Κυριακή, 1 Απριλίου 2012

ΙΕΡΕΜΙΑΣ 30 - 34




ΙΕΡΕΜΙΑΣ 30 (Μασ. 49,1-5)

Τοῖς υἱοῖς Ἀμμὼν
Εναντίον των Αμμωνιτων
Ιερ. 30,1                      Οὕτως εἶπε Κύριος· μὴ υἱοὶ οὐκ εἰσὶν ἐν Ἰσραήλ, ἢ παραληψόμενος οὐκ ἔστιν αὐτοῖς; διατί παρέλαβε Μελχὸλ τὴν Γαλαάδ, καὶ ὁ λαὸς αὐτῶν ἐν πόλεσιν αὐτῶν ἐνοικήσει;
Ιερ. 30,1                      Ετσι ωμίλησε και είπεν ο Κυριος· Μηπως έλειψαν και δεν υπάρχουν απόγονοι του Ισραήλ εις την χώραν; Μηπως δεν υπάρχει μεταξύ αυτών ούτε ένας κληρονόμος Ισραηλίτης; Διατί τότε ο Μελχόλ, θεός ψευδής των Αμμωνιτών, κατέλαβε την χώραν Γαλαάδ, και ο λαός αυτών των Αμμωνιτών κατοικεί εις τας πόλεις των Ισραηλιτών;
Ιερ. 30,2                      διὰ τοῦτο ἰδοὺ ἡμέραι ἔρχονται, φησὶ Κύριος, καὶ ἀκουτιῶ ἐπὶ Ῥαββὰθ θόρυβον πολέμων, καὶ ἔσονται εἰς ἄβατον καὶ εἰς ἀπώλειαν, καὶ βωμοὶ αὐτῆς ἐν πυρὶ κατακαυθήσονται, καὶ παραλήψεται Ἰσραὴλ τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ.
Ιερ. 30,2                      Δια τούτο ιδού, έρχονται ημέραι, λέγει ο Κυριος, και θα κάμω να ακουσθή πολεμικός θόρυβος εναντίον της Ραββάθ, της πρωτευούσης των Αμμωνιτών. Η χώρα θα παραδοθή εις την καταστροφήν, θα γίνη έρημος και άβατος. Οι βωμοί της θα παραδοθούν στο πυρ και θα κατακαούν, ο δε ισραηλιτικός λαός θα παραλάβη την αρχικήν του κληρονομίαν.

Ιερ. 30,3                      ἀλάλαξον Ἐσεβών, ὅτι ὤλετο Γαΐ· κεκράξατε θυγατέρες Ῥαββάθ, περιζώσασθε σάκκους καὶ κόψασθε, ὅτι Μελχὸλ βαδιεῖται ἐν ἀποικίᾳ, οἱ ἱερεῖς αὐτοῦ καὶ οἱ ἄρχοντες αὐτοῦ ἅμα.
Ιερ. 30,3                      Κραύγασε και θρήνησε, Εσεβών, πόλις των Μωαβιτών, διότι κατεστράφη η Γαϊ! Κράξατε και ολολύξατε θυγατέρες Ραββάθ, φορέσατε και ζωσθήτε σάκκινα ενδύματα πένθους. Αρχίσατε κοπετούς και θρήνους, διότι ο ψευδοθεός Μελχόλ θα μεταφερθή εις εξορίαν, όπως επίσης και οι ιερείς αυτού και οι άρχοντες των Αμμωνιτών μαζή
Ιερ. 30,4                      τί ἀγαλλιᾶσθε ἐν τοῖς πεδίοις Ἐνακείμ, θύγατερ ἰταμίας, ἡ πεποιθυῖα ἐπὶ θησαυροῖς αὐτῆς, ἡ λέγουσα· τίς εἰσελεύσεται ἐπ᾿ ἐμέ;
Ιερ. 30,4                      Διατί χαίρετε και ευφραίνεσθε εις τας πεδιάδας των γιγάντων, σκληροί και εγωπαθείς κάτοικοι της περιοχής; Σεις, οι οποίοι έχετε στηρίξει την πεποίθησίν σας στους θησαυρούς της ισχύος σας και του πλούτου σας και οι οποίοι λέγετε· Ποιός θα τολμήση να έλθη εναντίον μας και να εισελθη εις την χώραν μας;
Ιερ. 30,5                      ἰδοὺ ἐγὼ φέρω φόβον ἐπὶ σέ, εἶπε Κύριος, ἀπὸ πάσης τῆς περιοίκου σου, καὶ διασπαρήσεσθε ἕκαστος εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἔσται ὁ συνάγων.
Ιερ. 30,5                      Ιδού, εγώ θα επιφέρω εναντίον σας φόβον, είπεν ο Κυριος, και θα φοβηθήτε εκ μέρους όλων των γειτονικών σας περιοχών. Τρομαγμένοι θα διασκορπισθήτε ο καθένας προς ιδικήν του κατεύθυνσιν και δεν θα υπάρχη άνθρωπος, ο οποίος να σας συγκρατήση και να σας συγκεντρώση.
Ιερ. 30,6                      Τῇ Κηδὰρ τῇ βασιλίσσῃ τῆς αὐλῆς, ἣν ἐπάταξε Ναβουχοδονόσορ βασιλεὺς Βαβυλῶνος. (Μασ. 49,28-33) Οὕτως εἶπε Κύριος· ἀνάστητε καὶ ἀνάβητε ἐπὶ Κηδὰρ καὶ πλήσατε τοὺς υἱοὺς Κεδέμ·
Ιερ. 30,6                      Εις την φυλήν των σκηνιτών της Κηδάρ, η οποία εβασιλευε και εκυριαρχούσεν εις την περιοχήν εκείνην, την οποίαν εκτύπησεν ο Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς της Βαβυλώνος, απευθύνονται οι κατωτέρω λόγοι· (Μασ. Μθ', 28-33). Ετσι είπεν ο Κυριος· Σηκωθήτε και επέλθετε εναντίον της Κηδάρ, κτυπήσατε και καταστρέψατε τους υιούς της Κεδέμ.
Ιερ. 30,7                      σκηνὰς αὐτῶν καὶ τὰ πρόβατα αὐτῶν λήψονται, ἱμάτια αὐτῶν καὶ πάντα τὰ σκεύη αὐτῶν καὶ καμήλους αὐτῶν λήψονται ἑαυτοῖς· καὶ καλέσατε ἐπ᾿ αὐτοὺς ἀπώλειαν κυκλόθεν.
Ιερ. 30,7                      Οι εχθροί των θα πάρουν τας σκηνάς και τα πρόβατα των και τα ενδύματά των και όλα τα σκεύη των και τας καμήλους αυτών. Ολα θα τα πάρουν δια τον εαυτόν των. Προσκαλέσατε εναντίον των εχθρών σας τους κύκλω λαούς προς καταστροφήν των.
Ιερ. 30,8                      φεύγετε λίαν, βαθύνατε εἰς κάθισιν, καθήμενοι ἐν τῇ αὐλῇ, ὅτι ἐβουλεύσατο ἐφ᾿ ὑμᾶς βασιλεὺς Βαβυλῶνος βουλὴν καὶ ἐλογίσατο ἐφ᾿ ὑμᾶς λογισμόν.
Ιερ. 30,8                      Φυγετε ταχέως και μακράν. Αναζητήσατε καταφύγιον και ασφάλειαν εις βαθείς λάκκους σεις, οι οποίοι κατοικείτε την περιοχήν αυτήν. Διότι ο βασιλεύς της Βαβυλώνος εσκέφθη και έλαβεν εναντίον σας αποφασιν· κατέστρωσε σχέδιον καταστροφής σας.
Ιερ. 30,9                      ἀνάστηθι καὶ ἀνάβηθι ἐπ᾿ ἔθνος εὐσταθοῦν, καθήμενον εἰς ἀναψυχήν, οἷς οὐκ εἰσὶ θύραι, οὐ βάλανοι, οὐ μοχλοί, μόνοι καταλύουσι.
Ιερ. 30,9                      Εθνος εχθρικόν ας εξεγερθή και ας επέλθη εναντίον άλλου έθνους, εναντίον των νομάδων, που ζουν ήσυχοι και αμέριμνοι εις τας περιοχάς των, στους οποίους δεν υπάρχουν θύραι, ούτε δοκάρια από σκληράν δρυν και μοχλοί ασφαλείας των πυλών. Μονοι των και άνευ συμμάχων κατοικούν.
Ιερ. 30,10                    καὶ ἔσονται κάμηλοι αὐτῶν εἰς προνομὴν καὶ πλῆθος κτηνῶν αὐτῶν εἰς ἀπώλειαν· καὶ λικμήσω αὐτοὺς παντὶ πνεύματι κεκαρμένους πρὸ προσώπου αὐτῶν, ἐκ παντὸς πέραν αὐτῶν οἴσω τὴν τροπὴν αὐτῶν, εἶπε Κύριος.
Ιερ. 30,10                    Τας καμήλους αυτών θα τας αρπάσουν και θα τας πάρουν λείαν οι εχθροί των. Υό πλήθος των κατουκιδίων ζωών των θα παραδοθή εις όλεθρον. Θα λιχνίσω προς κάθε άνεμον και θα διασκορπίσω αυτούς, που έχουν κουρευμένα τα πρόσωπα των. Από όλα τα όριά των θα φέρω εναντίον των εχθρούς, λέγει ο Κυριος.
Ιερ. 30,11                    καὶ ἔσται ἡ αὐλὴ διατριβὴ στρουθῶν καὶ ἄβατος ἕως αἰῶνος, οὐ μὴ καθίσῃ ἐκεῖ ἄνθρωπος, καὶ οὐ μὴ κατοικήσῃ ἐκεῖ υἱὸς ἀνθρώπου.
Ιερ. 30,11                    Θα γίνη δε η βασιλική αυλή και η περιοχή των τόπος διαμονής στρουθίων, άβατος από ανθρώπους δια παντός. Δεν θα καθίση εκεί ανθρώπους! Δεν θα εγκατασταθή εκεί υιός ανθρώπου!
Ιερ. 30,12                    Τῇ Δαμασκῷ. (Μασ. 49,23-27). Κατῃσχύνθη Ἠμὰθ καὶ Ἀρφάδ, ὅτι ἤκουσαν ἀκοὴν πονηράν· ἐξέστησαν, ἐθυμώθησαν, ἀναπαύσασθαι οὐ μὴ δύνωνται.
