Κυριακή, 1 Απριλίου 2012

ΙΕΖΕΚΙΗΛ - 15 -20



ΙΕΖΕΚΙΗΛ 15

Ιεζ. 15,1                      Καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρός με λέγων·
Ιεζ. 15,1                      Ο Κυριος ωμίλησε προς εμέ και μο είπε·
Ιεζ. 15,2                      καὶ σύ, υἱὲ ἀνθρώπου, τί ἂν γένοιτο τὸ ξύλον τῆς ἀμπέλου ἐκ πάντων τῶν ξύλων τῶν κλημάτων τῶν ὄντων ἐν τοῖς ξύλοις τοῦ δρυμοῦ;
Ιεζ. 15,2                      “συ, υιέ ανθρώπου, εις τι νομίζεις ότι δύναται να χρησιμεύση η κληματόβεργα της αμπέλου εν συγκρίσει με τα αλλά κλωνάρια των δένδρων, που ευρίσκονται στο δάσος;
Ιεζ. 15,3                      εἰ λήψονται ἐξ αὐτῆς ξύλον τοῦ ποιῆσαι εἰς ἐργασίαν; εἰ λήψονται ἐξ αὐτῆς πάσσαλον τοῦ κρεμάσαι ἐπ᾿ αὐτὸν πᾶν σκεῦος;
Ιεζ. 15,3                      Μηπως είναι δυνατόν να πάρουν οι άνθρωποι από μίαν κληματόβεργαν ξύλον και να το χρησιμοποιήσουν δια κάποιαν εργασίαν; Μηπως ημπορούν να κατασκευάσουν από αυτήν ένα πάσσαλον, δια να κρεμάσουν κάποιο σκεύος οικιακόν;
Ιεζ. 15,4                      πάρεξ πυρὶ δέδοται εἰς ἀνάλωσιν, τὴν κατ᾿ ἐνιαυτὸν κάθαρσιν ἀπ᾿ αὐτῆς ἀναλίσκει τὸ πῦρ, καὶ ἐκλείπει εἰς τέλος· μὴ χρήσιμον ἔσται εἰς ἐργασίαν;
Ιεζ. 15,4                      Μονον ρίπτεται στο πυρ, δια να καή. Καθε δε χρόνον, που ο αμπελουργός καθαρίζει την άμπελον, τα κλήματά της τα κατατρώγει το πυρ και εξαφανίζονται εξ ολοκλήρου. Μηπως αυτά είναι δυνατόν να χρησιμεύσουν δια κάποιον άλλην εργασίαν;
Ιεζ. 15,5                      οὐδὲ ἔτι αὐτοῦ ὄντος ὁλοκλήρου οὐκ ἔσται εἰς ἐργασίαν. μὴ ὅτι ἐὰν καὶ πῦρ αὐτὸ ἀναλώσῃ εἰς τέλος, εἰ ἔτι ἔσται εἰς ἐργασίαν;
Ιεζ. 15,5                      Εφ' όσον, όταν ακόμη ήτο κληματόβεργα, πριν καή, δεν ημπορούσε να χρησιμεύση ως εργαλείον κατάλληλον προς εργασίαν, πόσον μάλλον όταν το πυρ την καταστρέψη εξ ολοκλήρου, δεν θα είναι κατάλληλον μέσον προς εργασίαν;
Ιεζ. 15,6                      διὰ τοῦτο εἰπόν· τάδε λέγει Κύριος· ὃν τρόπον τὸ ξύλον τῆς ἀμπέλου ἐν τοῖς ξύλοις τοῦ δρυμοῦ, ὃ δέδωκα αὐτὸ πυρὶ εἰς ἀνάλωσιν, οὕτως δέδωκα τοὺς κατοικοῦντας Ἱερουσαλήμ.
Ιεζ. 15,6                      Δια τούτο ειπέ· αυτά λέγει ο Κυριος· Οπως η κληματόβεργα, εν συγκρίσει προς τα ξύλα του δάσους, παραδίδεται αυτή κυρίως εις την φωτιάν προς καταστροφήν, ετσι και εγώ θα παραδώσω εις αφανισμόν τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ.
Ιεζ. 15,7                      καὶ δώσω τὸ πρόσωπόν μου ἐπ᾿ αὐτούς· ἐκ τοῦ πυρὸς ἐξελεύσονται, καὶ πῦρ αὐτοὺς καταφάγεται, καὶ ἐπιγνώσονται ὅτι ἐγὼ Κύριος ἐν τῷ στηρίσαι με τὸ πρόσωπόν μου ἐπ᾿ αὐτούς.
Ιεζ. 15,7                      Θα στρέψω το πρόσωπόν μου απειλητικόν εναντίον των. Μερικοί από αυτούς θα διασωθούν από την φωτιάν, αλλά εν τέλει και αυτούς θα τους καταφάγη το πυρ. Οταν, λοιπόν, εγώ στρέψω τιμωρόν το πρόσωπόν μου εναντίον αυτών, θα μάθουν όλοι ότι εγώ είμαι ο Κυριος.

Ιεζ. 15,8                      καὶ δώσω τὴν γῆν εἰς ἀφανισμόν, ἀνθ᾿ ὧν παρέπεσον παραπτώματι, λέγει Κύριος.
Ιεζ. 15,8                      Θα παραδώσω την χώραν των Ισραηλιτών εις καταστροφήν και όλεθρον εξ αιτίας των μεγάλων αυτών παραπτωμάτων, εις τα οποία έχουν περιπέσει”, λέγει ο Κυριος.


