Κυριακή, 1 Απριλίου 2012

ΙΕΡΕΜΙΑΣ 35 - 39




ΙΕΡΕΜΙΑΣ 35 (Μασ. 28)

Ιερ. 35,1                      Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ τετάρτῳ ἔτει Σεδεκία βασιλέως Ἰούδα ἐν μηνὶ τῷ πέμπτῳ εἶπέ μοι Ἀνανίας υἱὸς Ἀζὼρ ὁ ψευδοπροφήτης ἀπὸ Γαβαὼν ἐν οἴκῳ Κυρίου κατ᾿ ὀφθαλμοὺς τῶν ἱερέων καὶ παντὸς τοῦ λαοῦ λέγων·
Ιερ. 35,1                      Συνέβη κατά το τέταρτον έτος της βασιλείας Σεδεκίου, βασιλέως του ιουδαϊκού βασιλείου, και κατά τον πέμπτον μήνα, ο Ανανίας, ο υιός του Αζώρ, ο ψευδοπροφήτης ο καταγόμενος από την Γαβαών, μου είπεν εις την αυλήν του ναού του Κυριοι ενώπιον των ιερέων και όλου του λαού λέγων·
Ιερ. 35,2                      οὕτως εἶπε Κύριος· συνέτριψα τὸν ζυγὸν τοῦ βασιλέως Βαβυλῶνος·
Ιερ. 35,2                      “Ούτως είτεν ο Κυριος· συνέτριψα εγώ τον ζυγόν του βασιλέως της Βαβυλώνος.
Ιερ. 35,3                      ἔτι δύο ἔτη ἡμερῶν καὶ ἐγὼ ἀποστρέψω εἰς τὸν τόπον τοῦτον τὰ σκεύη οἴκου Κυρίου
Ιερ. 35,3                      Δυο ακόμη έτη και εγώ θα επαναφέρω στον τόπον τούτον τα ιερά σκεύη του ναού του Κυρίου.
Ιερ. 35,4                      καὶ Ἰεχονίαν καὶ τὴν ἀποικίαν Ἰούδα, ὅτι συντρίψω τὸν ζυγὸν βασιλέως Βαβυλῶνος.
Ιερ. 35,4                      Θα επαναφέρω επίσης τον Ιεχονίαν και τους αιχμαλωτισθέντας και εξορισθέντας εκεί Ιουδαίους, διότι εγώ θα συντριψω τον ζυγόν του βασιλέως της Βαβυλώνος”.
Ιερ. 35,5                      καὶ εἶπεν Ἱερεμίας πρὸς Ἀνανίαν κατ᾿ ὀφθαλμοὺς παντὸς τοῦ λαοῦ καὶ κατ᾿ ὀφθαλμοὺς τῶν ἱερέων τῶν ἑστηκότων ἐν οἴκῳ Κυρίου.
Ιερ. 35,5                      Ο Ιερεμίας απαντών προς τον Ανανίαν, ενώπιον όλου του λαού και ενώπιον των ιερέων, οι οποίοι ευρίσκοντο όρθιοι στον ναόν του Κυρίου, είπε·

Ιερ. 35,6                      καὶ εἶπεν Ἱερεμίας· ἀληθῶς, οὕτως ποιήσαι Κύριος, στήσαι τὸν λόγον σου, ὃν σὺ προφητεύεις, τοῦ ἐπιστρέψαι τὰ σκεύη οἴκου Κυρίου καὶ πᾶσαν τὴν ἀποικίαν ἐκ Βαβυλῶνος εἰς τὸν τόπον τοῦτον.
Ιερ. 35,6                      πράγματι, εύχομα, και εγώ έτσι να πράξη ο Κυριος και να αποδείξη ορθόν τον λόγον σου, τον οποίον συ προφητεύεις· να επαναφερη, δηλαδή, τα ιερά σκεύη του ναού του Κυρίου και όλους τους αιχμαλωτισθέντας και εξορισθεντας από τον τόπον τούτο εις την Βαβυλώνα Ιουδαίους.
Ιερ. 35,7                      πλὴν ἀκούσατε τὸν λόγον Κυρίου, ὃν ἐγὼ λέγω εἰς τὰ ὦτα ὑμῶν καὶ εἰς τὰ ὦτα παντὸς τοῦ λαοῦ·
Ιερ. 35,7                      Αλλά ακούσατε τον αληθινόν τούτον λόγον του Κυρίου, τον οποίο εγώ λέγω εις τα αυτιά σας και εις τα αυτιά όλου του λαού, ώστε να γίνη από όλους ακουστός.
Ιερ. 35,8                      οἱ προφῆται οἱ γεγονότες πρότεροί μου καὶ πρότεροι ὑμῶν ἀπὸ τοῦ αἰῶνος καὶ ἐπροφήτευσαν ἐπὶ γῆς πολλῆς καὶ ἐπὶ βασιλείας μεγάλας εἰς πόλεμον·
Ιερ. 35,8                      Οι προφήται οι οποίοι υπήρξαν προ εμού, και οι προφήται οι οποίοι υπήρξαν προ όλων ημών από αρχαιοτάτων χρόνων, ττροεφήτευσαν εις πολυάριθμους χώρας και εις μεγάλα βασίλεια πολέμους.
Ιερ. 35,9                      ὁ προφήτης ὁ προφητεύσας εἰς εἰρήνην, ἐλθόντος τοῦ λόγου γνώσονται τὸν προφήτην, ὃν ἀπέστειλεν αὐτοῖς Κύριος ἐν πίστει.
Ιερ. 35,9                      Ο προφήτης όμως αυτός, ο Ανανίας, ο οποίος προφητεύει αποκατάστασιν ειρήνης, θα σποδειχθή αληθινός, εάν πρπγματοποιηθή ο λόγος του· τότε οι άνθρωποι θα μάθουν αυτόν, αν πράγματι και αληθεία τον απέστειλε προς αυτούς ο Θεός”.
Ιερ. 35,10                    καὶ ἔλαβεν Ἀνανίας ἐν ὀφθαλμοῖς παντὸς τοῦ λαοῦ τοὺς κλοιοὺς ἀπὸ τοῦ τραχήλου Ἱερεμίου καὶ συνέτριψεν αὐτούς·
Ιερ. 35,10                    Ο Ανανίας ενώπιον όλου του λαού επήρε τους κλοιούς από τον τράχηλον του Ιερεμίου και τους συνέτριψε.
Ιερ. 35,11                    καὶ εἶπεν Ἀνανίας κατ᾿ ὀφθαλμοὺς παντὸς τοῦ λαοῦ λέγων· οὕτως εἶπε Κύριος· οὕτως συντρίψω τὸν ζυγὸν βασιλέως Βαβυλῶνος ἀπὸ τραχήλων πάντων τῶν ἐθνῶν. καὶ ᾤχετο Ἱερεμίας εἰς τὴν ὁδὸν αὐτοῦ. -
Ιερ. 35,11                    Και είπεν ο Ανανίας ενώπιον όλου του λαού τα εξής· “έτσι ωμίλησεν ο Κυριος· κατ' αυτόν τον τρόπον θα συντρίψω τον ζυγόν του βασιλέως της Βαβυλώνος από τον τράχηλον όλων των εθνών”. Ο Ιερεμίας έφυγε και επορεύθη στον δρόμον του.
Ιερ. 35,12                    Καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρὸς Ἱερεμίαν μετὰ τὸ συντρίψαι Ἀνανίαν τοὺς κλοιοὺς ἀπὸ τοῦ τραχήλου αὐτοῦ λέγων·
Ιερ. 35,12                    Μετά την υπό του Ανανίου συντριβήν των κλοιών από τον τράχηλον του Ιερεμίου, ωμίλησε πάλιν ο Κυριος προς τον Ιερεμίαν και είπε·
Ιερ. 35,13                    βάδιζε καὶ εἶπον πρὸς Ἀνανίαν λέγων· οὕτως εἶπε Κύριος· κλοιοὺς ξυλίνους συνέτριψας, καὶ ποιήσω ἀντ᾿ αὐτῶν κλοιοὺς σιδηροῦς,
Ιερ. 35,13                    Πηγαινε και είπε στον Ανανίαν τα εξής· έτσι μίλησε ο Κυριος. Συ συνέτριψες κλοιούς ξυλίνους, εγώ θα κατασκευάσω αντί αυτών κλοιούς σιδερένιους.
Ιερ. 35,14                    ὅτι οὕτως εἶπε Κύριος· ζυγὸν σιδηροῦν ἔθηκα ἐπὶ τὸν τράχηλον πάντων τῶν ἐθνῶν ἐργάζεσθαι τῷ βασιλεῖ Βαβυλῶνος.
Ιερ. 35,14                    Ετσι ακόμη ωμίλησεν ο Κυριος· Ζυγόν σιδερένιον έθεσα στον τράχηλον όλων των εθνών, δια να εργάζωνται ως δούλοι προς χάριν του βασιλέως της Βαβυλώνος.
Ιερ. 35,15                    καὶ εἶπεν Ἱερεμίας τῷ Ἀνανίᾳ· οὐκ ἀπέσταλκέ σε Κύριος, καὶ πεποιθέναι ἐποίησας τὸν λαὸν τοῦτον ἐπ᾿ ἀδίκῳ.
Ιερ. 35,15                    Ο Ιερεμίας είπε τότε στον Ανανίαν· “δεν σε έχει αποστείλει ο Κυριος, και συ έκαμες τον λαόν τούτον να δώση πίστιν εις ψευδείς προφητείας.
Ιερ. 35,16                    διὰ τοῦτο οὕτως εἶπε Κύριος· ἰδοὺ ἐγὼ ἐξαποστέλλω σε ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς, τούτῳ τῷ ἐνιαυτῷ ἀποθανῇ.
Ιερ. 35,16                    Δια τούτο έτσι ακόμη είπεν ο Κυριος· Ιδού, εγώ θα σε εξαφανίσω από το πρόσωπον της γης· κατά τούτο το έτος θα αποθάνης”.
Ιερ. 35,17                    καὶ ἀπέθανεν ἐν τῷ μηνὶ τῷ ἑβδόμῳ.
Ιερ. 35,17                    Και πράγματι απέθανε κατά τον έβδομον μήνα.


ΙΕΡΕΜΙΑΣ 36 (Μασ. 29)

Ιερ. 36,1                      Καὶ οὗτοι οἱ λόγοι τῆς βίβλου, οὓς ἀπέστειλεν Ἱερεμίας ἐξ Ἱερουσαλὴμ πρὸς τοὺς πρεσβυτέρους τῆς ἀποικίας καὶ πρὸς τοὺς ἱερεῖς καὶ πρὸς τοὺς ψευδοπροφήτας, ἐπιστολὴν εἰς Βαβυλῶνα τῇ ἀποικίᾳ καὶ πρὸς ἅπαντα τὸν λαόν,
Ιερ. 36,1                      Αυτό είναι το περιεχόμενον της επιστολής, την οποίαν ο Ιερεμίας απέστειλεν από την Ιερουσαλήμ προς τους πρεσβυτέρους της εν Βαβυλώνι παροικίας των αιχμαλώτων Ιουδαίων, προς τους ιερείς και προς τους ψευδοπροφήτας· επιστολήν, την οποίαν έστειλεν εις την εν Βαβυλώνι παροικίαν των αιχμαλώτων και προς όλον ανεξαιρέτως τον λαόν.
Ιερ. 36,2                      ὕστερον ἐξελθόντος Ἰεχονίου τοῦ βασιλέως καὶ τῆς βασιλίσσης καὶ τῶν εὐνούχων καὶ παντὸς ἐλευθέρου καὶ δεσμώτου καὶ τεχνίτου ἐξ Ἱερουσαλήμ,
Ιερ. 36,2                      Την ειτιστολην αυτήν έστειλεν, όταν απήχθησαν αιχμάλωτοι εις Βαβυλώνα ο 'Ιεχονιας ο βασιλεύς, η βασιλομήτωρ, οι αυλικοί του, όλοι οι άλλοι ελεύθεροι και δούλοι, όπως επίσης και οι τεχνίται της Ιερουσαλήμ.
Ιερ. 36,3                      ἐν χειρὶ Ἐλεασὰ υἱοῦ Σαφὰν καὶ Γαμαρίου υἱοῦ Χελκίου, ὃν ἀπέστειλε Σεδεκίας βασιλεὺς Ἰούδα πρὸς βασιλέα Βαβυλῶνος εἰς Βαβυλῶνα λέγων·
Ιερ. 36,3                      Την έστειλε δια του Ελεασά, υιού του Σαφάν, και του Γαμαρίου υιού του Χελκίου, τυν οποίον ο βασιλεύς του Ιούδα, ο Σεδεκίας, είχεν αποστείλει προς τον βασιλέα της Βαβυλώνος εις Βαβυλώνα. Εις αυτήν, λοιπόν, έγραφε·
Ιερ. 36,4                      οὕτως εἶπε Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραὴλ ἐπὶ τὴν ἀποικίαν, ἣν ἀπῴκισα ἀπὸ Ἱερουσαλήμ·
Ιερ. 36,4                      “Ετσι ωμίλησε Κυριος ο Θεός του ισραηλιτικού λαού προς την αιχμαλωτισμένην αποικίαν, την οποίαν εγώ μετώκισα από την Ιερουσαλήμ εις την Βαβυλώνα.
