέγας και η γερουσία παντός δήμου Ισραήλ, οί εκάθηντο εν Ιερουσαλήμ. 9 και ανεβόησαν πας ανήρ Ισραήλ προς τον Θεόν εν εκτενία μεγάλη και εταπεινούσαν τας ψυχάς αυτών εν εκτενία μεγάλη. 10 αυτοί και αι γυναίκες αυτών και τα νήπια αυτών και τα κτήνη αυτών και πας πάροικος ή μισθωτός και αργυρώνητος αυτών επέθεντο σάκκους επί τας οσφύας αυτών. 11 και πας ανήρ Ισραήλ και γυνή και τα παιδία και οι κατοικούντες εν Ιερουσαλήμ έπεσον κατά πρόσωπον του ναού και εσποδώσαντο τας κεφαλάς αυτών και εξέτειναν τους σάκκους αυτών κατά πρόσωπον Κυρίου· 12 και το θυσιαστήριον σάκκω περιέβαλον και εβόησαν προς τον Θεόν Ισραήλ ομοθυμαδόν εκτενώς του μη δούναι εις διαρπαγήν τα νήπια αυτών και τας γυναίκας εις προνομήν και τας πόλεις της κληρονομίας αυτών εις αφανισμόν και τα άγια εις βεβήλωσιν και ονειδισμόν, επίχαρμα τοις έθνεσι. 13 και εισήκουσε Κύριος της φωνής αυτών και εισείδε την θλίψιν αυτών· και ην ο λαός νηστεύων ημέρας πλείους εν πάση τη Ιουδαία και Ιερουσαλήμ κατά πρόσωπον των αγίων Κυρίου παντοκράτορος. 14 και Ιωακίμ ο ιερεύς ο μέγας και πάντες οι παρεστηκότες ενώπιον Κυρίου, ιερείς και οι λειτουργούντες Κυρίω, σάκκους περιεζωσμένοι τας οσφύας αυτών προσέφερον την ολοκαύτωσιν του ενδελεχισμού και τας ευχάς και τα εκούσια δόματα του λαού, 15 και ην σποδός επί τας κιδάρεις αυτών. και εβόων προς Κύριον εκ πάσης δυνάμεως εις αγαθόν επισκέψασθαι πάντα οίκον Ισραήλ.

 ΙΟΥΔΙΘ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε

 1 ΚΑΙ ανηγγέλη ‘Ολοφέρνη αρχιστρατήγω δυνάμεως Ασσούρ διότι οι υιοί Ισραήλ παρεσκευάσαντο εις πόλεμον και τας διόδους της ορεινής συνέκλεισαν και ετείχισαν πάσαν κορυφήν όρους υψηλού και έθηκαν εν τοις πεδίοις σκάνδαλα. 2 και ωργίσθη θυμω σφόδρα και εκάλεσε πάντας τους άρχοντας Μωάβ και τους στρατηγούς Αμμών και πάντας σατράπας της παραλίας 3 και είπεν αυτοίς· αναγγείλατε δη μοι, υιοί Χαναάν, τις ο λαός ούτος ο καθήμενος εν τη ορεινή, και τίνες ας κατοικούσι πόλεις, και το πλήθος της δυνάμεως αυτών, και εν τίνι το κράτος αυτών, και η ισχύς αυτών, και τις ανέστηκεν επ ‘ αυτών βασιλεύς ηγούμενος στρατιάς αυτών, 4 και διατί κατενωτίσαντο του μη ελθείν εις απάντησίν μοι παρά πάντας τους κατοικούντας εν δυσμαίς; 5 και είπε προς αυτόν Αχιώρ ο ηγούμενος πάντων υιών Αμμών· ακουσάτω δη ο κύριός μου λόγον εκ στόματος του δούλου σου, και αναγγελώ σοι την αλήθειαν περί του λαού, ος κατοικεί την ορεινήν ταύτην, πλησίον σου οικούντος, και ουκ εξελεύσεται ψεύδος εκ του στόματος του δούλου σου. 6 ο λαός ούτός εισιν απόγονοι Χαλδαίων, 7 και παρώκησαν το πρότερον εν τη Μεσοποταμία, ότι ουκ εβουλήθησαν ακολουθήσαι τοις θεοίς των πατέρων αυτών, οί εγένοντο εν γη Χαλδαίων· 8 και εξέβησαν εξ οδού των γονέων αυτών και προσεκύνησαν τω Θεω του ουρανού, Θεω ω επέγνωσαν, και εξέβαλον αυτούς από προσώπου των θεών αυτών, και έφυγον εις Μεσοποταμίαν και παρώκησαν εκεί ημέρας πολλάς. 9 και είπεν ο Θεός αυτών εξελθείν εκ της παροικίας αυτών και πορευθήναι εις γην Χαναάν, και κατώκησαν εκεί και επληθύνθησαν χρυσίω και αργυρίω και εν κτήνεσι πολλοίς σφόδρα. 10 και κατέβησαν εις Αίγυπτον, εκάλυψε γαρ το πρόσωπον της γης Χαναάν λιμός, και παρώκησαν εκεί μέχρις ου διετράφησαν· και εγένοντο εκεί εις πλήθος πολύ, και ουκ ην αριθμός του γένους αυτών. 11 και επανέστη αυτοίς ο βασιλεύς Αιγύπτου και κατεσοφίσαντο αυτούς εν πόνω και εν πλίνθω, και εταπείνωσαν αυτούς και έθεντο αυτούς εις δούλους· 12 και ανεβόησαν προς τον Θεόν αυτών, και επάταξε πάσαν την γην Αιγύπτου πληγαίς, εν αις ουκ ην ίασις· και εξέβαλον αυτούς οι Αιγύπτιοι από προσώπου αυτών. 13 και κατεξήρανεν ο Θεός την ερυθράν θάλασσαν έμπροσθεν αυτών 14 και ήγαγεν αυτούς εις οδόν του Σινά και Κάδης Βαρνή· και εξέβαλον πάντας τους κατοικούντας εν τη ερήμω 15 και ώκησαν εν γη Αμορραίων και πάντας τους Εσεβωνίτας εξωλόθρευσαν εν τη ισχύϊ αυτών. και διαβάντες τον Ιορδάνην εκληρονόμησαν πάσαν την ορεινήν 16 και εξέβαλον εκ προσώπου αυτών τον Χαναναίον και τον Φερεζαίον και τον Ιεβουσαίον και τον Συχέμ και πάντας τους Γεργεσαίους και κατώκησαν εν αυτη ημέρας πολλάς. 17 και έως ουχ ήμαρτον ενώπιον του Θεού αυτών, ην τα αγαθά μετ ‘ αυτών, ότι Θεός μισών αδικίαν μετ ‘ αυτών εστιν. 18 ότε δε απέστησαν από της οδού, ης διέθετο αυτοίς, εξωλοθρεύθησαν εν πολλοίς πολέμοις επί πολύ σφόδρα και ηχμαλωτεύθησαν εις γην ουκ ιδίαν, και ο ναός του Θεού αυτών εγενήθη εις έδαφος, και οι πόλεις αυτών εκρατήθησαν υπό των υπεναντίων. 19 και νυν επιστρέψαντες επί τον Θεόν αυτών ανέβησαν εκ της διασποράς, ου διεσπάρησαν εκεί, και κατέσχον την Ιερουσαλήμ, ου το αγίασμα αυτών, και κατωκίσθησαν εν τη ορεινή, ότι ην έρημος. 20 και νυν, δέσποτα κύριε, ει μεν εστιν αγνόημα εν τω λαω τούτω και αμαρτάνουσιν εις τον Θεόν αυτών και επισκεψόμεθα ότι εστίν εν αυτοίς σκάνδαλον τούτο, και αναβησόμεθα και εκπολεμήσομεν αυτούς. 21 ει δε ουκ έστιν ανομία εν τω έθνει αυτών, παρελθέτω δη ο κύριός μου, μήποτε υπερασπίση ο Κύριος αυτών και ο Θεός αυτών υπέρ αυτών, και εσόμεθα εις ονειδισμόν εναντίον πάσης της γης. 22 και εγένετο ως επαύσατο Αχιώρ λαλών τους λόγους τούτους, και εγόγγυσε πας ο λαός ο κυκλών την σκηνήν και περιεστώς, και είπαν οι μεγιστάνες ‘Ολοφέρνου και πάντες οι κατοικούντες την παραλίαν και την Μωάβ συγκόψαι αυτόν· 23 ου γαρ φοβηθησόμεθα από υιών Ισραήλ· ιδού γαρ λαός, εν ω ουκ έστι δύναμις ουδέ κράτος εις παράταξιν ισχυράν· 24 διό δη αναβησόμεθα, και έσονται εις κατάβρωμα πάσης της στρατιάς σου, δέσποτα ‘Ολοφέρνη.

