Δευτέρα, 2 Απριλίου 2012

ΙΟΥΔΙΘ 1 - 6




ΙΟΥΔΙΘ
 ΙΟΥΔΙΘ 1
 Ιουδ. 1,1                     Ἔτους δωδεκάτου τῆς βασιλείας Ναβουχοδονόσορ, ὃς ἐβασίλευσεν Ἀσσυρίων ἐν Νινευῆ τῇ πόλει τῇ μεγάλῃ, ἐν ταῖς ἡμέραις Ἀρφαξάδ, ὃς ἐβασίλευσεν Μήδων ἐν Ἐκβατάνοις,
Ιουδ. 1,1                      Κατά το δωδέκατον έτος της βασιλείας του Ναβουχοδονόσορος, βασιλέως των Ασσυρίων με πρωτεύουσαν την μεγάλην πόλιν Νινευή, εις την εποχήν του Αρφαξάδ ο οποίος ήτο βασιλεύς των Μηδων με πρωτεύουσαν τα Εκβάτανα,
Ιουδ. 1,2                      καὶ ᾠκοδόμησεν ἐπ᾿ Ἐκβατάνων κύκλῳ τείχη ἐκ λίθων λελαξευμένων εἰς πλάτος πηχῶν τριῶν καὶ εἰς μῆκος πηχῶν ἓξ καὶ ἐποίησε τὸ ὕψος τοῦ τείχους πηχῶν ἑβδομήκοντα καὶ τὸ πλάτος αὐτοῦ πηχῶν πεντήκοντα
Ιουδ. 1,2                      ο Αρφαξάδ οικοδόμησε γύρω από τα Εκβάτανα τείχη από λίθους πελεκητούς, καθένας από τους οποίους είχε πλάτος μεν τρεις εβραϊκούς πήχεις, μήκος δε εξ εβραϊκούς πήχεις. Το ύψος αυτών των τειχών ήτο εβδομήκοντα εβραϊκοί πήχεις, το δε πλάτος πεντήκοντα πήχεις.
Ιουδ. 1,3                      καὶ τοὺς πύργους αὐτοῦ ἔστησεν ἐπὶ ταῖς πύλαις αὐτῆς πηχῶν ἑκατὸν καὶ τὸ πλάτος αὐτῆς ἐθεμελίωσεν εἰς πήχεις ἑξήκοντα
Ιουδ. 1,3                      Ανοικοδόμησε δε πύργους επάνω από τας πύλας του τείχους, των οποίων το μεν πλάτος ήτο εκατόν πήχεις, τα δε θεμέλιο αυτών εξήκοντα πήχεις.
Ιουδ. 1,4                      καὶ ἐποίησε τὰς πύλας αὐτῆς πύλας διεγειρομένας εἰς ὕψος πηχῶν ἑβδομήκοντα καὶ τὸ πλάτος αὐτῶν πήχεις τεσσαράκοντα εἰς ἐξόδους δυνάμεων δυνατῶν αὐτοῦ καὶ διατάξεις τῶν πεζῶν αὐτοῦ.
Ιουδ. 1,4                      Εδωσεν εις αυτάς τας πύλας ύψος εβδομήκοντα πήχεις και πλάτος τεσσαράκοντα πήχεις, ώστε να εξέρχωνται εύκολα από αυτάς αι στρατιωτικαί αυτού δυνάμεις και τα πλήθη των πεζών.

Ιουδ. 1,5                      καὶ ἐποίησε πόλεμον ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ὁ βασιλεὺς Ναβουχοδονόσορ πρὸς βασιλέα Ἀρφαξὰδ ἐν τῷ πεδίῳ τῷ μεγάλῳ, τοῦτό ἐστιν ἐν τοῖς ὁρίοις Ῥαγαῦ.
Ιουδ. 1,5                      Κατά την εποχήν εκείνην ο Ναβουχοδονόσορ εκήρυξε πόλεμον εναντίον του βασιλέως Αρφαξάδ και εξήλθε με στρατόν εις συνάντησιν αυτού εις την αναπεπταμένην πεδιάδα, η οποία ευρίσκεται εις την περιοχήν της Ραγαύ.
Ιουδ. 1,6                      καὶ συνήντησαν πρὸς αὐτὸν πάντες οἱ κατοικοῦντες τὴν ὀρεινὴν καὶ πάντες οἱ κατοικοῦντες τὸν Εὐφράτην καὶ τὸν Τίγριν καὶ τὸν Ὑδάσπην καὶ πεδία Ἀριὼχ βασιλέως Ἐλυμαίων· καὶ συνῆλθον ἔθνη πολλὰ σφόδρα εἰς παράταξιν υἱῶν Χελεούδ.
Ιουδ. 1,6                      Ετάχθησαν δε με το μέρος του όλοι εκείνοι, που κατοικούσαν την ορεινήν περιοχήν, όλοι οι κάτοικοι περί τον ποταμόν Ευφράτην και Τιγρην και Υδάσπην, όπως επίσης οι κατοικούντες εις την πεδιάδα της Αριώχ, βασιλέως των Ελυμαίων. Και πάρα πολλά αλλά έθνη ήλθον να πολεμήσουν τους υιούς των Χαλδαίων.
Ιουδ. 1,7                      καὶ ἀπέστειλε Ναβουχοδονόσορ ὁ βασιλεὺς Ἀσσυρίων ἐπὶ πάντας τοὺς κατοικοῦντας τὴν Περσίδα καὶ ἐπὶ πάντας τοὺς κατοικοῦντας πρὸς δυσμαῖς, τοὺς κατοικοῦντας Κιλικίαν καὶ Δαμασκόν, τὸν Λίβανον καὶ Ἀντιλίβανον, καὶ πάντας τοὺς κατοικοῦντας κατὰ πρόσωπον παραλίας
Ιουδ. 1,7                      Ο Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς των Ασσυρίων απέστειλε τους ανθρώπους του προς όλους, όσοι κατοικούσαν την Περσίαν, και εις όλους τους κατοικούντας προς δυσμάς, δηλαδή τους κατοικούντας την Κιλικίαν, την Δαμασκόν, τον Λιβανον, τον Αντιλίβανον και προς όλους τους κατοικούντας εις τα παράλια μέρη της Μεσογείου Θαλάσσης·
Ιουδ. 1,8                      καὶ τοὺς ἐν τοῖς ἔθνεσι τοῦ Καρμήλου καὶ Γαλαὰδ καὶ τὴν ἄνω Γαλιλαίαν καὶ τὸ μέγα πεδίον Ἐσδρηλὼν
Ιουδ. 1,8                      όπως επίσης και εις εκείνους, οι οποίοι κατοικούσαν μεταξύ των λαών του Καρμήλου και του Γαλαάδ, την Ανω Γαλιλαίαν και την μεγάλην πεδιάδα Εσδρηλών.
Ιουδ. 1,9                      καὶ πάντας τοὺς ἐν Σαμαρείᾳ καὶ ταῖς πόλεσιν αὐτῆς καὶ πέραν τοῦ Ἰορδάνου ἕως Ἱερουσαλὴμ καὶ Βετάνη καὶ Χελλοὺς καὶ Κάδης καὶ τοῦ ποταμοῦ Αἰγύπτου καὶ Ταφνὰς καὶ Ῥαμεσσὴ καὶ πᾶσαν γῆν Γεσὲμ
Ιουδ. 1,9                      Απέστειλεν ακόμη αγγελιαφόρους προς όλους τους κατοικούντας την Σαμάρειαν και εις τας πόλεις αυτής, εις την χώραν η οποία ευρίσκετο πέραν του Ιορδάνου, μέχρι της Ιερουσαλήμ, εις τας πόλεις Βετάνην, Χελλούς, Καδης, μέχρι του ποταμού της Αιγύπτου, εις την Ταφνάς και Ραμεσσή και εις όλην την χώραν της Γεσέμ·
Ιουδ. 1,10                    ἕως τοῦ ἐλθεῖν ἐπάνω Τάνεως καὶ Μέμφεως καὶ πάντας τοὺς κατοικοῦντας τὴν Αἴγυπτον ἕως τοῦ ἐλθεῖν ἐπὶ τὰ ὅρια τῆς Αἰθιοπίας.
Ιουδ. 1,10                    μέχρι της επάνω Τανεως και Μέμφεως, γενικώς προς όλους τους κατοίκους της Αιγύπτου μέχρι των ορίων της Αιθιοπίας. Ολους αυτούς εζήτει εις ενίσχυσιν εναντίον του Αρφαξάδ.
Ιουδ. 1,11                    καὶ ἐφαύλισαν πάντες οἱ κατοικοῦντες πᾶσαν τὴν γῆν τὸ ῥῆμα Ναβουχοδονόσορ τοῦ βασιλέως Ἀσσυρίων καὶ οὐ συνῆλθον αὐτῷ εἰς τὸν πόλεμον, ὅτι οὐκ ἐφοβήθησαν αὐτόν, ἀλλ᾿ ἦν ἐναντίον αὐτῶν ὡς ἀνὴρ εἷς, καὶ ἀνέστρεψαν τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ κενοὺς ἐν ἀτιμίᾳ προσώπου αὐτῶν.
Ιουδ. 1,11                    Ολοι όμως οι κάτοικοι των χωρών αυτών κατεφρόνησαν την πρότασιν του Ναβουχοδονόσορος, βασιλέως των Ασσυρίων, και δεν προσήλθον να τον βοηθήσουν στον πόλεμον, διότι δεν τον εφοβήθησαν. Εξ αντιθέτου τον έβλεπαν ενώπιόν των ωσάν ένα κοινόν και άσημον άνδρα. Απέστειλαν δε προς αυτόν τους πρσβευτάς του με αδειανά τα χέρια και κατεξευτελισμένους.
Ιουδ. 1,12                    καὶ ἐθυμώθη Ναβουχοδονόσορ ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν ταύτην σφόδρα καὶ ὤμοσε κατὰ τοῦ θρόνου καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ, εἰ μὴν ἐκδικήσειν πάντα τὰ ὅρια τῆς Κιλικίας καὶ Δαμασκηνῆς καὶ Συρίας, ἀνελεῖν τῇ ῥομφαίᾳ αὐτοῦ καὶ πάντας τοὺς κατοικοῦντας ἐν γῇ Μωὰβ καὶ τοὺς υἱοὺς Ἀμμὼν καὶ πᾶσαν τὴν Ἰουδαίαν καὶ πάντας τοὺς ἐν Αἰγύπτῳ ἕως τοῦ ἐλθεῖν ἐπὶ τὰ ὅρια τῶν δύο θαλασσῶν.
Ιουδ. 1,12                    Ο Ναβουχοδονόσορ κατελήφθη από μεγάλην οργήν εναντίον όλων αυτών των περιοχών και ωρκίσθη στον βασιλικόν του θρόνον και εις την βασιλικήν του δύναμιν, ότι θα εκδικηθή όλας τας περιοχάς της Κιλικίας, της Δαμασκού και της Συρίας και εν στόματι μαχαίρας θα εξοντώση όλους τους κατοίκους της χώρας Μωάβ και τους Αμμωνίτας και όλην την χώραν της Ιουδαίας και όλους τους κατοίκους της Αιγύπτου, τους ευρισκομένους μεταξύ των δύο θαλασσών, της Ερυθράς και της Μεσογείου.