Ιερ. 36,5                      οἰκοδομήσατε οἴκους καὶ κατοικήσατε καὶ φυτεύσατε παραδείσους καὶ φάγετε τοὺς καρποὺς αὐτῶν
Ιερ. 36,5                      Οικοδομήσατε τα σπίτια σας, κατοικήσατε εις αυτά, φυτεύσατε κήπους και φάγετε τους καρπούς αυτών.
Ιερ. 36,6                      καὶ λάβετε γυναῖκας καὶ τεκνοποιήσατε υἱοὺς καὶ θυγατέρας καὶ λάβετε τοῖς υἱοῖς ὑμῶν γυναῖκας καὶ τὰς θυγατέρας ὑμῶν δότε ἀνδράσι καὶ πληθύνεσθε καὶ μὴ σμικρυνθῆτε·
Ιερ. 36,6                      Λαβετε συζύγους, αποκτήσατε υιούς και θυγατέρας, δώσατε στους υιούς σας συζύγους και εις τας θυγατέρας σας δώσατε άνδρας· πληθύνθητε και μη ολιγοστεύετε.
Ιερ. 36,7                      καὶ ζητήσατε εἰς εἰρήνην τῆς γῆς, εἰς ἣν ἀπῴκισα ὑμᾶς ἐκεῖ, καὶ προσεύξασθε περὶ αὐτῶν πρὸς Κύριον, ὅτι ἐν εἰρήνῃ αὐτῆς ἔσται εἰρήνη ὑμῖν.
Ιερ. 36,7                      Επιζητήσατε την ειρήνην και την ευημερίαν της χώρας, εις την οποίαν εγώ σας μετώκισα εκεί και προσευχηθήτε περι των κατοίκων της χώρας αυτής προς τον Κυριον, διότι εις την ειρήνην της χώρας αυτής έγκειται και η ιδική σας ειρήνη.
Ιερ. 36,8                      ὅτι οὕτως εἶπε Κύριος· μὴ ἀναπειθέτωσαν ὑμᾶς οἱ ψευδοπροφῆται οἱ ἐν ὑμῖν, καὶ μὴ ἀναπειθέτωσαν ὑμᾶς οἱ μάντεις ὑμῶν, καὶ μὴ ἀκούετε εἰς τὰ ἐνύπνια ὑμῶν, ἃ ὑμεῖς ἐνυπνιάζεσθε,
Ιερ. 36,8                      Ακόμη έτσι είπεν ο Κυριος· Μη σας παραπλανούν οι ψευδοπροφήται και μη παρασύρεσθε από αυτούς, οι οποίοι ευρίσκονται μεταξύ σας· μην εξαπατάσθε από τους ψευδομάντεις, μη δίδετε προσοχήν και σημασίαν εις τα όνειρα, τα οποία βλέπετε κατά τον ύπνον σας.
Ιερ. 36,9                      ὅτι ἄδικα αὐτοὶ προφητεύουσιν ὑμῖν ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου, καὶ οὐκ ἀπέστειλα αὐτούς.
Ιερ. 36,9                      Διότι οι ψευδοπροφήται αυτοί ψευδή πράγματα προαναγγέλλουν εις σας, δήθεν εξ ονόματός μου. Δεν τους έχω αποστείλει εγώ.
Ιερ. 36,10                    ὅτι οὕτως εἶπε Κύριος· ὅταν μέλλῃ πληροῦσθαι Βαβυλῶνι ἑβδομήκοντα ἔτη, ἐπισκέψομαι ὑμᾶς καὶ ἐπιστήσω τοὺς λόγους μου ἐφ᾿ ὑμᾶς τοῦ ἀποστρέψαι τὸν λαὸν ὑμῶν εἰς τὸν τόπον τοῦτον.
Ιερ. 36,10                    Ετσι ωμίλησεν ο Κυριος· όταν πρόκειται να συμπληρωθούν εβδομήκοντα έτη εξορίας σας εις την Βαβυλώνα, τότε θα σας επισκεφθώ με ευμένειαν και θα εκπληρώσω τους λόγους και τας υποιχέσεις μου προς σας, να επαναφέρω, δηλαδη, τον λαόν σας στον τόπον τούτον,
Ιερ. 36,11                    καὶ λογιοῦμαι ἐφ᾿ ὑμᾶς λογισμὸν εἰρήνης καὶ οὐ κακὰ τοῦ δοῦναι ὑμῖν ταῦτα.
Ιερ. 36,11                    Τοτε θα αποφασίσω και θα αποδώσω εις σας αγαθά και ειρηνικά δώρα, όχι δε συμφοράς και τιμωρίας.
Ιερ. 36,12                    καὶ προσεύξασθε πρός με, καὶ εἰσακούσομαι ὑμῶν·
Ιερ. 36,12                    Σεις προσευχηθήτε προς εμέ και εγώ θα κάμω δεκτάς τας προσευχάς σας·
Ιερ. 36,13                    καὶ ἐκζητήσατέ με, καὶ εὑρήσετέ με, ὅτι ζητήσετέ με ἐν ὅλῃ καρδίᾳ ὑμῶν,
Ιερ. 36,13                    αναζητήσατέ με με επιμέλειαν και επιμονήν και θα με εύρετε, διότι, θα με έχετε αναζητήσει με όλην σας την καρδίαν,
Ιερ. 36,14                    καὶ ἐπιφανοῦμαι ὑμῖν.
Ιερ. 36,14                    εγώ δε θα εμφανισθώ προς σας.
Ιερ. 36,15                    ὅτι εἴπατε· κατέστησεν ἡμῖν Κύριος προφήτας ἐν Βαβυλῶνι,
Ιερ. 36,15                    Διότι είπατε· “ο Κυριος εγκατέστησε μεταξύ ημών και προς χάριν ημών προφήτας εις την Βαβυλώνα”.
Ιερ. 36,21                    οὕτως εἶπε Κύριος ἐπὶ Ἀχιὰβ καὶ ἐπὶ Σεδεκίαν· ἰδοὺ ἐγὼ δίδωμι αὐτοὺς εἰς χεῖρας βασιλέως Βαβυλῶνος, καὶ πατάξει αὐτοὺς κατ᾿ ὀφθαλμοὺς ὑμῶν.
Ιερ. 36,21                    Ετσι όμως ωμίλησεν ο Κυριος σχετικώς με τους ψευδοπροφήτας τον 'Αχιαδ και τον Σεδεκίαν εγώ θα παραδώσω αυτούς εις τα χέρια του βασιλέως της Βαβυλώνος, ο οποίος και θα τους θανατώση εμπρός εις τα μάτια σας.
Ιερ. 36,22                    καὶ λήψονται ἀπ᾿ αὐτῶν κατάραν ἐν πάσῃ τῇ ἀποικίᾳ Ἰούδα ἐν Βαβυλῶνι λέγοντες· ποιήσαι σε Κύριος, ὡς Σεδεκίαν ἐποίησε καὶ ὡς Ἀχιάβ, οὓς ἀπετηγάνισε βασιλεὺς Βαβυλῶνος ἐν πυρί,
Ιερ. 36,22                    Από το γεγονός αυτό, της θανατικής εκτελέσεως των δύο ψευδοπροφητών, οι Ιουδαίοι θα πάρουν ένα τύπον κατάρας μεταξύ όλων των Ιουδαίων αιχμαλώτων εις Βαβυλώνα και θα λέγουν· “είθε ο Κυριος να σε κάμη, όπως έκαμε τον Σεδεκίαν και τον Αχιάβ τους οποίους ο βασιλεύς της Βαβυλώνος ετηγάνισεν επάνω στο πυρ”.
Ιερ. 36,23                    δι᾿ ἣν ἐποίησαν ἀνομίαν ἐν Ἰσραὴλ καὶ ἐμοιχῶντο τὰς γυναῖκας τῶν πολιτῶν αὐτῶν καὶ λόγον ἐχρημάτισαν ἐν τῷ ὀνόματί μου, ὃν οὐ συνέταξα αὐτοῖς, καὶ ἐγὼ μάρτυς, φησὶ Κύριος.
Ιερ. 36,23                    Τούτο δέ, ένεκα τω παρανομιών, τας οποίας διέπραξαν αυτοί ανάμεσα στον Ισραηλιτικόν λαόν. Εμοιχώντο αυτοί με τας γυναίκας των συμπολιτών των και εδίδασκον δήθεν εξ Ονόματός μου προφητικούς λόγους και διδασκαλίας, που εγώ δεν είχα δώσει εις αυτούς. Εγώ είμαι μάρτυς τούτων, λέγει ο Κυριος.
Ιερ. 36,24                    καὶ πρὸς Σαμαίαν τὸν Νελαμίτην ἐρεῖς·
Ιερ. 36,24                    Και προς τον Σαμαίαν, τον Νελαμίτην, θα πης·
Ιερ. 36,25                    οὐκ ἀπέστειλά σε τῷ ὀνόματί μου. καὶ πρὸς Σοφονίαν υἱὸν Μαασαίου τὸν ἱερέα εἰπέ·
Ιερ. 36,25                    Δεν σε απέστειλα εγώ να διδάσκης εν τω Ονόματί μου. Και προς τον Σοφονίαν, τον υιόν του Μαασαίου, τον ιερέα, ειπέ·
Ιερ. 36,26                    Κύριος ἔδωκέ σε ἱερέα ἀντὶ Ἰωδαὲ τοῦ ἱερέως γενέσθαι ἐπιστάτην ἐν τῷ οἴκῳ Κυρίου παντὶ ἀνθρώπῳ προφητεύοντι καὶ παντὶ ἀνθρώπῳ μαινομένῳ, καὶ δώσεις αὐτὸν εἰς τὸ ἀπόκλεισμα καὶ εἰς τὸν καταράκτην.
Ιερ. 36,26                    ο Κυριος σε κατέστησεν ιερέα αντί του ιερέως Ιωδαέ, δια να εποπτεύης στον ναόν του Κυρίου και προφυλάσσης αυτόν από κάθε έξαλλον, ο οποίος υποκρίνεται, τον προφήτην, και να παραδώσης τον άνθρωπον αυτόν εις την φυλακήν και στο βασανιστικόν ξύλον.
Ιερ. 36,27                    καὶ νῦν διατί συνελοιδορήσατε Ἱερεμίαν τὸν ἐξ Ἀναθὼθ τὸν προφητεύσαντα ὑμῖν;
Ιερ. 36,27                    Και τώρα σας ερωτώ· Διατί συ και ο Σαμαίας ενεπαίξατε και εξηυτελίσατε τον Ιερεμίαν, τον καταγόμενον από την Αναθώθ, ο οποίος κατά το ίδικόν μου θέλημα επροφήτευσεν εις σας;
Ιερ. 36,28                    οὐ διὰ τοῦτο ἀπέστειλε πρὸς ὑμᾶς εἰς Βαβυλῶνα λέγων· μακράν ἐστιν, οἰκοδομήσατε οἰκίας καὶ κατοικήσατε καὶ φυτεύσατε κήπους καὶ φάγεσθε τὸν καρπὸν αὐτῶν; -
Ιερ. 36,28                    Αυτός, κατόπιν ιδικής μου εντολής, δεν απέστειλεν εις Βαβυλώνα, δια να είπουν προς σας και προς όλους τους εκεί ευρισκομένους, ότι είναι μακράν ο χρόνος της επιστροφής σας εις την πατρίδα σας; Δια τούτο οικοδομήσατε οικίας, κατοικήσατε εις αυτάς, φυτεύσατε κήπους και φάγετε εν ησυχία τους καρπούς αυτών;”
Ιερ. 36,29                    Καὶ ἀνέγνω Σοφονίας τὸ βιβλίον εἰς τὰ ὦτα Ἱερεμίου.
