Τρίτη, 3 Απριλίου 2012

ΑΡΙΘΜΟΙ



ΑΡΙΘΜΟΙ

Αρ. 1,1     Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν ἐν τῇ ἐρήμῳ τῇ Σινά, ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ μαρτυρίου, ἐν μιᾷ τοῦ μηνὸς τοῦ δευτέρου, ἔτους δευτέρου ἐξελθόντων αὐτῶν ἐκ γῆς Αἰγύπτου λέγων·
Αρ. 1,1     Εντός της Σκηνής του Μαρτυρίου εις την έρημον Σινά κατά την πρώτην του δευτέρου μηνός του δευτέρου έτους από της εξόδου των Ισραηλιτών εκ της χώρας Αιγύπτου, ωμίλησεν ο Κυριος προς τον Μωϋσήν λέγων·

Αρ. 1,2     λάβετε ἀρχὴν πάσης συναγωγῆς Ἰσραὴλ κατὰ συγγενείας, κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν, κατ᾿ ἀριθμὸν ἐξ ὀνόματος αὐτῶν, κατὰ κεφαλὴν αὐτῶν.
Αρ. 1,2     “συ και ο Ααρών να κάμετε απογραφήν όλου του λαού των Ισραηλιτών κατά τας φυλάς και κατά τας πατριαρχικάς οικογενείας αυτών και αριθμήσατε κατ' άτομον αυτούς.


Αρ. 1,3     πᾶς ἄρσην ἀπὸ εἰκοσαετοῦς καὶ ἐπάνω, πᾶς ὁ ἐκπορευόμενος ἐν δυνάμει Ἰσραήλ, ἐπισκέψασθε αὐτοὺς σὺν δυνάμει αὐτῶν, σὺ καὶ Ἀαρὼν ἐπισκέψασθε αὐτούς.
Αρ. 1,3     Ολους δηλαδή τους άρρενας από είκοσι ετών και άνω, καθένα από τους Ισραηλίτας, που δύναται να φέρη όπλα. Συ και ο Ααρών θα εξετάσετε και θα καταμετρήσετε αυτούς κατά ομάδας ωργανωμένας.

Αρ. 1,4     καὶ μεθ᾿ ὑμῶν ἔσονται ἕκαστος κατὰ φυλὴν ἑκάστου ἀρχόντων, κατ᾿ οἴκους πατριῶν ἔσονται.
Αρ. 1,4     Μαζή σας βοηθοί εις την καταμέτρησιν θα είναι και ένας από κάθε φυλήν και συγκεκριμένως ο άρχων της πατριαρχικής οικογενείας.

Αρ. 1,5     καὶ ταῦτα τὰ ὀνόματα τῶν ἀνδρῶν, οἵτινες παραστήσονται μεθ᾿ ὑμῶν· τῶν Ῥουβήν, Ἐλισοὺρ υἱὸς Σεδιούρ·
Αρ. 1,5     Αυτά είναι τα ονόματα των βοηθών, οι οποίοι θα ευρίσκωνται μαζή σας κατά την αρίθμησιν· Από την φυλήν Ρουβήν, ο Ελισσούρ υιός Σεδιούρ.

Αρ. 1,6     τῶν Συμεών, Σαλαμιὴλ υἱὸς Σουρισαδαί·
Αρ. 1,6     Από την φυλήν του Συμεών, ο Σαλαμιήλ ο υιός του Σουρισαδαί.

Αρ. 1,7     τῶν Ἰούδα, Ναασσὼν υἱὸς Ἀμιναδάβ·
Αρ. 1,7     Από την φυλήν του Ιούδα, ο Ναασσών ο υιός του Αμιναδάβ.

Αρ. 1,8     τῶν Ἰσσάχαρ, Ναθαναὴλ υἱὸς Σωγάρ·
Αρ. 1,8     Από την φυλήν του Ισσάχαρ, ο Ναθαναήλ ο υιός του Σωγάρ.

Αρ. 1,9     τῶν Ζαβουλών, Ἐλιὰβ υἱὸς Χαιλών·
Αρ. 1,9     Από την φυλήν του Ζαβουλών, ο Ελιάβ ο υιός του Χαιλών.

Αρ. 1,10     τῶν υἱῶν Ἰωσήφ, τῶν Ἐφραίμ, Ἐλισαμὰ υἱὸς Ἐμιούδ, τῶν Μανασσῆ, Γαμαλιὴλ υἱὸς Φαδασούρ·
Αρ. 1,10     Από τας φυλάς των υιών Ιωσήφ, του μεν Εφραίμ ο Ελισαμά ο υιός του Εμιούδ, από δε του Μανασσή ο Γαμαλιήλ ο υιός του Φαδασούρ.

Αρ. 1,11     τῶν Βενιαμίν, Ἀβιδὰν υἱὸς Γαδεωνί·
Αρ. 1,11     Από την φυλήν του Βενιαμίν, ο Αβιδάν ο υιός του Γαδεωνί.

Αρ. 1,12     τῶν Δάν, Ἀχιέζερ υἱὸς Ἀμισαδαΐ·
Αρ. 1,12     Από την φυλήν του Δαν, ο Αχιέζερ ο υιός του Αμισαδαΐ.

Αρ. 1,13     τῶν Ἀσήρ, Φαγαϊὴλ υἱὸς Ἐχράν·
Αρ. 1,13     Από την φυλήν του Ασήρ, ο Φαγαϊήλ ο υιός του Εχράν.

Αρ. 1,14     τῶν Γάδ, Ἐλισὰφ υἱὸς Ῥαγουήλ·
Αρ. 1,14     Από την φυλήν του Γαδ, ο Ελοσαφ ο υιός του Ραγουήλ.

Αρ. 1,15     τῶν Νεφθαλί, Ἀχιρὲ υἱὸς Αἰνάν.
Αρ. 1,15     Από την φυλήν του Νεφθαλί, ο Αχιρέ ο υιός του Αινάν.

Αρ. 1,16     οὗτοι ἐπίκλητοι τῆς συναγωγῆς, ἄρχοντες τῶν φυλῶν κατὰ πατριὰς αὐτῶν, χιλίαρχοι Ἰσραήλ εἰσι.
Αρ. 1,16     Αυτοί είναι οι επίσημοι εκείνοι που εκλήθησαν, μεταξύ των Ισραηλιτών, άρχοντες των φυλών κατά τας πατριαρχικάς οικογενείας των, έκαστος από αυτούς άρχων χιλίων ισραηλιτικών οικογενειών.

Αρ. 1,17     καὶ ἔλαβε Μωυσῆς καὶ Ἀαρὼν τοὺς ἄνδρας τούτους τοὺς ἀνακληθέντας ἐξ ὀνόματος
Αρ. 1,17     Ο Μωϋσής και ο Ααρών έλαβον ως βοηθούς των αυτούς τους άνδρας, οι οποίοι είχον ονομαστικώς κληθή,

Αρ. 1,18     καὶ πᾶσαν τὴν συναγωγὴν συνήγαγον ἐν μιιᾷ τοῦ μηνὸς τοῦ δευτέρου ἔτους καὶ ἐπηξονοῦσαν κατὰ γενέσεις αὐτῶν, κατὰ πατριὰς αὐτῶν, κατὰ ἀριθμὸν ὀνομάτων αὐτῶν, ἀπὸ εἰκοσαετοῦς καὶ ἐπάνω, πᾶν ἀρσενικὸν κατὰ κεφαλὴν αὐτῶν,
Αρ. 1,18     συνεκέντρωσαν όλον το πλήθος των Ισραηλιτών κατά την πρώτην του δευτέρου μηνός του δευτέρου έτους από της εξόδου εκ της Αιγύπτου και κατέγραψαν τους αρρένας κατά τας μεγάλας αυτών συγγενείας και τους πατριαρχικούς οίκους κατ' άτομον και ομαδικώς από είκοσι ετών και άνω.

Αρ. 1,19     ὃν τρόπον συνέταξε Κύριος τῷ Μωυσῇ· καὶ ἐπεσκέπησαν ἐν τῇ ἐρήμῳ τοῦ Σινά.
Αρ. 1,19     Οπως διέταξεν ο Κυριος τον Μωϋσήν, έτσι και εμέτρησαν τους Ισραηλίτας εις την έρημον Σινά.

Αρ. 1,20     Καὶ ἐγένοντο οἱ υἱοὶ Ῥουβὴν πρωτοτόκου Ἰσραὴλ κατὰ συγγενείας αὐτῶν, κατὰ δήμους αὐτῶν, κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν, κατὰ ἀριθμὸν ὀνομάτων αὐτῶν, κατὰ κεφαλὴν αὐτῶν, πάντα ἀρσενικὰ ἀπὸ εἰκοσαετοῦς καὶ ἐπάνω, πᾶς ὁ ἐκπορευόμενος ἐν τῇ δυνάμει,
Αρ. 1,20     Εγινε λοιπόν η αρίθμησις των αρρένων της φυλής Ρουβήν, του πρωτοτόκου υιού του Ιακώβ, από εικοσαετούς και άνω, όλων εκείνων οι οποίοι ημπορούσαν να φέρουν όπλα, κατά τας μεγάλας αυτών συγγενείας, κατά τους δήμους και κατά τας πατριαρχικάς των οικογενείας συνολικώς και ονομαστικώς.

Αρ. 1,21     ἡ ἐπίσκεψις αὐτῶν ἐκ τῆς φυλῆς Ῥουβὴν ἓξ καὶ τεσσαράκοντα χιλιάδες καὶ πεντακόσιοι.
Αρ. 1,21     Η αρίθμησις των ανδρών εκ της φυλής Ρουβήν έφθασε τας σαράντα εξ χιλιάδας πεντακοσίους.

Αρ. 1,22     τοῖς υἱοῖς Συμεὼν κατὰ συγγενείας αὐτῶν, κατὰ δήμους αὐτῶν, κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν, κατὰ ἀριθμὸν ὀνομάτων αὐτῶν, κατὰ κεφαλὴν αὐτῶν, πάντα ἀρσενικὰ ἀπὸ εἰκοσαετοῦς καὶ ἐπάνω, πᾶς ὁ ἐκπορευόμενος ἐν τῇ δυνάμει,
Αρ. 1,22     Εγινεν αρίθμησις των αρρένων της φυλής του Συμεών κατά τας μεγάλας συγγενείας των, κατά τους δήμους, κατά τας πατριαρχικάς οικογενείας συνολικώς και ατομικώς, όλων των από είκοσι ετών και άνω, των δυναμένων να φέρουν όπλα.

Αρ. 1,23     ἡ ἐπίσκεψις αὐτῶν ἐκ τῆς φυλῆς Συμεὼν ἐννέα καὶ πεντήκοντα χιλιάδες καὶ τριακόσιοι.
Αρ. 1,23     Οι αριθμηθέντες άνδρες εκ της φυλής Συμεών ανήλθον εις πεντήκοντα εννέα χιλιάδας τριακοσίους.

Αρ. 1,24     τοῖς υἱοῖς Ἰούδα κατὰ συγγενείας αὐτῶν, κατὰ δήμους αὐτῶν, κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν, κατὰ ἀριθμὸν ὀνομάτων αὐτῶν, κατὰ κεφαλὴν αὐτῶν, πάντα ἀρσενικὰ ἀπὸ εἰκοσαετοῦς καὶ ἐπάνω, πᾶς ὁ ἐκπορευόμενος ἐν τῇ δυνάμει,
Αρ. 1,24     Εγινεν αρίθμησις όλων των αρρένων εκ της φυλής Ιούδα, από είκοσιν ετών και άνω των δυναμένων να φέρουν όπλα, κατά τας μεγάλας συγγενείας, κατά τους δήμους, κατά τας πατριαρχικάς οικογενείας, εν συνόλω και κατ' άτομον.

Αρ. 1,25     ἡ ἐπίσκεψις αὐτῶν ἐκ τῆς φυλῆς Ἰούδα τέσσαρες καὶ ἑβδομήκοντα χιλιάδες καὶ ἑξακόσιοι.
Αρ. 1,25     Οι αρίθμηθεντες άνδρες εκ της φυλής Ιούδα ανήλθον εις εβδομήκοντα τέσσαρας χιλιάδας εξακοσίους.

Αρ. 1,26     τοῖς υἱοῖς Ἰσσάχαρ κατὰ συγγενείας αὐτῶν, κατὰ δήμους αὐτῶν, κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν, κατὰ ἀριθμὸν ὀνομάτων αὐτῶν, κατὰ κεφαλὴν αὐτῶν, πάντα ἀρσενικὰ ἀπὸ εἰκοσαετοῦς καὶ ἐπάνω, πᾶς ὁ ἐκπορευόμενος ἐν τῇ δυνάμει,
Αρ. 1,26     Εγινεν η απογραφή της φυλής Ισσάχαρ κατά τας μεγάλας συγγενείας αυτών, κατά τους δήμους, κατά τας πατριαρχικάς οικογενείας, συνολικώς και ατομικώς, από είκοση ετών και άνω, όλων των ανδρών, που ηδύναντο να φέρουν όπλα,

Αρ. 1,27     ἡ ἐπίσκεψις αὐτῶν ἐκ τῆς φυλῆς Ἰσσάχαρ τέσσαρες καὶ πεντήκοντα χιλιάδες καὶ τετρακόσιοι.
Αρ. 1,27     και ο αριθμός αυτός εκ της φυλής Ισσάχαρ άφθασε τας πεντήκοντα τέσσαρας χιλιάδας τετρακοσίους.

Αρ. 1,28     τοῖς υἱοῖς Ζαβουλὼν κατὰ συγγενείας αὐτῶν, κατὰ δήμους αὐτῶν, κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν, κατ᾿ ἀριθμὸν ὀνομάτων αὐτῶν, κατὰ κεφαλὴν αὐτῶν, πάντα ἀρσενικὰ ἀπὸ εἰκοσαετοῦς καὶ ἐπάνω, πᾶς ὁ ἐκπορευόμενος ἐν τῇ δυνάμει,
Αρ. 1,28     Εγινεν αρίθμησις των υιών της φυλής Ζαβουλών κατά τας μεγάλας συγγενείας των, κατά τους δήμους, κατά τας πατριαρχικάς οικογενείας των, συνολικώς και ατομικώς, δι' όλους τους από είκοσιν ετών και άνω άρρενας, τους δυναμένους να φέρουν όπλα,

Αρ. 1,29     ἡ ἐπίσκεψις αὐτῶν ἐκ τῆς φυλῆς Ζαβουλὼν ἑπτὰ καὶ πεντήκοντα χιλιάδες καὶ τετρακόσιοι.
Αρ. 1,29     και ο αριθμός αυτών από την φυλήν Ζαβουλών ανήλθεν εις πεντήκοντα επτά χιλιάδας τετρακοσίους.

Αρ. 1,30     τοῖς υἱοῖς Ἰωσὴφ υἱοῖς Ἐφραὶμ κατὰ συγγενείας αὐτῶν, κατὰ δήμους αὐτῶν, κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν, κατὰ ἀριθμὸν ὀνομάτων αὐτῶν, κατὰ κεφαλὴν αὐτῶν, πάντα ἀρσενικὰ ἀπὸ εἰκοσαετοῦς καὶ ἐπάνω, πᾶς ὁ ἐκπορευόμενος ἐν τῇ δυνάμει,
Αρ. 1,30     Εγινεν αρίθμησις εις τας φυλάς των δύο υιών του Ιωσήφ, του Εφραίμ πρώτον κατά τας μεγάλας συγγενείας, κατά τους δήμους, κατά τας πατριαρχικάς οικογενείας των, συνολικώς και ατομικώς όλων των αρρένων, οι οποίοι ηδύναντο να φέρουν όπλα.

Αρ. 1,31     ἡ ἐπίσκεψις αὐτῶν ἐκ τῆς φυλῆς Ἐφραὶμ τεσσαράκοντα χιλιάδες καὶ πεντακόσιοι.
Αρ. 1,31     Ο αριθμός των απογραφέντων από την φυλήν Εφραίμ ανήλθεν εις τεσσαράκοντα χιλιάδας πεντακοσίους.

Αρ. 1,32     τοῖς υἱοῖς Μανασσῆ κατὰ συγγενείας αὐτῶν, κατὰ δήμους αὐτῶν, κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν, κατὰ ἀριθμὸν ὀνομάτων αὐτῶν, κατὰ κεφαλὴν αὐτῶν, πάντα ἀρσενικὰ ἀπὸ εἰκοσαετοῦς καὶ ἐπάνω, πᾶς ὁ ἐκπορευόμενος ἐν τῇ δυνάμει,
Αρ. 1,32     Εγινεν αρίθμησις της φυλής του Μανασσή, υιού του Ιωσήφ, κατά τας μεγάλας συγγενείας, κατά δήμους, κατά πατριαρχικάς οικογενείας, εν συνόλω και κατ' άτομον, όλων των αρρένων από είκοσι ετών και άνω, των δυναμένων να φέρουν όπλα.

Αρ. 1,33     ἡ ἐπίσκεψις αὐτῶν ἐκ τῆς φυλῆς Μανασσῆ δύο καὶ τριάκοντα χιλιάδες καὶ διακόσιοι.
Αρ. 1,33     Το σύνολον των απογραφέντων από την φυλήν Μανασσή ανήλθεν εις τριάκοντα δύο χιλιάδας διακοσίους.

Αρ. 1,34     τοῖς υἱοῖς Βενιαμὶν κατὰ συγγενείας αὐτῶν, κατὰ δήμους αὐτῶν, κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν, κατὰ ἀριθμὸν ὀνομάτων αὐτῶν, κατὰ κεφαλὴν αὐτῶν, πάντα ἀρσενικὰ ἀπὸ εἰκοσαετοῦς καὶ ἐπάνω, πᾶς ὁ ἐκπορευόμενος ἐν τῇ δυνάμει,
Αρ. 1,34     Εγινεν αρίθμησις της φυλής Βενιαμίν κατά τας μεγάλας συγγενείας, κατά δήμους, κατά πατριαρχικάς οικογενείας, εν συνόλω και κατ' άτομον, όλων των αρρένων, όσοι ηδύναντο να φέρουν όπλα, από είκοσι ετών και άνω

Αρ. 1,35     ἡ ἐπίσκεψις αὐτῶν ἐκ τῆς φυλῆς Βενιαμὶν πέντε καὶ τριάκοντα χιλιάδες καὶ τετρακόσιοι.
Αρ. 1,35     και το σύνολον των απογραφέντων εκ της φυλής Βενιαμίν ανήλθεν εις τριάκοντα πέντε χιλιάδας τετρακοσίους.

Αρ. 1,36     τοῖς υἱοῖς Γὰδ κατὰ συγγενείας αὐτῶν, κατὰ δήμους αὐτῶν, κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν, κατὰ ἀριθμὸν ὀνομάτων αὐτῶν, κατὰ κεφαλὴν αὐτῶν, πάντα ἀρσενικὰ ἀπὸ εἰκοσαετοῦς καὶ ἐπάνω, πᾶς ὁ ἐκπορευόμενος ἐν τῇ δυνάμει,
Αρ. 1,36     Εγινεν απογραφή των υιών της φυλής Γαδ κατά τας μεγάλας συγγενείας, κατά δήμους, κατά πατριαρχικάς οικογενείας, συνολικώς και ατομικώς, όλων των αρρένων, των δυναμένων να φέρουν όπλα από είκοσι ετών και άνω.

Αρ. 1,37     ἡ ἐπίσκεψις αὐτῶν ἐκ τῆς φυλῆς Γὰδ πέντε καὶ τεσσαράκοντα χιλιάδες καὶ ἑξακόσιοι καὶ πεντήκοντα.
Αρ. 1,37     Το σύνολον των απογραφέντων από την φυλήν Γαδ ανήλθεν εις τεσσαράκοντα πέντε χιλιάδας εξακοσίους πεντήκοντα.

Αρ. 1,38     τοῖς υἱοῖς Δὰν κατὰ συγγενείας αὐτῶν, κατὰ δήμους αὐτῶν, κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν, κατὰ ἀριθμὸν ὀνομάτων αὐτῶν, κατὰ κεφαλὴν αὐτῶν, πάντα ἀρσενικὰ ἀπὸ εἰκοσαετοῦς καὶ ἐπάνω, πᾶς ὁ ἐκπορευόμενος ἐν τῇ δυνάμει,
Αρ. 1,38     Εγινεν αρίθμησις των υιών της φυλής Δαν κατά τας μεγάλας αυτών συγγενείας, κατά δήμους, κατά πατριαρχικάς οικογενείας, συνολικώς και ατομικώς, όλων των αρρένων από είκοσι ετών και άνω των δυναμένων να φέρουν όπλα.

Αρ. 1,39     ἡ ἐπίσκεψις αὐτῶν ἐκ τῆς φυλῆς Δὰν δύο καὶ ἑξήκοντα χιλιάδες καὶ ἑπτακόσιοι.
Αρ. 1,39     Οι απογραφέντες εκ της φυλής του Δαν ανήλθον εις εξήκοντα δύο χιλιάδας επτακοσίους.

Αρ. 1,40     τοῖς υἱοῖς Ἀσὴρ κατὰ συγγενείας αὐτῶν, κατὰ δήμους αὐτῶν, κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν, κατὰ ἀριθμὸν ὀνομάτων αὐτῶν, κατὰ κεφαλὴν αὐτῶν, πάντα ἀρσενικὰ ἀπὸ εἰκοσαετοῦς καὶ ἐπάνω, πᾶς ὁ ἐκπορευόμενος ἐν τῇ δυνάμει,
Αρ. 1,40     Εγινεν αρίθμησις των υιών της φυλής Ασήρ κατά τας μεγάλας συγγενείας των, κατά δήμους, κατά πατριαρχικάς οικογενείας, συνολικώς και ατομικώς, όλων των άνω των είκοσι ετών αρρένων, των δυναμένων να φέρουν όπλα.

Αρ. 1,41     ἡ ἐπίσκεψις αὐτῶν ἐκ τῆς φυλῆς Ἀσὴρ μία καὶ τεσσαράκοντα χιλιάδες καὶ πεντακόσιοι.
Αρ. 1,41     Ο αριθμός των απογραφέντων εκ της φυλής του Ασήρ ανήλθεν εις τεσσαράκοντα μίαν χιλιάδας πεντακοσίους.

Αρ. 1,42     τοῖς υἱοῖς Νεφθαλὶ κατὰ συγγενείας αὐτῶν, κατὰ δήμους αὐτῶν, κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν, κατὰ ἀριθμὸν ὀνομάτων αὐτῶν, κατὰ κεφαλὴν αὐτῶν, πάντα ἀρσενικὰ ἀπὸ εἰκοσαετοῦς καὶ ἐπάνω, πᾶς ὁ ἐκπορευόμενος ἐν τῇ δυνάμει,
Αρ. 1,42     Εγινε αρίθμησις της φυλής του Νεφθαλίμ κατά τας μεγάλας συγγενείας αυτών, κατά δήμους, κατά πατριαρχικάς οικογενείας, εν συνόλω και κατ' άτομον, όλων των αρρένων από είκοσι ετών και άνω των δυναμένων να φέρουν όπλα.

Αρ. 1,43     ἡ ἐπίσκεψις αὐτῶν ἐκ τῆς φυλῆς Νεφθαλὶ τρεῖς καὶ πεντήκοντα χιλιάδες καὶ τετρακόσιοι.
Αρ. 1,43     Ο αριθμός των απογραφέντων εκ της φυλής του Νεφθαλίμ ανήλθεν εις πεντήκοντα τρεις χιλιάδας τετρακοσίους.

Αρ. 1,44     αὕτη ἡ ἐπίσκεψις, ἣν ἐπεσκέψαντο Μωυσῆς καὶ Ἀαρὼν καὶ οἱ ἄρχοντες Ἰσραήλ, δώδεκα ἄνδρες· ἀνὴρ εἷς κατὰ φυλὴν μίαν, κατὰ φυλὴν οἴκων πατριᾶς ἦσαν.
Αρ. 1,44     Αυτή ήτο η αρίθμησις και η απογραφή, την οποίαν έκαμαν ο Μωϋσής, ο Ααρών και οι δώδεκα Ισραηλίται άρχοντες, ένας από κάθε φυλήν, φύλαρχος μιας πατριαρχικής οικογενείας.

Αρ. 1,45     καὶ ἐγένετο πᾶσα ἡ ἐπίσκεψις υἱῶν Ἰσραὴλ σὺν δυνάμει αὐτῶν ἀπὸ εἰκοσαετοῦς καὶ ἐπάνω, πᾶς ὁ ἐκπορευόμενος παρατάξασθαι ἐν Ἰσραήλ,
Αρ. 1,45     Απαντες οι αριθμηθέντες και καταγραφέντες Ισραηλίται, κατά ομάδας ωργανωμένας, από εικοσαετούς και άνω, οι οποίοι ηδύναντο να φέρουν όπλα και να παραταχθούν εις πόλεμον,

Αρ. 1,46     ἑξακόσιαι χιλιάδες καὶ τρισχίλιοι καὶ πεντακόσιοι καὶ πεντήκοντα.
Αρ. 1,46     ήσαν εξακόσιαι τρεις χιλιάδες πεντακόσιοι πεντήκοντα.

Αρ. 1,47     Οἱ δὲ Λευῖται ἐκ τῆς φυλῆς πατριᾶς αὐτῶν οὐκ ἐπεσκέπησαν ἐν τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ.
Αρ. 1,47     Οι δε καταγόμενοι εκ της φυλής και πατριάς Λευϊ, οι Λευΐται, δεν ηριθμήθησαν και δεν κατεγράφησαν μεταξύ των Ισραηλιτών,

Αρ. 1,48     καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Αρ. 1,48     διότι ο Κυριος ελάλησε προς τον Μωϋσήν λέγων·

Αρ. 1,49     ὅρα, τὴν φυλὴν Λευὶ οὐ συνεπισκέψῃ, καὶ τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν οὐ λήψῃ ἐν μέσῳ υἱῶν Ἰσραήλ.
Αρ. 1,49     “πρόσεχε ! Την φυλήν του Λευϊ δεν θα την καταμετρήσης και δεν θα συμπεριλάβης τον αριθμόν των Λευϊτών μεταξύ των άλλων Ισραηλιτών,

Αρ. 1,50     καὶ σὺ ἐπίστησον τοὺς Λευίτας ἐπὶ τὴν σκηνὴν τοῦ μαρτυρίου καὶ ἐπὶ πάντα τὰ σκεύη αὐτῆς καὶ ἐπὶ πάντα ὅσα ἐστὶν ἐν αὐτῇ· αὐτοὶ ἀροῦσι τὴν σκηνὴν καὶ πάντα τὰ σκεύη αὐτῆς, καὶ αὐτοὶ λειτουργήσουσιν ἐν αὐτῇ καὶ κύκλῳ τῆς σκηνῆς παρεμβαλοῦσι.
Αρ. 1,50     αλλά να ορίσης τους Λευΐτας εις την υπηρεσίαν της Σκηνής του Μαρτυρίου, να αναθέσης εις αυτούς την φροντίδα δι' όλα τα σκεύη της Σκηνής και δι' όλα όσα υπάρχουν εις αυτήν. Αυτοί θα σηκώνουν και θα μεταφέρουν την Σκηνήν και όλα τα σκεύη της, αυτοί θα υπηρετούν εις αυτήν και γύρω από την Σκηνήν θα κατασκηνώνουν.

Αρ. 1,51     καὶ ἐν τῷ ἐξαίρειν τὴν σκηνήν, καθελοῦσιν αὐτὴν οἱ Λευῖται, καὶ ἐν τῷ παρεμβάλλειν τὴν σκηνήν, ἀναστήσουσι· καὶ ὁ ἀλλογενὴς ὁ προσπορευόμενος ἀποθανέτω.
Αρ. 1,51     Οταν πρόκειται να μεταφέρουν την Σκηνήν, αυτοί θα την διαλύουν και όταν πρόκειται να κατασκηνώσετε, αυτοί θα την στήνουν. Καθε άλλος μη Λευΐτης, ο οποίος ήθελε πλησιάσει την Σκηνήν, θα αποθνήσκη.

Αρ. 1,52     καὶ παρεμβαλοῦσιν οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ, ἀνὴρ ἐν τῇ ἑαυτοῦ τάξει καὶ ἀνὴρ κατὰ τὴν ἑαυτοῦ ἡγεμονίαν σὺν δυνάμει αὐτῶν.
Αρ. 1,52     Οι δε άλλοι Ισραηλίται θα στρατοπεδεύουν καθένας κατά την καθωρισμένην ομάδα αυτού υπό τον αρχηγόν αυτού και κατά την φυλήν εις την οποίαν ανήκει.

Αρ. 1,53     οἱ δὲ Λευῖται παρεμβαλλέτωσαν ἐναντίοι κύκλῳ τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου, καὶ οὐκ ἔσται ἁμάρτημα ἐν υἱοῖς Ἰσραήλ· καὶ φυλάξουσιν οἱ Λευῖται αὐτοὶ τὴν φυλακὴν τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου.
Αρ. 1,53     Οι Λευίται όμως θα κατασκηνώσουν απέναντι των άλλων Ισραηλιτών κύκλω εις την Σκηνήν του Μαρτυρίου ώστε οι Ισραηλίται να μη έρχωνται εις επαφήν με την Σκηνήν και έτσι αμαρτάνουν. Μονον οι Λευίται θα είναι οι φρουροί και οι φύλακες της Σκηνής του Μαρτυρίου”.

Αρ. 1,54     καὶ ἐποίησαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ κατὰ πάντα, ἃ ἐνετείλατο Κύριος τῷ Μωυσῇ καὶ Ἀραρών, οὕτως ἐποίησαν.
Αρ. 1,54     Οι Ισραηλίται εξετέλεσαν κατά πάντα, όλα όσα ο Κυριος είχε διατάξει τον Μωϋσήν και τον Ααρών. Οπως είχε διατάξει, έτσι και έκαμαν.

Αρ. 2,1     Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν καὶ Ἀαρὼν λέγων·
Αρ. 2,1     Ο Κυριος ελάλησε προς τον Μωϋσήν και τον Ααρών και είπεν·

Αρ. 2,2     ἄνθρωπος ἐχόμενος αὐτοῦ κατὰ τάγμα, κατὰ σημαίας, κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν, παρεμβαλλέτωσαν οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ· ἐναντίοι κύκλῳ τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου παρεμβαλοῦσιν οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ.
Αρ. 2,2     “ας παραταχθούν οι Ισραηλίται ο ένας πλησίον του αλλού εις τα τάγματά των, υπό την ωρισμένην σημαίαν των, κατά τας φυλάς των, εις κάποιαν απόστασιν και κύκλω από την Σκηνήν του Μαρτυρίου, εκεί ας στρατοπεδεύσουν.

Αρ. 2,3     καὶ οἱ παρεμβάλλοντες πρῶτοι κατὰ ἀνατολάς, τάγμα παρεμβολῆς Ἰούδα σὺν δυνάμει αὐτῶν, καὶ ὁ ἄρχων τῶν υἱῶν Ἰούδα, Ναασσὼν υἱὸς Ἀμιναδάβ·
Αρ. 2,3     Το τάγμα της φυλής Ιούδα με τας στρατιωτικάς του δυνάμεις και με αρχηγόν εκ της φυλής Ιούδα τον Ναασσών, υιόν του Αμιναδάβ, ας στρατοπεδεύσουν πρώτοι προς το ανατολικόν μέρος.

Αρ. 2,4     δύναμις αὐτοῦ οἱ ἐπεσκεμμένοι τέσσαρες καὶ ἑβδομήκοντα χιλιάδες καὶ ἑξακόσιοι.
Αρ. 2,4     Η αριθμηθείσα στρατιωτική δύναμις της φυλής αυτής ανήλθεν εις εβδομήκοντα τέσσαρας χιλιάδας εξακοσίους.

Αρ. 2,5     καὶ οἱ παρεμβάλλοντες ἐχόμενοι φυλῆς Ἰσσάχαρ, καὶ ὁ ἄρχων τῶν υἱῶν Ἰσσάχαρ, Ναθαναὴλ υἱὸς Σωγάρ·
Αρ. 2,5     Οι της φυλής Ισσάχαρ ας στρατοπεδεύσουν πλησίον της φυλής Ιούδα. Αρχηγός της φυλής Ισσάχαρ ήτο ο Ναθαναήλ υιός του Σωγάρ.

Αρ. 2,6     δύναμις αὐτοῦ οἱ ἐπεσκεμμένοι, τέσσαρες καὶ πεντήκοντα χιλιάδες καὶ τετρακόσιοι.
Αρ. 2,6     Η αριθμηθείσα στρατιωτική αυτού δύναμις ανήλθεν εις πεντήκοντα τέσσαρας χιλιάδας τετρακοσίους.

Αρ. 2,7     καὶ οἱ παρεμβάλλοντες ἐχόμενοι φυλῆς Ζαβουλών, καὶ ὁ ἄρχων τῶν υἱῶν Ζαβουλών, Ἑλιὰβ υἱὸς Χαιλών·
Αρ. 2,7     Πλησίον αυτών θα είναι στρατοπεδευμένοι οι εκ της φυλής Ζαβουλών. Αρχηγός δε της φυλής Ζαβουλών ήτο ο Ελιάβ υιός του Χαιλών.

Αρ. 2,8     δύναμις αὐτοῦ οἱ ἐπεσκεμμένοι, ἑπτὰ καὶ πεντήκοντα χιλιάδες καὶ τετρακόσιοι.
Αρ. 2,8     Η καταγραφείσα στρατιωτική αυτού δύναμις ανήλθεν εις πεντήκοντα επτά χιλιάδας τετρακοσίους.

Αρ. 2,9     πάντες οἱ ἐπεσκεμμένοι ἐκ τῆς παρεμβολῆς Ἰούδα ἑκατὸν ὀγδοήκοντα χιλιάδες καὶ ἑξακισχίλιοι καὶ τετρακόσιοι, σὺν δυνάμει αὐτῶν πρῶτοι ἐξαιροῦσι.
Αρ. 2,9     Ολοι οι αριθμηθέντες και καταγραφέντες της στρατιωτικής δυνάμεως υπό την αρχηγίαν της φυλής Ιούδα ανήλθον εις εκατόν ογδοήκοντα εξ χιλιάδας τετρακοσίους. Αυτοί δε πρώτοι θα εκκινούν κατά την αναχώρησιν.

Αρ. 2,10     τάγμα παρεμβολῆς Ῥουβὴν πρὸς λίβα δύναμις αὐτῶν, καὶ ὁ ἄρχων τῶν υἱῶν Ῥουβήν, Ἑλισοὺρ υἱὸς Σεδιούρ·
Αρ. 2,10     Το στρατιωτικόν σώμα της φυλής Ρουβήν θα ευρίσκεται προς νότον και αρχηγός αυτού ήτο ο Ελισούρ υιός του Σεδιούρ.

Αρ. 2,11     δύναμις αὐτοῦ οἱ ἐπεσκεμμένοι, ἓξ καὶ τεσσαράκοντα χιλιάδες καὶ πεντακόσιοι.
Αρ. 2,11     Η αριθμηθείσα στρατιωτική του δύναμις ανήλθεν εις τεσσαράκοντα εξ χιλιάδας πεντακοσίους.

Αρ. 2,12     καὶ οἱ παρεμβάλλοντες ἐχόμενοι αὐτοῦ φυλῆς Συμεών, καὶ ὁ ἄρχων τῶν υἱῶν Συμεών, Σαλαμιὴλ υἱὸς Σουρισαδαί·
Αρ. 2,12     Πλησίον της φυλής αυτής στρατοπεδευμένοι θα είναι οι της φυλής Συμεών και αρχηγός αυτών ήτο ο Σαλαμιήλ, υιός του Σουρισαδαί.

Αρ. 2,13     δύναμις αὐτοῦ οἱ ἐπεσκεμμένοι, ἐννέα καὶ πεντήκοντα χιλιάδες καὶ τριακόσιοι.
Αρ. 2,13     Η αριθμηθείσα στρατιωτική της φυλής Συμεών δύναμις ήτο πεντήκοντα εννέα χιλιάδας τριακόσιοι.

Αρ. 2,14     καὶ οἱ παρεμβάλλοντες ἐχόμενοι αὐτοῦ φυλῆς Γάδ, καὶ ὁ ἄρχων τῶν υἱῶν Γάδ, Ἑλισὰφ υἱὸς Ῥαγουήλ·
Αρ. 2,14     Πλησίον της φυλής Συμεών θα στρατοπεδεύη η φυλή Γαδ. Αρχηγός αυτής της φυλής ήτο ο Ελισάφ υιός του Ραγουήλ.

Αρ. 2,15     δύναμις αὐτοῦ οἱ ἐπεσκεμμένοι, πέντε καὶ τεσσαράκοντα χιλιάδες καὶ ἑξακόσιοι καὶ πεντήκοντα.
Αρ. 2,15     Η αριθμηθείσα στρατιωτική δύναμις της φυλής αυτής ανήλθεν εις τεσσαράκοντα πέντε χιλιάδας εξακοσίους πεντήκοντα.

Αρ. 2,16     πάντες οἱ ἐπεσκεμμένοι τῆς παρεμβολῆς Ῥουβήν, ἑκατὸν πεντήκοντα μία χιλιάδες καὶ τετρακόσιοι καὶ πεντήκοντα, σὺν δυνάμει αὐτῶν δεύτεροι ἐξαροῦσι.
Αρ. 2,16     Ολοι οι αριθμηθέντες της στρατιωτικής δυνάμεως υπό την αρχηγίαν της φυλής Ρουβήν ανήλθον εις εκατόν πεντήκοντα μίαν χιλιάδας τετρακοσίους πεντήκοντα. Αυταί αι στρατιωτικαί μονάδες θα ακολουθούν δεύτεραι κατά την εκκίνησιν.

Αρ. 2,17     καὶ ἀρθήσεται ἡ σκηνὴ τοῦ μαρτυρίου καὶ ἡ παρεμβολὴ τῶν Λευιτῶν μέσον τῶν παρεμβολῶν· ὡς καὶ παρεμβαλοῦσιν, οὕτω καὶ ἐξαροῦσιν ἕκαστος ἐχόμενος καθ᾿ ἡγεμονίας.
Αρ. 2,17     Επειτα θα ακολουθήση η Σκηνή του Μαρτυρίου με την παράταξιν των Λευϊτών στο μέσον των άλλων στρατοπέδων. Αυτοί όπως θα στρατοπεδεύουν έτσι και θα βαδίζουν, ο καθένας πλησίον του αρχηγού του.

Αρ. 2,18     Τάγμα παρεμβολῆς Ἐφραὶμ παρὰ θάλασσαν σὺν δυνάμει αὐτῶν καὶ ὁ ἄρχων τῶν υἱῶν Ἐφραίμ, Ἐλισαμὰ υἱὸς Ἐμιούδ·
Αρ. 2,18     Το στρατιωτικόν σώμα της φυλής του Εφραίμ θα στρατοπεδεύη προς δυσμάς. Αρχων της φυλής Εφραίμ ήτο ο Ελισσαμά, υιός του Εμιούδ.

Αρ. 2,19     δύναμις αὐτοῦ οἱ ἐπεσκεμμένοι, τεσσαράκοντα χιλιάδες καὶ πεντακόσιοι.
Αρ. 2,19     Η αριθμηθείσα στρατιωτική του δύναμις ανήλθεν εις τεσσαράκοντα χιλιάδας πεντακοσίους.

Αρ. 2,20     καὶ οἱ παρεμβάλλοντες ἐχόμενοι φυλῆς Μανασσῆ, καὶ ὁ ἄρχων τῶν υἱῶν Μανασσῆ, Γαμαλιὴλ υἱὸς Φαδασσούρ·
Αρ. 2,20     Πλησίον της φυλής Εφραίμ θα στρατοπεδεύη η φυλή του Μανασσή. Αρχων της φυλής αυτής ήτο ο Γαμαλιήλ, υιός Φαδασσούρ.

Αρ. 2,21     δύναμις αὐτοῦ οἱ ἐπεσκεμμένοι, δύο καὶ τριάκοντα χιλιάδες καὶ διακόσιοι.
Αρ. 2,21     Η αριθμηθείσα στρατιωτική δύναμις αυτής της φυλής ανήλθεν εις τριάκοντα δύο χιλιάδας διακοσίους.

Αρ. 2,22     καὶ οἱ παρεμβάλλοντες ἐχόμενοι φυλῆς Βενιαμίν, καὶ ὁ ἄρχων τῶν υἱῶν Βενιαμίν, Ἀβιδὰν υἱὸς Γαδεωνί·
Αρ. 2,22     Πλησίον της φυλής Μανασσή θα στρατοπεδεύη η φυλή Βενιαμίν. Αρχων αυτής ήτο ο Αβιδάν, υιός του Γαδεωνί.

Αρ. 2,23     δύναμις αὐτοῦ οἱ ἐπεσκεμμένοι, πέντε καὶ τριάκοντα χιλιάδες καὶ τετρακόσιοι.
Αρ. 2,23     Η απογραφείσα στρατιωτική δύναμις αυτής της φυλής ανήλθεν εις τριάκοντα πέντε χιλιάδας τετρακοσίους.

Αρ. 2,24     πάντες οἱ ἐπεσκεμμένοι τῆς παρεμβολῆς Ἐφραίμ, ἑκατὸν χιλιάδες καὶ ὀκτακισχίλιοι καὶ ἑκατόν, σὺν δυνάμει αὐτῶν τρίτοι ἐξαροῦσι.
Αρ. 2,24     Ολοι οι αριθμηθέντες του στρατεύματος υπό την αρχηγίαν της φυλής του Εφραίμ ήσαν εκατόν οκτώ χιλιάδες εκατόν. Αυτοί θα ξεκινούν τρίτοι εις εκάστην αναχώρησιν.

Αρ. 2,25     Τάγμα παρεμβολῆς Δὰν πρὸς βοῤῥᾶν σὺν δυνάμει αὐτῶν, καὶ ὁ ἄρχων τῶν υἱῶν Δάν, Ἀχιέζερ υἱὸς Ἀμισαδαί·
Αρ. 2,25     Προς βορράν θα στρατοπεδεύη το σώμα της φυλής του Δαν με την στρατιωτικήν του δύναμιν. Αρχων της φυλής αυτής ήτο ο Αχιέζερ, υιός του Αμισαδαί.

Αρ. 2,26     δύναμις αὐτοῦ οἱ ἐπεσκεμμένοι, δύο καὶ ἑξήκοντα χιλιάδες καὶ ἑπτακόσιοι.
Αρ. 2,26     Η καταριθμηθείσα στρατιωτική δύναμις αυτής ανήλθεν εις εξήκοντα δύο χιλιάδας επτακοσίους.

Αρ. 2,27     καὶ οἱ παρεμβάλλοντες ἐχόμενοι αὐτοῦ φυλὴ Ἀσήρ, καὶ ὁ ἄρχων τῶν υἱῶν Ἀσήρ, Φαγεὴλ υἱὸς Ἐχράν·
Αρ. 2,27     Πλησίον της φυλής Δαν θα στρατοπεδεύη η φυλή του Ασήρ. Αρχων της φυλής αυτής ήτο ο Φαγεήλ, υιός του Εχράν.

Αρ. 2,28     δύναμις αὐτοῦ οἱ ἐπεσκεμμένοι, μία καὶ τεσσαράκοντα χιλιάδες καὶ πεντακόσιοι.
Αρ. 2,28     Η αριθμηθείσα και απογραφείσα στρατιωτική δύναμις αυτής ανήλθεν εις τεσσαράκοντα μίαν χιλιάδας πεντακοσίους.

Αρ. 2,29     καὶ οἱ παρεμβάλλοντες ἐχόμενοι φυλῆς Νεφθαλί, καὶ ὁ ἄρχων τῶν υἱῶν Νεφθαλί, Ἀχιρὲ υἱὸς Αἰνάν·
Αρ. 2,29     Πλησίον της φυλής Ασήρ θα στρατοπεδεύουν οι της φυλής Νεφθαλείμ. Αρχων της φυλής αυτής ήτο ο Αχιρέ, υιός του Αινάν.

Αρ. 2,30     δύναμις αὐτοῦ οἱ ἐπεσκεμμένοι, τρεῖς καὶ πεντήκοντα χιλιάδες καὶ τετρακόσιοι.
Αρ. 2,30     Η αριθμηθείσα στρατιωτική δύναμις αυτού ανήλθεν εις πενήκοντα τρεις χιλιάδας τετρακοσίους.

Αρ. 2,31     πάντες οἱ ἐπεσκεμμένοι τῆς παρεμβολῆς Δὰν ἑκατὸν καὶ πεντηκονταεπτὰ χιλιάδες καὶ ἑξακόσιοι· ἔσχατοι ἐξαροῦσι κατὰ τάγμα αὐτῶν.
Αρ. 2,31     Ολοι οι αριθμηθέντες και καταγραφέντες στο στρατιωτικόν σώμα υπό την αρχηγίαν της φυλής του Δαν ανήρχοντο εις εκατόν πεντήκοντα επτά χιλιάδας εξακοσίους. Τελευταίοι αυτοί θα ξεκινούν, κατά τα τάγματα αυτών εις εκάστην αναχώρησιν.

Αρ. 2,32     αὕτη ἡ ἐπίσκεψις τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν· πᾶσα ἡ ἐπίσκεψις τῶν παρεμβολῶν σὺν ταῖς δυνάμεσιν αὐτῶν, ἑξακόσιαι χιλιάδες καὶ τρισχίλιοι πεντακόσιοι πεντήκοντα.
Αρ. 2,32     Αυτή είναι η αρίθμησις και καταγραφή των Ισραηλιτών κατά τας φυλάς αυτών. Το σύνολον των αριθμηθέντων με τας στρατιωτικάς των δυνάμεις, ανήλθον εις εξακοσίας τρεις χιλιάδας πεντακοσίους πεντήκοντα.

Αρ. 2,33     οἱ δὲ Λευῖται οὐ συνεπεσκέπησαν ἐν αὐτοῖς, καθὰ ἐνετείλατο Κύριος τῷ Μωυσῇ.
Αρ. 2,33     Οι Λευϊται όμως δεν απεγράφησαν μαζή με τους άλλους Ισραηλίτας, διότι αυτήν την εντολήν είχε δώσει ο Κυριος στον Μωϋσήν.

Αρ. 2,34     καὶ ἐποίησαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ πάντα, ὅσα συνέταξε Κύριος τῷ Μωυσῇ· οὕτω παρενέβαλον κατὰ τάγμα αὐτῶν καὶ οὕτως ἐξῇρον, ἕκαστος ἐχόμενοι κατὰ δήμους αὐτῶν, κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν.
Αρ. 2,34     Οι Ισραηλίται εξετέλεσαν όλα όσα διέταξεν ο Κυριος δια του Μωϋσέως. Παρετάχθησαν κατά τα σώματα αυτών και έτσι εξεκινούσαν πάντοτε, ο ένας πλησίον του άλλου τακτοποιημένοι κατά δήμους και πατριαρχικάς οικογενείας.

Αρ. 3,1     Καὶ αὗται αἱ γενέσεις Ἀαρὼν καὶ Μωυσῆ, ἐν ᾗ ἡμέρᾳ ἐλάλησε Κύριος τῷ Μωυσῇ ἐν ὄρει Σινά.
Αρ. 3,1     Οι απόγονοι του Ααρών και του Μωϋσή κατά την ημέραν, που ο Κυριος ωμίλησε προς τον Μωϋσήν επάνω στο όρος Σινά, ήσαν οι εξής·

Αρ. 3,2     καὶ ταῦτα τὰ ὀνόματα τῶν υἱῶν Ἀαρών· πρωτότοκος Ναδάβ, καὶ Ἀβιούδ, Ἐλεάζαρ, καὶ Ἰθάμαρ.
Αρ. 3,2     Τα ονόματα των υιών του Ααρών είναι· Πρωτότοκος υιός του Ααρών ήτο ο Ναβάδ· ηκολούθησαν έπειτα ο Αβιούδ, ο Ελεάζαρ και ο Ιθάμαρ.

Αρ. 3,3     ταῦτα τὰ ὀνόματα τῶν υἱῶν Ἀαρών, οἱ ἱερεῖς οἱ ἠλειμμένοι, οὓς ἐτελείωσαν τὰς χεῖρας αὐτῶν ἱερατεύειν.
Αρ. 3,3     Αυτά είναι τα ονόματα των υιών του Ααρών, οι οποίοι και έγιναν ιερείς χρισμένοι με το άγιον έλαιον και των οποίων τα χέρια έλαβον την χάριν να εκτελούν τα ιερατικά καθήκοντα.

Αρ. 3,4     καὶ ἐτελεύτησε Ναδὰβ καὶ Ἀβιοὺδ ἔναντι Κυρίου, προσφερόντων αὐτῶν πῦρ ἀλλότριον ἔναντι Κυρίου ἐν τῇ ἐρήμῳ Σινά, καὶ παιδία οὐκ ἦν αὐτοῖς· καὶ ἱεράτευσεν Ἐλεάζαρ καὶ Ἰθάμαρ μετὰ Ἀαρὼν τοῦ πατρὸς αὐτῶν.
Αρ. 3,4     Ο Ναδάβ και ο Αβιούδ ετιμωρήθησαν και απέθανον ενώπιον του Κυρίου, διότι είχον προσφέρει ενώπιόν του ξένον κοσμικόν πυρ εις την έρημον του Σινά. Αυτοί απέθανον άτεκνοι, τα δε ιερατικά καθήκοντα εξεπλήρωναν ο Ελεάζαρ και ο Ιθάμαρ μαζή με τον πατέρα των, τον αρχιερέα Ααρών.

Αρ. 3,5     καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Αρ. 3,5     Ο Κυριος ωμίλησε προς τον Μωϋσήν λέγων·

Αρ. 3,6     λάβε τὴν φυλὴν Λευὶ καὶ στήσεις αὐτοὺς ἐναντίον Ἀαρὼν τοῦ ἱερέως καὶ λειτουργήσουσιν αὐτῷ,
Αρ. 3,6     “να πάρης την φυλήν Λευϊ και να την παρουσιάσης εμπρός στον αρχιερέα Ααρών, δια να υπηρετούν αυτόν εις τα ιερατικά του καθήκοντα.

Αρ. 3,7     καὶ φυλάξουσι τὰς φυλακὰς αὐτοῦ καὶ τὰς φυλακὰς τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ἔναντι τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου, ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τῆς σκηνῆς.
Αρ. 3,7     Αυτοί, αντί του Ααρών και αντί των άλλων Ισραηλιτών, θα φρουρούν νύκτα και ημέραν κύκλω από την Σκηνήν του Μαρτυρίου κα θα υπηρετούν εις τα έργα της Σκηνής.

Αρ. 3,8     καὶ φυλάξουσι πάντα τὰ σκεύη τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου, καὶ τὰς φυλακὰς τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ κατὰ πάντα τὰ ἔργα τῆς σκηνῆς.
Αρ. 3,8     Θα φυλάττουν όλα τα σκεύη της Σκηνής του Μαρτυρίου και θα προσφέρουν εις αυτήν όλας τας υπηρεσίας υπέρ των Ισραηλιτών.

Αρ. 3,9     καὶ δώσεις τοὺς Λευίτας Ἀαρὼν καὶ τοῖς υἱοῖς αὐτοῦ τοῖς ἱερεῦσι· δεδομένοι δόμα οὗτοί μοί εἰσιν ἀπὸ τῶν υἱῶν Ἰσραήλ.
Αρ. 3,9     Θα δώσης τους Λευΐτας ως βοηθούς στον Ααρών τον αρχιερέα και στους υιούς του, τους ιερείς. Δώρον έχουν δοθή αυτοί εις εμέ εκ μέρους των άλλων Ισραηλιτών.

Αρ. 3,10     καὶ Ἀαρὼν καὶ τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ καταστήσεις ἐπὶ τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου, καὶ φυλάξουσι τὴν ἱερατείαν αὐτῶν καὶ πάντα τὰ κατὰ τὸν βωμὸν καὶ ἔσω τοῦ καταπετάσματος· καὶ ὁ ἀλλογενὴς ὁ ἁπτόμενος ἀποθανεῖται.
Αρ. 3,10     Τον Ααρών τον αρχιερέα και τους υιούς του τους ιερείς θα ορίσης δια τα της Σκηνής του Μαρτυρίου, να εκτελούν δηλαδή τα ιερατικά των καθήκοντα, τόσον τα αναφερόμενα στο θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων, όσον και τα αναφερόμενον το εσωτερικόν του καταπετάσματος εις τα άγια. Ανθρωπος από άλλην φυλήν, ο οποίος θα εγγίση τα καθιερωμένα αυτά σκεύη, θα αποθάνη”.

Αρ. 3,11     καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Αρ. 3,11     Ελάλησεν ο Κυριος προς τον Μωϋσήν λέγων·

Αρ. 3,12     καὶ ἰδοὺ ἐγὼ εἴληφα τοὺς Λευίτας ἐκ μέσου τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ἀντὶ παντὸς πρωτοτόκου διανοίγοντος μήτραν παρὰ τῶν υἱῶν Ἰσραήλ· λύτρα αὐτῶν ἔσονται καὶ ἔσονται ἐμοὶ οἱ Λευῖται·
Αρ. 3,12     “ιδού εγώ έχω πάρει τους Λευΐτας εκ μέσου των Ισραηλιτών αντί όλων των πρωτοτόκων, εκείνων δηλαδή οι οποίοι δια της γεννήσεώς των ανοίγουν την μήτραν. Οι Λευίται θα αντικαθιστούν και θα λυτρώνουν τους πρωτοτόκους εκ των Ισραηλιτών. Ως εκ τούτου θα ανήκουν εις εμέ,

Αρ. 3,13     ἐμοὶ γὰρ πᾶν πρωτότοκον· ἐν ᾗ ἡμέρᾳ ἐπάταξα πᾶν πρωτότοκον ἐν γῇ Αἰγύπτου, ἡγίασα ἐμοὶ πᾶν πρωτότοκον ἐν Ἰσραὴλ ἀπὸ ἀνθρώπου ἕως κτήνους· ἐμοὶ ἔσονται, ἐγὼ Κύριος.
Αρ. 3,13     διότι εις εμέ ανήκει κάθε πρωτότοκον. Κατά την ημέραν, κατά την οποίαν εθανάτωσα κάθε πρωτότοκον εις την χώραν της Αιγύπτου, έδωσα εντολήν να αφιερώνεται εις εμέ κάθε πρωτότοκον των Ισραηλιτών από άνθρωπου έως κτήνους. Ιδικά μου είναι τα πρωτότοκα· εγώ δε είμαι ο Κυριος αυτών”.

Αρ. 3,14     καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν ἐν τῇ ἐρήμῳ Σινὰ λέγων·
Αρ. 3,14     Ελάλησεν ο Κυριος προς τον Μωϋσήν εις την έρημον Σινά λέγων·

Αρ. 3,15     ἐπίσκεψαι τοὺς υἱοὺς Λευὶ κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν, κατὰ δήμους αὐτῶν, κατὰ συγγενείας αὐτῶν· πᾶν ἀρσενικὸν ἀπὸ μηνιαίου καὶ ἐπάνω ἐπισκέψασθε αὐτούς.
Αρ. 3,15     “κάμε επιθεώρησιν και αρίθμησιν της φυλής Λευϊ κατά τους πατριαρχικούς αυτών οίκους, κατά δήμους, κατά συγγενείας. Καταγράψατε και αριθμήσατε παν άρρεν τέκνον των από ενός μηνός και άνω”.

Αρ. 3,16     καὶ ἐπεσκέψαντο αὐτοὺς Μωυσῆς καὶ Ἀαρὼν διὰ φωνῆς Κυρίου, ὃν τρόπον συνέταξεν αὐτοῖς Κύριος.
Αρ. 3,16     Ο Μωϋσής και ο Ααρών επεθεώρησαν και ηρίθμησαν αυτούς σύμφωνα με την εντολήν του Κυρίου, όπως τους διέταξεν ο Κυριος.

Αρ. 3,17     καὶ ἦσαν οὗτοι οἱ υἱοὶ Λευὶ ἐξ ὀνομάτων αὐτῶν· Γεδσών, Καάθ, καὶ Μεραρί.
Αρ. 3,17     Οι δε υιοί του Λευϊ ήσαν κατά τα ονόματα αυτών ο Γεδσών, ο Κααθ, και ο Μεραρί.

Αρ. 3,18     καὶ ταῦτα τὰ ὀνόματα τῶν υἱῶν Γερσὼν κατὰ δήμους αὐτῶν· Λοβενὶ καὶ Σεμεΐ.
Αρ. 3,18     Τα ονόματα των υιών του Γεδσών και των δήμων αυτών ήσαν, Λοβενί και Σιεμεΐ.

Αρ. 3,19     καὶ υἱοὶ Καὰθ κατὰ δήμους αὐτῶν· Ἀμρὰμ καὶ Ἰσσαάρ, Χεβρὼν καὶ Ὀζιήλ.
Αρ. 3,19     Οι υιοί του Καάθ με τους ομωνύμους δήμους των ήσαν, Αμράμ, Ιασαάρ, Χέβρων και Οζιήλ.

Αρ. 3,20     καὶ υἱοὶ Μεραρὶ κατὰ δήμους αὐτῶν· Μοολὶ καὶ Μουσί. οὗτοί εἰσι δῆμοι τῶν Λευιτῶν κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν.
Αρ. 3,20     Οι υιοί του Μεραρί με τους ομωνύμους δήμους των ήσαν, ο Μοολί και ο Μουσί. Αυτοί είναι οι δήμοι των Λευϊτών κατά τας πατριαρχικάς οικογενείας των.

Αρ. 3,21     τῷ Γερσὼν δῆμος τοῦ Λοβενὶ καὶ δῆμος τοῦ Σεμεΐ· οὗτοι οἱ δῆμοι τοῦ Γεδσών.
Αρ. 3,21     Από τον Γεδσών κατάγεται ο δήμος του Λοβενί και ο δήμος του Σεμεΐ. Αυτοί είναι οι δήμοι του Γεδσών.

Αρ. 3,22     ἡ ἐπίσκεψις αὐτῶν κατὰ ἀριθμὸν παντὸς ἀρσενικοῦ ἀπὸ μηνιαίου καὶ ἐπάνω, ἡ ἐπίσκεψις αὐτῶν ἑπτακισχίλιοι καὶ πεντακόσιοι.
Αρ. 3,22     Εγινεν επιθεώρησις και αρίθμησις παντός αρσενικού από μηνός και επάνω και ευρέθησαν επτά χιλιάδες πεντακόσιοι.

Αρ. 3,23     καὶ οἱ υἱοὶ Γερσὼν ὀπίσω τῆς σκηνῆς παρεμβαλοῦσι παρὰ θάλασσαν,
Αρ. 3,23     Οι υιοί του Γεδσών θα στρατοπεδεύουν προς δυσμάς, όπισθεν από την Σκηνήν.

Αρ. 3,24     καὶ ὁ ἄρχων οἴκου πατριᾶς τοῦ δήμου τοῦ Γεδσών, Ἑλισὰφ υἱὸς Δαήλ.
Αρ. 3,24     Αρχηγός της πατριαρχικής οικογενείας του δήμου του Γεδσών ήτο ο Ελισάφ, υιός του Δαήλ.

Αρ. 3,25     καὶ ἡ φυλακὴ υἱῶν Γεδσὼν ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ μαρτυρίου· ἡ σκηνὴ καὶ τὸ κάλυμμα, καὶ τὸ κατακάλυμμα τῆς θύρας τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου
Αρ. 3,25     Από τους υιούς του Γεδσών εφυλάσσοντο εκ της Σκηνής του Μαρτυρίου, αυτή αύτη η Σκηνή, το κάλυμμά της, το παραπέτασμα το επί της θύρας της Σκηνής του Μαρτυρίου,

Αρ. 3,26     καὶ τὰ ἱστία τῆς αὐλῆς καὶ τὸ καταπέτασμα τῆς πύλης τῆς αὐλῆς τῆς οὔσης ἐπὶ τῆς σκηνῆς καὶ τὰ κατάλοιπα πάντων τῶν ἔργων αὐτοῦ.
Αρ. 3,26     τα παραπετάσματα της αυλής, το καταπέτασμα της θύρας της αυλής, η οποία είναι απέναντι από την Σκηνήν με όλα τα εξαρτήματα αυτού.

Αρ. 3,27     τῷ Καὰθ δῆμος ὁ Ἀμρὰν εἷς, καὶ δῆμος ὁ Ἰσαὰρ εἷς, καὶ δῆμος ὁ Χεβρὼν εἷς, καὶ δῆμος ὁ Ὀζιὴλ εἷς· οὗτοί εἰσιν οἱ δῆμοι τοῦ Καάθ, κατὰ ἀριθμόν.
Αρ. 3,27     Εκ του Καάθ προήλθε πρώτος ο δήμος Αμράμ, δεύτερος ο δήμος Ισαάρ, τρίτος ο δήμος Χεβρών και τέταρτος ο δήμος Οζιήλ. Αυτοί είναι, οι τέσσαρες κατά σειράν δήμοι οι προελθόντες από τον Καάθ.

Αρ. 3,28     πᾶν ἀρσενικὸν ἀπὸ μηνιαίου καὶ ἐπάνω, ὀκτακισχίλιοι καὶ ἐξακόσιοι φυλάσσοντες τὰς φυλακὰς τῶν ἁγίων.
Αρ. 3,28     Εις τους δήμους αυτούς κατεμετρήθησαν αρσενικά από ενός μηνός και άνω οκτώ χιλιάδες εξακόσια. Λυτοί είχον καθήκον να φρουρούν τα ιερά αντικείμενα της Σκηνής.

Αρ. 3,29     οἱ δῆμοι τῶν υἱῶν Καὰθ παρεμβαλοῦσιν ἐκ πλαγίων τῆς σκηνῆς κατὰ λίβα,
Αρ. 3,29     Οι δήμοι των υιών του Καάθ θα στρατοπεδεύουν νοτίως της Σκηνής.

Αρ. 3,30     καὶ ὁ ἄρχων οἴκου πατριῶν τῶν δήμων τοῦ Καὰθ Ἑλισαφάν, υἱὸς Ὀζιήλ.
Αρ. 3,30     Αρχων δε των πατριαρχικών οίκων, των δήμων του Καάθ ήτο ο Ελισαφάν, ο υιός του Οζιήλ.

Αρ. 3,31     καὶ ἡ φυλακὴ αὐτῶν, ἡ κιβωτὸς καὶ ἡ τράπεζα καὶ ἡ λυχνία καὶ τὰ θυσιαστήρια καὶ τὰ σκεύη τοῦ ἁγίου, ὅσα λειτουργοῦσιν ἐν αὐτοῖς καὶ τὸ κατακάλυμμα καὶ πάντα τὰ ἔργα αὐτῶν.
Αρ. 3,31     Αυτοί είχον καθήκον να φροντίζουν δια την κιβωτόν, δια την τράπεζαν της προθέσεως, δια την επτάφωτον λυχνίαν, δια τα θυσιαστήρια και δι' όλα τα σκεύη του αγίου, με τα οποία λειτουργούν, δια το επάνω σκέπασμα της Σκηνής και τα εξαρτήματα όλων αυτών.

Αρ. 3,32     καὶ ὁ ἄρχων ἐπὶ τῶν ἀρχόντων τῶν Λευιτῶν, Ἐλεάζαρ ὁ υἱὸς Ἀαρὼν τοῦ ἱερέως, καθεσταμένος φυλάσσειν τὰς φυλακὰς τῶν ἁγίων.
Αρ. 3,32     Αρχηγός δε των αρχόντων της φυλής Λευί ήτο ο Ελεάζαρ, ο υιός του αρχιερέως Ααρών, έχων ως καθήκον να μεριμνά δια τήρησιν και φρούρησιν όλων γενικώς των αγίων αυτών αντικειμένων.

Αρ. 3,33     τῷ Μεραρὶ δῆμος ὁ Μοολὶ καὶ δῆμος ὁ Μουσί· οὗτοί εἰσι δῆμοι τοῦ Μεραρί.
Αρ. 3,33     Από τον Μεραρί προήλθεν ο δήμος Μοολί και ο δήμος Μουσί. Αυτοί είναι οι δήμοι του Μεραρί.

Αρ. 3,34     ἡ ἐπίσκεψις αὐτῶν κατὰ ἀριθμόν, πᾶν ἀρσενικὸν ἀπὸ μηνιαίου καὶ ἐπάνω, ἑξακισχίλιοι καὶ πεντήκοντα·
Αρ. 3,34     Εγινεν επιθέωρησις και καταγραφή παντός αρσενικού από μηνός και άνω και ευρέθησαν εξ χιλιάδες πεντήκοντα.

Αρ. 3,35     καὶ ὁ ἄρχων οἴκου πατριῶν τοῦ δήμου τοῦ Μεραρί, Σουριὴλ υἱὸς Ἀβιχαίλ· ἐκ πλαγίων τῆς σκηνῆς παρεμβαλοῦσι πρὸς βοῤῥᾶν.
Αρ. 3,35     Αρχηγός του πατριαρχικού οίκου του δήμου Μεραρί ήτο ο Σουριήλ, ο υιός του Αβιχαίλ. Αυτοί θα στρατοπεδεύουν εις τα πλάγια της Σκηνής προς βορράν.

Αρ. 3,36     ἡ ἐπίσκεψις τῆς φυλακῆς υἱῶν Μεραρί, τὰς κεφαλίδας τῆς σκηνῆς καὶ τοὺς μοχλοὺς αὐτῆς καὶ τοὺς στύλους αὐτῆς, καὶ τὰς βάσεις αὐτῆς καὶ πάντα τὰ σκεύη αὐτῶν καὶ τὰ ἔργα αὐτῶν
Αρ. 3,36     Ως έργον στους υιούς Μεραρί είχεν ανατεθή η φροντίς δια τα κιονόκρανα της Σκηνής, τους μοχλούς, τους στύλους και τα βάθρα και δι' όλα γενικώς τα εξαρτήματά των,

Αρ. 3,37     καὶ τοὺς στύλους τῆς αὐλῆς κύκλῳ καὶ τὰς βάσεις αὐτῶν καὶ τοὺς πασσάλους καὶ τοὺς κάλους αὐτῶν.
Αρ. 3,37     δια τους στύλους της αυλής κύκλω, δια τας βάσεις αυτών, τους πασσάλους και τα σχοινία των.

Αρ. 3,38     οἱ παρεμβάλλοντες κατὰ πρόσωπον τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου ἀπὸ ἀνατολῆς, Μωυσῆς καὶ Ἀαρὼν καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ φυλάσσοντες τὰς φυλακὰς τοῦ ἁγίου εἰς τὰς φυλακὰς τῶν υἱῶν Ἰσραήλ· καὶ ὁ ἀλλογενὴς ὁ ἁπτόμενος ἀποθανεῖται.
Αρ. 3,38     Κατά πρόσωπον της Σκηνής του Μαρτυρίου και προς ανατολάς θα είναι στρατοπεδευμένοι ο Μωϋσής και ο Ααρών με τους υιούς του, δια να έχουν την φοοντίδα της Σκηνής και να προσφέρουν τας υπηρεσίας των προς τους Ισραηλίτας. Καθε άνθρωπος από άλλην φυλήν, ο οποίος θα εγγίση τα ιερά αυτά αντικείμενα, θα αποθνήσκη.

Αρ. 3,39     πᾶσα ἡ ἐπίσκεψις τῶν Λευιτῶν, οὓς ἐπεσκέψατο Μωυσῆς καὶ Ἀαρὼν διὰ φωνῆς Κυρίου κατὰ δήμους αὐτῶν, πᾶν ἀρσενικὸν ἀπὸ μηνιαίου καὶ ἐπάνω, δύο καὶ εἴκοσι χιλιάδες.
Αρ. 3,39     Ολα τα άρρενα των Λευϊτών, τα οποία επεσκέφθη και ηρίθμησεν ο Μωϋσής και ο Ααρών κατά τους δήμους αυτών, σύμφωνα με την εντολήν του Κυρίου, από ενός μηνός και άνω ευρέθησαν είκοσι δύο χιλιάδες.

Αρ. 3,40     Καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων· ἐπίσκεψαι πᾶν πρωτότοκον ἄρσεν τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ἀπὸ μηνιαίου καὶ ἐπάνω καὶ λάβε τὸν ἀριθμὸν ἐξ ὀνόματος·
Αρ. 3,40     Είπεν ο Κυριος προς τον Μωϋσήν· “αρίθμησε τώρα κάθε αρσενικόν πρωτότοκον των Ισραηλιτών από ενός μηνός και άνω και κράτησε τον συνολικόν αριθμόν.

Αρ. 3,41     καὶ λήψῃ τοὺς Λευίτας ἐμοί, ἐγὼ Κύριος, ἀντὶ πάντων τῶν πρωτοτόκων τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ καὶ τὰ κτήνη τῶν Λευιτῶν ἀντὶ πάντων τῶν πρωτοτόκων ἐν τοῖς κτήνεσι τῶν υἱῶν Ἰσραήλ.
Αρ. 3,41     Θα λάβης και θα αφιερώσης εις εμέ τους Λευΐτας- εγώ είμαι ο Κυριος που διατάσσω- αντί όλων των πρωτοτόκων των Ισραηλιτών και τα ζώα των Λευϊτών αντί όλων των πρωτοτόκων, που έχουν γεννηθή από τα ζώα των Ισραηλιτών”.

Αρ. 3,42     καὶ ἐπεσκέψατο Μωυσῆς, ὃν τρόπον ἐνετείλατο Κύριος πᾶν πρωτότοκον ἐν τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ·
Αρ. 3,42     Ο Μωϋσής επεθεώρησε και ηρίθμησεν όλα τα πρωτότοκα των Ισραηλιτών, όπως τον είχε διατάξει ο Κυριος.

Αρ. 3,43     καὶ ἐγένοντο πάντα τὰ πρωτότοκα τὰ ἀρσενικὰ κατὰ ἀριθμὸν ἐξ ὀνόματος ἀπὸ μηνιαίου καὶ ἐπάνω ἐκ τῆς ἐπισκέψεως αὐτῶν δύο καὶ εἴκοσι χιλιάδες καὶ τρεῖς καὶ ἑβδομήκοντα καὶ διακόσιοι.
Αρ. 3,43     Ολα δε τα πρωτότοκα αρσενικά, τα αριθμηθέντα ατομικώς από ενός μηνός και άνω ευρέθησαν ότι είναι είκοσι δύο χιλιάδες διακόσια εβδομήκοντα τρία.

Αρ. 3,44     Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Αρ. 3,44     Ωμίλησεν ο Κυριος προς τον Μωϋσήν λέγων·

Αρ. 3,45     λάβε τοὺς Λευίτας ἀντὶ πάντων τῶν πρωτοτόκων υἱῶν Ἰσραὴλ καὶ τὰ κτήνη τῶν Λευιτῶν ἀντὶ τῶν κτηνῶν αὐτῶν, καὶ ἔσονται ἐμοὶ οἱ Λευῖται· ἐγὼ Κύριος.
Αρ. 3,45     “πάρε τους Λευΐτας αντί όλων των πρωτοτόκων των Ισραηλιτών και τα ζώα των Λευϊτών αντί των ζώων των άλλων Ισραηλιτών. Οι Λευίται θα είναι ιδικοί μου, θα είναι αφιερωμένοι εις την υπηρεσίαν μου, Εγώ ο Κυριος δίδω την εντολήν.

Αρ. 3,46     καὶ τὰ λύτρα τριῶν καὶ ἑβδομήκοντα καὶ διακοσίων, οἱ πλεονάζοντες παρὰ τοὺς Λευίτας ἀπὸ τῶν πρωτοτόκων τῶν υἱῶν Ἰσραήλ,
Αρ. 3,46     Δια δε τα διακόσια εβδομήκοντα τρία πρωτότοκα των Ισραηλιτών, αυτά που πλεονάζουν εν συγκρίσει με τον αριθμόν των Λευϊτών, θα λάβης χρήματα δια την λύτρωσίν των.

Αρ. 3,47     καὶ λήψῃ πέντε σίκλους κατὰ κεφαλήν, κατὰ τὸ δίδραχμον τὸ ἅγιον λήψῃ, εἴκοσιν ὀβολοὺς τοῦ σίκλου,
Αρ. 3,47     Θα πάρης δι' έκαστον άτομον πέντε σίκλους αργυρίου (60 περίπου γραμμάρια) τα οποία θα καταβληθούν βάσει του χρησιμοποιουμένου διδράχμου στον ναόν. Ο σίκλος έχει είκοσι οβολούς.

Αρ. 3,48     καὶ δώσεις τὸ ἀργύριον Ἀαρὼν καὶ τοῖς υἱοῖς αὐτοῦ, λύτρα τῶν πλεοναζόντων ἐν αὐτοῖς.
Αρ. 3,48     Το αργύριον αυτό από την εξαγοράν των πρωτοτόκων θα το παραδώσης στον Ααρών και τους υιούς του”.

Αρ. 3,49     καὶ ἔλαβε Μωυσῆς τὸ ἀργύριον τὰ λύτρα τῶν πλεοναζόντων εἰς τὴν ἐκλύτρωσιν τῶν Λευιτῶν,
Αρ. 3,49     Ελαβον ο Μωϋσής δια την εξαγοράν των πλεοναζόντων πρωτοτόκων των Ισραηλιτών το καθορισθέν αργύριον ως λύτρον δια τους αρθμητικώς υστερούντας Λευΐτας.

Αρ. 3,50     παρὰ τῶν πρωτοτόκων τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ἔλαβε τὸ ἀργύριον, χιλίους τριακοσίους ἑξηκονταπέντε σίκλους, κατὰ τὸν σίκλον τὸν ἅγιον.
Αρ. 3,50     Από τους πρωτοτόκους Ισραηλίτας επήρεν αργύριον, το οποίον ανήλθεν εις χίλιους τριακόσιους εξήκοντα πέντε σίκλους, (δέκα τέσσαρα και ήμισυ περίπου κιλά) σύμφωνα με τον σίκλον ο οποίος εκυκλοφόρει και εχρησιμοπουείτο στον ιερόν χώρον της Σκηνής.

Αρ. 3,51     καὶ ἔδωκε Μωυσῆς τὰ λύτρα τῶν πλεοναζόντων Ἀαρὼν καὶ τοῖς υἱοῖς αὐτοῦ, διὰ φωνῆς Κυρίου, ὃν τρόπον συνέταξε Κύριος τῷ Μωυσῇ.
Αρ. 3,51     Παρέδωσε δε τα χρήματα αυτά, τα λύτρα των πλεοναζόντων πρωτοτόκων των Ισραηλιτών, στον Ααρών και τους υιούς του σύμφωνα με την εντολήν του Κυρίου, όπως ο Κυριος είχε διατάξει τον Μωϋσήν.

Αρ. 4,1     Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν καὶ Ἀαρὼν λέγων·
Αρ. 4,1     Ωμίλησεν ο Κυριος στον Μωϋσήν και τον Ααρών λέγων·

Αρ. 4,2     λάβε τὸ κεφάλαιον τῶν υἱῶν Καὰθ ἐκ μέσου υἱῶν Λευί, κατὰ δήμους αὐτῶν, κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν,
Αρ. 4,2     “αρίθμησε και λάβε από την φυλήν Λευϊ όλους τους απογόνους του Καάθ κατά τους δήμους αυτών, κατά τας πατριαρχικάς οικογενείας,

Αρ. 4,3     ἀπὸ εἴκοσι καὶ πέντε ἐτῶν καὶ ἐπάνω ἕως πεντήκοντα ἐτῶν, πᾶς ὁ εἰσπορευόμενος λειτουργεῖν ποιῆσαι πάντα τὰ ἔργα ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ μαρτυρίου.
Αρ. 4,3     ηλικίας από είκοσι πέντε έως πεντήκοντα ετών, όλους αυτούς οι οποίοι θα εισέρχωνται εις την Σκηνήν του Μαρτυρίου, δια να υπηρετούν και εκτελούν όλα τα έργα, που χρειάζονται.

Αρ. 4,4     καὶ ταῦτα τὰ ἔργα τῶν υἱῶν Καὰθ ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ μαρτυρίου· ἅγιον τῶν ἁγίων.
Αρ. 4,4     Αυταί θα είναι αι υπηρεσίαι των υιών Καάθ εις την Σκηνήν του Μαρτυρίου· θα αναφέρονται εις τα άγια σκεύη και αντικείμενα της Σκηνής.

Αρ. 4,5     καὶ εἰσελεύσεται Ἀαρὼν καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ, ὅταν ἐξαίρῃ ἡ παρεμβολή, καὶ καθελοῦσι τὸ καταπέτασμα τὸ συσκιάζον καὶ κατακαλύψουσιν ἐν αὐτῷ τὴν κιβωτὸν τοῦ μαρτυρίου,
Αρ. 4,5     Οταν πρόκειται να αναχωρήση ο λαός του Ισραήλ από τον τόπον της κατασκηνώσεώς του, θα εισέλθουν ο Ααρών και οι υιοί του εις την Σκηνήν, θα κατεβάσουν το καταπέτασμα, που χωρίζει τα άγια από τα άγια των αγίων και με αυτό θα σκεπάσουν εξ ολοκλήρου την κιβωτόν του Μαρτυρίου.

