Τρίτη, 3 Απριλίου 2012

ΡΟΥΘ





ΡΟΥΘ
 ΡΟΥΘ 1
 Ρουθ. 1,1                    Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ κρίνειν τοὺς κριτὰς καὶ ἐγένετο λιμὸς ἐν τῇ γῇ, καὶ ἐπορεύθη ἀνὴρ ἀπὸ Βηθλεὲμ τῆς Ἰούδα τοῦ παροικῆσαι ἐν ἀγρῷ Μωάβ, αὐτὸς καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ καὶ οἱ δύο υἱοὶ αὐτοῦ.
Ρουθ. 1,1                     Κατά την εποχήν εκείνην που οι Κριταί εκυβερνούσαν τους Ισραηλίτας έπεσε λιμός εις την χώραν αυτών. Εξ αιτίας του λιμού ενας ανήρ από την Βηθλεέμ, της φυλής του Ιούδα, ανεχώρησε να κατοικήση αυτός, η σύζυγός του και οι δύο υιοί του εις την αγροτικήν περιοχήν της Μωάβ.
Ρουθ. 1,2                     καὶ ὄνομα τῷ ἀνδρὶ Ἐλιμέλεχ, καὶ ὄνομα τῇ γυναικὶ αὐτοῦ Νεωμίν, καὶ ὄνομα τοῖς δυσὶν υἱοῖς αὐτοῦ Μααλὼν καὶ Χελαιών, Ἐφραθαῖοι ἐκ Βηθλεὲμ τῆς Ἰούδα· καὶ ἤλθοσαν εἰς ἀγρὸν Μωὰβ καὶ ἦσαν ἐκεῖ.
Ρουθ. 1,2                     Ο ανήρ ωνομάζετο Ελιμέλεχ, η σύζυγός του ωνομάζετο Νωεμίν, τα δε δύο τέκνα του ο ενας Μααλών και ο άλλος Χελαιών. Ησαν Εφραθαίοι, διότι κατήγοντο από την Εφραθά, δηλαδή από την Βηθλεέμ της Ιουδαίας. Αυτοί ήλθον εις αγροτικήν περιοχήν της Μωάβ και εγκατεστάθησαν εκεί.
Ρουθ. 1,3                     καὶ ἀπέθανεν Ἐλιμέλεχ ὁ ἀνὴρ τῆς Νεωμίν, καὶ κατελείφθη αὕτη καὶ οἱ δύο υἱοὶ αὐτῆς.
Ρουθ. 1,3                     Εκεί όμως υστέρα από ολίγον χρόνον απέθανεν ο Ελιμέλεχ, ο σύζυγος της Νωεμίν, και έμεινεν αυτή μόνη με τα δύο τέκνα της.
Ρουθ. 1,4                     καὶ ἐλάβοσαν ἑαυτοῖς γυναῖκας Μωαβίτιδας, ὄνομα τῇ μιᾷ Ὀρφά, καὶ ὄνομα τῇ δευτέρᾳ Ῥούθ· καὶ κατῴκησαν ἐκεῖ ὡς δέκα ἔτη.
Ρουθ. 1,4                     Οι δύο υιοί της επήραν εκεί ως συζύγους γυναίκας Μωαβίτιδας, η μία των οποίων ελέγετο Ορφά η δε άλλη Ρούθ. Παρέμειναν στους αγρούς της χώρας Μωάβ έτι. δέκα έτη.
Ρουθ. 1,5                     καὶ ἀπέθανον καί γε ἀμφότεροι, Μααλὼν καὶ Χελαιών, καὶ κατελείφθη ἡ γυνὴ ἀπὸ τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς καὶ ἀπὸ τῶν δύο υἱῶν αὐτῆς.
Ρουθ. 1,5                     Επειτα απέθαναν και οι δύο υιοί, ο Μααλών και ο Χελαιών, και έτσι έμειναν η Νωεμίν χήρα από άνδρα και ερήμη από τα δυο παιδιά της.
Ρουθ. 1,6                     καὶ ἀνέστη αὕτη καὶ αἱ δύο νύμφαι αὐτῆς καὶ ἀπέστρεψαν ἐξ ἀγροῦ Μωάβ, ὅτι ἤκουσεν ἐν ἀγρῷ Μωὰβ ὅτι ἐπέσκεπται Κύριος τὸν λαὸν αὐτοῦ δοῦναι αὐτοῖς ἄρτους,
Ρουθ. 1,6                     Εξ αιτίας της θλίψεώς της και επειδή επληροφορήθη ότι ο Θεός ηλέησε τον ισραηλιτικόν λαόν και έδωσεν εις αυτόν άρτους, εξεκίνησεν η Νωεμίν και αι δύο νύμφαι της, εγκατέλειψαν την αγροτικήν περιοχήν της Μωάβ,
Ρουθ. 1,7                     καὶ ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ τόπου, οὗ ἦν ἐκεῖ, καὶ αἱ δύο νύμφαι αὐτῆς μετ᾿ αὐτῆς· καὶ ἐπορεύοντο ἐν τῇ ὁδῷ τοῦ ἐπιστρέψαι εἰς τὴν γῆν Ἰούδα.
Ρουθ. 1,7                     και ανεχώρησαν από τον τόπον, όπου ευρίσκοντο. Μαζή δέ με την Νωεμίν ηκολούθησαν και αι δύο νύμφαι της. Επροχωρούσαν στον δρόμον της επιστροφής των εις την χώραν της φυλής του Ιούδα.
Ρουθ. 1,8                     καὶ εἶπε Νωεμὶν ταῖς δυσὶ νύμφαις αὐτῆς· πορεύεσθαι δή, ἀποστράφητε ἑκάστη εἰς οἶκον μητρὸς αὐτῆς· ποιήσαι Κύριος μετ᾿ ὑμῶν ἔλεος, καθὼς ἐποιήσατε μετὰ τῶν τεθνηκότων καὶ μετ᾿ ἐμοῦ·
Ρουθ. 1,8                     Εις κάποιο σημείον της πορείας των είπεν η Νωεμίν εις τας δύο νύμφας της· “επιστρέψατε, σας παρακαλώ, και πηγαίνετε κάθε μία στον οίκον της μητρός της. Εύχομαι να δείξη ο Κυριος καλωσύνην και στοργήν προς σας, όπως και σεις εδείξατε καλωσύνην προς τα αποθανόντα τέκνα μου και προς εμέ.
Ρουθ. 1,9                     δῴη Κύριος ὑμῖν καὶ εὕροιτε ἀνάπαυσιν ἑκάστη ἐν οἴκῳ ἀνδρὸς αὐτῆς· καὶ κατεφίλησεν αὐτάς, καὶ ἐπῇραν τὴν φωνὴν αὐτῶν καὶ ἔκλαυσαν.
Ρουθ. 1,9                     Είθε ο Κυριος να δώση προς σας την χάριν και προστασίαν του, ώστε κάθε μία από σας να εύρη ανάπαυσιν στον οίκον του νέου ανδρός, που θα λάβη”. Επειτα η Νωεμίν κατεφίλησεν αυτάς και εκείναι ύψωσαν την φωνήν, έκλαυσαν,
Ρουθ. 1,10                   καὶ εἶπαν αὐτῇ· μετὰ σοῦ ἐπιστρέφομεν εἰς τὸν λαόν σου.
Ρουθ. 1,10                   και είπαν προς αυτήν· “μαζή σου θα γυρίσωμεν στον λαόν σου”.