Ιερ. 36,29                    Οταν ο Σοφονίας ανέγνωσε την επιστολήν αυτήν, ώστε να την ακούση ο Ιερεμίας,
Ιερ. 36,30                    καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρὸς Ἱερεμίαν λέγων·
Ιερ. 36,30                    ο Κυριος απηύθυνε πάλιν τον λόγον προς τον Ιερεμίαν και είπε·
Ιερ. 36,31                    ἀπόστειλον πρὸς τὴν ἀποικίαν λέγων· οὕτως εἶπε Κύριος ἐπὶ Σαμαίαν τὸν Νελαμίτην· ἐπειδὴ ἐπροφήτευσεν ὑμῖν Σαμαίας, καὶ ἐγὼ οὐκ ἀπέστειλα αὐτόν, καὶ πεποιθέναι ἐποίησεν ὑμᾶς ἐπ᾿ ἀδίκοις,
Ιερ. 36,31                    “Στείλε προς την παροικίαν των αιχμαλώτων Ιουδαίων εις Βαβυλώνα και είπε προς αυτούς· έτσι ωμίλησεν ο Κυριος δια τον Σαμαίαν τον Νελαμίτην· επειδή αυτός ο Σαμαίας επροφήτευσεν εις σας, ενώ εγώ δεν τον απέστειλα, και σας έκαμε να δώσετε πίστιν και πεποίθησιν εις τας ψευδολογίας του,
Ιερ. 36,32                    διὰ τοῦτο οὕτως εἶπε Κύριος· ἰδοὺ ἐγὼ ἐπισκέψομαι ἐπὶ Σαμαίαν καὶ ἐπὶ τὸ γένος αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἔσται αὐτῶν ἄνθρωπος ἐν μέσῳ ὑμῶν τοῦ ἰδεῖν τὰ ἀγαθά, ἃ ἐγὼ ποιήσω ὑμῖν, οὐκ ὄψονται.
Ιερ. 36,32                    δια τούτο έτσι λέγει ο Κυριος· Ιδού εγώ θα επισκεφθώ εν τη δικαιοσύνη μου τον Σαμαίαν και θα τιμωρήσω αυτόν και τους απογόνους του. Κανείς από τους ιδικούς του ανθρώπους δεν θα απομείνη ανάμεσά σας, δια να ίδη τα αγαθά, τα οποία εγώ θα κάμω προς σας. Κανείς από αυτούς δεν θα τα ίδη”.


ΙΕΡΕΜΙΑΣ 37 (Μασ. 30)

Ιερ. 37,1                      Ὁ λόγος ὁ γενόμενος πρὸς Ἱερεμίαν παρὰ Κυρίου εἰπεῖν·
Ιερ. 37,1                      Αυτός είναι ο λόγος, ο οποίος εκ μέρους του Κυρίου ελέχθη προς τον Ιερεμιαν·
Ιερ. 37,2                      οὕτως εἶπε Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραὴλ λέγων· γράψον πάντας τοὺς λόγους, οὓς ἐχρημάτισα πρός σε, ἐπὶ βιβλίου.
Ιερ. 37,2                      Ετσι ομίλησε Κυριος ο Θεός του ισραηλιτικού λαού και είπε· Γράψε εις βιβλίον όλους αυτούς τους λόγους, τους οποίους εγώ εφανέρωσα και παρέδωσα εις σέ.
Ιερ. 37,3                      ὅτι ἰδοὺ ἡμέραι ἔρχονται, φησὶ Κύριος, καὶ ἀποστρέψω τὴν ἀποικίαν λαοῦ μου Ἰσραὴλ καὶ Ἰούδα, εἶπε Κύριος, καὶ ἀποστρέψω αὐτοὺς εἰς τὴν γῆν, ἣν ἔδωκα τοῖς πατράσιν αὐτῶν, καὶ κυριεύσουσιν αὐτῆς. -
Ιερ. 37,3                      Διότι ιδού, έρχονται ημέραι, λέγει ο Κυριος, κατά τας οποίας επαναφέρω ελευθέρους από την παροικίαν της εξορίας των τους αιχμαλώτους του ισραηλιτικού και ιουδαϊκού λαού μου, λέγει ο Κυριος. Θα τους επαναφέρω εις την πατρίδα των, εις την χώραν, την οποίαν εγώ έδωκα στους προγόνους των, και αυτοί θα γίνουν κάτοχοι της.
Ιερ. 37,4                      Καὶ οὗτοι οἱ λόγοι, οὓς ἐλάλησε Κύριος ἐπὶ Ἰσραὴλ καὶ Ἰούδα.
Ιερ. 37,4                      Αυτοί είναι ακόμη οι λόγοι, τους οποίους ο Κυριος είπε προς τους Ισραηλίτας και Ιουδαίους·
Ιερ. 37,5                      οὕτως εἶπε Κύριος· φωνὴν φόβου ἀκούσεσθε· φόβος, καὶ οὐκ ἔστιν είρήνη.
Ιερ. 37,5                      έτσι ωμίλησεν ο Κυριος· Θα ακούσετε προηγουμένως φωνήν, η οποία θα σας προκαλέση φόβον· φόβος θα έλθη εις σας και ειρήνη δεν θα υπάρχη.
Ιερ. 37,6                      ἐρωτήσατε καὶ ἴδετε εἰ ἔτεκεν ἄρσεν, καὶ περὶ φόβου, ἐν ᾧ καθέξουσιν ὀσφὺν καὶ σωτηρίαν· διότι ἑώρακα πάντα ἄνθρωπον καὶ αἱ χεῖρες αὐτοῦ ἐπὶ τῆς ὀσφύος αὐτοῦ, ἐστράφησαν πρόσωπα, εἰς ἴκτερον ἐγενήθη.
Ιερ. 37,6                      Ερωτήσατε και μάθετε, εάν από τας μεγάλας αυτάς ωδίνας των συμφορών εγεννήθη αρσενικό παιδί· ερωτήσατε δια το φοβερόν γεγονός, εξ αιτίας του οποίου οι άνθρωποι θα πιάνουν πονούντες την μέσην των και απορούντες πως να σωθούν. Διότι εγώ είδα όλους τους ανθρώπους, οι οποίοι πιάνουν με τα χέρια των την μέσην των εξ αιτίας του συγκλονισμού, που δοκιμάζουν. Τα πρόσωπα των ηλλοιώθησαν, έγιναν κίτρινα από τον φόβον, σαν από ίκτερον.
Ιερ. 37,7                      ὅτι μεγάλη ἡ ἡμέρα ἐκείνη καὶ οὐκ ἔστιν τοιαύτη, καὶ χρόνος στενός ἐστι τῷ Ἰακώβ, καὶ ἀπὸ τούτου σωθήσεται.
Ιερ. 37,7                      Και ταύτα, διότι ήτο τρομερά η ημέρα εκείνη. Ομοία προς αυτήν δεν θα υπάρξη άλλη. Ο χρόνος στενόχωρος και κρίσιμος δια τους Ισραηλίτας, αλλά και από αυτόν θα σωθούν.
Ιερ. 37,8                      ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, εἶπε Κύριος, συντρίψω τὸν ζυγὸν ἀπὸ τοῦ τραχήλου αὐτῶν καὶ τοὺς δεσμοὺς αὐτῶν διαῤῥήξω, καὶ οὐκ ἐργῶνται αὐτοὶ ἔτι ἀλλοτρίοις·
Ιερ. 37,8                      Κατά την ημέραν όμως εκείνην, είπεν ο Κυριος, θα συντρίψω εγώ τον ζυγόν από τον τράχηλόν των και θα διαρρήξω τα δεσμά της αιχμαλωσίας των και δεν θα δουλεύουν πλέον αυτοί δια τους ξένους λαούς.
Ιερ. 37,9                      καὶ ἐργῶνται τῷ Κυρίῳ Θεῷ αὐτῶν, καὶ τὸν Δαυὶδ βασιλέα αὐτῶν ἀναστήσω αὐτοῖς. -
Ιερ. 37,9                      Θα δουλεύουν εις Κυριον τον Θεόν των και εγώ θα ανορθώσω και θα εγκαταστήσω μεταξύ αυτών βασιλέα, απόγονόν του οίκου Δαδίδ.
Ιερ. 37,12                    Οὕτως εἶπε Κύριος· ἀνέστησα σύντριμμα, ἀλγηρὰ ἡ πληγή σου·
Ιερ. 37,12                    Ετσι είπεν ο Κυριος· Ανώρθωσα τα συντρίμματά σου, πολύ οδυνηρά υπήρξεν η πληγή σου, ω Ισραηλιτικέ λαέ !
Ιερ. 37,13                    οὐκ ἔστι κρίνων κρίσιν σου, εἰς ἀλγηρὸν ἰατρεύθης, ὠφέλειά σοι οὐκ ἔστι.
Ιερ. 37,13                    Δεν υπήρχε μεταξύ σας άνθρωπος, να κρίνη δικαίως και να υπερασπίζη τας υποθέσεις σας. Καθε προσπάθεια θεραπείας έκαμνεν οξύτερον τον πόνον σου. Καμμία ωφέλεια δεν προήλθεν εις σέ.
Ιερ. 37,14                    πάντες οἱ φίλοι σου ἐπελάθοντό σου, οὐ μὴ ἐπερωτήσωσιν· ὅτι πληγὴν ἐχθροῦ ἔπαισά σε, παιδείαν στερεάν· ἐπὶ πᾶσαν ἀδικίαν σου ἐπλήθυναν αἱ ἁμαρτίαι σου.
Ιερ. 37,14                    Ολοι οι φίλοι σου σε ελησμονησαν. Δεν θα ερωτήσουν, δια να μάθουν το κατάντημά σου. Και τούτο, διότι εγώ σου κατέφερα κτυπήματά με τα χέρια των εχθρών, σε επαίδευσά με σκληράν τιμωρίαν, επειδή με τας πολυαρίθμους παραβάσστου Νομου μου επληθύνθησαν αι αμαρτίαι σου.
Ιερ. 37,16                    διὰ τοῦτο πάντες οἱ ἔσθοντές σε βρωθήσονται, καὶ πάντες οἱ ἐχθροί σου κρέας αὐτῶν πᾶν ἔδονται· ἐπὶ πλῆθος ἀδικιῶν σου ἐπληθύνθησαν αἱ ἁμαρτίαι σου, ἐποίησαν ταῦτά σοι· καὶ ἔσονται οἱ διαφοροῦντές σε εἰς διαφόρημα, καὶ πάντας τοὺς προνομεύσαντάς σε δώσω εἰς προνομήν.
Ιερ. 37,16                    Αλλά όλοι εκείνοι, οι οποίοι σε κατέφαγον, θα καταφαγωθούν· και όλοι οι εχθροί σου θα φάγουν τας σάρκας των. Εξ αιτίας των πολυαρίθμων παρανομιών σου επληθύνθησαν αι αμαρτίαι σου. Δια τούτο δε και οι εχθροί σου επέφεραν εναντίον σου αυτάς τας συμφοράς. Εκείνοι όμως, οι οποίοι σε διεσκόρπισαν εις διαφόρους περιοχάς, θα διασκορπισθούν, και όλους εκείνους οι οποίοι σε ελεηλάτησαν, θα παραδώσω εις λεηλασίαν.
Ιερ. 37,17                    ὅτι ἀνάξω τὸ ἴαμά σου, ἀπὸ πληγῆς ὀδυνηρᾶς ἰατρεύσω σε, φησὶ Κύριος, ὅτι Ἐσπαρμένη ἐκλήθης· θήρευμα ὑμῶν ἐστιν, ὅτι ζητῶν οὐκ ἔστιν αὐτήν.
Ιερ. 37,17                    Εγώ θα επιφέρω την θεραπείαν σου, θα σε θεραπεύσω από την όδυνηράν πληγήν σου, λέγει ο Κυριος. Διότι ωνομάσθης “Διεσπαρμένη”, Διασπορά. Τα έθνη λέγουν· “η Ιουδαία είναι θήραμα του καθενός από ημάς, διότι δεν υπάρχει πλέον κανείς να ενδιαφέρεται δι' αυτήν”.
Ιερ. 37,18                    οὕτως εἶπε Κύριος· ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστρέψω τὴν ἀποικίαν Ἰακὼβ καὶ τὴν αἰχμαλωσίαν αὐτοῦ ἐλεήσω· καὶ οἰκοδομηθήσεται πόλις ἐπὶ τὸ ὕψος αὐτῆς, καὶ ὁ ναὸς κατὰ τὸ κρίμα αὐτοῦ καθεδεῖται.
Ιερ. 37,18                    Ο Κυριος όμως έτσι λέγει· Ιδού εγώ θα επαναφέρω ελευθέρους εις την πατρίδα των τους αιχμαλωτισθέντας και παροικούντας εις την Βαβυλώνα Ιουδαίους. Θα εύσπλαγχνισθώ και θα ελεήσω τους αιχμαλώτους αυτούς. Τοτε κάθε πόλις της Ιουδαίας θα ανοικοδομηθή μεγαλοπρεπής, και ο ναός θα αποκατασταθή, όπως έχει ορισθή δι' αυτόν.
Ιερ. 37,19                    καὶ ἐξελεύσονται ἀπ᾿ αὐτῶν ᾄδοντες καὶ φωνὴ παιζόντων· καὶ πλεονάσω αὐτούς, καὶ οὐ μὴ ἐλαττωθῶσι.
Ιερ. 37,19                    Και θα εξέρχωνται οι λυτρωμένοι Ισραηλίται από τας οικίας των και τας αυλάς του ναού άδοντες και παίζον χαρμόσυνα μουσικά όργανα. Θα πληθύνω αυτούς και δεν θα ολιγοστεύσουν πλέον.