Ιερ. 30,12                    Εναντίον της Δαμασκού (Μασ. Μθ', 23-27). Η Ημάθ και η Αρφάδ έχουν καταισχυνθή, διότι ήκουσαν μίαν τρομεράν είδησιν. Εξεπλάγησαν, ανεστατώθησαν, δεν ημπορούν να ευρουν ησυχίαν.
Ιερ. 30,13                    ἐξελύθη Δαμασκός, ἀπεστράφη εἰς φυγήν, τρόμος ἐπελάβετο αὐτῆς.
Ιερ. 30,13                    Παρέλυσεν η Δαμασκός. Οι κάτοικοί της ετράπησαν πανικόβλητοι εις φυγήν. Τρόμος κατέλαβεν αυτούς.
Ιερ. 30,14                    πῶς οὐχὶ ἐγκατέλιπε πόλιν ἐμήν; κώμην ἠγάπησαν·
Ιερ. 30,14                    Διατί όμως οι κάτοικοι της Δαμασκού, καίτοι προειδοποιήθησαν, δεν εγκατέλειψαν την πόλιν μου; Διότι ηγάπησαν την πόλιν αυτήν.
Ιερ. 30,15                    διὰ τοῦτο πεσοῦνται νεανίσκοι ἐν πλατείαις σου, καὶ πάντες οἱ ἄνδρες οἱ πολεμισταί σου πεσοῦνται, φησὶ Κύριος·
Ιερ. 30,15                    Δια τούτο, ω Δαμασκός, οι νεαροί άνδρες σου θα πέσουν νεκροί και τραυματίαι εις τας πλατείας σου, όπως επίσης και όλοι οι άνδρες σου οι πολεμισταί θα πέσουν νεκροί κατά τας μάχας, λέγει ο Κυριος.
Ιερ. 30,16                    καὶ καύσω πῦρ ἐν τείχει Δαμασκοῦ, καὶ καταφάγεται ἄμφοδα υἱοῦ Ἄδερ.
Ιερ. 30,16                    Φωτιά θα ανάψω επάνω εις τα τείχη της Δαμασκού, η οποία θα καταφάγη τας οδούς της χώρας και τα ανάκτορα των βασιλέων της.


ΙΕΡΕΜΙΑΣ 31 (Μασ. 48)

Τῇ Μωάβ.
Εναντίον της χώρας Μωάβ.
Ιερ. 31,1                      Οὕτως εἶπε Κύριος· οὐαὶ ἐπὶ Ναβαῦ, ὅτι ὤλετο· ἐλήφθη Καριαθαίμ, ᾐσχύνθη Ἀμὰθ καὶ ἡττήθη.
Ιερ. 31,1                      Ετσι είπεν ο Κυριος· Αλλοίμονον εις την Ναβαύ, διότι θα παραδοθή εις όλεθρον. Εκυριεύθη η Καριαθέμ, ενικήθη και κατεντροπιάσθη η Αμάθ.
Ιερ. 31,2                      οὐκ ἔστιν ἔτι ἰατρεία Μωάβ, γαυρίαμα ἐν Ἐσεβών· ἐλογίσαντο ἐπ᾿ αὐτὴν κακά· ἐκόψαμεν αὐτὴν ἀπὸ ἔθνους, καὶ παῦσιν παύσεται, ὄπισθέν σου βαδιεῖται μάχαιρα.
Ιερ. 31,2                      Καμμία θεραπεία δεν υπάρχει πλέον δια την Μωάβ, Εσβησεν η δόξα και το καύχημα της Εσεβών. Οι εχθροί της εσχεδίασαν και απεφάσισαν εναντίον της κακά. Ειπαν· “θα κατακόψωμεν αυτήν, ώστε να μη υπάρχη πλέον μεταξύ των εθνών”. Ασφαλώς και βεβαίως θα τερματισθή η ύπαρξίς της. Η μάχαιρα η καταστρεπτική θα σε ακολουθή, χώρα Μωάβ, κατά πόδας.
Ιερ. 31,3                      ὅτι φωνὴ κεκραγότων ἐξ Ὠρωναίμ, ὄλεθρος καὶ σύντριμμα μέγα·
Ιερ. 31,3                      Ακούονται θρηνώδεις κραυγαί ανθρώπων, οι οποίοι κραυγάζουν εις Ωρωναίμ· “μεγάλος ο όλεθρος και μεγάλη η συντριβή σου”!
Ιερ. 31,4                      συνετρίβη Μωάβ, ἀναγγείλατε εἰς Ζογόρα,
Ιερ. 31,4                      “Η Μωάδ κατεστράφη, αναγγείλατε αυτό εις Ζογόρα”.
Ιερ. 31,5                      ὅτι ἐπλήσθη Ἀλὼθ ἐν κλαυθμῷ, ἀναβήσεται κλαίων ἐν ὁδῷ Ὠρωναίμ, κραυγὴν συντρίμματος ἠκούσατε·
Ιερ. 31,5                      Η Αλώθ εγέμισεν από θρήνους και κλαυθμούς. Ενώπιον της μεγάλης καταστροφής κάθε άνθρωπος θα ανεβή κλαίων την οδόν προς Ωρωναίμ. Ηκούσατε την κραυγήν της συντριβής της.
Ιερ. 31,6                      φεύγετε καὶ σώσατε τὰς ψυχὰς ὑμῶν καὶ ἔσεσθε ὥσπερ ὄνος ἄγριος ἐν ἐρήμῳ.
Ιερ. 31,6                      Φεύγετε και σώσατε την ζωήν σας· γενήτε ωσάν οι άγριοι όνοι εις την έρημον.
Ιερ. 31,7                      ἐπειδὴ ἐπεποίθεις ἐν ὀχυρώμασί σου, καὶ σὺ συλληφθήσῃ· καὶ ἐξελεύσεται Χαμὼς ἐν ἀποικίᾳ καὶ οἱ ἱερεῖς αὐτοῦ καὶ οἱ ἄρχοντες αὐτοῦ ἅμα.
Ιερ. 31,7                      Θα κυριευθής και συ, επειδή είχες στηρίξει την πεποίθησίν σου εις τα οχυρώματά σου και οχι εις εμέ. Ο ειδωλικός θεός σου Χαμώς θα απαχθή εις αιχμαλωσίαν και οι ιερείς του μαζή με τους άρχοντάς του.
Ιερ. 31,8                      καὶ ἥξει ὄλεθρος ἐπὶ πᾶσαν πόλιν, καὶ πόλις οὐ μὴ σωθῇ, καὶ ἀπολεῖται ὁ αὐλών, καὶ ἐξολοθρευθήσεται ἡ πεδινή, καθὼς εἶπε Κύριος.
Ιερ. 31,8                      Ολεθρος θα επέλθη εις κάθε πόλιν. Καμμία πόλις δεν θα διασωθή από την καταστροφήν. Θα καταστραφή ο αυλών, η κοιλάς αυτή του Ιορδάνου· θα εξολοθρευθή η απέραντος πεδινή περιοχή της Μωάβ, όπως είπεν ο Κυριος.
Ιερ. 31,9                      δότε σημεῖα τῇ Μωάβ, ὅτι ἁφῇ ἀναφθήσεται, καὶ πᾶσαι αἱ πόλεις αὐτῆς εἰς ἄβατον ἔσονται· πόθεν ἔνοικος αὐτῇ;
Ιερ. 31,9                      Δωσατε πειστικά σημεία εις την Μωάβ, ότι εξαπαντος θα παραδοθή στο καταστρεπτικός πυρ. Ολαι αι πόλεις της θα γίνουν άβατοι από τους ανθρώπους και έρημοι. Από που θα έλθη κάτοικος εις αυτήν;
Ιερ. 31,10                    ἐπικατάρατος ὁ ποιῶν τὰ ἔργα Κυρίου ἀμελῶς, ἐξαίρων μάχαιραν αὐτοῦ ἀφ᾿ αἵματος.
Ιερ. 31,10                    Επικατάρατος είναι εκείνος, ο οποίος πράττει τα έργα του Κυρίου αμελώς. Επικατάρατος εκείνος, ο οποίος, παρά την διαταγήν του Κυρίου, αναστέλλει την μάχαιράν του από την σφαγήν των εχθρών.
Ιερ. 31,11                    ἀνεπαύσατο Μωὰβ ἐκ παιδαρίου καὶ πεποιθὼς ἦν ἐπὶ τῇ δόξῃ αὐτοῦ, οὐκ ἐνέχεεν ἐξ ἀγγείου εἰς ἀγγεῖον καὶ εἰς ἀποικισμὸν οὐκ ᾤχετο· διὰ τοῦτο ἔστη γεῦμα αὐτοῦ ἐν αὐτῷ, καὶ ὀσμὴ αὐτοῦ οὐκ ἐξέλιπε.
Ιερ. 31,11                    Απ' αρχής της υπάρξεώς της η Μωάβ, έζη εν ησυχία και ειρήνη. Είχε πεποίθησιν εις την δόξαν και την δύναμίν της. Δεν εξεκενώθη από ένα δοχείον εις άλλο ο λαός της δεν ωδηγήθη αιχμάλωτος εις την εξορίαν. Εμεινεν ώσαν οίνος αμετακίνητος, που διετήρησε την ευχάριστον γεύσιν του και δεν έχασε την ευωδίαν του!
Ιερ. 31,12                    διὰ τοῦτο ἰδοὺ ἡμέραι αὐτοῦ ἔρχονται, φησὶ Κύριος, καὶ ἀποστελῶ αὐτῷ κλίνοντας, καὶ κλινοῦσιν αὐτὸν καὶ τὰ σκεύη αὐτοῦ λεπτυνοῦσι καὶ τὰ κέρατα αὐτοῦ συγκόψουσι.
Ιερ. 31,12                    Δια τούτο ιδού, λέγει ο Κυριος, έρχονται ημέραι, κατά τας οποίας εγώ θα αποστείλω μεταγγιστάς, οι οποίοι θα μεταγγίσουν τον οίνον· τα δε πήλινα σκεύη, εις τα οποία εφυλάσσετο, θα τα συντρίψουν. Οι εχθροί θα κατακόψουν όλην την δύναμιν της Μωάβ.
Ιερ. 31,13                    καὶ καταισχυνθήσεται Μωὰβ ἀπὸ Χαμώς, ὥσπερ κατῃσχύνθη οἶκος Ἰσραὴλ ἀπὸ Βαιθὴλ ἐλπίδος αὐτῶν πεποιθότες ἐπ᾿ αὐτοῖς.
