Δευτέρα, 2 Απριλίου 2012

ΙΟΥΔΙΘ 12 - 16



ΙΟΥΔΙΘ 12
 Ιουδ. 12,1                   Καὶ ἐκέλευσεν εἰσαγαγεῖν αὐτὴν οὗ ἐτίθετο τὰ ἀργυρώματα αὐτοῦ καὶ συνέταξε καταστρῶσαι αὐτῇ ἀπὸ τῶν ὀψοποιημάτων αὐτοῦ καὶ τοῦ οἴνου αὐτοῦ πίνειν.
Ιουδ. 12,1                    Κατόπιν ο Ολοφέρνης διέταξε να οδηγήσουν αυτήν εκεί, όπου ήσαν αποτεθειμένα και φυλαγμένα τα αργυρά κοσμήματα και σκεύη. Διέταξε δε να στρώσουν κατά γης δι' αυτήν στρώματα παραγεμισμένα και να τρώγη από τα εκλεκτά φαγητά τα ιδικά του και να πίνη από τον ιδικόν του οίνον.
Ιουδ. 12,2                    καὶ εἶπεν Ἰουδίθ· οὐ φάγομαι ἐξ αὐτῶν, ἵνα μὴ γένηται σκάνδαλον, ἀλλ᾿ ἐκ τῶν ἠκολουθηκότων μοι χορηγηθήσεται.
Ιουδ. 12,2                    Η Ιουδίθ όμως απήντησε· “Δεν θα φάγω από αυτά, δια να μην παραβώ το θέλημα του Κυρίου, αλλά θα φάγω από τα φαγητά εκείνα, τα οποία εγώ εφρόντισα να φέρω μαζή μου”.
Ιουδ. 12,3                    καὶ εἶπε πρὸς αὐτὴν Ὀλοφέρνης· ἐὰν δὲ ἐκλίπῃ τὰ ὄντα μετὰ σοῦ, πόθεν ἐξοίσομέν σοι δοῦναι ὅμοια αὐτοῖς; οὐ γάρ ἐστι μεθ᾿ ἡμῶν ἐκ τοῦ ἔθνους σου.
Ιουδ. 12,3                    Ηρώτησε δε αυτήν ο Ολοφέρνης, “εάν όμως εξαντληθούν τα φαγητά που έφερες μαζή σου, από που θα ημπορέσωμεν να προμηθευθώμεν και να σου φέρωμεν όμοια με αυτά; Διότι μεταξύ ημών δεν υπάρχει κανείς από το ιδικόν σου έθνος”.

Ιουδ. 12,4                    καὶ εἶπεν Ἰουδὶθ πρὸς αὐτόν· ζῇ ἡ ψυχή σου, κύριέ μου, ὅτι οὐ δαπανήσει ἡ δούλη σου τὰ ὄντα μετ᾿ ἐμοῦ, ἕως ἂν ποιήσῃ Κύριος ἐν χειρί μου ἃ ἐβουλεύσατο.
Ιουδ. 12,4                    Η Ιουδίθ του απήντησεν· “Ορκίζομαι εις την ζωήν σου, κύριε, ότι εγώ η δούλη σου δεν θα προφθάση να εξαντλήση εκείνα τα οποία έφερα μαζή μου, έως ότου ο Κυριος δια της χειρός μου πραγματοποιήση εκείνα τα οποία απεφάσισε”.
Ιουδ. 12,5                    καὶ ἠγάγοσαν αὐτὴν οἱ θεράποντες Ὀλοφέρνου εἰς τὴν σκηνήν, καὶ ὕπνωσε μέχρι μεσούσης τῆς νυκτός· καὶ ἀνέστη πρὸς τὴν ἑωθινὴν φυλακήν,
Ιουδ. 12,5                    Οι δούλοι του Ολοφέρνου την ωδήγησαν εις την σκηνήν, όπου εκοιμήθη μέχρι του μεσονυκτίου. Κατά το γλυκοχάραμα εξύπνησε
Ιουδ. 12,6                    καὶ ἀπέστειλε πρὸς Ὀλοφέρνην λέγουσα· ἐπιταξάτω δὴ ὁ κύριός μου ἐᾶσαι τὴν δούλην σου ἐπὶ προσευχὴν ἐξελθεῖν.
Ιουδ. 12,6                    και έστειλε προς τον Ολοφέρνην λέγουσα, ας δώση διαταγήν ο κύριός μου να αφήσουν εμέ την δούλην σου να εξέλθω δια την προσευχήν μου.
Ιουδ. 12,7                    καὶ προσέταξεν Ὀλοφέρνης τοῖς σωματοφύλαξι μὴ διακωλύειν αὐτήν. καὶ παρέμεινεν ἐν τῇ παρεμβολῇ ἡμέρας τρεῖς, καὶ ἐξεπορεύετο κατὰ νύκτα εἰς τὴν φάραγγα Βαιτυλούα καὶ ἐβαπτίζετο ἐν τῇ παρεμβολῇ ἐπὶ τῆς πηγῆς τοῦ ὕδατος·
Ιουδ. 12,7                    Ο Ολοφέρνης διέταξε τους σωματοφύλακάς του να μη την εμποδίζουν. Η Ιουδίθ έμεινεν στο στρατόπεδον των Ασσυρίων τρεις ημέρας. Καθε νύκτα εξήρχετο εις την φάραγγα Βαιτυλούα και, όπως εσυνήθιζαν οι Ισραηλίται προ της προσευχής, ελούετο εις πηγήν ύδατος που ευρίσκετο πλησίον του στρατοπέδου των Ασσυρίων.
Ιουδ. 12,8                    καὶ ὡς ἀνέβη, ἐδέετο τοῦ Κυρίου Θεοῦ Ἰσραὴλ κατευθῦναι τὴν ὁδὸν αὐτῆς εἰς ἀνάστημα τῶν υἱῶν τοῦ λαοῦ αὐτοῦ.
Ιουδ. 12,8                    Καθε δε φοράν, που ανέβαινεν από το λουτρόν, παρακαλούσε Κυριον τον Θεόν του Ισραήλ να κατευοδώση τας προσπαθείας της δια την περιφρούρησιν και την σωτηρίαν των υιών του λαού του.
Ιουδ. 12,9                    καὶ εἰσπορευομένη καθαρὰ παρέμενε τῇ σκηνῇ, μέχρις οὗ προσηνέγκατο τὴν τροφὴν αὐτῆς πρὸς ἑσπέραν.
Ιουδ. 12,9                    Οταν δε καθαρά επέστρεφεν, έμενεν εις την σκηνήν της, μέχρις ότου της έφεραν την τροφήν της κατά την εσπέραν.
Ιουδ. 12,10                  καὶ ἐγένετο ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ τετάρτῃ, ἐποίησεν Ὀλοφέρνης πότον τοῖς δούλοις αὐτοῦ μόνοις καὶ οὐκ ἐκάλεσεν εἰς τὴν χρῆσιν οὐδένα τῶν πρὸς ταῖς χρείαις.
Ιουδ. 12,10                  Οταν έφθασεν η τετάρτη ημέρα, ο Ολοφέρνης παρέθεσε συμπόσιον στους δούλους του μόνον και δεν εκάλεσε εις αυτό κανένα άλλον από τους ανθρώπους του περιβάλλοντός του.
Ιουδ. 12,11                  καὶ εἶπε Βαγώᾳ τῷ εὐνούχῳ, ὃς ἦν ἐφεστηκὼς ἐπὶ πάντων τῶν αὐτοῦ· πεῖσον δὴ πορευθεὶς τὴν γυναῖκα τὴν Ἑβραίαν ἥ ἐστι παρὰ σοί, τοῦ ἐλθεῖν πρὸς ἡμᾶς καὶ φαγεῖν καὶ πιεῖν μεθ᾿ ἡμῶν·
Ιουδ. 12,11                  Είπεν δε στον Βαγώαν τον ευνούχον του, ο οποίος ήτο προϊστάμενος εις όλα τα εις αυτόν ανήκοντα. “Πηγαινε και πείσε την Εβραίαν αυτήν γυναίκα, η οποία ευρίσκεται πλησίον σου, να έλθη κοντά μας να φάγη και να πίη μαζή μας.
Ιουδ. 12,12                  ἰδοὺ γὰρ αἰσχρὸν τῷ προσώπῳ ἡμῶν, εἰ γυναῖκα τοιαύτην παρήσομεν οὐχ ὁμιλήσαντες αὐτῇ, ὅτι ἐὰν ταύτην μὴ ἐπισπασώμεθα, καταγελάσεται ἡμῶν.
Ιουδ. 12,12                  Διότι θα είναι εντροπή μας, εάν αντιπαρέλθωμεν με αδιαφορίαν μίαν τέτοιαν γυναίκα και δεν έλθωμεν εις ένωσιν με αυτήν. Εάν δεν κατορθώσωμεν να την προσελκύσωμεν, αυτή η ιδία θα μας εμπαίξη και θα μας ειρωνευθή”.
Ιουδ. 12,13                  καὶ ἐξῆλθε Βαγώας ἀπὸ προσώπου Ὀλοφέρνου καὶ εἰσῆλθε πρὸς αὐτὴν καὶ εἶπε· μὴ ὀκνησάτω δὴ ἡ παιδίσκη ἡ καλὴ αὕτη ἐλθοῦσα πρὸς τὸν κύριόν μου δοξασθῆναι κατὰ πρόσωπον αὐτοῦ καὶ πιεῖν μεθ᾿ ἡμῶν εἰς εὐφροσύνην οἶνον καὶ γενηθῆναι ἐν τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ ὡς θυγάτηρ μία τῶν υἱῶν Ἀσσούρ, αἳ παρεστήκασιν ἐν οἴκῳ Ναβουχοδονόσορ.