Ρουθ. 1,11                   καὶ εἶπε Νωεμίν· ἐπιστράφητε δή, θυγατέρες μου· καὶ ἱνατί πορεύεσθε μετ᾿ ἐμοῦ; μὴ ἔτι μοι υἱοὶ ἐν τῇ κοιλίᾳ μου καὶ ἔσονται ὑμῖν εἰς ἄνδρας;
Ρουθ. 1,11                   Η Νωεμίν απήντησε προς αυτάς· “επιστρέψατε σας παρακαλώ, θυγατέρες μου, οπίσω. Τι λόγος υπάρχει να πορευθήτε μαζή μου; Μηπως έχω άλλα τέκνα εις την κοιλίαν μου, δια να γίνουν αυτά σύζυγοί σας;
Ρουθ. 1,12                   ἐπιστράφητε δή, θυγατέρες μου, διότι γεγήρακα τοῦ μὴ εἶναι ἀνδρί· ὅτι εἶπα, ὅτι ἔστι μοι ὑπόστασις τοῦ γενηθῆναί με ἀνδρὶ καὶ τέξομαι υἱούς,
Ρουθ. 1,12                   Επιστρέψατε, σας παρακαλώ, θυγατέρες μου, διότι εγώ έχω πλέον γηράσει και δεν πρόκειται να υπανδρευθώ, ώστε να γεννήσω παιδιά.
Ρουθ. 1,13                   μὴ αὐτοὺς προσδέξεσθαι ἕως οὗ ἁδρυνθῶσιν; ἢ αὐτοῖς κατασχεθήσεσθε τοῦ μὴ γενέσθαι ἀνδρί; μὴ δή, θυγατέρες μου, ὅτι ἐπικράνθη μοι ὑπὲρ ὑμᾶς, ὅτι ἐξῆλθεν ἐν ἐμοὶ χεὶρ Κυρίου.
Ρουθ. 1,13                   Και αν αυτό το αδύνατον γίνη, μήπως σεις θα περιμένετε, έως ότου αυτά γίνουν άνδρες; Η μήπως προς χάριν αυτών θα συγκρατήσετε εαυτάς, ώστε να μην υπανδρευθήτε άλλον; Μη λοιπόν, θυγατέρες μου, επιμένετε να έλθετε μαζή μου. Επιστρέψατε εις τας οικογενείας σας, διότι εγώ είμαι λυπημένη και δια σας, επειδή το χέρι του Κυρίου έπεσεν επάνω μου”.
Ρουθ. 1,14                   καὶ ἐπῇραν τὴν φωνὴν αὐτῶν καὶ ἔκλαυσαν ἔτι· καὶ κατεφίλησεν Ὀρφὰ τὴν πενθερὰν αὐτῆς καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸν λαὸν αὐτῆς, Ῥοὺθ δὲ ἠκολούθησεν αὐτῇ.
Ρουθ. 1,14                   Και πάλιν εκείναι ύψωσαν φωνήν και έκλαυσαν ακόμη. Και η μεν Ορφά, υποχωρήσασα εις τας προτροπάς της πενθεράς της, εφίλησεν αυτήν με σπαραγμόν καρδίας και επέστρεψεν στον λαόν της, η Ρούθ όμως ηκολούθησε την πενθεράν της.
Ρουθ. 1,15                   καὶ εἶπε Νωεμὶν πρὸς Ῥούθ· ἰδοὺ ἀνέστρεψεν ἡ σύννυμφός σου πρὸς λαὸν αὐτῆς καὶ πρὸς τοὺς θεοὺς αὐτῆς· ἐπιστράφηθι δὴ καὶ σὺ ὀπίσω τῆς συννύμφου σου.
Ρουθ. 1,15                   Είπε τότε η Νωεμίν προς την Ρούθ· “ιδού, η συννυφάδα σου επέστρεψεν στον λαόν της και στους θεούς της. Επίστρεψε, σε παρακαλώ, και συ και πήγαινε μαζή με την συννυφάδα σου”.
Ρουθ. 1,16                   εἶπε δὲ Ῥούθ· μὴ ἀπάντησαί μοι τοῦ καταλιπεῖν σε ἢ ἀποστρέψαι ὄπισθέν σου· ὅτι σὺ ὅπου ἐὰν πορευθῇς, πορεύσομαι, καὶ οὗ ἐὰν αὐλισθῇς, αὐλισθήσομαι· ὁ λαός σου λαός μου, καὶ ὁ Θεός σου Θεός μου·
Ρουθ. 1,16                   Η Ρούθ όμως απήντησε· “μη επιμένης και μη με στενοχωρής να σε εγκαταλείψω και να γυρίσω οπίσω, διότι όπου συ πορευθής και εγώ θα πορευθώ μαζή σου· όπου συ κατοικήσης, εκεί θα κατοικήσω και εγώ. Ο λαός σου θα είναι λαός μου και ο Θεός σου θα είναι Θεός μου.
Ρουθ. 1,17                   καὶ οὗ ἐὰν ἀποθάνῃς, ἀποθανοῦμαι, κἀκεῖ ταφήσομαι· τάδε ποιῆσαι μοι Κύριος καὶ τάδε προσθείη, ὅτι θάνατος διαστελεῖ ἀναμέσον ἐμοῦ καὶ σοῦ.
Ρουθ. 1,17                   Οπου αποθάνης και ταφής, εκεί και εγώ θα αποθάνω και θα ταφώ. Ο Κυριος ας μου ανταποδώση και ας με τιμωρήση, αν πράξω διαφορετικά. Ο θάνατος μόνον θα χωρίση εμέ από σέ”.
Ρουθ. 1,18                   ἰδοῦσα δὲ Νωεμὶν ὅτι κραταιοῦται αὐτὴ τοῦ πορεύεσθαι μετ᾿ αὐτῆς, ἐκόπασε τοῦ λαλῆσαι πρὸς αὐτὴν ἔτι.
Ρουθ. 1,18                   Οταν η Νωεμίν είδεν ότι η Ρουθ είχε σταθεράν και αμετακίνητον απόφασιν να πορευθή μαζή της, έπαυσε πλέον να ομιλή προς αυτήν επί του ζητήματος τούτου.
Ρουθ. 1,19                   ἐπορεύθησαν δὲ ἀμφότεραι, ἕως τοῦ παραγενέσθαι αὐτὰς εἰς Βηθλεέμ. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἐλθεῖν αὐτάς εἰς Βηθλεέμ, καὶ ἤχησε πᾶσα ἡ πόλις ἐπ᾿ αὐταῖς καὶ εἶπον· εἰ αὕτη ἐστὶ Νωεμίν;
Ρουθ. 1,19                   Συνέχισαν και αι δύο τον δρόμον των, έως ότου έφθασαν εις την Βηθλεέμ. Οταν δε έφθασαν εις την Βηθλεέμ, ολόκληρος η πόλις, μάλιστα δε αι γυναίκες της Βηθλεέμ, συνεκινήθησαν δια τας δύο γυναίκας και έλεγαν μεγαλοφώνως· “άραγε αυτή είναι η Νωεμίν;”
Ρουθ. 1,20                   καὶ εἶπε πρὸς αὐτάς· μὴ δὴ καλεῖτέ με Νωεμίν, καλέσατέ με Πικράν, ὅτι ἐπικράνθη ἐν ἐμοὶ ὁ ἱκανὸς σφόδρα·
Ρουθ. 1,20                   Εκείνη δε απήντησε προς αυτάς· “μη με καλήτε Νωεμίν (δηλαδή ευχάριστον και γλυκείαν), αλλά ονομάσατέ με Πικράν, διότι ο Παντοδύναμος μου έστειλε πολλάς πικρίας.
Ρουθ. 1,21                   ἐγὼ πλήρης ἐπορεύθην, καὶ κενὴν ἀπέστρεψέ με ὁ Κύριος· καὶ ἱνατί καλεῖτέ με Νωεμίν; καὶ Κύριος ἐταπείνωσέ με, καὶ ὁ ἱκανὸς ἐκάκωσέ με.
Ρουθ. 1,21                   Εγώ, οικογενειακώς με τον άνδρα μου και τα δύο τέκνα μου, επήγα εις την Μωάβ, και ο Κυριος με επανέφερε τώρα μόνην, χήραν και άτεκνον. Διατί λοιπόν, με καλείτε Νωεμίν; Ο Κυριος με εταπείνωσεν, ο Παντοδύναμος με έθλιψεν”.
Ρουθ. 1,22                   καὶ ἐπέστρεψε Νωεμὶν καὶ Ῥοὺθ ἡ Μωαβῖτις ἡ νύμφη αὐτῆς ἐπιστρέφουσαι ἐξ ἀγροῦ Μωάβ· αὗται δὲ παρεγενήθησαν εἰς Βηθλεὲμ ἐν ἀρχῇ θερισμοῦ κριθῶν.
