Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Άσμα ασμάτων




ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α

 1 ΑΣΜΑ ασμάτων, ό εστι τω Σαλωμών.

2 Φιλησάτω με από φιλημάτων στόματος αυτού, ότι αγαθοί μαστοί σου υπέρ οίνον, 3 και οσμή μύρων σου υπέρ πάντα τα αρώματα· μύρον εκκενωθέν όνομά σου. δια τούτο νεάνιδες ηγάπησάν σε, 4 είλκυσάν σε, οπίσω σου εις οσμήν μύρων σου δραμούμεν. εισήνεγκέ με ο βασιλεύς εις το ταμιείον αυτού. αγαλλιασώμεθα και ευφρανθώμεν εν σοί· αγαπήσομεν μαστούς σου υπέρ οίνον· ευθύτης ηγάπησέ σε. 5 μέλαινά ειμι εγώ και καλή, θυγατέρες Ιερουσαλήμ, ως σκηνώματα Κηδάρ, ως δέρρεις Σαλωμών. 6 μη βλέψητέ με ότι εγώ ειμι μεμελανωμένη, ότι παρέβλεψέ με ο ήλιος· υιοί μητρός μου εμαχέσαντο εν εμοί, έθεντό με φυλάκισσαν εν αμπελώσιν· αμπελώνα εμόν ουκ εφύλαξα. 7 απάγγειλόν μοι ον ηγάπησεν η ψυχή μου, που ποιμαίνεις, που κοιτάζεις εν μεσημβρία, μήποτε γένωμαι ως περιβαλλομένη επ ‘ αγέλαις εταίρων σου. 8 εάν μη γνως σεαυτήν, η καλή εν γυναιξίν, έξελθε συ εν πτέρναις των ποιμνίων και ποίμαινε τας ερίφους σου επί σκηνώμασι των ποιμένων. 9 τη ίππω μου εν άρμασι Φαραώ ωμοίωσά σε, η πλησίον μου. 10 τι ωραιώθησαν σιαγόνες σου ως
τρυγόνος, τράχηλός σου ως ορμίσκοι; 11 ομοιώματα χρυσίου ποιήσομέν σοι μετά στιγμάτων του αργυρίου. 12 έως ου ο βασιλεύς εν ανακλίσει αυτού, νάρδος μου έδωκεν οσμήν αυτού. 13 απόδεσμος της στακτής αδελφιδός μου εμοί, ανά μέσον των μαστών μου αυλισθήσεται. 14 βότρυς της κύπρου αδελφιδός μου εμοί, εν αμπελώσιν Εγγαδδί. 15 ιδού ει καλή, η πλησίον μου, ιδού ει καλή, οφθαλμοί σου περιστεραί. 16 ιδού ει καλός, ο αδελφιδός μου, και γε ωραίος· προς κλίνη ημών σύσκιος, 17 δοκοί οίκων ημών κέδροι, φατνώματα ημών κυπάρισσοι.

ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β

 1 ΕΓΩ άνθος του πεδίου, κρίνον των κοιλάδων. 2 ως κρίνον εν μέσω ακανθών, ούτως η πλησίον μου ανά μέσον των θυγατέρων. 3 ως μήλον εν τοις ξύλοις του δρυμού, ούτως αδελφιδός μου ανά μέσον των υιών· εν τη σκιά αυτού επεθύμησα και εκάθισα, και καρπός αυτού γλυκύς εν λάρυγγί μου. 4 εισαγάγετέ με εις οίκον του οίνου, τάξατε επ ‘ εμέ αγάπην. 5 στηρίσατέ με εν μύροις, στοιβάσατέ με εν μήλοις, ότι τετρωμένη αγάπης εγώ. 6 ευώνυμος αυτού υπό την κεφαλήν μου, και η δεξιά αυτού περιλήψεταί με. 7 ωρκισα υμάς, θυγατέρες Ιερουσαλήμ, εν δυνάμεσι και εν ισχύσεσι του αγρού, εάν εγείρητε και εξεγείρητε την αγάπην, έως ου θελήση.