Ιουδ. 12,13                  Ο Βαγώας εβγήκε από την σκηνήν του Ολοφέρνου, εισήλθεν εις την σκηνήν της Ιουδίθ και της είπε· “συ, η ωραία και καλή δούλη, δεν πρέπει να βραδύνης να έλθης προς τον κύριόν μου, να τιμηθής και να δοξασθής από αυτόν, να πίης μαζή μας ευφρόσυνον οίνον και να γίνης έτσι τιμητικώς σαν μία από τας θυγατέρας των Ασσυρίων, αι οποίαι ευρίσκονται εις τα βασιλικά ανάκτορα του Ναδουχοδονόσορος”.
Ιουδ. 12,14                  καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν Ἰουδίθ· καὶ τίς εἰμι ἐγὼ ἀντεροῦσα τῷ κυρίῳ μου; ὅτι πᾶν, ὃ ἔσται ἐν τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ ἀρεστόν, σπεύσασα ποιήσω, καὶ ἔσται τοῦτο ἀγαλλίαμα ἕως ἡμέρας θανάτου μου.
Ιουδ. 12,14                  Η Ιουδίθ του απήντησε· “και ποιά είμαι εγώ, η οποία θα ημπορέσω να φέρω αντίρρησιν στον κύριόν μου; Καθε τι που είναι εις αυτόν αρεστόν, εγώ θα το εκτελέσω αμέσως. Και αυτό θα είναι η χαρά μου μέχρι της ημέρας του θανάτου μου”,
Ιουδ. 12,15                  καὶ διαναστᾶσα ἐκοσμήθη τῷ ἱματισμῷ καὶ παντὶ τῷ κόσμῳ τῷ γυναικείῳ, καὶ προσῆλθεν ἡ δούλη αὐτῆς καὶ ἔστρωσεν αὐτῇ κατέναντι Ὀλοφέρνου χαμαὶ τὰ κώδια, ἃ ἔλαβε παρὰ Βαγώου εἰς τὴν καθημερινὴν δίαιταν αὐτῆς, εἰς τὸ ἐσθίειν κατακλινομένην ἐπ᾿ αὐτῶν.
Ιουδ. 12,15                  Εσηκώθη, εστολήσθη με τα πλούσια ενδύματά της και με όλα τα άλλα γυναικεία της κοσμήματα. Η δε δούλη της ήλθε και έστρωσε κάτω δι' αυτήν απέναντι από τον Ολοφέρνην τους τάπητας, τους οποίους είχε πάρει από τον Βαγώαν δια την καθημερινήν της χρήσιν, όταν, κατακλινομένη επάνω εις αυτούς, έτρωγε.
Ιουδ. 12,16                  καὶ εἰσελθοῦσα ἀνέπεσεν Ἰουδίθ, καὶ ἐξέστη ἡ καρδία Ὀλοφέρνου ἐπ᾿ αὐτήν, καὶ ἐσαλεύθη ἡ ψυχὴ αὐτοῦ, καὶ ἦν κατεπίθυμος σφόδρα τοῦ συγγενέσθαι μετ᾿ αὐτῆς· καὶ ἐτήρει καιρὸν τοῦ ἀπατῆσαι αὐτὴν ἀφ᾿ ἧς ἡμέρας εἶδεν αὐτήν.
Ιουδ. 12,16                  Η Ιουδίθ εισήλθε και κατεκλίθη επάνω στους τάπητας. Η καρδία του Ολοφέρνου άναψε δι' αυτήν και όλον του το εσωτερικόν εσαλεύθη και κατελήφθη από σφοδράν επιθυμίαν να έλθη εις ένωσιν με αυτήν. Προσπαθούσε, άλλωστε, να εύρη την κατάλληλον περίστασιν, δια να την απατήση από την ημέραν, κατά την οποίαν την είδε.
Ιουδ. 12,17                  καὶ εἶπε πρὸς αὐτὴν Ὀλοφέρνης· πίε δὴ καὶ γενήθητι μεθ᾿ ἡμῶν εἰς εὐφροσύνην.
Ιουδ. 12,17                  Ο Ολοφέρνης είπε προς αυτήν· “πίε λοιπόν, και ευθύμησε και συ μαζή μας”.
Ιουδ. 12,18                  καὶ εἶπεν Ἰουδίθ· πίομαι δή, κύριε, ὅτι ἐμεγαλύνθη τὸ ζῆν μου ἐν ἐμοὶ σήμερον παρὰ πάσας τὰς ἡμέρας τῆς γενέσεώς μου.
Ιουδ. 12,18                  Η Ιουδίθ του απήντησε· “ναι, θα πίω κύριέ μου, διότι σήμερον η ζωη μου θα δοξασθή, περισσότερον από όλας τας άλλας ημέρας από της γεννήσεώς μου και εντεύθεν”.
Ιουδ. 12,19                  καὶ λαβοῦσα ἔφαγε καὶ ἔπιε κατέναντι αὐτοῦ ἃ ἡτοίμασεν ἡ δούλη αὐτῆς.
Ιουδ. 12,19                  Αυτή, λοιπόν, επήρε, έφαγε και έπιεν ενώπιον του Ολοφέρνου από εκείνα, τα οποία είχεν ετοιμάσει δι' αυτήν η δούλη της.
Ιουδ. 12,20                  καὶ ηὐφράνθη Ὀλοφέρνης ἀπ᾿ αὐτῆς καὶ ἔπιεν οἶνον πολὺν σφόδρα, ὅσον οὐκ ἔπιε πώποτε ἐν ἡμέρᾳ μιᾷ ἀφ᾿ οὗ ἐγεννήθη.
Ιουδ. 12,20                  Ο Ολοφέρνης ηυφράνθη από αυτήν τόσον πολύ, ώστε έπιε πολύν οίνον, όσον δεν είχε πίει ποτέ καμμίαν άλλην ημέραν από τότε που εγεννήθηκε.
  
ΙΟΥΔΙΘ 13
 Ιουδ. 13,1                   Ὡς δὲ ὀψία ἐγένετο, ἐσπούδασαν οἱ δοῦλοι αὐτοῦ ἀναλύειν. καὶ Βαγώας συνέκλεισε τὴν σκηνὴν ἔξωθεν καὶ ἀπέκλεισε τοὺς παρεστῶτας ἐκ προσώπου τοῦ κυρίου αὐτοῦ, καὶ ἀπῴχοντο εἰς τὰς κοίτας αὐτῶν· ἦσαν γὰρ πάντες κεκοπωμένοι, διὰ τὸ ἐπὶ πλεῖον γεγονέναι τὸν πότον.
Ιουδ. 13,1                    Οταν δε επροχώρησεν η νύκτα, έσπευσαν οι δούλοι του Ολοφέρνου να αποχωρήσουν εις τας σκηνάς των. Ο δε Βαγώας έκλεισε την σκηνήν απέξω και απεμάκρυνεν από το πρόσωπον του κυρίου του τους παρευρισκομένους γύρω. Εκείνοι μετέβησαν εις τας σκηνάς των προς ύπνον, επειδή ήσαν κατάκοποι, διότι είχε παραταθή επί πολύ η μεγάλη οινοποσία.
Ιουδ. 13,2                    ὑπελείφθη δὲ Ἰουδὶθ μόνη ἐν τῇ σκηνῇ, καὶ Ὀλοφέρνης προπεπτωκὼς ἐπὶ τὴν κλίνην αὐτοῦ· ἦν γὰρ περικεχυμένος αὐτῷ ὁ οἶνος.
Ιουδ. 13,2                    Εμεινε δε μονή η Ιουδίθ εις την σκηνήν, ο δε Ολοφέρνης είχεν εξαπλωθή εις την κλίνην του, διότι ήτο κατάβρεκτος από τον πολύν οίνον.
Ιουδ. 13,3                    καὶ εἶπεν Ἰουδὶθ τῇ δούλῃ αὐτῆς στῆναι ἔξω τοῦ κοιτῶνος αὐτῆς καὶ ἐπιτηρεῖν τὴν ἔξοδον αὐτῆς· καθάπερ καθ᾿ ἡμέραν, ἐξελεύσεσθαι γὰρ ἔφη ἐπὶ τὴν προσευχὴν αὐτῆς· καὶ τῷ Βαγώᾳ ἐλάλησε κατὰ τὰ ῥήματα ταῦτα.
Ιουδ. 13,3                    Η Ιουδίθ είπεν εις την δούλην της να περιμένη έξω από τον κοιτώνα της και να παραφυλάττη την έξοδόν της. Διότι, είπεν, όπως έκαμνε τας προηγουμένας ημέρας, έτσι και τώρα επιθυμεί να εξέλθη δια την προσευχήν της. Και στον Βαγώαν επίσης είπε τα ίδια λόγια.
Ιουδ. 13,4                    καὶ ἀπήλθοσαν πάντες ἐκ προσώπου, καὶ οὐδεὶς κατελείφθη ἐν τῷ κοιτῶνι ἀπὸ μικροῦ ἕως μεγάλου καὶ στᾶσα Ἰουδὶθ παρὰ τὴν κλίνην αὐτοῦ εἶπεν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς· Κύριε ὁ Θεὸς πάσης δυνάμεως, ἐπίβλεψον ἐν τῇ ὥρᾳ ταύτῃ ἐπὶ τὰ ἔργα τῶν χειρῶν μου εἰς ὕψωμα Ἱερουσαλήμ·
Ιουδ. 13,4                    Οταν όλοι έφυγαν από εμπρός της, και στον κοιτώνα του Ολοφέρνου δεν έμεινε κανείς ούτε μικρός ούτε μεγάλος. Εσηκώθη η Ιουδίθ, επλησίασε την κλίνην του Ολοφέρνου, είπε από μέσα της προς τον Θεόν· “επίβλεψον, Κυριε, κατά την ώραν αυτήν εις τα έργα των χειρών μου προς δόξαν της Ιερουσαλήμ·
Ιουδ. 13,5                    ὅτι νῦν καιρὸς ἀντιλαβέσθαι τῆς κληρονομίας σου καὶ ποιῆσαι τὸ ἐπιτήδευμά μου εἰς θραῦμα ἐχθρῶν, οἵ ἐπανέστησαν ἡμῖν.