Ιερ. 37,20                    καὶ εἰσελεύσονται οἱ υἱοὶ αὐτῶν ὡς τὸ πρότερον, καὶ τὰ μαρτύρια αὐτῶν κατὰ πρόσωπόν μου ὀρθωθήσεται· καὶ ἐπισκέψομαι τοὺς θλίβοντας αὐτούς.
Ιερ. 37,20                    Τα τέκνα των θα εισέρχονται εις την πόλιν και εις τας αυλάς του ναού, όπως και προηγουμένως, ασφαλή και χαίροντα και η πιστοποίησις, ότι αυτά είναι τα χαρούμενα τέκνα των λυτρωμένων πατέρων των, θα είναι ορθή ενώπιόν μου. Θα τους επισκεφθώ με ευμένειαν και θα συντρίψω εκείνους, οι οποίοι θα θελήσουν να τους θλίψουν.
Ιερ. 37,21                    καὶ ἔσονται ἰσχυρότεροι αὐτοῦ ἐπ᾿ αὐτούς, καὶ ὁ ἄρχων αὐτοῦ ἐξ αὐτοῦ ἐξελεύσεται· καὶ συνάξω αὐτούς, καὶ ἀποστρέψουσι πρός με, ὅτι τίς ἐστιν οὗτος, ὃς ἔδωκε τὴν καρδίαν αὐτοῦ ἀποστρέψαι πρός με; φησὶ Κύριος.
Ιερ. 37,21                    Και θα αναδειχθούν άνδρες ισχυροί και ικανοί μεταξύ των Ισραηλιτών άρχοντες αυτών. Και ο ένας άρχων ο πλέον επίσημος θα εξέλθη από τον λαόν αυτόν. Θα τους συγκεντρώσω και θα επιστρέψουν αυτοί προς εμέ, διότι ποίος είναι εκείνος, ο οποίος έχει παραδώσει την καρδίαν του επιστρέφων εις εμέ; Λέγει ο Κυριος.
Ιερ. 37,23                    ὅτι ὀργὴ Κυρίου ἐξῆλθε θυμώδης, ἐξῆλθεν ὀργὴ στρεφομένη, ἐπ᾿ ἀσεβεῖς ἥξει.
Ιερ. 37,23                    Μεγάλη οργή Κυρίου εξέσπασεν, εξήλθεν οργή Κυρίου στρεφομένη προς όλας τας κατευθύνσεις. Εναντίον των ασεβών θα επέλθη.
Ιερ. 37,24                    οὐ μὴ ἀποστραφῇ ὀργὴ θυμοῦ Κυρίου, ἕως ποιήσῃ καὶ ἕως καταστήσῃ ἐγχείρημα καρδίας αὐτοῦ· ἐπ᾿ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν γνώσεσθε αὐτά.
Ιερ. 37,24                    Η οργή και ο θυμός του Κυρίου δεν θα καταπαύσουν, έως ότου πραγματοποιήσουν και φέρουν εις πέρας την απόφασιν της καρδίας αυτού. Θα ίδετε κατά τας τελευταίας ημέρας με τα μάτια σας και θα γνωρίσετε τα προφητευόμενα αυτά.


ΙΕΡΕΜΙΑΣ 38 (Μασ. 31)

Ιερ. 38,1                      Ἐν τῷ χρόνῳ ἐκείνῳ, εἶπε Κύριος, ἔσομαι εἰς Θεὸν τῷ γένει Ἰσραήλ, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι εἰς λαόν.
Ιερ. 38,1                      Κατά την ευτυχή εκείνην έποχην, είπεν ο Κυριος, εγώ θα είμαι ο Θεός του Ισραηλιτικού γένους και αυτοί θα είναι εις εμέ λαός μου.
Ιερ. 38,2                      οὕτως εἶπε Κύριος· εὗρον θερμὸν ἐν ἐρήμῳ μετὰ ὀλωλότων ἐν μαχαίρᾳ· βαδίσατε καὶ μὴ ὀλέσητε τὸν Ἰσραήλ.
Ιερ. 38,2                      Ετσι είπεν ο Κυριος· Συνήντησα καύσωνα εις την έρημον με πτώματα διασκορπισμένα φονευθέντων υπό μαχαίρας. Φυγετε σεις οι φονείς, μη τολμήσετε και καταστρέψετε τον επανερχόμενον ισραηλιτικόν λαόν.
Ιερ. 38,3                      Κύριος πόῤῥωθεν ὤφθη αὐτῷ· ἀγάπησιν αἰώνιον ἠγάπησά σε, διὰ τοῦτο εἵλκυσά σε εἰς οἰκτείρημα.
Ιερ. 38,3                      Ο Κυριος εφανερωθη στους Ισραηλίτας εις χώραν μακρυνήν. Με αιωνίαν αγάπην σε έχω αγαπήσει, ισραηλιτικέ λαέ. Δια τούτο σε είλκυσα προς εμέ δια του ελέους και της ευσπλαγχνίας μου.
Ιερ. 38,4                      ἔτι οἰκοδομήσω σε, καὶ οἰκοδομηθήσῃ, παρθένος Ἰσραήλ· ἔτι λήψῃ τύμπανόν σου καὶ ἐξελεύσῃ μετὰ συναγωγῆς παιζόντων.
Ιερ. 38,4                      Δια μίαν ακόμη φοράν θα σε ανοικοδομήσω και θα ανοικοδομηθής συ, ω παρθένος, πόλις Ιερουσαλήμ! Θα πάρης και πάλιν το τύμπανον της χαράς, θα εξέλθης με πλήθος ανθρώπων, που θα παίζουν με χαράν τα μουσικά των όργανα.
Ιερ. 38,5                      ἔτι φυτεύσατε ἀμπελῶνας ἐν ὄρεσι Σαμαρείας, φυτεύσατε καὶ αἰνέσατε.
Ιερ. 38,5                      Φυτεύσατε και πάλιν αμπελώνας εις τα όρη της Σαμαρείας· φυτεύσατε και δοξολογήσατε τον Κυριον,
Ιερ. 38,6                      ὅτι ἐστὶν ἡμέρα κλήσεως ἀπολογουμένων ἐν ὄρεσιν Ἐφραίμ· ἀνάστητε καὶ ἀνάβητε εἰς Σιὼν πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν.
Ιερ. 38,6                      διότι αυτή είναι η ημέρα της προσκλήσεως όλων εκείνων, οι οποίοι απαντούν με προθυμίαν από τα όρη της Εφραίμ. Σηκωθήτε και ανεβήτε στο όρος Σιών προς τον Κυριον τον Θεόν μας.
Ιερ. 38,7                      ὅτι οὕτως εἶπε Κύριος τῷ Ἰακώβ· εὐφράνθητε καὶ χρεμετίσατε ἐπὶ κεφαλὴν ἐθνῶν· ἀκουστὰ ποιήσατε καὶ αἰνέσατε· εἴπατε· ἔσωσε Κύριος τὸν λαὸν αὐτοῦ, τὸ κατάλοιπον τοῦ Ἰσραήλ.
Ιερ. 38,7                      Διότι έτσι είπεν ο Κυριος στον ισραηλιτικόν λαόν· Ευφρανθήτε όλοι σας, χρεμετίσατε με χαράν, διότι θα γίνετε αρχηγοί εθνών. Καμετε να ακουσθούν αυτά εις πάντας, δοξολογήσετε τον Κυριον, είπατε· “έσωσεν ο Κυριος τον λαόν του, τους απομείναντας από τον Ισραηλιτικόν λαόν”!
Ιερ. 38,8                      ἰδοὺ ἐγὼ ἄγω αὐτοὺς ἀπὸ βοῤῥᾶ καὶ συνάξω αὐτοὺς ἀπ᾿ ἐσχάτου τῆς γῆς ἐν ἑορτῇ φασέκ· καὶ τεκνοποιήσει ὄχλον πολύν, καὶ ἀποστρέψουσιν ὧδε.
Ιερ. 38,8                      Ιδού εγώ, οδηγώ αυτούς εις την πατρίδα των από τας περιοχάς του βορρά, θα τους συγκεντρώσω από τα άκρα της γης εις χαρμόσυνον εορτήν Πασχα. Ο λαός ο ισραηλιτικός θα αποκτήση τέκνα πολλά. Ολοι θα επανέλθουν με χαράν εδώ.
Ιερ. 38,9                      ἐν κλαυθμῷ ἐξῆλθον, καὶ ἐν παρακλήσει ἀνάξω αὐτοὺς αὐλίζων ἐπὶ διώρυγας ὑδάτων ἐν ὁδῷ ὀρθῇ, καὶ οὐ μὴ πλανηθῶσιν ἐν αὐτῇ· ὅτι ἐγενόμην τῷ Ἰσραὴλ εἰς πατέρα, καὶ Ἐφραὶμ πρωτότοκός μού ἐστιν.
Ιερ. 38,9                      Με κλαυθμούς εξήλθον δια τον τόπον της εξορίας των, με χαράν μεγάλην θα τους επαναφέρω καταυλίζων αυτούς εις αύλακας υδάτων και οδηγών αυτούς δια της ορθής και ευθείας οδού, ώστε να μη παραπλανηθούν. Και αυτά, διότι εγώ έγινα πατήρ του ισραηλιτικού λαού. Ο δε Εφραίμ μου είναι αγαπητός, ώσαν πρωτότοκός μου υιός.
Ιερ. 38,10                    Ἀκούσατε λόγους Κυρίου, ἔθνη, καὶ ἀναγγείλατε εἰς νήσους τὰς μακρόθεν· εἴπατε· ὁ λικμήσας τὸν Ἰσραὴλ καὶ συνάξει αὐτὸν καὶ φυλάξει αὐτὸν ὡς ὁ βόσκων ποίμνιον αὐτοῦ.
Ιερ. 38,10                    Ακούσατε τους λόγους του Κυρίου όλα τα έθνη, αναγγείλατε αυτούς εις τας πλέον μακρυνάς νήσους. Είπατε ότι ο Κυριος, ο οποίος ελίχνισε και διεσκόρπισε τον ισραηλητικόν λαόν, θα συνάξη και πάλιν αυτόν, θα τον φυλάξη και θα τον περιφρουρήση, όπως ο καλός ποιμήν, που βόσκει το ποίμνιόν του.
Ιερ. 38,11                    ὅτι ἐλυτρώσατο Κύριος τὸν Ἰακώβ, ἐξείλατο αὐτὸν ἐκ χειρὸς στερεωτέρων αὐτοῦ.
Ιερ. 38,11                    Διότι ο Κυριος ελύτρωσε πράγματι τους απογόνους του Ιακώβ. Τους έβγαλεν ελευθέρους από τα χέρια ισχυροτέρων εχθρών των.
Ιερ. 38,12                    καὶ ἥξουσι καὶ εὐφρανθήσονται ἐν τῷ ὄρει Σιών· καὶ ἥξουσιν ἐπ᾿ ἀγαθὰ Κυρίου, ἐπὶ γῆν σίτου καὶ οἴνου καὶ καρπῶν καὶ κτηνῶν καὶ προβάτων, καὶ ἔσται ἡ ψυχὴ αὐτῶν ὥσπερ ξύλον ἔγκαρπον. καὶ οὐ πεινάσουσιν ἔτι.
Ιερ. 38,12                    Ούτοι θα επανέλθουν και θα ευφρανθούν στο όρος Σιών. Θα επανέλθουν εις τα αγαθά του Κυρίου· εις την χώραν του αφθόνου σίτου και του οίνου και των καρπών και των κτηνών και των προβάτων. Η ζωή αυτών θα είναι ωσάν το δένδρον το πλουσιόκαρπον. Ποτέ πλέον δεν θα πεινάσουν.
Ιερ. 38,13                    τότε χαρήσονται παρθένοι ἐν συναγωγῇ νεανίσκων, καὶ πρεσβύται χαρήσονται, καὶ στρέψω τὸ πένθος αὐτῶν εἰς χαρμονὴν καὶ ποιήσω αὐτοὺς εὐφραινομένους.
Ιερ. 38,13                    Τοτε θα χαρούν αι παρθένοι αυτών εις συγκέντρωσιν νέων ανδρών και οι πρεσβύτεροι θα χαρούν. Δι' όλους μεταβάλλω το έως τότε πένθος των από τα δεινά της εξορίας και δουλείας εις χαράν. Θα κάμω αυτούς χαίροντας και αγαλλομένους.
Ιερ. 38,14                    μεγαλυνῶ καὶ μεθύσω τὴν ψυχὴν τῶν ἱερέων υἱῶν Λευί, καὶ ὁ λαός μου τῶν ἀγαθῶν μου ἐμπλησθήσεται.
Ιερ. 38,14                    Θα δοξάσω και θα εξυψώσω και θα μεθύσω με χαράν την ζωήν των ιερέων, των απογόνων του Λευϊ. Ο δε λαός μου θα χορτάση από τα αγαθά μου.