 8 Φωνή αδελφιδού μου· ιδού ούτος ήκει πηδών επί τα όρη, διαλλόμενος επί τους βουνούς. 9 όμοιός εστιν αδελφιδός μου τη δορκάδι ή νεβρω ελάφων επί τα όρη Βαιθήλ. ιδού ούτος οπίσω του τοίχου ημών παρακύπτων δια των θυρίδων, εκκύπτων δια των δικτύων. 10 αποκρίνεται αδελφιδός μου, και λέγει μοι· ανάστα, ελθέ η πλησίον μου, καλή μου, περιστερά μου, 11 ότι ιδού ο χειμών παρήλθεν, ο υετός απήλθεν, επορεύθη εαυτω, 12 τα άνθη ώφθη εν τη γη, καιρός της τομής έφθακε, φωνή της τρυγόνος ηκούσθη εν τη γη ημών, 13 η συκή εξήνεγκεν ολύνθους αυτής, αι άμπελοι κυπρίζουσιν, έδωκαν οσμήν. ανάστα, ελθέ, η πλησίον μου, καλή μου, περιστερά μου, και ελθέ, 14 συ περιστερά μου, εν σκέπη της πέτρας, εχόμενα του προτειχίσματος· δείξόν μοι την όψιν σου, και ακούτισόν με την φωνήν σου, ότι η φωνή σου ηδεία, και η όψις σου ωραία. 15 πιάσατε ημίν αλώπεκας μικρούς αφανίζοντας αμπελώνας, και αι άμπελοι ημών κυπρίζουσιν. 16 αδελφιδός μου εμοί, καγώ αυτω, ο ποιμαίνων εν τοις κρίνοις, 17 έως ου διαπνεύση η ημέρα και κινηθώσιν αι σκιαί. απόστρεψον, ομοιώθητι συ, αδελφιδέ μου, τω δόρκωνι ή νεβρω ελάφων επί όρη κοιλωμάτων.

ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ

 1 ΕΠΙ κοίτην μου εν νυξίν εζήτησα ον ηγάπησεν η ψυχή μου· εζήτησα αυτόν και ουχ εύρον αυτόν· εκάλεσα αυτόν, και ουχ υπήκουσέ μου. 2 αναστήσομαι δη και κυκλώσω εν τη πόλει, εν ταις αγοραίς και εν ταις πλατείαις, και ζητήσω ον ηγάπησεν η ψυχή μου. εζήτησα αυτόν και ουχ εύρον αυτόν. 3 εύροσάν με οι τηρούντες, οι κυκλούντες εν τη πόλει. μη ον ηγάπησεν η ψυχή μου ίδετε; 4 ως μικρόν ότε παρήλθον απ ‘ αυτών, έως ου εύρον ον ηγάπησεν η ψυχή μου· εκράτησα αυτόν και ουκ αφήκα αυτόν, έως ου εισήγαγον αυτόν εις οίκον μητρός μου και εις ταμιείον της συλλαβούσης με. 5 ωρκισα υμάς, θυγατέρες Ιερουσαλήμ, εν ταις δυνάμεσι και εν ταις ισχύσεσι του αγρού, εάν εγείρητε και εξεγείρητε την αγάπην, έως αν θελήση.