Ιουδ. 13,5                    διότι τώρα είναι καιρός να αναλάβης υπό την προστασίαν σου και να σώσης την κληρονομίαν σου, βοηθών εμέ να εκτελέσω το έργον μου, δια να συντρίψω τους εχθρούς, οι οποίοι έχουν επιτεθή εναντίον μας”.
Ιουδ. 13,6                    καὶ προσελθοῦσα τῷ κανόνι τῆς κλίνης, ὃς ἦν πρὸς κεφαλῆς Ὀλοφέρνου, καθεῖλε τὸν ἀκινάκην αὐτοῦ ἀπ᾿ αὐτοῦ
Ιουδ. 13,6                    Η Ιουδίθ επλησίασεν στον στύλον της κλίνης, ο οποίος υψώνετο υπεράνω από την κεφαλήν του Ολοφέρνου, επήρε από εκεί το ξίφος του,
Ιουδ. 13,7                    καὶ ἐγγίσασα τῆς κλίνης ἐδράξατο τῆς κόμης τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ καὶ εἶπε· κραταίωσόν με, ὁ Θεὸς Ἰσραήλ, ἐν τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ.
Ιουδ. 13,7                    επλησίασε την κλίνην του και άρπαξε με τα χέρια την κόμην της κεφαλής του και είπε· “Θεέ του Ισραήλ, ενίσχυσέ με κατά την ημέραν αυτήν”.
Ιουδ. 13,8                    καὶ ἐπάταξεν εἰς τὸν τράχηλον αὐτοῦ δὶς ἐν τῇ ἰσχύϊ αὐτῆς καὶ ἀφεῖλε τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ ἀπ᾿ αὐτοῦ,
Ιουδ. 13,8                    Επειτα δε εκτύπησε τον τράχηλον του Ολοφέρνου δυό φορές με όλην της την δύναμιν και απέκοψε από αυτόν την κεφαλήν του.
Ιουδ. 13,9                    καὶ ἀπεκύλισε τὸ σῶμα αὐτοῦ ἀπὸ τῆς στρωμνῆς καὶ ἀφεῖλε τὸ κωνωπεῖον ἀπὸ τῶν στύλων. καὶ μετ᾿ ὀλίγον ἐξῆλθε, καὶ παρέδωκε τῇ ἅβρᾳ αὐτῆς τὴν κεφαλὴν Ὀλοφέρνου,
Ιουδ. 13,9                    Εκύλισε τα πτώμα από την κλίνην κάτω και αφήρεσε την κουνουπιέραν από τους στύλους της. Επειτα δε από ολίγον εβγήκε από την σκηνήν, και παρέδωκε εις την δούλην της την κεφαλήν του Ολοφέρνου.
Ιουδ. 13,10                  καὶ ἐνέβαλεν αὐτὴν εἰς τὴν πήραν τῶν βρωμάτων αὐτῆς. καὶ ἐξῆλθον αἱ δύο ἅμα κατὰ τὸν ἐθισμὸν αὐτῶν ἐπὶ τὴν προσευχήν· καὶ διελθοῦσαι τὴν παρεμβολὴν ἐκύκλωσαν τὴν φάλαγγα ἐκείνην καὶ προσανέβησαν τὸ ὄρος Βαιτυλούα καὶ ἤλθοσαν πρὸς τὰς πύλας αὐτῆς.
Ιουδ. 13,10                  Εκείνη έβαλε την κεφαλήν στον σάκκον των τροφίμων της. Ετσι δε εξήλθον και αι δύο μαζή, η Ιουδίθ και η θεραπαινίς της, κατά την συνήθειάν των δια την προσευχήν. Επέρασαν δια μέσου του στρατοπέδου, έκαμαν τον κύκλον της φάραγγος εκείνης και ανέβησαν στο όρος Βαιτυλούα και ήλθαν εις τας πύλας της πόλεως.
Ιουδ. 13,11                  Καὶ εἶπεν Ἰουδὶθ μακρόθεν τοῖς φυλάσσουσιν ἐπὶ τῶν πυλῶν· ἀνοίξατε, ἀνοίξατε δὴ τὴν πύλην, μεθ᾿ ἡμῶν ὁ Θεὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν ποιῆσαι ἔτι ἰσχὺν ἐν Ἰσραὴλ κατὰ κράτος κατὰ τῶν ἐχθρῶν, καθὰ καὶ σήμερον ἐποίησε.
Ιουδ. 13,11                  Η Ιουδίθ από μακράν εφώναξε τότε στους θυρωρούς, που εφύλασσαν τας θύρας· “ανοίξατε, ανοίξατε αμέσως την θύραν· μαζή μας είναι ο Θεός, δια να καταστήση γνωστήν και αισθητήν την δύναμίν του υπέρ των Ισραηλιτών και την ισχύν του εναντίον των εχθρών, όπως έκαμε σήμερον”.
Ιουδ. 13,12                  καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσαν οἱ ἄνδρες τῆς πόλεως αὐτῆς τὴν φωνὴν αὐτῆς, ἐσπούδασαν τοῦ καταβῆναι εἰς τὴν πύλην τῆς πόλεως αὐτῶν καὶ συνεκάλεσαν τοὺς πρεσβυτέρους τῆς πόλεως.
Ιουδ. 13,12                  Οταν οι άνδρες της πόλεως ήκουσαν την φωνήν της, έσπευσαν να κατεβούν εις την πύλην της πόλεώς των και εκάλεσαν τους πρεσβυτέρους της πόλεως.
Ιουδ. 13,13                  καὶ συνέδραμον πάντες ἀπὸ μικροῦ ἕως μεγάλου, ὅτι παράδοξον ἦν αὐτοῖς τὸ ἐλθεῖν αὐτήν, καὶ ἤνοιξαν τὴν πύλην καὶ ὑπεδέξαντο αὐτὰς καὶ ἅψαντες πῦρ εἰς φαῦσιν περιεκύκλωσαν αὐτάς.
Ιουδ. 13,13                  Ετρεξαν όλοι μαζή από μικρού έως μεγάλου, διότι ήτο παράδοξον και απίστευτον δι' αυτούς, το να επανέλθη εκείνη. Ηνοιξαν την πύλην και τας υπεδέχθησαν, Ανάψαντες δε φωτιάν, δια να φωτίζη, τας περιεκύκλωσαν.
Ιουδ. 13,14                  ἡ δὲ εἶπε πρὸς αὐτοὺς φωνῇ μεγάλῃ· αἰνεῖτε τὸν Θεόν, αἰνεῖτε· αἰνεῖτε τὸν Θεόν, ὃς οὐκ ἀπέστησε τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ οἴκου Ἰσραήλ, ἀλλ᾿ ἔθραυσε τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν διὰ χειρός μου ἐν τῇ νυκτὶ ταύτῃ.
Ιουδ. 13,14                  Εκείνη δε είπε προς αυτούς με φωνήν μεγάλην· “δοξολογήσατε τον Θεόν, δοξολογήσατέ τον, δοξολογείτε τον Θεόν, ο οποίος δεν απεμάκρυνε το έλεός του από το γένος των Ισραηλιτών, αλλά συνέτριψε τους εχθρούς μας με το ιδικόν μου χέρι κατά την νύκτα αυτήν”.
Ιουδ. 13,15                  καὶ προελοῦσα τὴν κεφαλὴν ἐκ τῆς πήρας ἔδειξε καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἰδοὺ ἡ κεφαλὴ Ὀλοφέρνου ἀρχιστρατήγου δυνάμεως Ἀσσούρ, καὶ ἰδοὺ τὸ κωνωπεῖον, ἐν ᾧ κατέκειτο ἐν ταῖς μέθαις αὐτοῦ· καὶ ἐπάταξεν αὐτὸν ὁ Κύριος ἐν χειρὶ θηλείας·
Ιουδ. 13,15                  Εβγαλε τότε την κεφαλήν του Ολοφέρνου από τον σάκκον των τροφίμων, την έδειξεν εις αυτούς και τους είπε· “ιδού η κεφαλή του Ολοφέρνου, του αρχιστρατήγου του στρατού των Ασσυρίων, ιδού και η κουνουπιέρα του, όπου αυτός μεθυσμένος κατέκειτο. Ο Κυριος τον εκτύπησε με το χέρι μιας γυναικός.
Ιουδ. 13,16                  καὶ ζῇ Κύριος, ὃς διεφύλαξέ με ἐν τῇ ὁδῷ μου, ᾗ ἐπορεύθην, ὅτι ἠπάτησεν αὐτὸν τὸ πρόσωπόν μου εἰς ἀπώλειαν αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἐποίησεν ἁμάρτημα μετ᾿ ἐμοῦ εἰς μίασμα καὶ αἰσχύνην.
Ιουδ. 13,16                  Εις τους αιώνας των αιώνων ζη ο Κυριος, ο οποίος με διεφύλαξεν στον δρόμον, τον οποίον εβάδισα, διότι δια του προσώπου μου εξηπάτησε τον Ολοφέρνην, ώστε αυτός να εξολοθρευθή, χωρίς να ημπορέση να αμαρτήση μαζή μου, δια να με μολύνη και κατεντροπιάση”.
Ιουδ. 13,17                  καὶ ἐξέστη πᾶς ὁ λαὸς σφόδρα καὶ κύψαντες προσεκύνησαν τῷ Θεῷ καὶ εἶπαν ὁμοθυμαδόν· εὐλογητὸς εἶ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ ἐξουδενώσας ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ σήμερον τοὺς ἐχθροὺς τοῦ λαοῦ σου.
Ιουδ. 13,17                  Ολος ο λαός κατεπλάγη πάρα πολύ και κύψαντες προσεκύνησαν τον Θεόν και με μίαν ψυχήν είπαν· “δοξασμένος είσαι συ, Κυριε ο Θεός μας, ο οποίος εξουδετέρωσες κατά την σημερινήν αυτήν ημέραν τους εχθρούς του λαού σου”.