Αρ. 4,6     καὶ ἐπιθήσουσιν ἐπ᾿ αὐτὸ κατακάλυμμα δέρμα ὑακίνθινον καὶ ἐπιβαλοῦσιν ἐπ᾿ αὐτὴν ἱμάτιον ὅλον ὑακίνθινον ἄνωθεν καὶ διεμβαλοῦσι τοὺς ἀναφορεῖς.
Αρ. 4,6     Επάνω από αυτήν θα θέσουν και ένα άλλο σκέπασμα από δέρμα χρώματος κυανού. Επάνω δε και από αυτό θα θέσουν τρίτον κάλυμμα από ύφασμα χρώματος κυανού. Θα περάσουν δε τους αναφορείς στους δακτυλίους της κιβωτού.

Αρ. 4,7     καὶ ἐπὶ τὴν τράπεζαν τὴν προκειμένην ἐπιβαλοῦσιν ἐπ᾿ αὐτὴν ἱμάτιον ὁλοπόρφυρον καὶ τὰ τρυβλία καὶ τὰς θυΐσκας καὶ τοὺς κυάθους καὶ τὰ σπονδεῖα, ἐν οἷς σπένδει, καὶ οἱ ἄρτοι οἱ διαπαντὸς ἐπ᾿ αὐτῆς ἔσονται.
Αρ. 4,7     Την τράπεζαν της προθέσεως, η οποία ευρίσκεται εμπρός από το καταπέτασμα το χωρίζον τα άγια των αγίων, θα καλύψουν με ολοπύρφυρον ύφασμα, όπως επίσης και τα πινάκια, τα οποία ευρίσκονται επάνω εις αυτήν, τα θυμιατήρια, τα ποτήρια και τα δοχεία, δια των οποίων γίνεται η σπονδή του οίνου. Θα καλυφθούν επίσης και οι δώδεκα άρτοι, οι οποίοι πρέπει να ευρίσκωνται πάντοτε επάνω εις αυτήν.

Αρ. 4,8     καὶ ἐπιβαλοῦσιν ἐπ᾿ αὐτὴν ἱμάτιον κόκκινον καὶ καλύψουσιν αὐτὴν καλύμματι δερματίνῳ ὑακινθίνῳ καὶ διεμβαλοῦσι δι᾿ αὐτῆς τοὺς ἀναφορεῖς.
Αρ. 4,8     Επάνω εις την τράπεζαν αυτήν της προθέσεως θα θέσουν ως δεύτερον κάλυμμα ύφασμα ερυθρού χρώματος και τρίτον κάλυμμα δερμάτινον επάνω από όλα, χρώματος κυανού. Κατόπιν δε θα περάσουν από τους δακτυλίους της τους αναφορείς.

Αρ. 4,9     καὶ λήψονται ἱμάτιον ὑακίνθινον καὶ καλύψουσι τὴν λυχνίαν τὴν φωτίζουσαν καὶ τοὺς λύχνους αὐτῆς καὶ τὰς λαβίδας αὐτῆς καὶ τὰς ἐπαρυστρίδας αὐτῆς καὶ πάντα τὰ ἀγγεῖα τοῦ ἐλαίου, οἷς λειτουργοῦσιν ἐν αὐτοῖς,
Αρ. 4,9     Θα λάβουν ύφασμα χρώματος κυανού και θα σκεπάσουν την επτάφωτον λυχνίαν, τους λύχνους της, τας λαβίδας, τους ελαιοχύτας και όλα τα δοχεία του ελαίου τα χρησιμοποιούμενα δι' αυτήν.

Αρ. 4,10     καὶ ἐμβαλοῦσιν αὐτὴν καὶ πάντα τὰ σκεύη αὐτῆς εἰς κάλυμμα δερμάτινον ὑακίνθινον καὶ ἐπιθήσουσιν αὐτὴν ἐπ᾿ ἀναφορέων.
Αρ. 4,10     Θα θέσουν αυτήν και όλα τα σκεύη της εις ένα δερμάτινον κυανούν δεύτερον σκέπασμα. Ετσι δε σκεπασμένην θα την θέσουν στους αναφορείς.

Αρ. 4,11     καὶ ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον τὸ χρυσοῦν ἐπικαλύψουσιν ἱμάτιον ὑακίνθινον καὶ καλύψουσιν αὐτὸ καλύμματι δερματίνῳ ὑακινθίνῳ καὶ διεμβαλοῦσι τοὺς ἀναφορεῖς αὐτοῦ.
Αρ. 4,11     Θα σκεπάσουν επίσης το χρυσούν θυσιαστήριον των θυμιαμάτων με ύφασμα χρώματος κυανού, θα το καλύψουν και με δερμάτινον κάλυμμα χρώματος κυανού και θα περάσουν από τους δακτυλίους του τους αναφορείς, τους μοχλούς της μεταφοράς του.

Αρ. 4,12     καὶ λήψονται πάντα τὰ σκεύη τὰ λειτουργικά, ὅσα λειτουργοῦσιν ἐν αὐτοῖς ἐν τοῖς ἁγίοις, καὶ ἐμβαλοῦσιν εἰς ἱμάτιον ὑακίνθινον καὶ καλύψουσιν αὐτὰ καλύμματι δερματίνῳ ὑακινθίνῳ καὶ ἐπιθήσουσιν ἐπὶ ἀναφορεῖς.
Αρ. 4,12     Θα λάβουν οι ιερείς όλα τα λειτουργικά σκεύη, τα οποία χρησιμοποιούν μέσα εις τα Αγια, θα τα θέσουν εις ύφασμα κυανούν, θα τα καλύψουν με δερμάτινον κυανούν κάλυμμα και θα τα θέσουν έτσι τυλιγμένα επάνω εις αναφορείς.

Αρ. 4,13     καὶ τὸν καλυπτῆρα ἐπιθήσει ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον καὶ ἐπικαλύψουσιν ἐπ᾿ αὐτὸ ἱμάτιον ὁλοπόρφυρον.
Αρ. 4,13     Το δε σκέπασμα του θυσιαστηρίου των ολοκαυτωμάτων θα το θέση επάνω στο θυσιαστήριον ένας από τους ιερείς, το οποίον οι άλλοι ιερείς θα σκεπάσουν με ύφασμα ολοπόρφυρον.

Αρ. 4,14     καὶ ἐπιθήσουσιν ἐπ᾿ αὐτὸ πάντα τὰ σκεύη, ὅσοις λειτουργοῦσιν ἐπ᾿ αὐτῷ ἐν αὐτοῖς, καὶ τὰ πυρεῖα καὶ τὰς κρεάγρας καὶ τὰς φιάλας καὶ τὸν καλυπτῆρα καὶ πάντα τὰ σκεύη τοῦ θυσιαστηρίου· καὶ ἐπιβαλοῦσιν ἐπ᾿ αὐτὸ κάλυμμα δερμάτινον ὑακίνθινον, καὶ διεμβαλοῦσι τοὺς ἀναφορεῖς αὐτοῦ· καὶ λήψονται ἱμάτιον πορφυροῦν καὶ συγκαλύψουσι τὸν λουτῆρα καὶ τὴν βάσιν αὐτοῦ καὶ ἐμβαλοῦσιν αὐτὰ εἰς κάλυμμα δερμάτινον ὑακίνθινον καὶ ἐπιθήσουσιν ἐπὶ ἀναφορεῖς.
Αρ. 4,14     Επί του θυσιαστηρίου των ολοκαυτωμάτων θα γίνουν οι ιερείς όλα τα σκεύη, τα οποία χρησιμοποιούν κατά τας θυσίας δι' αυτό, δηλαδή τα πυρσδοχεία, τας κρεάγρας, τας φιάλας, την εσχάραν και όλα γενικώς τα σκεύη του θυσιαστηρίου. Θα θέσουν επάνω εις αυτό δερμάτινον κυανούν κάλυμμα και θα περάσουν δια των δακτυλίων τους μοχλούς της μεταφοράς του. Θα λάβουν επίσης ύφασμα πορφυρούν, με το οποίον θα σκεπάσουν τον λουτήρα και την βάσιν αυτού, και θα θέσουν αυτά εις κυανούν δερμάτινον κάλυμμα. Ολα δε θα τα βάλουν επάνω στους αναφορείς.

Αρ. 4,15     καὶ συντελέσουσιν Ἀαρὼν καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καλύπτοντες τὰ ἅγια καὶ πάντα τὰ σκεύη τὰ ἅγια ἐν τῷ ἐξαίρειν τὴν παρεμβολήν, καὶ μετὰ ταῦτα εἰσελεύσονται υἱοὶ Καὰθ αἴρειν καὶ οὐχ ἅψονται τῶν ἁγίων, ἵνα μὴ ἀποθάνωσι· ταῦτα ἀροῦσιν οἱ υἱοὶ Καὰθ ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ μαρτυρίου.
Αρ. 4,15     Ο Ααρών και οι υιοί του θα αποπερατώσουν πρώτον αυτοί το έργον των σκεπάζοντες τα άγια αντικείμενα και όλα αυτών τα εξαρτήματα, όταν πρόκειται να μετακινηθή το στρατόπεδον, και έπειτα θα έλθουν οι υιοί Καάθ να μεταφέρουν αυτά. Δεν θα εγγίσουν τα άγια, δια να μη αποθάνουν. Θα μεταφέρουν μόνον αυτοί όλα τα αντικείμενα και σκεύη της Σκηνής του Μαρτυρίου.

Αρ. 4,16     ἐπίσκοπος Ἐλεάζαρ υἱὸς Ἀαρὼν τοῦ ἱερέως· τὸ ἔλαιον τοῦ φωτὸς καὶ τὸ θυμίαμα τῆς συνθέσεως καὶ ἡ θυσία ἡ καθ᾿ ἡμέραν καὶ τὸ ἔλαιον τῆς χρίσεως, ἡ ἐπισκοπὴ ὅλης τῆς σκηνῆς καὶ ὅσα ἐστὶν ἐν αὐτῇ ἐν τῷ ἁγίῳ, ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις.
Αρ. 4,16     Επόπτης δε όλων αυτών των έργων θα είναι ο Ελεάζαρ, ο υιός του αρχιερέως Ααρών. Αυτός θα φροντίζη δια το φωτιστικόν έλαιον, δια το παρεσκευασμένον θυμίαμα, δια την καθημερινήν θυσίαν, δια το ιερόν έλαιον της χρίσεως και γενικώς θα έχη την εποπτείαν επί όλης της Σκηνής, επί όλων όσα άγια υπάρχουν εις αυτήν και δι' όλα όσα γίνονται εν αυτή”.

Αρ. 4,17     καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν καὶ Ἀαρὼν λέγων·
Αρ. 4,17     Ωμίλησε ο Κυριος προς τον Μωϋσήν και Ααρών λέγων·

Αρ. 4,18     μὴ ὀλοθρεύσητε τῆς φυλῆς τὸν δῆμον τὸν Καὰθ ἐκ μέσου τῶν Λευιτῶν·
Αρ. 4,18     “προσέξατε μήπως τυχόν απροσεκτούντες εξαφανίσετε εκ της φυλής Λευϊ τους ανθρώπους του δήμου Καάθ.

Αρ. 4,19     τοῦτο ποιήσατε αὐτοῖς καὶ ζήσονται καὶ οὐ μὴ ἀποθάνωσι, προσπορευομένων αὐτῶν πρὸς τὰ ἅγια τῶν ἁγίων· Ἀαρὼν καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ προσπορευέσθωσαν καὶ καταστήσουσιν αὐτοὺς ἕκαστον κατὰ τὴν ἀναφορὰν αὐτοῦ,
Αρ. 4,19     Αυτό θα κάμετε δι' αυτούς, ώστε να ζήσουν και να μη αποθάνουν, όταν πλησιάζουν τα αγιώτατα σκεύη και αντικείμενα της Σκηνής· ο Ααρών και οι υιοί του θα προηγηθούν, δια να διαλύσουν την Σκηνήν. Θα αναθέσουν κατόπιν την εντεταλμένην εις να έκαστον υπηρεσίαν.

Αρ. 4,20     καὶ οὐ μὴ εἰσέλθωσιν ἰδεῖν ἐξάπινα τὰ ἅγια καὶ ἀποθανοῦνται.
Αρ. 4,20     Δεν θα εισέλθουν εις την Σκηνήν οι υιοί του Καάθ, ίνα μη τυχόν ρίψουν, έστω, και ένα βλέμμα εις τα άγια αντικείμενα και αποθάνουν δια την ασέβειάν των”.

Αρ. 4,21     καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Αρ. 4,21     Ωμίλησεν ο Κυριος προς τον Μωυσήν λέγων·

Αρ. 4,22     λάβε τὴν ἀρχὴν τῶν υἱῶν Γεδσών, καὶ τούτους κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν, κατὰ δήμους αὐτῶν,
Αρ. 4,22    

Αρ. 4,23     ἀπὸ πέντε καὶ εἰκοσαετοῦς καὶ ἐπάνω ἕως πεντηκονταετοῦς ἐπίσκεψαι αὐτούς, πᾶς ὁ εἰσπορευόμενος λειτουργεῖν καὶ ποιεῖν τὰ ἔργα αὐτοῦ ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ μαρτυρίου.
Αρ. 4,23     από εικοσιπέντε ετών και άνω έως πεντήκοντα. Προσεκτικώς παρατήρησε αυτούς, που θα εισέρχονται δια να υπηρετούν εις την Σκηνήν του Μαρτυρίου και να εκτελούν τα καθωρισμένα δι' αυτούς έργα.

Αρ. 4,24     αὕτη ἡ λειτουργία τοῦ δήμου τοῦ Γεδσών, λειτουργεῖν καὶ αἴρειν·
Αρ. 4,24     Αυτή είναι η υπηρεσία των ανηκόντων στον δήμον του Γεδσών, η εργασία των μεταφορών που θα κάμνουν.

Αρ. 4,25     καὶ ἀρεῖ τὰς δέῤῥεις τῆς σκηνῆς καὶ τὴν σκηνὴν τοῦ μαρτυρίου καὶ τὸ κάλυμμα αὐτῆς καὶ τὸ κατακάλυμμα τὸ ὑακίνθινον τὸ ὂν ἐπ᾿ αὐτῆς ἄνωθεν καὶ τὸ κάλυμμα τῆς θύρας τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου
Αρ. 4,25     Θα πάρουν τα τρίχινα υφάσματα του δευτέρου καλύμματος της Σκηνής, ολόκληρον την στέγην της Σκηνής του Μαρτυρίου, το τρίτον δερμάτινον κάλυμμα και το επάνω από όλα τέταρτον κυανούν κάλυμμα, όπως επίσης και το παραπέτασμα της θύρας της Σκηνής του Μαρτυρίου.

Αρ. 4,26     καὶ τὰ ἱστία τῆς αὐλῆς, ὅσα ἐπὶ τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου, καὶ τὰ περισσὰ καὶ πάντα τὰ σκεύη τὰ λειτουργικά, ὅσα λειτουργοῦσιν ἐν αὐτοῖς, ποιήσουσι.
Αρ. 4,26     Θα μεταφέρουν τα παραπετάσματα της αυλής, η οποία είναι γύρω από την Σκηνήν του Μαρτυρίου, τα πλεονάζοντα και όλα τα σκεύη της ιεράς υπηρεσίας όσα χρειάζονται δια την υπηρεσίαν εις την Σκηνήν.

Αρ. 4,27     κατὰ στόμα Ἀαρὼν καὶ τῶν υἱῶν αὐτοῦ ἔσται ἡ λειτουργία τῶν υἱῶν Γεδσὼν κατὰ πάσας τὰς λειτουργίας αὐτῶν καὶ κατὰ πάντα τὰ ἔργα αὐτῶν· καὶ ἐπισκέψῃ αὐτοὺς ἐξ ὀνόματος πάντα τὰ ἀρτὰ ὑπ᾿ αὐτῶν.
Αρ. 4,27     Υπό την καθοδήγησιν και την εντολήν του Ααρών και των υιών του θα εκτελήται η υπηρεσία των υιών Γεδσών εις όλας τας εργασίας και μεταφοράς. Θα καθορίσης ονομαστικώς στον καθένα, ποία αντικείμενα θα μεταφέρουν.

Αρ. 4,28     αὕτη ἡ λειτουργία τῶν υἱῶν Γεδσὼν ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ μαρτυρίου, καὶ ἡ φυλακὴ αὐτῶν ἐν χειρὶ Ἰθάμαρ τοῦ υἱοῦ Ἀαρὼν τοῦ ἱερέως.
Αρ. 4,28     Αυτή η υπηρεσία των υιών Γεδσών εις την Σκηνήν του Μαρτυρίου θα γίνεται υπό την εποπτείαν και δικαιοδοσίαν του Ιθάμαρ, υιού του αρχιερέως Ααρών.

Αρ. 4,29     οἱ υἱοὶ Μεραρὶ κατὰ δήμους αὐτῶν, κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν ἐπισκέψασθε αὐτούς,
Αρ. 4,29     Αριθμήσατε τους υιούς Μεραρί κατά τους δήμους αυτών, κατά τας πατριαρχικάς οικογενείας των,

Αρ. 4,30     ἀπὸ πέντε καὶ εἰκοσαετοῦς καὶ ἐπάνω ἕως πεντηκονταετοῦς ἐπισκέψασθε αὐτούς, πᾶς ὁ εἰσπορευόμενος λειτουργεῖν τὰ ἔργα τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου.
Αρ. 4,30     αριθμήσατε αυτούς από ηλικίας εικοσιπέντε ετών και άνω έως πεντήκοντα ετών εκείνους, οι οποίοι θα εισέρχωνται να υπηρετούν εις τα έργα της Σκηνής του Μαρτυρίου.

Αρ. 4,31     καὶ ταῦτα τὰ φυλάγματα τῶν αἰρομένων ὑπ᾿ αὐτῶν κατὰ πάντα τὰ ἔργα αὐτῶν ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ μαρτυρίου· τὰς κεφαλίδας τῆς σκηνῆς καὶ τοὺς μοχλοὺς καὶ τοὺς στύλους αὐτῆς καὶ τὰς βάσεις αὐτῆς, καὶ τὸ κατακάλυμμα καὶ αἱ βάσεις αὐτῶν, καὶ οἱ στύλοι αὐτῶν καὶ τὸ κατακάλυμμα τῆς θύρας τῆς σκηνῆς
Αρ. 4,31     Τα καθήκοντα της υπ' αυτών μεταφοράς αντικειμένων της Σκηνής του Μαρτυρίου είναι· Να μεταφέρουν τα κιονόκρανα της Σκηνής, τους μοχλούς, τους στύλους αυτής και τα βάθρα της, το εξωτερικόν σκέπασμα της Σκηνής, τα βάθρα των στύλων της, τους στύλους και το παραπέτασμα της θύρας της Σκηνής.

Αρ. 4,32     καὶ τοὺς στύλους τῆς αὐλῆς κύκλῳ, καὶ αἱ βάσεις αὐτῶν καὶ τοὺς στύλους τοῦ καταπετάσματος τῆς πύλης τῆς αὐλῆς, καὶ τὰς βάσεις αὐτῶν, καὶ τοὺς πασσάλους αὐτῶν καὶ τοὺς κάλους αὐτῶν καὶ πάντα τὰ σκεύη αὐτῶν καὶ πάντα τὰ λειτουργήματα αὐτῶν, ἐξ ὀνομάτων ἐπισκέψασθε αὐτοὺς καὶ πάντα τὰ σκεύη τῆς φυλακῆς τῶν αἰρομένων ὑπ᾿ αὐτῶν.
Αρ. 4,32     Θα μεταφέρουν ακόμη αυτοί τους γύρω από την αυλήν στύλους και τας βάσεις των, τους στύλους του καταπετάσματος της πύλης της αυλής και τας βάσεις αυτών, τους πασσάλους και τα σχοινία των, όλα τα σκεύη των και παν ο,τι χρησιμεύει ως στήριγμα της Σκηνής. Ονομαστικώς εκλέξατε αυτούς και όλα τα αντικείμενα, δια την μεταφοράν των οποίων αυτοί θα έχουν την φροντίδα και ευθύνην.

Αρ. 4,33     αὕτη ἡ λειτουργία δήμου υἱῶν Μεραρὶ ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις αὐτῶν ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ μαρτυρίου ἐν χειρὶ Ἰθάμαρ τοῦ υἱοῦ Ἀαρὼν τοῦ ἱερέως.
Αρ. 4,33     Αυτή είναι η υπηρεσία των ανηκόντων στον δήμον Μεραρί δι' όλα τα ανατιθέμενα εις αυτούς έργα εις εξυπηρέτησιν της Σκηνής, η οποία υπηρεσία θα γίνεται υπό την εποπτείαν και καθοδήγησιν του Ιθάμαρ, υιού του αρχιερέως Ααρών”.

Αρ. 4,34     καὶ ἐπεσκέψατο Μωυσῆς καὶ Ἀαρὼν καὶ οἱ ἄρχοντες Ἰσραὴλ τοὺς υἱοὺς Καὰθ κατὰ δήμους αὐτῶν, κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν,
Αρ. 4,34     Ο Μωϋσής, ο Ααρών και οι άρχοντες του Ισραήλ ηρίθμησαν τους υιούς Καάθ κατά τους δήμους και τας πατριαρχικάς οικογενείας των

Αρ. 4,35     ἀπὸ πέντε καὶ εἰκοσαετοῦς καὶ ἐπάνω ἕως πεντηκονταετοῦς, πᾶς ὁ εἰσπορευόμενος λειτουργεῖν καὶ ποιεῖν ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ μαρτυρίου.
Αρ. 4,35     από εικοσιπέντε ετών έως πεντήκοντα, όλους εκείνους, οι οποίοι θα εισηρχοντο εις την Σκηνήν του Μαρτυρίου, δια να υπηρετούν εις αυτήν.

Αρ. 4,36     καὶ ἐγένετο ἡ ἐπίσκεψις αὐτῶν κατὰ δήμους αὐτῶν δισχίλιοι ἑπτακόσιοι πεντήκοντα.
Αρ. 4,36     Εγινεν αυτή η κατά δήμους αρίθμησις και ο αριθμός αυτών ανήλθεν εις δύο χιλιάδας επτακοσίους πεντήκοντα.

Αρ. 4,37     αὕτη ἡ ἐπίσκεψις δήμου Καάθ, πᾶς ὁ λειτουργῶν ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ μαρτυρίου, καθὰ ἐπεσκέψατο Μωυσῆς καὶ Ἀαρὼν διὰ φωνῆς Κυρίου, ἐν χειρὶ Μωυσῇ.
Αρ. 4,37     Αυτή είναι η αρίθμησις του δήμου Καάθ, η οποία περιέλαβε κάθε δυνάμενον να υπηρετήση εις την Σκηνήν του Μαρτυρίου, και η οποία αρίθμησις έγινεν υπό του Μωϋσέως και του Ααρών σύμφωνα με την εντολήν του Κυρίου προς τον Μωϋσήν.

Αρ. 4,38     καὶ ἐπεσκέπησαν υἱοὶ Γεδσὼν κατὰ δήμους αὐτῶν, κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν,
Αρ. 4,38     Εγένετο αρίθμησις των υιών Γεδσών κατά τους δήμους αυτών, κατά τας πατριαρχικάς των οικογενείας.

Αρ. 4,39     ἀπὸ πέντε καὶ εἰκοσαετοῦς καὶ ἐπάνω ἕως πεντηκονταετοῦς, πᾶς ὁ εἰσπορευόμενος λειτουργεῖν καὶ ποιεῖν τὰ ἔργα ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ μαρτυρίου.
Αρ. 4,39     Από εικοσιπέντε ετών έως πεντήκοντα, δι' όλους εκείνους οι οποίοι θα εισήρχοντο να υπηρετούν και να εκτελούν τα καθωρισμένα έργα εις την Σκηνήν του Μαρτυρίου.

Αρ. 4,40     καὶ ἐγένετο ἡ ἐπίσκεψις αὐτῶν κατὰ δήμους αὐτῶν, κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν, δισχίλιοι ἑξακόσιοι τριάκοντα.
Αρ. 4,40     Η αρίθμησις έγινε κατά δήμους και κατά πατριαρχικάς οικογενείας και οι απογραφέντες ανήλθαν εις δύο χιλιάδας εξακοσίους τριάκοντα.

Αρ. 4,41     αὕτη ἡ ἐπίσκεψις δήμου υἱῶν Γεδσών, πᾶς ὁ λειτουργῶν ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ μαρτυρίου, οὓς ἐπεσκέψατο Μωυσῆς καὶ Ἀαρὼν διὰ φωνῆς Κυρίου, ἐν χειρὶ Μωυσῆ.
Αρ. 4,41     Αυτή είναι η αρίθμησις του δήμου των υιών Γεδσών, δι' όλους εκείνους οι οποίοι θα υπηρετούσαν εις την Σκηνήν του Μαρτυρίου. Αυτούς ηρίθμησεν ο Μωϋσής και ο Ααρών κατόπιν εντολής Κυρίου προς τον Μωϋσήν.

Αρ. 4,42     ἐπεσκέπησαν δὲ καὶ δῆμος υἱῶν Μεραρὶ κατὰ δήμους αὐτῶν, κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν,
Αρ. 4,42     Ηριθμήθησαν δε οι υιοί Μεραρί κατά δήμους και πατριαρχικάς οικογενείας,

Αρ. 4,43     ἀπὸ πέντε καὶ εἰκοσαετοῦς καὶ ἐπάνω ἕως πεντηκονταετοῦς, πᾶς ὁ εἰσπορευόμενος λειτουργεῖν πρὸς τὰ ἔργα τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου.
Αρ. 4,43     από εικοσιπέντε ετών έως πεντήκοντα, όλοι οι δυνάμενοι να εισέρχωνται εις την Σκηνήν του Μαρτυρίου και να υπηρετούν εις τα έργα αυτής.

Αρ. 4,44     καὶ ἐγενήθη ἡ ἐπίσκεψις αὐτῶν κατὰ δήμους αὐτῶν, κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν, τρισχίλιοι καὶ διακόσιοι·
Αρ. 4,44     Η κατά δήμους αυτή και πατριαρχικάς οικογενείας αρίθμησις ανήλθεν εις τρεις χιλιάδας διακοσίους.

Αρ. 4,45     αὕτη ἡ ἐπίσκεψις δήμου υἱῶν Μεραρί, οὓς ἐπεσκέψατο Μωυσῆς καὶ Ἀαρὼν διὰ φωνῆς Κυρίου, ἐν χειρὶ Μωυσῆ.
Αρ. 4,45     Αυτή είναι η αρίθμησις του δήμου των υιών Μεραρί, η οποία έγινε από τον Μωϋσήν και τον Ααρών κατόπιν εντολής Κυρίου προς τον Μωϋσήν.

Αρ. 4,46     πάντες οἱ ἐπεσκεμμένοι, οὓς ἐπεσκέψατο Μωυσῆς καὶ Ἀαρὼν καὶ οἱ ἄρχοντες Ἰσραὴλ τοὺς Λευίτας, κατὰ δήμους καὶ κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν,
Αρ. 4,46     Ολοι αυτοί οι Λευίται οι αριθμηθέντες υπό του Μωϋσέως, του Ααρών και των αρχόντων του Ισραήλ, κατά δήμους και κατά πατριαρχικάς οικογενείας των,

Αρ. 4,47     ἀπὸ πέντε καὶ εἰκοσαετοῦς καὶ ἐπάνω ἕως πεντηκονταετοῦς, πᾶς ὁ εἰσπορευόμενος πρὸς τὸ ἔργον τῶν ἔργων καὶ τὰ ἔργα τὰ αἰρόμενα ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ μαρτυρίου,
Αρ. 4,47     ηλικίας εικοσιπέντε ετών έως πεντήκοντα, όλοι οι οποίοι ηδύναντο να εισέρχωνται εις την Σκηνήν του Μαρτυρίου να εκτελούν τα διάφορα έργα και τα έργα της μεταφοράς,

Αρ. 4,48     καὶ ἐγενήθησαν οἱ ἐπισκεπέντες ὀκτακισχίλιοι πεντακόσιοι ὀγδοήκοντα.
Αρ. 4,48     ανήλθον εν συνόλω εις οκτώ χιλιάδας πεντακοσίους ογδοήκοντα.

Αρ. 4,49     διὰ φωνῆς Κυρίου ἐπεσκέψατο αὐτοὺς ἐν χειρὶ Μωυσῆ, ἄνδρα κατὰ ἄνδρα ἐπὶ τῶν ἔργων αὐτῶν καὶ ἐπὶ ὧν αἴρουσιν αὐτοί· καὶ ἐπεσκέπησαν, ὃν τρόπον συνέταξε Κύριος τῷ Μωυσῇ.
Αρ. 4,49     Η αρίθμησις αυτή έγινε κατόπιν εντολής Κυρίου δια του Μωϋσέως χωριστά δι' ένα έκαστον άνδρα δια τα έργα, τα οποία θα εξετέλουν και δια τα αντικείμενα, τα οποία θα μετέφερον. Εμετρήθησαν και ετακτοποιήθησαν, όπως διέταξεν ο Κυριος τον Μωϋσήν.

Αρ. 5,1     Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Αρ. 5,1     Ωμίλησεν ο Κυριος προς τον Μωϋσήν λέγων·

Αρ. 5,2     πρόσταξον τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ καὶ ἐξαποστειλάτωσαν ἐκ τῆς παρεμβολῆς πάντα λεπρὸν καὶ πάντα γονοῤῥυῆ καὶ πάντα ἀκάθαρτον ἐπὶ ψυχῇ·
Αρ. 5,2     “διάταξέ τους Ισραηλίτας να απομακρύνουν έξω από την κατασκήνωσίν των κάθε λεπρόν, κάθε γονορρυή και καθένα, ο οποίος εμιάνθη διότι ήγγισε νεκρόν.

Αρ. 5,3     ἀπὸ ἀρσενικοῦ ἕως θηλυκοῦ ἐξαποστείλατε ἔξω τῆς παρεμβολῆς, καὶ οὐ μὴ μιανοῦσι τὰς παρεμβολὰς αὐτῶν, ἐν οἷς ἐγὼ καταγίνομαι ἐν αὐτοῖς.
Αρ. 5,3     Καθε ακάθαρτον, είτε άρρην είτε θήλυς είναι, απομακρύνατε έξω από το στρατόπεδον, δια να μη μολύνουν τους τόπους τούτους των κατασκηνώσεων, στους οποίους εγώ παρίσταμαι”.

Αρ. 5,4     καὶ ἐποίησαν οὕτως οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ καὶ ἐξαπέστειλαν αὐτοὺς ἔξω τῆς παρεμβολῆς· καθὰ ἐλάλησε Κύριος Μωυσῇ, οὕτως ἐποίησαν οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ.
Αρ. 5,4     Οι Ισραηλίται έκαμαν, όπως διέταξεν ο Θεός, και απεμάκρυναν τους ακαθάρτους έξω από το στρατόπεδον. Οπως έδωσεν εντολήν ο Κυριος στον Μωϋσήν, έτσι έκαμαν οι Ισραηλίται.

Αρ. 5,5     καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Αρ. 5,5     Ωμιλησεν ο Κυριος προς τον Μωϋσήν λέγων·

Αρ. 5,6     λάλησον τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ λέγων· ἀνὴρ ἢ γυνή, ὅς τις ἂν ποιήσῃ ἀπὸ πασῶν τῶν ἁμαρτιῶν τῶν ἀνθρωπίνων, καὶ παριδὼν παρίδῃ καὶ πλημμελήσῃ ἡ ψυχὴ ἐκείνη,
Αρ. 5,6     “ειπέ προς τους Ισραηλίτας τα εξής· Εάν ανήρ η γυνή διαπράξουν κάποιο εκ των ανθρωπίνων αμαρτημάτων και ζημιώσουν τον πλησίον των και δια λόγους αγνοίας η αμελείας καταπατήσουν ούτω τον θείον νόμον και αμαρτήσουν, είναι υπεύθυνοι ενώπιον του Θεού.

Αρ. 5,7     ἐξαγορεύσει τὴν ἁμαρτίαν, ἣν ἐποίησε, καὶ ἀποδώσει τὴν πλημμέλειαν τὸ κεφάλαιον καὶ τὸ ἐπίπεμπτον αὐτοῦ προσθήσει ἐπ᾿ αὐτό, καὶ ἀποδώσει, τίνι ἐπλημμέλησεν αὐτῷ.
Αρ. 5,7     Ο αμαρτήσας θα ομολογήση προς εξιλέωσίν του την αμαρτίαν, την οποίαν έκαμε, θα πληρώση στον αδικηθέντα την ζημίαν εξ ολοκλήρου και θα δώση επί πλέον και το εν πέμπτον της αξίας.

Αρ. 5,8     ἐὰν δὲ μὴ ᾖ τῷ ἀνθρώπῳ ὁ ἀγχιστεύων, ὥστε ἀποδοῦναι αὐτῷ τὸ πλημμέλημα πρὸς αὐτόν, τὸ πλημμέλημα τὸ ἀποδιδόμενον Κυρίῳ τῷ ἱερεῖ ἔσται, πλὴν τοῦ κριοῦ τοῦ ἱλασμοῦ, δι᾿ οὗ ἐξιλάσεται ἐν αὐτῷ περὶ αὐτοῦ.
Αρ. 5,8     Εάν όμως δεν υπάρχη ούτε ο ζημιωθείς ούτε άλλος τις συγγενής του, στον οποίον να καταβληθή η αποζημίωσις, τότε αυτή θα δοθή στον Κυριον και θα ανήκη στον ιερέα, στον οποίον επίσης θα ανήκη και ο εξιλαστήριος κριός, δια του οποίου θα εξιλεωθή από την αμαρτίαν του ο διαπράξας την αδικίαν.

Αρ. 5,9     καὶ πᾶσα ἀπαρχὴ κατὰ πάντα τὰ ἁγιαζόμενα ἐν υἱοῖς Ἰσραήλ, ὅσα ἐὰν προσφέρωσι Κυρίῳ, τῷ ἱερεῖ αὐτῷ ἔσται.
Αρ. 5,9     Ολα τα πρωτόλεια, οι πρώτοι ώριμοι καρποί, που θα προσφέρουν οι Ισραηλίται στον Κυριον, θα ανήκουν στον ιερέα.

Αρ. 5,10     καὶ ἑκάστου τὰ ἡγιασμένα αὐτοῦ ἔσται· καὶ ἀνήρ, ὃς ἂν δῷ τῷ ἱερεῖ, αὐτῷ ἔσται.
Αρ. 5,10     Και ο,τι άλλο οιοσδήποτε από τους Ισραηλίτας προσφέρει στον ναόν, θα ανήκη στον ιερέα. Και γενικώς στον ιερέα θα ανήκη ο,τι θα δώση κανείς εις αυτόν δι' οιανδήποτε αιτίαν”.

Αρ. 5,11     Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Αρ. 5,11     Ο Κυριος ωμίλησε προς τον Μωϋσήν λέγων·

Αρ. 5,12     λάλησον τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ, καὶ ἐρεῖς πρὸς αὐτούς· ἀνδρὸς ἀνδρός, ἐὰν παραβῇ ἡ γυνὴ αὐτοῦ, καὶ ὑπεριδοῦσα παρίδῃ αὐτὸν
Αρ. 5,12     “λάλησον και ειπέ στους Ισραηλίτας· εάν μία ύπανδρος γυνή καταφρονήση τον άνδρα της, καταπατήση την συζυγικήν πίστιν

Αρ. 5,13     καὶ κοιμηθῇ τις μετ᾿ αὐτῆς κοίτην σπέρματος, καὶ λάθῃ ἐξ ὀφθαλμῶν τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς καὶ κρύψῃ, αὐτὴ δὲ ᾖ μεμιασμένη καὶ μάρτυς μὴ ἦν μετ᾿ αὐτῆς, καὶ αὐτὴ μὴ ᾖ συνειλημμένη,
Αρ. 5,13     και κοιμηθή με άλλον εις διάπραξιν αμαρτίας και διαφύγη την αντίληψιν του ανδρός της, κρύψη δε η ιδία το αμάρτημά της, είναι αυτή οπωσδήποτε μολυσμένη, έστω και αν δεν συνελήφθη επ' αυτοφώρω.

Αρ. 5,14     καὶ ἐπέλθῃ αὐτῷ πνεῦμα ζηλώσεως καὶ ζηλώσῃ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, αὐτὴ δὲ μεμίανται, ἢ ἐπέλθῃ αὐτῷ πνεῦμα ζηλώσεως καὶ ζηλώσῃ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, αὐτὴ δὲ μὴ ᾖ μεμιασμένη,
Αρ. 5,14     Εάν ο σύζυγός της την υποψιασθή και την ζηλοτυπήση όχι αδίκως, διότι αυτή έχει ήδη μολυνθή, εάν ακόμη κάποιος σύζυγος εις περίπτωσιν κατά την οποίαν η σύζυγός του δεν έχει μολυνθή, υποψιασθή αυτήν αδίκως και την ζηλοτυπήση, εις τας περιπτώσεις αυτάς

Αρ. 5,15     καὶ ἄξει ὁ ἄνθρωπος τὴν γυναῖκα αὐτοῦ πρὸς τὸν ἱερέα καὶ προσοίσει τὸ δῶρον περὶ αὐτῆς, τὸ δέκατον τοῦ οἰφὶ ἄλευρον κρίθινον, οὐκ ἐπιχεεῖ ἐπ᾿ αὐτὸ ἔλαιον, οὐδὲ ἐπιθήσει ἐπ᾿ αὐτὸ λίβανον· ἔστι γὰρ θυσία ζηλοτυπίας, θυσία μνημοσύνου, ἀναμιμνήσκουσα ἁμαρτίαν.
Αρ. 5,15     ο σύζυγος αυτός θα οδηγήση την σύζυγόν του εις τον ιερέα, θα προσφέρη το δώρον του δι' αυτήν, θα προσφέρη εν δέκατον του οιφί (δύο περίπου χιλιόγραμμα) αλεύρι κρίθινον, χωρίς να χύση επάνω εις αυτό έλαιον και χωρίς να θέση επάνω εις αυτό λιβάνι, διότι πρόκειται περί θυσίας ζηλοτυπίας, θυσίας η οποία υπενθυμίζει αμαρτίαν καταπατήσεως συζυγικής πίστεως.

Αρ. 5,16     καὶ προσάξει αὐτὴν ὁ ἱερεὺς καὶ στήσει αὐτὴν ἔναντι Κυρίου,
Αρ. 5,16     Ο ιερεύς θα οδηγήση και θα στήση αυτήν ορθίαν ενώπιον της Σκηνής του Κυρίου,

Αρ. 5,17     καὶ λήψεται ὁ ἱερεὺς ὕδωρ καθαρὸν ζῶν ἐν ἀγγείῳ ὀστρακίνῳ καὶ τῆς γῆς τῆς οὔσης ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου, καὶ λαβὼν ὁ ἱερεὺς ἐμβαλεῖ εἰς τὸ ὕδωρ.
Αρ. 5,17     θα λάβη ύδωρ καθαρόν από πηγήν μέσα εις πήλινον δοχείον, θα πάρη χώμα από το έδαφος, όπου ευρίσκεται η Σκηνή του Μαρτυρίου, το οποίον θα ρίψη μέσα στο δοχείον του ύδατος.

Αρ. 5,18     καὶ στήσει ὁ ἱερεὺς τὴν γυναῖκα ἔναντι Κυρίου καὶ ἀποκαλύψει τὴν κεφαλὴν τῆς γυναικὸς καὶ δώσει ἐπὶ τὰς χεῖρας αὐτῆς τὴν θυσίαν τοῦ μνημοσύνου, τὴν θυσίαν τῆς ζηλοτυπίας, ἐν δὲ τῇ χειρὶ τοῦ ἱερέως ἔσται τὸ ὕδωρ τοῦ ἐλεγμοῦ τοῦ ἐπικαταρωμένου τούτου.
Αρ. 5,18     Ο ιερεύς θα τοποθετήση την γυναίκα ενώπιον της Σκηνής του Κυρίου, θα ξεσκεπάση την κεφαλήν της και θα δώση εις τα χέρια της την θυσίαν, που υπενθυμίζει την αμαρτίαν της, την θυσίαν της ζηλοτυπίας. Ο δε ιερεύς θα κρατή εις τα χέρια του το νερό, δια της κατάρας του οποίου θα εξακριβωθή η αθωότης η ενοχή της γυναικός.

Αρ. 5,19     καὶ ὁρκιεῖ αὐτὴν ὁ ἱερεύς, καὶ ἐρεῖ τῇ γυναικί· εἰ μὴ κεκοίμηταί τις μετὰ σοῦ, εἰ μὴ παραβέβηκας μιανθῆναι ὑπὸ τὸν ἄνδρα τὸν σεαυτῆς, ἀθῴα ἴσθι ἀπὸ τοῦ ὕδατος τοῦ ἐλεγμοῦ τοῦ ἐπικαταρωμένου τούτου·
Αρ. 5,19     Θα ορκίση αυτήν ο ιερεύς και θα της είπη· Εάν δεν εκοιμήθη κανείς ανήρ μετά σου, εάν δεν κατεπάτησες την συζυγικήν πίστιν του ανδρός σου, ώστε να μολυνθής, θα είσαι ανέπαφος από, το κατηραμένον αυτό ύδωρ του ελεγμού.

Αρ. 5,20     εἰ δὲ σὺ παραβέβηκας ὕπανδρος οὖσα, ἢ μεμίανσαι καὶ ἔδωκέ τις τὴν κοίτην αὐτοῦ ἐν σοί, πλὴν τοῦ ἀνδρός σου·
Αρ. 5,20     Εάν όμως συ εξ εαυτής παρέβης την συζυγικήν πίστιν, καίτοι είσαι ύπανδρος, η οπωσδήποτε υπεχώρησες και εμολύνθης από άλλον άνδρα, που δεν είναι ιδικός σου, θα σε υποβάλω στον όρκον του ελεγμού.

Αρ. 5,21     καὶ ὁρκιεῖ ὁ ἱερεὺς τὴν γυναῖκα ἐν τοῖς ὅρκοις τῆς ἀρᾶς ταύτης, καὶ ἐρεῖ ὁ ἱερεὺς τῇ γυναικί· δῴη σε Κύριος ἐν ἀρᾷ καὶ ἐνόρκιον ἐν μέσῳ τοῦ λαοῦ σου, ἐν τῷ δοῦναι Κύριον τὸν μηρόν σου διαπεπτωκότα, καὶ τὴν κοιλίαν σου πεπρησμένην,
Αρ. 5,21     Θα ορκίση ο ιερεύς την γυναίκα αυτήν με τους όρκους της κατάρας και θα της είπη· Ο Κυριος να σε καταρασθή, να σε καταστήση αποκρουστικόν παράδειγμα κατηραμένου ανθρώπου εν μέσω του λαού σου, να σαπίση και πέση ο μηρός σου, να πρησθή η κοιλία σου,

Αρ. 5,22     καὶ εἰσελεύσεται τὸ ὕδωρ τὸ ἐπικαταρώμενον τοῦτο εἰς τὴν κοιλίαν σου πρῆσαι γαστέρα καὶ διαπεσεῖν μηρόν σου. καὶ ἐρεῖ ἡ γυνή· γένοιτο, γένοιτο.
Αρ. 5,22     να εισέλθη το ύδωρ τούτο της κατάρας εις την κοιλίαν σου, ώστε αυτή να πρησθή και να πέση σάπιος ο μηρός σου”. Η γυνή θα απαντήση· “Γένοιτο, γένοιτο”.

Αρ. 5,23     καὶ γράψει ὁ ἱερεὺς τὰς ἀρὰς ταύτας εἰς βιβλίον, καὶ ἐξαλείψει εἰς τὸ ὕδωρ τοῦ ἐλεγμοῦ τοῦ ἐπικαταρωμένου.
Αρ. 5,23     Ο ιερεύς θα γράψη εις ένα χαρτί τας κατάρας αυτάς, τας οποίας θα σβήση βυθίζων το χαρτί στο κατηραμένον ύδωρ.

Αρ. 5,24     καὶ ποτιεῖ τὴν γυναῖκα τὸ ὕδωρ τοῦ ἐλεγμοῦ τοῦ ἐπικαταρωμένου, καὶ εἰσελεύσεται εἰς αὐτὴν τὸ ὕδωρ τὸ ἐπικαταρώμενον τοῦ ἐλεγμοῦ.
Αρ. 5,24     Θα ποτίση την γυναίκα με το κατηραμένον ύδωρ του ελεγμού και θα εισέλθη εις αυτήν το ύδωρ τούτο.

Αρ. 5,25     καὶ λήψεται ὁ ἱερεὺς ἐκ χειρὸς τῆς γυναικὸς τὴν θυσίαν τῆς ζηλοτυπίας καὶ ἐπιθήσει τὴν θυσίαν ἔναντι Κυρίου καὶ προσοίσει αὐτὴν πρὸς τὸ θυσιαστήριον,
Αρ. 5,25     Θα λάβη έπειτα ο ιερεύς από το χέρι της γυναικός αυτής την θυσίαν της ζηλοτυπίας, θα παρουσιάση αυτήν ενώπιον του Κυρίου και θα την προσφέρη στο θυσιαστήριον.

Αρ. 5,26     καὶ δράξεται ὁ ἱερεὺς ἀπὸ τῆς θυσίας τὸ μνημόσυνον αὐτῆς καὶ ἀνοίσει αὐτὸ ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον καὶ μετὰ ταῦτα ποτιεῖ τὴν γυναῖκα τὸ ὕδωρ.
Αρ. 5,26     Θα πάρη μίαν χούφταν από την θυσίαν την υπενθυμίζουσαν την αμαρτίαν της, θα προσφέρη το περιεχόμενον της χούφτας στο θυσιαστήριον και μετά ταύτα θα ποτίση την γυναίκα με το κατηραμένον ύδωρ του ελεγμού.

Αρ. 5,27     καὶ ἔσται, ἐὰν ᾖ μεμιασμένη καὶ λήθῃ λάθη τὸν ἄνδρα αὐτῆς, καὶ εἰσελεύσεται εἰς αὐτὴν τὸ ὕδωρ τοῦ ἐλεγμοῦ τὸ ἐπικαταρώμενον, καὶ πρησθήσεται τὴν κοιλίαν, καὶ διαπεσεῖται ὁ μηρὸς αὐτῆς, καὶ ἔσται ἡ γυνὴ εἰς ἀρὰν τῷ λαῷ αὐτῆς.
Αρ. 5,27     Τοτε θα συμβη εν εκ των δύο. Εάν η γυνή είναι όντως μολυσμένη και έχη διαφύγει την προσοχήν του ανδρός της, θα εισέλθη το κατηραμένον ύδωρ του ελεγμού εις αυτήν, θα πρησθή η κοιλία τας, θα σαπίση και θα πέση ο μηρός της, και αυτή θα είναι κατηραμένη εν μέσω του λαού.

Αρ. 5,28     ἐὰν δὲ μὴ μιανθῇ ἡ γυνὴ καὶ καθαρὰ ᾖ, καὶ ἀθῴα ἔσται καὶ ἐκσπερματιεῖ σπέρμα.
Αρ. 5,28     Εάν όμως δεν έχη μολυνθή και είναι καθαρά και αθώα, δεν θα πάθη τίποτε και θα αποκτήση τέκνα.

Αρ. 5,29     οὗτος ὁ νόμος τῆς ζηλοτυπίας, ᾧ ἂν παραβῇ ἡ γυνὴ ὕπανδρος οὖσα καὶ μιανθῇ·
Αρ. 5,29     Αυτός είναι ο νόμος της ζηλοτυπίας δια την περίπτωσιν, κατά την οποίαν η ύπανδρος γυνή θα καταπατήση την συζυγικήν πίστιν και θα μολυνθή,

Αρ. 5,30     ἢ ἄνθρωπος, ᾧ ἐὰν ἐπέλθῃ ἐπ᾿ αὐτὸν πνεῦμα ζηλώσεως καὶ ζηλώσῃ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ στήσῃ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ ἔναντι Κυρίου, καὶ ποιήσῃ αὐτῇ ὁ ἱερεὺς πάντα τὸν νόμον τοῦτον·
Αρ. 5,30     η, εάν ο σύζυγός της καταληφθή υπό αδικαιολογήτου ζηλοτυπίας και υποψιασθή αναιτίως την γυναίκα του, αυτός θα την παρουσιάση ενώπιον του Κυρίου και ο ιερεύς θα κάμη όλα όσα ο νόμος της ζηλοτυπίας ορίζει.

Αρ. 5,31     καὶ ἀθῷος ἔσται ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ ἁμαρτίας, καὶ ἡ γυνὴ ἐκείνη λήψεται τὴν ἁμαρτίαν αὐτῆς.
Αρ. 5,31     Εάν η γυνή αποδειχθή ένοχος θα λάβη την ποινήν της αμαρτίας της, ο δε σύζυγός της θα είναι απηλλαγμένος από κάθε ευθύνην”.

Αρ. 6,1     Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Αρ. 6,1     Ο Κυριος ωμίλησε προς τον Μωϋσήν λέγων·

Αρ. 6,2     λάλησον τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ καὶ ἐρεῖς πρὸς αὐτούς· ἀνὴρ ἢ γυνή, ὃς ἐὰν μεγάλως εὔξηται εὐχὴν ἀφαγνίσασθαι ἁγνείαν Κυρίῳ,
Αρ. 6,2     “κάλεσε τους Ισραηλίτας και ειπέ προς αυτούς· Εάν ένας άνδρας η μία γυναίκα τάξη να αφιερωθή προς τον Κυριον επί χρονικόν τι διάστημα, να γίνη δηλαδή Ναζηραίος,

Αρ. 6,3     ἀπὸ οἴνου καὶ σίκερα ἁγνισθήσεται καὶ ὄξος ἐξ οἴνου καὶ ὄξος ἐκ σίκερα οὐ πίεται καὶ ὅσα κατεργάζεται ἐκ σταφυλῆς οὐ πίεται καὶ σταφυλὴν πρόσφατον καὶ σταφίδα οὐ φάγεται.
Αρ. 6,3     θα απέχη αυτός από οίνον και οινοπνευματώδη ποτά, από ξύδι κατασκευασμένον από κρασί η από άλλα οινοπνευματώδη ποτά. Γενικώς δεν θα πίη κάθε τι, το οποίον γίνεται από την κατεργασίαν της σταφυλής, δεν θα φάγη νωπόν σταφύλι ούτε ξηράν σταφίδα.

Αρ. 6,4     πάσας τὰς ἡμέρας τῆς εὐχῆς αὐτοῦ· ἀπὸ πάντων ὅσα γίνεται ἐξ ἀμπέλου, οἶνον ἀπὸ στεμφύλων ἕως γιγάρτου οὐ φάγεται.
Αρ. 6,4     Καθ' όλας τας ημέρας του ταξίματός του δεν θα φάγη τίποτε από όσα γίνονται εκ της αμπέλου, απόσταγμα στεμφύλων (τσίπουρο) μέχρι κουκούτσι σταφυλής.

Αρ. 6,5     πάσας τὰς ἡμέρας τοῦ ἁγνισμοῦ ξυρὸν οὐκ ἐπελεύσεται ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ, ἕως ἂν πληρωθῶσιν αἱ ἡμέραι, ὅσας ηὔξατο Κυρίῳ· ἅγιος ἔσται τρέφων κόμην τρίχα κεφαλῆς.
Αρ. 6,5     Ολας τας ημέρας του εξαγνισμού ξυράφι δεν θα πέραση στο κεφάλι του, μέχρις ότου συμπληρωθούν αι ημέραι, τας οποίας έχει τάξει προς τον Κυριον. Θα είναι αφιερωμένος στον Κυριον και δια τούτο θα αφήση ανέπαφον την κόμην του.

Αρ. 6,6     πάσας τὰς ἡμέρας τῆς εὐχῆς Κυρίῳ ἐπὶ πάσῃ ψυχῇ τετελευτηκυίᾳ οὐκ εἰσελεύσεται·
Αρ. 6,6     Ολας τας ημέρας, που διαρκεί το τάξιμό του, δεν θα εισέλθη εις δωμάτιον, όπου υπάρχει νεκρός.

Αρ. 6,7     ἐπὶ πατρὶ καὶ μητρὶ καὶ ἐπ᾿ ἀδελφῷ καὶ ἐπ᾿ ἀδελφῇ, οὐ μιανθήσεται ἐπ᾿ αὐτοῖς ἀποθανόντων αὐτῶν, ὅτι εὐχὴ Θεοῦ αὐτοῦ ἐπ᾿ αὐτῷ ἐπὶ κεφαλῆς αὐτοῦ.
Αρ. 6,7     Δεν θα μιανθή εισερχόμενος στο δωμάτιον, όπου υπάρχει το νεκρόν σώμα του πατρός του η, της μητρός του η του αδελφού του η της αδελφής του. Δεν θα μολυνθή πλησιάζων αυτούς τους νεκρούς, διότι επάνω εις την κεφαλήν αυτού υπάρχει το τάξιμό του προς τον Θεόν.

Αρ. 6,8     πάσας τὰς ἡμέρας τῆς εὐχῆς αὐτοῦ ἅγιος ἔσται Κυρίῳ.
Αρ. 6,8     Ολας τας ημέρας του ταξίματός του θα είναι άγιος αφιερωμένος στον Κυριον.

Αρ. 6,9     ἐὰν δέ τις ἀποθάνῃ ἐπ᾿ αὐτῷ ἐξάπινα, παραχρῆμα μιανθήσεται ἡ κεφαλὴ εὐχῆς αὐτοῦ, καὶ ξυρήσεται τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ ᾗ ἂν ἡμέρᾳ καθαρισθῇ· τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ ξυρηθήσεται.
Αρ. 6,9     Εάν όμως αποθάνη κανείς έξαφνα εμπρός του, αμέσως η κεφαλή του που ζει το τάξιμο θα μολυνθή· δι' αυτό θα ξυρίση την κεφαλήν του κατά την ημέραν της (μολύνσεως, οπότε η ημέρα αυτή θα είναι ημέρα καθαρισμού του, και θα ξυρίση αυτήν δια δευτέρου φοράν μετά επτά ημέρας.

Αρ. 6,10     καὶ τῇ ἡμέρᾳ τῇ ὀγδόῃ οἴσει δύο τρυγόνας ἢ δύο νεοσσοὺς περιστερῶν πρὸς τὸν ἱερέα, ἐπὶ τὰς θύρας τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου,
Αρ. 6,10     Κατά την ογδόην ημέραν θα φέρη δύο τρυγόνας η δύο νεοσσούς περιστερών προς τον ιερέα εις την θύραν της Σκηνής του Μαρτυρίου.

Αρ. 6,11     καὶ ποιήσει ὁ ἱερεὺς μίαν περὶ ἁμαρτίας καὶ μίαν εἰς ὁλοκαύτωμα, καὶ ἐξιλάσεται περὶ αὐτοῦ ὁ ἱερεὺς περὶ ὧν ἥμαρτε περὶ τῆς ψυχῆς καὶ ἁγιάσει τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ,
Αρ. 6,11     Ο ιερεύς θα θυσιάση την μίαν περί αμαρτίας, την δε άλλην θα προσφέρη ως ολοκαύτωμα και θα εξιλεώση αυτόν δια την αμαρτίαν, εις την οποίαν υπέπεσεν ιδών νεκρόν, και θα αφιερώση πάλιν την κεφαλήν αυτού κατά την ημέραν εκείνην προς τον Κυριον,

Αρ. 6,12     ᾗ ἡγιάσθη Κυρίῳ, τὰς ἡμέρας τῆς εὐχῆς, καὶ προσάξει ἀμνὸν ἐνιαύσιον εἰς πλημμέλειαν, καὶ αἱ ἡμέραι αἱ πρότεραι ἄλογοι ἔσονται, ὅτι ἐμιάνθη ἡ κεφαλὴ εὐχῆς αὐτοῦ.
Αρ. 6,12     όπως είχεν αφιερωθή στον Κυριον κατά τας προ της αμαρτίας του ημέρας του ταξίματος. Θα προσφέρη αυτός εν συνεχεία αμνόν ενός έτους δια την αμαρτίαν του. Αι προηγούμεναι ημέραι του ταξίματός του δεν θα ληφθούν υπ' όψει, διότι η κεφαλή του, η αφιερωμένη στον Κυριον, εμολύνθη εν τω μεταξύ.

Αρ. 6,13     Καὶ οὗτος ὁ νόμος τοῦ εὐξαμένου· ᾗ ἂν ἡμέρᾳ πληρώσῃ ἡμέρας εὐχῆς αὐτοῦ, προσοίσει αὐτὸς παρὰ τὰς θύρας τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου
Αρ. 6,13     Αυτος είναι ο νόμος δια τον έχοντα τάξιμον, δια τον Ναζηραίον. Κατά την ημέραν δε που θα συμπληρωθούν αι ημέραι του ταξίματός του, θα οδηγήση αυτόν ο ιερεύς πλησίον εις τας θύρας της Σκηνής του Μαρτυρίου·

Αρ. 6,14     καὶ προσάξει τὸ δῶρον αὐτοῦ Κυρίῳ ἀμνὸν ἐνιαύσιον ἄμωμον ἕνα εἰς ὁλοκαύτωσιν καὶ ἀμνάδα ἐνιαυσίαν μίαν ἄμωμον εἰς ἁμαρτίαν καὶ κριὸν ἕνα ἄμωμον εἰς σωτήριον
Αρ. 6,14     και θα προσφέρη αυτός προς τον Κυριον το δώρον του, αμνόν ενός έτους, υγιή και αρτιμελή προς ολοκαύτωσιν, μίαν αμνάδα χωρίς κανένα σωματικόν ελάττωμα δια θυσίαν περί αμαρτίας και ένα κριον υγιή και αρτιμελή δια θυσίαν ειρηνικήν.

Αρ. 6,15     καὶ κανοῦν ἀζύμων σεμιδάλεως ἄρτους ἀναπεποιημένους ἐν ἐλαίῳ καὶ λάγανα ἄζυμα κεχρισμένα ἐν ἐλαίῳ καὶ θυσίαν αὐτῶν καὶ σπονδὴν αὐτῶν.
Αρ. 6,15     Θα προσφέρη επίσης ένα κάνιστρον με άρτους, καμωμένους από σημιγδάλι χωρίς προζύμι, ζυμωμένους με λάδι, και λαγάνες, χωρίς προζύμι, αλειμμένες με λάδι και μαζή με αυτά οίνον δια την σπονδήν.

Αρ. 6,16     καὶ προσοίσει ὁ ἱερεὺς ἔναντι Κυρίου καὶ ποιήσει τὸ περὶ ἁμαρτίας αὐτοῦ καὶ τὸ ὁλοκαύτωμα αὐτοῦ
Αρ. 6,16     Ολα αυτά θα τα προσφέρή ο ιερεύς ενώπιον του Κυρίου και θα τελέση την θυσίαν περί αμαρτίας και την θυσίαν του ολοκαυτώματος.

Αρ. 6,17     καὶ τὸν κριὸν ποιήσει θυσίαν σωτηρίου τῷ Κυρίῳ ἐπὶ τῷ κανῷ τῶν ἀζύμων, καὶ ποιήσει ὁ ἱερεὺς τὴν θυσίαν αὐτοῦ καὶ τὴν σπονδὴν αὐτοῦ.
Αρ. 6,17     Ο ιερεύς θα προσφέρη επίσης τον κριον ως ειρηνικήν θυσίαν προς τον Κυριον, με το κάνιστρον των αζύμων άρτων και μαζή με αυτά την σπονδήν του οίνου.

Αρ. 6,18     καὶ ξυρήσεται ὁ ηὐγμένος παρὰ τὰς θύρας τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου τὴν κεφαλὴν τῆς εὐχῆς αὐτοῦ καὶ ἐπιθήσει τὰς τρίχας ἐπὶ τὸ πῦρ, ὅ ἐστιν ὑπὸ τὴν θυσίαν τοῦ σωτηρίου.
Αρ. 6,18     Αμέσως κατόπιν ο έχων το τάξιμον θα ξυρίση την καθιερωμένην στον Κυριον κεφαλήν αυτού πλησίον εις τας θύρας της Σκηνής του Μαρτυρίου και θα θέση τας τρίχας στο πυρ του θυσιαστήριου των ολοκαυτωμάτων, στο οποίον προσεφέρθη η ειρηνική θυσία.

Αρ. 6,19     καὶ λήψεται ὁ ἱερεὺς τὸν βραχίονα ἑφθὸν ἀπὸ τοῦ κριοῦ καὶ ἄρτον ἕνα ἄζυμον ἀπὸ τοῦ κανοῦ καὶ λάγανον ἄζυμον ἓν καὶ ἐπιθήσει ἐπὶ τὰς χεῖρας τοῦ ηὐγμένου μετὰ τὸ ξυρήσασθαι αὐτὸν τὴν εὐχὴν αὐτοῦ·
Αρ. 6,19     Ο ιερεύς θα πάρη από τον κριον την πλάτην, αφού πρώτα την βράση, ένα άζυμον άρτον από το κάνιστρον, μίαν λαγάναν άζυμον και θα θέση αυτά εις τα χέρια του έχοντος το τάξιμον μετά το ξύρισμα της κεφαλής του.

Αρ. 6,20     καὶ προσοίσει αὐτὰ ὁ ἱερεὺς ἐπίθεμα ἔναντι Κυρίου, ἅγιον ἔσται τῷ ἱερεῖ ἐπὶ τοῦ στηθυνίου τοῦ ἐπιθέματος καὶ ἐπὶ τοῦ βραχίονος τοῦ ἀφαιρέματος, καὶ μετὰ ταῦτα πίεται ὁ ηὐγμένος οἶνον.
Αρ. 6,20     Θα προσφέρη αυτά ο ιερεύς ως θυσίαν αφιερωμένην στον Κυριον, ως θυσίαν “επιθέματος”. Αυτή η προσφορά θα είναι αγία, προωρισμένη δια τον ιερέα μαζή με το στήθος το οποίον πρρσεφέρθη ως θυσία επίσης επιθέματος και με το πόδι που προσεφέρθη ως “αφαίρεμα”, δια υψώσεως, προς τον Κυριον. Κατόπιν από όλα αυτά θα πίη οίνον αυτός, που είχε κάμει το τάξιμον.

Αρ. 6,21     οὗτος ὁ νόμος τοῦ εὐξαμένου, ὃς ἂν εὔξηται Κυρίῳ δῶρον αὐτοῦ Κυρίῳ περὶ τῆς εὐχῆς, χωρὶς ὧν ἂν εὕρῃ ἡ χεὶρ αὐτοῦ, κατὰ δύναμιν τῆς εὐχῆς αὐτοῦ, ἣν ἂν εὔξηται κατὰ νόμον ἁγνείας.
Αρ. 6,21     Αυτός είναι ο νόμος του Ναζηραίου, ο οποίος έκαμε τάξιμο αφιερώσεώς του επί τι διάστημα στον Κυριον και η υποχρέωσίς του να προσφέρη την σχετικήν θυσίαν δια την καθιέρωσίν του προς τον Κυριον, εκτός φυσικά άλλης τινός αυτοπροαιρέτου και κατά την οικονομικήν του δυνατότητα προσφοράς.

Αρ. 6,22     Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Αρ. 6,22     Ο Κυριος ωμίλησε προς τον Μωϋσήν λέγων·

Αρ. 6,23     λάλησον Ἀαρὼν καὶ τοῖς υἱοῖς αὐτοῦ λέγων· οὕτως εὐλογήσετε τοὺς υἱοὺς Ἰσραήλ, λέγοντες αὐτοῖς·
Αρ. 6,23     “ομίλησε στον Ααρών και προς τους υιούς του, τους ιερείς, και ειπέ, ότι κατ' αυτόν τον τρόπον θα ευλογήτε τους Ισραηλίτας λέγοντες προς αυτούς·

Αρ. 6,24     εὐλογήσαι σε Κύριος καὶ φυλάξαι σε·
Αρ. 6,24     Είθε να σε ευλογήση και να σε διαφυλάξη ο Κυριος !

Αρ. 6,25     ἐπιφάναι Κύριος τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἐπὶ σὲ καὶ ἐλεήσαι σε·
Αρ. 6,25     Είθε να φανέρωση εις σε το πρόσωπόν του και να σε ελεήση.

Αρ. 6 ,26     ἐπάραι Κύριος τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἐπὶ σὲ καὶ δώῃ σοι εἰρήνην.
Αρ. 6 ,26     Είθε να στρέψη ευμενές και στοργικόν το πρόσωπόν του ο Κυριος προς σε και να σου δώση ειρήνην !

Αρ. 6,27     καὶ ἐπιθήσουσι τὸ ὄνομά μου ἐπὶ τοὺς υἱοὺς Ἰσραήλ, καὶ ἐγὼ Κύριος εὐλογήσω αὐτούς.
Αρ. 6,27     Κατ' αυτόν τον τροπον θα θέσουν οι ιερείς το όνομά μου εις τας ευλογίας των προς τους Ισραηλίτας. Εγώ δε ο Κυριος θα ευλογήσω αυτούς”.

Αρ. 7,1     Καὶ ἐγένετο ᾗ ἡμέρᾳ συνετέλεσε Μωυσῆς, ὥστε ἀναστῆσαι τὴν σκηνὴν καὶ ἔχρισεν αὐτὴν καὶ ἡγίασεν αὐτὴν καὶ πάντα τὰ σκεύη αὐτῆς καὶ τὸ θυσιαστήριον καὶ πάντα τὰ σκεύη αὐτοῦ καὶ ἔχρισεν αὐτὰ καὶ ἡγίασεν αὐτά,
Αρ. 7,1     Οταν έφθασεν η ημέρα, κατά την οποίαν επεράτωσεν ο Μωϋσής την κατασκευήν της Σκηνής και ήτο ετοίμη αυτή, ώστε να την στήση, την έχρισε με έλαιον, την ηγίασε και την καθιέρωσεν στον Θεόν με όλα τα σκεύη της, όπως επίσης και το θυσιαστήριον με όλα τα σκεύη του. Τα έχρισεν όλα αυτά με έλαιον, τα ηγίασε και τα αφιέρωσεν στον Θεόν.

Αρ. 7,2     καὶ προσήνεγκαν οἱ ἄρχοντες Ἰσραήλ, δώδεκα ἄρχοντες οἴκων πατριῶν αὐτῶν, οὗτοι οἱ ἄρχοντες φυλῶν, οὗτοι οἱ παρεστηκότες ἐπὶ τῆς ἐπισκοπῆς,
Αρ. 7,2     Τοτε οι άρχοντες του Ισραήλ, οι δώδεκα αρχηγοί των πατριαρχικών οικογενειών, οι άρχοντες των φυλών, οι οποίοι είχον λάβει μέρος, ως βοηθοί του Μωϋσέως, εις την απογραφήν των Ισραηλιτών,

Αρ. 7,3     καὶ ἤνεγκαν τὸ δῶρον αὐτῶν ἔναντι Κυρίου, ἓξ ἁμάξας λαμπηνικὰς καὶ δώδεκα βόας, ἅμαξαν παρὰ δύο ἀρχόντων, καὶ μόσχον παρὰ ἑκάστου, καὶ προσήγαγον ἐναντίον τῆς σκηνῆς.
Αρ. 7,3     προσέφεραν ως δώρα αυτών προς τον Κυριον εξ κλειστάς αμάξας και δώδεκα βόδια, ανά δύο άρχοντες μίαν άμαξαν, και έκαστος άρχων ανά ένα μόσχον. Τα προσέφεραν ενώπιον της Σκηνής του Μαρτυρίου.

Αρ. 7,4     καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Αρ. 7,4     Είπε δε ο Κυριος προς τον Μωϋσήν·

Αρ. 7,5     λάβε παρ᾿ αὐτῶν, καὶ ἔσονται πρὸς τὰ ἔργα τὰ λειτουργικὰ τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου, καὶ δώσεις αὐτὰ τοῖς Λευίταις, ἑκάστῳ κατὰ τὴν αὐτοῦ λειτουργίαν.
Αρ. 7,5     “Παρε από αυτούς τα δώρα, δια να χρησιμοποιηθούν αυτά εις τα υπηρετικά της Σκηνής του Μαρτυρίου έργα. Θα μοιράσης τα δώρα αυτά στους Λευΐτας, αναλόγως της υπηρεσίας την οποίαν αυτοί προσφέρουν”.

Αρ. 7,6     καὶ λαβὼν Μωυσῆς τὰς ἁμάξας καὶ τοὺς βόας, ἔδωκεν αὐτὰ τοῖς Λευίταις·
Αρ. 7,6     Επήρεν ο Μωϋσής τας αμάξας και τα βόδια και έδωκεν αυτά στους Λευΐτας.

Αρ. 7,7     καὶ τὰς δύο ἁμάξας καὶ τοὺς τέσσαρας βόας ἔδωκε τοῖς υἱοῖς Γεδσὼν κατὰ τὰς λειτουργίας αὐτῶν
Αρ. 7,7     Τας δύο αμάξας και τα τέσσερα βόδια έδωκεν στους υιούς του Γεδσών, δια να χρησιμοποιηθούν εις τας προς την Σκηνήν υπηρεσίας των.

Αρ. 7,8     καὶ τὰς τέσσαρας ἁμάξας καὶ τοὺς ὀκτὼ βόας ἔδωκε τοῖς υἱοῖς Μεραρὶ κατὰ τὰς λειτουργίας αὐτῶν, διὰ Ἰθάμαρ υἱοῦ Ἀαρὼν τοῦ ἱερέως.
Αρ. 7,8     Τας τέσσαρας αμάξας και τα οκτώ υπολειπόμενα βόδια έδωκεν στους υιούς του Μεραρί δια τας υπηρεσίας αυτών προς τον ναόν υπό την εποπτείαν του Ιθάμαρ, υιού του αρχιερέως Ααρών.

Αρ. 7,9     καὶ τοῖς υἱοῖς Καὰθ οὐ δέδωκεν, ὅτι τὰ λειτουργήματα τοῦ ἁγίου ἔχουσιν· ἐπ᾿ ὤμων ἀροῦσιν.
Αρ. 7,9     Εις δε τους υιούς του Καάθ δεν έδωκεν αμάξας, διότι αυτοί είχον ως υπηρεσίαν των να μεταφέρουν τα άγια αντικείμενα. Αυτά έπρεπε να τα φέρουν στους ώμους των.

Αρ. 7,10     καὶ προσήνεγκαν οἱ ἄρχοντες εἰς τὸν ἐγκαινισμὸν τοῦ θυσιαστηρίου, ἐν τῇ ἡμέρᾳ ᾗ ἔχρισεν αὐτό, καὶ προσήνεγκαν οἱ ἄρχοντες τὰ δῶρα αὐτῶν ἀπέναντι τοῦ θυσιαστηρίου.
Αρ. 7,10     Οταν ετελούντο τα εγκαίνια του θυσιαστηρίου των ολοκαυτωμάτων, την ημέραν κατά την οποίαν οι ιερείς έχρισαν και καθιέρωσαν αυτό, οι άρχοντες προσέφεραν τα δώρα των απέναντι του θυσιαστηρίου των ολοκαυτωμάτων.

Αρ. 7,11     καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν· ἄρχων εἷς καθ᾿ ἡμέραν, ἄρχων καθ᾿ ἡμέραν προσοίσουσι τὰ δῶρα αὐτῶν εἰς τὸν ἐγκαινισμὸν τοῦ θυσιαστηρίου.
Αρ. 7,11     Ο Κυριος είπε προς τον Μωϋσήν· “ένας άρχων εκάστην ημέραν θα προσφέρη τα δώρα του κατά τα εγκαίνια του θυσιαστηρίου των ολοκαυτωμάτων”.

Αρ. 7,12     Καὶ ἦν ὁ προσφέρων ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ πρώτῃ τὸ δῶρον αὐτοῦ Ναασσὼν υἱὸς Ἀμιναδάβ, ἄρχων τῆς φυλῆς Ἰούδα.
Αρ. 7,12     Την πρώτην ημέραν προσέφερε το δώρον του ο Ναασσών, υιός του Αμιναδάβ, αρχηγός της φυλής του Ιούδα.

Αρ. 7,13     καὶ προσήνεγκε τὸ δῶρον αὐτοῦ τρυβλίον ἀργυροῦν ἕν, τριάκοντα καὶ ἑκατὸν ὁλκὴ αὐτοῦ, φιάλην μίαν ἀργυρᾶν ἑβδομήκοντα σίκλων κατὰ τὸν σίκλον τὸν ἅγιον, ἀμφότερα πλήρη σεμιδάλεως ἀναπεποιημένης ἐν ἐλαίῳ εἰς θυσίαν·
Αρ. 7,13     Αυτός προσέφερεν ως δώρον του ένα αργυρούν πινάκιον βάρους εκατόν τριάκοντα σίκλων (δηλ. 1466 γραμμάρ.), μίαν αργυράν φιάλην εβδομηκοντα σίκλων, σύμφωνα με τον σίκλον που χρησιμοποιείται στον ναόν. Και τα δύο αυτά ήσαν πλήρη από σημιγδάλι ζυμωμένον με λάδι προς θυσίαν.

Αρ. 7,14     θυΐσκην μίαν δέκα χρυσῶν πλήρη θυμιάματος·
Αρ. 7,14     Προσέφερεν επίσης μίαν λιβανοθήκην χρυσήν βάρους δέκα σίκλων γεμάτην θυμίαμα,

Αρ. 7,15     μόσχον ἕνα ἐκ βοῶν, κριὸν ἕνα, ἀμνὸν ἕνα ἐνιαύσιον εἰς ὁλοκαύτωμα·
Αρ. 7,15     ένα μόσχον από τα βόδια, ένα κριόν, ένα αμνόν ενός έτους ως θυσίαν ολοκαυτώματος,

Αρ. 7,16     καὶ χίμαρον ἐξ αἰγῶν ἕνα περὶ ἁμαρτίας·
Αρ. 7,16     ένα τράγον από την αγέλην των αιγών προς θυσίαν περί αμαρτίας.

Αρ. 7,17     καὶ εἰς θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο, κριοὺς πέντε, τράγους πέντε, ἀμνάδας ἐνιαυσίας πέντε. τοῦτο δῶρον Ναασὼν υἱοῦ Ἀμιναδάβ.
Αρ. 7,17     Δια δε την θυσίαν του σωτηρίου προσέφερε δύο δαμάλεις, πέντε κριούς, πέντε τράγους, πέντε αμνάδας ενός έτους. Αυτή ήτο η προσφορά του Ναασσών υιού του Αμιναδάβ.

Αρ. 7,18     τῇ ἡμέρᾳ τῇ δευτέρᾳ προσήνεγκε Ναθαναὴλ υἱὸς Σωγάρ, ὁ ἄρχων τῆς φυλῆς Ἰσσάχαρ.
Αρ. 7,18     Κατά την δευτέραν ημέραν προσέφερε το δώρον του ο Ναθαναήλ υιός του Σωγάρ, ο αρχηγός της φυλής Ισσάχαρ.

Αρ. 7,19     καὶ προσήνεγκε τὸ δῶρον αὐτοῦ τρυβλίον ἀργυροῦν ἕν, τριάκοντα καὶ ἑκατὸν ὁλκὴ αὐτοῦ, φιάλην μίαν ἀργυρᾶν ἑβδομήκοντα σίκλων κατὰ τὸν σίκλον τὸν ἅγιον, ἀμφότερα πλήρη σεμιδάλεως ἀναπεποιημένης ἐν ἐλαίῳ εἰς θυσίαν·
Αρ. 7,19     Το δώρον, που προσέφερεν, ήτο ένα αργυρούν πινάκιον βάρους εκατόν τριάκοντα σίκλων, μίαν αργυράν φιάλην εβδομήκοντα σίκλων, (αμφότερα βάρους δύο κιλών, και 100 περίπου γραμμαρίων), σύμφωνα με τον σίκλον του ναού, και τα δύο γεμάτα από σημιγδάλι ζυμωμένο με λάδι δι' αναίμακτον θυσίαν.

Αρ. 7,20     θυΐσκην μίαν δέκα χρυσῶν πλήρη θυμιάματος·
Αρ. 7,20     Προσέφερεν ακόμη μίαν λιβανοθήκην δέκα χρυσών σίκλων γεμάτην θυμίαμα,

Αρ. 7,21     μόσχον ἕνα ἐκ βοῶν, κριὸν ἕνα, ἀμνὸν ἕνα ἐνιαύσιον εἰς ὁλοκαύτωμα·
Αρ. 7,21     ένα μόσχον, ένα κριόν, ένα αμνόν ενός έτους εις ολοκαύτωσιν,

Αρ. 7,22     καὶ χίμαρον ἐξ αἰγῶν ἕνα περὶ ἁμαρτίας·
Αρ. 7,22     ένα τράγον από τα γίδια δια θυσίαν περί αμαρτίας.

