Κυριακή, 1 Απριλίου 2012

ΗΣΑΙΑΣ 45 -52



ΗΣΑΪΑΣ 45

Ησ. 45,1                      Οὕτω λέγει Κύριος ὁ Θεὸς τῷ χριστῷ μου Κύρῳ, οὗ ἐκράτησα τῆς δεξιᾶς ἐπακοῦσαι ἔμπροσθεν αὐτοῦ ἔθνη, καὶ ἰσχὺν βασιλέων διαῤῥήξω, ἀνοίξω ἔμπροσθεν αὐτοῦ θύρας, καὶ πόλεις οὐ συγκλεισθήσονται.
Ησ. 45,1                      Αυτά λέγει Κυριος ο Θεός στον Κύρον, τον οποίον εγώ έχρισα βασιλέα και του οποίου την δεξιάν κατέστησα κραταιάν, δια να υπακούσουν εις αυτόν και υποταχθύν ενώπιόν του τα έθνη· και την ισχύν των βασιλέων θα συντρίψω, θα ανοίξω έμπροσθεν αυτού τας θύρας και καμμία πόλις δεν θα μείνη κλειστή δι' αυτόν.
Ησ. 45,2                      ἐγὼ ἔμπροσθέν σου πορεύσομαι καὶ ὄρη ὁμαλιῶ, θύρας χαλκᾶς συντρίψω καὶ μοχλοὺς σιδηροῦς συγκλάσω
Ησ. 45,2                      Εγώ, ω Κύρε, θα πορευθώ έμπροσθέν σου, θα εξομαλύνω τα όρη, θα συντρίψω θύρας χαλκάς και μοχλούς σιδηρούς θα σπάσω.
Ησ. 45,3                      καὶ δώσω σοι θησαυροὺς σκοτεινούς, ἀποκρύφους, ἀοράτους ἀνοίξω σοι, ἵνα γνῷς, ὅτι ἐγὼ Κύριος ὁ Θεός σου ὁ καλῶν τὸ ὄνομά σου, ὁ Θεὸς Ἰσραήλ.
Ησ. 45,3                      Θα δώσω εις σε θησαυρούς, που ευρίσκονται εις σκοτεινούς τόπους, θα ανοίξω και θα παρουσιάσω εις σε αποκρύφους και αοράτους θησαυρούς, δια να γνωρίσης ότι εγώ είμαι Κυριος ο Θεός σου, ο οποίος σε εκάλεσεν ονομαστικώς, ο Θεός του Ισραηλιτικού λαού.
Ησ. 45,4                      ἕνεκεν τοῦ παιδός μου Ἰακὼβ καὶ Ἰσραὴλ τοῦ ἐκλεκτοῦ μου, ἐγὼ καλέσω σε τῷ ὀνόματί σου καὶ προσδέξομαί σε, σὺ δὲ οὐκ ἔγνως με
Ησ. 45,4                      Εγώ θα σε καλέσω ονομαστικώς, προς χάριν του δούλου μου Ιακώβ, του εκλεκτού ισραηλιτικού λαού μου, θα σε δεχθώ ως όργανόν μου δια το έργον, που σε έχω προορίσει. Συ όμως δεν εγνώρισες εμέ,

Ησ. 45,5                      ὅτι ἐγὼ Κύριος ὁ Θεός, καὶ οὐκ ἔστι πλὴν ἐμοῦ Θεός, ἐνίσχυσά σε καὶ οὐκ ᾔδεις με,
Ησ. 45,5                      ότι δηλαδή εγώ είμαι Κυριος ο Θεός και δεν υπάρχει άλλος Θεός πλην εμού. Εγώ έδωκα εις σε αυτήν την δύναμιν· συ όμως δεν με εγνωρισες ως δωρεοδότην.
Ησ. 45,6                      ἵνα γνῶσι οἱ ἀπ᾿ ἀνατολῶν ἡλίου καὶ οἱ ἀπὸ δυσμῶν, ὅτι οὐκ ἔστι Θεὸς πλὴν ἐμοῦ· ἐγὼ Κύριος ὁ Θεός, καὶ οὐκ ἔστιν ἔτι·
Ησ. 45,6                      Και έπραξα αυτά, δια να γνωρίσουν όσοι κατοικούν εις την ανατολήν, και οι άλλοι που κατοικούν εις την δύσιν, ότι δεν υπάρχει άλλος Θεός πλην εμού· ότι εγώ είμαι Κυριος ο Θεός και δεν υπάρχει κανείς άλλος.
Ησ. 45,7                      ἐγὼ ὁ κατασκευάσας φῶς καὶ ποιήσας σκότος, ὁ ποιῶν εἰρήνην καὶ κτίζων κακά· ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ὁ ποιῶν πάντα ταῦτα.
Ησ. 45,7                      Εγώ κατεσκεύασα το φως και έκαμα το σκοτάδι. Επιφέρω και αποκαθιστώ ειρήνην αλλά και παραχωρώ να έρχωνται συμφοραί και θλίψεις. Εγώ είμαι Κυριος ο Θεός, ο οποίος κάμνω όλα αυτά.
Ησ. 45,8                      εὐφρανθήτω ὁ οὐρανὸς ἄνωθεν, καὶ αἱ νεφέλαι ῥανάτωσαν δικαιοσύνην· ἀνατειλάτω ἡ γῆ καὶ βλαστησάτω ἔλεος, καὶ δικαιοσύνην ἀνατειλάτω ἅμα· ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ κτίσας σε.
Ησ. 45,8                      Ας ευφρανθή ο ουρανός άνω, αι δε νεφέλαι ας βρέξουν δικαιοσύνην εις την γην. Η γη ας βλάστηση έλεος και ας ανατείλη συγχρόνως δικαιοσύνην. Εγώ είμαι ο Κυριος, ο οποίος σε έχω κτίσει.
Ησ. 45,9                      Ποῖον βέλτιον κατεσκεύασα ὡς πηλὸν κεραμέως; μὴ ὁ ἀροτριῶν ἀροτριάσει τὴν γῆν ὅλην τὴν ἡμέραν; μὴ ἐρεῖ ὁ πηλὸς τῷ κεραμεῖ· τί ποιεῖς, ὅτι οὐκ ἐργάζῃ οὐδὲ ἔχεις χεῖρας;
Ησ. 45,9                      Ποίον άλλο δημιούργημα έκαμα καλύτερον από σέ, αφού σε έπλασα όπως ο κεραμεύς πλάθει τον πηλόν; Μηπως ο γεωργός θα οργώνη το χωράφι όλην την ημέραν; Μηπως θα είπη ο πηλός στον κεραμοποιόν, όταν εκείνος διακόπτη το έργον του, τι κάμνεις; Διατί δεν εργάζεσαι; Δεν έχεις πλέον χέρια προς εργασίαν;
Ησ. 45,10                    μὴ ἀποκριθήσεται τὸ πλάσμα πρὸς τὸν πλάσαντα αὐτό; ὁ λέγων τῷ πατρί· τί γεννήσεις; καὶ τῇ μητρί· τί ὠδίνεις;
Ησ. 45,10                    Μηπως και θα απαντήση, τάχα, το πλάσμα αυτό στον κεραμέα, που το έπλασε; Δεν είναι ανόητος εκείνος που λέγει στον πατέρα· Τι θα γεννήσης; Και εις την μητέρα του· Τι κοιλοπονάς;
Ησ. 45,11                    ὅτι οὕτω λέγει Κύριος ὁ Θεὸς ὁ ἅγιος Ἰσραὴλ ὁ ποιήσας τὰ ἐπερχόμενα· ἐρωτήσατέ με περὶ τῶν υἱῶν μου καὶ περὶ τῶν θυγατέρων μου καὶ περὶ τῶν ἔργων τῶν χειρῶν μου ἐντείλασθέ μοι.
Ησ. 45,11                    Κατά κάποιον τέτοιον τρόπον ομιλεί Κυριος ο Θεός προς σας, ο απολύτως άγιος Θεός του Ισραήλ. Αυτός, ο οποίος έχει προαποφασίσει εκείνα, που θα συμβούν. Ερωτήσατέ με, λοιπόν, και σεις, διατί κατ' αυτόν τον τρόπον μεταχειρίζομαι τους υιούς μου και τας θυγατέρας μου. Δωσατέ μου εντολάς και οδηγίας σεις δια τα έργα των χειρών μου.
Ησ. 45,12                    ἐγὼ ἐποίησα γῆν καὶ ἄνθρωπον ἐπ᾿ αὐτῆς, ἐγὼ τῇ χειρί μου ἐστερέωσα τὸν οὐρανόν, ἐγὼ πᾶσι τοῖς ἄστροις ἐνετειλάμην.
Ησ. 45,12                    Εγώ είμαι εκείνος, ο οποίος εδημιούργησα την γην και επλασα τον άνθρωπον επάνω εις αυτήν. Εγώ με την παντοδύναμον δεξιάν μου, εστερέωσα τον ουρανόν. Εγώ έδωσα εντολήν στους αστέρας να καταλάβουν την θέσιν, που τους ώρισα.
Ησ. 45,13                    ἐγὼ ἤγειρα αὐτὸν μετὰ δικαιοσύνης βασιλέα, καὶ πᾶσαι αἱ ὁδοὶ αὐτοῦ εὐθεῖαι. οὗτος οἰκοδομήσει τὴν πόλιν μου καὶ τὴν αἰχμαλωσίαν τοῦ λαοῦ μου ἐπιστρέψει οὐ μετὰ λύτρων, οὐδὲ μετὰ δώρων, εἶπε Κύριος σαβαώθ.
Ησ. 45,13                    Εγώ ύψωσα και ανέδειξα τον Κύρον βασιλέα ως όργανον της δικαιοσύνης μου· και με την ιδικήν μου καθοδήγησιν όλαι αι ενέργειαί του θα είναι ευθείαι και απρόσκοπτοι. Αυτός θα ανοικοδόμηση την πόλιν μου, την Ιερουσαλήμ, θα επαναφέρη τον αιχμάλωτον λαόν μου εις την πατρίδα του, χωρίς να εκβίαση λύτρα και δώρα, είπε Κυριος ο Θεός ο παντοκράτωρ.
Ησ. 45,14                    Οὕτω λέγει Κύριος σαβαώθ· ἐκοπίασεν Αἴγυπτος καὶ ἐμπορία Αἰθιόπων, καὶ οἱ Σεβωεὶμ ἄνδρες ὑψηλοὶ ἐπὶ σὲ διαβήσονται καὶ σοὶ ἔσονται δοῦλοι καὶ ὀπίσω σου ἀκολουθήσουσι δεδεμένοι χειροπέδαις καὶ διαβήσονται πρός σε, καὶ προσκυνήσουσί σοι καὶ ἐν σοὶ προσεύξονται, ὅτι ἐν σοὶ ὁ Θεός ἐστι καὶ οὐκ ἐστι Θεὸς πλὴν σοῦ·
Ησ. 45,14                    Ούτω λέγει ο Κυριος των δυνάμεων, ο παντοκράτωρ· “Οι κόποι της Αιγύπτου, τα κέρδη από το εμπόριον των Αιθιόπων, οι υψηλοί και ρωμαλαίοι άνδρες της Σεβωείμ θα έλθουν προς σέ, θα είναι δούλοι σου, θα ακολουθούν οπίσω σου δεμένοι με χειροπέδας· θα έλθουν προς σέ, ω Ιερουσαλήμ. Θα σε προσκυνήσουν και θα προσευχηθούν εις σέ, διότι εις σε ευρίσκεται ο αληθινός Θεός και δεν υπάρχει άλλος Θεός εκτός από σέ, Κυριε.
Ησ. 45,15                    σὺ γὰρ εἶ Θεός, καὶ οὐκ ᾔδειμεν, ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραὴλ σωτήρ.
Ησ. 45,15                    Πράγματι, συ είσαι ο αληθινός Θεός και ημείς δεν το εγνωριζαμεν, ο Θεός του Ισραηλιτικού λαού, ο σωτήρ.
Ησ. 45,16                    αἰσχυνθήσονται καὶ ἐντραπήσονται πάντες οἱ ἀντικείμενοι αὐτῷ καὶ πορεύσονται ἐν αἰσχύνῃ. ἐγκαινίζεσθε πρός με, νῆσοι.
Ησ. 45,16                    Θα καταισχυνθούν και θα εντροπιασθούν όλοι οι αντιτιθέμενοι προς αυτόν, θα πορευθούν και θα ζήσουν μέσα εις την εντροπήν των. Ελάτε κοντά μου, γίνετε νέα κτίσις, λαοί ειδωλολατρικοί, που κατοικείτε εις τας νήσους και εις τα παράλια.
Ησ. 45,17                    Ἰσραὴλ σώζεται ὑπὸ Κυρίου σωτηρίαν αἰώνιον· οὐκ αἰσχυνθήσονται οὐδὲ μὴ ἐντραπῶσιν ἕως τοῦ αἰῶνος ἔτι.
Ησ. 45,17                    Οι Ισραηλίται θα σωθούν από τον Κυριον, θα πάρουν σωτηρίαν αιώνιον. Αυτοί δεν θα εντραπούν εις αιώνας αιώνων.
Ησ. 45,18                    Οὕτως λέγει Κύριος ὁ ποιήσας τὸν οὐρανόν, οὗτος ὁ Θεὸς ὁ καταδείξας τὴν γῆν καὶ ποιήσας αὐτήν, αὐτὸς διώρισεν αὐτήν, οὐκ εἰς κενὸν ἐποίησεν αὐτήν, ἀλλὰ κατοικεῖσθαι ἔπλασεν αὐτὴν - ἐγώ εἰμι Κύριος, καὶ οὐκ ἔστιν ἔτι.
Ησ. 45,18                    Ετσι λέγει ο Κυριος, ο οποίος εδημιούργησε τον ουρανόν, αυτός ο οποίος κατέστησε φανεράν και ορατήν την κρυμμένην στον γνόφον και τα ύδατα γην και την παρεσκεύασε κατάλληλον προς διαμονήν των ανθρώπων. Αυτός διεχώρισε την θάλασσαν από την ζηράν, δεν την εδημιούργησεν εική και ως έτυχε, άνευ σκοπού, αλλά την έπλασε και την διε-μόρφωσε, δια να κατοικήται από τους ανθρώπους. Αυτός, λοιπόν, διακηρύσσει και λέγει· Εγώ είμαι ο Κυριος και δεν υπάρχει άλλος εκτός από εμέ.
Ησ. 45,19                    οὐκ ἐν κρυφῇ λελάληκα, οὐδὲ ἐν τόπῳ γῆς σκοτεινῷ· οὐκ εἶπα τῷ σπέρματι Ἰακώβ· μάταιον ζητήσατε. ἐγώ εἰμι ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ λαλῶν δικαιοσύνην καὶ ἀναγγέλλων ἀλήθειαν.
Ησ. 45,19                    Δεν έχω ομιλήσει εγώ εις τα κρυφά, ούτε εις σκοτεινόν τινα τόπον της γης. Ποτέ δεν είπα στους απογόνους του Ιακώβ· εις μάτην θα με αναζητήσετε. Εγώ είμαι, εγώ είμαι ο μόνος Κυριος και Θεός, ο οποίος λαλώ δικαιοσύνην και αναγγέλλω πάντοτε την αλήθειαν.
Ησ. 45,20                    συνάχθητε καὶ ἥκετε, βουλεύσασθε ἅμα οἱ σωζόμενοι ἀπὸ τῶν ἐθνῶν, οὐκ ἔγνωσαν οἱ αἴροντες τὸ ξύλον γλύμμα αὐτῶν καὶ οἱ προσευχόμενοι ὡς πρὸς θεούς, οἳ οὐ σῴζουσι.
Ησ. 45,20                    Συγκεντρωθήτε, ελάτε κοντά μου, σκεφθήτε σοβαρώς μαζή συγχρόνως όλοι όσοι έχετε σωθή από την πλάνην της εθνικής ειδωλολατρείας. Δεν γνωρίζουν τι κάνουν αυτοί, που με ευλάβειαν σηκώνουν το ξυλόγλυπτον, αναίσθητον άγαλμα των, που προσεύχοντονται προς τα είδωλά των ως προς θεούς, οι οποίοι εν τούτοις δεν έχουν την δύναμιν να σώζουν.
Ησ. 45,21                    εἰ ἀναγγελοῦσιν, ἐγγισάτωσαν, ἵνα γνῶσιν ἅμα τίς ἀκουστὰ ἐποίησε ταῦτα ἀπ᾿ ἀρχῆς· τότε ἀνηγγέλη ὑμῖν· ἐγὼ ὁ Θεός, καὶ οὐκ ἔστιν ἄλλος πλὴν ἐμοῦ· δίκαιος καὶ σωτὴρ οὐκ ἔστιν πάρεξ ἐμοῦ.
Ησ. 45,21                    Εάν οι θεοί των εθνών έχουν την δύναμιν να αναγγέλλουν κάτι προφητικώς, ας πλησιάσουν και ας το πουν, δια να μάθουν και οι άλλοι λαοί, ποιός προανήγγειλε και κατέστησεν εκ των προτέρων γνωστά και ακουστά εκείνα, τα οποία έμελλαν να γίνουν. Από τον αληθινόν Θεόν ανηγγέλθησαν τότε αυτά εις ημάς. Εγώ είμαι ο Θεός, ο οποίος τα ανήγγειλα, ο αληθινός Θεός και δεν υπάρχει άλλος εκτός από εμέ. Απολύτως δίκαιος και παντοδύναμος σωτήρ δεν υπάρχει εκτός από εμέ.
Ησ. 45,22                    ἐπιστράφητε ἐπ᾿ ἐμὲ καὶ σωθήσεσθε, οἱ ἀπ᾿ ἐσχάτου τῆς γῆς· ἐγώ εἰμι ὁ Θεός, καὶ οὐκ ἔστιν ἄλλος.
Ησ. 45,22                    Επανέλθετε, λοιπόν, εν μετανοία προς εμέ και θα σωθήτε. Και σεις ακόμη οι οποίοι κατοικείτε εις τα άκρα της γης. Εγώ είμαι ο αληθινός Θεός και δεν υπάρχει άλλος πλην από εμέ.
Ησ. 45,23                    κατ᾿ ἐμαυτοῦ ὀμνύω, ἦ μὴν ἐξελεύσεται ἐκ τοῦ στόματός μου δικαιοσύνη, οἱ λόγοι μου οὐκ ἀποστραφήσονται, ὅτι ἐμοὶ κάμψει πᾶν γόνυ καὶ ἐξομολογήσεται πᾶσα γλῶσσα τῷ Θεῷ
Ησ. 45,23                    Ορκίζομαι στον εαυτόν μου, λέγει ο Κυριος, πράγματι και αληθεία θα εξέλθη από το στόμα μου λόγος αληθινός και δίκαιος. Οι λόγοι μου δεν θα επανέλθουν απραγματοποίητοι, διότι ενώπιόν μου θα καμφθή κάθε γόνατον εις λατρείαν μου. Πάσα γλώσσα θα δοξολογήση τον Θεόν
Ησ. 45,24                    λέγων· δικαιοσύνη καὶ δόξα πρὸς αὐτὸν ἥξουσι καὶ αἰσχυνθήσονται πάντες οἱ ἀφορίζοντες ἑαυτούς·
Ησ. 45,24                    λέγουσα· δικαιοσύνη και δόξα θα έλθουν από αυτόν και προς αυτόν, θα κατεντροπιασθούν δε όλοι εκείνοι, οι οποίοι ξεχωρίζουν και απομακρύνουν τον εαυτόν των από αυτόν.
Ησ. 45,25                    ἀπὸ Κυρίου δικαιωθήσονται καὶ ἐν τῷ Θεῷ ἐνδοξασθήσονται πᾶν τὸ σπέρμα τῶν υἱῶν Ἰσραήλ.
Ησ. 45,25                    Από τον Κυριον θα εύρουν την δικαίωσίν των και θα δοξασθούν εν τω Θεώ και δια του Θεού όλοι οι απόγονοι των Ισραηλιτών.