 6 Τίς αύτη η αναβαίνουσα από της ερήμου ως στελέχη καπνού τεθυμιαμένη σμύρναν και λίβανον από πάντων κονιορτών μυρεψού; 7 ιδού η κλίνη του Σαλωμών, εξήκοντα δυνατοί κύκλω αυτής από δυνατών Ισραήλ, 8 πάντες κατέχοντες ρομφαίαν, δεδιδαγμένοι πόλεμον, ανήρ ρομφαία αυτού επί μηρόν αυτού από θάμβους εν νυξί. 9 φορείον εποίησεν εαυτω ο βασιλεύς Σαλωμών από ξύλων του Λιβάνου· 10 στύλους αυτού εποίησεν αργύριον και ανάκλιτον αυτού χρύσεον· επίβασις αυτού πορφυρά, εντός αυτού λιθόστρωτον, αγάπην από θυγατέρων Ιερουσαλήμ. 11 θυγατέρες Σιών, εξέλθατε και ίδετε εν τω βασιλεί Σαλωμών εν τω στεφάνω, ω εστεφάνωσεν αυτόν η μήτηρ αυτού εν ημέρα νυμφεύσεως αυτού και εν ημέρα ευφροσύνης καρδίας αυτού.

ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ

 1 Ιδού ει καλή, η πλησίον μου, ιδού ει καλή. οφθαλμοί σου περιστεραί εκτός της σιωπήσεώς σου. τρίχωμά σου ως αγέλαι των αιγών, αι απεκαλύφθησαν από του Γαλαάδ. 2 οδόντες σου ως αγέλαι των κεκαρμένων, αι ανέβησαν από του λουτρού, αι πάσαι διδυμεύουσαι, και ατεκνούσα ουκ έστιν εν αυταίς. 3 ως σπαρτίον το κόκκινον χείλη σου, και η λαλιά σου ωραία, ως λέπυρον ροάς μήλόν σου εκτός της σιωπήσεώς σου. 4 ως πύργος Δαυϊδ τράχηλός σου, ο ωκοδομημένος εις θαλπιώθ· χίλιοι θυρεοί κρέμανται επ ‘ αυτόν, πάσαι βολίδες των δυνατών. 5 δύο μαστοί σου ως δύο νεβροί δίδυμοι δορκάδος οι νεμόμενοι εν κρίνοις. 6 έως ου διαπνεύση ημέρα και κινηθώσιν αι σκιαί, πορεύσομαι εμαυτω προς το όρος της σμύρνης και προς τον βουνόν του Λιβάνου. 7 όλη καλή ει, πλησίον μου, και μώμος ουκ έστιν εν σοί. 8 δεύρο από Λιβάνου, νύμφη, δεύρο από Λιβάνου· ελεύση και διελεύση από αρχής πίστεως, από κεφαλής Σανίρ και Ερμών, από μανδρών λεόντων, από ορέων παρδάλεων. 9 εκαρδίωσας ημάς, αδελφή μου νύμφη· εκαρδίωσας ημάς ενί από οφθαλμών σου, εν μια ενθέματι τραχήλων σου. 10 τι εκαλλιώθησαν μαστοί σου, αδελφή μου νύμφη; τι εκαλλιώθησαν μαστοί σου από οίνου, και οσμή ιματίων σου υπέρ πάντα τα αρώματα; 11 κηρίον αποστάζουσι χείλη σου, νύμφη· μέλι και γάλα υπό την γλώσσάν σου, και οσμή ιματίων σου ως οσμή Λιβάνου. 12 κήπος κεκλεισμένος, αδελφή μου νύμφη, κήπος κεκλεισμένος, πηγή εσφραγισμένη. 13 αποστολαί σου παράδεισος ροών μετά καρπού ακροδρύων, κύπροι μετά νάρδων, 14 νάρδος και κρόκος, κάλαμος και κιννάμωμον μετά πάντων ξύλων του Λιβάνου, σμύρνα αλώθ μετά πάντων πρώτων μύρων. 15 πηγή κήπου και φρέαρ ύδατος ζώντος και ροιζούντος από του Λιβάνου.

 16 Εξεγέρθητι, βορρά, και έρχου, νότε, διάπνευσον κήπόν μου, και ρευσάτωσαν αρώματά μου· καταβήτω αδελφιδός μου εις κήπον αυτού και φαγέτω καρπόν ακροδρύων αυτού.

ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε

 1 ΕΙΣΗΛΘΟΝ εις κήπόν μου, αδελφή μου νύμφη, ετρύγησα σμύρναν μου μετά αρωμάτων μου, έφαγον άρτον μου μετά μέλιτός μου, έπιον οίνόν μου μετά γάλακτός μου· φάγετε, πλησίοι, και πίετε και μεθύσθητε, αδελφοί.

 2 Εγώ καθεύδω και η καρδία μου αγρυπνεί. φωνή αδελφιδού μου κρούει επί την θύραν.

 Άνοιξόν μοι, αδελφή μου, η πλησίον μου, περιστερά μου, τελεία μου, ότι η κεφαλή μου επλήσθη δρόσου και οι βόστρυχοί μου ψεκάδων νυκτός. 3 Εξεδυσάμην τον χιτώνά μου, Πως ενδύσομαι αυτόν; ενιψάμην τους πόδας μου, Πως μολυνώ αυτούς; 4 αδελφιδός μου απέστειλε χείρα αυτού από της οπής, και η κοιλία μου εθροήθη επ ‘ αυτόν. 5 ανέστην εγώ ανοίξαι τω αδελφιδω μου, χείρές μου έσταξαν σμύρναν, δάκτυλοί μου σμύρναν πλήρη επί χείρας του κλείθρου. 6 ήνοιξα εγώ τω αδελφιδω μου· αδελφιδός μου παρήλθε. ψυχή μου εξήλθεν εν λόγω αυτού. εζήτησα αυτόν και ουχ εύρον αυτόν, εκάλεσα αυτόν και ουχ υπήκουσέ μου. 7 εύροσάν με οι φύλακες οι κυκλούντες εν τη πόλει, επάταξάν με, ετραυμάτισάν με· ήραν το θέριστρόν μου απ ‘ εμού φύλακες των τειχέων. 8 ωρκισα υμάς, θυγατέρες Ιερουσαλήμ, εν ταις δυνάμεσι και εν ταις ισχύσεσι του αγρού· εάν εύρητε τον αδελφιδόν μου, τι απαγγείλητε αυτω; ότι τετρωμένη αγάπης εγώ ειμι.

 9 Τί αδελφιδός σου από αδελφιδού, η καλή εν γυναιξί; τι αδελφιδός σου από αδελφιδού, ότι ούτως ωρκισας ημάς;

 10 Αδελφιδός μου, λευκός και πυρρός, εκλελοχισμένος από μυριάδων· 11 κεφαλή αυτού χρυσίον καιφάζ, βόστρυχοι αυτού ελάται, μέλανες ως κόραξ· 12 οφθαλμοί αυτού ως περιστεραί επί πληρώματα υδάτων λελουσμέναι εν γάλακτι, καθήμεναι επί πληρώματα· 13 σιαγόνες αυτού ως φιάλαι του αρώματος φύουσαι μυρεψικά· χείλη αυτού κρίνα στάζοντα σμύρναν πλήρη· 14 χείρες αυτού τορευταί χρυσαί πεπληρωμέναι Θαρσίς· κοιλία αυτού πυξίον ελεφάντινον επί λίθου σαπφείρου· 15 κνήμαι αυτού στύλοι μαρμάρινοι τεθεμελιωμένοι επί βάσεις χρυσάς· είδος αυτού ως Λίβανος, εκλεκτός ως κέδροι· 16 φάρυγξ αυτού γλυκασμοί και όλος επιθυμία· ούτος αδελφιδός μου και ούτος πλησίον μου, θυγατέρες Ιερουσαλήμ.

ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ

 1 ΠΟΥ απήλθεν ο αδελφιδός σου, η καλή εν γυναιξί; που απέβλεψεν ο αδελφιδός σου; και ζητήσομεν αυτόν μετά σου.