Ρουθ. 1,22                   Ετσι επέστρεψεν η Νωεμίν και η Μωαβίτις νύμφη της Ρούθ από τους αγρούς της Μωάβ. Εφθασαν δε αυταί εις την Βηθλεέμ, όταν ήρχιζεν ο θερισμός της κριθής.

ΡΟΥΘ 2

Ρουθ. 2,1                     Καὶ τῇ Νωεμὶν ἀνὴρ γνώριμος τῷ ἀνδρὶ αὐτῆς· ὁ δὲ ἀνὴρ δυνατὸς ἰσχύϊ ἐκ τῆς συγγενείας Ἐλιμέλεχ, καὶ ὄνομα αὐτῷ Βοόζ.
Ρουθ. 2,1                     Εις την Νωεμίν ήτο γνωστός ένας ανήρ, συγγενής του ανδρός της. Αυτός δε ο ανήρ ήτο πλούσιος και επίσημος, κατήγετο από την οικογένειαν του Ελιμέλεχ του ανδρός της, και ωνομάζετο Βοόζ.
Ρουθ. 2,2                     καὶ εἶπε Ῥοὺθ ἡ Μωαβῖτις πρὸς Νωεμίν· πορευθῶ δὴ εἰς ἀγρὸν καὶ συνάξω ἐν τοῖς στάχυσι κατόπισθεν οὗ ἐὰν εὕρω χάριν ἐν ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ. εἶπε δὲ αὐτῇ· πορεύου, θύγατερ.
Ρουθ. 2,2                     Η Ρούθ η Μωαβίτις είπε προς την Νωεμίν· “να μεταβώ λοιπόν εις αγρόν να μαζέψω στάχυα όπισθεν εκείνου, ο οποίος θα μου κάμη αυτήν την χάριν και την καλωσύνην;” Η Νωεμίν είπε προς αυτήν· “πήγαινε, κόρη μου”.
Ρουθ. 2,3                     καὶ ἐπορεύθη καὶ ἐλθοῦσα συνέλεξεν ἐν τῷ ἀγρῷ κατόπισθεν τῶν θεριζόντων· καὶ περιέπεσε περιπτώματι τῇ μερίδι τοῦ ἀγροῦ Βοὸζ τοῦ ἐκ τῆς συγγενείας Ἐλιμέλεχ.
Ρουθ. 2,3                     Η Ρούθ επήγεν, ήλθεν εις κάποιον αγρόν και εμάζευε στάχυα πίσω από τους θεριστάς. Κατά αγαθήν δε σύμπτωσιν συνέβη να έλθη εις αγρόν, ο οποίος ανήκεν στον Βοόζ, τον καταγόμενον από την οικογένειαν του Ελιμέλεχ.
Ρουθ. 2,4                     καὶ ἰδοὺ Βοὸζ ἦλθεν ἐκ Βηθλεὲμ καὶ εἶπε τοῖς θερίζουσι· Κύριος μεθ᾿ ὑμῶν· καὶ εἶπον αὐτῷ· εὐλογήσαι σε Κύριος.
Ρουθ. 2,4                     Και ιδού εις κάποιον ώραν ήλθεν από την Βηθλεέμ ο Βοόζ και είπε προς τους θεριστάς· “ο Κυριος μαζή σας”. Εκείνοι δε του απήντησαν· “είθε να σε ευλογήση ο Κυριος”.
Ρουθ. 2,5                     καὶ εἶπε Βοὸζ τῷ παιδαρίῳ αὐτοῦ τῷ ἐφεστῶτι ἐπὶ τοὺς θερίζοντας· τίνος ἡ νεᾶνις αὕτη;
Ρουθ. 2,5                     Είπε δε ο Βοόζ στον νεαρόν δούλον του, ο οποίος ήτο επιστάτης στους θεριστάς· “τίνος είναι αυτή η νεαρά γυνή;”
Ρουθ. 2,6                     καὶ ἀπεκρίθη τὸ παιδάριον τὸ ἐφεστὼς ἐπὶ τοὺς θερίζοντας καὶ εἶπεν· ἡ παῖς ἡ Μωαβῖτίς ἐστιν ἡ ἀποστραφεῖσα μετὰ Νωεμὶν ἐξ ἀγροῦ Μωὰβ
Ρουθ. 2,6                     Ο νεαρός δούλος, ο επιστάτης των θεριστών, είπε προς αυτόν· “αυτή είναι Μωαβίτις, η οποία επέστρεψε μαζή με την Νωεμίν από τους αγρούς της Μωάβ.
Ρουθ. 2,7                     καὶ εἶπε· συλλέξω δὴ καὶ συνάξω ἐν τοῖς δράγμασιν ὄπισθεν τῶν θεριζόντων· καὶ ἦλθε καὶ ἔστη ἀπὸ πρωΐθεν καὶ ἕως ἑσπέρας, οὐ κατέπαυσεν ἐν τῷ ἀγρῷ μικρόν.
Ρουθ. 2,7                     Με παρεκάλεσε δε και μου είπε· Δος μου την άδειαν να μαζέψω και να συγκεντρώσω μερικά στάχυα μεταξύ των δεματιών πίσω από τους θεριστάς. Ηλθε και από το πρωί έως το βράδυ δεν εσταμάτησεν ούτε επ' ολίγον να μαζεύη στάχυα στο χωράφι”.
Ρουθ. 2,8                     καὶ εἶπε Βοὸζ πρὸς Ῥούθ· οὐκ ἤκουσας, θύγατερ; μὴ πορευθῇς ἐν ἀγρῷ συλλέξαι ἑτέρῳ, καὶ σὺ οὐ πορεύσῃ ἐντεῦθεν· ὧδε κολλήθητι μετὰ τῶν κορασίων μου·
Ρουθ. 2,8                     Ο Βοόζ εκάλεσε την Ρούθ και της είπεν· “δεν άκουσες, κόρη μου, τι είπα στον επιστάτην μου; Να μην πας εις άλλον αγρόν, δια να μαζέψης στάχυα και να μη απομακρυνθής από εδώ. Προσκολλήσου εδώ μαζή με τας υπηρετρίας μου.
Ρουθ. 2,9                     οἱ ὀφθαλμοί σου εἰς τὸν ἀγρόν, οὗ ἐὰν θερίζωσι, καὶ πορεύσῃ κατόπισθεν αὐτῶν· ἰδοὺ ἐνετειλάμην τοῖς παιδαρίοις τοῦ μὴ ἅψαισθαί σου· καὶ ὅτε διψήσεις καὶ πορευθήσῃ εἰς τὰ σκεύη καὶ πίεσαι ὅθεν ἐὰν ὑδρεύωνται τὰ παιδάρια.
Ρουθ. 2,9                     Κυτταξε ποιός είναι ο αγρός στον οποίον οι θερισταί μου θερίζουν, και πήγαινε πίσω από αυτούς, δια να μαζεύης στάχυα. Ιδού εγώ έδωσα εντολήν στους υπηρέτας μου, να μη σε πειράξη κανείς. Οταν διψήσης θα πας εις τα δοχεία του ύδατος και θα πιής από εκεί, όπου πίνουν και οι δούλοι μου”.
Ρουθ. 2,10                   καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον αὐτῆς καὶ προσεκύνησεν ἐπὶ τὴν γῆν καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· τί ὅτι εὗρον χάριν ἐν ὀφθαλμοῖς σου τοῦ ἐπιγνῶναί με, καὶ ἐγώ εἰμι ξένη;
Ρουθ. 2,10                   Επεσεν εκείνη με το πρόσωπον κατά γης, προσεκύνησεν αυτόν μέχρις εδάφους και του είπε· “πως συνέβη, ώστε εγώ μία ξένη γυναίκα να εύρω χάριν ενώπιόν σου και με τόσην ευμένειαν να ενδιαφερθής δι' εμέ;”
Ρουθ. 2,11                   καὶ ἀπεκρίθη Βοὸζ καὶ εἶπεν αὐτῇ· ἀπαγγελίᾳ ἀπηγγέλη μοι ὅσα πεποίηκας μετὰ τῆς πενθερᾶς σου μετὰ τὸ ἀποθανεῖν τὸν ἄνδρα σου καὶ πῶς κατέλιπες τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου καὶ τὴν γῆν γενέσεώς σου καὶ ἐπορεύθης πρὸς λαόν, ὃν οὐκ ᾔδεις ἐχθὲς καὶ τρίτης·
Ρουθ. 2,11                   Ο Βοόζ της απήντησεν· “επληροφορήθην λεπτομερώς, πόσον καλά εφέρθης απέναντι της πενθεράς σου, όταν απέθανεν ο άνδρας σου, και πως χάριν αυτής εγκατέλειψες τον πατέρα σου και την μητέρα σου, τον τόπον όπου εγεννήθης και επορεύθης προς ένα λαόν, τον οποίον προηγουμένως δεν είχες γνωρίσει.