ΗΣΑΪΑΣ 46

Ησ. 46,1                      Ἔπεσε Βήλ, συνετρίβη Δαγών, ἐγένετο τὰ γλυπτὰ αὐτῶν εἰς θηρία καὶ κτήνη· αἴρετε αὐτὰ καταδεδεμένα ὡς φορτίον κοπιῶντι
Ησ. 46,1                      Επεσε το άγαλμα του ειδωλολατρικού θεού Βηλ, συνετρίβη το άγαλμα του θεού Δαγών, και τα αλλά είδωλα αυτών μεταφέρονται λάφυρα επάνω εις ελέφαντας και κτήνη. Μεταφέρατέ τα· δέσατε βαρύ φορτίον επάνω εις ζώα, που μετά κόπου τα μεταφέρουν.
Ησ. 46,2                      καὶ πεινῶντι, ἐκλελυμένῳ, οὐκ ἰσχύοντι ἅμα, οἳ οὐ δυνήσονται σωθῆναι ἀπὸ πολέμου, αὐτοὶ δὲ αἰχμάλωτοι ἤχθησαν.
Ησ. 46,2                      Πεινούν και παραλύουν και εξασθενούν τα ζώα αυτά. Αυτοί είναι οι θεοί σας, οι οποίοι δεν ημπορούν να σωθούν από τον πόλεμον, αλλά δεμένοι οδηγούνται εις αιχμαλωσίαν.
Ησ. 46,3                      Ἀκούετέ μου, οἶκος τοῦ Ἰακὼβ καὶ πᾶν τὸ κατάλοιπον τοῦ Ἰσραήλ, οἱ αἰρόμενοι ἐκ κοιλίας καὶ παιδευόμενοι ἐκ παιδίου
Ησ. 46,3                      Ακούσατέ μου λοιπόν, σεις, οι απόγονοι του Ιακώβ, και όσοι απέμειναν από τους Ισραηλίτας· σεις οι οποίοι απ' αρχής της υπάρξεώς σας κρατείσθε με στοργήν εις τα πατρικά μου χέρια. Σεις, καθένας από τους οποίους παιδαγωγείσθε από εμέ από της παιδικής σας ηλικίας
Ησ. 46,4                      ἕως γήρους· ἐγώ εἰμι, καὶ ἕως ἂν καταγηράσητε, ἐγώ εἰμι· ἐγὼ ἀνέχομαι ὑμῶν, ἐγὼ ἐποίησα καὶ ἐγὼ ἀνήσω, ἐγὼ ἀναλήψομαι καὶ σώσω ὑμᾶς.
Ησ. 46,4                      μέχρι και της γεροντικής. Εγώ είμαι απ' αρχής πάντοτε και μέχρις ότου φθάσετε εις βαθύτατον γήρας. Εγώ είμαι αυτός και αναλλοίωτος, εγώ σας ανέχομαι, εγώ σας εδημιούργησα, εγώ θα σας αναδείξω, εγώ θα σας αναλάβω υπό την προστασίαν μου και θα σας σώσω.
Ησ. 46,5                      τίνι με ὡμοιώσατε; ἴδετε, τεχνάσασθε, οἱ πλανώμενοι.
Ησ. 46,5                      Προς ποίον, λοιπόν, με έχετε παρομοιάσει; Ιδετε, σεις που πλανάσθε εις την λατρείαν των ειδώλων, χρησιμοποιήσατε όλην την τέχνην σας·
Ησ. 46,6                      οἱ συμβαλλόμενοι χρυσίον ἐκ μαρσιππίου καὶ ἀργύριον ἐν ζυγῷ, στήσουσιν ἐν σταθμῷ καὶ μισθωσάμενοι χρυσοχόον ἐποίησαν χειροποίητα, καὶ κύψαντες προσκυνοῦσιν αὐτοῖς.
Ησ. 46,6                      σεις οι οποίοι συνεισφέρετε χρυσόν από το δερμάτινον βαλάντιον σας, ζυγίζετε άργυρον, θέτετε αυτά επάνω εις ζυγόν, μισθώνετε χρυσοχόον και έτσι κατασκευάζετε χειροποίητα αγάλματα, τα οποία κατόπιν κύπτουν οι άνθρωποι και τα προσκυνούν.
Ησ. 46,7                      αἴρουσιν αὐτὸ ἐπὶ τοῦ ὤμου, καὶ πορεύονται· ἐὰν δὲ θῶσιν αὐτό, ἐπὶ τοῦ τόπου αὐτοῦ μένει, οὐ μὴ κινηθῇ· καὶ ὡς ἐὰν βοήσῃ πρὸς αὐτόν, οὐ μὴ εἰσακούσῃ, ἀπὸ κακῶν οὐ μὴ σώση αὐτόν.
Ησ. 46,7                      Παίρνουν έπειτα οι άνθρωποι το άψυχον αυτό άγαλμα στους ώμους των και πορεύονται μαζή με αυτό. Εάν το τοποθετήσουν εις κάποιον τόπον, μένει εκεί ακίνητον. Εκείνος που θα θελήση να βοηθήση προς αυτό προσευχόμενος, δεν θα εισακουσθή. Το άψυχον άγαλμα δεν θα τον απαλλάξη από τα κακά. Δεν θα τον σώση από κινδύνους.
Ησ. 46,8                      μνήσθητε ταῦτα καὶ στενάξατε, μετανοήσατε οἱ πεπλανημένοι, ἐπιστρέψατε τῇ καρδίᾳ,
Ησ. 46,8                      Αναλογισθήτε και σκεφθήτε όλα αυτά, που σας είπα, και στενάξατε. Μετανοήσατε σεις, οι οποίοι έχετε παραπλανηθή εις την λατρείαν των ειδώλων. Επιστρέψατε με όλην σας την καρδίαν στον Θεόν.
Ησ. 46,9                      καὶ μνήσθητε τὰ πρότερα ἀπὸ τοῦ αἰῶνος, ὅτι ἐγώ εἰμι ὁ Θεός, καὶ οὐκ ἔστιν ἔτι πλὴν ἐμοῦ
Ησ. 46,9                      Ενθυμηθήτε όσα προηγουμένως από πολλών αιώνων, απ' αρχής της υπάρξεώς σας, εγώ προείπα και ενήργησα. Διότι εγώ είμαι ο αληθινός Θεός και δεν υπάρχει άλλος πλην από εμέ.
Ησ. 46,10                    ἀναγγέλλων πρότερον τὰ ἔσχατα πρὶν αὐτὰ γενέσθαι, καὶ ἅμα συνετελέσθη. καὶ εἶπα· πᾶσα ἡ βουλή μου στήσεται, καὶ πάντα, ὅσα βεβούλευμαι, ποιήσω·
Ησ. 46,10                    Εγώ είμαι εκείνος, που προαναγγέλλω εκ των προτέρων όσα θα συμβούν στους μετά ταύτα χρόνους, πριν η γίνουν αυτά. Και ιδού ότι στον χρόνον που προείπα, συντελούνται και πραγματοποιούνται. Εγώ είπα και ετόνισα· κάθε απόφασίς μου θα πραγματοποιηθή και όλα όσα έχω σκεφθή και αποφασίσει θα πραγματοποιήσω.
Ησ. 46,11                    καλῶν ἀπὸ ἀνατολῶν πετεινὸν καὶ ἀπὸ γῆς πόῤῥωθεν περὶ ὧν βεβούλευμαι, ἐλάλησα καὶ ἤγαγον, ἔκτισα καὶ ἐποίησα, ἤγαγον αὐτὸν καὶ εὐώδωσα τὴν ὁδὸν αὐτοῦ.
Ησ. 46,11                    Εγώ είμαι εκείνος, ο οποίος καλώ από τα μέρη της ανατολής, ώσαν ταχύτατον πτηνόν, τον Κύρον αυτό χώραν μακρυνήν, δια να υπηρετήση εις εκείνα, τα οποία εγώ έχω αποφασίσει. Το είπα και το έφερα εις πέρας. Τον εδημιούργησα, τον έκαμα βασιλέα, τον έφερα από μακρυνήν χώραν, κατευώδωσα τους δρόμους της ζωής και της δράσεως του.
Ησ. 46,12                    ἀκούσατέ μου, οἱ ἀπολωλεκότες τὴν καρδίαν, οἱ μακρὰν ἀπὸ τῆς δικαιοσύνης.
Ησ. 46,12                    Ακούσατέ με σεις, οι οποίοι έχετε χάσει τον νουν σας, σεις που ευρίσκεσθε και ζήτε μακράν από την δικαιοσύνην.
Ησ. 46,13                    ἤγγισα τὴν δικαιοσύνην μου καὶ τὴν σωτηρίαν τὴν παρ᾿ ἐμοῦ οὐ βραδυνῶ· δέδωκα ἐν Σιὼν σωτηρίαν τῷ Ἰσραὴλ εἰς δόξασμα.
Ησ. 46,13                    Επλησίασεν ο καιρός, να αποδώσω δικαιοσύνη· δεν θα βραδύνω να στείλω εγώ την σωτηρίαν στον λαόν μου. Θα δώσω σωτηρίαν εις την Σιών, στον ισραηλιτικόν λαόν, προς δόξαν εμού και αυτού.