Ιουδ. 13,18                  καὶ εἶπεν αὐτῇ Ὀζίας· εὐλογητὴ σύ, θύγατερ, τῷ Θεῷ τῷ Ὑψίστῳ παρὰ πάσας τὰς γυναῖκας τὰς ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ εὐλογημένος Κύριος ὁ Θεός, ὃς ἔκτισε τοὺς οὐρανοὺς καὶ τὴν γῆν, ὃς κατεύθυνέ σε εἰς τραῦμα κεφαλῆς ἄρχοντος ἐχθρῶν ἡμῶν·
Ιουδ. 13,18                  Ο δε Οζίας είπε προς αυτήν· “και συ ας είσαι δοξασμένη, κόρη μου, πλησίον του Θεού του Υψιστου περισσότερον από όλας τας γυναίκας που υπάρχουν εις την γην. Ευλογημένος ας είναι ο Κυριος ο Θεός μας, ο οποίος εδημιούργησε τους ουρανούς και την γην και σε κατηύθυνεν, ώστε να εξολοθρεύσης τον εχθρόν μας με καίριον τραύμα κατά της κεφαλής του.
Ιουδ. 13,19                  ὅτι οὐκ ἀποστήσεται ἡ ἐλπίς σου ἀπὸ καρδίας ἀνθρώπων μνημονευόντων ἰσχὺν Θεοῦ ἕως αἰῶνος.
Ιουδ. 13,19                  Ποτέ η εμπιστοσύνη και η ανάμνησίς του δεν θα σβήση από τας καρδίας των ανθρώπων, οι οποίοι και θα ενθυμούνται την δύναμιν αυτήν του Θεού, που εξεδηλώθη δια της χειρός σου στους αιώνας.
Ιουδ. 13,20                  καὶ ποιήσαι σοι αὐτὰ ὁ Θεὸς εἰς ὕψος αἰώνιον τοῦ ἐπισκέψασθαί σε ἐν ἀγαθοῖς, ἀνθ᾿ ὧν οὐκ ἐφείσω τῆς ψυχῆς σου διὰ τὴν ταπείνωσιν τοῦ γένους ἡμῶν, ἀλλ᾿ ἐπεξῆλθες πτώματι ἡμῶν ἐπ᾿ εὐθεῖαν πορευθεῖσα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. καὶ εἶπαν πᾶς ὁ λαός· γένοιτο, γένοιτο.
Ιουδ. 13,20                  Ο Θεός πάντοτε να σου χαρίζη δύναμι και δόξαν αιωνίαν. Να σε ευλογήση μετά αγαθά του, διότι δεν ελυπήθης να εκθέσης εις κίνδυνον την ζωήν σου προς χάριν του θλιβομένου γένους μας. Αλλά εξεδικήθης την κατάπτωσιν και τον εξευτελισμόν μας πορευθείσα την ευθείαν οδόν ενώπιον του Θεού μας”. Ολοι δε οι παριστάμενοι απήντησαν· “γένοιτο, γένοιτο”!


ΙΟΥΔΙΘ 14

Ιουδ. 14,1                    Καὶ εἶπε πρὸς αὐτοὺς Ἰουδίθ· ἀκούσατε δή μου, ἀδελφοί, καὶ λαβόντες τὴν κεφαλὴν ταύτην κρεμάσατε αὐτὴν ἐπὶ τῆς ἐπάλξεως τοῦ τείχους ὑμῶν.
Ιουδ. 14,1                    Η Ιουδίθ απήντησε προς αυτούς· “ακούσατέ μου λοιπόν τώρα, αδελφοί μου πάρετε αυτήν την κεφαλήν και κρεμάσατέ την εις τας επάλξεις του τείχους σας.
Ιουδ. 14,2                    καὶ ἔσται ἡνίκα ἂν διαφαύσῃ ὁ ὄρθρος καὶ ἐξέλθῃ ὁ ἥλιος ἐπὶ τὴν γῆν, ἀναλήψεσθε ἕκαστος τὰ σκεύη τὰ πολεμικὰ ὑμῶν καὶ ἐξελεύσεσθε πᾶς ἀνὴρ ἰσχύων ἔξω τῆς πόλεως καὶ δώσετε ἀρχηγὸν εἰς αὐτοὺς ὡς καταβαίνοντες ἐπὶ τὸ πεδίον εἰς τὴν προφυλακὴν υἱῶν Ἀσσούρ, καὶ οὐ καταβήσεσθε.
Ιουδ. 14,2                    Οταν δε αρχίση να γλυκοχαράζη ο όρθρος και αφού ανατείλη ο ήλιος εις την γην, θα πάρη ο καθένας τα πολεμικά του όπλα και θα εξορμήσετε. Καθε άνδρας πολεμιστής θα εξέλθη από την πόλιν. Θα δώσετε δε εις όλους αυτούς ένα αρχηγόν. Οταν κατεβαίνετε εις την πεδιάδα και φθάσετε εις τας προφυλακάς των Ασσυρίων, δεν θα προχωρήσετε περισσότεροι.
Ιουδ. 14,3                    καὶ ἀναλαβόντες οὗτοι τὰς πανοπλίας αὐτῶν πορεύσονται εἰς τὴν παρεμβολὴν αὐτῶν καὶ ἐγεροῦσι τοὺς στρατηγοὺς τῆς δυνάμεως Ἀσσούρ· καὶ συνδραμοῦνται ἐπὶ τὴν σκηνὴν Ὀλοφέρνου καὶ οὐχ εὑρήσουσιν αὐτόν, καὶ ἐπιπεσεῖται ἐπ᾿ αὐτουὒς φόβος, καὶ φεύξονται ἀπὸ προσώπου ὑμῶν.
Ιουδ. 14,3                    Οι φύλακες των προφυλακών θα πάρουν τας πανοπλίας των και θα πορευθούν στο στρατόπεδόν των, θα εξυπνήσουν τους κοιμωμένους στρατηγούς του στρατού των Ασσυρίων. Αυτοί δε κατόπιν θα τρέξουν όλοι εις την σκηνήν του Ολοφέρνου, αλλά δεν θα τον εύρουν. Θα πέση εις αυτούς φόβος και θα τραπούν εις φυγήν από έμπροσθέν σας.
Ιουδ. 14,4                    καὶ ἐπακολουθήσαντες ὑμεῖς καὶ πάντες οἱ κατοικοῦντες πᾶν ὅριον Ἰσραήλ, καταστρώσατε αὐτοὺς ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτῶν.
Ιουδ. 14,4                    Σεις και όλοι οι κάτοικοι ολοκλήρου της χώρας του Ισραήλ θα τους καταδιώξετε και θα τους στρώσετε νεκρούς στον δρόμον των.
Ιουδ. 14,5                    πρὸ δὲ τοῦ ποιῆσαι ταῦτα, καλέσατέ μοι Ἀχιὼρ τὸν Ἀμανίτην, ἵνα ἰδὼν ἐπιγνῷ τὸν ἐκφαυλίσαντα τὸν οἶκον τοῦ Ἰσραὴλ καὶ αὐτὸν ὡς εἰς θάνατον ἀποστείλαντα εἰς ἡμᾶς.
Ιουδ. 14,5                    Πριν όμως αναλάβετε αυτήν την επιχείρησιν, καλέσατε εδώ τον Αχιώρ τον Αμανίτην, δια να ίδη ο ίδιος και αναγνωρίση την κεφαλήν εκείνου, ο οποίος κατεφρόνησε τυν ισραηλιτικόν λαόν, κατεφρόνησε δε και αυτόν τον ίδιον, τον οποίον έστειλε προς ημάς, ως προς βέβαιον θάνατον”.
Ιουδ. 14,6                    καὶ ἐκάλεσαν τὸν Ἀχιὼρ ἐκ τοῦ οἴκου Ὀζία· ὡς δὲ ἦλθε καὶ εἶδε τὴν κεφαλὴν Ὀλοφέρνου ἐν χειρὶ ἀνδρὸς ἑνὸς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ τοῦ λαοῦ, ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον, καὶ ἐξελύθη τὸ πνεῦμα αὐτοῦ.
Ιουδ. 14,6                    Εκάλεσαν πράγματι, τον Αχιώρ από την οικίαν του Οζία. Οταν αυτός ήλθε και είδε την κεφαλήν του Ολοφέρνου εις τα χέρια ενός ανδρός από το συγκεντρωθέν πλήθος, κατελήφθη από ισχυροτάτην συγκίνησιν, έπεσε κάτω με το πρόσωπον κατά γης και ελιποθύμησε.
Ιουδ. 14,7                    ὡς δὲ ἀνέλαβον αὐτόν, προσέπεσε τοῖς ποσὶν Ἰουδὶθ καὶ προσεκύνησε τῷ προσώπῳ αὐτῆς καὶ εἶπεν· εὐλογημένη σὺ ἐν παντὶ σκηνώματι Ἰούδα καὶ ἐν παντὶ ἔθνει, οἵτινες ἀκούσαντες τὸ ὄνομά σου ταραχθήσονται·
Ιουδ. 14,7                    Οταν δε τον επανέφεραν εις τας αισθήσστου, έπεσεν εις τα πόδια της Ιουδίθ, προσεκύνησεν ενώπιόν της και είπε· “ευλογημένη συ θα είσαι εις όλην την περιοχήν της φυλής Ιούδα και εις κάθε έθνος. Ούτοι θα ακούουν το όνομά σου και θα καταλαμβάνωνται από ταραχήν.
Ιουδ. 14,8                    καὶ νῦν ἀνάγγειλόν μοι ὅσα ἐποίσας ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις. καὶ ἀπήγγειλεν αὐτῷ Ἰουδὶθ ἐν μέσῳ τοῦ λαοῦ πάντα, ὅσα ἦν πεποιηκυῖα, ἀφ᾿ ἧς ἡμέρας ἐξῆλθεν ἕως οὗ ἐλάλει αὐτοῖς.
Ιουδ. 14,8                    Και τώρα, σε παρακαλώ, πές μας όσα έκαμες κατά τας ημέρας αυτάς”. Η Ιουδίθ ανήγγειλεν εις αυτόν εν μέσω του λαού όλα όσα είχε πράξει, από την ημέραν κατά την οποίαν εξήλθεν από την πόλιν μέχρι της ώρας που ωμιλούσε προς αυτούς.