Αρ. 7,23     καὶ εἰς θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο, κριοὺς πέντε, τράγους πέντε, ἀμνάδας ἐνιαυσίας πέντε. τοῦτο τὸ δῶρον Ναθαναὴλ υἱοῦ Σωγάρ.
Αρ. 7,23     Δια δε την θυσίαν του σωτηρίου προσέφερε δύο δαμάλεις, πέντε κριούς, πέντε τράγους και πέντε αμνάδας ενός έτους. Αυτή ήτο η προσφορά του Ναθαναήλ, υιού του Σωγάρ.

Αρ. 7,24     τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ ἄρχων τῶν υἱῶν Ζαβουλὼν Ἑλιὰβ υἱὸς Χαιλών.
Αρ. 7,24     Κατά την τρίτην ημέραν προσέφερε το δώρον του ο άρχων της φυλής Ζαβουλών ο Ελιάβ, υιός του Χαιλών.

Αρ. 7,25     τὸ δῶρον αὐτοῦ τρυβλίον ἀργυροῦν ἕν, τριάκοντα καὶ ἑκατὸν ὁλκὴ αὐτοῦ, φιάλην μίαν ἀργυρᾶν ἑβδομήκοντα σίκλων κατὰ τὸν σίκλον τὸν ἅγιον, ἀμφότερα πλήρη σεμιδάλεως ἀναπεποιημένης ἐν ἐλαίῳ εἰς θυσίαν·
Αρ. 7,25     Προσέφερεν ως δώρον του ένα αργυρούν πινάκιον βάρους εκατόν τριάκοντα σίκλων, μίαν αργυράν φιάλην εβδομήκοντα σίκλων, σύμφωνα με τον σίκλον που χρησιμοποιείται στο ιερόν και τα δύο γεμάτα σημιγδάλι ζυμωμένο με λάδι, δι' αναίμακτον θυσίαν,

Αρ. 7,26     θυΐσκην μίαν δέκα χρυσῶν πλήρη θυμιάματος·
Αρ. 7,26     μίαν λιβανοθήκην βάρους δέκα χρυσών σίκλων, γεμάτην θυμίαμα,

Αρ. 7,27     μόσχον ἕνα ἐκ βοῶν, κριὸν ἕνα, ἀμνὸν ἕνα ἐνιαύσιον εἰς ὁλοκαύτωμα·
Αρ. 7,27     ένα μόσχον από τα βόδια, ένα κριόν, ένα αμνόν ενός έτους δια την θυσίαν του ολοκαυτώματος,

Αρ. 7,28     καὶ χίμαρον ἐξ αἰγῶν ἕνα περὶ ἁμαρτίας·
Αρ. 7,28     ένα τράγον προς θυσίαν περί αμαρτίας.

Αρ. 7,29     καὶ εἰς θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο, κριοὺς πέντε, τράγους πέντε, ἀμνάδας ἐνιαυσίας πέντε, τοῦτο τὸ δῶρον Ἑλιὰβ υἱοῦ Χαιλών.
Αρ. 7,29     Δια δε την θυσίαν του σωτηρίου προσέφερε δύο δαμάλεις, πέντε κριούς, πέντε τράγους και πέντε αμνάδας ενός έτους εκάστην. Αυτή ήτο η προσφορά του Ελιάβ υιού του Χαιλών.

Αρ. 7,30     τῇ ἡμέρᾳ τῇ τετάρτῃ ἄρχων τῶν υἱῶν Ῥουβὴν Ἑλισοὺρ υἱὸς Σεδιούρ.
Αρ. 7,30     Κατά την τετάρτην ημέραν προσέφερε το δώρον του ο Ελισούρ, υιός του Σεδιούρ, ο άρχων της φυλής Ρουβήν.

Αρ. 7,31     τὸ δῶρον αὐτοῦ τρυβλίον ἀργυροῦν ἕν, τριάκοντα καὶ ἑκατὸν ὁλκὴ αὐτοῦ, φιάλην μίαν ἀργυρᾶν ἑβδομήκοντα σίκλων κατὰ τὸν σίκλον τὸν ἅγιον, ἀμφότερα πλήρη σεμιδάλεως ἀναπεποιημένης ἐν ἐλαίῳ εἰς θυσίαν·
Αρ. 7,31     Το δώρον του ήτο πινάκιον αργυρούν, βάρους εκατόν τριάκοντα σίκλων, μία φιάλη αργυρά βάρους εβδομήκοντα σίκλων, σύμφωνα με τον σίκλον του ιερού, και τα δύο γεμάτα σημιγδάλι ζυμωμένο με λάδι δι' αναίμακτον θυσίαν

Αρ. 7,32     θυΐσκην μίαν δέκα χρυσῶν πλήρη θυμιάματος.
Αρ. 7,32     μία λιβανοθήκη δέκα χρυσών σίκλων, γεμάτη θυμίαμα,

Αρ. 7,33     μόσχον ἕνα ἐκ βοῶν, κριὸν ἕνα, ἀμνὸν ἕνα ἐνιαύσιον εἰς ὁλοκαύτωμα·
Αρ. 7,33     ένα μοσχάρι, ένας κριός, ένας αμνός ενός έτους προς ολοκαύτωσιν,

Αρ. 7,34     καὶ χίμαρον ἐξ αἰγῶν ἕνα περὶ ἁμαρτίας·
Αρ. 7,34     ένας τράγος προς θυσίαν περί αμαρτίας.

Αρ. 7,35     καὶ εἰς θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο, κριοὺς πέντε, τράγους πέντε, ἀμνάδας ἐνιαυσίας πέντε, τοῦτο τὸ δῶρον Ἑλισοὺρ υἱοῦ Σεδιούρ.
Αρ. 7,35     Δια δε την θυσίαν του σωτηρίου προσέφερε δύο δαμάλεις, πέντε κριούς, πέντε τράγους και πέντε αμνάδας ενός έτους εκάστην. Αυτή ήτο η προσφορά του Ελισούρ, υιού του Σεδιούρ.

Αρ. 7,36     τῇ ἡμέρᾳ τῇ πέμπτῃ ἄρχων τῶν υἱῶν Συμεὼν Σαλαμιὴλ υἱὸς Σουρισαδαί.
Αρ. 7,36     Κατά δε την πέμπτην ημέραν ο Σαλαμιήλ, υιός του Σουρισαδαί, ο άρχων της φυλής Συμεών, προσέφερε το δώρον του.

Αρ. 7,37     τὸ δῶρον αὐτοῦ τρυβλίον ἀργυροῦν ἕν, τριάκοντα καὶ ἑκατὸν ὁλκὴ αὐτοῦ, φιάλην μίαν ἀργυρᾶν ἑβδομήκοντα σίκλων κατὰ τὸν σίκλον τὸν ἅγιον, ἀμφότερα πλήρη σεμιδάλεως ἀναπεποιημένης ἐν ἐλαίῳ εἰς θυσίαν·
Αρ. 7,37     Το δώρον του ήτο ένα αργυρούν πινάκιον βάρους εκατόν τριάκοντα σίκλων, μία αργυρά φιάλη βάρους εβδομήκοντά σίκλων, κατά τον σίκλον του ιερού, και τα δύο γεμάτα σημιγδάλι ζυμωμένο με λάδι δι' αναιμακτον θυσίαν.

Αρ. 7,38     θυΐσκην μίαν δέκα χρυσῶν πλήρη θυμιάματος·
Αρ. 7,38     Προσέφερεν επίσης μίαν λιβανοθήκην βάρους δέκα χρυσών σίκλων, γεμάτην θυμίαμα,

Αρ. 7,39     μόσχον ἕνα ἐκ βοῶν, κριὸν ἕνα, ἀμνὸν ἕνα ἐνιαύσιον εἰς ὁλοκαύτωμα·
Αρ. 7,39     ένα μόσχον, ένα κριόν, και αμνόν ενός έτους δι' ολοκάρπωσιν,

Αρ. 7,40     καὶ χίμαρον ἐξ αἰγῶν ἕνα περὶ ἁμαρτίας·
Αρ. 7,40     ένα τράγον δια θυσίαν περί αμαρτίας.

Αρ. 7,41     καὶ εἰς θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο, κριοὺς πέντε, τράγους πέντε, ἀμνάδας ἐνιαυσίας πέντε. τοῦτο τὸ δῶρον Σαλαμιὴλ υἱοῦ Σουρισαδαί.
Αρ. 7,41     Δια δε την ειρηνικήν θυσίαν του σωτηρίου προσέφερε δύο δαμάλεις, πέντε κριούς, πέντε τράγους και πέντε αμνάδας ενός έτους εκάστην. Αυτή ήτο η προσφορά του Σαλαμιήλ, υιού του Σουρισαδαί.

Αρ. 7,42     τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἕκτῃ ἄρχων τῶν υἱῶν Γάδ, Ἐλισὰφ υἱὸς Ῥαγουήλ.
Αρ. 7,42     Κατά την έκτην ημέραν ο άρχων της φυλής Γαδ, ο Ελισάφ υιός του Ραγουήλ προσέφερε το δώρον του.

Αρ. 7,43     τὸ δῶρον αὐτοῦ τρυβλίον ἀργυροῦν ἕν, τριάκοντα καὶ ἑκατὸν ὁλκὴ αὐτοῦ, φιάλην μίαν ἀργυρᾶν ἑβδομήκοντα σίκλων κατὰ τὸν σίκλον τὸν ἅγιον, ἀμφότερα πλήρη σεμιδάλεως ἀναπεποιημένης ἐν ἐλαίῳ εἰς θυσίαν·
Αρ. 7,43     Το δώρον αυτού ήτο ένα πινάκιον αργυρούν βάρους εκατόν τριάκοντα σίκλων, μία φιάλη αργυρά βάρους εβδομήκοντα σίκλων, σύμφωνα με τον σίκλον του ναού, και τα δύο γεμάτα σημιγδάλι ζυμωμένο με λάδι προς θυσίαν.

Αρ. 7,44     θυΐσκην μίαν δέκα χρυσῶν πλήρη θυμιάματος·
Αρ. 7,44     Προσέφερεν ακόμη μίαν λιβανοθήκην δέκα χρυσών σίκλων γεμάτην θυμίαμα,

Αρ. 7,45     μόσχον ἕνα ἐκ βοῶν, κριὸν ἕνα, ἀμνὸν ἕνα ἐνιαύσιον εἰς ὁλοκαύτωμα·
Αρ. 7,45     ένα μοσχάρι, ένα κριόν, ένα αμνόν ένας έτους δι' ολοκαύτωμα,

Αρ. 7,46     καὶ χίμαρον ἐξ αἰγῶν ἕνα περὶ ἁμαρτίας·
Αρ. 7,46     ένα τράγον προς θυσίαν περί αμαρτίας.

Αρ. 7,47     καὶ εἰς θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο, κριοὺς πέντε, τράγους πέντε, ἀμνάδας ἐνιαυσίας πέντε. τοῦτο τὸ δῶρον Ἐλισὰφ υἱοῦ Ῥαγουήλ.
Αρ. 7,47     Δια δε την ειρηνικήν θυσίαν του σωτηρίου προσέφερε δύο δαμάλεις, πέντε κριούς, πέντε τράγους και πέντε αμνάδας ενός έτους εκάστην. Αυτή ήτο η προσφορά του Ελισάφ, υιού του Ραγουήλ.

Αρ. 7,48     τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ ἄρχων τῶν υἱῶν Ἐφραὶμ Ἐλισαμὰ υἱὸς Ἐμιούδ.
Αρ. 7,48     Κατά την εβδόμην ημέραν προσέφερε το δώρον του ο Ελισαμά, υιός του Εμιούδ, ο άρχων της φυλής Εφραίμ.

Αρ. 7,49     τὸ δῶρον αὐτοῦ τρυβλίον ἀργυροῦν ἕν, τριάκοντα καὶ ἑκατὸν ὁλκὴ αὐτοῦ, φιάλην μίαν ἀργυρᾶν ἑβδομήκοντα σίκλων κατὰ τὸν σίκλον τὸν ἅγιον, ἀμφότερα πλήρη σεμιδάλεως ἀναπεποιημένης ἐν ἐλαίῳ εἰς θυσίαν·
Αρ. 7,49     Το δώρον του ήτο ένα πινάκιον αργυρούν βάρους εκατόν τριάκοντα σίκλων, μία φιάλη αργυρά βάρους εβδομήκοντα σίκλων, σύμφωνα με τον σίκλον του ιερού, και τα δύο γεμάτα σημιγδάλι, ζυμωμένο με λάδι, προς θυσίαν.

Αρ. 7,50     θυΐσκην μίαν δέκα χρυσῶν, πλήρη θυμιάματος·
Αρ. 7,50     Προσέφερεν ακόμη μίαν λιβανοθήκην βάρους δέκα χρυσών σίκλων γεμάτην θυμίαμα,

Αρ. 7,51     μόσχον ἕνα ἐκ βοῶν, κριὸν ἕνα, ἀμνὸν ἕνα ἐνιαύσιον εἰς ὁλοκαύτωμα·
Αρ. 7,51     ένα μοσχάρι, ένα κριόν, ένα αμνόν ενός έτους δι' ολοκαυτωμα,

Αρ. 7,52     καὶ χίμαρον ἐξ αἰγῶν ἕνα περὶ ἁμαρτίας·
Αρ. 7,52     ένα τράγον δια θυσίαν περί αμαρτίας.

Αρ. 7,53     καὶ εἰς θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο, κριοὺς πέντε, τράγους πέντε, ἀμνάδας ἐνιαυσίας πέντε. τοῦτο τὸ δῶρον Ἐλισαμὰ υἱοῦ Ἐμιούδ.
Αρ. 7,53     Δια δε την ειρηνικήν θυσίαν του σωτηρίου προσέφερε δύο δαμάλεις, πέντε κριούς, πέντε τράγους και πέντε αμνάδας ενός έτους εκάστην. Αυτή ήτο η προσφορά του Ελισαμά, υιού του Εμιούδ.

Αρ. 7,54     τῇ ἡμέρᾳ τῇ ὀγδόῃ ἄρχων τῶν υἱῶν Μανασσῆ Γαμαλιὴλ υἱὸς Φαδασσούρ.
Αρ. 7,54     Κατά την ογδόην ημέραν προσέφερε το δώρον του ο Γαμαλιήλ, υιός του Φαδαασούρ, άρχων της φυλής Μανασσή.

Αρ. 7,55     τὸ δῶρον αὐτοῦ τρυβλίον ἀργυροῦν ἕν, τριάκοντα καὶ ἑκατὸν ὁλκὴ αὐτοῦ, φιάλην μίαν ἀργυρᾶν ἑβδομήκοντα σίκλων κατὰ τὸν σίκλον τὸν ἅγιον, ἀμφότερα πλήρη σεμιδάλεως ἀναπεποιημένης ἐν ἐλαίῳ εἰς θυσίαν·
Αρ. 7,55     Το δώρον αυτού ήτο ένα αργυρούν πινάκιον, βάρους εκατόν τριάκοντα σίκλων, μία αργυρά φιάλη βάρους εβδομήκοντα σίκλων, κατά τον σίκλον τον χρησιμοποιούμενον στον ναόν, και τα δύο γεμάτα σημιγδάλι ζυμωμένο με λάδι προς αναίμακτον θυσίαν.

Αρ. 7,56     θυΐσκην μίαν δέκα χρυσῶν πλήρη θυμιάματος·
Αρ. 7,56     Προσέφερεν ακόμη μίαν λιβανοθήκην δέκα χρυσών σίκλων, γεμάτην θυμίαμα,

Αρ. 7,57     μόσχον ἕνα ἐκ βοῶν, κριὸν ἕνα, ἀμνὸν ἕνα ἐνιαύσιον εἰς ὁλοκαύτωμα·
Αρ. 7,57     ένα μοσχάρι, ένα κριόν, ένα αμνόν ενός έτους δια την θυσίαν του ολοκαυτώματος,

Αρ. 7,58     καὶ χίμαρον ἐξ αἰγῶν ἕνα περὶ ἁμαρτίας·
Αρ. 7,58     και ένα τράγον δια την θυσίαν περί αμαρτίας.

Αρ. 7,59     καὶ εἰς θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο, κριοὺς πέντε, τράγους πέντε, ἀμνάδας ἐνιαυσίας πέντε. τοῦτο τὸ δῶρον Γαμαλιὴλ υἱοῦ Φαδασσούρ.
Αρ. 7,59     Δια δε την ειρηνικήν θυσίαν του σωτηρίου προσέφερε προς θυσίαν δύο δαμάλεις, πέντε κριούς, πέντε τράγους και πέντε αμνάδας ενός έτους. Αυτό ήτο το δώρον του Γαμαλιήλ, υιού του Φαδασσούρ.

Αρ. 7,60     τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἐνάτῃ ἄρχων τῶν υἱῶν Βενιαμὶν Ἀβιδὰν υἱὸς Γαδεωνί.
Αρ. 7,60     Κατά την ενάτην ημέραν προσέφερε το δώρον του ο Αβιδάν, υιός του Γαδεωνί, άρχων της φυλής Βενιαμίν.

Αρ. 7,61     τὸ δῶρον αὐτοῦ τρυβλίον ἀργυροῦν ἕν, τριάκοντα καὶ ἑκατὸν ὁλκὴ αὐτοῦ, φιάλην μίαν ἀργυρᾶν ἑβδομήκοντα σίκλων κατὰ τὸν σίκλον τὸν ἅγιον, ἀμφότερα πλήρη σεμιδάλεως ἀναπεποιημένης ἐν ἐλαίῳ εἰς θυσίαν·
Αρ. 7,61     Το δώρον αυτού ήτο ένα αργυρούν πινάκιον βάρους εκατόν τριάκοντα σίκλων, μία αργυρά φιάλη βάρους εβδομήκοντα σίκλων, σύμφωνα με τον σίκλον τον χρησιμοποιούμενον στο ιερόν, και τα δύο γεμάτα σημιγδάλι ζυμωμένο με λάδι προς θυσίαν.

Αρ. 7,62     θυΐσκην μίαν δέκα χρυσῶν πλήρη θυμιάματος·
Αρ. 7,62     Προσέφερεν επίσης μίαν λιβανοθήκην δέκα χρυσών σίκλων γεμάτην θυμίαμα,

Αρ. 7,63     μόσχον ἕνα ἐκ βοῶν, κριὸν ἕνα, ἀμνὸν ἕνα ἐνιαύσιον εἰς ὁλοκαύτωμα·
Αρ. 7,63     ένα μοσχάρι, ένα κριόν, ένα αμνόν ενός έτους δια θυσίαν ολοκαυτώματος,

Αρ. 7,64     καὶ χίμαρον ἐξ αἰγῶν ἕνα περὶ ἁμαρτίας·
Αρ. 7,64     ένα τράγον δια θυσίαν περί αμαρτίας.

Αρ. 7,65     καὶ εἰς θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο, κριοὺς πέντε, τράγους πέντε, ἀμνάδας ἐνιαυσίας πέντε. τοῦτο τὸ δῶρον Ἀβιδὰν υἱοῦ Γαδεωνί.
Αρ. 7,65     Δια δε την θυσίαν του σωτηρίου προσέφερε δύο δαμάλεις, πέντε κριούς, πέντε τράγους και πέντε αμνάδας ενός έτους εκάστην. Αυτή ήτο η προσφορά του Αβιδάν, υιού του Γαδεωνί.

Αρ. 7,66     τῇ ἡμέρῃ τῇ δεκάτῃ ἄρχων τῶν υἱῶν Δὰν Ἀχιέζερ υἱὸς Ἀμισαδαί.
Αρ. 7,66     Κατά την δεκάτην ημέραν προσέφερε το δώρον του ο Αχιέζαρ υιός του Αμισαδαί, ο άρχων της φυλής Δαν.

Αρ. 7,67     τὸ δῶρον αὐτοῦ τρυβλίον ἀργυροῦν ἕν, τριάκοντα καὶ ἑκατὸν ὁλκὴ αὐτοῦ, φιάλην μίαν ἀργυρᾶν ἑβδομήκοντα σίκλων κατὰ τὸν σίκλον τὸν ἅγιον, ἀμφότερα πλήρη σεμιδάλεως ἀναπεποιημένης ἐν ἐλαίῳ εἰς θυσίαν·
Αρ. 7,67     Το δώρον του ήτο ένα πινάκιον αργυρούν βάρους εκατόν τριάκοντα σίκλων, μία φιάλη αργυρά βάρους εβδομήκοντα σίκλων, σύμφωνα με τον σίκλον του ιερού, και τα δύο γεμάτα σημιγδάλι ζυμωμένο με λάδι, δι' αναίμακτον θυσίαν.

Αρ. 7,68     θυΐσκην μίαν δέκα χρυσῶν πλήρη θυμιάματος·
Αρ. 7,68     Προσέφερεν επίσης μίαν λιβανοθήκην δέκα χρυσών σίκλων γεμάτην θυμίαμα,

Αρ. 7,69     μόσχον ἕνα ἐκ βοῶν, κριὸν ἕνα, ἀμνὸν ἕνα ἐνιαύσιον εἰς ὁλοκαύτωμα·
Αρ. 7,69     Ενα μοσχάρι, ένα κριόν, ένα αμνόν ενός έτους εις ολοκαύτωσιν

Αρ. 7,70     καὶ χίμαρον ἐξ αἰγῶν ἕνα περὶ ἁμαρτίας·
Αρ. 7,70     και ένα τράγον προς θυσίαν περί αμαρτίας.

Αρ. 7,71     καὶ εἰς θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο, κριοὺς πέντε, τράγους πέντε, ἀμνάδας ἐνιαυσίας πέντε. τοῦτο τὸ δῶρον Ἀχιέζερ υἱοῦ Ἀμισαδαί.
Αρ. 7,71     Δια δε την θυσίαν του σωτηρίου προσέφερε δύο δαμάλεις, πέντε κριούς, πέντε τράγους και πέντε αμνάδας ενός έτους εκάστην. Αυτή ήτα η προσφορά του Αχιέζερ, υιού του Αμισαδαί.

Αρ. 7,72     τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑνδεκάτῃ ἄρχων τῶν υἱῶν Ἀσήρ, Φαγεὴλ υἱὸς Ἐχράν.
Αρ. 7,72     Κατά δε την ενδεκάτην ημέραν προσέφερε το δώρον του ο Φαγεήλ υιός του Εχράν, άρχων της φυλής Ασήρ.

Αρ. 7,73     τὸ δῶρον αὐτοῦ τρυβλίον ἀργυροῦν, ἕν, τριάκοντα καὶ ἑκατὸν ὁλκὴ αὐτοῦ, φιάλην μίαν ἀργυρᾶν ἑβδομήκοντα σίκλων κατὰ τὸν σίκλον τὸν ἅγιον, ἀμφότερα πλήρη σεμιδάλεως ἀναπεποιημένης ἐν ἐλαίῳ εἰς θυσίαν·
Αρ. 7,73     Το δώρον του ήτο ένα αργυρούν πινάκιον βάρους εκατόν τριάκοντα σίκλων, μία αργυρά φιάλη βάρους εβδομήκοντα σίκλων, σύμφωνα με τον σίκλον του ιερού, και τα δύο γεμάτα σημιγδάλι ζυμωμένο με λάδι δια θυσίαν.

Αρ. 7,74     θυΐσκην μίαν δέκα χρυσῶν πλήρη θυμιάματος·
Αρ. 7,74     Προσέφερεν ακόμη μία λιβανοθήκην δέκα χρυσών σίκλων γεμάτην θυμίαμα,

Αρ. 7,75     μόσχον ἕνα ἐκ βοῶν, κριὸν ἕνα, ἀμνὸν ἐνιαύσιον ἕνα εἰς ὁλοκαύτωμα·
Αρ. 7,75     ένα μοσχάρι, ένα κριόν, ένα αμνόν ενός έτους δια την θυσίαν του ολοκαυτώματος,

Αρ. 7,76     καὶ χίμαρον ἐξ αἰγῶν ἕνα περὶ ἁμαρτίας·
Αρ. 7,76     και ένα τράγον δια την θυσίαν περί αμαρτίας.

Αρ. 7,77     καὶ εἰς θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο, κριοὺς πέντε, τράγους πέντε, ἀμνάδας ἐνιαυσίας πέντε. τοῦτο τὸ δῶρον Φαγεὴλ υἱοῦ Ἐχράν.
Αρ. 7,77     Δια δε την ειρηνικήν θυσίαν του σωτηρίου προσέφερε δύο δαμάλεις, πέντε κριούς, πέντε τράγους και πέντε αμνάδας ενός έτους εκάστην. Αυτή ήτο η προσφορά του Φαγεήλ, υιού του Εχράν.

Αρ. 7,78     τῇ ἡμέρᾳ τῇ δωδεκάτῃ ἄρχων τῶν υἱῶν Νεφθαλὶ Ἀχιρὲ υἱὸς Αἰνάν.
Αρ. 7,78     Κατά την δωδεκάτην ημέραν προσέφερε το δώρον του ο Αχιρέ, υιός του Αινάν, άρχων της φυλής Νεφθαλίμ.

Αρ. 7,79     τὸ δῶρον αὐτοῦ τρυβλίον ἀργυροῦν ἕν, τριάκοντα καὶ ἑκατὸν ὁλκὴ αὐτοῦ, φιάλην μίαν ἀργυρᾶν ἑβδομήκοντα σίκλων κατὰ τὸν σίκλον τὸν ἅγιον, ἀμφότερα πλήρη σεμιδάλεως ἀναπεποιημένης ἐν ἐλαίῳ εἰς θυσίαν·
Αρ. 7,79     Το δώρον του ήτο ένα αργυρούν πινάκιον βάρους εκατόν τριάκοντα σίκλων, μία αργυρά φιάλη βάρους εβδομήκοντα σίκλων, κατά τον ιερόν σίκλον, και τα δύο γεμάτα σημιγδάλι ζυμωμένο με λάδι δι' αναίμακτον θυσίαν.

Αρ. 7,80     θυΐσκην μίαν δέκα χρυσῶν πλήρη θυμιάματος.
Αρ. 7,80     Προσέφερεν επίσης μίαν λιβανοθήκην δέκα χρυσών σίκλων γεμάτην θυμίαμα,

Αρ. 7,81     μόσχον ἕνα ἐκ βοῶν, κριὸν ἕνα, ἀμνὸν ἕνα ἐνιαύσιον εἰς ὁλοκαύτωμα.
Αρ. 7,81     ένα μοσχάρι, ένα κριόν, αμνόν ενός έτους δια την θυσίαν του ολοκαυτώματος,

Αρ. 7,82     καὶ χίμαρον ἐξ αἰγῶν ἕνα περὶ ἁμαρτίας·
Αρ. 7,82     και ένα τράγον δια θυσίαν περί αμαρτίας.

Αρ. 7,83     καὶ εἰς θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο, κριοὺς πέντε, τράγους πέντε, ἀμνάδας ἐνιαυσίας πέντε. τοῦτο τὸ δῶρον Ἀχιρὲ υἱοῦ Αἰνάν.
Αρ. 7,83     Δια δε την θυσίαν του σωτηρίου προσέφερε δύο δαμάλεις, πέντε κριούς, πέντε τράγους και πέντε αρνάδας ενός έτους εκάστην. Αυτή ήτο η προσφορά του Αχιρέ υιού του Αινάν.

Αρ. 7,84     οὗτος ὁ ἐγκαινισμὸς τοῦ θυσιαστηρίου, ᾗ ἡμέρᾳ ἔχρισεν αὐτὸ παρὰ τῶν ἀρχόντων τῶν υἱῶν Ἰσραήλ· τρυβλία ἀργυρᾶ δώδεκα, φιάλαι ἀργυραῖ δώδεκα, θυΐσκαι χρυσαῖ δώδεκα,
Αρ. 7,84     Αυτά ήσαν τα δώρα τα προσφερθέντα από τους άρχοντας των Ισραηλιτών κατά τα εγκαίνια του θυσιαστηρίου, όταν αυτό εχρίσθη με το άγιον έλαιον· δώδεκα αργυρά πινάκια, δώδεκα αργυραί φιάλαι, δώδεκα χρυσαί λιβανοθήκαι.

Αρ. 7,85     τριάκοντα καὶ ἑκατὸν σίκλων τὸ τρυβλίον τὸ ἓν καὶ ἑβδομήκοντα σίκλων ἡ φιάλη ἡ μία, πᾶν τὸ ἀργύριον τῶν σκευῶν δισχίλιοι καὶ τετρακόσιοι σίκλοι, σίκλοι ἐν τῷ σίκλῳ τῷ ἁγίῳ·
Αρ. 7,85     Το κάθε πινάκιον ήτο βάρους εκατόν τριάκοντα σίκλων, και η κάθε φιάλη εβδομήκοντα σίκλων. Ολος ο αργυρός των σκευών αυτών ήτο βάρους δύο χιλιάδων τετρακοσίων σίκλων (25 περίπου κιλά), σύμφωνα με τον σίκλον τον χρησιμοποιούμενον στο ιερόν.

Αρ. 7,86     θυΐσκαι χρυσαῖ δώδεκα πλήρεις θυμιάματος· πᾶν τὸ χρυσίον τῶν θυϊσκῶν εἴκοσι καὶ ἑκατὸν χρυσοῖ.
Αρ. 7,86     Ησαν ακόμη δώδεκα χρυσαί λιβανοθήκαι, πλήρεις από θυμίαμα. Ολον δε το βάρος του χρυσού των λιβανοθηκών ήτο εκατόν είκοσι χρυσοί σίκλοι (ένα κιλό και 440 γραμ.).

Αρ. 7,87     πᾶσαι αἱ βόες αἱ εἰς ὁλοκαύτωσιν μόσχοι δώδεκα, κριοὶ δώδεκα, ἀμνοὶ ἐνιαύσιοι δώδεκα καὶ αἱ θυσίαι αὐτῶν καὶ αἱ σπονδαὶ αὐτῶν· καὶ χίμαροι ἐξ αἰγῶν δώδεκα περὶ ἁμαρτίας.
Αρ. 7,87     Ολα τα προς ολοκαύτωσιν ζώα ήσαν δώδεκα μοσχάρια, δώδεκα κριοι, δώδεκα αμνοί ενός έτους, αυτά μαζή με τας αναιμάκτους θυσίας και τας σπονδάς του οίνου, και δώδεκα τράγοι περί αμαρτίας.

Αρ. 7,88     πᾶσαι αἱ βόες εἰς θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις εἰκοσιτέσσαρες, κριοὶ ἑξήκοντα, τράγοι ἑξήκοντα ἐνιαύσιοι, ἀμνάδες ἑξήκοντα ἐνιαύσιοι ἄμωμοι. αὕτη ἡ ἐγκαίνωσις τοῦ θυσιαστηρίου, μετὰ τὸ πληρῶσαι τὰς χεῖρας αὐτοῦ καὶ μετὰ τὸ χρῖσαι αὐτόν,
Αρ. 7,88     Ολαι αι αγελάδες δια την θυσίαν σωτηρίου ήσαν είκοσι τέσσαρες δαμάλεις, επίσης εξήκοντα κριοι, εξήκοντα τράγοι ενός έτους έκαστος, εξήκοντα αμνάδες ενός έτους εκάστη, όλα υγιή και αρτιμελή. Αυταί ήσαν αι προσφοραί εις τα εγκαίνια του θυσιαστηρίου, μετά την χρίσιν του Ααρών, του οποίου αι χείρες εξηγιάσθησαν και κατέστησαν ικαναί εις προσφοράν.

Αρ. 7,89     ἐν τῷ εἰσπορεύεσθαι Μωυσῆν εἰς τὴν σκηνὴν τοῦ μαρτυρίου λαλῆσαι αὐτῷ καὶ ἤκουσε τὴν φωνὴν Κυρίου λαλοῦντος πρὸς αὐτὸν ἄνωθεν τοῦ ἱλαστηρίου, ὅ ἐστιν ἐπὶ τῆς κιβωτοῦ τοῦ μαρτυρίου, ἀνὰ μέσον τῶν δύο Χερουβίμ, καὶ ἐλάλει πρὸς αὐτόν.
Αρ. 7,89     Οταν ο Μωϋσής εισήλθεν εις την Σκηνήν του Μαρτυρίου, δια να ομιλήση προς τον Θεόν, ήκουσε την φωνήν του Κυρίου, ο οποίος ελάλει προς αυτόν άνωθεν του ιλαστηρίου, που ευρίσκεται επάνω εις την κιβωτόν του Μαρτυρίου από τον χώρον μεταξύ των δύο Χερουβίμ. Από εκεί ωμίλει προς αυτόν ο Θεός.

Αρ. 8,1     Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Αρ. 8,1     Ωμίλησεν ο Κυριος προς τον Μωϋσήν και είπεν·

Αρ. 8,2     λάλησον τῷ Ἀαρὼν καὶ ἐρεῖς πρὸς αὐτόν· ὅταν ἐπιτιθῇς τοὺς λύχνους, ἐκ μέρους κατὰ πρόσωπον τῆς λυχνίας φωτιοῦσιν οἱ ἑπτὰ λύχνοι.
Αρ. 8,2     “ομίλησε προς τον Ααρών και ειπέ προς αυτόν· Οταν θα τοποθετής τους λύχνους επάνω εις την λυχνίαν, θα φωτίζουν και οι επτά λύχνοι το εμπρός μέρος της λυχνίας”.

Αρ. 8,3     καὶ ἐποίησεν οὕτως Ἀαρών· ἐκ τοῦ ἑνὸς μέρους κατὰ πρόσωπον τῆς λυχνίας ἐξῆψε τοὺς λύχνους αὐτῆς, καθὰ συνέταξε Κύριος τῷ Μωυσῇ.
Αρ. 8,3     Ετσι έκαμεν ο Ααρών· ήναψε από το ένα μέρος τους λύχνους να φωτίζουν το πρόσθιον αυτής τμήμα (και προς τον σκοπόν αυτόν έθηκεν όπισθεν εκάστου λύχνου αδιαπέραστον οπό το φως κάλυμμα), όπως διέταξεν ο Κυριος.

Αρ. 8,4     καὶ αὕτη ἡ κατασκευὴ τῆς λυχνίας· στερεὰ χρυσῆ, ὁ καυλὸς αὐτῆς καὶ τὰ κρίνα αὐτῆς, στερεὰ ὅλη· κατὰ τὸ εἶδος, ὃ ἔδειξε Κύριος τῷ Μωυσῇ, οὕτως ἐποίησε τὴν λυχνίαν.
Αρ. 8,4     Η κατασκευή της λυχνίας ήτο αυτή· Ολόκληρος η λυχνία ήτο χρυσή και συμπαγής όλη από το στέλεχος αυτής μέχρι των κρίνων της, σύμφωνα με τον τύπον τον οποίον έδειξεν ο Κυριος προς τον Μωϋσήν στο όρος Σινά· έτσι κατεσκεύασεν ο Μωϋσής την λυχνίαν.

Αρ. 8,5     Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Αρ. 8,5     'Ωμιλησεν ο Κυριος προς τον Μωϋσήν λέγων·

Αρ. 8,6     λάβε τοὺς Λευίτας ἐκ μέσου υἱῶν Ἰσραὴλ καὶ ἀφαγνιεῖς αὐτούς.
Αρ. 8,6     “πάρε τους Λευΐτας ανάμεσα από όλους τους Ισραηλίτας και άγνισε αυτούς, δια να γίνουν άξιοι προς εκτέλεσιν των ιερών των καθηκόντων.

Αρ. 8,7     καὶ οὕτω ποιήσεις αὐτοῖς τὸν ἁγνισμὸν αὐτῶν· περιῤῥανεῖς αὐτοὺς ὕδωρ ἁγνισμοῦ, καὶ ἐπελεύσεται ξυρὸν ἐπὶ πᾶν τὸ σῶμα αὐτῶν, καὶ πλυνοῦσι τὰ ἱμάτια αὐτῶν, καὶ καθαροὶ ἔσονται.
Αρ. 8,7     Κατ' αυτόν τον τρόπον θα κάμης τον αγνισμόν των· θα ραντίσης αυτούς με το ηγιασμένον ύδωρ, θα ξυρισθούν εις ολόκληρον το σώμα των, θα πλύνουν τα ενδύματά των και έτσι θα είναι καθαροί.

Αρ. 8,8     καὶ λήψονται μόσχον ἕνα ἐκ βοῶν καὶ τούτου θυσίαν σεμίδαλιν ἀναπεποιημένην ἐν ἐλαίῳ, καὶ μόσχον ἐνιαύσιον ἐκ βοῶν λήψῃ περὶ ἁμαρτίας.
Αρ. 8,8     Θα πάρουν κατόπιν ένα μοσχάρι από τα βόδια με την ανάλογον προσφορών προς αναίμακτον θυσίαν σημιγδαλιού ζυμωμένου με λάδι, θα πάρουν επίσης από τα βόδια ένα άλλο μοσχάρι ενός έτους προς θυσίαν περί αμαρτίας.

Αρ. 8,9     καὶ προσάξεις τοὺς Λευίτας ἔναντι τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου καὶ συνάξεις πᾶσαν συναγωγὴν υἱῶν Ἰσραὴλ
Αρ. 8,9     Θα οδηγήσης τους Λευΐτας ενώπιον της Σκηνής του Μαρτυρίου, όπου και θα συγκεντρώσης όλους τους Ισραηλίτας.

Αρ. 8,10     καὶ προσάξεις τοὺς Λευίτας ἔναντι Κυρίου, καὶ ἐπιθήσουσιν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ τὰς χεῖρας αὐτῶν ἐπὶ τοὺς Λευίτας,
Αρ. 8,10     Θα οδηγήσης τους Λευΐτας ενώπιον του Κυρίου και οι Ισραηλίται θα θέσουν τας χείρας των επάνω στους Λευΐτας.

Αρ. 8,11     καὶ ἀφοριεῖ Ἀαρὼν τοὺς Λευίτας ἀπόδομα ἔναντι Κυρίου παρὰ τῶν υἱῶν Ἰσραήλ, καὶ ἔσονται ὥστε ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα Κυρίου.
Αρ. 8,11     Ο Ααρών θα ξεχωρίση τότε αυτούς και θα τους αφιερώση ως δώρον των Ισραηλιτών προς τον Κυριον, δια να είναι στο εξής οι υπηρέται του ιερού, ώστε να εργάζωνται τα έργα του Κυρίου εις την Σκηνήν του Μαρτυρίου.

Αρ. 8,12     οἱ δὲ Λευῖται ἐπιθήσουσι τὰς χεῖρας ἐπὶ τὰς κεφαλὰς τῶν μόσχων, καὶ ποιήσεις τὸν ἕνα περὶ ἁμαρτίας καὶ τὸν ἕνα εἰς ὁλοκαύτωμα Κυρίῳ ἐξιλάσασθαι περὶ αὐτῶν.
Αρ. 8,12     Οι δε Λευΐται θα θέσουν τας χείρας των επάνω εις τας κεφαλάς των δύο μόσχων, και θα θυσιάσης τον ένα μόσχον περί αμαρτίας, τον δε άλλον ως ολοκαύτωμα προς τον Κυριον, δια να εξιλεωθούν αι αμαρτίαι των Λευϊτών.

Αρ. 8,13     καὶ στήσεις τοὺς Λευίτας ἔναντι Κυρίου καὶ ἔναντι Ἀαρὼν καὶ ἔναντι τῶν υἱῶν αὐτοῦ καὶ ἀποδώσεις αὐτοὺς ἀπόδομα ἔναντι Κυρίου·
Αρ. 8,13     Θα τοποθετήσης τους Λευΐτας ενώπιον του Κυρίου, ενώπιον του Ααρών και των υιών του, και θα προσφέρης αυτούς ως δώρον προς τον Κυριον.

Αρ. 8,14     καὶ διαστελεῖς τοὺς Λευίτας ἐκ μέσου υἱῶν Ἰσραήλ, καὶ ἔσονται ἐμοί.
Αρ. 8,14     Θα ξεχωρίσης τους Λευΐτας εκ μέσου των άλλων Ισραηλιτών, θα τους αφιερώσης και έτσι θα ανήκουν εις εμέ.

Αρ. 8,15     καὶ μετὰ ταῦτα εἰσελεύσονται οἱ Λευῖται ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου, καὶ καθαριεῖς αὐτοὺς καὶ ἀποδώσεις αὐτοὺς ἔναντι Κυρίου·
Αρ. 8,15     Επειτα από αυτά θα εισέλθουν οι Λευΐται εις την Σκηνή του Μαρτυρίου, δια να υπηρετούν εις αυτήν. Θα καθαρίσης λοιπόν αυτούς και θα τους προσφέρης ως δώρον στον Κυριον,

Αρ. 8,16     ὅτι ἀπόδομα ἀποδεδομένοι οὗτοί μοί εἰσιν ἐκ μέσου υἱῶν Ἰσραήλ· ἀντὶ τῶν διανοιγόντων πᾶσαν μήτραν πρωτοτόκων πάντων ἐκ τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ εἴληφα αὐτοὺς ἐμοί.
Αρ. 8,16     διότι αυτοί οι Λευίται έχουν δοθή εις εμέ ως δώρον εκ μέρους των Ισραηλιτών και είναι ιδικοί μου. Τους έλαβα δια τον εαυτόν μου αντί των πρωτογεννήτων, των πρωτοτόκων από τους υιούς των Ισραηλιτών.

Αρ. 8,17     ὅτι ἐμοὶ πᾶν πρωτότοκον ἐν υἱοῖς Ἰσραὴλ ἀπὸ ἀνθρώπων ἕως κτήνους· ᾗ ἡμέρᾳ ἐπάταξα πᾶν πρωτότοκον ἐν γῇ Αἰγύπτου, ἡγίασα αὐτοὺς ἐμοὶ
Αρ. 8,17     Διότι εις εμέ ανήκει κάθε πρωτότοκον από ανθρώπων έως κτήνους. Διότι, όταν εγώ εθανάτωσα όλα τα πρωτότοκα των Αιγυπτίων, εξεχώρισα και αφιέρωσα εις εμέ τα πρωτότοκα των Ισραηλιτών

Αρ. 8,18     καὶ ἔλαβον τοὺς Λευίτας ἀντὶ παντὸς πρωτοτόκου ἐν υἱοῖς Ἰσραήλ.
Αρ. 8,18     και ελαβά τους Λευΐτας αντί των πρωτοτόκων μεταξύ των υιών του Ισραήλ.

Αρ. 8,19     καὶ ἀπέδωκα τοὺς Λευίτας ἀπόδομα δεδομένους Ἀαρὼν καὶ τοῖς υἱοῖς αὐτοῦ ἐκ μέσου υἱῶν Ἰσραὴλ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ μαρτυρίου καὶ ἐξιλάσκεσθαι περὶ τῶν υἱῶν Ἰσραήλ, καὶ οὐκ ἔσται ἐν τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ προσεγγίζων πρὸς τὰ ἅγια.
Αρ. 8,19     Αυτούς τους Λευΐτας έδωκα ως δώρον στον Ααρών και τους υιούς του μεταξύ όλων των Ισραηλιτών, δια να εργάζωνται εις την Σκηνήν του Μαρτυρίου τα έργα των Ισραηλιτών και να προσφέρουν δι' αυτούς τας εξιλαστήριους θυσίας. Κανείς άλλος από τους Ισραηλίτας δεν θα πλησιάζη εις τα άγια”.

Αρ. 8,20     καὶ ἐποίησε Μωυσῆς καὶ Ἀαρὼν καὶ πᾶσα ἡ συναγωγὴ υἱῶν Ἰσραὴλ τοῖς Λευίταις καθὰ ἐνετείλατο Κύριος τῷ Μωυσῇ περὶ τῶν Λευιτῶν, οὕτως ἐποίησαν αὐτοῖς οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ.
Αρ. 8,20     Ο Μωϋσής, ο Ααρών και όλος ο λαός των Ισραηλιτών έκαμαν στους Λευΐτας, όπως έδωσεν εντολήν ο Κυριος στον Μωϋσήν. Ετσι έκαμαν.

Αρ. 8,21     καὶ ἡγνίσαντο οἱ Λευῖται καὶ ἐπλύναντο τὰ ἱμάτια, καὶ ἀπέδωκεν αὐτοὺς Ἀαρὼν ἀπόδομα ἔναντι Κυρίου, καὶ ἐξιλάσατο περὶ αὐτῶν Ἀαρὼν ἀφαγνίσασθαι αὐτούς.
Αρ. 8,21     Οι Λευΐται ηγνίθσθησαν και έπλυναν τα ενδύματά των. Ο Ααρών έδωκεν αυτούς, ως δώρον, προς τον Κυριον, και έκαμε τας εξιλαστικάς δι' αυτούς και δια τον εξαγνισμόν των θυσίας.

Αρ. 8,22     καὶ μετὰ ταῦτα εἰσῆλθον οἱ Λευῖται λειτουργεῖν τὴν λειτουργίαν αὐτῶν ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ μαρτυρίου ἔναντι Ἀαρὼν καὶ ἔναντι τῶν υἱῶν αὐτοῦ· καθὰ συνέταξε Κύριος τῷ Μωυσῇ περὶ τῶν Λευιτῶν, οὕτως ἐποίησαν αὐτοῖς.
Αρ. 8,22     Μετά ταύτα οι Λευίται εισήλθον εις την Σκηνήν του Μαρτυρίου, δια να προσφέρουν τας υπηρεσίας των ενώπιον του Ααρών και ενώπιον των υιών του. Οπως διέταξεν ο Κυριος τον Μωϋσήν δια τους Λευΐτας, έτσι έκαμαν δι' αυτούς.

Αρ. 8,23     Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Αρ. 8,23     Ωμίλησεν ο Κυριος προς τον Μωϋσήν λέγων·

Αρ. 8,24     τοῦτό ἐστι τὸ περὶ τῶν Λευιτῶν· ἀπὸ πέντε καὶ εἰκοσαετοῦς καὶ ἐπάνω εἰσελεύσονται ἐνεργεῖν ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ μαρτυρίου·
Αρ. 8,24     “αυτή η εντολή μου θα ισχύη δια τους Λευΐτας· θα εισέρχωνται και θα υπηρετούν εις την Σκηνήν του Μαρτυρίου από ηλικίας είκοσι πέντε ετών και άνω.

Αρ. 8,25     καὶ ἀπὸ πεντηκονταετοῦς ἀποστήσεται ἀπὸ τῆς λειτουργίας καὶ οὐκ ἐργᾶται ἔτι.
Αρ. 8,25     Κατά δε το πεντηκοστόν έτος θα αποχωρούν αυτοί εκ της υπηρεσίας των και δεν θα εργάζωνται πλέον·

Αρ. 8,26     καὶ λειτουργήσει ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ μαρτυρίου φυλάσσειν φυλακάς, ἔργα δὲ οὐκ ἐργᾶται. οὕτως ποιήσεις τοῖς Λευίταις ἐν ταῖς φυλακαῖς αὐτῶν.
Αρ. 8,26     μόνον δύναται ο απερχόμενος εκ της υπηρεσίας αδελφός Λευΐτης να προσφερθή οικειοθελώς, δια να φρουρή και βοηθή εις την Σκηνήν του Μαρτυρίου. Δεν του επιτρέπεται όμως να εκτελή υπηρεσίαν. Κατ' αυτόν τον τρόπον θα πράξης και θα κανονίσης σχετικώς με τους Λευΐτας και τας υπηρεσίας των”.

Αρ. 9,1     Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν ἐν τῇ ἐρήμῳ Σινὰ ἐν τῷ ἔτει τῷ δευτέρῳ, ἐξελθόντων αὐτῶν ἐκ γῆς Αἰγύπτου ἐν τῷ μηνὶ τῷ πρώτῳ, λέγων·
Αρ. 9,1     Κατά τον πρώτον μήνα του δευτέρου έτους από της εξόδου των Ισραηλιτών εκ της Αιγύπτου ωμίλησεν ο Κυριος προς τον Μωϋσήν εις την έρημον Σινά λέγων·

Αρ. 9,2     εἶπον καὶ ποιείτωσαν οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ τὸ πάσχα καθ᾿ ὥραν αὐτοῦ·
Αρ. 9,2     “ειπέ να τελέσουν οι Ισραηλίται το Πασχα στον καθωρισμένον χρόνον, δηλαδή

Αρ. 9,3     τῇ τεσσαρεσκαιδεκάτῃ ἡμέρα τοῦ μηνὸς τοῦ πρώτου πρὸς ἑσπέραν ποιήσεις αὐτὸ κατὰ καιρούς, κατὰ τὸν νόμον αὐτοῦ καὶ κατὰ τὴν σύγκρισιν αὐτοῦ ποιήσεις αὐτό.
Αρ. 9,3     την εσπέραν της δεκάτης τετάρτης του πρώτου μηνός θα τελέσης το Πασχα στον καθωριαμένον χρόνον σύμφωνα με τον νόμον και την ερμηνείαν του νόμου, που εγώ σας έχω δώσει”.

Αρ. 9,4     καὶ ἐλάλησε Μωυσῆς τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ ποιῆσαι τὸ πάσχα.
Αρ. 9,4     Εδωσεν ο Μωϋσής την εντολήν του Θεού στους Ισραηλίτας να τελέσουν το Πασχα.

Αρ. 9,5     ἐναρχομένου τῇ τεσσαρεσκαιδεκάτῃ ἡμέρᾳ τοῦ μηνὸς ἐν τῇ ἐρήμῳ τοῦ Σινά, καθὰ συνέταξε Κύριος τῷ Μωυσῇ, οὕτως ἐποίησαν οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ.
Αρ. 9,5     Κατά την αρχήν της δεκάτης τετάρτης ημέρας του πρώτου μηνός έκαμαν οι Ισραηλίται το Πασχα εις την έρημον του Σινά, όπως διέταξεν ο Κυριος τον Μωϋσήν.

Αρ. 9,6     Καὶ παρεγένοντο οἱ ἄνδρες, οἳ ἦσαν ἀκάθαρτοι ἐπὶ ψυχῇ ἀνθρώπου, καὶ οὐκ ἠδύναντο ποιῆσαι τὸ πάσχα ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ. καὶ προσῆλθον ἐναντίον Μωυσῆ καὶ Ἀαρὼν ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ,
Αρ. 9,6     Παρουσιάσθησαν όμως εκεί μερικοί άνδρες νομικώς ακάθαρτοι, διότι είχαν πλησιάσει άνθρωπον νεκρόν, και οι οποίοι, καθ' ο μολυσμένοι, δεν είχον το δικαίωμα να τελέσουν το Πασχα κατά την ημέραν εκείνην. Προσήλθον λοιπόν προς τον Μωϋσήν και τον Ααρών κατά την ημέραν εκείνην

Αρ. 9,7     καὶ εἶπαν οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι πρὸς αὐτόν· ἡμεῖς ἀκάθαρτοι ἐπὶ ψυχῇ ἀνθρώπου, μὴ οὖν ὑστερήσωμεν προσενέγκαι τὸ δῶρον Κυρίῳ κατὰ καιρὸν αὐτοῦ ἐν μέσῳ υἱῶν Ἰσραήλ;
Αρ. 9,7     οι άνδρες εκείνοι και είπον προς τον Μωϋσήν· “ημείς είμεθα ακάθαρτοι, διότι επλησιάσαμεν εις νεκρόν άνθρωπον. Μηπως λοιπόν θα αποκλεισθώμεν από του να προσφέρωμεν προς τον Κυριον κατά την ημέραν αυτήν του Πασχα τας θυσίας μας, ημείς μόνοι εκ μέσου ολών των Ισραηλιτών;”

Αρ. 9,8     καὶ εἶπε πρὸς αὐτοὺς Μωυσῆς· στῆτε αὐτοῦ, καὶ ἀκούσομαι τί ἐντελεῖται Κύριος περὶ ὑμῶν.
Αρ. 9,8     Ο Μωϋσής απήντησε προς αυτούς· “σταθήτε αυτού και εγώ θα ακούσω, τι θα διατάξη ο Κυριος σχετικώς με σας”.

Αρ. 9,9     καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Αρ. 9,9     Ο Κυριος ωμίλησε προς τον Μωϋσήν λέγων·

Αρ. 9,10     λάλησον τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ λέγων· ἄνθρωπος ἄνθρωπος, ὃς ἐὰν γένηται ἀκάθαρτος ἐπὶ ψυχῇ ἀνθρώπου, ἢ ἐν ὁδῷ μακρὰν ὑμῖν, ἢ ἐν ταῖς γενεαῖς ὑμῶν, καὶ ποιήσει τὸ πάσχα Κυρίῳ·
Αρ. 9,10     “ομίλησε και ειπέ προς τους Ισραηλίτας· Εάν κανείς από σας η από τους απογόνους σας ήθελε γίνει ακάθαρτος εξ αιτίας προσεγγίσεώς του εις νεκρόν η ήθελεν ευρεθή μακράν κατά τον χρόνον της εορτής του Πασχα, θα κάμη και αυτός Πασχα.

Αρ. 9,11     ἐν τῷ μηνὶ τῷ δευτέρῳ, ἐν τῇ τεσσαρεσκαιδεκάτῃ ἡμέρᾳ, τὸ πρὸς ἑσπέραν ποιήσουσιν αὐτό, ἐπ᾿ ἀζύμων καὶ πικρίδων φάγονται αὐτό,
Αρ. 9,11     Κατά την εσπέραν της δεκάτης τετάρτης ημέρας του δευτέρου μηνός θα εορτάσουν και αυτοί το Πασχα, θα φάγουν τον πασχάλιον αμνόν με αζύμους άρτους και πικρά χόρτα.

Αρ. 9,12     οὐ καταλείψουσιν ἀπ᾿ αὐτοῦ εἰς τὸ πρωΐ, καὶ ὀστοῦν οὐ συντρίψουσιν ἀπ᾿ αὐτοῦ· κατὰ τὸν νόμον τοῦ πάσχα ποιήσουσιν αὐτό.
Αρ. 9,12     Από τον πασχαλινόν αμνόν δεν θα μείνη τίποτε δια την επομένην ημέραν και κανένα οστούν αυτού δεν θα συντρίψουν. Οι Ισραηλίται οφείλουν να εορτάζουν το Πασχα σύμφωνα με τον νόμον, που καθορίζει τα του εορτασμού.

Αρ. 9,13     καὶ ἄνθρωπος, ὃς ἐὰν καθαρὸς ᾖ καὶ ἐν ὁδῷ μακρὰν οὐκ ἔστι καὶ ὑστερήσῃ ποιῆσαι τὸ πάσχα, ἐξολοθρευθήσεται ἡ ψυχὴ ἐκείνη ἐκ τοῦ λαοῦ αὐτῆς, ὅτι τὸ δῶρον Κυρίῳ οὐ προσήνεγκε κατὰ τὸν καιρὸν αὐτοῦ, ἁμαρτίαν αὐτοῦ λήψεται ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος.
Αρ. 9,13     Ο Ισραηλίτης εκείνος, ο οποίος είναι καθαρός και δεν ευρίσκεται μακράν εις ταξίδιον, αμελήση δε να εορτάση τα Πασχα και δεν προσφέρη την καθωρισμένην θυσίαν, θα εξολοθρευθή αυτός ο άνθρωπος εκ μέσου του λαού του· διότι δεν προσέφερε την θυσίαν του προς τον Κυριον κατά ταν ωρισμένον χρόνον και θα λάβη την πρέπουσαν τιμωρίαν δια την αμέλειάν του αυτήν.

Αρ. 9,14     ἐὰν δὲ προσέλθῃ πρὸς ὑμᾶς προσήλυτος ἐν τῇ γῇ ὑμῶν καὶ ποιήσῃ τὸ πάσχα Κυρίῳ, κατὰ τὸν νόμον τοῦ πάσχα καὶ κατὰ τὴν σύνταξιν αὐτοῦ ποιήσει αὐτό· νόμος εἷς ἔσται ὑμῖν καὶ τῷ προσηλύτῳ καὶ τῷ αὐτόχθονι τῆς γῆς.
Αρ. 9,14     Εάν ένας ξένος προσέλθη εις την χώραν σας και εκφράση την επιθυμίαν να εορτάση το Πασχα του Κυρίου, θα το εορτάση σύμφωνα με τον νόμον και την ερμηνείαν του νόμου, που ορίζουν, τον χρόνον και τον τρόπον του εορτασμού. Ενας νόμος θα ισχύη δι' όλους ως προς την εορτήν του Πασχα, και δια τον ξένον, που ήλθεν από άλλην χώραν, και δια τον εντόπιον.

Αρ. 9,15     Καὶ τῇ ἡμέρᾳ, ᾗ ἐστάθη ἡ σκηνή, ἐκάλυψεν ἡ νεφέλη τὴν σκηνήν, τὸν οἶκον τοῦ μαρτυρίου· καὶ τὸ ἑσπέρας ἦν ἐπὶ τῆς σκηνῆς ὡς εἶδος πυρὸς ἕως πρωΐ.
Αρ. 9,15     Την ημέραν κατά την οποίαν εστήθη η Σκηνή, εσκέπασεν η νεφέλη την Σκηνήν, τον οίκον αυτόν του Μαρτυρίου. Η νεφέλη από την εσπέραν καθ' όλην την νύκτα και έως το πρωϊ η το επάνω εις την Σκηνήν ωσάν είδος πυρός.

Αρ. 9,16     οὕτως ἐγίνετο διαπαντός· ἡ νεφέλη ἐκάλυπτεν αὐτὴν ἡμέρας καὶ εἶδος πυρὸς τὴν νύκτα.
Αρ. 9,16     Ετσι εγίνετο πάντοτε· νεφέλη εκάλυπτε την Σκηνήν κατά το διάστημα της ημέρας και είδος τι πυρός κατά τα διάστημα της νύκτας.

Αρ. 9,17     καὶ ἡνίκα ἀνέβη ἡ νεφέλη ἀπὸ τῆς σκηνῆς, καὶ μετὰ ταῦτα ἀπῇραν οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ· καὶ ἐν τῷ τόπῳ, οὗ ἂν ἔστη ἡ νεφέλη, ἐκεῖ παρενέβαλον οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ.
Αρ. 9,17     Οταν δε ανυψώνετο και απεσύρετο η νεφέλη από την Σκηνήν, οι Ισραηλίται ανεχώρουν και εστρατοπέδευαν στον τόπον, στον οποίον θα εσταματούσεν η νεφέλη.

Αρ. 9,18     διὰ προστάγματος Κυρίου παρεμβαλοῦσιν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ καὶ διὰ προστάγματος Κυρίου ἀπαροῦσι· πάσας τὰς ἡμέρας, ἐν αἷς σκιάζει ἡ νεφέλη ἐπὶ τῆς σκηνῆς, παρεμβαλοῦσιν οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ·
Αρ. 9,18     Δια της προσταγής αυτής του Κυρίου, της στάσεως δηλαδή και της αναχωρήσεως της νεφέλης, έπρεπε οι Ισραηλίται να στρατοπεδεύουν και να αναχωρούν. Ολας τας ημέρας κατά τας οποίας η νεφέλη θα ευρίσκεται επάνω από την Σκηνήν ρίπτουσα την σκιάν της εις αυτήν, θα στρατοπεδεύουν εκεί οι Ισραηλίται.

Αρ. 9,19     καὶ ὅταν ἐφέλκηται ἡ νεφέλη ἐπὶ τῆς σκηνῆς ἡμέρας πλείους, καὶ φυλάξονται οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ τὴν φυλακὴν τοῦ Θεοῦ καὶ οὐ μὴ ἐξάρωσι.
Αρ. 9,19     Οταν δηλαδή η νεφέλη παραμένη πολλάς ημέρας επάνω από την Σκηνήν, οι Ισραηλίται δεν θα αναχωρήσουν, αλλά θα τηρήσουν την εντολήν του Θεού και θα παραμείνουν εκεί στρατοπεδευμένοι.

Αρ. 9,20     καὶ ἔσται ὅταν σκεπάζῃ ἡ νεφέλη ἡμέρας ἀριθμῷ ἐπὶ τῆς σκηνῆς, διὰ φωνῆς Κυρίου παρεμβαλοῦσι, καὶ διὰ προστάγματος Κυρίου ἀπαροῦσι·
Αρ. 9,20     Το αυτό θα γίνεται και όταν επί ολίγας ημέρας σκεπάζη η νεφέλη την Σκηνήν. Οι Ισραηλίται πάντοτε θα στρατοπεδεύουν κατόπιν εντολής του Κυρίου, που δίδεται με το σημείον της νεφέλης, και κατόπιν εντολής Κυρίου πάλιν θα αναχωρούν.

Αρ. 9,21     καὶ ἔσται ὅταν γένηται ἡ νεφέλη ἀφ᾿ ἑσπέρας ἕως πρωΐ καὶ ἀναβῇ ἡ νεφέλη τὸ πρωΐ, καὶ ἀπαροῦσιν ἡμέρας ἢ νυκτός·
Αρ. 9,21     Οταν η νεφέλη σκεπάζη την Σκηνήν από το βράδυ έως το πρωϊ, το δε πρωί αποσυρθή, οι Ισραηλίται θα αναχωρήσουν κατά την ημέραν η κατά την νύκτα, σύμφωνα με την εντολήν, που θα σημάνη δι' αυτούς η νεφέλη.

Αρ. 9,22     μηνὸς ἡμέρας πλεοναζούσης τῆς νεφέλης σκιαζούσης ἐπ᾿ αὐτῆς παρεμβαλοῦσιν οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ, καὶ οὐ μὴ ἀπάρωσιν·
Αρ. 9,22     Οταν η νεφέλη σκεπάζη και σκιάζη την Σκηνήν του Μαρτυρίου περισσότερον και από ένα μήνα, οι Ισραηλίται δεν θα βιασθούν δι' αναχώρησιν. Θα σταθμεύσουν καθ' όλον αυτό το διάστημα εκεί και δεν θα αναχωρήσουν.

Αρ. 9,23     ὅτι διὰ προστάγματος Κυρίου ἀπαροῦσι, τὴν φυλακὴν Κυρίου ἐφυλάξαντο διὰ προστάγματος Κυρίου ἐν χειρὶ Μωυσῆ.
Αρ. 9,23     Κατόπιν εντολής Κυρίου θα αναχωρούν”. Αυτήν την εντολήν του Κυρίου, την οποίαν έδωκεν ο Θεός δια του Μωυσέως, την ετήρησαν οι Ισραηλίται.

Αρ. 10,1     Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Αρ. 10,1     Ωμίλησεν ο Κυριος προς τον Μωϋσήν λέγων·

Αρ. 10,2     ποίησον σεαυτῷ δύο σάλπιγγας ἀργυρᾶς, ἐλατὰς ποιήσεις αὐτάς, καὶ ἔσονταί σοι ἀνακαλεῖν τὴν συναγωγὴν καὶ ἐξαίρειν τὰς παρεμβολάς.
Αρ. 10,2     “να κατασκευάσης δύο αργυράς σάλπιγγας· με σφυρηλασίαν θα κατεργασθής αυτάς. Θα χρησιμοποιής αυτάς δια την συγκέντρωσιν των Ισραηλιτών και την κατά τάξιν εκκίνησιν των τμημάτων του στρατοπέδου.

Αρ. 10,3     καὶ σαλπιεῖς ἐν αὐταῖς καὶ συναχθήσεται πᾶσα ἡ συναγωγὴ ἐπὶ τὴν θύραν τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου·
Αρ. 10,3     Οταν θα σαλπισης και με τας δύο, θα συγκεντρωθή όλον το πλήθος εμπρός εις την Σκηνήν του Μαρτυρίου.

Αρ. 10,4     ἐὰν δὲ ἐν μιᾷ σαλπίσωσι, προσελεύσονται πρὸς σὲ πάντες οἱ ἄρχοντες ἀρχηγοὶ Ἰσραήλ.
Αρ. 10,4     Εάν σαλπίσουν με την μίαν σάλπιγγα, θα έλθουν και θα παρουσιασθούν ενώπιόν σου όλοι οι άρχοντες των Ισραηλιτών.

Αρ. 10,5     καὶ σαλπιεῖτε σημασίαν, καὶ ἐξαροῦσιν αἱ παρεμβολαὶ αἱ παρεμβάλλουσαι ἀνατολάς·
Αρ. 10,5     Εάν σαλπίσετε ένα ωρισμένον σάλπισμα, τότε θα ξεκινήσουν εις πορείαν τα τμήματα εκείνα, τα οποία είναι στρατοπεδευμένα προς ανατολάς.

Αρ. 10,6     καὶ σαλπιεῖτε σημασίαν δευτέραν, καὶ ἐξαροῦσιν αἱ παρεμβολαὶ αἱ παρεμβάλλουσαι λίβα· καὶ σαλπιεῖτε σημασίαν τρίτην, καὶ ἐξαροῦσιν αἱ παρεμβολαὶ αἱ παρεμβάλλουσαι παρὰ θάλασσαν· καὶ σαλπιεῖτε σημασίαν τετάρτην, καὶ ἐξαροῦσιν αἱ παρεμβολαὶ αἱ παρεμβάλλουσαι πρὸς βοῤῥᾶν· σημασία σαλπιοῦσιν ἐν τῇ ἐξάρσει αὐτῶν.
Αρ. 10,6     Θα σαλπίσετε με δεύτερον είδος σαλπίσματος και τα τμήματα τα στρατοπεδευμένα προς νότον θα αναχωρήσουν. Θα σαλπίσετε τρίτον είδος σαλπίσματος και θα αναχωρήσουν τα τμήματα, τα οποία είναι στοοθμευμένα προς δυσμάς. Θα σαλπίσετε τέταρτον είδος σαλπίσματος και θα αναχωρήσουν τα τμήματα τα ευρισκόμενα προς βορράν. Ειδικόν σάλπισμα θα σαλπίζουν δια την αναχώρησιν εκάστου τμήματος.

Αρ. 10,7     καὶ ὅταν συναγάγητε τὴν συναγωγήν, σαλπιεῖτε καὶ οὐ σημασίᾳ
Αρ. 10,7     Οταν όμως πρόκειται δια γενικήν συγκέντρωσιν των Ισραηλιτών, θα σαλπίζετε απλώς χωρίς κανένα ιδιαίτερον σάλπισμα.

Αρ. 10,8     καὶ οἱ υἱοὶ Ἀαρὼν οἱ ἱερεῖς σαλπιοῦσι ταῖς σάλπιγξι, καὶ ἔσται ὑμῖν νόμιμον αἰώνιον εἰς τὰς γενεὰς ὑμῶν.
Αρ. 10,8     Μονον οι υιοί του Ααρών θα σαλπίσουν με τας σάλπιγγας. Αυτό θα είναι κανών παντοτεινός δι' όλας τας γεγενάς σας.

Αρ. 10,9     ἔναντι Κυρίου καὶ διασωθήσεσθε ἀπὸ τῶν ἐχθρῶν ὑμῶν.
Αρ. 10,9     Εάν δε εις την χώραν σας εξέλθετε εις πόλεμον εναντίον των εχθρών σας, οι οποίοι σας παρενοχλούν και σας πιέζουν, θα σαλπίσετε με τας σάλπιγγας. Θα σας ενθυμηθή ο Θεός, δια να σας δώση βοήθειαν και θα διασωθήτε από τους εχθρούς σας, τους οποίους και θα νικήσετε.

Αρ. 10,10     καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις τῆς εὐφροσύνης ὑμῶν καὶ ἐν ταῖς ἑορταῖς ὑμῶν καὶ ἐν ταῖς νουμηνίαις ὑμῶν σαλπιεῖτε ταῖς σάλπιγξιν ἐπὶ τοῖς ὁλοκαυτώμασι καὶ ἐπὶ ταῖς θυσίαις τῶν σωτηρίων ὑμῶν, καὶ ἔσται ὑμῖν ἀνάμνησις ἔναντι τοῦ Θεοῦ ὑμῶν· ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν.
Αρ. 10,10     Κατά τας ημέρας της ευφροσύνης σας, κατά τας εορτάς σας και την εορτήν της πρώτης εκάστου μηνός, θα σαλπίζετε, με τας σάλπιγγας αυτάς, όταν θα προσφέρετε τα ολοκαυτώματα και τας θυσίας του σωτηρίου, και εγώ ο Θεός θα σας ενθυμούμαι. Εγώ είμαι ο Κυριος ο Θεός σας”.

Αρ. 10,11     Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἐνιαυτῷ τῷ δευτέρῳ ἐν τῷ μηνὶ τῷ δευτέρῳ εἰκάδι τοῦ μηνὸς ἀνέβη ἡ νεφέλη ἀπὸ τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου,
Αρ. 10,11     Κατά την εικοστήν του δευτέρου μηνός του δευτέρου έτους από της εξόδου των Ισραηλιτών εκ της Αιγύπτου ανέβη η νεφέλη από την Σκηνήν του Μαρτυρίου,

Αρ. 10,12     καὶ ἐξῇραν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ σὺν ἀπαρτίαις αὐτῶν ἐν τῇ ἐρήμῳ Σινά, καὶ ἔστη ἡ νεφέλη ἐν τῇ ἐρήμῳ τοῦ Φαράν.
Αρ. 10,12     και οι Ισραηλίται ανεχώρησαν με όλας τας αποσκευάς των από την έρημον Σινά. Η νεφέλη εσταμάτησεν εις την έρημον Φαράν.

Αρ. 10,13     καὶ ἐξῇραν πρῶτοι διὰ φωνῆς Κυρίου ἐν χειρὶ Μωυσῆ.
Αρ. 10,13     Εξεκίνησαν από την έρημον Σινά πρώτην φοράν εις πορείαν οι Ισραηλίται, κατόπιν εντολής του Κυρίου, η οποία τους εδόθη δια του Μωϋσέως.

Αρ. 10,14     καὶ ἐξῇραν τάγμα παρεμβολῆς υἱῶν Ἰούδα πρῶτοι σὺν δυνάμει αὐτῶν· καὶ ἐπὶ τῆς δυνάμεως αὐτῶν Ναασσὼν υἱὸς Ἀμιναδάβ,
Αρ. 10,14     Πρώτον εξεκίνησε το τμήμα της φυλής του Ιούδα με όλην την πολεμικήν του δύναμιν. Επί της πολεμικής αυτής δυνάμεως αρχηγός ήτο ο Ναασών, υιός του Αμιναδάβ.

Αρ. 10,15     καὶ ἐπὶ τῆς δυνάμεως φυλῆς υἱῶν Ἰσσάχαρ Ναθαναὴλ υἱὸς Σωγάρ,
Αρ. 10,15     Επί της πολεμικής δυνάμεως της φυλής Ισσάχαρ ήτο ο Ναθαναήλ, υιός του Σωγάρ.

Αρ. 10,16     καὶ ἐπὶ τῆς δυνάμεως φυλῆς υἱῶν Ζαβουλὼν Ἐλιὰβ υἱὸς Χαιλών.
Αρ. 10,16     Της πολεμικής δυνάμεως της φυλής Ζαβουλών αρχηγός ήτο ο Ελιάβ, υιός του Χαιλών.

Αρ. 10,17     καὶ καθελοῦσι τὴν σκηνὴν καὶ ἐξαροῦσιν οἱ υἱοὶ Γεδσὼν καὶ οἱ υἱοὶ Μεραρί, οἱ αἴροντες τὴν σκηνήν.
Αρ. 10,17     Επειτα από αυτούς οι υιοί του Γεδσών και οι υιοί του Μεραρί λύσαντες την Σκηνήν του Μαρτυρίου ανεχώρησαν μεταφέροντες αυτήν.

Αρ. 10,18     καὶ ἐξῇραν τάγμα παρεμβολῆς Ῥουβὴν σὺν δυνάμει αὐτῶν· καὶ ἐπὶ τῆς δυνάμεως αὐτῶν Ἐλισοὺρ υἱὸς Σεδιούρ,
Αρ. 10,18     Επειτα από αυτούς εξεκίνησε το τμήμα της στρατοπεδεύσεως της φυλής Ρουβήν με την στρατιωτικήν του δύναμιν. Της στρατιωτικής αυτής δυνάμεως αρχηγός ήτο ο Ελισούρ, υιός του Σεδιούρ.

Αρ. 10,19     καὶ ἐπὶ τῆς δυνάμεως φυλῆς Συμεών, Σαλαμιὴλ υἱὸς Σουρισαδαί,
Αρ. 10,19     Επί της στρατιωτικής δυνάμεως της φυλής του Συμεών αρχηγός ήτο ο Σαλαμιήλ, υιός του Σουρισαδαΐ,

Αρ. 10,20     καὶ ἐπὶ τῆς δυνάμεως φυλῆς υἱῶν Γὰδ Ἐλισὰφ ὁ τοῦ Ῥαγουήλ.
Αρ. 10,20     Επί της στρατιωτικής δυνάμεως της φυλής του Γαδ αρχηγός ήτο ο Ελισάφ, υιός του Ραγουήλ.

Αρ. 10,21     καὶ ἐξαροῦσιν υἱοὶ Καὰθ αἴροντες τὰ ἅγια καὶ στήσουσι τὴν σκηνήν, ἕως παραγένωνται.
Αρ. 10,21     Επειτα από αυτούς εξεκίνησαν οι υιοί του Καάθ μεταφέροντες τα άγια σκεύη και λοιπά αντικείμενα της Σκηνής, έως ότου φθάσουν όπου η νεφέλη σταματήση, δια να στήσουν εκεί την Σκηνήν.

Αρ. 10,22     καὶ ἐξαροῦσι τάγμα παρεμβολῆς Ἐφραΐμ σὺν δυνάμει αὐτῶν· καὶ ἐπὶ τῆς δυνάμεως αὐτῶν Ἐλισαμὰ υἱὸς Σεμιούδ,
Αρ. 10,22     Κατόπιν από τους υιούς του Καάθ θα αναχωρήση εκ της στρατοπεδεύσεως το τμήμα της φυλής Εφραίμ με την στρατιωτικήν αυτού δύναμιν. Της στρατιωτικής αυτής δυνάμεως αρχηγός ήτο ο Ελισαμά, υιός του Σεμιούδ.

Αρ. 10,23     καὶ ἐπὶ τῆς δυνάμεως φυλῆς υἱῶν Μανασσῆ Γαμαλιὴλ ὁ τοῦ Φαδασσούρ,
Αρ. 10,23     Επί της στρατιωτικής δυνάμεως της φυλής του Μανασσή αρχηγός ήτο ο Γαμαλιήλ, υιός του Φαδασσούρ.

Αρ. 10,24     καὶ ἐπὶ τῆς δυνάμεως φυλῆς υἱῶν Βενιαμὶν Ἀβιδὰν ὁ τοῦ Γαδεωνί.
Αρ. 10,24     Επί της στρατιωτικής δυνάμεως της φυλής Βενιαμίν ήτο ο Αβιδάν, υιός του Γαδεωνί.

Αρ. 10,25     καὶ ἐξαροῦσι τάγμα παρεμβολῆς υἱῶν Δάν, ἔσχατοι πασῶν τῶν παρεμβολῶν, σὺν δυνάμει αὐτῶν· καὶ ἐπὶ τῆς δυνάμεως αὐτῶν Ἀχιέζερ ὁ τοῦ Ἀμισαδαΐ,
Αρ. 10,25     Το δε στρατοπεδευμένον τμήμα της φυλής του Δαν θα αναχωρήση τελευταίον από τα άλλα τμήματα με την στρατιωτικήν του δύναμιν. Της στρατιωτικής δυνάμεως τούτων αρχηγός ήτο ο Αχιέζερ, υιός του Αμισαδαΐ.

Αρ. 10,26     καὶ ἐπὶ τῆς δυνάμεως φυλῆς υἱῶν Ἀσὴρ Φαγεὴλ υἱὸς Ἐχράν,
Αρ. 10,26     Επί της στρατιωτικής δυνάμεως της φυλής του Ασήρ αρχηγός ήτο ο Φαγεήλ, υιός του Εχράν.

Αρ. 10,27     καὶ ἐπὶ τῆς δυνάμεως φυλῆς υἱῶν Νεφθαλὶ Ἀχιρὲ υἱὸς Αἰνάν.
Αρ. 10,27     Επί της στρατιωτικής δυνάμεως της φυλής Νεφθαλίμ ήτο ο Αχιρέ, υιός του Αινάν.

Αρ. 10,28     αὗται αἱ στρατιαὶ υἱῶν Ἰσραήλ, καὶ ἐξῇραν σὺν δυνάμει αὐτῶν.
Αρ. 10,28     Αυτά ήσαν τα στρατοπεδευμένα τιμήματα των Ισραηλιτών και κατ' αυτήν την σειράν εξεκίνησαν με όλας τας στρατιωτικάς των δυνάμεις.