Ιουδ. 1,13                    καὶ παρετάξατο ἐν τῇ δυνάμει αὐτοῦ πρὸς Ἀρφαξὰδ βασιλέα ἐν τῷ ἔτει τῷ ἑπτακαιδεκάτῳ καὶ ἐκραταιώθη ἐν τῷ πολέμῳ αὐτοῦ καὶ ἀνέστρεψε πᾶσαν τὴν δύναμιν Ἀρφαξὰδ καὶ πᾶσαν τὴν ἵππον αὐτοῦ καὶ πάντα τὰ ἅρματα αὐτοῦ
Ιουδ. 1,13                    Αντιπαρετάχθη, λοιπόν, με όλην του την δύναμιν εις πόλεμον εναντίον του βασιλέως Αρφαξάδ κατά το δέκατον έβδομον έτος της βασιλείας του, κατενίκησε κατά την μάχην αυτόν και κατέστρεψεν όλην την δύναμιν του Αρφαξάδ, όλον το ιππικόν του και όλα τα πολεμικά του άρματα.
Ιουδ. 1,14                    καὶ ἐκυρίευσε τῶν πόλεων αὐτοῦ καὶ ἀφίκετο ἕως Ἐκβατάνων καὶ ἐκράτησε τῶν πύργων καὶ ἐπρονόμευσε τὰς πλατείας αὐτῆς καὶ τὸν κόσμον αὐτῆς ἔθηκεν εἰς ὄνειδος αὐτῆς.
Ιουδ. 1,14                    Εκυρίευσεν εν συνεχία όλας τας πόλστου, έφθασεν έως εις τα Εκβάτανα, την πρωτεύουσαν, εκυρίευσε τους πύργους των τειχών, ελεηλάτησε τας πλατείας και τας οδούς της πόλεως και κατεξευτέλισεν όλην την λαμπρότητα και την δόξαν της πόλεως.
Ιουδ. 1,15                    καὶ ἔλαβε τὸν Ἀρφαξὰδ ἐν τοῖς ὄρεσι Ῥαγαῦ καὶ κατηκόντισεν αὐτὸν ἐν ταῖς ζιβύναις αὐτοῦ καὶ ἐξωλόθρευσεν αὐτὸν ἕως τῆς ἡμέρας ἐκείνης.
Ιουδ. 1,15                    Συνέλαβε δε τον Αρφαξάδ αιχμάλωτον εις τα όρη Ραγαύ, τον διεπέρασε κατά την ημέραν εκείνην με τας μακράς λόγχας και τον εφόνευσεν.
Ιουδ. 1,16                    καὶ ἀνέστρεψε μετ᾿ αὐτῶν αὐτὸς καὶ πᾶς ὁ σύμμικτος αὐτοῦ, πλῆθος ἀνδρῶν πολεμιστῶν πολὺ σφόδρα· καὶ ἦν ἐκεῖ ῥαθυμῶν καὶ εὐωχούμενος αὐτὸς καὶ ἡ δύναμις αὐτοῦ ἐφ᾿ ἡμέρας ἑκατὸν εἴκοσι.
Ιουδ. 1,16                    Ο Ναεουχοδονόσορ επέστρεψε κατόπιν εις την πρωτεύουσάν του με όλους εκείνους, οι οποίοι είχαν ενωθή μαζή του, με μεγάλο πλήθος πολεμιστών. Εμεινε δε εις την Νινευή επί εκατόν είκοσιν ημέρας μαζή με τον στρατόν του αναπαυόμενος και ευωχούμενος αυτός και η στρατιωτική του δύναμις.


ΙΟΥΔΙΘ 2

Ιουδ. 2,1                      Καὶ ἐν τῷ ἔτει τῷ ὀκτωκαιδεκάτῳ, δευτέρᾳ καὶ εἰκάδι τοῦ πρώτου μηνός, ἐγένετο λόγος ἐν οἴκῳ Ναβουχοδονόσορ βασιλέως Ἀσσυρίων ἐκδικῆσαι πᾶσαν τὴν γῆν καθὼς ἐλάλησε.
Ιουδ. 2,1                      Κατά το δέκατον όγδοον έτος της βασιλείας του Ναβουχοδονόσορος και την εικοστήν δευτέραν του πρώτου μηνός, έγινε λόγος εις τα ανάκτορα του Ναβουχοδονόσορος, βασιλέως των Ασσυρίων, να εκδικηθή, όπως είχεν είπει, όλας τας χώρας, αι οποίαι τον κατεφρόνησαν.
Ιουδ. 2,2                      καὶ συνεκάλεσε πάντας τοὺς θεράποντας αὐτοῦ καὶ πάντας τοὺς μεγιστᾶνας αὐτοῦ καὶ ἔθετο μετ᾿ αὐτῶν τὸ μυστήριον τῆς βουλῆς αὐτοῦ καὶ συνετέλεσε πᾶσαν τὴν κακίαν τῆς γῆς ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ.
Ιουδ. 2,2                      Ο βασιλεύς συνεκάλεσε τότε όλους τους περί αυτόν αυλικούς και όλους τους αξιωματούχους του και ανεκοίνωσεν εις αυτούς την μυστικήν και σταθεράν απόφασίν του, ότι δηλαδή ρητώς και αμετακλήτως θα εξολοθρεύση όλας τας χώρας εκείνας.
Ιουδ. 2,3                      καὶ αὐτοὶ ἔκριναν ὀλοθρεῦσαι πᾶσαν σάρκα, οἳ οὐκ ἠκολούθησαν τῷ λόγῳ τοῦ στόματος αὐτοῦ.
Ιουδ. 2,3                      Εκείνοι όμως έκριναν και επρότειναν να εξολοθρεύση μόνον αυτούς, οι οποίοι δεν συνεμορφώθησαν και δεν υπήκουσαν προς τας προτάσεις και τας εντολάς τους.
Ιουδ. 2,4                      καὶ ἐγένετο ὡς συνετέλεσε τὴν βουλὴν αὐτοῦ, ἐκάλεσε Ναβουχοδονόσορ βασιλεὺς Ἀσσυρίων τὸν Ὀλοφέρνην ἀρχιστράτηγον τῆς δυνάμεως αὐτοῦ, δεύτερον ὄντα μετ᾿ αὐτόν, καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν·
Ιουδ. 2,4                      Οταν ετελείωσεν η διάσκεψίς του, εκάλεσεν ο Ναδουχοδονόσορ, ο βασιλεύς των Ασσυρίων, τον Ολοφέρνην αρχιστράτηγον του στρατού του, ο οποίος ήτο ο δεύτερος έπειτα από τον βασιλέα, και του είπεν·
Ιουδ. 2,5                      τάδε λέγει ὁ βασιλεὺς ὁ μέγας, ὁ κύριος πάσης τῆς γῆς· ἰδοὺ σὺ ἐξελεύσῃ ἐκ τοῦ προσώπου μου καὶ λήψῃ μετὰ σεαυτοῦ ἄνδρας πεποιθότας ἐν ἰσχύϊ αὐτῶν, πεζῶν εἰς χιλιάδας ἑκατὸν εἴκοσι καὶ πλῆθος ἵππων σὺν ἀναβάταις μυριάδων δεκαδύο,
Ιουδ. 2,5                      “αυτά διατάσσει ο μέγας βασιλεύς, ο κύριος όλης της οικουμένης· Θα εξέλθης από εδώ και θα εκστρατεύσης. Θα πάρης μαζή σου άνδρας, οι οποίοι έχουν πεποίθησιν εις την δύναμίν των, εκατόν είκοσι χιλιάδας πεζούς, ίππους δε και ιππείς δώδεκα χιλιάδας.
Ιουδ. 2,6                      καὶ ἐξελεύσῃ εἰς συνάντησιν πάσῃ τῇ γῇ ἐπὶ δυσμάς, ὅτι ἠπείθησαν τῷ ῥήματι τοῦ στόματός μου.
Ιουδ. 2,6                      Θα εκστρατεύσης προς δυσμάς εναντίον όλων των χωρών εκείνων, διότι παρήκουσαν την εντολήν μου.
Ιουδ. 2,7                      καὶ ἀπαγγελεῖς αὐτοῖς ἑτοιμάζειν γῆν καὶ ὕδωρ. ὅτι ἐξελεύσομαι ἐν θυμῷ μου ἐπ᾿ αὐτοὺς καὶ καλύψω πᾶν τὸ πρόσωπον τῆς γῆς ἐν τοῖς ποσὶ τῆς δυνάμεώς μου καὶ δώσω αὐτοὺς εἰς διαρπαγὴν αὐτοῖς·
Ιουδ. 2,7                      Θα παραγγείλης εις αυτούς να σου δώσουν ως σημεία υποταγής των γην και ύδωρ. Ειδ' άλλως θα εκστρατεύσω εναντίον των με μεγάλον θυμόν και θα σκεπάσω όλον τα πρόσωπον της χώρας των με τα πόδια του στρατού μου και θα τους παραδώσω εις λεηλασίαν.
Ιουδ. 2,8                      καὶ οἱ τραυματίαι αὐτῶν πληρώσουσι τὰς φάραγγας καὶ τοὺς χειμάῤῥους αὐτῶν, καὶ ποταμὸς ἐπικλύζων τοῖς νεκροῖς αὐτῶν πληρωθήσεται·
Ιουδ. 2,8                      Οι τραυματίαι των θα γεμίσουν τας φάραγγας και τους χειμάρρους αυτών. Ο δε ποταμός θα πλημμυρίση από το αίμα και τα πτώματα των νεκρών.
Ιουδ. 2,9                      καὶ ἄξω τὴν αἰχμαλωσίαν αὐτῶν ἐπὶ τὰ ἄκρα πάσης τῆς γῆς.
Ιουδ. 2,9                      Θα πάρω αυτούς αιχμαλώτους και, θα τους διασπείρω εις τα άκρα όλης της οικουμένης.
Ιουδ. 2,10                    σὺ δὲ ἐξελθὼν προκαταλήψῃ μοι πᾶν ὅριον αὐτῶν, καὶ ἐκδώσουσί σοι ἑαυτούς, καὶ διατηρήσεις ἐμοὶ αὐτοὺς εἰς ἡμέραν ἐλεγμοῦ αὐτῶν·
Ιουδ. 2,10                    Συ, λοιπόν, πήγαινε προ εμού και κυρίευσε όλην την χώραν των έως τα ακρότατα όρια. Θα παραδοθούν εις σε αυτοί και συ θα τους διατηρήσης δι' εμέ δια την ημέραν της μεγάλης τιμωρίας των.
Ιουδ. 2,11                    ἐπὶ δὲ τοὺς ἀπειθοῦντας οὐ φείσεται ὁ ὀφθαλμός σου τοῦ δοῦναι αὐτοὺς εἰς φόνον καὶ ἁρπαγὴν ἐν πάσῃ τῇ γῇ σου.
Ιουδ. 2,11                    Δεν θα λυπηθή δε ο οφθαλμός σου εκείνους, οι οποίοι θα απειθήσουν εις σέ, αλλά θα τους εξολοθρεύσης, όλην δε την χώραν των θα παραδώσης στους στρατιώτας προς λεηλασίαν.
Ιουδ. 2,12                    ὅτι ζῶν ἐγὼ καὶ τὸ κράτος τῆς βασιλείας μου, λελάληκα καὶ ποιήσω ταῦτα ἐν χειρί μου.