 ΙΟΥΔΙΘ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ

 1 ΚΑΙ ως κατέπαυσεν ο θόρυβος των ανδρών των κύκλω της συνεδρίας, και είπεν ‘Ολοφέρνης ο αρχιστράτηγος δυνάμεως Ασσούρ προς Αχιώρ εναντίον παντός του δήμου αλλοφύλων και προς πάντας υιούς Μωάβ· 2 και τις ει συ, Αχιώρ και οι μισθωτοί του Εφραίμ, ότι επροφήτευσας εν ημίν καθώς σήμερον και είπας το γένος Ισραήλ μη πολεμήσαι, ότι ο Θεός αυτών υπερασπιεί αυτών; και τις ο Θεός ει μη Ναβουχοδονόσορ; ούτος αποστελεί το κράτος αυτού και εξολοθρεύσει αυτούς από προσώπου της γης, και ου ρύσεται αυτούς ο Θεός αυτών· 3 αλλ ‘ ημείς οι δούλοι αυτού πατάξομεν αυτούς ως άνθρωπον ένα, και ουχ υποστήσονται το κράτος των ίππων ημών. 4 κατακαύσομεν γαρ αυτούς εν αυτοίς, και τα όρη αυτών μεθυσθήσεται εν τω αίματι αυτών, και τα πεδία αυτών πληρωθήσεται νεκρών αυτών, και ουκ αντιστήσεται το ίχνος των ποδών αυτών κατά πρόσωπον ημών, αλλά απωλεία απολούνται, λέγει ο βασιλεύς Ναβουχοδονόσορ ο κύριος πάσης της γης· είπε γαρ, ου ματαιωθήσεται τα ρήματα των λόγων αυτού. 5 συ δε Αχιώρ μισθωτέ του Αμμών, ος ελάλησας τους λόγους τούτους εν ημέρα αδικίας σου, ουκ όψει έτι το πρόσωπόν μου από της ημέρας ταύτης, έως ου εκδικήσω το γένος των εξ Αιγύπτου· 6 και τότε διελεύσεται ο σίδηρος της στρατιάς μου και ο λαός των θεραπόντων μου τας πλευράς σου, και πεσή εν τοις τραυματίαις αυτών, όταν επιστρέψω. 7 και αποκαταστήσουσί σε οι δούλοί μου εις την ορεινήν και θήσουσί σε εν μια των πόλεων των αναβάσεων, 8 και ουκ απολή έως ου εξολοθρευθής μετ ‘ αυτών. 9 και είπερ ελπίζεις τη καρδία σου ότι ου ληφθήσονται, μη συμπεσέτω σου το πρόσωπον· ελάλησα, και ουδέν διαπεσείται των ρημάτων μου. 10 και προσέταξεν ‘Ολοφέρνης τοις δούλοις αυτού, οί ήσαν παρεστηκότες εν τη σκηνή αυτού, συλλαβείν τον Αχιώρ και αποκαταστήσαι αυτόν εις Βαιτυλούα και παραδούναι εις χείρας υιών Ισραήλ. 11 και συνέλαβον αυτόν οι δούλοι αυτού και ήγαγον αυτόν έξω της παρεμβολής εις το πεδίον και απήραν εκ μέσου της πεδινής εις την ορεινήν και παρεγένοντο επί τας πηγάς, αι ήσαν υποκάτω Βαιτυλούα. 12 και ως είδαν αυτούς οι άνδρες της πόλεως επί την κορυφήν του όρους, ανέλαβον τα όπλα αυτών και απήλθον έξω της πόλεως επί την κορυφήν του όρους, και πας ανήρ σφενδονήτης διεκράτησαν την ανάβασιν αυτών και έβαλον εν λίθοις επ ‘ αυτούς. 13 και υποδύσαντες υποκάτω του όρους έδησαν τον Αχιώρ και αφήκαν ερριμμένον υπό την ρίζαν του όρους και απώχοντο προς τον κύριον αυτών. 14 καταβάντες δε υιοί Ισραήλ εκ της πόλεως αυτών επέστησαν αυτω και λύσαντες αυτόν απήγαγον εις την Βαιτυλούα και κατέστησαν αυτόν επί τους άρχοντας της πόλεως αυτών, 15 οί ήσαν εν ταις ημέραις εκείναις, ‘Οζίας ο του Μιχά εκ της φυλής Συμεών και Αβρίς ο του Γοθονιήλ και Χαρμίς υιος Μελχιήλ. 16 και συνεκάλεσαν πάντας τους πρεσβυτέρους της πόλεως, και συνέδραμον πας νεανίσκος αυτών και αι γυναίκες εις την εκκλησίαν, και έστησαν τον Αχιώρ εν μέσω παντός του λαού αυτών, και επηρώτησεν αυτόν ‘Οζίας το συμβεβηκός. 17 και αποκριθείς απήγγειλεν αυτοίς τα ρήματα της συνεδρίας ‘Ολοφέρνου και πάντα τα ρήματα, όσα ελάλησεν εν μέσω των αρχόντων υιών Ασσούρ, και όσα εμεγαλορρημόνησεν ‘Ολοφέρνης εις τον οίκον Ισραήλ. 18 και πεσόντες ο λαός προσεκύνησαν τω Θεω και εβόησαν λέγοντες· 19 Κύριε ο Θεός του ουρανού, κάτιδε επί τας υπερηφανίας αυτών και ελέησον την ταπείνωσιν του γένους ημών και επίβλεψον επί το πρόσωπον των ηγιασμένων σοι εν τη ημέρα ταύτη. 20 και παρεκάλεσαν τον Αχιώρ και επήνεσαν αυτόν σφόδρα. 21 και παρέλαβεν αυτόν ‘Οζίας εκ της εκκλησίας εις οίκον αυτού και εποίησε πότον τοις πρεσβυτέροις, και επεκαλέσαντο τον Θεόν Ισραήλ εις βοήθειαν όλην την νύκτα εκείνην.

 ΙΟΥΔΙΘ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ

 1 Τ… δ ‘ επαύριον παρήγγειλεν ‘Ολοφέρνης πάση τη στρατιά αυτού και παντί τω λαω αυτού, οί παρεγένοντο επί την συμμαχίαν αυτού, αναζευγνύειν επί Βαιτυλούα και τας αναβάσεις της ορεινής προκαταλαμβάνεσθαι και ποιείν πόλεμον προς τους υιούς Ισραήλ. 2 και ανέζευξεν εν τη ημέρα εκείνη πας ανήρ δυνατός αυτών· και η δύναμις αυτών ανδρών πολεμιστών χιλιάδες ανδρών πεζών εκατόν εβδομήκοντα και ιππέων χιλιάδες δεκαδύο, χωρίς της αποσκευής και των ανδρών, οί ήσαν πεζοί εν αυτοίς, πλήθος πολύ σφόδρα. 3 και παρενέβαλον εν τω αυλώνι πλησίον Βαιτυλούα επί της πηγής και παρέτειναν εις εύρος επί Δωθαϊμ και έως Βελβαίμ και εις μήκος από Βαιτυλούα έως Κυαμώνος, ή εστιν απέναντι Εσδρηλών. 4 οι δε υιοί Ισραήλ, ως είδον αυτών το πλήθος, εταράχθησαν σφόδρα και είπεν έκαστος προς τον πλησίον αυτού· νυν εκλείξουσιν ούτοι το πρόσωπον της γης πάσης, και ούτε τα όρη τα υψηλά ούτε αι φάραγγες ούτε οι βουνοί υποστήσονται το βάρος αυτών. 5 και αναλαβόντες έκαστος τα σκεύη τα πολεμικά αυτών και ανακαύσαντες πυράς επί τους πύργους αυτών, έμενον φυλάσσοντες όλην την νύκτα εκείνην. 6 τη δε ημέρα τη δευτέρα εξήγαγεν ‘Ολοφέρνης πάσαν την ίππον αυτού κατά πρόσωπον των υιών Ισραήλ, οί ήσαν εν Βαιτυλούα, 7 και επεσκέψατο τας αναβάσεις της πόλεως αυτών και τας πηγάς των υδάτων αυτών εφώδευσε και προκατελάβετο αυτάς και επέστησεν αυταίς παρεμβολάς ανδρών πολεμιστών, και αυτός ανέζευξεν εις τον λαόν αυτού. 8 και προσελθόντες αυτω οι άρχοντες των υιών Ησαύ και πάντες οι ηγούμενοι του λαού Μωάβ και οι στρατηγοί της παραλίας είπαν· 9 ακουσάτω δη λόγον ο δεσπότης ημών, ίνα μη γένηται θραύσμα εν τη δυνάμει σου· 10 ο γαρ λαός ούτος των υιών Ισραήλ ου πέποιθαν επί τοις δόρασιν αυτών, αλλ ‘ επί τοις ύψεσι των ορέων αυτών, εν οίς αυτοί ενοικούσιν εν αυτοίς· ου γαρ εστιν ευχερές προσβήναι ταις κορυφαίς των ορέων αυτών. 11 και νυν, δέσποτα, μη πολέμει προς αυτούς, καθώς γίνεται πόλεμος παρατάξεως, και ου πεσείται εκ του λαού σου ανήρ εις. 12 ανάμεινον επί της παρεμβολής σου διαφυλάσσων πάντα άνδρα εκ της δυνάμεώς σου, και επικρατησάτωσαν οι παίδές σου της πηγής του ύδατος, ή εκπορεύεται εκ της ρίζης του όρους, 13 διότι εκείθεν υδρεύονται πάντες οι κατοικούντες Βαιτυλούα, και ανελεί αυτούς η δίψα, και εκδώσουσι την πόλιν εαυτών· και ημείς και ο λαός ημών αναβησόμεθα επί τας πλησίον κορυφάς των ορέων και παρεμβαλούμεν επ ‘ αυταίς εις προφυλακήν του μη εξελθείν εκ της πόλεως άνδρα ένα. 14 και τακήσονται εν τω λιμω αυτοί και αι γυναίκες αυτών και τα τέκνα αυτών, και πριν ελθείν την ρομφαίαν επ ‘ αυτούς, καταστρωθήσονται εν ταις πλατείαις της οικήσεως αυτών. 15 και ανταποδώσεις αυτοίς ανταπόδομα πονηρόν, ανθ ‘ ων εστασίασαν, και ουκ απήντησαν τω προσώπω σου εν ειρήνη. 16 και ήρεσαν οι λόγοι αυτών ενώπιον ‘Ολοφέρνου και ενώπιον πάντων των θεραπόντων αυτού, και συνέταξαν ποιείν καθώς ελάλησαν. 17 και απήρε παρεμβολή υιών Αμμών και μετ ‘ αυτών χιλιάδες πέντε υιών Ασσούρ και παρενέβαλον εν τω αυλώνι και προκατελάβοντο τα ύδατα και τας πηγάς των υδάτων των υιών Ισραήλ. 18 και ανέβησαν υιοί Ησαύ και οι υιοί Αμμών και παρενέβαλον εν τη ορεινή απέναντι Δωθαϊμ. και απέστειλαν εξ αυτών προς νότον και απηλιώτην απέναντι Εγρεβήλ, ή εστι πλησίον Χους, ή εστιν επί του χειμάρρου Μοχμούρ. και η λοιπή στρατιά των Ασσυρίων παρενέβαλον εν τω πεδίω και εκάλυψαν παν το πρόσωπον της γης· και αι σκηναί και αι απαρτίαι αυτών κατεστρατοπέδευσαν εν όχλω πολλω και ήσαν εις πλήθος πολύ σφόδρα.