ΗΣΑΪΑΣ 47

Ησ. 47,1                      Κατάβηθι, κάθισον ἐπὶ τὴν γῆν, παρθένος, θυγάτηρ Βαβυλῶνος, εἴσελθε εἰς τὸ σκότος, θυγάτηρ Χαλδαίων, ὅτι οὐκέτι προστεθήσῃ κληθῆναι ἁπαλὴ καὶ τρυφερά.
Ησ. 47,1                      Κατέβα από την δόξαν σου, κυλίσου στο χώμα, Βαδυλών, πόλις που μέχρι σήμερα δεν επατήθης από τους εχθρούς σου. Εμπα στο σκοτάδι της θλίψεως, πόλις κατοικουμένη από Χαλδαίους, διότι δεν θα είσαι πλέον και δεν θα ονομάζεσαι καλομαθημένη και τρυφερά.
Ησ. 47,2                      λάβε μύλον, ἄλεσον ἄλευρον, ἀποκάλυψαι τὸ κατακάλυμμά σου, ἀνακάλυψαι τὰς πολιάς, ἀνάσυρε τὰς κνήμας, διάβηθι ποταμούς·
Ησ. 47,2                      Σαν δούλη πλέον πάρε εις τα χέριά σου τον χειρόμυλον, άλεσε το σιτάρι και κάμε το αλεύρι, βγάλε το κάλυμμα της κεφαλής σου και φανέρωσε πλέον τα άσπρα μαλλιά σου· ανάσυρε το ιμάτιόν σου, που σκεπάζει τα πόδια σου, και πέρασε ποταμούς.
Ησ. 47,3                      ἀνακαλυφθήσεται ἡ αἰσχύνη σου, φανήσονται οἱ ὀνειδισμοί σου· τὸ δίκαιον ἐκ σοῦ λήψομαι, οὐκέτι μὴ παραδῶ ἀνθρώποις.
Ησ. 47,3                      Θα ξεσκεπασθή ο,τι προκαλεί την έντροπήν σου, θα φανούν οι εξευτελισμοί σου, θα πάρω από σε ο,τι είναι δίκαιον εις αποκατάστασιν της δικαιοσύνης. Δεν θα σε παραδώσω πλέον εις ανθρώπους, να σε τιμωρήσουν, διότι εγώ θα είμαι ο τιμωρός σου.
Ησ. 47,4                      εἶπεν ὁ ῥυσάμενός σε Κύριος σαβαώθ, ὄνομα αὐτῷ ἅγιος Ἰσραήλ·
Ησ. 47,4                      Ω ισραηλίται, αυτά είπεν ο σωτήρ σας, ο Κυριος ο παντοκράτωρ, αυτός του οποίου το όνομα είναι ο άγιος Θεός του Ισραήλ.
Ησ. 47,5                      κάθισον κατανενυγμένη, εἴσελθε εἰς τὸ σκότος, θυγάτηρ Χαλδαίων, οὐκέτι μὴ κληθήσῃ ἰσχὺς βασιλείας.
Ησ. 47,5                      Καθισε, λοιπόν, Βαδυλών, θυγάτηρ των Χαλδαίων, συντετριμμένη και πονεμένη. Εμπα στο σκοτάδι της ανυπαρξίας και αφανείας, διότι ποτέ πλέον δεν θα αναγνωριοθή εις σε βασιλική εξουσία.
Ησ. 47,6                      παρωξύνθην ἐπὶ τῷ λαῷ μου, ἐμίανας τὴν κληρονομίαν μου· ἐγὼ ἔδωκα αὐτοὺς εἰς τὴν χεῖρά σου, σὺ δὲ οὐκ ἔδωκας αὐτοῖς ἔλεος, τοῦ πρεσβυτέρου ἐβάρυνας τὸν ζυγὸν σφόδρα.
Ησ. 47,6                      Ωργίσθην εγώ εναντίον του λαού μου δια τας αμαρτίας του, συ όμως εβεβήλωσας την κληρονομίαν μου. Εγώ τους παρέδωσα εις τα χέρια σου, δια να τιμωρηθούν και παιδαγωγηθούν. Συ όμως εφάνης σκληρά απέναντι των· δεν τους έδειξες κάποιαν ευσπλαγχνίαν και συγκατάβασιν. Και αυτού ακόμη του γεροντοτέρου κατέστησας πολύ βαρύν τον ζυγόν της δουλείας.
Ησ. 47,7                      καὶ εἶπας· εἰς τὸν αἰῶνα ἔσομαι ἄρχουσα· οὐκ ἐνόησας ταῦτα ἐν τῇ καρδίᾳ σου, οὐδὲ ἐμνήσθης τὰ ἔσχατα.
Ησ. 47,7                      Και εν τη αλαζονεία σου είπες· Εγώ θα είμαι πάντοτε άρχουσα και κυρίαρχος εις αιώνα τον άπαντα. Δεν εσκέφθης ποτέ, δεν επέρασαν από τον νουν σου αυτά, που τώρα πάσχεις. Δεν έλαβες ύπ' όψιν σου τα τελευταία σου.
Ησ. 47,8                      νῦν δὲ ἄκουε ταῦτα, ἡ τρυφερά, ἡ καθημένη πεποιθυῖα, ἡ λέγουσα ἐν καρδίᾳ αὐτῆς· ἐγώ εἰμι, καὶ οὐκ ἔστιν ἑτέρα· οὐ καθιῶ χήρα οὐδὲ γνώσομαι ὀρφανίαν.
Ησ. 47,8                      Τωρα όμως άκουσε αυτά που θα σου πω. Συ, η τρυφερά και φιλήδονος, η οποία εκάθησο γεμάτη αυτοπεποίθησιν και έλεγες μέσα εις την κάρδιάν σου· Εγώ είμαι μόνον και δεν υπάρχει άλλη ώσαν εμέ. Δεν θα μείνω ποτέ χήρα και εγκαταλελειμμένη, δεν θα γνωρίσω, τι θα πη ορφάνεια και ατεκνία.
Ησ. 47,9                      νῦν δὲ ἥξει ἐπὶ σὲ τὰ δύο ταῦτα ἐξαίφνης ἐν ἡμέρᾳ μιᾷ· ἀτεκνία καὶ χηρεία ἥξει ἐξαίφνης ἐπὶ σὲ ἐν τῇ φαρμακείᾳ σου, ἐν τῇ ἰσχύϊ τῶν ἐπαοιδῶν σου σφόδρα,
Ησ. 47,9                      Και όμως ιδού, ότι αυτά τα δύο θα επέλθουν αιφνιδίως εναντίον σου εις μίαν μόνην ημέραν, ατεκνία και χηρεία· θα έλθη έξαφνα εις σέ, καθ ον χρόνον θα ζητής ασφάλειαν και προστασίαν από την μαγείαν σου, από την μεγάλην, τάχα, δύναμιν των μάγων σου και των γητευμάτων των.
Ησ. 47,10                    τῇ ἐλπίδι τῆς πονηρίας σου· σὺ γὰρ εἶπας· ἐγώ εἰμι, καὶ οὐκ ἔστιν ἑτέρα. γνῶθι, ὅτι ἡ σύνεσις τούτων καὶ ἡ πορνεία σου ἔσται σοι αἰσχύνη. καὶ εἶπας τῇ καρδίᾳ σου· ἐγώ εἰμι, καὶ οὐκ ἔστιν ἑτέρα.
Ησ. 47,10                    Επάνω εις τας ψευδείς ελπίδας που σου εδιδεν η πονηρία σου, συ είπες· Εγώ είμαι, δεν υπάρχει καμμία άλλη ώσαν εμέ, ωραία και ισχυρά. Μαθε, λοιπόν, ότι η σύνεσις από τας μαγείας αυτάς και τους μάγους και η άμαρτωλότης σου θα αποβούν εις καταισχύνην σου. Συ όμώς είπες αλαζονικώς από μέσα σου· Εγώ είμαι· δεν υπάρχει άλλη.
Ησ. 47,11                    καὶ ἥξει ἐπὶ σὲ ἀπώλεια, καὶ οὐ μὴ γνῷς, βόθυνος, καὶ ἐμπεσῇ εἰς αὐτόν· καὶ ἥξει ἐπὶ σὲ ταλαιπωρία, καὶ οὐ μὴ δυνήσῃ καθαρὰ γενέσθαι· καὶ ἥξει ἐπὶ σὲ ἐξ ἀπίνης ἀπώλεια, καὶ οὐ μὴ γνῷς.
Ησ. 47,11                    Θα έπελθη εναντίον σου όλεθρος, πριν καν προλάβης να τον αντιληφθής. Βοθρος θα άνοιξη ενώπιόν σου και θα πέσης μέσα εις αυτόν. Μεγάλη ταλαιπωρία θα εκσπάση επί της κεφαλής σου και δεν θα κατορθώσης, να απαλλαγής από αυτήν. Εξαφνα θα επέλθη εναντίον σου η καταστροφή, χωρίς καν να προλάβης να την αντιληφθής.
Ησ. 47,12                    στῆθι νῦν ἐν ταῖς ἐπαοιδαῖς σου καὶ ἐν τῇ πολλῇ φαρμακείᾳ σου, ἃ ἐμάνθανες ἐκ νεότητός σου, εἰ δυνήσῃ ὠφεληθῆναι.
Ησ. 47,12                    Σταμάτησε, λοιπόν, τώρα τας μαγείας και τας πολλάς γοητείας σου, τας οποίας εκ νεότητάς σου έμαθες, μήπως και ημπορέσης να ωφεληθής και σωθής.
Ησ. 47,13                    κεκοπίακας ἐν ταῖς βουλαῖς σου· στήτωσαν δὴ καὶ σωσάτωσάν σε οἱ ἀστρολόγοι τοῦ οὐρανοῦ, οἱ ὁρῶντες τοὺς ἀστέρας ἀναγγειλάτωσάν σοι τί μέλλει ἐπὶ σὲ ἔρχεσθαι.
Ησ. 47,13                    Πολύ έχεις κοπιάσει εις τας συσκέψεις σου και τας συμβουλάς των μάγων και των αστρολόγων. Ας σταθούν λοιπόν, τώρα, ας σηκωθούν όρθιοι και ας σε σώσουν οι αστρολόγοι του ουρανού, αυτοί ποι παρατηρούν τας κινήσεις των αστέρων και μαντεύουν, τάχα, το μέλλον· ας αναγγείλλουν εις σε τι μέλλει να σου συμβή, τι θα επέλθη εναντίον σου.
Ησ. 47,14                    ἰδοὺ πάντες ὡς φρύγανα ἐπὶ πυρὶ κατακαυθήσονται καὶ οὐ μὴ ἐξέλωνται τὴν ψυχὴν αὐτῶν ἐκ φλογός· ὅτι ἔχεις ἄνθρακας πυρός, κάθισαι ἐπ᾿ αὐτούς.
Ησ. 47,14                    Ιδού, όλοι αυτοί ώσαν φρύγανα θα κατακαούν επάνω εις την φωτιάν. Δεν θα γλυτώσουν την ζωήν των από την φλόγα του ολέθρου, διότι συ, ω Βαβυλών, θα μεταβληθής εις αναμμένους άνθρακας, δια να καθίσουν επάνω εις αυτούς οι μάγοι και οι αστρολόγοι σου.
Ησ. 47,15                    οὗτοι ἔσονταί σοι βοήθεια, ἐκοπίασας ἐν τῇ μεταβολῇ ἐκ νεότητος, ἄνθρωπος καθ᾿ ἑαυτὸν ἐπλανήθη, σοὶ δὲ οὐκ ἔσται σωτηρία.
Ησ. 47,15                    Αυτό θα είναι το κατάντημα εκείνων, εις την βοήθειαν των οποίων ήλπισες, με τους οποίους κατεπόνησες τον εαυτόν σου από την νεότητά σου. Καθε άνθρωπος, βέβαια, υπόκειται εις πλάνην. Συ όμως επλανήθης τόσον πολύ, ώστε δεν υπάρχει πλέον ελπίς σωτηρίας δια σέ.