Αρ. 10,29     Καὶ εἶπε Μωυσῆς τῷ Ὀβὰβ υἱῷ Ῥαγουὴλ τῷ Μαδιανίτῃ τῷ γαμβρῷ Μωυσῆ· ἐξαίρομεν ἡμεῖς εἰς τὸν τόπον ὃν εἶπε Κύριος, τοῦτον δώσω ὑμῖν· δεῦρο μεθ᾿ ἡμῶν, καὶ εὖ σε ποιήσομεν, ὅτι Κύριος ἐλάλησε καλὰ περὶ Ἰσραήλ.
Αρ. 10,29     Ο Μωϋσής είπεν στον Οβάβ, τον υιόν του πενθερού του Ραγουήλ του Μαδιανίτου· “ημείς αναχωρούμεν τώρα, δια να μεταβώμεν στον τόπον, τον οποίον υπεσχέθη ο Κυριος ότι θα μας δώση. Ελα και συ μαζή μας, και ημείς θα σε περιποιηθώμεν, θα σου προσφέρωμεν πολλά αγαθά· διότι ο Κυριος πολλά αγαθά και ευχάριστα πράγματα υπεσχέθη δια τους Ισραηλίτας”.

Αρ. 10,30     καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· οὐ πορεύσομαι, ἀλλὰ εἰς τὴν γῆν μου καὶ εἰς τὴν γενεάν μου.
Αρ. 10,30     Ο Οβάβ απήντησε προς αυτόν· “δεν θα έλθω μαζή σας, αλλά θα επιστρέψω εις την πατρίδα μου και στους συγγενείς μου”.

Αρ. 10,31     καὶ εἶπε· μὴ ἐγκαταλίπῃς ἡμᾶς, οὗ ἕνεκεν ἦσθα μεθ᾿ ἡμῶν ἐν τῇ ἐρήμῳ, καὶ ἔσῃ ἐν ἡμῖν πρεσβύτης·
Αρ. 10,31     Ο Μωϋσής είπε και πάλιν προς αυτόν· “μη μας εγκαταλίπης. Αφού μαζή μας έμεινες εις την έρημον, μαζή μας θα είσαι και ωσάν μεγαλύτερος και ωσάν οδηγός προς την Χαναάν.

Αρ. 10,32     καὶ ἔσται ἐὰν πορευθῇς μεθ᾿ ἡμῶν, καὶ ἔσται τὰ ἀγαθὰ ἐκεῖνα, ὅσα ἂν ἀγαθοποιήσῃ Κύριος ἡμᾶς, καὶ εὖ σε ποιήσομεν.
Αρ. 10,32     Εάν λοιπόν έλθης μαζή μας, τα αγαθά εκείνα, τα οποία ο Κυριος εν τη καλωσύνη του θα μας δώση, θα είναι και δικά σου. Ημείς θα σε περιποιηθώμεν και θα σε ευεργετήσωμεν”.

Αρ. 10,33     Καὶ ἐξῇραν ἐκ τοῦ ὄρους Κυρίου ὁδὸν τριῶν ἡμερῶν, καὶ ἡ κιβωτὸς τῆς διαθήκης Κυρίου προεπορεύετο προτέρα αὐτῶν ὁδὸν τριῶν ἡμερῶν κατασκέψασθαι αὐτοῖς ἀνάπαυσιν.
Αρ. 10,33     Οι Ισραηλίται ανεχώρησαν από το όρος του Κυρίου, το Σινά, και έκαμαν πορείαν τριών ημερών. Η κιβωτός της Διαθήκης του Κυρίου επήγαινε εμπρός από αυτούς κατά τας τρεις αυτάς ημέρας, δια να ορίση δι' αυτής ο Θεός τον τόπον της νέας σταθμεύσεως και αναπαύσεώς των.

Αρ. 10,34     καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἐξαίρειν τὴν κιβωτὸν καὶ εἶπε Μωυσῆς· ἐξεγέρθητι, Κύριε, καὶ διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροί σου, φυγέτωσαν πάντες οἱ μισοῦντές σε.
Αρ. 10,34     Οταν η κιβωτός επρόκειτο να ζεκινήση, προσηυχήθη ο Μωϋσής προς τον Θεόν και είπε· “σήκω, Κυριε, και έλα μαζή μας και ας διασκορπισθούν από εμπρός μας οι εχθροί σου, ας τραπούν εις φυγήν όλοι όσοι σε μισούν”.

Αρ. 10,35     καὶ ἐν τῇ καταπαύσει εἶπεν· ἐπίστρεφε, Κύριε, χιλιάδας μυριάδας ἐν τῷ Ἰσραήλ.
Αρ. 10,35     Και όταν η κιβωτός εσταματούσεν ο Μωϋσής προσηύχετο πάλιν και έλεγε· “έλα, Κυριε, εν μέσω ημών των Ισραηλιτών, δια να είσαι υπερασπιστής μας περισσότερον από χιλιάδας και μυριάδας”.

Αρ. 10,36     καὶ ἡ νεφέλη ἐγένετο σκιάζουσα ἐπ᾿ αὐτοῖς ἡμέρας ἐν τῷ ἐξαίρειν αὐτοὺς ἐκ τῆς παρεμβολῆς.
Αρ. 10,36     Οταν οι Ισραηλίται εξεκινούσαν κατ' εντολήν του Θεού από την κατασκήνωσίν των, η νεφέλη έρριπτεν εις αυτούς την σκιάν της κατά το διάστημα της ημέρας.

Αρ. 11,1     Καὶ ἦν ὁ λαὸς γογγύζων πονηρὰ ἔναντι Κυρίου, καὶ ἤκουσε Κύριος καὶ ἐθυμώθη ὀργῇ, καὶ ἐξεκαύθη ἐν αὐτοῖς πῦρ παρὰ Κυρίου καὶ κατέφαγε μέρος τι τῆς παρεμβολῆς.
Αρ. 11,1     Μετά πορείαν τριών ημερών έφθασαν οι Ισραηλίται εις έρημον περιοχήν. Εκεί ο λαός εγόγγυζε και εξεφράζετο με ασέβειαν εναντίον του Κυρίου. Ηκουσεν ο Κυριος αυτά, ωργίσθη και ηγανάκτησεν εναντίον αυτών. Φωτιά εκ μέρους του Κυρίου ήναψε μεταξύ των Ισραηλιτών και κατέφαγεν ένα μέρος από το στρατόπεδον των Ισραηλιτών.

Αρ. 11,2     καὶ ἐκέκραξεν ὁ λαὸς πρὸς Μωυσῆν, καὶ ηὔξατο Μωυσῆς πρὸς Κύριον, καὶ ἐκόπασε τὸ πῦρ.
Αρ. 11,2     Εκραύγασε τότε ο λαός προς τον Μωϋσήν ζητών την επέμβασίν του προς τον Θεόν, ο δε Μωϋσής προσηυχήθη προς τον Κυριον και εσταμάτησε το πυρ.

Αρ. 11,3     καὶ ἐκλήθη τὸ ὄνομα τοῦ τόπου ἐκείνου Ἐμπυρισμός, ὅτι ἐξεκαύθη ἐν αὐτοῖς παρὰ Κυρίου.
Αρ. 11,3     “Εμπυρισμός” ωνομάσθη ο τόπος εκείνος, διότι εκεί ήναψε φωτιά εκ μέρους του Κυρίου εναντίον των Ισραηλιτών.

Αρ. 11,4     Καὶ ὁ ἐπίμικτος ὁ ἐν αὐτοῖς ἐπεθύμησεν ἐπιθυμίαν, καὶ καθίσαντες ἔκλαιον καὶ οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ καὶ εἶπαν· τίς ἡμᾶς ψωμιεῖ κρέα;
Αρ. 11,4     Πολλοί Αιγύπτιοι αναμιχθέντες με τους Ισραηλίτας εις την έρημον και ακολουθήσαντες αυτούς εκυριεύθησαν από πολλάς υλικάς επιθυμίας. Εκάθισαν λοιπόν αυτοί, μαζή δε με αυτούς και οι Ισραηλίται, και έκλαιον και έλεγον· “ποιός θα μας δώση κρέας να φάγωμεν;

Αρ. 11,5     ἐμνήσθημεν τοὺς ἰχθύας, οὓς ἠσθίομεν ἐν Αἰγύπτῳ δωρεάν, καὶ τοὺς σικύους καὶ τοὺς πέπονας καὶ τὰ πράσα καὶ τὰ κρόμμυα καὶ τὰ σκόρδα·
Αρ. 11,5     Ενθαμούμεθα τα ψάρια, που ετρώγαμεν δωρεάν εις την Αίγυπτον, όπως επίσης τα αγγούρια, τα πεπόνια, τα πράσα, τα κρεμμύδια και τα σκόρδα.

Αρ. 11,6     νυνὶ δὲ ἡ ψυχὴ ἡμῶν κατάξηρος, οὐδὲν πλὴν εἰς τὸ μάννα οἱ ὀφθαλμοὶ ἡμῶν·
Αρ. 11,6     Τωρα δε η ψυχή μας είναι κατάξηρος, τίποτε άλλο δεν βλέπομεν εκτός από το μάννα”.

Αρ. 11,7     τὸ δὲ μάννα ὡσεὶ σπέρμα κορίου ἐστί, καὶ τὸ εἶδος αὐτοῦ εἶδος κρυστάλλου·
Αρ. 11,7     Το δε μάννα ήτο ωσάν σπόροι κοριού, και η μορφή του σαν κρύσταλλον.

Αρ. 11,8     καὶ διεπορεύετο ὁ λαὸς καὶ συνέλεγον καὶ ἤληθον αὐτὸ ἐν τῷ μύλῳ καὶ ἔτριβον ἐν τῇ θυΐᾳ καὶ ἥψουν αὐτὸ ἐν τῇ χύτρᾳ καὶ ἐποίουν αὐτὸ ἐγκρυφίας, καὶ ἦν ἡ ἡδονὴ αὐτοῦ ὡσεὶ γεῦμα ἐγκρὶς ἐξ ἐλαίου·
Αρ. 11,8     Ο λαός επορεύετο γύρω από την κατασκήνωσιν, εμάζευαν αυτό, το άλεθαν στον χειρόμυλον, το έτριβαν εις ξύλινο γουδί, το έβραζαν εις την χύτραν και κατεσκεύαζαν έπειτα με αυτό πίττες. Η ευχάριστος γεύσίς του ήτο ωσάν γεύσις τηγανίτας με λάδι.

Αρ. 11,9     καὶ ὅταν κατέβη ἡ δρόσος ἐπὶ τὴν παρεμβολὴν νυκτός, κατέβαινε τὸ μάννα ἐπ᾿ αὐτῆς.
Αρ. 11,9     Οταν έπιπτε κατά το διάστημα της νυκτός η δροσιά στο στρατόπεδον, μαζή με αυτήν κατέβαινε και το μάννα.

Αρ. 11,10     καὶ ἤκουσε Μωυσῆς κλαιόντων αὐτῶν κατὰ δήμους αὐτῶν, ἕκαστον ἐπὶ τῆς θύρας αὐτοῦ· καὶ ἐθυμώθη ὀργῇ Κύριος σφόδρα, καὶ ἔναντι Μωυσῆ ἦν πονηρόν.
Αρ. 11,10     Ηκουσεν ο Μωϋσής τους Ισραηλίτας να κλαίουν κατά τους δήμους αυτών, ο καθένας εις την θύραν της σκηνής του. Ο Κυριος ηγανάκτησε και ωργίσθη πολύ εναντίον των. Αλλά και στον Μωϋσέα εφάνη πολύ κακός ο θρήνος αυτός των Ισραηλιτών.

Αρ. 11,11     καὶ εἶπε Μωυσῆς πρὸς Κύριον· ἱνατί ἐκάκωσας τὸν θεράποντά σου, καὶ διατί οὐχ εὕρηκα χάριν ἐναντίον σου, ἐπιθεῖναι τὴν ὁρμὴν τοῦ λαοῦ τούτου ἐπ᾿ ἐμέ;
Αρ. 11,11     Ο Μωϋσής είπε τότε προς τον Κυριον· “διατί εταλαιπώρησες και επίκρανες εμέ τον υπηρέτην σου και διατί δεν ευρήκα κάποιαν ευμένειαν ενώπιόν σου, ώστε να μου φορτώσης τον απερίσκεπτον και ορμητικόν αυτόν λαόν;

Αρ. 11,12     μὴ ἐγὼ ἐν γαστρὶ ἔλαβον πάντα τὸν λαὸν τοῦτον, ἢ ἐγὼ ἔτεκον αὐτούς, ὅτι λέγεις μοι, λάβε αὐτὸν εἰς τὸν κόλπον σου, ὡσεὶ ἄραι τιθηνὸς τὸν θηλάζοντα, εἰς τὴν γῆν ἣν ὤμοσας τοῖς πατράσιν αὐτῶν;
Αρ. 11,12     Μηπως εγώ συνέλαβα εις την κοιλίαν μου όλον αυτόν τον λαόν η εγώ τον εγέννησα, ώστε να μου λέγης, πάρε αυτόν τον λαόν εις την αγκάλην σου, όπως η τροφός παίρνει εις την αγκάλην της το θηλάζον νήπιον, και οδήγησέ τους εις την γην, την οποίαν ωρκίσθης στους πατέρας των;

Αρ. 11,13     πόθεν μοι κρέα δοῦναι παντὶ τῷ λαῷ τούτῳ; ὅτι κλαίουσιν ἐπ᾿ ἐμοί, λέγοντες· δὸς ἡμῖν κρέα, ἵνα φάγωμεν.
Αρ. 11,13     Που θα εύρω εγώ κρέατα να δώσω εις όλον αυτό το πλήθος; Διότι κλαίουν ολόγυρά μου και με στενοχωρούν λέγοντες· Δος μας κρέας να φάγωμεν !

Αρ. 11,14     οὐ δυνήσομαι ἐγὼ μόνος φέρειν τὸν λαὸν τοῦτον, ὅτι βαρύτερόν μοί ἐστι τὸ ῥῆμα τοῦτο.
Αρ. 11,14     Δεν ημπορώ εγώ μόνος μου να οδηγώ και να υποφέρω αυτόν τον λαόν, διότι, αυτό το έργον είναι πολύ βαρύτερον, από όσον δύναμαι και αντέχω.

Αρ. 11,15     εἰ δ᾿ οὕτω σὺ ποιεῖς μοι, ἀπόκτεινόν με ἀναιρέσει, εἰ εὕρηκα ἔλεος παρὰ σοί, ἵνα μὴ ἴδω τὴν κάκωσίν μου.
Αρ. 11,15     Εάν όμως συ επιμένης να καταθλίβομαι εις την κατάστασιν αυτήν, πάρε την ζωήν μου, εάν έχω εύρει κάποιο έλεος κοντά σου, δια να μη βλέπω πλέον αυτήν την ταλαιπωρίαν μου από τον γογγύζοντα αυτόν λαόν”.

Αρ. 11,16     καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν· συνάγαγέ μοι ἑβδομήκοντα ἄνδρας ἀπὸ τῶν πρεσβυτέρων Ἰσραήλ, οὓς αὐτὸς σὺ οἶδας, ὅτι οὗτοί εἰσι πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ καὶ γραμματεῖς αὐτῶν. καὶ ἄξεις αὐτοὺς πρὸς τὴν σκηνὴν τοῦ μαρτυρίου, καὶ στήσονται ἐκεῖ μετὰ σοῦ.
Αρ. 11,16     Είπεν ο Κυριος προς τον Μωυσήν· “συγκέντρωσέ μου εβδομήκοντά άνδρας, από τους γεροντότερους Ισραηλίτας, τους οποίους συ γνωρίζεις ότι είναι οι γεροντότεροι του λαού, συγκέντρωσέ μου και τους γραμματείς των Ισραηλιτών. Θα τους φέρης εις την Σκηνήν του Μαρτυρίου και εκεί θα σταθούν όρθιοι μαζή με σέ.

Αρ. 11,17     καὶ καταβήσομαι καὶ λαλήσω ἐκεῖ μετὰ σοῦ καὶ ἀφελῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματος τοῦ ἐπὶ σοὶ καὶ ἐπιθήσω ἐπ᾿ αὐτούς, καὶ συναντιλήψονται μετὰ σοῦ τὴν ὁρμὴν τοῦ λαοῦ, καὶ οὐκ οἴσεις αὐτοὺς σὺ μόνος.
Αρ. 11,17     Εγώ δε θα κατεβώ εκεί, θα ομιλήσω μαζή σου, θα πάρω από την χάριν και την ικανότητα που έχω δώσει εις σέ, και θα δώσω εις αυτούς. Ετσι δε αυτοί, προικισμένοι με ομοίας προς τας ιδικάς σου ικανότητας, θα σε βοηθήσουν στο έργον σου, ώστε να βαστάζης την απερίσκεπτον ορμήν του λαού τούτου και δεν θα τους οδηγής πλέον μόνος σου.

Αρ. 11,18     καὶ τῷ λαῷ ἐρεῖς· ἁγνίσασθε εἰς αὔριον, καὶ φάγεσθε κρέα, ὅτι ἐκλαύσατε ἔναντι Κυρίου λέγοντες· τίς ἡμᾶς ψωμιεῖ κρέα; ὅτι καλὸν ἡμῖν ἐστιν ἐν Αἰγύπτῳ. καὶ δώσει Κύριος ὑμῖν φαγεῖν κρέα, καὶ φάγεσθε κρέα.
Αρ. 11,18     Εις δε τον λαόν θα είπης· Αγνισθήτε δια την επομένην ημέραν, διότι εκλαύσατε ενώπιον του Κυρίου λέγοντες· Ποιός θα μας δώση κρέας να φάγωμεν; Καλύτερα είμεθα εις την Αίγυπτον. Λοιπόν ο Κυριος θα σας δώση να φάγετε κρέας, και θα φάγετε κρέας, που τόσον πολύ επιθυμήσατε.

Αρ. 11,19     οὐχ ἡμέραν μίαν φάγεσθε, οὐδὲ δύο, οὐδὲ πέντε ἡμέρας, οὐδὲ δέκα ἡμέρας, οὐδὲ εἴκοσιν ἡμέρας.
Αρ. 11,19     Και θα φάγετε όχι μόνον μίαν ημέραν, ούτε δύο, ούτε πέντε, ούτε δέκα, ούτε είκοσι ημέρας.

Αρ. 11,20     ἕως μηνὸς ἡμερῶν φάγεσθε, ἕως ἂν ἐξέλθῃ ἐκ τῶν μυκτήρων ὑμῶν. καὶ ἔσται ὑμῖν εἰς χολέραν, ὅτι ἠπειθήσατε Κυρίῳ, ὅς ἐστιν ἐν ὑμῖν, καὶ ἐκλαύσατε ἐναντίον αὐτοῦ λέγοντες· ἱνατί ἡμῖν ἐξελθεῖν ἐξ Αἰγύπτου;
Αρ. 11,20     Ολας τας ημέρας ενός μηνός ολοκλήρου θα τρώγετε κρέας, έως ότου εξέλθη από τις μύτες σας, και θα γίνη δια σας χολέρα η πολυφαγία, διότι εδείξατε παρακοήν στον Κυριον, που είναι πάντοτε μαζή σας βοηθός, και γογγύζοντες εκλαύσατε ενώπιόν του λέγοντες· Διατί εφύγαμεν από την Αίγυπτον;”

Αρ. 11,21     καὶ εἶπε Μωυσῆς· ἑξακόσιαι χιλιάδες πεζῶν ὁ λαός, ἐν οἷς εἰμι ἐν αὐτοῖς. καὶ σὺ εἶπας, κρέα δώσω αὐτοῖς φαγεῖν, καὶ φάγονται μῆνα ἡμερῶν.
Αρ. 11,21     Ο Μωϋσής είπε προς τον Θεόν· “εξακόσιαι χιλιάδες πολεμιστών ανδρών είναι αυτός ο λαός, εν μέσω του οποίου εγώ ευρίσκομαι. Και συ μου είπες να δώσω να φάγουν αυτοί κρέας επί ένα κατά συνέχειαν μήνα !

Αρ. 11,22     μὴ πρόβατα καὶ βόες σφαγήσονται αὐτοῖς, καὶ ἀρκέσει αὐτοῖς; ἢ πᾶν τὸ ὄψος τῆς θαλάσσης συναχθήσεται αὐτοῖς, καὶ ἀρκέσει αὐτοῖς;
Αρ. 11,22     Μηπως και αν σφαγούν όλα τα πρόβατα και όλα τα βόδια, είναι δυνατόν να επαρκέσουν δι' αυτούς; Η αν συγκεντρώσωμεν όλα τα ψάρια της θαλάσσης, θα αρκέσουν δι' αυτούς;”

Αρ. 11,23     καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν· μὴ χεὶρ Κυρίου οὐκ ἐξαρκέσει; ἤδη γνώσῃ εἰ ἐπικαταλήψεταί σε ὁ λόγος μου ἢ οὔ.
Αρ. 11,23     Απήντησεν ο Κυριος προς τον Μωϋσήν· “μήπως η παντοδύναμος δεξιά του Κυρίου δεν είναι ικανή να πραγματοποιήση το έργον του χορτασμού του λαού αυτού; Τωρα θα ίδης και θα μάθης, εάν ο λόγος μου θα πραγματοποιηθή αμέσως ενώπιόν μου η όχι”.

Αρ. 11,24     καὶ ἐξῆλθε Μωυσῆς καὶ ἐλάλησε πρὸς τὸν λαὸν τὰ ῥήματα Κυρίου καὶ συνήγαγεν ἑβδομήκοντα ἄνδρας ἀπὸ τῶν πρεσβυτέρων τοῦ λαοῦ καὶ ἔστησεν αὐτοὺς κύκλῳ τῆς σκηνῆς.
Αρ. 11,24     Ο Μωϋσής εβγήκε και ανεκοίνωσε προς τον λαόν τα λόγια αυτά του Κυρίου, συνήθροισε τους εβδομήκοντα πρεσβυτέρους από τους γεροντοτέρους του λαού και έθεσεν αυτούς ορθίους κύκλω από την Σκηνήν.

Αρ. 11,25     καὶ κατέβη Κύριος ἐν νεφέλῃ καὶ ἐλάλησε πρὸς αὐτόν· καὶ παρείλατο ἀπὸ τοῦ πνεύματος τοῦ ἐπ᾿ αὐτῷ καὶ ἐπέθηκεν ἐπὶ τοὺς ἑβδομήκοντα ἄνδρας τοὺς πρεσβυτέρους· ὡς δὲ ἐπανεπαύσατο πνεῦμα ἐπ᾿ αὐτούς, καὶ ἐπροφήτευσαν καὶ οὐκ ἔτι προσέθεντο.
Αρ. 11,25     Κατέβηκεν ο Κυριος εις την νεφέλην και ωμίλησε προς αυτόν. Επήρε από το πνεύμα, που είχε δώσει στον Μωϋσήν, και έδωσεν αυτό στους εβδομήκοντα πρεσβυτέρους. Οταν δε το Πνεύμα επανεπαύθη εις αυτούς και τους εφώτισεν, εκείνοι φωτισμένοι πλέον ωμίλησαν τότε λόγια Θεού. Αλλην όμως φοράν δεν επανελήφθη αυτό.

Αρ. 11,26     καὶ κατελείφθησαν δύο ἄνδρες ἐν τῇ παρεμβολῇ, ὄνομα τῷ ἑνὶ Ἑλδὰδ καὶ ὄνομα τῷ δευτέρῳ Μωδάδ, καὶ ἐπανεπαύσατο ἐπ᾿ αὐτοὺς πνεῦμα· καὶ οὗτοι ἦσαν τῶν καταγεγραμμένων καὶ οὐκ ἦλθον πρὸς τὴν σκηνήν· καὶ ἐπροφήτευσαν ἐν τῇ παρεμβολῇ.
Αρ. 11,26     Από τους εβδομήκοντα πρεσβυτέρους έμειναν δύο άνδρες εις την κατασκήνωσιν, ο ένας εκ των οποίων ωνομάζετο Ελδάδ, ο δε δεύτερος Μωδάδ. Το πνεύμα ήλθε και εις αυτούς. Ησαν και αυτοί γραμμένοι μεταξύ των εβδομήκοντα αλλά (δια λόγους ίσως ταπεινοφροσύνης) δεν ήλθον μαζή με τους άλλους εις την Σκηνήν του Μαρτυρίου· φωτισμένοι και αυτοί από τον Θεόν ωμίλησαν στο στρατόπεδον τα λόγια του Θεού.

Αρ. 11,27     καὶ προσδραμὼν ὁ νεανίσκος ἀπήγγειλε Μωυσῇ καὶ εἶπε λέγων· Ἑλδὰδ καὶ Μωδὰδ προφητεύουσιν ἐν τῇ παρεμβολῇ.
Αρ. 11,27     Ενας νεαρός ανήρ έτρεξε προς τον Μωϋσήν και είπεν· “ο Ελδάδ και ο Μωδάδ προφητεύουν εις την κατασκήνωσιν”.

Αρ. 11,28     καὶ ἀποκριθεὶς Ἰησοῦς ὁ τοῦ Ναυὴ ὁ παρεστηκὼς Μωυσῇ, ὁ ἐκλεκτός, εἶπε· κύριε Μωυσῆ, κώλυσον αὐτούς.
Αρ. 11,28     Ο Ιησούς του Ναυή ο εκλεκτός του Μωϋσέως, ο ευρισκόμενος πάντοτε πλησίον αυτού, είπε· “κύριε Μωϋσή, εμπόδισαν αυτούς να ομιλούν ως εκπρόσωποι του Θεού” !

Αρ. 11,29     καὶ εἶπε Μωυσῆς αὐτῷ· μὴ ζηλοῖς ἐμέ; καὶ τίς δῴη πάντα τὸν λαὸν Κυρίου προφήτας, ὅταν δῷ Κύριος τὸ πνεῦμα αὐτοῦ ἐπ᾿ αὐτούς;
Αρ. 11,29     Είπε προς αυτόν ο Μωϋσής· “διατί σε κατέλαβε ζηλοφθονία προς χάριν μου; Είθε όλον το πλήθος των Ισραηλιτών να αναδειχθούν προφήται του Θεού, όταν ο Κυριος δώση το Πνεύμα του εις αυτούς” !

Αρ. 11,30     καὶ ἀπῆλθε Μωυσῆς εἰς τὴν παρεμβολὴν αὐτὸς καὶ οἱ πρεσβύτεροι Ἰσραήλ.
Αρ. 11,30     Επειτα από αυτά επέστρεψεν ο Μωϋσής στο στρατόπεδον και μαζή με αυτόν οι βοηθοί του, οι πρεσβύτεροι του ισραηλιτικού λαού.

Αρ. 11,31     καὶ πνεῦμα ἐξῆλθε παρὰ Κυρίου καὶ ἐξεπέρασεν ὀρτυγομήτραν ἀπὸ τῆς θαλάσσης καὶ ἐπέβαλεν ἐπὶ τὴν παρεμβολὴν ὁδὸν ἡμέρας ἐντεῦθεν καὶ ὁδὸν ἡμέρας ἐντεῦθεν, κὐκλῳ τῆς παρεμβολῆς, ὡσεὶ δίπηχυ ἀπὸ τῆς γῆς.
Αρ. 11,31     Ηγέρθη τότε παρά του Κυρίου άνεμος, ο οποίος έφερεν από το μέρος της θαλάσσης πλήθος ορτύκια και τα έρριψεν εις την περιοχήν της κατασκηνώσεως από εδώ και από εκεί κύκλω από την κατασκήνωσιν εις έκτασιν πορείας μιας ημέρας. Το στρώμα των ορτυκιών επάνω στο έδαφος έφθασε τους δύο πήχεις (ένα και πλέον μέτρον).

Αρ. 11,32     καὶ ἀναστὰς ὁ λαὸς ὅλην τὴν ἡμέραν καὶ ὅλην τὴν νύκτα καὶ ὅλην τὴν ἡμέραν τὴν ἐπαύριον καὶ συνήγαγον τὴν ὀρτυγομήτραν, ὁ τὸ ὀλίγον, συνήγαγε δέκα κόρους, καὶ ἔψυξαν ἑαυτοῖς ψυγμοὺς κύκλῳ τῆς παρεμβολῆς.
Αρ. 11,32     Ο λαός εσηκώθηκε όλην την ημέραν εκείνην και όλην την νύκτα και όλην την επομένην ημέραν και εμάζευαν ορτύκια. Τοσον πολύ ήτο το πλήθος των ορτυκιών, ώστε και ο τα ολιγώτερα μαζεύσας έφθασε τους δέκα κόρους (υπέρ τα 2000 κιλά). Εξήραναν αυτά κύκλω από την κατασκήνωσιν.

Αρ. 11,33     τὰ κρέα ἔτι ἦν ἐν τοῖς ὀδοῦσιν αὐτῶν πρινὴ ἐκλείπειν, καὶ Κύριος ἐθυμώθη εἰς τὸν λαόν, καὶ ἐπάταξε Κύριος τὸν λαὸν πληγὴν μεγάλην σφόδρα.
Αρ. 11,33     Τα κρέατα από τα ορτύκια ήσαν ακόμη εις τα δόντια των και δεν είχαν ακόμη σταματήσει να τρώγουν, όταν ο Κυριος εξωργίσθη εναντίον του λαού δια την λαιμαργίαν και εθανάτωσε πολλούς από αυτούς.

Αρ. 11,34     καὶ ἐκλήθη τὸ ὄνομα τοῦ τόπου ἐκείνου Μνήματα τῆς ἐπιθυμίας, ὅτι ἐκεῖ ἔθαψαν τὸν λαὸν τὸν ἐπιθυμητήν.
Αρ. 11,34     Εδόθη δε στον τόπον εκείνον το όνομα “Μνήματα της επιθυμίας”, διότι εκεί έθαψαν πολλούς από τον λαίμαργον αυτόν λαόν.

Αρ. 11,35     Ἀπὸ Μνημάτων ἐπιθυμίας ἐξῇρεν ὁ λαὸς εἰς Ἀσηρώθ, καὶ ἐγένετο ὁ λαὸς ἐν Ἀσηρώθ.
Αρ. 11,35     Από τα “Μνήματα της επιθυμίας” ανεχώρησεν ο λαός δια την Ασηρώθ, όπου και έφθασε.

Αρ. 12,1     Καὶ ἐλάλησε Μαριὰμ καὶ Ἀαρὼν κατὰ Μωυσῆ, ἕνεκεν τῆς γυναικὸς τῆς Αἰθιοπίσσης ἣν ἔλαβε Μωυσῆς, ὅτι γυναῖκα Αἰθιόπισσαν ἔλαβε,
Αρ. 12,1     Εις Ασηρώθ ωμίλησεν η Μαριάμ και ο Ααρών απρεπώς κατά του Μωϋσέως ένεκα της Αιθιοπίσσης συζύγου του, την οποίαν αυτός είχε λάβει ως σύζυγον, διότι πράγματι είχε λάβει γυναίκα Αιθιόπισσαν.

Αρ. 12,2     καὶ εἶπαν· μὴ Μωυσῇ μόνῳ λελάληκε Κύριος; οὐχὶ καὶ ἡμῖν ἐλάλησε; καὶ ἤκουσε Κύριος.
Αρ. 12,2     Και είπαν· “μήπως στον Μωϋσήν μόνον ωμίλησεν ο Θεός; Δεν ωμίλησε και εις ημάς;” Ηκουσεν ο Θεός αυτόν τον γογγυσμόν.

Αρ. 12,3     καὶ ὁ ἄνθρωπος Μωυσῆς πραΰς σφόδρα παρὰ πάντας τοὺς ἀνθρώπους τοὺς ὄντας ἐπὶ τῆς γῆς.
Αρ. 12,3     Ο Μωϋσής όμως ήτο άνθρωπος πολύ πράος, πραότερος από όλους τους ανθρώπους που ευρίσκοντο εις την γην, και δεν εθύμωσε δι' όσα έλεγον εναντίον του οι αδελφοί του.

Αρ. 12,4     καὶ εἶπε Κύριος παραχρῆμα πρὸς Μωυσῆν καὶ Ἀαρὼν καὶ Μαριάμ· ἐξέλθετε ὑμεῖς οἱ τρεῖς εἰς τὴν σκηνὴν τοῦ μαρτυρίου·
Αρ. 12,4     Ο Κυριος όμως είπεν αμέσως προς τον Μωϋσήν, τον Ααρών και την Μαριάμ· “πηγαίνετε και οι τρεις σας εις την Σκηνήν του Μαρτυρίου”.

Αρ. 12,5     καὶ ἐξῆλθον οἱ τρεῖς εἰς τὴν σκηνὴν τοῦ μαρτυρίου. καὶ κατέβη Κύριος ἐν στύλῳ νεφέλης καὶ ἔστη ἐπὶ τῆς θύρας τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου, καὶ ἐκλήθησαν Ἀαρὼν καὶ Μαριὰμ καὶ ἐξήλθοσαν ἀμφότεροι.
Αρ. 12,5     Εκείνοι μετέβησαν εις την Σκηνήν του Μαρτυρίου. Κατέβη ο Κυριος εις νεφέλην, που είχε την μορφήν στύλου, εστάθη εις την θύραν της Σκηνής του Μαρτυρίου και εκάλεσε τον Ααρών και την Μαριάμ, οι οποίοι και προσήλθον.

Αρ. 12,6     καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· ἀκούσατε τῶν λόγων μου· ἐὰν γένηται προφήτης ὑμῶν Κυρίῳ, ἐν ὁράματι αὐτῷ γνωσθήσομαι καὶ ἐν ὕπνῳ λαλήσω αὐτῷ.
Αρ. 12,6     Είπεν ο Κυριος προς αυτούς· “ακούσατε προσεκτικά τους λόγους μου· εάν κανείς από σας γίνη προφήτης Κυρίου, έγω ο Κυριος θα γίνω γνωστός και θα ομιλήσω προς αυτόν η εν οράματι η κατά τον ύπνον του.

Αρ. 12,7     οὐχ οὕτως ὁ θεράπων μου Μωυσῆς· ἐν ὅλῳ τῷ οἴκῳ μου πιστός ἐστι·
Αρ. 12,7     Δεν έγινεν όμως το ίδιον και δια τον υπηρέτην μου τον Μωϋσήν. Αυτός είναι ο έμπιστός μου δι' όλον τον ισραηλιτικόν λαόν μου.

Αρ. 12,8     στόμα κατὰ στόμα λαλήσω αὐτῷ, ἐν εἴδει καὶ οὐ δι᾿ αἰνιγμάτων, καὶ τὴν δόξαν Κυρίου εἶδε· καὶ διατί οὐκ ἐφοβήθητε καταλαλῆσαι κατὰ τοῦ θεράποντός μου Μωυσῆ;
Αρ. 12,8     Στόμα με στόμα ωμίλησα προς αυτόν, κατά πρόσωπον και όχι με παραβολάς και σύμβολα. Αυτός είδε την δόξαν Κυρίου. Σεις διατί δεν εφοβηθήκατε να καταλαλήσετε ένα τέτοιον υπηρέτην μου, όπως είναι ο Μωϋσής;”

Αρ. 12,9     καὶ ὀργὴ θυμοῦ Κυρίου ἐπ᾿ αὐτοῖς, καὶ ἀπῆλθε.
Αρ. 12,9     Ωργίσθη και ηγανάκτησεν εναντίον αυτών ο Κυριος, και πλήρης θυμού απήλθεν.

Αρ. 12,10     καὶ ἡ νεφέλη ἀπέστη ἀπὸ τῆς σκηνῆς, καὶ ἰδοὺ Μαριὰμ λεπρῶσα ὡσεὶ χιών· καὶ ἐπέβλεψεν Ἀαρὼν ἐπὶ Μαριάμ, καὶ ἰδοὺ λεπρῶσα.
Αρ. 12,10     Η νεφέλη απεμακρύνθη τότε από την Σκηνήν και ιδού η Μαριάμ εγέμισε λέπραν και έγινε λευκή ωσάν το χιόνι. Ερριψε το βλέμμα του ο Ααρών εις την Μαριάμ και την είδε γεμάτην λέπραν.

Αρ. 12,11     καὶ εἶπεν Ἀαρὼν πρὸς Μωυσῆν· δέομαι, κύριε, μὴ συνεπιθῇ ἡμῖν ἁμαρτίαν, διότι ἠγνοήσαμεν καθ᾿ ὅτι ἡμάρτομεν·
Αρ. 12,11     Εντρομος τότε είπε προς τον Μωυσήν· “κύριε, σε παρακαλώ να μη μας αποδώση ο Θεός κατά την αμαρτίαν, την οποίαν χωρίς επίγνωσιν του βάρους της διεπράξαμεν·

Αρ. 12,12     μὴ γένηται ὡσεὶ ἴσον θανάτῳ, ὡσεὶ ἔκτρωμα ἐκπορευόμενον ἐκ μήτρας μητρὸς καὶ κατεσθίει τὸ ἥμισυ τῶν σαρκῶν αὐτῆς.
Αρ. 12,12     ας μη καταντήση η Μαριάμ εξ αιτίας της λέπρας της ωσάν νεκρά, ωσάν ένα έκτρωμα, το οποίον εξέρχεται από την κοιλίαν της μητρός του παράκαιρα με φαγωμένον το ήμισυ από τας σάρκας του”.

Αρ. 12,13     καὶ ἐβόησε Μωυσῆς πρὸς Κύριον λέγων· ὁ Θεὸς δέομαί σου, ἴασαι αὐτήν.
Αρ. 12,13     Και ο ανεξίκακος Μωϋσής εβόησε προς τον Κυριον λέγων· “ω ! Θεέ μου ! Σε θερμοπαρακαλώ θεράπευσε αυτήν” !

Αρ. 12,14     καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν· εἰ ὁ πατὴρ αὐτῆς πτύων ἐνέπτυσεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτῆς, οὐκ ἐντραπήσεται ἑπτὰ ἡμέρας; ἀφορισθήτω ἑπτὰ ἡμέρας ἔξω τῆς παρεμβολῆς καὶ μετὰ ταῦτα εἰσελεύσεται.
Αρ. 12,14     Είπεν ο Κυριος προς τον Μωϋσήν· “εάν ο πατέρας της την έφτυνεν στο πρόσωπον, δεν θα εντρέπετο; Και επί επτά ημέρας δεν θα έμενεν απομονωμένη λόγω εντροπής; Προς τιμωρίαν της ας απαμακρυνθή έξω από την κατασκήνωσιν επτά ημέρας και μετά ταύτα θα επανέλθη”.

Αρ. 12,15     καὶ ἀφωρίσθη Μαριὰμ ἔξω τῆς παρεμβολῆς ἑπτὰ ἡμέρας· καὶ ὁ λαὸς οὐκ ἐξῇρεν, ἕως ἐκαθαρίσθη Μαριάμ.
Αρ. 12,15     Και έχωρισθη η Μαριάμ και έμεινεν έξω από την κατασκήνωσιν επτά ημέρας. Ο δε λαός δεν ανεχώρησεν από την Ασηρώθ, έως ότου εκαθαρίσθη η Μαριάμ από την λέπραν.

Αρ. 13,1     Καὶ μετὰ ταῦτα ἐξῇρεν ὁ λαὸς ἐξ Ἀσηρώθ, καὶ παρενέβαλον ἐν τῇ ἐρήμῳ τοῦ Φαράν.
Αρ. 13,1     Μετά ταύτα ανεχώρησεν ο λαός από Ασηρώθ και κατεσκήνωσαν εις την έρημον του Φαράν.

Αρ. 13,2     καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Αρ. 13,2     Εκεί μίλησε ο Κυριος προς τον Μωϋσήν λέγων·

Αρ. 13,3     ἀπόστειλον σεαυτῷ ἄνδρας, καὶ κατασκεψάσθωσαν τὴν γῆν τῶν Χαναναίων, ἣν ἐγὼ δίδωμι τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ εἰς κατάσχεσιν, ἄνδρα ἕνα κατὰ φυλήν, κατὰ δήμους πατριῶν αὐτῶν ἀποστελεῖς αὐτούς, πάντα ἀρχηγὸν ἐξ αὐτῶν.
Αρ. 13,3     “διάλεξε και στείλε συ ο ίδιος άνδρας, δια να κατασκοπεύσουν την χώραν των Χαναναίων, την οποίαν εγώ θα δώσω ως ιδιοκτησίαν στους Ισραηλίτας. Θα εκλέξης ανά ένα άνδρα από κάθε φυλήν, άρχοντα κατά τας πατριαρχικάς των οικογενείας και θα στείλης αυτούς εις κατασκόπευσιν της Χαναάν”.

Αρ. 13,4     καὶ ἐξαπέστειλεν αὐτοὺς Μωυσῆς ἐκ τῆς ἐρήμου Φαρὰν διὰ φωνῆς Κυρίου· πάντες ἄνδρες ἀρχηγοὶ υἱῶν Ἰσραὴλ οὗτοι.
Αρ. 13,4     Ο Μωϋσής εξέλεξε και έστειλεν αυτούς από την έρημον Φαράν σύμφωνα με την εντολήν του Κυρίου. Ολοι αυτοί οι άνδρες ήσαν αρχηγοί των Ισραηλιτών.

Αρ. 13,5     καὶ ταῦτα τὰ ὀνόματα αὐτῶν· τῆς φυλῆς Ῥουβὴν Σαμουὴλ υἱὸς Ζαχούρ·
Αρ. 13,5     Αυτά δε είναι τα ονόματά των· Της φυλής Ρουβήν ο Σαιμουήλ, υιός του Ζαχούρ·

Αρ. 13,6     τῆς φυλῆς Συμεὼν Σαφὰτ υἱὸς Σουρί·
Αρ. 13,6     της φυλής Συμεών ο Σαφάτ, υιός του Σουρί·

Αρ. 13,7     τῆς φυλῆς Ἰούδα Χάλεφ υἱὸς Ἰεφοννή·
Αρ. 13,7     της φυλής Ιούδα ο Χαλεφ, υιός του Ιεφοννή·

Αρ. 13,8     τῆς φυλῆς Ἰσσάχαρ Ἰλαὰλ υἱὸς Ἰωσήφ·
Αρ. 13,8     της φυλής Ισσάχαρ ο Ιλαάλ, υιός του Ιωσήφ·

Αρ. 13,9     τῆς φυλῆς Ἐφραὶμ Αὐσὴ υἱὸς Ναυή·
Αρ. 13,9     της φυλής Εφραίμ ο Αυη, υιός του Ναυή·

Αρ. 13,10     τῆς φυλῆς Βενιαμὶν Φαλτὶ υἱὸς Ῥαφοῦ·
Αρ. 13,10     της φυλής Βενιαμίν ο Φαλτί, υιός του Ραφού·

Αρ. 13,11     τῆς φυλῆς Ζαβουλὼν Γουδιὴλ υἱὸς Σουδί·
Αρ. 13,11     της φυλής Ζαβουλών ο Γουδιήλ, υιός του Σουδί·

Αρ. 13,12     τῆς φυλῆς Ἰωσὴφ τῶν υἱῶν Μανασσῆ, Γαδὶ υἱὸς Σουσί·
Αρ. 13,12     της φυλής Ιωσήφ από τους απογόνους του Μανασσή ο Γαδί, υιός του Σουσί·

Αρ. 13,13     τῆς φυλῆς Δὰν Ἀμιὴλ υἱὸς Γαμαλί·
Αρ. 13,13     της φυλής Δαν ο Αμιήλ, υιός του Γαμαλί·

Αρ. 13,14     τῆς φυλῆς Ἀσὴρ Σαθοὺρ υἱὸς Μιχαήλ·
Αρ. 13,14     της φυλής Ασήρ ο Σαθούρ, υιός του Μιχαήλ·

Αρ. 13,15     τῆς φυλῆς Νεφθαλὶ Ναβὶ υἱὸς Σαβί·
Αρ. 13,15     της φυλής Νεφθαλίμ ο Ναβί, υιός του Σαβί·

Αρ. 13,16     τῆς φυλῆς Γὰδ Γουδιὴλ υἱὸς Μακχί·
Αρ. 13,16     της φυλής Γαδ ο Γουδιήλ, υιός του Μακχί·

Αρ. 13,17     ταῦτα τὰ ὀνόματα τῶν ἀνδρῶν, οὓς ἀπέστειλε Μωυσῆς κατασκέψασθαι τὴν γῆν. καὶ ἐπωνόμασε Μωυσῆς τὸν Αὐσὴ υἱὸν Ναυὴ Ἰησοῦν.
Αρ. 13,17     Αυτά ήσαν τα ονόματα των ανδρών, τους οποίους απέστειλεν ο Μωϋσής να κατασκοπεύσουν την χώραν Χαναάν. Ο Μωϋσής επωνόμασεν Ιησούν τον Αυσή, τον υιόν του Ναυή.

Αρ. 13,18     καὶ ἀπέστειλεν αὐτοὺς Μωυσῆς κατασκέψασθαι τὴν γῆν Χαναὰν καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· ἀνάβητε ταύτῃ τῇ ἐρήμῳ καὶ ἀναβήσεσθε εἰς τὸ ὄρος,
Αρ. 13,18     Αυτούς απέστειλεν ο Μωϋσής να κατασκοπεύσουν την Χαναάν και είπε προς αυτούς· “θα ανεβήτε αυτήν την έρημον και εν συνεχεία θα ανεβήτε στο όρος·

Αρ. 13,19     καὶ ὄψεσθε τὴν γῆν, τίς ἐστι, καὶ τὸν λαὸν τὸν ἐγκαθήμενον ἐπ᾿ αὐτῆς, εἰ ἰσχυρός ἐστιν ἢ ἀσθενής, εἰ ὀλίγοι εἰσὶν ἢ πολλοί·
Αρ. 13,19     και θα ίδετε την χώραν τι λογής είναι αυτή, τον λαόν ο οποίος κατοικεί εις αυτήν, εάν είναι ισχυρός η ασθενής, εάν είναι ολίγοι η πολλοί.

Αρ. 13,20     καὶ τίς ἡ γῆ, εἰς ἣν οὗτοι ἐγκάθηνται ἐπ᾿ αὐτῆς, εἰ καλή ἐστιν ἢ πονηρά· καὶ τίνες αἱ πόλεις, ἃς οὗτοι κατοικοῦσιν ἐν αὐταῖς, εἰ ἐν τειχήρεσιν ἢ ἐν ἀτειχίστοις·
Αρ. 13,20     Εξακριβώσατε οποία τις είναι η γη, εις την οποίαν αυτοί κατοικούν, εάν είναι ωραία και εύφορος η εάν είναι άγονος και ξηρά· ποίαι είναι αι πόλεις, εις τας οποίας αυτοί κατοικούν, εάν είναι περιτειχισμέναι η ατείχιστοι·

Αρ. 13,21     καὶ τίς ἡ γῆ, εἰ πίων ἢ παρειμένη, εἰ ἔστιν ἐν αὐτῇ δένδρα ἢ οὔ· καὶ προσκαρτερήσαντες λήψεσθε ἀπὸ τῶν καρπῶν τῆς γῆς. καὶ αἱ ἡμέραι ἡμέραι ἔαρος, πρόδρομοι σταφυλῆς.
Αρ. 13,21     ποία είναι η γη αυτή, εάν είναι πλούσια η παραμελημένη, εάν έχη δένδρα η όχι. Θα μείνετε επί ολίγον διάστημα εις την χώραν και θα πάρετε από τους ίκαρπούς αυτής”. Τοτε δε που απεστάλησαν ήσαν αι τελευταίαι ημέραι του έαρος και η αρχή του θέρους, όταν πλέον είχον ωριμάσει τα πρώϊμα σταφύλια.

Αρ. 13,22     καὶ ἀναβάντες κατεσκέψαντο τὴν γῆν ἀπὸ τῆς ἐρήμου Σὶν ἕως Ῥοόβ, εἰσπορευομένων Αἰμάθ.
Αρ. 13,22     Ανέβησαν οι δώδεκα αυτοί κατάσκοποι και κατεσκόπευσαν την χώραν από την έρημον Σιν έως την Ροόβ, που κείται επί της οδού, δια της οποίας εισέρχονται εις Αιμάθ.

Αρ. 13,23     καὶ ἀνέβησαν κατὰ τὴν ἔρημον καὶ ἀπῆλθον ἕως Χεβρών, καὶ ἐκεῖ Ἀχιμὰν καὶ Σεσσὶ καὶ Θελαμί, γενεαὶ Ἐνάχ· καὶ Χεβρὼν ἑπτὰ ἔτεσιν ᾠκοδομήθη πρὸ τοῦ Τανὶν Αἰγύπτου.
Αρ. 13,23     Εν συνεχεία επέστρεψαν εις την έρημον, έφθασαν έως την Χεβρών, οπού κατοικούσαν οι Αχιμάν, οι Σεσσί και οι Θελαμί, απόγονοι του Ενάχ. Η δε Χεβρών είχεν οικοδομηθή επτά έτη, πριν κτισθή η Τανίν της Αιγύπου.

Αρ. 13,24     καὶ ἤλθοσαν ἕως Φάραγγος βότρυος, καὶ κατεσκέψαντο αὐτήν· καὶ ἔκοψαν ἐκεῖθεν κλῆμα καὶ βότρυν σταφυλῆς ἕνα ἐπ᾿ αὐτοῦ καὶ ᾖραν αὐτὸν ἐπ᾿ ἀναφορεῦσι καὶ ἀπὸ τῶν ῥοῶν, καὶ ἀπὸ τῶν συκῶν.
Αρ. 13,24     Εφθασσε εις μίαν φάραγγα, η οποία ωνομάσθη “Φαραγξ βότρυος”, δια τα πολλά και εκλεκτά σταφύλια της, και την κατεσκόπευσαν. Από έχει έκοψαν ένα κλήμα με μίαν σταφυλήν εις αυτό, εσήκωσαν αυτό με αναφορείς, έκοψαν πίσης και επήραν μαζή των ρόδια και σύκα.

Αρ. 13,25     καὶ τὸν τόπον ἐκεῖνον ἐπωνόμασαν Φάραγξ βότρυος διὰ τὸν βότρυν, ὃν ἔκοψαν ἐκεῖθεν οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ.
Αρ. 13,25     Τον τόπον δε αυτόν ωνόμοοσαν “Φαραγξ βότρυος” δια το σταφύλι, το οποίον έκοψαν από εκεί οι Ισραηλίται.

Αρ. 13,26     Καὶ ἀπέστρεψαν ἐκεῖθεν κατασκεψάμενοι τὴν γῆν μετὰ τεσσαράκοντα ἡμέρας.
Αρ. 13,26     Αφού κατεσκόπευσαν επί τεσσαράκοντα ημέρας την χώραν, επέστρεψαν στο στρατόπεδον των Ισραηλιτών.

Αρ. 13,27     καὶ πορευθέντες ἦλθον πρὸς Μωυσῆν καὶ Ἀαρὼν καὶ πρὸς πᾶσαν συναγωγὴν υἱῶν Ἰσραήλ, εἰς τὴν ἔρημον Φαρὰν Κάδης καὶ ἀπεκρίθησαν αὐτοῖς ῥῆμα καὶ πάσῃ συναγωγῇ καὶ ἔδειξαν τὸν καρπὸν τῆς γῆς.
Αρ. 13,27     Επορεύθησαν και ήλθαν προς τον Μωϋσήν, προς τον Ααρών και προς όλον τον λαόν των Ισραηλιτών εις την έρημον Φαράν στον τόπον Καδης, διηγήθησαν εις αυτούς και στον λαόν όσα είδον και έδειξαν τον καρπόν της χώρας.

Αρ. 13,28     καὶ διηγήσαντο αὐτῷ καὶ εἶπαν· ἤλθαμεν εἰς τὴν γῆν, εἰς ἣν ἀπέστειλας ἡμᾶς, γῆν ῥέουσαν γάλα καὶ μέλι, καὶ οὗτος ὁ καρπὸς αὐτῆς·
Αρ. 13,28     Διηγήθησαν δηλαδή στον Μωϋσήν και είπαν· “επήγαμε εις την χώραν, εις την οποίαν μας έστειλες να κατασκοπεύσωμεν, εις την χώραν την ρέουσαν γάλα και μέλι, και αυτός είναι ο καρπός της.

Αρ. 13,29     ἀλλ᾿ ἢ ὅτι θρασὺ τὸ ἔθνος τὸ κατοικοῦν ἐπ᾿ αὐτῆς, καὶ αἱ πόλεις ὀχυραὶ τετειχισμέναι μεγάλαι σφόδρα, καὶ τὴν γενεὰν Ἐνὰχ ἑωράκαμεν ἐκεῖ,
Αρ. 13,29     Αλλά ο λαός, που κατοικεί εις αυτήν, είναι ισχυρός, αι πόλεις είναι πολύ μεγάλαι, ωχυρωμέναι με τείχη ολόγυρά των. Εκεί είδομεν την γενεάν Ενάχ, τους γίγαντας.

Αρ. 13,30     καὶ Ἀμαλὴκ κατοικεῖ ἐν τῇ γῇ τῇ πρὸς νότον, καὶ ὁ Χετταῖος καὶ ὁ Εὐαῖος καὶ ὁ Ἰεβουσαῖος καὶ ὁ Ἀμοῤῥαῖος κατοικεῖ ἐν τῇ ὀρεινῇ, καὶ ὁ Χαναναῖος κατοικεῖ παρὰ θάλασσαν καὶ παρὰ τὸν Ἰορδάνην ποταμόν.
Αρ. 13,30     Ο Αμαλήκ επίσης κατοικεί εις την νότιον περιοχήν της χώρας, ο δε Χετταίος, ο Ευαίος, ο Ιεβουσαίος και ο Αμορραίος κατοικούν εις την ορεινήν περιοχήν, ο δε Χαναναίος κατοικεί την περιοχήν μεταξύ Μεσογείου Θαλάσσης και Ιορδάνου ποταμού”. Ο λαός έμεινεν σιωπηλός και κατηφής.

Αρ. 13,31     καὶ κατεσιώπησε Χάλεβ τὸν λαὸν πρὸς Μωυσῆν καὶ εἶπεν αὐτῷ· οὐχί, ἀλλὰ ἀναβάντες ἀναβησόμεθα καὶ κατακληρονομήσομεν αὐτήν, ὅτι δυνατοὶ δυνησόμεθα πρὸς αὐτούς.
Αρ. 13,31     Ο Χαλεβ όμως καθησύχασε τον λαόν, ο οποίος είχεν αρχίσει να δασφορή κατά του Μωϋσέως, και είπε προς όλους· “Οχι ! Θα προχωρήσωμεν, θα κατακτήσωμεν και θα κληρονομήσωμεν την χώραν αυτήν, διότι είμεθα ισχυροί και θα υπερισχύσωμεν απέναντι των κατοίκων της” !

Αρ. 13,32     καὶ οἱ ἄνθρωποι οἱ συναναβάντες μετ᾿ αὐτοῦ εἶπαν· οὐκ ἀναβαίνομεν, ὅτι οὐ μὴ δυνώμεθα ἀναβῆναι πρὸς τὸ ἔθνος, ὅτι ἰσχυρότερον ἡμῶν ἐστι μᾶλλον.
Αρ. 13,32     Οι άλλοι όμως κατάσκοποι, οι οποίοι είχαν ανέβη μαζή με αυτόν, έλεγαν και ξαναέλεγαν· “όχι ! Δεν αναβαίνομεν προς την χώραν αυτήν, διότι δεν ημπορούμεν να αντιπαραταχθώμεν προς τον λαόν της, επειδή είναι πολύ ισχυρότερος από ημάς”.

Αρ. 13,33     καὶ ἐξήνεγκαν ἔκστασιν τῆς γῆς, ἣν κατεσκέψαντο αὐτὴν πρὸς τοὺς υἱοὺς Ἰσραήλ, λέγοντες· τὴν γῆν, ἣν παρήλθομεν αὐτὴν κατασκέψασθαι, γῆ κατέσθουσα τοὺς κατοικοῦντας ἐπ᾿ αὐτῆς ἐστι· καὶ πᾶς ὁ λαός, ὃν ἑωράκαμεν ἐν αὐτῇ, ἄνδρες ὑπερμήκεις·
Αρ. 13,33     Οι άνδρες αυτοί έδωσαν προς τους Ισραηλίτας πολύ αποθαρρυντικήν περιγραφήν δια την χώραν, που είχαν κατασκοπεύσει, λέγοντες· “η γη, την οποίαν επήγαμε να κατασκοπεύσωμεν, είναι γη που κατατρώγει τους κατοίκους της· ο δε λαός, τον οποίον εις αυτήν είδομεν, είναι άνδρες υπερμεγέθεις.

Αρ. 13,34     καὶ ἐκεῖ ἑωράκαμεν τοὺς γίγαντας καὶ ἦμεν ἐνώπιον αὐτῶν ὡσεὶ ἀκρίδες, ἀλλὰ καὶ οὕτως ἦμεν ἐνώπιον αὐτῶν.
Αρ. 13,34     Εκεί είδομεν τους γίγαντας, ενώπιον των οποίων ημείς εφαινόμεθα, όπως και πράγματι είμεθα, σαν ακρίδες.

Αρ. 14,1     Καὶ ἀναλαβοῦσα πᾶσα ἡ συναγωγὴ ἐνέδωκε φωνήν, καὶ ἔκλαιεν ὁ λαὸς ὅλην τὴν νύκτα ἐκείνην.
Αρ. 14,1     Εξ αιτίας των αποθαρρυντικών αυτών πληροφοριών συνεκλονίσθη και ηγέρθη όλος ο λαός του Ισραήλ, ύψωσαν την φωνήν και εθρηναλογούσαν ολόκληρον την νύκτα.

Αρ. 14,2     καὶ διεγόγγυζον ἐπὶ Μωυσῆν καὶ Ἀαρὼν πάντες οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ, καὶ εἶπαν πρὸς αὐτοὺς πᾶσα ἡ συναγωγή· ὄφελον ἀπεθάνομεν ἐν τῇ Αἰγύπτῳ, ἢ ἐν τῇ ἐρήμῳ ταύτῃ εἰ ἀπεθάνομεν.
Αρ. 14,2     Ολοι εγόγγυζον εναντίον του Μωϋσέως και του Ααρών. Ολον αυτό το πλήθος είπαν προς αυτούς. “Είθε να είχομεν αποθάνει εις την Αίγυπτον παρά να αποθάνωμεν εις την έρημον αυτήν τώρα.

Αρ. 14,3     καὶ ἱνατί Κύριος εἰσάγει ἡμᾶς εἰς τὴν γῆν ταύτην πεσεῖν ἐν πολέμῳ; αἱ γυναῖκες ἡμῶν καὶ τὰ παιδία ἔσονται εἰς διαρπαγήν· νῦν οὖν βέλτιον ἡμῖν ἐστιν ἀποστραφῆναι εἰς Αἴγυπτον.
Αρ. 14,3     Διατί ο Κυριος μας εισάγει εις την χώραν αυτήν, ώστε ημείς μεν να φονευθώμεν στον πόλεμον, αι δε γυναίκες και τα παιδιά μας να πέσουν αιχμάλωτοι εις τα χέρια εκείνων; Το καλύτερον λοιπόν που έχομεν να κάμωμεν τώρα, είναι να επιστρέψωμεν εις την Αίγυπτον.

Αρ. 14,4     καὶ εἶπαν ἕτερος τῷ ἑτέρῳ· δῶμεν ἀρχηγὸν καὶ ἀποστρέψωμεν εἰς Αἴγυπτον.
Αρ. 14,4     Εν συνεχεία δε εξερεθισμένοι είπαν ο ένας προς τον άλλον· ας εκλέξωμεν αρχηγόν, δια να μας οδηγήση αυτός πλέον και να επιστρέψωμεν εις την Αίγυπτον.

Αρ. 14,5     καὶ ἔπεσε Μωυσῆς καὶ Ἀαρὼν ἐπὶ πρόσωπον ἐναντίον πάσης συναγωγῆς υἱῶν Ἰσραήλ.
Αρ. 14,5     Οταν ήκουσεν αυτά ο Μωϋσής και ο Ααρών έπεσαν κατά γης ενώπιον όλου του λαού των Ισραηλιτών παρακαλούντες αυτούς, να μη προχωρήσουν εις την ανταρσίαν αυτήν.

Αρ. 14,6     Ἰησοῦς δὲ ὁ τοῦ Ναυὴ καὶ Χάλεβ ὁ τοῦ Ἰεφοννή, τῶν κατασκεψαμένων τὴν γῆν, διέῤῥηξαν τὰ ἱμάτια αὐτῶν
Αρ. 14,6     Ο δε Ιησούς του Ναυή και ο Χαλεβ ο υιός του Ιεφονν, εξ εκείνων που κατεσκόπευσαν την χώραν, ακούσαντες αυτά έσχισαν τα ενδύματά των

Αρ. 14,7     καὶ εἶπαν πρὸς πᾶσαν συναγωγὴν υἱῶν Ἰσραὴλ λέγοντες· ἡ γῆ, ἣν κατεσκεψάμεθα αὐτήν, ἀγαθή ἐστι σφόδρα σφόδρα·
Αρ. 14,7     και είπαν προς όλον το πλήθος των Ισραηλιτών· “η γη την οποίαν κατεσκοπεύσαμεν είναι πολύ πάρα πολύ ωραία και εύφορος.

Αρ. 14,8     εἰ αἱρετίζει ἡμᾶς Κύριος, εἰσάξει ἡμᾶς εἰς τὴν γῆν ταύτην καὶ δώσει αὐτὴν ἡμῖν, γῆ ἥτις ἐστὶ ῥέουσα γάλα καὶ μέλι.
Αρ. 14,8     Εφ' όσον δε ο Κυριος μας έχει εκλέξει ως λαόν του. Θα μας εισαγάγη ως κατακτητάς και κυρίους και θα δώση εις ημάς την γην αυτήν, η οποία ρέει γάλα και μέλι.

Αρ. 14,9     ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ Κυρίου μὴ ἀποστάται γίνεσθε· ὑμεῖς δὲ μὴ φοβηθῆτε τὸν λαὸν τῆς γῆς, ὅτι κατάβρωμα ἡμῖν ἐστιν· ἀφέστηκε γὰρ ὁ καιρὸς ἀπ᾿ αὐτῶν, ὁ δὲ Κύριος ἐν ἡμῖν· μὴ φοβηθῆτε αὐτούς.
Αρ. 14,9     Λοιπόν μη επαναστατήτε εναντίον του Κυρίου και μη φοφηθήτε τον λαόν της χώρας αυτής, διότι θα τον κατακτήσωμεν και θα τον καταφάγωμεν ωσάν ένα κομμάτι ψωμιού. Εχει πλέον λήξει ο καιρός της προστασίας των ανθρώπων αυτών υπό του Θεού. Ο Κυριος είναι μαζή μας. Μη φοβηθήτε αυτούς” !

Αρ. 14,10     καὶ εἶπε πᾶσα ἡ συναγωγὴ καταλιθοβολῆσαι αὐτοὺς ἐν λίθοις. καὶ ἡ δόξα Κυρίου ὤφθη ἐν τῇ νεφέλῃ ἐπὶ τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου πᾶσι τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ.
Αρ. 14,10     Ολον όμως το πλήθος των Ισραηλιτών, εξαγριωμένον και έξαλλον, ώρμησε να λιθοβολήση τον Ιησούν του Ναυή και τον Χαλεβ. Αλλά θεία λάμψις εφάνη εις την νεφέλην επάνω από την Σκηνήν του Μαρτυρίου, ενώπιον όλων των Ισραηλιτών και τους ανεχαίτισεν από το έγκλημα.

Αρ. 14,11     καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν· ἕως τίνος παροξύνει με ὁ λαὸς οὗτος καὶ ἕως τίνος οὐ πιστεύουσί μοι ἐπὶ πᾶσι τοῖς σημείοις, οἷς ἐποίησα ἐν αὐτοῖς;
Αρ. 14,11     Είπε τότε ο Κυριος προς τον Μωϋσήν· “έως πότε θα με εξοργίζη αυτός ο λαός; Εως πότε δεν θα πιστεύουν εις όλα τα θαύματά μου, τα οποία έκαμα εις αυτούς;

Αρ. 14,12     πατάξω αὐτοὺς θανάτῳ καὶ ἀπολῶ αὐτοὺς καὶ ποιήσω σὲ καὶ τὸν οἶκον τοῦ πατρός σου εἰς ἔθνος μέγα καὶ πολὺ μᾶλλον ἢ τοῦτο.
Αρ. 14,12     Και λοιπόν θα τους κτυπήσω δια θανάτου, θα τους εξολοθρεύσω και θα αναδείξω σε και τον πατρικόν σου οίκον έθνός μέγα, πολύ ισχυρότερον από τον λαυν αυτόν”.

Αρ. 14,13     καὶ εἶπε Μωυσῆς πρὸς Κύριον· καὶ ἀκούσεται Αἴγυπτος, ὅτι ἀνήγαγες τῇ ἰσχύϊ σου τὸν λαὸν τοῦτον ἐξ αὐτῶν,
Αρ. 14,13     Ο Μωϋσής είπε τότε προς τον Κυριον· “οι Αιγύπτιοι έχουν πλέον ακούσει και μάθει ότι συ με την ακατανίκητον δύναμίν σου έβγαλες ελεύθερον τον λαόν τούτον εκ μέσου αυτών.

Αρ. 14,14     ἀλλὰ καὶ πάντες οἱ κατοικοῦντες ἐπὶ τῆς γῆς ταύτης ἀκηκόασιν, ὅτι σὺ εἶ Κύριος ἐν τῷ λαῷ τούτῳ, ὅστις ὀφθαλμοῖς κατ᾿ ὀφθαλμοὺς ὀπτάζῃ, Κύριε, καὶ ἡ νεφέλη σου ἐφέστηκεν ἐπ᾿ αὐτῶν, καὶ ἐν στύλῳ νεφέλης σὺ πορεύῃ πρότερος αὐτῶν τὴν ἡμέραν καὶ ἐν στύλῳ πυρὸς τὴν νύκτα.
Αρ. 14,14     Αλλά και όλοι όσοι κατοικούν την χώραν αυτήν έχουν ακούσει δια τα θαύματά σου και έχουν πεισθή, ότι συ είσαι ο Κυριος και Θεός του λαού τούτου, του λαού ο οποίος σε βλέπει πρόσωπον προς πρόσωπον, και ότι η νεφέλη σου ευρίσκεται επάνω από αυτούς, συ δε προπορεύεσαι εις αυτούς ως οδηγός κατά μεν την ημέραν σαν στήλη νεφέλης κατά δε την νύκτα σαν στήλη πυρός.

Αρ. 14,15     καὶ ἐκτρίψεις τὸν λαὸν τοῦτον ὡσεὶ ἄνθρωπον ἕνα, καὶ ἐροῦσι τὰ ἔθνη, ὅσοι ἀκηκόασι τὸ ὄνομά σου, λέγοντες·
Αρ. 14,15     Εάν λοιπόν εξοντώσης τον λαόν αυτόν αμέσως, ως εάν πρόκειται δι' ένα άνθρωπον, όσα έθνη έχουν ακούσει δια το θαυμαστόν και παντοδύναμον όνομα σου, θα είπουν·

Αρ. 14,16     παρὰ τὸ μὴ δύνασθαι Κύριον εἰσαγαγεῖν τὸν λαὸν τοῦτον εἰς τὴν γῆν, ἣν ὤμοσεν αὐτοῖς, κατέστρωσεν αὐτοὺς ἐν τῇ ἐρήμῳ.
Αρ. 14,16     Επειδή δεν κατόρθωσε να οδηγήση ο Θεός και φέρη τον λαόν τούτον εις την χώραν, την οποίαν με όρκον είχεν υποσχεθή να τους δώση, τους κατέστρωσε νεκρούς εις την έρημον αυτήν γην !

Αρ. 14,17     καὶ νῦν ὑψωθήτω ἡ ἰσχύς, Κύριε, ὃν τρόπον εἶπας λέγων·
Αρ. 14,17     Αλλά, Κυριε, ας φανή και ας υψωθή και τώρα το μεγαλείον της δυνάμεώς σου, όπως άλλοτε είχες διακηρύξει λέγων ότι είσαι

Αρ. 14,18     Κύριος μακρόθυμος καὶ πολυέλεος καὶ ἀληθινός, ἀφαιρῶν ἀνομίας καὶ ἀδικίας καὶ ἁμαρτίας, καὶ καθαρισμῷ οὐ καθαριεῖ τὸν ἔνοχον ἀποδιδοὺς ἁμαρτίας πατέρων ἐπὶ τέκνα ἕως τρίτης καὶ τετάρτης γενεᾶς.
Αρ. 14,18     Κυριος, μακρόθυμος και πολυέλεος και αξιόπιστος εις τα λόγια σου. Είσαι συ Κυριος, ο οποίος συγχωρεί και εξαλείφει παρανομίας και αδικίας και γενικώς τας αμαρτίας, αλλά και δεν αφήνει ατιμώρητον τον ένοχον φθάνων μέχρι του σημείου να καταλογίζη ευθύνην και να τιμωρή τα τέκνα μέχρι τρίτης και τετάρτης γενεάς δια τας αμαρτίας των πατέρων των.

Αρ. 14,19     ἄφες τὴν ἁμαρτίαν τῷ λαῷ τούτῳ κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου, καθάπερ ἵλεως ἐγένου αὐτοῖς ἀπ᾿ Αἰγύπτου ἕως τοῦ νῦν.
Αρ. 14,19     Αλλά, συγχώρησε, Κυριε, κατά το μέγα σου έλεος την αμαρτίαν στον λαόν τούτον. Γινε εύσπλαγχνος, όπως εύσπλαγχνος έγινες εις αυτούς από την ημέραν της εξόδου των από της Αιγύπτου μέχρι τώρα” !

Αρ. 14,20     καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν· ἵλεως αὐτοῖς εἰμι κατὰ τὸ ῥῆμά σου·
Αρ. 14,20     Είπε τότε ο Κυριος προς τον Μωϋσήν· “θα γίνω εις αυτούς ίλεως σύμφωνα με την παράκλησίν σου.

Αρ. 14,21     ἀλλὰ ζῶ ἐγὼ καὶ ζῶν τὸ ὄνομά μου καὶ ἐμπλήσει ἡ δόξα Κυρίου πᾶσαν τὴν γῆν,
Αρ. 14,21     Αλλά εγώ ζω και ζων είναι το όνομα μου, και θα πλημμυρίση ολόκληρον την γην η δόξα και η δύναμις της δικαιοσύνης μου

Αρ. 14,22     ὅτι πάντες οἱ ἄνδρες οἱ ὁρῶντες τὴν δόξαν μου καὶ τὰ σημεῖα, ἃ ἐποίησα ἐν Αἰγύπτῳ καὶ ἐν τῇ ἐρήμῳ, καὶ ἐπείρασάν με τοῦτο δέκατον, καὶ οὐκ εἰσήκουσαν τῆς φωνῆς μου,
Αρ. 14,22     διότι όλοι οι Ισραηλίται, οι οποίοι είδον την δόξαν μου και τα θαύματα, τα οποία έκαμα εις την Αίγυπτον και εις την έρημον, και παρ' όλον τούτο με παρώργισαν τώρα δια δεκάτην φοράν και δεν υπήκουσαν εις την εντολήν μου,

Αρ. 14,23     ᾖ μὴν οὐκ ὄψονται τὴν γῆν, ἣν ὤμοσα τοῖς πατράσιν αὐτῶν, ἀλλ᾿ ἢ τὰ τέκνα αὐτῶν, ἅ ἐστι μετ᾿ ἐμοῦ ὧδε, ὅσοι οὐκ οἴδασιν ἀγαθὸν οὐδὲ κακόν, πᾶς νεώτερος ἄπειρος, τούτοις δώσω τὴν γῆν, πάντες δὲ οἱ παροξύναντές με οὐκ ὄψονται αὐτήν.
Αρ. 14,23     κατ' αμετάκλητον απόφασίν μου δεν θα ίδουν την χώραν, την οποίαν δι' όρκου υπεσχέθην στους πατέρας των, αλλά θα την ίδουν μόνον τα τέκνα των, τα οποία είναι εδώ μαζή μου, που δεν ημπορούν ακόμη να κάμουν διάκρισιν μεταξύ καλού και κακού, κάθε νεώτερος και άπειρος. Εις αυτά εγώ θα δώσω την χώραν. Ολοι δε εκείνοι, που με παρώξυναν δεν θα την ιδούν.

Αρ. 14,24     ὁ δὲ παῖς μου Χάλεβ, ὅτι πνεῦμα ἕτερον ἐν αὐτῷ καὶ ἐπηκολούθησέ μοι, εἰσάξω αὐτὸν εἰς τὴν γῆν, εἰς ἣν εἰσῆλθεν ἐκεῖ, καὶ τὸ σπέρμα αὐτοῦ κληρονομήσει αὐτήν.
Αρ. 14,24     Τον δούλον μου όμως τον Χαλεβ, διότι είναι αλλού πνεύματος από τον λαόν αυτόν και με ηκολούθησε, θα τον εισαγάγω εις την χώραν, όπου εισήλθεν ως κατάσκοπος και οι απόγονοί του θα κληρονομήσουν αυτήν.

Αρ. 14,25     ὁ δὲ Ἀμαλὴκ καὶ ὁ Χαναναῖος κατοικοῦσιν ἐν τῇ κοιλάδι· αὔριον ἐπιστράφητε καὶ ἀπάρατε ὑμεῖς εἰς τὴν ἔρημον, ὁδὸν θάλασσαν ἐρυθράν.
Αρ. 14,25     Ο Αμαλήκ και ο Χαναναίος θα κατοικούν τώρα αυτήν την κοιλάδα. Σεις δε αύριον αναχωρήσατε και επιστρέψατε εις την έρημον προς την κατεύθυνσιν της Ερυθράς Θαλάσσης”.

Αρ. 14,26     Καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν καὶ Ἀαρὼν λέγων·
Αρ. 14,26     Είπεν ακόμη ο Κυριος προς τον Μωϋσήν και τον Ααρών·

Αρ. 14,27     ἕως τίνος τὴν συναγωγὴν τὴν πονηρὰν ταύτην; ἃ αὐτοὶ γογγύζουσιν ἐναντίον μου, τὴν γόγγυσιν τῶν υἱῶν Ἰσραήλ, ἣν ἐγόγγυσαν περὶ ὑμῶν, ἀκήκοα.
Αρ. 14,27     “έως πότε θα ανέχωμαι τον πονηρόν αυτόν λαόν; Οσα αυτοί γογγύζουν εναντίον μου, όπως και τον γογγυσμόν αυτόν εναντίον σας, όλα τα έχω ακούσει.

Αρ. 14,28     εἰπὸν αὐτοῖς· ζῶ ἐγώ, λέγει Κύριος, ᾖ μὴν ὃν τρόπον λελαλήκατε εἰς τὰ ὦτά μου, οὕτω ποιήσω ὑμῖν.
Αρ. 14,28     Είπε λοιπόν εις αυτούς· Ζω εγώ, λέγει Κυριος, κατ' αμετάκλητον απόφασίν μου, ακριβώς όπως μου είπατε και ήκουσα, έτσι θα κάμω εις σας·

Αρ. 14,29     ἐν τῇ ἐρήμῳ ταύτῃ πεσεῖται τὰ κῶλα ὑμῶν, καὶ πᾶσα ἡ ἐπισκοπὴ ὑμῶν καὶ οἱ κατηριθμημένοι ὑμῶν ἀπὸ εἰκοσαετοῦς καὶ ἐπάνω, ὅσοι ἐγόγγυζον ἐπ᾿ ἐμοί·
Αρ. 14,29     δηλαδή εις την έρημον θα πέσουν νεκρά τα σώματά σας. Εδώ θα αποθάνετε όλοι όσοι κατά την απογραφήν, που έγινε και ηριθμήθησαν από είκοσιν ετών και άνω, όλοι όσοι εγόγγυσαν εναντίον μου.

Αρ. 14,30     εἰ ὑμεῖς εἰσελεύσεσθε εἰς τὴν γῆν, ἐφ᾿ ἣν ἐξέτεινα τὴν χεῖρά μου κατασκηνῶσαι ὑμᾶς ἐπ᾿ αὐτῆς, ἀλλ᾿ ἢ Χάλεβ υἱὸς Ἰεφοννὴ καὶ Ἰησοῦς ὁ τοῦ Ναυή·
Αρ. 14,30     Κανείς από σας δεν θα εισέλθη εις την γην, επάνω από την οποίαν άπλωσα εγώ τα παντοδύναμον χέρι μου και ωρκίσθην να σας εγκαταστήσω, αλλά θα εισέλθουν εις αυτήν μόνον ο Χαλεβ υιός του Ιεφοννή, και ο Ιησούς ο υιός του Ναυη·

Αρ. 14,31     καὶ τὰ παιδία, ἃ εἴπατε ἐν διαρπαγῇ ἔσεσθαι, εἰσάξω αὐτοὺς εἰς τὴν γῆν, καὶ κληρονομήσουσι τὴν γῆν, ἣν ὑμεῖς ἀπέστητε ἀπ᾿ αὐτῆς.
Αρ. 14,31     και τα παιδιά, δια τα οποία είπατε ότι θα πέσουν, τάχα, αιχμάλωτα εις τα χέρια των εχθρών, θα οδηγήσω εις την γην της επαγγελίας και θα κληρονομήσουν την χώραν, την οποίαν σεις δια τας αμαρτίας σας εχάσατε.