Ρουθ. 2,12                   ἀποτίσαι Κύριος τὴν ἐργασίαν σου καὶ γένοιτο ὁ μισθός σου πλήρης παρὰ Κυρίου Θεοῦ Ἰσραήλ, πρὸς ὃν ἦλθες πεποιθέναι ὑπὸ τὰς πτέρυγας αὐτοῦ.
Ρουθ. 2,12                   Εύχομαι να βραβεύση ο Κυριος αυτό το έργον σου, πλούσιος να είναι ο μισθός σου εκ μέρους Κυρίου του Θεού του Ισραήλ, προς τον οποίον ήλθες δια να τεθής με πίστιν κάτω από τας προστατευτικάς του πτέρυγας”.
Ρουθ. 2,13                   ἡ δὲ εἶπεν· εὕροιμι χάριν ἐν ὀφθαλμοῖς σου, κύριε, ὅτι παρεκάλεσάς με καὶ ὅτι ἐλάλησας ἐπὶ καρδίαν τῆς δούλης σου, καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἔσομαι ὡς μία τῶν παιδισκῶν σου.
Ρουθ. 2,13                   Η δε Ρούθ είπεν· “είθε να είμαι πάντοτε υπό την ευμένειάν σου αυτήν, κύριε, διότι με παρηγόρησες και ωμίλησες εις την καρδίαν της δούλης σου. Και ιδού εγώ θα είμαι μία από τας δούλας σου”.
Ρουθ. 2,14                   καὶ εἶπεν αὐτῇ Βοόζ· ἤδη ὥρα τοῦ φαγεῖν, πρόσελθε ὧδε καὶ φάγεσαι τῶν ἄρτων καὶ βάψεις τὸν ψωμόν σου ἐν τῷ ὄξει. καὶ ἐκάθισε Ῥοὺθ ἐκ πλαγίων τῶν θεριζόντων, καὶ ἐβούνισεν αὐτῇ Βοὸζ ἄλφιτον, καὶ ἔφαγε καὶ ἐνεπλήσθη καὶ κατέλιπε.
Ρουθ. 2,14                   Ο Βοόζ κατόπιν της είπεν· “είναι τώρα ώρα φαγητού. Πλησίασε εδώ να φάγης άρτον και να βουτήξης το κομμάτι του άρτου στο ξύδι”. Η Ρουθ εκάθισε κοντά στους θεριστάς, ο δε Βοόζ εσώρευσεν εις αυτήν άρτον από αποφλοιωμένην κριθήν. Η Ρούθ έφαγεν, εχόρτασε και αφήκε περίσσευμα.
Ρουθ. 2,15                   καὶ ἀνέστη τοῦ συλλέγειν, καὶ ἐνετείλατο Βοὸζ τοῖς παιδαρίοις αὐτοῦ λέγων· καί γε ἀνὰ μέσον τῶν δραγμάτων συλλεγέτω, καὶ μὴ καταισχύνητε αὐτήν·
Ρουθ. 2,15                   Κατόπιν δε ηγέρθη και ήρχισε να συλλέγη στάχυα. Ο Βοόζ έδωσεν εντολήν στους δούλους του και είπεν· “η Ρούθ ας μαζεύη στάχυα ανάμεσα ακόμη και από τα δεμάτια· να μη την διώξετε και την εντροπιάσετε.
Ρουθ. 2,16                   καὶ βαστάζοντες βαστάσατε αὐτῇ καί γε παραβάλλοντες παραβαλεῖτε αὐτῇ ἐκ τῶν βεβουνισμένων· καὶ φάγεται καὶ συλλέξει, καὶ οὐκ ἐπιτιμήσετε αὐτῇ.
Ρουθ. 2,16                   Ακόμη δε από τα δεμάτια, που μεταφέρετε, αφήσατε να πίπτουν στάχυα χάριν αυτής και από τα συσσωρευμένα δεμάτια ρίψατε ακόμη μερικά. Αυτή δε θα έχη το δικαίωμα να τα συλλέξη δια την διατροφήν της, χωρίς κανείς από σας να της κάμη παρατήρησιν”.
Ρουθ. 2,17                   καὶ συνέλεξεν ἐν τῷ ἀγρῷ ἕως ἑσπέρας· καὶ ἐῤῥάβδισεν ἃ συνέλεξε, καὶ ἐγενήθη ὡς οἰφὶ κριθῶν.
Ρουθ. 2,17                   Η Ρούθ συνέλεξεν στον αγρόν στάχυα μέχρι της εσπέρας οπότε και τα ερράβδισε. Το προϊόν από τα συγκεντρωθέντα στάχυα της κριθής ένα οιφί (είκοσι περίπου κιλά).
Ρουθ. 2,18                   καὶ ᾖρε καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὴν πόλιν, καὶ εἶδεν ἡ πενθερὰ αὐτῆς ἃ συνέλεξε, καὶ ἐξενέγκασα Ῥοὺθ ἔδωκεν αὐτῇ ἃ κατέλιπεν, ἐξ ὧν ἐνεπλήσθη.
Ρουθ. 2,18                   Επήρε τα φορτίον της αυτό και μετέβη εις την πόλιν προς την πενθεράν της, η οποία και είδεν όλον αυτό, που είχε συλλέξει η Ρούθ. Η Ρούθ παρουσίασε και έδωκεν εις την πενθεράν της και το φαγητόν που της επερίσσευσεν αφού αυτή είχε χορτάσει.
Ρουθ. 2,19                   καὶ εἶπεν αὐτῇ ἡ πενθερὰ αὐτῆς· ποῦ συνέλεξας σήμερον καὶ ποῦ ἐποίησας; εἴη ὁ ἐπιγνούς σε εὐλογημένος. καὶ ἀνήγγειλε Ῥοὺθ τῇ πενθερᾷ αὐτῆς ποῦ ἐποίησε, καὶ εἶπε· τὸ ὄνομα τοῦ ἀνδρός, μεθ᾿ οὗ ἐποίησα σήμερον, Βοόζ.
Ρουθ. 2,19                   Η πενθερά της την ερώτησε· “που εσταχυολόγησες σήμερον, που εμάζευσες αυτήν την κριθήν; Ας είναι ευλογημένος εκείνος, ο οποίος εφρόντισε δια σέ”. Η Ρουθ ανήγγειλεν εις την πενθεράν της, που εσταχυολόγησε και προσέθεσεν· “ο ανήρ, στον αγρόν του οποίου σήμερον ειργάσθην, ονομάζεται Βοόζ”.
Ρουθ. 2,20                   εἶπε δὲ Νωεμὶν τῇ νύμφῃ αὐτῆς· εὐλογητός ἐστι τῷ Κυρίῳ, ὅτι οὐκ ἐγκατέλιπε τὸ ἔλεος αὐτοῦ μετὰ τῶν ζώντων καὶ μετὰ τῶν τεθνηκότων. καὶ εἶπεν αὐτῇ Νωεμίν· ἐγγίζει ἡμῖν ὁ ἀνήρ, ἐκ τῶν ἀγχιστευόντων ἡμῖν ἐστι.