ΗΣΑΪΑΣ 48

Ησ. 48,1                      Ἀκούσατε ταῦτα, οἶκος Ἰακὼβ οἱ κεκλημένοι τῷ ὀνόματι Ἰσραὴλ καὶ ἐξ Ἰούδα ἐξελθόντες, οἱ ὀμνύοντες τῷ ὀνόματι Κυρίου Θεοῦ Ἰσραήλ, μιμνησκόμενοι οὐ μετὰ ἀληθείας οὐδὲ μετὰ δικαιοσύνης
Ησ. 48,1                      Ακούσατε αυτά σεις, οι απόγονοι του Ιακώβ, οι οποίοι έχετε το όνομα του Ισραηλ· σεις που προέρχεσθε από την φυλήν του Ιούδα, σεις που ορκίζεσθε στο όνομα Κυρίου του Θεού του Ισραήλ· σεις, οι οποίοι εις καιρόν θλίψεων και κινδύνων ενθυμείσθε και επικαλείσθε τον Θεόν, οχι όμως με ειλικρίνειαν και ευθύτητα καρδίας ούτε με ζωήν αρετής.
Ησ. 48,2                      καὶ ἀντεχόμενοι τῷ ὀνόματι τῆς πόλεως τῆς ἁγίας καὶ ἐπὶ τῷ Θεῷ Ἰσραὴλ ἀντιστηριζόμενοι, Κύριος σαβαὼθ ὄνομα αὐτῷ.
Ησ. 48,2                      Σεις, που κρατείτε ως ίδικον σας το όνομα της αγίας πόλεως, της Ιερουσαλήμ, και λέγετε ότι στηρίζεσθε στον Θεόν του Ισραήλ. Εις εκείνον, του οποίου το όνομα είναι Κυριος των δυνάμεων.
Ησ. 48,3                      τὰ πρότερα ἔτι ἀνήγγειλα, καὶ ἐκ τοῦ στόματός μου ἐξῆλθε καὶ ἀκουστὸν ἐγένετο· ἐξάπινα ἐποίησα, καὶ ἐπῆλθε.
Ησ. 48,3                      Προανήγγειλα εκ των προτέρων μελλοντικά γεγονότα. Από το στόμα μου εξήλθον προφητείαι, ηκούσθησαν από σας, έξαφνα δε και, χωρίς να το περιμένετε, επραξα και συνέβησαν τα γεγονότα.
Ησ. 48,4                      γινώσκω ὅτι σκληρὸς εἶ, καὶ νεῦρον σιδηροῦν ὁ τράχηλός σου, καὶ τὸ μέτωπόν σου χαλκοῦν.
Ησ. 48,4                      Γνωρίζω, ότι είσαι λαός σκληρός και πεισματάρης, ότι ο τράχηλός σου είναι σιδερένιο και δύσκαμπτον νεύρον, το μέτωπόν σου χάλκινον και ασυγκίνητον.
Ησ. 48,5                      καὶ ἀνήγγειλά σοι πάλαι, πρὶν ἐλθεῖν ἐπὶ σὲ ἀκουστόν σοι ἐποίησα· μήποτε εἴπῃς ὅτι τὰ εἴδωλά μου ἐποίησε, καὶ εἴπῃς ὅτι τὰ γλυπτὰ καὶ τὰ χωνευτὰ ἐνετείλατό μοι.
Ησ. 48,5                      Προ πολλού χρόνου σου προανήγγειλα τα γεγονότα, πριν εκσπάσουν εναντίον σου, σε έκαμα να ακούσης τας σχετικάς προφητείας· δια να μη είπης, ότι τα είδωλα, που προσκυνώ, έκαμαν αυτό· να μη πης. ότι τα γλυπτά και χωνευτά αγάλματα προείπαν αυτά εις εμέ.
Ησ. 48,6                      ἠκούσατε πάντα, καὶ ὑμεῖς οὐκ ἔγνωτε· ἀλλὰ καὶ ἀκουστά σοι ἐποίησα τὰ καινὰ ἀπὸ τοῦ νῦν, ἃ μέλλει γίνεσθαι, καὶ οὐκ εἶπας.
Ησ. 48,6                      Σεις, οι ισραηλίται ηκούσατε όλα αυτά και όμως δεν ηθελήσατε να τα κατανοήσετε. Αλλά και νέα γεγονότα, τα οποία μέλλουν να γίνουν από τώρα και στο εξής, εγώ σου τα κατέστησα γνωστά και συ δεν είπες, ότι ο Θεός μου τα προανήγγειλε.
Ησ. 48,7                      νῦν γίνεται καὶ οὐ πάλαι, καὶ οὐ προτέραις ἡμέραις ἤκουσας αὐτά· μὴ εἴπῃς· ναὶ γινώσκω αὐτά.
Ησ. 48,7                      Τωρα εξαγγέλλονται αι προφητείαι, τώρα λαμβάνουν χώραν τα νέα αυτά γεγονότα και όχι εις παλαιοτέρους χρόνους. Τωρα, και όχι εις προηγουμένας εποχάς, ήκουσες αυτά. Εγιναν δέ, δια να μη είπης· α, ναι τα εγνώριζα.
Ησ. 48,8                      οὔτε ἔγνως οὔτε ἠπίστω, οὔτε ἀπ᾿ ἀρχῆς ἤνοιξά σου τὰ ὦτα· ἔγνων γὰρ ὅτι ἀθετῶν ἀθετήσεις καὶ ἄνομος ἔτι ἐκ κοιλίας κληθήσῃ.
Ησ. 48,8                      Ούτε εγνώριζες, ούτε είχες μάθει, ούτε εγώ δια την απιστίαν σου σου είχα ανοίξει από τότε τα αυτιά της ψυχής σου, ώστε να ακούσης και γνωρίσης τας προφητείας. Τούτο δέ, διότι εγώ εγνώριζα, ότι συ ασφαλώς και βεβαίως θα αθετήσης αυτά, ότι ήσο και θα ωνομάζεσο παράνομος από την αρχήν της εθνικής υπάρξεώς σου.
Ησ. 48,9                      ἕνεκεν τοῦ ἐμοῦ ὀνόματος δείξω σοι τὸν θυμόν μου καὶ τὰ ἔνδοξά μου ἐπάξω ἐπὶ σέ, ἵνα μὴ ἐξολοθρεύσω σε.
Ησ. 48,9                      Προς δόξαν όμως και σεβασμόν του Ονόματός μου θα δείξω εις σε την οργήν μου. Επειτα θα πραγματοποιήσω εις σε ένδοξα γεγονότα, δια να μη σε εξολοθρεύσω εντελώς.
Ησ. 48,10                    ἰδοὺ πέπρακά σε οὐχ ἕνεκεν ἀργυρίου, ἐξειλάμην δέ σε ἐκ καμίνου πτωχείας·
Ησ. 48,10                    Ιδού, σας επώλησα δούλους στους Βαβυλωνίους, όχι βέβαια έναντι αργυρίου· άλλα και σας απήλλαξα από την κάμινον της πτωχείας κατά τον καιρόν της αιχμαλωσίας σας.
Ησ. 48,11                    ἕνεκεν ἐμοῦ ποιήσω σοι, ὅτι τὸ ἐμὸν ὄνομα βεβηλοῦται, καὶ τὴν δόξαν μου ἑτέρῳ οὐ δώσω.
Ησ. 48,11                    Χαριν εμού θα σας σώσω, διότι εκεί βεβηλώνεται το Ονομά μου και δεν θα παραδώσω την δόξαν μου εις άλλον θεόν.
Ησ. 48,12                    Ἄκουέ μου, Ἰακὼβ καὶ Ἰσραήλ, ὃν ἐγὼ καλῶ· ἐγώ εἰμι πρῶτος, καὶ ἐγώ εἰμι εἰς τὸν αἰῶνα,
Ησ. 48,12                    Ακούσατέ με, λοιπόν, σεις οι απόγονοι του Ιακώβ, συ Ισραηλιτικέ λαέ, τον οποίον εγώ απ' αρχής εκάλεσα και καλώ ίδικόν μου λαόν. Εγώ είμαι ο πρώτος, εγώ είμαι και μετά ταύτα στους οίωνας των αιώνων.
Ησ. 48,13                    καὶ ἡ χείρ μου ἐθεμελίωσε τὴν γῆν, καὶ ἡ δεξιά μου ἐστερέωσε τὸν οὐρανόν. καλέσω αὐτούς, καὶ στήσονται ἅμα
Ησ. 48,13                    Το παντοδύναμον χέρι μου εθεμελίωσεν ασφαλή την γην και η δεξιά μου εστερέωσε τν έναστρον ουρανόν. Θα προσκαλέσω όλα αυτά, και αμέσως θα σταθούν εις προσοχήν ενώπιόν μου.
Ησ. 48,14                    καὶ συναχθήσονται πάντες καὶ ἀκούσονται. τίς αὐτοῖς ἀνήγγειλε ταῦτα; ἀγαπῶν σε ἐποίησα τὸ θέλημά σου ἐπὶ Βαβυλῶνα τοῦ ἆραι σπέρμα Χαλδαίων.
Ησ. 48,14                    Ας συγκεντρωθούν όλοι και ας ακούσουν με προσοχήν, ποιός εκ των προτέρων ανήγγειλεν εις αυτούς αυτά; Εγώ, επειδή σε ηγάπησα, έκαμα το θέλημά σου εις βάρος της Βαβυλώνος· να εξολοθρεύσω τους απογόνους των Χαλδαίων.
Ησ. 48,15                    ἐγὼ ἐλάλησα, ἐγὼ ἐκάλεσα, ἤγαγον αὐτὸν καὶ εὐώδωσα τὴν ὁδὸν αὐτοῦ.
Ησ. 48,15                    Εγώ ωμίλησα στον Κύρον, εγώ τον προσεκάλεσα και τον ωδηγησα, εγώ ευώδωσα τον δρόμον του.
Ησ. 48,16                    προσαγάγετε πρός με καὶ ἀκούσατε ταῦτα· οὐκ ἀπ᾿ ἀρχῆς ἐν κρυφῇ λελάληκα, οὐδὲ ἐν τόπῳ γῆς σκοτεινῷ· ἡνίκα ἐγένετο, ἐκεῖ ἤμην, καὶ νῦν Κύριος ἀπέστειλέ με καὶ τὸ πνεῦμα αὐτοῦ.
Ησ. 48,16                    Ελάτε προς εμέ, ω Ισραηλίται, και ακούσατε αυτά. Δεν είπα αυτά εις μακρυνήν εποχήν κρυφίως, ούτε εις κανένα σκοτεινόν τόπον. Οταν επραγματοποιούντο αι προφητείαι μου, ήμουν εκεί βοηθών τον Κύρον. Και τώρα ο Κύρος λέγει· ο Κυριος με έστειλε και το πνεύμα του.
Ησ. 48,17                    οὕτως λέγει Κύριος ὁ ῥυσάμενός σε, ὁ ἅγιος Ἰσραήλ· ἐγώ εἰμι ὁ Θεός σου, δέδειχά σοι τοῦ εὑρεῖν σε τὴν ὁδόν, ἐν ᾗ πορεύσῃ ἐν αὐτῆ.
Ησ. 48,17                    Αυτά λέγει ο Κυριος, ο οποίος σε ηλευθέρωσε, ο άγιος Θεός του ισραηλιτικού λαού· Εγώ είμαι ο Θεός σου, εγώ έδειξα εις σε να εύρης την αληθινήν οδόν, εις την οποίαν και πρέπει να πορευθής, εάν θέλης την σωτηρίαν σου.
Ησ. 48,18                    καὶ εἰ ἤκουσας τῶν ἐντολῶν μου, ἐγένετο ἂν ὡσεὶ ποταμὸς ἡ εἰρήνη σου καὶ ἡ δικαιοσύνη σου ὡς κῦμα θαλάσσης·
Ησ. 48,18                    Και εάν είχες ακούσει τας εντολάς μου, η ειρήνη και η ευτυχία σου θα εγίνετο πλούσια και ανεξάντλητος, ώσαν ποταμός και η δικαιοσύνη σου ώσαν το κύμα της θαλάσσης.
Ησ. 48,19                    καὶ ἐγένετο ἂν ὡς ἡ ἄμμος τὸ σπέρμα σου καὶ τὰ ἔκγονα τῆς κοιλίας σου ὡς ὁ χοῦς τῆς γῆς· οὐδὲ νῦν οὐ μὴ ἐξολοθρευθῇς, οὐδὲ ἀπολεῖται τὸ ὄνομά σου ἐνώπιον ἐμοῦ. -
Ησ. 48,19                    Οι απόγονοί σου θα ήσαν τόσοι πολλοί, όση η άμμος της θαλάσσης· τα δε τέκνα σου αναρίθμητα, όπως είναι το χώμα της γης. Αλλα ούτε και τώρα θα εξολοθρευθής, ούτε θα χαθή το όνομά σου από εμπρός μου.
Ησ. 48,20                    Ἔξελθε ἐκ Βαβυλῶνος φεύγων ἀπὸ τῶν Χαλδαίων· φωνὴν εὐφροσύνης ἀναγγείλατε, καὶ ἀκουστὸν γενέσθω τοῦτο, ἀπαγγείλατε ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς, λέγεται· ἐῤῥύσατο Κύριος τὸν δοῦλον αὐτοῦ Ἰακώβ·
Ησ. 48,20                    Εβγα, λοιπόν, ελεύθερος, ω ισραηλιτικέ λαέ, από την Βαβυλώνα. Φυγε από την χώραν των Χαλδαίων. Με φωνάς χαράς και ευφροσύνης αναγγείλατε το ευχάριστον τούτο γεγονός. Ας γίνη τούτο παντού ακουστόν. Κηρύξατέ το εις τα πέρατα της γης. Είπατε ότι ο Κυριος απήλλαξε τον δούλον του, τους απογόνους του Ιακώβ, από την δουλείαν των Βαβυλωνίων.
Ησ. 48,21                    καὶ ἐὰν διψήσωσι, δι᾿ ἐρήμου ἄξει αὐτούς, ὕδωρ ἐκ πέτρας ἐξάξει αὐτοῖς· σχισθήσεται πέτρα, καὶ ῥυήσεται ὕδωρ, καὶ πίεται ὁ λαός μου.
Ησ. 48,21                    Εάν αυτό διψήσουν, καθ' ον χρόνον ο Θεός θα τους όδηγή δια μέσου της έρημου, θα βγάλη νερό προς χάριν αυτών από τον βράχον. Θα σχισθή η πέτρα και θα αναβλύζουν ύδατα, δια να πίη ο λαός μου.
Ησ. 48,22                    οὐκ ἐστι χαίρειν, λέγει Κύριος, τοῖς ἀσεβέσιν.
Ησ. 48,22                    Χαρά και ευφροσύνη δεν υπάρχει στους ασεβείς ανθρώπους, λέγει ο Κυριος.