Ιερ. 38,15                    οὕτως εἶπε Κύριος· φωνὴ ἐν Ῥαμᾷ ἠκούσθη θρήνου καὶ κλαυθμοῦ καὶ ὀδυρμοῦ· Ῥαχὴλ ἀποκλαιομένη οὐκ ἤθελε παύσασθαι ἐπὶ τοῖς υἱοῖς αὐτῆς, ὅτι οὐκ εἰσίν.
Ιερ. 38,15                    Ετσι είπεν ο Κυριος· Εις την περιοχήν Ραμά ηκούσθη φωνή θρήνου και κλαυθμού και οδυρμού. Η Ραχήλ έκλαιε και δεν ήθελε να παρηγορηθή και να παύση τον θρόνον της δια τα τέκνα της, διότι αυτά δεν υπάρχουν πλέον.
Ιερ. 38,16                    οὕτως εἶπε Κύριος· διαλειπέτω ἡ φωνή σου ἀπὸ κλαυθμοῦ καὶ οἱ ὀφθαλμοί σου ἀπὸ δακρύων σου, ὅτι ἔστι μισθὸς τοῖς σοῖς ἔργοις, καὶ ἐπιστρέψουσιν ἐκ γῆς ἐχθρῶν,
Ιερ. 38,16                    Ο Κυριος όμως έτσι είπε προς αυτήν· θα σταματήση πλέον η φωνή του κλαυθμού σου και τα δάκρυα από τα μάτια σου, διότι υπάρχει αμοιβή των κόπων σου, τα δε τέκνα σου θα επανέλθουν από την χώραν των εχθρών των, δια να εγκατασταθούν εις την πατρίδα των.
Ιερ. 38,17                    μόνιμον τοῖς σοῖς τέκνοις.
Ιερ. 38,17                    Αυτή δε η εγκατάστασις των τέκνων σου θα είναι μόνιμος.
Ιερ. 38,18                    ἀκοὴν ἤκουσα Ἐφραὶμ ὀδυρομένου· ἐπαίδευσάς με καὶ ἐπαιδεύθην ἐγώ· ὥσπερ μόσχος οὐκ ἐδιδάχθην· ἐπίστρεψόν με, καὶ ἐπιστρέψω, ὅτι σὺ Κύριος ὁ Θεός μου.
Ιερ. 38,18                    Ηκουσα πολύ καλά τον λαόν της φυλής Εφραίμ να οδύρεται και να λέγη· “με ετιμώρησες με την παιδαγωγικήν σου ράβδον και ετιμωρήθην· αλλά εγώ ασύνετος, όπως το μοσχάρι, δεν επαιδαγωγήθην και δεν εδιδάχθην από την τιμωρίαν. Οδηγησόν με, Κυριε, εις επιστροφήν και μετάνοιαν και εγώ θα επιστρέψω εν μετάνοια προς σέ, διότι συ είσαι ο Κυριος και ο Θεός μου.
Ιερ. 38,19                    ὅτι ὕστερον αἰχμαλωσίας μου μετενόησα καὶ ὕστερον τοῦ γνῶναί με ἐστέναξα ἐφ᾿ ἡμέρας αἰσχύνης καὶ ὑπέδειξά σοι, ὅτι ἔλαβον ὀνειδισμὸν ἐκ νεότητός μου.
Ιερ. 38,19                    Επειτα από την πικρίαν της αιχμαλωσίας και εξορίας μου εγώ μετενόησα και, αφού ελαβα γνώσιν και πείραν των σφαλμάτων μου και της παιδαγωγίας σου, εστέναξα δια τας ημέρας της παρακοής μου και της αισχύνης μου. Ανεκοίνωσα και απεκάλυψα εις σέ, ότι από τα χρόνια της νεότητάς μου εξ αιτίας των αμαρτιών μου ελαβα ονειδισμόν, εβυθίσθην εις εξευτελισμόν.
Ιερ. 38,20                    υἱὸς ἀγαπητὸς Ἐφραὶμ ἐμοί, παιδίον ἐντρυφῶν, ὅτι ἀνθ᾿ ὧν οἱ λόγοι μου ἐν αὐτῷ, μνείᾳ μνησθήσομαι αὐτοῦ· διὰ τοῦτο ἔσπευσα ἐπ᾿ αὐτῷ, ἐλεῶν ἐλεήσω αὐτόν, φησὶ Κύριος.
Ιερ. 38,20                    Ο Θεός, δεχόμενος την μετάνοιαν του λαού του, απαντά· Ο Εφραίμ είναι αγαπητός εις εμέ, χαριτωμένον και προσφιλές τέκνον μου. Επειδή τώρα πλέον οι λόγοι μου παραμένουν εις αυτόν προς καθοδήγησίν του εγώ θα τον ενθυμηθώ. Δια τούτο έσπευσά με αγάπην προς αυτόν. Πλουσίως θα ελεήσω και θα βοηθήσω αυτόν, λέγει ο Κυριος.
Ιερ. 38,21                    Στῆσον σεαυτὴν Σιών, ποίησον τιμωρίαν, δὸς καρδίαν σου εἰς τοὺς ὤμους· ὁδὸν ᾗ ἐπορεύθης ἀποστράφηθι, παρθένος Ἰσραήλ, ἀποστράφηθι εἰς τὰς πόλεις σου πενθοῦσα.
Ιερ. 38,21                    Πολις Σιών, σήκω από την δουλείαν, στάσου όρθια, ελαβες και εξεπλήρωσες την τιμωρίαν σου. Βαλε καρδιά, θάρρος στο στήθος σου, εγκατάλειψε πλέον την οδόν της εξορίας, εις την οποίαν εβαδισες και επάνελθε, συ πενθούσα κι πολυπικραμμένη κόρη μου Ιερουσαλήμ, ξαναγύρισε εις τας πόλεις σου.
Ιερ. 38,22                    ἕως πότε ἀποστρέψεις, θυγάτηρ ἠτιμωμένη; ὅτι ἔκτισε Κύριος σωτηρίαν εἰς καταφύτευσιν καινήν, ἐν σωτηρίᾳ περιελεύσονται ἄνθρωποι.
Ιερ. 38,22                    Εως πότε θα βραδύνης να επανέλθης εις την πατρίδα σου, καταφρονημένη και κατεντροπιασμένη θυγάτηρ; Ο Κυριος επραγματοποίησε σωτηρίαν δια σέ, ώστε να καταφυτευθής και να εγκατασταθής, νέα και καθαρά, εις την ώραν σου. Οι άνθρωποι όλοι θα περιπατούν σωσμένοι και ελεύθεροι.
Ιερ. 38,23                    ὅτι οὕτως εἶπε Κύριος· ἔτι ἐροῦσι τὸν λόγον τοῦτον ἐν γῇ Ἰούδα καὶ ἐν πόλεσιν αὐτοῦ, ὅταν ἀποστρέψω τὴν αἰχμαλωσίαν αὐτοῦ· εὐλογημένος Κύριος ἐπὶ δίκαιον ὄρος τὸ ἅγιον αὐτοῦ
Ιερ. 38,23                    Διότι ετσι είπεν ο Κυριος· Αλλην μίαν φοράν εις την περιοχήν του Ιούδα και εις τας πόλεις αυτού, όταν εγώ θα επαναφέρω ελευθέρους και λυτρωμένους τους αιχμαλώτους του, εκεί θα πουν αυτόν τον λόγον· Ας δοξολογήται και ας υμνολογήται ο Κυριος επάνω εις το δίκαιον και άγιον όρος του, εις την Σιών.
Ιερ. 38,24                    καὶ ἐνοικοῦντες ἐν ταῖς πόλεσιν Ἰούδα καὶ ἐν πάσῃ τῇ γῇ αὐτοῦ ἅμα γεωργῷ, καὶ ἀρθήσεται ἐν ποιμνίῳ.
Ιερ. 38,24                    Θα γεμίσουν από κατοίκους παντός επαγγέλματος αι πόλστου Ιούδα. Εις όλην δε την υπαιθρον περιοχήν της Ιουδαίας μαζή και εκ παραλλήλου με τους πολυάριθμους γεωργούς θα υπάρχουν και αναρίθμητα ποίμνια.
Ιερ. 38,25                    ὅτι ἐμέθυσα πᾶσαν ψυχὴν διψῶσαν καὶ πᾶσαν ψυχὴν πεινῶσαν ἐνέπλησα.
Ιερ. 38,25                    Διότι εγώ έδωσα πλούσια τα δώρά μου εις όλους. Εμέθυσα με χαράν κάθε ψυχήν, η οποία έως τώρα ήτο διψασμένη. Και κάθε πεινώσαν ψυχήν θα την χορτάσω με το παραπάνω.
Ιερ. 38,26                    διὰ τοῦτο ἐξηγέρθην καὶ εἶδον, καὶ ὁ ὕπνος μου ἡδύς μοι ἐγενήθη.
Ιερ. 38,26                    Ο δε προφήτης Ιερεμίας λέγει· Εσηκώθηκα από τον ύπνον μου, είδα και κατενόησα τα αποκαλυπτικά αυτά ενύπνια, που μου εχαρισεν ο Κυριος, και ησθάνθην ότι ο ύπνος μου ήτο κατ' εξοχήν γλυκύς και ευχάριστος.
Ιερ. 38,27                    διὰ τοῦτο ἰδοὺ ἡμέραι ἔρχονται, φησὶ Κύριος, καὶ σπερῶ τὸν Ἰσραὴλ καὶ τὸν Ἰούδαν σπέρμα ἀνθρώπου καὶ σπέρμα κτήνους.
Ιερ. 38,27                    Δια τούτο, λέγει ο Κυριος, ιδού έρχονται ημέραι, κατά τας οποίας εγώ θα πληθύνω τον Ισραηλιτικόν λαόν και την φυλήν του Ιούδα εις ανθρώπους και εις κτήνη.
Ιερ. 38,28                    καὶ ἔσται ὥσπερ ἐγρηγόρουν ἐπ᾿ αὐτοὺς καθαιρεῖν καὶ κακοῦν, οὕτως γρηγορήσω ἐπ᾿ αὐτοὺς τοῦ οἰκοδομεῖν καὶ καταφυτεύειν, φησὶ Κύριος.
Ιερ. 38,28                    Οπως δε άλλοτε εγρηγορούσα εναντίον αυτών, δια να τους κρημνίσω από τα αγαθά και την δόξαν των και να τους αποστείλω συμφοράς, ετσι θα αγρυπνώ τώρα δι' αυτούς, δια να τους ανοικοδομήσω και τους καταφυτεύσω και τους εγκαταστήσω μονίμως εις την χώραν των, λέγει ο Κυριος.
Ιερ. 38,29                    ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις οὐ μὴ εἴπωσιν· οἱ πατέρες ἔφαγον ὄμφακα, καὶ οἱ ὀδόντες τῶν τέκνων ᾑμωδίασαν.
Ιερ. 38,29                    Κατά τας ευτυχείς εκείνας ημέρας της επανόδου της ελευθερίας και της ανέσεως, δεν θα είπουν πλέον οι άνθρωποι την παροιμίαν· “οι πατέρες έφαγαν το άγουρο σταφύλι και εμούδιασαν τα δόντια των τέκνων”.
Ιερ. 38,30                    ἀλλ᾿ ἢ ἕκαστος ἐν τῇ ἑαυτοῦ ἁμαρτίᾳ ἀποθανεῖται, καὶ τοῦ φαγόντος τὸν ὄμφακα αἱμωδιάσουσιν οἱ ὀδόντες αὐτοῦ.
Ιερ. 38,30                    Αλλα ο καθένας θα τιμωρηθή δια θανάτου δια την ιδικήν του αμαρτίαν. Θα μουδιάσουν τα δόντια εκείνου, ο οποίος θα φάγη τα άγουρα σταφύλια.
Ιερ. 38,31                    ἰδοὺ ἡμέραι ἔρχονται, φησὶ Κύριος, καὶ διαθήσομαι τῷ οἴκῳ Ἰσραὴλ καὶ τῷ οἴκῳ Ἰούδα διαθήκην καινήν,
Ιερ. 38,31                    Ιδού, έρχονται ευτυχείς ημέραι, λέγει ο Κυριος, και θα συνάψω με τους Ισραηλίτας και τους Ιουδαίους νέαν Διαθήκην.
Ιερ. 38,32                    οὐ κατὰ τὴν διαθήκην, ἣν διεθέμην τοῖς πατράσιν αὐτῶν ἐν ἡμέρᾳ ἐπιλαβομένου μου τῆς χειρὸς αὐτῶν ἐξαγαγεῖν αὐτοὺς ἐκ γῆς Αἰγύπτου, ὅτι αὐτοὶ οὐκ ἐνέμειναν ἐν τῇ διαθήκῃ μου, καὶ ἐγὼ ἠμέλησα αὐτῶν, φησὶ Κύριος.
Ιερ. 38,32                    Αυτή δεν θα είναι όμοία με την Διαθήκην, την οποίαν συνήψα με τους προγόνους των κατά την εποχήν εκείνην, που εν τη στοργή μου και τη παντοδυναμία μου τους επήρα από τα χέρια και τους εβγαλα ελευθέρους από την Αίγυπτον, διότι εκείνοι δεν έμειναν πιστοί και δεν ετήρησαν την Διαθήκην μου, και εγώ τους παρημέλησα εξ αιτίας των παρανομιών των, λέγει ο Κυριος.