Ιερ. 31,13                    Οι Μωαβίται θα κατεντροπιασθούν δια το άψυχον και ανίκανον να τους σώση είδωλον του Χαμώς, όπως κατεντροπιάσθησαν οι Ισραηλίται από την Βαιθήλ, όπου είχαν στηρίξει την ελπίδα των αυτοί, που επίστευαν εις τα είδωλα.
Ιερ. 31,14                    πῶς ἐρεῖτε· ἰσχυροί ἐσμεν καὶ ἄνθρωπος ἰσχύων εἰς τὰ πολεμικά;
Ιερ. 31,14                    Και λοιπόν, σεις οι Μωαβίται πως θα πήτε· “είμεθα ισχυροί και κάθε άνδρας από μας είναι δυνατός εις τα πολεμικά όπλα”;
Ιερ. 31,15                    ὤλετο Μωὰβ πόλις αὐτοῦ, καὶ ἐκλεκτοὶ νεανίσκοι αὐτοῦ κατέβησαν εἰς σφαγήν·
Ιερ. 31,15                    Ιδού, ότι όλαι αι πόλεις της χώρας Μωάβ παρεδόθησαν στον όλεθρον. Οι εκλεκτοί δε νέοι άνδρες της ωδηγήθησαν εις σφαγήν.
Ιερ. 31,16                    ἐγγὺς ἡμέρα Μωὰβ ἐλθεῖν, καὶ πονηρία αὐτοῦ ταχεῖα σφόδρα.
Ιερ. 31,16                    Η ημέρα καταδίκης της Μωάβ πλησιάζει να έλθη και η σύμφορά της έρχεται πολύ ταχέως.
Ιερ. 31,17                    κινήσατε αὐτῷ, πάντες κυκλόθεν αὐτοῦ, πάντες εἰδότες ὄνομα αὐτοῦ· εἴπατε· πῶς συνετρίβη βακτηρία εὐκλεής, ῥάβδος μεγαλώματος;
Ιερ. 31,17                    Συγκλονισθήτε και κλαύσατε δια τον όλεθρον της Μωάβ όλοι οι γύρω από αυτήν λαοί. Ολοι όσοι την εγνωρίζατε, είπατε· “πως συνετρίβη η ένδοξος βακτηρία, η ισχυρά αυτή ράβδος;”
Ιερ. 31,18                    κατάβηθι ἀπὸ δόξης καὶ κάθισον ἐν ὑγρασίᾳ, καθημένη Δαιβών· ἐκτριβήσεται, ὅτι ὤλετο Μωάβ, ἀνέβη εἰς σὲ λυμαινόμενος ὀχύρωμά σου.
Ιερ. 31,18                    Σεις, οι κάτοικοι της Δαιβών, κατεβήτε από την δόξαν σας, καθίσατε κάτω στο υγρόν έδαφος. Η Δαιβών θα καταστραφή, αφού εχάθη ολόκληρος η περιοχή Μωάβ. Επήλθεν εναντίον σου εκείνος, ο οποίος θα καταστρέψη και θα συλήση τα οχυρωματά σου.
Ιερ. 31,19                    ἐφ᾿ ὁδοῦ στῆθι καὶ ἔπιδε, καθημένη ἐν Ἀροήρ, καὶ ἐρώτησον φεύγοντα καὶ σῳζόμενον καὶ εἰπόν· τί ἐγένετο;
Ιερ. 31,19                    Σεις, που κατοικείτε εις την Αροήρ,. σταθήτε στον δρόμον σας και ερωτήσατε αυτούς, που πανικόβλητοι φεύγουν και προσπαθούν να σωθούν, και ειπέτε τους· “τι συνέβη”;
Ιερ. 31,20                    κατῃσχύνθη Μωάβ, ὅτι συνετρίβη· ὀλόλυξον καὶ κέκραξον, ἀνάγγειλον ἐν Ἀρνών, ὅτι ὤλετο Μωάβ·
Ιερ. 31,20                    Θα σας απαντήσουν· “η Μωάβ κατεντροπιάσθη, διότι συνετρίβη και κατεστράφη”. Θρηνήσατε, κραυγάσατε, αναγγείλατε εις την Αρνών, ότι εξωλοθρεύθη η Μωάβ...
Ιερ. 31,21                    καὶ κρίσις ἔρχεται εἰς τὴν γῆν Μεισὼρ ἐπὶ Χελὼν καὶ Ῥεφὰς καὶ Μωφὰθ
Ιερ. 31,21                    Δικαία κρίσις και τιμωρία επέρχεται εναντίον της χώρας Μεισώρ και των, πόλεών της Χελών, Ρεφάς, Μωφάθ,
Ιερ. 31,22                    καὶ ἐπὶ Δαιβὼν καὶ ἐπὶ Ναβαῦ καὶ ἐπ᾿ οἶκον Δαιβλαθαὶμ
Ιερ. 31,22                    εναντίον της Δαίδων και της Ναβαύ, εναντίον των απογόνων Δαιβλαθαίμ.
Ιερ. 31,23                    καὶ ἐπὶ Καριαθαὶμ καὶ ἐπ᾿ οἶκον Γαιμὼλ καὶ ἐπ᾿ οἶκον Μαὼν
Ιερ. 31,23                    Εναντίον της Καριαθαίμ και των απογόνων Γαιμώλ, εναντίον του οίκου Μαών,
Ιερ. 31,24                    καὶ ἐπὶ Καριὼθ καὶ ἐπὶ Βοσὸρ καὶ ἐπὶ πάσας τὰς πόλεις Μωὰβ τὰς πόῤῥω καὶ τὰς ἐγγύς.
Ιερ. 31,24                    εναντίον της Καριώθ και της Βοσόρ και εναντίον όλων των πόλεων της χώρας Μωάβ, αι οποίαι ευρίσκονται μακράν και πλησίον.
Ιερ. 31,25                    κατεάχθη κέρας Μωάβ, καὶ τὸ ἐπίχειρον αὐτοῦ συνετρίβη.
Ιερ. 31,25                    Εσπασεν η δύναμις της Μωάβ, συνετρίβησαν τα πολεμικά όπλα εις τα χέρια του λαού της.
Ιερ. 31,26                    μεθύσατε αὐτόν, ὅτι ἐπὶ Κύριον ἐμεγαλύνθη· καὶ ἐπικρούσει Μωὰβ ἐν χειρὶ αὐτοῦ καὶ ἔσται εἰς γέλωτα καὶ αὐτός.
Ιερ. 31,26                    Σεις, οι επιδρομείς, οι Χαλδαίοι, μεθύσατε τον λαόν της Μωάβ με τον οίνον του θυμού του Κυρίου, διότι ο λαός αυτός υψώθη και αυθαδίασεν εναντίον του Κυρίου του. Οι Μωαβίται εχειροκροτούσαν με χαράν δια τον όλεθρον του Ιούδα, αλλά και οι ίδιοι θα γίνουν αντικείμενον γέλωτος και εμπαιγμού.
Ιερ. 31,27                    καὶ εἰ μὴ εἰς γελοιασμὸν ἦν σοι Ἰσραήλ; ἢ ἐν κλοπαῖς σου εὑρέθη, ὅτι ἐπολέμεις αὐτόν;
Ιερ. 31,27                    Μηπως ο ισραηλιτικός λαός δεν έγινε δια σε αντικείμενον χλευασμού και γέλωτος; Διατί αυτό; Μηπως και τον συνέλαβες ως κλέπτην της περιουσίας σου και δια τούτο επολεμούσες εναντίον του;
Ιερ. 31,28                    κατέλιπον τὰς πόλεις καὶ ᾤκησαν ἐν πέτραις οἱ κατοικοῦντες Μωάβ, ἐγενήθησαν ὥσπερ περιστεραί νοσσεύουσαι ἐν πέτραις στόματι βοθύνου.
Ιερ. 31,28                    Ετιμωρήθησαν οι Μωαβίται, δια τούτο και εγκατέλειψαν τας πόλεις των και κατώκησαν στους βράχους. Εγιναν ωσάν περιστεραί, αι οποίαι έχουν κατασκευάσει τας φωλεάς των εις τας οπάς αποτόμων βράχων.
Ιερ. 31,29                    ἤκουσα ὕβριν Μωάβ, ὕβρισε λίαν ὕβριν αὐτοῦ καὶ ὑπερηφανίαν αὐτοῦ, καὶ ὑψώθη ἡ καρδία αὐτοῦ.
Ιερ. 31,29                    Ηκουσα την αλαζονείαν των Μωαβιτών. Κατελήφθη από πολλήν υπερηφάνειαν και αναίδειαν. Υψώθη εγωϊστικώς η καρδία του λαού αυτού.
Ιερ. 31,30                    ἐγὼ δὲ ἔγνων ἔργα αὐτοῦ· οὐχὶ τὸ ἱκανὸν αὐτοῦ, οὐχ οὕτως ἐποίησε.
Ιερ. 31,30                    Εγώ γνωρίζω τα έργα της αλαζονείας και επιδείξεώς του. Ο εγωισμός του και αι φιλοδοξίαι του ήσαν ανώτερα από την άξίαν και τα έργα του.
Ιερ. 31,31                    διὰ τοῦτο ἐπὶ Μωὰβ ὀλολύζετε πάντοθεν, βοήσατε ἐπ᾿ ἄνδρας κειράδας αὐχμοῦ·
Ιερ. 31,31                    Δια τούτο θρηνείτε από παντού δια τον όλεθρον της Μωάβ. Κραυγάσατε με πόνον δια τους αιχμαλώτους, των οποίων εις ένδειξιν καταφρονήσεως εξύρισαν την κεφαλήν και τον πώγωνα και τους εγκατέλειψαν εις στέρησιν.
Ιερ. 31,32                    ὡς κλαυθμὸν Ἰαζὴρ ἀποκλαύσομαί σοι, ἄμπελος Σεβημά, κλήματά σου διῆλθε θάλασσαν, Ἰαζὴρ ἥψαντο· ἐπὶ ὀπώραν σου, ἐπὶ τρυγηταῖς σου ὄλεθρος ἐπέπεσε.
Ιερ. 31,32                    Οπως κλαίει η Ιαζήρ την καταστροφήν της, θα κλαύσω και εγώ δια σε αμπελοφόρε Σεβημά. Τα κλήματά σου επεξετάθησαν έως την Νεκράν Θαλασσαν, έφθασαν εις την Ιαζήρ. Εις τας οπώρας των δένδρων σου και στον τρυγητόν των αμπέλων σου επέπεσεν όλεθρος.