ΗΣΑΪΑΣ 49

Ησ. 49,1                      Ἀκούσατέ μου, νῆσοι, καὶ προσέχετε, ἔθνη· διὰ χρόνου πολλοῦ στήσεται, λέγει Κύριος. ἐκ κοιλίας μητρός μου ἐκάλεσε τὸ ὄνομά μου
Ησ. 49,1                      Ακούσατέ με, νήσοι και παράλιοι περιοχαί· δώσατε προσοχήν εις τα λόγιά μου, έθνη ειδωλολατρικά. Επειτα από πολύν χρόνον θα συμβούν αυτά, λέγει ο Κυριος. Εκ κοιλίας μητρός μου με εκάλεσεν ονομαστικώς ο Κυριος.
Ησ. 49,2                      καὶ ἔθηκε τὸ στόμα μου ὡσεὶ μάχαιραν ὀξεῖαν καὶ ὑπὸ τὴν σκέπην τῆς χειρὸς αὐτοῦ ἔκρυψέ με, ἔθηκέ με ὡς βέλος ἐκλεκτὸν καὶ ἐν τῇ φαρέτρᾳ αὐτοῦ ἔκρυψέ με.
Ησ. 49,2                      Ωσάν οξείαν κοπτερήν μάχαιραν έκαμε το στόμα μου. Κατω από την προστατευτικήν του χείρα με έκρυψεν από κινδύνους και απειλάς. Με έκαμε βέλος εύστοχον, με έκρυψεν εις την φαρέτραν του
Ησ. 49,3                      καὶ εἶπέ μοι· δοῦλός μου εἶ σύ, Ἰσραήλ, καὶ ἐν σοὶ δοξασθήσομαι.
Ησ. 49,3                      και μου είπε· Συ είσαι δούλος μου, εγώ δε δια σου θα δοξασθώ.
Ησ. 49,4                      καὶ ἐγὼ εἶπα· κενῶς ἐκοπίασα, εἰς μάταιον καὶ εἰς οὐδὲν ἔδωκα τὴν ἰσχύν μου· διὰ τοῦτο ἡ κρίσις μου παρὰ Κυρίῳ, καὶ ὁ πόνος μου ἐναντίον τοῦ Θεοῦ μου.
Ησ. 49,4                      Και εγώ είπα τότε· πως, Κυριε, θα δοξασθής από εμέ; Εγώ εις τα χαμένα εκοπίασα. Ματαίως και προς κανένα αγαθόν έργον και αποτέλεσμα δεν διέθεσα την δύναμίν μου. Δια τούτο το δίκαιόν μου και την κρίσιν μου αναθέτω στον Κυριον. Η θλίψίς μου είναι ενώπιον του Θεού.
Ησ. 49,5                      καὶ νῦν οὕτως λέγει Κύριος ὁ πλάσας με ἐκ κοιλίας δοῦλον ἑαυτῷ τοῦ συναγαγεῖν τὸν Ἰακὼβ πρὸς αὐτὸν καὶ Ἰσραὴλ - συναχθήσομαι καὶ δοξασθήσομαι ἐναντίον Κυρίου, καὶ ὁ Θεός μου ἔσται μοι ἰσχὺς -
Ησ. 49,5                      Και τώρα έτσι λέγει ο Κυριος, αυτός που με επλασεν ευθύς εξ αρχής και με ώρισεν ως υπηρετήν του, δια να συγκεντρώσω πλησίον του τους απογόνους του Ιακώβ, τον Ισραηλιτικόν λαόν. Θα συγκεντρωθώμεν, λοιπόν, και θα δοξασθώμεν ενώπιον του Κυρίου και Κυριος ο Θεός μας θα είναι η δύναμίς μας.
Ησ. 49,6                      καὶ εἶπέ μοι· μέγα σοί ἐστι τοῦ κληθῆναί σε παῖδά μου τοῦ στῆσαι τὰς φυλὰς Ἰακὼβ καὶ τὴν διασπορὰν τοῦ Ἰσραὴλ ἐπιστρέψαι· ἰδοὺ δέδωκά σε εἰς διαθήκην γένους, εἰς φῶς ἐθνῶν τοῦ εἶναί σε εἰς σωτηρίαν ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς. -
Ησ. 49,6                      Ο Κυριος μου είπεν ακόμη· Είναι μεγάλη δια σε τιμή, να ονομασθής δούλος και υπηρέτης μου. Να αποκαταστήσης ελευθέρας τας φυλάς του Ιακώβ και να επαναφέρης τους ανά τα διάφορα έθνη διεσκορπισμένους Ισραηλίτας. Ιδού, εγώ σε έχω δώσει εις εκπλήρωσιν της διαθήκης μου προς το γένος το Ισραηλιτικόν. Ως φως δι' όλα τα έθνη. Να είσαι συ ο σωτήρ εις όλους τους λαούς, μέχρι και των περάτων της γης.
Ησ. 49,7                      Οὕτως λέγει Κύριος ὁ ῥυσάμενός σε, ὁ Θεὸς Ἰσραήλ· ἁγιάσατε τὸν φαυλίζοντα τὴν ψυχὴν αὐτοῦ, τὸν βδελυσσόμενον ὑπὸ τῶν ἐθνῶν τῶν δούλων τῶν ἀρχόντων· βασιλεῖς ὄψονται αὐτὸν καὶ ἀναστήσονται, ἄρχοντες καὶ προσκυνήσουσιν αὐτῷ ἕνεκεν Κυρίου· ὅτι πιστός ἐστιν ὁ ἅγιος Ἰσραήλ, καὶ ἐξελεξάμην σε.
Ησ. 49,7                      Αυτά λέγει ο Κυριος, ο λυτρωτής και ελευθερωτής σου, ο Θεός του Ισραηλιτικού λαού· Ως άγιον τιμήσατε και δοξάσατε αυτόν, ο οποίος καταφρονεί και παραδίδει εις θάνατον την ζωήν του. Αυτόν, τον οποίον βδελύσσονται τα αμαρτωλά έθνη, οι δούλοι των αρχόντων. Βασιλείς όμως θα τον ίδουν και θα εγερθούν μετά σεβασμού ενώπιόν του και άρχοντες, οι οποίοι και θα τον προσκυνήσουν ένεκεν Κυρίου του Θεού, διότι ο άγιος Θεός του Ισραηλιτικού λαού, είναι κατά πάντα αληθής και αξιόπιστος εις τας υποσχέσστου. Και εγώ ο Κυριος σε εξέλεξα.
Ησ. 49,8                      οὕτως λέγει Κύριος· καιρῷ δεκτῷ ἐπήκουσά σου καὶ ἐν ἡμέρᾳ σωτηρίας ἐβοήθησά σοι καὶ ἔπλασά σε καὶ ἔδωκά σε εἰς διαθήκην ἐθνῶν τοῦ καταστῆσαι τὴν γῆν καὶ κληρονομῆσαι κληρονομίας ἐρήμους,
Ησ. 49,8                      Αυτά λέγει ο Κυριος· Εις κατάλληλον και ευπρόσδεκτον καιρόν εγώ ήκουσα την προσευχήν σου, εις ημέραν σωτηρίας σε εβοήθησα. Εγώ σε έπλασα. Εδωκα σε ως νέαν διαθήκην μετά των εθνών, δια να αποκαταστήσης τους ανθρώπους της γης, και να απόκτησης ως ίδικήν σου μόνιμον ιδιοκτησίαν τους έως τώρα ερήμους από χάριν Θεού λαούς.
Ησ. 49,9                      λέγοντα τοῖς ἐν δεσμοῖς· ἐξέλθετε, καὶ τοῖς ἐν τῷ σκότει· ἀνακαλυφθῆναι. ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς βοσκηθήσονται, καὶ ἐν πάσαις ταῖς τρίβοις ἡ νομὴ αὐτῶν·
Ησ. 49,9                      Συ, ο δούλος μου, θα είπης στους δεσμίους· Εξέλθετε ελεύθεροι από τα δεσμά σας· και εις αυτούς, που ευρίσκονται στο σκότος της αγνοίας και της πλάνης να φανερωθούν, να έλθουν στο φως της αληθείας. Οσοι θα σε υπακούσουν και θα έλθουν κοντά σου, θα γίνουν ιδικόν σου ποίμνιον. Εις όλας τας πορείας της ζωής των θα ευρίσκουν πλουσίαν τροφήν. Εις όλας τας οδούς, που θα πορεύωνται, θα υπάρχη πάντοτε η διατροφή των.
Ησ. 49,10                    οὐ πεινάσουσιν οὐδὲ διψήσουσιν, οὐδὲ πατάξει αὐτοὺς καύσων, οὐδὲ ὁ ἥλιος, ἀλλ᾿ ὁ ἐλεῶν αὐτοὺς παρακαλέσει καὶ διὰ πηγῶν ὑδάτων ἄξει αὐτούς·
Ησ. 49,10                    Δεν θα πεινάσουν πλέον, ούτε και θα διψήσουν. Δεν θα τους κτυπήση πλέον ούτε το καύμα, ούτε ο ήλιος, αλλά ο γεμάτος έλεος και ευσπλαγχνίαν προς αυτούς Θεός θα τους παρηγόρηση και θα τους οδηγή δια μέσου πηγών αφθόνων υδάτων.
Ησ. 49,11                    καὶ θήσω πᾶν ὄρος εἰς ὁδὸν καὶ πᾶσαν τρίβον εἰς βόσκημα αὐτοῖς.
Ησ. 49,11                    Θα μεταβάλω δι' αυτούς κάθε βουνόν εις δρόμον βατόν, και κάθε δρόμον πλούσιον εις διατροφήν των.
Ησ. 49,12                    ἰδοὺ οὗτοι πόῤῥωθεν ἔρχονται, οὗτοι ἀπὸ βοῤῥᾶ καὶ οὗτοι ἀπὸ θαλάσσης, ἄλλοι δὲ ἐκ γῆς Περσῶν.
Ησ. 49,12                    Ιδού, αυτοί έρχονται από μακρυνάς περιοχάς. Αλλοι έρχονται από τον βορράν, άλλοι από δυσμάς και άλλοι από την χώραν των Περσών.
Ησ. 49,13                    εὐφραίνεσθε, οὐρανοί, καὶ ἀγαλλιάσθω, ἡ γῆ, ῥηξάτωσαν τὰ ὄρη εὐφροσύνην, ὅτι ἠλέησεν ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ καὶ τοὺς ταπεινοὺς τοῦ λαοῦ αὐτοῦ παρεκάλεσεν.
Ησ. 49,13                    Ευφραίνεσθε οι ουρανοί, ας χαίρη και ας αγαλλεται η γη. Τα όρη ας έκσπάσουν εις χαρμοσύνους κραυγάς, διότι ο Κυριος ηλέησε τον λαόν του, παρηγόρησε και ενίσχυσε τους ταπεινούς ανθρώπους του λαού του.
Ησ. 49,14                    Εἶπε δὲ Σιών· ἐγκατέλιπέ με Κύριος, καὶ ὁ Κύριος ἐπελάθετό μου.
Ησ. 49,14                    Παρά τας πλουσίας όμως αυτάς ευλογίας η Σιών είπε· Ο Κυριος με εγκατέλειψε, ο Κυριος με ελησμονησε.
Ησ. 49,15                    μὴ ἐπιλήσεται γυνὴ τοῦ παιδίου αὐτῆς τοῦ μὴ ἐλεῆσαι τὰ ἔκγονα τῆς κοιλίας αὐτῆς; εἰ δὲ καὶ ταῦτα ἐπιλάθοιτο γυνή, ἀλλ᾿ ἐγὼ οὐκ ἐπιλήσομαί σου, εἶπε Κύριος.
Ησ. 49,15                    Αλλα, μήπως είναι δυνατόν μια μητέρα να λησμονήση το παιδί της, να μη σπλαγχνισθή και ελεηση τους καρπούς των σπλάγχνων της; Εάν δε και, έστω, μια μητέρα λησμονήση και απαρνηθή τα παιδιά της, εγώ ποτέ δεν θα σε λησμονήσω, είπεν ο Κυριος.
Ησ. 49,16                    ἰδοὺ ἐπὶ τῶν χειρῶν μου ἐζωγράφηκά σου τὰ τείχη, καὶ ἐνώπιόν μου εἶ διαπαντός·
Ησ. 49,16                    Ιδού, έχω ζωγραφίσει εις τα χέρια μου τα τείχη σου, Ιερουσαλήμ, και έτσι ευρίσκεσαι δια παντός προ των οφθαλμών μου.
Ησ. 49,17                    καὶ ταχὺ οἰκοδομηθήσῃ ὑφ᾿ ὧν καθῃρέθης, καὶ οἱ ἐρημώσαντές σε ἐξελεύσονται ἐκ σοῦ.
Ησ. 49,17                    Συντόμως θα ανοικοδομηθής από εκείνους μάλιστα, οι οποίοι σε εκρήμνισαν. Και οι εχθροί σου, οι οποίοι σε κατέλαβαν και σε ερήμωσαν, θα φύγουν από την περιοχήν σου.
Ησ. 49,18                    ἆρον κύκλῳ τοὺς ὀφθαλμούς σου καὶ ἰδὲ πάντας, ἰδοὺ συνήχθησαν καὶ ἤλθοσαν πρός σε· ζῶ ἐγώ, λέγει Κύριος, ὅτι πάντας αὐτοὺς ὡς κόσμον ἐνδύσῃ καὶ περιθήσῃ αὐτοὺς ὡς κόσμον νύμφης.
Ησ. 49,18                    Υψωσε τα μάτιά σου, ω Ιερουσαλήμ· στρέψε ολόγυρά σου και ιδέ όλους. Ιδού, έχουν συναχθή και ήλθαν προς σέ. Ορκίζομαι, λέγει ο Κυριος, ότι θα ενδυθής ως στολισμόν όλους αυτούς. Θα τους περιβληθής ωσάν στολισμόν νύμφης,
Ησ. 49,19                    ὅτι τὰ ἔρημά σου καὶ τὰ διεφθαρμένα καὶ τὰ πεπτωκότα νῦν στενοχωρήσει ἀπὸ τῶν κατοικούντων, καὶ μακρυνθήσονται ἀπὸ σοῦ οἱ καταπίνοντές σε.
Ησ. 49,19                    διότι αι ερημωθείσαι περιοχαί σου, τα καταστραφέντα και εις ερείπια κείμενα μέρη σου, θα αποδειχθούν τώρα πολύ στενά, δια να περιλάβουν τους νέους κατοίκους σου. Εκείνοι δέ, οι οποίοι σε κατέστρεψαν και ήθελαν να σε καταπιούν, θα απομακρυνθούν πλέον από σέ.
Ησ. 49,20                    ἐροῦσι γὰρ εἰς τὰ ὦτά σου οἱ υἱοί σου, οὓς ἀπολώλεκας· στενός μοι ὁ τόπος, ποίησόν μοι τόπον, ἵνα κατοικήσω.
Ησ. 49,20                    Τα παιδιά σου δέ, τα οποία συ εθεώρησες ως χαμένα, άλλα τώρα έχουν επανέλθει, θα είπουν εις τα αυτιά σου· Στενός είναι ο τόπος αυτός δι ημάς. Ετοίμασε τόπον, δια να κατοικήσωμέν με μεγαλυτέραν άνεσιν.
Ησ. 49,21                    καὶ ἐρεῖς ἐν τῇ καρδίᾳ σου· τίς ἐγέννησέ μοι τούτους; ἐγὼ δὲ ἄτεκνος καὶ χήρα, τούτους δὲ τίς ἐξέθρεψέ μοι; ἐγὼ δὲ κατελείφθην μόνη, οὗτοι δέ μοι ποῦ ἦσαν;
Ησ. 49,21                    Και τότε συ, γεμάτη χαράν θα είπης από μέσα σου· Ποιός προς χάριν εμού έγεννησεν αυτούς τους υιούς; Εγώ ήμουνα άτεκνος και χήρα. Αυτά τα παιδιά μου ποιός τα ανέθρεψε; Εγώ είχα εγκαταλειφθή μόνη και έρημος. Αυτοί δέ, που ήλθαν τώρα προς εμέ, που ευρίσκοντο προηγουμένως;
Ησ. 49,22                    Οὕτως λέγει Κύριος Κύριος· ἰδοὺ αἴρω εἰς τὰ ἔθνη τὴν χεῖρά μου καὶ εἰς τὰς νήσους ἀρῶ σύσσημόν μου, καὶ ἄξουσι τοὺς υἱούς σου ἐν κόλπῳ, τὰς δὲ θυγατέρας σου ἐπ᾿ ὤμων ἀροῦσι,
Ησ. 49,22                    Ούτω λέγει ο Κυριος, ο Κυριος· Ιδού εγώ υψώνω εις τα ειδωλολατρικά έθνη την χείρα μου, εις τας νήσους και εις τας παραλίους χώρας θα υψώσω την σημαίαν μου και οι κάτοικοι αυτών θα φέρουν τους υιούς σου, ω Ιερουσαλήμ, εις την αγκάλην των, τας δε θυγατέρας σου θα υψώσουν επάνω στους ώμους των.
Ησ. 49,23                    καὶ ἔσονται βασιλεῖς τιθηνοί σου, αἱ δὲ ἄρχουσαι τροφοί σου· ἐπὶ πρόσωπον τῆς γῆς προσκυνήσουσί σε καὶ τὸν χοῦν τῶν ποδῶν σου λείξουσι· καὶ γνώσῃ ὅτι ἐγὼ Κύριος, καὶ οὐκ αἰσχυνθήσονται οἱ ὑπομένοντές με.
Ησ. 49,23                    Βασιλείς θα είναι οι τροφείς σου και αι αρχόντισσαι θα είναι αι παραμάναι σου. Θα πέσουν στο πρόσωπον της γης και θα σε προσκυνήσουν, θα γλύψουν το χώμα των ποδών σου, και έτσι θα πληροφορηθής και θα μάθης, ότι εγώ είμαι ο Κυριος και όλοι εκείνοι, οι οποίοι στηρίζουν με επιμονήν τας ελπίδας των εις σέ, δεν θα εντραπούν.
Ησ. 49,24                    μὴ λήψεταί τις παρὰ γίγαντος σκῦλα; καὶ ἐὰν αἰχμαλωτεύσῃ τις ἀδίκως, σωθήσεται;
Ησ. 49,24                    Ισως όμώς κάποιος θα ερωτήση· Μηπως είναι δυνατόν να πάρη κανείς λάφυρα από γίγαντα; Εάν δηλαδή αιχμαλωτισθή κανείς από σκληρόν και ισχυρόν αυθέντην, είναι δυνατόν να σωθή από την αιχμαλωσίαν του;
Ησ. 49,25                    οὕτως λέγει Κύριος· ἐάν τις αἰχμαλωτεύσῃ γίγαντα, λήψεται σκύλα· λαμβάνων δὲ παρὰ ἰσχύοντος σωθήσεται· ἐγὼ δὲ τὴν κρίσιν σου κρινῶ, καὶ ἐγὼ τοὺς υἱούς σου ῥύσομαι·
Ησ. 49,25                    Ούτω όμως απαντά ο Κυριος προς αυτόν· Εάν κανείς με την ιδικήν μου δύναμιν συλλάβη ως αιχμάλωτον γίγαντα, θα πάρη χωρίς φόβον λάφυρα από αυτόν. Λαμβάνων δε τα λάφυρα και τα όπλα εκείνου του ισχυρού, θα σωθή και δεν θα πάθη τίποτε. Εγώ θα δικάσω και θα αποδώσω εις σε το δίκαιον, εναντίον των Βαβυλωνίων, του γίγαντος αυτού που σε εταλαιπώρησε! Εγώ θα γλυτώσω τους δούλους σου από την αιχμαλωσίαν.
Ησ. 49,26                    καὶ φάγονται οἱ θλίψαντές σε τὰς σάρκας αὐτῶν καὶ πίονται ὡς οἶνον νέον τὸ αἷμα αὐτῶν καὶ μεθυσθήσονται, καὶ αἰσθανθήσεται πᾶσα σάρξ ὅτι ἐγὼ Κύριος ὁ ῥυσάμενός σε καὶ ἀντιλαμβανόμενος ἰσχύος Ἰακώβ.
Ησ. 49,26                    Εκείνοι δέ, οι οποίοι σε εταλαιπώρησαν και σε έθλιψαν, θα φαγωθούν αναμεταξύ των, θα αλληλοεξοντωθούν, θα πιουν το αίμα των ωσάν νέον κρασί, και θα μεθυσθούν από την μανίαν του φόνου και του μίσους. Και τότε κάθε άνθρωπος θα εννοήση και θα αισθανθή, ότι εγώ ο Κυριος είμαι ο λυτρωτής σου, ο παρέχων δύναμιν εις σέ, τον Ιακώβ.