ΙΕΖΕΚΙΗΛ 16

Ιεζ. 16,1                      Καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρός με λέγων·
Ιεζ. 16,1                      Ο Κυριος ωμίλησε προς εμέ και μου είπε
Ιεζ. 16,2                      υἱὲ ἀνθρώπου, διαμάρτυραι τῇ Ἱερουσαλὴμ τὰς ἀνομίας αὐτῆς
Ιεζ. 16,2                      “υιέ ανθρώπου, με έντονον διαμαρτυρίαν κατάστησε γνωστάς εις την Ιερουσαλήμ τας αμαρτίας της,
Ιεζ. 16,3                      καὶ ἐρεῖς· τάδε λέγει Κύριος τῇ Ἱερουσαλήμ· ἡ ῥίζα σου καὶ ἡ γένεσίς σου ἐκ γῆς Χαναάν, ὁ πατήρ σου Ἀμοῤῥαῖος, καὶ ἡ μήτηρ σου Χετταία.
Ιεζ. 16,3                      και θα πης προς αυτήν αυτά λέγει. ο Κυριος εις την Ιερουσαλήμ· Η ρίζα σου και η καταγωγή σου προέρχονται από την γην Χαναάν, ο πατέρας σου είναι Αμορραίος, η μητέρα σου είναι Χετταία.
Ιεζ. 16,4                      καὶ ἡ γένεσίς σου, ἐν ᾗ ἡμέρᾳ ἐτέχθης, οὐκ ἔδησας τοὺς μαστούς σου καί ἐν ὕδατι οὐκ ἐλούσθης, οὐδὲ ἁλὶ ἡλίσθης καὶ ἐν σπαργάνοις οὐκ ἐσπαργανώθης,
Ιεζ. 16,4                      Κατά δε την ημέραν, κατά την οποίαν εγεννήθης, δεν εδέθη το στήθος σου, δεν έλούσθης με νερό, δεν σε έτριψαν με άλατι και δεν εσπαργανώθης εις σπάργανα.
Ιεζ. 16,5                      οὐδὲ ἐφείσατο ὁ ὀφθαλμός μου ἐπὶ σοὶ τοῦ ποιῆσαί σοι ἓν ἐκ πάντων τούτων, τοῦ παθεῖν τι ἐπὶ σοί, καὶ ἀπεῤῥίφης ἐπὶ πρόσωπον τοῦ πεδίου τῇ σκολιότητι τῆς ψυχῆς σου ἐν ἡμέρᾳ, ᾗ ἐτέχθης.
Ιεζ. 16,5                      Δεν σε ελυπήθη το μάτι μου, ώστε να σου προσφέρω μίαν από τας περιποιήσεις αυτάς. Δεν έδειξα κάποιαν προς σε συμπάθειαν. Εξ αιτίας της διεστραμμένης καρδίας σου απερρίφθης εις ανοικτήν πεδιάδα κατά την ημέραν της γεννήσεώς σου.
Ιεζ. 16,6                      καὶ διῆλθον ἐπὶ σὲ καὶ εἶδόν σε πεφυρμένην ἐν τῷ αἵματί σου καὶ εἶπά σοι· ἐκ τοῦ αἵματός σου ζωή·
Ιεζ. 16,6                      Και όμως εγώ επέρασα κοντά σου. Σε είδα αιμόφυρτον με το ίδιο σου το αίμα και είπα προς σε· από το αίμα σου θα προέλθη η ζωή·
Ιεζ. 16,7                      πληθύνου, καθὼς ἡ ἀνατολὴ τοῦ ἀγροῦ δέδωκά σε· καὶ ἐπληθύνθης καὶ ἐμεγαλύνθης καὶ εἰσῆλθες εἰς πόλεις πόλεων· οἱ μαστοί σου ἀνωρθώθησαν, καὶ ἡ θρίξ σου ἀνέτειλε, σὺ δὲ ἦσθα γυμνὴ καὶ ἀσχημονοῦσα.
Ιεζ. 16,7                      αυξήσου εις πληθυσμόν. Σε έκαμα να αναβλαστήσης, όπως η χλόη του αγρού. Και επληθύνθης, εμεγάλωσες, εδοξάσθης, εισήλθες εις πόλεις πολλάς. Οι μαστοί σου ωρθώθησαν, η κόμη της κεφαλής σου έγινε πλούσια. Συ όμως ήσουνα τελείως γυμνή, ακάλυπτος και ασχημονούσα.
Ιεζ. 16,8                      καὶ διῆλθον διὰ σοῦ καὶ εἶδόν σε, καὶ ἰδοὺ καιρός σου καὶ καιρὸς καταλυόντων, καὶ διεπέτασα τὰς πτέρυγάς μου ἐπὶ σὲ καὶ ἐκάλυψα τὴν ἀσχημοσύνην σου· καὶ ὤμοσά σοι καὶ εἰσῆλθον ἐν διαθήκῃ μετὰ σοῦ, λέγει Κύριος, καὶ ἐγένου μοι.
Ιεζ. 16,8                      'Επερασα κοντά σου και σε είδα. Ιδού, ήλθεν ο καιρός σου, ο καιρός του γάμου σου, να ιδρύσης οικογένειαν. Απλωσα επάνω σου τας πτέρυγάς μου και εσκέπασα την ασχημίαν της γυμνότητός σου. Ωρκίσθην προς σέ, συνήψα μαζή σου διαθήκην, λέγει ο Κυριος, και έγινες έτσι ιδική μου.
Ιεζ. 16,9                      καὶ ἔλουσά σε ἐν ὕδατι καὶ ἀπέπλυνα τὸ αἷμά σου ἀπὸ σοῦ καὶ ἔχρισά σε ἐν ἐλαίῳ
Ιεζ. 16,9                      Σε ελούσά με καθαρό νερό, απέπλυνα και εκαθάρισα το αίμά σου, σε ήλειψα με αρωματικόν έλαιον.
Ιεζ. 16,10                    καὶ ἐνέδυσά σε ποικίλα καὶ ὑπέδυσά σε ὑάκινθον καὶ ἔζωσά σε βύσσῳ καὶ περιέβαλόν σε τριχάπτῳ
Ιεζ. 16,10                    Σε ενέδυσα με πολύχρωμα ενδύματα, σου έδωσα εσώρρουχα υακίνθινα, σε περιέζωσα με ζώνην από βύσσον, σε περιέβαλα με λεπτόν μετάξινον μανδύαν.
Ιεζ. 16,11                    καὶ ἐκόσμημά σε κόσμῳ καὶ περιέθηκα ψέλια περὶ τὰς χεῖράς σου καὶ κάθεμα περὶ τὸν τράχηλόν σου
Ιεζ. 16,11                    Σε εστόλισα με κοσμήματα. Εθεσα βραχιόλια εις τα χέρια σου και περιδέραιον στον τράχηλόν σου.
Ιεζ. 16,12                    καὶ ἔδωκα ἐνώτιον περὶ τὸν μυκτῆρά σου καὶ τροχίσκους ἐπὶ τὰ ὦτά σου καὶ στέφανον καυχήσεως ἐπὶ τὴν κεφαλήν σου.
Ιεζ. 16,12                    Σου εδωσα δακτυλίδι δια τους ρώθωνάς σου, σκουλαρίκια δια τα αυτιά σου και λαμπρόν στέφανον επάνω εις την κεφαλήν σου.
Ιεζ. 16,13                    καὶ ἐκοσμήθης χρυσίῳ καὶ ἀργυρίῳ, καὶ τὰ περιβόλαιά σου βύσσινα καὶ τρίχαπτα καὶ ποικίλα· σεμίδαλιν καὶ ἔλαιον καὶ μέλι ἔφαγες καὶ ἐγένου καλή σφόδρα.
Ιεζ. 16,13                    Εστολίσθης με χρυσόν και άργυρον, τα δε φορέματά, σου ήσαν κατασκευασμένα αυτό βύσσον και οι μανδύαι σου αυτό πολύχρωμον μέταξαν. Εφαγες σημιγδάλι και λάδι και μέλι και έγινες τάρα πολύ ωραία.
Ιεζ. 16,14                    καὶ ἐξῆλθέ σου ὄνομα ἐν τοῖς ἔθνεσιν ἐν τῷ κάλλει σου, διότι συντετελεσμένον ἦν ἐν εὐπρεπείᾳ ἐν τῇ ὡραιότητι, ᾗ ἔταξα ἐπὶ σέ, λέγει Κύριος. -
Ιεζ. 16,14                    Δια την ωραιότητά σου η φήμη του ονόματός σου διεδόθη μεταξύ των διαφόρων εθνών. Διότι τέλειον και άρτιον ήτο το κάλλος της ωραιότητάς σου, το οποίον εγώ σου έδωσα, λέγει ο Κυριος.
Ιεζ. 16,15                    Καὶ ἐπεποίθεις ἐν τῷ κάλλει σου καὶ ἐπόρνευσας ἐπὶ τῷ ὀνόματί σου καὶ ἐξέχεας τὴν πορνείαν σου ἐπὶ πάντα πάροδον, ὃ οὐκ ἔσται.
Ιεζ. 16,15                    Συ όμως εκυριεύθης από αλαζονείαν και αυτοπεποίθησιν δια το κάλλος σου και εκμεταλλευόμενη την φήμην σου εξετράπης εις ειδωλολατρικην πορνείαν. Προσέφερες την αμαρτωλότητά σου προς κάθε διεύθυνσιν, πράγμα το οποίον δεν έπρεπε ποτε να γίνη.
Ιεζ. 16,16                    καὶ ἔλαβες ἐκ τῶν ἱματίων σου καὶ ἐποίησας σεαυτῇ εἴδωλα ῥαπτὰ καὶ ἐξεπόρνευσας ἐπ᾿ αὐτά· καὶ οὐ μὴ εἰσέλθῃς, οὐδὲ μὴ γένηται.
Ιεζ. 16,16                    Επῇρες μερικά από τα φορέματά σου, τα έρραψες και κατεσκεύασες δια τα είδωλα σκηνάς και εκεί παρεδόθης εις πορνείαν. Δεν έπρεπε να εισέλθης εκεί και δεν έπρεπε να γίνη κάτι τέτοιο.
Ιεζ. 16,17                    καὶ ἔλαβες τὰ σκεύη τῆς καυχήσεώς σου ἐκ τοῦ χρυσίου μου καὶ ἐκ τοῦ ἀργυρίου μου, ἐξ ὧν ἔδωκά σοι καὶ ἐποίησας σεαυτῇ εἰκόνας ἀρσενικὰς καὶ ἐξεπόρνευσας ἐν αὐταῖς·
Ιεζ. 16,17                    Επῇρες τα ωραιότατα κοσμήματά σου, τα οποία είχαν φιλοτεχνηθή από ιδικά μου χρυσίον και αργύριον, που εγώ σου είχα δώσει, και κατεσκεύασες δια τον εαυτόν σου ειδωλολατρικάς αρσενικάς εικόνας και παρεδόθης ενώπιον αυτών εις την αμαρτωλότητα.
Ιεζ. 16,18                    καὶ ἔλαβες τὸν ἱματισμὸν τὸν ποικίλον σου καὶ περιέβαλες αὐτὰ καὶ τὸ ἔλαιόν μου καὶ τὸ θυμίαμά μου ἔθηκας πρὸ προσώπου αὐτῶν·
Ιεζ. 16,18                    Επῇρες τα πολύτιμα φορέματά σου και με αυτά ενέδυσες τα είδωλα και το έλαιόν μου και το θυμίαμά μου τα έθεσε εμπρός εις τα είδωλα.
Ιεζ. 16,19                    καὶ τοὺς ἄρτους μου, οὓς ἔδωκά σοι, σεμίδαλιν καὶ ἔλαιον καὶ μέλι ἐψώμισά σε καὶ ἔθηκας αὐτὰ πρὸ προσώπου αὐτῶν εἰς ὀσμήν εὐωδίας· καὶ ἐγένετο, λέγει Κύριος,
Ιεζ. 16,19                    Τους άρτου μου, τους οποίους εγώ σου είχα δώσει σημιγδάλι και έλαιον και μέλι, με τα οποία σε έθρεψα, τα έθεσες ενώπιον των ειδώλων, δια να αισθανθούν εκείνα οσμήν ευωδίας. Συνέβη όμως και κάτι άλλο φοβερώτερον, λέγει ο Κυριος.
Ιεζ. 16,20                    καὶ ἔλαβες τοὺς υἱούς σου καὶ τὰς θυγατέρας σου, ἃς ἐγέννησας, καὶ ἔθυσας αὐτὰ αὐτοῖς εἰς ἀνάλωσιν, ὡς μικρὰ ἐξεπόρνευσας,
Ιεζ. 16,20                    Επῇρες τους υιούς σου και τας θυγατέρας σου, τας οποίας εγέννησες, και τα προσέφερες θυσίαν ολοκαυτώματος εις τα είδωλα. Είναι, λοιπόν, μικρά αυτή η αποστασία και η παρασπονδία σου;
Ιεζ. 16,21                    καὶ ἔσφαξας τὰ τέκνα σου καὶ ἔδωκας αὐτὰ ἐν τῷ ἀποτροπιάζεσθαί σε ἐν αὐτοῖς.
Ιεζ. 16,21                    Εσφαξες τα τέκνα σου και τα παρέδωσες εις την φωτιάν προς τιμήν των ειδώλων δια μίαν αποτροπαίαν εξιλεωσίν σου.
Ιεζ. 16,22                    τοῦτο παρὰ πᾶσαν τὴν πορνείαν σου, καὶ οὐκ ἐμνήσθης τῆς νηπιότητός σου, ὅτε ἦσθα γυμνὴ καὶ ἀσχημονοῦσα καὶ πεφυρμένη ἐν τῷ αἵματί σου ἔζησας.
Ιεζ. 16,22                    Και μέσα εις όλα αυτά τα βδελυρά σου έργα δεν ενεθυμήθης την νηπιακήν σου ηλικίαν, όταν δηλαδή ήσουνα γυμνή, συχαμερή, αιμόφυρτος και ότι έζησες, διότι εγώ σε επροστάτευσα.
Ιεζ. 16,23                    καὶ ἐγένετο μετὰ πάσας τὰς κακίας σου, λέγει Κύριος,
Ιεζ. 16,23                    Επειτα δε από όλας αυτάς τας φοβεράς παρανομίας σου, λέγει ο Κυριος,
Ιεζ. 16,24                    καὶ ᾠκοδόμησας σεαυτῇ οἴκημα πορνικὸν καὶ ἐποίησας σεαυτῇ ἔκθεμα ἐν πάσῃ πλατείᾳ
Ιεζ. 16,24                    οικοδόμησες δια τον εαυτόν σου, ειδωλολατρικόν ναόν φαυλότητος. Εκτισες δια τον εαυτόν σου εις κάθε πλατείαν δημόσια πορνικά οικήματα.
Ιεζ. 16,25                    καὶ ἐπ᾿ ἀρχῆς πάσης ὁδοῦ ᾠκοδόμησας τὰ πορνεῖά σου καὶ ἐλυμήνω τὸ κάλλος σου καὶ διήγαγες τὰ σκέλη σου παντὶ παρόδῳ καὶ ἐπλήθυνας τὴν πορνείαν σου·
Ιεζ. 16,25                    Και εις την είσοδον κάθε οδού και τας γωνίας της πόλεώς σου οικοδόμησες ειδωλολατρικά κτίρια φαυλότητας και εμόλυνες κατ' αυτόν τον τρόπον το κάλλος σου. Ηνοιξες τα σκέλη σου εις κάθε διαβάτην και επλήθυνες πολύ την αμαρτωλότητά σου.
Ιεζ. 16,26                    καὶ ἐξεπόρνευσας ἐπὶ τοὺς υἱοὺς Αἰγύπτου τοὺς ὁμοροῦντάς σοι τοὺς μεγαλοσάρκους καὶ πολλαχῶς ἐξεπόρνευσας τοῦ παροργίσαι με.
Ιεζ. 16,26                    Παρεδόθης εις την αμαρτωλότητά σου με τους γείτονας και παχυσάρκους Αιγυπτίους. Με ποικίλους τρόπους παρεδόθης μαζή των εις πορνείαν, ώστε να με κάμης να οργισθώ εναντίον σου.
Ιεζ. 16,27                    ἐὰν δὲ ἐκτείνω τὴν χεῖρά μου ἐπὶ σέ, καὶ ἐξαρῶ τὰ νόμιμά σου καὶ παραδώσω εἰς ψυχὰς μισούντων σε, θυγατέρας ἀλλοφύλων τὰς ἐκκλινούσας σε ἐκ τῆς ὁδοῦ σου, ἧς ἠσέβησας.
Ιεζ. 16,27                    Ιδού όμως ότι εγώ θα απλώσω κατά αμετάκλητον απόφασίν μου την τιμωρόν δεξιάν μου εναντίον σου. Θα ξερριζώσω και θα πετάξω τα νόμιμα δικαιώματά σου και θα σε παραδώσω εις ανθρώπους, οι οποίοι σε μισούν, εις πόλεις των Φιλισταίων, των οποίων οι κάτοικοι, όταν βλέπουν την φοβεράν ασέβειαν εις την οποίαν εξετράπης, κοκκινίζουν από έντροπην και αλλάζουν διεύθυνσιν.
Ιεζ. 16,28                    καὶ ἐξεπόρνευσας ἐπὶ τὰς θυγατέρας Ἀσσοὺρ καὶ οὐδ᾿ οὕτως ἐνεπλήσθης· καὶ ἐξεπόρνευσας καὶ οὐκ ἐνεπίπλω.
Ιεζ. 16,28                    Παρεδόθης εις αναιδεστάτην πορνείαν εις τας πόλεις των Ασσυρίων και ούτε έτσι εχόρτασες. Εξεπόρνευσες ειδωλολατρικώς, χωρίς και να χορτάσης ποτέ.
Ιεζ. 16,29                    καὶ ἐπλήθυνας τὰς διαθήκας σου πρὸς γῆν Χαλδαίων καὶ οὐδὲ ἐν τούτοις ἐνεπλήσθης.
Ιεζ. 16,29                    Επολλαπλασίασες τας συμφωνίας σου με τους ειδωλολάτρας της γης των Χαλδαίων, αλλά ούτε και με αυτό εχόρτασες.
Ιεζ. 16,30                    τί διαθῶ τὴν θυγατέρα σου, λέγει Κύριος, ἐν τῷ ποιῆσαί σε πάντα ταῦτα, ἔργα γυναικὸς πόρνης; καὶ ἐξεπόρνευσας τρισσῶς ἐν ταῖς θυγατράσι σου·
Ιεζ. 16,30                    Τι είδους διαθήκην θα συνάψω, ω Ιερουσαλήμ, με σε και πως τώρα θα φερθώ στους κατοίκους σου, οι οποίοι διέπραξαν όλα αυτά τα βρωμερά έργα, έργα πόρνης γυναικός; Συ, Ιερουσαλήμ, δια των κατοίκων σου εξεπόρνευσας πάρα πολύ.
Ιεζ. 16,31                    τὸ πορνεῖον ᾠκοδόμησας ἐν πάσῃ ἀρχῇ ὁδοῦ καὶ τὴν βάσιν σου ἐποίησας ἐν πάσῃ πλατείᾳ καὶ ἐγένου ὡς πόρνη συνάγουσα μισθώματα.
Ιεζ. 16,31                    Εις την αρχήν της κάθε οδού οικοδόμησες ειδωλολατρικόν πορνείον και έκτισες κεντρικούς ειδωλολατρικούς ναούς εις κάθε πλατείαν. Ετσι δε έγινες μία πραγματική αμαρτωλός γυναίκα, η οποία παίρνει μισθόν δια τας εκτροπάς της.
Ιεζ. 16,32                    ἡ γυνὴ ἡ μοιχωμένη ὁμοία σοι παρὰ τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς λαμβάνουσα μισθώματα·
Ιεζ. 16,32                    Εγινες μία μοιχαλίς, η οποία παίρνει δωρεάς από τον σύζυγόν της, αλλά τας δίδει στους ξένους άνδρας ως αμοιβήν της αμαρτωλότητός της !
Ιεζ. 16,33                    πᾶσι τοῖς ἐκπορνεύσασιν αὐτὴν προσεδίδου μισθώματα, καὶ σὺ δέδωκας μισθώματα πᾶσι τοῖς ἐρασταῖς σου καὶ ἐφόρτιζες αὐτοὺς τοῦ ἔρχεσθαι πρός σε κυκλόθεν ἐν τῇ πορνείᾳ σου.
Ιεζ. 16,33                    Εις όλας τας εκπορνευομένας γυναίκας δίδουν συνήθως οι άνδρες τον μισθόν των. Συ όμως έδωσες εις όλους τους έραστάς σου αμοιβάς και τους υπεχρέωνες να έρχωνται εις επικοινωνίαν προς σε από όλα τα γύρω μέρη.
Ιεζ. 16,34                    καὶ ἐγένετο ἐν σοὶ διεστραμμένον παρὰ τὰς γυναῖκας ἐν τῇ πορνείᾳ σου, καὶ μετὰ σοῦ πεπορνεύκασιν ἐν τῷ προσδιδόναι σε μισθώματα, καὶ σοὶ μισθώματα οὐκ ἐδόθη, καὶ ἐγένετο ἐν σοὶ διεστραμμένα. -
Ιεζ. 16,34                    Εγινε δηλαδή με σε κάτι το παράδοξον και αντίθετον από ο,τι συνήθως γίνεται με τας αμαρτωλάς γυναίκας. Συ, δηλαδή, έδινες αμοιβάς εις εκείνους, οι οποίοι ημάρταναν μαζή σου και δεν έδιδαν εκείνοι εις σε αμοιβήν. Ετσι δε φοβερά και διεστραμμένα συνέβησαν με σένα.
Ιεζ. 16,35                    Διὰ τοῦτο, πόρνη, ἄκουε λόγον Κυρίου·
Ιεζ. 16,35                    Δια τούτο, συ, η πόρνη, άκουσε τώρα τον λόγον του Κυρίου.
Ιεζ. 16,36                    τάδε λέγει Κύριος· ἀνθ᾿ ὧν ἐξέχεας τὸν χαλκόν σου, καὶ ἀποκαλυφθήσεται ἡ αἰσχύνη ἐν τῇ πορνείᾳ σου πρὸς τοὺς ἐραστάς σου καὶ εἰς πάντα τὰ ἐνθυμήματα τῶν ἀνομιῶν σου καὶ ἐν τοῖς αἵμασι τῶν τέκνων σου, ὧν ἔδωκας αὐτοῖς.
Ιεζ. 16,36                    Αυτά λέγει ο Κυριος· επειδή διεσκόρπισες τα χρήματά σου και δια της πορνείας σου με τους έραστάς σου αναισχύντως απεκάλυψες την εντροπήν της γυμνότητός σου, δι' όλα τα έργα των παρανόμων επιθυμιών σου, δια τα αίματα των τέκνων σου, τα οποία παρέδωκες εις θυσίαν,
Ιεζ. 16,37                    διὰ τοῦτο ἰδοὺ ἐγὼ ἐπὶ σὲ συνάγω πάντας τοὺς ἐραστάς σου, ἐν οἷς ἐπεμίγης ἐν αὐτοῖς καὶ πάντας, οὓς ἠγάπησας, σὺν πᾶσιν, οἷς ἐμίσεις· καὶ συνάξω αὐτοὺς ἐπὶ σὲ κυκλόθεν καὶ ἀποκαλύψω τὰς κακίας σου πρὸς αὐτούς, καὶ ὄψονται πᾶσαν τὴν αἰσχύνην σου·
Ιεζ. 16,37                    δια τούτο εγώ θα εξεγείρω και θα επιφέρω εναντίον σου όλους τους εραστάς σου, με τους οποίους ήλθες εις μίξιν, και όλους εκείνους τους οποίους συ ηγαπησες, και όλους εκείνους τους οποίους συ εμισησες. Θα συναθροίσω γύρω σου και εναντίον σου όλους αυτούς και θα φανερώσω εις αυτούς τας κακίας σου και θα ιδούν και θα γνωρίσουν όλην την καταισχύνην σου.
Ιεζ. 16,38                    καὶ ἐκδικήσω σε ἐκδικήσει μοιχαλίδος καὶ ἐκχεούσης αἷμα καὶ θήσω σε ἐν αἵματι θυμοῦ καὶ ζήλου.
Ιεζ. 16,38                    Θα σε τιμωρήσω με την τιμωρίαν, που επιβάλλεται εναντίον της μοιχαλίδος, και εναντίον εκείνης που χύνει αίμα. Θα σε παραδώσω εις φονικόν θυμόν και ζηλοτυπίαν.
Ιεζ. 16,39                    καὶ παραδώσω σε εἰς χεῖρας αὐτῶν, καὶ κατασκάψουσι τὸ πορνεῖόν σου καὶ καθελοῦσι τὴν βάσιν σου, καὶ ἐκδύσουσί σε τὰ ἱμάτιά σου καὶ λήψονται τὰ σκεύη τῆς καυχήσεώς σου καί ἀφήσουσί σε γυμνὴν καὶ ἀσχημονοῦσαν.
Ιεζ. 16,39                    Θα σε παραδώσω εις τα χέρια των και αυτοί θα κατασκάψουν τα δαιμονικά τεμένη της αμαρτωλότητός σου. Θα κρημνίσουν τον ειδωλικόν σου ναόν. Θα σε γυμνώσουν από τα πολύτιμα φορέματά σου. Θα πάρουν τα λαμπρά κοσμήματά σου και θα σε αφήσουν εντελώς γυμνήν και συχαμερήν.
Ιεζ. 16,40                    καὶ ἄξουσιν ἐπὶ σὲ ὄχλους καὶ λιθοβολήσουσί σε ἐν λίθοις καὶ κατασφάξουσί σε ἐν τοῖς ξίφεσιν αὐτῶν.
Ιεζ. 16,40                    Αυτοί οι εχθροί σου θα οδηγήσουν εναντίον σου όχλους, οι οποίοι και θα σε κτυπήσουν με λίθους, θα σε κατασφάξουν με τα ξίφη των.
Ιεζ. 16,41                    καὶ ἐμπρήσουσι τοὺς οἴκους σου πυρὶ καὶ ποιήσουσιν ἐν σοὶ ἐκδικήσεις ἐνώπιον γυναικῶν πολλῶν· καὶ ἀποστρέψω σε ἐκ τῆς πορνείας σου, καὶ μισθώματα οὐ μὴ δῷς οὐκέτι.
Ιεζ. 16,41                    Θα παραδώσουν στο πυρ τα σπίτια σου, θα σε τιμωρήσουν υπό τα όμματα πλήθους γυναικών, πλήθους άλλων πόλεων, θα σε απομακρύνω βιαίως από την αμαρτωλότητά σου και θα θέσω τέρμα εις τας πορνείας σου και δεν θα δώσης πλέον αμοιβάς στους εραστάς σου.
Ιεζ. 16,42                    καὶ ἐπαφήσω τὸν θυμόν μου ἐπὶ σέ, καὶ ἐξαρθήσεται ὁ ζῆλός μου ἐκ σοῦ, καὶ ἀναπαύσομαι καὶ σὺ μὴ μεριμνήσω οὐκέτι.
Ιεζ. 16,42                    Θα αφήσω να εκσπάση εναντίον σου ο δίκαιος θυμός μου. Θα φύγη και θα διαλυθή εντελώς η μεγάλη μου αγάπη προς σέ. Θα αναπαυθώ πλέον και δεν θα έχω καμμίαν απολύτως δια σε μέριμναν.
Ιεζ. 16,43                    ἀνθ᾿ ὧν οὐκ ἐμνήσθης τῆς νηπιότητός σου καὶ ἐλύπεις με ἐν πᾶσι τούτοις, καὶ ἰδοὺ ἐγὼ τὰς ὁδούς σου εἰς κεφαλήν σου δέδωκα, λέγει Κύριος· καὶ οὕτως ἐποίησας τὴν ἀσέβειαν ἐπὶ πάσαις ταῖς ἀνομίαις σου.
Ιεζ. 16,43                    Ολα δε αυτά, διότι δεν ενεθυμήθης τας ευεργεσίας, τας οποίας εγώ από της νηπιότητός σου έκαμα, και συνεχώς με ελυπούσες με όλας τας παρανομίας σου. Ιδού, λοιπόν, ότι εγώ έχω ρίψει τώρα επάνω στο κεφάλι σου τας τιμωρίας των παρανομιών σου, λέγει ο Κυριος. Διότι συ διέπραξες τρομεράν ειδωλολατρικήν ασέβειαν με όλα τα παράνομα έργα σου.
Ιεζ. 16,44                    ταῦτά ἐστι πάντα, ὅσα εἶπαν κατὰ σοῦ ἐν παραβολῇ λέγοντες· καθὼς ἡ μήτηρ,
Ιεζ. 16,44                    Αυτά είναι όλα εκείνα, τα οποία είπα ότι θα συμβούν εις βάρος σου, σύμφωνα και με τον παραβολικόν νόμον· “κατά την μητέρα
Ιεζ. 16,45                    καὶ ἡ θυγάτηρ· θυγάτηρ τῆς μητρός σου σὺ εἶ ἡ ἀπωσαμένη τὸν ἄνδρα αὐτῆς καὶ τὰ τέκνα αὐτῆς καὶ ἀδελφοὶ τῶν ἀδελφῶν σου τῶν ἀπωσαμένων τοὺς ἄνδρας αὐτῶν καὶ τὰ τέκνα αὐτῶν· ἡ μήτηρ ὑμῶν Χετταία, καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν Ἀμοῤῥαῖος.
Ιεζ. 16,45                    και η κόρη”. Είσαι θυγάτηρ της μητρός σου, οποία απώθησε και εγκατέλειψε τον σύζυγόν της και τα τέκνα της. Είσαι αδελφή των αδελφών σου, αι ποίαι απώθησαν και εγκατέλειψαν τους συζύγους των και τα τέκνα των. Η μήτηρ σας είναι Χετταία και ο πατήρ σας είναι Αμορραίος.
Ιεζ. 16,46                    ἡ ἀδελφὴ ὑμῶν ἡ πρεσβυτέρα Σαμάρεια, αὐτὴ καὶ αἱ θυγατέρες αὐτῆς, ἡ κατοικοῦσα ἐξ εὐωνύμων σου· καὶ ἡ ἀδελφή σου ἡ νεωτέρα σου ἡ κατοικοῦσα ἐκ δεξιῶν σου Σόδομα καὶ αἱ θυγατέρες αὐτῆς.
Ιεζ. 16,46                    Μεγαλύτερα σας αδελφή είναι η Σαμάρεια· αυτή και αι κωμοπόλεις της, που ευρίσκονται αριστερά σου· νεωτέρα σου αδελφή, η οποία κατοικεί εκ δεξιών σου, είναι τα Σοδομα και αι κωμοπόλεις των.
Ιεζ. 16,47                    καὶ οὐδ᾿ ὧς ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτῶν ἐπορεύθης, οὐδὲ κατὰ τὰς ἀνομίας αὐτῶν ἐποίησας· παρὰ μικρὸν καὶ ὑπέρκεισαι αὐτὰς ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς σου.
Ιεζ. 16,47                    Και δεν είναι μόνον ότι εβαδισες τας παρανόμους οδούς εκείνων, ούτε ότι ηρκέσθης να διαπράξης τας παρανομίας των, αλλά υπερέβαλες αυτάς εις όλας τας παρανόμους οδούς σου.
Ιεζ. 16,48                    ζῶ ἐγώ, λέγει Κύριος, εἰ πεποίηκε Σόδομα ἡ ἀδελφή σου, αὐτὴ καὶ αἱ θυγατέρες αὐτῆς, ὃν τρόπον ἐποίησας σὺ καὶ αἱ θυγατέρες σου.
Ιεζ. 16,48                    Ορκίζομαι, λέγει ο Κυριος, και διαβεβαιώνω ότι η αδελφή σου, η πόλις των Σοδόμων και αι κωμοπόλεις της, δεν διέπραξαν τας παρανομίας, τας οποίας διέπραξας συ, ω Ιερουσαλήμ, και αι κωμοπόλεις σου.
Ιεζ. 16,49                    πλὴν τοῦτο τὸ ἀνόμημα Σοδόμων τῆς ἀδελφῆς σου, ὑπερηφανία· ἐν πλησμονῇ ἄρτων καὶ ἐν εὐθηνίᾳ οἴνου ἐσπατάλων αὐτὴ καὶ αἱ θυγατέρες αὐτῆς. τοῦτο ὑπῆρχεν αὐτῇ καὶ ταῖς θυγατράσιν αὐτῆς, καὶ χεῖρα πτωχοῦ καὶ πένητος οὐκ ἀντελαμβάνοντο.
Ιεζ. 16,49                    Αλλα η παρανομία των Σοδόμων, της αδελφής σου αυτής πόλεως, ήτο η υπερηφάνεια. Μέσα εις την αφθονίαν των άρτων και του οίνου και των υλικών αγαθών εζούσεν αυτή και αι κωμοπόλεις της μίαν άσωτον και σπάταλον ζωήν. Επί πλέον υπήρχεν εις αυτήν και εις τας κωμοπόλεις της και σκληρότης, διότι δεν έδιδον εις απλωμένον χέρι του πτωχού και του πένητος καμμίαν βοήθειαν.
Ιεζ. 16,50                    καὶ ἐμεγαλαύχουν καὶ ἐποίησαν ἀνομήματα ἐνώπιον ἐμοῦ, καὶ ἐξῇρα αὐτὰς καθὼς εἶδον.
Ιεζ. 16,50                    Ησαν καυχηματίαι και ημάρταναν αναιδώς ενώπιόν μου. Επειδή δε εγώ έβλεπα την παράνομον αυτήν ζωήν των, τους κατέστρεψα.
Ιεζ. 16,51                    καὶ Σαμάρεια κατὰ τὰς ἡμίσεις τῶν ἁμαρτιῶν σου οὐχ ἥμαρτε· καὶ ἐπλήθυνας τὰς ἀνομίας σου ὑπὲρ αὐτὰς καὶ ἐδικαίωσας τὰς ἀδελφάς σου ἐν πάσαις ταῖς ἀνομίαις σου, αἷς ἐποίησας.
Ιεζ. 16,51                    Η δε Σαμάρεια ούτε κατά το ήμισυ των ιδικών σου αμαρτιών δεν είχε παρασυρθή εις αμαρτίας. Συ επλήθυνες πάρα πολύ τας αμαρτίας σου, περισσότερον από αυτάς. Και έκαμες ώστε αι αδελφαί σου αυταί πόλεις να φαίνωνται δίκαιαι συγκρινόμεναι προς τας ιδικάς σου παρανομίας, τας οποίας συ διέπραξες.
Ιεζ. 16,52                    καὶ σὺ κόμισαι βάσανόν σου, ἐν ᾗ ἔφθειρας τὰς ἀδελφάς σου ἐν ταῖς ἁμαρτίαις σου, αἷς ἠνόμησας ὑπὲρ αὐτάς, καὶ ἐδικαίωσας αὐτὰς ὑπὲρ σεαυτήν· καὶ σὺ αἰσχύνθητι καὶ λάβε τὴν ἀτιμίαν σου ἐν τῷ δικαιῶσαί σε τὰς ἀδελφάς σου.