Ρουθ. 2,20                   Η δε Νωεμίν είπε προς την νύμφην της· “είναι άξιος των ευλογιών του Κυρίου ο άνθρωπος αυτός, διότι έδειξε καλωσύνην και ευμένειαν και προς ημάς, που ζώμεν, και προς τους οικείους μας, οι οποίοι έχουν αποθάνει”. Και προσέθεσεν ακόμη η Νωεμίν· “με τον άνθρωπον αυτόν συγγενεύομεν· είναι μάλιστα από τους στενούς συγγενείς μας”.
Ρουθ. 2,21                   καὶ εἶπε Ῥοὺθ πρὸς τὴν πενθερὰν αὐτῆς· καί γε ὅτι εἶπε πρός με· μετὰ τῶν κορασίων τῶν ἐμῶν προσκολλήθητι ἕως ἂν τελέσωσιν ὅλον τὸν ἀμητόν, ὃς ὑπάρχει μοι.
Ρουθ. 2,21                   Είπεν η Ρουθ προς την πενθεράν της· “μου είπεν ακόμη αυτός ο άνθρωπος· Να πηγαίνης μαζή με τας υπηρετρίας μου, μέχρις ότου τελειώση όλος ο θερισμός, που υπάρχει στους αγρούς μου”.
Ρουθ. 2,22                   καὶ εἶπε Νωεμὶν πρὸς Ῥοὺθ τὴν νύμφην αὐτῆς· ἀγαθόν, θύγατερ, ὅτι ἐξῆλθες μετὰ τῶν κορασίων αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἀπαντήσονταί σοι ἐν ἀγρῷ ἑτέρῳ.
Ρουθ. 2,22                   Η Νωεμίν είπε προς την Ρουθ την νύμφην της· “είναι καλόν, κόρη μου, ότι εξέρχεσαι εις σταχυολογίαν με τας υπηρετρίας του ανθρώπου αυτού, και έτσι δεν υπάρχει φόβος μεταβαίνουσα εις άλλον αγρόν να σε συναντήσουν και σε κακομεταχειρισθούν άλλοι”.
Ρουθ. 2,23                   καὶ προσεκολλήθη Ῥοὺθ τοῖς κορασίοις τοῦ Βοὸζ τοῦ συλλέγειν ἕως τοῦ συντελέσαι τὸν θερισμὸν τῶν κριθῶν καὶ τῶν πυρῶν.
Ρουθ. 2,23                   Η Ρούθ ενετάχθη εις την ομάδα των κορασίων του Βοόζ, ώστε να συλλέγη στάχυα κριθής και σίτου μέχρι πέρατος του θερισμού.

ΡΟΥΘ 3

Ρουθ. 3,1                     Καὶ ἐκάθισε μετὰ τῆς πενθερᾶς αὐτῆς. εἶπε δὲ αὐτῇ Νωεμὶν ἡ πενθερὰ αὐτῆς· θύγατερ, οὐ μὴ ζητήσω σοι ἀνάπαυσιν, ἵνα εὖ γένηταί σοι;
Ρουθ. 3,1                     Εκάθισεν η Ρούθ μετά το πέρας του θερισμού μαζή με την πενθεράν της. Η Νωεμίν, η πενθερά της, της είπε· “κόρη μου, εγώ δεν είμαι υποχρεωμένη να αναζητήσω και εύρω δια σε τόπον και τρόπον αναπαύσεώς σου, ώστε να ζήσης από εδώ και πέρα ευτυχισμένη;
Ρουθ. 3,2                     καὶ νῦν οὐχὶ Βοὸζ γνώριμος ἡμῶν, οὗ ἦς μετὰ τῶν κορασίων αὐτοῦ; ἰδοὺ αὐτὸς λικμᾷ τὸν ἅλωνα τῶν κριθῶν ταύτῃ τῇ νυκτί.
Ρουθ. 3,2                     Λοιπόν, δεν ηξεύρεις ότι ο Βοόζ, εις τας υπηρετρίας του οποίου έχεις προσκολληθή, είναι συγγενής μας; Ιδού, ότι αυτός λιχνίζει το κριθάρι του στο αλώνι κατά την νύκτα αυτήν.
Ρουθ. 3,3                     σὺ δὲ λούσῃ καὶ ἀλείψῃ καὶ περιθήσεις τὸν ἱματισμόν σου ἐπί σεαυτῇ καὶ ἀναβήσῃ ἐπὶ τὸν ἅλω· μὴ γνωρισθῇς τῷ ἀνδρὶ ἕως τοῦ συντελέσαι αὐτὸν τοῦ φαγεῖν καὶ πιεῖν·
Ρουθ. 3,3                     Συ να λουσθής, να αλειφθής με αρωματικον έλαιον, να φορέσης το καλύτερόν σου φόρεμα και να μεταβής στο αλώνι του. Πρόσεξε όμως να μη σε γνωρίση, έως ότου τελείωση το φαγητόν και το ποτόν.
Ρουθ. 3,4                     καὶ ἔσται ἐν τῷ κοιμηθῆναι αὐτόν, καὶ γνώσῃ τὸν τόπον ὅπου κοιμᾶται ἐκεῖ, καὶ ἐλεύσῃ καὶ ἀποκαλύψεις τὰ πρὸς ποδῶν αὐτοῦ καὶ κοιμηθήσῃ, καὶ αὐτὸς ἀπαγγελεῖ σοι ἃ ποιήσεις.
Ρουθ. 3,4                     Οταν δε θα μεταβή αυτός να κοιμηθή θα προσέξης τον τόπον, όπου θα κοιμάται. Θα πλησιάσης και συ εκεί, θα ανασύρης το σκέπασμα από τα πόδια του και θα κοιμηθής εκεί. Αυτός δε όταν εξυπνήσης, θα σου πη, τι πρέπει να κάμης”.
Ρουθ. 3,5                     εἶπε δὲ Ῥοὺθ πρὸς αὐτήν· πάντα ὅσα ἂν εἴπῃς, ποιήσω.
Ρουθ. 3,5                     Η Ρούθ απήντησε προς αυτήν· “όλα όσα μου είπες θα πράξω”.
Ρουθ. 3,6                     καὶ κατέβη εἰς τὸν ἅλω καὶ ἐποίησε κατὰ πάντα, ὅσα ἐνετείλατο αὐτῇ ἡ πενθερὰ αὐτῆς.
Ρουθ. 3,6                     Κατέβηκε πράγματι στο αλώνι και έκαμε όλα όσα της είχε δώσει εντολήν η πενθερά της.
Ρουθ. 3,7                     καὶ ἔφαγε Βοὸζ καὶ ἔπιε καὶ ἠγαθύνθη ἡ καρδία αὐτοῦ, καὶ ἦλθε κοιμηθῆναι ἐν μερίδι τῆς στοιβῆς· ἡ δὲ ἦλθε κρυφῇ καὶ ἀπεκάλυψε τὰ πρὸς ποδῶν αὐτοῦ.
Ρουθ. 3,7                     Ο Βοόζ έφαγεν, έπιεν, ηυφράνθη η καρδία του και έπειτα ήλθε να κοιμηθή εις κάποιο άκρον της θημωνιάς. Η Ρούθ ήλθεν εκεί κρυφίως, ανέσυρε το σκέπασμα των ποδών του Βοόζ και εκοιμήθη εκεί.
Ρουθ. 3,8                     ἐγένετο δὲ ἐν τῷ μεσονυκτίῳ καὶ ἐξέστη ὁ ἀνὴρ καὶ ἐταράχθη, καὶ ἰδοὺ γυνὴ κοιμᾶται πρὸς ποδῶν αὐτοῦ.
Ρουθ. 3,8                     Κατά το μεσονύκτιον εξύπνησεν ο Βοόζ, εξεπλάγη και εταράχθη, διότι χωρίς να το φαντάζεται, είδε μίαν γυναίκα να κοιμάται κοντά εις τα πόδια του.
Ρουθ. 3,9                     εἶπε δέ· τίς εἶ σύ; ἡ δὲ εἶπεν· ἐγώ εἰμι Ῥοὺθ ἡ δούλη σου, καὶ περιβαλεῖς τὸ πτερύγιόν σου ἐπὶ τὴν δούλην σου, ὅτι ἀγχιστεὺς εἶ σύ.