Ιερ. 38,33                    ὅτι αὕτη ἡ διαθήκη μου, ἣν διαθήσομαι τῷ οἴκῳ Ἰσραὴλ μετὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, φησὶ Κύριος· διδοὺς δώσω νόμους εἰς τὴν διάνοιαν αὐτῶν καὶ ἐπὶ καρδίας αὐτῶν γράψω αὐτούς· καὶ ἔσομαι αὐτοῖς εἰς Θεόν, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι εἰς λαόν.
Ιερ. 38,33                    Αυτή είναι η Διαθήκη μου, την οποίαν εγώ θα συνάψω με τον ισραηλιτικόν λαόν έπειτα από τας ημέρας εκείνας, λέγει ο Κυριος. Θα δώσω ασφαλώς και βεβαίως Νομους κατανοητούς και δεκτούς εις την διάνοιάν των· θα γράψω αυτούς εις την καρδίαν των. Θα είμαι δι' αυτούς ο Θεός των και αυτοί θα είναι δι' εμέ ο λαός μου.
Ιερ. 38,34                    καὶ οὐ μὴ διδάξωσιν ἕκαστος τὸν πολίτην αὐτοῦ καὶ ἕκαστος τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ λέγων· γνῶθι τὸν Κύριον· ὅτι πάντες εἰδήσουσί με ἀπὸ μικροῦ αὐτῶν ἕως μεγάλου αὐτῶν, ὅτι ἵλεως ἔσομαι ταῖς ἀδικίαις αὐτῶν καὶ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν οὐ μὴ μνησθῶ ἔτι. -
Ιερ. 38,34                    Δεν θα διδάξουν πλέον ο καθένας τον συμποπολίτην του και ο αδελφός τον αδελφόν του λέγων· “μάθε από εμέ και γνώρισε τον Κυριον”, διότι πάντες θα με γνωρίσουν από τον μικρόν έως τον μεγάλον, επειδή εγώ θα είμαι γεμάτος έλεος και συγγνώμην δια τας αμαρτίας των. Και δεν θα ενθυμηθώ πλέον τας αμαρτίας των.
Ιερ. 38,35                    Ἐὰν ὑψωθῇ ὁ οὐρανὸς εἰς τὸ μετέωρον, φησὶ Κύριος, καὶ ἐὰν ταπεινωθῇ τὸ ἔδαφος τῆς γῆς κάτω, καὶ ἐγὼ οὐκ ἀποδοκιμῶ τὸ γένος Ἰσραήλ, φησὶ Κύριος, περὶ πάντων, ὧν ἐποίησαν.
Ιερ. 38,35                    Και εάν, έστω, υψωθή ο ουρανός στο χάος του διαστήματος, λέγει ο Κυριος, και εάν η επιφάνεια της γης βυθισθή κάτω, εγώ δεν θα αποδοκιμάσω πλέον το ισραηλιτικόν γένος, λέγει ο Κυριος, δι' όλας εκείνας τας παρανομίας, τας οποίας διέπραξαν.
Ιερ. 38,36                    οὕτως εἶπε Κύριος ὁ δοὺς τὸν ἥλιον εἰς φῶς τῆς ἡμέρας, σελήνην καὶ ἀστέρας εἰς φῶς τῆς νυκτός, καὶ κραυγὴν ἐν θαλάσσῃ καὶ ἐβόμβησε τὰ κύματα αὐτῆς, Κύριος παντοκράτωρ ὄνομα αὐτῷ·
Ιερ. 38,36                    Ετσι είπεν ο Κυριος, ο οποίος δίδει τον ήλιον, ώστε να φωτίζεται η ημέρα, την σελήνην και τους αστέρας εις φως της νυκτός, την βοήν της θαλάσσης, όταν συνταράση τα κύματα της ο Κυριος, του οποίου το Ονομα είναι ο Παντοκράτωρ.
Ιερ. 38,37                    ἐὰν παύσωνται οἱ νόμοι οὗτοι ἀπὸ προσώπου μου, φησὶ Κύριος, καὶ τὸ γένος Ἰσραὴλ παύσεται γενέσθαι ἔθνος κατὰ πρόσωπόν μου πάσας τὰς ἡμέρας.
Ιερ. 38,37                    Και εάν ατονήσουν και παύσουν οι νόμοι, που διέπουν τον ουρανόν και την γην, λέγει ο Κυριος, τότε και το ισραηλιτικόν γένος θα παύση πλέον να είναι έθνος ενώπιόν μου όλας τας ημέρας.
Ιερ. 38,38                    ἰδοὺ ἡμέραι ἔρχονται, φησὶ Κύριος, καὶ οἰκοδομηθήσεται πόλις τῷ Κυρίῳ ἀπὸ πύργου Ἀναμεὴλ ἕως πύλης τῆς γωνίας·
Ιερ. 38,38                    Ιδού, έρχονται ημέραι, λέγει ο Κυριος, κατά τας οποίας η πόλις Σιών θα ανοικοδομηθή εις δόξαν του Κυρίου από τον πύργον του Αναμεήλ μέχρι και της πύλης της γωνίας.
Ιερ. 38,39                    καὶ ἐξελεύσεται ἡ διαμέτρησις αὐτῆς ἀπέναντι αὐτῶν ἕως βουνῶν Γαρὴβ καὶ περικυκλωθήσεται κύκλῳ ἐξ ἐκλεκτῶν λίθων·
Ιερ. 38,39                    Και θα επεκταθούν τα όρια αυτής έως τα υψώματα Γαρήβ, η δε πόλις θα κλεισθή όλόγυρα με τείχος από πολυτίμους λίθους.
Ιερ. 38,40                    καὶ πάντες Ἀσαρημὼθ ἕως Ναχὰλ Κέδρων, ἕως γωνίας πύλης ἵππων ἀνατολῆς ἁγίασμα τῷ Κυρίῳ, καὶ οὐκέτι οὐ μὴ ἐκλίπῃ καὶ οὐ μὴ καθαιρεθῇ ἕως τοῦ αἰῶνος.
Ιερ. 38,40                    Ολη η αγροτική περιοχή έως εις την κοιλάδα των Κέδρων και μέχρι της γωνίας της πύλης των ίππων προς ανατολάς, θα είναι αφιερωμένη στον Κυριον. Ποτέ πλέον δεν θα παύση υπάρχουσα η νέα Σιών και δεν θα κρημνισθή στον αιώνα του αιώνος.


ΙΕΡΕΜΙΑΣ 39 (Μασ. 32)

Ιερ. 39,1                      Ὁ λόγος ὁ γενόμενος παρὰ Κυρίου πρὸς Ἱερεμίαν ἐν τῷ ἐνιαυτῷ δεκάτῳ βασιλεῖ Σεδεκίᾳ, οὗτος ἐνιαυτὸς ὀκτωκαιδέκατος τῷ βασιλεῖ Ναβουχοδονόσορ βασιλεῖ Βαβυλῶνος·
Ιερ. 39,1                      Ο λόγος, ο οποίος ήλθεν εκ μέρους του Κυρίου προς τον Ιερεμίαν κατά το δέκατον έτος της βασιλείας του Σεδεκίου. Αυτό το έτος ήτο το δέκατον όγδοον έτος της βασιλείας του Ναβουχοδονόρος, του βασιλέως της Βαβυλώνος.
Ιερ. 39,2                      καὶ δύναμις βασιλέως Βαβυλῶνος ἐχαράκωσεν ἐπὶ Ἱερουσαλήμ, καὶ Ἱερεμίας ἐφυλάσσετο ἐν αὐλῇ τῆς φυλακῆς, ἥ ἐστιν ἐν οἴκῳ βασιλέως,
Ιερ. 39,2                      Τοτε η στρατιωτική δύναμις του βασιλέως της Βαβυλώνος επολιόρκει την Ιερουσαλήμ, ο δε Ιερεμίας εφυλάσσετο κλεισμένος εις την αυλήν της φυλακής, η οποία ευρίσκετο εις τα βασιλικά ανάκτορα.
Ιερ. 39,3                      ἐν ᾗ κατέκλεισεν αὐτὸν ὁ βασιλεὺς Σεδεκίας λέγων· διατί σὺ προφητεύεις λέγων; οὕτως εἶπε Κύριος· ἰδοὺ ἐγὼ δίδωμι τὴν πόλιν ταύτην ἐν χερσὶ βασιλέως Βαβυλῶνος, καὶ λήψεται αὐτήν,
Ιερ. 39,3                      Εις αυτήν τον κατέκλεισεν ο βασιλεύς Σεδεκίας λέγων· “διατί συ προφητεύεις έτσι και λέγεις· ιδού, εγώ παραδίδω την πόλιν αυτήν εις τα χέρια του βασιλέως της Βαβυλώνος και αυτός θα την καταλάβη;
Ιερ. 39,4                      καὶ Σεδεκίας οὐ μὴ σωθῇ ἐκ χειρὸς τῶν Χαλδαίων, ὅτι παραδόσει παραδοθήσεται εἰς χεῖρας βασιλέως Βαβυλῶνος, καὶ λαλήσει στόμα αὐτοῦ πρὸς στόμα αὐτοῦ, καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ ὄψονται,
Ιερ. 39,4                      Ο δε Σεδεκίας δεν θα διασωθή από τα χέρια των Χαλδαίων, αλλ' οπωσδήποτε θα παραδοθή εις τα χέρια του βασιλέως της Βαβυλώνος. Θα επικοινωνήση με αυτόν προσωπικώς, θα ομιλήση στόμα προς στόμα, τα μάτια του θα ίδουν τα μάτια εκείνου.
Ιερ. 39,5                      καὶ εἰσελεύσεται Σεδεκίας εἰς Βαβυλῶνα καὶ ἐκεῖ καθιεῖται.
Ιερ. 39,5                      Ο βασιλεύς Σεδεκίας θα οδηγηθή αιχμάλωτος εις την Βαβυλώνα και θα ύποχρεωθή να εγκατασταθή εκεί”.
Ιερ. 39,6                      καὶ λόγος Κυρίου ἐγενήθη πρὸς Ἱερεμίαν λέγων·
Ιερ. 39,6                      Και άλλος λόγος απηυθύνθη εκ μέρους του Κυρίου προς τον Ιερεμίαν ο εξής·
Ιερ. 39,7                      ἰδοὺ Ἀναμεὴλ υἱὸς Σαλὼμ ἀδελφοῦ πατρός σου ἔρχεται πρὸς σὲ λέγων· κτῆσαι σεαυτῷ τὸν ἀγρόν μου τὸν ἐν Ἀναθώθ, ὅτι σοὶ κρίσις παραλαβεῖν εἰς κτῆσιν.
Ιερ. 39,7                      Ιδού, έρχεται προς σε ο Αναμεήλ,ο υιός του Σαλώμ, αδελφού του πατρός σου, δια να είπη προς σέ· αγόρασε και πάρε ιδικόν σου αυτόν τον αγρόν, ο οποίος ευρίσκεται εις Αναθώθ, διότι εις σε ανήκει το δικαίωμα να τον εξαγόρασης και τον απόκτήσης.
Ιερ. 39,8                      καὶ ἦλθε πρός με Ἀναμεὴλ υἱὸς Σαλώμ, ἀδελφοῦ πατρός μου, εἰς τὴν αὐλὴν τῆς φυλακῆς καὶ εἶπε· κτῆσαι σεαυτῷ τὸν ἀγρόν μου τὸν ἐν γῇ Βενιαμὶν τὸν ἐν Ἀναθώθ, ὅτι σοὶ κρίμα κτήσασθαι αὐτόν, καὶ σὺ πρεσβύτερος. καὶ ἔγνων ὅτι λόγος Κυρίου ἐστί,
Ιερ. 39,8                      Τοτε, λέγει ο προφήτης, ήλθε προς εμέ ο Αναμεήλ, ο υιός του Σαλώμ, αδελφού του πατρός μου, εις την αυλήν, όπου υπήρχεν η φυλακή, και μου είπεν· “αγόρασε ως ιδιοκτησίαν σου τον αγρόν μου, που υπάρχει εις την χώραν Βενιαμίν, εις την περιοχήν Αναθώθ. Διότι σύμφωνα με τον Νομον συ δικαιούσαί να εξαγοράσης και απόκτησης αυτόν, διότι είσαι ο μεγαλύτερος μεταξύ των συγγενών”. Εγώ αντελήφθην ότι αυτό ήτο λόγος του Κυρίου προς εμέ.