Ιερ. 31,33                    συνεψήθη χαρμοσύνη καὶ εὐφροσύνη ἐκ τῆς Μωαβίτιδος καὶ οἶνος ἦν ἐπὶ ληνοῖς σου· πρωΐ οὐκ ἐπάτησαν οὐδὲ δείλης, οὐκ ἐποίησαν αἰδάδ.
Ιερ. 31,33                    Εκάησαν και εξηφανίσθησαν χαρά και ευφροσύνη από την χώραν Μωάβ. Ο οίνος ευρίσκετο ακόμα στους ληνούς, όταν επέδραμον οι εχθροί. Αλλα ούτε το πρωί ούτε το απόγευμα επάτησαν πλέον τας σταφυλάς οι Μωαβίται. Δεν έβγαλαν τας συνήθεις χαρμοσύνους κραυγάς δια τον τρυγητόν και το πάτημα των σταφυλών.
Ιερ. 31,34                    ἀπὸ κραυγῆς Ἐσεβὼν ἕως Ἐλεαλὴ αἱ πόλεις αὐτῶν ἔδωκαν φωνὴν αὐτῶν, ἀπὸ Ζογὸρ ἕως Ὠρωναὶμ καὶ Ἀγλάθ-Σαλισία, ὅτι καὶ τὸ ὕδωρ Νεβρεὶν εἰς κατάκαυμα ἔσται.
Ιερ. 31,34                    Από την κραυγήν της Εσεβών έως την Ελεαλή, όλαι αι πόλεις αφήκαν κραυγάς οδύνης και πόνου. Από Ζογόρ έως Ωρωναίμ και από Αγλαθ-Σαλισία, διότι και αυτά τα πηγαία ύδατα της Νεβρείν παρεδόθησαν εις πυρκαϊάν, εις καταστροφήν, και η χώρα έμεινε άνυδρος και ξηρά.
Ιερ. 31,35                    καὶ ἀπολῶ τὸν Μωάβ, φησὶ Κύριος, ἀναβαίνοντα ἐπὶ τὸν βωμὸν καὶ θυμιῶντα θεοῖς αὐτοῦ.
Ιερ. 31,35                    Θα εξολοθρεύσω τους Μωαβίτας, λέγει ο Κυριος, κάθε άνθρωπον, ο οποίος ανεβαίνει προς τους βωμούς και προσφέρει θυμίαμα στους ειδωλικους θεούς του.
Ιερ. 31,36                    διὰ τοῦτο καρδία μου, Μωάβ, ὥσπερ αὐλοὶ βομβήσουσι, καρδία μου ἐπ᾿ ἀνθρώπους κειράδας ὥσπερ αὐλὸς βομβήσει· διὰ τοῦτο ἃ περιεποιήσατο, ἀπώλετο ἀπὸ ἀνθρώπου.
Ιερ. 31,36                    Δια τούτο η καρδία μου, ω χώρα Μωάβ, βομβεί, ως εάν πολλοί αυλοί αναδίδουν ήχον. Η καρδία μου θα αποδώση βόμβον ωσάν αυλός, δι' ανθρώπους αιχμαλώτους, τους οποίους εις καταφρόνησιν έχουν κουρεύσει και ξυρίσει. Εκείνα τα οποία επί τόσον χρόνον η χώρα Μωάβ είχεν αποκτήσει και περιποιηθή, κατεστράφησαν από τους εχθρούς.
Ιερ. 31,37                    πᾶσαν κεφαλὴν ἐν παντὶ τόπῳ ξυρηθήσονται, καὶ πᾶς πώγων ξυρηθήσεται, καὶ πᾶσαι χεῖρες κόψονται, καὶ ἐπὶ πάσης ὀσφύος σάκκος.
Ιερ. 31,37                    Εις κάθε τόπον θα ξυρίσουν την κεφαλήν των ανθρώπων της Μωάβ· θα ξυρισθή και το γένειάν των· θα κατακοπούν τα χέρια των και όλαι αι οσφύες των θα περιζωσθούν πένθιμον σάκκινον ένδυμα.
Ιερ. 31,38                    καὶ ἐπὶ πάντων τῶν δωμάτων Μωὰβ καὶ ἐπὶ ταῖς πλατείαις αὐτῆς, ὅτι συνέτριψα τὸν Μωάβ, φησὶ Κύριος, ὡς ἀγγεῖον, οὗ οὐκ ἔστι χρεία αὐτοῦ.
Ιερ. 31,38                    Ολολυγμός και θρήνος θα ακούεται επάνω εις όλα τα δώματα της Μωάβ και εις τας πλατείας αυτής, διότι εγώ συνέτριψα την χώραν Μωάβ, λέγει Κυριος, όττως συντρίβει κανείς ένα πήλινον αγγείον, που δεν το χρειάζεται πλέον.
Ιερ. 31,39                    πῶς κατήλλαξε; πῶς ἔστρεψε νῶτον Μωάβ; ᾐσχύνθη καὶ ἐγένετο Μωὰβ εἰς γέλωτα καὶ ἐγκότημα πᾶσι τοῖς κύκλῳ αὐτῆς.
Ιερ. 31,39                    Πως κατετροπώθη η Μωάβ; Πως οι άνδρες της έστρεψαν πανικόβλητοι τα νώτα των στους εχθρούς; Κατεντροπιάσθη, έγινεν η χώρα Μωάβ περίγελως, αντικείμενον της οργής όλων των κύκλω αυτής.
Ιερ. 31,40                    ὅτι οὕτως εἶπε Κύριος·
Ιερ. 31,40                    Διότι έτσι είπεν ο Κυριος·
Ιερ. 31,41                    ἐλήφθη Ἀκκαριώθ, καὶ τὰ ὀχυρώματα συνελήφθη·
Ιερ. 31,41                    εκυριεύθη η Ακκαριώθ και τα οχυρώματα αυτής κατελήφθησαν.
Ιερ. 31,42                    καὶ ἀπολεῖται Μωὰβ ἀπὸ ὄχλου, ὅτι ἐπὶ τὸν Κύριον ἐμεγαλύνθη.
Ιερ. 31,42                    Η Μωάβ θα καταστροφή ανάμεσα από τους λαούς, διότι υπερηφανεύθη εναντίον του Κυρίου.
Ιερ. 31,43                    παγὶς καὶ φόβος καὶ βόθυνος ἐπὶ σοί, καθήμενος Μωάβ·
Ιερ. 31,43                    Παγίδες και φόβοι και λάκκοι υπάρχουν δια σας, που κατοικείτε την χώραν Μωάβ.
Ιερ. 31,44                    ὁ φεύγων ἀπὸ προσώπου τοῦ φόβου ἐμπεσεῖται εἰς τὸν βόθυνον, καὶ ὁ ἀναβαίνων ἐκ τοῦ βοθύνου συλληφθήσεται ἐν τῇ παγίδι, ὅτι ἐπάξω ταῦτα ἐπὶ Μωὰβ ἐν ἐνιαυτῷ ἐπισκέψεως αὐτῆς.
Ιερ. 31,44                    Εκείνος, ο οποίος θα διαφύγη τον φόβον και τον κίνδυνον εκ μέρους των ανθρώπων, θα πέση στον λάκκον· και εκείνος ο οποιος ανεβαίνει από τον λάκκον, θα συλληφθή εις την παγίδα αιχμάλωτος. Αυτά θα επιφέρω εναντίον της Μωάβ κατά τον χρόνον, που θα την επισκεφθώ προς δικαίαν τιμωρίαν της.


ΙΕΡΕΜΙΑΣ 32 (Μασ. 25,15­­-38)

Ὅσα ἐπροφήτευσεν Ἱερεμίας ἐπὶ πάντα τὰ ἔθνη.
Οσα προεφήτευσεν ο Ιερεμίας εναντίον όλων των εθνών (Μασ. ΚΕ', 15-38).
Ιερ. 32,1                      Οὕτως εἶπε Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραήλ· λαβὲ τὸ ποτήριον τοῦ οἴνου τοῦ ἀκράτου τούτου ἐκ χειρός μου καὶ ποτιεῖς πάντα τὰ ἔθνη, πρὸς ἃ ἐγὼ ἀποστέλλω σε πρὸς αὐτούς,
Ιερ. 32,1                      Κατ' αυτόν τον τρόπον ο Κυριος, ο Θεός του Ισραηλιτικού λαού, ωμίλησε προς τον Ιερεμίαν. Παρε από το χέρι μου το ποτήριον τούτο, που περιέχει άκρατον οίνον, και θα ποτίσης όλα τα έθνη, προς τα οποία εγώ θα σε αποστείλω.
Ιερ. 32,2                      καὶ πίονται καὶ ἐξεμοῦνται καὶ ἐκμανήσονται ἀπὸ προσώπου τῆς μαχαίρας, ἧς ἐγὼ ἀποστέλλω ἀνὰ μέσον αὐτῶν.
Ιερ. 32,2                      Θα πιουν από αυτόν, θα κάμουν εμετόν, θα περιέλθουν εις κατάστασιν αλλοφροσύνης, όταν αντικρύσουν την μάχαιραν την εχθρικήν, την οποίαν εγώ θα αποστείλω εναντίον των.
Ιερ. 32,3                      καὶ ἔλαβον τὸ ποτήριον ἐκ χειρὸς Κυρίου καὶ ἐπότισα τὰ ἔθνη, πρὸς ἃ ἀπέστειλέ με Κύριος ἐπ᾿ αὐτά,
Ιερ. 32,3                      Ελαβον, λέγει ο Ιερεμίας, το ποτήριον από τα χέρια του Κυρίου και επότισα τα έθνη, προς τα οποία ο Κυριος με απέστειλε·
Ιερ. 32,4                      τὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ τὰς πόλεις Ἰούδα καὶ βασιλεῖς Ἰούδα καὶ ἄρχοντας αὐτοῦ τοῦ θεῖναι αὐτὰς εἰς ἐρήμωσιν καὶ εἰς ἄβατον καὶ εἰς συριγμὸν
Ιερ. 32,4                      την Ιερουσαλήμ και τας πόλεις της περιοχής Ιούδα, τους βασιλείς και τους άρχοντας του βασιλείου του ιουδαϊκού, δια να γίνουν όλα αυτά έρημα, αδιάβατα, αντικείμενα εμπαικτικού συριγμού.