Ιουδ. 14,9                    ὡς δὲ ἐπαύσατο λαλοῦσα, ἠλάλαξεν ὁ λαὸς φωνῇ μεγάλῃ καὶ ἔδωκε φωνὴν εὐφρόσυνον ἐν τῇ πόλει αὐτῶν.
Ιουδ. 14,9                    Οταν δε έπαυσεν αυτή να ομιλή, όλον το παριστάμενον πλήθος εξερράγη εις αλαλαγμούς και φωνάς μεγάλας, αι δε φωναί αυταί ήσαν φωναί χαράς και αγαλλιάσεως εις όλην την πόλιν των.
Ιουδ. 14,10                  ἰδὼν δὲ Ἀχιὼρ πάντα, ὅσα ἐποίησεν ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραήλ, ἐπίστευσε τῷ Θεῷ σφόδρα καὶ περιετέμετο τὴν σάρκα τῆς ἀκροβυστίας αὐτοῦ καὶ προσετέθη πρὸς τὸν οἶκον Ἰσραὴλ ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης.
Ιουδ. 14,10                  Ο δε Αχιώρ, όταν είδε και άκουσεν όλα όσα έκαμεν ο Θεός του Ισραήλ, επίστευσεν ακόμη περισσότερον στον Θεόν, περιέταμε την σαρκίνην αυτού ακροβυστίαν και συγκατεριθμήθη στον ισραηλιτικόν λαόν μέχρι της ημέρας αυτής.
Ιουδ. 14,11                  Ἡνίκα δὲ ὁ ὄρθρος ἀνέβη, καὶ ἐκρέμασαν τὴν κεφαλὴν Ὀλοφέρνου ἐκ τοῦ τείχους, καὶ ἀνέλαβε πᾶς ἀνὴρ Ἰσραὴλ τὰ ὅπλα αὐτοῦ καὶ ἐξήλθοσαν κατὰ σπείρας ἐπὶ τὰς ἀναβάσεις τοῦ ὄρους.
Ιουδ. 14,11                  Οταν δε εφώτισεν ο όρθρος, εκρέμασαν την κεφαλήν του Ολοφέρνου από το τείχος της πόλεως. Καθε δε Ισραηλίτης επήρε τα όπλα του και εξήλθαν από την πόλιν συντεταγμένοι κατά τμήματα στρατού και εβάδιζαν εις τας στενωπούς διαβάσστου όρους.
Ιουδ. 14,12                  οἱ δὲ υἱοὶ Ἀσσοὺρ ὡς εἶδον αὐτούς, διέπεμψαν ἐπὶ τοὺς ἡγουμένους αὐτῶν· οἱ δὲ ἦλθον ἐπὶ στρατηγοὺς καὶ χιλιάρχους καὶ ἐπὶ πάντα ἄρχοντα αὐτῶν.
Ιουδ. 14,12                  Αι προφυλακαί των Ασσυρίων στρατιωτών, όταν τους είδαν, έστειλαν αμέσως άνδρας αγγελιαφόρους στους αρχηγούς των. Εκείνοι μετέβησαν στους στρατηγούς και στους χιλιάρχους και εις όλους τους άλλους άρχοντας.
Ιουδ. 14,13                  καὶ παρεγένοντο ἐπὶ τὴν σκηνὴν Ὀλοφέρνου καὶ εἶπαν τῷ ὄντι ἐπὶ πάντων τῶν αὐτοῦ· ἔγειρον δὴ τὸν κύριον ἡμῶν, ὅτι ἐτόλμησαν οἱ δοῦλοι καταβαίνειν ἐφ᾿ ἡμᾶς εἰς πόλεμον, ἵνα ἐξολοθρευθῶσιν εἰς τέλος.
Ιουδ. 14,13                  Ολοι αυτοί οι αξιωματούχοι ήλθαν εις την σκηνήν του Ολοφέρνου και είπαν στον επιτελάρχην του· “ξύπνησε, λοιπόν, τώρα τον κύριόν μας, διότι αυτοί οι δούλοι οι Ισραηλίται ετόλμησαν να κατέλθουν εναντίον μας εις πόλεμον. Ηλθεν ο καιρός να εξολοθρευθούν εξ ολοκλήρου”.
Ιουδ. 14,14                  καὶ εἰσῆλθε Βαγώας καὶ ἔκρουσε τὴν αὐλαίαν τῆς σκηνῆς· ὑπενοεῖτο γὰρ καθεύδειν αὐτὸν μετὰ Ἰουδίθ·
Ιουδ. 14,14                  Εισήλθε λοιπόν ο Βαγώας και έκρουσε το παραπέτασμα της σκηνής, διότι ενόμιζεν ότι ο Ολοφέρνης κοιμάται ακόμη με την Ιουδίθ.
Ιουδ. 14,15                  ὡς δὲ οὐδεὶς ἐπήκουσε, διαστείλας εἰσῆλθεν εἰς τὸν κοιτῶνα καὶ εὗρεν αὐτὸν ἐπὶ τῆς χελωνίδος ἐῤῥιμμένον νεκρόν, καὶ ἡ κεφαλὴ αὐτοῦ ἀφῄρετο ἀπ᾿ αὐτοῦ.
Ιουδ. 14,15                  Επειδή όμως κανείς δεν απήντησεν εις την κρούσιν του, ανέσυρε το παραπέτασμα της σκηνής, εισήλθεν στον κοιτώνα και ευρήκεν αυτόν νεκρόν ριγμένον εις τα πόδια της κλίνης του. Η κεφαλή του είχε κοπή και αφαιρεθή από αυτόν.
Ιουδ. 14,16                  καὶ ἐβόησε φωνῇ μεγάλῃ μετὰ κλαυθμοῦ καὶ στεναγμοῦ καὶ βοῆς ἰσχυρᾶς καὶ διέῤῥηξε τὰ ἱμάτια αὐτοῦ.
Ιουδ. 14,16                  Τοτε ο Βαγώας εφώναξε με μεγάλην φωνήν και με κλαυθμόν πολύν και στεναγμόν και ισχυράν βοήν και διέρρηξε τα ιμάτια του.
Ιουδ. 14,17                  καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὴν σκηνήν, οὗ ἦν Ἰουδὶθ καταλύουσα, καὶ οὐχ εὗρεν αὐτήν· καὶ ἐξεπήδησεν εἰς τὸν λαὸν κράζων·
Ιουδ. 14,17                  Εισήλθε δε κατόπιν εις την σκηνήν, όπου κατέλυεν η Ιουδίθ, αλλά δεν την ευρήκεν. Ετρεξεν έπειτα στον λαόν των Ασσυρίων κράζων·
Ιουδ. 14,18                  ἠθέτησαν οἱ δοῦλοι, ἐποίησεν αἰσχύνην μία γυνὴ τῶν Ἑβραίων εἰς τὸν οἶκον τοῦ βασιλέως Ναβουχοδονόσορ· ὅτι ἰδοὺ Ὀλοφέρνης χαμαί, καὶ ἡ κεφαλὴ οὐκ ἔστιν ἐπ᾿ αὐτῷ.
Ιουδ. 14,18                  “οι δούλοι οι Ισραλίται μας εξηπάτησαν· μία γυνή των Εβραίων κατεντρόπιασε τον οίκον του βασιλέως Ναδουχοδονόσορ. Διότι ιδού, ο Ολοφέρνης κείται κατά γης νεκρός και η κεφαλή του δεν υπάρχει πλέον στο σώμα του”.
Ιουδ. 14,19                  ὡς δὲ ἤκουσαν ταῦτα τὰ ῥήματα οἱ ἄρχοντες τῆς δυνάμεως Ἀσσούρ, τοὺς χιτῶνας αὐτῶν διέῤῥηξαν, καὶ ἐταράχθη ἡ ψυχὴ αὐτῶν σφόδρα, καὶ ἐγένετο αὐτῶν κραυγὴ καὶ βοὴ μεγάλη σφόδρα ἐν μέσῳ τῆς παρεμβολῆς.
Ιουδ. 14,19                  Οταν οι αρχηγοί του στρατού των Ασσυρίων ήκουσαν όλα αυτά, διέρρηξαν τα ιμάτιά των η δε ψυχή των κατεταράχθη πάρα πολύ. Μεγάλη δε βοή και κραυγή καταθλίψεως αλλά και φόβου έγινεν εις όλον το στρατόπεδόν των.




ΙΟΥΔΙΘ 15

Ιουδ. 15,1                    Καὶ ὡς ἤκουσαν οἱ ἐν τοῖς σκηνώμασιν ὄντες, ἐξέστησαν ἐπὶ τὸ γεγονός,
Ιουδ. 15,1                    Οταν οι Ασσυριοι, που ευρίσκοντο εις τας σκηνάς των, ήκουσαν την τρομεράν αυτήν είδησιν, κατεπλάγησαν δια το γεγονός.
Ιουδ. 15,2                    καὶ ἐπέπεσεν ἐπ᾿ αὐτοὺς φόβος καὶ τρόμος, καὶ οὐκ ἦν ἄνθρωπος μένων κατὰ πρόσωπον τοῦ πλησίον ἔτι, ἀλλ᾿ ἐκχυθέντες ὁμοθυμαδὸν ἔφευγον ἐπὶ πᾶσαν ὁδὸν τοῦ πεδίου καὶ τῆς ὀρεινῆς·
Ιουδ. 15,2                    Επέπεσεν εις αυτούς φόβος και τρόμος, κανείς δεν έμεινε πλησίον του άλλου εις συντεταγμένας ομάδας, αλλά διεσκορπίσθησαν όλοι μαζή και έφευγαν προς διαφόρους κατευθύνσεις εις την πεδιάδα και εις την ορεινήν περιοχήν.