Ιερ. 39,9                      καὶ ἐκτησάμην τὸν ἀγρὸν Ἀναμεὴλ υἱοῦ ἀδελφοῦ πατρός μου καὶ ἔστησα αὐτῷ ἑπτὰ σίκλους καὶ δέκα ἀργυρίου·
Ιερ. 39,9                      Δια τούτο ηγόρασα τυν αγρόν του Αναμεήλ, υιού του Σαλώμ, του αδελφού του πατρός μου και εζύγισα και εμέτρησα εις αυτόν δέκα επτά σίκλους αργυρούς.
Ιερ. 39,10                    καὶ ἔγραψα εἰς βιβλίον καὶ ἐσφραγισάμην καὶ διεμαρτυράμην μάρτυρας καὶ ἔστησα τὸ ἀργύριον ἐν ζυγῷ.
Ιερ. 39,10                    Εγραψα το συμβόλαιον σχετικώς με την αγοραπωλησίαν του αγρού, το εσφράγισα, το επεβεβαίωσα δια μαρτύρων και εζύγισα το αργύριον εις ζυγόν.
Ιερ. 39,11                    καὶ ἔλαβον τὸ βιβλίον τῆς κτήσεως τὸ ἐσφραγισμένον καὶ τὸ ἀνεγνωσμένον
Ιερ. 39,11                    Επήρα το συμβόλαιον τούτο της αποκτήσεως του αγρού, το κεκυρωμένον με σφραγίδας, αλλά ανοικτόν εις κοινήν θεάν.
Ιερ. 39,12                    καὶ ἔδωκα αὐτὸ τῷ Βαροὺχ υἱῷ Νηρίου υἱῷ Μαασαίου κατ᾿ ὀφθαλμοὺς Ἀναμεὴλ υἱοῦ ἀδελφοῦ πατρός μου καὶ κατ᾿ ὀφθαλμοὺς τῶν ἀνδρῶν τῶν παρεστηκότων καὶ γραφόντων ἐν τῷ βιβλίῳ τῆς κτήσεως καὶ κατ᾿ ὀφθαλμοὺς τῶν Ἰουδαίων τῶν ἐν τῇ αὐλῇ τῆς φυλακῆς.
Ιερ. 39,12                    Εδωκα το συμφωνητικόν αυτό της αγοράς στον Βαρούχ, υιόν του Νηρίου, υιού του Μαασαίου, επί παρουσία του Αναμεήλ, υιού του αδελφού του πατρός μου, και επί παρουσία των ανδρών, οι οποίοι παρευρέθησαν ως μάρτυρες και οι οποίοι είχαν υπογράψει το συμβόλαιον της αγοραπωλησίας και ενώπιον των άλλων Ιουδαίων, οι οποίοι ευρίσκοντο εις την αυλήν της φυλακής.
Ιερ. 39,13                    καὶ συνέταξα τῷ Βαροὺχ κατ᾿ ὀφθαλμοὺς αὐτῶν λέγων·
Ιερ. 39,13                    Εδωσα δε εντολήν στον Βαρούχ ενώπιον όλων αυτών λέγων·
Ιερ. 39,14                    οὕτως εἶπε Κύριος παντοκράτωρ· λάβε τὸ βιβλίον τῆς κτήσεως τοῦτο καὶ τὸ βιβλίον τὸ ἀνεγνωσμένον καὶ θήσεις αὐτὸ εἰς ἀγγεῖον ὀστράκινον, ἵνα διαμείνῃ ἡμέρας πλείους.
Ιερ. 39,14                    Ετσι μου είπε Κυριος ο παντοκράτωρ· πάρε το σαμβόλαιον αυτό τη αγοραπωλησίας, αυτό το συμβόλαιον, το οποίον ανεγνώσθη και υπεγράφη και ποθετήσατέ το μέσα εις ένα πήλινον δοχείον, δια να μένη επί πολύν χρόνον εκεί ασφαλές.
Ιερ. 39,15                    ὅτι οὕτως εἶπε Κύριος· ἔτι κτηθήσονται ἀγροὶ καὶ οἰκίαι καὶ ἀμπελῶνες ἐν τῇ γῇ ταύτῃ. -
Ιερ. 39,15                    Διότι έτσι είπεν ο Κυριος· Θα αγορασθούν δια συμβολαίων αγροί και οικίαι και αμπελώνες εις την χώραν αυτήν.
Ιερ. 39,16                    Καὶ προσευξάμην πρὸς Κύριον μετὰ τὸ δοῦναί με τὸ βιβλίον τῆς κτήσεως πρὸς Βαροὺχ υἱὸν Νηρίου λέγων·
Ιερ. 39,16                    Αφού παρέδωσα το συμβόλαιον τούτο της αγοράς στον Βαρούχ, τον υιόν του Νηρίου, προσηυχήθην προς τον Κυριον και είπα·
Ιερ. 39,17                    ᾦ Κύριε, σὺ ἐποίησας τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν τῇ ἰσχύϊ σου τῇ μεγάλῃ καὶ τῷ βραχίονί σου τῷ ὑψηλῷ καὶ τῷ μετεώρῳ, οὐ μὴ ἀποκρυβῇ ἀπὸ σοῦ οὐθέν,
Ιερ. 39,17                    “Ω Κυριε, συ εν τη απείρω σου δυνάμει και δια της παντοδυνάμου δεξιάς σου, εδημιούργησες τον ουρανόν και την γην και τίποτε δεν είναι δυνατόν να αποκρυβή από σέ.
Ιερ. 39,18                    ποιῶν ἔλεος εἰς χιλιάδας καὶ ἀποδιδοὺς ἁμαρτίας πατέρων εἰς κόλπους τέκνων αὐτῶν μετ᾿ αὐτούς, ὁ Θεὸς ὁ μέγας καὶ ἰσχυρός,
Ιερ. 39,18                    Συ είσαι εκείνος, ο οποίος κάμνεις μεν έλεος εις χιλιάδας ανθρώπων, άλλα και πληρώνεις τας αδικίας των πατέρων στους κόλπους των παιδιώνν των, έπειτα από αυτούς. Συ είσαι ο μέγας και παντοδύναμος Θεός.
Ιερ. 39,19                    Κύριος μεγάλης βουλῆς καὶ δυνατὸς τοῖς ἔργοις, ὁ Θεὸς ὁ μέγας, ὁ παντοκράτωρ καὶ μεγαλώνυμος Κύριος· οἱ ὀφθαλμοί σου εἰς τὰς ὁδοὺς τῶν υἱῶν τῶν ἀνθρώπων δοῦναι ἑκάστῳ κατὰ τὴν ὁδὸν αὐτοῦ·
Ιερ. 39,19                    Είσαι ο Κυριος και ο Θεός των μεγάλων σχεδίων και αποφάσεων, παντοδύναμος εις τα έργα, Θεός ο μέγας, ο παντοκράτωρ, ο μεγαλώνυμος Κυριος. Οι οφθαλμοί σου είναι εστραμμένοι και παρακολουθούν τους τρόπους και τους δρόμους της ζωής των ανθρώπων, δια να αποδωσης στον καθένα σύμφωνά με την πορείαν του.
Ιερ. 39,20                    ὃς ἐποίησας σημεῖα καὶ τέρατα ἐν γῇ Αἰγύπτῳ ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης καὶ ἐν Ἰσραὴλ καὶ ἐν τοῖς γηγενέσι· καὶ ἐποίησας σεαυτῷ ὄνομα, ὡς ἡμέρα αὕτη
Ιερ. 39,20                    Συ είσαι εκείνος, ο οποίος έκαμες σημεία και τέρατα εις την χώραν της Αιγύπτου μέχρι της ημέρας αυτής και στον Ισραηλιτικόν λαόν και στους εντοπίους. Και έτσι έκαμες γνωστόν και ένδοξον το Ονομά σου μέχρι και της ημέρας αυτής.
Ιερ. 39,21                    καὶ ἐξήγαγες τὸν λαόν σου Ἰσραὴλ ἐκ γῆς Αἰγύπτου ἐν σημείοις καὶ ἐν τέρασιν, ἐν χειρὶ κραταιᾷ καὶ ἐν βραχίονι ὑψηλῷ
Ιερ. 39,21                    Συ έβγαλες ελεύθερον τον λαόν σου τον ισραηλιτικόν από την χώραν της Αιγύπτου με σημεία και τέρατα, τα οποία επραγμοτοποίησες με την παντοδύναμον δεξιάν σου και με τον πανίσχυρον βραχίονά σου,
Ιερ. 39,22                    καὶ ἐν ὁράμασι μεγάλοις· καὶ ἔδωκας αὐτοῖς τὴν γῆν ταύτην, ἣν ὤμοσας τοῖς πατράσιν αὐτῶν, γῆν ῥέουσαν γάλα καὶ μέλι.
Ιερ. 39,22                    και δια μέσου μεγάλων και θαυμαστών οραμάτων· και έδωκες εις αυτούς την χώραν αυτήν, δια την οποίαν είχες ορκισθή στους προγόνους των, χώραν όπου ρέει γάλα και μέλι.
Ιερ. 39,23                    καὶ εἰσήλθοσαν καὶ ἐλάβοσαν αὐτὴν καὶ οὐκ ἤκουσαν τῆς φωνῆς σου καὶ ἐν τοῖς προστάγμασί σου οὐκ ἐπορεύθησαν· ἅπαντα, ἃ ἐνετείλω αὐτοῖς οὐκ ἐποίησαν· καὶ ἐποίησας συμβῆναι αὐτοῖς πάντα τὰ κακὰ ταῦτα.
Ιερ. 39,23                    Εκείνοι εισήλθον ελεύθεροι και κατέλαβαν ως κύριοι αυτήν, αλλά δεν υπήκουσαν εις την φωνήν σου και δεν επορεύθησαν σύμφωνά με τας εντολάς σου. Δεν ετήρησαν και δεν έπραξαν όλα εκείνα, τα οποία τους είχες διατάξει. Δια τούτο και επέτρεψας να συμβούν εις αυτούς όλαι αυταί αι συμφοραί.
Ιερ. 39,24                    ἰδοὺ ὄχλος ἥκει εἰς τὴν πόλιν ταύτην συλλαβεῖν αὐτήν, καὶ ἡ πόλις ἐδόθη εἰς χεῖρας Χαλδαίων τῶν πολεμούντων αὐτὴν ἀπὸ προσώπου μαχαίρας καὶ τοῦ λιμοῦ· ὡς ἐλάλησας, οὕτως ἐγένετο.
Ιερ. 39,24                    Ιδού, λοιπόν, τώρα ότι πολύς στρατός έχει επέλθει εναντίον της πόλεως αυτής, δια να την καταλάβη. Η πόλις θα παραδοθή εις τα χέρια των Χαλδαίων, οι οποίοι πολεμούν εναντίον της. Θα παραδοθή με την δύναμιν της μαχαίρας των πολιορκούντων αυτήν και του λιμού, ο οποίος επικρατεί έντος αυτής. Οπως είπες, έτσι ασφαλώς και θα γίνη· είναι σαν να έγινε.
Ιερ. 39,25                    καὶ σὺ λέγεις πρός με· κτῆσαι σεαυτῷ τὸν ἀγρὸν ἀργυρίου· καὶ ἔγραψα βιβλίον καὶ ἐσφραγισάμην καὶ ἐπεμαρτυράμην μάρτυρας· καὶ ἡ πόλις ἐδόθη εἰς χεῖρας Χαλδαίων.
Ιερ. 39,25                    Συ όμως, παρά ταύτα, λέγεις προς εμέ· αγόρασε και απόκτησε δια τον εαυτόν σου τον αγρόν αυτόν με καταβολήν αργυρίου. Εγώ ηγόρασα, συνέταξα το συμβόλαιον, το εσφράγισα, το επεβεβίιωσα δια μαρτύρων. Η πόλις παρά ταύτα θα παραδοθή ασφαλώς εις τα χέρια των Χαλδρίων”.
Ιερ. 39,26                    Καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρός με λέγων·
Ιερ. 39,26                    Ηλθε προς εμέ και άλλος λόγος Κυρίου, ο οποίος μου είπεν·
Ιερ. 39,27                    ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς πάσης σαρκός, μὴ ἀπ᾿ ἐμοῦ κρυβήσεταί τι;
Ιερ. 39,27                    Εγώ είμαι ο Κυριος και Θεός πάσης σαρκός, μήπως και είναι ποτέ δυνατόν να αποκρυβή κάτι από εμέ;
Ιερ. 39,28                    διὰ τοῦτο οὕτως εἶπε Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραήλ· δοθεῖσα παραδοθήσεται ἡ πόλις αὕτη εἰς χεῖρας βασιλέως Βαβυλῶνος, καὶ λήψεται αὐτήν,
Ιερ. 39,28                    Δια τούτο έτσι είπεν ο Κυριος ο Θεός του Ισραήλ· Ασφαλώς και βεβαίως θα παραδοθή η πόλις αυτή εις τα χέρια του βασιλέως της Βαβυλώνος, ο οποίος και θα την καταλάβη.