 19 Και οι υιοί Ισραήλ ανεβόησαν προς Κύριον Θεόν αυτών, ότι ωλιγοψύχησε το πνεύμα αυτών, ότι εκύκλωσαν πάντες οι εχθροί αυτών και ουκ ην διαφυγείν εκ μέσου αυτών. 20 και έμεινε κύκλω αυτών πάσα παρεμβολή Ασσούρ, οι πεζοί και τα άρματα και οι ιππείς αυτών, ημέρας τριακοντατέσσαρας. και εξέλιπε πάντας τους κατοικούντας Βαιτυλούα πάντα τα αγγεία αυτών των υδάτων, 21 και οι λάκκοι εξεκενούντο, και ουκ είχον πιείν εις πλησμονήν ύδωρ ημέραν μίαν, ότι εν μέτρω εδίδοσαν αυτοίς πιείν. 22 και ηθύμησαν τα νήπια αυτών, και αι γυναίκες αυτών και οι νεανίσκοι εξέλιπον από της δίψης και έπιπτον εν ταις πλατείαις της πόλεως και εν ταις διόδοις των πυλών, και ουκ ην κραταίωσις έτι εν αυτοίς. 23 και επισυνήχθησαν πας ο λαός επί ‘Οζίαν και τους άρχοντας της πόλεως, οι νεανίσκοι και αι γυναίκες και τα παιδία, και ανεβόησαν φωνή μεγάλη και είπαν εναντίον πάντων των πρεσβυτέρων· 24 κρίναι ο Θεός ανά μέσον ημών και υμών, ότι εποιήσατε εν ημίν αδικίαν μεγάλην ου λαλήσαντες ειρηνικά μετά των υιών Ασσούρ. 25 και νυν ουκ έστι βοηθός ημών, αλλά πέπρακεν ημάς ο Θεός εις τας χείρας αυτών του καταστρωθήναι εναντίον αυτών εν δίψη και απωλεία μεγάλη. 26 και νυν επικαλέσασθε αυτούς και έκδοσθε την πόλιν πάσαν εις προνομήν τω λαω ‘Ολοφέρνου και πάση τη δυνάμει αυτού· 27 κρείσσον γαρ ημίν γενηθήναι αυτοίς εις διαρπαγήν, εσόμεθα γαρ εις δούλους, και ζήσεται η ψυχή ημών, και ουκ οψόμεθα τον θάνατον των νηπίων ημών εν οφθαλμοίς ημών και τας γυναίκας και τα τέκνα ημών εκλειπούσας τας ψυχάς αυτών. 28 μαρτυρόμεθα υμίν τον ουρανόν και την γην και τον Θεόν ημών και Κύριον των πατέρων ημών, ος εκδικεί ημάς κατά τας αμαρτίας ημών και κατά τα αμαρτήματα των πατέρων ημών, ίνα μη ποιήση κατά τα ρήματα ταύτα εν τη ημέρα τη σήμερον. 29 και εγένετο κλαυθμός μέγας εν μέσω της εκκλησίας πάντων ομοθυμαδόν και εβόησαν προς Κύριον τον Θεόν φωνή μεγάλη. 30 και είπε προς αυτούς ‘Οζίας· θαρσείτε, αδελφοί, διακαρτερήσωμεν έτι πέντε ημέρας, εν αις επιστρέψει Κύριος ο Θεός ημών το έλεος αυτού εφ ‘ ημάς, ου γαρ εγκαταλείψει ημάς εις τέλος· 31 εάν δε διέλθωσιν αύται και μη έλθη εφ ‘ ημάς βοήθεια, ποιήσω κατά τα ρήματα υμών. και εσκόρπισε τον λαόν εις την εαυτού παρεμβολήν, και επί τα τείχη και τους πύργους της πόλεως αυτών απήλθον, και τας γυναίκας και τα τέκνα εις τους οίκους αυτών εξαπέστειλε· και ήσαν εν ταπεινώσει πολλή εν τη πόλει.

 ΙΟΥΔΙΘ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η

 1 ΚΑΙ ήκουσεν εν εκείναις ταις ημέραις Ιουδίθ, θυγάτηρ Μεραρί, υιού Ώξ, υιού Ιωσήφ, υιού ‘Οζιήλ, υιού Ελκία, υιού ‘Ηλιού, υιού Χελκίου, υιού Ελιάβ, υιού Ναθαναήλ, υιού Σαλαμιήλ, υιού Σαρασαδαϊ, υιού Ισραήλ. 2 και ο ανήρ αυτής Μανασσής της φυλής αυτής και της πατριάς αυτής, και απέθανεν εν ημέραις θερισμού κριθών· 3 επέστη γαρ επί του δεσμεύοντος το δράγμα τω πεδίω, και ο καύσων ήλθεν επί την κεφαλήν αυτού, και έπεσεν επί την κλίνην και ετελεύτησεν εν Βαιτυλούα τη πόλει αυτού, και έθαψαν αυτόν μετά των πατέρων αυτού εν τω αγρω τω ανά μέσον Δωθαϊμ και Βαλαμών. 4 και ην Ιουδίθ εν τω οίκω αυτής χηρεύουσα έτη τρία και μήνας τέσσαρας. 5 και εποίησεν εαυτη σκηνήν επί του δώματος του οίκου αυτής και επέθηκεν επί την οσφύν αυτής σάκκον, και ην επ ‘ αυτής τα ιμάτια της χηρεύσεως αυτής. 6 και ενήστευε πάσας τας ημέρας χηρεύσεως αυτής, χωρίς προσαββάτων και σαββάτων και προνουμηνιών και νουμηνιών και εορτών και χαρμοσυνών οίκου Ισραήλ. 7 και ην καλή τω είδει και ωραία τη όψει σφόδρα· και υπελίπετο αυτη Μανασσής, ο ανήρ αυτής, χρυσίον και αργύριον και παίδας και παιδίσκας και κτήνη και αγρούς, και έμενεν επ ‘ αυτών. 8 και ουκ ην ος επήνεγκεν αυτη ρήμα πονηρόν, ότι εφοβείτο τον Θεόν σφόδρα 9 και ήκουσε τα ρήματα του λαού τα πονηρά επί τον άρχοντα, ότι ωλιγοψύχησαν επί τη σπάνει των υδάτων, και ήκουσε πάντας τους λόγους Ιουδίθ, ους ελάλησε προς αυτούς ‘Οζίας, ως ώμοσεν αυτοίς παραδώσειν την πόλιν μετά ημέρας πέντε τοις Ασσυρίοις. 10 και αποστείλασα την άβραν αυτής την εφεστώσαν πάσι τοις υπάρχουσιν αυτής εκάλεσεν ‘Οζίαν και Χαβρίν και Χαρμίν τους πρεσβυτέρους της πόλεως αυτής, 11 και ήλθον προς αυτήν, και είπε προς αυτούς· ακούσατε δη μου, άρχοντες των κατοικούντων εν Βαιτυλούα, ότι ουκ ευθύς ο λόγος υμών, ον ελαλήσατε εναντίον του λαού εν τη ημέρα ταύτη και εστήσατε τον όρκον, ον ελαλήσατε ανά μέσον του Θεού και υμών και είπατε εκδώσειν την πόλιν τοις εχθροίς ημών, εάν μη εν αυταίς επιστρέψη ο Κύριος βοηθήσαι ημίν. 12 και νυν τίνες εστέ υμείς, οί επειράσατε τον Θεόν εν τη ημέρα τη σήμερον και ίστατε υπέρ του Θεού εν μέσω υιών ανθρώπων; 13 και νυν Κύριον παντοκράτορα εξετάζετε και ουθέν επιγνώσεσθε έως του αιώνος, 14 ότι βάθος καρδίας ανθρώπου ουχ ευρήσετε και λόγους της διανοίας αυτού ου διαλήψεσθε· και Πως τον Θεόν, ος εποίησε τα πάντα ταύτα, ερευνήσετε και τον νουν αυτού επιγνώσεσθε και τον λογισμόν αυτού κατανοήσετε; μηδαμώς, αδελφοί, μη παροργίζετε Κύριον τον Θεόν ημών· 15 ότι εάν μη βούληται εν ταις πέντε ημέραις βοηθήσαι ημίν, αυτός έχει την εξουσίαν εν αις θέλει σκεπάσαι ημέραις ή και ολοθρεύσαι ημάς προ προσώπου των εχθρών ημών. 16 υμείς δε μη ενεχυράζετε τας βουλάς Κυρίου του Θεού ημών, ότι ουχ ως άνθρωπος ο Θεός απειληθήναι, ουδέ ως υιος ανθρώπου διαιτηθήναι. 17 διόπερ αναμένοντες την παρ ‘ αυτού σωτηρίαν επικαλεσώμεθα αυτόν εις βοήθειαν ημών, και εισακούσεται της φωνής ημών, εάν ή αυτω αρεστόν. 18 ότι ουκ ανέστη εν ταις γενεαίς ημών ουδέ εστιν εν τη ημέρα τη σήμερον ούτε φυλή ούτε πατριά ούτε δήμος ούτε πόλις εξ ημών, οί προσκυνούσι θεοίς χειροποιήτοις, καθάπερ εγένετο εν ταις πρότερον ημέραις· 19 ων χάριν εδόθησαν εις ρομφαίαν και εις διαρπαγήν οι πατέρες ημών και έπεσον πτώμα μέγα ενώπιον των εχθρών ημών. 20 ημείς δε έτερον θεόν ουκ επέγνωμεν πλήν αυτού· όθεν ελπίζομεν ότι ουχ υπερόψεται ημάς, ουδ ‘ από του γένους ημών. 21 ότι εν τω ληφθήναι ημάς ούτως καθήσεται πάσα η Ιουδαία, και προνομευθήσεται τα άγια ημών, και ζητήσει την βεβήλωσιν αυτών εκ του αίματος ημών 22 και τον φόνον των αδελφών ημών και την αιχμαλωσίαν της γης και την ερήμωσιν της κληρονομίας ημών επιστρέψει εις κεφαλήν ημών εν τοις έθνεσιν, ου εάν δουλεύσωμεν εκεί, και εσόμεθα εις πρόσκομμα και εις όνειδος εναντίον των κτωμένων ημάς. 23 ότι ου κατευθυνθήσεται η δουλεία ημών εις χάριν, αλλ ‘ εις ατιμίαν θήσει αυτήν Κύριος ο Θεός ημών. 24 και νυν, αδελφοί, επιδειξώμεθα τοις αδελφοίς ημών, ότι εξ ημών κρέμαται η ψυχή αυτών, και τα άγια και ο οίκος και το θυσιαστήριον επιστήρικται εφ ‘ ημίν. 25 παρά ταύτα πάντα ευχαριστήσωμεν Κυρίω τω Θεω ημών, ος πειράζει ημάς καθά και τους πατέρας ημών. 26 μνήσθητε όσα εποίησε μετά Αβραάμ και όσα επείρασε τον Ισαάκ και όσα εγένετο τω Ιακώβ εν Μεσοποταμία της Συρίας ποιμαίνοντι τα πρόβατα Λάβαν του αδελφού της μητρός αυτού. 27 ότι ου καθώς εκείνους επύρωσεν εις ετασμόν της καρδίας αυτών, και ημάς ουκ εξεδίκησεν, αλλ ‘ εις νουθέτησιν μαστιγοί Κύριος τους εγγίζοντας αυτω. 28 και είπε προς αυτήν ‘Οζίας· πάντα, όσα είπας, αγαθή καρδία ελάλησας, και ουκ έστιν ος αντιστήσεται τοις λόγοις σου· 29 ότι ουκ εν τη σήμερον η σοφία σου πρόδηλός εστιν, αλλά απ ‘ αρχής ημερών σου έγνω πας ο λαός την σύνεσίν σου, καθότι αγαθόν εστι το πλάσμα της καρδίας σου. 30 αλλ ‘ ο λαός εδίψησε σφόδρα και ηνάγκασαν ποιήσαι ημάς καθά ελαλήσαμεν αυτοίς και επαγαγείν όρκον εφ ‘ ημάς, ον ου παραβησόμεθα. 31 και νυν δεήθητι περί ημών, ότι γυνή ευσεβής ει, και αποστελεί Κύριος τον υετόν εις πλήρωσιν των λάκκων ημών, και ουκ εκλείψωμεν έτι. 32 και είπε προς αυτούς Ιουδίθ· ακούσατέ μου, και ποιήσω πράγμα, ό αφίξεται εις γενεάς γενεών υιοίς του γένους ημών. 33 υμείς στήσεσθε επί της πύλης την νύκτα ταύτην, και εξελεύσομαι εγώ μετά της άβρας μου, και εν ταις ημέραις, μεθ ‘ ας είπατε παραδώσειν την πόλιν τοις εχθροίς ημών, επισκέψεται Κύριος τον Ισραήλ εν χειρί μου· 34 υμείς δε ουκ εξερευνήσετε την πράξίν μου, ου γαρ ερώ υμίν, έως του τελεσθήναι α εγώ ποιώ. 35 και είπεν ‘Οζίας και οι άρχοντες προς αυτήν· πορεύου εις ειρήνην, και Κύριος ο Θεός έμπροσθέν σου εις εκδίκησιν των εχθρών ημών. 36 και αποστρέψαντες εκ της σκηνής επορεύθησαν επί τας διατάξεις αυτών.