Ιερ. 32,5                      καὶ τὸν Φαραὼ βασιλέα Αἰγύπτου καὶ τοὺς παῖδας αὐτοῦ καὶ τοὺς μεγιστᾶνας αὐτοῦ
Ιερ. 32,5                      Επότισα επίσης τον Φαραώ, βασιλέα της Αιγύπτου, και τους μεγιστάνας αυτού,
Ιερ. 32,6                      καὶ πάντα τὸν λαὸν αὐτοῦ καὶ πάντας τοὺς συμμείκτους καὶ πάντας τοὺς βασιλεῖς ἀλλοφύλων, τὴν Ἀσκάλωνα καὶ τὴν Γάζαν καὶ τὴν Ἀκκάρων καὶ τὸ ἐπίλοιπον Ἀζώτου
Ιερ. 32,6                      όλον τον λαόν του, όλον τον σύμμικτον πληθυσμόν και όλους τους βασιλείς των Φιλισταίων, όπως επίσης την Ασκάλωνα, την Γαζαν, την Ακκαρών και τους λοιπούς κατοίκους της Αζώτου.
Ιερ. 32,7                      καὶ τὴν Ἰδουμαίαν καὶ τὴν Μωαβῖτιν καὶ τοὺς υἱοὺς Ἀμμὼν
Ιερ. 32,7                      Επότισα ακόμη την Ιδουμαίαν, την χώραν Μωάβ, τους Αμμωνίτας,
Ιερ. 32,8                      καὶ βασιλεῖς Τύρου καὶ βασιλεῖς Σιδῶνος καὶ βασιλεῖς τοὺς ἐν τῷ πέραν τῆς θαλάσσης
Ιερ. 32,8                      τους βασιλείς της Τυρου, τους βασιλείς της Σιδώνος, τους βασιλείς, οι οποίοι ευρίσκονται πέραν από την Μεσόγειον Θαλασσαν.
Ιερ. 32,9                      καὶ τὴν Δαιδὰν καὶ τὴν Θαιμὰν καὶ τὴν Ῥῶς καὶ πᾶν περικεκαρμένον κατὰ πρόσωπον αὐτοῦ
Ιερ. 32,9                      Επότισα την Δαιδάν και την Θαιμάν και την Ρως και όλους εκείνους, οι οποίοι έχουν περικόψει το γένειον του προσώπου των εις τιμήν ειδωλικών θεών·
Ιερ. 32,10                    καὶ πάντας τοὺς συμμείκτους τοὺς καταλύοντας ἐν τῇ ἐρήμῳ
Ιερ. 32,10                    όλους τους αναμίκτους λαούς, οι οποίοι έχουν τα καταλύματά των εις την έρημον,
Ιερ. 32,11                    καὶ πάντας βασιλεῖς Αἰλὰμ καὶ πάντας βασιλεῖς Περσῶν
Ιερ. 32,11                    όλους τους βασιλείς Αιλάμ και όλους τους βασιλείς των Περσών,
Ιερ. 32,12                    καὶ πάντας βασιλεῖς ἀπὸ ἀπηλιώτου τοὺς πόῤῥω καὶ τοὺς ἐγγύς, ἕκαστον πρὸς τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, καὶ πάσας βασιλείας τὰς ἐπὶ προσώπου τῆς γῆς.
Ιερ. 32,12                    όλους τους βασιλείς προς τας ανατολικάς περιοχάς τους μακράν και τους πλησίον, τον ένα και τον άλλον, και όλας τας βασιλείας, που υπάρχουν στο πρόσωπον της γης.
Ιερ. 32,13                    καὶ ἐρεῖς αὐτοῖς· οὕτως εἶπε Κύριος παντοκράτωρ· πίετε καὶ μεθύσθητε καὶ ἐξεμέσετε καὶ πεσεῖσθε καὶ οὐ μὴ ἀναστῆτε ἀπὸ προσώπου τῆς μαχαίρας, ἧς ἐγὼ ἀποστέλλω ἀνὰ μέσον ὑμῶν.
Ιερ. 32,13                    Εις όλους αυτούς, του λέγει ο Θεός, θα είπης, έτσι ωμίλησεν ο Κυριος, ο παντοκράτωρ· Πιετε, μεθύσετε, κάμετε εμετόν, θα πέσετε εις την γην και δεν θα ημπορέσετε να εγερθήτε ενώπιον της εχθρικής μαχαίρας, την οποίαν εγώ αποστέλλω ανάμεσά σας.
Ιερ. 32,14                    καὶ ἔσται ὅταν μὴ βούλωνται δέξασθαι τὸ ποτήριον ἐκ τῆς χειρός σου ὥστε πιεῖν, καὶ ἐρεῖς· οὕτως εἶπε Κύριος· πιόντες πίεσθε·
Ιερ. 32,14                    Εάν τυχόν δεν θελήσουν να δεχθούν το ποτήριον αυτό από τα χέρια σου, ώστε να πίουν το περιεχόμενόν του, θα πης προς αυτούς· Ετσι είπεν ο Κυριος θέλοντες και μη θα πίετε από αυτό.
Ιερ. 32,15                    ὅτι ἐν πόλει, ἐν ᾗ ὠνομάσθη τὸ ὄνομά μου ἐπ᾿ αὐτήν, ἐγὼ ἄρχομαι κακῶσαι, καὶ ὑμεῖς καθάρσει οὐ μὴ καθαρισθῆτε, ὅτι μάχαιραν ἐγὼ καλῶ ἐπὶ πάντας τοὺς καθημένους ἐπὶ τῆς γῆς.
Ιερ. 32,15                    Εφ' όσον εγώ έχω αρχίσει να στέλλω τιμωρίας και συμφοράς εναντίον πόλεως, η οποία φέρει το όνομά μου, εναντίον της Ιερουσαλήμ, σεις δεν θα υποστήτε την καθαρτήριον αυτήν τιμωρίαν; Θα τιμωρήσω και σας, διότι εγώ προσκαλώ την εχθρικήν μάχαιραν εναντίον όλων των αμαρτωλών κατοίκων της γης.
Ιερ. 32,16                    καὶ σὺ προφητεύσεις ἐπ᾿ αὐτοὺς τοὺς λόγους τούτους καὶ ἐρεῖς· Κύριος ἀφ᾿ ὑψηλοῦ χρηματιεῖ, ἀπὸ τοῦ ἁγίου αὐτοῦ δώσει φωνὴν αὐτοῦ, λόγον χρηματιεῖ ἐπὶ τοῦ τόπου αὐτοῦ, καὶ αἰδὰδ ὥσπερ τρυγῶντες ἀποκριθήσονται· καὶ ἐπὶ καθημένους τὴν γῆν ἥκει ὄλεθρος
Ιερ. 32,16                    Θα προφητεύσης δε προς αυτούς ακόμη και τούτους τους λόγους· ο Κυριος από του ύψους του θρόνου του διαλαλεί τας αποφάσστου. Από τον ιερόν του οίκον, τον ναόν. θα δώση την φωνήν του, θα εκφράση τας αποφάσστου από τον Ιερόν τόπον· και ζωηραί κραυγαί ωσάν τας κραυγάς των τρυγώντων τας αμπέλους θα αποκριθούν. Εις τους κατοίκους της γης έρχεται πλέον ο όλεθρος.
Ιερ. 32,17                    ἐπὶ μέρος τῆς γῆς, ὅτι κρίσις τῷ Κυρίῳ ἐν τοῖς ἔθνεσι, κρίνεται αὐτὸς πρὸς πᾶσαν σάρκα, οἱ δὲ ἀσεβεῖς ἐδόθησαν εἰς μάχαιραν, λέγει Κύριος.
Ιερ. 32,17                    Εις τα πέρατα της γης θα φθάση η κραυγή της δικαίας αποφάσεώς του, διότι ο Κυριος καταδικάζει τα έθνη, στήνει κρίσιν και παίρνει καταδικαστικήν απόφασιν αυτός εναντίον κάθε ανθρώπου. Οι ασεβείς παρεδόθησαν και θα παραδοθούν εις την μάχαιραν του ολέθρου, λέγει ο Κυριος.
Ιερ. 32,18                    οὕτως εἶπε Κύριος· ἰδοὺ κακὰ ἔρχεται ἀπὸ ἔθνους ἐπὶ ἔθνος, καὶ λαῖλαψ μεγάλη ἐκπορεύεται ἀπ᾿ ἐσχάτου τῆς γῆς.
Ιερ. 32,18                    Ούτως είπεν ο Κυριος· Ιδού, έρχονται σύμφοραί από ένα έθνος εις άλλο έθνος, θύελλα μεγάλη επέρχεται από τα άκρα της γης.
Ιερ. 32,19                    καὶ ἔσονται τραυματίαι ὑπὸ Κυρίου ἐν ἡμέρᾳ Κυρίου, ἐκ μέρους τῆς γῆς, καὶ ἕως εἰς μέρος τῆς γῆς· οὐ μὴ κατορυγῶσιν, εἰς κόπρια ἐπὶ προσώπου τῆς γῆς ἔσονται.
Ιερ. 32,19                    Θα θανατωθούν οι άνθρωποι από τον Κυριον κατά την ημέραν της δικαίας αποφάσεώς και τιμωρίας εκ μέρους του Κυρίου. Από το ένα άκρον της γης έως το άλλο άκρον τα πτώματά των δεν θα ταφούν. θα μείνουν, ως κόπρος εις λίπανσιν της γης.
Ιερ. 32,20                    ἀλαλάξατε, ποιμένες, καὶ κεκράξατε· καὶ κόπτεσθε οἱ κριοὶ τῶν προβάτων, ὅτι ἐπληρώθησαν αἱ ἡμέραι ὑμῶν εἰς σφαγήν, καὶ πεσεῖσθε ὥσπερ οἱ κριοὶ οἱ ἐκλεκτοί·
Ιερ. 32,20                    Ξεσπάσατε εις θρηνώδεις αλαλαγμούς άρχοντες του λαού, κραυγάσατε, θρηνήσατε με κοπετούς σεις, οι οποίοι, όπως οι κριοι δια τα πρόβατα, είσθε αρχηγοί των λαών, διότι συνεπληρώθησαν πλέον αι ημέραι σας δια την σφαγήν και θα πέσετε σφαζόμενοι, όπως οι εκλεκτοί, κριοι.
Ιερ. 32,21                    καὶ ἀπολεῖται φυγὴ ἀπὸ τῶν ποιμένων καὶ σωτηρία ἀπὸ τῶν κριῶν τῶν προβάτων.