 2 Αδελφιδός μου κατέβη εις κήπον αυτού εις φιάλας του αρώματος ποιμαίνειν εν κήποις και συλλέγειν κρίνα. 3 εγώ τω αδελφιδω μου, και αδελφιδός μου εμοί, ο ποιμαίνων εν τοις κρίνοις.

 4 Καλή ει, η πλησίον μου, ως ευδοκία, ωραία ως Ιερουσαλήμ, θάμβος ως τεταγμέναι. 5 απόστρεψον οφθαλμούς σου απεναντίον μου, ότι αυτοί ανεπτέρωσάν με. τρίχωμά σου ως αγέλαι των αιγών, αι ανεφάνησαν από του Γαλαάδ. 6 οδόντες σου ως αγέλαι των κεκαρμένων, αι ανέβησαν από του λουτρού, αι πάσαι διδυμεύουσαι, και ατεκνούσα ουκ έστιν εν αυταίς. 7 ως σπαρτίον το κόκκινον χείλη σου και η λαλιά σου ωραία, ως λέπυρον της ροάς μήλόν σου εκτός της σιωπήσεώς σου. 8 εξήκοντά εισι βασίλισσαι, και ογδοήκοντα παλλακαί, και νεάνιδες ων ουκ έστιν αριθμός. 9 μία εστί περιστερά μου, τελεία μου, μία εστί τη μητρί αυτής, εκλεκτή εστι τη τεκούση αυτήν. είδοσαν αυτήν θυγατέρες και μακαριούσιν αυτήν, βασίλισσαι και γε παλλακαί και αινέσουσιν αυτήν. 10 τις αύτη η εκκύπτουσα ωσεί όρθρος, καλή ως σελήνη, εκλεκτή ως ο ήλιος, θάμβος ως τεταγμέναι;

 11 Εις κήπον καρύας κατέβην ιδείν εν γεννήμασι του χειμάρρου, ιδείν ει ήνθισεν η άμπελος, εξήνθησαν αι ροαί· εκεί δώσω τους μαστούς μου σοί. 12 ουκ έγνω η ψυχή μου· έθετό με άρματα Αμιναδάβ.

ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ

 1 ΕΠΙΣΤΡΕΦΕ, επίστρεφε, η Σουλαμίτις· επίστρεφε, επίστρεφε, και οψόμεθα εν σοί, τι όψεσθε εν τη Σουλαμίτιδι; η ερχομένη ως χοροί των παρεμβολών. 2 ωραιώθησαν διαβήματά σου εν υποδήμασί σου, θύγατερ Ναδάβ· ρυθμοί μηρών όμοιοι ορμίσκοις, έργον τεχνίτου· 3 ομφαλός σου κρατήρ τορευτός μη υστερούμενος κράμα· κοιλία σου θημωνία σίτου πεφραγμένη εν κρίνοις· 4 δύο μαστοί σου, ως δύο νεβροί δίδυμοι δορκάδος· 5 ο τράχηλός σου ως πύργος ελεφάντινος· οι οφθαλμοί σου ως λίμναι εν Εσεβών, εν πύλαις θυγατρός πολλών· μυκτήρ σου ως πύργος του Λιβάνου σκοπεύων πρόσωπον Δαμασκού· 6 κεφαλή σου επί σε ως Κάρμηλος, και πλόκιον κεφαλής σου ως πορφύρα, βασιλεύς δεδεμένος εν παραδρομαίς. 7 τι ωραιώθης και τι ηδύνθης αγάπη, εν τρυφαίς σου; 8 τούτο μέγεθός σου, ωμοιώθης τω φοίνικι και οι μαστοί σου τοις βότρυσιν. 9 είπα· αναβήσομαι επί τω φοίνικι, κρατήσω των ύψεων αυτού, και έσονται δη μαστοί σου ως βότρυες της αμπέλου και οσμή ρινός σου ως μήλα 10 και ο λάρυγξ σου ως οίνος ο αγαθός, πορευόμενος τω αδελφιδω μου εις ευθύτητα, ικανούμενος χείλεσί μου και οδούσιν.