Αρ. 14,32     καὶ τὰ κῶλα ὑμῶν πεσεῖται ἐν τῇ ἐρήμῳ ταύτῃ,
Αρ. 14,32     Τα μέλη του σώματός σας θα πέσουν και θα μείνουν εις την έρημον αυτήν,

Αρ. 14,33     οἱ δὲ υἱοὶ ὑμῶν ἔσονται νεμόμενοι ἐν τῇ ἐρήμῳ τεσσαράκοντα ἔτη καὶ ἀνοίσουσι τὴν πορνείαν ὑμῶν, ἕως ἂν ἀναλωθῇ τὰ κῶλα ὑμῶν ἐν τῇ ἐρήμῳ,
Αρ. 14,33     τα δε παιδιά σας, όσα είναι κάτω των είκοσιν ετών, θα περιπλανώνται εις την έρημον επί τεσσαράκοντα έτη και θα υποφέρουν τας συνεπείας της αποστασίας σας από τον Θεόν, μέχρις ότου αποθάνουν εις την έρημον όλοι οι άνω των εικοσιν ετών.

Αρ. 14,34     κατὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἡμερῶν, ὅσας κατεσκέψασθε τὴν γῆν, τεσσαράκοντα ἡμέρας, ἡμέραν τοῦ ἐνιαυτοῦ, λήψεσθε τὰς ἁμαρτίας ὑμῶν τεσσαράκοντα ἔτη καὶ γνώσεσθε τὸν θυμὸν τῆς ὀργῆς μου.
Αρ. 14,34     Δια τας αμαρτίας που διεπράξατε, θα υποστήτε την τιμωρίαν της δικαίας αγανακτήσεως και οργής μου επί τεσσαράκοντα έτη, κατά τον αριθμόν των ημερών, τας οποίας κατεσκοπεύσατε την χώραν. Καθε ημέρα θα υπολογισθή εις εν έτος.

Αρ. 14,35     ἐγὼ Κύριος ἐλάλησα· ᾖ μὴν οὕτω ποιήσω τῇ συναγωγῇ τῇ πονηρᾷ ταύτῃ τῇ ἐπισυνισταμένῃ ἐπ᾿ ἐμέ· ἐν τῇ ἐρήμῳ ταύτῃ ἐξαναλωθήσονται καὶ ἐκεῖ ἀποθανοῦνται.
Αρ. 14,35     Εγώ ο Κυριος ωμίλησα. Οριστικώς και αμετακλήτως θα κάμω ο,τι είπα στον αμαρτωλόν αυτόν λαόν, ο οποίος εστασίασεν εναντίον μου. Εις την έρημον αυτήν θα εξοντωθούν και θα αποθάνουν”.

Αρ. 14,36     καὶ οἱ ἄνθρωποι, οὓς ἀπέστειλε Μωυσῆς κατασκέψασθαι τὴν γῆν καὶ παραγενηθέντες διεγόγγυσαν κατ᾿ αὐτῆς πρὸς τὴν συναγωγὴν ἐξενέγκαι ῥήματα πονηρὰ περὶ τῆς γῆς,
Αρ. 14,36     Οι άνδρες, τους οποίους έστειλεν ο Μωϋσής να κατασκοπεύσουν την χώραν και οι οποίοι επιστρέφοντες εξηρέθισαν τον λαόν εις γογγυσμόν κατά της χώρας αυτής με το να είπουν δόλια και ψευδή δι' αυτήν,

Αρ. 14,37     καὶ ἀπέθανον οἱ ἄνθρωποι οἱ κατείπαντες πονηρὰ κατὰ τῆς γῆς ἐν τῇ πληγῇ ἔναντι Κυρίου
Αρ. 14,37     οι άνδρες αυτοί, οι οποίοι με πείσμα είπαν και διέδωσαν πονηράς πληροφορίας δια την χώραν, εκτυπήθησαν ρώτοι από τον Κυριον και απέθανον.

Αρ. 14,38     καὶ Ἰησοῦς υἱὸς Ναυή, καὶ Χάλεβ υἱὸς Ἰεφοννὴ ἔζησαν ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων τῶν πεπορευμένων κατασκέψασθαι τὴν γῆν.
Αρ. 14,38     Από τους άνδρας εκείνους, οι οποίοι μετέβησαν δια να κατασκοπεύσουν την χώραν, έζησαν μόνον ο Ιησούς υιός Ναυη, και ο Χαλεβ υιός Ιεφοννή.

Αρ. 14,39     Καὶ ἐλάλησε Μωυσῆς τὰ ῥήματα ταῦτα πρὸς πάντας υἱοὺς Ἰσραήλ, καὶ ἐπένθησεν ὁ λαὸς σφόδρα.
Αρ. 14,39     Ο Μωϋσής ανεκοίνωσεν εις όλους τους Ισραηλίτας τα λόγια αυτά του Κυρίου. Ο λαός ακούσας επένθησε πολύ.

Αρ. 14,40     καὶ ὀρθρίσαντες τὸ πρωΐ ἀνέβησαν εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ ὄρους λέγοντες· ἰδοὺ οἵδε ἡμεῖς ἀναβησόμεθα εἰς τὸν τόπον, ὃν εἶπε Κύριος, ὅτι ἡμάρτομεν.
Αρ. 14,40     Δια να επανορθώσουν δέ, τάχα, την παρακοήν των και αποφύγουν την τιμωρίαν, ηγέρθησαν οι Ισραηλίται πολύ πρωϊ, ανέβησαν εις την κορυφήν του όρους, λέγοντες προς τον Μωυσήν· “ιδού, ημείς τώρα θα εισέλθωμεν στον τόπον, τον οποίον είπεν ο Κυριος, διότι πράγματι με την παρακοήν μας ημαρτήσαμεν ενώπιόν του” !

Αρ. 14,41     καὶ εἶπε Μωυσῆς· ἱνατί ὑμεῖς παραβαίνετε τὸ ῥῆμα Κυρίου; οὐκ εὔοδα ἔσται ὑμῖν.
Αρ. 14,41     Ο Μωϋσής απήντησε· “διατί και τώρα σεις παραβαίνετε πάλιν την εντολήν του Κυρίου; Δεν θα ευοδωθή η απόπειρά σας.

Αρ. 14,42     μὴ ἀναβαίνετε· οὐ γάρ ἐστι Κύριος μεθ᾿ ὑμῶν, καὶ πεσεῖσθε πρὸ προσώπου τῶν ἐχθρῶν ὑμῶν.
Αρ. 14,42     Μη προχωρήτε διότι ο Κυριος δεν είναι μαζή σας, θα νικηθήτε και θα πέσετε ενώπιον των εχθρών σας.

Αρ. 14,43     ὅτι ὁ Ἀμαλὴκ καὶ ὁ Χαναναῖος ἐκεῖ ἔμπροσθεν ὑμῶν, καὶ πεσεῖσθε μαχαίρᾳ, οὗ εἵνεκεν ἀπεστράφητε ἀπειθοῦντες Κυρίῳ, καὶ οὐκ ἔσται Κύριος ἐν ὑμῖν.
Αρ. 14,43     Οι Αμαληκίται και οι Χαναναίοι ευρίσκονται εκεί αντιμέτωποι έμπροσθέν σας και θα πέσετε εν στόματι μαχαίρας, επειδή απεστατήσατε και παρηκούσατε τον Κυριον και ο Κυριος δεν θα είναι πλέον μαζή σας”.

Αρ. 14,44     καὶ διαβιασάμενοι ἀνέβησαν ἐπὶ τὴν κορυφὴν τοῦ ὄρους· ἡ δὲ κιβωτὸς τῆς διαθήκης Κυρίου καὶ Μωυσῆς οὐκ ἐκινήθησαν ἐκ τῆς παρεμβολῆς.
Αρ. 14,44     Εκείνοι όμως επέμειναν εις την απερίσκεπτον απόφασίν των, επροχώρησαν και ανέβησαν εις την κορυφήν του όρους, αλλά η κιβωτός της Διαθήκης και ο Μωϋσής δεν εκινήθησαν από το στρατόπεδον.

Αρ. 14,45     καὶ κατέβη ὁ Ἀμαλὴκ καὶ ὁ Χαναναῖος ὁ ἐγκαθήμενος ἐν τῷ ὄρει ἐκείνῳ καὶ ἐτρέψαντο αὐτοὺς καὶ κατέκοψαν αὐτοὺς ἕως Ἑρμάν· καὶ ἀπεστράφησαν εἰς τὴν παρεμβολήν.
Αρ. 14,45     Οι δε Αμαληκίται και οι Χαναναίοι, οι κατοικούντες στο όρος εκείνο, κατέβησαν και επετέθησαν εναντίον των Ισραηλιτών, τους έτρεψαν εις φυγήν και κατέκοψαν αυτούς μέχρις Ερμάν. Οι δε διασωθέντες από την σφαγήν Ισραηλίται επέστρεψαν στο στρατόπεδον.

Αρ. 15,1     Καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Αρ. 15,1     Ο Κυριος είπε προς τον Μωϋσήν·

Αρ. 15,2     λάλησον τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ καὶ ἐρεῖς πρὸς αὐτοῦς· ὅταν εἰσέλθητε εἰς τὴν γῆν τῆς κατοικήσεως ὑμῶν, ἣν ἐγὼ δίδωμι ὑμῖν,
Αρ. 15,2     “ομίλησε προς τους Ισραηλίτας και ειπέ προς αυτούς· Οταν εισέλθετε εις την χώραν της οριστικής εγκαταστάσεώς σας, την οποίαν εγώ σας δίδω,

Αρ. 15,3     καὶ ποιήσεις ὁλοκαυτώματα Κυρίῳ, ὁλοκάρπωμα ἢ θυσίαν, μεγαλῦναι εὐχὴν ἢ καθ᾿ ἑκούσιον ἢ ἐν ταῖς ἑορταῖς ὑμῶν ποιῆσαι ὀσμὴν εὐωδίας τῷ Κυρίῳ, εἰ μὲν ἀπὸ τῶν βοῶν ἢ ἀπό τῶν προβάτων,
Αρ. 15,3     θα προσφέρετε προς τον Κυριον θυσίας ολοκαυτωμάτων, αιματηράν η αναίμακτον θυσίαν δια την εκπλήρωσιν ταξίματος η άλλην εκουσίαν προσφοράν η θυσίαν κατά τας εορτάς σας, ώστε αυτή να γίνη ευπρόσδεκτος ως οσμή ευωδίας προς τον Κυριον. Αν μεν η προσφορά είναι από τα βόδια η από τα πρόβατα,

Αρ. 15,4     καὶ προσοίσει ὁ προσφέρων τὸ δῶρον αὐτοῦ Κυρίῳ θυσίαν σεμιδάλεως δέκατον τοῦ οἰφὶ ἀναπεποιημένης ἐν ἐλαίῳ ἐν τετάρτῳ τοῦ ἴν·
Αρ. 15,4     ο προσφέρων αυτήν την αιματηράν θυσίαν προς τον Κυριον θα προσφέρη συγχρόνως και εν δέκατον του οιφί (δύο περίπου κιλά) σεμιγδάλι, ζυμωμένο με λάδι ενός τετάρτου του ιν (840 περίπου γραμμάρ.).

Αρ. 15,5     καὶ οἶνον εἰς σπονδὴν τὸ τέταρτον τοῦ ἲν ποιήσετε ἐπὶ τῆς ὁλοκαυτώσεως, ἢ ἐπὶ τῆς θυσίας· τῷ ἀμνῷ τῷ ἑνὶ ποιήσεις τοσοῦτο, κάρπωμα ὀσμὴν εὐωδίας τῷ Κυρίῳ.
Αρ. 15,5     Εις την αιματηράν θυσίαν του ολοκαυτώματος η εις την αναίμακτον θυσίαν θα προσφέρετε προς σπονδήν και ένα τέταρτον του ιν οίνου (840 περίπου γραμ.) εις κάθε θυσίαν αμνού θα προσφέρης και θυσίαν του οίνου, ώστε αυτή να γίνεται ευάρεστος οσμή ευωδίας στον Κυριον.

Αρ. 15,6     καὶ τῷ κριῷ, ὅταν ποιῆτε αὐτὸν εἰς ὁλοκαύτωμα ἢ εἰς θυσίαν, ποιήσεις θυσίαν σεμιδάλεως δύο δέκατα ἀναπεποιημένης ἐν ἐλαίῳ, τὸ τρίτον τοῦ ἴν·
Αρ. 15,6     Και δι' εκάστην θυσίαν κριου, που προσφέρετε ως ολοκαύτωμα η ως θυσίαν άλλου είδους, θα προσφέρης και θυσίαν δύο δέκατα σεμιγδάλι ζυμωμένο με εν τρίτον του ιν ελαίου.

Αρ. 15,7     καὶ οἶνον εἰς σπονδὴν τὸ τρίτον τοῦ ἲν προσοίσετε εἰς ὀσμὴν εὐωδίας Κυρίῳ.
Αρ. 15,7     Θα προσφέρετε επίσης και εν τρίτον του ιν οίνου εις σπονδήν, ώστε η θυσία σας να γίνη ευπρόσδεκτος οσμή ευωδίας στον Κυριον.

Αρ. 15,8     ἐὰν δέ ποιῆτε ἀπὸ τῶν βοῶν εἰς ὁλοκαύτωσιν ἢ εἰς θυσίαν μεγαλῦναι εὐχήν, ἢ εἰς σωτήριον Κυρίῳ,
Αρ. 15,8     Οταν δε προσφέρετε βόδια ως θυσίαν ολοκαυτώματος η ως θυσίαν εις εκτέλεσιν ταξίματος η ως σωτήριον προς τον Κυριον,

Αρ. 15,9     καὶ προσοίσει ἐπὶ τοῦ μόσχου θυσίαν σεμιδάλεως τρία δέκατα ἀναπεποιημένης ἐν ἐλαίῳ ἥμισυ τοῦ ἲν
Αρ. 15,9     ο προσφέρων θα προσθέση στον θυσιαζόμενον μόσχον, ως αναίμακτον θυσίαν, τρία δέκατα σεμιγδάλι, ζυμωμένο με λάδι ημίσεως ιν,

Αρ. 15,10     καὶ οἶνον εἰς σπονδὴν τὸ ἥμισυ τοῦ ἴν, κάρπωμα ὀσμὴν εὐωδίας Κυρίῳ.
Αρ. 15,10     και οίνον προς σπονδήν ήμισυ του ιν, ώστε η θυσία να γίνη ευπρόσδεκτος οσμή ευωδίας στον Κυριον.

Αρ. 15,11     οὕτω ποιήσεις τῷ μόσχῳ τῷ ἑνὶ ἢ τῷ κριῷ τῷ ἑνὶ ἢ τῷ ἀμνῷ τῷ ἑνὶ ἐκ τῶν προβάτων ἢ ἐκ τῶν αἰγῶν·
Αρ. 15,11     Το αυτό θα κάμης δια την θυσίαν ενός μόσχου η ενός κριου η ενός αμνού από τα πρόβατα η από τα γίδια.

Αρ. 15,12     κατὰ τὸν ἀριθμὸν ὧν ἐὰν ποιήσητε, οὕτως ποιήσετε τῷ ἑνὶ κατὰ τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν.
Αρ. 15,12     Αναλόγως του αριθμού των προσφερομένων, ως θυσίαν, ζώων θα κάμετε και δια την αναίμακτον προσφοράν σύμφωνα με τον αριθμόν ενός εκάστου από αυτά.

Αρ. 15,13     πᾶς ὁ αὐτόχθων ποιήσει οὕτως τοιαῦτα, προσενέγκαι καρπώματα εἰς ὀσμὴν εὐωδίας Κυρίῳ.
Αρ. 15,13     Καθε εντόπιος Ισραηλίτης έτσι θα κάμνη προκειμένου να προσφέρη θυσίαν στον Κυριον, δια να γίνη ευπρόσδεκτος ως οσμή ευωδίας στον Κυριον.

Αρ. 15,14     ἐὰν δὲ προσήλυτος ἐν ὑμῖν προσγένηται ἐν τῇ γῇ ὑμῶν, ἢ ὃς ἂν γένηται ἐν ὑμῖν ἐν ταῖς γενεαῖς ὑμῶν, καὶ ποιήσει κάρπωμα ὀσμὴν εὐωδίας Κυρίῳ, ὃν τρόπον ποιεῖτε ὑμεῖς, οὕτω ποιήσει ἡ συναγωγὴ Κυρίῳ.
Αρ. 15,14     Εάν έλθη ξένος εις την χώραν σας η άλλος κανείς ευρεθή μεταξύ σας σήμερον και εις τας κατόπιν γενεάς σας και θελήση να προσφέρη θυσίαν ευπρόσδεκτον, ως ευάρεστον ευωδίαν στον Κυριον, θα πράξη όπως και σεις κάμνετε. Ετσι θα προσφέρη τας θυσίας του προς τον Κυριον όλος ο λαός του Ισραήλ.

Αρ. 15,15     νόμος εἷς ἔσται ὑμῖν καὶ τοῖς προσηλύτοις τοῖς προσκειμένοις ἐν ὑμῖν, νόμος αἰώνιος εἰς τὰς γενεὰς ὑμῶν· ὡς ὑμεῖς καὶ ὁ προσήλυτος ἔσται ἔναντι Κυρίου.
Αρ. 15,15     Ενας νόμος θα υπάρχη δια σας και δια τους ξένους, οι οποίοι ευρίσκονται μεταξύ σας, νόμος παντοτεινός εις όλας τας γενεάς σας. Οπως σεις, έτσι και ο ξένος θα είναι και θα ενεργή απέναντι του Κυρίου.

Αρ. 15,16     νόμος εἷς ἔσται καὶ δικαίωμα ἓν ἔσται ὑμῖν καὶ τῷ προσηλύτῳ τῷ προσκειμένῳ ἐν ὑμῖν.
Αρ. 15,16     Νομος ένας, καθήκον ένα θα υπάρχη και δια σας και δια τον ξένον, που κατοικεί μεταξύ σας”.

Αρ. 15,17     Καί ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Αρ. 15,17     Ωμίλησεν ο Κυριος προς τον Μωϋσήν λέγων·

Αρ. 15,18     λάλησον τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ καὶ ἐρεῖς πρὸς αὐτούς· ἐν τῷ εἰσπορεύεσθαι ὑμᾶς εἰς τὴν γῆν, εἰς ἣν ἐγὼ εἰσάγω ὑμᾶς ἐκεῖ,
Αρ. 15,18     “ομίλησε προς τους Ισραηλίτας και είπε προς αυτούς· Οταν εισέλθετε εις την χώραν, εις την οποίαν εγώ θα σας εισαγάγω,

Αρ. 15,19     καὶ ἔσται ὅταν ἔσθητε ὑμεῖς ἀπὸ τῶν ἄρτων τῆς γῆς, ἀφελεῖτε ἀφαίρεμα ἀφόρισμα Κυρίῳ· ἀπαρχὴν φυράματος ὑμῶν
Αρ. 15,19     και όταν πρόκειται να φάγετε σεις από τους άρτους της γης εκείνης, θα αφαιρέσετε, δια να αφιερώσετε στον Κυριον, την απαρχήν από τους ενζύμους άρτους σας.

Αρ. 15,20     ἄρτον ἀφοριεῖτε ἀφαίρεμα αὐτό· ὡς ἀφαίρεμα ἀπὸ ἅλω, οὕτως ἀφελεῖτε αὐτόν,
Αρ. 15,20     Θα ξεχωρίσετε ένα άρτον ως αφιέρωμα θυσίας, ως “αφαίρεμα” προς τον Κυριον. Οπως προσφέρετε τας απαρχάς από το αλώνι, έτσι θα προσφέρετε και τον ένζυμον άρτον.

Αρ. 15,21     ἀπαρχὴν φυράματος ὑμῶν, καὶ δώσετε Κυρίῳ ἀφαίρεμα εἰς τὰς γενεὰς ὑμῶν.
Αρ. 15,21     Αυτός ο άρτος θα είναι η απαρχή, την οποίαν ως αφιέρωμα θα δώσετε στον Κυριον. Αυτό θα το τηρήτε εις όλας τας γενεάς σας.

Αρ. 15,22     Ὅταν δὲ διαμάρτητε καὶ μὴ ποιήσητε πάσας τὰς ἐντολὰς ταύτας, ἃς ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν,
Αρ. 15,22     Οταν δε αμαρτήσετε και δεν εκτελέσετε αυτάς τας εντολάς, τας οποίας έδωσε προς τον Μωϋσήν ο Κυριος,

Αρ. 15,23     καθὰ συνέταξε Κύριος πρὸς ὑμᾶς ἐν χειρὶ Μωυσῆ ἀπὸ τῆς ἡμέρας, ᾗ συνέταξε Κύριος πρὸς ὑμᾶς καὶ ἐπέκεινα εἰς τὰς γενεὰς ὑμῶν,
Αρ. 15,23     όπως διέταξε δια του Μωϋσέως εις σας από την ημέραν, κατά την οποίαν έδωσε τας εντολάς αυτάς ο Κυριος προς σας και εις όλας τας κατόπιν γενεάς σας,

Αρ. 15,24     καὶ ἔσται ἐὰν ἐξ ὀφθαλμῶν τῆς συναγωγῆς γενηθῇ ἀκουσίως, καὶ ποιήσει πᾶσα ἡ συναγωγὴ μόσχον ἕνα ἐκ βοῶν ἄμωμον εἰς ὁλοκαύτωμα εἰς ὀσμὴν εὐωδίας Κυρίῳ καὶ θυσίαν τούτου καὶ σπονδὴν αὐτοῦ κατὰ τὴν σύνταξιν καὶ χίμαρον ἐξ αἰγῶν ἕνα περὶ ἁμαρτίας.
Αρ. 15,24     εάν μεν η αμαρτία αυτή δεν υποπέση εις την αντίληψιν της συναγωγής και γίνη ακουσίως εκ μέρους του λαού, όλος ο λαός θα προσφέρη ένα μοσχάρι υγιές και αρτιμελές εις θυσίαν ολοκαυτώματος, δια να γίνη αυτή ευάρεστος ως οσμή ευωδίας στον Κυριον. Θα προσθέσετε εις την αιματηράν αυτήν θυσίαν και την ανάλογον θυσίαν του οίνου, σύμφωνα με την προαναφερθείσαν εντολήν, και ένα τράγον προς θυσίαν περί αμαρτίας.

Αρ. 15,25     καὶ ἐξιλάσεται ὁ ἱερεὺς περὶ πάσης συναγωγῆς υἱῶν Ἰσραήλ, καὶ ἀφεθήσεται αὐτοῖς· ὅτι ἀκούσιόν ἐστι, καὶ αὐτοὶ ἤνεγκαν τὸ δῶρον αὐτῶν κάρπωμα Κυρίῳ περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτῶν ἔναντι Κυρίου, περὶ τῶν ἀκουσίων αὐτῶν.
Αρ. 15,25     Ο ιερεύς με όλα αυτά θα εξιλεώση ενώπιον του Θεού όλον το πλήθος των Ισραηλιτών και θα συγχωρηθή εις αυτούς η αμαρτία, διότι είναι ακουσία και διότι οι παραβάται προσέφεραν δια την αμαρτίαν των αυτήν προς τον Κυριον θυσίαν, όπως ορίζει ο νόμος δια τα ακούσια αμαρτήματά των.

Αρ. 15,26     καὶ ἀφεθήσεται κατὰ πᾶσαν συναγωγὴν υἱῶν Ἰσραὴλ καὶ τῷ προσηλύτῳ τῷ προσκειμένῳ πρὸς ὑμᾶς, ὅτι παντὶ τῷ λαῷ ἀκούσιον.
Αρ. 15,26     Θα δοθή δε άφεσις εις όλον το πλήθος των Ισραηλιτών και στον ξένον, ο οποίος ευρίσκεται μεταξύ σας, διότι η ακουσία αυτή αμαρτία είναι όλου του λαού.

Αρ. 15,27     ἐάν τε ψυχὴ μία ἁμάρτῃ ἀκουσίως, προσάξει αἶγα μίαν ἐνιαυσίαν περὶ ἁμαρτίας,
Αρ. 15,27     Εάν ένας άνθρωπος αμαρτήση ακουσίως θα προσφέρη προς θυσίαν περί αμαρτίας μίαν αίγα ενός έτους.

Αρ. 15,28     καὶ ἐξιλάσεται ὁ ἱερεὺς περὶ τῆς ψυχῆς τῆς ἀκουσιασθείσης καὶ ἁμαρτούσης ἀκουσίως ἔναντι Κυρίου ἐξιλάσασθαι περὶ αὐτοῦ.
Αρ. 15,28     Ο ιερεύς δια της θυσίας της αιγός θα εξιλεώση ενώπιον του Κυρίου τον άνθρωπον, ο οποίος ακουσίως και εν αγνοία του ημάρτησεν ενώπιον του Κυρίου.

Αρ. 15,29     τῷ ἐγχωρίῳ ἐν υἱοῖς Ἰσραὴλ καὶ τῷ προσηλύτῳ τῷ προσκειμένῳ ἐν αὐτοῖς νόμος εἷς ἔσται αὐτοῖς, ὃς ἐὰν ποιήσῃ ἀκουσίως.
Αρ. 15,29     Δια τον εντόπιον Ισραηλίτην, όπως και δια τον ξένον που ευρίσκεται μεταξύ των Ισραηλιτών, ένας νόμος θα ισχύη δι' αυτούς, όταν κανείς ακουσίως αμαρτήση.

Αρ. 15,30     καὶ ψυχή, ἥτις ποιήσει ἐν χειρὶ ὑπερηφανίας ἀπὸ τῶν αὐτοχθόνων ἢ ἀπὸ τῶν προσηλύτων, τὸν Θεὸν οὗτος παροξυνεῖ, ἐξολοθρευθήσεται ἡ ψυχὴ ἐκείνη ἐκ τοῦ λαοῦ αὐτῆς,
Αρ. 15,30     Εκείνος όμως ο άνθρωπος, ο οποίος από υπερηφάνειαν και πείσμα θα αμαρτήση ενσυνειδήτως και εγωϊστικώς, είτε εντόπιος είναι είτε ξένος, αυτός θα εξοργίση τον Θεόν και θα εξολοθρευθή εκ μέσου του λαού,

Αρ. 15,31     ὅτι τὸ ῥῆμα Κυρίου ἐφαύλισε καὶ τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ διεσκέδασεν· ἐκτρίψει ἐκτριβήσεται ἡ ψυχὴ ἐκείνη, ἡ ἁμαρτία αὐτῆς ἐν αὐτῇ.
Αρ. 15,31     διότι κατεφρόνησε τον λόγον του Κυρίου και διεσκόρπισεν ως στους ανέμους τας εντολάς αυτού. Θα εξοντωθή ο άνθρωπος αυτός, διότι η εν επιγνώσει αυτή αμαρτία του είναι ασυγχώρητος”.

Αρ. 15,32     Καὶ ἦσαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ εὗρον ἄνδρα συλλέγοντα ξύλα τῇ ἡμέρᾳ τῶν σαββάτων.
Αρ. 15,32     Εμεναν τότε οι Ισραηλίται εις την έρημον. Είδον ένα άνθρωπον να μαζεύη ξύλα κατά την ημέραν του Σαββάτου και να καταλύη έτσι την σαββατικήν αργίαν.

Αρ. 15,33     καὶ προσήγαγον αὐτὸν οἱ εὑρόντες συλλέγοντα ξύλα τῇ ἡμέρᾳ τῶν σαββάτων πρὸς Μωυσῆν καὶ Ἀαρὼν καὶ πρὸς πᾶσαν συναγωγὴν υἱῶν Ἰσραήλ.
Αρ. 15,33     Αυτοί, που τον εύρον να μαζεύη ξύλα κατά την ημέραν του Σαββάτου, τον ωδήγησαν προς τον Μωϋσήν και τον Ααρών και προς όλον τον λαόν των Ισραηλιτών.

Αρ. 15,34     καὶ ἀπέθεντο αὐτὸν εἰς φυλακήν, οὐ γὰρ συνέκριναν τί ποιήσωσιν αὐτόν.
Αρ. 15,34     Τον έθεσαν εις την φυλακήν, διότι δεν εγνώριζαν τι να κάμουν εις αυτόν, ποίαν τιμωρίαν να του επιβάλουν.

Αρ. 15,35     καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων· θανάτῳ θανατούσθω ὁ ἄνθρωπος, λιθοβολήσατε αὐτὸν λίθοις πᾶσα ἡ συναγωγή.
Αρ. 15,35     Ο Κυριος ομίλησε προς τον Μωϋσήν και είπεν· “ο άνθρωπος αυτός πρέπει να τιμωρηθή με θάνατον· να τον λιθοβολήση όλος ο λαός”.

Αρ. 15,36     καὶ ἐξήγαγον αὐτὸν πᾶσα ἡ συναγωγὴ ἔξω τῆς παρεμβολῆς, καὶ ἐλιθοβόλησεν αὐτὸν πᾶσα ἡ συναγωγὴ λίθοις ἔξω τῆς παρεμβολῆς, καθὰ συνέταξε Κύριος τῷ Μωυσῇ.
Αρ. 15,36     Ωδήγησεν αυτόν όλος ο λαός έξω από το στρατόπεδον και ελιθοβόλησαν όλοι αυτόν έξω από το στρατόπεδον, όπως δίεταξεν ο Κυριος τον Μωϋσήν.

Αρ. 15,37     Καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Αρ. 15,37     Ο Κυριος είπε προς τον Μωϋσήν·

Αρ. 15,38     λάλησον τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ καὶ ἐρεῖς πρὸς αὐτοὺς καὶ ποιησάτωσαν ἑαυτοῖς κράσπεδα ἐπὶ τὰ πτερύγια τῶν ἱματίων αὐτῶν εἰς τὰς γενεὰς αὐτῶν καὶ ἐπιθήσετε ἐπὶ τὰ κράσπεδα τῶν πτερυγίων κλῶσμα ὑακίνθινον.
Αρ. 15,38     “ομίλησε προς τους Ισραηλίτας και είπε προς αυτούς· Να ράψουν ταινίαν εις τα κάτω άκρα των ενδυμάτων των, να θέσουν εις τα άκρα των ιματίων των κλώσμα κυανούν. Αυτό θα γίνεται εις όλας των τας γενεάς.

Αρ. 15,39     καὶ ἔσται ὑμῖν ἐν τοῖς κρασπέδοις καὶ ὄψεσθε αὐτὰ καὶ μνησθήσεσθε πασῶν τῶν ἐντολῶν Κυρίου καὶ ποιήσετε αὐτάς, καὶ οὐ διαστραφήσεσθε ὀπίσω τῶν διανοιῶν ὑμῶν καὶ τῶν ὀφθαλμῶν ὑμῶν, ἐν οἷς ὑμεῖς ἐκπορνεύετε ὀπίσω αὐτῶν,
Αρ. 15,39     Θα υπάρχουν αυτά εις τα άκρα των ενδυμάτων σας, θα τα βλέπετε και θα ενθυμήσθε όλας τας εντολάς του Κυρίου, δια να τας εφαρμόζετε· και δεν θα διαφθαρήτε παρασυρόμενοι από τας αμαρτωλάς επιθυμίας της καρδίας σας και τα αμαρτωλά θεάματα των οφθαλμών σας, δια των οποίων απομακρύνεσθε από τον Θεόν εις παραστρατημένην ζωήν.

Αρ. 15,40     ὅπως ἂν μνησθῆτε καὶ ποιήσητε πάσας τὰς ἐντολάς μου καὶ ἔσεσθε ἅγιοι τῷ Θεῷ ὑμῶν.
Αρ. 15,40     Δι' αυτών θα ενθυμήσθε τας εντολάς εμού του Κυρίου, θα τας τηρήτε και θα γίνεσθε άγιοι ενώπιον του Θεού σας.

Αρ. 15,41     ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν ὁ ἐξαγωγὼν ὑμᾶς ἐκ γῆς Αἰγύπτου εἶναι ὑμῶν Θεός, ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν.
Αρ. 15,41     Εγώ είμαι Κυριος ο Θεός σας, ο οποίος σας έβγαλα ελευθέρους από την Αίγυπτον, δια να είμαι Θεός σας. Εγώ, Κυριος ο Θεός σας, δίδω αυτάς τας εντολάς”.

Αρ. 16,1     Καὶ ἐλάλησε Κορὲ υἱὸς Ἰσσάαρ υἱοῦ Καὰθ υἱοῦ Λευὶ καὶ Δαθὰν καὶ Ἀβειρὼν υἱοὶ Ἑλιὰβ καὶ Αὔν υἱὸς Φαλὲθ υἱοῦ Ῥουβήν,
Αρ. 16,1     Ο Κορέ, υιός του Ισσαάρ υιού του Καάθ, υιού του Λευϊ, συνεσκέφθη και συνώμοσε με τον Δαθάν και τον Αβειρών, οι οποίοι ήσαν υιοί του Ελιάβ, και με τον Αυν, υιόν του Φαλέθ υιού του Ρουβήν,

Αρ. 16,2     καὶ ἀνέστησαν ἔναντι Μωυσῆ, καὶ ἄνδρες τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ πεντήκοντα καὶ διακόσιοι, ἀρχηγοὶ συναγωγῆς, σύγκλητοι βουλῆς καί ἄνδρες ὀνομαστοί,
Αρ. 16,2     και εστασίασαν εναντίον του Μωϋσέως. Μαζή δε με αυτούς εστασίασαν και διακόσιοι πεντήκοντα από τους Ισραηλίτας, οι οποίοι ήσαν άρχοντες του λαού, εκλεκτά μέλη των συνελεύσεων του λαού, άνδρες με φήμην.

Αρ. 16,3     συνέστησαν ἐπὶ Μωυσῆν καὶ Ἀαρὼν καὶ εἶπαν· ἐχέτω ὑμῖν, ὅτι πᾶσα ἡ συναγωγὴ πάντες ἅγιοι, καὶ ἐν αὐτοῖς Κύριος, καὶ διατί κατανίστασθε ἐπὶ τὴν συναγωγὴν Κυρίου;
Αρ. 16,3     Αυτοί επαναστάτησαν εναντίον του Μωϋσέως και του Ααρών και είπαν προς αυτούς· “ακούσατε και μάθετε σεις, ότι ο λαός είναι άγιος, και ο Κυριος είναι μαζή με τον λαόν. Διατί, λοιπόν, σεις υψώνετε τον εαυτόν σας απέναντι του λαού και κατακρατείτε την αρχηγίαν;”

Αρ. 16,4     καὶ ἀκούσας Μωυσῆς ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον,
Αρ. 16,4     Οταν ο Μωϋσής ήκουσεν αυτά, έπεσε με το πρόσωπον κατά γης (προφανώς ένεκα του πόνου του και δια να προσευχηθή μυστικώς προς τον Κυριον).

Αρ. 16,5     καὶ ἐλάλησε πρὸς Κορὲ καὶ πρὸς πᾶσαν αὐτοῦ τὴν συναγωγὴν λέγων· ἐπέσκεπται καὶ ἔγνω ὁ Θεὸς τοὺς ὄντας αὐτοῦ καὶ τοὺς ἁγίους, καὶ προσηγάγετο πρὸς ἑαυτόν, καὶ οὓς ἐξελέξατο ἑαυτῷ, προσηγάγετο πρὸς ἑαυτόν.
Αρ. 16,5     Ωμίλησε προς τον Κορέ και τους στασιαστάς, που τον είχον ακολουθήσει, λέγων· “ο Θεός είναι εκείνος, ο οποίος επεσκέφθη, εγνώρισε και εξέλεξε τους ιδικούς του ανθρώπους ως αφιερωμένους και τους ωδήγησεν εις την υπηρεσίαν του. Αυτούς, τους οποίους εξέλεξε δια τον εαυτόν του, αυτούς οδήγησε και τους κατέστησεν αξίους να τον υπηρετούν.

Αρ. 16,6     τοῦτο ποιήσατε· λάβετε ὑμῖν αὐτοῖς πυρεῖα, Κορὲ καὶ πᾶσα ἡ συναγωγὴ αὐτοῦ,
Αρ. 16,6     Δια να καταδειχθή όμως, εάν εκείνοι η σεις είσθε οι εκλεκτοί του Θεού, κάμετε τούτο· λάβετε σεις, ο Κορέ και όλοι όσοι τον ακολουθούν, πυροδοχεία,

Αρ. 16,7     καὶ ἐπίθετε ἐπ᾿ αὐτὰ πῦρ, καὶ ἐπίθετε ἐπ᾿ αὐτὰ θυμίαμα ἔναντι Κυρίου αὔριον· καὶ ἔσται ὁ ἀνήρ, ὃν ἐκλέλεκται Κύριος, οὗτος ἅγιος· ἱκανούσθω ὑμῖν υἱοὶ Λευί.
Αρ. 16,7     θέσατε εις αυτά πυρ και επάνω στο πυρ θυμίαμα, δια να θυμιάσετε ενώπιον του Κυρίου αύριο. Αυτός δε ο άνθρωπος τον οποίον θα εκλέξη ο Κυριος, δεχόμενος το θυμίαμά του, αυτός θα είναι ο ιερεύς. Ας θεωρηθή αυτό αξιόπιστος και ικανή μαρτυρία προς σας, Λευίται επαναστάται”.

Αρ. 16,8     καὶ εἶπε Μωυσῆς πρὸς Κορέ· εἰσακούσατέ μου, υἱοὶ Λευί.
Αρ. 16,8     Είπεν ακόμη ο Μωϋσής προς τον Κορέ και τους ακολούθους του· “ακούσατε τα λόγια μου σεις, που είσθε απόγονοι του Λευι·

Αρ. 16,9     μὴ μικρόν ἐστι τοῦτο ὑμῖν, ὅτι διέστειλεν ὁ Θεὸς Ἰσραὴλ ὑμᾶς ἐκ συναγωγῆς Ἰσραὴλ καὶ προσηγάγετο ὑμᾶς πρὸς ἑαυτὸν λειτουργεῖν τὰς λειτουργίας τῆς σκηνῆς Κυρίου καὶ παρίστασθαι ἔναντι τῆς σκηνῆς λατρεύειν αὐτοῖς;
Αρ. 16,9     μικρόν πράγμα για σας είναι το ότι ο Θεός του Ισραήλ σας εξεχώρισεν από όλον τον λαόν των Ισραηλιτών και σας προσέλαβε δια τον εαυτόν του, ώστε να υπηρετήτε και να προσφέρετε ιεράς υπηρεσίας εις την Σκηνήν του Κυρίου και να παρίστασθε ενώπιον αυτής της Σκηνής και να προσφέρετε λατρευτικάς διαικονίας υπέρ των αδελφών σας;

Αρ. 16,10     καὶ προσηγάγετό σε καὶ πάντας τοὺς ἀδελφούς σου υἱοὺς Λευὶ μετὰ σοῦ καὶ ζητεῖτε καὶ ἱερατεύειν;
Αρ. 16,10     Είναι μικρόν πράγμα ότι προσέλαβεν ο Θεός σε και μαζή με σε όλους τους αδελφούς σου από την φυλήν Λευί ως υπηρέτας εις την Σκηνήν και ζητείτε τώρα να γίνετε και ιερείς;

Αρ. 16,11     οὕτως σὺ καὶ πᾶσα ἡ συναγωγή σου ἡ συνηθροισμένη πρὸς τὸν Θεόν· καὶ Ἀαρὼν τίς ἐστιν, ὅτι διαγογγύζετε κατ᾿ αὐτοῦ;
Αρ. 16,11     Ετσι λοιπόν φέρεσθε συ, Κορέ και οι ομόφρονές σου, οι οποίοι ωργανώσατε συνωμοσίαν εναντίον του Θεού! Τι δε είναι ο Ααρών, εναντίον του οποίου σεις γογγύζετε; Δεν είναι αυτός, που έχει εκλεγή από τον Θεόν;”

Αρ. 16,12     καὶ ἀπέστειλε Μωυσῆς καλέσαι Δαθὰν καὶ Ἀβειρὼν υἱοὺς Ἑλιάβ· καὶ εἶπαν· οὐκ ἀναβαίνομεν·
Αρ. 16,12     Εστειλεν ο Μωϋσής και εκάλεσε τον Δαθάν και τον Αβειρών, τους υιούς του Ελιάβ, και εκείνοι απήντησαν· “δεν ερχόμεθα·

Αρ. 16,13     μὴ μικρὸν τοῦτο, ὅτι ἀνήγαγες ἡμᾶς εἰς γῆν ῥέουσαν γάλα καὶ μέλι ἀποκτεῖναι ἡμᾶς ἐν τῇ ἐρήμῳ, ὅτι κατάρχεις ἡμῶν ἄρχων;
Αρ. 16,13     μήπως είναι μικρόν αυτό που μας έκαμες, ότι μας έβγαλές από την Αίγυπτον δια να μας οδηγήσης εις γην ρέουσαν γάλα και μέλι, εις δε την πραγματικότητα μας έφερες εις την έρημον, δια να μας θανατώσης; Και θέλεις δια της βίας να καθήσης επάνω μας ως άρχων;

Αρ. 16,14     εἰ καὶ εἰς γῆν ῥέουσαν γάλα καὶ μέλι εἰσήγαγες ἡμᾶς καὶ ἔδωκας ἡμῖν κλῆρον ἀγροῦ καὶ ἀμπελῶνας, τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων ἂν ἐξέκοψας· οὐκ ἀναβαίνομεν.
Αρ. 16,14     Που είναι η γη η ρέουσα γάλα και μέλι, εις την οποίαν μας εισήγαγες και της οποίας τους αγρούς και τους αμπελώνας μας έδωκες κληρονομίαν; Ασφαλώς προσπαθείς να τυφλώσης τους οφθαλμούς των ανθρώπων τούτων. Ημείς δεν ερχόμεθα”.

Αρ. 16,15     καὶ ἐβαρυθύμησε Μωυσῆς σφόδρα καὶ εἶπε πρὸς Κύριον· μὴ πρόσχῃς εἰς τὴν θυσίαν αὐτῶν· οὐκ ἐπιθύμημα οὐδενὸς αὐτῶν εἴληφα, οὐδὲ ἐκάκωσα οὐδένα αὐτῶν.
Αρ. 16,15     Ελυπήθη και επικράνθη πάρα πολύ ο Μωϋσής και είπε προς τον Κυριον· “μη δώσης σημασίαν, Κυριε, και μη δεχθής την θυσίαν θυμιάματος, που θα σου προσφέρουν οι άνθρωποι αυτοί. Εγώ τίποτε δεν επεθύμησα και τίποτε δεν έλαβα από τα πράγματα των ανθρώπων αυτών και κανένα από αυτούς δεν έχω αδικήσει”.

Αρ. 16,16     καὶ εἶπε Μωυσῆς πρὸς Κορέ· ἁγίασον τὴν συναγωγήν σου καὶ γίνεσθε ἕτοιμοι ἔναντι Κυρίου σὺ καὶ Ἀαρὼν καὶ αὐτοὶ αὔριον.
Αρ. 16,16     Είπεν ο Μωϋσής προς τον Κορέ· “αύριον πάρε μαζή σου και ξεχώρισε τους ομόφρονάς σου και γίνεσθε έτοιμοι ενώπιον του Κυρίου συ και οι δικοί σου από το ένα μέρος, ο Ααρών δε από το άλλο.

Αρ. 16,17     καὶ λάβετε ἕκαστος τὸ πυρεῖον αὐτοῦ καὶ ἐπιθήσετε ἐπ᾿ αὐτὰ θυμίαμα καὶ προσάξετε ἔναντι Κυρίου ἕκαστος τὸ πυρεῖον αὐτοῦ, πεντήκοντα καὶ διακόσια πυρεῖα, καὶ σὺ καὶ Ἀαρὼν ἕκαστος τὸ πυρεῖον αὐτοῦ.
Αρ. 16,17     Ο καθένας σας ας πάρη το πυροδοχείον του και ας θέση εις αυτό θυμίαμα. Θα προσφέρετε ενώπιον του Κυρίου ο καθένας σας το πυροδοχείον του, διακόσια πεντήκοντα πυροδοχεία των ομοφρόνων σου και συ το ιδικόν σου, ο δε Ααρών το ιδικόν του πυροδοχείον”.

Αρ. 16,18     καὶ ἔλαβεν ἕκαστος τὸ πυρεῖον αὐτοῦ καὶ ἐπέθηκαν ἐπ᾿ αὐτὰ πῦρ καὶ ἐπέβαλον ἐπ᾿ αὐτὰ θυμίαμα. καὶ ἔστησαν παρὰ τὰς θύρας τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου Μωυσῆς καὶ Ἀαρών.
Αρ. 16,18     Την επομένην ημέραν επήρεν ο καθένας από αυτούς το πυροδοχείον του, έθεσεν εις αυτό πυρ και επάνω στο πυρ το θυμίαμα. Ο Μωϋσής και ο Ααρών εστάθησαν ορθοί πλησίον εις την θύραν της Σκηνής του Μαρτυρίου.

Αρ. 16,19     καὶ ἐπισυνέστησεν ἐπ᾿ αὐτοὺς Κορὲ τὴν πᾶσαν αὐτοῦ συναγωγὴν παρὰ τὴν θύραν τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου. καὶ ὤφθη ἡ δόξα Κυρίου πάσῃ τῇ συναγωγῇ.
Αρ. 16,19     Ο δε Κορέ και οι ομόφρονές του συνεκεντρώθησαν απέναντι αυτών πλησίον εις την θύραν της Σκηνής του Μαρτυρίου. Αμέσως δε θεία λάμψις εφάνη εις όλον το πλήθος του Ισραήλ.

Αρ. 16,20     καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν καὶ Ἀαρὼν λέγων·
Αρ. 16,20     Και ο Κυριος ωμίλησε προς τον Μωϋσήν και τον Ααρών λέγων·

Αρ. 16,21     ἀποσχίσθητε ἐκ μέσου τῆς συναγωγῆς ταύτης, καὶ ἐξαναλώσω αὐτοὺς εἰσάπαξ.
Αρ. 16,21     “απομακρυνθήτε μέσα από την συγκέντρωσιν του λαού αυτού, διότι εγώ με ένα μου κτύπημα θα τους εξοντώσω”.

Αρ. 16,22     καὶ ἔπεσαν ἐπὶ πρόσωπον αὐτῶν καὶ εἶπαν· Θεός, Θεὸς τῶν πνευμάτων καὶ πάσης σαρκός, εἰ ἄνθρωπος εἷς ἥμαρτεν, ἐπὶ πᾶσαν τὴν συναγωγὴν ὀργὴ Κυρίου;
Αρ. 16,22     Ο Μωϋσής και ο Ααρών έπεσαν με το πρόσωπον κατά γης και είπον· “ω Θεέ ! Συ ο Θεός των πνευμάτων και πάσης σαρκός, εάν ένας μόνον άνθρωπος ημάρτησεν απέναντί σου, θα εξαποστείλης την οργήν σου εναντίον όλης της συναγωγής;”

Αρ. 16,23     καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Αρ. 16,23     Ωμίλησεν ο Κυριος προς τον Μωϋσήν και είπε·

Αρ. 16,24     λάλησον τῇ συναγωγῇ λέγων· ἀναχωρήσατε κύκλῳ ἀπὸ τῆς συναγωγῆς Κορέ.
Αρ. 16,24     “ομίλησε στον λαόν και ειπέ εις αυτούς· Φυγετε και απομακρυνθήτε γύρω από τους συνωμότας του Κορέ”.

Αρ. 16,25     καὶ ἀνέστη Μωυσῆς καὶ ἐπορεύθη πρὸς Δαθὰν καὶ Ἀβειρών, καὶ συνεπορεύθησαν μετ᾿ αὐτοῦ πάντες οἱ πρεσβύτεροι Ἰσραήλ.
Αρ. 16,25     Ηγέρθη ο Μωϋσής, μετέβη προς τον Δαθάν και τον Αβειρών και μαζή με αυτόν επορεύθησαν όλοι οι γεροντώτεροι Ισραηλίται.

Αρ. 16,26     καὶ ἐλάλησε πρὸς τὴν συναγωγὴν λέγων· ἀποσχίσθητε ἀπὸ τῶν σκηνῶν τῶν ἀνθρώπων τῶν σκληρῶν τούτων, καὶ μὴ ἅπτεσθε ἀπὸ πάντων, ὧν ἐστιν αὐτοῖς, μὴ συναπόλησθε ἐν πάσῃ τῇ ἁμαρτίᾳ αὐτῶν.
Αρ. 16,26     Ο Μωϋσής ωμίλησε προς τον λαόν του Ισραήλ και είπε· “απομακρυνθήτε από τας σκηνάς των σκληρών αυτών ανθρώπων και μη εγγίζετε τίποτε, από όσα πράγματα ανήκουν εις αυτούς, δια να μη καταστραφήτε μαζή των εξ αιτίας της αμαρτίας των”.

Αρ. 16,27     καὶ ἀπέστησαν ἀπὸ τῆς σκηνῆς Κορὲ κύκλῳ· καὶ Δαθὰν καὶ Ἀβειρὼν ἐξῆλθον καὶ εἱστήκεισαν παρὰ τὰς θύρας τῶν σκηνῶν αὐτῶν καὶ αἱ γυναῖκες αὐτῶν καὶ τὰ τέκνα αὐτῶν καὶ ἡ ἀποσκευὴ αὐτῶν.
Αρ. 16,27     Οι Ισραηλίται απεμακρύνθησαν ολόγυρα από την σκηνήν του Κορέ. Ο Δαθάν όμως και ο Αβειρών εβγήκαν από τας σκηνάς των και εστάθησαν εγωϊσταί και πείσμονες εις τας θύρας των σκηνών των αυτοί και αι γυναίκες των και τα τέκνα των και αι αποσκευαί των.

Αρ. 16,28     καὶ εἶπε Μωυσῆς· ἐν τούτῳ γνώσεσθε ὅτι Κύριος ἀπέστειλέ με ποιῆσαι πάντα τὰ ἔργα ταῦτα, ὅτι οὐκ ἀπ᾿ ἐμαυτοῦ·
Αρ. 16,28     Είπεν ο Μωϋσής προς όλους αυτούς· “με όσα θα γίνουν τώρα θα μάθετε ότι ο Κυριος με έστειλε να κάμω αυτά τα έργα, ότι δεν ήλθα από τον εαυτόν μου αυτόκλητος.

Αρ. 16,29     εἰ κατὰ θάνατον πάντων ἀνθρώπων ἀποθανοῦνται οὗτοι, εἰ καὶ κατ᾿ ἐπίσκεψιν πάντων ἀνθρώπων ἐπισκοπὴ ἔσται αὐτῶν, οὐχὶ Κύριος ἀπέσταλκέ με·
Αρ. 16,29     Εάν ο Δαθάν και ο Αβειρών αποθάνουν φυσιολογικόν θάνατον, όπως όλοι οι άνθρωποι, εάν η επίσκεψις του Κυρίου προς αυτούς είναι όπως και προς όλους τους ανθρώπους, τότε αυτό θα είναι δείγμα, ότι δεν με έχει στείλει ο Κυριος.

Αρ. 16,30     ἀλλ᾿ ἢ ἐν φάσματι δείξει Κύριος, καὶ ἀνοίξασα ἡ γῆ τὸ στόμα αὐτῆς καταπίεται αὐτοὺς καὶ τοὺς οἴκους αὐτῶν καὶ τὰς σκηνὰς αὐτῶν καὶ πάντα, ὅσα ἐστὶν αὐτοῖς, καὶ καταβήσονται ζῶντες εἰς ᾅδου, καὶ γνώσεσθε, ὅτι παρώξυναν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι τὸν Κύριον.
Αρ. 16,30     Αλλ' εάν ο Κυριος δείξη θαύμα τρομερόν και ανοίξη η γη το στόμα της και καταπίη αυτούς και τας οικογενείας των και τας σκηνάς των και όλα όσα τους ανήκουν, και καταβούν έτσι εις στιγμήν χρόνου ζωντανοί στον άδην, τότε θα μάθετε καλά ότι οι άνθρωποι αυτοί εξώργισαν τον Κυριον με την επανάστασίν των”.

Αρ. 16,31     ὡς δὲ ἐπαύσατο λαλῶν πάντας τοὺς λόγους τούτους, ἐῤῥάγη ἡ γῆ ὑποκάτω αὐτῶν,
Αρ. 16,31     Μολις δε ο Μωϋσής έπαυσε να λέγη τα λόγια αυτά, εσχίσθη η γη κάτω από τα πόδια εκείνων,

Αρ. 16,32     καὶ ἠνοίχθη ἡ γῆ καὶ κατέπιεν αὐτοὺς καὶ τοὺς οἴκους αὐτῶν καὶ πάντας τοὺς ἀνθρώπους τοὺς ὄντας μετὰ Κορὲ καὶ τὰ κτήνη αὐτῶν.
Αρ. 16,32     ήνοιξεν η γη και κατέπιεν αυτούς και τας οικογενείας των και όλους όσοι ήσαν με τον Κορέ, και τα ζώα των,

Αρ. 16,33     καὶ κατέβησαν αὐτοὶ καὶ ὅσα ἐστὶν αὐτῶν ζῶντα εἰς ᾅδου, καὶ ἐκάλυψεν αὐτοὺς ἡ γῆ, καὶ ἀπώλοντο ἐκ μέσου τῆς συναγωγῆς.
Αρ. 16,33     και κατέβησαν αυτοί, και όσοι άλλοι ήσαν με το μέρος των, ζωντανοί στον άδην, τους εσκέπασεν η γη και εχάθησαν εκ μέσου του ισραηλιτικού λαού.

Αρ. 16,34     καὶ πᾶς Ἰσραὴλ οἱ κύκλῳ αὐτῶν ἔφυγον ἀπὸ τῆς φωνῆς αὐτῶν, ὅτι λέγοντες· μή ποτε καταπίῃ ἡμᾶς ἡ γῆ.
Αρ. 16,34     Οι δε άλλοι Ισραηλίται, που ήσαν γύρω και εις απόστασιν από αυτούς, όταν ήκουσαν τας σπαρακτικάς φωνάς εκείνων, ετράπησαν εις φυγήν λέγοντες· “ας φύγωμεν μήπως καταπίη και ημάς η γη” !

Αρ. 16,35     καὶ πῦρ ἐξῆλθε παρὰ Κυρίου καὶ κατέφαγε τοὺς πεντήκοντα καὶ διακοσίους ἄνδρας τοὺς προσφέροντας τὸ θυμίαμα.
Αρ. 16,35     Πυρ δε προερχόμενον κατ' ευθείαν από τον Κυριον εξήλθε και κατέφαγε τους διακοσίους πεντήκοντα άνδρας, οι οποίοι προσέφεραν τότε το θυμίαμά των.

Αρ. 17,1     Καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν
Αρ. 17,1     Μετά ταύτα είπεν ο Κυριος προς τον Μωϋσήν,

Αρ. 17,2     καὶ πρὸς Ἐλεάζαρ τὸν υἱὸν Ἀαρὼν τὸν ἱερέα· ἀνέλεσθε τὰ πυρεῖα τὰ χαλκᾶ ἐκ μέσου τῶν κατακεκαυμένων καὶ τὸ πῦρ τὸ ἀλλότριον τοῦτο σπεῖρον ἐκεῖ,
Αρ. 17,2     και προς τον Ελεάζαρ τον ιερέα, τον υιόν του Ααρών· “πάρετε τα χάλκινα θυμιατήρια από τους κατακαέντας αυτούς άνδρας και διασκορπίσατε το ξένον πυρ εκεί μακράν·

Αρ. 17,3     ὅτι ἡγίασαν τὰ πυρεῖα τῶν ἁμαρτωλῶν τούτων ἐν ταῖς ψυχαῖς αὐτῶν· καὶ ποίησον αὐτὰ λεπίδας ἐλατὰς περίθεμα τῷ θυσιαστηρίῳ, ὅτι προσηνέχθησαν ἔναντι Κυρίου καὶ ἡγιάσθησαν καὶ ἐγένοντο εἰς σημεῖον τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ.
Αρ. 17,3     διότι και τα πυροδοχεία αυτά ηγιάσθησαν, εφ' όσον οι αμαρτωλοί αυτοί άνθρωποι επλήρωσαν με την ζωήν των την ενοχήν των. Καμε αυτά ελάσματα δια σφυρηλατήσεως και βάλε τα ως περίβλημα στο θυσιαστήριον, διότι, εφ' όσον προσεφέρθησαν προς τον Κυριον, ηγιάσθησαν και έγιναν πλέον δια τους Ισραηλίτας σημείον της δικαιοσύνης του Θεού”.

Αρ. 17,4     καὶ ἔλαβεν Ἐλεάζαρ υἱὸς Ἀαρὼν τοῦ ἱερέως τὰ πυρεῖα τὰ χαλκᾶ, ὅσα προσήνεγκαν οἱ κατακεκαυμένοι, καὶ προσέθηκαν αὐτὰ περίθεμα τῷ θυσιαστηρίῳ,
Αρ. 17,4     Ο Ελεάζαρ, ο υιός του αρχιερέως Ααρών, επήρε τα χάλκινα πυροδοχεία, όσα προσέφεραν δια να θυμιάσουν οι κατακαέντες άνδρες, τα κατειργάσθησαν και τα έθεσαν ως περίβλημα στο θυσιαστήριον των ολοκαύτωματων.

Αρ. 17,5     μνημόσυνον τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ, ὅπως ἂν μὴ προσέλθῃ μηδεὶς ἀλλογενής, ὃς οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ σπέρματος Ἀαρών, ἐπιθεῖναι θυμίαμα ἔναντι Κυρίου καὶ οὐκ ἔσται ὥσπερ Κορὲ καὶ ἡ ἐπισύστασις αὐτοῦ, καθὰ ἐλάλησε Κύριος ἐν χειρὶ Μωυσῆ αὐτῷ.
Αρ. 17,5     Αυτό έγινε, δια να υπενθυμίζη στους Ισραηλίτας ότι δεν πρέπει κανείς ξένος, κανείς ο οποίος δεν κατάγεται από τους απογόνους του Ααρών, να προσέλθη και να προσφέρη θυμίαμα ενώπιον του Κυρίου, δια να μη συμβή εις αυτόν ο,τι στον Κορέ και τους αυστασιαστάς του. Εις τον Κορέ ουνέβη ο,τι ακριβώς ανήγγειλεν ο Θεός δια του Μωϋσέως.

Αρ. 17,6     Καὶ ἐγόγγυσαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ τῇ ἐπαύριον ἐπὶ Μωυσῆν καὶ Ἀαρὼν λέγοντες· ὑμεῖς ἀπεκτάγκατε τὸν λαὸν Κυρίου.
Αρ. 17,6     Την επομένην ημέραν εγόγγυσαν πάλιν οι Ισραηλίται εναντίον του Μωϋσέως και του Ααρών κατηγορούντες αυτούς και λέγοντες· “σεις εφονεύσατε τον λαόν του Κυρίου” !

Αρ. 17,7     καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἐπισυστρέφεσθαι τὴν συναγωγὴν ἐπὶ Μωυσῆν καὶ Ἀαρὼν καὶ ὥρμησαν ἐπὶ τὴν σκηνὴν τοῦ μαρτυρίου, καὶ τήνδε ἐκάλυψεν αὐτὴν ἡ νεφέλη καὶ ὤφθη ἡ δόξα Κυρίου.
Αρ. 17,7     Και όταν ο λαός έξαλλος εστράφη και ώρμησεν εναντίον του Μωυσέως και του Ααρών, αυτοί έσπευσαν εις την Σκηνήν του Μαρτυρίου, δια να αποφύγουν την μανίαν των Ισραηλιτών. Αμέσως δε εκάλυψε την Σκηνήν η νεφέλη και εφάνη θεία λάμψις περιφρουρούσα αυτούς.

Αρ. 17,8     καὶ εἰσῆλθε Μωυσῆς καὶ Ἀαρὼν κατὰ πρόσωπον τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου.
Αρ. 17,8     Ο Μωυσής και ο Ααρών ήλθον εμπρός εις την Σκηνήν του Μαρτυρίου.

Αρ. 17,9     καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν καὶ Ἀαρὼν λέγων·
Αρ. 17,9     Ο Κυριος ωμίλησε προς τον Μωυσήν και τον Ααρών λέγων·

Αρ. 17,10     ἐκχωρήσατε ἐκ μέσου τῆς συναγωγῆς ταύτης, καὶ ἐξαναλώσω αὐτοὺς εἰσάπαξ. καὶ ἔπεσον ἐπὶ πρόσωπον αὐτῶν.
Αρ. 17,10     “απομακρυνθήτε ανάμεσα από τον λαόν αυτόν, διότι εγώ θα τους εξοντώσω όλους δια μιας”. Εκείνοι όμως έπεσαν με το πρόσωπον κατά γης, (παρακαλούντες προφανώς τον Θεόν δια τον στασιάσαντα λαόν),

Αρ. 17,11     καὶ εἶπε Μωυσῆς πρὸς Ἀαρών· λάβε τὸ πυρεῖον καὶ ἐπίθες ἐπ᾿ αὐτὸ πῦρ ἀπὸ τοῦ θυσιαστηρίου καὶ ἐπίβαλε ἐπ᾿ αὐτὸ θυμίαμα καὶ ἀπένεγκε τὸ τάχος εἰς τὴν παρεμβολὴν καὶ ἐξίλασαι περὶ αὐτῶν· ἐξῆλθε γὰρ ὀργὴ ἀπὸ προσώπου Κυρίου, ἦρκται θραύειν τὸν λαόν.
Αρ. 17,11     εγερθείς δε ο Μωϋσής είπε προς τον Ααρών· “πάρε το πυροδοχείον, θέσε επάνω εις αυτό πυρ από το θυσιαστήριον, και βάλε επάνω θαμίαμα και φέρε το, όσον το δυνατόν ταχύτερα, στο στρατόπεδον, δια να εξευμενίσης τον Θεόν δι' αυτούς”. Διότι οργή του Θεού είχεν εκσπάσει και θραύσις μεγάλη είχεν αρχίσει εναντίον του αποστάτου λαού.

Αρ. 17,12     καὶ ἔλαβεν Ἀαρών, καθάπερ ἐλάλησεν αὐτῷ Μωυσῆς, καὶ ἔδραμεν εἰς τὴν συναγωγήν· καὶ ἤδη ἐνῆρκτο ἡ θραῦσις ἐν τῷ λαῷ· καὶ ἐπέβαλε τὸ θυμίαμα καὶ ἐξιλάσατο περὶ τοῦ λαοῦ
Αρ. 17,12     Ο Ααρών επήρεν ο,τι είχεν είπει εις αυτόν ο Μωϋσής, έτρεξεν εις τον λαόν, εν μέσω του οποίου είχεν ήδη αρχίσει η θραύσις, έβαλε το θυμίαμα, εθυμίασε και εξιλέωσε τον Θεόν υπέρ του λαού.

Αρ. 17,13     καὶ ἔστη ἀναμέσον τῶν τεθνηκότων καὶ τῶν ζώντων, καὶ ἐκόπασεν ἡ θραῦσις.
Αρ. 17,13     Ο Ααρών εστάθη μεταξύ των νεκρών και των ζωντανών και εσταμάτησε το θανατικό.

Αρ. 17,14     καὶ ἐγένοντο οἱ τεθνηκότες ἐν τῇ θραύσει τεσσαρεσκαίδεκα χιλιάδες καὶ ἑπτακόσιοι, χωρὶς τῶν τεθνηκότων ἕνεκεν Κορέ.
Αρ. 17,14     Ο αριθμός των αποθανόντων από το κτύπημα εκείνο του Θεού ανήλθεν εις δέκα τέσσαρας χιλιάδας επτακοσίους, πλην εκείνων που είχαν αποθάνει εξ αιτίας του Κορέ.

Αρ. 17,15     καὶ ἐπέστρεψεν Ἀαρών πρὸς Μωυσῆν ἐπὶ τὴν θύραν τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου, καὶ ἐκόπασεν ἡ θραῦσις.
Αρ. 17,15     Ο Ααρών επέστρεψε προς τον Μωϋσήν εις την θύραν της Σκηνής του Μαρτυρίου, και κατέπαυσε το κτύπημα του θανάτου.

Αρ. 17,16     Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Αρ. 17,16     Ο Κυριος ωμίλησε προς τον Μωϋσήν λέγων·

Αρ. 17,17     λάλησον τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ καὶ λάβε παρ᾿ αὐτῶν ῥάβδον ῥάβδον κατ᾿ οἴκους πατριῶν παρὰ πάντων τῶν ἀρχόντων αὐτῶν, κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν, δώδεκα ῥάβδους, καὶ ἑκάστου τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐπίγραψον ἐπὶ τῆς ῥάβδου.
Αρ. 17,17     “ομίλησε προς τους Ισραηλίτας, πάρε από αυτούς ράβδον, μίαν ράδδον από κάθε φυλήν, από τους αρχηγούς της φυλής, κατά τας πατριαρχικάς οικογενείας, δώδεκα ράβδου κατά τας δώδεκα φυλάς του Ισραήλ. Γράψε το όνομα εκάστου αρχηγού επάνω εις την ράβδον του.

Αρ. 17,18     καὶ τὸ ὄνομα Ἀαρὼν ἐπίγραψον ἐπὶ τῆς ῥάβδου Λευί· ἔστι γὰρ ῥάβδος μία, κατὰ φυλὴν οἴκου πατριῶν αὐτῶν δώσουσι.
Αρ. 17,18     Το όνομα του Ααρών να το επιγράψης εις την ράβδον της φυλής του Λευι, διότι κάθε φυλή θα δώση μίαν ράβδον.

Αρ. 17,19     καὶ θήσεις αὐτὰς ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ μαρτυρίου, κατέναντι τοῦ μαρτυρίου, ἐν οἷς γνωσθήσομαί σοι ἐκεῖ.
Αρ. 17,19     Τας ράβδους αυτάς θα τας θέσης εις την Σκηνήν του Μαρτυρίου απέναντι της Κιβωτού του Μαρτυρίου, και δι' αυτών θα αποκαλυφθώ εγώ εκεί.

Αρ. 17,20     καὶ ἔσται ὁ ἄνθρωπος, ὃν ἂν ἐκλέξωμαι αὐτόν, ἡ ῥάβδος αὐτοῦ ἐκβλαστήσει· καὶ περιελῶ ἀπ᾿ ἐμοῦ τὸν γογγυσμὸν υἱῶν Ἰσραήλ, ἃ αὐτοὶ γογγύζουσιν ἐφ᾿ ὑμῖν.
Αρ. 17,20     Εκείνον, του οποίου η ράβδος θα βλαστήση, θα τον εκλέξω εγώ ως αρχιερέα. Ετσι δε θα αφαιρέσω τον εναντίον σας γογγυσμόν των Ισραηλιτών, ο οποίος εις την πραγματικότητα στρέφεται εναντίον εμού”.

Αρ. 17,21     καὶ ἐλάλησε Μωυσῆς τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ, καὶ ἔδωκαν αὐτῷ πάντες οἱ ἄρχοντες αὐτῶν ῥάβδον, τῷ ἄρχοντι τῷ ἑνὶ ῥάβδον κατ᾿ ἄρχοντα, κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν, δώδεκα ῥάβδους, καὶ ἡ ῥάβδος Ἀαρὼν ἀνὰ μέσον τῶν ῥάβδων αὐτῶν.
Αρ. 17,21     Ανεκοίνωσεν αυτά ο Μωϋσής προς τους Ισραηλίτας και όλοι οι αρχηγοί αυτών του έδωσαν τας ράβδους των. Εκαστος δηλαδή αρχηγός έδωσε ανά μίαν ράβδον, μίαν ράβδον δι' εκάστην φυλήν, δώδεκα εν συνόλω ράβδους. Μεταξύ δε αυτών ήτο και η ράβδος του Ααρών.

Αρ. 17,22     καὶ ἀπέθηκε Μωυσῆς τὰς ῥάβδους ἔναντι Κυρίου ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ μαρτυρίου.
Αρ. 17,22     Ο Μωϋσής έθεσε τας ράβδους αυτάς ενώπιον του Κυρίου εις την Σκηνήν του Μαρτυρίου.

Αρ. 17,23     καὶ ἐγένετο τῇ ἐπαύριον καὶ εἰσῆλθε Μωυσῆς καὶ Ἀαρὼν ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ μαρτυρίου, καὶ ἰδοὺ ἐβλάστησεν ἡ ῥάβδος Ἀαρὼν εἰς οἶκον Λευὶ καὶ ἐξήνεγκε βλαστὸν καὶ ἐξήνθησεν ἄνθη καὶ ἐβλάστησε κάρυα.
Αρ. 17,23     Την επομένην ημέραν εισήλθον εις την Σκηνήν ο Μωϋσής και ο Ααρών και ιδού, είχε βλαστήσει η ράβδος του Ααρών εκ της φυλής Λευι. Εβγαλε βλαστόν, άνθη και καρύδια.

Αρ. 17,24     καὶ ἐξήνεγκε Μωυσῆς πάσας τὰς ῥάβδους ἀπὸ προσώπου Κυρίου πρὸς πάντας υἱοὺς Ἰσραήλ, καὶ εἶδον καὶ ἔλαβον ἕκαστος τὴν ῥάβδον αὐτοῦ.
Αρ. 17,24     Ο Μωϋσής επήρεν όλας τας ράβδους από την κιβωτόν του Κυρίου και έδειξεν αυτάς προς όλους τους Ισραηλίτας. Αυτοί είδον το θαύμα εις την ράβδον του Ααρών και κάθε αρχηγός της φυλής επήρε την ράβδον του.

Αρ. 17,25     καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν· ἀπόθες τὴν ῥάβδον Ἀαρὼν ἐνώπιον τῶν μαρτυρίων εἰς διατήρησιν, σημεῖον τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνηκόων, καὶ παυσάσθω ὁ γογγυσμὸς αὐτῶν ἀπ᾿ ἐμοῦ, καὶ οὐ μὴ ἀποθάνωσι.
Αρ. 17,25     Είπε τότε ο Κυριος προς τον Μωϋσήν· “απόθεσε την ράβδον ενώπιον των άλλων μαρτυρίων, δια να μένη ως σημείον στους απογόνους των απειθάρχων τούτων και να παύση έτσι ο γογγυσμός των από εμπρός μου, δια να μη αποθάνουν όλοι των”.

Αρ. 17,26     καὶ ἐποίησε Μωυσῆς καὶ Ἀαρών, καθὰ συνέταξε Κύριος τῷ Μωυσῇ, οὕτως ἐποίησαν.
Αρ. 17,26     Εκαμαν ο Μωϋσής και ο Ααρών, όπως διέταξεν ο Κυριος τον Μωϋσήν. Ετσι έκαμαν.

Αρ. 17,27     καὶ εἶπαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ πρὸς Μωυσῆν λέγοντες· ἰδοὺ ἐξανηλώμεθα, ἀπολώλαμεν, παρανηλώμεθα·
Αρ. 17,27     Είπαν τότε οι Ισραηλίται προς τον Μωϋσήν· “εχάθημεν, εξωντώθημεν, εξεδαπανήθημεν !

Αρ. 17,28     πᾶς ὁ ἁπτόμενος τῆς σκηνῆς Κυρίου ἀποθνήσκει· ἕως εἰς τέλος ἀποθάνωμεν;
Αρ. 17,28     Επείσθημεν πλέον ότι εκείνος, που τολμά και εγγίζει την Σκηνήν του Μαρτυρίου, αποθνήσκει αμέσως. Λοιπόν, έως τέλος θα αποθάνωμεν όλοι; (Παρακάλεσε τον Θεόν δι' ημάς).

Αρ. 18,1     Καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Ἀαρὼν λέγων· σὺ καὶ οἱ υἱοί σου καὶ ὁ οἶκος τοῦ πατρός σου λήψεσθε τὰς ἁμαρτίας τῶν ἁγίων, καὶ σὺ καὶ οἱ υἱοί σου λήψεσθε τὰς ἁμαρτίας τῆς ἱερατείας ὑμῶν.
Αρ. 18,1     Είπεν ο Κυριος προς τον Ααρών· “συ και οι υιοί σου και ο πατρικός σου οίκος θα αναλάβετε την ευθύνην και θα είσθε υπόλογοι δι' απρόσεκτον συμπεριφοράν ιδικήν σας και άλλων κατά των αγίων τούτων και ιερών σκευών, συ και οι υιοί σου θα επωμισθήτε την ευθύνην των σφαλμάτων, τα οποία τυχόν θα διαπράξετε κατά την άσκησιν των ιερατικών σας καθηκόντων.

Αρ. 18,2     καὶ τοὺς ἀδελφούς σου, φυλὴν Λευί, δῆμον τοῦ πατρός σου, προσαγάγου πρὸς σεαυτόν, καὶ προστεθήτωσάν σοι καὶ λειτουργείτωσάν σοι, καὶ σὺ καὶ οἱ υἱοί σου μετὰ σοῦ ἀπέναντι τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου.
Αρ. 18,2     Τους αδελφούς σου, την φυλήν δηλαδή του Λευϊ, τους απογόνους του προπάτορός σου Λευϊ, πάρε μαζή σου, ως βοηθούς. Ας προστεθούν εις σε να σε υπηρετούν. Αλλά συ, και μαζή με σε οι υιοί σου, θα ιερουργήτε εις την Σκηνήν του Μαρτυρίου.

Αρ. 18,3     καὶ φυλάξονται τὰς φυλακάς σου καὶ τὰς φυλακὰς τῆς σκηνῆς, πλὴν πρὸς τὰ σκεύη τὰ ἅγια καὶ πρὸς τὸ θυσιαστήριον οὐ προσελεύσονται, καὶ οὐκ ἀποθανοῦνται καὶ οὗτοι καὶ ὑμεῖς.
Αρ. 18,3     Οι άλλοι Λευίται θα είναι φύλακες, άγρυπνοι βοηθοί εις την υπηρεσίαν της Σκηνής, αλλά εις τα άγια σκεύη και στο θυσιαστήριον δεν θα προσεγγίζουν, δια να μη τιμωρηθούν δια θανάτου και εκείνοι και σεις.

Αρ. 18,4     καὶ προστεθήσονται πρὸς σὲ καὶ φυλάξονται τὰς φυλακὰς τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου κατὰ πάσας τὰς λειτουργίας τῆς σκηνῆς· καὶ ὁ ἀλλογενὴς οὐ προσελεύσεται πρὸς σέ.
Αρ. 18,4     Θα προστεθούν βοηθοί εις σέ, θα είναι άγρυπνοι και έτοιμοι βοηθοί εις την υπηρεσίαν της Σκηνής του Μαρτυρίου, εις όλας τας υπηρετικάς ανάγκας της Σκηνής. Κανείς άλλος από άλλην φυλήν δεν θα έλθη μαζή σου δια την εξυπηρέτησιν της Σκηνής.

Αρ. 18,5     καὶ φυλάξεσθε τὰς φυλακὰς τῶν ἁγίων καὶ τὰς φυλακὰς τοῦ θυσιαστηρίου, καὶ οὐκ ἔσται θυμὸς ἐν τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ.
Αρ. 18,5     Σεις όμως οι ιερείς θα αγρυπνήτε εις την υπηρεσίαν της Σκηνής, των αγίων και του θυσιαστηρίου, έτσι δε δεν θα δώσετε στον Κυριον αιτίαν να οργισθή κατά των Ισραηλιτών.

Αρ. 18,6     καὶ ἐγὼ εἴληφα τοὺς ἀδελφοὺς ὑμῶν τοὺς Λευίτας ἐκ μέσου τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ δόμα δεδομένον Κυρίῳ, λειτουργεῖν τὰς λειτουργίας τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου·
Αρ. 18,6     Εγώ επήρα ανάμεσα από όλους τους Ισραηλίτας τους αδελφούς σου τους Λευΐτας, ως δώρον εκ μέρους αυτών, δια να υπηρετούν εις τας διαφόρους υπηρεσίας της Σκηνής του Μαρτυρίου.

Αρ. 18,7     καὶ σὺ καὶ οἱ υἱοί σου μετὰ σοῦ διατηρήσετε τὴν ἱερατείαν ὑμῶν, κατὰ πάντα τρόπον τοῦ θυσιαστηρίου καὶ τὸ ἔνδοθεν τοῦ καταπετάσματος καὶ λειτουργήσετε τὰς λειτουργίας δόμα τῆς ἱερατείας ὑμῶν· καὶ ὁ ἀλλογενὴς ὁ προσπορευόμενος ἀποθανεῖται.
Αρ. 18,7     Αλλά συ, και έπειτα από σε οι υιοί σου, θα κρατήσετε και θα συνεχίσετε την ιερωσύνην σας και τας ιερατικάς υπηρεσίας σας δια κάθε τι, που αναφέρεται στο θυσιαστήριον και στον χώρον που είναι πίσω από το καταπέτασμα, και θα εκτελήτε εκεί τα λειτουργικά σας καθήκοντα, τα οποία σας εδόθησαν από τον Θεόν. Ανθρωπος άλλης φυλής, ο οποίος θα τολμήση να πλησιάση εις τα Αγια και θα θελήση να επιτελέση ιδικήν σας ιερουργίαν, θα τιμωρηθή με θάνατον”.