ΙΟΥΔΙΘ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ

 1 ΙΟΥΔΙΘ δε έπεσεν επί πρόσωπον και επέθετο σποδόν επί την κεφαλήν αυτής και εγύμνωσεν ον ενεδιδύσκετο σάκκον, και ην άρτι προσφερόμενον εν Ιερουσαλήμ εις τον οίκον του Θεού το θυμίαμα της εσπέρας εκείνης, και εβόησε φωνή μεγάλη Ιουδίθ προς Κύριον και είπε· 2 Κύριε ο Θεός του πατρός μου Συμεών, ω έδωκας εν χειρί ρομφαίαν εις εκδίκησιν αλλογενών, οί έλυσαν μήτραν παρθένου εις μίασμα και εγύμνωσαν μηρόν εις αισχύνην και εβεβήλωσαν μήτραν εις όνειδος· είπας γαρ, ουχ ούτως έσται· και εποίησαν 3 ανθ ‘ ων έδωκας άρχοντας αυτών εις φόνον και την στρωμνήν αυτών, ή ηδέσατο την απάτην αυτών, εις αίμα, και επάταξας δούλους επί δυνάσταις και δυνάστας επί θρόνους αυτών. 4 και έδωκας γυναίκας αυτών εις προνομήν και θυγατέρας εις αιχμαλωσίαν και πάντα τα σκύλα εις διαίρεσιν υιών ηγαπημένων υπό σου, οί και εζήλωσαν τον ζήλόν σου και εβδελύξαντο μίασμα αίματος αυτών και επεκαλέσαντό σε εις βοηθόν. ο Θεός ο Θεός ο εμός, και εισάκουσον εμού της χήρας· 5 συ γαρ εποίησας τα πρότερα εκείνων και εκείνα και τα μετέπειτα και τα νυν και τα επερχόμενα διενοήθης, και εγενήθησαν α ενενοήθης, 6 και παρέστησαν α εβουλεύσω και είπαν· ιδού πάρεσμεν· πάσαι γαρ αι οδοί σου έτοιμοι, και η κρίσις σου εν προγνώσει· 7 ιδού γαρ Ασσύριοι επληθύνθησαν εν δυνάμει αυτών, υψώθησαν εφ ‘ ίππω και αναβάτη εγαυρίασαν εν βραχίονι πεζών, ήλπισαν εν ασπίδι και εν γαισω και τόξω και σφενδόνη και ουκ έγνωσαν ότι συ ει Κύριος συντρίβων πολέμους. 8 Κύριος όνομά σοι· συ ράξον αυτών την ισχύν εν δυνάμει σου και κάταξον το κράτος αυτών εν τω θυμω σου· εβουλεύσαντο γαρ βεβηλώσαι τα άγιά σου, μιάναι το σκήνωμα της καταπαύσεως του ονόματος της δόξης σου και καταβαλείν σιδήρω κέρας θυσιαστηρίου σου. 9 βλέψον εις υπερηφανίαν αυτών, απόστειλον την οργήν σου εις κεφαλάς αυτών, δος εν χειρί μου της χήρας ό διενοήθην κράτος. 10 πάταξον δούλον εκ χειλέων απάτης μου επ ‘ άρχοντι και άρχοντα επί θεράποντι αυτού, θραύσον αυτών το ανάστημα εν χειρί θηλείας· 11 ου γαρ εν πλήθει το κράτος σου, ουδέ η δυναστεία σου εν ισχύουσιν, αλλά ταπεινών ει Θεός, ελαττόνων ει βοηθός, αντιλήπτωρ ασθενούντων, απεγνωσμένων σκεπαστής, απηλπισμένων σωτήρ. 12 ναί ναί ο Θεός του πατρός μου και Θεός κληρονομίας Ισραήλ, δέσποτα των ουρανών και της γης, κτίστα των υδάτων, βασιλεύ πάσης κτίσεώς σου, συ εισάκουσον της δεήσεώς μου 13 και δος λόγον μου και απάτην εις τραύμα και μώλωπα αυτών, οί κατά της διαθήκης σου και οίκου ηγιασμένου σου και κορυφής Σιών και οίκου κατασχέσεως υιών σου εβουλεύσαντο σκληρά. 14 και ποίησον επί παν το έθνος σου, και πάσης φυλής επίγνωσιν του ειδήσαι ότι συ ει ο Θεός πάσης δυνάμεως και κράτους, και ουκ έστιν άλλος υπερασπίζων του γένους Ισραήλ, ει μη συ.