Ιουδ. 2,12                    Ορκίζομαι εις την ζωήν μου και εις την δύναμιν της βασιλείας μου, πως όσα έχω αποφασίσει χαι διακηρύξει, θα πραγματοποιήσω αυτά με τα ίδια μου τα χέρια.
Ιουδ. 2,13                    καὶ σὺ δὲ οὐ παραβήσῃ ἕν τι τῶν ῥημάτων τοῦ κυρίου σου, ἀλλ᾿ ἐπιτελῶν ἐπιτελέσεις καθότι προστέταχά σοι, καὶ οὐ μακρυνεῖς τοῦ ποιῆσαι αὐτά.
Ιουδ. 2,13                    Συ δε δεν θα παραβής τίποτε από τας εντολάς το κυρίου σου, αλλ' οπωσδήποτε θα εκτελέσης όλα αυτά, τα οποία σε διέταξα, και δεν θα βραδύνης να τα εκτέλεσης”.
Ιουδ. 2,14                    καὶ ἐξῆλθεν Ὀλοφέρνης ἀπὸ προσώπου τοῦ κυρίου αὐτοῦ καὶ ἐκάλεσε πάντας τοὺς δυνάστας καὶ τοὺς στρατηγοὺς καὶ ἐπιστάτας τῆς δυνάμεως Ἀσσοὺρ
Ιουδ. 2,14                    Ο Ολοφέρνης εβγήκεν από τα ανάκτορα του κυρίου του, εκάλεσεν όλους τους αρχηγούς και στρατηγούς, τους διοικητάς των δυνάμεων των Ασσυρίων.
Ιουδ. 2,15                    καὶ ἠρίθμησεν ἐκλεκτοὺς ἄνδρας εἰς παράταξιν, καθότι ἐκέλευσεν αὐτῷ ὁ κύριος αὐτοῦ εἰς μυριάδας δεκαδύο καὶ ἱππεῖς τοξότας μυρίους δισχιλίους,
Ιουδ. 2,15                    Εξέλεξε και συνεκέντρωσεν άνδρας εκλεκτούς δια τον πόλεμον, διότι ο κύριός του τον είχε διατάξει να πάρη μαζή του εκατόν είκοσι χιλιάδας εκλεκτούς πεζούς και δώδεκα χιλιάδας ιππείς τοξότας.
Ιουδ. 2,16                    καὶ διέταξεν αὐτοὺς ὃν τρόπον πολέμου πλῆθος συντάσσεται.
Ιουδ. 2,16                    Ετακτοποίησεν αυτούς, όπως ακριβώς συντάσσεται ένας στρατός προς πόλεμον.
Ιουδ. 2,17                    καὶ ἔλαβε καμήλους καὶ ὄνους καὶ ἡμιόνους εἰς τὴν ἀπαρτίαν αὐτῶν, πλῆθος πολὺ σφόδρα, καὶ πρόβατα καὶ βόας καὶ αἶγας εἰς τὴν παρασκευὴν αὐτῶν, ὧν οὐκ ἦν ἀριθμός,
Ιουδ. 2,17                    Επήρε δε μαζή του δια τας αποσκευάς των μέγα πλήθος καμήλους και όνους και ημιόνους, όπως επίσης και πρόβατα, βόϊδια και αίγας δια την διατροφήν των. Και αυτών ο αριθμός ήτο μέγας.
Ιουδ. 2,18                    καὶ ἐπισιτισμὸν παντὶ ἀνδρὶ εἰς πλῆθος καὶ χρυσίον καὶ ἀργύριον ἐξ οἴκου βασιλέως πολὺ σφόδρα.
Ιουδ. 2,18                    Επήρε ακόμη πολλά τρόφιμα δι' όλους τους άνδρας, όπως επίσης και πάρα πολύ χρυσίον και αργύριον από το βασιλικόν θησαυροφυλάκιον.
Ιουδ. 2,19                    καὶ ἐξῆλθεν αὐτὸς καὶ πᾶσα ἡ δύναμις αὐτοῦ εἰς πορείαν τοῦ προελθεῖν βασιλέως Ναβουχοδονόσορ καὶ καλύψαι πᾶν τὸ πρόσωπον τῆς γῆς πρὸς δυσμαῖς ἐν ἅρμασι καὶ ἱππεῦσι καὶ πεζοῖς ἐπιλέκτοις αὐτῶν.
Ιουδ. 2,19                    Ετσι παρεσκευασμένος εξήλθεν αυτός και όλος ο στρατός του προ του βασιλέως Ναδουχοδονόσορος, δια να πλημμυρίση όλην την προς δυσμάς χώραν με πολεμικά άρματα και με εκλεκτόν ιππικόν και πεζικόν στρατόν.
Ιουδ. 2,20                    καὶ πολὺς ὁ ἐπίμικτος ὡς ἀκρὶς συνεξῆλθον αὐτοῖς καὶ ὡς ἡ ἄμμος τῆς γῆς· οὐ γὰρ ἦν ἀριθμὸς ἀπὸ πλήθους αὐτῶν.
Ιουδ. 2,20                    Ενα δε μεγάλο πλήθος από ανάμικτον λαόν, εξήλθον μαζή με αυτούς, πολυάριθμοι όπως αι ακρίδες και όπως η άμμος της θαλάσσης. Πράγματι δεν ήτο δυνατόν να αριθμηθή το πλήθος αυτών.
Ιουδ. 2,21                    καὶ ἀπῆλθον ἐκ Νινευῆ ὁδὸν τριῶν ἡμερῶν ἐπὶ πρόσωπον τοῦ πεδίου Βεκτιλὲθ καὶ ἐστρατοπέδευσαν ἀπὸ Βεκτιλὲθ πλησίον τοῦ ὄρους τοῦ ἐπ᾿ ἀριστερᾷ τῆς ἄνω Κιλικίας.
Ιουδ. 2,21                    Ο Ολοφέρνης και ο στρατός του ανεχώρησαν από την Νινευή, εβάδισαν οδόν τριών ημερών εις την πεδιάδα Βεκτιλέθ, και εστρατοπέδευσαν εις την πεδιάδα αυτήν πλησίον του όρους, το οποίον ευρίσκεται βορείως της άνω Κιλικίας.
Ιουδ. 2,22                    καὶ ἔλαβε πᾶσαν τὴν δύναμιν αὐτοῦ, τοὺς πεζοὺς καὶ τοὺς ἱππεῖς καὶ τὰ ἅρματα αὐτοῦ, καὶ ἀπῆλθεν ἐκεῖθεν εἰς τὴν ὀρεινήν.
Ιουδ. 2,22                    Κατόπιν ο Ολοφέρνης επήρε όλην την στρατιωτικήν του δύναμιν, τους πεζούς και τους ιππείς και τα πολεμικά του άρματα, και ανεχώρησεν από εκεί κατευθυνόμενος εις την ορεινήν περιοχήν της χώρας.
Ιουδ. 2,23                    καὶ διέκοψε τὸ Φοὺδ καὶ Λοὺδ καὶ ἐπρονόμευσαν πάντας υἱοὺς Ῥασσὶς καὶ υἱοὺς Ἰσμαὴλ τοὺς κατὰ πρόσωπον τῆς ἐρήμου πρὸς νότον τῆς Χελεών.
Ιουδ. 2,23                    Ερήμωσε τας χώρας Φουδ και Λούδ, ελεηλάτησεν όλους τους ανθρώπους της φυλής Ρασσίς και τους Ισμαηλίτας, οι οποίοι κατοικούσαν μέχρι των ορίων της ερήμου προς νότον της χώρας Χελεών.
Ιουδ. 2,24                    καὶ παρῆλθε τὸν Εὐφράτην καὶ διῆλθε τὴν Μεσοποταμίαν καὶ διέσκαψε πάσας τὰς πόλεις τὰς ὑψηλὰς τὰς ἐπὶ τοῦ χειμάῤῥου Ἀβρωνᾶ ἕως τοῦ ἐλθεῖν ἐπὶ θάλασσαν.
Ιουδ. 2,24                    Μετά δε την λεηλασίαν επέρασε τον Ευφράτην ποταμόν, διήλθε την Μεσοποταμίαν και κατέσκαψε όλας τας οχυράς πόλστου ποταμού Αβρωνά μέχρι και της Μεσογείου Θαλάσσης.
Ιουδ. 2,25                    καὶ κατελάβετο τὰ ὅρια τῆς Κιλικίας καὶ κατέκοψε πάντας τοὺς ἀντιστάντας αὐτῷ καὶ ἦλθεν ἕως ὁρίων Ἰάφεθ τὰ πρὸς νότον κατὰ πρόσωπον τῆς Ἀραβίας.
Ιουδ. 2,25                    Κατέλαβεν ολόκληρον την Κιλικίαν και κατέκοψεν όλους εκείνους, οι οποίοι του έφεραν αντίστασιν. Εφθασεν έως εις τα όρια των υιών Ιάφεθ, που ευρίσκοντο νοτίως και εμπρός εις την Αραβίαν.
Ιουδ. 2,26                    καὶ ἐκύκλωσε πάντας τοὺς υἱοὺς Μαδιὰμ καὶ ἐνέπρησε τὰ σκηνώματα αὐτῶν καὶ ἐπρονόμευσε τὰς μάνδρας αὐτῶν.
Ιουδ. 2,26                    Περιεκύκλωσεν όλους τους Μαδιανίτας, έκαυσε τας κατασκηνώσεις των και ελεηλάτησε τπυς καταυλισμούς των.
Ιουδ. 2,27                    καὶ κατέβη εἰς πεδίον Δαμασκοῦ ἐν ἡμέραις θερισμοῦ πυρῶν καὶ ἐνέπρησε πάντας τοὺς ἀγροὺς αὐτῶν καὶ τὰ ποίμνια καὶ τὰ βουκόλια ἔδωκεν εἰς ἀφανισμὸν καὶ τὰς πόλεις αὐτῶν ἐσκύλευσε καὶ τὰ παιδία αὐτῶν ἐξελίκμησε καὶ ἐπάταξε πάντας τοὺς νεανίσκους αὐτῶν ἐν στόματι ῥομφαίας.
Ιουδ. 2,27                    Από εκεί κατέβηκεν εις την πεδιάδα της Δαμασκού, κατά την εποχήν του θερισμού των σιτηρών, έκαυσεν όλα τα σιτηρά των αγρών, εξωλόθρευσεν όλα τα κοπάδια των αιγοπροβάτων και των βοϊδιών, ελεηλάτησε τας πόλεις, διεσκόρπισε τα μικρά παιδιά και επέρασεν εν στόματι ρομφαίας όλους τους νέους της περιοχής.
Ιουδ. 2,28                    καὶ ἐπέπεσεν ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος αὐτοῦ ἐπὶ τοὺς κατοικοῦντας τὴν παραλίαν, τοὺς ὄντας ἐν Σιδῶνι καὶ Τύρῳ καὶ τοὺς κατοικοῦντας Σοὺρ καὶ Ὀκινά, καὶ πάντας τοὺς κατοικοῦντας Ἱεμναάν, καὶ οἱ κατοικοῦντες ἐν Ἀζώτῳ καὶ Ἀσκάλωνι ἐφοβήθησαν αὐτὸν σφόδρα.