 
Ιεζ. 16,52                    Παρε, λοιπόν, τώρα συ επάνω σου την εντροπήν των σφαλμάτων σου, ίμέ τα οποία διέφθειρες τας αδελφάς σου εις τας ιδικάς σου αμαρτίας, δια των οποίων παρηνόμησες περισσότερον από αυτάς. Και έτσι ανέδειξες εκείνας δικαίας συγκρινομένας προς σέ. Η εντροπή ας σε καλύψη δια τούτο. Παρε, λοιπόν, επάνω σου αυτόν τον εξευτελισμόν, διότι συ με το πλήθος των φοβερών σου παρανομιών έκαμες, ώστε να φαίνωνται δίκαιαι αι αδελφαί σου.
Ιεζ. 16,53                    καὶ ἀποστρέψω τὰς ἀποστροφὰς αὐτῶν, τὴν ἀποστροφὴν Σοδόμων καὶ τῶν θυγατέρων αὐτῆς, καὶ ἀποστρέψω τὴν ἀποστροφὴν Σαμαρείας καὶ τῶν θυγατέρων αὐτῆς, καὶ ἀποστρέψω τὴν ἀποστροφήν σου ἐν μέσῳ αὐτῶν,
Ιεζ. 16,53                    Θα αποκαταστήσω εγώ αυτάς, θα αποκαταστήσω τα ξεπεσμένα Σοδομα και τας κωμοπόλεις, που εξαρτώνται από αυτά. Θα αποκαταστήσω την αποστατήσασαν Σαμάρειαν και τας κωμοπόλεις της. Μεταξύ δε αυτών θα αποκαταστήσω κάποτε και σέ.
Ιεζ. 16,54                    ὅπως κομίσῃ τὴν βάσανόν σου καὶ ἀτιμωθήσῃ ἐκ πάντων, ὧν ἐποίησας ἐν τῷ παροργίσαι με.
Ιεζ. 16,54                    Και τούτο, δια να πάρης και να φέρης επάνω σου την εξευτελιστικήν βάσανον, να εξευτελισθής και να καταισχυνθής δι' όλα τα αμαρτήματα, τα οποία διέπραξες και εξ αιτίας των οποίων με έκαμες να εξοργισθώ εναντίον σου.
Ιεζ. 16,55                    καὶ ἡ ἀδελφή σου Σόδομα καὶ αἱ θυγατέρες αὐτῆς ἀποκατασταθήσονται καθὼς ἦσαν ἀπ᾿ ἀρχῆς, καὶ Σαμάρεια καὶ αἱ θυγατέρες αὐτῆς ἀποκατασταθήσονται καθὼς ἦσαν ἀπ᾿ ἀρχῆς, καὶ σὺ καὶ αἱ θυγατέρες σου ἀποκατασταθήσεσθε καθὼς ἀπ᾿ ἀρχῆς ἦτε.
Ιεζ. 16,55                    Η αδελφή σου πόλις, τα Σοδομα και αι κωμοπόλεις της, θα αποκατασταθούν κάποτε, όπως ήσαν απ' αρχής. Και η Σαμάρεια και αι κωμοπόλεις της θα αποκατασταθούν εις την αρχικήν των κατάστασιν. Και συ και αι κωμοπόλεις σου θα αποκατασταθήτε κάποτε, καθώς υπήρξατε απ αρχής.
Ιεζ. 16,56                    καὶ εἰ μὴ ἦν Σόδομα ἡ ἀδελφή σου εἰς ἀκοὴν ἐν τῷ στόματί σου ἐν ταῖς ἡμέραις ὑπερηφανίας σου,
Ιεζ. 16,56                    Μηπως και η αδελφή σου πόλις, τα Σοδομα, κατά τας ημέρας της δόξης σου, δεν ανεφέρετο δια του στόματός σου και δεν ηκούετο ως πόλις αμαρτίας,
Ιεζ. 16,57                    πρὸ τοῦ ἀποκαλυφθῆναι τὰς κακίας σου, ὃν τρόπον νῦν ὄνειδος εἶ θυγατέρων Συρίας καὶ πάντων τῶν κύκλῳ αὐτῆς, θυγατέρων ἀλλοφύλων τῶν περιεχουσῶν σε κύκλῳ;
Ιεζ. 16,57                    πριν φανερωθούν αι κακίαι σου, όπως συ είσαι τώρα όνειδος και εξευτελισμός ανάμεσα εις τας πόλεις της Συρίας και εις τας πόλεις των Φιλισταίων αι οποίαι υπάρχουν ολόγυρά σου;
Ιεζ. 16,58                    τὰς ἀσεβείας σου καὶ τὰς ἀνομίας σου, σὺ κεκόμισαι αὐτάς, λέγει Κύριος.
Ιεζ. 16,58                    Τας συνεπείας της ασεβείας σου και της παρανομίας σου θα έχης κομίσει, λέγει ο Κυριος”.
Ιεζ. 16,59                    τάδε λέγει Κύριος· καὶ ποιήσω ἐν σοὶ καθὼς ἐποίησας, ὡς ἠτίμωσας ταῦτα τοῦ παραβῆναι τὴν διαθήκην μου.
Ιεζ. 16,59                    Αυτά λέγει ο Κυριος· “εγώ θα πράξω απέναντί σου, όπως συ έπραξες απεναντί μου, όπως συ κατεφρόνησες τας εντολάς μου και παρέβης την διαθήκην μου.
Ιεζ. 16,60                    καὶ μνησθήσομαι ἐγὼ τῆς διαθήκης μου τῆς μετὰ σοῦ ἐν ἡμέραις νηπιότητός σου καὶ ἀναστήσω σοι διαθήκην αἰώνιον.
Ιεζ. 16,60                    Εγώ όμως δεν θα λησμονήσω την διαθήκην μου, την οποίαν συνήψα με σέ, ότε ακόμα ήσουνα νήπιον, και θα κάμω νέαν διαθήκην με σε αιωνίαν.
Ιεζ. 16,61                    καὶ μνησθήσῃ τὴν ὁδόν σου καὶ ἐξατιμωθήσῃ ἐν τῷ ἀναλαβεῖν σε τὰς ἀδελφάς σου τὰς πρεσβυτέρας σου σὺν ταῖς νεωτέραις σου, καὶ δώσω αὐτάς σοι εἰς οἰκοδομὴν καὶ οὐκ ἐκ διαθήκης σου.
Ιεζ. 16,61                    Τοτε θα ενθυμηθής την σημερινήν αμαρτωλήν οδόν σου και θα εντροπιασθής, όταν θα αναλαβης τας αδελφάς σου πόλεις, τας αρχαιοτέρας και τας νεωτέρας, τας οποίας εγώ θα δώσω εις σέ, ώστε να τας οικοδομήσης και μορφώσης εις νέαν πνευματικήν ζωήν, οχι πλέον με την παλαιάν διαθήκην σου.
Ιεζ. 16,62                    καὶ ἀναστήσω ἐγὼ τὴν διαθήκην μου μετὰ σοῦ, καὶ ἐπιγνώσῃ ὅτι ἐγὼ Κύριος,
Ιεζ. 16,62                    Εγώ θα σε ανεγείρω, θα σε αποκαταστήσω και θα συνάψω την νέαν διαθήκην μου με σε και θα μάθης τότε καλά, ότι εγώ είμαι ο Κυριος,
Ιεζ. 16,63                    ὅπως μνησθῇς καὶ αἰσχυνθῆς, καὶ μὴ ᾖ σοι ἔτι ἀνοῖξαι τὸ στόμα σου ἀπὸ προσώπου τῆς ἀτιμίας σου ἐν τῷ ἐξιλάσκεσθαί μέ σοι κατὰ πάντα, ὅσα ἐποίησας, λέγει Κύριος.
Ιεζ. 16,63                    δια να ενθυμηθής την προτέραν σου διαγωγήν και εντραπής και να μη έχστο σθένος πλέον να ανοίξης το στόμα σου εξ αιτίας της καταισχύνης σου, όταν εγώ θα σε ελεήσω και θα σε εξιλεώσω δι' όλα τα κακά, τα οποία έπραξες”; λέγει ο Κυριος.