Αρ. 18,8     Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Ἀαρών· καὶ ἰδοὺ ἐγὼ δέδωκα ὑμῖν τὴν διατήρησιν τῶν ἀπαρχῶν· ἀπὸ πάντων τῶν ἡγιασμένων μοι παρὰ τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ σοὶ δέδωκα αὐτὰ εἰς γέρας καὶ τοῖς υἱοῖς σου μετὰ σὲ νόμιμον αἰώνιον.
Αρ. 18,8     Ελάλησε κατόπιν ο Κυριος προς τον Ααρών· “ιδού έγω έδωκα εις σας όλας τας απαρχάς, αι οποίαι προσφέρονται προς εμέ όλα δηλαδή όσα εκ μέρους των Ισραηλιτών αφιερώνονται εις εμέ τα έχω δώσει εις σε και τους απογόνους σου ως αμοιβήν σας και προνόμιον παντοτεινόν.

Αρ. 18,9     καὶ τοῦτο ἔστω ὑμῖν ἀπὸ τῶν ἡγιασμένων ἁγίων τῶν καρπωμάτων, ἀπὸ πάντων τῶν δώρων αὐτῶν καὶ ἀπὸ πάντων τῶν θυσιασμάτων αὐτῶν καὶ ἀπὸ πάσης πλημμελείας αὐτῶν καὶ ἀπὸ πασῶν τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν, ὅσα ἀποδιδόασί μοι ἀπὸ πάντων τῶν ἁγίων, σοὶ ἔσται καί τοῖς υἱοῖς σου.
Αρ. 18,9     Από αυτά, που προσφέρονται εις εμέ ως θυσίαι, θα ανήκουν εις σας· Ολαι αι αναίμακτοι θυσίαι, όλαι αι αιματηραί θυσίαι αι οποίαι προσφέρονται δια πλημμέλειαν η βαρυτέραν αμαρτίαν. Ολαι αυταί αι προσφοραί,αι οποίαι προς εμέ προσφέρονται και είναι δια τούτο ηγιασμέναι, θα ανήκουν εις σε και στους υιούς σου.

Αρ. 18,10     ἐν τῷ ἁγίῳ τῶν ἁγίων φάγεσθε αὐτά· πᾶν ἀρσενικὸν φάγεται αὐτά, σὺ καὶ οἱ υἱοί σου· ἅγια ἔσται σοι.
Αρ. 18,10     Θα τρώγετε αυτάς εις τόπους αγίους. Αλλά μόνον οι άρρενες, συ και οι υιοί σου, θα τα τρώγετε. Θα είναι αυτά άγια δια σέ.

Αρ. 18,11     καὶ τοῦτο ἔσται ὑμῖν ἀπαρχὴ δομάτων αὐτῶν· ἀπὸ πάντων τῶν ἐπιθεμάτων τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ σοὶ δέδωκα αὐτὰ καὶ τοῖς υἱοῖς σου καὶ ταῖς θυγατράσι σου μετὰ σοῦ, νόμιμον αἰώνιον· πᾶς καθαρὸς ἐν τῷ οἴκῳ σου ἔδεται αὐτά.
Αρ. 18,11     Και τούτο ακόμη θα ανήκη εις σας· αι απαρχαί των προϊόντων, που θα προσφέρονται από τους Ισραηλίτας επίσης όλαι αι θυσίαι των “επιθεμάτων” που προσφέρουν οι Ισραηλίται, τας έχω δώσει εις σε και εις τα παιδιά σου και εις τας θυγατέρας σου, στους απογόνους σου ως παντοτεινόν δικαίωμα. Καθε καθαρός από την οικογένειάν σου και τον οίκον σου θα έχη δικαίωμα να τρώγη αυτά.

Αρ. 18,12     πᾶσα ἀπαρχὴ ἐλαίου καὶ πᾶσα ἀπαρχὴ οἴνου καὶ σίτου, ἀπαρχὴ αὐτῶν, ὅσα ἂν δῶσι τῷ Κυρίῳ, σοὶ δέδωκα αὐτά.
Αρ. 18,12     Καθε απαρχήν ελαίου, απαρχήν οίνου και σίτου, γενικώς κάθε απαρχήν των προϊόντων, που θα προσφέρουν στον Κυριον οι Ισραηλίται, τα δίδω εγώ εις σέ.

Αρ. 18,13     τὰ πρωτογεννήματα πάντα, ὅσα ἐν τῇ γῇ αὐτῶν, ὅσα ἂν ἐνέγκωσι Κυρίῳ, σοὶ ἔσται· πᾶς καθαρὸς ἐν τῷ οἴκῳ σου ἔδεται αὐτά.
Αρ. 18,13     Ολα τα πρωτογεννήματα των καρπών, όσα παράγονται εις την χώραν σας και τα οποία θα προσφέρουν οι Ισραηλίται στον Κυριον, θα είναι ιδικά σου. Καθε καθαρός από την οικογένειάν σου θα έχη το δικαίωμα να τρώγη από αυτά.

Αρ. 18,14     πᾶν ἀνατεθεματισμένον ἐν υἱοῖς Ἰσραὴλ σοὶ ἔσται.
Αρ. 18,14     Καθε αυτοπροαίρετον αφιέρωμα των Ισραηλιτών προς εμέ θα είναι ιδικόν σου.

Αρ. 18,15     καὶ πᾶν διανοῖγον μήτραν ἀπὸ πάσης σαρκός, ὅσα προσφέρουσι Κυρίῳ ἀπὸ ἀνθρώπου ἕως κτήνους, σοὶ ἔσται· ἀλλ᾿ ἢ λύτροις λυτρωθήσεται τὰ πρωτότοκα τῶν ἀνθρώπων, καὶ τὰ πρωτότοκα τῶν κτηνῶν τῶν ἀκαθάρτων λυτρώσῃ.
Αρ. 18,15     Καθε πρωτότοκον παντός ζώου, όσα προσφέρουν οι Ισραηλίται στον Κυριον, από ανθρώπου έως κατοικιδίου ζώου, θα ανήκουν εις σέ. Αλλά τα πρωτότοκα των ανθρώπων και τα πρωτότοκα των ακαθάρτων ζώων θα εξαγοράζονται με χρήματα.

Αρ. 18,16     καὶ ἡ λύτρωσις αὐτοῦ ἀπὸ μηνιαίου· ἡ συντίμησις πέντε σίκλων, κατὰ τὸν σίκλον τὸν ἅγιον, εἴκοσιν ὀβολοί εἰσι.
Αρ. 18,16     Η εξαγορά αυτών θα γίνεται ένα μήνα μετά την γέννησιν, η δε καταβαλλομένη τιμή θα είναι πέντε σίκλοι, κατά τον ιερόν σίκλον της Σκηνής, ο οποίος έχει είκοσι οβολούς.

Αρ. 18,17     πλὴν πρωτότοκα μόσχων καὶ πρωτότοκα προβάτων καὶ πρωτότοκα αἰγῶν οὐ λυτρώσῃ, ἅγιά ἐστι· καὶ τὸ αἷμα αὐτῶν προσχεεῖς πρὸς τὸ θυσιαστήριον καὶ τὸ στέαρ ἀνοίσεις κάρπωμα εἰς ὀσμὴν εὐωδίας Κυρίῳ,
Αρ. 18,17     Τα πρωτότοκα όμως των μόσχων, τα πρωτότοκα των προβάτων και των αιγών δεν θα εξαγοράζονται· αυτά προορίζονται δια θυσίαν. Το δε αίμα αυτών θα το χύσης κάτω από το θυσιαστήριον και το λίπος των θα προσφέρης θυσίαν ευάρεστον στον Κυριον.

Αρ. 18,18     καὶ τὰ κρέα ἔσται σοί· καθὰ καὶ τὸ στηθύνιον τοῦ ἐπιθέματος καὶ κατὰ τὸν βραχίονα τὸν δεξιὸν σοὶ ἔσται.
Αρ. 18,18     Τα κρέατα όμως αυτών θα ανήκουν εις σέ, όπως επίσης εις σε θα ανήκη το στήθος, που έχει προσφερθή ως θυσία επιθέματος, και η δεξιά ωμοπλάτη.

Αρ. 18,19     πᾶν ἀφαίρεμα τῶν ἁγίων, ὅσα ἑὰν ἀφέλωσιν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ Κυρίῳ, δέδωκά σοι καὶ τοῖς υἱοῖς σου καὶ ταῖς θυγατράσι σου μετὰ σοῦ, νόμιμον αἰώνιον· διαθήκη ἁλὸς αἰωνίου ἔστιν ἔναντι Κυρίου σοὶ καὶ τῷ σπέρματί σου μετὰ σέ.
Αρ. 18,19     Γενικώς κάθε αφιέρωμα από τας αγίας προσφοράς, τας οποίας οι Ισραηλίται θα προσφέρουν προς τον Κυριον, το έχω δώσει εις σέ, στους υιούς σου και τας θυγατέρας σου ως παντοτεινόν δικαίωμα. Αυτά θα είναι “συμφωνία άλατος”, παντοτεινή δηλαδή συμφωνία μεταξύ εμού του Κυρίου, σου και των απογόνων σου”.

Αρ. 18,20     Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Ἀαρών· ἐν τῇ γῇ αὐτῶν οὐ κληρονομήσεις, καὶ μερὶς οὐκ ἔσται σοι ἐν αὐτοῖς, ὅτι ἐγὼ μερίς σου καὶ κληρονομία σου ἐν μέσῳ τῶν υἱῶν Ἰσραήλ.
Αρ. 18,20     Ο Κυριος ωμίλησε προς τον Ααρών· “συ δεν θα πάρης καμμίαν κληρονομίαν εις την χώραν σας, κανένα μερίδιον δεν θα πάρης μεταξύ των Ισραηλιτών, διότι εγώ είμαι μερίδιόν σου και κληρονομία σου μεταξύ των υιών Ισραήλ.

Αρ. 18,21     καὶ τοῖς υἱοῖς Λευὶ ἰδοὺ δώδεκα πᾶν ἐπιδέκατον ἐν Ἰσραὴλ ἐν κλήρῳ ἀντὶ τῶν λειτουργιῶν αὐτῶν, ὅσα αὐτοὶ λειτουργοῦσι λειτουργίαν ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ μαρτυρίου.
Αρ. 18,21     Εις δε τους Λευΐτας έδωκα το δέκατον από όλα τα εισοδήματα των Ισραηλιτών αντί των υπηρεσιών, τας οποίας αυτοί προσφέρουν εις την Σκηνήν του Μαρτυρίου.

Αρ. 18,22     καὶ οὐ προσελεύσονται ἔτι οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ εἰς τὴν σκηνὴν τοῦ μαρτυρίου λαβεῖν ἁμαρτίαν θανατηφόρον.
Αρ. 18,22     Οι άλλοι Ισραηλίται δεν θα προσεγγίζουν εις την Σκηνήν του Μαρτυρίου, δια να μη διαπράξουν αμαρτίαν θανατηφόρον.

Αρ. 18,23     καὶ λειτουργήσει ὁ Λευίτης αὐτὸς τὴν λειτουργίαν τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου, καὶ αὐτοὶ λήψονται τὰ ἁμαρτήματα αὐτῶν, νόμιμον αἰώνιον εἰς τὰς γενεὰς αὐτῶν· καὶ ἐν μέσῳ υἱῶν Ἰσραὴλ οὐ κληρονομήσουσι κληρονομίαν·
Αρ. 18,23     Οι Λευίται μόνον θα υπηρετούν εις τας υπηρεσίας της Σκηνής του Μαρτυρίου και θα υποβοηθούν τους ιερείς εις την κάθαρσιν του λαού από τα αμαρτήματά του. Αυτό θα είναι παντοτεινός νόμος εις τας γενεάς σας. Και οι Λευίται επίσης δεν θα πάρουν καμμίαν κληρονομίαν γης εν μέσω των Ισραηλιτών.

Αρ. 18,24     ὅτι τὰ ἐπιδέκατα τῶν υἱῶν Ἰσραήλ, ὅσα ἐὰν ἀφορίσωσι Κυρίῳ, ἀφαίρεμα δέδωκα τοῖς Λευίταις ἐν κλήρῳ· διὰ τοῦτο εἴρηκα αὐτοῖς, ἐν μέσῳ υἱῶν Ἰσραὴλ οὐ κληρονομήσουσι κλῆρον.
Αρ. 18,24     Διότι τα δέκατα των εισοδημάτων, τα οποία οι Ισραηλίται θα προσφέρουν εις εμέ ως αφιέρωμα, τα έδωκα στους Λευΐτας ως κληρονομίαν. Δια τούτο και είπα εις αυτούς ότι δεν θα πάρουν κληρονομίαν από την γην της επαγγελίας, όπως θα πάρουν αι άλλαι φυλαί του Ισραήλ”.

Αρ. 18,25     Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Αρ. 18,25     Ο Κυριος ωμίλησε προς τον Μωϋσήν λέγων·

Αρ. 18,26     καὶ τοῖς Λευίταις λαλήσεις καὶ ἐρεῖς πρὸς αὐτούς· ἐὰν λάβητε παρὰ τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ τὸ ἐπιδέκατον, ὃ δέδωκα ὑμῖν παρ᾿ αὐτῶν ἐν κλήρῳ, καὶ ἀφελεῖτε ὑμεῖς ἀπ᾿ αὐτοῦ ἀφαίρεμα Κυρίῳ ἐπιδέκατον ἀπὸ τοῦ ἐπιδεκάτου.
Αρ. 18,26     “θα ομιλήσης προς τους Λευΐτας και θα είπης προς αυτούς· Οταν θα λαμβάνετε από τους Ισραηλίτας το δέκατον, το οποίον επήρα από αυτούς και το έδωκα αντί κληρονομίας εις σας, θα αφαιρήτε από αυτό το εν δέκατον, το επιδέκατον, το οποίον θα αφιερώνετε στον Κυριον.

Αρ. 18,27     καὶ λογισθήσεται ὑμῖν τὰ ἀφαιρέματα ὑμῶν ὡς σῖτος ἀπὸ ἅλω καὶ ἀφαίρεμα ἀπὸ ληνοῦ.
Αρ. 18,27     Ως τέτοια αφιερώματα επιδεκάτου θα θεωρούνται το επιδέκατον από το σιτάρι που ευρίσκεται στο αλώνι μέχρι και του οίνου που θα είναι στον ληνόν.

Αρ. 18,28     οὕτως ἀφελεῖτε αὐτοὺς καὶ ὑμεῖς ἀπὸ πάντων τῶν ἀφαιρεμάτων Κυρίου ἀπὸ πάντων τῶν ἐπιδεκάτων ὑμῶν, ὅσα ἐὰν λάβητε παρὰ τῶν υἱῶν Ἰσραήλ, καὶ δώσετε ἀπ᾿ αὐτῶν ἀφαίρεμα Κυρίῳ Ἀαρὼν τῷ ἱερεῖ.
Αρ. 18,28     Ετσι λοιπόν και σεις από όλα τα δέκατα των προϊόντων, που θα προσφέρουν οι Ισραηλίται προς τον Θεόν και θα είναι ιδικά σας, θα δώσετε από αυτά το εν δέκατον, αφιέρωμα προς τον Κυριον, στον αρχιερέα τον Ααρών.

Αρ. 18,29     ἀπὸ πάντων τῶν δομάτων ὑμῶν ἀφελεῖτε ἀφαίρεμα Κυρίῳ ἢ ἀπὸ πάντων τῶν ἀπαρχῶν τὸ ἡγιασμένον ἀπ᾿ αὐτοῦ.
Αρ. 18,29     Από όλα τα δέκατα, που θα παίρνετε, θα αφαιρήτε το δέκατον ως αφιέρωμα προς τον Κυριον και από όλας τας απαρχάς θα ξεχωρίζετε το προοριζόμενον δια τον Κυριον.

Αρ. 18,30     καὶ ἐρεῖς πρὸς αὐτούς· ὅταν ἀφαιρῆτε τὴν ἀπαρχὴν ἀπ᾿ αὐτοῦ, καὶ λογισθήσεται τοῖς Λευίταις ὡς γένημα ἀπὸ ἅλω καὶ ὡς γένημα ἀπὸ ληνοῦ.
Αρ. 18,30     Θα είπης προς τους Λευΐτας· Οταν σεις οι Λευίται θα αφιερώνετε τας απαρχάς ως προσφοράς προς τον Θεόν, αυταί θα είναι από το σιτάρι, που ευρίσκεται στο αλώνι, έως τον οίνον που είναι στο πατητήρι.

Αρ. 18,31     καὶ ἔδεσθε αὐτὸ ἐν παντὶ τόπῳ ὑμεῖς καὶ οἱ οἶκοι ὑμῶν, ὅτι μισθὸς οὗτος ὑμῖν ἐστιν ἀντὶ τῶν λειτουργιῶν ὑμῶν τῶν ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ μαρτυρίου.
Αρ. 18,31     Θα τρώγετε αυτά τα αφιερώματα σεις και αι οικογένειαί σας εις κάθε τόπον, όπου θα ευρεθήτε, διότι αυτός είναι ο μισθός σας αντί των υπηρεσιών, τας οποίας προσφέρετε εις την Σκηνήν του Μαρτυρίου.

Αρ. 18,32     καὶ οὐ λήψεσθε δι᾿ αὐτὸ ἁμαρτίαν, ὅτι ἂν ἀφαιρῆτε τὴν ἀπαρχὴν ἀπ᾿ αὐτοῦ· καὶ τὰ ἅγια τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ οὐ βεβηλώσετε, ἵνα μὴ ἀποθάνητε.
Αρ. 18,32     Θα είσθε δε απηλλαγμένοι από κάθε ενοχήν αμαρτίας, εάν από τας απαρχάς, τας οποίας θα λάβετε ως αφιέρωμα, προσφέρετε το καλύτερον μέρος. Οταν δε κατ' αυτόν τον τρόπον φέρεσθε και πράττετε, δεν θα βεβηλώσετε τας προσφοράς των Ισραηλιτών και δεν θα τιμωρηθήτε δια θανάτου”.

Αρ. 19,1     Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν καὶ Ἀαρὼν λέγων·
Αρ. 19,1     Ωμίλησεν ο Κυριος προς τον Μωϋσήν και τον Ααρών λέγων·

Αρ. 19,2     αὕτη ἡ διαστολὴ τοῦ νόμου, ὅσα συνέταξε Κύριος λέγων· λάλησον τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ καὶ λαβέτωσαν πρὸς σὲ δάμαλιν πυῤῥὰν ἄμωμον, ἥτις οὐκ ἔχει ἐν αὐτῇ μῶμον, καὶ ᾗ οὐκ ἐπεβλήθη ἐπ᾿ αὐτὴν ζυγός.
Αρ. 19,2     “ιδού, η τελετουργική διάταξις του νόμου, την οποίαν ο Κυριος έδωσε δια τους Ισραηλίτας· ειπέ στους Ισραηλίτας να πάρουν και να φέρουν εις σε μίαν ερυθρωπήν δάμαλιν, άμωμον, χωρίς κανένα σωματικόν ελάττωμα, και επάνω εις την οποίαν δεν ετέθη ζυγός.

Αρ. 19,3     καὶ δώσεις αὐτὴν πρὸς Ἐλεάζαρ τὸν ἱερέα, καὶ ἐξάξουσιν αὐτὴν ἔξω τῆς παρεμβολῆς εἰς τόπον καθαρὸν καὶ σφάξουσιν αὐτὴν ἐνώπιον αὐτοῦ.
Αρ. 19,3     Θα δώσης αυτήν προς τον Ελεάζαρ τον ιερέα μερικοί δε άνδρες θα οδηγήσουν αυτήν έξω από το στρατόπεδον, εις καθαρόν τόπον και θα την σφάξουν ενώπιον αυτού.

Αρ. 19,4     καὶ λήψεται Ἐλεάζαρ ἀπὸ τοῦ αἵματος αὐτῆς καὶ ῥανεῖ ἀπέναντι τοῦ προσώπου τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου ἀπὸ τοῦ αἵματος αὐτῆς ἑπτάκις.
Αρ. 19,4     Ο Ελεάζαρ θα πάρη από το αίμα αυτής, θα ραντίση προς το έμπροσθεν μέρος της Σκηνής του Μαρτυρίου επτά φορές.

Αρ. 19,5     καὶ κατακαύσουσιν αὐτὴν ἐναντίον αὐτοῦ, καὶ τὸ δέρμα καὶ τὰ κρέα αὐτῆς καὶ τὸ αἷμα αὐτῆς σὺν τῇ κόπρῳ αὐτῆς κατακαυθήσεται.
Αρ. 19,5     Κατόπιν δε θα καύσουν εξ ολοκλήρου αυτήν ενώπιόν του· θα καούν το δέρμα της, το κρέας, το αίμα και αυτή ακόμη η κόπρος της.

Αρ. 19,6     καὶ λήψεται ὁ ἱερεὺς ξύλον κέδρινον καὶ ὕσσωπον καὶ κόκκινον καὶ ἐμβαλοῦσιν εἰς μέσον τοῦ κατακαύματος τῆς δαμάλεως.
Αρ. 19,6     Θα λάβη ο ιερεύς ένα ξύλον κέδρινον, ένα κλωναράκι υσσώπου, μίαν κλωστήν κοκκίνην και θα ρίψη αυτά μέσα στο πυρ της καιομένης δαμάλεως.

Αρ. 19,7     καὶ πλυνεῖ τὰ ἱμάτια αὐτοῦ ὁ ἱερεὺς καὶ λούσεται τὸ σῶμα αὐτοῦ ὕδατι καὶ μετὰ ταῦτα εἰσελεύσεται εἰς τὴν παρεμβολήν, καὶ ἀκάθαρτος ἔσται ὁ ἱερεὺς ἕως ἑσπέρας.
Αρ. 19,7     Θα πλύνη κατόπιν τα ιμάτιά του ο ιερεύς, θα λούση το σώμα του με νερό και θα εισέλθη εις την κατασκήνωσιν. Αλλά και εκεί θα είναι ακάθαρτος έως την εσπέραν.

Αρ. 19,8     καὶ ὁ κατακαίων αὐτὴν πλυνεῖ τὰ ἱμάτια αὐτοῦ καὶ λούσεται τὸ σῶμα αὐτοῦ καὶ ἀκάθαρτος ἔσται ἕως ἑσπέρας.
Αρ. 19,8     Και ο Ισραηλίτης επίσης, ο οποίος ανέλαβε και έκαυσε την δάμαλιν, θα πλύνη τα ενδύματά του, θα λούση το σώμα του, και θα είναι πάλιν ακάθαρτος έως την εσπέραν.

Αρ. 19,9     καὶ συνάξει ἄνθρωπος καθαρὸς τὴν σποδὸν τῆς δαμάλεως καὶ ἀποθήσει ἔξω τῆς παρεμβολῆς εἰς τόπον καθαρόν, καὶ ἔσται τῇ συναγωγῇ υἱῶν Ἰσραὴλ εἰς διατήρησιν, ὕδωρ ῥαντισμοῦ, ἅγνισμά ἐστι.
Αρ. 19,9     Ενας δε άλλος άνθρωπος, καθαρός, θα μαζεύση την στάκτην της καείσης δαμάλεως και θα τοποθετήση αυτήν εις τόπον καθαρόν, έξω από το στρατόπεδον. Θα φυλάσσεται εκεί από τον ισραηλιτικόν λαόν, να του χρησιμεύη δια το ύδωρ του ραντισμού, θα είναι προς εξαγνισμόν, θα είναι άγνισμα.

Αρ. 19,10     καὶ ὁ συνάγων τὴν σποδιὰν τῆς δαμάλεως πλυνεῖ τὰ ἱμάτια αὐτοῦ καὶ ἀκάθαρτος ἔσται ἕως ἑσπέρας. καὶ ἔσται τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ καὶ τοῖς προσηλύτοις προσκειμένοις νόμιμον αἰώνιον.
Αρ. 19,10     Ο άνθρωπος, που θα μαζεύση την στάκτην της δαμάλεως, θα πλύνη και αυτός τα ενδύματά του και θα είναι ακάθαρτος έως την εσπέραν. Αυτό θα είναι διάταξις παντοτεινή τόσον δια τους Ισραηλίτας όσον και δια τους ξένους, οι οποίοι μένουν μεταξύ αυτών.

Αρ. 19,11     Ὁ ἁπτόμενος τοῦ τεθνηκότος πάσης ψυχῆς ἀνθρώπου ἀκάθαρτος ἔσται ἑπτὰ ἡμέρας·
Αρ. 19,11     Εκείνος που θα εγγίση το σώμα νεκρού ανθρώπου, θα είναι ακάθαρτος επί επτά ημέρας.

Αρ. 19,12     οὗτος ἁγνισθήσεται τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ καὶ τῇ ἡμέρα τῇ ἑβδόμῃ καὶ καθαρὸς ἔσται· ἐὰν δὲ μὴ ἀφαγνισθῇ τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ καὶ τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ, οὐ καθαρὸς ἔσται.
Αρ. 19,12     Αυτός θα καθαρισθή (δια ραντισμού) την τρίτην και την εβδόμην ημέραν, και θα είναι κατόπιν καθαρός. Εάν όμως δεν καθαρισθή την τρίτην και την εβδόμην ημέραν, δεν θα είναι καθαρός.

Αρ. 19,13     πᾶς ὁ ἁπτόμενος τοῦ τεθνηκότος ἀπὸ ψυχῆς ἀνθρώπου, ἐὰν ἀποθάνῃ, καὶ μὴ ἀφαγνισθῇ, τὴν σκηνὴν Κυρίου ἐμίανεν· ἐκτριβήσεται ἡ ψυχὴ ἐκείνη ἐξ Ἰσραήλ, ὅτι ὕδωρ ῥαντισμοῦ οὐ περιεῤῥαντίσθη ἐπ᾿ αὐτόν, ἀκάθαρτός ἐστιν, ἔτι ἡ ἀκαθαρσία αὐτοῦ ἐν αὐτῷ ἐστι.
Αρ. 19,13     Εκείνος ο οποίος θα εγγίση το νεκρόν σώμα οιουδήποτε ανθρώπου και δεν καθαρισθή, όπως ελέχθη ανωτέρω, εμόλυνε την Σκηνήν του Μαρτυρίου. Αυτός ο άνθρωπος θα ξερριζωθή ανάμεσα από τον ισραηλιτικόν λαόν, διότι δεν ερραντίσθη με το ύδωρ του εξαγνισμού, και είναι ακάθαρτος· ο μολυσμός μένει και θα μένη εις αυτόν.

Αρ. 19,14     Καὶ οὗτος ὁ νόμος· ἄνθρωπος ἐὰν ἀποθάνῃ ἐν οἰκίᾳ, πᾶς ὁ εἰσπορευόμενος εἰς τὴν οἰκίαν καὶ ὅσα ἐστὶν ἐν τῇ οἰκίᾳ, ἀκάθαρτα ἔσται ἑπτὰ ἡμέρας.
Αρ. 19,14     Αυτός είναι ο νόμος του καθαρισμού ειδικώτερον· εάν ένας άνθρωπος αποθάνη εις την οικίαν. Καθένας που εισέρχεται εις αυτήν και όσα υπάρχουν εις αυτήν, θα είναι ακάθαρτα επί επτά ημέρας.

Αρ. 19,15     καὶ πᾶν σκεῦος ἀνεῳγμένον, ὅσα οὐχὶ δεσμὸν καταδέδεται ἐπ᾿ αὐτῷ, ἀκάθαρτά ἐστι.
Αρ. 19,15     Καθε δοχείον ανοικτόν και όλα τα δοχεία, τα οποία δεν είναι σκεπασμένα με το κάλυμμά των, θα θεωρούνται ακάθαρτα.

Αρ. 19,16     καὶ πᾶς, ὃς ἐὰν ἅψηται ἐπὶ προσώπου τοῦ πεδίου τραυματίου ἢ νεκροῦ ἢ ὀστέου ἀνθρωπίνου ἢ μνήματος, ἑπτὰ ἡμέρας ἀκάθαρτος ἔσται.
Αρ. 19,16     Εκείνος ο οποίος θα εγγίση στο έδαφος πεδιάδος νεκρόν φονευθέντα η φυσικώς αποθανόντα η άνθρωπινον οστούν, η μνήμα, θα είναι ακάθαρτος επί επτά ημέρας.

Αρ. 19,17     καὶ λήψονται τῷ ἀκαθάρτῳ ἀπὸ τῆς σποδιᾶς τῆς κατακεκαυμένης τοῦ ἁγνισμοῦ καὶ ἐκχεοῦσιν ἐπ᾿ αὐτὴν ὕδωρ ζῶν εἰς σκεῦος·
Αρ. 19,17     Δια κάθε τέτοιον ακάθαρτον θα πάρουν από την προς εξαγνισμόν στάκτην της καείσης δαμάλεως θα την θέσουν εις δοχείον, που περιέχει πηγαίον ύδωρ.

Αρ. 19,18     καὶ λήψεται ὕσσωπον καὶ βάψει εἰς τὸ ὕδωρ ἀνὴρ καθαρός, καὶ περιῤῥανεῖ ἐπὶ τὸν οἶκον καὶ ἐπὶ τὰ σκεύη καὶ ἐπὶ τὰς ψυχάς, ὅσαι ἂν ὦσιν ἐκεῖ, καὶ ἐπὶ τὸν ἡμμένον τοῦ ὀστέου τοῦ ἀνθρωπίνου ἢ τοῦ τραυματίου ἢ τοῦ τεθνηκότος ἢ τοῦ μνήματος·
Αρ. 19,18     και, άνθρωπος καθαρός θα πάρη ύσσωπον, θα βυθίση αυτόν στο ύδωρ και θα ραντίση το σπίτι και τα σκεύη και όλους τους ανθρώπους, που υπάρχουν εκεί, θα ραντίση και εκείνον που ήγγισεν ανθρώπινον οστούν η φονευμένον η φυσιολογικώς αποθανόντα η μνήμα.

Αρ. 19,19     καὶ περιῤῥανεῖ ὁ καθαρὸς ἐπὶ τὸν ἀκάθαρτον ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ καὶ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ, καὶ ἀφαγνισθήσεται τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ καὶ πλυνεῖ τὰ ἱμάτια αὐτοῦ καὶ λούσεται ὕδατι καὶ ἀκάθαρτος ἔσται ἕως ἑσπέρας.
Αρ. 19,19     Ενας καθαρός άνθρωπος θα ραντίση τον ακάθαρτον τούτον την τρίτην ημέραν και την εβδόμην η μέραν, και κατά την εβδόμην ημέραν θα εξαγνισθή αυτός από τον μολυσμόν. Θα πλύνη τα ενδύματά του, θα λουσθή με νερό και θα είναι ακάθαρτος έως το βράδυ.

Αρ. 19,20     καὶ ἄνθρωπος, ὃς ἐὰν μιανθῇ καὶ μὴ ἀφαγνισθῇ, ἐξολοθρευθήσεται ἡ ψυχὴ ἐκείνη ἐκ μέσου τῆς συναγωγῆς, ὅτι τὰ ἅγια Κυρίου ἐμίανεν, ὅτι ὕδωρ ῥαντισμοῦ οὐ περιεῤῥαντίσθη ἐπ᾿ αὐτόν, ἀκάθαρτός ἐστι.
Αρ. 19,20     Ο άνθρωπος όμως, ο οποίος θα μολυνθή και δεν θα θελήση να εξαγνισθή κατά τα ανωτέρω, θα εξολοθρευθή ανάμεσα από τον ισραηλιτικόν λαόν, διότι εμόλυνε τα Αγια του Θεού, δεν ερραντίσθη με το ύδωρ του εξαγνισμού και είναι ακάθαρτος.

Αρ. 19,21     καὶ ἔσται ὑμῖν νόμιμον αἰώνιον· καὶ ὁ περιῤῥαίνων ὕδωρ ῥαντισμοῦ πλυνεῖ τὰ ἱμάτια αὐτοῦ, καὶ ὁ ἁπτόμενος τοῦ ὕδατος τοῦ ῥαντισμοῦ ἀκάθαρτος ἔσται ἕως ἑσπέρας·
Αρ. 19,21     Αυτό θα είναι παντοτεινός νόμος δια σας. Και εκείνος ο οποίος θα ραντίση τον ακάθαρτον με το ύδωρ του εξαγνισμού, θα πλύνη τα ενδύματά του. Και εκείνος ακόμη που εγγίζει το ύδωρ του ραντισμού, θα είναι ακάθαρτος έως την εσπέραν.

Αρ. 19,22     καὶ παντὸς οὗ ἐὰν ἅψηται αὐτοῦ ὁ ἀκάθαρτος, ἀκάθαρτον ἔσται, καὶ ψυχὴ ἡ ἁπτομένη ἀκάθαρτος ἔσται ἕως ἑσπέρας.
Αρ. 19,22     Καθε τι το οποίον θα εγγίζη ο ακάθαρτος, θα είναι ακάθαρτον· και εκείνος ακόμη που θα εγγίση τον ακάθαρτον, θα είναι ακάθαρτος έως την εσπέραν.

Αρ. 20,1     Καὶ ἦλθον οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ πᾶσα ἡ συναγωγὴ εἰς τὴν ἔρημον Σίν, ἐν τῷ μηνὶ τῷ πρώτῳ, καὶ κατέμεινεν ὁ λαὸς ἐν Κάδης, καὶ ἐτελεύτησεν ἐκεῖ Μαριὰμ καὶ ἐτάφη ἐκεῖ.
Αρ. 20,1     Ηλθον οι Ισραηλίται, όλος ο ισραηλιτικός λαός, εις την έρημον Σιν κατά τον πρώτον μήνα και εγκατεστάθησαν εις Καδης. Εκεί απέθανε και ετάφη η Μαριάμ, αδελφή του Μωϋσέως.

Αρ. 20,2     καὶ οὐκ ἦν ὕδωρ τῇ συναγωγῇ, καὶ ἠθροίσθησαν ἐπὶ Μωυσῆν καὶ Ἀαρών.
Αρ. 20,2     Εις Καδης δεν υπήρχεν ύδωρ δια τον λαόν. Οι Ισραηλίται δυσφορούντες και αγανακτούντες συνεκεντρώθησαν και ήλθον προς τον Μωϋσήν και τον Ααρών.

Αρ. 20,3     καὶ ἐλοιδορεῖτο ὁ λαὸς πρὸς Μωυσῆν λέγοντες· ὄφελον ἀπεθάνομεν ἐν τῇ ἀπωλείᾳ τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν ἔναντι Κυρίου·
Αρ. 20,3     Αυτοί ύβριζον και κατεφέροντο εναντίον του Μωϋσέως λέγοντες· “είθε να είχαμεν αποθάνει και ημείς μαζή με τους αδελφούς μας, τον Κορέ και τους άλλους στασιαστάς ενώπιον του Κυρίου (αντί να ταλαιπωρούμεθα από την δίψαν εις την κατάξηρον αυτήν περιοχήν).

Αρ. 20,4     καὶ ἱνατί ἀνηγάγετε τὴν συναγωγὴν Κυρίου εἰς τὴν ἔρημον ταύτην ἀποκτεῖναι ἡμᾶς καὶ τὰ κτήνη ἡμῶν;
Αρ. 20,4     Διατί σεις εφέρατε ημάς, τον λαόν του Κυρίου, εις την έρημον αυτήν γην; Θέλετε να φονεύσετε ημάς και τα ζώα μας;

Αρ. 20,5     καὶ ἱνατί τοῦτο; ἀνηγάγετε ἡμᾶς ἐξ Αἰγύπτου παραγενέσθαι εἰς τὸν τόπον τὸν πονηρὸν τοῦτον, τόπος οὗ οὐ σπείρεται, οὐδὲ συκαῖ, οὐδὲ ἄμπελοι, οὔτε ῥοαί, οὔτε ὕδωρ ἐστὶ πιεῖν.
Αρ. 20,5     Διατί το εκάματε αυτό; Μας εβγάλατε από την Αίγυπτον, δια να έλθωμεν στον άγονον και ξηρόν αυτόν τόπον, όπου ούτε σπορά υπάρχει, ούτε συκιές, ούτε αμπέλια, ούτε ροδιές, ούτε νερό να πίωμεν” !

Αρ. 20,6     καὶ ἦλθε Μωυσῆς καὶ Ἀαρὼν ἀπὸ προσώπου τῆς συναγωγῆς ἐπὶ τὴν θύραν τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου καὶ ἔπεσον ἐπὶ πρόσωπον, καὶ ὤφθη ἡ δόξα Κυρίου πρὸς αὐτούς.
Αρ. 20,6     Ο Μωϋσής και ο Ααρών στενοχωρημένοι δια τον νέον αυτόν γογγυσμόν, έφυγαν από την συγκέντρωσιν εκείνην του λαού. Ηλθον εις την θύραν της Σκηνής του Μαρτυρίου και έπεσαν με το πρόσωπον κατά γης. Εφάνη τότε θεία λάμψις προς αυτούς.

Αρ. 20,7     καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Αρ. 20,7     Και μίλησε ο Κυριος προς τον Μωϋσήν λέγων·

Αρ. 20,8     λάβε τὴν ῥάβδον σου καὶ ἐκκλησίασον τὴν συναγωγὴν σὺ καὶ Ἀαρὼν ὁ ἀδελφός σου καὶ λαλήσατε πρὸς τὴν πέτραν ἐναντίον αὐτῶν, καὶ δώσει τὰ ὕδατα αὐτῆς, καὶ ἐξοίσετε αὐτοῖς ὕδωρ ἐκ τῆς πέτρας, καὶ ποτιεῖτε τὴν συναγωγὴν καὶ τὰ κτήνη αὐτῶν.
Αρ. 20,8     “πάρε την ράβδον σου, συγκέντρωσε συ και ο Ααρών ο αδελφός σου τον λαόν και διατάξατε τον βράχον, που είναι ενώπιόν σας, και αυτός θα αναβλύση πολλά ύδατα. Θα βγάλετε από τον βράχον ύδωρ δι' αυτούς και θα δώσετε να πίουν όλος ο λαός και τα ζώα των”.

Αρ. 20,9     καὶ ἔλαβε Μωυσῆς τὴν ῥάβδον τὴν ἀπέναντι Κυρίου, καθὰ συνέταξε Κύριος,
Αρ. 20,9     Επήρεν ο Μωϋσής την ράβδον, η οποία ευρίσκετο απέναντι της Κιβωτού του Μαρτυρίου, όπως διέταξεν ο Κυριος,

Αρ. 20,10     καὶ ἐξεκλησίασε Μωυσῆς καὶ Ἀαρὼν τὴν συναγωγὴν ἀπέναντι τῆς πέτρας καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· ἀκούσατέ μου, οἱ ἀπειθεῖς· μὴ ἐκ τῆς πέτρας ταύτης ἐξάξομεν ὑμῖν ὕδωρ;
Αρ. 20,10     και μαζή με τον Ααρών συνεκέντρωσε τον λαόν απέναντι από τον βράχον και είπε προς αυτούς· “ακούσατέ μου, σεις οι ανυπάκοοι και οι ανυπότακτοι· μήπως είναι δυνατόν να βγάλωμεν νερό από τον βράχον αυτόν;” ( Αν κάτι τέτοιο γίνη, θα είναι θαύμα Θεού).

Αρ. 20,11     καὶ ἐπάρας Μωυσῆς τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐπάταξε τὴν πέτραν τῇ ῥάβδῳ δίς, καὶ ἐξῆλθεν ὕδωρ πολύ, καὶ ἔπιεν ἡ συναγωγὴ καὶ τὰ κτήνη αὐτῶν.
Αρ. 20,11     Εσήκωσεν ο Μωϋσής το χέρι του, εκτύπησε δύο φορές με την ράβδον του τον βράχον και αμέσως ανέβλυσεν άφθονον ύδωρ και έπιε όλος ο Ισραηλιτικός λαός και τα ζώα αυτών.

Αρ. 20,12     καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν καὶ Ἀαρών· ὅτι οὐκ ἐπιστεύσατε ἁγιάσαι με ἐναντίον τῶν υἱῶν Ἰσραήλ, διὰ τοῦτο οὐκ εἰσάξετε ὑμεῖς τὴν συναγωγὴν ταύτην εἰς τὴν γῆν, ἣν δέδωκα αὐτοῖς.
Αρ. 20,12     Είπε τότε ο Κυριος προς τον Μωϋσήν και τον Ααρών· “επειδή δεν επιστεύσατε αδιστάκτως εις εμέ, ώστε με την ζωντανήν σας πίστιν να με ευπροσωπήσετε και να με δοξάσετε ενώπιον των Ισραηλιτών, δια τούτο δεν θα οδηγήσετε και δεν θα εγκαταστήσετε σστον λαόν αυτόν εις την γην, την οποίαν υπεσχέθην ότι θα δώσω εις αυτούς”.

Αρ. 20,13     τοῦτο τὸ ὕδωρ ἀντιλογίας, ὅτι ἐλοιδορήθησαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ ἔναντι Κυρίου καὶ ἡγιάσθη ἐν αὐτοῖς.
Αρ. 20,13     Αυτός ο βράχος και η πηγή ωνομάσθη “ύδωρ αντιλογίας”, διότι οι Ισραηλίται έφεραν εκεί αντιρρήσεις και εξεφράσθησαν ανευλαβώς ενώπιον του Κυρίου, ο οποίος εν τούτοις έκαμεν εκεί θαύμα και έδειξεν εις αυτούς την δόξαν του.

Αρ. 20,14     Καὶ ἀπέστειλε Μωυσῆς ἀγγέλους ἐκ Κάδης πρὸς βασιλέα Ἐδὼμ λέγων· τάδε λέγει ὁ ἀδελφός σου Ἰσραήλ· σὺ ἐπίστῃ πάντα τὸν μόχθον τὸν εὑρόντα ἡμᾶς,
Αρ. 20,14     Ο Μωϋσής από την περιοχήν Καδης, όπου ευρίσκοντο, έστειλεν αγγελιαφόρους προς τον βασιλέα των Ιδουμαίων λέγων· “αυτά λέγει ο αδελφός σου ο Ισραηλιτικός λαός· συ γνωρίζεις όλας τας ταλαιπωρίας και τας πικρίας, αι οποίαι μας ευρήκαν.

Αρ. 20,15     καὶ κατέβησαν οἱ πατέρες ἡμῶν εἰς Αἴγυπτον, καὶ παρῳκήσαμεν ἐν Αἰγύπτῳ ἡμέρας πλείους, καὶ ἐκάκωσαν ἡμᾶς οἱ Αἰγύπτιοι καὶ τοὺς πατέρας ἡμῶν,
Αρ. 20,15     Πως δηλαδή οι προπάτορές μας επήγαν εις την Αίγυπτον, όπου ως ξένοι και παρεπίδημοι κατοικήσαμεν χρόνον πολύν, πως οι Αιγύπτιοι κατεβασάνισαν ημάς και τους προγόνους μας.

Αρ. 20,16     καὶ ἀνεβοήσαμεν πρὸς Κύριον, καὶ εἰσήκουσε Κύριος τῆς φωνῆς ἡμῶν καὶ ἀποστείλας ἄγγελον ἐξήγαγεν ἡμᾶς ἐξ Αἰγύπτου, καὶ νῦν ἐσμεν ἐν Κάδης πόλει, ἐκ μέρους τῶν ὁρίων σου·
Αρ. 20,16     Εκραυγάσαμεν με θερμάς προσευχάς προς τον Κυριον και ο Κυριος ήκουσε την ικεσίαν μας. Εστειλεν άγγελον και μας έβγαλεν ελευθέρους από την Αίγυπτον. Και ιδού τώρα ευρισκόμεθα εις την περιοχήν Καδης κοντά εις τα σύνορά σου.

Αρ. 20,17     παρελευσόμεθα διὰ τῆς γῆς σου, οὐ διελευσόμεθα δι᾿ ἀγρῶν, οὐδὲ δι᾿ ἀμπελώνων, οὐδὲ πιόμεθα ὕδωρ ἐκ λάκκου σου, ὁδῷ βασιλικῇ πορευσόμεθα, οὐκ ἐκκλινοῦμεν δεξιὰ οὐδὲ εὐώνυμα, ἕως ἂν παρέλθωμεν τὰ ὅριά σου.
Αρ. 20,17     Σε παρακαλούμεν να μας επιτρέψης, όπως διέλθωμεν δια μέσου της χώρας σου. Σε διαβεβαιούμεν ότι δεν θα περάσωμεν δια μέσου των αγρών σου, ούτε δια μέσου των αμπελώνων σου, ούτε καν θα πίωμεν νερά από τα φρέατά σου. Θα βαδίσωμεν στον δημόσιον, στον κεντρικόν δρόμον· δεν θα παρεκκλίνωμεν ούτε δεξιά ούτε αριστερά και έτσι θα περάσωμεν τα όρια της χώρας σου”.

Αρ. 20,18     καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν Ἐδώμ· οὐ διελεύσῃ δι᾿ ἐμοῦ, εἰ δὲ μή, ἐν πολέμῳ ἐξελεύσομαι εἰς συνάντησίν σοι.
Αρ. 20,18     Οι Ιδουμαίοι απήντησαν προς αυτούς· “δεν θα περάσετε από την χώραν μας. Εάν τολμήσετε κάτι τέτοιο, θα εξέλθωμεν εις πόλεμον εναντίον σας”.

Αρ. 20,19     καὶ λέγουσιν αὐτῷ οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ· παρά τὸ ὄρος παρελευσόμεθα, ἐὰν δὲ τοῦ ὕδατός σου πίωμεν ἐγώ τε καὶ τὰ κτήνη μου, δώσω τιμήν σοι· ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα οὐδέν ἐστι, παρὰ τὸ ὄρος παρελευσόμεθα.
Αρ. 20,19     Οι Ισραηλίται λέγουν πάλιν εις αυτούς με αγγελιαφόρους· “θα περάσωμεν πλησίον από το όρος. Εάν πίωμεν ύδωρ ημείς και τα ζώα μας, θα σας πληρώσωμεν την αξίαν του. Δεν θα σας δημιουργήσωμεν ουδέν ζήτημα· κοντά στο όρος θα περάσωμεν”.

Αρ. 20,20     ὁ δὲ εἶπεν· οὐ διελεύσῃ δι᾿ ἐμοῦ. καὶ ἐξῆλθεν Ἐδὼμ εἰς συνάντησιν αὐτῷ ἐν ὄχλῳ βαρεῖ καὶ ἐν χειρὶ ἰσχυρᾷ.
Αρ. 20,20     Οι Ιδουμαίοι απήντησαν· “κατ' ουδένα τρόπον δεν θα περάσετε από την χώραν μας”. Εξήλθον δε με πολύν λαόν ισχυρώς εξωπλισμένον, δια να πολεμήσουν, κατά του ισραηλιτικού λαού.

Αρ. 20,21     καὶ οὐκ ἠθέλησεν Ἐδὼμ δοῦναι τῷ Ἰσραὴλ παρελθεῖν διὰ τῶν ὁρίων αὐτοῦ· καὶ ἐξέκλινεν Ἰσραὴλ ἀπ᾿ αὐτοῦ.
Αρ. 20,21     Δεν ηθέλησαν οι Ιδουμαίοι να δώσουν δίοδον δια μέσου των ορίων των στους Ισραηλίτας και έτσι ο Ισραηλιτικός λαός ηναγκάσθη να παρακάμψη την χώραν των Ιδουμαίων.

Αρ. 20,22     Καὶ ἀπῇραν ἐκ Κάδης· καὶ παρεγένοντο οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ, πᾶσα ἡ συναγωγὴ εἰς Ὢρ τὸ ὄρος.
Αρ. 20,22     Ανεχώρησαν οι Ισραηλίται από την περιοχήν Καδης και όλον το πλήθος αυτών ήλθον στο όρος Ωρ.

Αρ. 20,23     καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν καὶ Ἀαρὼν ἐν Ὢρ τῷ ὄρει ἐπὶ τῶν ὁρίων τῆς γῆς Ἐδὼμ λέγων·
Αρ. 20,23     Είπε δε ο Κυριος προς τον Μωϋσήν και τον Ααρών εκεί στο όρος Ωρ, που ευρίσκετο εις τα σύνορα της χώρας των Ιδουμαίων·

Αρ. 20,24     προστεθήτω Ἀαρὼν πρὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ, ὅτι οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν γῆν, ἣν δέδωκα τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ, διότι παρωξύνατέ με ἐπὶ τοῦ ὕδατος τῆς λοιδορίας.
Αρ. 20,24     “εδώ ας αποθάνη εν ειρήνη ο Ααρών και ας προστεθή στον εκδημήσαντα λαόν του, διότι και εκείνος και συ δεν θα εισέλθετε εις την χώραν, την οποίαν υπεσχέθην να δώσω στους Ισραηλίτας, επειδή με παρωργίσατε στο ύδωρ της αντιλογίας.

Αρ. 20,25     λάβε τὸν Ἀαρὼν καὶ Ἐλεάζαρ τὸν υἱὸν αὐτοῦ καὶ ἀναβίβασον αὐτοὺς εἰς Ὢρ τὸ ὄρος ἔναντι πάσης τῆς συναγωγῆς
Αρ. 20,25     Παρε τον Ααρών και τον υιόν αυτού τον Ελεάζαρ, ανέβασέ τους στο όρος Ωρ ενώπιον όλου του λαού.

Αρ. 20,26     καὶ ἔκδυσον Ἀαρὼν τὴν στολὴν αὐτοῦ καὶ ἔνδυσον Ἐλεάζαρ τὸν υἱὸν αὐτοῦ, καὶ Ἀαρὼν προστεθεὶς ἀποθανέτω ἐκεῖ.
Αρ. 20,26     Βγάλε από τον Ααρών την αρχιερατικήν στολήν του και ένδυσε με αυτήν τον υιόν του τον Ελεάζαρ. Ο δε Ααρών ας αποθάνη εκεί, δια να προστεθή στους προγόνους του”.

Αρ. 20,27     καὶ ἐποίησε Μωυσῆς καθὰ συνέταξε Κύριος αὐτῷ, καὶ ἀνεβίβασεν αὐτὸν εἰς Ὢρ τὸ ὄρος ἐναντίον πάσης τῆς συναγωγῆς.
Αρ. 20,27     Ο Μωϋσής έκαμε, όπως τον διέταξεν ο Κυριος. Ωδήγησε τον Ααρών στο όρος Ωρ ενώπιον όλου του ισραηλιτικού λαού.

Αρ. 20,28     καὶ ἐξέδυσε τὸν Ἀαρὼν τὰ ἱμάτια αὐτοῦ καὶ ἐνέδυσεν αὐτὰ Ἐλεάζαρ τὸν υἱὸν αὐτοῦ· καὶ ἀπέθανεν Ἀαρὼν ἐπὶ τῆς κορυφῆς τοῦ ὄρους, καὶ κατέβη Μωυσῆς καὶ Ἐλεάζαρ ἐκ τοῦ ὄρους.
Αρ. 20,28     Εβγαλε από αυτόν τα αρχιερατικά ιμάτια και ενέδυσε με αυτά τον υιόν του τον Ελεάζαρ. Εις την κορυφήν του όρους απέθανεν ο Ααρών, ο δε Μωϋσής και ο Ελεάζαρ κατέβησαν από το όρος.

Αρ. 20,29     καὶ εἶδε πᾶσα ἡ συναγωγή, ὅτι ἀπελύθη Ἀαρών, καὶ ἔκλαυσαν τὸν Ἀαρὼν τριάκοντα ἡμέρας πᾶς οἶκος Ἰσραήλ.
Αρ. 20,29     Ολος ο λαός είδεν ότι απέθανεν εν ειρήνη ο Ααρών και όλοι τον έκλαυσαν επί τριάκοντα ημέρας.

Αρ. 21,1     Καὶ ἤκουσεν ὁ Χανανεὶς βασιλεὺς Ἀρὰδ ὁ κατοικῶν κατὰ τὴν ἔρημον, ὅτι ἦλθεν Ἰσραὴλ ὁδὸν Ἀθαρείν, καὶ ἐπολέμησε πρὸς Ἰσραὴλ καὶ καταπροενόμευσεν ἐξ αὐτῶν αἰχμαλωσίαν.
Αρ. 21,1     Ο βασιλεύς της Αράδ, ο Χανανείς ο οποίος κατοικούσε προς την έρημον (νοτίως της Παλαιστίνης) επληροφορήθη ότι οι Ισραηλίται ήρχοντο από την οδόν Αθαρείν. Εκινήθη εναντίον των και συνέλαβε μερικούς αιχμαλώτους από αυτούς.

Αρ. 21,2     καὶ ηὔξατο Ἰσραὴλ εὐχὴν Κυρίῳ καὶ εἶπεν· ἐάν μοι παραδῷς τὸν λαὸν τοῦτον ὑποχείριον, ἀναθεματιῶ αὐτὸν καὶ τὰς πόλεις αὐτοῦ.
Αρ. 21,2     Οι Ισραηλίται, δικαίως αγανακτήσαντες, έκαμαν τάμα προς τον Κυριον και είπαν· “εάν δώσης εις τα χέρια μας νικημένον τον λαόν αυτόν, θα αφιερώσωμεν ως ανάθεμα αυτόν και τας πόλστου”.

Αρ. 21,3     καὶ εἰσήκουσε Κύριος τῆς φωνῆς Ἰσραὴλ καὶ παρέδωκε τὸν Χανανεὶν ὑποχείριον αὐτοῦ, καὶ ἀνεθεμάτισεν αὐτὸν καὶ τὰς πόλεις αὐτοῦ· καὶ ἐπεκάλεσαν τὸ ὄνομα τοῦ τόπου ἐκείνου Ἀνάθεμα.
Αρ. 21,3     Ο Κυριος ήκουσε την δέησιν και το τάμα των Ισραηλιτών και παρέδωκεν εις τα χέρια των τον βασιλέα Χανανείν και το βασίλειόν του. Εκείνοι δε αφιέρωσαν προς τον Θεόν ως ανάθεμα αυτόν και τας πόλστου, καταστρέψαντες αυτάς, χωρίς να πάρουν τίποτε από αυτάς ως λάφυρον. Δια τούτο επωνόμασαν τον τόπον εκείνον “Ανάθεμα”.

Αρ. 21,4     Καὶ ἀπάραντες ἐξ Ὢρ τοῦ ὄρους ὁδὸν ἐπὶ θάλασσαν ἐρυθρὰν περιεκύκλωσαν γῆν Ἐδώμ· καὶ ὠλιγοψύχησεν ὁ λαὸς ἐν τῇ ὁδῷ.
Αρ. 21,4     Κατόπιν οι Ισραηλίται εξεκίνησαν από το όρος Ωρ, επήραν κατέθυνσιν προς την Ερυθράν Θαλασσαν και βάδισαν κύκλω από την χώραν των Ιδουμαίων. Κατά την πορείαν όμως αυτήν ωλιγοψύχησεν ο λαός·

Αρ. 21,5     καὶ κατελάλει ὁ λαὸς πρὸς τὸν Θεὸν καὶ κατὰ Μωυσῆ λέγοντες· ἱνατί τοῦτο; ἐξήγαγες ἡμᾶς ἐξ Αἰγύπτου, ἀποκτεῖναι ἐν τῇ ἐρήμῳ; ὅτι οὐκ ἔστιν ἄρτος οὐδὲ ὕδωρ, ἡ δὲ ψυχὴ ἡμῶν προσώχθισεν ἐν τῷ ἄρτῳ τῷ διακένῳ τούτῳ.
Αρ. 21,5     εγόγγυζον και κατεφέροντο πάλιν εναντίον του Θεού και του Μωυσέως λέγοντες· τι είναι αυτό που επάθαμεν; Μας έβγαλες από την Αίγυπτον, δια να μας θανατώσης εις την έρημον; Διότι εδώ δεν υπάρχει, ούτε ψωμί ούτε νερό. Η ψυχή μας εβαρύνθη πλέον και αηδίασε τον άνοστον και κούφιον αυτόν άρτον, το μάννα”.

Αρ. 21,6     καὶ ἀπέστειλε Κύριος εἰς τὸν λαὸν τοὺς ὄφεις τοὺς θανατοῦντας, καὶ ἔδακνον τὸν λαόν, καὶ ἀπέθανε λαὸς πολὺς τῶν υἱῶν Ἰσραήλ.
Αρ. 21,6     Ηγανάκτησεν ο Κυριος εναντίον του αχαρίστου αυτού λαού και έστειλε δηλητηριώδεις θανατηφόρους όφεις, οι οποίοι εδάγκωναν τους Ισραηλίτας, ώστε πολλοί από αυτούς απέθανον.

Αρ. 21,7     καὶ παραγενόμενος ὁ λαὸς πρὸς Μωυσῆν ἔλεγον· ὅτι ἡμάρτομεν, ὅτι κατελαλήσαμεν κατὰ τοῦ Κυρίου καὶ κατὰ σοῦ· εὖξαι οὖν πρὸς Κύριον, καὶ ἀφελέτω ἀφ᾿ ἡμῶν τὸν ὄφιν. καὶ ηὔξατο Μωυσῆς πρὸς Κύριον περὶ τοῦ λαοῦ.
Αρ. 21,7     Συντετριμμένος τότε ο ισραηλιτικός λαός ήλθε προς τον Μωϋσήν και έλεγον εν μετανοία· “ημαρτήσαμεν, διότι κατεφέρθημεν εναντίον του Κυρίου και εναντίον σου. Προσευχήσου προς τον Κυριον και παρακάλεσέ τον να μας συγχωρήση και να διώξη εκ μέσου ημών τα φίδια”. Ο Μωυσής παρεκάλεσε πράγματι τον Κυριον υπέρ του λαού.

Αρ. 21,8     καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν· ποίησον σεαυτῷ ὄφιν καὶ θὲς αὐτὸν ἐπὶ σημείου, καὶ ἔσται ἐὰν δάκῃ ὄφις ἄνθρωπον, πᾶς ὁ δεδηγμένος ἰδὼν αὐτὸν ζήσεται.
Αρ. 21,8     Ο δε Κυριος είπε προς τον Μωϋσήν· κατασκεύασε χάλκινον όφιν, θέσε αυτόν εις σημείον εμφανές, επάνω εις υψηλόν πάσσαλον. Εκείνος ο οποίος θα δαγκωθή από τα δηλητηριώδη φίδια, θα βλέπη προς τον χάλκινον όφιν, θα θεραπεύεται και θα διαφεύγη τον θάνατον.

Αρ. 21,9     καὶ ἐποίησε Μωυσῆς ὄφιν χαλκοῦν καὶ ἔστησεν αὐτὸν ἐπὶ σημείου, καὶ ἐγένετο ὅταν ἔδακνεν ὄφις ἄνθρωπον, καὶ ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὸν ὄφιν τὸν χαλκοῦν καὶ ἔζη.
Αρ. 21,9     Ο Μωϋσής κατεσκεύασεν ένα χάλκινον όφιν, εστερέωσεν αυτόν εις ένα υψηλόν πάσσαλον και όταν ένα φίδι εδάγκωνεν Ισραηλίτην, αυτός έστρεφε τα βλέμματά του προς τον χάλκινον όφιν, εθεραπεύετο και διέφευγε τον θάνατον.

Αρ. 21,10     Καὶ ἀπῇραν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ καὶ παρενέβαλον ἐν Ὠβώθ.
Αρ. 21,10     Από εκεί ανεχώρησαν οι Ισραηλίται και εστρατοπέδευσαν εις Ωβώθ.

Αρ. 21,11     καὶ ἐξάραντες ἐξ Ὠβώθ, καὶ παρενέβαλον ἐν Ἀχαλγαὶ ἐκ τοῦ πέραν ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἥ ἐστι κατὰ πρόσωπον Μωάβ, κατ᾿ ἀνατολὰς ἡλίου.
Αρ. 21,11     Και από εκεί όμως ανεχώρησαν και εστρατοπέδευσαν πέραν από την πόλιν Αχαλγαί, μέσα εις την έρημον, η οποία ευρίσκεται εμπρός εις την Μωάβ ανατολικά από αυτήν.

Αρ. 21,12     καὶ ἐκεῖθεν ἀπῇραν καὶ παρενέβαλον εἰς φάραγγα Ζαρέδ.
Αρ. 21,12     Από εκεί ανεχώρησαν και εστρατοπέδευσαν εις την κοιλάδα Ζαρέδ.

Αρ. 21,13     καὶ ἐκεῖθεν ἀπάραντες παρενέβαλον εἰς τὸ πέραν Ἀρνῶν ἐν τῇ ἐρήμῳ, τὸ ἐξέχον ἀπὸ τῶν ὁρίων τῶν Ἀμοῤῥαίων· ἔστι γὰρ Ἀρνῶν ὅρια Μωὰβ ἀνὰ μέσον Μωὰβ καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ Ἀμοῤῥαίου.
Αρ. 21,13     Αναχωρήσαντες και από εκεί, εστρατοπέδευσαν πέραν από τον χείμαρρον Αρνών εις την έρημον, εις περιοχήν που εξέρχεται από τα όρια των Αμορραίων. Διότι ο χείμαρρος Αρνών είναι σύνορον μεταξύ της χώρας των Μωαβιτών και των Αμορραίων.

Αρ. 21,14     διὰ τοῦτο λέγεται ἐν βιβλίῳ· πόλεμος τοῦ Κυρίου τὴν Ζωὸβ ἐφλόγιζε, καὶ τοὺς χειμάῤῥους Ἀρνῶν,
Αρ. 21,14     Δια τούτο και έχει γραφή στο βιβλίον των πολέμων του Κυρίου· Ο πόλεμος του Κυρίου εφλόγισε την Ζωόβ και τον χείμαρρον Αρνών

Αρ. 21,15     καὶ τοὺς χειμάῤῥους κατέστησε κατοικίσαι Ἤρ, καὶ πρόσκειται τοῖς ὁρίοις Μωάβ.
Αρ. 21,15     και ωσάν χειμάρρους ωδήγησε τους Ισραηλίτας να κατοικήσουν πλησίον της Ηρ, η οποία κείται μέσα εις τα όρια της χώρας των Μωαβιτών.

Αρ. 21,16     καὶ ἐκεῖθεν τὸ φρέαρ· τοῦτο τὸ φρέαρ, ὃ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν· συνάγαγε τὸν λαόν, καὶ δώσω αὐτοῖς ὕδωρ πιεῖν.
Αρ. 21,16     Από εκεί εβάδισαν και έφθασαν εις μέρος ονομαζόμενον φρέαρ. Αυτό το φρέαρ είναι εκείνο, δια το οποίον είπεν ο Κυριος προς τον Μωϋσήν· “συγκέντρωσε τον λαόν, και εγώ θα δώσω εις αυτούς νερό να πίουν”.

Αρ. 21,17     τότε ᾖσεν Ἰσραὴλ τὸ ᾆσμα τοῦτο ἐπὶ τοῦ φρέατος· ἐξάρχετε αὐτῷ· φρέαρ,
Αρ. 21,17     Τοτε έψαλαν οι Ισραηλίται εκεί στο φρέαρ τούτο το άσμα· “ας αρχίσωμεν άσμα γύρω από το φρέαρ· Φρέαρ !

Αρ. 21,18     ὤρυξαν αὐτὸ ἄρχοντες, ἐξελατόμησαν αὐτὸ βασιλεῖς ἐθνῶν ἐν τῇ βασιλείᾳ αὐτῶν, ἐν τῷ κυριεῦσαι αὐτῶν. καὶ ἀπὸ φρέατος εἰς Μανθαναείν·
Αρ. 21,18     Αρχοντες το ήνοιξαν, βασιλείς λαών επάνω εις την δόξαν της βασιλικής των δυνάμεως έκοψαν πέτρες δια το κτίσιμον του φρέατος, όταν εκυρίευσαν τας περιοχάς εκείνας” ! Από την περιοχήν του φρέατος αυτού ήλθον οι Ισραηλίται εις Μανθαναείν.

Αρ. 21,19     καὶ ἀπὸ Μανθαναεὶν εἰς Νααλιήλ· καὶ ἀπὸ Νααλιὴλ εἰς Βαμώθ· καὶ ἀπὸ Βαμὼθ εἰς Ἰανήν, ἥ ἐστιν ἐν τῷ πεδίῳ Μωὰβ ἀπὸ κορυφῆς τοῦ λελαξευμένου τὸ βλέπον κατὰ πρόσωπον τῆς ἐρήμου.
Αρ. 21,19     Από Μανθαναείν ήλθον εις Νααλιήλ. Από Νααλιήλ επορεύθησαν εις Βαμώθ, και από Βαμώθ ήλθον εις Ιανήν, η οποία ευρίσκεται εις τας πεδιάδας των Μωαβιτών ολίγον απέχουσα από την κορυφήν του Λελαξευμένου (Φασγά του όρους Ναβαύ), από όπου φαίνεται η έκτασις της ερήμου.

Αρ. 21,20     Καὶ ἀπέστειλε Μωυσῆς πρέσβεις πρὸς Σηὼν βασιλέα Ἀμοῤῥαίων λόγοις εἰρηνικοῖς λέγων·
Αρ. 21,20     Εστειλεν ο Μωυσής πρέσβεις προς τον Σηών, βασιλέα των Αμορραίων, παρακαλών αυτόν με ειρηνικούς λόγους·

Αρ. 21,21     παρελευσόμεθα διὰ τῆς γῆς σου· τῇ ὁδῷ πορευσόμεθα, οὐκ ἐκκλινοῦμεν οὔτε εἰς ἀγρὸν οὔτε εἰς ἀμπελῶνα,
Αρ. 21,21     “θα περάσωμεν δια μέσου της χώρας σου, θα βαδίσωμεν τον δημόσιον δρόμον, δεν θα παρεκκλίνωμεν ούτε στους αγρούς σας ούτε στους αμπελώνας σας·

Αρ. 21,22     οὐ πιόμεθα ὕδωρ ἐκ φρέατός σου· ὁδῷ βασιλικῇ πορευσόμεθα, ἕως παρέλθωμεν τὰ ὅριά σου.
Αρ. 21,22     ούτε νερό θα πίωμεν από τα φρέατά σας. Εις τον δημόσιον δρόμον θα βαδίσωμεν, έως ότου εξέλθωμεν από τα όριά σας”.

Αρ. 21,23     καὶ οὐκ ἔδωκε Σηὼν τῷ Ἰσραὴλ παρελθεῖν διὰ τῶν ὁρίων αὐτοῦ, καὶ συνήγαγε Σηὼν πάντα τὸν λαὸν αὐτοῦ καὶ ἐξῆλθε παρατάξασθαι τῷ Ἰσραὴλ εἰς τὴν ἔρημον καὶ ἦλθεν εἰς Ἰασσὰ καὶ παρετάξατο τῷ Ἰσραήλ.
Αρ. 21,23     Ο Σηών όμως δεν επέτρεψεν στους Ισραηλίτας να διέλθουν δια μέσου της χώρας των, αλλά συνεκέντρωσε όλον τον λαόν του, εξήλθεν εις πόλεμον εναντίον του Ισραηλιτικού λαού εις την έρημον, ήλθεν εις πόλιν Ιασσά και αντιπαρετάχθη δια να πολεμήση κατά των Ισραηλιτών.

Αρ. 21,24     καὶ ἐπάταξεν αὐτὸν Ἰσραὴλ φόνῳ μαχαίρας καὶ κατεκυρίευσαν τῆς γῆς αὐτοῦ ἀπὸ Ἀρνῶν ἕως Ἰαβόκ, ἕως υἱῶν Ἀμμάν· ὅτι Ἰαζὴρ ὅρια υἱῶν Ἀμμάν ἐστι.
Αρ. 21,24     Οι Ισραηλίται όμως τον εκτύπησαν και τον εθανάτωσαν με τας μαχαίρας των, και εκυρίευσαν την χώραν του από τον χείμαρρον Αρνών έως τον παραπόταμον του Ιορδάνου Ιαβόκ, της χώρας των Αμμωνιτών. Η Ιαζήρ ήτο το νότιον σύνορον των Αμμωνιτών.

Αρ. 21,25     καὶ ἔλαβεν Ἰσραὴλ πάσας τὰς πόλεις ταύτας, καὶ κατῴκησεν Ἰσραὴλ ἐν πάσαις ταῖς πόλεσι τῶν Ἀμοῤῥαίων, ἐν Ἐσεβὼν καὶ ἐν πάσαις ταῖς συγκυρούσαις αὐτῇ.
Αρ. 21,25     Οι Ισραηλίται κατέλαβον όλας τας πόλεις της περιοχής αυτής και εγκατεστάθησαν εις τας πόλεις των Αμορραίων, εις την Εσεβών και τας πλησιοχώρους περιοχάς.

Αρ. 21,26     ἔστι γὰρ Ἐσεβὼν πόλις Σηὼν τοῦ βασιλέως τῶν Ἀμοῤῥαίων, καὶ οὗτος ἐπολέμησε βασιλέα Μωὰβ τὸ πρότερον καὶ ἔλαβον πᾶσαν τὴν γῆν αὐτοῦ ἀπὸ Ἀροὴρ ἕως Ἀρνῶν.
Αρ. 21,26     Η πόλις Εσεβών ήτο η πρωτεύουσα του βασιλέως των Αμορραίων Σηών. Αυτός είχε πολεμήσει προ καιρού τον βασιλέα της Μωάβ και εκυρίευσεν όλην την χώραν αυτού από της πόλεως Αροήρ έως του ποταμού Αρνών.

Αρ. 21,27     διὰ τοῦτο ἐροῦσιν οἱ αἰνιγματισταί· ἔλθετε εἰς Ἐσεβών, ἵνα οἰκοδομηθῇ καὶ κατασκευασθῇ πόλις Σηών.
Αρ. 21,27     Δια τούτο και οι ποιηταί της περιοχής ψάλλουν “ελάτε εις την Εσεβών, δια να ανοικοδομηθή και κατασκευασθή εις κατοικίαν των ανθρώπων η πόλις αυτή του βασιλέως Σηών.

Αρ. 21,28     ὅτι πῦρ ἐξῆλθεν ἐξ Ἐσεβών, φλὸξ ἐκ πόλεως Σηὼν καὶ κατέφαγεν ἕως Μωὰβ καὶ κατέπιε στήλας Ἀρνῶν.
Αρ. 21,28     Διότι φωτιά εβγήκεν από την Εσεβών, φλόγα από την πόλιν αυτήν του βασιλέως Σηών και κατέφαγεν έως τα άκρα την χώραν των Μωαβιτών· και κατέστρεψε τας προς τιμήν των ειδώλων στήλας του ποταμού Αρνών.

Αρ. 21,29     οὐαί σοι, Μωάβ· ἀπώλου, λαὸς Χαμώς. ἀπεδόθησαν οἱ υἱοὶ αὐτῶν διασῴζεσθαι καὶ αἱ θυγατέρες αὐτῶν αἰχμάλωτοι τῷ βασιλεῖ τῶν Ἀμοῤῥαίων Σηών·
Αρ. 21,29     Αλλοίμονον ! αλλοίμονόν σου Μωάβ ! Εχάθηκε ο λαός του Θεού σου Χαμώς. Οι υιοί των Μωαβιτών παρεδόθησαν αιχμάλωτοι δια να σώσουν την ζωήν των και αι θυγατέρες των έγιναν αιχμάλωτοι του Σηών, βασιλέως των Αμορραίων.

Αρ. 21,30     καὶ τὸ σπέρμα αὐτῶν ἀπολεῖται, Ἐσεβὼν ἕως Δαιβών, καὶ αἱ γυναῖκες ἔτι προσεξέκαυσαν πῦρ ἐπὶ Μωάβ.
Αρ. 21,30     Οι απόγονοι αυτών εξωλοθρεύθησαν, η Εσεβών μέχρι της Δαιβών κατεστράφη. Και αυταί ακόμη αι γυναίκες των Αμορραίων άναψαν πυρκαϊάς εις τας πόλεις των Μωαβιτών”.

Αρ. 21,31     Κατώκησε δὲ Ἰσραὴλ ἐν πάσαις ταῖς πόλεσι τῶν Ἀμοῤῥαίων.
Αρ. 21,31     Ο ισραηλιτικός λαός εγκατεστάθη εις τας πόλεις των Αμορραίων εις την περιοχήν, που κατείχον προηγουμένως οι Μωαβίται.

Αρ. 21,32     καὶ ἀπέστειλε Μωυσῆς κατασκέψασθαι τὴν Ἰαζήρ, καὶ κατελάβοντο αὐτὴν καὶ τὰς κώμας αὐτῆς καὶ ἐξέβαλον τὸν Ἀμοῤῥαῖον τὸν κατοικοῦντα ἐκεῖ.
Αρ. 21,32     Από εκεί έστειλεν ο Μωϋσής ανθρώπους, δια να κατασκοπεύσουν την πόλιν Ιαζήρ. Κατόπιν δε οι Ισραηλίται κατέλαβον αυτήν και τας γύρω κώμας και εξεδίωξαν τους Αμορραίους, οι οποίοι κατοικούσαν εκεί.

Αρ. 21,33     καὶ ἐπιστρέψαντες ἀνέβησαν ὁδὸν τὴν εἰς Βασάν· καὶ ἐξῆλθεν Ὢγ βασιλεὺς τῆς Βασὰν εἰς συνάντησιν αὐτοῖς καὶ πᾶς ὁ λαὸς αὐτοῦ εἰς πόλεμον εἰς Ἐδραείν.
Αρ. 21,33     Από εκεί οι Ισραηλίται εξεκίνησαν και εβάδισαν βορειότερον δια της οδού, η οποία οδηγεί προς την χώραν Βασάν. Ο Ωγ όμως, ο βασιλεύς της Βασάν, μαζή με όλον τον λαόν του εξήλθεν εις Εδραείν, δια να συναντήση και πολεμήση τους Ισραηλίτας.

Αρ. 21,34     καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν· μὴ φοβηθῇς αὐτόν, ὅτι εἰς τὰς χεῖράς σου παραδέδωκα αὐτὸν καὶ πάντα τὸν λαὸν αὐτοῦ καὶ πᾶσαν τὴν γῆν αὐτοῦ, καὶ ποιήσεις αὐτῷ καθὼς ἐποίησας τῷ Σηὼν βασιλεῖ τῶν Ἀμοῤῥαίων, ὃς κατῴκει ἐν Ἐσεβών.
Αρ. 21,34     Αλλά ο Κυριος είπε προς τον Μωϋσήν· “μη φοβηθής αυτόν, διότι εγώ έχω ήδη παραδώσει εις τα χέρια σου αυτόν, όλον τον λαόν του και όλην την χώραν του. Θα κάμης εις αυτόν, ο,τι έπραξες στον βασιλέα των Αμορραίων Σηών, ο οποίος κατοικούσε εις την Εσεβών”.

Αρ. 21,35     καὶ ἐπάταξεν αὐτὸν καὶ τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ καὶ πάντα τὸν λαὸν αὐτοῦ, ἕως τοῦ μὴ καταλιπεῖν αὐτοῦ ζωγρείαν· καὶ ἐκληρονόμησαν τὴν γῆν αὐτοῦ.
Αρ. 21,35     Πράγματι ο Μωϋσής εκτύπησε τον Ωγ, τους υιούς του και όλον τον λαόν του, ώστε δεν έμεινε κανείς ζωντανός, δια να συλληφθή αιχμάλωτος. Οι Ισραηλίται κατέκτησαν την χώραν του Ωγ, την Βασάν.

Αρ. 22,1     Καὶ ἀπάραντες οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ παρενέβαλον ἐπὶ δυσμῶν Μωὰβ παρὰ τὸν Ἰορδάνην κατὰ Ἱεριχώ.
Αρ. 22,1     Από εκεί εξεκίνησαν και επροχώρησαν οι Ισραηλίται και στρατοπέδευσαν προς δυσμάς της χώρας Μωάβ, παρά τον Ιορδάνην ποταμόν απέναντι από την Ιεριχώ.

Αρ. 22,2     καὶ ἰδὼν Βαλὰκ υἱὸς Σεπφὼρ πάντα ὅσα ἐποίησεν Ἰσραὴλ τῷ Ἀμοῤῥαίῳ,
Αρ. 22,2     Ο Βαλάκ, υιός του Σεπφώρ, όταν είδε όσα έκαμαν οι Ισραηλίται εναντίον των Αμορραίων,

Αρ. 22,3     καὶ ἐφοβήθη Μωὰβ τὸν λαὸν σφόδρα ὅτι πολλοὶ ἦσαν, καὶ προσώχθισε Μωὰβ ἀπὸ προσώπου υἱῶν Ἰσραήλ.
Αρ. 22,3     εφοβήθη πολύ, αυτός και οι Μωαβίται, τους Ισραηλίτας, διότι ήσαν πολλοί. Οι δε Μωαβίται είχον κυριευθή από μίσος και αγανάκτησιν εναντίον των Ισραηλιτών.