Ιουδ. 15,3                    καὶ οἱ παρεμβεβληκότες ἐν τῇ ὀρεινῇ κύκλῳ Βαιτυλούα καὶ ἐτράπησαν εἰς φυγήν. καὶ τότε οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ, πᾶς ἀνὴρ πολεμιστὴς ἐξ αὐτῶν, ἐξεχύθησαν ἐπ᾿ αὐτούς.
Ιουδ. 15,3                    Και εκείνοι οι οποίοι είχαν στρατοπεδεύσει εις την ορεινήν περιοχήν κύκλω από την Βαιτυλούα ετράπησαν εις φυγήν. Τοτε δε οι Ισραηλίται, όλοι οι Ισραηλίται οι ικανοί προς πόλεμον, εξεχύθησαν εναντίον των Ασσυρίων.
Ιουδ. 15,4                    καὶ ἀπέστειλεν Ὀζίας εἰς Βαιτομασθαὶμ καὶ Βηβαΐ καὶ Κωλὰ καὶ εἰς πᾶν ὅριον Ἰσραὴλ τοὺς ἀπαγγέλλοντας ὑπὲρ τῶν συντετελεσμένων καὶ ἵνα πάντες ἐπεκχυθῶσι τοῖς πολεμίοις εἰς τὴν ἀναίρεσιν αὐτῶν.
Ιουδ. 15,4                    Ο Οζίας έστειλεν αγγελιαφόρους εις Βαιτομασθαίμ, Βηβαΐ και Κωλά και εις όλην την περιοχήν του ισραηλιτικού λαού, δια να αναγγείλουν εις αυτούς τα γεγονότα, τα οποία είχαν συντελεσθή εκεί και δια να εκχυθούν όλοι εναντίον των πολεμίων εις πλήρη καταστροφήν των.
Ιουδ. 15,5                    ὡς δὲ ἤκουσαν οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ, πάντες ὁμοθυμαδὸν ἐπέπεσον ἐπ᾿ αὐτοὺς καὶ ἔκοπτον αὐτοὺς ἕως Χωβά, ὡσαύτως δὲ καὶ οἱ ἐξ Ἱερουσαλὴμ παρεγενήθησαν καὶ ἐκ πάσης τῆς ὀρεινῆς, ἀνήγγειλαν γὰρ αὐτοῖς τὰ γεγονότα τῇ παρεμβολῇ τῶν ἐχθρῶν αὐτῶν· καὶ οἱ ἐν Γαλαὰδ καὶ οἱ ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ ὑπερεκέρασαν αὐτοὺς πληγῇ μεγάλῃ, ἕως οὗ παρῆλθον Δαμασκὸν καὶ τὰ ὅρια αὐτῆς.
Ιουδ. 15,5                    Οταν οι Ισραηλίται ήκουσαν τα γεγονότα αυτά, ώρμησαν όλοι μαζή εναντίον των Ασσυρίων με μίαν ψυχήν και κατέκοπτον αυτούς μέχρι της Χωβά. Εβγήκαν επίσης εις καταδίωξιν των Ασσυρίων και άνδρες από την Ιερουσαλήμ και από όλην την ορεινήν περιοχήν, διότι και εις αυτούς είχαν αναγγελθή τα γεγονότα, τα οποία συνέβησαν στο στρατόπεδον των εχθρών. Οι δε Ισραηλίται, οι οποίοι υπήρχον εις την περιοχήν Γαλαάδ και εις την Γαλιλαίαν, περιεκύκλωσαν τους φεύγοντας Ασσυρίους και επέφεραν μεγάλην καταστροφήν εις αυτούς. Κατεδίωξαν δε όσους εσώθησαν δια της φυγής μέχρι της Δαμασκού και των περιχώρων της.
Ιουδ. 15,6                    οἱ δὲ λοιποὶ οἱ κατοικοῦντες Βαιτυλούα ἐπέπεσαν τῇ παρεμβολῇ Ἀσσοὺρ καὶ ἐπρονόμευσαν αὐτοὺς καὶ ἐπλούτησαν σφόδρα.
Ιουδ. 15,6                    Οι υπόλοιποι κάτοικοι της Βαιτυλούα ώρμησαν στο στρατόπεδον των Ασσυρίων, το ελεηλάτησαν και επλούτησαν πολύ από τα πολλά λάφυρα.
Ιουδ. 15,7                    οἱ δὲ υἱοὶ Ἰσραὴλ ἀναστρέψαντες ἀπὸ τῆς κοπῆς ἐκυρίευσαν τῶν λοιπῶν, καὶ αἱ κῶμαι καὶ αἱ ἐπαύλεις ἐν τῇ ὀρεινῇ καὶ πεδινῇ ἐκράτησαν πολλῶν λαφύρων, ἦν γὰρ πλῆθος πολὺ σφόδρα.
Ιουδ. 15,7                    Οι καταδιώκοντες τους Ασσυριους Ισραηλίται, όταν επέστρεψαν από τον όλεθρον εκείνον, επήραν υπό την κατοχήν των τα υπόλοιπα λάφυρα. Αλλά και οι κάτοικοι των χωρίων και των διαφόρων καταυλισμών της ορεινής και πεδινής περιοχής επήραν πολλά λάφυρα, διότι ήτο αναρίθμητον το πλήθος των.
Ιουδ. 15,8                    καὶ Ἰωακὶμ ὁ ἱερεὺς ὁ μέγας καὶ ἡ γερουσία τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ οἱ κατοικοῦντες ἐν Ἱερουσαλὴμ ἦλθον τοῦ θεάσασθαι τὰ ἀγαθά, ἃ ἐποίησε Κύριος τῷ Ἰσραήλ, καὶ τοῦ ἰδεῖν τὴν Ἰουδὶθ καὶ λαλῆσαι μετ᾿ αὐτῆς εἰρήνην.
Ιουδ. 15,8                    Ο αρχιερεύς Ιωακίμ και η γερουσία των Ισραηλιτών, οι οποίοι κοποικούσαν εις την Ιερουσαλήμ, ήλθον και αυτοί εις Βαιτυλούα, διάνα ίδουν εκεί τα μεγάλα αγαθά, τα οποία προς χάριν του ισραηλιτικού λαού έκαμεν ο Κυριος, δια να ίδουν επίσης την Ιουδίθ και να χαιρετήσουν αυτήν μετά σεβασμού.
Ιουδ. 15,9                    ὡς δὲ εἰσῆλθον πρὸς αὐτήν, εὐλόγησαν αὐτὴν πάντες ὁμοθυμαδὸν καὶ εἶπαν πρὸς αὐτήν· σὺ ὕψωμα Ἰσραήλ, σὺ γαυρίαμα μέγα τοῦ Ἰσραήλ, σὺ καύχημα μέγα τοῦ γένους ἡμῶν·
Ιουδ. 15,9                    Οταν αυτοί ήλθον στον οίκον της και παρουσιάσθησαν ενώπιόν της, την εδόξασαν όλοι με ένα στόμα και είπαν προς αυτήν· “συ είσαι η δόξα της φυλής του Ισραήλ· συ είσαι ο μέγας έπαινος του Ισραηλιτικού λαού· συ είσαι το μεγάλο καύχημα του γένους μας.
Ιουδ. 15,10                  ἐποίησας πάντα ταῦτα ἐν χειρί σου, ἐποίησας τὰ ἀγαθὰ μετὰ Ἰσραήλ, καὶ εὐδόκησεν ἐπ᾿ αὐτοῖς ὁ Θεός· εὐλογημένη γίνου παρὰ τῷ παντοκράτορι Κυρίῳ εἰς τὸν αἰῶνα χρόνον. καὶ εἶπε ὁ λαός· γένοιτο
Ιουδ. 15,10                  Συ έκαμες όλα αυτά με το χέρι σου, συ επραγματοποίησες τα κατορθώματα αυτά εν μέσω του Ισραήλ. Ο Θεός ευδόκησε και έδωκε χάριν να γίνουν δια σου αυτά. Ευλογημένη λοιπόν ας είσαι ενώπιον του Κυρίου του παντοκράτορος στους αιώνας των αιώνων”. Ολος δε ο λαός ανεφώνησε· “γένοιτο”!
Ιουδ. 15,11                  καὶ ἐλαφύρευσε πᾶς ὁ λαὸς τὴν παρεμβολὴν ἐφ᾿ ἡμέρας τριάκοντα· καὶ ἔδωκαν τῇ Ἰουδὶθ τὴν σκηνὴν Ὀλοφέρνου καὶ πάντα τὰ ἀργυρώματα καὶ τὰς κλίνας καὶ τὰ ὅλκια καὶ πάντα τὰ σκευάσματα αὐτοῦ. καὶ λαβοῦσα αὕτη ἐπέθηκεν ἐπὶ τὴν ἡμίονον αὐτῆς καὶ ἔζευξε τὰς ἁμάξας αὐτῆς καὶ ἐσώρευσεν αὐτὰ ἐπ᾿ αὐτῶν.
Ιουδ. 15,11                  Ολος ο λαός ελεηλατούσε το στρατόπεδον των Ασσυρίων, επί τριάκοντα κατά συνέχειαν ημέρας. Εδωσαν δε εις την Ιουδίθ την σκηνήν του Ολοφέρνου, όλα τα πολύτιμα αυτού σκεύη και τας κλίνας, τα φουσκωτά μαλακά προσκέφαλα και όλα τα ιδικά του αντικείμενα. Εκείνη τα επήρε, τα έβαλε εις την ημίονόν της, έζευξε τας αμάξας της και τα ετοποθέτησεν εις αυτάς.
Ιουδ. 15,12                  καὶ συνέδραμε πᾶσα γυνὴ Ἰσραὴλ τοῦ ἰδεῖν αὐτὴν καὶ εὐλόγησαν αὐτὴν καὶ ἐποίησαν αὐτῇ χορὸν ἐξ αὐτῶν, καὶ ἔλαβε θύρσους ἐν ταῖς χερσὶν αὐτῆς καὶ ἔδωκε ταῖς γυναιξὶ ταῖς μετ᾿ αὐτῆς.