 ΙΟΥΔΙΘ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι

 1 ΚΑΙ εγένετο ως επαύσατο βοώσα προς τον Θεόν Ισραήλ και συνετέλεσε πάντα τα ρήματα ταύτα, 2 και ανέστη από της πτώσεως και εκάλεσε την άβραν αυτής και κατέβη εις τον οίκον, εν ω διέτριβεν εν αυτω εν ταις ημέραις των σαββάτων και εν ταις εορταίς αυτής· 3 και περιείλατο τον σάκκον, ον ενεδεδύκει, και εξεδύσατο τα ιμάτια της χηρεύσεως αυτής και περιεκλύσατο το σώμα ύδατι και εχρίσατο μύρω παχεί και διέταξε τας τρίχας της κεφαλής αυτής και επέθετο μίτραν επ ‘ αυτής και ενεδύσατο τα ιμάτια της ευφροσύνης αυτής, εν οίς εστολίζετο εν ταις ημέραις της ζωής του ανδρός αυτής Μανασσή, 4 και έλαβε σανδάλια εις τους πόδας αυτής και περιέθετο τους χλιδώνας και τα ψέλλια και τους δακτυλίους και τα ενώτια και πάντα τον κόσμον αυτής και εκαλλωπίσατο σφόδρα εις απάτησιν οφθαλμών ανδρών, όσοι αν ίδωσιν αυτήν. 5 και έδωκε τη άβρα αυτής ασκοπυτίνην οίνου και καψάκην ελαίου και πήραν επλήρωσεν αλφίτων και παλάθης και άρτων καθαρών και περιεδίπλωσε πάντα τα αγγεία αυτής και επέθηκεν επ ‘ αυτη. 6 και εξήλθοσαν επί την πύλην της πόλεως Βαιτυλούα και εύροσαν εφεστώτας επ ‘ αυτής ‘Οζίαν και τους πρεσβυτέρους της πόλεως Χαβρίν και Χαρμίν. 7 ως δε είδον αυτήν και ην ηλλοιωμένον το πρόσωπον αυτής και την στολήν μεταβεβληκυίαν αυτής, και εθαύμασαν επί τω κάλλει αυτής επί πολύ σφόδρα και είπαν αυτη· 8 ο Θεός ο Θεός των πατέρων ημών δώη σε εις χάριν και τελειώσαι τα επιτηδεύματά σου εις γαυρίαμα υιών Ισραήλ και ύψωμα Ιερουσαλήμ. και προσεκύνησε τω Θεω 9 και είπε προς αυτούς· επιτάξατε ανοίξαί μοι την πύλην της πόλεως, και εξελεύσομαι εις τελείωσιν των λόγων, ων ελαλήσατε μετ ‘ εμού· και συνέταξαν τοις νεανίσκοις ανοίξαι αυτη καθότι ελάλησε. 10 και εποίησαν ούτως. και εξήλθεν Ιουδίθ, αυτή και η παιδίσκη αυτής μετ ‘ αυτής· απεσκόπευον δε αυτήν οι άνδρες της πόλεως έως ου κατέβη το όρος, έως διήλθε τον αυλώνα και ουκέτι εθεώρουν αυτήν. 11 και επορεύοντο εν τω αυλώνι εις ευθείαν, και συνήντησεν αυτη προφυλακή των Ασσυρίων. 12 και συνέλαβον αυτήν και επηρώτησαν· τίνων ει και πόθεν έρχη και που πορεύη; και είπε· θυγάτηρ ειμί των Εβραίων και αποδιδράσκω από προσώπου αυτών, ότι μέλλουσι δίδοσθαι υμίν εις κατάβρωμα· 13 καγώ έρχομαι εις το πρόσωπον ‘Ολοφέρνου αρχιστρατήγου δυνάμεως υμών του αναγγείλαι ρήματα αληθείας και δείξω προ προσώπου αυτού οδόν, καθ ‘ ην πορεύσεται και κυριεύσει πάσης της ορεινής, και ου διαφωνήσει των ανδρών αυτού σάρξ μία ουδέ πνεύμα ζωής. 14 ως δε ήκουσαν οι άνδρες τα ρήματα αυτής και κατενόησαν το πρόσωπον αυτής -και ην εναντίον αυτών θαυμάσιον τω κάλλει σφόδρα- και είπαν προς αυτήν· 15 σέσωκας την ψυχήν σου σπεύσασα καταβήναι εις πρόσωπον του κυρίου ημών· και νυν πρόσελθε επί την σκηνήν αυτού, και αφ ‘ ημών προπέμψουσί σε, έως παραδώσουσί σε εις τας χείρας αυτού· 16 εάν δε στης εναντίον αυτού, μη φοβηθής τη καρδία σου, αλλά ανάγγειλον κατά τα ρήματά σου, και εύ σε ποιήσει. 17 και επέλεξαν εξ αυτών άνδρας εκατόν και παρέζευξαν αυτη και τη άβρα αυτής, και ήγαγον αυτάς επί την σκηνήν ‘Ολοφέρνου. 18 και εγένετο συνδρομή πάση τη παρεμβολή, διεβοήθη γαρ εις τα σκηνώματα η παρουσία αυτής· και ελθόντες εκύκλουν αυτήν ως ειστήκει έξω της σκηνής ‘Ολοφέρνου, έως προσήγγειλαν αυτω περί αυτής. 19 και εθαύμαζον επί τω κάλλει αυτής και εθαύμαζον τους υιούς Ισραήλ απ ‘ αυτής, και είπεν έκαστος προς τον πλησίον αυτού· τις καταφρονήσει του λαού τούτου, ος έχει εν εαυτω γυναίκας τοιαύτας; ότι ου καλόν εστιν υπολείπεσθαι εξ αυτών άνδρα ένα, οί αφεθέντες δυνήσονται κατασοφίσασθαι πάσαν την γην. 20 και εξήλθον οι παρακαθεύδοντες ‘Ολοφέρνη και πάντες οι θεράποντες αυτού και εισήγαγον αυτήν εις την σκηνήν. 21 και ην ‘Ολοφέρνης αναπαυόμενος επί της κλίνης αυτού εν τω κωνωπείω, ό ην εκ πορφύρας και χρυσίου και σμαράγδου και λίθων πολυτελών καθυφασμένων. 22 και ανήγγειλαν αυτω περί αυτής, και εξήλθεν εις το προσκήνιον, και λαμπάδες αργυραί προάγουσαι αυτού. 23 ως δε ήλθε κατά πρόσωπον αυτού Ιουδίθ και των θεραπόντων αυτού, εθαύμασαν πάντες επί τω κάλλει του προσώπου αυτής· και πεσούσα επί πρόσωπον προσεκύνησεν αυτω, και ήγειραν αυτήν οι δούλοι αυτού.

 ΙΟΥΔΙΘ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ

 1 ΚΑΙ είπε προς αυτήν ‘Ολοφέρνης· θάρσησον, γύναι, μη φοβηθής τη καρδία σου, ότι εγώ ουκ εκάκωσα άνθρωπον, όστις ηρέτικε δουλεύειν βασιλεί Ναβουχοδονόσορ πάσης της γης. 2 και νυν ο λαός σου ο κατοικών την ορεινήν, ει μη εφαύλισάν με, ουκ αν ήρα το δόρυ μου επ ‘ αυτούς, αλλ ‘ αυτοί εαυτοίς εποίησαν ταύτα. 3 και νυν λέγε μοι τίνος ένεκεν απέδρας απ ‘ αυτών και ήλθες προς ημάς; ήκεις γαρ εις σωτηρίαν· θάρσει, εν τη νυκτί ταύτη ζήση και εις το λοιπόν· 4 ου γαρ εστιν ος αδικήσει σε, αλλ ‘ εύ σε ποιήσει καθά γίνεται τοις δούλοις του κυρίου μου βασιλέως Ναβουχοδονόσορ. 5 και είπε προς αυτόν Ιουδίθ· δέξαι τα ρήματα της δούλης σου, και λαλησάτω η παιδίσκη σου κατά πρόσωπόν σου, και ουκ αναγγελώ ψεύδος τω κυρίω μου εν τη νυκτί ταύτη. 6 και εάν κατακολουθήσης τοις λόγοις της παιδίσκης σου, τελείως πράγμα ποιήσει μετά σου ο Θεός, και ουκ αποπεσείται ο κύριός μου των επιτηδευμάτων αυτού· 7 ζη γαρ βασιλεύς Ναβουχοδονόσορ πάσης της γης και ζη το κράτος αυτού, ος απέστειλέ σε εις κατόρθωσιν πάσης ψυχής, ότι ου μόνον άνθρωποι δια σε δουλεύουσιν αυτω, αλλά και τα θηρία του αγρού και τα κτήνη και τα πετεινά του ουρανού δια της ισχύος σου ζήσονται επί Ναβουχοδονόσορ και πάντα τον οίκον αυτού· 8 ηκούσαμεν γαρ την σοφίαν σου και τα πανουργεύματα της ψυχής σου, και ανηγγέλη πάση τη γη ότι συ μόνος αγαθός εν πάση βασιλεία και δυνατός εν επιστήμη και θαυμαστός εν στρατεύμασι πολέμου. 9 και νυν ο λόγος, ον ελάλησεν Αχιώρ εν τη συνεδρία σου, ηκούσαμεν τα ρήματα αυτού, ότι περιεποιήσαντο αυτόν οι άνδρες Βαιτυλούα, και ανήγγειλεν αυτοίς πάντα, όσα εξελάλησε παρά σοί. 10 διό, δέσποτα κύριε, μη παρέλθης τον λόγον αυτού, αλλά κατάθου αυτόν εν τη καρδία σου, ότι αληθής εστιν· ου γαρ εκδικάται το γένος ημών, ου κατισχύει ρομφαία επ ‘ αυτούς, εάν μη αμάρτωσιν εις τον Θεόν αυτών. 11 και νυν, ίνα μη γένηται ο κύριός μου έκβολος και άπρακτος και επιπεσείται θάνατος επί πρόσωπον αυτών, και κατελάβετο αυτούς αμάρτημα, εν ω παροργιούσι τον Θεόν αυτών, οπηνίκα αν ποιήσωσιν ατοπίαν· 12 επεί γαρ εξέλιπεν αυτούς τα βρώματα και εσπανίσθη παν ύδωρ, εβουλεύσαντο επιβαλείν τοις κτήνεσιν αυτών και πάντα, όσα διεστείλατο αυτοίς ο Θεός εν τοις νόμοις αυτού μη φαγείν, διέγνωσαν δαπανήσαι. 13 και τας απαρχάς του σίτου και τας δεκάτας του οίνου και του ελαίου, α διεφύλαξαν αγιάσαντες τοις ιερεύσι τοις παρεστηκόσιν εν Ιερουσαλήμ απέναντι του προσώπου του Θεού ημών, κεκρίκασιν εξαναλώσαι, ων ουδέ ταις χερσίν καθήκεν άψασθαι ουδένα των εκ του λαού. 14 και απεστάλκασιν εις Ιερουσαλήμ, ότι και οι εκεί κατοικούντες εποίησαν ταύτα, τους μετακομίσαντας αυτοίς την άφεσιν παρά της γερουσίας. 15 και έσται ως αν αναγγείλη αυτοίς και ποιήσωσι, δοθήσονταί σοι εις όλεθρον εν τη ημέρα εκείνη. 16 όθεν εγώ η δούλη σου επιγνούσα ταύτα πάντα απέδρων από προσώπου αυτών, και επέστειλέ με ο Θεός ποιήσαι μετά σου πράγματα, εφ ‘ οίς εκστήσεται πάσα η γη, όσοι εάν ακούσωσιν αυτά. 17 ότι η δούλη σου θεοσεβής εστι και θεραπεύουσα νυκτός και ημέρας τον Θεόν του ουρανού· και νυν μενώ παρά σοί, κύριέ μου, και εξελεύσεται η δούλη σου κατά την νύκτα εις την φάραγγα και προσεύξομαι προς τον Θεόν, και ερεί μοι πότε εποίησαν τα αμαρτήματα αυτών. 18 και ελθούσα προσανοίσω σοι, και εξελεύση συν πάση τη δυνάμει σου, και ουκ έστιν ος αντιστήσεταί σοι εξ αυτών. 19 και άξω σε δια μέσου της Ιουδαίας έως του ελθείν απέναντι Ιερουσαλήμ και θήσω τον δίφρον σου εν μέσω αυτής, και άξεις αυτούς ως πρόβατα, οίς ουκ έστι ποιμήν, και ου γρύξει κύων τη γλώσση αυτού απέναντί σου, ότι ταύτα ελαλήθη μοι κατά πρόγνωσίν μου και απηγγέλη μοι, και απεστάλην αναγγείλαί σοι. 20 και ήρεσαν οι λόγοι αυτής εναντίον ‘Ολοφέρνου και εναντίον πάντων των θεραπόντων αυτού, και εθαύμασαν επί τη σοφία αυτής και είπαν· 21 ουκ έστι τοιαύτη γυνή απ ‘ άκρου έως άκρου της γης καλω προσώπω και συνέσει λόγων. 22 και είπε προς αυτήν ‘Ολοφέρνης· εύ εποίησεν ο Θεός αποστείλας σε έμπροσθεν του λαού του γενηθήναι εν χερσίν ημών κράτος, εν δε τοις φαυλίσασι τον κύριόν μου απώλειαν. 23 και νυν αστεία ει συ εν τω είδει σου και αγαθή εν τοις λόγοις σου· ότι εάν ποιήσης καθά ελάλησας, ο Θεός σου έσται μου Θεός, και συ εν οίκω βασιλέως Ναβουχοδονόσορ καθήση και έση ονομαστή παρά πάσαν την γην.