Ιερ. 32,21                    Δεν θα υπάρξη κανείς τρόπος διαφυγής δια τους ποιμένας αυτούς, καμμία σωτηρία δια τους πνευματικούς αυτούς ηγέτας των λογικών προβάτων.
Ιερ. 32,22                    φωνὴ κραυγῆς τῶν ποιμένων καὶ ἀλαλαγμὸς τῶν προβάτων καὶ τῶν κριῶν, ὅτι ὠλόθρευσε Κύριος τὰ βοσκήματα αὐτῶν,
Ιερ. 32,22                    Θα ακουσθή θρηνώδης κραυγή των αρχόντων αυτών, αλαλαγμός φοβερός των προβάτων και των κριών, διότι ο Κυριος κατέστρεψε τας βοσκάς των, τας πόλεις εις τας οποίας έμεναν.
Ιερ. 32,23                    καὶ παύσεται τὰ κατάλοιπα τῆς εἰρήνης ἀπὸ προσώπου ὀργῆς θυμοῦ μου.
Ιερ. 32,23                    Και όση, τυχόν, ειρήνη είχε κάπου απομείνει εις την γην, θα παύση πλέον εξ αιτίας του ωργισμένου προσώπου του Κυρίου.
Ιερ. 32,24                    ἐγκατέλιπεν ὥσπερ λέων κατάλειμμα αὐτοῦ, ὅτι ἐγενήθη ἡ γῆ αὐτῶν εἰς ἄβατον ἀπὸ προσώπου τῆς μαχαίρας τῆς μεγάλης.
Ιερ. 32,24                    Ωσάν λέων αφήκε το κατάλοιπον της θήρας του. Ολη η χώρα των αμαρτωλών ανθρώπων έγινεν έρημος και άβατος εξ αιτίας της φοβεράς μαχαίρας του ολέθρου και της καταστροφής.


ΙΕΡΕΜΙΑΣ 33 (Μασ. 26)

Ιερ. 33,1                      Ἐν ἀρχῇ βασιλέως Ἰωακεὶμ υἱοῦ Ἰωσία ἐγενήθη ὁ λόγος οὗτος παρὰ Κυρίου·
Ιερ. 33,1                      Ο κατωτέρω λόγος απηυθύνθη από το Κυριον προς τον Ιερεμίαν κατά αρχήν της βασιλείας του βασιλέως Ιωκείμ, υιού του Ιωσίου.
Ιερ. 33,2                      οὕτως εἶπε Κύριος· στῆθι ἐν αὐλῇ οἴκου Κυρίου καὶ χρηματιεῖς ἅπασι τοῖς Ἰουδαίοις καὶ πᾶσι τοῖς ἐρχομένοις προσκυνεῖν ἐν οἴκῳ Κυρίου ἅπαντας τοὺς λόγους, οὓς συνέταξά σοι χρηματίσαι αὐτοῖς, μὴ ἀφέλῃς ῥῆμα·
Ιερ. 33,2                      Ετσι ωμίλησε και είπεν ο Κυριος· Στάσου εις την αυλήν του ναού του Κυρίου και θα αναγγείλης εις όλους ανεξαιρέτως τους Ιουδαίους και εις όλους όσοι έρχονται προσκυνήσουν στον οίκον του Κυρίου όλους τους λόγους, τους οποίους σε διέταξα να ανακοινώσης. Δεν θα αφαιρέσης ούτε μίαν λέξιν.
Ιερ. 33,3                      ἴσως ἀκούσονται καὶ ἀποστραφήσονται ἕκαστος ἀπὸ τῆς ὁδοῦ αὐτοῦ τῆς πονηρᾶς, καὶ παύσομαι ἀπὸ τῶν κακῶν, ὧν ἐγὼ λογίζομαι τοῦ ποιῆσαι αὐτοῖς ἕνεκεν τῶν πονηρῶν ἐπιτηδευμάτων αὐτῶν.
Ιερ. 33,3                      Ισως ακούσουν και δεχθούν τους λόγους μου και ο καθένας από αυτούς απομακρυνθή από την οδον του την πονηράν και εγώ θα σταματήσω τας συμφοράς, τας οποίας σκέπτομαι να εξαπαστείλω εναντίον αυτών, εξ αιτίας των πονηρών έργων των.
Ιερ. 33,4                      καὶ ἐρεῖς· οὕτως εἶπε Κύριος· ἐὰν μὴ ἀκούσητέ μου τοῦ πορεύεσθαι ἐν τοῖς νομίμοις μου, οἷς ἔδωκα κατὰ πρόσωπον ὑμῶν,
Ιερ. 33,4                      Θα πης. λοιπόν, προς αυτούς· ''Ετσι είπεν ο Κυριος· εάν δεν υπακούσετε εις εμέ, ώστε να πορεύεσθε και να ζήτε σύμφωνα με τους Νομους, τους οποίους εγώ έχω δώσει ενώπιον σας.
Ιερ. 33,5                      εἰσακούειν τῶν λόγων τῶν παίδων μου τῶν προφητῶν, οὓς ἐγὼ ἀποστέλλω πρὸς ὑμᾶς ὄρθρου, καὶ ἀπέστειλα καὶ οὐκ ἠκούσατέ μου,
Ιερ. 33,5                      Να υπακούσετε στους λόγους των δούλων μου, των προφητών τους οποίους εγώ στέλλω προς σας λίαν ενωρίς, όπως και τους απέστειλα, αλλά δεν ηθελήσατε να υπακούσετε εις την φωνήν μου,
Ιερ. 33,6                      καὶ δώσω τὸν οἶκον τοῦτον ὥσπερ Σηλὼ καὶ τὴν πόλιν δώσω εἰς κατάραν πᾶσι τοῖς ἔθνεσι πάσης τῆς γῆς.
Ιερ. 33,6                      θα παραδώσω τον ναόν τούτον εις καταστροφήν, όπως και την Σηλώ, και την πόλιν αυτήν θα παραδώσως στους εχθρούς ως κατάραν εις όλα τα έθνη ολοκλήρου της οικουμένης.
Ιερ. 33,7                      καὶ ἤκουσαν οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ ψευδοπροφῆται καὶ πᾶς ὁ λαὸς τοῦ Ἱερεμίου λαλοῦντος τοὺς λόγους τούτους ἐν οἴκῳ Κυρίου.
Ιερ. 33,7                      Ηκουσαν οι ιερείς, οι ψευδοπροφήται και όλος ο λαός τον Ιερεμίαν να αναγγέλη τους λόγους αυτούς στον οίκον του Κυρίου.
Ιερ. 33,8                      καὶ ἐγένετο Ἱερεμίου παυσαμένου λαλοῦντος πάντα, ἃ συνέταξε Κύριος αὐτῷ λαλῆσαι παντὶ τῷ λαῷ, καὶ συνελάβοσαν αὐτὸν οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ ψευδοπροφῆται καὶ πᾶς ὁ λαὸς λέγων· θανάτῳ ἀποθανῇ,
Ιερ. 33,8                      Οταν δε ο Ιερεμίας έπαυσε να λέγη όλα αυτά τα λόγια, τα οποία τον διέταξεν ο Κυριος να είπη εις όλον τον λαόν, συνέλαβαν τον Ιερεμίαν οι ιερείς και οι ψευδοπροφήται και όλος ο λαός, και ειπαν· “οπωσδήποτε θα καταδικασθής εις θάνατον
Ιερ. 33,9                      ὅτι ἐπροφήτευσας τῷ ὀνόματι Κυρίου λέγων· ὥσπερ Σηλὼ ἔσται ὁ οἶκος οὗτος καὶ ἡ πόλις αὕτη ἐρημωθήσεται ἀπὸ κατοικούντων· καὶ ἐξεκκλησιάσθη πᾶς ὁ λαὸς ἐπὶ Ἱερεμίαν ἐν οἴκῳ Κυρίου. -
Ιερ. 33,9                      διότι ωμιλησες εν ονόματι του Κυρίου και είπες· ο οίκος ούτος, ο ναός, θα γίνη όπως η Σηλώ· και η πόλις αυτή, η Ιερουσαλήμ, θα μείνη έρημος από κατοίκους”. Συγκεντρώθη δε όλος ο Ισραηλιτικός λαός εις την αυλήν του ναού του Κυρίου εναντίον του Ιερεμίου.
Ιερ. 33,10                    Καὶ ἤκουσαν οἱ ἄρχοντες Ἰούδα τὸν λόγον τοῦτον καὶ ἀνέβησαν ἐξ οἴκου τοῦ βασιλέως εἰς οἶκον Κυρίου καὶ ἐκάθισαν ἐν προθύροις πύλης Κυρίου τῆς καινῆς.
Ιερ. 33,10                    Ηκουσαν οι άρχοντες του Ιουδαϊκού βασιλείου το γεγονός αυτό και ανέβησαν από τον βασιλικόν οίκον στον ναόν του Κυρίου, εκάθισαν ως δικασταί εις την είσοδον της νέας πύλης της αυλής του ναού του Κυρίου.
Ιερ. 33,11                    καὶ εἶπαν οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ ψευδοπροφῆται πρὸς τοὺς ἄρχοντας καὶ παντὶ τῷ λαῷ· κρίσις θανάτου τῷ ἀνθρώπῳ τούτῳ, ὅτι ἐπροφήτευσε κατὰ τῆς πόλεως ταύτης, καθὼς ἠκούσατε ἐν τοῖς ὠσὶν ὑμῶν.
Ιερ. 33,11                    Οι ιερείς δε και οι ψευδοπροφήται είπαν προς τους άρχοντας και εις όλον τον λαόν· “καταδικαστική απόφασις θανάτου πρέπει να εκδοθή εναντίον του ανθρώπου αυτού, διότι επροφήτευσεν εναντίον της πόλεως αυτής, όπως άλλως τε και σεις οι ίδιοι ηκούσατε με τα αυτιά σας”.
Ιερ. 33,12                    καὶ εἶπεν Ἱερεμίας πρὸς τοὺς ἄρχοντας καὶ παντὶ τῷ λαῷ λέγων· Κύριος ἀπέστειλέ με προφητεῦσαι ἐπὶ τὸν οἶκον τοῦτον καὶ ἐπὶ τὴν πόλιν ταύτην πάντας τοὺς λόγους, οὓς ἠκούσατε.
Ιερ. 33,12                    Ο Ιερεμίας είπε τότε προς τους άρχοντας και προς όλον τον λαόν· “ο Κυριος με έστειλε να προφητεύσω εναντίον του ναού τούτου και εναντίον της πόλεως αυτής, της Ιερουσαλήμ, όλους τους λόγους τους οποίους σεις ηκούσατε.