Ιουδ. 15,12                  Ολαι αι γυναίκες των Ισραηλιτών έτρεξαν από τα διάφορα σημεία να την ίδουν. Την ευλογούσαν και προς τιμήν της έστησαν χορόν μεταξύ των. Η Ιουδίθ επήρεν εις τα χέρια της κλάδους και έδωκεν εις τας γυναίκας, αι οποίαι ευρίσκοντο πλησίον της.
Ιουδ. 15,13                  καὶ ἐστεφανώσαντο τὴν ἐλαίαν, αὐτὴ καὶ αἱ μετ᾿ αὐτῆς, καὶ προῆλθε παντὸς τοῦ λαοῦ ἐν χορείᾳ ἡγουμένη πασῶν τῶν γυναικῶν, καὶ ἠκολούθει πᾶς ἀνὴρ Ἰσραὴλ ἐνωπλισμένοι μετὰ στεφάνων καὶ ὕμνων ἐν τῷ στόματι αὐτῶν.
Ιουδ. 15,13                  Με κλάδους δε ελαίας εστεφανώθησαν η Ιουδίθ και αι άλλαι γυναίκες, αι οποίαι ήσαν μαζή της. Ετσι δε η Ιουδίθ επροπορεύετο εμπρός από όλον τον λαόν, ενώ αι άλλαι γυναίκες ήρχοντο πίσω από αυτήν. Πισω δε από όλας αυτάς ακολουθούσαν οι άνδρες του Ισραήλ, φέροντες στεφάνους εις την κεφαλήν των και απαγγέλλοντες με το στόμα των ύμνους.
Ιουδ. 15,14                  καὶ ἐξῆρχεν Ἰουδὶθ τὴν ἐξομολόγησιν ταύτην ἐν παντὶ Ἰσραήλ, καὶ ὑπεφώνει πᾶς ὁ λαὸς τὴν αἴνεσιν ταύτην.
Ιουδ. 15,14                  Η Ιουδίθ ήρχισε τον κατωτέρω ύμνον δοξολογίας με όλον τον ισραηλιτικόν λαόν. Ολόκληρος ο Ισραηλιτικός λαός συνώδευε με την φωνήν του την δοξολογίαν αυτήν της Ιουδίθ.


ΙΟΥΔΙΘ 16

Ιουδ. 16,1                    Καὶ εἶπεν Ἰουδίθ· Ἐξάρχετε τῷ Θεῷ μου ἐν τυμπάνοις, ᾄσατε τῷ Κυρίῳ μου ἐν κυμβάλοις, ἐναρμόσασθε αὐτῷ ψαλμὸν καινόν, ὑψοῦτε καὶ ἐπικαλέσασθε τὸ ὄνομα αὐτοῦ,
Ιουδ. 16,1                    Ηρχισεν η Ιουδίθ να ψάλλη. “Αρχίσατε, λοιπόν, όλοι να δοξάζετε τον Θεόν μου με ήχους τυμπάνων. Ψαλατε στον Κυριον μου με κύμβαλα, συνθέσατε αρμονικόν νέον ψαλμόν δι' αυτόν. Μεγαλύνατε αυτόν και επικαλεσθήτε το όνομά του.
Ιουδ. 16,2                    ὅτι Θεὸς συντρίβων πολέμους Κύριος, ὅτι εἰς παρεμβολὰς αὐτοῦ μέσῳ λαοῦ ἐξείλατό με ἐκ χειρὸς τῶν καταδιωκόντων με.
Ιουδ. 16,2                    Διότι αυτός είναι Θεός Κυριος συντρίβων πολέμους. Αυτός με διεφύλαξεν εν μέσω του εχθρικού στρατοπέδου, αυτός με έβγαλεν από τον εχθρικόν λαόν, από τα χέρια εκείνων που μας κατεδίωκαν.
Ιουδ. 16,3                    ἦλθεν Ἀσσοὺρ ἐξ ὀρέων ἀπὸ βοῤῥᾶ, ἦλθεν ἐν μυριάσι δυνάμεως αὐτοῦ, ὧν τὸ πλῆθος αὐτῶν ἐνέφραξε χειμάῤῥους, καὶ ἡ ἵππος αὐτῶν ἐκάλυψε βουνούς.
Ιουδ. 16,3                    Ηλθον οι Ασσύριοι από τα όρη του βορρά. Ηλθαν με μυριάδας στρατού. Το πλήθος αυτών εγέμισε τους χειμάρρους, το δε ιππικόν των εσκέπασε τα βουνά.
Ιουδ. 16,4                    εἶπεν ἐμπρήσειν τὰ ὅριά μου καὶ τοὺς νεανίσκους μου ἀνελεῖν ἐν ῥομφαίᾳ καὶ τὰ θηλάζοντά μου θήσειν εἰς ἔδαφος καὶ τὰ νήπιά μου δώσειν εἰς προνομὴν καὶ τὰς παρθένους μου σκυλεῦσαι.
Ιουδ. 16,4                    Εσκέφθησαν και απεφάσισαν να πυρπολήσουν την χώραν μου καθ' όλην την έκτασίν της. Να περάσουν εν στόματι ρομφαίας τους νέους του Ισραήλ, να συντρίψουν επί του εδάφους τα θηλάζοντα νήπια, να παραδώσουν εις λεηλασίαν τα μικρά παιδιά και να πάρουν ως δούλας των τας παρθένους μας.
Ιουδ. 16,5                    Κύριος παντοκράτωρ ἠθέτησεν αὐτοὺς ἐν χειρὶ θηλείας.
Ιουδ. 16,5                    Ο Κυριος όμως ο παντοκράτωρ εματαίωσε και διέλυσεν αυτούς και τους σκοπούς των με το χέρι μιας γυναικός.
Ιουδ. 16,6                    οὐ γὰρ ὑπέπεσεν ὁ δυνατὸς αὐτῶν ὑπὸ νεανίσκων, οὐδὲ υἱοὶ τιτάνων ἐπάταξαν αὐτόν, οὐδὲ ὑψηλοὶ γίγαντες ἐπέθεντο αὐτῷ, ἀλλὰ Ἰουδὶθ θυγάτηρ Μεραρὶ ἐν κάλλει προσώπου αὐτῆς παρέλυσεν αὐτόν·
Ιουδ. 16,6                    Διότι ο στρατηγός των δεν έπεσε φονευθείς από νέους άνδρας, ούτε τέκνα των τιτάνων τον εφόνευσαν, ούτε τρομεροί γίγαντες επετέθησαν εναντίον αυτού. Αλλά η Ιουδίθ μόνη, η θυγάτηρ του Μεραρί παρέλυσεν αυτόν με το κάλλος του προσώπου της.
Ιουδ. 16,7                    ἐξεδύσατο γὰρ στολὴν χηρεύσεως αὐτῆς εἰς ὕψος τῶν πονούντων ἐν Ἰσραήλ, ἠλείψατο τὸ πρόσωπον αὐτῆς ἐν μυρισμῷ
Ιουδ. 16,7                    Αυτή έβγαλε την στολήν της χηρείας της, δια να συνεργήση εις την νίκην των καταπονημένων και θλιμμένων Ισραηλιτών. Ηλειψε το πρόσωπόν της με ευώδη μύρα,
Ιουδ. 16,8                    καὶ ἐδήσατο τὰς τρίχας αὐτῆς ἐν μίτρᾳ καὶ ἔλαβε στολὴν λινῆν εἰς ἀπάτην αὐτοῦ·
Ιουδ. 16,8                    έπλεξε τας τρίχας της κεφαλής της και έδεσεν αυτάς με πολύτιμον μανδήλιον, ενεδύθη ακριβή λινήν στολήν, δια να τον εξαπατήση.
Ιουδ. 16,9                    τὸ σανδάλιον αὐτῆς ἥρπασεν ὀφθαλμὸν αὐτοῦ, καὶ τὸ κάλλος αὐτῆς ᾐχμαλώτισε ψυχὴν αὐτοῦ, διῆλθεν ὁ ἀκινάκης τὸν τράχηλον αὐτοῦ.
Ιουδ. 16,9                    Το σανδάλιόν της είλκυσε και ήρπασε τον οφθαλμόν του, το κάλλος της ηχμαλώτισε την ψυχήν του, αλλά το ξίφος διεπέρασε τον τράχηλόν του.
Ιουδ. 16,10                  ἔφριξαν Πέρσαι τὴν τόλμαν αὐτῆς, καὶ Μῆδοι τὸ θράσος αὐτῆς ἐῤῥάχθησαν.
Ιουδ. 16,10                  Εφριξαν οι Πέρσαι από την τόλμην αυτής και οι Μηδοι συνετρίβησαν από το μεγάλο της θάρρος.
Ιουδ. 16,11                  τότε ἠλάλαξαν οἱ ταπεινοί μου, καὶ ἐφοβήθησαν οἱ ἀσθενοῦντές μου καὶ ἐπτοήθησαν, ὕψωσαν τὴν φωνὴν αὐτῶν καὶ ἀνετράπησαν.
Ιουδ. 16,11                  Τοτε έβγαλαν αλαλαγμούς χαράς οι ταπεινωμένοι και τρομαγμένοι αδελφοί μου. Εκείνοι δε ησθένησαν, κατελήφθησαν από φόβον και κατεπτοήθησαν. Εφώναξαν με μεγάλην φωνήν οι Ισραηλίται, εκείνοι δε ετράπησαν εις φυγήν.
Ιουδ. 16,12                  υἱοὶ κορασίων κατεκέντησαν αὐτοὺς καὶ ὡς παῖδας αὐτομολούντων ἐτίτρωσκον αὐτούς, ἀπώλοντο ἐκ παρατάξεως Κυρίου μου.
Ιουδ. 16,12                  Μικρά παιδιά νεονύμφων κορασίων διετρύπησαν αυτούς με τας λόγχας των, και σαν δούλους αυτοπαραδιδομένους τους εφόνευαν. Εξωλοθρεύθησαν από τον στρατόν του Κυρίου.