Ιουδ. 2,28                    Φοβος και τρόμος έπεσεν στους κατοικούντας τα παράλια της Μεσογείου, στους κατοίκους της Σιδώνος και της Τυρου, εις εκείνους οι οποίοι κατοικούσαν την Οκινά και εις όλους τους κατοίκους της Ιεμναάν και τους κατοικούντας την Αζωτον και Ασκάλωνα. Ολοι εκυριεύθησαν από πολύ μεγάλον φόβον.


ΙΟΥΔΙΘ 3

Ιουδ. 3,1                      Καὶ ἀπέστειλαν πρὸς αὐτὸν ἀγγέλους λόγοις εἰρηνικοῖς λέγοντες·
Ιουδ. 3,1                      Απέστειλαν αυτοί προς τον Ολοφέρνην αγγελιαφόρους με ειρηνικάς προτάσεις, οι οποίοι και του είπαν·
Ιουδ. 3,2                      ἰδοὺ ἡμεῖς οἱ παῖδες Ναβουχοδονόσορ βασιλέως μεγάλου παρακείμεθα ἐνώπιόν σου, χρῆσαι ἡμῖν καθὼς ἀρεστόν ἐστι τῷ προσώπῳ σου·
Ιουδ. 3,2                      “ιδού, ημείς ευρισκόμεθα ενώπιόν σου, ωσάν δούλοι του μεγάλου βασιλέως του Ναβουχοδονόσορος. Ας φερθής απέναντί μας, όπως θέλεις. Μεταχειρίσου μας, όπως σου φαίνεται αρεστόν.
Ιουδ. 3,3                      ἰδοὺ αἱ ἐπαύλεις ἡμῶν καὶ πᾶν πεδίον πυρῶν καὶ τὰ ποίμνια καὶ τὰ βουκόλια καὶ πᾶσαι αἱ μάνδραι τῶν σκηνῶν ἡμῶν παράκεινται πρὸ προσώπου σου, χρῆσαι καθ᾿ ὃν ἂν ἀρέσκῃ σοι.
Ιουδ. 3,3                      Ιδού, οι καταυλισμοί μας, και όλαι αι πεδιάδες των σιτηρών μας, όπως επίσης τα κοπάδια των αιγοπροβάτων και των μεγάλων ζώων και όλαι αι μάνδραι των ποιμνίων μας και αι σκηναί μας ευρίσκονται ενώπιόν σου. Χρησιμοποίησέ τα όπως σου αρέσει.
Ιουδ. 3,4                      ἰδοὺ καὶ αἱ πόλεις ἡμῶν καὶ οἱ κατοικοῦντες ἐν αὐταῖς δοῦλοί σού εἰσιν· ἐλθὼν ἀπάντησον αὐταῖς ὡς ἔστιν ἀγαθὸν ἐν ὀφθαλμοῖς σου.
Ιουδ. 3,4                      Ακόμη και αι πόλεις μας και όλοι όσοι κατοικούν εις αυτάς είναι δουλοί σου. Ελα εις αυτάς και ας φερθής, όπως φαίνεται καλόν εις σέ”.
Ιουδ. 3,5                      καὶ παρεγένοντο οἱ ἄνδρες πρὸς Ὀλοφέρνην καὶ ἀπήγγειλαν αὐτῷ κατὰ τὰ ῥήματα ταῦτα.
Ιουδ. 3,5                      Οι αγγελιαφόροι αυτοί ήλθον πράγματι και είπαν στον Ολοφέρνην τα λόγια αυτά.
Ιουδ. 3,6                      καὶ κατέβη ἐπὶ τὴν παραλίαν αὐτὸς καὶ ἡ δύναμις αὐτοῦ καὶ ἐφρούρησε τὰς πόλεις τὰς ὑψηλὰς καὶ ἔλαβεν ἐξ αὐτῶν εἰς συμμαχίαν ἄνδρας ἐπιλέκτους·
Ιουδ. 3,6                      Εκείνος όμως κατέβηκε εις τας παραλίους χώρας με όλην του την δύναμιν, ετοποθέτησε φρουράς εις τας οχυράς πόλεις και επήρεν από αυτούς εκλεκτούς άνδρας και τους ενέταξεν στον στρατόν του.
Ιουδ. 3,7                      καὶ ἐδέξαντο αὐτὸν αὐτοὶ καὶ πᾶσα ἡ περίχωρος αὐτῶν μετὰ στεφάνων καὶ χορῶν καὶ τυμπάνων.
Ιουδ. 3,7                      Ολαι δε αι χώραι και τα περίχωρα αυτών υπεδέχθησαν τον Ολοφέρνην με στεφάνου χορούς και τύμπανα.
Ιουδ. 3,8                      καὶ κατέσκαψε πάντα τὰ ὅρια αὐτῶν καὶ τὰ ἄλση αὐτῶν ἐξέκοψε, καὶ ἦν δεδομένον αὐτῷ ἐξολοθρεῦσαι πάντας τοὺς θεοὺς τῆς γῆς, ὅπως αὐτῷ μόνῳ τῷ Ναβουχοδονόσορ λατρεύσωσι πάντα τὰ ἔθνη, καὶ πᾶσαι αἱ γλῶσσαι καὶ πᾶσαι αἱ φυλαὶ αὐτῶν ἐπικαλέσωνται αὐτὸν εἰς θεόν.
Ιουδ. 3,8                      Εκείνος όμως, χωρίς να δώση καμμίαν σημασίαν εις την λαμπράν υποδοχήν, κατέσκαψεν όλην την περιοχήν και την ερήμωσε, κατέκοψε τα ιερά ειδωλολατρικά δάση των, διότι τέτοια εντολή του είχε δοθή από τον βασιλέα να καταστρέψη όλα τα αγάλματα των θεών της χώρας εκείνης, δια να αναγκάση όλα τα έθνη, όλας τας γλώσσας και όλας τας φυλάς να λατρεύουν ως θεόν τον Ναδουχοδονόσορα.
Ιουδ. 3,9                      καὶ ἦλθε κατὰ πρόσωπον Ἐσδρηλὼν πλησίον τῆς Δωταίας, ἥ ἐστιν ἀπέναντι τοῦ πρίονος τοῦ μεγάλου τῆς Ἰουδαίας,
Ιουδ. 3,9                      Κατ' αυτόν τον τρόπον προχωρών εισήλθεν εις την πεδιάδα Εσδρηλών, πλησίον της Δωταίας, η οποία ευρίσκεται απέναντι από την μεγάλην οροσειράν της Ιουδαίας, που ομοιάζει με πριόνι.
Ιουδ. 3,10                    καὶ κατεστρατοπέδευσεν ἀνὰ μέσον Γαβαὶ καὶ Σκυθῶν πόλεως, καὶ ἦν ἐκεῖ μῆνα ἡμερῶν εἰς τὸ συλλέξαι πᾶσαν τὴν ἀπαρτίαν τῆς δυνάμεως αὐτοῦ.
Ιουδ. 3,10                    Εκεί εστρατοπέδευσε μεταξύ της Γαιβαί και της Σκυθοπόλεως, όπου και παρέμεινεν επί ένα ολόκληρον μήνα, δια να συγκεντρώση εκεί ολόκληρον την στρατιωτικήν του δύναμιν.


ΙΟΥΔΙΘ 4

Ιουδ. 4,1                      Καὶ ἤκουσαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ οἱ κατοικοῦντες ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ πάντα, ὅσα ἐποίησεν Ὀλοφέρνης τοῖς ἔθνεσιν, ὁ ἀρχιστράτηγος Ναβουχοδονόσορ βασιλέως Ἀσσυρίων, καὶ ὃν τρόπον ἐσκύλευσε πάντα τὰ ἱερὰ αὐτῶν καὶ ἔδωκεν αὐτὰ εἰς ἀφανισμόν,
Ιουδ. 4,1                      Οι Ισραηλίται, οι οποίοι κατοικούσαν εις την περιοχήν της Γαλιλαίας, επληροφορήθησαν όλα όσα ο Ολοφέρνης, ο αρχιστράτηγος του βασιλέως των Ασσυρίων Ναδουχοδονόσορος, έκαμεν εις όλους τους λαούς, πως δηλαδή ελεηλάτησεν όλους τους ιερούς ναούς των και παρέδωκεν αυτούς εις καταστροφήν.
Ιουδ. 4,2                      καὶ ἐφοβήθησαν σφόδρα σφόδρα ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ καὶ περὶ Ἱερουσαλὴμ καὶ τοῦ ναοῦ Κυρίου Θεοῦ αὐτῶν ἐταράχθησαν.
Ιουδ. 4,2                      Δια τούτο εφοβήθησαν πάρα πολύ τον Ολοφέρνην και εταράχθησαν, διότι η Ιερουσαλήμ και ο ναός Κυρίου του Θεού των διέτρεχαν κίνδυνον αφανισμού.
Ιουδ. 4,3                      ὅτι προσφάτως ἦσαν ἀναβεβηκότες ἐκ τῆς αἰχμαλωσίας, καὶ νεωστὶ πᾶς ὁ λαὸς συνελέλεκτο τῆς Ἰουδαίας, καὶ τὰ σκεύη καὶ τὸ θυσιαστήριον καὶ ὁ οἶκος ἐκ τῆς βεβηλώσεως ἡγιασμένα ἦν.
Ιουδ. 4,3                      Η ταραχή των και ο πόνος των ήσαν τοσούτω μάλλον δικαιολογημένα, καθ' όσον προσφάτως είχαν επιστρέψει εις την Ιουδαίαν από την αιχμαλωσίαν. Προ ολίγου όλος ο λαός της Ιουδαίας είχε συγκεντρωθή εκεί, τα δε ιερά σκεύη του ναού, το θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων και ο ναός είχον εξαγνισθή και ήσαν ηγιασμένα.
Ιουδ. 4,4                      καὶ ἀπέστειλαν εἰς πᾶν ὅριον Σαμαρείας καὶ Κωνὰ καὶ Βαιθωρὼν καὶ Βελμαὶν καὶ Ἱεριχὼ καὶ εἰς Χωβὰ καὶ Αἰσωρὰ καὶ τὸν αὐλῶνα Σαλὴμ
Ιουδ. 4,4                      Απέστειλαν, λοιπόν, στρατόν εις όλην την περιοχήν της Σαμαρείας, εις την Κωνά, την Βαιθωράν, την Βελμαίν, την Ιεριχώ, την Χωβά, την Αισωρά και εις την κοιλάδα της Σαλήμ,
Ιουδ. 4,5                      καὶ προκατελάβοντο πάσας τὰς κορυφὰς τῶν ὀρέων τῶν ὑψηλῶν καὶ ἐτειχίσαντο τὰς ἐν αὐτοῖς κώμας καὶ παρέθεντο εἰς ἐπισιτισμὸν εἰς παρασκευὴν πολέμου, ὅτι προσφάτως ἦν τὰ πεδία αὐτῶν τεθερισμένα.
Ιουδ. 4,5                      και κατέλαβαν όλας τας κορυφάς των υψηλών ορέων, περιετείχισαν και ωχύρωσαν τας θέσεις, που υπήρχον εις αυτάς, και τας εφωδίασαν με τρόφιμα, ώστε να είναι παρεσκευασμένοι εις πόλεμον, διότι προ ολίγου είχαν θερίσει τους αγρούς των.