ΙΕΖΕΚΙΗΛ 17

Ιεζ. 17,1                      Καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρός με λέγων·
Ιεζ. 17,1                      Ο Κυριος ωμίλησε εις εμέ και είπε·
Ιεζ. 17,2                      υἱὲ ἀνθρώπου, διήγησαι διήγημα καὶ εἰπὸν παραβολὴν πρὸς τὸν οἶκον τοῦ Ἰσραὴλ
Ιεζ. 17,2                      “υιέ ανθρώπου, άκουσε και διηγήσου ένα παραβολικόν διήγημα, ειπέ μίαν αλληγορίαν στον ισραηλιτικον λαόν.
Ιεζ. 17,3                      καὶ ἐρεῖς· τάδε λέγει Κύριος· ὁ ἀετὸς ὁ μέγας ὁ μεγαλοπτέρυγος, ὁ μακρὸς τῇ ἐκτάσει, πλήρης ὀνύχων, ὃς ἔχει τὸ ἥγημα εἰσελθεῖν εἰς τὸν Λίβανον καὶ ἔλαβε τὰ ἐπίλεκτα τῆς κέδρου,
Ιεζ. 17,3                      Είπε, αυτά λέγει ο Κυριος· Ενας μεγάλος αετός με μακρυές φτερούγες, μακρός και μεγαλόσωμος, γεμάτος ισχυρά νύχια, επήρε κατεύθυνσιν και εισήλθεν στο όρος Λιβανον. Επῇρεν από εκεί τα εκλεκτά μέρη μιας κέδρου.
Ιεζ. 17,4                      τὰ ἄκρα τῆς ἁπαλότητος ἀπέκνισε καὶ ἤνεγκεν αὐτὰ εἰς γῆν Χαναάν, εἰς πόλιν τετειχισμένην ἔθετο αὐτά.
Ιεζ. 17,4                      Εκοψε τα τρυφερά ακρινά βλαστάρια και τα έφερε εις την χώραν Χαναάν, εις πόλιν περικλειομένην από ισχυρόν τείχος.
Ιεζ. 17,5                      καὶ ἔλαβεν ἀπὸ τοῦ σπέρματος τῆς γῆς καὶ ἔδωκεν αὐτὸ εἰς τὸ πεδίον φυτὸν ἐφ᾿ ὕδατι πολλῷ, ἐπιβλεπόμενον ἔταξεν αὐτό.
Ιεζ. 17,5                      Επῇρε κατόπιν από την περιοχήν του Λιβάνου νεαρόν φυτόν και το εφύτευσεν εις γόνιμον πεδιάδα, πλησίον εις ύδατα πολλά και εφρόντισε δια την επίβλεψιν και περιποίησίν του.
Ιεζ. 17,6                      καὶ ἀνέτειλε καὶ ἐγένετο εἰς ἄμπελον ἀσθενοῦσαν καὶ μικρὰν τῷ μεγέθει τοῦ ἐπιφαίνεσθαι αὐτήν· τὰ κλήματα αὐτῆς ἐπ᾿ αὐτὴν καὶ ῥίζαι αὐτῆς ὑποκάτω αὐτῆς ἦσαν. καὶ ἐγένετο εἰς ἄμπελον καὶ ἐποίησεν ἀπώρυγας καὶ ἐξέτεινε τὴν ἀναδενδράδα αὐτῆς.
Ιεζ. 17,6                      Το νεαρόν αυτό φυτόν εφύτρωσεν, έγινε μία καχεκτική άμπελος, που μόλις εφαίνετο. Τα κλήματά της έπιπταν επάνω της και αι ρίζαι της επροχωρούσαν κάτω από αυτήν μέσα εις την γην. Επειτα όμως έγινεν άμπελος, άπλωσε καταβολάδας, κλήματα που ανερριχήθησαν επάνω εις τα δένδρα.
Ιεζ. 17,7                      καὶ ἐγένετο ἀετὸς ἕτερος μέγας, μεγαλοπτέρυγος, πολὺς ὄνυξι, καὶ ἰδοὺ ἡ ἄμπελος αὕτη περιπεπλεγμένη πρὸς αὐτόν, καὶ ῥίζαι αὐτῆς πρὸς αὐτόν, καὶ τὰ κλήματα αὐτῆς ἐξαπέστειλεν αὐτῷ τοῦ ποτίσαι αὐτὴν σὺν τῷ βώλῳ τῆς φυτείας αὐτῆς.
Ιεζ. 17,7                      Ιδού, ότι εφάνη τότε ένας άλλος μεγάλος αετός, μεγαλοπτέρυγος και με πιο πολλά νύχια. Και ιδού η άμπελος αυτή είχε περιπλεχθή εις αυτόν. Εστειλε προς τον αετόν τας ρίζας και τα κλήματά της, δια να ποτίση αυτήν και το έδαφος, επάνω, στο οποίον ήτο φυτευμένη.
Ιεζ. 17,8                      εἰς πεδίον καλὸν ἐφ᾿ ὕδατι πολλῷ αὕτη πιαίνεται τοῦ ποιεῖν βλαστοὺς καὶ φέρειν καρπόν, τοῦ εἶναι εἰς ἄμπελον μεγάλην.
Ιεζ. 17,8                      Εις καλήν και εύφορον πεδιάδα είχε φυτευθή, κοντά εις πολλά ύδατα, από τα οποία τρέφεται αφθόνως και μεγαλώνει, ώστε να πετάξη βλαστούς, να φέρη καρπούς, να γίνη μεγάλη άμπελος.
Ιεζ. 17,9                      διὰ τοῦτο εἰπόν· τάδε λέγει Κύριος· εἰ κατευθυνεῖ; οὐχὶ αἱ ῥίζαι τῆς ἁπαλότητος αὐτῆς καὶ ὁ καρπὸς σαπήσεται, καὶ ξηρανθήσεται πάντα τὰ προανατέλλοντα αὐτῆς; καὶ οὐκ ἐν βραχίονι μεγάλῳ, οὐδὲ ἐν λαῷ πολλῷ τοῦ ἐκσπᾶσαι αὐτὴν ἐκ ῥιζῶν αὐτῆς·
Ιεζ. 17,9                      Δια τούτο είπε· αυτά λέγει ο Κυριος· Θα προχωρήση εις ανάπτυξιν και καρποφορίαν η άμπελος αυτή ; Οχι. Διότι αι τρυφεραί της ρίζαι και ο καρπός της θα σαπίσουν και όλα τα κλήματα, που έχουν βλαστήσει από αυτήν, θα ξηρανθούν και δεν θα χρειασθούν δυνατοί βραχίονες ούτε πολύ πλήθος ανθρώπων, δια να την ξερριζώσουν από το έδαφος.
Ιεζ. 17,10                    καὶ ἰδοὺ πιαίνεται· μὴ κατευθυνεῖ; οὐχὶ ἅμα τῷ ἅψασθαι αὐτῆς ἀνεμον τὸν καύσωνα ξηρανθήσεται; σὺν τῷ βώλῳ ἀνατολῆς αὐτῆς ξηρανθήσεται.
Ιεζ. 17,10                    Ιδού, ότι τώρα αυξάνεται και μεγαλώνει. Μηπως, τάχα, και θα συνέχιση την πρόοδον και ανάπτυξίν της αυτήν; Οχι, διότι αμέσως μόλις θα πνεύση καυστικός άνεμος, θα ξηρανθή· θα ξηρανθή μαζή με το έδαφος, επί του οποίου αυτή έχει αναβλαστήσει”.
Ιεζ. 17,11                    Καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρός με λέγων·
Ιεζ. 17,11                    Ο Κυριος ωμίλησε προς εμέ και είπε·
Ιεζ. 17,12                    υἱὲ ἀνθρώπου, εἰπὸν δὴ πρὸς τὸν οἶκον τὸν παραπικραίνοντα· οὐκ ἐπίστασθε τί ἦν ταῦτα; εἰπόν· ὅταν ἔλθῃ βασιλεὺς Βαβυλῶνος ἐπὶ Ἱερουσαλήμ, καὶ λήψεται τὸν βασιλέα αὐτῆς καὶ τοὺς ἄρχοντας αὐτῆς καὶ ἄξῃ αὐτοὺς πρὸς ἑαυτὸν εἰς Βαβυλῶνα.
Ιεζ. 17,12                    “υιέ ανθρώπου, ειπέ στον λαόν αυτόν, ο οποίος συνεχώς με παραπικραίνει και με εξοργίζει· δεν γνωρίζετε τι σημαίνουν αυτά; Ειπέ λοιπόν προς αυτούς το νόημά των. Οταν επέλθη ο βασιλεύς της Βαβυλώνος εναντίον της Ιερουσαλήμ, θα συλλάβη αιχμάλωτον τον βασιλέα της και τους άρχοντάς της και θα φέρη αυτούς μαζί του εις την Βαβυλώνα.
Ιεζ. 17,13                    καὶ λήψεται ἐκ τοῦ σπέρματος τῆς βασιλείας καὶ διαθήσεται πρὸς αὐτὸν διαθήκην καὶ εἰσάξει αὐτὸν ἐν ἀρᾷ, καὶ τοὺς ἡγεμόνας τῆς γῆς λήψεται
Ιεζ. 17,13                    Επειτα θα πάρη ένα μέλος από την βασιλικήν οικογένειαν και θα συνάψη με αυτόν συμφωνίαν. Θα τον αναγκάση δε να ορκισθή δια την τήρησιν της συμφωνίας αυτής. Ο βασιλεύς της Βαβυλώνος θα πάρη επίσης μαζή του και τους άρχοντας της Ιουδαίας,
Ιεζ. 17,14                    τοῦ γενέσθαι εἰς βασιλείαν ἀσθενῆ τὸ καθόλου μὴ ἐπαίρεσθαι, τοῦ φυλάσσειν τὴν διαθήκην αὐτοῦ καὶ ἱστάνειν αὐτήν.
Ιεζ. 17,14                    ώστε να γίνη ασθενής η βασιλεία της και να μη ημπορή καθόλου να σήκωση κεφάλι και ούτω να τηρήση την συμφωνίαν με αυτόν και να του σταθή πιστή.
Ιεζ. 17,15                    καὶ ἀποστήσεται ἀπ᾿ αὐτοῦ τοῦ ἐξαποστέλλειν ἀγγέλους ἑαυτοῦ εἰς Αἴγυπτον, τοῦ δοῦναι αὐτῷ ἵππους καὶ λαὸν πολύν. εἰ κατευθυνεῖ; εἰ διασωθήσεται ὁ ποιῶν ἐναντία; καὶ παραβαίνων διαθήκην εἰ διασωθήσεται;
Ιεζ. 17,15                    Ο βασιλεύς όμως της Ιουδαίας θα επαναστατήση κατά του βασιλέως της Βαβυλώνος, θα στείλη αγγελιαφόρους εις την Αίγυπτον, δια να του δώσουν ιππικόν και στρατόν πολύν. Ταχα, θα επιτύχη εις τας προσπαθείας του; Θα διασωθή αυτός, που διαπράττει αντίθετα προς τας συμφωνίας; Αυτός που παραβαίνει την συναφθείσαν συνθήκην θα διασωθή;
Ιεζ. 17,16                    ζῶ ἐγώ, λέγει Κύριος, ἐὰν μὴ ἐν ᾧ τόπῳ ὁ βασιλεὺς ὁ βασιλεύσας αὐτόν, ὃς ἠτίμωσε τὴν ἀράν μου καὶ ὃς παρέβη τὴν διαθήκην μου, μετ᾿ αὐτοῦ ἐν μέσῳ Βαβυλῶνος τελευτήσει.
Ιεζ. 17,16                    Ορκίζομαι στον εαυτόν μου, λέγει ο Κυριος, ότι εις την χώραν του βασιλέως, ο οποίος τον εθεσεν στον θρόνον και του οποίου έχει καταπατήσει την ένορκον συμφωνίαν και έθραυσε την διαθήκην, θα μεταφερθή εις την χώραν αυτού του βασιλέως και πλησίον αυτού εις την Βαβυλώνα θα αποθάνη.
Ιεζ. 17,17                    καὶ οὐκ ἐν δυνάμει μεγάλῃ οὐδὲ ἐν ὄχλῳ πολλῷ ποιήσει πρὸς αὐτὸν Φαραὼ πόλεμον, ἐν χαρακοβολίᾳ καὶ ἐν οἰκοδομῇ βελοστάσεων τοῦ ἐξᾶραι ψυχάς.
Ιεζ. 17,17                    Ο Φαραώ δεν θα πράξη, όπως αυτός θέλει. Δεν θα έλθη με δύναμιν μεγάλην, με στρατιώτας πολυάριθμους, δια να κάμη προς χάριν του πόλεμον μέσα από χαρακώματα και με πολιορκητικάς μηχανάς και να θανατώση στρατιώτας της Βαβυλώνος.
Ιεζ. 17,18                    καὶ ἠτίμωσεν ὁρκωμοσίαν τοῦ παραβῆναι διαθήκην, καὶ ἰδοὺ δέδωκε τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ πάντα ταῦτα ἐποίησεν αὐτῷ· μὴ σωθήσεται;
Ιεζ. 17,18                    Αυτός όμως ο βασιλεύς της Ιουδαίας εξηυτέλισε και κατεπάτησε τον όρκον του, παρέβη την συμφωνίαν ποι συνήψε προς τους Βαβυλωνίους, έδωσε το χέρι του εις συμμαχίαν και εζήτησε βοήθειαν από τον Φαραώ. Ολα αυτά τα έκαμε προς χάριν του. Μηπως όμως και θα κατορθώση να διασωθή;
Ιεζ. 17,19                    διὰ τοῦτο εἰπόν· τάδε λέγει Κύριος· ζῶ ἐγὼ ἐὰν μὴ τὴν ὁρκωμοσίαν μου, ἣν ἠτίμωσε, καὶ τὴν διαθήκην μου, ἣν παρέβη, καὶ δώσω αὐτὰ εἰς κεφαλὴν αὐτοῦ.
Ιεζ. 17,19                    Δια τούτο ειπέ· αυτά λέγει ο Κυριος· Ορκίζομαι στον εαυτόν μου, ότι δια την καταπάτησιν του όρκου του και δια την παράβασιν της διαθήκης μου, την οποίαν αυτός παρέβη, θα επιφέρω εξάπαντος επί της κεφαλής του τας τιμωρίας, που πρέπει.
Ιεζ. 17,20                    καὶ ἐκπετάσω ἐπ᾿ αὐτὸν τὸ δίκτυόν μου, καὶ ἁλώσεται ἐν τῇ περιοχῇ αὐτοῦ.
Ιεζ. 17,20                    Θα απλώσω επάνω από αυτόν το δίκτυόν μου και θα τον συλλάβω μέσα εις την περιοχήν του, όπου θα νομίζη τον εαυτόν του ασφαλή.
Ιεζ. 17,21                    ἐν πάσῃ παρατάξει αὐτοῦ ἐν ῥομφαίᾳ πεσοῦνται, καὶ τοὺς καταλοίπους εἰς πάντα ἄνεμον διασπερῶ, καὶ ἐπιγνώσεσθε διότι ἐγὼ Κύριος λελάληκα. -
Ιεζ. 17,21                    Το μεγαλύτερον μέρος των στρατευμάτων του θα πέση κάτω από την εχθρικήν ρομφαίαν και τους υπολοίπους θα διασκορπίσω προς όλας τας κατευθύνσεις. Και τότε θα μάθετε πολύ καλά, ότι εγώ είμαι ο Κυριος. Ελάλησα και έτσι θα γίνη”.
Ιεζ. 17,22                    Διότι τάδε λέγει Κύριος· καὶ λήψομαι ἐγὼ ἐκ τῶν ἐκλεκτῶν τῆς κέδρου, ἐκ κορυφῆς καρδίας αὐτῶν ἀποκνιῶ καὶ καταφυτεύσω ἐγὼ ἐπ᾿ ὄρος ὑψηλόν·
Ιεζ. 17,22                    Αυτά λέγει ο Κυριος· “εγώ θα πάρω κλάδον από τους εκλεκτούς κλάδους της κέδρου, από την κορυφήν της καρδίας της, θα τον αποκόψω και θα φυτεύσω αυτόν ασφαλή επάνω εις όρος υψηλόν.
Ιεζ. 17,23                    καὶ κρεμάσω αὐτὸν ἐν ὄρει μετεώρῳ τῷ Ἰσραὴλ καὶ καταφυτεύσω, καὶ ἐξοίσει βλαστὸν καὶ ποιήσει καρπὸν καὶ ἔσται εἰς κέδρον μεγάλην, καὶ ἀναπαύσεται ὑποκάτω αὐτοῦ πᾶν θηρίον, καὶ πᾶν πετεινὸν ὑπὸ τὴν σκιὰν αὐτοῦ ἀναπαύσεται, τὰ κλήματα αὐτοῦ ἀποκατασταθήσεται.
Ιεζ. 17,23                    Θα τον φυτεύσω, δια να ριζοβολήση ασφαλώς και να γίνη εμφανής, επάνω εις υψηλόν ορός της περιοχής του Ισραήλ. Θα βγάλη βλαστούς και θα κάμη καρπόν και θα γίνη κέδρος μεγάλη. Κατω από αυτήν θα αναπαυθούν όλα τα θηρία και υπό την σκιαν της θα αναπαυθούν όλα τα πτηνά. Οι κλάδοι αυτής στερεοί θα απλωθούν ολόγυρά της.
Ιεζ. 17,24                    καὶ γνώσονται πάντα τὰ ξύλα τοῦ πεδίου διότι ἐγὼ Κύριος ὁ ταπεινῶν ξύλον ὑψηλὸν καὶ ὑψῶν ξύλον ταπεινὸν καὶ ξηραίνων ξύλον χλωρὸν καὶ ἀναθάλλων ξύλον ξηρόν· ἐγὼ Κύριος λελάληκα καὶ ποιήσω.
Ιεζ. 17,24                    Και θα μάθουν όλα τα δένδρα της πεδιάδος, όλοι δηλαδή οι άνθρωποι της γης, ότι εγώ είμαι ο Κυριος, ο οποίος ταπεινώνω τα υψηλά δένδρα και ανυψώνω μεγαλοπρεπή τα ταπεινά δενδρύλλια. Ξηραίνω τα θαλλερά δένδρα και κάμνω να αναθάλλουν τα ξηρά δένδρα. Εγώ, ο Κυριος ωμίλησα και έτσι θα κάμω”.
 