 11 Εγώ τω αδελφιδω μου, και επ ‘ εμέ η επιστροφή αυτού. 12 ελθέ, αδελφιδέ μου, εξέλθωμεν εις αγρόν, αυλισθώμεν εν κώμαις· 13 ορθρίσωμεν εις αμπελώνας, ίδωμεν ει ήνθησεν η άμπελος, ήνθησεν ο κυπρισμός, ήνθησαν αι ροαί· εκεί δώσω τους μαστούς μου σοί. 14 οι μανδραγόραι έδωκαν οσμήν, και επί θύραις ημών πάντα ακρόδρυα, νέα προς παλαιά, αδελφιδέ μου, ετήρησά σοι.

ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η

 1 ΤΙΣ δώη σε, αδελφιδέ μου, θηλάζοντα μαστούς μητρός σου; ευρούσά σε έξω φιλήσω σε, και γε ουκ εξουδενώσουσί μοι. 2 παραλήψομαί σε, εισάξω σε εις οίκον μητρός μου και εις ταμιείον της συλλαβούσης με· ποτιώ σε από οίνου του μυρεψικού, από νάματος ροών μου. 3 ευώνυμος αυτού υπό την κεφαλήν μου, και η δεξιά αυτού περιλήψεταί με. 4 ωρκισα υμάς, θυγατέρες Ιερουσαλήμ, εν ταις δυνάμεσι και εν ταις ισχύσεσι του αγρού εάν εγείρητε και εάν εξεγείρητε την αγάπην, έως αν θελήση.

 5 Τίς αύτη η αναβαίνουσα λελευκανθισμένη, επιστηριζομένη επί τον αδελφιδόν αυτής; υπό μήλον εξήγειρά σε· εκεί ωδίνησέ σε η μήτηρ σου, εκεί ωδίνησέ σε η τεκούσά σε. 6 θές με ως σφραγίδα επί την καρδίαν σου, ως σφραγίδα επί τον βραχίονά σου· ότι κραταιά ως θάνατος αγάπη, σκληρός ως άδης ζήλος· περίπτερα αυτής περίπτερα πυρός, φλόγες αυτής· 7 ύδωρ πολύ ου δυνήσεται σβέσαι την αγάπην, και ποταμοί ου συγκλύσουσιν αυτήν. εάν δω ανήρ πάντα τον βίον αυτού εν τη αγάπη, εξουδενώσει εξουδενώσουσιν αυτόν. 8 αδελφή ημών μικρά και μαστούς ουκ έχει· τι ποιήσωμεν τη αδελφή ημών εν ημέρα, ή εάν λαληθή εν αυτη; 9 ει τείχός εστιν, οικοδομήσωμεν επ ‘ αυτήν επάλξεις αργυράς· και ει θύρα εστί, διαγράψωμεν επ ‘ αυτήν σανίδα κεδρίνην. 10 εγώ τείχος, και μαστοί μου ως πύργοι· εγώ ήμην εν οφθαλμοίς αυτών ως ευρίσκουσα ειρήνην. 11 αμπελών εγενήθη τω Σαλωμών εν Βεελαμών· έδωκε τον αμπελώνα αυτού τοις τηρούσιν, ανήρ οίσει εν καρπω αυτού χιλίους αργυρίου. 12 αμπελών μου εμός ενώπιόν μου· οι χίλιοι Σαλωμών και οι διακόσιοι τοις τηρούσι τον καρπόν αυτού. 13 ο καθήμενος εν κήποις, εταίροι προσέχοντες τη φωνή σου· ακούτισόν με· 14 φύγε, αδέλφιδέ μου, και ομοιώθητι τη δορκάδι ή τω νεβρω των ελάφων επί όρη των αρωμάτων.


Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.