Ιουδ. 4,6                      καὶ ἔγραψεν Ἰωακὶμ ὁ ἱερεὺς ὁ μέγας, ὃς ἦν ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἐν Ἱερουσαλήμ, τοῖς κατοικοῦσι Βαιτυλούα καὶ Βαιτομεσθαίμ, ἥ ἐστιν ἀπέναντι Ἐσδρηλὼν κατὰ πρόσωπον τοῦ πεδίου τοῦ πλησίον Δωθαΐμ,
Ιουδ. 4,6                      Ο Ιωακίμ, ο οποίος κατά την εποχήν εκείνην ήτο αρχιερεύς εις την Ιερουσαλήμ, έγραψεν επιστολήν προς τους κατοίκους της Βαιτυλούα και προς την Βαιτομεσθαίμ, πόλιν, η οποία είναι απέναντι της Εσδρηλών κατά πρόσωπον της πεδιάδος Δωθαΐμ,
Ιουδ. 4,7                      λέγων διακατασχεῖν τὰς ἀναβάσεις τῆς ὀρεινῆς, ὅτι δι᾿ αὐτῶν ἦν ἡ εἴσοδος εἰς τὴν Ἰουδαίαν, καὶ ἦν εὐχερῶς διακωλῦσαι αὐτοὺς προσβαίνοντας, στενῆς τῆς προσβάσεως οὔσης ἐπ᾿ ἄνδρας τοὺς πάντας δύο.
Ιουδ. 4,7                      και έλεγεν ότι πρέπει να καταλάβετε τας διαβάσστου όρους, διότι από αυτάς μόνον είναι δυνατή η είσοδος των εχθρών εις την Ιουδαίαν. Εάν αυτάς καταλάβετε, είναι εύκολον να τους εμποδίσετε να περάσουν, διότι η διάβασις εκεί είναι στενή, που μόλις επιτρέπει εις δύο το πολύ άνδρας να περνούν συγχρόνως.
Ιουδ. 4,8                      καὶ ἐποίησαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ καθὰ συνέταξεν αὐτοῖς Ἰωακὶμ ὁ ἱερεὺς ὁ μέγας καὶ ἡ γερουσία παντὸς δήμου Ἰσραήλ, οἳ ἐκάθηντο ἐν Ἱερουσαλήμ.
Ιουδ. 4,8                      Οι Ισραηλίται υπήκουσαν και έπραξαν, όπως τους διέταξεν ο αρχιερεύς Ιωακίμ και η γερουσία όλων των Ισραηλιτών, οι οποίοι ευρίσκοντο εις την Ιερουσαλήμ.
Ιουδ. 4,9                      καὶ ἀνεβόησαν πᾶς ἀνὴρ Ἰσραὴλ πρὸς τὸν Θεὸν ἐν ἐκτενίᾳ μεγάλῃ καὶ ἐταπεινοῦσαν τὰς ψυχὰς αὐτῶν ἐν ἐκτενίᾳ μεγάλῃ.
Ιουδ. 4,9                      Ολοι δε οι Ισραηλίται με μεγάλην πίστιν και κατάνυξιν ανεβόησαν προς τον Θεόν· εταπείνωσαν τας ψυχάς των ενώπιον του Θεού με τας κατανυκτικάς των προσευχάς.
Ιουδ. 4,10                    αὐτοὶ καὶ αἱ γυναῖκες αὐτῶν καὶ τὰ νήπια αὐτῶν καὶ τὰ κτήνη αὐτῶν καὶ πᾶς πάροικος ἢ μισθωτὸς καὶ ἀργυρώνητος αὐτῶν ἐπέθεντο σάκκους ἐπὶ τὰς ὀσφύας αὐτῶν.
Ιουδ. 4,10                    Ολοι δε αυτοί και αι γυναίκες των και τα μικρά των παιδιά και τα ζώα των και κάθε ξένος, που ευρίσκετο πλησίον των η ημερομίσθιος εργάτης η δούλος που είχεν αγορασθή δια χρημάτων, όλοι εις ένδειξιν πένθους και ταπεινώσεως εφόρεσαν σάκκους εις την μέσην των.
Ιουδ. 4,11                    καὶ πᾶς ἀνὴρ Ἰσραὴλ καὶ γυνὴ καὶ τὰ παιδία καὶ οἱ κατοικοῦντες ἐν Ἱερουσαλὴμ ἔπεσον κατὰ πρόσωπον τοῦ ναοῦ καὶ ἐσποδώσαντο τὰς κεφαλὰς αὐτῶν καὶ ἐξέτειναν τοὺς σάκκους αὐτῶν κατὰ πρόσωπον Κυρίου·
Ιουδ. 4,11                    Ολοι οι Ισραηλίται, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, όσοι κατοικούσαν εις την Ιερουσαλήμ, έπεσαν με το πρόσωπον κατά γης προ του ναού, έρριξαν στάκτην εις τας κεφαλάς των και με τα χέρια των άπλωναν τα άκρα από τους σάκκους, δια να ζητήσουν έλεος και προστασίαν από τον Κυριον.
Ιουδ. 4,12                    καὶ τὸ θυσιαστήριον σάκκῳ περιέβαλον καὶ ἐβόησαν πρὸς τὸν Θεὸν Ἰσραὴλ ὁμοθυμαδὸν ἐκτενῶς τοῦ μὴ δοῦναι εἰς διαρπαγὴν τὰ νήπια αὐτῶν καὶ τὰς γυναῖκας εἰς προνομὴν καὶ τὰς πόλεις τῆς κληρονομίας αὐτῶν εἰς ἀφανισμὸν καὶ τὰ ἅγια εἰς βεβήλωσιν καὶ ὀνειδισμόν, ἐπίχαρμα τοῖς ἔθνεσι.
Ιουδ. 4,12                    Και αυτό ακόμη το θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων το περιέβαλαν με σάκκον και έκραζαν προς τον Θεόν του Ισραήλ με μίαν ψυχήν και με μεγάλην κατάνυξιν και τον παρακαλούσαν να μη επιτρέψη να παραδοθούν τα νήπια αυτών εις αρπαγήν, αι γυναίκες των εις λεηλασίαν και αι πόλεις, τας οποίας είχαν κληρονομήσει, εις καταστροφήν, ο ναός εις βεβήλωσιν και εις ονειδισμόν και να γίνουν έτσι αυτοί εμπαιγμός και περίγελως των εθνών.
Ιουδ. 4,13                    καὶ εἰσήκουσε Κύριος τῆς φωνῆς αὐτῶν καὶ εἰσεῖδε τὴν θλῖψιν αὐτῶν· καὶ ἦν ὁ λαὸς νηστεύων ἡμέρας πλείους ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Ἱερουσαλὴμ κατὰ πρόσωπον τῶν ἁγίων Κυρίου παντοκράτορος.
Ιουδ. 4,13                    Ο Κυριος ήκουσε την προσευχήν των και είδε την θλίψιν των. Ολος ο λαός ενήστευεν επί πολλάς ημέρας καθ' όλην την Ιουδαίαν και την Ιερουσαλήμ ενώπιον του ναού του Κυρίου, του παντοκράτορος.
Ιουδ. 4,14                    καὶ Ἰωακὶμ ὁ ἱερεὺς ὁ μέγας καὶ πάντες οἱ παρεστηκότες ἐνώπιον Κυρίου, ἱερεῖς καὶ οἱ λειτουργοῦντες Κυρίῳ, σάκκους περιεζωσμένοι τὰς ὀσφύας αὐτῶν προσέφερον τὴν ὁλοκαύτωσιν τοῦ ἐνδελεχισμοῦ καὶ τὰς εὐχὰς καὶ τὰ ἑκούσια δόματα τοῦ λαοῦ,
Ιουδ. 4,14                    Ο αρχιερεύς Ιωακίμ και όλοι οι παριστάμενοι ενώπιον του Κυρίου, ιερείς και άλλοι λειτουργοί του Κυρίου, ζωσμένοι γύρω από τας οσφύας των σάκκους, προσέφεραν τα καθημερινά ολοκαυτώματα, τα ταξίματα, τα αφιερώματα, και τα εκούσια δώρα του λαού.
Ιουδ. 4,15                    καὶ ἦν σποδὸς ἐπὶ τὰς κιδάρεις αὐτῶν. καὶ ἐβόων πρὸς Κύριον ἐκ πάσης δυνάμεως εἰς ἀγαθὸν ἐπισκέψασθαι πάντα οἶκον Ἰσραήλ.
Ιουδ. 4,15                    Στάκτη δε υπήρχεν επάνω εις τα καλύμματα των κεφαλών των. Και έκραζον προς τον Κυριον με όλην των την δύναμιν να επισκεφθή προς το αγαθόν ο Θεός όλον τον λαόν του Ισραήλ.


ΙΟΥΔΙΘ 5

Ιουδ. 5,1                      Καὶ ἀνηγγέλη Ὀλοφέρνῃ ἀρχιστρατήγῳ δυνάμεως Ἀσσοὺρ διότι οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ παρεσκευάσαντο εἰς πόλεμον καὶ τὰς διόδους τῆς ὀρεινῆς συνέκλεισαν καὶ ἐτείχισαν πᾶσαν κορυφὴν ὄρους ὑψηλοῦ καὶ ἔθηκαν ἐν τοῖς πεδίοις σκάνδαλα.
Ιουδ. 5,1                      Ανήγγειλαν στον Ολοφέρνην, τον αρχιστράτηγον του στρατού των Ασσυρίων, ότι οι Ισραηλίται είχαν παρασκευασθή εις πόλεμον, είχαν αποκλείσει τας διαβάσεις των ορέων και οχυρώσει κάθε κορυφήν υψηλού όρους και ότι ακόμη είχαν τοποθετήσει παγίδας εις τας πεδιάδας.