ΙΕΖΕΚΙΗΛ 18

Ιεζ. 18,1                      Καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρός με λέγων·
Ιεζ. 18,1                      Ο Κυριος ωμίλησε προς εμέ και είπε·
Ιεζ. 18,2                      υἱὲ ἀνθρώπου, τί ὑμῖν ἡ παραβολὴ αὕτη ἐν τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ λέγοντες· οἱ πατέρες ἔφαγον ὄμφακα καὶ οἱ ὀδόντες τῶν τέκνων ἐγομφίασαν;
Ιεζ. 18,2                      «“υιέ ανθρώπου, διατί υπάρχει μεταξύ σας, μεταξύ των Ισραηλιτών, αυτή η παροιμία που λέγεται· “οι πατέρες έφαγον τα άγουρα σταφύλια και τα δόντια των παιδιών αιμωδίασαν”.
Ιεζ. 18,3                      ζῶ ἐγώ, λέγει Κύριος, ἐὰν γένηται ἔτι λεγομένη ἡ παραβολὴ αὕτη ἐν τῷ Ἰσραήλ·
Ιεζ. 18,3                      Ορκίζομαι στον εαυτόν μου, λέγει ο Κυριος, ότι δεν θα λέγεται πλέον.η παροιμία αυτή μεταξύ των Ισραηλιτών.
Ιεζ. 18,4                      ὅτι πᾶσαι αἱ ψυχαὶ ἐμαί εἰσιν, ὃν τρόπον ἡ ψυχὴ τοῦ πατρός, οὕτως καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ υἱοῦ, ἐμαί εἰσιν· ἡ ψυχὴ ἡ ἁμαρτάνουσα, αὕτη ἀποθανεῖται. -
Ιεζ. 18,4                      Καθε ζωή ανθρώπου είναι ιδική μου· όπως η ζωή του πατρός έτσι και η ζωή του παιδιού. Ιδικές μου είναι οι ζωές. Αυτός ο οποίος αμαρτάνει, αυτός και θα τιμωρηθή δια θανάτου.
Ιεζ. 18,5                      Ὁ δὲ ἄνθρωπος ὃς ἔσται δίκαιος, ὁ ποιῶν κρίμα καὶ δικαιοσύνην,
Ιεζ. 18,5                      Ο άνθρωπος όμως, ο οποίος είναι δίκαιος, αυτός ο οποίος τηρεί τας εντολάς μου και φέρεται με δικαιοσύνην,
Ιεζ. 18,6                      ἐπὶ τῶν ὀρέων οὐ φάγεται καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ οὐ μὴ ἐπάρῃ πρὸς τὰ ἐνθυμήματα οἴκου Ἰσραὴλ καὶ τὴν γυναῖκα τοῦ πλησίον αὐτοῦ οὐ μὴ μιάνῃ καὶ πρὸς γυναῖκα ἐν ἀφέδρῳ οὖσαν οὐ προσεγγιεῖ
Ιεζ. 18,6                      δεν θα φάγη ειδωλόθυτα κρέατα από τους επάνω εις τα όρη βωμούς των ειδώλων, δεν θα σηκώση τα βλέμματά του προς τα είδωλα του ειδωλολατρικού λαού, δεν θα μολύνη την γυναίκα του πλησίον του, δεν θα προσέλθη εις γυναίκα, η οποία ευρίσκεται εις τα καταμήνια της.
Ιεζ. 18,7                      καὶ ἄνθρωπον οὐ μὴ καταδυναστεύσῃ, ἐνεχυρασμὸν ὀφείλοντος ἀποδώσει καὶ ἅρπαγμα οὐχ ἁρπᾶται, τὸν ἄρτον αὐτοῦ τῷ πεινῶντι δώσει καὶ γυμνὸν περιβαλεῖ
Ιεζ. 18,7                      Δεν θα καταδυναστεύη άνθρωπον, θα αποδίδη το ενέχυρον χρεωφειλέτου πτωχού, δεν θα αρπάζη ξένα πράγματα. Θα δίδη προθύμως το ψωμί του στον πεινασμένον, και θα ενδύη τον γυμνόν.
Ιεζ. 18,8                      καὶ τὸ ἀργύριον αὐτοῦ ἐπὶ τόκῳ οὐ δώσει καὶ πλεονασμὸν οὐ λήψεται καὶ ἐξ ἀδικίας ἀποστρέψει τὴν χεῖρα αὐτοῦ, κρίμα δίκαιον ποιήσει ἀνὰ μέσον ἀνδρὸς καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ πλησίον αὐτοῦ
Ιεζ. 18,8                      Δεν θα δανείζη τα χρήματά του με τόκον, δεν θα παίρνη περισσότερα είδη από όσα έχει δώσει. Από αδίκους πράξεις θα απομακρύνη το χέρι του. Θα δικάζη και θα κρίνη δικαίως ανθρώπους, οι οποίοι έχουν διαφοράς μεταξύ των.
Ιεζ. 18,9                      καὶ τοῖς προστάγμασί μου πεπόρευται καὶ τὰ δικαιώματά μου πεφύλακται τοῦ ποιῆσαι αὐτά· δίκαιος οὗτός ἐστι, ζωῇ ζήσεται, λέγει Κύριος.
Ιεζ. 18,9                      Θα βαδίζη σύμφωνα με τας εντολάς μου και θα καταβάλλη κάθε προσπάθειαν και προσοχήν να τηρή τας εντολάς μου. Αυτός είναι δίκαιος και αυτός εξάπαντος θα ζήση, λέγει ο Κυριος.
Ιεζ. 18,10                    Καὶ ἐὰν γεννήσῃ υἱὸν λοιμὸν ἐκχέοντα αἷμα καὶ ποιοῦντα ἁμαρτήματα,
Ιεζ. 18,10                    Αυτός δε ο άνθρωπος, εάν αποκτήση υιόν διεφθαρμένον, ο οποίος χύνει αίμα αθώον και διαπράττει αμαρτήματα
Ιεζ. 18,11                    ἐν τῇ ὁδῷ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ τοῦ δικαίου οὐκ ἐπορεύθη, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν ὀρέων ἔφαγε καὶ τὴν γυναῖκα τοῦ πλησίον αὐτοῦ ἐμίανε
Ιεζ. 18,11                    και δεν βαδίζει σύμφωνα με τον δρόμον του πατρός του του δικαίου, αλλά επάνω εις τα όρη τρώγει ειδωλόθυτα προ των βωμών των ειδώλων και την γυναίκα του πλησίον αυτού εμίανε,
Ιεζ. 18,12                    καὶ πτωχὸν καὶ πένητα κατεδυνάστευσε καὶ ἅρπαγμα ἥρπασε καὶ ἐνεχυρασμὸν οὐκ ἀπέδωκε καὶ εἰς τὰ εἴδωλα ἔθετο τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, ἀνομίαν πεποίηκε,
Ιεζ. 18,12                    τον δε πτωχόν και τον πένητα τον κατετυράννησε και ήρπασε βιαίως ξένα πράγματα και δεν απέδωσε το ενέχυρον πτωχού και προς τα είδωλα έστρεψε λατρευτικά τα μάτια του, αυτός έχει διαπράξει παρανομίαν.
Ιεζ. 18,13                    μετὰ τόκου ἔδωκε καὶ πλεονασμὸν ἔλαβεν, οὗτος ζωῇ οὐ ζήσεται, πάσας τὰς ἀνομίας ταύτας ἐποίησε, θανάτῳ θανατωθήσεται, τὸ αἷμα αὐτοῦ ἐπ᾿ αὐτὸν ἔσται. -
Ιεζ. 18,13                    Εδάνειζε δε τα χρήματά του με τόκον και ελάμβανε περισσότερα οπό εκείνα που έδιδε. Αυτός δεν θα ζήση πλέον, διότι έχει διαπράξει όλας αυτάς τας παρανομίας. Θα αποθάνη εξαπαντος, το αίμα του θα πέση επάνω στο κεφάλι του.
Ιεζ. 18,14                    Ἐὰν δὲ γεννήσῃ υἱόν, καὶ ἴδῃ πάσας τὰς ἁμαρτίας τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, ἃς ἐποίησε, καὶ φοβηθῇ καὶ μὴ ποιήσῃ κατ᾿ αὐτάς,
Ιεζ. 18,14                    Εάν όμως αυτός ο αμαρτωλός και ασεβής γεννήση υιόν, αυτός δε ίδη όλας τας αμαρτίας του πατρός του, αυτάς τας οποίας εκείνος διέπραξε, θα φοβηθή δε και δεν θα πράξη σύμφωνα με αυτάς,
Ιεζ. 18,15                    ἐπὶ τῶν ὀρέων οὐ βέβρωκε καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ οὐκ ἔθετο εἰς τὰ ἐνθυμήματα οἴκου Ἰσραὴλ καὶ τὴν γυναῖκα τοῦ πλησίον αὐτοῦ οὐκ ἐμίανε
Ιεζ. 18,15                    δεν θα τρώγη, δηλαδή, τα ειδωλόθυτα φαγητά επάνω εις τα όρη, δεν θα προσηλώνη τα μάτια του με ευλάβειαν και σεβασμόν εις τα είδωλα του ειδωλολατρικού λαού, δεν θα μολύνη την γυναίκα του πλησίον,
Ιεζ. 18,16                    καὶ ἄνθρωπον οὐ κατεδυνάστευσε καὶ ἐνεχυρασμὸν οὐκ ἐνεχύρασε καὶ ἅρπαγμα οὐχ ἥρπασε, τὸν ἄρτον αὐτοῦ τῷ πεινῶντι ἔδωκε καὶ γυμνὸν περιέβαλε,
Ιεζ. 18,16                    ανθρωπον δε δεν θα καταδυναστεύση, ενέχυρον πτωχού χρεωφειλέτου δεν θα λαμβάνη, δεν θα αρπάζη ξένα πράγματα, από τον άρτον αυτού θα δίνη στον πεινώντα και τον γυμνόν θα ενδύη·
Ιεζ. 18,17                    καὶ ἀπὸ ἀδικίας ἀπέστρεψε τὴν χεῖρα αὐτοῦ, τόκον οὐδὲ πλεονασμὸν οὐκ ἔλαβε, δικαιοσύνην ἐποίησε καὶ ἐν τοῖς προστάγμασί μου ἐπορεύθη, οὐ τελευτήσει ἐν ἀδικίαις πατρὸς αὐτοῦ, ζωῇ ζήσεται.
Ιεζ. 18,17                    θα αποστρέφη τα χέρια του πάντοτε από τας αδικίας, τόκον δεν θα παίρνη, ούτε περισσότερα από όσα έχει δανείσει θα λαμβάνη, θα πραγματοποιή δε δικαιοσύνην καθ' όλην του την ζωήν, θα πορεύεται σύμφωνα με τας εντολάς μου, αυτός δεν θα αποθάνη εξ αιτίας των αμαρτιών του πατρός του. Ασφαλώς και βεβαίως θα ζήση.
Ιεζ. 18,18                    ὁ δὲ πατὴρ αὐτοῦ ἐὰν θλίψει θλίψῃ καὶ ἁρπάσῃ ἅρπαγμα, ἐναντία ἐποίησεν ἐν μέσῳ τοῦ λαοῦ μου καὶ ἀποθανεῖται ἐν τῇ ἀδικίᾳ αὐτοῦ. -
Ιεζ. 18,18                    Ο πατέρας του όμώς εάν πιέση και καταθλίψη τον πτωχόν και αρπάση βιαίως ξένα πράγματα, θα διαπράττη εν μέσω του ισραηλιτικού λαού αντίθετα από εκείνα, τα οποία πράττει ο υιός του. Αυτός θα αποθάνη ασφαλώς και βεβαίως εξ αιτίας των αμαρτιών του.
Ιεζ. 18,19                    Καὶ ἐρεῖτε· τί ὅτι οὐκ ἔλαβε τὴν ἀδικίαν ὁ υἱὸς τοῦ πατρός; ὅτι ὁ υἱὸς δικαιοσύνην καὶ ἔλεος πεποίηκε, πάντα τὰ νόμιμά μου συνετήρησε καὶ ἐποίησεν αὐτά· ζωῇ ζήσεται.
Ιεζ. 18,19                    Και τότε θα πήτε· Διατί το παιδί δεν υπέστη την τιμωρίαν των αδικιών του πατρός του; Διότι είναι υιός δικαιοσύνης, έδειξε ευσπλαγχνίαν, ετήρησεν όλας τας εντολάς μου και τας εφήρμοσε πιστώς. Αυτός ασφαλώς και βεβαίως θα ζήση.
Ιεζ. 18,20                    ἡ δὲ ψυχὴ ἡ ἁμαρτάνουσα ἀποθανεῖται· ὁ δὲ υἱὸς οὐ λήψεται τὴν ἀδικίαν τοῦ πατρός, οὐδὲ ὁ πατὴρ λήψεται τὴν ἀδικίαν τοῦ υἱοῦ· δικαιοσύνη δικαίου ἐπ᾿ αὐτὸν ἔσται, καὶ ἀνομία ἀνόμου ἐπ᾿ αὐτὸν ἔσται.
Ιεζ. 18,20                    Ανθρωπος όμως ο οποίος πεισμόνως και αμετανοήτως αμαρτάνει, αυτός θα αποθάνη πολύ σύντομα. Το παιδί δεν θα πάρη επάνω του τας αδικίας του πατρός. Ούτε ο πατέρας θα είναι υπεύθυνος δια τας αδικίας του παιδιού. Η αρετή του δικαίου θα μείνη εις αυτόν κτήμα αναφαίρετον· όπως επίσης και η παρανομία του αμαρτωλού θα μένη πάντοτε εις βάρος του αμαρτωλού.
Ιεζ. 18,21                    καὶ ὁ ἄνομος ἐὰν ἀποστρέψῃ ἐκ πασῶν τῶν ἀνομιῶν αὐτοῦ, ὧν ἐποίησε, καὶ φυλάξηται πάσας τὰς ἐντολάς μου καὶ ποιήσῃ δικαιοσύνην καὶ ἔλεος, ζωῇ ζήσεται καὶ οὐ μὴ ἀποθάνῃ.
Ιεζ. 18,21                    Εάν όμως ο αμαρτωλός μετανοήση και αποστροφή όλας τας αμαρτίας, τας οποίας διέπραξε, και προσπαθήση να τηρήση όλας τας εντολάς μου και να εφαρμόση δικαιοσύνην και έλεος, θα μακροημερεύση και δεν θα τιμωρηθή με πρόωρον θάνατον.
Ιεζ. 18,22                    πάντα τὰ παραπτώματα αὐτοῦ, ὅσα ἐποίησεν, οὐ μνησθήσεται, ἐν τῇ δικαιοσύνῃ αὐτοῦ, ᾗ ἐποίησε, ζήσεται.
Ιεζ. 18,22                    Ολα τα αμαρτήματα, τα οποία είχε διαπράξει, δεν θα τα, ενθυμηθή πλέον ο Θεός. Χαρις δε εις την ενάρετον ζωήν του, την οποίαν ζη, θα ζήση επί μακρόν.
Ιεζ. 18,23                    μὴ θελήσει θελήσω τὸν θάνατον τοῦ ἀνόμου, λέγει Κύριος, ὡς τὸ ἀποστρέψαι αὐτὸν ἐκ τῆς ὁδοῦ τῆς πονηρᾶς καὶ ζῆν αὐτόν;
Ιεζ. 18,23                    Μηπως, τάχα, εγώ θέλω τον θάνατον του αμαρτωλού, λέγει ο Κυριος, όπως και όσον θέλω και επιθυμώ να απαρνηθή αυτός τον αμαρτωλόν τρόπον τη ζωής, να επιστρέψη εν μετανοία προς εμέ, δια να ζήση επί μακρόν;
Ιεζ. 18,24                    ἐν δὲ τῷ ἀποστρέψαι δίκαιον ἐκ τῆς δικαιοσύνης αὐτοῦ καὶ ποιῆσαι ἀδικίαν κατὰ πάσας τὰς ἀνομίας, ἃς ἐποίησεν ὁ ἄνομος, πᾶσαι αἱ δικαιοσύναι αὐτοῦ, ἃς ἐποίησεν, οὐ μὴ μνησθῶσιν· ἐν τῷ παραπτώματι αὐτοῦ, ᾧ παρέπεσε, καὶ ἐν ταῖς ἁμαρτίαις αὐτοῦ, αἷς ἥμαρτεν, ἐν αὐταῖς ἀποθανεῖται.
Ιεζ. 18,24                    Εάν εξ άλλου ο δίκαιος άνθρωπος εγκαταλείψη τη εναρετον αυτού ζωήν και διαπράξη αδικίας, εκτραπή εις όλας τας παρανομίας, τας οποίας διαπράττει ο ασεβής, όλαι αι αρεταί αυτού, τας οποίας έως τότε έχει κατορθώσει,δεν θα ληφθούν υπ' όψιν. Ενεκα δε των παραπτωμάτων, εις τα οποία έχει περιπέσει, και των αμαρτιών τας οποίας διέπραξε, θα τιμωρηθή δια τας αμαρτίας του αυτάς.
Ιεζ. 18,25                    καὶ εἴπατε· οὐ κατευθύνει ἡ ὁδὸς Κυρίου. ἀκούσατε δὴ πᾶς ὁ οἶκος Ἰσραήλ· μὴ ἡ ὁδός μου οὐ κατευθύνει; οὐχὶ ἡ ὁδὸς ὑμῶν οὐ κατευθύνει;
Ιεζ. 18,25                    Σεις όμως είπατε και λέγετε· “Αυτός ο τρόπος της ενεργείας του Κυρίου δεν είναι ευθύς και δίκαιος”. Ακούσατε, λοιπόν, όλοι σεις οι Ισραηλίται· ο ιδικός μου τρόπος και δρόμος δεν είναι ευθύς και δίκαιος η η ιδική σας νοοτροπία και οδός δεν είναι ευθεία και δικαία;
Ιεζ. 18,26                    ἐν τῷ ἀποστρέψαι τὸν δίκαιον ἐκ τῆς δικαιοσύνης αὐτοῦ καὶ ποιήσει παράπτωμα καὶ ἀποθάνῃ, ἐν τῷ παραπτώματι, ᾧ ἐποίησεν, ἐν αὐτῷ ἀποθανεῖται.
Ιεζ. 18,26                    Οταν ο δίκαιος αποστραφή και απομακρυνθή από τον δρόμον της αρετής και διαπράξη αμετανοήτως το κακόν και αποθάνη ένεκα της αιτίας αυτής, εξ αιτίας των αμαρτιών τας οποίας διέπραξεν, αυτός αποθνήσκει.
Ιεζ. 18,27                    καὶ ἐν τῷ ἀποστρέψαι ἄνομον ἀπὸ τῆς ἀνομίας αὐτοῦ, ἧς ἐποίησε, καὶ ποιήσει κρίμα καὶ δικαιοσύνην, οὗτος τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἐφύλαξε
Ιεζ. 18,27                    Οπως επίσης, όταν ο αμαρτωλός αποστραφή και απομακρυνθή από τον δρόμον της ασεβείας και αμαρτωλότητος αυτού, εις την οποίαν έχει ζήσει και εφαρμόση τας εντολάς και τηρήση δικαιοσύνην, αυτός διαφυλάττει την ζωήν του επί μακρόν.
Ιεζ. 18,28                    καὶ ἀπέστρεψεν ἐκ πασῶν τῶν ἀσεβειῶν αὐτοῦ, ὧν ἐποίησε, ζωῇ ζήσεται, οὐ μὴ ἀποθάνῃ.
Ιεζ. 18,28                    Τούτο δέ, διότι μετενόησε και απεμακρύνθη από όλας τας ασεβείς και αμαρτωλάς πράξεις, τας οποίας διέπραξε. Θα ζήση επί μακρόν και δεν θα τιμωρηθή με πρόωρον θάνατον.
Ιεζ. 18,29                    καὶ λέγουσιν ὁ οἶκος τοῦ Ἰσραήλ· οὐ κατορθοῖ ἡ ὁδὸς Κυρίου. μὴ ἡ ὁδός μου οὐ κατορθοῖ, οἶκος Ἰσραήλ; οὐχὶ ἡ ὁδὸς ὑμῶν οὐ κατορθοῖ;
Ιεζ. 18,29                    Εν τούτοις ο ισραηλιτικός λαός λέγει· “ο τρόπος της ενεργείας του Κυρίου δεν είναι δίκαιος”. Ο ιδικός μου τρόπος ενεργείας δεν είναι δίκαιος, ω Ισραηλίται; Η η ιδική σας νοοτροπία και ο ιδικός σας τρόπος ζωής δεν είναι δίκαιος;
Ιεζ. 18,30                    ἕκαστον κατὰ τὴν ὁδὸν αὐτοῦ κρινῶ ὑμᾶς, οἶκος Ἰσραήλ, λέγει Κύριος. ἐπιστράφητε καὶ ἀποστρέψατε ἐκ πασῶν τῶν ἀσεβειῶν ὑμῶν, καὶ οὐκ ἔσονται ὑμῖν εἰς κόλασιν ἀδικίας.
Ιεζ. 18,30                    Δια τούτο και εγώ τον καθένα από σας ω Ισραηλίται, θα τον κρίνω ανάλογα με την ζώην, την οποίαν έζησε. Μετανοήσατε, λοιπόν, και επιστρέψατε προς εμέ. Απομακρυνθήτε από όλας τας ασεβείς πράξεις σας και αυταί δεν θα είναι πλέον δια σας αιτία τιμωρίας και καταδίκης.
Ιεζ. 18,31                    ἀποῤῥίψατε ἀφ᾿ ἑαυτῶν πάσας τὰς ἀσεβείας ὑμῶν, ἃς ἠσεβήσατε εἰς ἐμὲ καὶ ποιήσατε ἑαυτοῖς καρδίαν καινὴν καὶ πνεῦμα καινόν· καὶ ἱνατί ἀποθνήσκετε, οἶκος Ἰσραήλ;
Ιεζ. 18,31                    Πετάξτε από επάνω σας όλας τας πονηράς πράξεις, τας οποίας ασεβούντες προς εμέ διεπράξατε, και βάλετε μέσα σας καινούργια καρδιά και νέον πνεύμα. Διατί εξακολουθείτε να αποθνήσκετε εξ αιτίας των αμαρτιών σας, ω Ισραηλίται;
Ιεζ. 18,32                    διότι οὐ θέλω τὸν θάνατον τοῦ ἀποθνήσκοντος, λέγει Κύριος.
Ιεζ. 18,32                    Διότι εγώ δεν επιθυμώ και δεν θέλω τον θάνατον εκείνου, ο οποίος αποθνήσκει αμετανόητος εις τας αμαρτίας του”, λέγει ο Κυριος.