ΗΣΑΪΑΣ 50

Ησ. 50,1                      Οὕτως λέγει Κύριος· ποῖον τὸ βιβλίον τοῦ ἀποστασίου τῆς μητρὸς ὑμῶν, ᾧ ἐξαπέστειλα αὐτήν; ἢ τίνι ὑπόχρεῳ πέπρακα ὑμᾶς; ἰδοὺ ταῖς ἁμαρτίαις ὑμῶν ἐπράθητε, καὶ ταῖς ἀνομίαις ὑμῶν ἐξαπέστειλα τὴν μητέρα ὑμῶν.
Ησ. 50,1                      Ούτω λέγει ο Κυριος· Που και ποίον είναι το έγγραφον του διαζυγίου της μητέρας σας, δια του οποίου διεζεύχθην και την εγκατέλειψα; Η εις ποίον δανειστήν μου σας επώλησα; Δεν σας επώλησα εγώ δούλους, αλλά σεις λόγω των αμαρτιών σας επωλήθητε, εξ αιτίας δε των παρανομιών σας απέπεμψα την μητέρα σας, την Σιών.
Ησ. 50,2                      τί ὅτι ἦλθον καὶ οὐκ ἦν ἄνθρωπος; ἐκάλεσα καὶ οὐκ ἦν ὁ ὑπακούων; μὴ οὐκ ἰσχύει ἡ χείρ μου τοῦ ῥύσασθαι ἢ οὐκ ἰσχύω τοῦ ἐξελέσθαι; ἰδοὺ τῇ ἀπειλῇ μου ἐξερημώσω τὴν θάλασσαν καὶ θήσω ποταμοὺς ἐρήμους, καὶ ξηρανθήσονται οἱ ἰχθύες αὐτῶν ἀπὸ τοῦ μὴ εἶναι ὕδωρ καὶ ἀποθανοῦνται ἐν δίψει.
Ησ. 50,2                      Διατί, όταν ήλθα, δεν υπήρξεν άνθρωπος να με υποδεχθή; Διατί, όταν προσεκάλεσα, δεν υπήρξε κανείς, που να υπακούση εις την πρόσκλησίν μου; Μηπως δεν είναι ισχυρά η χείρ μου, δια να σας ελευθερώση και σας σώση η δεν έχω την δύναμιν να σας βγάλω από την χώραν της αιχμαλωσίας σας; Ιδού, εγώ με την απειλήν μου δύναμαι να ξηράνω και να κάμω έρημον την θάλασσαν να καταστήσω ξηρούς και ερήμους τους ποταμούς, ώστε να αποθάνουν από την δίψαν τα ψάρια, διότι δεν θα υπάρχη ύδωρ.
Ησ. 50,3                      ἐνδύσω τὸν οὐρανὸν σκότος καὶ ὡς σάκκον θήσω τὸ περιβόλαιον αὐτοῦ.
Ησ. 50,3                      Εγώ ημπορώ να ενδύσω με σκοτάδι τον ουρανόν και να μεταβάλω την λαμπράν περιβολήν και εμφάνισίν του εις πένθιμον σάκκον.
Ησ. 50,4                      Κύριος δίδωσί μοι γλῶσσαν παιδείας τοῦ γνῶναι ἡνίκα δεῖ εἰπεῖν λόγον ἔθηκέ μοι πρωΐ πρωΐ, προσέθηκέ μοι ὠτίον ἀκούειν·
Ησ. 50,4                      Ο Κυριος μου έχει δώσει γλώσσαν παιδείας και σοφίας, δια να γνωρίζω τι και πότε πρέπει να ομιλήσω. Πολύ ενωρίς μου εδώσε την μόρφωσιν αυτήν και μου προσέθεσεν οξύτητα ακοής, δια να ακούω την αλήθειαν και υπακούω εις αυτόν.
Ησ. 50,5                      καὶ ἡ παιδεία Κυρίου Κυρίου ἀνοίγει μου τὰ ὦτα, ἐγὼ δὲ οὐκ ἀπειθῶ οὐδὲ ἀντιλέγω,
Ησ. 50,5                      Η δια των παιδαγωγικών παθημάτων παιδεία του Κυρίου, μάλιστα του Κυρίου, μου ανοίγει τα αυτιά, εγώ δε δεν απειθώ, δεν αντιλέγω εις την παιδείαν αυτήν.
Ησ. 50,6                      τὸν νῶτόν μου ἔδωκα εἰς μάστιγας, τὰς δὲ σιαγόνας μου εἰς ῥαπίσματα, τὸ δὲ πρόσωπόν μου οὐκ ἀπέστρεψα ἀπὸ αἰσχύνης ἐμπτυσμάτων·
Ησ. 50,6                      Εδωκα τον νώτον μου εις μάστιγας και τας σιαγόνας μου εις ραπίσματα, το δε πρόσωπόν μου δεν το απέστρεψα από την αισχύνην των εμπτυσμάτων.
Ησ. 50,7                      καὶ Κύριος Κύριος βοηθός μοι ἐγενήθη, διὰ τοῦτο οὐκ ἐνετράπην, ἀλλὰ ἔθηκα τὸ πρόσωπόν μου ὡς στερεὰν πέτραν καὶ ἔγνων ὅτι οὐ μὴ αἰσχυνθῶ·
Ησ. 50,7                      Αλλα ο Κυριος, ο Κυριος είναι και μου συμπαρεστάθη βοηθός μου. Χαρις εις την στοργικήν παρουσίαν του, δεν εκυριεύθην από έντροπην, άλλα ακλόνητον ως βράχον προέβαλα το πρόσωπόν μου, διότι εγνώριζα ότι τελικώς δεν πρόκειται να εντροπιασθώ.
Ησ. 50,8                      ὅτι ἐγγίζει ὁ δικαιώσας με. τίς ὁ κρινόμενός μοι; ἀντιστήτω μοι ἅμα· καὶ τίς ὁ κρινόμενός μοι; ἐγγισάτω μοι.
Ησ. 50,8                      Ναι, δεν θα εντροπιασθώ, διότι ευρίσκεται πλησίον μου, έρχεται κοντά μου αυτός, ο οποίος θα μου αποδώση το δίκαιον. Ποιός είναι αυτός, ο οποίος θέλει να αντιμετρηθή μαζή μου εις δίκην; Ας σταθή αντιμέτωπός μου αμέσως. Και ποιός θα εκρίνετο μαζή μου και θα ενόμιζεν ότι έχει δίκαιον απέναντί μου; Ας με πλησίαση.
Ησ. 50,9                      ἰδοὺ Κύριος Κύριος βοηθήσει μοι· τίς κακώσει με; ἰδοὺ πάντες ὑμεῖς ὡς ἱμάτιον παλαιωθήσεσθε, καὶ ὡς σὴς καταφάγεται ὑμᾶς.
Ησ. 50,9                      Ιδού, ο Κυριος και Θεός είναι βοηθός μου. Ποιός θα μου κάμη κακόν; Ιδού, όλοι σεις οι αντιτιθέμενοι προς εμέ, θα παληώσετε και θα καταρρακωθήτε σαν ιμάτιον και ωσάν σκόρος θα σας καταφάγη η κακότης και αμαρτωλότης σας.
Ησ. 50,10                    Τίς ἐν ὑμῖν ὁ φοβούμενος τὸν Κύριον; ὑπακουσάτω τῆς φωνῆς τοῦ παιδὸς αὐτοῦ. οἱ πορευόμενοι ἐν σκότει καὶ οὐκ ἔστιν αὐτοῖς φῶς, πεποίθατε ἐπὶ τῷ ὀνόματι Κυρίου καὶ ἀντιστηρίσασθε ἐπὶ τῷ Θεῷ.
Ησ. 50,10                    Ποιός μεταξύ σας φοβείται τον Κυριον; Ας υπακούση εις την φωνήν του παιδός του. Σεις, οι οποίοι πορεύεσθε μέσα στο σκότος της αγνοίας και δεν υπάρχει κανένα δια σας φως, πιστεύσατε στο όνομα του Κυρίου, στηριχθήτε με πεποίθησιν στον Θεόν.
Ησ. 50,11                    ἰδοὺ πάντες ὑμεῖς πῦρ καίετε καὶ κατισχύετε φλόγα· πορεύεσθε τῷ φωτὶ τοῦ πυρὸς ὑμῶν καὶ τῇ φλογί, ᾗ ἐξεκαύσατε· δι᾿ ἐμὲ ἐγένετο ταῦτα ὑμῖν, ἐν λύπῃ κοιμηθήσεσθε.
Ησ. 50,11                    Ιδού, όλοι σεις, που δεν υπακούετε στον παίδα του Θεού, ανάπτετε φωτιάν στον εαυτόν σας και τον κατακαίετε. Τροφοδοτείτε και δυναμώνετε ολονέν περισσότερον την φλόγα του πυρός, που σας κατακαίει. Πορευθήτε με το αντιφέγγισμα του ολεθρίου πυρός, που σεις ανάψατε κατά του εαυτού σας, και με την φλόγα, την οποίαν σεις εδυναμώσετε ακόμη περισσότερον. Συνέβησαν όλα αυτά τα φοβερά εις σας, διότι δεν επιστεύσατε εις εμέ. Βυθισμένοι δε εις την λύπην και τον πόνον θα αποθάνετε.