ΙΟΥΔΙΘ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ

 1 ΚΑΙ εκέλευσεν εισαγαγείν αυτήν ου ετίθετο τα αργυρώματα αυτού και συνέταξε καταστρώσαι αυτη από των οψοποιημάτων αυτού και του οίνου αυτού πίνειν. 2 και είπεν Ιουδίθ· ου φάγομαι εξ αυτών, ίνα μη γένηται σκάνδαλον, αλλ ‘ εκ των ηκολουθηκότων μοι χορηγηθήσεται. 3 και είπε προς αυτήν ‘Ολοφέρνης· εάν δε εκλίπη τα όντα μετά σου, πόθεν εξοίσομέν σοι δούναι όμοια αυτοίς; ου γαρ εστι μεθ ‘ ημών εκ του έθνους σου. 4 και είπεν Ιουδίθ προς αυτόν· ζη η ψυχή σου, κύριέ μου, ότι ου δαπανήσει η δούλη σου τα όντα μετ ‘ εμού, έως αν ποιήση Κύριος εν χειρί μου α εβουλεύσατο. 5 και ηγάγοσαν αυτήν οι θεράποντες ‘Ολοφέρνου εις την σκηνήν, και ύπνωσε μέχρι μεσούσης της νυκτός· και ανέστη προς την εωθινήν φυλακήν, 6 και απέστειλε προς ‘Ολοφέρνην λέγουσα· επιταξάτω δη ο κύριός μου εάσαι την δούλην σου επί προσευχήν εξελθείν. 7 και προσέταξεν ‘Ολοφέρνης τοις σωματοφύλαξι μη διακωλύειν αυτήν. και παρέμεινεν εν τη παρεμβολή ημέρας τρεις, και εξεπορεύετο κατά νύκτα εις την φάραγγα Βαιτυλούα και εβαπτίζετο εν τη παρεμβολή επί της πηγής του ύδατος· 8 και ως ανέβη, εδέετο του Κυρίου Θεού Ισραήλ κατευθύναι την οδόν αυτής εις ανάστημα των υιών του λαού αυτού. 9 και εισπορευομένη καθαρά παρέμενε τη σκηνή, μέχρις ου προσηνέγκατο την τροφήν αυτής προς εσπέραν. 10 και εγένετο εν τη ημέρα τη τετάρτη, εποίησεν ‘Ολοφέρνης πότον τοις δούλοις αυτού μόνοις και ουκ εκάλεσεν εις την χρήσιν ουδένα των προς ταις χρείαις. 11 και είπε Βαγώα τω ευνούχω, ος ην εφεστηκώς επί πάντων των αυτού· πείσον δη πορευθείς την γυναίκα την Εβραίαν ή εστι παρά σοί, του ελθείν προς ημάς και φαγείν και πιείν μεθ ‘ ημών· 12 ιδού γαρ αισχρόν τω προσώπω ημών, ει γυναίκα τοιαύτην παρήσομεν ουχ ομιλήσαντες αυτη, ότι εάν ταύτην μη επισπασώμεθα, καταγελάσεται ημών. 13 και εξήλθε Βαγώας από προσώπου ‘Ολοφέρνου και εισήλθε προς αυτήν και είπε· μη οκνησάτω δη η παιδίσκη η καλή αύτη ελθούσα προς τον κύριόν μου δοξασθήναι κατά πρόσωπον αυτού και πιείν μεθ ‘ ημών εις ευφροσύνην οίνον και γενηθήναι εν τη ημέρα ταύτη ως θυγάτηρ μία των υιών Ασσούρ, αι παρεστήκασιν εν οίκω Ναβουχοδονόσορ. 14 και είπε προς αυτόν Ιουδίθ· και τις ειμι εγώ αντερούσα τω κυρίω μου; ότι παν, ό έσται εν τοις οφθαλμοίς αυτού αρεστόν, σπεύσασα ποιήσω, και έσται τούτο αγαλλίαμα έως ημέρας θανάτου μου. 15 και διαναστάσα εκοσμήθη τω ιματισμω και παντί τω κόσμω τω γυναικείω, και προσήλθεν η δούλη αυτής και έστρωσεν αυτη κατέναντι ‘Ολοφέρνου χαμαί τα κώδια, α έλαβε παρά Βαγώου εις την καθημερινήν δίαιταν αυτής, εις το εσθίειν κατακλινομένην επ ‘ αυτών. 16 και εισελθούσα ανέπεσεν Ιουδίθ, και εξέστη η καρδία ‘Ολοφέρνου επ ‘ αυτήν, και εσαλεύθη η ψυχή αυτού, και ην κατεπίθυμος σφόδρα του συγγενέσθαι μετ ‘ αυτής· και ετήρει καιρόν του απατήσαι αυτήν αφ ‘ ης ημέρας είδεν αυτήν. 17 και είπε προς αυτήν ‘Ολοφέρνης· πίε δη και γενήθητι μεθ ‘ ημών εις ευφροσύνην. 18 και είπεν Ιουδίθ· πίομαι δη, κύριε, ότι εμεγαλύνθη το ζήν μου εν εμοί σήμερον παρά πάσας τας ημέρας της γενέσεώς μου. 19 και λαβούσα έφαγε και έπιε κατέναντι αυτού α ητοίμασεν η δούλη αυτής. 20 και ηυφράνθη ‘Ολοφέρνης απ ‘ αυτής και έπιεν οίνον πολύν σφόδρα, όσον ουκ έπιε πώποτε εν ημέρα μια αφ ‘ ου εγεννήθη.

 ΙΟΥΔΙΘ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ

 1 ΩΣ δε οψία εγένετο, εσπούδασαν οι δούλοι αυτού αναλύειν. και Βαγώας συνέκλεισε την σκηνήν έξωθεν και απέκλεισε τους παρεστώτας εκ προσώπου του κυρίου αυτού, και απώχοντο εις τας κοίτας αυτών· ήσαν γαρ πάντες κεκοπωμένοι, δια το επί πλείον γεγονέναι τον πότον. 2 υπελείφθη δε Ιουδίθ μόνη εν τη σκηνή, και ‘Ολοφέρνης προπεπτωκώς επί την κλίνην αυτού· ην γαρ περικεχυμένος αυτω ο οίνος. 3 και είπεν Ιουδίθ τη δούλη αυτής στήναι έξω του κοιτώνος αυτής και επιτηρείν την έξοδον αυτής· καθάπερ καθ ‘ ημέραν, εξελεύσεσθαι γαρ έφη επί την προσευχήν αυτής· και τω Βαγώα ελάλησε κατά τα ρήματα ταύτα. 4 και απήλθοσαν πάντες εκ προσώπου, και ουδείς κατελείφθη εν τω κοιτώνι από μικρού έως μεγάλου και στάσα Ιουδίθ παρά την κλίνην αυτού είπεν εν τη καρδία αυτής· Κύριε ο Θεός πάσης δυνάμεως, επίβλεψον εν τη ωρα ταύτη επί τα έργα των χειρών μου εις ύψωμα Ιερουσαλήμ· 5 ότι νυν καιρός αντιλαβέσθαι της κληρονομίας σου και ποιήσαι το επιτήδευμά μου εις θραύμα εχθρών, οί επανέστησαν ημίν. 6 και προσελθούσα τω κανόνι της κλίνης, ος ην προς κεφαλής ‘Ολοφέρνου, καθείλε τον ακινάκην αυτού απ ‘ αυτού 7 και εγγίσασα της κλίνης εδράξατο της κόμης της κεφαλής αυτού και είπε· κραταίωσόν με, ο Θεός Ισραήλ, εν τη ημέρα ταύτη. 8 και επάταξεν εις τον τράχηλον αυτού δις εν τη ισχύϊ αυτής και αφείλε την κεφαλήν αυτού απ ‘ αυτού, 9 και απεκύλισε το σώμα αυτού από της στρωμνής και αφείλε το κωνωπείον από των στύλων. και μετ ‘ ολίγον εξήλθε, και παρέδωκε τη άβρα αυτής την κεφαλήν ‘Ολοφέρνου, 10 και ενέβαλεν αυτήν εις την πήραν των βρωμάτων αυτής. και εξήλθον αι δύο άμα κατά τον εθισμόν αυτών επί την προσευχήν· και διελθούσαι την παρεμβολήν εκύκλωσαν την φάλαγγα εκείνην και προσανέβησαν το όρος Βαιτυλούα και ήλθοσαν προς τας πύλας αυτής.