 
ΙΕΖΕΚΙΗΛ 19

Ιεζ. 19,1                      Καὶ σὺ λαβὲ θρῆνον ἐπὶ τὸν ἄρχοντα τοῦ Ἰσραὴλ
Ιεζ. 19,1                      Και συ, προφήτα, άρχισε να θρηνολογης δια τον βασιλέα του ιουδαϊκού λαού
Ιεζ. 19,2                      καὶ ἐρεῖς· τί ἡ μήτηρ σου; σκύμνος· ἐν μέσῳ λεόντων ἐγενήθη, ἐν μέσῳ λεόντων ἐπλήθυνε σκύμνους αὐτῆς.
Ιεζ. 19,2                      και είπε· Ποιά είναι η μητέρα σου; Τέκνον λεαίνης, ανάμεσα εις άλλους λέοντας εγεννήθη και ανάμεσα εις άλλους λέοντας εγέννησε πολλούς μικρούς λέοντας.
Ιεζ. 19,3                      καὶ ἀπεπήδησεν εἷς τῶν σκύμνων αὐτῆς, λέων ἐγένετο καὶ ἔμαθε τοῦ ἁρπάζειν ἁρπάγματα, ἀνθρώπους ἔφαγε.
Ιεζ. 19,3                      Ενας από τους λεοντιδείς ανεπτύχθη πολύ και δεκρίθη, έγινε λέων, έμαθε να αρπάζη τα θύματά του, έφαγεν ανθρώπους.
Ιεζ. 19,4                      καὶ ἤκουσαν κατ᾿ αὐτοῦ ἔθνη, ἐν τῇ διαφθορᾷ αὐτῶν συνελήφθη, καὶ ἤγαγον αὐτὸν ἐν κημῷ εἰς γῆν Αἰγύπτου.
Ιεζ. 19,4                      Τα άλλα έθνη ήκουσαν να γίνεται λόγος εναντίον αυτού, έστησαν δολίαν παγίδα και τον συνέλαβαν, τον εφίμωσαν και τον οδήγησαν εις την χώραν της Αιγύπτου.
Ιεζ. 19,5                      καὶ εἶδεν ὅτι ἀπῶσται ἀπ᾿ αὐτῆς, ἀπώλετο ἡ ὑπόστασις αὐτῆς, καὶ ἔλαβεν ἄλλον ἐκ τῶν σκύμνων αὐτῆς, λέοντα ἔταξεν αὐτόν,
Ιεζ. 19,5                      Η μητέρα του, η λέαινα, είδεν ότι ο λέων αυτός απεσπάσθη και απεμακρύνθη από αυτήν. Εχασε κάθε ελπίδα δια την ύπαρξίν του και επήρεν έναν άλλον από τους σκύμνους της, τον ανέδειξε και τον εγκατέστησεν ως λέοντα.
Ιεζ. 19,6                      καὶ ἀνεστρέφετο ἐν μέσῳ λεόντων, λέων ἐγένετο καὶ ἔμαθεν ἁρπάζειν ἁρπάγματα, ἀνθρώπους ἔφαγε·
Ιεζ. 19,6                      Αυτός εζούσε ανάμεσα στους άλλους λέοντας, έγινε πραγματικός λέων, έμαθε να αρπάζη τα θύματά του και να τρώγη τους ανθρώπους.
Ιεζ. 19,7                      καὶ ἐνέμετο τῷ θράσει αὐτοῦ καὶ τὰς πόλεις αὐτῶν ἐξηρήμωσε καὶ ἠφάνισε γῆν καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς ἀπὸ φωνῆς ὠρυώματος αὐτοῦ.
Ιεζ. 19,7                      Με θράσος πολύ ελυμαίνετο τα πάντα, ερήμωνε τας πόλεις των ανθρώπων, εξωλόθρευσε την χώραν, τους ανθρώπους και τα ζώα αυτής ετρομοκρατούσε με τους βρυχηθμούς του.
Ιεζ. 19,8                      καὶ ἔδωκαν ἐπ᾿ αὐτὸν ἔθνη ἐκ χωρῶν κυκλόθεν καὶ ἐξεπέτασαν ἐπ᾿ αὐτὸν δίκτυα αὐτῶν, ἐν διαφθορᾷ αὐτῶν συνελήφθη·
Ιεζ. 19,8                      Τα άλλα έθνη από τας γύρω χώρας των συνησπίσθησαν και εβάδισαν εναντίον αυτού. Ηπλωσαν δι' αυτόν τα δίκτυά των, τον συνέλαβαν εις την δολίαν παγίδα των.
Ιεζ. 19,9                      καὶ ἔθεντο αὐτὸν ἐν κημῷ καὶ ἐν γαλεάγρᾳ, ἦλθε πρὸς βασιλέα Βαβυλῶνος, καὶ εἰσήγαγεν αὐτὸν εἰς φυλακήν, ὅπως μὴ ἀκουσθῇ ἡ φωνὴ αὐτοῦ ἐπὶ τὰ ὄρη τοῦ Ἰσραήλ.
Ιεζ. 19,9                      Τον εφίμωσαν, τον έβαλαν μέσα εις κλωβόν, τον έφεραν προς τον βασιλέα της Βαβυλώνος και εκείνος τον έρριψεν εις την φυλακήν, δια να μη ακουσθή πλέον η φωνή του επάνω εις τα όρη της γης Ισραήλ !
Ιεζ. 19,10                    ἡ μήτηρ σου ὡς ἄμπελος καὶ ὡς ἄνθος ἐν ῥόᾳ ἐν ὕδατι πεφυτευμένη, ὁ καρπὸς αὐτῆς καὶ ὁ βλαστὸς αὐτῆς ἐγένετο ἐξ ὕδατος πολλοῦ.
Ιεζ. 19,10                    Η μητέρα σου είναι ωσάν την άμπελον. Είναι ωσάν το άνθος της ροδιάς, η οποία έχει φυτευθή πλησίον εις ύδατα. Οι καρποί και οι βλαστοί της ήσαν άφθονοι, χάρις εις τα πλούσια ποτίσματα.
Ιεζ. 19,11                    καὶ ἐγένετο αὐτῇ ῥάβδος ἐπὶ φυλὴν ἡγουμένων, καὶ ὑψώθη τῷ μεγέθει αὐτῆς ἐν μέσῳ στελεχῶν καὶ εἶδε τὸ μέγεθος αὐτῆς ἐν πλήθει κλημάτων αὐτῆς.
Ιεζ. 19,11                    Εβλάστησε και ανεπτύχθη εις αυτήν ισχυρύς βλαστός, σκήπτρον εις φυλήν αρχόντων. Και ο βλαστός αυτός υψώθη και ανεπτύχθη, διεκρίθη δια το μέγεθός του ανάμεσα εις άλλα στελέχη. Η μήτηρ σου είδε το μέγεθος του σκήπτρου αυτού μεταξύ του πλήθους των άλλων βλαστών της.
Ιεζ. 19,12                    καὶ κατεκλάσθη ἐν θυμῷ, ἐπὶ γῆν ἐῤῥίφη, καὶ ἄνεμος ὁ καύσων ἐξήρανε τὰ ἐκλεκτὰ αὐτῆς· ἐξεδικήθη καὶ ἐξηράνθη ἡ ῥάβδος ἰσχύος αὐτῆς, πῦρ ἀνήλωσεν αὐτήν.
Ιεζ. 19,12                    Αίφνης όμως συνετρίβη αυτή με θυμόν, ερρίφθη κάτω στο έδαφος. Ο καυστικός άνεμος εξήρανε τους εκλεκτούς βλαστούς της. Ετιμωρήθη και εξηράνθη η βασιλική ράβδος. Το πυρ την κατέφαγε.
Ιεζ. 19,13                    καὶ νῦν πεφύτευκαν αὐτὴν ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἐν γῇ ἀνύδρῳ·
Ιεζ. 19,13                    Τωρα είναι φυτευμένη εις μίαν έρημον και χωρίς νερό περιοχήν.
Ιεζ. 19,14                    καὶ ἐξῆλθε πῦρ ἐκ ῥάβδου ἐκλεκτῶν αὐτῆς καὶ κατέφαγεν αὐτήν, καὶ οὐκ ἦν ἐν αὐτῇ ῥάβδος ἰσχύος. φυλὴ εἰς παραβολὴν θρήνου ἐστὶ καὶ ἔσται εἰς θρῆνον.
Ιεζ. 19,14                    Φωτιά εβγήκεν από την ράβδον ανάμεσα από τους άλλους εκλεκτούς βλαστούς της και την κατέφαγε. Και έτσι δεν υπάρχει εις αυτήν την άμπελον ο εξαιρετικός και ισχυρός εκείνος βλαστός. Η παραβολή αυτή αναφέρεται εις μίαν φυλήν αξιοθρήνητον, και θα είναι η φυλή αυτή αξία θρήνου επί πολύν χρόνον.