ΗΣΑΪΑΣ 51

Ησ. 51,1                      Ἀκούσατέ μου, οἱ διώκοντες τὸ δίκαιον καὶ ζητοῦντες τὸν Κύριον, ἐμβλέψατε εἰς τὴν στερεὰν πέτραν, ἣν ἐλατομήσατε, καὶ εἰς τὸν βόθυνον τοῦ λάκκου, ὃν ὠρύξατε.
Ησ. 51,1                      Ακούσατέ με σεις που επιδιώκετε το δίκαιον και ζητείτε πάντοτε τον Κυριον και την βοήθειάν του. Παρατηρήσατε τον στερεόν βραχον, από τον οποίον έχετε κοπή, τον λάκκον, από τον οποίον έχετε ανορυχθή.
Ησ. 51,2                      ἐμβλέψατε εἰς Ἁβραὰμ τὸν πατέρα ὑμῶν καὶ εἰς Σάῤῥαν τὴν ὠδίνουσαν ὑμᾶς· ὅτι εἷς ἦν, καὶ ἐκάλεσα αὐτὸν καὶ εὐλόγησα αὐτὸν καὶ ἠγάπησα αὐτὸν καὶ ἐπλήθυνα αὐτόν.
Ησ. 51,2                      Παρατηρήσατε, δηλαδή, με προσοχήν τον Αβραάμ, τον πατριάρχην σας, και την Σαρραν, η οποία με ωδίνας σας εγεννησεν· ότι αυτός ένας ήτο μεταξύ όλων των ανθρώπων, και αυτόν εγώ εκάλεσα, τον ηυλόγησα, διότι τον ηγάπησα και επλήθυνα τους απογόνους του.
Ησ. 51,3                      καὶ σὲ νῦν παρακαλέσω, Σιών, καὶ παρεκάλεσα πάντα τὰ ἔρημα αὐτῆς καὶ θήσω τὰ ἔρημα αὐτῆς ὡς παράδεισον Κυρίου· εὐφροσύνην καὶ ἀγαλλίαμα εὑρήσουσιν ἐν αὐτῇ, ἐξομολόγησιν καὶ φωνὴν αἰνέσεως.
Ησ. 51,3                      Και σε τώρα εγώ θα παρηγορήσω και θα σε ενισχύσω, ω Σων. Θα την παρηγορήσω αποκαθιστών λαμπροτέρας όλας τας ερημωθείσας περιοχάς της. Θα μεταβάλω τα έρημα της μέρη εις παράδεισον Κυρίου. Οι κάτοικοι της θα εύρούν ευφροσύνην και αγαλλίασιν εν μέσω αυτής, Θα αναπέμψουν δοξολογίαν και φωνήν αινέσεως προς τον Θεόν.
Ησ. 51,4                      ἀκούσατέ μου, ἀκούσατέ μου, λαός μου, καὶ οἱ βασιλεῖς, πρός με ἐνωτίσασθε, ὅτι νόμος παρ᾿ ἐμοῦ ἐξελεύσεται καὶ ἡ κρίσις μου εἰς φῶς ἐθνῶν.
Ησ. 51,4                      Ακούσατέ με, ακούσατέ με, Ισραηλίται, λαός μου. Και οι βασιλείς ανοίξατε τα αυτιά σας, δια να ακούσετε εμέ. Διότι νέος πλέον Νομος θα εξέλθη και θα θεσπισθή από εμέ. Και ο Νομος μου αυτός θα είναι φως των εθνών.
Ησ. 51,5                      ἐγγίζει ταχὺ ἡ δικαιοσύνη μου, καὶ ἐξελεύσεται ὡς φῶς τὸ σωτήριόν μου καὶ εἰς τὸν βραχίονά μου ἔθνη ἐλπιοῦσιν· ἐμὲ νῆσοι ὑπομενοῦσι καὶ εἰς τὸν βραχίονά μου ἐλπιοῦσιν.
Ησ. 51,5                      Πλησιάζει γρήγορα ο καιρός επιβολής της δικαιοσύνης μου. Θα άναστειλη και θα λάμψη τότε σαν φως η εκ μέρους μου σωτηρία. Και εις την παντοδύναμον δεξιάν μου θα στηρίξουν τας ελπίδας των τα έθνη. Εμέ θα περιμένουν αι ειδωλολατρικαί νήσοι και αι παράλιοι περιοχαί. Εις την δύναμιν του βραχίονός μου θα στηρίξουν τας ελπίδας των.
Ησ. 51,6                      ἄρατε εἰς τὸν οὐρανὸν τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν καὶ ἐμβλέψατέ εἰς τὴν γῆν κάτω, ὅτι ὁ οὐρανὸς ὡς καπνὸς ἐστερεώθη, ἡ δὲ γῆ ὡς ἱμάτιον παλαιωθήσεται, οἱ δὲ κατοικοῦντες τὴν γῆν ὥσπερ ταῦτα ἀποθανοῦνται, τὸ δὲ σωτήριόν μου εἰς τὸν αἰῶνα ἔσται, ἡ δὲ δικαιοσύνη μου οὐ μὴ ἐκλίπῃ.
Ησ. 51,6                      Σηκώσατε τα μάτια σας επάνω στον ουρανόν, ρίψατε το βλέμμα σας κάτω εις την γην και ίδετε, ότι ο ουρανός εστερεώθη ωσάν καπνός, που εύκολα διαλύεται, η δε γη σαν ένδαμα θα παληώση. Οι κάτοικοι της γης θα αποθάνουν και θα λείψουν, όπως ο ουρανός και η γη. Η σωτηρία όμως, την οποίαν εγώ θα δώσω, θα μείνη αιωνία, η δε δικαιοσύνη μου ποτέ δεν θα λαβη τέλος.
Ησ. 51,7                      ἀκούσατέ μου, οἱ εἰδότες κρίσιν, λαός μου, οὗ ὁ νόμος μου ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν· μὴ φοβεῖσθε ὀνειδισμὸν ἀνθρώπων καὶ τῷ φαυλισμῷ αὐτῶν μὴ ἡττᾶσθε.
Ησ. 51,7                      Ακούσατέ με, όσοι γνωρίζετε και ποθείτε δικαιοσύνην. Λαέ μου, στου οποίου την καρδίαν υπάρχει ο νόμος μου, μη φοβείσθε τους ονειδισμούς των ανθρώπων και μη καταβάλλεσθε από τον εξευτελισμον, που σας κάνουν.
Ησ. 51,8                      ὡς γὰρ ἱμάτιον βρωθήσεται ὑπὸ χρόνου καὶ ὡς ἔρια βρωθήσεται ὑπὸ σητός· ἡ δὲ δικαιοσύνη μου εἰς τὸν αἰῶνα ἔσται, τὸ δὲ σωτήριόν μου εἰς γενεὰς γενεῶν.
Ησ. 51,8                      Διότι αυτοί, όπως κατατρώγεται το ένδυμά με την πάροδον του χρόνου, όπως τα μαλλιά των προβάτων κατατρώγονται από τον σκόρον, έτσι και αυτοί θα φαγωθούν και θα εξολοθρευθούν. Η δίκαιοσύνη μου όμώς μένει στους αιώνας των αιώνων, η δε εκ μέρους μου σωτηρία εις τας γενεάς των γενεών.
Ησ. 51,9                      Ἐξεγείρου ἐξεγείρου, Ἱερουσαλήμ, καὶ ἔνδυσαι τὴν ἰσχὺν τοῦ βραχίονός σου· ἐξεγείρου ὡς ἐν ἀρχῇ ἡμέρας, ὡς γενεὰ αἰῶνος. οὐ σὺ εἶ
Ησ. 51,9                      Σηκω ορθία, σήκω Ιερουσαλήμ, φόρεσε την δύναμίν σου, την οποίαν ο Κυριος σου δίδει. Σηκω, όπως εξυπνά κανείς την πρωΐαν, γεμάτος δύναμιν και δραστηριότητα. Σηκω με δύναμιν, όπως από της αρχής της υπάρξεώς σου, ως λαός, που υπάρχει από γενεάς αιώνων.
Ησ. 51,10                    ἡ ἐρημοῦσα θάλασσαν, ὕδωρ ἀβύσσου πλῆθος; ἡ θεῖσα τὰ βάθη τῆς θαλάσσης ὁδὸν διαβάσεως ῥυομένοις
Ησ. 51,10                    Δεν είσαι συ, η οποία εξήρανες την Ερυθραν Θαλασσαν τα απροσμέτρητα εκείνα ύδατα της αβυσσαλέας θαλάσσης; Συ, δεν είσαι εκείνη, η οποία έκαμες βατόν δρόμον τα βάθη της θαλάσσης, δια να διάβούν αυτοί, οι οποίοι εσώθησαν από την δουλείαν των Αιγυπτίων,
Ησ. 51,11                    καὶ λελυτρωμένοις; ὑπὸ γὰρ Κυρίου ἀποστραφήσονται καὶ ἥξουσιν εἰς Σιὼν μετ᾿ εὐφροσύνης καὶ ἀγαλλιάματος αἰωνίου· ἐπὶ κεφαλῆς γὰρ αὐτῶν ἀγαλλίασις καὶ αἴνεσις; καὶ εὐφροσύνη καταλήψεται αὐτούς, ἀπέδρα ὀδύνη καὶ λύπη καὶ στεναγμός.
Ησ. 51,11                    οι λυτρωμένοι Ισραηλίται; Διότι, όπως τότε, έτσι και τώρα, από αυτόν τον ίδιον τον Κυριον λυτρούμενοι εκ της αιχμαλωσίας της Βαβυλώνος θα επανέλθουν οι Ισραηλίται και θα εγκατασταθούν εις την Σιών με ευφροσύνην και αιωνίαν αγαλλίασιν. Την κεφαλήν των θα στεφανώνη αγαλλίασις, αίνεσις θα ακούεται από τα χείλη των. Χαρά και ευφροσύνη θα πλημμυρίση αυτούς, θα έχη πλέον ύγει από αυτούς οδύνη, λύπη και στεναγμός.
Ησ. 51,12                    ἐγώ εἰμι, ἐγώ εἰμι ὁ παρακαλῶν σε· γνῶθι τίνα εὐλαβηθεῖσα ἐφοβήθης ἀπὸ ἀνθρώπου θνητοῦ καὶ ἀπὸ υἱοῦ ἀνθρώπου, οἳ ὡσεὶ χόρτος ἐξηράνθησαν.
Ησ. 51,12                    Εγώ είμαι, εγώ είμαι ο προαιωνίως υπάρχων, ο οποίος σε παρηγορώ και σε ενδυναμώνω. Σκέψου καλά και μάθε, ποιόν εφοβήθης τόσον πολύ; Ανθρωπον θνητόν εφοβήθης; Εφοβήθης απογόνους ανθρώπων, οι οποίοι ωσάν χορτάρι ξηραίνονται;
Ησ. 51,13                    καὶ ἐπελάθου Θεὸν τὸν ποιήσαντά σε, τὸν ποιήσαντα τὸν οὐρανὸν καὶ θεμελιώσαντα τὴν γῆν, καὶ ἐφόβου ἀεὶ πάσας τὰς ἡμέρας τὸ πρόσωπον τοῦ θυμοῦ τοῦ θλίβοντός σε· ὃν τρόπον γὰρ ἐβουλεύσατο τοῦ ἆραί σε, καὶ νῦν ποῦ ὁ θυμὸς τοῦ θλίβοντός σε;
Ησ. 51,13                    Ελησμόνησες τον Θεόν, ο οποίος σε εδημιούργησε, τον Θεόν, ο οποίος εδημιούργησε τον ουρανόν και εθεμελίωσε την γην· και εφοβείσο πάντοτε όλας τας ημέρας το ωργισμένον πρόσωπον εκείνου του ανθρώπου, ο οποίος σε κατέθλιβε και σε κατεδυνάστευε. Που είναι τώρα ο θυμός εκείνου, ο οποίος σε κατέθλιβε και επινοούσε τρόπους και έπαιρνεν αποφάσεις να σε εξόντωση;
Ησ. 51,14                    ἐν γὰρ τῷ σῴζεσθαί σε οὐ στήσεται οὐδὲ χρονιεῖ·
Ησ. 51,14                    Καθ' ον χρόνον συ θα ευρίσκεσαι στον δρόμον της σωτηρίας, εκείνος δεν θα ημπορέση επί πολύν χρόνον να σταθή απέναντί σου,
Ησ. 51,15                    ὅτι ἐγὼ ὁ Θεός σου ὁ ταράσσων τὴν θάλασσαν καὶ ἠχῶν τὰ κύματα αὐτῆς, Κύριος σαβαὼθ ὄνομά μοι.
Ησ. 51,15                    διότι εγώ είμαι ο Θεός σου, ο οποίος αναταράσσω την θάλασσαν και κάνω τα κύματά της να ηχούν. Κυριος των δυνάμεων είναι το Ονομά μου!
Ησ. 51,16                    θήσω τοὺς λόγους μου εἰς τὸ στόμα σου καὶ ὑπὸ τὴν σκιὰν τῆς χειρός μου σκεπάσω σε, ἐν ᾗ ἔστησα τὸν οὐρανὸν καὶ ἐθεμελίωσα τὴν γῆν· καὶ ἐρεῖ Σιών· λαός μου εἶ σύ.
Ησ. 51,16                    Θα θέσω τους λόγους μου στο στόμα σου, Ιερουσαλήμ, και κάτω από την σκιαν της παντοδυνάμου δεξιάς μου, δια της οποίας έστησα τον ουρανόν και εθεμελίωσα την γην, θα σε σκεπάσω· και θα είπη ο Κυριος εις την Σιών· Ιδικός μου λαός είσαι συ.
Ησ. 51,17                    Ἐξεγείρου ἐξεγείρου, ἀνάστηθι, Ἱερουσαλήμ, ἡ πιοῦσα ἐκ χειρὸς Κυρίου τὸ ποτήριον τοῦ θυμοῦ αὐτοῦ· τὸ ποτήριον γὰρ τῆς πτώσεως, τὸ κόνδυ τοῦ θυμοῦ ἐξέπιες καὶ ἐξεκένωσας.
Ησ. 51,17                    Σηκω, σήκω, σήκω και στάσου ορθή Ιερουσαλήμ, συ η οποία έπιες από το χέρι του Κυρίου το ποτήριον της δικαίας οργής του. Διότι πράγματι το ποτήριον της πτώσεώς σου και το ποτήριον του θυμού, το έπιες ολοκληρον, το άδειασες μέχρι σταγόνος.
Ησ. 51,18                    καὶ οὐκ ἦν ὁ παρακαλῶν σε ἀπὸ πάντων τῶν τέκνων σου, ὧν ἔτεκες, καὶ οὐκ ἦν ὁ ἀντιλαμβανόμενος τῆς χειρός σου οὐδὲ ἀπὸ πάντων τῶν υἱῶν σου, ὧν ὕψωσας.
Ησ. 51,18                    Και δεν υπήρχε κανένας άνθρωπος από όλα τα τέκνα σου, τα οποία εσύ εγέννησες, δια να σε παρηγόρηση. Και δεν υπήρχε κανείς να σε πιάση από το χέρι και να σε στήριξη, ούτε από όλα αυτά τα παιδιά σου, τα οποία συ ανέδειξες.
Ησ. 51,19                    δύο ταῦτα ἀντικείμενά σοι· τίς συλλυπηθήσεταί σοι; πτῶμα καὶ σύντριμμα, λιμὸς καὶ μάχαιρα. τίς παρακαλέσει σε;
Ησ. 51,19                    Δυο είναι τα θλιβερά γεγονότα· και ποιός θα σε συμπονέση δι' αυτά; Πτώσις και συντριβή, πείνα και μάχαιρα. Ποιός θα σε παρηγόρηση;
Ησ. 51,20                    οἱ υἱοί σου, οἱ ἀπορούμενοι, οἱ καθεύδοντες ἐπ᾿ ἄκρου πάσης ἐξόδου ὡς σευτλίον ἡμίεφθον, οἱ πλήρεις θυμοῦ Κυρίου, ἐκλελυμένοι διὰ Κυρίου τοῦ Θεοῦ.
Ησ. 51,20                    Τα παιδιά σου, που ευρίσκονται εις αμηχανίαν και κατάκεινται στις άκρες των δρόμων ώσαν μισσβρασμένα σέσκουλα, έχουν γεμίσει και αυτοί από τον θυμόν του Κυρίου. Κατάκεινται παραλελυμένοι από τα δίκαια κτυπήματα Κυρίου του Θεού.
Ησ. 51,21                    διὰ τοῦτο ἄκουε, τεταπεινωμένη, καὶ μεθύουσα οὐκ ἀπὸ οἴνου·
Ησ. 51,21                    Κανείς δεν ημπορεί να σε βοηθήση. Δια τούτο άκουε συ, η ταπεινωμένη και σαν μεθυσμένη, όχι βέβαια από οίνον.
Ησ. 51,22                    οὕτω λέγει Κύριος ὁ Θεὸς ὁ κρίνων τὸν λαὸν αὐτοῦ· ἰδοὺ εἴληφα ἐκ τῆς χειρός σου τὸ ποτήριον τῆς πτώσεως, τὸ κόνδυ τοῦ θυμοῦ μου, καὶ οὐ προσθήσῃ ἔτι πιεῖν αὐτό·
Ησ. 51,22                    Ετσι λέγει Κυριος ο Θεός, ο κρίνων και δικάζων τον λαόν του. Ιδού, παίρνω από το χέρι σου το ποτήριον της πτώσεώς σου, το ποτήριον της οργής μου και δεν θα συνέχισης πλέον να το πίνης.
Ησ. 51,23                    καὶ δώσω αὐτὸ εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἀδικησάντων σε καὶ τῶν ταπεινωσάντων σε, οἳ εἶπαν τῇ ψυχῇ σου· κύψον, ἵνα παρέλθωμεν· καὶ ἔθηκας ἴσα τῇ γῇ τὰ μετάφρενά σου ἔξω τοῖς παραπορευομένοις.
Ησ. 51,23                    Θα το δώσω εις τα χέρια των ανθρώπων, οι οποίοι σε ηδίκησαν και σε εταπείνωσαν. Και δια να σε θλίψουν κατάκαρδα, σου είπαν· Σκύψε να περάσωμεν από επάνω σου. Συ δε έθεσες τα νώτα σου κάτω εις την γην, ένα έγινες με το χώμα, δια να περάσουν επάνω σου οι διερχόμενοι.