Ιουδ. 16,13                  ὑμνήσω τῷ Θεῷ μου ὕμνον καινόν· Κύριε, μέγας εἶ καὶ ἔνδοξος, θαυμαστὸς ἐν ἰσχύϊ, ἀνυπέρβλητος.
Ιουδ. 16,13                  Δι' όλα αυτά τα θαυμαστά και ένδοξα θέλω να ψάλω ύμνον νέον στον Θεόν μου· Μέγας είσαι, Κυριε, και ένδοξος, θαυμαστός εις την άπειρον δύναμίν σου και ακατάβλητος.
Ιουδ. 16,14                  σοὶ δουλευσάτω πᾶσα ἡ κτίσις σου· ὅτι εἶπας, καὶ ἐγενήθησαν, ἀπέστειλας τὸ πνεῦμά σου, καὶ ᾠκοδόμησε· καὶ οὐκ ἔστιν ὃς ἀντιστήσεται τῇ φωνῇ σου.
Ιουδ. 16,14                  Ολη η δημιουργία σου, σαν δούλη, ας υπακούη χωρίς αντίρρησιν εις σέ. Διότι συ είπες και εδημιουργήθησαν τα κτίσματά σου. Συ έστειλες το Πνεύμα σου και αυτό έκτισε τον κόσμον. Κανείς δεν είναι δυνατόν να αντισταθή εις την προσταγήν σου.
Ιουδ. 16,15                  ὄρη γὰρ ἐκ θεμελίων σὺν ὕδασι σαλευθήσεται, πέτραι δὲ ἀπὸ προσώπου σου ὡς κηρὸς τακήσονται, ἔτι δὲ τοῖς φοβουμένοις σε, σὺ εὐιλατεύεις αὐτοῖς.
Ιουδ. 16,15                  Τα όρη συνταράσσονται από τα θεμέλιά των μαζή με τα ύδατά των, οι βράχοι λυώνουν σαν κερί και διαλύονται ενώπιόν σου. Προς εκείνους όμως οι οποίοι σε ευλαβούνται, συ δείχνεις και δίδστο έλεός σου.
Ιουδ. 16,16                  ὅτι μικρὸν πᾶσα θυσία εἰς ὀσμὴν εὐωδίας, καὶ ἐλάχιστον πᾶν στέαρ εἰς ὁλοκαύτωμά σοι· ὁ δὲ φοβούμενος τὸν Κύριον μέγας διαπαντός.
Ιουδ. 16,16                  Μηδαμινή είναι κάθε θυσία, που προσφέρεται ενώπιόν σου ως ευώδες θυμίαμα. Ελάχιστον και ανάξιον λόγου είναι ενώπιόν σου κάθε λίπος, που προσφέρεται ως ολοκαύτωμα. Εκείνος όμως, ο οποίος φοβείται τον Κυριον, είναι με την δύναμιν εκείνου πάντοτε μέγας.
Ιουδ. 16,17                  οὐαὶ ἔθνεσιν ἐπανισταμένοις τῷ γένει μου· Κύριος παντοκράτωρ ἐκδικήσει αὐτοὺς ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως δοῦναι πῦρ καὶ σκώληκας εἰς σάρκας αὐτῶν, καὶ κλαύσονται ἐν αἰσθήσει ἕως αἰῶνος.
Ιουδ. 16,17                  Αλλοίμονον εις τα έθνη, τα οποία επαναστατούν εναντίον του Ισραηλιτικού μου γένους. Κυριος ο παντοκράτωρ θα τους τιμωρήση κατά την ωρισμένην ημέραν της κρίσεώς του. Θα στείλη πυρ να τους κατακαύση, θα στείλη σκώληκας να καταφάγουν τας σάρκας των, ώστε να κλαίουν πάντοτε από τον πόνον του”.
Ιουδ. 16,18                  Ὡς δὲ ἤλθοσαν εἰς Ἱερουσαλήμ, προσεκύνησαν τῷ Θεῷ. καὶ ἡνίκα ἐκαθαρίσθη ὁ λαός, ἀνήνεγκαν τὰ ὁλοκαυτώματα αὐτῶν καὶ τὰ ἑκούσια αὐτῶν καὶ τὰ δόματα.
Ιουδ. 16,18                  Επειτα δε οι Ισραηλίται ήλθον εις την Ιερουσαλήμ και προσεκύνησαν τον Θεόν. Αμέσως δε όταν ο λαός εξηγνίσθη, προσέφεραν τα ολοκαυτώματά των. Εξεπλήρωσαν όλα τα ταξίματά των, που είχαν κάμει προς τον Θεόν, και προσέφεραν τα δώρα των.
Ιουδ. 16,19                  καὶ ἀνέθηκεν Ἰουδὶθ πάντα τὰ σκεύη Ὀλοφέρνου, ὅσα ἔδωκεν ὁ λαὸς αὐτῇ, καὶ τὸ κωνωπεῖον, ὃ ἔλαβεν αὕτη ἐκ τοῦ κοιτῶνος αὐτοῦ, ὡς ἀνάθημα τῷ Θεῷ ἔδωκε.
Ιουδ. 16,19                  Η Ιουδίθ αφιέρωσεν στον ναόν όλα τα όπλα του Ολοφέρνου, όσα της είχε δώσει ο λαός, και την κουνουπιέρα του, την οποίαν επήρεν η ίδια από τον κοιτώνα του, έδωσεν αυτήν ως αφιέρωμα στον Θεόν.
Ιουδ. 16,20                  καὶ ἦν ὁ λαὸς εὐφραινόμενος ἐν Ἱερουσαλὴμ κατὰ πρόσωπον τῶν ἁγίων ἐπὶ μῆνας τρεῖς, καὶ Ἰουδὶθ μετ᾿ αὐτῶν κατέμεινε.
Ιουδ. 16,20                  Ολος ο λαός ευρίσκετο εις χαράν και αγαλλίασιν εις την Ιερουσαλήμ ενώπιον του ναού επί τρεις μήνας Κατά την περίοδον αυτήν μαζή των έμενε και η Ιουδίθ.
Ιουδ. 16,21                  Μετὰ δὲ τὰς ἡμέρας ταύτας ἀνέζευξεν ἕκαστος εἰς τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ, καὶ Ἰουδὶθ ἀπῆλθεν εἰς Βαιτυλούα καὶ κατέμεινεν ἐπὶ τῆς ὑπάρξεως αὐτῆς· καὶ ἐγένετο κατὰ τὸν καιρὸν αὐτῆς ἔνδοξος ἐν πάσῃ τῇ γῇ.
Ιουδ. 16,21                  Οταν επέρασαν αι ημέραι αυταί των τριών μηνών, επανήλθεν ο καθένας από αυτούς στον οίκον του. Και η Ιουδίθ επέστρεψεν εις την Βαιτυλούαν και έμενεν εις την περιουσίαν της. Εγινε δε ονομαστή και ένδοξος κατά τον καιρόν εκείνον εις όλην την χώραν.
Ιουδ. 16,22                  καὶ πολλοὶ ἐπεθύμησαν αὐτήν, καὶ οὐκ ἔγνω ἀνὴρ αὐτὴν πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς αὐτῆς, ἀφ᾿ ἧς ἡμέρας ἀπέθανε Μανασσῆς ὁ ἀνὴρ αὐτῆς, καὶ προσετέθη πρὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ.
Ιουδ. 16,22                  Πολλοί άνδρες επεθύμησαν και την εζήτησαν ως σύζυγόν των, αλλά κανείς ανήρ δεν την ενυμφεύθη εις όλην της την ζωήν. Αυτή έμεινεν εις την χηρείαν της από την ημέραν, που απέθανεν ο Μανασσής ο σύζυγός της, και είχε προστεθή στον λαόν του.
Ιουδ. 16,23                  καὶ ἦν προβαίνουσα μεγάλη σφόδρα καὶ ἐγήρασεν ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς ἔτη ἑκατὸν πέντε· καὶ ἀφῆκε τὴν ἅβραν αὐτῆς ἐλευθέραν. καὶ ἀπέθανεν εἰς Βαιτυλούα, καὶ ἔθαψαν αὐτὴν ἐν τῷ σπηλαίῳ τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς Μανασσῆ,
Ιουδ. 16,23                  Αυτή δε επροχώρησε εις πολύ μεγάλην ηλικίαν και εγήρασεν εις ταν οίκον του ανδρός της. Εφθασεν εις την ηλικίαν των εκατόν πέντε ετών. Την θεραπαινίδα της την αφήκεν ελευθέραν. Η Ιουδίθ απέθανε εις την Βαιτυλούαν και την έθαψαν στο σπήλαιον, όπου είχε ταφή και ο σύζυγός της ο Μαννασής.
Ιουδ. 16,24                  καὶ ἐπένθησεν αὐτὴν οἶκος Ἰσραὴλ ἡμέρας ἑπτά. καὶ διεῖλε τὰ ὑπάρχοντα αὐτῆς πρὸ τοῦ ἀποθανεῖν αὐτὴν πᾶσι τοῖς ἔγγιστα Μανασσῆ τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς καὶ τοῖς ἔγγιστα τοῦ γένους αὐτῆς.
Ιουδ. 16,24                  Οι Ισραηλίται επένθησαν επί επτά ημέρας. Προ δε του θανάτου της εμοίρασε τα υπάρχοντά της στους στενούς συγγενείς του ανδρός της, του Μαννασή, και στους στενούς συγγενείς της της ιδικής της οικογενείας.
Ιουδ. 16,25                  καὶ οὐκ ἦν ἔτι ὁ ἐκφοβῶν τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ ἐν ταῖς ἡμέραις Ἰουδὶθ καὶ μετὰ τὸ ἀποθανεῖν αὐτὴν ἡμέρας πολλάς.
Ιουδ. 16,25                  Καθ' όλας τας ημέρας της ζωής της και επί πολύ χρονικόν διάστημα μετά τον θάνατόν της κανείς δεν ετόλμησε να ενοχλήση και εκφοβίση τους Ισραηλίτας.


Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.