Ρουθ. 3,9                     Ο Βοόζ την ηρώτησε· “ποία είσαι συ;” Εκείνη είπεν· “εγώ είμαι η Ρούθ, η δούλη σου. Σκέπασε την δούλην σου με το άκρον του ιματίου σου εις δείγμα της προστασίας, την οποίαν πρέπει να της προσφέρης, διότι είσαι συγγενής μου”.
Ρουθ. 3,10                   καὶ εἶπε Βοόζ· εὐλογημένη σὺ τῷ Κυρίῳ Θεῷ, θύγατερ, ὅτι ἠγάθυνας τὸ ἔλεός σου τὸ ἔσχατον ὑπὲρ τὸ πρῶτον, μὴ πορευθῆναί σε ὀπίσω νεανιῶν, εἴτοι πτωχὸς εἴτοι πλούσιος.
Ρουθ. 3,10                   Ο Βοόζ είπε προς αυτήν· “κόρη μου, ας είσαι ευλογημένη από τον Κυριον και Θεόν, διότι αυτή η στοργή και η καλωσύνη σου είναι μεγαλύτερα από την προηγουμένην, που έδειξες προς την πενθεράν σου, αφού δεν εξέλεξες να υπανδρευθής νέους, είτε πτωχοί είτε πλούσιοι είναι αυτοί.
Ρουθ. 3,11                   καὶ νῦν, θύγατερ, μὴ φοβοῦ· πάντα, ὅσα ἐὰν εἴπῃς, ποιήσω σοι· οἶδε γὰρ πᾶσα φυλὴ λαοῦ μου ὅτι γυνὴ δυνάμεως εἶ σύ.
Ρουθ. 3,11                   Και τώρα, κόρη μου, μη φοβήσαι· όλα όσα μου είπες θα κάμω προς χάριν σου, διότι όλος ο λαός της πόλεώς μου αυτής γνωρίζει ότι συ είσαι γυνή ενάρετος και ισχυράς θελήσεως.
Ρουθ. 3,12                   καὶ νῦν ὁ ἀληθῶς ἀγχιστεὺς ἐγώ εἰμι. καί γέ ἐστιν ἀγχιστεὺς ἐγγίων ὑπὲρ ἐμέ.
Ρουθ. 3,12                   Λοιπόν, πράγματι, εγώ είμαι συγγενής σου. Υπάρχει όμως εδώ και ενας άλλος, ο οποίος είναι στενώτερος συγγενής σου από εμέ.
Ρουθ. 3,13                   αὐλίσθητι τὴν νύκτα, καὶ ἔσται τὸ πρωΐ, ἐὰν ἀγχιστεύσῃ σε, ἀγαθόν, ἀγχιστευέτω· ἐὰν δὲ μὴ βούληται ἀγχιστεῦσαί σε, ἀγχιστεύσω σε ἐγώ, ζῇ Κύριος· κοιμήθητι ἕως τὸ πρωΐ.
Ρουθ. 3,13                   Κοιμήσου αυτήν την νύκτα εδώ και αύριον το πρωί θα ερωτήσω αυτόν σχετικώς· αν θελήση εκείνος να σε νυμφευθή, καλώς. Ας σε παρή σύζυγόν του. Εάν όμως εκείνος δεν θελήση να σε νυμφευθή, θα σε πάρω εγώ σύζυγόν μου. Ζων ενώπιόν μας είναι ο Κυριος που με ακούει. Κοιμήσου εδώ έως το πρωι”.
Ρουθ. 3,14                   καὶ ἐκοιμήθη πρὸς ποδῶν αὐτοῦ ἕως πρωΐ. ἡ δὲ ἀνέστη πρὸ τοῦ ἐπιγνῶναι ἄνδρα τὸν πλησίον αὐτοῦ· καὶ εἶπε Βοόζ· μὴ γνωσθήτω ὅτι ἦλθε γυνὴ εἰς τὸν ἅλω.
Ρουθ. 3,14                   Εκοιμήθη πράγματι η Ρούθ κοντά εις τα πόδια του Βοόζ έως το πρωι. Πολύ δε πρωί εξύπνησεν εις ώραν, κατά την οποίαν, λόγω του σκότους, δεν ημπορούσε να αναγνωρίση ο ενας άνθρωπος τον άλλον. Εξ άλλου δε και ο Βοόζ είπεν στους περί αυτόν· “προσέξατε, κανείς δεν πρέπει να μάθη ότι ήλθεν αυτή η γυναίκα στο αλώνι”.
Ρουθ. 3,15                   καὶ εἶπεν αὐτῇ· φέρε τὸ περίζωμα τὸ ἐπάνω σου. καὶ ἐκράτησεν αὐτό, καὶ ἐμέτρησεν ἓξ κριθῶν καὶ ἐπέθηκεν ἐπ᾿ αὐτήν· καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὴν πόλιν.
Ρουθ. 3,15                   Είπε δε ο Βοόζ εις την Ρούθ· “φέρε το ιμάτιον, που έχεις ρίξει επάνω σου”. Το επήρεν ο Βοόζ, έβαλεν εις αυτό εξ μέτρα κριθής και το εφόρτωσεν εις αυτήν. Αυτός δε εισήλθεν εις την πόλιν Βηθλεέμ.
Ρουθ. 3,16                   καὶ Ῥοὺθ εἰσῆλθε πρὸς τὴν πενθερὰν αὐτῆς· ἡ δὲ εἶπεν αὐτῇ· θύγατερ· καὶ εἶπεν αὐτῇ πάντα, ὅσα ἐποίησεν αὐτῇ ὁ ἀνήρ.
Ρουθ. 3,16                   Η Ρούθ επανήλθεν προς την πενθεράν της, η οποία και την ηρώτησε· “κόρη μου, τι έκαμες;” Εκείνη δε διηγήθη εις αυτήν όλα όσα της είπε και έπραξεν ο Βοόζ.
Ρουθ. 3,17                   καὶ εἶπεν αὐτῇ· τὰ ἓξ τῶν κριθῶν ταῦτα ἔδωκέ μοι, ὅτι εἶπε πρός με· μὴ εἰσέλθῃς κενὴ πρὸς τὴν πενθεράν σου.
Ρουθ. 3,17                   Προσέθεσε δε ακόμη· “αυτά τα εξ μέτρα κριθής μου τα έδωκεν ο Βοόζ και μου είπε· Παρε τα δια να μην επανέλθης εις την πενθεράν σου με αδειανά τα χέρια”.
Ρουθ. 3,18                   ἡ δὲ εἶπε· κάθου, θύγατερ, ἕως τοῦ ἐπιγνῶναί σε πῶς οὐ πεσεῖται ῥῆμα· οὐ γὰρ μὴ ἡσυχάσῃ ὁ ἀνήρ, ἕως ἂν τελεσθῇ τὸ ῥῆμα σήμερον.
Ρουθ. 3,18                   Η δε Νωεμίν της είπε· “κάθησε εδώ, κόρη μου, μέχρις ότου μάθης, ποίαν έκβασιν θα λάβη αυτή η υπόθεσις. Διότι ο άνθρωπος αυτός δεν θα ησυχάση, μέχρις ότου φέρη εις πέρας το ζήτημα αυτό”.

ΡΟΥΘ 4

Ρουθ. 4,1                     Καὶ Βοὸζ ἀνέβη ἐπὶ τὴν πύλην, καὶ ἐκάθισεν ἐκεῖ, καὶ ἰδοὺ ὁ ἀγχιστεὺς παρεπορεύετο, ὃν ἐλάλησε Βοόζ. καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν Βοόζ· ἐκκλίνας κάθισον ὧδε, κρύφιε. καὶ ἐξέκλινε καὶ ἐκάθισε.
Ρουθ. 4,1                     Ο Βοόζ πράγματι επήγεν εις την πύλην της Βηθλεέμ και εκάθησεν εκεί. Και ιδού, διήρχετο από εκεί ο συγγενής της Ρούθ, που είχε περισσότερα δικαιώματα γάμου με αυτήν. Τον εκάλεσεν ο Βοόζ και του είπε· “φίλε, γύρισε προς τα εδώ και κάθησε”. Εκείνος κατηυθύνθη προς τον Βοόζ και εκάθησεν εκεί.