 
ΙΕΖΕΚΙΗΛ 20

Ιεζ. 20,1                      Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἔτει τῷ ἑβδόμῳ, ἐν τῷ πέμπτῳ μηνί, δεκάτῃ τοῦ μηνός, ἦλθον ἄνδρες ἐκ τῶν πρεσβυτέρων οἴκου Ἰσραὴλ ἐπερωτῆσαι τὸν Κύριον καὶ ἐκάθισαν πρὸ προσώπου μου.
Ιεζ. 20,1                      Κατά το έβδομον έτος, τον πέμπτον μήνα, την δεκάτην του μηνός, ήλθον μερικοί άνδρες από τους πρεσβυτέρους του ισραηλιτικού λαού, να ερωτήσουν τον Κυριον και εκάθισαν ενώπιόν μου.
Ιεζ. 20,2                      καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρός με λέγων·
Ιεζ. 20,2                      Ο Κυριος ομίλησε προς εμέ και είπε·
Ιεζ. 20,3                      υἱὲ ἀνθρώπου, λάλησον πρὸς τοὺς πρεσβυτέρους τοῦ οἴκου Ἰσραὴλ καὶ ἐρεῖς πρὸς αὐτούς· τάδε λέγει Κύριος· εἰ ἐπερωτῆσαί με ὑμεῖς ἔρχεσθε; ζῶ ἐγὼ εἰ ἀποκριθήσομαι ὑμῖν, λέγει Κύριος·
Ιεζ. 20,3                      “υιέ ανθρώπου, ομίλησε προς τους πρεσβυτέρους του Ιουδαϊκού λαού και είπε προς αυτούς· αυτά λέγει ο Κυριος· Αληθώς έρχεσθε να με ερωτήσετε; Ορκίζομαι στον εαυτόν μου, ότι δεν θα αποκριθώ κατά τας διαθέσεις σας, λέγει ο Κυριος.
Ιεζ. 20,4                      εἰ ἐκδικήσω αὐτοὺς ἐκδικήσει, υἱὲ ἀνθρώπου, τὰς ἀνομίας τῶν πατέρων αὐτῶν διαμάρτυραι αὐτοῖς
Ιεζ. 20,4                      Υιέ ανθρώπου, να διαμαρτυρηθής ζωηρώς δια τας αμαρτίας των προγόνων των και ειπέ ότι και αυτούς τους ιδίους θα τιμωρήσω δια τας ιδικάς των αμαρτίας.
Ιεζ. 20,5                      καὶ ἐρεῖς πρὸς αὐτούς· τάδε λέγει Κύριος· ἀφ᾿ ἧς ἡμέρας ᾑρέτισα τὸν οἶκον Ἰσραὴλ καὶ ἐγνωρίσθην τῷ σπέρματι οἴκου Ἰακὼβ καὶ ἐγνώσθην αὐτοῖς ἐν γῇ Αἰγύπτου καὶ ἀντελαβόμην τῇ χειρί μου αὐτῶν λέγων· ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν,
Ιεζ. 20,5                      Ειπέ, λοιπόν, προς αυτούς· Αυτά λέγει ο Κυριος. Από την ημέραν εκείνην, κατά την οποίαν ανάμεσα από όλους τους λαούς εξέλεξα τον ισραηλιτικόν λαόν και κατέστησα τον εαυτόν μου γνωστόν στους απογόνους του Ιακώβ, και εγνωρίσθην εις αυτούς εις την χώραν της Αιγύπτου και τους επήρα με την παντοδύναμον δεξιάν μου, τους είπα· εγώ είμαι Κυριος ο Θεός σας,
Ιεζ. 20,6                      ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ἀντελαβόμην τῇ χειρί μου αὐτῶν τοῦ ἐξαγαγεῖν αὐτοὺς ἐκ γῆς Αἰγύπτου εἰς τὴν γῆν, ἣν ἡτοίμασα αὐτοῖς, γῆν ῥέουσαν γάλα καὶ μέλι, κηρίον ἐστὶ παρὰ πᾶσαν τὴν γῆν.
Ιεζ. 20,6                      Κατά την ημέραν εκείνην τους επήρα με την παντοδύναμον δεξιάν μου, δια να βγάλω αυτούς ελευθέρους από την χώραν της Αιγύπτου και να τους οδηγήσω εις χώραν, την οποίαν ητοίμασα προς χάριν αυτών· χώραν, η οποία ρέει γάλα και μέλι, χώραν η οποία δια την μεγάλην ευφορίαν της, ομοιάζει με κηρήθραν περισσότερον από κάθε άλλην περιοχήν.
Ιεζ. 20,7                      καὶ εἶπα πρὸς αὐτούς· ἕκαστος βδελύγματα τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ ἀποῤῥιψάτω, καὶ ἐν τοῖς ἐπιτηδεύμασιν Αἰγύπτου μὴ μιαίνεσθε, ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν.
Ιεζ. 20,7                      Είπα προς αυτούς· ο καθένας από σας ας πετάξη μακρυά τα βδελυρά είδωλα, τα οποία εβλέπατε εις την χώραν της Αιγύπτου, και μη μολύνεσθε με τας πονηράς και μολυσμένας πράξεις των κατοίκων της Αιγύπτου. Εγώ είμαι Κυριος ο Θεός σας.
Ιεζ. 20,8                      καὶ ἀπέστησαν ἀπ᾿ ἐμοῦ καὶ οὐκ ἠθέλησαν εἰσακοῦσαί μου, τὰ βδελύγματα τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν οὐκ ἀπέῤῥιψαν καὶ τὰ ἐπιτηδεύματα Αἰγύπτου οὐκ ἐγκατέλιπον. καὶ εἶπα τοῦ ἐκχέαι τὸν θυμόν μου ἐπ᾿ αὐτοὺς τοῦ συντελέσαι τὴν ὀργήν μου ἐν αὐτοῖς ἐν μέσῳ γῆς Αἰγύπτου.
Ιεζ. 20,8                      Αυτοί όμως επεμακρύνθησαν από εμέ, δεν ηθέλησαν να υπακούσουν εις την φωνήν μου. Τα βδελυρά είδωλα, που έβλεπαν εις την χώραν της Αιγύπτου, δεν τα απέρριψαν. Τα αμαρτωλά έργα των Αιγυπτίων δεν τα απηρνήθησαν και δεν τα εγκατέλειψαν. Είπα να αφήσω να εκσπάση ο θυμός μου κατ' αυτών και να ολοκληρώσω την οργήν μου εναντίον των, όταν ακόμη ευρίσκοντο εις την Αίγυπτον.
Ιεζ. 20,9                      καὶ ἐποίησα ὅπως τὸ ὄνομά μου τὸ παράπαν μὴ βεβηλωθῇ ἐνώπιον τῶν ἐθνῶν, ὧν αὐτοί εἰσιν ἐν μέσῳ αὐτῶν, ἐν οἷς ἐγνώσθην πρὸς αὐτοὺς ἐνώπιον αὐτῶν τοῦ ἐξαγαγεῖν αὐτοὺς ἐκ γῆς Αἰγύπτου.
Ιεζ. 20,9                      Επραξα όμως και έδειξα έλεος και συγκατάβασιν προς αυτούς, δια να μη κατηγορηθή και βεβηλωθή καθόλου το Ονομά μου μεταξύ των ειδωλολατρικών λαών, εν μέσω των οποίων αυτοί εζούσαν και ενώπιον των οποίων κατέστησα εις αυτούς γνωστόν το Ονομά μου και υπεσχέθην να τους βγάλω ελευθέρους από την χώραν της Αιγύπτου.
Ιεζ. 20,10                    καὶ ἤγαγον αὐτοὺς εἰς τὴν ἔρημον
Ιεζ. 20,10                    Και πράγματι, τους εβγαλα ελευθέρους από την Αίγυπτον, τους ωδηγησα εις έρημον περιοχήν
Ιεζ. 20,11                    καὶ ἔδωκα αὐτοῖς τὰ προστάγματά μου καὶ τὰ δικαιώματά μου ἐγνώρισα αὐτοῖς, ὅσα ποιήσει αὐτὰ ἄνθρωπος καὶ ζήσεται ἐν αὐτοῖς.
Ιεζ. 20,11                    και εκεί έδωκα εις αυτούς τας εντολάς μου. Κατέστησα εις αυτούς γνωστά τα προστάγματά μου, τα οποία, εάν ο άνθρωπος τα εφαρμόση εις την ζωήν του, θα ζήση ειρηνικός και ασφαλής.
Ιεζ. 20,12                    καὶ τὰ σάββατά μου ἔδωκα αὐτοῖς τοῦ εἶναι εἰς σημεῖον ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ ἀνὰ μέσον αὐτῶν τοῦ γνῶναι αὐτοὺς διότι ἐγὼ Κύριος ὁ ἁγιάζων αὐτούς.
Ιεζ. 20,12                    Εδωσα εις αυτούς την εορτήν και την αργίαν του Σαββάτου, να αγιάζουν το Σαββατον, δια να είναι αυτό σημείον συνδέσμου μεταξύ εμού και μεταξύ αυτών, ώστε να γνωρίζουν και να αισθάνωνται, ότι εγώ είμαι ο Κυριος, ο οποίος τους εξεχώρισα από τα αλλά έθνη, δια να τους αναδείξω λαόν άγιον.
Ιεζ. 20,13                    καὶ εἶπα πρὸς τὸν οἶκον τοῦ Ἰσραὴλ ἐν τῇ ἐρήμῳ· ἐν τοῖς προστάγμασί μου πορεύεσθε· καὶ οὐκ ἐπορεύθησαν καὶ τὰ δικαιώματά μου ἀπώσαντο, ἃ ποιήσει αὐτὰ ἄνθρωπος καὶ ζήσεται ἐν αὐτοῖς, καὶ τὰ σάββατά μου ἐβεβήλωσαν σφόδρα. καὶ εἶπα τοῦ ἐκχέαι τὸν θυμόν μου ἐπ᾿ αὐτοὺς ἐν τῇ ἐρήμῳ τοῦ ἐξαναλῶσαι αὐτούς.
Ιεζ. 20,13                    Είπα ακόμη στον Ισραηλιτικόν λαόν, όταν ευρίσκετο εις την έρημον· να ζήτε και να πορεύεσθε σύμφωνα με τας εντολάς μου. Εκείνοι όμως δεν επορεύθησαν σύμφωνα με αυτάς και απέρριψαν τα προστάγματά μου, τα οποία εάν ο άνθρωπος εφαρμόση θα ζήση δι' αυτών ειρηνικός και ασφαλής. Εβεβήλωσαν κατά τον χειρότερον τρόπον την αγιότητα και αργίαν του Σαδδάτου. Είπα τότε να αφήσω να εκσπάση ο θυμός μου εναντίον αυτών και εκεί εις την έρημον, που ευρίσκοντο, να τους εξολοθρεύσω τελείως.
Ιεζ. 20,14                    καὶ ἐποίησα ὅπως τὸ ὄνομά μου τὸ παράπαν μὴ βεβηλωθῇ ἐνώπιον τῶν ἐθνῶν, ὧν ἐξήγαγον αὐτοὺς κατ᾿ ὀφθαλμοὺς αὐτῶν.
Ιεζ. 20,14                    Δεν έκαμα όμώς αυτό, δια να μη διαβληθή το Ονομά μου ουδ' επ' ελάχιστον από τα έθνη, ενώπιον των οφθαλμών των οποίων έβγαλα αυτούς ελευθέρους από την Αίγυπτον.
Ιεζ. 20,15                    καὶ ἐγὼ ἐξῇρα τὴν χεῖρά μου ἐπ᾿ αὐτοὺς ἐν τῇ ἐρήμῳ τὸ παράπαν τοῦ μὴ εἰσαγαγεῖν αὐτοὺς εἰς τὴν γῆν, ἣν ἔδωκα αὐτοῖς, γῆν ῥέουσαν γάλα καὶ μέλι, κηρίον ἐστὶ παρὰ πᾶσαν τὴν γῆν,
Ιεζ. 20,15                    Αλλά, εκεί εις την έρημον, εσήκωσα το χέρι μου και ωρκίσθην εις αυτούς και είπα, ότι κατ' ουδένα τρόπον και λόγον θα τους οδηγήσω εις την χώραν, την οποίαν είχα προορίσει δι' αυτούς, χώραν που ρέει γάλα και μέλι. Είναι κηρήθρα ευφορωτέρα και πλουσιωτέρα από κάθε άλλην χώραν.
Ιεζ. 20,16                    ἀνθ᾿ ὧν τὰ δικαιώματά μου ἀπώσαντο καὶ ἐν τοῖς προστάγμασί μου οὐκ ἐπορεύθησαν ἐν αὐτοῖς καὶ τὰ σάββατά μου ἐβεβήλουν καὶ ὀπίσω τῶν ἐνθυμημάτων καρδίας αὐτῶν ἐπορεύοντο.
Ιεζ. 20,16                    Θα τους τιμωρήσω δε έτσι, είπα, διότι αυτοί απέρριψαν τας εντολάς μου, δεν επορεύθησαν και δεν έζησαν σύμφωνα με τα προστάγματά μου. Εβεβήλωσαν δε την αργίαν και αγιότητα του Σαββάτου μου και σύμφωνα με την επιθυμίαν των καρδιών των επορεύθησαν οπίσω των ειδώλων.
Ιεζ. 20,17                    καὶ ἐφείσατο ὁ ὀφθαλμός μου ἐπ᾿ αὐτοὺς τοῦ ἐξαλεῖψαι αὐτοὺς καὶ οὐκ ἐποίησα αὐτοὺς εἰς συντέλειαν ἐν τῇ ἐρήμῳ.
Ιεζ. 20,17                    Ο σπλαγχνικός όμως οφθαλμός μου τους ελυπήθη και δεν τους εξηφάνισα, δεν τους εξωλόθρευσα μέσα εις την έρημον.
Ιεζ. 20,18                    καὶ εἶπα πρὸς τὰ τέκνα αὐτῶν ἐν τῇ ἐρήμῳ· ἐν τοῖς νομίμοις τῶν πατέρων ὑμῶν μὴ πορεύεσθε καὶ τὰ δικαιώματα αὐτῶν μὴ φυλάσσεσθε καὶ ἐν τοῖς ἐπιτηδεύμασιν αὐτῶν μὴ συναναμίσγεσθε καὶ μὴ μιαίνεσθε.
Ιεζ. 20,18                    Είπα προς τα απολειφθέντα τέκνα των εις την έρημον· μη πορευθήτε και μη ζήσετε σύμφωνα με τας πονηράς παραδόσεις των πατέρων σας. Τους νόμους των να μη τους τηρήσετε και με τα έργα των να μη έχετε καμμίαν επικοινωνίαν· να μη μολυνθήτε με αυτά.
Ιεζ. 20,19                    ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν, ἐν τοῖς προστάγμασί μου πορεύεσθε καὶ τὰ δικαιώματά μου φυλάσσεσθε, καὶ ποιεῖτε αὐτά·
Ιεζ. 20,19                    Εγώ είμαι Κυριος ο Θεός σας. Να βαδίζετε σύμφωνα με τα προστάγματά μου και να τηρήτε τας εντολάς μου και να τας εφαρμόζετε.
Ιεζ. 20,20                    καὶ τὰ σάββατά μου ἁγιάζετε, καὶ ἔστω εἰς σημεῖον ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ ὑμῶν τοῦ γινώσκειν διότι ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν.
Ιεζ. 20,20                    Να τηρήτε την αργίαν του Σαββάτου και να αγιάζετε αυτό. Τούτο θα είναι σήμείον συνδετικόν μεταξύ εμού και υμών, ώστε να γνωρίζετε, ότι εγώ είμαι Κυριος ο Θεός σας.
Ιεζ. 20,21                    καὶ παρεπίκρανάν με καὶ τὰ τέκνα αὐτῶν, ἐν τοῖς προστάγμασί μου οὐκ ἐπορεύθησαν, καὶ τὰ δικαιώματά μου οὐκ ἐφυλάξαντο τοῦ ποιεῖν αὐτά, ἃ ποιήσει ἄνθρωπος καὶ ζήσεται ἐν αὐτοῖς, καὶ τὰ σάββατά μου ἐβεβήλουν. καὶ εἶπα τοῦ ἐκχέαι τὸν θυμόν μου ἐπ᾿ αὐτοὺς ἐν τῇ ἐρήμῳ τοῦ συντελέσαι τὴν ὀργήν μου ἐπ᾿ αὐτούς·
Ιεζ. 20,21                    Παρ' όλα όμως αυτά, και τα τέκνα των με παρεπίκραναν. Δεν έζησαν και δεν επορεύθησαν σύμφωνα με τα προστάγματά μου, δεν ηθέλησαν και δεν προσεπάθησαν να τηρήσουν τας εντολάς μου, τας οποίας, εάν ο άνθρωπος τηρήση, θα ζήση δι' αυτών ειρηνικός και ασφαλής. Τουναντίον εβεβήλωσαν την αργίαν και τον αγιασμόν του Σαββάτου. Είπα, να αφήσω να εκσπάση ο θυμός μου εναντίον των και να ολοκληρώσω την οργήν μου εναντίον αυτών εκεί εις την έρημον.
Ιεζ. 20,22                    καὶ ἐποίησα ὅπως τὸ ὄνομά μου τὸ παράπαν μὴ βεβηλωθῇ ἐνώπιον τῶν ἐθνῶν, ὧν ἐξήγαγον αὐτοὺς κατ᾿ ὀφθαλμοὺς αὐτῶν.
Ιεζ. 20,22                    Δεν έπραξα όμως έτσι, δια να μη διαβληθή ούτε επ' ελάχιστον το Ονομά μου ενώπιον των εθνών, εμπρός από τα μάτια των οποίων εβγαλα αυτούς ελευθέρους από την Αίγυπτον.
Ιεζ. 20,23                    καὶ ἐξῇρα τὴν χεῖρά μου ἐπ᾿ αὐτοὺς ἐν τῇ ἐρήμῳ τοῦ διασκορπίσαι αὐτοὺς ἐν τοῖς ἔθνεσι καὶ διασπεῖραι αὐτοὺς ἐν ταῖς χώραις,
Ιεζ. 20,23                    Υψωσα όμως το χέρι μου και ωρκίσθην εναντίον των εκεί εις την έρημον, ότι θα τους διασκορπίσω εις τα εθνη· θα τους διασπείρω εις τας διαφόρους χώρας.
Ιεζ. 20,24                    ἀνθ᾿ ὧν τὰ δικαιώματά μου οὐκ ἐποίησαν καὶ τὰ προστάγματά μου ἀπώσαντο καὶ τὰ σάββατά μου ἐβεβήλουν, καὶ ὀπίσω τῶν ἐνθυμημάτων τῶν πατέρων αὐτῶν ἦσαν οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτῶν.
Ιεζ. 20,24                    Τούτο δέ, διότι δεν ετήρησαν τας εντολάς μου. Τα δε προστάγματά μου τα κατεφρόνησαν, τα Σαββατα μου τα εβεβήλωσαν και τα μάτια των παρακολουθούσαν με αμαρτωλούς πόθους τας ειδωλολατρικάς επιθυμίας των πατέρων των.
Ιεζ. 20,25                    καὶ ἐγὼ ἔδωκα αὐτοῖς προστάγματα οὐ καλὰ καὶ δικαιώματα, ἐν οἷς οὐ ζήσονται ἐν αὐτοῖς.
Ιεζ. 20,25                    Δια τούτο εγώ ενομοθέτησα προστάγματα, οχι ευχάριστα δι' αυτούς, αλλά απειλητικά, και εντολάς, δια των οποίων δεν πρόκειται να ζήσουν ειρηνικοί και ασφαλείς εις την χώραν των.
Ιεζ. 20,26                    καὶ μιανῶ αὐτοὺς ἐν τοῖς δόμασιν αὐτῶν ἐν τῷ διαπορεύεσθαί με πᾶν διανοῖγον μήτραν, ὅπως ἀφανίσω αὐτούς.
Ιεζ. 20,26                    Θα τους θεωρήσω μολυσμένους εις τας προσφοράς των, διότι κάθε πρωτοτόκον, που ανήκει εις εμέ, το προσφέρουν θυσίαν στο πυρ των ειδώλων και έτσι με παροργίζουν, δια να τους εξαφανίσω.
Ιεζ. 20,27                    Διὰ τοῦτο λάλησον πρὸς τὸν οἶκον τοῦ Ἰσραήλ, υἱὲ ἀνθρώπου, καὶ ἐρεῖς πρὸς αὐτούς· τάδε λέγει Κύριος· ἕως τούτου παρώργισάν με οἱ πατέρες ὑμῶν ἐν τοῖς παραπτώμασιν αὐτῶν, ἐν οἷς παρέπεσον εἰς ἐμέ.
Ιεζ. 20,27                    Δια τούτο λάλησε προς τους Ισραηλίτας, υιέ ανθρώπου, και ειπέ προς αυτούς· αυτά λέγει ο Κυριος· Μέχρι τέτοιου σημείου με εξώργισαν οι πατέρες σας με τας παραβάσεις των, εις τας οποίας περιέπεσαν ενώπιόν μου!
Ιεζ. 20,28                    καὶ εἰσήγαγον αὐτοὺς εἰς τὴν γῆν, ἣν ᾖρα τὴν χεῖρά μου τοῦ δοῦναι αὐτὴν αὐτοῖς, καὶ εἶδον πάντα βουνὸν ὑψηλὸν καὶ πᾶν ξύλον κατάσκιον καὶ ἔθυσαν ἐκεῖ τοῖς θεοῖς αὐτῶν καὶ ἔταξαν ἐκεῖ ὀσμὴν εὐωδίας καὶ ἔσπεισαν ἐκεῖ τὰς σπονδὰς αὐτῶν.
Ιεζ. 20,28                    Και όμως εγώ τους ωδήγησα και τους εισήγαγον εις την χώραν, δια την οποίαν ύψωσα το χέρι μου και ωρκίσθην, ότι θα την δώσω εις αυτούς. Εκεί δε αυτοί έστρεψαν τα βλέμματά των και είδαν κάθε υψηλόν λόφον και κάθε βαθύσκιον δένδρον και εκεί προσέφεραν θυσίας στους ειδωλικούς θεούς των· προσέφεραν θυμίαμα και εκαμαν τας σπονδάς των.
Ιεζ. 20,29                    καὶ εἶπον πρὸς αὐτούς· τί ἐστιν Ἀβαμά, ὅτι ὑμεῖς εἰσπορεύεσθε ἐκεῖ; καὶ ἐπεκάλεσαν τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἀβαμὰ ἕως τῆς σήμερον ἡμέρας.
Ιεζ. 20,29                    Είπα τότε προς αυτούς· τι είναι αυτός ο Αβαμά, ο υψηλός τόπος στον οποίον σεις μεταβαίνετε, δια να λατρεύσετε τα είδωλα; Αυτοί δε ωνόμασαν τον τόπον εκείνον Αβαμά και το όνομα αυτό μένει έως την σημερινήν ημέραν.
Ιεζ. 20,30                    διὰ τοῦτο εἰπὸν πρὸς τὸν οἶκον τοῦ Ἰσραήλ· τάδε λέγει Κύριος· εἰ ἐν ταῖς ἀνομίαις τῶν πατέρων ὑμῶν ὑμεῖς μιαίνεσθε καὶ ὀπίσω τῶν βδελυγμάτων αὐτῶν ὑμεῖς ἐκπορνεύετε,
Ιεζ. 20,30                    Δια τούτο είπε προς τους Ισραηλίτας· αυτά λέγει ο Κυριος· Εάν και εφ' όσον και σεις μολύνεσθε με τας αυτάς παρανομίας των προγόνων σας και πορεύεσθε οπίσω από τα βδελυρά είδωλά των, ώστε να αποστατήτε από εμέ με την πίστιν σας αυτήν εις τα είδωλα,
Ιεζ. 20,31                    καὶ ἐν ταῖς ἀπαρχαῖς τῶν δομάτων ὑμῶν, ἐν τοῖς ἀφορισμοῖς, οἷς ὑμεῖς μιαίνεσθε ἐν πᾶσι τοῖς ἐνθυμήμασιν ὑμῶν ἕως τῆς σήμερον ἡμέρας, καὶ ἐγὼ ἀποκριθῶ ὑμῖν, οἶκος τοῦ Ἰσραήλ; ζῶ ἐγώ, λέγει Κύριος, εἰ ἀποκριθήσομαι ὑμῖν, καὶ εἰ ἀναβήσεται ἐπὶ τὸ πνεῦμα ὑμῶν τοῦτο.
Ιεζ. 20,31                    εφ' όσον προσφέρετε και ορίζετε τας προσφοράς των απαρχών σας δια τα είδωλα και μολύνεσθε με όλας αυτάς τας προσφοράς κατά τας πονηράς ειδωλολατρικάς επιθυμίας των καρδιών σας μέχρι της ημέρας αυτής, εγώ τι πρέπει να αποκριθώ εις σας, Ισραηλίται; Ορκίζομαι στον εαυτόν μου, λέγει ο Κυριος, ότι δεν θα δώσω ευνοϊκάς προς σας απαντήσεις και δεν θα γίνη εκείνο, το οποίον σεις με τον νουν σας σκέπτεσθε και επιθυμείτε.
Ιεζ. 20,32                    καὶ οὐκ ἔσται ὃν τρόπον ὑμεῖς λέγετε· ἐσόμεθα ὡς τὰ ἔθνη καὶ ὡς αἱ φυλαὶ τῆς γῆς τοῦ λατρεύειν ξύλοις καὶ λίθοις.
Ιεζ. 20,32                    Δεν θα πραγματοποιηθή εκείνο, το οποίον σεις λέγετε. “Θα γίνωμεν και ημείς όπως τα αλλά ειδωλολατρικά έθνη, όπως και αι άλλαι φυλαί της γης, αι οποίαι λατρεύουν ως θεούς ξύλα και λίθους”.
Ιεζ. 20,33                    διὰ τοῦτο, ζῶ ἐγώ, λέγει Κύριος, ἐν χειρὶ κραταιᾷ καὶ ἐν βραχίονι ὑψηλῷ καὶ ἐν θυμῷ κεχυμένῳ βασιλεύσω ἐφ᾿ ὑμᾶς·
Ιεζ. 20,33                    Δια τούτο ορκίζομαι, λέγει ο Κυριος, ότι με την παντοδύναμον δεξιάν μου και με τον ισχυρόν βραχίονά μου και με θυμόν, τον οποίον θα αφήσω να εκσπάση εναντίον σας, θα γίνω βασιλεύς και εξουσιαστής εις σας.
Ιεζ. 20,34                    καὶ ἐξάξω ὑμᾶς ἐκ τῶν λαῶν καὶ εἰσδέξομαι ὑμᾶς ἐκ τῶν χωρῶν, οὗ διεσκορπίσθητε ἐν αὐταῖς, ἐν χειρὶ κραταιᾷ καὶ ἐν βραχίονι ὑψηλῷ καὶ ἐν θυμῷ κεχυμένῳ.
Ιεζ. 20,34                    Θα σας βγάλω, βέβαια, από τους λαούς και από τας χώρας, εις τας οποίας σας έχω διασκορπίσει και θα σας υποδεχθώ και πάλιν με την παντοδύναμον δεξιάν μου και τον ισχυρόν βραχίονά μου, και θα αφήσω να εκσπάστη ο θυμός μου εναντίον των εχθρών σας.
Ιεζ. 20,35                    καὶ ἄξω ὑμᾶς εἰς τὴν ἔρημον τῶν λαῶν, καὶ διακριθήσομαι πρὸς ὑμᾶς ἐκεῖ πρόσωπον κατὰ πρόσωπον.
Ιεζ. 20,35                    Θα σας οδηγήσω όμως εις την έρημον των λαών περιοχήν και εκεί θα δικασθώ μαζή σας πρόσωπον προς πρόσωπον.
Ιεζ. 20,36                    ὃν τρόπον διεκρίθην πρὸς τοὺς πατέρας ὑμῶν ἐν τῇ ἐρήμῳ τῆς Αἰγύπτου, οὕτως κρινῶ ὑμᾶς, λέγει Κύριος·
Ιεζ. 20,36                    Οπως έχω κρίνει και ενεργήσει προς τους πατέρας σας, όταν ευρίσκοντο εις την Αίγυπτον, κατά παρόμοιον τρόπον θα κρίνω και σας, λέγει ο Κυριος.
Ιεζ. 20,37                    καὶ διάξω ὑμᾶς ὑπὸ τὴν ῥάβδον μου καὶ εἰσάξω ὑμᾶς ἐν ἀριθμῷ
Ιεζ. 20,37                    Θα σας περάσω κάτω από την ποιμενικήν μου ράβδον και εις ολίγον αριθμόν θα σας εισαγάγω εις την πατρίδα σας,
Ιεζ. 20,38                    καὶ ἐκλέξω ἐξ ὑμῶν τοὺς ἀσεβεῖς καὶ τοὺς ἀφεστηκότας, διότι ἐκ τῆς παροικεσίας αὐτῶν ἐξάξω αὐτούς, καὶ εἰς τὴν γῆν τοῦ Ἰσραὴλ οὐκ εἰσελεύσονται· καὶ ἐπιγνώσεσθε διότι ἐγὼ Κύριος Κύριος.
Ιεζ. 20,38                    διότι θα διαλέξω και θα αφαιρέσω από ανάμεσά σας τους ασεβείς, αυτούς που έχουν απομακρυνθή από εμέ. Από τον τόπον της εξορίας θα βγάλω αυτούς, άλλα εις την χώραν της Ιουδαίας δεν θα εισέλθουν. Και θα μάθετε, ότι εγώ είμαι ο Κυριος Κυριος.
Ιεζ. 20,39                    καὶ ὑμεῖς οἶκος Ἰσραήλ, τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ἕκαστος τὰ ἐπιτηδεύματα αὐτοῦ ἐξάρατε· καὶ μετὰ ταῦτα εἰ ὑμεῖς εἰσακούετέ μου καὶ τὸ ὄνομά μου τὸ ἅγιον οὐ βεβηλώσετε οὐκέτι ἐν τοῖς δώροις ὑμῶν καὶ ἐν τοῖς ἐπιτηδεύμασιν ὑμῶν·
Ιεζ. 20,39                    Ακούσατε σεις, οι Ισραηλίται. Αυτά λέγει ο Κυριος Κυριος ο καθένας από σας, ας αποκήρυξη και ας πετάξη μακρυά από τον εαυτόν του τα πονηρά έργα του. Κατόπιν σεις απηλλαγμένοι από τα πονηρά σας έργα θα υπακούσετε εις εμέ. Δεν θα βεβηλώσετε πλέον το Ονομά μου με τας δωρεάς σας στους ειδωλικούς ναούς και με τα πονηρά έργα σας.
Ιεζ. 20,40                    διότι ἐπὶ τοῦ ὄρους τοῦ ἁγίου μου, ἐπ᾿ ὄρους ὑψηλοῦ, λέγει Κύριος Κύριος, ἐκεῖ δουλεύσουσί μοι πᾶς οἶκος Ἰσραὴλ εἰς τέλος, καὶ ἐκεῖ προσδέξομαι καὶ ἐκεῖ ἐπισκέψομαι τὰς ἀπαρχὰς ὑμῶν καὶ τὰς ἀπαρχὰς τῶν ἀφορισμῶν ὑμῶν ἐν πᾶσι τοῖς ἁγιάσμασιν ὑμῶν·
Ιεζ. 20,40                    Διότι επάνω στο άγιον όρος μου, επάνω στο υψηλόν όρος, λέγει ο Κυριος Κυριος, εκεί θα με υπηρετούν όλοι οι Ισραηλίται εξ ολοκλήρου. Εκεί θα σας υποδεχθώ, εκεί θα δεχθώ ευχαρίστως τας προσφοράς σας, τας εκλεκτάς προσφοράς, που θα ορίσετε δι εμέ, όλα τα προς εμέ αφιερώματά σας.
Ιεζ. 20,41                    ἐν ὀσμῇ εὐωδίας προσδέξομαι ὑμᾶς ἐν τῷ ἐξαγαγεῖν με ὑμᾶς ἐκ τῶν λαῶν καὶ εἰσδέχεσθαι ὑμᾶς ἐκ τῶν χωρῶν, ἐν αἷς διεσκορπίσθητε ἐν αὐταῖς, καὶ ἁγιασθήσομαι ἐν ὑμῖν κατ᾿ ὀφθαλμοὺς τῶν λαῶν.
Ιεζ. 20,41                    Θα σας υποδεχθώ ευχάριστα ως ευωδίαν. Οταν θα σας βγάλω ελευθέρους από τους λαούς, θα σας υποδεχθώ από τας χώρας, εις τας οποίας είχατε διασκορπισθή. Θα δοξασθώ έτσι εν μέσω υμών, ώστε να ίδουν και οι άλλοι λαοί.
Ιεζ. 20,42                    καὶ ἐπιγνώσεσθε διότι ἐγὼ Κύριος ἐν τῷ εἰσαγαγεῖν με ὑμᾶς εἰς τὴν γῆν τοῦ Ἰσραήλ, εἰς τὴν γῆν, εἰς ἣν ᾖρα τὴν χεῖρά μου τοῦ δοῦναι αὐτὴν τοῖς πατράσιν ὑμῶν.
Ιεζ. 20,42                    Και θα μάθετε, ότι εγώ είμαι ο Κυριος, όταν θα σας εισαγάγω εις την χώραν του Ισραήλ· εις την χώραν, δια την οποίαν ύψωσα την χείρα μου και ωρκίσθην, να την δώσω στους προγόνους σας.
Ιεζ. 20,43                    καὶ μνησθήσεσθε ἐκεῖ τὰς ὁδοὺς ὑμῶν καὶ τὰ ἐπιτηδεύματα ὑμῶν, ἐν οἷς ἐμιαίνεσθε ἐν αὐτοῖς, καὶ κόψεσθε τὰ πρόσωπα ὑμῶν ἐν πάσαις ταῖς κακίαις ὑμῶν.
Ιεζ. 20,43                    Εκεί θα αναλογισθήτε τους αμαρτωλούς δρόμους της ζωής σας και τα πονηρά σας έργα, με τα οποία είχατε μολυνθήή. Θα θρηνήσουν και θα πενθήσουν τα πρόσωπά σας δι' όλας τας κακίας, τας οποίας προηγουμένως είχατε.
Ιεζ. 20,44                    καὶ ἐπιγνώσεσθε διότι ἐγὼ Κύριος ἐν τῷ ποιῆσαί με οὕτως ὑμῖν, ὅπως τὸ ὄνομά μου μὴ βεβηλωθῇ κατὰ τὰς ὁδοὺς ὑμῶν τὰς κακὰς καὶ κατὰ τὰ ἐπιτηδεύματα ὑμῶν τὰ διεφθαρμένα, λέγει Κύριος. (Μασ. 21,1)