Αρ. 22,4     καὶ εἶπε Μωὰβ τῇ γερουσίᾳ Μαδιάμ· νῦν ἐκλείξει ἡ συναγωγὴ αὕτη πάντας τοὺς κύκλῳ ὑμῶν, ὡσεὶ ἐκλείξαι ὁ μόσχος τὰ χλωρὰ ἐκ τοῦ πεδίου. καὶ Βαλὰκ υἱὸς Σεπφὼρ βασιλεὺς Μωὰβ ἦν κατὰ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον.
Αρ. 22,4     Είπον δε εις την γερουσίαν των Μαδιανιτών· “ο λαός αυτός των Ισραηλιτών τώρα πλέον θα σαρώση όλους τους γύρω μας λαούς και θα γλείψη την περιοχήν, όπως το μοσχάρι γλείφει το χλωρό χορτάρι της πεδιάδος”. Ο δε Βαλακ, ο υιός του Σεπφώρ, ήτο βασιλεύς των Μωαβιτών κατά τον καιρόν εκείνον.

Αρ. 22,5     καὶ ἀπέστειλε πρέσβεις πρὸς Βαλαὰμ υἱὸν Βεὼρ Φαθουρά, ὅ ἐστιν ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ γῆς υἱῶν λαοῦ αὐτοῦ, καλέσαι αὐτὸν λέγων· ἰδοὺ λαὸς ἐξελήλυθεν ἐξ Αἰγύπτου καὶ ἰδοὺ κατεκάλυψε τὴν ὄψιν τῆς γῆς καὶ οὗτος ἐγκάθηται ἐχόμενός μου·
Αρ. 22,5     Αυτός λοιπόν έστειλε πρεσβευτάς προς τον Βαλαάμ, υιόν του Βεώρ, εις Φαθουρά, η οποία ευρίσκεται πλησίον του ποταμού Ευφράτου, εις την χώραν του λαού του Βαλαάμ, δια να προσκαλέσουν αυτόν, λέγοντες· “ιδού ένας λαός ισχυρός εβγήκεν από την Αίγυπτον και εκάλυψε την επιφάνειαν της γης. Αυτός είναι τώρα εγκατεστημένος πλησίον μου.

Αρ. 22,6     καὶ νῦν δεῦρο ἄρασαί μοι τὸν λαὸν τοῦτον, ὅτι ἰσχύει οὗτος ἢ ὑμεῖς· ἐὰν δυνώμεθα πατάξαι ἐξ αὐτῶν, καὶ ἐκβαλῶ αὐτοὺς ἐκ τῆς γῆς· ὅτι οἶδα οὓς ἐὰν εὐλογήσῃς σύ, εὐλόγηνται, καὶ οὓς ἐὰν καταράσῃ σύ, κεκατήρανται.
Αρ. 22,6     Ελα λοιπόν τώρα εδώ και καταράσου προς χάριν μου τον λαόν αυτόν, διότι είναι πολύ ισχυρότερος από ημάς. Ισως τότε ημπορέσωμεν να κτυπήσωμεν αυτούς, να τους νικήσωμεν και να τους εκδιώξωμεν από την χώραν μας. Σου ζητώ να τους καταρασθής, διότι γνωρίζω, ότι εκείνοι, τους οποίους συ θα ευλογήσης, θα είναι ευλογημένοι· και εκείνοι, τους οποίους συ θα κοταρασθής, θα είναι καταραμένοι”.

Αρ. 22,7     καὶ ἐπορεύθη ἡ γερουσία Μωὰβ καὶ ἡ γερουσία Μαδιάμ, καὶ τὰ μαντεῖα ἐν ταῖς χερσὶν αὐτῶν, καὶ ἦλθον πρὸς Βαλαὰμ καὶ εἶπαν αὐτῷ τὰ ῥήματα Βαλάκ.
Αρ. 22,7     Η γερουσία των Μωαβιτών και των Μαδιανιτών, έχοντες εις τα χέρια των και την αμοιβήν που θα έδιναν στον Βαλαάμ δια τα μαντικά, επορεύθησαν και ήλθαν προς τον Βαλαάμ και του διεβίδασαν τα λόγια του Βαλάκ.

Αρ. 22,8     καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· καταλύσατε αὐτοῦ τὴν νύκτα, καὶ ἀποκριθήσομαι ὑμῖν πράγματα, ἃ ἂν λαλήσῃ Κύριος πρός με· καὶ κατέμειναν οἱ ἄρχοντες Μωὰβ παρὰ Βαλαάμ.
Αρ. 22,8     Ο Βαλαάμ απήντησεν εις αυτούς· “μείνατε εδώ την νύκτα αυτήν και θα απαντήσω εις σας όσα ο Κυριος θα φανερώση εις εμέ”. Οι άρχοντες των Μωαβιτών έμειναν πλησίον του Βαλαάμ.

Αρ. 22,9     καὶ ἦλθεν ὁ Θεὸς πρὸς Βαλαὰμ καὶ εἶπεν αὐτῷ· τί οἱ ἄνθρωποι οὗτοι παρὰ σοι;
Αρ. 22,9     Ηλθεν ο Θεός προς τον Βαλαάμ και του είπε. “Τι ζητούν οι άνθρωποι αυτοί, οι οποίοι ευρίσκονται πλησίον σου;”

Αρ. 22,10     καὶ εἶπε Βαλαὰμ πρὸς τὸν Θεόν· Βαλὰκ υἱὸς Σεπφώρ, βασιλεὺς Μωάβ, ἀπέστειλεν αὐτοὺς πρός με λέγων·
Αρ. 22,10     Ο Βαλαάμ απήντησεν προς τον Θεόν· “ο Βαλάκ, υιός του Σεπφώρ και βασιλεύς των Μωαβιτών, έστειλε αυτούς τους πρεσβευτάς εις εμέ, λέγων·

Αρ. 22,11     ἰδοὺ λαὸς ἐξελήλυθεν ἐξ Αἰγύπτου καὶ κεκάλυφε τὴν ὄψιν τῆς γῆς καὶ οὗτος ἐγκάθηται ἐχόμενός μου· καὶ νῦν δεῦρο ἄρασαί μοι αὐτόν, εἰ ἄρα δυνήσομαι πατάξαι αὐτὸν καὶ ἐκβαλῶ αὐτὸν ἀπὸ τῆς γῆς.
Αρ. 22,11     Ιδού λαός πολύς και ισχυρός εβγήκεν από την Αίγυπτον και εσκέπασεν εξ ολοκλήρου την όψιν της γης· έχει δε εγκατασταθή πλησίον μου. Ελα λοιπόν τώρα να καταρασθής προς χάριν μου αυτόν τον λαόν, μήπως και ημπορέσω να τον κτυπήσω και τον εκδιώξω από την χώραν μου”.

Αρ. 22,12     καὶ εἶπεν ὁ Θεὸς πρὸς Βαλαάμ· οὐ πορεύσῃ μετ᾿ αὐτῶν, οὐδὲ καταράσῃ τὸν λαόν· ἔστι γὰρ εὐλογημένος.
Αρ. 22,12     Είπεν ο Θεός προς τον Βαλαάμ· “δεν θα πορευθής μαζή με τους άρχοντας αυτούς, ούτε και θα καταρασθής τον λαόν αυτόν, διότι είναι ευλογημένος”.

Αρ. 22,13     καὶ ἀναστὰς Βαλαὰμ τὸ πρωΐ εἶπε τοῖς ἄρχουσι Βαλάκ· ἀποτρέχετε πρὸς τὸν κύριον ὑμῶν· οὐκ ἀφίησί με ὁ Θεὸς πορεύεσθαι μεθ᾿ ὑμῶν.
Αρ. 22,13     Εγερθείς ο Βαλαάμ την πρωΐαν είπεν στους άρχοντας του Βαλάκ· “επιστρέψατε προς τον κύριόν σας. Ο Θεός δεν με αφήνει να έλθω μαζή σας”.

Αρ. 22,14     καὶ ἀναστάντες οἱ ἄρχοντες Μωὰβ ἦλθον πρὸς Βαλὰκ καὶ εἶπαν· οὐ θέλει Βαλαὰμ πορευθῆναι μεθ᾿ ἡμῶν.
Αρ. 22,14     Οι άρχοντες των Μωαβιτών ανεχώρησαν άπρακτοι, ήλθον προς τον Βαλάκ και του είπαν· “δεν θέλει ο Βαλαάμ να έλθη μαζή μας”.

Αρ. 22,15     Καὶ προσέθετο Βαλὰκ ἔτι ἀποστεῖλαι ἄρχοντας πλείους καὶ ἐντιμοτέρους τούτων.
Αρ. 22,15     Ο Βαλάκ απέστειλε και πάλιν περισσοτέρους άρχοντας και περισσότερον επισήμους από τους πρώτους.

Αρ. 22,16     καὶ ἦλθον πρὸς Βαλαὰμ καὶ λέγουσιν αὐτῷ· τάδε λέγει Βαλὰκ ὁ τοῦ Σεπφώρ· ἀξιῶ σε, μὴ ὀκνήσῃς ἐλθεῖν πρός με·
Αρ. 22,16     Ηλθον αυτοί προς τον Βαλαάμ και του είπαν· “αυτά λέγει ο βασιλεύς Βαλάκ, ο υιός του Σεπφώρ· Εχω την αξίωσιν από σε να μη βραδύνης να έλθης προς εμέ.

Αρ. 22,17     ἐντίμως γὰρ τιμήσω σε, καὶ ὅσα ἐὰν εἴπῃς, ποιήσω σοι· καὶ δεῦρο ἐπικατάρασαί μοι τὸν λαὸν τοῦτον.
Αρ. 22,17     Οταν δε έλθης εγώ θα σε τιμήσω και θα σε αμείψω πλουσίως και όσα μου είπης θα τα εκτελέσω. Ελα λοιπόν εδώ, δια να καταρασθής προς χάριν μου αυτόν τον λαόν”.

Αρ. 22,18     καὶ ἀπεκρίθη Βαλαὰμ καὶ εἶπε τοῖς ἄρχουσι Βαλάκ· ἐὰν δῷ μοι Βαλὰκ πλήρη τὸν οἶκον αὐτοῦ ἀργυρίου καὶ χρυσίου, οὐ δυνήσομαι παραβῆναι τὸ ῥῆμα Κυρίου τοῦ Θεοῦ, ποιῆσαι αὐτὸ μικρὸν ἢ μέγα ἐν τῇ διανοίᾳ μου·
Αρ. 22,18     Ο Βαλαάμ απήντησεν στους άρχοντας του Βαλάκ, λέγων· “και αν ακόμη ο Βαλάκ μου δώση όλον τον οίκον του γεμάτον αργύριον και χρυσίον, δεν θα ημπορέσω να παραβώ τον λόγον Κυρίου του Θεού και να σκεφθώ κάτι μικρόν η μεγάλον ανίιθετον προς εκείνα που μου είπεν ο Θεός.

Αρ. 22,19     καὶ νῦν ὑπομείνατε αὐτοῦ καὶ ὑμεῖς τὴν νύκτα ταύτην, καὶ γνώσομαι τί προσθήσει Κύριος λαλῆσαι πρός με.
Αρ. 22,19     Αλλά τώρα μείνατε και σεις εδώ αυτήν την νύκτα και θα μάθω τι θα θελήση ο Θεός να μου φανέρωση πάλιν”.

Αρ. 22,20     καὶ ἦλθεν ὁ Θεὸς πρὸς Βαλαὰμ νυκτὸς καὶ εἶπεν αὐτῷ· εἰ καλέσαι σε πάρεισιν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, ἀναστὰς ἀκολούθησον αὐτοῖς· ἀλλὰ τὸ ῥῆμα, ὃ ἐὰν λαλήσω πρὸς σε, τοῦτο ποιήσεις.
Αρ. 22,20     Ηλθεν ο Θεός προς τον Βαλαάμ κατά το διάστημα της νυκτός και είπε προς τον Βαλαάμ· “εφ' όσον οι άνθρωποι αυτοί ήλθαν να σε καλέσουν, σήκω και ακολούθησέ τους. Αλλά θα κάμης σύμφωνα με εκείνα, τα οποία εγώ θα σου φανερώσω”.

Αρ. 22,21     καὶ ἀναστὰς Βαλαὰμ τὸ πρωΐ ἐπέσαξε τὴν ὄνον αὐτοῦ καὶ ἐπορεύθη μετὰ τῶν ἀρχόντων Μωάβ.
Αρ. 22,21     Ηγέρθη το πρωϊ ο Βαλαάμ, εσαμάρωσε την όνον του και επορεύθη μαζή με τους άρχοντας των Μωαβιτών, (δελεασθείς και από την μεγάλην αμοιβήν).

Αρ. 22,22     καὶ ὠργίσθη θυμῷ ὁ Θεός, ὅτι ἐπορεύθη αὐτός, καὶ ἀνέστη ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ διαβαλεῖν αὐτόν, καὶ αὐτὸς ἐπιβεβήκει ἐπὶ τῆς ὄνου αὐτοῦ, καὶ δύο παῖδες αὐτοῦ μετ᾿ αὐτοῦ.
Αρ. 22,22     Δια τούτο ωργίσθη ο Θεός, διότι ο Βαλαάμ επορεύθη με τους άρχοντας και άγγελος Θεού παρουσιάσθη, δια να αποτρέψη αυτόν. Αυτός δε εκάθητο επάνω εις την όνον, είχε δε μαζή του και δύο υπηρέτας.

Αρ. 22,23     καὶ ἰδοῦσα ἡ ὄνος τὸν ἄγγελον τοῦ Θεοῦ ἀνθεστηκότα ἐν τῇ ὁδῷ καὶ τὴν ῥομφαίαν ἐσπασμένην ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ, καὶ ἐξέκλινεν ἡ ὄνος ἐκ τῆς ὁδοῦ καὶ ἐπορεύετο εἰς τὸ πεδίον· καὶ ἐπάταξε τὴν ὄνον ἐν τῇ ῥάβδῳ αὐτοῦ τοῦ εὐθῦναι αὐτὴν ἐν τῇ ὁδῷ.
Αρ. 22,23     Η όνος, όταν είδε τον άγγελον του Θεού να της εμποδίζη τον δρόμον και να κρατή ρομφαίαν γυμνήν στο χέρι του, παρεξέκλινε από την οδόν και επήγαινε εις την πεδιάδα. Ο Βαλαάμ εκτύπησεν αυτήν με την ράβδον του, δια να την επαναφέρη και κατευθύνη εις την οδόν.

Αρ. 22,24     καὶ ἔστη ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ ἐν ταῖς αὔλαξι τῶν ἀμπέλων, φραγμὸς ἐντεῦθεν καὶ φραγμὸς ἐντεῦθεν·
Αρ. 22,24     Ο άγγελος του Θεού εστάθη εμπρός από την όνον εις τα αυλάκια των αμπέλων· από την μία μεριά των οποίων και την άλλη υπήρχον τοίχοι προς περίφραγμα αυτών.

Αρ. 22,25     καὶ ἰδοῦσα ἡ ὄνος τὸν ἄγγελον τοῦ Θεοῦ προσέθλιψεν ἑαυτὴν πρὸς τὸν τοῖχον καὶ ἀπέθλιψε τὸν πόδα Βαλαὰμ πρὸς τὸν τοῖχον· καὶ προσέθετο ἔτι μαστίξαι αὐτήν.
Αρ. 22,25     Οταν η όνός είδε τον άγγελον του Θεού εστριμώχθη στον τοίχον και επίεσε προς αυτόν τον πόδα του Βαλαάμ. Ο δε Βαλαάμ την εκτύπησε και πάλιν.

Αρ. 22,26     καὶ προσέθετο ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπελθὼν ὑπέστη ἐν τόπῳ στενῷ, εἰς ὃν οὐκ ἦν ἐκκλῖναι δεξιὰν ἢ ἀριστεράν.
Αρ. 22,26     Ο άγγελος του Θεού επροχώρησεν, εσταμάτησεν εις δίοδον στενήν, όπου δεν ήτο δυνατόν εις την όνον να παρεκκλίνη δεξιά η αριστερά.

Αρ. 22,27     καὶ ἰδοῦσα ἡ ὄνος τὸν ἄγγελον τοῦ Θεοῦ συνεκάθισεν ὑποκάτω Βαλαάμ· καὶ ἐθυμώθη Βαλαὰμ καὶ ἔτυπτε τὴν ὄνον τῇ ῥάβδῳ.
Αρ. 22,27     Οταν είδεν η όνος τον άγγελον του Θεού εμπρός, εκάθησεν στο έδαφος έχουσα επάνω της τον Βαλαάμ. Αυτός εθύμωσε και εκτυπούσε συνεχώς την όνον με την ράβδον του.

Αρ. 22,28     καὶ ἤνοιξεν ὁ Θεὸς τὸ στόμα τῆς ὄνου, καὶ λέγει τῷ Βαλαάμ· τί ἐποίησά σοι ὅτι πέπαικάς με τρίτον τοῦτο;
Αρ. 22,28     Ηνοιξε τότε ο Θεός το στόμα της όνου, η οποία και είπε προς αυτόν· “τι σου έκαμα, ώστε τρίτην αυτήν φοράν να με κτυπάς;”

Αρ. 22,29     καὶ εἶπε Βαλαὰμ τῇ ὄνῳ· ὅτι ἐμπέπαιχάς μοι· καὶ εἰ εἶχον μάχαιραν ἐν τῇ χειρί, ἤδη ἂν ἐξεκέντησά σε.
Αρ. 22,29     Και ο Βαλαάμ είπεν εις την όνον· “σε κτυπώ, διότι με περιπαίζεις, και αν είχα στο χέρι μου μαχαίρι, θα σε είχα σφάξει”.

Αρ. 22,30     καὶ λέγει ἡ ὄνος τῷ Βαλαάμ· οὐκ ἐγὼ ἡ ὄνος σου, ἐφ᾿ ἧς ἐπέβαινες ἀπὸ νεότητός σου ἕως τῆς σήμερον ἡμέρας; μὴ ὑπεροράσει ὑπεριδοῦσα ἐποίησά σοι οὕτως; ὁ δὲ εἶπεν· οὐχί.
Αρ. 22,30     Η όνος είπε προς τον Βαλαάμ· “δεν είμαι εγώ η όνος σου, επάνω εις την οποίαν εκάθησο από την νεότητά σου μέχρι της σημερινής ημέρας; Πές μου, μήπως τυχόν μέχρι σήμερα σε παρήκουσα και εφέρθην όπως τώρα;” Εκείνος της απήντησεν “όχι”.

Αρ. 22,31     ἀπεκάλυψε δὲ ὁ Θεὸς τοὺς ὀφθαλμοὺς Βαλαάμ, καὶ ὁρᾷ τὸν ἄγγελον Κυρίου ἀνθεστηκότα ἐν τῇ ὁδῷ καὶ τὴν μάχαιραν ἐσπασμένην ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ καὶ κύψας προσεκύνησε τῷ προσώπῳ αὐτοῦ.
Αρ. 22,31     Τοτε ο Θεός ήνοιξεν τα μάτια του Βαλαάμ και είδε τον άγγελον του Θεού να αντιστέκεται στον δρόμον και να κρατή στο χέρι του γυμνήν την μάχαιραν. Ο Βαλαάμ έσκυψε το πρόσωπόν του κατά γης και επροσκύνησε τον άγγελον.

Αρ. 22,32     καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ· διατί ἐπάταξας τὴν ὄνον σου τοῦτο τρίτον; καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἐξῆλθον εἰς διαβολήν σου, ὅτι οὐκ ἀστεία ἡ ὁδός σου ἐναντίον μου,
Αρ. 22,32     Είπε δε προς αυτόν ο άγγελος του Θεού· “διατί εκτύπησες την όνον σου, τρίτην μάλιστα φοράν; Ιδού εγώ εβγήκα εις τον δρόμον σου, δια να σε παρεμποδίσω, διότι η πορεία σου αυτή δεν μου είναι αρεστή.

Αρ. 22,33     καὶ ἰδοῦσά με ἡ ὄνος ἐξέκλινεν ἀπ᾿ ἐμοῦ τρίτον τοῦτο· καὶ εἰ μὴ ἐξέκλινεν, νῦν οὖν σὲ μὲν ἀπέκτεινα, ἐκείνην δ᾿ ἂν περιεποιησάμην.
Αρ. 22,33     Η όνος με είδε, παραμέρισεν από εμέ τρίτην φοράν. Εάν δε δεν ελοξοδρομούσε, σε μεν θα εφόνευον, εκείνην δε θα την άφηνα να ζήση”.

Αρ. 22,34     καὶ εἶπε Βαλαὰμ τῷ ἀγγέλῳ Κυρίου· ἡμάρτηκα, οὐ γὰρ ἠπιστάμην ὅτι σύ μοι ἀνθέστηκας ἐν τῇ ὁδῷ εἰς συνάντησιν· καὶ νῦν εἰ μή σοι ἀρκέσει, ἀποστραφήσομαι.
Αρ. 22,34     Συντετριμμένος τότε ο Βαλαάμ είπε προς τον άγγελον του Κυρίου· “ημάρτησα, διότι δεν εγνώριζα ότι συ εστάθης απέναντί μου και έφραξες τον δρόμον μου. Και τώρα εάν δεν είναι αρεστόν εις σέ, θα επιστρέψω στον τόπον μου”.

Αρ. 22,35     καὶ εἶπεν ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ πρὸς Βαλαάμ· συμπορεύθητι μετὰ τῶν ἀνθρώπων· πλὴν τὸ ῥῆμα, ὃ ἐὰν εἴπω πρὸς σε, τοῦτο φυλάξῃ λαλῆσαι. καὶ ἐπορεύθη Βαλαὰμ μετὰ τῶν ἀρχόντων Βαλάκ.
Αρ. 22,35     Ο δε άγγελος του Θεού, είπε προς αυτόν· “πήγαινε μαζή με τους ανθρώπους αυτούς. Αλλά πρόσεξε τα λόγια, τα οποία εγώ θα είπω προς σέ, αυτά συ θα είπης προς τον Βαλάκ”. Ο Βαλαάμ επορεύθη μαζή με τους άρχοντας του Βαλάκ.

Αρ. 22,36     Καὶ ἀκούσας Βαλὰκ ὅτι ἥκει Βαλαάμ, ἐξῆλθεν εἰς συνάντησιν αὐτῷ, εἰς πόλιν Μωάβ, ἥ ἐστιν ἐπὶ τῶν ὁρίων Ἀρνῶν, ὅ ἐστιν ἐκ μέρους τῶν ὁρίων.
Αρ. 22,36     Ο Βαλάκ, όταν ήκουσεν ότι έρχεται ο Βαλαάμ, εβγήκεν εις συνάντησίν του εις μίαν πόλιν των Μωαβιτών, η οποία ευρίσκεται πλησίον του πόταμου Αρνών εις κάποιο μέρος των ορίων της χώρας Μωάβ.

Αρ. 22,37     καὶ εἶπε Βαλὰκ πρὸς Βαλαάμ· οὐχὶ ἀπέστειλα πρὸς σὲ καλέσαι σε; διατί οὐκ ἤρχου πρός με; ὄντως οὐ δυνήσομαι τιμῆσαί σε;
Αρ. 22,37     Είπε δε ο Βαλάκ προς τον Βαλαάμ· “δεν απέστειλα προς σε ανθρώπους μου και σε εκάλεσα; Διατί δεν ήθελες να έλθης προς εμέ; Μηπως ενόμισες ότι δεν θα ημπορούσα να σε αμείψω, όπως σου αξίζει;”

Αρ. 22,38     καὶ εἶπε Βαλαὰμ πρὸς Βαλάκ· ἰδοὺ ἥκω πρὸς σὲ νῦν· δυνατὸς ἔσομαι λαλῆσαί τι; τὸ ῥῆμα, ὃ ἐὰν ἐμβάλῃ ὁ Θεὸς εἰς τὸ στόμα μου, τοῦτο λαλήσω.
Αρ. 22,38     Ο Βαλαάμ απήντησεν προς τον Βαλάκ· “ιδού τώρα έχω έλθει προς σέ. Μηπως όμως και έχω την δύναμιν να σου μιλήσω κάτι από τον εαυτόν μου; Εγώ θα σου ειπώ ο,τι ο Θεός θα βάλη στο στόμα μου”.

Αρ. 22,39     καὶ ἐπορεύθη Βαλαὰμ μετὰ Βαλάκ, καὶ ἦλθον εἰς πόλεις ἐπαύλεων.
Αρ. 22,39     Ο Βαλαάμ επορεύθη μαζή με τον Βαλάκ και ήλθαν εις πόλεις αγροτικών περιοχών.

Αρ. 22,40     καὶ ἔθυσε Βαλὰκ πρόβατα καὶ μόσχους καὶ ἀπέστειλε τῷ Βαλαὰμ καὶ τοῖς ἄρχουσι τοῖς μετ᾿ αὐτοῦ.
Αρ. 22,40     Ο Βαλάκ εθυσίασεν εκεί πρόβατα και μοσχάρια και έστειλε τεμάχια από αυτά στον Βαλαάμ και τους άρχοντας, που ήσαν μαζή του.

Αρ. 22,41     καὶ ἐγενήθη πρωΐ καὶ παραλαβὼν Βαλὰκ τὸν Βαλαὰμ ἀνεβίβασεν αὐτὸν ἐπὶ τὴν στήλην τοῦ Βαὰλ καὶ ἔδειξεν αὐτῷ ἐκεῖθεν μέρος τι τοῦ λαοῦ.
Αρ. 22,41     Οταν δε εξημέρωσε, παρέλαβεν ο Βαλάκ τον Βαλαάμ, τους ανεβίβασεν εις υψηλόν τόπον, όπου υπήρχε η ειδωλολατρική στήλη προς τιμήν του ειδώλου Βαάλ, και από εκεί, έδειξεν εις αυτόν ένα μέρος του ισραηλιτικού λαού.

Αρ. 23,1     Καὶ εἶπε Βαλαὰμ τῷ Βαλάκ· οἰκοδόμησόν μοι ἐνταῦθα ἑπτὰ βωμοὺς καὶ ἑτοίμασόν μοι ἐνταῦθα ἑπτὰ μόσχους καὶ ἑπτὰ κριούς.
Αρ. 23,1     Ο Βαλαάμ είπεν στον Βαλάκ· “κτίσε μου εδώ επτά βωμούς και ετοίμασέ μου επτά μοσχάρια και επτά κριούς”.

Αρ. 23,2     καὶ ἐποίησε Βαλὰκ ὃν τρόπον εἶπεν αὐτῷ Βαλαάμ, καὶ ἀνήνεγκε μόσχον καὶ κριὸν ἐπὶ τὸν βωμόν.
Αρ. 23,2     Ο Βαλάκ έκαμε όπως του είπεν ο Βαλαάμ και έφερεν ένα μοσχάρι και ένα κριον δια τον κάθε βωμόν.

Αρ. 23,3     καὶ εἶπε Βαλαὰμ πρὸς Βαλάκ· παράστηθι ἐπὶ τῆς θυσίας σου, καὶ πορεύσομαι εἴ μοι φανεῖται ὁ Θεὸς ἐν συναντήσει, καὶ ῥῆμα, ὃ ἐάν μοι δείξῃ, ἀναγγελῶ σοι. καὶ παρέστη Βαλὰκ ἐπὶ τῆς θυσίας αὐτοῦ, καὶ Βαλαὰμ ἐπορεύθη ἐπερωτῆσαι τὸν Θεὸν καὶ ἐπορεύθη εὐθεῖαν.
Αρ. 23,3     Του είπε δε ο Βαλαάμ· “στάσου εδώ κοντά εις την θυσίαν σου, και εγώ θα προχωρήσω μήπως τυχόν και φανή ο Θεός εις συνάντησίν μου. Εάν ναι, τον λόγον τον οποίον θα μου φανερώση, θα σου τον γνωστοποιήσω”. Ο Βαλάκ εστάθη πράγματι κοντά στον βωμόν της θυσίας, ενώ ο Βαλαάμ επροχώρησε να ερωτήση τον Θεόν. Κατ' ευθείαν εμπρός εβάδισε.

Αρ. 23,4     καὶ ἐφάνη ὁ Θεὸς τῷ Βαλαάμ, καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν Βαλαάμ· τοὺς ἑπτὰ βωμοὺς ἡτοίμασα καὶ ἀνεβίβασα μόσχον καὶ κριὸν ἐπὶ τὸν βωμόν.
Αρ. 23,4     Παρουσιάσθη όντως ο Θεός στον Βαλαάμ, και προς Αυτόν είπεν ο Βαλαάμ· “ητοίμασα επτά βωμούς, έθεσα επάνω στον καθένα από αυτούς ένα μοσχάρι και ένα κριόν”.

Αρ. 23,5     καὶ ἐνέβαλεν ὁ Θεὸς ῥῆμα εἰς τὸ στόμα Βαλαὰμ καὶ εἶπεν· ἐπιστραφεὶς πρὸς Βαλὰκ οὕτω λαλήσεις.
Αρ. 23,5     Ο Θεός έβαλεν στο στόμα του Βαλαάμ τον λόγον, που έπρεπε να πη, και του είπε· “γύρισε προς τον Βαλάκ και θα ομιλήσης προς αυτόν, όπως εγώ σε ωδήγησα”.

Αρ. 23,6     καὶ ἀπεστράφη πρὸς αὐτόν, καὶ ὅδε ἐφειστήκει ἐπὶ τῶν ὁλοκαυτωμάτων αὐτοῦ, καὶ πάντες οἱ ἄρχοντες Μωὰβ μετ᾿ αὐτοῦ. καὶ ἐγενήθη πνεῦμα Θεοῦ ἐπ᾿ αὐτῷ,
Αρ. 23,6     Επέστρεψεν ο Βαλαάμ προς τον Βαλάκ. Εκείνος δε ήτο όρθιος κοντά εις τα ολοκαυτώματα, μαζή δε με αυτόν και οι Μωαβίται άρχοντες. Πνεύμα Θεού ήλθεν στον Βαλαάμ,

Αρ. 23,7     καὶ ἀναλαβὼν τὴν παραβολὴν αὐτοῦ εἶπεν· ἐκ Μεσοποταμίας μετεπέμψατό με Βαλάκ, βασιλεὺς Μωάβ, ἐξ ὀρέων ἀπ᾿ ἀνατολῶν λέγων· δεῦρο ἄρασαί μοι τὸν Ἰακὼβ καὶ δεῦρο ἐπικατάρασαί μοι τὸν Ἰσραήλ.
Αρ. 23,7     ο οποίος ήρχισε παραβολικόν λόγον και είπεν· “ο Βαλάκ, ο βασιλεύς των Μωαβιτών, έστειλε και με εκάλεσε από την Μεσοποταμίαν, από τα όρη της Ανοτολής, και μου είπε· Ελα εδώ και προς χάριν μου καταράσου τον ισραηλιτικόν λαόν.

Αρ. 23,8     τί ἀράσωμαι ὃν μὴ ἀρᾶται Κύριος, ἢ τί καταράσωμαι ὃν μὴ καταρᾶται ὁ Θεός;
Αρ. 23,8     Πως όμως εγώ θα καταρασσθώ εκείνον, τον οποίον ο Κυριος δεν καταράται; Τι ειδός κατάρας θα είπω εναντίον εκείνου, τον οποίον ο Θεός δεν καταράται;

Αρ. 23,9     ὅτι ἀπὸ κορυφῆς ὀρέων ὄψομαι αὐτὸν καὶ ἀπὸ βουνῶν προσνοήσω αὐτόν. ἰδοὺ λαὸς μόνος κατοικήσει καὶ ἐν ἔθνεσιν οὐ συλλογισθήσεται.
Αρ. 23,9     Διότι βλέπω τον λαόν αυτόν από την κορυφήν των ορέων, τον εννοώ πολύ καλά από τα βουνά, επί των οποίων ευρίσκομαι. Και ιδού ότι ο λαός αυτός θα κατοική μόνος του, δεν θα σαγκαταριθμήται και δεν θα κατατάσσεται μεταξύ των άλλων λαών.

Αρ. 23,10     τίς ἐξηκριβάσατο τὸ σπέρμα Ἰακώβ, καὶ τίς ἐξαριθμήσεται δήμους Ἰσραήλ; ἀποθάνοι ἡ ψυχή μου ἐν ψυχαῖς δικαίων, καὶ γένοιτο τὸ σπέρμα μου ὡς τὸ σπέρμα τούτων.
Αρ. 23,10     Ποιός εξηκρίβωσε το πλήθος των απογόνων του Ιακώβ και ποιός θα ημπορέση να μετρήση τας φυλάς του Ισραήλ; Κανείς. Είθε δε να απέθνησκα και εγώ μαζή με τους δικαίους αυτούς ανθρώπους και οι απόγονοί μου να γίνουν πολυάριθμοι και ισχυροί, όπως είναι οι απόγονοι αυτών”.

Αρ. 23,11     καὶ εἶπε Βαλὰκ πρὸς Βαλαάμ· τί πεποίηκάς μοι; εἰς κατάρασιν ἐχθρῶν μου κέκληκά σε, καὶ ἰδοὺ εὐλόγηκας εὐλογίαν.
Αρ. 23,11     Ο Βαλάκ είπε τότε προς τον Βαλαάμ· “τι μου έκαμες; Εγώ σε εκάλεσα να καταρασθής τους εχθρούς μου και ιδού ότι συ τους ευλόγησες ευλογίαν μεγάλην”.

Αρ. 23,12     καὶ εἶπε Βαλαὰμ πρὸς Βαλάκ· οὐχὶ ὅσα ἂν ἐμβάλῃ ὁ Θεὸς εἰς τὸ στόμα μου, τοῦτο φυλάξω λαλῆσαι;
Αρ. 23,12     Είπεν ο Βαλαάμ προς τον Βαλάκ· “δεν σου είπα, ότι όσα θα βάλη ο Θεός στο στόμα μου, αυτά θα προσέξω να σου είπω;”

Αρ. 23,13     Καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν Βαλάκ· δεῦρο ἔτι μετ᾿ ἐμοῦ εἰς τόπον ἄλλον, ἐξ οὗ οὐκ ὄψει αὐτὸν ἐκεῖθεν, ἀλλ᾿ ἢ μέρος τι αὐτοῦ ὄψει, πάντας δὲ οὐ μὴ ἴδῃς, καὶ κατάρασαί μοι αὐτὸν ἐκεῖθεν.
Αρ. 23,13     Ο Βαλάκ είπε προς τον Βαλαάμ· “έλα και πάλιν μαζή μου εις άλλον τόπον, από τον οποίον δεν θα ίδης όλους τους Ισραηλίτας, αλλά ένα μέρος από τον λαόν αυτών. Δεν θα τους ίδης όλους. Από εκεί καταράσου αυτόν τον λαόν προς χάριν μου”.

Αρ. 23,14     καὶ παρέλαβεν αὐτὸν εἰς ἀγροῦ σκοπιὰν ἐπὶ κορυφὴν λελαξευμένου καὶ ᾠκοδόμησεν ἐκεῖ ἑπτὰ βωμοὺς καὶ ἀνεβίβασε μόσχον καὶ κριὸν ἐπὶ τὸν βωμόν.
Αρ. 23,14     Παρέλαβεν αυτόν και τον ωδήγησεν εις υψηλόν μέρος ένος ορεινού αγρού εις την κορυφήν του “Λελαξευμένου”, του όρους δηλ. Ναβαύ. Εκτισεν εκεί επτά βωμούς και επάνω στον κάθε βωμόν έθεσεν ανά ένα μοσχάρι και ανά ένα κριόν.

Αρ. 23,15     καὶ εἶπε Βαλαὰμ πρός Βαλάκ· παράστηθι ἐπὶ τῆς θυσίας σου, ἐγὼ δὲ πορεύσομαι ἐπερωτῆσαι τὸν Θεόν.
Αρ. 23,15     Ο Βαλαάμ είπε προς τον Βαλάκ· “στάσου κοντά εις την θυσίαν σου και εγώ θα προχωρήσω να ερωτήσω τον Θεόν”.

Αρ. 23,16     καὶ συνήντησεν ὁ Θεὸς τῷ Βαλαὰμ καὶ ἐνέβαλε ῥῆμα εἰς τὸ στόμα αὐτοῦ καὶ εἶπεν· ἀποστράφηθι πρὸς Βαλὰκ καὶ τάδε λαλήσεις.
Αρ. 23,16     Ο Θεός συνήντησε τον Βαλαάμ, έβαλε λόγον στο στόμα του και του είπε· “γύρισε προς τον Βαλάκ και θα του είπης, ο,τι εγώ θα θέσω στο στόμα σου”.

Αρ. 23,17     καὶ ἀπεστράφη πρὸς αὐτόν, καὶ ὅδε ἐφειστήκει ἐπὶ τῆς ὁλοκαυτώσεως αὐτοῦ, καὶ πάντες οἱ ἄρχοντες Μωὰβ μετ᾿ αὐτοῦ. καὶ εἶπεν αὐτῷ Βαλάκ· τί ἐλάλησε Κύριος;
Αρ. 23,17     Επέστρεψεν ο Βαλαάμ προς αυτόν, που ήτο όρθιος κοντά εις τα ολοκαυτώματά του· μαζή του δε ήσαν και όλοι οι άρχοντες των Μωαβιτών. Ηρώτησε δε αυτόν ο Βαλάκ· “τι σου είπεν ο Κυριος;”

Αρ. 23,18     καὶ ἀναλαβὼν τὴν παραβολὴν αὐτοῦ εἶπεν· ἀνάστηθι Βαλάκ, καὶ ἄκουε· ἐνώτισαι μάρτυς, υἱὸς Σεπφώρ.
Αρ. 23,18     Ο Βαλαάμ ήρχισε τον αλληγορικόν του λόγον και είπε· “σήκω, Βαλάκ, και άκουε· παιδί του Σεπφώρ, άνοιξε τα αυτιά σου να ακούσης ο ίδιος.

Αρ. 23,19     οὐχ ὡς ἄνθρωπος ὁ Θεὸς διαρτηθῆναι, οὐδ᾿ ὡς υἱὸς ἀνθρώπου ἀπειληθῆναι· αὐτὸς εἴπας, οὐχὶ ποιήσει; λαλήσει, καὶ οὐχὶ ἐμμενεῖ;
Αρ. 23,19     Ο αληθινός Θεός δεν είναι όπως ο άνθρωπος, ώστε να εξαπατηθή, δεν είναι όπως οι υιοί των ανθρώπων, ώστε να φοβηθή απειλάς. Αυτός είπε και δεν θα το εκτελέση; Θα ομιλήση αυτός και δεν θα επιμείνη μέχρι τέλους εις αυτό που είπε;

Αρ. 23,20     ἰδοὺ εὐλογεῖν παρείλημμαι· εὐλογήσω καὶ οὐ μὴ ἀποστρέψω.
Αρ. 23,20     Ιδού εγώ έλαβα την διαταγήν να ευλογήσω, θα ευλογήσω και δεν θα κάμω διαφορετικά.

Αρ. 23,21     οὐκ ἔσται μόχθος ἐν Ἰακώβ, οὐδὲ ὀφθήσεται πόνος ἐν Ἰσραήλ· Κύριος ὁ Θεὸς αὐτοῦ μετ᾿ αὐτοῦ, τὰ ἔνδοξα ἀρχόντων ἐν αὐτῷ·
Αρ. 23,21     Δεν θα υπάρχη κατάθλιψις και βαρύς σωματικός κόπος στους απογόνους του Ιακώβ, καμμία λύπη και αγωνία δεν θα παρουσιασθή στους Ισραηλίτας. Κυριος ο Θεός αυτών είναι μαζή των, όλαι αι τιμαί και αι δόξαι των αρχόντων υπάρχουν στον λαόν αυτόν.

Αρ. 23,22     Θεὸς ὁ ἐξαγαγὼν αὐτοὺς ἐξ Αἰγύπτου· ὡς δόξα μονοκέρωτος αὐτῷ.
Αρ. 23,22     Ο Θεός είναι εκείνος, που έβγαλεν αυτούς ελευθέρους από την Αίγυπτον. Η δύναμις του λαού αυτού είναι όμοια προς την δύναμιν του ισχυρού ρινοκέρωτος.

Αρ. 23,23     οὐ γάρ ἐστιν οἰωνισμὸς ἐν Ἰακώβ, οὐδὲ μαντεία ἐν Ἰσραήλ· κατὰ καιρὸν ῥηθήσεται Ἰακὼβ καὶ τῷ Ἰσραήλ, τί ἐπιτελέσει ὁ Θεός.
Αρ. 23,23     Δεν ισχύει δια τους απογόνους του Ιακώβ κανένας ειδωλολατρικός οιωνός, ούτε μαγεία και μαντεία, διότι ο Θεός κατά τον κατάλληλον καιρόν αποκαλύπτει στους Ισραηλίτας τι θα κάμη.

Αρ. 23,24     ἰδοὺ λαὸς ὡς σκύμνος ἀναστήσεται καὶ ὡς λέων γαυρωθήσεται· οὐ κοιμηθήσεται, ἕως φάγῃ θήραν, καὶ αἷμα τραυματιῶν πίεται.
Αρ. 23,24     Ιδού ο λαός αυτός θα εγερθή ωσάν νεαρός λέων, θα καμαρώση την μεγαλοπρέπειάν του ως μεγάλος λέων. Δεν θα κοιμηθή πριν κατασπαράξη την λεία του και πριν πίη το αίμα εκείνων, που θα φονεύση”.

Αρ. 23,25     καὶ εἶπε Βαλὰκ πρὸς Βαλαάμ· οὔτε κατάραις καταράσῃ μοι αὐτὸν οὔτε εὐλογῶν μὴ εὐλογήσῃς αὐτόν.
Αρ. 23,25     Καταστενοχωρημένος ο Βαλάκ είπε προς τον Βαλαάμ· “ούτε με κατάρες θα μου καταρασθής αυτόν τον λαόν, αλλ' ούτε πάλιν με ευλογίας θα τον ευλογήσης”.

Αρ. 23,26     καὶ ἀποκριθεὶς Βαλαὰμ εἶπε τῷ Βαλάκ· οὐκ ἐλάλησά σοι λέγων, τὸ ῥῆμα, ὃ ἐὰν λαλήσῃ ὁ Θεός, τοῦτο ποιήσω;
Αρ. 23,26     Απεκρίθη ο Βαλαάμ και του είπεν· “δεν ωμίλησα και δεν σου είπα, ότι εγώ θα κάμω σύμφωνα με εκείνο που θα μου είπη ο Θεός;”

Αρ. 23,27     Καὶ εἶπε Βαλὰκ πρὸς Βαλαάμ· δεῦρο παραλάβω σε εἰς τόπον ἄλλον, εἰ ἀρέσει τῷ Θεῷ, καὶ κατάρασαί μοι αὐτὸν ἐκεῖθεν.
Αρ. 23,27     Είπε ο Βαλάκ προς τον Βαλαάμ· “έλα θα σε πάρω και θα σε οδηγήσω εις άλλον τόπον· μήπως τυχόν και αρέσει αυτό στον Θεόν και από εκεί μου καταρασθής τον ισραηλιτικόν λαόν”.

Αρ. 23,28     καὶ παρέλαβε Βαλὰκ τὸν Βαλαὰμ ἐπὶ κορυφὴν τοῦ Φογὼρ τὸ παρατεῖνον εἰς τὴν ἔρημον.
Αρ. 23,28     Παρέλαβε, λοιπόν, ο Βαλάκ τον Βαλαάμ και τον ωδήγησεν εις την κορυφήν του όρους Φογώρ, το οποίον εκτείνεται εις την έρημον.

Αρ. 23,29     καὶ εἶπε Βαλαὰμ πρὸς Βαλάκ· οἰκοδόμησόν μοι ὧδε ἑπτὰ βωμοὺς καὶ ἑτοίμασόν μοι ὧδε ἑπτὰ μόσχους καὶ ἑπτὰ κριούς.
Αρ. 23,29     Είπεν ο Βαλαάμ προς τον Βαλάκ· “κτίσε μου πάλιν εδώ επτά βωμούς και ετοίμασέ μου επτά μοσχάρια και επτά κριούς”.

Αρ. 23,30     καὶ ἐποίησε Βαλὰκ καθάπερ εἶπεν αὐτῷ Βαλαάμ, καὶ ἀνήνεγκε μόσχον καὶ κριὸν ἐπὶ τὸν βωμόν.
Αρ. 23,30     Ο Βαλάκ έκαμεν, όπως ακριβώς του είπεν ο Βαλαάμ, και έθεσεν επάνω στον κάθε βωμόν ανά ένα μοσχάρι και ανά ένα κριόν.

Αρ. 24,1     Καὶ ἰδὼν Βαλαὰμ ὅτι καλόν ἐστιν ἐναντίον Κυρίου εὐλογεῖν τὸν Ἰσραήλ, οὐκ ἐπορεύθη κατὰ τὸ εἰωθὸς εἰς συνάντησιν τοῖς οἰωνοῖς καὶ ἀπέστρεψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ εἰς τὴν ἔρημον.
Αρ. 24,1     Ο Βαλαάμ επειδή είδεν ότι είναι ευάρεστον στον Θεόν να ευλογή τον ισραηλιτικόν λαόν, δεν επήγεν, όπως εσυνήθιζε προηγουμένως, να συμβουλευθή τους οιωνούς, αλλά έστρεψε κατ' ευθείαν το πρόσωπόν του εις την έρημον, όπου ήσαν στρατοπεδευμένοι οι Ισραηλίται.

Αρ. 24,2     καὶ ἐξάρας Βαλαὰμ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ καθορᾷ τὸν Ἰσραὴλ ἐστρατοπεδευκότα κατὰ φυλάς, καὶ ἐγένετο πνεῦμα Θεοῦ ἐν αὐτῷ,
Αρ. 24,2     Εσήκωσε τα μάτια του και είδε τους Ισραηλίτας να έχουν στρατοπεδεύσει κατά φυλάς. Πνεύμα δε Θεού ήλθεν εις αυτόν.

Αρ. 24,3     καὶ ἀναλαβὼν τὴν παραβολὴν αὐτοῦ εἶπε· φησὶ Βαλαὰμ υἱὸς Βεώρ, φησὶν ὁ ἄνθρωπος ὁ ἀληθινῶς ὁρῶν,
Αρ. 24,3     Ηρχισε τον αλληγορικόν αυτού λόγον και είπεν· “εγώ ο Βαλαάμ, ο υιός του Βεώρ, ομιλώ ωσάν άνθρωπος, ο οποίος βλέπει πραγματικά το μέλλον.

Αρ. 24,4     φησὶν ἀκούων λόγια ἰσχυροῦ, ὅστις ὅρασιν Θεοῦ εἶδεν ἐν ὕπνῳ, ἀποκεκαλυμμένοι οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ·
Αρ. 24,4     Ομιλεί αυτός, που ακούει τα λόγια του παντοδυνάμου Θεού, αυτός που βλέπει κατά τον ύπνον του οράματα Θεού. Ομιλεί εκείνος, του οποίου τα μάτια είναι ανοικτά, ώστε να βλέπη το μέλλον. Ομιλεί και λέγει·

Αρ. 24,5     ὡς καλοὶ οἱ οἶκοί σου Ἰακώβ, αἱ σκηναί σου Ἰσραήλ!
Αρ. 24,5     Ποσον ωραίοι είναι οι οίκοι σου, Ιακώβ, αι σκηναί σου, Ισραηλιτικέ λαέ !

Αρ. 24,6     ὡσεὶ νάπαι σκιάζουσαι καὶ ὡσεὶ παράδεισοι ἐπὶ ποταμῷ καὶ ὡσεὶ σκηναί, ἃς ἔπηξε Κύριος, καὶ ὡσεὶ κέδροι παρ᾿ ὕδατα.
Αρ. 24,6     Είναι ωσάν κοιλάδες με βαθύσκια δένδρα, ωσάν κήποι πλησίον ποταμού, ωσάν σκηναί, τας οποίας έστησεν ο Κυριος, ωσάν κέδροι πλησίον εις νερά !

Αρ. 24,7     ἐξελεύσεται ἄνθρωπος ἐκ τοῦ σπέρματος αὐτοῦ καὶ κυριεύσει ἐθνῶν πολλῶν, καὶ ὑψωθήσεται ἢ Γὼγ βασιλεία αὐτοῦ, καὶ αὐξηθήσεται βασιλεία αὐτοῦ.
Αρ. 24,7     Από τους απογόνους του λαού αυτού θα προέλθη ένας ανήρ, ο οποίος θα γίνη κύριος εις πολλά έθνη και του οποίου η βασιλεία θα υψωθή περιοσότερον από την βασιλείαν του Γωγ. Η βασιλεία του θα μεγαλυνθή !

Αρ. 24,8     Θεὸς ὡδήγησεν αὐτὸν ἐξ Αἰγύπτου, ὡς δόξα μονοκέρωτος αὐτῷ· ἔδεται ἔθνη ἐχθρῶν αὐτοῦ καὶ τὰ πάχη αὐτῶν ἐκμυελιεῖ καὶ ταῖς βολίσιν αὐτοῦ κατατοξεύσει ἐχθρόν·
Αρ. 24,8     Ο Θεός ωδήγησε τον λαόν αυτόν από την Αίγυπτον, και η δύναμίς του είναι ωσάν την δύναμιν του ρινοκέρωτος. Θα καταβροχθίση τα εχθρικά προς αυτόν έθνη, θα σπάση τα κόκκαλά των και θα απομυζήση το μεδούλι των, με τα βέλη του θα κατατοξεύση και θα εξοντώση τους εχθρούς του !

Αρ. 24,9     κατακλιθεὶς ἀνεπαύσατο ὡς λέων καὶ ὡς σκύμνος· τίς ἀναστήσει αὐτόν; οἱ εὐλογοῦντές σε εὐλόγηνται, καὶ οἱ καταρώμενοί σε κεκατήρανται.
Αρ. 24,9     Κατακλιθείς θα αναπαυθή ωσάν λέων και ωσάν νεαρό λιοντάρι γεμάτο δύναμιν ! Ποιός θα τολμήση να εξυπνήση αυτόν; Λαέ του Ισραήλ, εκείνοι που θα σε ευλογούν, θα είναι ευλογημένοι και όσοι σε καταρώνται, θα είναι κατηραμένοι”.

Αρ. 24,10     καὶ ἐθυμώθη Βαλὰκ ἐπὶ Βαλαὰμ καὶ συνεκρότησε ταῖς χερσὶν αὐτοῦ, καὶ εἶπε Βαλὰκ πρὸς Βαλαάμ· καταρᾶσθαι τὸν ἐχθρόν μου κέκληκά σε, καὶ ἰδοὺ εὐλογῶν εὐλόγησας τρίτον τοῦτο·
Αρ. 24,10     Εθύμωσεν ο Βαλάκ εναντίον του Βαλαάμ, εκτύπησε με οργήν τα χέρια του και του είπε· “σε εκάλεσα να καταρασθής τον εχθρόν μου και ιδού ότι συ τρίτην αυτήν φοράν τον ευλόγησες.

Αρ. 24,11     νῦν οὖν φεῦγε εἰς τὸν τόπον σου· εἶπα, τιμήσω σε, καὶ νῦν ἐστέρησέ σε Κύριος τῆς δόξης.
Αρ. 24,11     Τωρα λοιπόν φύγε και πήγαινε στον τόπον σου. Είπα ότι θα σε αμείψω· αλλά τώρα ο Θεός σε εστέρησεν από την αμοιβήν αυτήν, την οποίαν είχα προορίσει δια σέ”.

Αρ. 24,12     καὶ εἶπε Βαλαὰμ πρὸς Βαλάκ· οὐχὶ καὶ τοῖς ἀγγέλοις σου, οὓς ἀπέστειλας πρός με, ἐλάλησα λέγων·
Αρ. 24,12     Είπε ο Βαλαάμ προς τον Βαλαάκ· “εγώ και προς τους αγγελιαφόρους, που μου έστειλες, δεν τους είπα ρητώς·

Αρ. 24,13     ἐάν μοι δῷ Βαλὰκ πλήρη τὸν οἶκον αὐτοῦ ἀργυρίου καὶ χρυσίου, οὐ δυνήσομαι παραβῆναι τὸ ῥῆμα Κυρίου ποιῆσαι αὐτὸ καλὸν ἢ πονηρὸν παρ᾿ ἐμαυτοῦ· ὅσα ἐὰν εἴπῃ ὁ Θεός, ταῦτα ἐρῶ.
Αρ. 24,13     Εάν ο Βαλάκ μου δώση τον οίκον του γεμάτον αργύριον και χρυσίον, δεν θα ημπορέσω να παραβώ αυθαιρέτως την εντολήν του Κυρίου, ώστε να μεταβάλω την καλήν προφητείαν εις κακήν η την κακήν εις καλήν; Οσα θα μου αποκαλύψη ο Θεός, αυτά εγώ θα είπω.

Αρ. 24,14     καὶ νῦν ἰδοὺ ἀποτρέχω εἰς τὸν τόπον μου· δεῦρο συμβουλεύσω σοι, τί ποιήσει ὁ λαὸς οὗτος τὸν λαόν σου ἐπ᾿ ἐσχάτου τῶν ἡμερῶν.
Αρ. 24,14     Λοιπόν, ιδού εγώ τώρα επιστρέφω εις τον τόπον μου. Ελα όμως να σου φανερώσω, τι θα κάμη ο λαός αυτός στον λαόν σου κατά τους επομένους καιρούς”.

Αρ. 24,15     καὶ ἀναλαβὼν τὴν παραβολὴν αὐτοῦ εἶπε· φυσὶ Βαλαὰμ υἱὸς Βεώρ, φησὶν ὁ ἄνθρωπος ὁ ἀληθινῶς ὁρῶν,
Αρ. 24,15     Ηρχισεν ο Βαλαάμ τον αλληγορικόν λόγον και είπεν· “ομιλεί ο Βαλαάμ, ο υιός του Βεώρ· ομιλεί ο άνθρωπος, ο οποίος πράγματι βλέπει το μέλλον·

Αρ. 24,16     ἀκούων λόγια Θεοῦ, ἐπιστάμενος ἐπιστήμην παρὰ ὑψίστου καὶ ὅρασιν Θεοῦ ἰδὼν ἐν ὕπνῳ, ἀποκεκαλυμμένοι οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ·
Αρ. 24,16     αυτός που ακούει τα λόγια του Θεού, που κατέχει την αληθινήν γνώσιν από τον Θεόν· αυτός που κατά τον ύπνον του βλέπει οράσεις Θεού και του οποίου τα μάτια είναι ανοικτά, ώστε να εισδύουν στο μέλλον.

Αρ. 24,17     δείξω αὐτῷ, καὶ οὐχὶ νῦν· μακαρίζω, καὶ οὐκ ἐγγίζει· ἀνατελεῖ ἄστρον ἐξ Ἰακώβ, ἀναστήσεται ἄνθρωπος ἐξ Ἰσραὴλ καὶ θραύσει τοὺς ἀρχηγοὺς Μωὰβ καὶ προνομεύσει πάντας υἱοὺς Σήθ.
Αρ. 24,17     Θα τον ίδω και θα τον δείξω τον Μεσσίαν, όχι όμως τώρα. Μακαρίζω αυτόν, αλλά δεν είναι πλησίον. Αργότερα θα ανατείλη άστρον από τους απογόνους του Ιακώβ, θα αναδειχθή άνθρωπος από τον ισραηλιτικόν λαόν και θα συντρίψη τους αρχηγούς των Μωαβιτών και θα λαφυραγωγήση όλους τους απογόνους του Σηθ.

Αρ. 24,18     καὶ ἔσται Ἐδὼμ κληρονομία, καὶ ἔσται κληρονομία Ἡσαῦ ὁ ἐχθρὸς αὐτοῦ· καὶ Ἰσραὴλ ἐποίησεν ἐν ἰσχύϊ.
Αρ. 24,18     Αυτός θα κληρονομήση την Ιδουμαίαν. Κληρονομία του θα είναι οι απόγονοι του Ησαύ, οι εχθροί του. Ο ισραηλιτικός λαός επραγματοποίησεν όλα αυτά με την δύναμίν του.

Αρ. 24,19     καὶ ἐξεγερθήσεται ἐξ Ἰακὼβ καὶ ἀπολεῖ σῳζόμενον ἐκ πόλεως.
Αρ. 24,19     Και θα προέλθη από την φυλήν Ιακώβ ο άνθρωπος αυτός και θα εξολοθρεύση κάθε εχθρόν του, ο οποίος θα θελήση να σωθή φεύγων από την πόλιν”.

Αρ. 24,20     καὶ ἰδὼν τὸν Ἀμαλὴκ καὶ ἀναλαβὼν τὴν παραβολὴν αὐτοῦ εἶπεν· ἀρχὴ ἐθνῶν Ἀμαλήκ, καὶ τὸ σπέρμα αὐτῶν ἀπολεῖται.
Αρ. 24,20     Στρέψας δε το βλέμμα του ο Βαλαάμ προς τους Αμαληκίτας, είπεν άλλον αλληγορικόν λόγον· “πρώτοι μεταξύ των εθνών, που επολέμησαν τους Ισραηλίτας, είναι οι Αμαληκίται. Δια τούτο οι απόγονοί των θα καταστραφούν”.

Αρ. 24,21     καὶ ἰδὼν τὸν Κεναῖον καὶ ἀναλαβὼν τὴν παραβολὴν αὐτοῦ εἶπεν· ἰσχυρὰ ἡ κατοικία σου· καὶ ἐὰν θῇς ἐν πέτρᾳ τὴν νοσσιάν σου,
Αρ. 24,21     Ιδών δε τους Κεναίους, είπε νέον χρησμόν· “ισχυρά είναι η κατοικία σας. Αλλά εάν κτίσετε την φωλεάν σας στον βράχον,

Αρ. 24,22     καὶ ἐὰν γένηται τῷ Βεὼρ νοσσιὰ πανουργίας, Ἀσσύριοι αἰχμαλωτεύσουσί σε.
Αρ. 24,22     και εάν ακόμη κτισθή η φωλεά σας με την επιτηδειότητα του Βεώρ, οι Ασσύριοι θα σας αιχμαλωτίσουν”.

Αρ. 24,23     καὶ ἰδὼν τὸν Ὢγ καὶ ἀναλαβὼν τὴν παραβολὴν αὐτοῦ εἶπεν· ὦ ὦ, τίς ζήσεται, ὅταν θῇ ταῦτα ὁ Θεός;
Αρ. 24,23     Ιδών τον Ωγ, είπε νέον παραβολικόν λόγον· “Ω ! Ω ! Ποις θα ζήση, όταν θα στείλη ο Θεός την τιμωρίαν εναντίον σου;

Αρ. 24,24     καὶ ἐξελεύσεται ἐκ χειρῶν Κιτιαίων καὶ κακώσουσιν Ἀσσοὺρ καὶ κακώσουσιν Ἑβραίους, καὶ αὐτοὶ ὁμοθυμαδὸν ἀπολοῦνται.
Αρ. 24,24     Στρατιωτικαί δυνάμεις θα εξέλθουν από την Κυπρον, θα ταλαιπωρήσουν και θα ταπεινώσουν τους Ασσυρίους και τους Εβραίους. Αλλά όλοι αυτοί οι λαοί και οι καταστρέψαντες αυτούς, θα καταστραφούν μαζή!”

Αρ. 24,25     καὶ ἀναστὰς Βαλαὰμ ἀπῆλθεν ἀποστραφεὶς εἰς τὸν τόπον αὐτοῦ, καὶ Βαλὰκ ἀπῆλθε πρὸς ἑαυτόν.
Αρ. 24,25     Ο Βαλαάμ εξεκίνησε και επέστρεψεν στον τόπον του, ο δε Βαλάκ επανήλθεν στον οίκον του.

Αρ. 25,1     Καὶ κατέλυσεν Ἰσραὴλ ἐν Σαττείν· καὶ ἐβεβηλώθη ὁ λαὸς ἐκπορνεῦσαι εἰς τὰς θυγατέρας Μωάβ.
Αρ. 25,1     Ο ισραηλιτικός λαός εστρατοπέδευσεν εις την περιοχήν Σαττείν. Εκεί όμως εμολύνθη, διότι εκυλίσθη εις πορνείαν με τας θυγατέρας των Μωαβιτών.

Αρ. 25,2     καὶ ἐκάλεσαν αὐτοὺς εἰς τὰς θυσίας τῶν εἰδώλων αὐτῶν, καὶ ἔφαγεν ὁ λαὸς τῶν θυσιῶν αὐτῶν καὶ προσεκύνησαν τοῖς εἰδώλοις αὐτῶν.
Αρ. 25,2     Οι Μωαβίται προσεκάλεσαν τους Ισραηλίτας εις τας θυσίας των ειδώλων των. Και οι Ισραηλίται προσήλθον και έφαγον από τας θυσίας τας ειδωλολατρικάς και επροσκύνησαν τα είδωλα των Μωαβιτών.

Αρ. 25,3     καὶ ἐτελέσθη Ἰσραὴλ τῷ Βεελφεγώρ· καὶ ὠργίσθη θυμῷ Κύριος τῷ Ἰσραήλ.
Αρ. 25,3     Ετσι δε ο Ισραηλιτικός λαός έλαβε μέρος εις τας ειδωλολατρικάς τελετάς του Βεελφεγώρ. Ο Κυριος ωργίσθη και εθυμώθη εναντίον του ισραηλιτικού λαού δια την παρανομίαν αυτήν.

Αρ. 25,4     καὶ εἶπε Κύριος τῷ Μωυσῇ· λαβὲ πάντας τοὺς ἀρχηγοὺς τοῦ λαοῦ καὶ παραδειγμάτισον αὐτοὺς Κυρίῳ κατέναντι τοῦ ἡλίου, καὶ ἀποστραφήσεται ὀργὴ θυμοῦ Κυρίου ἀπὸ Ἰσραήλ.
Αρ. 25,4     Είπε δε προς τον Μωϋσήν· “πάρε όλους τους παραστρατήσαντας αρχηγούς του λαού και εν πλήρει ημέρα τιμώρησέ τοες παραδειγματικώς ενώπιον όλων και έτσι θα παύση η οργή μου από τον ισραηλιτικόν λαόν”.

Αρ. 25,5     καὶ εἶπε Μωυσῆς ταῖς φυλαῖς Ἰσραήλ· ἀποκτείνατε ἕκαστος τὸν οἰκεῖον αὐτοῦ τὸν τετελεσμένον τῷ Βεελφεγώρ.
Αρ. 25,5     Εις την εντολήν του Θεού υπακούων ο Μωϋσής είπε προς τους Ισραηλίτας· “ο καθένας σας να φονεύση τον συγγενή του, ο οποίος συμμετέσχε εις τας ειδωλαλατρικάς τελετάς του Βεελφεγώρ”. Και οι Ισραηλίται υπήκουσαν.

Αρ. 25,6     Καὶ ἰδοὺ ἄνθρωπος τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ἐλθὼν προσήγαγε τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ πρὸς τὴν Μαδιανῖτιν ἐναντίον Μωυσῆ καὶ ἐναντίον πάσης συναγωγῆς υἱῶν Ἰσραήλ, αὐτοὶ δὲ ἔκλαιον παρὰ τὴν θύραν τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου.
Αρ. 25,6     Αλλά αίφνης ένας Ισραηλίτης ελθών ωδήγησε τον αδελφόν του προς μία γυναίκα Μαδιανίτιν, δια να αμαρτήση ενώπιον του Μωϋσέως και ενώπιον όλου του πλήθους των Ισραηλιτών, όταν αυτοί συντετριμμένοι δια τας αμαρτίας του λαού έκλαιον πλησίον εις την θύραν της Σκηνής του Μαρτυρίου.

Αρ. 25,7     καὶ ἰδὼν Φινεὲς υἱὸς Ἐλεάζαρ υἱοῦ Ἀαρὼν τοῦ ἱερέως ἐξανέστη ἐκ μέσου τῆς συναγωγῆς καὶ λαβὼν σειρομάστην ἐν τῇ χειρὶ
Αρ. 25,7     Ο Φινεές, υιός του Ελεάζαρ, υιού του αρχιερέως Ααρών, όταν είδε την αναισχυντίαν αυτήν, ηγέρθη εκ μέσου του ισραηλιτικού λαού, επήρε στο χέρι του λόγχην ακιδωτήν,

Αρ. 25,8     εἰσῆλθεν ὀπίσω τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Ἰσραηλίτου εἰς τὴν κάμινον καὶ ἀπεκέντησεν ἀμφοτέρους, τόν τε ἄνθρωπον τὸν Ἰσραηλίτην καὶ τὴν γυναῖκα διὰ τῆς μήτρας αὐτῆς· καὶ ἐπαύσατο ἡ πληγὴ ἀπὸ υἱῶν Ἰσραήλ.
Αρ. 25,8     εισήλθεν εις την σκηνήν οπίσω από τον Ισραηλίτην αυτόν στον κοιτώνα του, διεπέρασε με την λόγχην και τους δύο, τον Ισραηλίτην και την γυναίκα δια της μήτρας της. Αμέσως δε έπαυσεν η εκ μέρους του Θεού τιμωρία των Ισραηλιτών.

Αρ. 25,9     καὶ ἐγένοντο οἱ τεθνηκότες ἐν τῇ πληγῇ τέσσαρες καὶ εἴκοσι χιλιάδες.
Αρ. 25,9     Ο αριθμός εκείνων, οι οποίοι εφονεύθησαν κατά την πληγήν αυτήν, έφθασε τας είκοσι τέσσαρας χιλιάδας.

Αρ. 25,10     Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Αρ. 25,10     Ωμίλησεν ο Κυριος προς τον Μωϋσήν και είπεν·

Αρ. 25,11     Φινεὲς υἱὸς Ἐλεάζαρ υἱοῦ Ἀαρὼν τοῦ ἱερέως κατέπαυσε τὸν θυμόν μου ἀπὸ υἱῶν Ἰσραὴλ ἐν τῷ ζηλῶσαί μου τὸν ζῆλον ἐν αὐτοῖς, καὶ οὐκ ἐξανήλωσα τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ ἐν τῷ ζήλῳ μου.
Αρ. 25,11     “Ο Φινεές, ο υιός του Ελεάζαρ, υιού του αρχιερέως Ααρών, κατέπαυσε τον θυμόν μου εναντίον των Ισραηλιτών, διότι με ζήλον ιερόν και αγανάκτησιν ιεράν εφόνευσε τους ενόχους και έτσι δεν κατέστρεψα τους Ισραηλίτας επάνω εις την ιεράν αγανάκτησίν μου.

Αρ. 25,12     οὕτως εἶπον· ἰδοὺ ἐγὼ δίδωμι αὐτῷ διαθήκην εἰρήνης,
Αρ. 25,12     Δια την θεάρεστον αυτήν διαγωγήν του, είπα· ιδού εγώ ο Θεός συνάπτω με αυτόν ένα συμβόλαιον ιδιαιτέρας ειρήνης.

Αρ. 25,13     καὶ ἔσται αὐτῷ καὶ τῷ σπέρματι αὐτοῦ μετ᾿ αὐτὸν διαθήκη ἱερατείας αἰωνία, ἀνθ᾿ ὧν ἐζήλωσε τῷ Θεῷ αὐτοῦ καὶ ἐξιλάσατο περὶ τῶν υἱῶν Ἰσραήλ.
Αρ. 25,13     Υπόσχομαι να δώσω εις αυτόν και στους απογόνους του, έπειτα από αυτόν, παντοτεινήν την ιερωσύνην, ένεκα του γεγονότος, ότι έδειξε ζήλον υπέρ εμού του Θεού του και εξιλέωσε απέναντί μου τους Ισραηλίτας από τας αμαρτίας των”.

Αρ. 25,14     τὸ δὲ ὄνομα τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Ἰσραηλίτου τοῦ πεπληγότος, ὃς ἐπλήγη μετὰ τῆς Μαδιανίτιδος, Ζαμβρὶ υἱὸς Σαλώ, ἄρχων οἴκου πατριᾶς τῶν Συμεών·
Αρ. 25,14     Το δε όνομα του Ισραηλίτου, ο οποίος εθανατώθη μαζή με την Μαδιανίτιδα ήτο Ζαμβρί, παιδί του Σαλώ, ο οποίος ήτο άρχων από την φυλήν του Συμεών.

Αρ. 25,15     καὶ ὄνομα τῇ γυναικὶ τῇ Μαδιανίτιδι τῇ πεπληγυίᾳ Χασβί, θυγάτηρ Σοὺρ ἄρχοντος ἔθνους Ὀμμώθ, οἴκου πατριᾶς ἐστι τῶν Μαδιάμ.
Αρ. 25,15     Το δε όνομα της φονευθείσης γυναικός, της Μαδιανίτιδος, ήτο Χασβί. Αυτή ήτο θυγάτηρ του Σούρ, του άρχοντος στο έθνος Ομμώθ, το οποίον ήτο φυλή των Μαδιανιτών.

Αρ. 25,16     Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων· λάλησον τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ λέγων·
Αρ. 25,16     Ωμίλησεν ο Κυριος προς τον Μωϋσήν και είπεν· “ομίλησε προς τους Ισραηλίτας και ειπέ εις αυτούς.

Αρ. 25,17     ἐχθραίνετε τοῖς Μαδιηναίοις καὶ πατάξατε αὐτούς,
Αρ. 25,17     Να θεωρήτε πάντοτε εχθρούς τους Μαδιανίτας. Κτυπήσατέ τους,

Αρ. 25,18     ὅτι ἐχθραίνουσιν αὐτοὶ ὑμῖν ἐν δολιότητι, ὅσα δολιοῦσιν ὑμᾶς διὰ Φογὼρ καὶ διὰ Χασβὶ θυγατέρα ἄρχοντος Μαδιὰμ ἀδελφὴν αὐτῶν τὴν πεπληγυῖαν ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς πληγῆς διὰ Φογώρ.
Αρ. 25,18     διότι είναι δόλιοι εχθροί σας, όπως εφάνη εκ της δολιότητος που έδειξαν εναντίον σας εις Φογώρ και δια της Χασβί, της θυγατρός του άρχοντος των Μαδιανιτών, της αδελφής των, η οποία εφονεύθη κατά την ημέραν που ετιμωρούντο οι Ισραηλίται δια το ανοσιούργημα, το οποίον διέπραξαν εις την πόλιν Φογώρ.

Αρ. 26,1     Καὶ ἐγένετο μετὰ τὴν πληγὴν καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν καὶ Ἐλεάζαρ τὸν ἱερέα λέγων·
Αρ. 26,1     Επειτα από την τιμωρίαν αυτήν, ο Κυριος ωμίλησε προς τον Μωϋσήν και τον Ελεάζαρ τον αρχιερέα, λέγων·

Αρ. 26,2     λαβὲ τὴν ἀρχὴν πάσης συναγωγῆς υἱῶν Ἰσραὴλ ἀπὸ εἰκοσαετοῦς καὶ ἐπάνω κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν, πᾶς ὁ ἐκπορευόμενος παρατάξασθαι ἐν Ἰσραήλ.
Αρ. 26,2     “κάμε αρίθμησιν όλου του ισραηλιτικού λαού κατά φυλάς από είκοσι ετών και άνω, όλων αυτών οι οποίοι δύνανται να λάβουν μέρος εις πόλεμον”.

Αρ. 26,3     καὶ ἐλάλησε Μωυσῆς καὶ Ἐλεάζαρ ὁ ἱερεὺς ἐν Ἀραβὼθ Μωὰβ ἐπὶ τοῦ Ἰορδάνου κατὰ Ἱεριχὼ λέγων·
Αρ. 26,3     Ο Μωϋσής και Ελεάζαρ ο αρχιερεύς ωμίλησαν προς τον ισραηλιτικόν λαόν εις την περιοχήν Αραβώθ της χώρας των Μωαβιτών, πλησίον του Ιορδάνου απέναντι από την Ιεριχώ και είπαν·

Αρ. 26,4     ἀπὸ εἰκοσαετοῦς καὶ ἐπάνω, ὃν τρόπον συνέταξε Κύριος τῷ Μωυσῇ. καὶ οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ οἱ ἐξελθόντες ἐξ Αἰγύπτου·
Αρ. 26,4     “όλοι οι Ισραηλίται όσοι εξήλθαν από την γην Αιγύπτου και είναι σήμερον ηλικίας είκοσι ετών και άνω, ας αριθμηθούν, σύμφωνα με την διαταγήν που έδωσεν ο Κυριος στον Μωϋσήν.

Αρ. 26,5     Ῥουβὴν πρωτότοκος Ἰσραήλ. υἱοὶ δὲ Ῥουβήν· Ἐνὼχ καὶ δῆμος τοῦ Ἐνώχ· τῷ Φαλλοὺ δῆμος τοῦ Φαλλουΐ·
Αρ. 26,5     Ο Ρουβήν ήτο πρωτότοκος υιός του Ιακώβ. Υιοί δε του Ρουβήν ήσαν· Ο Ενώχ και ο δήμος, ο οποίος προήλθεν από τον Ενώχ. Ο Φαλλού, στον οποίον ανήκει ο δήμος Φαλλουΐ.

Αρ. 26,6     τῷ Ἀσρὼν δῆμος τοῦ Ἀσρωνί· τῷ Χαρμὶ δῆμος τοῦ Χαρμί.
Αρ. 26,6     Ο Ασρών και ο δήμος του Ασρών· ο Χαρμί και ο δήμος που ανήκει στον Χαρμί.

Αρ. 26,7     οὗτοι δῆμοι Ῥουβήν· καὶ ἐγένετο ἡ ἐπίσκεψις αὐτῶν τρεῖς καὶ τεσσαράκοντα χιλιάδες καὶ ἑπτακόσιοι καὶ τριάκοντα.
Αρ. 26,7     Αυτοί ήσαν οι δήμοι της φυλής του Ρουβήν. Εγινε καταμέτρησις αυτών και ευρέθη ότι ήσαν τεσσαράκοντα τρεις χιλιάδες επτακόσιοι τριάκοντα.

Αρ. 26,8     καὶ υἱοὶ Φαλλοὺ Ἑλιάβ.
Αρ. 26,8     Υιός του Φαλλού ήτο ο Ελιάβ.

Αρ. 26,9     καὶ υἱοὶ Ἑλιάβ· Ναμουὴλ καὶ Δαθὰν καὶ Ἀβειρών· οὗτοι ἐπίκλητοι τῆς συναγωγῆς, οὗτοί εἰσιν οἱ ἐπισυστάντες ἐπὶ Μωυσῆν καὶ Ἀαρὼν ἐν τῇ συναγωγῇ Κορέ, ἐν τῇ ἐπισυστάσει Κυρίου,
Αρ. 26,9     Υιοί του Ελιάβ ήσαν, ο Ναμουήλ, ο Δαθάν και ο Αβειρών. Αυτοί ήσαν επίσημοι μεταξύ των Ισραηλιτών. Αυτοί ήσαν που επανεστάτησαν εναντίον του Μωϋσέως και του Ααρών μαζή με τους οπαδούς του Κορέ, τότε που έκαναν επανάστασιν κατά του Κυρίου,

Αρ. 26,10     καὶ ἀνοίξασα ἡ γῆ τὸ στόμα αὐτῆς κατέπιεν αὐτοὺς καὶ Κορὲ ἐν τῷ θανάτῳ τῆς συναγωγῆς αὐτοῦ, ὅτε κατέφαγε τὸ πῦρ τοὺς πεντήκοντα καὶ διακοσίους, καὶ ἐγενήθησαν ἐν σημείῳ,
Αρ. 26,10     ότέ ήνοιξεν η γη το στόμα της και κατέπιε και εθανάτωσεν αυτούς μαζή με τον Κορέ και τους οπαδούς του και ότε πυρ κατέφαγε και τους άλλους διακοσίους πεντήκοντα στασιαστάς. Ολοι αυτοί έγιναν σημείον και σωφρονιστικόν γεγονός στους άλλους δια της τιμωρίας των εκ μέρους της δικαιοσύνης του Θεού.

Αρ. 26,11     οἱ δὲ υἱοὶ Κορὲ οὐκ ἀπέθανον.
Αρ. 26,11     Οι υιοί όμως του Κορέ δεν απέθανον.

Αρ. 26,12     καὶ οἱ υἱοὶ Συμεών· ὁ δῆμος τῶν υἱῶν Συμεών· τῷ Ναμουὴλ δῆμος ὁ Ναμουηλί· τῷ Ἰαμὶν δῆμος ὁ Ἰαμινί· τῷ Ἰαχὶν δῆμος Ἰαχινί·
Αρ. 26,12     Οι υιοί του Συμεών μαζή με τους δήμους αυτών ήσαν· Ο Ναμουήλ και ο δήμος Ναμουηλί· ο Ιαμίν και ο δήμος Ιαμινί, ο Ιαχίν και ο δήμος Ιαχινί·

Αρ. 26,13     τῷ Ζαρὰ δῆμος ὁ Ζαραΐ· τῷ Σαοὺλ δῆμος ὁ Σαουλί.
Αρ. 26,13     ο Ζαρά και ο δήμος Ζαραΐ· ο Σαούλ και ο δήμος Σαουλί.

Αρ. 26,14     οὗτοι δῆμοι Συμεὼν ἐκ τῆς ἐπισκέψεως αὐτῶν, δύο καὶ εἴκοσι χιλιάδες καὶ διακόσιοι.
Αρ. 26,14     Αυτοί είναι οι δήμοι της φυλής Συμεών, των οποίων οι άνδρες αριθμηθέντες ανήλθον εις είκοσιδυο χιλιάδας διακοσίους.