ΗΣΑΪΑΣ 52

Ησ. 52,1                      Ἐξεγείρου ἐξεγείρου, Σιών, ἔνδυσαι τὴν ἰσχύν σου, Σιών, καὶ ἔνδυσαι τὴν δόξαν σου, Ἱερουσαλὴμ πόλις ἡ ἁγία· οὐκέτι προστεθήσεται διελθεῖν διὰ σοῦ ἀπερίτμητος καὶ ἀκάθαρτος.
Ησ. 52,1                      Σηκω, σήκω χωρίς χρονοτριβήν, Σιών. Παρε και περίβαλε την δύναμίν σου, Σιών, ενδύσου την δόξαν σου, Ιερουσαλήμ, πόλις αγία. Δεν θα περάση πλέον δια μέσου των οδών σου απερίτμητος εθνικός, ούτε και κανείς άλλος ακάθαρτος.
Ησ. 52,2                      ἐκτίναξαι τὸν χοῦν καὶ ἀνάστηθι, κάθισον, Ἱερουσαλήμ· ἔκδυσαι τὸν δεσμὸν τοῦ τραχήλου σου, ἡ αἰχμάλωτος θυγάτηρ Σιών.
Ησ. 52,2                      Τιναξε από πάνω σου το χώμα της ταπεινώσεως και του εξευτελισμού σου, Ιερουσαλήμ. Σηκω ορθία, κάθισε επί του θρόνου σου, λύσε και πέταξε από τον τράχηλόν σου τον δεσμόν της αιχμαλωσίας, συ η έως τώρα αιχμάλωτος, θυγάτηρ Σιών.
Ησ. 52,3                      ὅτι τάδε λέγει Κύριος· δωρεὰν ἐπράθητε καὶ οὐ μετὰ ἀργυρίου λυτρωθήσεσθε.
Ησ. 52,3                      Διότι αυτά λέγει ο Κυριος· Δωρεάν είχατε πωληθή εις δουλείαν και δωρεάν θα ελευθερωθήτε από την δουλείαν αυτήν.
Ησ. 524                       οὕτως λέγει Κύριος· εἰς Αἴγυπτον κατέβη ὁ λαός μου τὸ πρότερον παροικῆσαι ἐκεῖ, καὶ εἰς Ἀσσυρίους βίᾳ ἤχθησαν·
Ησ. 52,4                      Αυτά λέγει ο Κυριος· Εις την Αίγυπτον, κατά τους παλαιούς χρόνους, είχε κατεβή ο λαός μου, δια να παραμείνη εκεί ως πάροικος και ξένος· και στους Ασσυρίους ωδηγήθησαν δια της βίας δούλοι.
Ησ. 52,5                      καὶ νῦν τί ἐστε ὦδε; τάδε λέγει Κύριος· ὅτι ἐλήφθη ὁ λαός μου δωρεάν, θαυμάζετε καὶ ὀλολύζετε. τάδε λέγει Κύριος· δι᾿ ὑμᾶς διαπαντὸς τὸ ὄνομά μου βλασφημεῖται ἐν τοῖς ἔθνεσι.
Ησ. 52,5                      Και τώρα, διατί είσθε έδω αιχμάλωτοι εις ξένα έθνη; Αυτά λέγει ο Κυριος· Επειδή ο λαός μου συνελήφθη αιχμάλωτος δωρεάν, απορείτε σεις οι άλλοι και θρηνείτε. Αυτά όμως λέγει ο Κυριος· Δια σας, ω Ιουδαίοι, διαβάλλεται και συκοφαντείται το Ονομά μου μεταξύ των εθνών, τα οποία με καταφρονούν και με εμπαίζουν ως ανίσχυρον να σας προστατεύσω και σας ελευθερώσω.
Ησ. 52,6                      διὰ τοῦτο γνώσεται ὁ λαός μου τὸ ὄνομά μου ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, ὅτι ἐγώ εἰμι αὐτὸς ὁ λαλῶν· πάρειμι
Ησ. 52,6                      Δια τούτο θα μάθη ο λαός μου, κατά την ημέραν εκείνην της απελευθερώσεως του, ποίαν άπειρον δύναμιν έχει το Ονομά μου. Θα μάθη ότι εγώ είμαι αυτός που ομιλώ και λέγω· Ιδού, είμαι παρών, έτοιμος εις βοήθειαν και προστασίαν.
Ησ. 52,7                      ὡς ὥρα ἐπὶ τῶν ὀρέων, ὡς πόδες εὐαγγελιζομένου ἀκοὴν εἰρήνης, ὡς εὐαγγελιζόμενος ἀγαθά, ὅτι ἀκουστὴν ποιήσω τὴν σωτηρίαν σου λέγων Σιών· βασιλεύσει σου ὁ Θεός.
Ησ. 52,7                      Οπως το εαρ επάνω εις τα όρη, όπως τα πόδια εκείνου ο οποίος σπεύδει να αναγγείλη το χαρμόσυνον μήνυμα της ειρήνης, όπως ο αναγγέλλων τα ευχάριστα και αγαθά πράγματα, έτσι και εγώ θα κάμω γνωστήν και θα διαλαλήσω την χαρμόσυνον αγγελίαν της σωτηρίας σου, λέγων εις σε την Σιών· Ο Θεός σου θα γίνη και θα μείνη ο βασιλεύς σου.
Ησ. 52,8                      ὅτι φωνὴ τῶν φυλασσόντων σε ὑψώθη, καὶ τῇ φωνῇ ἅμα εὐφρανθήσονται· ὅτι ὀφθαλμοὶ πρὸς ὀφθαλμοὺς ὄψονται, ἡνίκα ἂν ἐλεήσῃ Κύριος τὴν Σιών.
Ησ. 52,8                      Θα γίνη πανταχού γνωστή η σωτηρία σου, διότι η φωνή αυτών, που σε φρουρούν και σε φυλάσσουν, θα υψωθή μεγαλόστομος. Και μαζή με την φωνήν των αυτήν οι φρουροί θα ευφρανθούν, διότι όλων τα μάτια θα ιδούν την χαρμόσυνον σωτηρίαν, όταν ο Κυριος ελεήση την Σιών.
Ησ. 52,9                      ῥηξάτω εὐφροσύνην ἅμα τὰ ἔρημα Ἱερουσαλήμ, ὅτι ἠλέησε Κύριος αὐτὴν καὶ ἐῤῥύσατο Ἱερουσαλήμ.
Ησ. 52,9                      Ας κράξουν με μεγάλην κραυγήν χαράς και αγαλλιάσεως τα έως τώρα έρημα και ακατοίκητα ερείπια της Ιερουσαλήμ. Διότι ο Κυριος ηλέησεν αυτήν, την εγλύτωσεν από την δουλείαν της.
Ησ. 52,10                    καὶ ἀποκαλύψει Κύριος τὸν βραχίονα τὸν ἅγιον αὐτοῦ ἐνώπιον πάντων τῶν ἐθνῶν, καὶ ὄψονται πάντα ἄκρα τῆς γῆς τὴν σωτηρίαν τὴν παρὰ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.
Ησ. 52,10                    Τοτε θα φανερώση ο Κυριος την άπειρον δύναμιν της αγίας δεξιάς του ενώπιον όλων των εθνών. Και θα ίδουν οι άνθρωποι έως εις τα άκρα της οικουμένης την σωτηρίαν, η οποία εδόθη εκ μέρους του Θεού μας.
Ησ. 52,11                    ἀπόστητε, ἀπόστητε, ἐξέλθατε ἐκεῖθεν καὶ ἀκαθάρτου μὴ ἅπτεσθε, ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῆς, ἀφορίσθητε, οἱ φέροντες τὰ σκεύη Κυρίου·
Ησ. 52,11                    Απομακρυνθήτε, απομακρυνθήτε από την Βαβυλώνα, ω Ιουδαίοι. Εβγάτε έξω από εκεί, μη εγγίζετε τίποτε το ακάθαρτον, εβγάτε ανάμεσα από αυτήν, ξεχωρίσατε τους εαυτούς σας, σεις, που μεταφέρετε τα ιερά σκεύη του Κυρίου.
Ησ. 52,12                    ὅτι οὐ μετὰ ταραχῆς ἐξελεύσεσθε, οὐδὲ φυγῇ πορεύσεσθε, προπορεύσεται γὰρ πρότερος ὑμῶν Κύριος καὶ ὁ ἐπισυνάγων ὑμᾶς Θεὸς Ἰσραήλ.
Ησ. 52,12                    Διότι κάτω από την ιδικήν μου σκέπην και προστασίαν δεν θα αναχωρήσετε ταραγμένοι και πανικόβλητοι, ούτε θα βαδίζετε ωσάν φυγάδες, που σας κυνηγούν. Διότι έμπροσθεν από σας θα προπορεύεται Κυριος ο Θεός σας· ο Θεός του Ισραήλ, ο οποίος και θα σας ακολουθή συναθροίζων σας και καθοδηγών στον δρόμον σας.
Ησ. 52,13                    ᾿Ἰδοὺ συνήσει ὁ παῖς μου καὶ ὑψωθήσεται καὶ δοξασθήσεται καὶ μετεωρισθήσεται σφόδρα.
Ησ. 52,13                    Ιδού, ο παις μου, ο Μεσσίας, θα γεμίση από σοφίαν και σύνεσιν, δια να εννοήση πλήρως και εκπληρώση την αποστολήν του. Θα υψωθή, θα δοξασθή, θα μεγαλυνθή στον υπέρτατον βαθμόν.
Ησ. 52,14                    ὃν τρόπον ἐκστήσονται ἐπὶ σὲ πολλοὶ - οὕτως ἀδοξήσει ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων τὸ εἶδός σου καὶ ἡ δόξα σου ἀπὸ υἱῶν ἀνθρώπων -
Ησ. 52,14                    Οπως θα μείνουν κατάπληκτοι πολλοί εμπρός εις τα φοβερά παθήματά σου, τόσον πολύ θα χάση η μορφή σου την λάμψιν της ωραιότητάς σου μεταξύ των ανθρώπων και τόσον πολύ θα διασυρθή και θα πέση η υπόληψίς σου από τους υιούς των ανθρώπων
Ησ. 52,15                    οὕτω θαυμάσονται ἔθνη πολλὰ ἐπ᾿ αὐτῷ, καὶ συνέξουσι βασιλεῖς τὸ στόμα αὐτῶν· ὅτι οἷς οὐκ ἀνηγγέλη περὶ αὐτοῦ, ὄψονται, καὶ οἳ οὐκ ἀκηκόασι, συνήσουσι.
Ησ. 52,15                    Ετσι πολλά έθνη κατόπιν θα πλημμυρίσουν από θαυμασμόν και σεβασμόν προς αυτόν. Και αυτοί ακόμη οι βασιλείς θα κλείσουν με ευλάδειαν το στόμα των απέναντί του. Θα γίνη δε το θαυμαστόν τούτο γεγονός μεταξύ των εθνικών, διότι αυτοί στους οποίους δεν είχεν εκ των προτέρων αναγγελθή από τους προφήτας τίποτε δι' αυτόν, θα τον ίδουν. Και εκείνοι οι οποίοι έως τότε δεν είχαν ακούσει τίποτε, θα ακούσουν και θα πιστεύσουν εις την διδασκαλίαν και το κήρυγμα της λυτρώσεως.



Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.