Ιουδ. 5,2                      καὶ ὠργίσθη θυμῷ σφόδρα καὶ ἐκάλεσε πάντας τοὺς ἄρχοντας Μωὰβ καὶ τοὺς στρατηγοὺς Ἀμμὼν καὶ πάντας σατράπας τῆς παραλίας
Ιουδ. 5,2                      Ο Ολοφέρνης ωργίσθη με μεγάλον θυμόν και εκάλεσεν όλους τους αρχηγούς των Μωαβιτών, τους στρατηγούς των Αμμωνιτών και όλους τους διοικητάς των παραλίων περιοχών,
Ιουδ. 5,3                      καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἀναγγείλατε δή μοι, υἱοὶ Χαναάν, τίς ὁ λαὸς οὗτος ὁ καθήμενος ἐν τῇ ὀρεινῇ, καὶ τίνες ἃς κατοικοῦσι πόλεις, καὶ τὸ πλῆθος τῆς δυνάμεως αὐτῶν, καὶ ἐν τίνι τὸ κράτος αὐτῶν, καὶ ἡ ἰσχὺς αὐτῶν, καὶ τίς ἀνέστηκεν ἐπ᾿ αὐτῶν βασιλεὺς ἡγούμενος στρατιᾶς αὐτῶν,
Ιουδ. 5,3                      και τους ηρώτησε· “πληροφορήσατέ με, λοιπόν, σεις οι Χαναναίοι, ποίος είναι αυτός ο λαός, ο οποίος έχει εγκατασταθή εις την ορεινήν περιοχήν, ποίαι είναι αι πόλεις εις τας οποίας αυτοί κατοικούν, ποίος είναι ο αριθμός της στρατιωτικής των δυνάμεως και που στηρίζεται η δύναμίς των και ισχύς των; Ποίος είναι ο βασιλεύς των, ο αρχηγός του στρατού των;
Ιουδ. 5,4                      καὶ διατὶ κατενωτίσαντο τοῦ μὴ ἐλθεῖν εἰς ἀπάντησίν μοι παρὰ πάντας τοὺς κατοικοῦντας ἐν δυσμαῖς;
Ιουδ. 5,4                      Και διατί αυτοί μονοί από όλους τους άλλους, τους κατοικούντας τας δυτικάς αυτάς χώρας, δεν υπήκουσαν να εξέλθουν εις υποδοχήν μου;”
Ιουδ. 5,5                      καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν Ἀχιὼρ ὁ ἡγούμενος πάντων υἱῶν Ἀμμών· ἀκουσάτω δὴ ὁ κύριός μου λόγον ἐκ στόματος τοῦ δούλου σου, καὶ ἀναγγελῶ σοι τὴν ἀλήθειαν περὶ τοῦ λαοῦ, ὃς κατοικεῖ τὴν ὀρεινὴν ταύτην, πλησίον σου οἰκοῦντος, καὶ οὐκ ἐξελεύσεται ψεῦδος ἐκ τοῦ στόματος τοῦ δούλου σου.
Ιουδ. 5,5                      Ο Αχιώρ, ο αρχιστράτηγος όλων των Αμμωνιτών είπε προς τον Ολοφέρνην· “άκουσε, κύριέ μου, λόγια, τα οποία θα εξέλθουν από το στόμα εμού του δούλου σου. Θα σου είπω όλην την αλήθειαν δια τον λαόν αυτόν, ο οποίος κατοικεί την ορεινήν αυτήν περιοχήν εδώ κοντά σου. Ψέμμα δεν θα βγη από το στόμα του δούλου σου.
Ιουδ. 5,6                      ὁ λαὸς οὗτός εἰσιν ἀπόγονοι Χαλδαίων,
Ιουδ. 5,6                      Ο λαός αυτός είναι απόγονοι των Χσλδαίων.
Ιουδ. 5,7                      καὶ παρῴκησαν τὸ πρότερον ἐν τῇ Μεσοποταμίᾳ, ὅτι οὐκ ἐβουλήθησαν ἀκολουθῆσαι τοῖς θεοῖς τῶν πατέρων αὐτῶν, οἳ ἐγένοντο ἐν γῇ Χαλδαίων·
Ιουδ. 5,7                      Προηγουμένως είχαν κατοικήσει εις την Μεσοποταμίαν. Επειδή όμως δεν ηθέλησαν να λατρεύσουν τους θεούς των πατέρων των, που κατοικούσαν εις την γην των Χαλδαίων,
Ιουδ. 5,8                      καὶ ἐξέβησαν ἐξ ὁδοῦ τῶν γονέων αὐτῶν καὶ προσεκύνησαν τῷ Θεῷ τοῦ οὐρανοῦ, Θεῷ ᾧ ἐπέγνωσαν, καὶ ἐξέβαλον αὐτοὺς ἀπὸ προσώπου τῶν θεῶν αὐτῶν, καὶ ἔφυγον εἰς Μεσοποταμίαν καὶ παρῴκησαν ἐκεῖ ἡμέρας πολλάς.
Ιουδ. 5,8                      απεμακρύνθησαν από την θρησκευτικήν παράδοσιν και την οδόν των γονέων των και προσεκύνησαν τον Θεόν του ουρανού, Θεόν, τον οποίον αυτοί είχαν γνωρίσει. Δια τούτο οι πατέρες των τους απεμάκρυναν από την περιοχήν, όπου ελατρεύοντο οι θεοί των. Αυτοί δε κατέφυγαν εις την Μεσοποταμίαν και εγκατεστάθησαν εκεί επί πολύν χρόνον.
Ιουδ. 5,9                      καὶ εἶπεν ὁ Θεὸς αὐτῶν ἐξελθεῖν ἐκ τῆς παροικίας αὐτῶν καὶ πορευθῆναι εἰς γῆν Χαναάν, καὶ κατῴκησαν ἐκεῖ καὶ ἐπληθύνθησαν χρυσίῳ καὶ ἀργυρίῳ καὶ ἐν κτήνεσι πολλοῖς σφόδρα.
Ιουδ. 5,9                      Ο Θεός των τους διέταξε να απομακρυνθούν και από την χώραν των αυτήν, όπου κατοικούσαν, και να μεταβούν εις την γην Χαναάν. Ηλθον λοιπόν και κατώκησαν εις την χώραν αυτήν, απέκτησαν χρυσίον, αργύριον και πάρα πολλά κτήνη.
Ιουδ. 5,10                    καὶ κατέβησαν εἰς Αἴγυπτον, ἐκάλυψε γὰρ τὸ πρόσωπον τῆς γῆς Χαναὰν λιμός, καὶ παρῴκησαν ἐκεῖ μέχρις οὗ διετράφησαν· καὶ ἐγένοντο ἐκεῖ εἰς πλῆθος πολύ, καὶ οὐκ ἦν ἀριθμὸς τοῦ γένους αὐτῶν.
Ιουδ. 5,10                    Κατόπιν κατέβησαν εις την Αίγυπτον, διότι είχεν ενσκήψει πείνα εις την χώραν της Χαναάν. Εις την Αίγυπτον εγκατεστάθησαν, παρέμεναν και διετρέφοντο. Εκεί το γένος των επολλαπλασιάσθη πολύ εις πλήθος αναρίθμητον.
Ιουδ. 5,11                    καὶ ἐπανέστη αὐτοῖς ὁ βασιλεὺς Αἰγύπτου καὶ κατεσοφίσαντο αὐτοὺς ἐν πόνῳ καὶ ἐν πλίνθῳ, καὶ ἐταπείνωσαν αὐτοὺς καὶ ἔθεντο αὐτοὺς εἰς δούλους·
Ιουδ. 5,11                    Εναντίον αυτών αντετάχθη ο βασιλεύς της Αιγύπτου, ο οποίος με δολίους τρόπους κατεπίεζεν αυτούς, με καταθλιπτικάς εργασίας εις την κατασκευήν των πλίνθων κατέθλιβεν αυτούς, θέλων να τους εξουθενώση. Και πράγματι τους εξουθένωσε και τους έκαμε δούλους του.
Ιουδ. 5,12                    καὶ ἀνεβόησαν πρὸς τὸν Θεὸν αὐτῶν, καὶ ἐπάταξε πᾶσαν τὴν γῆν Αἰγύπτου πληγαῖς, ἐν αἷς οὐκ ἦν ἴασις· καὶ ἐξέβαλον αὐτοὺς οἱ Αἰγύπτιοι ἀπὸ προσώπου αὐτῶν.
Ιουδ. 5,12                    Εκείνοι όμως παρεκάλεσαν με όλην των την δύναμιν τον Θεόν των, ο οποίος και εκτύπησεν όλην την χώραν της Αιγύπτου με πληγάς και συμφοράς, εις τας οποίας δεν υπήρχε καμμία θεραπεία. Οι Αιγύπτιοι τρομοκρατημένοι από τας συμφοράς αυτάς αναγκάσθησαν να τους εκδιώξουν από την χώραν των.
Ιουδ. 5,13                    καὶ κατεξήρανεν ὁ Θεὸς τὴν ἐρυθρὰν θάλασσαν ἔμπροσθεν αὐτῶν
Ιουδ. 5,13                    Ο Θεός εξήρανε την Ερυθράν Θαλασσαν εμπρός από αυτούς,
Ιουδ. 5,14                    καὶ ἤγαγεν αὐτοὺς εἰς ὁδὸν τοῦ Σινὰ καὶ Κάδης Βαρνή· καὶ ἐξέβαλον πάντας τοὺς κατοικοῦντας ἐν τῇ ἐρήμῳ
Ιουδ. 5,14                    τους ωδήγησε προς τον δρόμον του Σινά και από εκεί προς την Καδης Βαρνή. Οι Ισραηλίται εξεδίωξαν τότε όλους αυτούς, που κατοικούσαν την έρημον.
Ιουδ. 5,15                    καὶ ᾤκησαν ἐν γῇ Ἀμοῤῥαίων καὶ πάντας τοὺς Ἐσεβωνίτας ἐξωλόθρευσαν ἐν τῇ ἰσχύϊ αὐτῶν. καὶ διαβάντες τὸν Ἰορδάνην ἐκληρονόμησαν πᾶσαν τὴν ὀρεινὴν
Ιουδ. 5,15                    Ηλθαν κατόπιν και εγκατεστάθησαν εις την χώραν των Αμορραίων, εξωλόθρευσαν με τας ιδικάς των δυνάμστους κατοίκους της πόλεως Εσεβών, διέβησαν τον Ιορδάνην ποταμόν, εκυρίευσαν και επήραν ως κληρονομίαν των όλην την ορεινήν αυτήν περιοχήν.
Ιουδ. 5,16                    καὶ ἐξέβαλον ἐκ προσώπου αὐτῶν τὸν Χαναναῖον καὶ τὸν Φερεζαῖον καὶ τὸν Ἰεβουσαῖον καὶ τὸν Συχὲμ καὶ πάντας τοὺς Γεργεσαίους καὶ κατῴκησαν ἐν αὐτῇ ἡμέρας πολλάς.
Ιουδ. 5,16                    Εξεδίωξαν από εμπρός των τους Χαναναίους, τους Φερεζαίους, τους Ιεβουσαίους, τους κατοίκους της Συχέμ, τους Γεργεσαίους και κατώκησαν εις την χώραν αυτήν επί πολύν χρόνον.
Ιουδ. 5,17                    καὶ ἕως οὐχ ἥμαρτον ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ αὐτῶν, ἦν τὰ ἀγαθὰ μετ᾿ αὐτῶν, ὅτι Θεὸς μισῶν ἀδικίαν μετ᾿ αὐτῶν ἐστιν.
Ιουδ. 5,17                    Και εφ' όσον μεν χρόνον δεν ημάρτανον ενώπιον του Θεού των, όλα τα αγαθά της γης ήσαν ιδικά των, διότι ο Θεός των, που μισεί την αδικίαν, ήτο μαζή των.
Ιουδ. 5,18                    ὅτε δὲ ἀπέστησαν ἀπὸ τῆς ὁδοῦ, ἧς διέθετο αὐτοῖς, ἐξωλοθρεύθησαν ἐν πολλοῖς πολέμοις ἐπὶ πολὺ σφόδρα καὶ ᾐχμαλωτεύθησαν εἰς γῆν οὐκ ἰδίαν, καὶ ὁ ναὸς τοῦ Θεοῦ αὐτῶν ἐγενήθη εἰς ἔδαφος, καὶ οἱ πόλεις αὐτῶν ἐκρατήθησαν ὑπὸ τῶν ὑπεναντίων.