Ιερ. 39,29                    καὶ ἥξουσιν οἱ Χαλδαῖοι πολεμοῦντες ἐπὶ τὴν πόλιν ταύτην καὶ καύσουσι τὴν πόλιν ταύτην ἐν πυρὶ καὶ κατακαύσουσι τὰς οἰκίας, ἐν αἷς ἐθυμιῶσαν ἐπὶ τῶν δωμάτων αὐτῶν τῇ Βάαλ καὶ ἔσπευδον σπονδὰς θεοῖς ἑτέροις πρὸς τὸ παραπικράναι με.
Ιερ. 39,29                    Οι Χαλδαίοι, οι οποίοι τώρα πολεμούν την πόλιν αυτήν, θα εισέλθουν έντος αυτής, θα καύσουν αυτήν την πόλιν, θα παραδώσουν στο πυρ όλας τας οικίας, εις τα δωμάτια των οποίων οι Ιουδαίοι προσέφεραν θυμιάματα λατρείας στον Βααλ και έκαναν σπονδάς εις θεούς ξένους, ειδωλολατρικούς, δια να με παροργίσουν και παραπικράνουν.
Ιερ. 39,30                    ὅτι ἦσαν οἱ υἰοὶ Ἰσραὴλ καὶ οἱ υἱοὶ Ἰούδα μόνοι ποιοῦντες τὸ πονηρὸν κατ᾿ ὀφθαλμούς μου ἐκ νεότητος αὐτῶν.
Ιερ. 39,30                    Διότι υπέρ πάντα άλλον, τα τέκνα του Ισραήλ και τα τέκνα του Ιούδα, αυτοί διέπρατταν το πονηρόν ενώπιόν μου από αρχής της υπάρξεως των.
Ιερ. 39,31                    ὅτι ἐπὶ τὴν ὀργήν μου καὶ ἐπὶ τὸν θυμόν μου ἦν ἡ πόλις αὕτη, ἀφ᾿ ἧς ἡμέρας ᾠκοδόμησαν αὐτὴν καὶ ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης ἀπαλλάξαι αὐτὴν ἀπὸ προσώπου μου,
Ιερ. 39,31                    Δια τούτο η πόλις αυτή είναι αντικείμενον της οργής μου και του δικαίου θυμού μου, από της ημέρας κατά την οποίαν την ανοικοδόμησαν μέχρι της ημέρας αυτής, δια να την εξαφανίσω από τα μάτια μου.
Ιερ. 39,32                    διὰ πάσας τὰς πονηρίας τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ καὶ Ἰούδα, ὧν ἐποίησαν πικράναι με αὐτοὶ καὶ οἱ βασιλεῖς αὐτῶν καὶ οἱ ἄρχοντες αὐτῶν καὶ οἱ ἱερεῖς αὐτῶν καὶ οἱ προφῆται αὐτῶν, ἄνδρες Ἰούδα καὶ οἱ κατοικοῦντες ἐν Ἱερουσαλήμ,
Ιερ. 39,32                    Και τούτο εξ αιτίας όλων των πονηριών των υιών Ισραήλ και Ιούδα, τας οποίας αυτοί διέπραξαν, δια να με πικράνουν και παροργίσουν· αυτοί και οι βασιλείς των και οι άρχοντές των και οι ιερείς των και οι ψευδοπροφήται των, οι άνδρες της φυλής Ιούδα οι οποίοι κατοικούν εις την Ιερουσαλήμ.
Ιερ. 39,33                    καὶ ἀπέστρεψαν πρός με νῶτον καὶ οὐ πρόσωπον· καὶ ἐδίδαξα αὐτοὺς ὄρθρου, καὶ ἐδίδαξα, καὶ οὐκ ἤκουσαν ἔτι λαβεῖν παιδείαν.
Ιερ. 39,33                    Ολοι αυτοί εγύρισαν προς εμέ τα νώτα των, και όχι το πρόσωπόν των. Καθε πρωΐαν τους εδίδασκα το θέλημά μου, τους εδίδασκα και αυτοί δεν υπήκουσαν, δια να συμμορφωθούν και λάβουν την πατρικήν μου παιδαγωγίαν.
Ιερ. 39,34                    καὶ ἔθηκαν τὰ μιάσματα αὐτῶν ἐν τῷ οἴκῳ, οὗ ἐπεκλήθη τὸ ὄνομά μου ἐπ᾿ αὐτῷ, ἐν ἀκαθαρσίαις αὐτῶν,
Ιερ. 39,34                    Ετοποθέτησαν τα μιαρά είδωλά των μαζή με τας βρωμερότητάς των έντος του ναού, οπού εγίνετο επίκλησίς του Ονόματός μου.
Ιερ. 39,35                    καὶ ᾠκοδόμησαν τοὺς βωμοὺς τῇ Βάαλ τοὺς ἐν φάραγγι υἱοῦ Ἐννὸμ τοῦ ἀναφέρειν τοὺς υἱοὺς αὐτῶν καὶ τὰς θυγατέρας αὐτῶν τῷ Μολὸχ βασιλεῖ, ἃ οὐ συνέταξα αὐτοῖς καὶ οὐκ ἀνέβη ἐπὶ καρδίαν μου, τοῦ ποιῆσαι τὸ βδέλυγμα τοῦτο πρὸς τὸ ἐφαμαρτεῖν τὸν Ἰούδαν. -
Ιερ. 39,35                    Ανοικοδόμησαν βωμούς προς τιμήν του Βααλ εις την κοιλάδα υιού Εννόμ, δια να προσφέρουν εκεί ως θυσίας τους υιούς των και τας θυγατέρας των στο ειδωλον Μολόχ, τον βασιλέα και κύριον, όπως τον εθεωρούσαν. Εγώ όμως ποτέ δεν τους είχα διατάξει να κάμουν αυτά και ποτέ δεν διεννοήθην να παρακινήσω τον 'Ισραηλ να λατρεύση τα βδελυρά είδωλα και να αμαρτήση έτσι ο ιουδαϊκός λαός.
Ιερ. 39,36                    Καὶ νῦν οὕτως εἶπε Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραὴλ ἐπὶ τὴν πόλιν, ἣν σὺ λέγεις· παραδοθήσεται εἰς χεῖρας βασιλέως Βαβυλῶνος ἐν μαχαίρᾳ καὶ ἐν λιμῷ καὶ ἐν ἀποστολῇ.
Ιερ. 39,36                    Και τώρα έτσι είπεν ο Κυριος, ο Θεός του ισραηλιτικού λαού, εναντίον της πόλεως, περί της οποίας συ ομιλείς· θα παραδοθή αυτή εις τα χέρια του βασιλέως της Βαβυλώνος με την δυναμιν της μαχαίρας εκείνου και του λιμού που θα επικρατή εις αυτήν· οι δε κάτοικοί της θα οδηγηθούν αιχμάλωτοι εις εξορίαν.
Ιερ. 39,37                    ἰδοὺ ἐγὼ συνάγω αὐτοὺς ἐκ πάσης τῆς γῆς, οὗ διέσπειρα αὐτοὺς ἐκεῖ ἐν ὀργῇ μου καὶ τῷ θυμῷ μου καὶ ἐν παροξυσμῷ μεγάλῳ, καὶ ἐπιστρέψω αὐτούς εἰς τὸν τόπον τοῦτον καὶ καθιῶ αὐτοὺς πεποιθότας,
Ιερ. 39,37                    Αλλα, ιδού εγώ θα συγκεντρώσω πάλιν αυτούς από όλην την γην, όπου εγώ τους διεσκόρπισα εξ αιτίας της δικαίας οργής μου και του θυμού μου και στον παροξυσμόν της δικαίας αγανακτήσεώς μου, και θα τους επαναφέρω στον τόπον τούτόν και θα τους εγκαταστήσω σταθερούς και ασφαλείς εις αυτόν.
Ιερ. 39,38                    καὶ ἔσονταί μοι εἰς λαόν, καὶ ἐγὼ ἔσομαι αὐτοῖς εἰς Θεόν.
Ιερ. 39,38                    Θα είναι τότε αυτοί δι' εμέ λαός και θα είμαι εγώ εις αυτούς ο Θεός.
Ιερ. 39,39                    καὶ δώσω αὐτοῖς ὁδὸν ἑτέραν καὶ καρδίαν ἑτέραν φοβηθῆναί με πάσας τὰς ἡμέρας καὶ εἰς ἀγαθὸν αὐτοῖς καὶ τοῖς τέκνοις αὐτῶν μετ᾿ αὐτούς.
Ιερ. 39,39                    Θα δώσω εις αυτούς νέαν οδόν των εντολών μου, δια να την ακολουθήσουν. Αλλην δε καρδίαν θα θέσω εντός αυτών, δια να με φοβούνται και να με σέβωνται όλας τας ημέρας της ζωής των προς το καλόν αυτών των ιδίων και των τέκνων των, τα οποία θα έλθουν υστέρα από αυτούς.
Ιερ. 39,40                    καὶ διαθήσομαι αὐτοῖς διαθήκην αἰωνίαν, ἣν οὐ μὴ ἀποστρέψω ὄπισθεν αὐτῶν· καὶ τὸν φόβον μου δώσω εἰς τὴν καρδίαν αὐτῶν πρὸς τὸ μὴ ἀποστῆναι αὐτοὺς ἀπ᾿ ἐμοῦ.
Ιερ. 39,40                    Θα συνάψω με αυτούς αιωνίαν Διαθήκην, την οποίαν δεν θα ακυρώσω και δεν θα απομακρύνω από αυτούς. Θα θέσω εντός της καρδίας των τον φόβον μου, δια να μη απομακρυνθούν πλέον από εμέ.
Ιερ. 39,41                    καὶ ἐπισκέψομαι τοῦ ἀγαθῶσαι αὐτοὺς καὶ φυτεύσω αὐτοὺς ἐν τῇ γῇ ταύτῃ ἐν πίστει καὶ ἐν πάσῃ καρδίᾳ καὶ ἐν πάσῃ ψυχῇ.
Ιερ. 39,41                    Τοτε εγώ, με όλην μου την καρδίαν και με όλην μου την ψυχήν, θα τους επισκεφθώ εν τη αγαθότητί μου, δια να τους αναδείξω αγαθούς. Θα τους καταφυτεύσω εις την χώραν αυτήν ασφαλείς και σταθερούς.
Ιερ. 39,42                    ὅτι οὕτως εἶπε Κύριος· καθὰ ἐπήγαγον ἐπὶ τὸν λαὸν τοῦτον πάντα τὰ κακὰ τὰ μεγάλα ταῦτα, οὕτως ἐγὼ ἐπάξω ἐπ᾿ αὐτοὺς πάντα τὰ ἀγαθά, ἃ ἐλάλησα ἐπ᾿ αὐτούς.
Ιερ. 39,42                    Ετσι είπεν ο Κυριος· Οπως επέφερα εναντίον του λαού αυτών όλας τας μεγάλας αυτάς τιμωρίας και συμφοράς, έτσι θα αποστείλω προς αυτούς όλα τα αγαθά, όπως είχα υποσχεθή δι' αυτούς.
Ιερ. 39,43                    καὶ κτηθήσονται ἔτι ἀγροὶ ἐν τῇ γῇ, ᾗ σὺ λέγεις· ἄβατός ἐστιν ἀπὸ ἀνθρώπων καὶ κτήνους καὶ παρεδόθησαν εἰς χεῖρας Χαλδαίων.
Ιερ. 39,43                    Και πάλιν θα αγοράζωνται από αυτούς αγροί εις την χώραν αυτήν, δια την οποίαν συ προφητεύεις και λέγεις· Ερημος και άβατος θα γίνη αυτή από ανθρώπους και κτήνη, διότι θα παραδοθή εις τα χέρια των Χαλδαίων.
Ιερ. 39,44                    καὶ κτήσονται ἀγροὺς ἐν ἀργυρίῳ, καὶ γράψεις βιβλίον καὶ σφραγιῇ καὶ διαμαρτυρῇ μάρτυρας ἐν γῇ Βενιαμὶν καὶ κύκλῳ τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν πόλεσιν Ἰούδα καὶ ἐν πόλεσι τοῦ ὄρους καὶ ἐν πόλεσι τῆς Σεφηλὰ καὶ ἐν πόλεσι τῆς Ναγέβ, ὅτι ἀποστρέψω τὰς ἀποικίας αὐτῶν.
Ιερ. 39,44                    Οι Ιουδαίοι θα αγοράσουν με τα χρήματα των αγρούς και πάλιν, θα συντάσσωνται προς τούτοις συμβόλαια αγοραπωλησίας, θα σφραγίζωνται αυτά και θα επιβεβαιώνονται με μάρτυρας εις την χώραν Βενιαμίν, εις τα περίχωρα της Ιερουσαλήμ, εις τας πόλστου Ιούδα, εις τας πόλεις της ορεινής περιοχής, τας πόλεις της Σεφηλά και εις τας πόλεις Ναγέβ. Αυτά θα πραγματοποιηθούν, διότι εγώ θα επαναφέρω ελευθέρους τους αιχμαλώτους Ιουδαίους εις την πατρίδα των.

Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.