Ιερ. 33,13                    καὶ νῦν βελτίους ποιήσατε τὰς ὁδοὺς ὑμῶν καὶ τὰ ἔργα ὑμῶν καὶ ἀκούσατε τῆς φωνῆς Κυρίου, καὶ παύσεται Κύριος ἀπὸ τῶν κακῶν, ὧν ἐλάλησεν ἐφ᾿ ὑμᾶς.
Ιερ. 33,13                    Και τώρα, εάν θέλετε να σωθήτε, κάμετε καλυτέρους και συμφώνους με το θέλημα του Θεού τους δρόμους της ζωής σας και τα έργα σας. Ακούσατε την φωνήν του Κυρίου, και τότε ο Κυριος δεν θα αποστείλη εναντίον σας τας συμφοράς περί των οποίων εγώ σας ωμίλησα.
Ιερ. 33,14                    καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἐν χερσὶν ὑμῶν· ποιήσατέ μοι ὡς συμφέρει καὶ ὡς βέλτιον ὑμῖν.
Ιερ. 33,14                    Ιδού εγώ είμαι εις τα χέρια σας, πράξατε δι' εμέ όπως σας συμφέρει και όπως σεις νομίζετε δια τους εαυτούς σας καλύτερον.
Ιερ. 33,15                    ἀλλ᾿ ἢ γνόντες γνώσεσθε ὅτι, εἰ ἀναιρεῖτέ με, αἷμα ἀθῷον δίδοτε ἐφ᾿ ὑμᾶς καὶ ἐπὶ τὴν πόλιν ταύτην καὶ ἐπὶ τοὺς κατοικοῦντας ἐν αὐτῇ· ὅτι ἐν ἀληθείᾳ ἀπέσταλκέ με Κύριος πρὸς ὑμᾶς λαλῆσαι εἰς τὰ ὦτα ὑμῶν πάντας τοὺς λόγους τούτους.
Ιερ. 33,15                    Μαθετε όμώς και κατανοήσατε καλά τούτο· ότι εάν με θανατώσετε, θα πέση επάνω εις σας και εις την πόλιν αυτήν και στους κατοίκους αυτής το αθώον αίμα, που θα χύσετε. Διότι όντως ο Κυριος με απέστειλε προς σας να είπω εις τα αυτιά όλων όλους αυτούς τους λόγους”.
Ιερ. 33,16                    καὶ εἶπον οἱ ἄρχοντες καὶ πᾶς ὁ λαὸς πρὸς τοὺς ἱερεῖς καὶ πρὸς τοὺς ψευδοπροφήτας· οὐκ ἔστι τῷ ἀνθρώπῳ τούτῳ κρίσις θανάτου, ὅτι ἐπὶ τῷ ὀνόματι Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἐλάλησε πρὸς ἡμᾶς.
Ιερ. 33,16                    Οι άρχοντες και όλος ο λαός είπαν προς τους ιερείς και προς τους ψευδοπροφήτας· “δεν πρέπει ο άνθρωπος αυτός να καταδικασθή εις θάνατον, διότι εξ ονόματος του Κυρίου του Θεού μας ελάλησε προς ημάς”.
Ιερ. 33,17                    καὶ ἀνέστησαν ἄνδρες τῶν πρεσβυτέρων τῆς γῆς καὶ εἶπαν πάσῃ τῇ συναγωγῇ τοῦ λαοῦ·
Ιερ. 33,17                    Τοτε εσηκώθησαν μερικοί άνδρες από τους πρεσβυτέρους της χώρας και είπαν εις όλην την συγκέντρωσιν του λαού·
Ιερ. 33,18                    Μιχαίας ὁ Μωραθίτης ἦν ἐν ταῖς ἡμέραις Ἐζεκίου βασιλέως Ἰούδα καὶ εἶπε παντὶ τῷ λαῷ Ἰούδα· οὕτως εἶπε Κύριος· Σιὼν ὡς ἀγρὸς ἀροτριαθήσεται, καὶ Ἱερουσαλὴμ εἰς ἄβατον ἔσται καὶ τὸ ὄρος τοῦ οἴκου εἰς ἄλσος δρυμοῦ.
Ιερ. 33,18                    “Ο Μιχαίας ο Μωραθίτης εζούσεν επί της εποχής Εζεκίου, του βασιλέως Ιούδα, και είπεν εις όλον τον ιουδαϊκόν λαόν· Ετσι είπεν ο Κυριος η Σιών θα οργωθή ώσαν χωράφι και η Ιερουσαλήμ θα γίνη άβατος και ακατοίκητος και το όρος τούτο, επί του οποίου υπάρχει ο ναός του Κυρίου, θα γίνη πυκνόν δάσος.
Ιερ. 33,19                    μὴ ἀνελὼν ἀνεῖλεν αὐτὸν Ἐζεκίας καὶ πᾶς Ἰούδα; οὐχ ὅτι ἐφοβήθησαν τὸν Κύριον καὶ ὅτι ἐδεήθησαν τοῦ προσώπου Κυρίου, καὶ ἐπαύσατο Κύριος ἀπὸ τῶν κακῶν, ὧν ἐλάλησεν ἐπ᾿ αὐτούς; καὶ ἡμεῖς ἐποιήσαμεν κακὰ μεγάλα ἐπὶ ψυχὰς ἡμῶν.
Ιερ. 33,19                    Μηπως δια τούτο τον εφόνευσεν ο Εζεκίας και όλος ο Ιουδαϊκός λαός; Δεν διέπραξαν το αδίκημα τούτο, διότι εφοβήθησαν τον Κυριον και παρεκάλεσαν τον Κυριον και ο Κυριος απεμάκρυνεν από αυτούς τας συμφοράς, περί των οποίων είχεν ομιλήσει ο προφήτης εναντίον των. Και ημείς διεπράξαμεν μεγάλα κακά εις βάρος των ψυχών μας.
Ιερ. 33,20                    Καὶ ἄνθρωπος ἦν προφητεύων τῷ ὀνόματι Κυρίου, Οὐρίας υἱὸς Σαμαίου ἐκ Καριαθιαρίμ, καὶ ἐπροφήτευσε περὶ τῆς γῆς ταύτης κατὰ πάντας τοὺς λόγους Ἱερεμίου.
Ιερ. 33,20                    Επίσης και κάποιος άλλος άνθρωπος υπήρχεν, ο οποίος προεφήτευεν εξ ονόματος του Κυρίου, ο Ουρίας υιός του Σαμαίου από την Καριαθιαρίμ, και επροφήτευσε δια την χώραν αυτήν όμοια προς τους λόγους, τους οποίους σήμερα λέγει ο Ιερεμίας.
Ιερ. 33,21                    καὶ ἤκουσεν ὁ βασιλεὺς Ἰωακεὶμ καὶ πάντες οἱ ἄρχοντες πάντας τοὺς λόγους αὐτοῦ καὶ ἐζήτουν ἀποκτεῖναι αὐτόν· καὶ ἤκουσεν Οὐρίας καὶ εἰσῆλθεν εἰς Αἴγυπτον.
Ιερ. 33,21                    Αυτού, λοιπόν, του προφήτου τους λόγους επληροφορήθη ο βασιλεύς Ιωακείμ και όλοι οι άρχοντες και εζήτουν να εύρουν αυτόν, δια να τον θανατώσουν. Ο Ουρίας επληροφορήθη τούτο και κατέφυγεν εις την Αίγυπτον.
Ιερ. 33,22                    καὶ ἐξαπέστειλεν ὁ βασιλεὺς ἄνδρας εἰς Αἴγυπτον,
Ιερ. 33,22                    Ο βασιλεύς Ιωακείμ έστειλεν άνδρας εις την Αίγυπτον,
Ιερ. 33,23                    καὶ ἐξηγάγοσαν αὐτὸν ἐκεῖθεν καὶ εἰσηγάγοσαν αὐτὸν πρὸς τὸν βασιλέα, καὶ ἐπάταξεν αὐτὸν ἐν μαχαίρᾳ καὶ ἔῤῥιψεν αὐτὸν εἰς τὸ μνῆμα υἱῶν λαοῦ αὐτοῦ.
Ιερ. 33,23                    οι οποίοι έβγαλαν τον προφήτην από εκεί και τον ωδήγησαν προς τον βασιλέα. Αυτός τον εθανάτωσε δια μαχαίρας και το νεκρόν του σώμα το έρριψεν στο νεκροταφείον του λαού”.
Ιερ. 33,24                    πλὴν χεὶρ Ἀχεικὰμ υἱοῦ Σαφὰν ἦν μετὰ Ἱερεμίου τοῦ μὴ παραδοῦναι αὐτὸν εἰς χεῖρας τοῦ λαοῦ τοῦ μὴ ἀνελεῖν αὐτόν.
Ιερ. 33,24                    Ο Ιερεμίας όμως διέφυγε την καταδίκην εις θάνατον χάρις εις την επέμβασιν Αχεικάμ υιού του Σαφάν αξιωματούχου εις την αυλήν του Ιωακείμ. Αυτός επενέβη, δια να μη παραδοθή ο Ιερεμίας εις τας χείρας του λαού και τον θανατώσουν.


ΙΕΡΕΜΙΑΣ 34 (Μασ. 27,2-22)

Ιερ. 34,2                      Οὕτως εἶπε Κύριος· ποίησον σεαυτῷ δεσμοὺς καὶ κλοιοὺς καὶ περίθου περὶ τὸν τράχηλόν σου·
Ιερ. 34,2                      Ετσι ωμίλησεν ο Κυριος προς τον Ιερεμίαν· “Καμε δια τον εαυτόν σου δεσμά και κλοιούς και βάλε τα γύρω από τον λαιμόν σου.
Ιερ. 34,3                      καὶ ἀποστελεῖς αὐτοὺς πρὸς βασιλέα Ἰδουμαίας καὶ πρὸς βασιλέα Μωὰβ καὶ πρὸς βασιλέα υἱῶν Ἀμμὼν καὶ πρὸς τὸν βασιλέα Τύρου καὶ πρὸς βασιλέα Σιδῶνος ἐν χερσὶν ἀγγέλων αὐτῶν τῶν ἐρχομένων εἰς ἀπάντησιν αὐτῶν εἰς Ἱερουσαλὴμ πρὸς Σεδεκίαν βασιλέα Ἰούδα.