Ιουδ. 5,18                    Οταν όμως απεμακρύνθησαν από τον δρόμον, τον οποίον ο ίδιος ο Θεός τους είχε δείξει, εξωλοθρεύθησαν δια πολλών σκληρών και μακροχρονίων πολέμων, ηχμαλωτίσθησαν και μετεφέρθησαν εις ξένην χώραν, ο δε ναός των κατεστράφη, ισοπεδώθη και αι πόλεις των εκυριεύθησαν από τους εχθρούς των.
Ιουδ. 5,19                    καὶ νῦν ἐπιστρέψαντες ἐπὶ τὸν Θεὸν αὐτῶν ἀνέβησαν ἐκ τῆς διασπορᾶς, οὗ διεσπάρησαν ἐκεῖ, καὶ κατέσχον τὴν Ἱερουσαλήμ, οὗ τὸ ἁγίασμα αὐτῶν, καὶ κατῳκίσθησαν ἐν τῇ ὀρεινῇ, ὅτι ἦν ἔρημος.
Ιουδ. 5,19                    Τωρα όμως που επέστρεψαν εν μετανοία προς τον Θεόν των, επανήλθαν από την διασποράν της αιχμαλωσίας των, όπου είχαν διασκορπισθή εκεί, και κατέλαβον την Ιερουσαλήμ, όπου ευρίσκεται ο άγιος αυτών ναός, και εγκατεστάθησαν εις την ορεινήν περιοχήν, διότι αυτή ήτο έρημος και ακατοίκητος.
Ιουδ. 5,20                    καὶ νῦν, δέσποτα κύριε, εἰ μέν ἐστιν ἀγνόημα ἐν τῷ λαῷ τούτῳ καὶ ἁμαρτάνουσιν εἰς τὸν Θεὸν αὐτῶν καὶ ἐπισκεψόμεθα ὅτι ἐστὶν ἐν αὐτοῖς σκάνδαλον τοῦτο, καὶ ἀναβησόμεθα καὶ ἐκπολεμήσομεν αὐτούς.
Ιουδ. 5,20                    Και τώρα, Δέσποτα κύριε, ας φροντίσωμεν να μάθωμεν, μήπως στον λαόν αυτόν υπάρχει παράβασις του θείου θελήματος και έτσι αυτοί είναι ένοχοι ενώπιον του Θεού των. Αν ναι, θα εκστρατεύσωμεν εναντίον αυτών, θα πορευθώμεν και θα καταπολεμήσωμεν αυτούς, διότι η αμαρτία των θα είναι βεβαία αιτία της καταστροφής των.
Ιουδ. 5,21                    εἰ δὲ οὐκ ἔστιν ἀνομία ἐν τῷ ἔθνει αὐτῶν, παρελθέτω δὴ ὁ κύριός μου, μήποτε ὑπερασπίσῃ ὁ Κύριος αὐτῶν καὶ ὁ Θεὸς αὐτῶν ὑπὲρ αὐτῶν, καὶ ἐσόμεθα εἰς ὀνειδισμὸν ἐναντίον πάσης τῆς γῆς.
Ιουδ. 5,21                    Εάν όμως ο λαός αυτός δεν διέπραξεν αμάρτημά τι ενώπιον του Θεού, ο κύριός μου ας απομακρυνθή από αυτούς, μήπως Κυριος ο Θεός των τους υπερασπίση εναντίον μας, ημείς δε νικηθώμεν και γίνωμεν εμπαιγμός και εξευτελισμός στους λαούς της γης”.
Ιουδ. 5,22                    καὶ ἐγένετο ὡς ἐπαύσατο Ἀχιὼρ λαλῶν τοὺς λόγους τούτους, καὶ ἐγόγγυσε πᾶς ὁ λαὸς ὁ κυκλῶν τὴν σκηνὴν καὶ περιεστώς, καὶ εἶπαν οἱ μεγιστᾶνες Ὀλοφέρνου καὶ πάντες οἱ κατοικοῦντες τὴν παραλίαν καὶ τὴν Μωὰβ συγκόψαι αὐτόν·
Ιουδ. 5,22                    Οταν ο Αχιώρ έπαυσε να ομιλή, όλος ο λαός, ο οποίος ευρίσκετο γύρω από την σκηνήν του Ολοφέρνου και είχεν ακούσει τα λεχθέντα, εγόγγυσαν εναντίον του Αχιώρ. Οι αξιωματούχοι του Ολοφέρνου και όλοι οι κάτοικοι των παραλίων μερών και οι Μωαβίται εζήτησαν να φονεύσουν τον Αχιώρ. Είπαν δε προς τον Ολοφέρνην·
Ιουδ. 5,23                    οὐ γὰρ φοβηθησόμεθα ἀπὸ υἱῶν Ἰσραήλ· ἰδοὺ γὰρ λαός, ἐν ᾧ οὐκ ἔστι δύναμις οὐδὲ κράτος εἰς παράταξιν ἰσχυράν·
Ιουδ. 5,23                    “δεν φοβούμεθα τους Ισραηλίτας. Αυτός ειναι ένας λαός, που δεν έχει στρατιωτικήν δύναμιν και επομένως δεν είναι εις θέσιν να αντιπαραταχθή με ισχύν εναντίον μας.
Ιουδ. 5,24                    διὸ δὴ ἀναβησόμεθα, καὶ ἔσονται εἰς κατάβρωμα πάσης τῆς στρατιᾶς σου, δέσποτα Ὀλοφέρνη.
Ιουδ. 5,24                    Δια τούτο, δέσποτα Ολοφέρνη, θα εκστρατεύσωμεν εναντίον αυτών και όλοι αυτοί θα κατανικηθούν και θα γίνουν διαρπαγή στον στρατόν σου”.


ΙΟΥΔΙΘ 6

Ιουδ. 6,1                      Καὶ ὡς κατέπαυσεν ὁ θόρυβος τῶν ἀνδρῶν τῶν κύκλῳ τῆς συνεδρίας, καὶ εἶπεν Ὀλοφέρνης ὁ ἀρχιστράτηγος δυνάμεως Ἀσσοὺρ πρὸς Ἀχιὼρ ἐναντίον παντὸς τοῦ δήμου ἀλλοφύλων καὶ πρὸς πάντας υἱοὺς Μωάβ·
Ιουδ. 6,1                      Οταν εσίγασεν ο θόρυβος των ανδρών, οι οποίοι ευρίσκοντο γύρω από την σκηνήν του, ο Ολοφέρνης ο αρχιστράτηγος του στρατού των Ασσυρίων είπε προς τον Αχιώρ ενώπιον όλου του πλήθους των ξένων στρατιωτών και εις επήκοον όλων των Μωαβιτών.
Ιουδ. 6,2                      καὶ τίς εἶ σύ, Ἀχιὼρ καὶ οἱ μισθωτοὶ τοῦ Ἐφραίμ, ὅτι ἐπροφήτευσας ἐν ἡμῖν καθὼς σήμερον καὶ εἶπας τὸ γένος Ἰσραὴλ μὴ πολεμῆσαι, ὅτι ὁ Θεὸς αὐτῶν ὑπερασπιεῖ αὐτῶν; καὶ τίς ὁ Θεὸς εἰ μὴ Ναβουχοδονόσορ; οὗτος ἀποστελεῖ τὸ κράτος αὐτοῦ καὶ ἐξολοθρεύσει αὐτοὺς ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς, καὶ οὐ ῥύσεται αὐτοὺς ὁ Θεὸς αὐτῶν·
Ιουδ. 6,2                      “Ποίος είσαι συ, Αχιώρ, και οι μισθωτοί πράκτορες της φυλής του Εφραίμ, που ετόλμησες και προεφήτευσες, όπως ωμίλησες σήμερον και είπες, ότι δεν πρέπει να πολεμήσωμεν εναντίον της φυλής των Ισραηλιτών, διότι ο Θεός των θα τους υπερασπίση; Ποίος άλλος είναι Θεός πλην του Ναβουχοδονόσορος; Ο Ναβουχοδονόσορ αυτός θα αποστείλη τον στρατόν ου και θα τους εξολοθρεύση εντελώς από το πρόσωπον της γης. Ο δε Θεός των δεν θα ημπορέση να τους γλυτώση.
Ιουδ. 6,3                      ἀλλ᾿ ἡμεῖς οἱ δοῦλοι αὐτοῦ πατάξομεν αὐτοὺς ὡς ἄνθρωπον ἕνα, καὶ οὐχ ὑποστήσονται τὸ κράτος τῶν ἵππων ἡμῶν.
Ιουδ. 6,3                      Αλλά ημείς, οι δούλοι του Ναδουχοδονόσορος, θα τους κτυπήσωμεν κατά τρόπον εύκολον και εξοντωτικόν, ως εάν είναι ένας μόνον άνθρωπος. Αυτοί δεν θα καταφέρουν καθόλου να φέρουν ούτε την παραμικράν αντίστασιν εις την δύναμιν του ιππικού μας.
Ιουδ. 6,4                      κατακαύσομεν γὰρ αὐτοὺς ἐν αὐτοῖς, καὶ τὰ ὄρη αὐτῶν μεθυσθήσεται ἐν τῷ αἵματι αὐτῶν, καὶ τὰ πεδία αὐτῶν πληρωθήσεται νεκρῶν αὐτῶν, καὶ οὐκ ἀντιστήσεται τὸ ἴχνος τῶν ποδῶν αὐτῶν κατὰ πρόσωπον ἡμῶν, ἀλλὰ ἀπωλείᾳ ἀπολοῦνται, λέγει ὁ βασιλεὺς Ναβουχοδονόσορ ὁ κύριος πάσης τῆς γῆς· εἶπε γάρ, οὐ ματαιωθήσεται τὰ ῥήματα τῶν λόγων αὐτοῦ.
Ιουδ. 6,4                      Θα τους κατακαύσωμεν φύρδην μίγδην, τα όρη των θα πλημμυρήσουν και θα μεθύσουν από το αίμα των, αι δε πεδιάδες των θα γεμίσουν από τα νεκρά σώματά των. Ούτε ίχνος από τα πόδια των δεν θα παραμείνη ενώπιόν μας, αλλά όλοι θα καταστραφούν εξ ολοκλήρου. Αυτά λέγει ο βασιλεύς Ναβουχοδονόσορ, ο κύριος όλης της οικουμένης. Είπεν, ότι δεν πρόκειται να αποδειχθούν κούφιοι και μάταιοι οι λόγοι του.
Ιουδ. 6,5                      σὺ δὲ Ἀχιὼρ μισθωτὲ τοῦ Ἀμμών, ὃς ἐλάλησας τοὺς λόγους τούτους ἐν ἡμέρᾳ ἀδικίας σου, οὐκ ὄψει ἔτι τὸ πρόσωπόν μου ἀπὸ τῆς ἡμέρας ταύτης, ἕως οὗ ἐκδικήσω τὸ γένος τῶν ἐξ Αἰγύπτου·
Ιουδ. 6,5                      Συ δέ, Αχιώρ, μισθωτέ πράκτορ των Αμμωνιτών, ο οποίος κατά την ημέραν αυτήν ετόλμησες να ομιλήσης ενώπιόν μου τους λόγους αυτούς της αδικίας, δεν θα ίδης πλέον το πρόσωπόν μου από την ημέραν αυτήν, μέχρις ότου εγώ τιμωρήσω το γένος των Ισραηλιτών, που εξήλθεν από την Αίγυπτον.