Ρουθ. 4,2                     καὶ ἔλαβε Βοὸζ δέκα ἄνδρας ἀπὸ τῶν πρεσβυτέρων τῆς πόλεως καὶ εἶπε· καθίσατε ὧδε· καὶ ἐκάθισαν.
Ρουθ. 4,2                     Αμέσως ο Βοόζ εκάλεσε δέκα από τους γεροντοτέρους της πόλεως και τους είπε· “καθήσατε και σεις εδώ”. Εκείνοι εκάθησαν.
Ρουθ. 4,3                     καὶ εἶπε Βοὸζ τῷ ἀγχιστεῖ· τὴν μερίδα τοῦ ἀγροῦ, ἥ ἐστι τοῦ ἀδελφοῦ ἡμῶν τοῦ Ἐλιμέλεχ, ἣ δέδοται Νωεμὶν τῇ ἐπιστρεφούσῃ ἐξ ἀγροῦ Μωάβ,
Ρουθ. 4,3                     Είπε δε ο Βοόζ στον συγγενή της Ρούθ· “το μερίδιον του αγρού, το οποίον ανήκεν στον συγγενή μας τον Ελιμέλεχ, έχει δοθή και ευρίσκεται εις την κυριότητα της Νωεμίν, η οποία επέστρεψεν από τους αγρούς της Μωάβ. Αυτό δε έχει εκτεθή προς πώλησιν.
Ρουθ. 4,4                     κἀγὼ εἶπα· ἀποκαλύψω τὸ οὖς σου λέγων· κτῆσαι ἐναντίον τῶν καθημένων καὶ ἐναντίον τῶν πρεσβυτέρων τοῦ λαοῦ μου· εἰ ἀγχιστεύεις, ἀγχίστευε· εἰ δὲ μὴ ἀγχιστεύεις, ἀνάγγειλόν μοι καὶ γνώσομαι· ὅτι οὐκ ἔστι πάρεξ σοῦ τοῦ ἀγχιστεῦσαι, κἀγώ εἰμι μετὰ σέ. ὁ δὲ εἶπεν· ἐγώ εἰμι, ἀγχιστεύσω.
Ρουθ. 4,4                     Εσκέφθηκα λοιπόν και είπα· θα ανακοινώσω εις σε αυτό το ζήτημα προτείνων να αγοράσης αυτόν τον αγρόν επί παρουσία των δέκα τούτων μαρτύρων, που κάθονται κοντά μας και ενώπιον των άλλων πρεσβυτέρων του λαού μου. Εάν λοιπόν, ως στενώτερος συγγενής του Ελιμέλεχ, θέλης να το αγοράσης, αγόρασέ το. Ειπέ το δε και εις εμέ, δια να γνωρίζω. Σου προτείνω αυτά διότι έπειτα από σε εγώ είμαι ο στενώτερος συγγενής του Ελιμέλεχ”. Εκείνος απήντησεν· “εγώ είμαι πράγματι ο στενώτερος συγγενής και εγώ θα αγοράσω το τμήμα αυτό του αγρού”.
Ρουθ. 4,5                     καὶ εἶπε Βοόζ· ἐν ἡμέρᾳ τοῦ κτήσασθαί σε τὸν ἀγρὸν ἐκ χειρὸς Νωεμὶν καὶ παρὰ Ῥοὺθ τῆς Μωαβίτιδος γυναικὸς τοῦ τεθνηκότος, καὶ αὐτὴν κτήσασθαί σε δεῖ ὥστε ἀναστῆσαι τὸ ὄνομα τοῦ τεθνηκότος ἐπὶ τῆς κληρονομίας αὐτοῦ.
Ρουθ. 4,5                     Ο Βοόζ προσέθεσε· “την ημέραν όμως, κατά την οποίαν θα αγοράσης τον αγρόν από την Νωεμίν και από την Ρουθ την Μωαβίτιδα, σύζυγον του αποθανόντος υιού του Ελιμέλεχ, είσαι υποχρεωμένος να λάβης και ως σύζυγον την Ρούθ, ώστε να αναδείξης κληρονόμους του αποθανόντος και να αναζήση το όνομά του εις την κληρονομίαν”.
Ρουθ. 4,6                     καὶ εἶπεν ὁ ἀγχιστεύς· οὐ δυνήσομαι ἀγχιστεῦσαι ἐμαυτῷ, μή ποτε διαφθείρω τὴν κληρονομίαν μου· ἀγχίστευσον σεαυτῷ τὴν ἀγχιστείαν μου, ὅτι οὐ δυνήσομαι ἀγχιστεῦσαι.
Ρουθ. 4,6                     Ο στενός εκείνος συγγενής είπε τότε· “δεν θα ημπορέσω εγώ να αγοράσω δια λογαριασμόν μου τον αγρόν, μήπως τυχόν και φθείρω την ιδικήν μου κληρονομίαν. Αγόρασε συ αυτήν μου την κληρονομίαν, διότι εγώ δεν θέλω και δεν θα ημπορέσω υπό τοιούτους όρους να την εξαγοράσω”.
Ρουθ. 4,7                     καὶ τοῦτο τὸ δικαίωμα ἔμπροσθεν ἐν τῷ Ἰσραὴλ ἐπὶ τὴν ἀγχιστείαν καὶ ἐπὶ τὸ ἀντάλλαγμα τοῦ στῆσαι πάντα λόγον, καὶ ὑπελύετο ἀνὴρ τὸ ὑπόδημα αὐτοῦ καὶ ἐδίδου τῷ πλησίον αὐτοῦ τῷ ἀγχιστεύοντι τὴν ἀγχιστείαν αὐτοῦ, καὶ τοῦτο ἦν μαρτύριον ἐν Ἰσραήλ.
Ρουθ. 4,7                     Ο δε νομικός όρος, η νομική πράξις, μεταξύ των Ισραηλιτών δια την μεταβίβασιν κυριότητος εις περίπτωσιν αγοράς η ανταλλαγής, ώστε να είναι έγκυρος η συμφωνία, ήτο εξής· Εκείνος, που μετεβίβαζε την κυριότητα του κτήματος, έλυε και αφαιρούσε το υπόδημά του και έδιδεν αυτό εις εκείνον, στον οποίον περιήρχοντο πλέον τα δικαιώματα κτήσεως. Αυτό το σύμβολον ήτο επίσημος μαρτυρία της γενομένης πράξεως.
Ρουθ. 4,8                     καὶ εἶπεν ὁ ἀγχιστεὺς τῷ Βοόζ· κτῆσαι σεαυτῷ τὴν ἀγχιστείαν μου· καὶ ὑπελύσατο τὸ ὑπόδημα αὐτοῦ καὶ ἔδωκεν αὐτῷ.
Ρουθ. 4,8                     Ο έχων, λοιπόν, τα πρώτα δικαιώματα της αγοράς είπεν στον Βοόζ· “αγόρασε συ δια λογαριασμόν σου το κτήμα τούτο”. Ελυσε δε αμέσως το υπόδημά του και το παρέδωσεν στον Βοόζ.
Ρουθ. 4,9                     καὶ εἶπε Βοὸζ τοῖς πρεσβυτέροις καὶ παντὶ τῷ λαῷ· μάρτυρες ὑμεῖς σήμερον, ὅτι κέκτημαι πάντα τὰ τοῦ Ἐλιμέλεχ καὶ πάντα, ὅσα ὑπάρχει τῷ Χελαιὼν καὶ τῷ Μααλὼν ἐκ χειρὸς Νωεμίν·
Ρουθ. 4,9                     Είπε τότε ο Βοόζ στους γεροντοτέρους και εις όλους όσοι έτυχε να ευρεθούν εκεί· “όλοι σεις είσθε σήμερα μάρτυρες ότι εγώ αγοράζω από τα χέρια της Νωεμίν όλα όσα ανήκουν στον Ελιμέλεχ, επομένως και όλα όσα ανήκον στους δύο υιούς του τον Χελαιών και Μααλών.