 11 Και είπεν Ιουδίθ μακρόθεν τοις φυλάσσουσιν επί των πυλών· ανοίξατε, ανοίξατε δη την πύλην, μεθ ‘ ημών ο Θεός ο Θεός ημών ποιήσαι έτι ισχύν εν Ισραήλ κατά κράτος κατά των εχθρών, καθά και σήμερον εποίησε. 12 και εγένετο ως ήκουσαν οι άνδρες της πόλεως αυτής την φωνήν αυτής, εσπούδασαν του καταβήναι εις την πύλην της πόλεως αυτών και συνεκάλεσαν τους πρεσβυτέρους της πόλεως. 13 και συνέδραμον πάντες από μικρού έως μεγάλου, ότι παράδοξον ην αυτοίς το ελθείν αυτήν, και ήνοιξαν την πύλην και υπεδέξαντο αυτάς και άψαντες πυρ εις φαύσιν περιεκύκλωσαν αυτάς. 14 η δε είπε προς αυτούς φωνή μεγάλη· αινείτε τον Θεόν, αινείτε· αινείτε τον Θεόν, ος ουκ απέστησε το έλεος αυτού από του οίκου Ισραήλ, αλλ ‘ έθραυσε τους εχθρούς ημών δια χειρός μου εν τη νυκτί ταύτη. 15 και προελούσα την κεφαλήν εκ της πήρας έδειξε και είπεν αυτοίς· ιδού η κεφαλή ‘Ολοφέρνου αρχιστρατήγου δυνάμεως Ασσούρ, και ιδού το κωνωπείον, εν ω κατέκειτο εν ταις μέθαις αυτού· και επάταξεν αυτόν ο Κύριος εν χειρί θηλείας· 16 και ζη Κύριος, ος διεφύλαξέ με εν τη οδω μου, ή επορεύθην, ότι ηπάτησεν αυτόν το πρόσωπόν μου εις απώλειαν αυτού, και ουκ εποίησεν αμάρτημα μετ ‘ εμού εις μίασμα και αισχύνην. 17 και εξέστη πας ο λαός σφόδρα και κύψαντες προσεκύνησαν τω Θεω και είπαν ομοθυμαδόν· ευλογητός ει, ο Θεός ημών, ο εξουδενώσας εν τη ημέρα τη σήμερον τους εχθρούς του λαού σου. 18 και είπεν αυτη ‘Οζίας· ευλογητή συ, θύγατερ, τω Θεω τω Υψίστω παρά πάσας τας γυναίκας τας επί της γης, και ευλογημένος Κύριος ο Θεός, ος έκτισε τους ουρανούς και την γην, ος κατεύθυνέ σε εις τραύμα κεφαλής άρχοντος εχθρών ημών· 19 ότι ουκ αποστήσεται η ελπίς σου από καρδίας ανθρώπων μνημονευόντων ισχύν Θεού έως αιώνος. 20 και ποιήσαι σοι αυτά ο Θεός εις ύψος αιώνιον του επισκέψασθαί σε εν αγαθοίς, ανθ ‘ ων ουκ εφείσω της ψυχής σου δια την ταπείνωσιν του γένους ημών, αλλ ‘ επεξήλθες πτώματι ημών επ ‘ ευθείαν πορευθείσα ενώπιον του Θεού ημών. και είπαν πας ο λαός· γένοιτο, γένοιτο.

 ΙΟΥΔΙΘ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ

 1 ΚΑΙ είπε προς αυτούς Ιουδίθ· ακούσατε δη μου, αδελφοί, και λαβόντες την κεφαλήν ταύτην κρεμάσατε αυτήν επί της επάλξεως του τείχους υμών. 2 και έσται ηνίκα αν διαφαύση ο όρθρος και εξέλθη ο ήλιος επί την γην, αναλήψεσθε έκαστος τα σκεύη τα πολεμικά υμών και εξελεύσεσθε πας ανήρ ισχύων έξω της πόλεως και δώσετε αρχηγόν εις αυτούς ως καταβαίνοντες επί το πεδίον εις την προφυλακήν υιών Ασσούρ, και ου καταβήσεσθε. 3 και αναλαβόντες ούτοι τας πανοπλίας αυτών πορεύσονται εις την παρεμβολήν αυτών και εγερούσι τους στρατηγούς της δυνάμεως Ασσούρ· και συνδραμούνται επί την σκηνήν ‘Ολοφέρνου και ουχ ευρήσουσιν αυτόν, και επιπεσείται επ ‘ αυτουύς φόβος, και φεύξονται από προσώπου υμών. 4 και επακολουθήσαντες υμείς και πάντες οι κατοικούντες παν όριον Ισραήλ, καταστρώσατε αυτούς εν ταις οδοίς αυτών. 5 προ δε του ποιήσαι ταύτα, καλέσατέ μοι Αχιώρ τον Αμανίτην, ίνα ιδών επιγνω τον εκφαυλίσαντα τον οίκον του Ισραήλ και αυτόν ως εις θάνατον αποστείλαντα εις ημάς. 6 και εκάλεσαν τον Αχιώρ εκ του οίκου ‘Οζία· ως δε ήλθε και είδε την κεφαλήν ‘Ολοφέρνου εν χειρί ανδρός ενός εν τη εκκλησία του λαού, έπεσεν επί πρόσωπον, και εξελύθη το πνεύμα αυτού. 7 ως δε ανέλαβον αυτόν, προσέπεσε τοις ποσίν Ιουδίθ και προσεκύνησε τω προσώπω αυτής και είπεν· ευλογημένη συ εν παντί σκηνώματι Ιούδα και εν παντί έθνει, οίτινες ακούσαντες το όνομά σου ταραχθήσονται· 8 και νυν ανάγγειλόν μοι όσα εποίσας εν ταις ημέραις ταύταις. και απήγγειλεν αυτω Ιουδίθ εν μέσω του λαού πάντα, όσα ην πεποιηκυία, αφ ‘ ης ημέρας εξήλθεν έως ου ελάλει αυτοίς. 9 ως δε επαύσατο λαλούσα, ηλάλαξεν ο λαός φωνή μεγάλη και έδωκε φωνήν ευφρόσυνον εν τη πόλει αυτών. 10 ιδών δε Αχιώρ πάντα, όσα εποίησεν ο Θεός του Ισραήλ, επίστευσε τω Θεω σφόδρα και περιετέμετο την σάρκα της ακροβυστίας αυτού και προσετέθη προς τον οίκον Ισραήλ έως της ημέρας ταύτης.

 11 Ηνίκα δε ο όρθρος ανέβη, και εκρέμασαν την κεφαλήν ‘Ολοφέρνου εκ του τείχους, και ανέλαβε πας ανήρ Ισραήλ τα όπλα αυτού και εξήλθοσαν κατά σπείρας επί τας αναβάσεις του όρους. 12 οι δε υιοί Ασσούρ ως είδον αυτούς, διέπεμψαν επί τους ηγουμένους αυτών· οι δε ήλθον επί στρατηγούς και χιλιάρχους και επί πάντα άρχοντα αυτών. 13 και παρεγένοντο επί την σκηνήν ‘Ολοφέρνου και είπαν τω όντι επί πάντων των αυτού· έγειρον δη τον κύριον ημών, ότι ετόλμησαν οι δούλοι καταβαίνειν εφ ‘ ημάς εις πόλεμον, ίνα εξολοθρευθώσιν εις τέλος. 14 και εισήλθε Βαγώας και έκρουσε την αυλαίαν της σκηνής· υπενοείτο γαρ καθεύδειν αυτόν μετά Ιουδίθ· 15 ως δε ουδείς επήκουσε, διαστείλας εισήλθεν εις τον κοιτώνα και εύρεν αυτόν επί της χελωνίδος ερριμμένον νεκρόν, και η κεφαλή αυτού αφήρετο απ ‘ αυτού. 16 και εβόησε φωνή μεγάλη μετά κλαυθμού και στεναγμού και βοής ισχυράς και διέρρηξε τα ιμάτια αυτού. 17 και εισήλθεν εις την σκηνήν, ου ην Ιουδίθ καταλύουσα, και ουχ εύρεν αυτήν· και εξεπήδησεν εις τον λαόν κράζων· 18 ηθέτησαν οι δούλοι, εποίησεν αισχύνην μία γυνή των Εβραίων εις τον οίκον του βασιλέως Ναβουχοδονόσορ· ότι ιδού ‘Ολοφέρνης χαμαί, και η κεφαλή ουκ έστιν επ ‘ αυτω. 19 ως δε ήκουσαν ταύτα τα ρήματα οι άρχοντες της δυνάμεως Ασσούρ, τους χιτώνας αυτών διέρρηξαν, και εταράχθη η ψυχή αυτών σφόδρα, και εγένετο αυτών κραυγή και βοή μεγάλη σφόδρα εν μέσω της παρεμβολής.