Ιουδ. 6,6                      καὶ τότε διελεύσεται ὁ σίδηρος τῆς στρατιᾶς μου καὶ ὁ λαὸς τῶν θεραπόντων μου τὰς πλευράς σου, καὶ πεσῇ ἐν τοῖς τραυματίαις αὐτῶν, ὅταν ἐπιστρέψω.
Ιουδ. 6,6                      Και τότε όλα τα σιδερένια όπλα του στρατού μου, λόγχαι και ρομφαίαι, θα διαπεράσουν το σώμα σου και το πλήθος των στρατιωτών μου θα σου σπάση τα πλευρά και θα πέσης νεκρός μεταξύ των νεκρών Ισραηλιτών, όταν εγώ επιστρέψω νικητής.
Ιουδ. 6,7                      καὶ ἀποκαταστήσουσί σε οἱ δοῦλοί μου εἰς τὴν ὀρεινὴν καὶ θήσουσί σε ἐν μιᾷ τῶν πόλεων τῶν ἀναβάσεων,
Ιουδ. 6,7                      Επί του παρόντος όμως οι δούλοι μου θα σε μεταφέρουν στο όρος και θα σε περιορίσουν εις μίαν πόλιν επάνω εις τας διαβάσεις αυτάς.
Ιουδ. 6,8                      καὶ οὐκ ἀπολῇ ἕως οὗ ἐξολοθρευθῇς μετ᾿ αὐτῶν.
Ιουδ. 6,8                      Δεν θα εκτελεσθής, αλλά θα ζήσης, μέχρις ότου εξολοθρευθής μαζή με τους Ισραηλίτας.
Ιουδ. 6,9                      καὶ εἴπερ ἐλπίζεις τῇ καρδίᾳ σου ὅτι οὐ ληφθήσονται, μὴ συμπεσέτω σου τὸ πρόσωπον· ἐλάλησα, καὶ οὐδὲν διαπεσεῖται τῶν ῥημάτων μου.
Ιουδ. 6,9                      Και μη παίρνης αυτό το ύφος το θλιμμένον, εάν κατά βάθος συ ελπίζεις ότι εκείνοι δεν θα καταληφθούν από εμέ. Είπα και ελάλησα και κανένα από τα λόγια μου δεν θα πέση στο κενόν”.
Ιουδ. 6,10                    καὶ προσέταξεν Ὀλοφέρνης τοῖς δούλοις αὐτοῦ, οἳ ἦσαν παρεστηκότες ἐν τῇ σκηνῇ αὐτοῦ, συλλαβεῖν τὸν Ἀχιὼρ καὶ ἀποκαταστῆσαι αὐτὸν εἰς Βαιτυλούα καὶ παραδοῦναι εἰς χεῖρας υἱῶν Ἰσραήλ.
Ιουδ. 6,10                    Διέταξεν ο Ολοφέρνης τους δούλους του, οι οποίοι ευρίσκοντο όρθιοι πλησίον εις την σκηνήν του, να συλλάβουν τον Αχιώρ και να οδηγήσουν αυτόν εις Βαιτυλούα, δια να τον παραδώσουν εις τα χέρια των Ισραηλιτών.
Ιουδ. 6,11                    καὶ συνέλαβον αὐτὸν οἱ δοῦλοι αὐτοῦ καὶ ἤγαγον αὐτὸν ἔξω τῆς παρεμβολῆς εἰς τὸ πεδίον καὶ ἀπῇραν ἐκ μέσου τῆς πεδινῆς εἰς τὴν ὀρεινὴν καὶ παρεγένοντο ἐπὶ τὰς πηγάς, αἳ ἦσαν ὑποκάτω Βαιτυλούα.
Ιουδ. 6,11                    Οι δούλοι του Ολοφέρνου συνέλαβαν πράγματι τον Αχιώρ, τον ωδήγησαν έξω από το στρατόπεδον εις την πεδιάδα, από την πεδιάδα τον ανεβίβασαν στο όρος και έφθασαν εις τας πηγάς, αι οποίαι ευρίσκοντο κάτω από την Βαιτυλούα.
Ιουδ. 6,12                    καὶ ὡς εἶδαν αὐτοὺς οἱ ἄνδρες τῆς πόλεως ἐπὶ τὴν κορυφὴν τοῦ ὄρους, ἀνέλαβον τὰ ὅπλα αὐτῶν καὶ ἀπῆλθον ἔξω τῆς πόλεως ἐπὶ τὴν κορυφὴν τοῦ ὄρους, καὶ πᾶς ἀνὴρ σφενδονήτης διεκράτησαν τὴν ἀνάβασιν αὐτῶν καὶ ἔβαλον ἐν λίθοις ἐπ᾿ αὐτούς.
Ιουδ. 6,12                    Οταν οι Ισραηλίται, οι άνδρες της πόλεως που ευρίσκοντο εις την κορυφήν του όρους, τους είδαν, επήραν τα όπλα των, βγήκαν έξω από την πόλιν εις την κορυφήν του όρους και οι σφενδονήται κατέλαβον τας διαβάσεις και έρριπτον λίθους εναντίον εκείνων.
Ιουδ. 6,13                    καὶ ὑποδύσαντες ὑποκάτω τοῦ ὄρους ἔδησαν τὸν Ἀχιὼρ καὶ ἀφῆκαν ἐῤῥιμμένον ὑπὸ τὴν ῥίζαν τοῦ ὄρους καὶ ἀπῴχοντο πρὸς τὸν κύριον αὐτῶν.
Ιουδ. 6,13                    Οι δούλοι του Ολοφέρνου, που έφεραν συνοδείαν τον Αχιώρ, εισέδυσαν κάτω από παρυφήν του όρους, δια να προφυλαχθούν, έδεσαν εκεί τον Αχιώρ, τον αφήκαν δεμένον στους πρόποδας του όρους και έφυγαν, δια να επανέλθουν στον κύριόν των.
Ιουδ. 6,14                    καταβάντες δὲ υἱοὶ Ἰσραὴλ ἐκ τῆς πόλεως αὐτῶν ἐπέστησαν αὐτῷ καὶ λύσαντες αὐτὸν ἀπήγαγον εἰς τὴν Βαιτυλούα καὶ κατέστησαν αὐτὸν ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας τῆς πόλεως αὐτῶν,
Ιουδ. 6,14                    Οι Ισραηλίται κατέβησαν από την πόλιν των κάτω, συνήντησαν αυτόν, τον έλυσαν και τον ωδήγησαν εις την Βαιτυλούα, όπου και τον παρουσίασαν στους άρχοντας της πόλεως.
Ιουδ. 6,15                    οἳ ἦσαν ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, Ὀζίας ὁ τοῦ Μιχὰ ἐκ τῆς φυλῆς Συμεὼν καὶ Ἀβρὶς ὁ τοῦ Γοθονιὴλ καὶ Χαρμὶς υἱὸς Μελχιήλ.
Ιουδ. 6,15                    Αρχοντες δε της πόλεως κατ' εκείνας τας ημέρας ήσαν ο Οζίας, υιός του Μιχά από την φυλήν Συμεών, και ο Αβρίς υιός του Γοθονιήλ και ο Χαρμίς υιός του Μελχιήλ.
Ιουδ. 6,16                    καὶ συνεκάλεσαν πάντας τοὺς πρεσβυτέρους τῆς πόλεως, καὶ συνέδραμον πᾶς νεανίσκος αὐτῶν καὶ αἱ γυναῖκες εἰς τὴν ἐκκλησίαν, καὶ ἔστησαν τὸν Ἀχιὼρ ἐν μέσῳ παντὸς τοῦ λαοῦ αὐτῶν, καὶ ἐπηρώτησεν αὐτὸν Ὀζίας τὸ συμβεβηκός.
Ιουδ. 6,16                    Οι αρχηγοί αυτοί συνεκάλεσαν τους πρεσβυτέρους της πόλεως εις σύσκεψιν, όπου όμως προσήλθον και οι νέοι Ισραηλίται και αυταί ακόμη αι γυναίκες. Εβαλαν τον Αχιώρ στο μέσον όλου του λαού των και ο Οζίας τον ηρώτησε δια το συμβεβηκός αυτό.
Ιουδ. 6,17                    καὶ ἀποκριθεὶς ἀπήγγειλεν αὐτοῖς τὰ ῥήματα τῆς συνεδρίας Ὀλοφέρνου καὶ πάντα τὰ ῥήματα, ὅσα ἐλάλησεν ἐν μέσῳ τῶν ἀρχόντων υἱῶν Ἀσσούρ, καὶ ὅσα ἐμεγαλοῤῥημόνησεν Ὀλοφέρνης εἰς τὸν οἶκον Ἰσραήλ.
Ιουδ. 6,17                    Ο Αχιώρ απεκρίθη και είπεν εις αυτούς, όσα είχαν λεχθή κατά την συνεδρίασιν του Ολοφέρνου και όλους τους λόγους, τους οποίους αυτός είχεν είπει ενώπιον των Ασσυρίων αρχηγών, όπως επίσης και τους αλαζονικούς λόγους του Ολοφέρνου εναντίον των Ισραηλιτών.
Ιουδ. 6,18                    καὶ πεσόντες ὁ λαὸς προσεκύνησαν τῷ Θεῷ καὶ ἐβόησαν λέγοντες·
Ιουδ. 6,18                    Οι Ισραηλίται έπεσαν με το πρόσωπον κατά γης, προσεκύνησαν τον Θεόν και είπαν·
Ιουδ. 6,19                    Κύριε ὁ Θεὸς τοῦ οὐρανοῦ, κάτιδε ἐπὶ τὰς ὑπερηφανίας αὐτῶν καὶ ἐλέησον τὴν ταπείνωσιν τοῦ γένους ἡμῶν καὶ ἐπίβλεψον ἐπὶ τὸ πρόσωπον τῶν ἡγιασμένων σοι ἐν τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ.
Ιουδ. 6,19                    “Κυριε, συ ο Θεός του ουοανού, ιδέ καλά τας αλαζονείας αυτών των ανθρώπων και ελέησε το ταπεινωμένον και απειλούμενον από αυτούς γένος μας· ρίψε ένα βλέμμα σπλαγχνικόν κατά την ημέραν αυτήν στους ηγιασμένους σου”.
Ιουδ. 6,20                    καὶ παρεκάλεσαν τὸν Ἀχιὼρ καὶ ἐπῄνεσαν αὐτὸν σφόδρα.
Ιουδ. 6,20                    Επειτα από αυτά επαρηγόρησαν τον Αχιώρ και τον επήνεσαν πολύ.
Ιουδ. 6,21                    καὶ παρέλαβεν αὐτὸν Ὀζίας ἐκ τῆς ἐκκλησίας εἰς οἶκον αὐτοῦ καὶ ἐποίησε πότον τοῖς πρεσβυτέροις, καὶ ἐπεκαλέσαντο τὸν Θεὸν Ἰσραὴλ εἰς βοήθειαν ὅλην τὴν νύκτα ἐκείνην.
Ιουδ. 6,21                    Ο Οζίας τον παρέλαβον από την συγκέντρωσιν εκείνην, τον έφερεν στον οίκον του και παρέθεσε τράπεζαν εις αυτόν και τους πρεσβυτέρους. Ολην δε εκείνην την νύκτα παρακαλούσαν τον Θεόν του Ισραήλ να έλθη εις βοήθειάν των.

Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.