Ρουθ. 4,10                   καί γε Ῥοὺθ τὴν Μωαβῖτιν τὴν γυναῖκα Μααλὼν κέκτημαι ἐμαυτῷ εἰς γυναῖκα τοῦ ἀναστῆσαι τὸ ὄνομα τοῦ τεθνηκότος ἐπὶ τῆς κληρονομίας αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἐξολοθρευθήσεται τὸ ὄνομα τοῦ τεθνηκότος ἐκ τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ καὶ ἐκ τῆς φυλῆς λαοῦ αὐτοῦ· μάρτυρες ὑμεῖς σήμερον.
Ρουθ. 4,10                   Επί πλέον λαμβάνω ως σύζυγόν μου την Ρούθ, την Μωαβίτιδα, σύζυγον του αποθανόντος Μααλών, δια να αναζήση το όνομα του αποθανόντος επί της κληρονομίας του. Ετσι δε δεν θα χαθή το όνομά του μεταξύ των συγγενών του και της φυλής του λαού του. Σεις είσθε σήμερον μάρτυρες”.
Ρουθ. 4,11                   καὶ εἴποσαν πᾶς ὁ λαὸς οἱ ἐν τῇ πύλῃ· μάρτυρες. καὶ οἱ πρεσβύτεροι εἴποσαν· δῴη Κύριος τὴν γυναῖκά σου τὴν εἰσπορευομένην εἰς τὸν οἶκόν σου ὡς Ῥαχὴλ καὶ ὡς Λείαν, αἳ ᾠκοδόμησαν ἀμφότεροι τὸν οἶκον τοῦ Ἰσραὴλ καὶ ἐποίησαν δύναμιν ἐν Ἐφραθά, καὶ ἔσται ὄνομα ἐν Βηθλεέμ·
Ρουθ. 4,11                   Ολος ο λαός που ευρίσκετο εις την πύλην, απήντησαν· “ναι, είμεθα μάρτυρες”. Οι δε πρεσβύτεροι προσέθεσαν· “είθε ο Κυριος να αξιώση την γυναίκα σου, η οποία σήμερον εισέρχεται στον οίκον σου, να ομοιάση με την Ραχήλ και την Λείαν, αι οποίαι με τα γεννηθέντα από αυτάς τέκνα εδημιούργησαν το μεγάλο έθνος του Ισραήλ και απέκτησαν τιμήν και δύναμιν εις την Εφραθά και όνομα εις την Βηθλεέμ.
Ρουθ. 4,12                   καὶ γένοιτο ὁ οἶκός σου ὡς ὁ οἶκος Φαρές, ὃν ἔτεκε Θάμαρ τῷ Ἰούδᾳ, ἐκ τοῦ σπέρματος οὗ δώσει Κύριός σοι ἐκ τῆς παιδίσκης ταύτης.
Ρουθ. 4,12                   Ευχόμεθα επίσης να αναδειχθή η οικογένειά σου ωσάν την οικογένειαν του Φαρές, τον οποίον εγέννησεν η Θαμαρ δια του Ιούδα, να αναδειχθή δια του απογόνου, τον οποίον θα δώση εις σε αυτή η δούλη σου, η Ρούθ”.
Ρουθ. 4,13                   καὶ ἔλαβε Βοὸζ τὴν Ῥούθ, καὶ ἐγενήθη αὐτῷ εἰς γυναῖκα, καὶ εἰσῆλθε πρὸς αὐτήν, καὶ ἔδωκεν αὐτῇ Κύριος κύησιν, καὶ ἔτεκεν υἱόν.
Ρουθ. 4,13                   Ενυμφεύθη λοιπόν ο Βοόζ την Ρούθ, έλαβεν αυτήν ως σύζυγόν τοθυ και ήλθεν εις συνάφειαν με αυτήν. Ο δε Κυριος την ηυλόγησεν, ώστε να συλλάβη και να γεννήση υιόν.
Ρουθ. 4,14                   καὶ εἶπαν αἱ γυναῖκες πρὸς Νωεμίν· εὐλογητὸς Κύριος, ὃς οὐ κατέλυσέ σοι σήμερον τὸν ἀγχιστέα, καὶ καλέσαι τὸ ὄνομά σου ἐν Ἰσραήλ,
Ρουθ. 4,14                   Αι δε γυναίκες της Βηθλεέμ έλεγαν με συγκίνησιν εις την Νωεμίν· “ας είναι δοξασμένος ο Κυριος, ο οποίος δεν σε αφήκε σήμερον χωρίς στενόν συγγενή σου και έτσι θα συνεχισθή και θα δοξασθή το όνομά σου μεταξύ των Ισραηλιτών.
Ρουθ. 4,15                   καὶ ἔσται σοι εἰς ἐπιστρέφοντα ψυχὴν καὶ τοῦ διαθρέψαι τὴν πολιάν σου, ὅτι ἡ νύμφη ἡ ἀγαπήσασά σε ἔτεκεν αὐτόν, ἥ ἐστιν ἀγαθή σοι ὑπὲρ ἑπτὰ υἱούς.
Ρουθ. 4,15                   Θα ανακουφίση δε την ψυχήν σου, θα είναι τροφή και στήριγμα εις τα γηρατεία σου, διότι η νύμφη σου, η οποία τόσον πολύ σε ηγάπησεν, εγέννησεν αυτόν τον υιόν, και η οποία δια τούτο αξίζει περισσότερον από επτά υιούς”.
Ρουθ. 4,16                   καὶ ἔλαβε Νωεμὶν τὸ παιδίον καὶ ἔθηκεν εἰς τὸν κόλπον αὐτῆς καὶ ἐγενήθη αὐτῷ εἰς τιθηνόν.
Ρουθ. 4,16                   Επήρεν η Νωεμίν το παιδί της Ρούθ, το έθεσεν εις την αγκάλην της και ανέλαβεν αυτή να το αναθρέψη.
Ρουθ. 4,17                   καὶ ἐκάλεσαν αὐτοῦ αἱ γείτονες ὄνομα λέγουσαι· ἐτέχθη υἱὸς τῇ Νωεμίν· καὶ ἐκάλεσαν τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ὠβήδ· οὗτος πατὴρ Ἰεσσαὶ πατρὸς Δαυίδ.
Ρουθ. 4,17                   Αι γειτόνισσαι έδωσαν εις αυτό όνομα λέγουσαι· “εγεννήθη παιδί εις την Νωεμίν”. Ωνόμασαν αυτό Ωβήδ. Αυτός είναι ο πατήρ του Ιεσσαί, πατρός του Δαυΐδ.
Ρουθ. 4,18                   καὶ αὗται αἱ γενέσεις Φαρές· Φαρὲς ἐγέννησε τὸν Ἐσρώμ,
Ρουθ. 4,18                   Αυτοί δε είναι οι απόγονοι του Φαρές· ο Φαρές εγέννησε τον Εσρώμ,
Ρουθ. 4,19                   Ἐσρὼμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀράν, καὶ Ἀρὰν ἐγέννησε τὸν Ἀμιναδάβ,
Ρουθ. 4,19                   ο Εσρώμ δε εγέννησε τον Αράν, ο Αράν εγέννησε τον Αμιναδάβ,
Ρουθ. 4,20                   καὶ Ἀμιναδὰβ ἐγέννησε τὸν Ναασσών, καὶ Ναασσὼν ἐγέννησε τὸν Σαλμάν,
Ρουθ. 4,20                   Ο Αμιναδάβ εγέννησε τον Ναασών, ο Ναασών εγέννησε τον Σαλμάν
Ρουθ. 4,21                   καὶ Σαλμὰν ἐγέννησε τὸν Βοόζ, καὶ Βοὸζ ἐγέννησε τὸν Ὠβήδ,
Ρουθ. 4,21                   ο Σαλμάν εγέννησε τον Βοόζ, ο Βοόζ εγέννησε τον Ωβήδ,
Ρουθ. 4,22                   καὶ Ὠβὴδ ἐγέννησε τὸν Ἰεσσαί, καὶ Ἰεσσαὶ ἐγέννησε τὸν Δαυίδ.
Ρουθ. 4,22                   ο Ωδήδ εγέννησε τον Ιεσσαί και ο Ιεσσαί εγέννησε τον Δαυΐδ.



Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.