 
Ιεζ. 20,44                    Και θα μάθετε ότι εγώ είμαι ο Κυριος, όταν κατ αυτόν τον τρόπον ενεργήσω απέναντι σας. Θα πράξω δε έτσι, δια να μη διαβληθή και μολυνθή το Ονομά μου εξ αιτίας των πονηρών δρόμων και τρόπων της ζωής σας και των διεφθαρμένων έργων σας”, λέγει ο Κυριος. (Μασ. ΚΑ', 1)
Ιεζ. 20,45                    καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρός με λέγων·
Ιεζ. 20,45                    Ο Κυριος ωμίλησε προς εμέ και είπε·
Ιεζ. 20,46                    υἱὲ ἀνθρώπου, στήρισον τὸ πρόσωπόν σου ἐπὶ Θαιμὰν καὶ ἐπίβλεψον ἐπὶ Δαρὸμ καὶ προφήτευσον ἐπὶ δρυμὸν ἡγούμενον Ναγὲβ
Ιεζ. 20,46                    “υιέ ανθρώπου, στρέψε το πρόσωπόν σου απειλητικόν εναντίον της Θαιμάν, ρίψε βλέμμα απειλητικόν εναντίον της Δαρόμ και προφήτευσε εναντίον του μεγάλου δάσους του Ναγέβ.
Ιεζ. 20,47                    καὶ ἐρεῖς τῷ δρυμῷ Ναγέβ· ἄκουε λόγον Κυρίου· τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ἰδοὺ ἐγὼ ἀνάπτω ἐν σοὶ πῦρ, καὶ καταφάγεται ἐν σοὶ πᾶν ξύλον χλωρὸν καὶ πᾶν ξύλον ξηρόν, οὐ σβεσθήσεται ἡ φλὸξ ἡ ἐξαφθεῖσα, καὶ κατακαυθήσεται ἐν αὐτῇ πᾶν πρόσωπον ἀπὸ ἀπηλιώτου ἕως βοῤῥᾶ·
Ιεζ. 20,47                    Ειπέ στο δάσος αυτό του Ναγέβ· αυτά λέγει Κυριος Κυριος· Ιδού εγώ ανάπτω εις σε φωτιάν και η φωτιά θα καταφάγη όλα τα δένδρα σου, χλωρά και ξηρά, και δεν θα σβησθή η αναφθείσα φλόγα, αλλά μέσα εις αυτήν θα κατακαούν όλοι οι άνθρωποι, από ανατολών μέχρι βορρά.
Ιεζ. 20,48                    καὶ ἐπιγνώσεται πᾶσα σὰρξ ὅτι ἐγὼ Κύριος ἐξέκαυσα αὐτὸ καὶ οὐ σβεσθήσεται.
Ιεζ. 20,48                    Και τότε κάθε άνθρωπος θα μάθη ότι εγώ ο Κυριος και Θεός ήναψα την φωτιάν αυτήν, η οποία και δεν θα σβήση”.
Ιεζ. 20,49                    καὶ εἶπα· μηδαμῶς Κύριε Κύριε· αὐτοὶ λέγουσι πρός με· οὐχὶ παραβολή ἐστι λεγομένη αὕτη;

 
Ιεζ. 20,49                    Εγώ είπα τότε· “οχι Κυριε· ποτέ να μη γίνη έτσι”. Εκείνοι όμως αδιάφοροι προς την φωνήν του Κυρίου μου είπαν με επιπολαιότητα· “απλή παραβολή δεν είναι αυτά;”


Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.