Ιερ. 34,3                      Επειτα θα αποστείλης αυτούς προς τον βασιλέα της Ιδουμαίας, προς τον βασιλέα των Μωαβιτών, προς τον βασιλέα των Αμμωνιτων, προς τον βασιλέα Τυρου και προς τον βασιλέα της Σιδώνος, δια μέσου των απεσταλμένων αυτών, οι οποίοι έρχονται εις την Ιερουσαλήμ προς συνάντησιν του Σεδεκίου βασιλέως των Ιουδαίων.
Ιερ. 34,4                      καὶ συντάξεις αὐτοῖς πρὸς τοὺς κυρίους αὐτῶν εἰπεῖν· οὕτως εἶπε Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραήλ· οὕτως ἐρεῖτε πρὸς τοὺς κυρίους ὑμῶν·
Ιερ. 34,4                      Θα δώσης εντολήν εις αυτούς να είπουν προς τους κυρίους των· “κατ' αυτόν τον τρόπον ωμίλησεν ο Κυριος, ο Θεός του Ισραηλιτικού λαού· αυτά θα πήτε προς τους κυρίους σας.
Ιερ. 34,5                      ὅτι ἐγὼ ἐποίησα τὴν γῆν ἐν τῇ ἰσχύϊ μου τῇ μεγάλῃ καὶ ἐν τῷ ἐπιχείρῳ μου τῷ ὑψηλῷ καὶ δώσω αὐτὴν ᾧ ἐὰν δόξῃ ἐν ὀφθαλμοῖς μου.
Ιερ. 34,5                      Εγώ εδημιούργησα την γην με την άπειρόν μου δύναμιν και με την παντοδύναμον δεξιάν μου και δίδω αυτήν εις εκείνον, ο οποίος θα φανή αρεστός στα μάτια μου.
Ιερ. 34,6                      ἔδωκα τὴν γῆν τῷ Ναβουχοδονόσορ βασιλεῖ Βαβυλῶνος δουλεύειν αὐτῷ καὶ τὰ θηρία τοῦ ἀγροῦ ἐργάζεσθαι αὐτῷ.
Ιερ. 34,6                      Παρέδωκα, λοιπόν, την χώραν στον Ναβουχοδονόσορα, βασιλέα των Βαβυλωνίων, δια να υπηρετούν αυτόν οι άνθρωποι· και τα θηρία ακόμη του αγρού να εργάζωνται προς χάριν αυτού.
Ιερ. 34,8                      καὶ τὸ ἔθνος καὶ ἡ βασιλεία, ὅσοι ἐὰν μὴ ἐμβάλωσι τὸν τράχηλον αὐτῶν ὑπὸ τὸν ζυγὸν βασιλέως Βαβυλῶνος, ἐν μαχαίρᾳ καὶ ἐν λιμῷ ἐπισκέψομαι αὐτούς, εἶπε Κύριος, ἕως ἐκλίπωσιν ἐν χειρὶ αὐτοῦ.
Ιερ. 34,8                      Καθε δε έθνος και κάθε βασιλείαν, όσαι δεν θα υποβάλουν τον τράχηλόν των κάτω από τον ζυγόν του βασιλέως της Βαβυλώνος, εγώ θα τους επισκεφθώ, δια να τους τιμωρήσω με την μάχαιραν και με τον λιμόν, είπεν ο Κυριος, μέχρις ότου εξαφανισθούν δια της χειρός του Ναδουχοδονόσορος.
Ιερ. 34,9                      καὶ ὑμεῖς μὴ ἀκούετε τῶν ψευδοπροφητῶν ὑμῶν καὶ τῶν μαντευομένων ὑμῖν καὶ τῶν ἐνυπνιαζομένων ὑμῖν καὶ τῶν οἰωνισμάτων ὑμῶν καὶ τῶν φαρμακῶν ὑμῶν τῶν λεγόντων· οὐ μὴ ἐργάσησθε τῷ βασιλεῖ Βαβυλῶνος,
Ιερ. 34,9                      Και σεις μη ακούετε τους ψευδοπροφήτας σας και εκείνους, οι οποίοι σας λέγουν ψευδομαντείας, και αυτούς που βλέπουν και εξηγούν όνειρα. Μη πιστεύετε στους οιωνούς σας και στους μάγους σας, αυτούς οι οποίοι σας λέγουν· Δεν θα εργασθήτε ως δούλοι στον βασιλέα της Βαβυλώνας.
Ιερ. 34,10                    ὅτι ψευδῆ αὐτοὶ προφητεύουσιν ὑμῖν πρὸς τὸ μακρῦναι ὑμᾶς ἀπὸ τῆς γῆς ὑμῶν.
Ιερ. 34,10                    Διότι όλοι αυτοί προφητεύουν ψευδή πράγματα, δια να γίνουν αφορμή να απομακρυνθήτε αιχμάλωτοι και εξόριστοι από την χώραν σας.
Ιερ. 34,11                    καὶ τὸ ἔθνος, ὃ ἐὰν εἰσαγάγῃ τὸν τράχηλον αὐτοῦ ὑπὸ τὸν ζυγὸν βασιλέως Βαβυλῶνος καὶ ἐργάσηται αὐτῷ, καὶ καταλείψω αὐτὸν ἐπὶ τῆς γῆς αὐτοῦ, καὶ ἐργᾶται αὐτῷ καὶ ἐνοικήσει ἐν αὐτῇ. -
Ιερ. 34,11                    Το έθνος όμως το οποίον θα υποταχθή υπό τον ζυγόν του βασιλέως ης Βαδυλώνος και θα εργασθή προς χάριν αυτού, αυτό το έθνος εγώ θα το αφήσω ήσυχον εις την χώραν του και θα εργάζεται εις την περιοχήν του και θα κατοικήση ήσυχον εις αυτήν”.
Ιερ. 34,12                    Καὶ πρὸς Σεδεκίαν βασιλέα Ἰούδα ἐλάλησα κατὰ πάντας τοὺς λόγους τούτους λέγων· εἰσαγάγετε τὸν τράχηλον ὑμῶν
Ιερ. 34,12                    Και προς τον Σεδεκίαν, βασιλέα του ιουδαϊκού βασιλείου, ωμίλησα όλους τους λόγους αυτούς, λέγει ο προφήτης Ιερεμίας και είπα· Θέσατε τον τράχηλον σας υπό τον ζυγόν των Βαβυλωνίων
Ιερ. 34,14                    καὶ ἐργάσασθε τῷ βασιλεῖ Βαβυλῶνος, ὅτι ἄδικα αὐτοὶ προφητεύουσιν ὑμῖν·
Ιερ. 34,14                    και εργασθήτε δια τον βσιλέα της Βαβυλώνος, διότι ψευδείς προφητείας λέγουν εις σας οι ψευδοπροφήται.
Ιερ. 34,15                    ὅτι οὐκ ἀπέστειλα αὐτούς, φησὶ Κύριος, καὶ προφητεύουσι τῷ ὀνόματί μου ἐπ᾿ ἀδίκῳ πρὸς τὸ ἀπολέσαι ὑμᾶς, καὶ ἀπολεῖσθε ὑμεῖς καὶ οἱ προφῆται ὑμῶν οἱ προφητεύοντες ὑμῖν ἐπ᾿ ἀδίκῳ ψευδῆ.
Ιερ. 34,15                    Δεν απέστειλα εγώ αυτούς, λέγει ο Κυριος· ψευδώς προφητεύουν εξ Ονόματός μου, δια να σας οδηγήσουν έτσι εις την καταστροφήν. Και σεις, εάν δώσετε εμπιστοσύνην εις αυτούς, θα καταστραφήτε, όπως επίσης και οι ψευδοπροφήται σας, οι οποίοι προφητεύουν εις σας αδικίας και ψεύδη.
Ιερ. 34,16                    ὑμῖν καὶ παντὶ τῷ λαῷ τούτῳ καὶ τοῖς ἱερεῦσιν ἐλάλησα λέγων· οὕτως εἶπε Κύριος· μὴ ἀκούετε τῶν λόγων τῶν προφητῶν τῶν προφητευόντων ὑμῖν λεγόντων· ἰδοὺ σκεύη οἴκου Κυρίου ἐπιστρέψει ἐκ Βαβυλῶνος, ὅτι ἄδικα αὐτοὶ προφητεύουσιν ὑμῖν,
Ιερ. 34,16                    Προς σας και εις όλον τον λαόν και στους ιερείς ελάλησα και είπα· Οὕτως ωμίλησεν ο Κυριος· μη ακούετε τα λόγια των ψευδοπροφητών, οι οποίοι προφητεύουν εις σας και λέγουν· “ιδού, τα ιερά σκεύη του ναού του Κυρίου, θα επαναστραφούν από την Βαβυλώνα. Μη δίδετε καμμίαν εις αυτούς εμπιστοσυνην, διότι ψευδώς και αδίκως αυτοί προφητεύουν εις σας,
Ιερ. 34,17                    οὐκ ἀπέστειλα αὐτούς.
Ιερ. 34,17                    δεν τους απέστειλα εγώ.
Ιερ. 34,18                    εἰ προφῆταί εἰσι καὶ εἰ ἔστι λόγος Κυρίου ἐν αὐτοῖς, ἀπαντησάτωσάν μοι·
Ιερ. 34,18                    Εάν πράγματι είναι αληθινοί προφήται, εάν λόγοι και προφητείαι εκ μέρους του Κυρίου υπάρχουν εις αυτούς, ας παρουσιασθούν ενώπιόν μου και ας απαντήσουν εις τας κατηγορίας μου.
Ιερ. 34,19                    ὅτι οὕτως εἶπε Κύριος· καὶ τῶν ἐπιλοίπων σκευῶν,
Ιερ. 34,19                    Ετσι άκομα είπεν ο Κυριος· Και τα απομείναντα ιερά σκεύη,
Ιερ. 34,20                    ὧν οὐκ ἔλαβε βασιλεὺς Βαβυλῶνος, ὅτε ἀπῴκισε τὸν Ἰεχονίαν ἐξ Ἱερουσαλήμ,
Ιερ. 34,20                    τα οποία ο βασιλεύς της Βαδυλώνος δεν παρέλαβε μαζή του, όταν ωδηγούσεν από την Ιερουσαλήμ εις αιχμαλωσίαν και εξορίαν, τον Ιεχονίαν,
Ιερ. 34,22                    εἰς Βαβυλῶνα εἰσελεύσεται, λέγει Κύριος.
Ιερ. 34,22                    θα ελθουν και αυτά εις την Βαβυλώνα, λέγει ο Κυριος.

Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.