 ΙΟΥΔΙΘ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ

 1 ΚΑΙ ως ήκουσαν οι εν τοις σκηνώμασιν όντες, εξέστησαν επί το γεγονός, 2 και επέπεσεν επ ‘ αυτούς φόβος και τρόμος, και ουκ ην άνθρωπος μένων κατά πρόσωπον του πλησίον έτι, αλλ ‘ εκχυθέντες ομοθυμαδόν έφευγον επί πάσαν οδόν του πεδίου και της ορεινής· 3 και οι παρεμβεβληκότες εν τη ορεινή κύκλω Βαιτυλούα και ετράπησαν εις φυγήν. και τότε οι υιοί Ισραήλ, πας ανήρ πολεμιστής εξ αυτών, εξεχύθησαν επ ‘ αυτούς. 4 και απέστειλεν ‘Οζίας εις Βαιτομασθαίμ και Βηβαϊ και Κωλά και εις παν όριον Ισραήλ τους απαγγέλλοντας υπέρ των συντετελεσμένων και ίνα πάντες επεκχυθώσι τοις πολεμίοις εις την αναίρεσιν αυτών. 5 ως δε ήκουσαν οι υιοί Ισραήλ, πάντες ομοθυμαδόν επέπεσον επ ‘ αυτούς και έκοπτον αυτούς έως Χωβά, ωσαύτως δε και οι εξ Ιερουσαλήμ παρεγενήθησαν και εκ πάσης της ορεινής, ανήγγειλαν γαρ αυτοίς τα γεγονότα τη παρεμβολή των εχθρών αυτών· και οι εν Γαλαάδ και οι εν τη Γαλιλαία υπερεκέρασαν αυτούς πληγή μεγάλη, έως ου παρήλθον Δαμασκόν και τα όρια αυτής. 6 οι δε λοιποί οι κατοικούντες Βαιτυλούα επέπεσαν τη παρεμβολή Ασσούρ και επρονόμευσαν αυτούς και επλούτησαν σφόδρα. 7 οι δε υιοί Ισραήλ αναστρέψαντες από της κοπής εκυρίευσαν των λοιπών, και αι κώμαι και αι επαύλεις εν τη ορεινή και πεδινή εκράτησαν πολλών λαφύρων, ην γαρ πλήθος πολύ σφόδρα. 8 και Ιωακίμ ο ιερεύς ο μέγας και η γερουσία των υιών Ισραήλ οι κατοικούντες εν Ιερουσαλήμ ήλθον του θεάσασθαι τα αγαθά, α εποίησε Κύριος τω Ισραήλ, και του ιδείν την Ιουδίθ και λαλήσαι μετ ‘ αυτής ειρήνην. 9 ως δε εισήλθον προς αυτήν, ευλόγησαν αυτήν πάντες ομοθυμαδόν και είπαν προς αυτήν· συ ύψωμα Ισραήλ, συ γαυρίαμα μέγα του Ισραήλ, συ καύχημα μέγα του γένους ημών· 10 εποίησας πάντα ταύτα εν χειρί σου, εποίησας τα αγαθά μετά Ισραήλ, και ευδόκησεν επ ‘ αυτοίς ο Θεός· ευλογημένη γίνου παρά τω παντοκράτορι Κυρίω εις τον αιώνα χρόνον. και είπε ο λαός· γένοιτο 11 και ελαφύρευσε πας ο λαός την παρεμβολήν εφ ‘ ημέρας τριάκοντα· και έδωκαν τη Ιουδίθ την σκηνήν ‘Ολοφέρνου και πάντα τα αργυρώματα και τας κλίνας και τα όλκια και πάντα τα σκευάσματα αυτού. και λαβούσα αύτη επέθηκεν επί την ημίονον αυτής και έζευξε τας αμάξας αυτής και εσώρευσεν αυτά επ ‘ αυτών. 12 και συνέδραμε πάσα γυνή Ισραήλ του ιδείν αυτήν και ευλόγησαν αυτήν και εποίησαν αυτη χορόν εξ αυτών, και έλαβε θύρσους εν ταις χερσίν αυτής και έδωκε ταις γυναιξί ταις μετ ‘ αυτής. 13 και εστεφανώσαντο την ελαίαν, αυτή και αι μετ ‘ αυτής, και προήλθε παντός του λαού εν χορεία ηγουμένη πασών των γυναικών, και ηκολούθει πας ανήρ Ισραήλ ενωπλισμένοι μετά στεφάνων και ύμνων εν τω στόματι αυτών. 14 και εξήρχεν Ιουδίθ την εξομολόγησιν ταύτην εν παντί Ισραήλ, και υπεφώνει πας ο λαός την αίνεσιν ταύτην.

 ΙΟΥΔΙΘ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ

 1 ΚΑΙ είπεν Ιουδίθ·

 Εξάρχετε τω Θεω μου εν τυμπάνοις, άσατε τω Κυρίω μου εν κυμβάλοις, εναρμόσασθε αυτω ψαλμόν καινόν, υψούτε και επικαλέσασθε το όνομα αυτού, 2 ότι Θεός συντρίβων πολέμους Κύριος, ότι εις παρεμβολάς αυτού μέσω λαού εξείλατό με εκ χειρός των καταδιωκόντων με. 3 ήλθεν Ασσούρ εξ ορέων από βορρά, ήλθεν εν μυριάσι δυνάμεως αυτού, ων το πλήθος αυτών ενέφραξε χειμάρρους, και η ίππος αυτών εκάλυψε βουνούς. 4 είπεν εμπρήσειν τα όριά μου και τους νεανίσκους μου ανελείν εν ρομφαία και τα θηλάζοντά μου θήσειν εις έδαφος και τα νήπιά μου δώσειν εις προνομήν και τας παρθένους μου σκυλεύσαι. 5 Κύριος παντοκράτωρ ηθέτησεν αυτούς εν χειρί θηλείας. 6 ου γαρ υπέπεσεν ο δυνατός αυτών υπό νεανίσκων, ουδέ υιοί τιτάνων επάταξαν αυτόν, ουδέ υψηλοί γίγαντες επέθεντο αυτω, αλλά Ιουδίθ θυγάτηρ Μεραρί εν κάλλει προσώπου αυτής παρέλυσεν αυτόν· 7 εξεδύσατο γαρ στολήν χηρεύσεως αυτής εις ύψος των πονούντων εν Ισραήλ, ηλείψατο το πρόσωπον αυτής εν μυρισμω 8 και εδήσατο τας τρίχας αυτής εν μίτρα και έλαβε στολήν λινήν εις απάτην αυτού· 9 το σανδάλιον αυτής ήρπασεν οφθαλμόν αυτού, και το κάλλος αυτής ηχμαλώτισε ψυχήν αυτού, διήλθεν ο ακινάκης τον τράχηλον αυτού. 10 έφριξαν Πέρσαι την τόλμαν αυτής, και Μήδοι το θράσος αυτής ερράχθησαν. 11 τότε ηλάλαξαν οι ταπεινοί μου, και εφοβήθησαν οι ασθενούντές μου και επτοήθησαν, ύψωσαν την φωνήν αυτών και ανετράπησαν. 12 υιοί κορασίων κατεκέντησαν αυτούς και ως παίδας αυτομολούντων ετίτρωσκον αυτούς, απώλοντο εκ παρατάξεως Κυρίου μου. 13 υμνήσω τω Θεω μου ύμνον καινόν· Κύριε, μέγας ει και ένδοξος, θαυμαστός εν ισχύϊ, ανυπέρβλητος. 14 σοί δουλευσάτω πάσα η κτίσις σου· ότι είπας, και εγενήθησαν, απέστειλας το πνεύμά σου, και ωκοδόμησε· και ουκ έστιν ος αντιστήσεται τη φωνή σου. 15 όρη γαρ εκ θεμελίων συν ύδασι σαλευθήσεται, πέτραι δε από προσώπου σου ως κηρός τακήσονται, έτι δε τοις φοβουμένοις σε, συ ευιλατεύεις αυτοίς. 16 ότι μικρόν πάσα θυσία εις οσμήν ευωδίας, και ελάχιστον παν στέαρ εις ολοκαύτωμά σοι· ο δε φοβούμενος τον Κύριον μέγας διαπαντός. 17 ουαί έθνεσιν επανισταμένοις τω γένει μου· Κύριος παντοκράτωρ εκδικήσει αυτούς εν ημέρα κρίσεως δούναι πυρ και σκώληκας εις σάρκας αυτών, και κλαύσονται εν αισθήσει έως αιώνος.

 18 Ως δε ήλθοσαν εις Ιερουσαλήμ, προσεκύνησαν τω Θεω. και ηνίκα εκαθαρίσθη ο λαός, ανήνεγκαν τα ολοκαυτώματα αυτών και τα εκούσια αυτών και τα δόματα. 19 και ανέθηκεν Ιουδίθ πάντα τα σκεύη ‘Ολοφέρνου, όσα έδωκεν ο λαός αυτη, και το κωνωπείον, ό έλαβεν αύτη εκ του κοιτώνος αυτού, ως ανάθημα τω Θεω έδωκε. 20 και ην ο λαός ευφραινόμενος εν Ιερουσαλήμ κατά πρόσωπον των αγίων επί μήνας τρεις, και Ιουδίθ μετ ‘ αυτών κατέμεινε.

 21 Μετά δε τας ημέρας ταύτας ανέζευξεν έκαστος εις την κληρονομίαν αυτού, και Ιουδίθ απήλθεν εις Βαιτυλούα και κατέμεινεν επί της υπάρξεως αυτής· και εγένετο κατά τον καιρόν αυτής ένδοξος εν πάση τη γη. 22 και πολλοί επεθύμησαν αυτήν, και ουκ έγνω ανήρ αυτήν πάσας τας ημέρας της ζωής αυτής, αφ ‘ ης ημέρας απέθανε Μανασσής ο ανήρ αυτής, και προσετέθη προς τον λαόν αυτού. 23 και ην προβαίνουσα μεγάλη σφόδρα και εγήρασεν εν τω οίκω του ανδρός αυτής έτη εκατόν πέντε· και αφήκε την άβραν αυτής ελευθέραν. και απέθανεν εις Βαιτυλούα, και έθαψαν αυτήν εν τω σπηλαίω του ανδρός αυτής Μανασσή, 24 και επένθησεν αυτήν οίκος Ισραήλ ημέρας επτά. και διείλε τα υπάρχοντα αυτής προ του αποθανείν αυτήν πάσι τοις έγγιστα Μανασσή του ανδρός αυτής και τοις έγγιστα του γένους αυτής. 25 και ουκ ην έτι ο εκφοβών τους υιούς Ισραήλ εν ταις ημέραις Ιουδίθ και μετά το αποθανείν αυτήν ημέρας πολλάς.


Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.