Αρ. 26,15     υἱοὶ δὲ Ἰούδα· Ἢρ καὶ Αὐνάν· καὶ ἀπέθανεν Ἢρ καὶ Αὐνὰν ἐν γῇ Χαναάν.
Αρ. 26,15     Υιοί δε του Ιούδα ήσαν, εκτός εκείνων που αναφέρονται κατωτέρω, ο Ηρ και ο Αυνάν. Αυτοί όμως, ο Ηρ και ο Αυνάν, απέθανον εις την χώραν Χαναάν.

Αρ. 26,16     καὶ ἐγένοντο οἱ υἱοὶ Ἰούδα κατὰ δήμους αὐτῶν· τῷ Σηλὼμ δῆμος ὁ Σηλωνί· τῷ Φαρὲς δῆμος ὁ Φαρεσί· τῷ Ζαρὰ δῆμος ὁ Ζαραΐ.
Αρ. 26,16     Οι άλλοι υιοί του Ιούδα και οι δήμοι αυτών ήσαν· Ο Σηλώμ και ο δήμος Σηλωνί· ο Φαρές και ο δήμος Φαρεσί· ο Ζαρά και ο δήμος Ζαραΐ.

Αρ. 26,17     καὶ ἐγένοντο οἱ υἱοὶ Φαρές· τῷ Ἀσρὼν δῆμος ὁ Ἀσρωνί· τῷ Ἰαμούν, δῆμος ὁ Ἰαμουνί.
Αρ. 26,17     Υιοί δε του Φαρές ήσαν· ο Ασρών και ο δήμος Ασρωνί· ο Ιαμούν και ο δήμος Ιαμουνί.

Αρ. 26,18     οὗτοι δῆμοι τοῦ Ἰούδα κατὰ τὴν ἐπίσκεψιν αὐτῶν, ἓξ καὶ ἑβδομήκοντα χιλιάδες καὶ πεντακόσιοι.
Αρ. 26,18     Αυτοί ήσαν οι δήμοι της φυλής Ιούδα. Κατά δε την καταμέτρησίν των ευρέθη ότι ήσαν εβδομήκοντα εξ χιλιάδες πεντακόσιοι.

Αρ. 26,19     καὶ υἱοὶ Ἰσσάχαρ κατὰ δήμους αὐτῶν· τῷ Θωλᾷ δῆμος ὁ Θωλαΐ· τῷ Φουᾷ δῆμος ὁ Φουαΐ·
Αρ. 26,19     Υιοί του Ισσάχαρ και οι δήμοι αυτών ήσαν· Ο Θωλά και ο δήμος Θωλαΐ· ο Φουά και ο δήμος Φουαΐ.

Αρ. 26,20     τῷ Ἰασοὺβ δῆμος ὁ Ἰασουβί· τῷ Σαμρὰμ δῆμος ὁ Σαμραμί.
Αρ. 26,20     ο Ιασούβ και ο δήμος Ιασουβί· ο Σαμράμ και ο δήμος Σαμραμί.

Αρ. 26,21     οὗτοι δῆμοι Ἰσσάχαρ ἐξ ἐπισκέψεως αὐτῶν, τέσσαρες καὶ ἑξήκοντα χιλιάδες καὶ τετρακόσιοι.
Αρ. 26,21     Αυτοί ήσαν οι δήμοι της φυλής Ισσάχαρ. Κατά δε την καταμέτρησίν των ευρέθη ότι ήσαν εξήκοντα τεσσάρες χιλιάδες τετρακόσιοι άνδρες.

Αρ. 26,22     υἱοὶ Ζαβουλὼν κατὰ δήμους αὐτῶν· τῷ Σαρὲδ δῆμος ὁ Σαρεδί· τῷ Ἀλλὼν δῆμος ὁ Ἀλλωνί· τῷ Ἀλλὴλ δῆμος ὁ Ἀλληλί·
Αρ. 26,22     Υιοί του Ζαβουλών μαζή με τους δήμους των ήσαν· Ο Σαρέδ και ο δήμος Σαρεδί· ο Αλλών και ο δήμος Αλλωνί· ο Αλλήλ και ο δήμος Αλληλί.

Αρ. 26,23     οὗτοι δῆμοι Ζαβουλὼν ἐξ ἐπισκέψεως αὐτῶν, ἑξήκοντα χιλιάδες καὶ πεντακόσιοι.
Αρ. 26,23     Αυτοί ήσαν οι καταμετρηθέντες δήμοι Ζαβουλών, εκ της αριθμήσεως των οποίων ευρέθη ότι οι άνδρες ήσαν εξήκοντά χιλιάδας πεντακόσιοι.

Αρ. 26,24     υἱοὶ Γὰδ κατὰ δήμους αὐτῶν· τῷ Σαφὼν δῆμος ὁ Σαφωνί· τῷ Ἀγγὶ δῆμος ὁ Ἀγγί· τῷ Σουνὶ δῆμος ὁ Σουνί·
Αρ. 26,24     Υιοί του Γαδ μαζή με τους δήμους των ήσαν· Ο Σαφών και ο δήμος Σαφωνί· ο Αγγί και ο δήμος Αγγί· ο Σουνί και ο δήμος Σουνί·

Αρ. 26,25     τῷ Ἀζενὶ δῆμος ὁ Ἀζενί· τῷ Ἀδδὶ δῆμος ὁ Ἀδδί·
Αρ. 26,25     ο Αζενί και ο δήμος 'Αζενι· ο Αδδί και ο δήμος Αδδί·

Αρ. 26,26     τῷ Ἀροαδὶ δῆμος ὁ Ἀροαδί· τῷ Ἀριὴλ δῆμος ὁ Ἀριηλί.
Αρ. 26,26     ο Αροαδί και ο δήμος Αροαδί· ο Αριήλ και ο δήμος Αριηλί.

Αρ. 26,27     οὗτοι δῆμοι υἱῶν Γὰδ ἐξ ἐπισκέψεως αὐτῶν, τέσσαρες καὶ τεσσαράκοντα χιλιάδες καὶ πεντακόσιοι.
Αρ. 26,27     Αυτοί ήσαν οι καταμετρηθέντες δήμοι Γαδ, των οποίων οι άνδρες ευρέθη ότι ήσαν τεσσαράκοντα χιλιάδες πεντακόσιοι.

Αρ. 26,28     υἱοὶ Ἀσὴρ κατὰ δήμους αὐτῶν· τῷ Ἰαμὶν δῆμος ὁ Ἰαμινί· τῷ Ἰεσοὺ δῆμος ὁ Ἰεσουΐ· τῷ Βαριὰ δῆμος ὁ Βαριαΐ·
Αρ. 26,28     Υιοί του Ασήρ μαζή με τους δήμους των ήσαν· Ο Ιαμίν και ο δήμος Ιαμινί· ο Ιεσού και ο δήμος Ιεσουΐ· ο Βαιριά και ο δήμος Βαριαΐ.

Αρ. 26,29     τῷ Χοβὲρ δῆμος ὁ Χοβερί· τῷ Μελχιὴλ δῆμος ὁ Μελχιηλί.
Αρ. 26,29     Ο Χοβέρ και ο δήμος Χοβερί· ο Μελχιήλ και ο δήμος Μελχιηλί.

Αρ. 26,30     καὶ τὸ ὄνομα θυγατρὸς Ἀσὴρ Σάρα.
Αρ. 26,30     Η θυγάτηρ του Ασήρ ωνομάζετο Σαρα.

Αρ. 26,31     οὗτοι δῆμοι Ἀσὴρ ἐξ ἐπισκέψεως αὐτῶν, τρεῖς καὶ τεσσαράκοντα χιλιάδες καὶ τετρακόσιοι.
Αρ. 26,31     Αυτοί ήσαν οι δήμοι Ασήρ, εκ της καταμετρήσεως των οποίων ευρέθή ότι οι άνδρες ήσαν τεσσαράκοντα τρεις χιλιάδες τετρακόσιοι.

Αρ. 26,32     υἱοὶ Ἰωσὴφ κατὰ δήμους αὐτῶν· Μανασσῆ καὶ Ἐφραίμ.
Αρ. 26,32     Υιοί του Ιωσήφ με τους δήμους των ήσαν, ο Μανασσή και ο Εφραίμ.

Αρ. 26,33     υἱοὶ Μανασσῆ· τῷ Μαχὶρ δῆμος ὁ Μαχιρί· καὶ Μαχὶρ ἐγέννησε τὸν Γαλαάδ· τῷ Γαλαὰδ δῆμος ὁ Γαλααδί.
Αρ. 26,33     Υιοί του Μανασσή ήσαν· Ο Μαχίρ και ο δήμος Μαχιρί. Ο Μαχίρ απέκτησε υιόν τον Γαλαάδ. Εκ δε του Γαλαάδ κατήγετο ο δήμος Γαλααδί.

Αρ. 26,34     καὶ οὗτοι υἱοὶ Γαλαάδ· Ἀχιέζερ δῆμος ὁ Ἀχιεζερί· τῷ Χελὲγ δῆμος ὁ Χελεγί·
Αρ. 26,34     Αυτοί δε ήσαν οι υιοί του Γαλαάδ· Αχιέζερ και ο δήμος Αχιεζερί· ο Χελέγ και ο δήμος Χελεγί·

Αρ. 26,35     τῷ Ἐσριὴλ δῆμος ὁ Ἐσριηλί· τῷ Συχὲμ δῆμος ὁ Συχεμί·
Αρ. 26,35     ο Εσριήλ και ο δήμος Εσριηλί· ο Συχέμ και ο δήμος Συχεμί·

Αρ. 26,36     τῷ Συμαὲρ δῆμος ὁ Συμαερί· καὶ τῷ Ὀφὲρ δῆμος ὁ Ὀφερί·
Αρ. 26,36     ο Συμαέρ και ο δήμος Συμαερί· ο Οφέρ και ο δήμος Οφερί.

Αρ. 26,37     καὶ τῷ Σαλπαὰδ υἱῷ Ὀφὲρ οὐκ ἐγένοντο αὐτῷ υἱοί, ἀλλ᾿ ἢ θυγατέρες, καὶ ταῦτα τὰ ὀνόματα τῶν θυγατέρων Σαλπαάδ· Μαλὰ καὶ Νουὰ καὶ Ἐγλὰ καὶ Μελχὰ καὶ Θερσά.
Αρ. 26,37     Ο Σαλπαάδ, υιός του Οφέρ, δεν απέκτησεν υιούς αλλά μόνον θυγατέρας. Αι θυγατέρες δε του Σαλπαάδ ωνομάζοντο· Μαλά, Νουα, Εγλά, Μελχά και Θερσά.

Αρ. 26,38     οὗτοι δῆμοι Μανασσῆ ἐξ ἐπισκέψεως αὐτῶν, δύο καὶ πεντήκοντα χιλιάδες καὶ ἑπτακόσιοι.
Αρ. 26,38     Αυτοί ήσαν οι καταμετρηθέντες δήμοι Μανασσή, εκ της αριθμήσεως των οποίων ευρέθη ότι οι άνδρες ανήρχοντο εις πεντήκοντα δύο χιλιάδας επτακοσίους.

Αρ. 26,39     καὶ οὗτοι υἱοὶ Ἐφραίμ· τῷ Σουθαλὰ δῆμος ὁ Σουθαλαΐ· τῷ Τανὰχ δῆμος ὁ Ταναχί.
Αρ. 26,39     Υιοί του Εφραίμ ήσαν οι εξής· Ο Σουθαλά και ο δήμος Σουθαλαΐ· ο Τανάχ και ο δήμος Ταναχί.

Αρ. 26,40     οὗτοι υἱοὶ Σουθαλά· τῷ Ἐδὲν δῆμος ὁ Ἐδενί.
Αρ. 26,40     Υιοί δε του Σουθαλά ήσαν, ο Εδέν και ο δήμος Εδενί.

Αρ. 26,41     οὗτοι δῆμοι Ἐφραὶμ ἐξ ἐπισκέψεως αὐτῶν, δύο καὶ τριάκοντα χιλιάδες καὶ πεντακόσιοι. οὗτοι δῆμοι υἱῶν Ἰωσὴφ κατὰ δήμους αὐτῶν.
Αρ. 26,41     Αυτοί ήσαν οι δήμοι Εφραίμ, εκ της καταμετρήσεως των οποίων ευρέθη, ότι οι άνδρες ανήρχοντο εις τριάκοντα δύο χιλιάδας πεντακοσίους. Αυτοί ήσαν οι υιοί του Ιωσήφ και οι δήμοι αυτών.

Αρ. 26,42     υἱοὶ Βενιαμὶν κατὰ δήμους αὐτῶν· τῷ Βαλὲ δῆμος ὁ Βαλί· τῷ Ἀσυβὴρ δῆμος ὁ Ἀσυβηρί· τῷ Ἰαχιρὰν δῆμος ὁ Ἰαχιρανί·
Αρ. 26,42     Υιοί του Βενιαμίν και οι δήμοι αυτών ήσαν· Ο Βαλέ και ο δήμος Βαλί· ο Ασυβήρ και ο δήμος Ασυβηρί· ο Ιαχιράν και ο δήμος Ιαχιρανί·

Αρ. 26,43     τῷ Σωφὰν δῆμος ὁ Σωφανί.
Αρ. 26,43     ο Σωφάν και ο δήμος Σωφανί.

Αρ. 26,44     καὶ ἐγένοντο οἱ υἱοὶ Βαλὲ Ἀδὰρ καὶ Νοεμάν· τῷ Ἀδὰρ δῆμος ὁ Ἀδαρὶ καὶ τῷ Νοεμὰν δῆμος ὁ Νοεμανί.
Αρ. 26,44     Υιοί του Βαλέ ήσαν, ο Αδάρ και ο Νοεμάν· εκ του Αδάρ κατήγετο ο δήμος Αδαρί και εκ του Νοεμάν ο δήμος Νοεμανί.

Αρ. 26,45     οὗτοι οἱ υἱοὶ Βενιαμὶν κατὰ δήμους αὐτῶν ἐξ ἐπισκέψεως αὐτῶν, πέντε καὶ τριάκοντα χιλιάδες καὶ πεντακόσιοι.
Αρ. 26,45     Αυτοί ήσαν οι υιοί του Βενιαμίν και οι δήμοι των, εκ της αριθμήσεως των οποίων ευρέθη, ότι οι άνδρες ανήρχοντο εις τριάκοντα πέντε χιλιάδας πεντακοσίους.

Αρ. 26,46     καὶ υἱοὶ Δὰν κατὰ δήμους αὐτῶν· τῷ Σαμὲ δῆμος ὁ Σαμεΐ· οὗτοι δῆμοι Δὰν κατὰ δήμους αὐτῶν.
Αρ. 26,46     Υιοί του Δαν και οι δήμοι αυτών ήσαν· Ο Σαμέ και ο δήμος Σαμεΐ. Αυτός μόνος ήτο ο δήμος της φυλής Δαν.

Αρ. 26,47     πάντες οἱ δῆμοι Σαμεΐ κατ᾿ ἐπισκοπὴν αὐτῶν τέσσαρες καὶ ἑξήκοντα χιλιάδες καὶ τετρακόσιοι.
Αρ. 26,47     Ολοι οι άνδρες του δήμου Σαμεΐ, οι καταμετρηθέντες τότε, ευρέθη ότι ανήρχοντο εις εξήκοντα τέσσαρας χιλιάδας τετρακοσίους.

Αρ. 26,48     υἱοὶ Νεφθαλὶ κατὰ δήμους αὐτῶν· τῷ Ἀσιὴλ δῆμος ὁ Ἀσιηλί· τῷ Γαυνὶ δῆμος ὁ Γαυνί·
Αρ. 26,48     Υιοί του Νεφθαλί με τους δήμους αυτών ήσαν· Ο Ασιήλ και ο δήμος Ασιηλί· ο Γαυνί και ο δήμος Γαυνί·

Αρ. 26,49     τῷ Ἰεσὲρ δῆμος ὁ Ἰεσερί· τῷ Σελλὴμ δῆμος ὁ Σελλημί.
Αρ. 26,49     ο Ιεσέρ και ο δήμος Ιεσερί· ο Σελλήμ και ο δήμος Σελλημί.

Αρ. 26,50     οὗτοι δῆμοι Νεφθαλὶ ἐξ ἐπισκέψεως αὐτῶν, τεσσαράκοντα χιλιάδες καὶ τριακόσιοι.
Αρ. 26,50     Αυτοί ήσαν οι δήμοι Νεφθαλί, εκ της αριθμήσεως των οποίων ευρέθη ότι οι άνδρες της ήσαν τεσσαράκοντα χιλιάδες τριακόσιοι.

Αρ. 26,51     αὕτη ἡ ἐπίσκεψις υἱῶν Ἰσραήλ, ἑξακόσιαι χιλιάδες καὶ χίλιοι καὶ ἑπτακόσιοι καὶ τριάκοντα.
Αρ. 26,51     Αυτή ήτο η νέα αρίθμησις των Ισραηλιτών κατ' αυτήν δε ευρέθη ότι οι άνδρες του Ισραήλ ανήρχοντο εν συνόλω εις εξακοσίας χιλιάδας χιλίους επτακοσίους τριάκοντα.

Αρ. 26,52     Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Αρ. 26,52     Ο Κυριος ωμίλησε προς τον Μωϋσήν και είπεν·

Αρ. 26,53     τούτοις μερισθήσεται ἡ γῆ κληρονομεῖν ἐξ ἀριθμοῦ ὀνομάτων·
Αρ. 26,53     “εις αυτούς οι οποίοι ηριθμήθησαν θα κατανεμηθή η χώρα της Χαναάν ως κληρονομία αναλόγως του αριθμού των ατόμων.

Αρ. 26,54     τοῖς πλείοσι πλεονάσεις τὴν κληρονομίαν καὶ τοῖς ἐλάττοσιν ἐλαττώσεις τὴν κληρονομίαν αὐτῶν· ἑκάστῳ καθὼς ἐπεσκέπησαν, δοθήσεται ἡ κληρονομία αὐτῶν.
Αρ. 26,54     Οπου δηλαδή υπάρχουν μεγαλύτεραι ομάδες, θα δώσης μεγαλύτερον κλήρον γης, και όπου υπάρχουν μικρότεραι, θα δώσης μικρότερον κλήρον. Εις κάθε φυλήν και δήμον θα κατανεμηθή η γη αναλόγως του αριθμού των.

Αρ. 26,55     διὰ κλήρων μερισθήσεται ἡ γῆ· τοῖς ὀνόμασι, κατὰ φυλὰς πατριῶν αὐτῶν κληρονομήσουσιν·
Αρ. 26,55     Τα τμήματα, εις τα οποία θα διαιρεθή η γη, θα δοθούν δια κληρώσεως. Κατά τα άτομα των φυλών θα γίνη η κλήρωσις

Αρ. 26,56     ἐκ τοῦ κλήρου μεριεῖς τὴν κληρονομίαν αὐτῶν ἀνὰ μέσων πολλῶν καὶ ὀλίγων.
Αρ. 26,56     Δια της κληρώσεως θα κατανείμης τας περιοχάς της χώρας ως κληρονομίαν εις τας μεγαλυτέρας ομάδας και εις τας μικροτέρας”.

Αρ. 26,57     Καὶ υἱοὶ Λευὶ κατὰ δήμους αὐτῶν· τῷ Γεδσὼν δῆμος ὁ Γεδσωνί· τῷ Καὰθ δῆμος ὁ Κααθί· τῷ Μεραρὶ δῆμος ὁ Μεραρί.
Αρ. 26,57     Υιοί του Λευί με τους δήμους αυτών ήσαν· Ο Γεδσών και ο δήμος Γεδσωνί· ο Καάθ και ο δήμος Κααθί· ο Μεραρί και ο δήμος Μεραρί.

Αρ. 26,58     οὗτοι οἱ δῆμοι υἱῶν Λευί· δῆμος ὁ Λοβενί, δῆμος ὁ Χεβρωνί, δῆμος ὁ Κορὲ καὶ δῆμος ὁ Μουσί. καὶ Καὰθ ἐγέννησε τὸν Ἀμράμ.
Αρ. 26,58     Και οι επόμενοι ήσαν επίσης δήμοι των υιών Λευϊ· Ο δήμος Λοβενί, ο δήμος Χεβρωνί, ο δήμος Κορέ και ο δήμος Μουσί. Ο Καάθ απέκτησε υιόν τον Αμράμ.

Αρ. 26,59     τὸ δέ ὄνομα τῆς γυναικὸς αὐτοῦ Ἰωχαβέδ, θυγάτηρ Λευί, ἣ ἔτεκε τούτους τῷ Λευΐ ἐν Αἰγύπτῳ· καὶ ἔτεκε τῷ Ἀμρὰμ τὸν Ἀαρὼν καὶ Μωυσῆν καὶ Μαριὰμ τὴν ἀδελφὴν αὐτῶν.
Αρ. 26,59     Η σύζυγός του ωνομάζετο Ιωχαβέδ και ήτο απόγονος της φυλής του Λευϊ. Αυτή εις την Αίγυπτον εγέννησεν εις την φυλήν του Λευϊ τους εξής. Εκ του συζύγου της Αμράμ εγέννησε τον Ααρών, τον Μωϋσήν και Μαριάμ την αδελφήν των.

Αρ. 26,60     καὶ ἐγεννήθησαν τῷ Ἀαρὼν ὅ τε Ναδὰβ καὶ Ἀβιοὺδ καὶ Ἐλεάζαρ καὶ Ἰθάμαρ.
Αρ. 26,60     Ο Ααρών απέκτησεν υιούς τον Ναδάβ, τον Αβιούδ, τον Ελεάζαρ και τον Ιθάμαρ.

Αρ. 26,61     καὶ ἀπέθανε Ναδὰβ καὶ Ἀβιοὺδ ἐν τῷ προσφέρειν αὐτοὺς πῦρ ἀλλότριον ἔναντι Κυρίου ἐν τῇ ἐρήμῳ Σινά.
Αρ. 26,61     Ο Ναβάδ και ο Αβιούδ απέθανον, τιμωρηθέντες παρά του Θεού, όταν εκεί εις την έρημον Σινά προσέφερον ξένον κοσμικόν πυρ στο θυσιστήριον του Κυρίου.

Αρ. 26,62     καὶ ἐγενήθησαν ἐξ ἐπισκέψεως αὐτῶν τρεῖς καὶ εἴκοσι χιλιάδες, πᾶν ἀρσενικὸν ἀπὸ μηνιαίου καὶ ἐπάνω· οὐ γὰρ συνεπεσκέπησαν ἐν μέσῳ υἱῶν Ἰσραήλ, ὅτι οὐ δίδοται αὐτοῖς κλῆρος ἐν μέσῳ υἱῶν Ἰσραήλ.
Αρ. 26,62     Από την αρίθμησιν που έγινεν εις την φυλήν Λεί ευρλεθη ότι όλοι οι άρρενες, από ενός μηνός και επάνω, ήσαν είκοσι τρεις χιλιάδες. Δεν συμπεριελήφθησαν αυτοί εις την καταμέτρησιν μαζή με τους άλλους Ισραηλίτας, διότι δεν θα εδίδετο εις αυτούς κλήρος γης ανά μέσον των άλλων Ισραηλιτών.

Αρ. 26,63     καὶ αὕτη ἡ ἐπίσκεψις Μωυσῆ καὶ Ἐλεάζαρ τοῦ ἱερέως, οἳ ἐπεσκέψαντο τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ ἐν Ἀραβὼθ Μωάβ, ἐπὶ τοῦ Ἰορδάνου κατὰ Ἱεριχώ.
Αρ. 26,63     Αυτή είναι η καταμέτρησις των Ισραηλιτών, η οποία έγινεν από τον Μωϋσήν και τον αρχιερέα Ελεάζαρ, όταν ηρίθμησαν τους Ισραηλίτας εις την περιοχήν Αραβώθ της χώρας Μωάβ, πλησίον του Ιορδάνου, απέναντι από την Ιεριχώ.

Αρ. 26,64     καὶ ἐν τούτοις οὐκ ἦν ἄνθρωπος τῶν ἐπεσκεμμένων ὑπὸ Μωυσῆ καὶ Ἀαρών, οὓς ἐπεσκέψαντο τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ ἐν τῇ ἐρήμῳ Σινά·
Αρ. 26,64     Μεταξύ αυτών, που κατεμετρήθησαν, δεν υπήρχε κανείς από τους Ισραηλίτας, οι οποίοι είχον καταμετρηθή κατά την πρώτην φοράν υπό του Μωϋσέως και του Ααρών εις την έρημον Σινά,

Αρ. 26,65     ὅτι εἶπε Κύριος αὐτοῖς· θανάτῳ ἀποθανοῦνται ἐν τῇ ἐρήμῳ· καὶ οὐ κατελείφθη ἐξ αὐτῶν οὐδὲ εἷς, πλὴν Χάλεβ υἱὸς Ἰεφοννὴ καὶ Ἰησοῦς ὁ τοῦ Ναυή.
Αρ. 26,65     επειδή εν τω μεταξύ είχε πραγματοποιηθή δι' αυτούς η προαναγγελθείσα παρά του Κυρίου τιμωρία. Διότι ο Κυριος είπεν ότι θα αποθάνουν όλοι εις την έρημον. Και τράγματι κανείς από αυτούς δεν έμενε, πλην του Χαλεβ, υιού του Ιεφοννή, και Ιησού του υιού του Ναυή.

Αρ. 27,1     Καὶ προσελθοῦσαι αἱ θυγατέρες Σαλπαὰδ υἱοῦ Ὀφέρ, υἱοῦ Γαλαάδ, υἱοῦ Μαχίρ, τοῦ δήμου Μανασσῆ, τῶν υἱῶν Ἰωσήφ (καὶ ταῦτα τὰ ὀνόματα αὐτῶν· Μααλὰ καὶ Νουὰ καὶ Ἐγλὰ καὶ Μελχὰ καὶ Θερσά)
Αρ. 27,1     Τοτε προσήλθον προς τον Μωϋσήν αι θυγατέρες του Σαλπαάδ, υιού του Οφέρ, υιού του Γαλαάδ, ο οποίος ήτο υιός του Μαχίρ, καταγόμενοι όλοι από την φυλήν Μανασσή, ενός από τους υιούς του Ιωσήφ. (Τα δε ονόματα των θυγατέρων του Σαλπαάδ ήσαν, Μααλά, Νουα, Εγλά, Μελχά και Θερσά).

Αρ. 27,2     καὶ στᾶσαι ἔναντι Μωυσῆ καὶ ἔναντι Ἐλεάζαρ τοῦ ἱερέως καὶ ἔναντι τῶν ἀρχόντων καὶ ἔναντι πάσης συναγωγῆς ἐπὶ τῆς θύρας τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου λέγουσιν·
Αρ. 27,2     Εστάθησαν ενώπιον του Μωϋσέως, ενώπιον του αρχιερέως Ελεάζαρ, ενώπιον των αρχόντων και όλου του λαού, εις την θύραν της Σκηνής του Μαρτυρίου, και είπον·

Αρ. 27,3     ὁ πατὴρ ἡμῶν ἀπέθανεν ἐν τῇ ἐρήμῳ, καὶ αὐτὸς οὐκ ἦν ἐν μέσῳ τῆς συναγωγῆς τῆς ἐπισυστάσης ἔναντι Κυρίου ἐν τῇ συναγωγῇ Κορέ, ὅτι δι᾿ ἁμαρτίαν αὐτοῦ ἀπέθανε, καὶ υἱοὶ οὐκ ἐγένοντο αὐτῷ· μὴ ἐξαλειφθήτω τὸ ὄνομα τοῦ πατρὸς ἡμῶν ἐκ μέσου τοῦ δήμου αὐτοῦ, ὅτι οὐκ ἔστιν αὐτῷ υἱός· δότε ἡμῖν κατάσχεσιν ἐν μέσῳ ἀδελφῶν πατρὸς ἡμῶν.
Αρ. 27,3     “ο πατήρ ημών απέθανεν εις την έρημον. Δεν ανήκεν αυτός εις την ομάδα, η οποία επανεστάτησεν εναντίον του Κυρίου μαζή με τους οπαδούς του Κορέ. Απέθανεν όμως εις την έρημον δια την άλλην αμαρτίαν, όπως και οι άλλοι Ισραηλίται. Υιούς δεν επέκτησεν. Ας μη σβήση όμως το όνομα του πατρός μας από τον δήμον, στον οποίον ανήκεν, επειδή δεν απέκτησεν υιούς. Οταν θα μοιράζετε την γην της Χαναάν δώσατε εις ημάς ανάμεσα στους Ισραηλίτας τον κλήρον, που ανήκει στον πατέρα μας”.

Αρ. 27,4     καὶ προσήγαγε Μωυσῆς τὴν κρίσιν αὐτῶν ἔναντι Κυρίου.
Αρ. 27,4     Ο Μωϋσής έφερεν την υπόθεσιν αυτήν ενώπιον του Κυρίου.

Αρ. 27,5     καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Αρ. 27,5     Ο Κυριος ωμίλησε προς τον Μωϋσήν και είπεν·

Αρ. 27,6     ὀρθῶς θυγατέρες Σαλπαὰδ λελαλήκασι· δόμα δώσεις αὐταῖς κατάσχεσιν κληρονομίας ἐν μέσῳ ἀδελφῶν πατρὸς αὐτῶν καὶ περιθήσεις τὸν κλῆρον τοῦ πατρὸς αὐτῶν αὐταῖς.
Αρ. 27,6     “Ορθώς ωμίλησα αι θυγατέρες Σαλπαάδ. Θα δώσης, ως ιδιοκτησίαν των, κληρονομίαν εις αυτάς μεταξύ των αδελφών του πατρός των και θα μεταβιβάσης εις αυτάς τον κλήρον, που εδικαιούτο ο πατήρ των.

Αρ. 27,7     καὶ τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ λαλήσεις λέγων·
Αρ. 27,7     Εις δε τους Ισραηλίτας θα είπης τα εξής·

Αρ. 27,8     ἄνθρωπος ἐὰν ἀποθάνῃ καὶ υἱὸς μὴ ᾖ αὐτῷ, περιθήσετε τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ τῇ θυγατρὶ αὐτοῦ·
Αρ. 27,8     Εάν ένας άνθρωπος αποθάνη, και δεν έχει αποκτήσει υιόν, η κληρονομία του θα περιέλθη εις την θυγατέρα του.

Αρ. 27,9     ἐὰν δὲ μὴ ᾖ θυγάτηρ αὐτῷ, δώσετε τὴν κληρονομίαν τῷ ἀδελφῷ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ·
Αρ. 27,9     Εάν όμως δεν έχη αυτός θυγατέρα, θα δώσετε την κληρονομίαν στον αδελφόν του αποθανόντος πατρός.

Αρ. 27,10     ἐὰν δὲ μὴ ὦσιν αὐτῷ ἀδελφοί, δώσετε τὴν κληρονομίαν τῷ ἀδελφῷ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ·
Αρ. 27,10     Εάν αυτός δεν έχη αδελφούς, θα δώσετε την κληρονομίαν στον αδελφόν του πατρός του, τον θείον του.

Αρ. 27,11     ἐὰν δὲ μὴ ὦσιν ἀδελφοὶ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, δώσετε τὴν κληρονομίαν τῷ οἰκείῳ τῷ ἔγγιστα αὐτοῦ ἐκ τῆς φυλῆς αὐτοῦ κληρονομῆσαι τὰ αὐτοῦ. καὶ ἔσται τοῦτο τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ δικαίωμα κρίσεως, καθὰ συνέταξε Κύριος τῷ Μωυσῇ.
Αρ. 27,11     Εάν δε δεν υπάρχουν αδελφοί του πατρός του, θα δώσετε την κληρονομίαν στον πλησιέστερον συγγενή εκ της φυλής του, δια να παραλάβη αυτός την κληρονομίαν εκείνου”. Αυτό θα είναι δια τους Ισραηλίτας το κληρονομικόν δίκαιον, σύμφωνα με την εντολήν που έδωσε ο Κυριος στον Μωϋσήν.

Αρ. 27,12     Καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν· ἀνάβηθι εἰς τὸ ὄρος τὸ ἐν τῷ πέραν τοῦ Ἰορδάνου (τοῦτο τὸ ὄρος Ναβαύ) καὶ ἰδὲ τὴν γῆν Χαναάν, ἣν ἐγὼ δίδωμι τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ ἐν κατασχέσει·
Αρ. 27,12     Ο Κυριος είπε προς τον Μωϋσήν· “ανέβα επάνω στο όρος, που ευρίσκεται ανατολικά από τον Ιορδάνην στο όρος Νααύ - και από εκεί ιδέ την χώραν της Χαναάν, την οποίαν εγώ δίδω προς κατάκτησιν στους Ισραηλίτας.

Αρ. 27,13     καὶ ὄψῃ αὐτὴν καὶ προστεθήσῃ πρὸς τὸν λαόν σου καὶ σύ, καθὰ προσετέθη Ἀαρὼν ὁ ἀδελφός σου ἐν Ὢρ τῷ ὄρει,
Αρ. 27,13     Θα ίδης αυτήν και κατόπιν θα αποθάνης, δια να προστεθής και συ στον λαόν σου, όπως προσετέθη ο αδελφός σου ο Ααρών, ο οποίος απέθανεν επάνω στο όρος Ωρ.

Αρ. 27,14     διότι παρέβητε τὸ ῥῆμά μου ἐν τῇ ἐρήμῳ Σὶν ἐν τῷ ἀντιπίπτειν τὴν συναγωγὴν ἁγιάσαι με· οὐχ ἡγιάσατέ με ἐπὶ τῷ ὕδατι ἔναντι αὐτῶν (τοῦτ᾿ ἔστι τὸ ὕδωρ ἀντιλογίας ἐν Κάδης ἐν τῇ ἐρήμῳ Σίν).
Αρ. 27,14     Και θα αποθάνετε, χωρίς να εισέλθητε εις την γην της Επαγγελίας, διότι παρέβητε την εντολήν μου εις την έρημον Σιν και δεν με ευπροσωπήσατε ούτε με εδοξάσατε ενώπιον των Ισραηλιτών, όταν το πλήθος αυτών κατεφέρετο εναντίον μου δια την έλλειψιν του ύδατος εις την έρημον Σιν (επρόκειτο δια το ύδωρ που εδόθη στους Ισραηλίτας μετά τον γογγυσμόν των εις την πόλιν Καδης εν τη ερήμω Σιν δια το ύδωρ της αντιλογίας).

Αρ. 27,15     καὶ εἶπε Μωυσῆς πρὸς Κύριον·
Αρ. 27,15     Παρεκάλεσε δε ο Μωϋσής τον Θεόν και είπε·

Αρ. 27,16     ἐπισκεψάσθω Κύριος ὁ Θεὸς τῶν πνευμάτων καὶ πάσης σαρκὸς ἄνθρωπον ἐπὶ τῆς συναγωγῆς ταύτης,
Αρ. 27,16     “Συ, Κυριος ο Θεός των πνευμάτων και πάσης σαρκός, αφού εν τη δικαιοσύνη σου ώρισες να αποθάνω εγώ εν τη ερήμω, ας θελήσης να εκλέξης άνθρωπον ικανόν από τον λαόν αυτόν,

Αρ. 27,17     ὅστις ἐξελεύσεται πρὸ προσώπου αὐτῶν καὶ ὅστις εἰσελεύσεται πρὸ προσώπου αὐτῶν καὶ ὅστις ἐξάξει αὐτοὺς καὶ ὅστις εἰσάξει αὐτούς, καὶ οὐκ ἔσται ἡ συναγωγὴ Κυρίου ὡσεὶ πρόβατα οἷς οὐκ ἔστι ποιμήν.
Αρ. 27,17     ο οποίος ως αρχηγός θα ηγήται και θα προηγήται από όλους αυτούς και θα εισέρχεται με εξουσίαν εν μέσω αυτών και ο οποίος θα εξαγάγη αυτούς από εδώ και θα τους οδηγήση ασφαλείς και νικητάς εις την Χαναάν, και δεν θα είναι ο λαός του Κυρίου ωσάν πρόβατα, εις τα οποία δεν υπάρχει ποιμήν.

Αρ. 27,18     καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων· λάβε πρὸς σεαυτὸν Ἰησοῦν υἱὸν Ναυή, ἄνθρωπον ὃς ἔχει πνεῦμα ἐν ἑαυτῷ, καὶ ἐπιθήσεις τὰς χεῖράς σου ἐπ᾿ αὐτὸν
Αρ. 27,18     Ο Κυριος ωμίλησεν προς τον Μωϋσήν και είπεν· “πάρε μαζή σου τον Ιησούν, τον υιόν του Ναυή, άνδρα ο οποίος έχει πνεύμα Θεού μέσα του, θα θέσης επάνω εις αυτόν τα χέρια σου,

Αρ. 27,19     καὶ στήσεις αὐτὸν ἔναντι Ἐλεάζαρ τοῦ ἱερέως καὶ ἐντελῇ αὐτῷ ἔναντι πάσης συναγωγῆς καὶ ἐντελῇ περὶ αὐτοῦ ἐναντίον αὐτῶν
Αρ. 27,19     θα παρουσιάσης αυτόν ενώπιον του αρχιερέως Ελεάζαρ και θα δώσης εις αυτόν την εντολήν και το δικαίωμα του αρχηγού ενώπιον όλου του λαού· θα τον περιβάλης με αυτήν την εξουσίαν ενώπιον όλων·

Αρ. 27,20     καὶ δώσεις τῆς δόξης σου ἐπ᾿ αὐτόν, ὅπως ἂν εἰσακούσωσιν αὐτοῦ οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ.
Αρ. 27,20     και θα του δώσης ένα μέρος από το ιδικόν σου κύρος και από την ιδικήν σου εξουσίαν, ώστε οι Ισραηλίται να υπακούουν πλέον εις αυτόν.

Αρ. 27,21     καὶ ἔναντι Ἐλεάζαρ τοῦ ἱερέως στήσεται, καὶ ἐπερωτήσουσιν αὐτὸν τὴν κρίσιν τῶν δήλων ἔναντι Κυρίου· ἐπὶ τῷ στόματι αὐτοῦ ἐξελεύσονται καὶ ἐπὶ τῷ στόματι αὐτοῦ εἰσελεύσονται αὐτὸς καὶ οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ ὁμοθυμαδὸν καὶ πᾶσα ἡ συναγωγή.
Αρ. 27,21     Ενώπιον του αρχιερέως Ελεάζαρ θα παρουσιασθή αυτός. Ο λαός και ο Ιησούς του Ναυή τον Ελεάζαρ θα ερωτούν και αυτός θα αποκαλύπτη την γνώμην και το θέλημα του Κυρίου. Κατόπιν εντολής αυτού θα κινούνται και θα ενεργούν ο Ιησούς του Ναυη και οι Ισραηλίται, όλοι μαζή, όλος ο λαός του Ισραήλ με μία ψυχή”.

Αρ. 27,22     καὶ ἐποίησε Μωυσῆς, καθὰ ἐνετείλατο αὐτῷ Κύριος, καὶ λαβὼν τὸν Ἰησοῦν ἔστησεν αὐτὸν ἐναντίον Ἐλεάζαρ τοῦ ἱερέως καὶ ἐναντίον πάσης συναγωγῆς
Αρ. 27,22     Ο Μωϋσής έκαμε όπως τον διέταξε ο Κυριος. Επήρε τον Ιησούν του Ναυή, τον παρουσίασεν ενώπιον του αρχιερέως Ελεάζαρ και ενώπιον όλου του λαού,

Αρ. 27,23     καὶ ἐπέθηκε τὰς χεῖρας αὐτοῦ ἐπ᾿ αὐτόν, καὶ συνέστησεν αὐτὸν καθάπερ συνέταξε Κύριος τῷ Μωυσῇ.
Αρ. 27,23     έθεσε τα χέρια του επάνω εις αυτόν και εγκατέστησεν αυτόν ως αρχηγόν του λαού, όπως ο Κυριος είχε διατάξει τον Μωϋσήν.

Αρ. 28,1     Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Αρ. 28,1     Ο Κυριος ομίλησε προς τον Μωϋσήν και είπεν·

Αρ. 28,2     ἔντειλαι τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ καὶ ἐρεῖς πρὸς αὐτοὺς λέγων· τὰ δῶρά μου δόματά μου καρπώματά μου εἰς ὀσμὴν εὐωδίας διατηρήσετε προσφέρειν ἐμοὶ ἐν ταῖς ἑορταῖς μου.
Αρ. 28,2     “δώσε εκ μέρους μου εντολήν στους Ισραηλίτας και είπε προς αυτούς· Αι προς εμέ προσφοραί σας, αναίμακτοι και αιματηραί, δια να είναι ευπρόσδεκτοι ως οσμή ευωδίας εις εμέ, θα φροντίζετε να μου τας προσφέρετε κατά τας εορτάς, που εγώ έχω ορίσει.

Αρ. 28,3     καὶ ἐρεῖς πρὸς αὐτούς· ταῦτα τὰ καρπώματα ὅσα προσάξετε Κυρίῳ· ἀμνοὺς ἐνιαυσίους ἀμώμους δύο τὴν ἡμέραν εἰς ὁλοκαύτωσιν ἐνδελεχῶς,
Αρ. 28,3     Θα είπης προς αυτούς· αυταί είναι αι αιματηραί θυσίαι που θα προσφέρετε προς τον Κυριον. Δυο αμνούς ενός έτους, υγιείς και αρτιμελείς κάθε ημέραν πάντοτε προς ολοκαύτωσιν.

Αρ. 28,4     τὸν ἀμνὸν τὸν ἕνα ποιήσεις τὸ πρωΐ καὶ τὸν ἀμνὸν τὸν δεύτερον ποιήσεις τὸ πρὸς ἑσπέραν·
Αρ. 28,4     Τον ένα αμνόν θα προσφέρης θυσίαν το πρωϊ και τον άλλον αμνόν θα τον προσφέρης κατά την εσπέραν.

Αρ. 28,5     καὶ ποιήσεις τὸ δέκατον τοῦ οἰφὶ σεμίδαλιν εἰς θυσίαν ἀναπεποιημένην ἐν ἐλαίῳ ἐν τετάρτῳ τοῦ ἴν.
Αρ. 28,5     Μαζή με αυτόν θα προσφέρης προς θυσίαν το εν δέκατον του οιφί (δύο περίπου κιλά) σεμιγδάλι ζυμωμένον με ένα τέταρτον του ιν ελαίου (840 περίπου γραμμάρια).

Αρ. 28,6     ὁλοκαύτωμα ἐνδελεχισμοῦ, ἡ γενομένη ἐν τῷ ὄρει Σινὰ εἰς ὀσμὴν εὐωδίας Κυρίῳ·
Αρ. 28,6     Αυτά είναι τα καθημερινά ολοκαυτώματα, θυσία η οποία προσεφέρθη στο όρος Σινά ως οσμή ευωδίας προς τον Κυριον.

Αρ. 28,7     καὶ σπονδὴν αὐτοῦ τὸ τέταρτον τοῦ ἲν τῷ ἀμνῷ τῷ ἑνί, ἐν τῷ ἁγίῳ σπείσεις σπονδὴν σίκερα Κυρίῳ.
Αρ. 28,7     Θα προσφέρης ακόμα ως σπονδήν και ένα τέταρτόν του ιν οίνου (840 περίπου γραμμάρια) μαζή με κάθε αμνόν. Εις τον ιερόν χώρον θα προοφέρης προς τον Κυριον την θυσίαν αυτού του οίνου.

Αρ. 28,8     καὶ τὸν ἀμνὸν τὸν δεύτερον ποιήσεις τὸ πρὸς ἑσπέραν· κατὰ τὴν θυσίαν αὐτοῦ καὶ κατὰ τὴν σπονδὴν αὐτοῦ ποιήσετε εἰς ὀσμὴν εὐωδίας Κυρίῳ.
Αρ. 28,8     Τον δεύτερον αμνόν θα τον θυσιάσης την εσπέραν. Μαζή με αυτόν θα προσφέρης την προαναφερθείσαν θυσίαν του σεμιγδαλιού και του οίνου εις οσμήν ευωδίας προς τον Κυριον.

Αρ. 28,9     Καὶ τῇ ἡμέρᾳ τῶν σαββάτων προσάξετε δύο ἀμνοὺς ἐνιαυσίους ἀμώμους καὶ δύο δέκατα σεμιδάλεως ἀναπεποιημένης ἐν ἐλαίῳ εἰς θυσίαν καὶ σπονδήν,
Αρ. 28,9     Κατά δε την ημέραν του Σαββάτου θα προσφέρης και δύο ακόμη αμνούς ενός έτους, υγιείς και αρτιμελείς, δύο δέκατα σεμιγδάλι ζυμωμένον με έλαιον, ως θυσίαν αναίμακτον και την ανάλογον θυσίαν του οίνου.

Αρ. 28,10     ὁλοκαύτωμα σαββάτων ἐν τοῖς σαββάτοις, ἐπὶ τῆς ὁλοκαυτώσεως τῆς διὰ παντὸς καὶ τὴν σπονδὴν αὐτοῦ.
Αρ. 28,10     Αυτοί οι δύο αμνοί είναι το επί πλέον ολοκαύτωμα του Σαββάτου, το οποίον θα προσφέρεται πάντοτε κάθε Σαββατο, πλην της καθημερινής αιματηράς θυσίας με την σχετικήν προσφοράν του οίνου.

Αρ. 28,11     Καὶ ἐν ταῖς νεομηνίαις προσάξετε ὁλοκαύτωμα τῷ Κυρίῳ μόσχους ἐκ βοῶν δύο καὶ κριὸν ἕνα, ἀμνοὺς ἐνιαυσίους ἑπτὰ ἀμώμους,
Αρ. 28,11     Κατά την πρώτην εκάστου μηνός θα προσφέρετε ολοκαύτωμα προς τον Κυριον δύο μοσχάρια, ένα κριον και επτά αμνούς, ενός έτους υγιείς και αρτιμελείς.

Αρ. 28,12     τρία δέκατα σεμιδάλεως ἀναπεποιημένης ἐν ἐλαίῳ τῷ μόσχῳ τῷ ἑνὶ καὶ δύο δέκατα σεμιδάλεως ἀναπεποιημένης ἐν ἐλαίῳ τῷ κριῷ τῷ ἑνί,
Αρ. 28,12     Θα προσφέρετε μαζή με κάθε μοσχάρι τρία δέκατα σεμιγδάλι (6 περίπου κιλά) ζυμωμένον με λάδι και μαζή με τον κριον δύο δέκατα σεμιγδάλι (4 περίπου κιλά) ζυμωμένο με λάδι.

Αρ. 28,13     δέκατον δέκατον σεμιδάλεως ἀναπεποιημένης ἐν ἐλαίῳ τῷ ἀμνῷ τῷ ἑνί, θυσίαν ὀσμὴν εὐωδίας κάρπωμα Κυρίῳ.
Αρ. 28,13     Μαζή δε με κάθε αμνόν, θα προσφέρετε εν δέκατον σεμιγδάλι (δύο περίπου κιλά) ζυμωμένο με λάδι. Θα προσφερθή αυτό ολοκαύτωμα, ως οσμήν ευωδίας προς τον Κυριον.

Αρ. 28,14     ἡ σπονδὴ αὐτῶν τὸ ἥμισυ τοῦ ἲν ἔσται τῷ μόσχῳ τῷ ἑνί, καὶ τὸ τρίτον τοῦ ἲν ἔσται τῷ κριῷ τῷ ἑνί, καὶ τὸ τέταρτον τοῦ ἲν ἔσται τῷ ἀμνῷ τῷ ἑνὶ οἴνου. τοῦτο τὸ ὁλοκαύτωμα μῆνα ἐκ μηνὸς εἰς τοὺς μῆνας τοῦ ἐνιαυτοῦ.
Αρ. 28,14     Η σπονδή του οίνου, το ήμισυ του ιν, (χίλια επτακόσια γραμ. περίπου) θα είναι δι' έκαστον μόσχον· δια κάθε κριον το εν τρίτον του ιν οίνου και δια κάθε αμνόν το εν τέταρτόν του ιν οίνου. Το ολοκαύτωμα αύτο θα προσφέρεται την πρώτην εκάστου μηνός καθ' όλους τους μήνας του έτους.

Αρ. 28,15     καὶ χίμαρον ἐξ αἰγῶν ἕνα περὶ ἁμαρτίας Κυρίῳ· ἐπὶ τῆς ὁλοκαυτώσεως τῆς διὰ παντὸς ποιηθήσεται καὶ ἡ σπονδὴ αὐτοῦ.
Αρ. 28,15     Θα προσφέρετε ακόμη ένα τράγον ως θυσίαν περί αμαρτίας στον Κυριον επί πλέον της καθημερινής ολοκαυτώσεως και της σχετικής θυσίας του οίνου.

Αρ. 28,16     Καὶ ἐν τῷ μηνὶ τῷ πρώτῳ τεσσαρεσκαιδεκάτῃ ἡμέρᾳ τοῦ μηνὸς πάσχα Κυρίῳ.
Αρ. 28,16     Κατά δε την δεκάτην τετάρτην του πρώτου μηνός θα εορτάσετε το Πασχα προς τιμήν του Κυρίου.

Αρ. 28,17     καὶ τῇ πεντεκαιδεκάτῃ ἡμέρᾳ τοῦ μηνὸς τούτου ἑορτή· ἑπτὰ ἡμέρας ἄζυμα ἔδεσθε.
Αρ. 28,17     Την δεκάτην πέμπτην ημέραν του μηνός αυτού θα είναι η εορτή. Επί επτά ημέρας που τρώγετε ψωμιά άζυμα.

Αρ. 28,18     καὶ ἡ ἡμέρα ἡ πρώτη ἐπίκλητος ἁγία ἔσται ὑμῖν, πᾶν ἔργον λατρευτὸν οὐ ποιήσετε.
Αρ. 28,18     Η πρώτη ημέρα θα είναι δια σας η κατ' εξοχήν επίσημος, Αγία ημέρα. Κανένα βαρύ έργον δεν θα κάμετε κατά το διάστημα αυτής.

Αρ. 28,19     καὶ προσάξετε ὁλοκαυτώματα κάρπωμα Κυρίῳ μόσχους ἐκ βοῶν δύο, κριὸν ἕνα, ἀμνοὺς ἐνιαυσίους ἑπτά, ἄμωμοι ἔσονται ὑμῖν·
Αρ. 28,19     Την ημέραν αυτήν θα προσφέρετε ως θυσίαν ολοκαυτώσεως προς τον Κυριον δύο μοσχάρια, ένα κριόν, επτά αμνούς ενός έτους, χωρίς κανένα σωματικόν ελάττωμα.

Αρ. 28,20     καὶ ἡ θυσία αὐτῶν σεμίδαλις ἀναπεποιημένη ἐν ἐλαίῳ, τρία δέκατα τῷ μόσχῳ τῷ ἑνὶ καὶ δύο δέκατα τῷ κριῷ τῷ ἑνί,
Αρ. 28,20     Η δε αναίμακτος μαζή με αυτά θυσία θα είναι δια κάθε μοσχάριον σεμιγδάλι τρία δέκατα (εξ περίπου κιλά) ζυμωμένο με λάδι και δια τον κάθε κριον δύο δέκατα,

Αρ. 28,21     δέκατον δέκατον ποιήσεις τῷ ἀμνῷ τῷ ἑνί, τοῖς ἑπτὰ ἀμνοῖς·
Αρ. 28,21     δια τον καθένα δε από τους επτά αμνούς ανά εν δέκατον σεμιγδάλι.

Αρ. 28,22     καὶ χίμαρον ἐξ αἰγῶν ἕνα περὶ ἁμαρτίας ἐξιλάσασθαι περὶ ὑμῶν·
Αρ. 28,22     Θα προσφέρετε επίσης ένα τράγον, δια να εξιλεωθούν απέναντι του Κυρίου αι αμαρτίαι σας.

Αρ. 28,23     πλὴν τῆς ὁλοκαυτώσεως τῆς διὰ παντὸς τῆς πρωϊνῆς, ὅ ἐστιν ὁλοκαύτωμα ἐνδελεχισμοῦ.
Αρ. 28,23     Ολα αυτά θα προσφέρωνται εκτός της καθημερινής πρωϊνής ολοκαυτώσεως, η οποία θα προσφέρεται, πάντοτε.

Αρ. 28,24     ταῦτα κατὰ ταῦτα ποιήσετε τὴν ἡμέραν εἰς τὰς ἑπτὰ ἡμέρας, δῶρον κάρπωμα εἰς ὀσμὴν εὐωδίας Κυρίῳ· ἐπὶ τοῦ ὁλοκαυτώματος τοῦ διὰ παντὸς ποιήσεις τὴν σπονδὴν αὐτοῦ.
Αρ. 28,24     Αυτά θα τα προσφέρετε κατά τας επτά ημέρας του Πασχα, ως αιματηράν και αναίμακτον θυσίαν, ευάρεστον οσμήν ευωδίας στον Κυριον. Την παντοτεινήν θυσίαν της ολοκαυτώσεως θα την προσφέρετε μαζή με την σχετικήν σπονδήν του οίνου.

Αρ. 28,25     καὶ ἡμέρα ἡ ἑβδόμη κλητὴ ἁγία ἔσται ὑμῖν, πᾶν ἔργον λατρευτὸν οὐ ποιήσετε ἐν αὐτῇ.
Αρ. 28,25     Η εβδόμη ημέρα του Πασχα θα είναι επίσης δια σας, ιδιαιτέρως επίσημος, αγία. Κατ' αυτήν δεν θα κάνετε καμμίαν βαρείαν εργασίαν.

Αρ. 28,26     Καὶ τῇ ἡμέρᾳ τῶν νέων, ὅταν προσφέρητε θυσίαν νέαν Κυρίῳ τῶν ἑβδομάδων, ἐπίκλητος ἁγία ἔσται ὑμῖν, πᾶν ἔργον λατρευτὸν οὐ ποιήσετε.
Αρ. 28,26     Κατά την ημέραν των νέων σιτηρών, των πρωτογεννημάτων, όταν προσφέρετε θυσίαν από τα νέα σιτηρά, δηλαδή την εορτήν των “εβδομάδων”, την Πεντηκοστήν, θα την θεωρήτε ιδιαιτέρως επίσημον και αγίαν ημέραν. Κατ' αυτήν δεν θα κάνετε κανένα βαρύ έργον.

Αρ. 28,27     καὶ προσάξετε ὁλοκαυτώματα εἰς ὀσμὴν εὐωδίας Κυρίῳ μόσχους ἐκ βοῶν δύο, κριὸν ἕνα, ἀμνοὺς ἐνιαυσίους ἑπτὰ ἀμώμους·
Αρ. 28,27     Θα προσφέρετε εις οσμήν ευωδίας προς τον Κυριον ολοκαυτώματα, δύο μοσχάρια, ένα κριον και επτά αμνούς ενός έτους, υγιείς και αρτιμελείς.

Αρ. 28,28     ἡ θυσία αὐτῶν σεμίδαλις ἀναπεποιημένη ἐν ἐλαίῳ, τρία δέκατα τῷ μόσχῳ τῷ ἑνὶ καὶ δύο δέκατα τῷ κριῷ τῷ ἑνί,
Αρ. 28,28     Εις τας θυσίας αυτάς θα πραστεθή και η ανάλογος αναίμακτος θυσία του σεμιγδαλιού ζυμωμένου με λάδι, τρία δέκατα δια τον κάθε μόσχον, δύο δέκατα δια τον κριον και ένα δέκατον δια τον κάθε αμνόν.

Αρ. 28,29     δέκατον δέκατον τῷ ἀμνῷ τῷ ἑνί, τοῖς ἑπτὰ ἀμνοῖς·
Αρ. 28,29     Ενα δέκατον σεμιγδαλιού δια τον κάθε ένα από τους επτά αμνούς.

Αρ. 28,30     καὶ χίμαρον ἐξ αἰγῶν ἕνα περὶ ἁμαρτίας ἐξιλάσασθαι περὶ ὑμῶν·
Αρ. 28,30     Θα προσφέρετε ακόμη και ένα τράγον εις θυσίαν περί αμαρτίας δια την εξιλέωσίν σας.

Αρ. 28,31     πλὴν τοῦ ὁλοκαυτώματος τοῦ διὰ παντός· καὶ τὴν θυσίαν αὐτῶν ποιήσετέ μοι. ἄμωμοι ἔσονται ὑμῖν, καὶ τὰς σπονδὰς αὐτῶν.
Αρ. 28,31     Ολα αυτά θα τα προσφέρετε, εκτός της καθημερινής θυσίας του ολοκαυτώματος. Μαζή με τας θυσίας αυτάς των ζώων, τα οποία πρέπει να είναι υγιή και αρτιμελή, θα προσφέρετε και τας αναλόγους θυσίας του σεμιγδαλιού και του οίνου.

Αρ. 29,1     Καὶ τῷ μηνὶ τῷ ἑβδόμῳ, μιᾷ τοῦ μηνός, ἐπίκλητος ἁγία ἔσται ὑμῖν, πᾶν ἔργον λατρευτὸν οὐ ποιήσετε· ἡμέρα σημασίας ἔσται ὑμῖν.
Αρ. 29,1     Η πρώτη ημέρα του εβδόμου μηνός θα είναι δια σας επίσημος και αγία ημέρα. Κατ' αυτήν δεν θα κάνετε κανένα βαρύ έργο. Η ημέρα αυτή θα αναγγέλλεται με ειδικά σαλπίσματα.

Αρ. 29,2     καὶ ποιήσετε ὁλοκαυτώματα εἰς ὀσμὴν εὐωδίας Κυρίῳ, μόσχον ἕνα ἐκ βοῶν, κριὸν ἕνα, ἀμνοὺς ἐνιαυσίους ἑπτὰ ἀμώμους·
Αρ. 29,2     Κατ' αυτήν θα προσφέρετε ολοκαυτώματα, εις οσμήν ευωδίας προς τον Κυριον, ένα μοσχάρι, ένα κριον και επτά αμνούς ενός έτους, όλα υγιή και αρτιμελή.

Αρ. 29,3     ἡ θυσία αὐτῶν σεμίδαλις ἀναπεποιημένη ἐν ἐλαίῳ, τρία δέκατα τῷ μόσχῳ τῷ ἑνί, καὶ δύο δέκατα τῷ κριῷ τῷ ἑνί,
Αρ. 29,3     Η αναίμακτος θυσία θα είναι σεμιγδάλι ζυμωμένο με λάδι, τρία δέκατα δια τον κάθε μόσχον, δύο δέκατα δια τον κάθε κριόν,

Αρ. 29,4     δέκατον δέκατον τῷ ἀμνῷ τῷ ἑνί, τοῖς ἑπτὰ ἀμνοῖς·
Αρ. 29,4     και ένα δέκατον δια τον καθένα από τους επτά αμνούς.

Αρ. 29,5     καὶ χίμαρον ἐξ αἰγῶν ἕνα περὶ ἁμαρτίας ἐξιλάσασθαι περὶ ὑμῶν·
Αρ. 29,5     Θα προσφέρετε επίσης θυσίαν, περί αμαρτίας δια την εξιλέωσίν σας, ένα τράγον.

Αρ. 29,6     πλὴν τῶν ὁλοκαυτωμάτων τῆς νουμηνίας, καὶ αἱ θυσίαι αὐτῶν καὶ αἱ σπονδαὶ αὐτῶν καὶ τὸ ὁλοκαύτωμα τὸ διαπαντὸς καὶ αἱ θυσίαι αὐτῶν καὶ αἱ σπονδαὶ αὐτῶν κατὰ τὴν σύγκρισιν αὐτῶν εἰς ὀσμὴν εὐωδίας Κυρίῳ.
Αρ. 29,6     Εκτός όμως από τα ολοκαυτώματα της πρώτης εκάστου μηνός, θα προσφέρετε κατά την ημέραν αυτήν και τας άλλας αναιμάκτους θυσίας του σεμιγδαλιού και του οίνου, όπως επίσης και το καθημερινόν παντοτεινόν ολοκαύτωμα μαζή με την αναίμακτον προσφοράν του σεμιγδαλιού και του οίνου, σύμφωνα με τας δοθείσας εντολάς, εις οσμήν ευωδίας προς τον Κυριον.

Αρ. 29,7     Καὶ τῇ δεκάτῃ τοῦ μηνὸς τούτου ἐπίκλητος ἁγία ἔσται ὑμῖν, καὶ κακώσετε τὰς ψυχὰς ὑμῶν καὶ πᾶν ἔργον οὐ ποιήσετε.
Αρ. 29,7     Και η δεκάτη ημέρα του εβδόμου αυτού μηνός θα είναι δια σας επίσημος και αγία· θα την διέλθετε με νηστείαν και συντριβήν και κανένα έργον δεν θα κάνετε κατ' αυτήν.

Αρ. 29,8     καὶ προσοίσετε ὁλοκαυτώματα εἰς ὀσμὴν εὐωδίας Κυρίῳ, καρπώματα Κυρίῳ, μόσχον ἐκ βοῶν ἕνα, κριὸν ἕνα, ἀμνοὺς ἐνιαυσίους ἑπτά, ἄμωμοι ἔσονται ὑμῖν·
Αρ. 29,8     Θα προσφέρετε ολοκαυτώματα εις οσμήν ευωδίας προς τον Κυριον, θυσίας αιματηράς, ένα μοσχάρι, ένα κριόν, επτά αμνούς ενός έτους· όλα αυτά υγιή και αρτιμελή.

Αρ. 29,9     ἡ θυσία αὐτῶν σεμίδαλις ἀναπεποιημένη ἐν ἐλαίῳ, τρία δέκατα τῷ μόσχω τῷ ἑνὶ καὶ δύο δέκατα τῷ κριῷ τῷ ἑνί,
Αρ. 29,9     Η μαζή με αυτά αναίμακτος θυσία θα είναι σεμιγδάλι ζυμωμένο με λάδι, τρία δέκατα δια τον μόσχον, δύο δέκατα δια τον κριον

Αρ. 29,10     δέκατον δέκατον τῷ ἁμνῷ τῷ ἑνὶ εἰς τοὺς ἑπτὰ ἀμνούς·
Αρ. 29,10     και ανά εν δέκατον δια τον κάθε ένα από τους επτά αμνούς.

Αρ. 29,11     καὶ χίμαρον ἐξ αἰγῶν ἕνα περὶ ἁμαρτίας ἐξιλάσασθαι περὶ ὑμῶν· πλὴν τὸ περὶ τῆς ἁμαρτίας τῆς ἐξιλάσεως καὶ ἠ ὁλοκαύτωσις ἡ διὰ παντός, ἡ θυσία αὐτῆς καὶ ἡ σπονδὴ αὐτῆς κατὰ τὴν σύγκρισιν εἰς ὀσμὴν εὐωδίας κάρπωμα Κυρίῳ.
Αρ. 29,11     Να προσφέρετε ακόμη ένα τράγον θυσίαν περί αμαρτίας δια την εξιλέωσίν σας. Πλην όμως της θυσίας αυτής περί αμαρτίας προς εξιλέωσίν σας θα προσφέρετε και την παντοτεινήν καθημερινήν θυσίαν της ολοκαυτώσεως προς τον Κυριον μαζή με την προσφοράν του σεμιγδαλιού και του οίνου, σύμφωνα με την εντολήν, εις οσμήν ευωδίας προς τον Κυριον.

Αρ. 29,12     Καὶ τῇ πεντεκαιδεκάτῃ ἡμέρᾳ τοῦ μηνὸς τοῦ ἑβδόμου τούτου ἐπίκλητος ἁγία ἔσται ὑμῖν, πᾶν ἔργον λατρευτὸν οὐ ποιήσετε. καὶ ἑορτάσατε αὐτὴν ἑορτὴν Κυρίῳ ἑπτὰ ἡμέρας.
Αρ. 29,12     Η δεκάτη πέμπτη ημέρα του εβδόμου σύτου μηνός, θα είναι δια σας επίσημος και αγία ημέρα. Καμμίαν βαρείαν εργασίαν δεν θα κάνετε την ημέραν αυτήν. Θα εορτάσετε αυτήν προς τιμήν του Κυρίου, εορτήν επί επτά ημέρας.

Αρ. 29,13     καὶ προσάξατε ὁλοκαυτώματα κάρπωμα εἰς ὀσμὴν εὐωδίας Κυρίῳ, τῇ ἡμέρᾳ τῇ πρώτῃ μόσχους ἐκ βοῶν τρεῖς καὶ δέκα, κριοὺς δύο, ἀμνοὺς ἐνιαυσίους δεκατέσσαρας, ἄμωμοι ἔσονται·
Αρ. 29,13     Θα προσφέρετε ολοκαυτώματα προς θυσίαν, οσμήν ευωδίας προς τον Κυριον, κατά μεν την πρώτην ημέραν δεκατρία μοσχάρια, δύο κριούς, δεκατέσσαρας αμνούς ενός έτους, όλα υγιή και αρτιμελή.

Αρ. 29,14     αἱ θυσίαι αὐτῶν σεμίδαλις ἀναπεποιημένη ἐν ἐλαίῳ, τρία δέκατα τῷ μόσχῳ τῷ ἑνί, τοῖς τρισκαίδεκα μόσχοις, καὶ δύο δέκατα τῷ κριῷ τῷ ἑνί, ἐπὶ τοὺς δύο κριούς,
Αρ. 29,14     Αι αναίμακτοι θυσίαι, που θα συνοδεύουν αυτά, θα είναι σεμιγδάλι, ζυμωμένο με λάδι, δια τον κάθε μόσχον τρία δέκατα, δια τον κάθε κριον δύο δέκατα,

Αρ. 29,15     δέκατον δέκατον τῷ ἀμνῷ τῷ ἑνί, ἐπὶ τοὺς τέσσαρας καὶ δέκα ἀμνούς·
Αρ. 29,15     δια δε τον κάθε αμνόν από τους δεκατέσσαρας αμνούς, ένα δέκατον.

Αρ. 29,16     καὶ χίμαρον ἐξ αἰγῶν ἕνα περὶ ἁμαρτίας, πλὴν τῆς ὁλοκαυτώσεως τῆς διαπαντός· αἱ θυσίαι αὐτῶν καὶ αἱ σπονδαὶ αὐτῶν.
Αρ. 29,16     Θα προσφέρετε ακόμη ένα τράγον εις θυσίαν περί αμαρτίας, εκτός της καθημερινής ολοκαυτώσεως με τας σχετικάς αναιμάκτους θυσίας σεμιγδαλιού και οίνου.

Αρ. 29,17     καὶ τῇ ἡμέρᾳ τῇ δευτέρᾳ μόσχους δώδεκα, κριοὺς δύο, ἀμνοὺς ἐνιαυσίους τέσσαρας καὶ δέκα ἀμώμους·
Αρ. 29,17     Κατά την δευτέραν ημέραν θα θυσιάζετε δώδεκα μοσχάρια, δύο κριούς, δεκατέσσαρας αμνούς, όλα αυτά υγιή και αρτιμελή.

Αρ. 29,18     ἡ θυσία αὐτῶν καὶ ἡ σπονδὴ αὐτῶν τοῖς μόσχοις καὶ τοῖς κριοῖς καὶ τοῖς ἀμνοῖς κατὰ ἀριθμὸν αὐτῶν, κατὰ τὴν σύγκρισιν αὐτῶν·
Αρ. 29,18     Η μαζή με αυτά αναίμακτος θυσία σεμιγδαλιού και οίνου θα είναι ανάλογος προς τον αριθμόν αυτών, προς τον αριθμόν δηλαδή των μόσχων, των κριών και των αμνών, σύμφωνα με τας σχετικάς πιρί αυτών διατάξεις του Θεού.

Αρ. 29,19     καὶ χίμαρον ἐξ αἰγῶν ἕνα περὶ ἁμαρτίας, πλὴν τῆς ὁλοκαυτώσεως τῆς διαπαντός· αἱ θυσίαι αὐτῶν καὶ αἱ σπονδαὶ αὐτῶν.
Αρ. 29,19     Θα προοφέρετε ακόμη προς θυσίαν περί αμαρτίας και ένα τράγον, πλην της καθημερινής ολοκαυτώσεως, μαζή με τας ανάλογους αναιμάκτους προσφοράς του σεμιγδαλιού και του οίνου.

Αρ. 29,20     τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ μόσχους ἕνδεκα, κριοὺς δύο, ἀμνοὺς ἐνιαυσίους τέσσαρας καὶ δέκα ἀμώμους·
Αρ. 29,20     Κατά την τρίτην ημέραν θα προσφέρετε θυσίαν ένδεκα μοσχάρια, δύο κριους και δεκατέσσαρας αμνούς ενός έτους, όλα υγιή και αρτιμελή.

Αρ. 29,21     ἡ θυσία αὐτῶν καὶ ἡ σπονδὴ αὐτῶν τοῖς μόσχοις καὶ τοῖς κριοῖς καὶ τοῖς ἀμνοῖς κατὰ ἀριθμὸν αὐτῶν, κατὰ τὴν σύγκρισιν αὐτῶν·
Αρ. 29,21     Η μαζή με αυτά αναίμακτος θυσία σεμιγδαλιού και οίνου θα είναι ανάλογος προς τον αριθμόν των μόσχων, των κριών και των αμνών, σύμφωνα με τας περί αυτών διατάξστου Θεού.

Αρ. 29,22     καὶ χίμαρον ἐξ αἰγῶν ἕνα περὶ ἁμαρτίας, πλὴν τῆς ὁλοκαυτώσεως τῆς διαπαντός· αἱ θυσίαι αὐτῶν καὶ αἱ σπονδαὶ αὐτῶν.
Αρ. 29,22     Θα προσφέρετε ακόμη κατά την ημέραν αυτήν προς θυσίαν περί αμαρτίας και ένα τράγον, εκτός της καθημερινής ολοκαυτώσεως, μαζή με τας καθωρισμένας αναιμάκτους θυσίας σεμιγδαλιού και οίνου.

Αρ. 29,23     τῇ ἡμέρᾳ τῇ τετάρτῃ μόσχους δέκα, κριοὺς δύο, ἀμνοὺς ἐνιαυσίους τέσσαρας καὶ δέκα ἀμώμους·
Αρ. 29,23     Κατά την τετάρτην ημέραν θα προσφέρετε εις θυσίαν δέκα μόσχους, δύο κριούς, δεκατέσσαρας αμνούς ενός έτους, όλα υγιή και αρτιμελή.

Αρ. 29,24     αἱ θυσίαι αὐτῶν καὶ αἱ σπονδαὶ αὐτῶν τοῖς μόσχοις καὶ τοῖς κριοῖς καὶ τοῖς ἀμνοῖς κατὰ ἀριθμὸν αὐτῶν κατὰ τὴν σύγκρισιν αὐτῶν·
Αρ. 29,24     Ολαι αι καθωρισμέναι αναίμακτοι θυσίαι του σεμιγδαλιού και του οίνου θα είναι ανάλογοι με τον αριθμόν των μόσχων, των κριών και των αμνών σύμφωνα με τας εντολάς του Θεού.

Αρ. 29,25     καὶ χίμαρον ἐξ αἰγῶν ἕνα περὶ ἁμαρτίας, πλὴν τῆς ὁλοκαυτώσεως τῆς διαπαντός· αἱ θυσίαι αὐτῶν καὶ αἱ σπονδαὶ αὐτῶν.
Αρ. 29,25     Θα προσφέρετε ακόμη θυσίαν περί αμαρτίας ένα τράγον, πλην της καθημερινής ολοκαυτώσεως, μαζή με τας αναλόγους αναιμάκτους θυσίας σεμιγδαλιού και οίνου.

Αρ. 29,26     τῇ ἡμέρᾳ τῇ πέμπτῃ μόσχους ἐννέα, κριοὺς δύο, ἀμνοὺς ἐνιαυσίους τέσσαρας καὶ δέκα ἀμώμους·
Αρ. 29,26     Κατά δε την πέμπτην ημέραν θα προσφέρετε εννέα μόσχους, δύο κριους και δεκατέσσαρας αμνούς· όλα υγιή και αρτιμελή.

Αρ. 29,27     αἱ θυσίαι αὐτῶν καὶ αἱ σπονδαὶ αὐτῶν τοῖς μόσχοις καὶ τοῖς κριοῖς καὶ τοῖς ἀμνοῖς κατὰ ἀριθμὸν αὐτῶν, κατὰ τὴν σύγκρισιν αὐτῶν·
Αρ. 29,27     Αι μαζή με αυτά αναίμακτοι θυσίαι του σεμιγδαλιού και του οίνου, θα είναι ανάλογοι με τον αριθμόν των μόσχων, των κριών και των αμνών, σύμφωνα με τας περί αυτών διατάξστου Θεού.

Αρ. 29,28     καὶ χίμαρον ἐξ αἰγῶν ἕνα περὶ ἁμαρτίας, πλὴν τῆς ὁλοκαυτώσεως τῆς διὰ παντός· αἱ θυσίαι αὐτῶν καὶ αἱ σπονδαὶ αὐτῶν.
Αρ. 29,28     Θα προσφέρετε ακόμη προς θυσίαν περί αμαρτίας ένα τράγον, πλην της καθημερινής ολοκαυτώσεως, μαζή δε με αυτά και τας σχετικάς αναιμάκτους θυσίας, σεμιγδαλιού και οίνου.

Αρ. 29,29     τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἕκτῃ μόσχους ὀκτώ, κριοὺς δύο, ἀμνοὺς ἐνιαυσίους δεκατέσσαρας ἀμώμους·
Αρ. 29,29     Κατά την έκτην ημέραν θα προσφέρετε οκτώ μόσχους, δύο κριούς, δεκατέσσαρες αμνούς ενός έτους, χωρίς κανένα σωματικόν ελάττωμα.

Αρ. 29,30     αἱ θυσίαι αὐτῶν καὶ αἱ σπονδαὶ αὐτῶν τοῖς μόσχοις καὶ τοῖς κριοῖς καὶ τοῖς ἀμνοῖς κατὰ ἀριθμὸν αὐτῶν, κατὰ τὴν σύγκρισιν αὐτῶν·
Αρ. 29,30     Αι μαζή με αυτά αναίμακτοι θυσίαι του σεμιγδαλιού και του οίνου θα είναι ανάλογοι προς τον αριθμόν των μόσχων, των κριών και των αμνών, όπως έχει διατάξει δι' αυτά ο Θεός.

Αρ. 29,31     καὶ χίμαρον ἐξ αἰγῶν ἕνα περὶ ἁμαρτίας, πλὴν τῆς ὁλοκαυτώσεως τῆς διαπαντός· αἱ θυσίαι αὐτῶν καὶ αἱ σπονδαὶ αὐτῶν.
Αρ. 29,31     Θα προσφέρετε ακόμη προς θυσίαν περί αμαρτίας ένα τράγον, εκτός της καθημερινής θυσίας, μαζή με τας σχετικάς αναιμάκτους θυσίας σεμιγδαλιού και οίνου.

Αρ. 29,32     τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ μόσχους ἑπτά, κριοὺς δύο, ἀμνοὺς ἐνιαυσίους δεκατέσσαρας ἀμώμους·
Αρ. 29,32     Κατά την εβδόμην ημέραν θα προσφέρετε επτά μοσχάρια, δύο κριους και δεκατέσσαρας αμνούς, όλα χωρίς κανένα σωματικόν ελάττωμα.

Αρ. 29,33     αἱ θυσίαι αὐτῶν καὶ αἱ σπονδαὶ αὐτῶν τοῖς μόσχοις καὶ τοῖς κριοῖς καὶ τοῖς ἀμνοῖς κατὰ ἀριθμὸν αὐτῶν, κατὰ τὴν σύγκρισιν αὐτῶν·
Αρ. 29,33     Αι μαζή με αυτά αναίμακτοι θυσίαι του σεμιγδαλιού και του οίνου, θα είναι ανάλογοι προς τον αριθμόν των μόσχων, των κριών και των αμνών, όπως έχει διατάξει δι' αυτά ο Θεός.

Αρ. 29,34     καὶ χίμαρον ἐξ αἰγῶν ἕνα περὶ ἁμαρτίας, πλὴν τῆς ὁλοκαυτώσεως τῆς διαπαντός· αἱ θυσίαι αὐτῶν καὶ αἱ σπονδαὶ αὐτῶν.
Αρ. 29,34     Τέλος θα προσφέρετε ένα τράγον προς θυσίαν περί αμαρτίας, εκτός της καθημερινής ολοκαυτώσεως, μαζή με τας καθωρισμένας αναιμάκτους θυσίας του σεμιγδαλιού και του οίνου.

Αρ. 29,35     καὶ τῇ ἡμέρᾳ τῇ ὀγδόῃ ἐξόδιον ἔσται ὑμῖν. πᾶν ἔργον λατρευτὸν οὐ ποιήσετε ἐν αὐτῇ.
Αρ. 29,35     Η δε ογδόη ημέρα θα είναι η τελευταία της εορτής. Κανένα βαρύ έργον δεν θα κάνετε κατ' αυτήν.

Αρ. 29,36     καὶ προσάξετε ὁλοκαυτώματα εἰς ὀσμὴν εὐωδίας καρπώματα τῷ Κυρίῳ, μόσχον ἕνα, κριὸν ἕνα, ἀμνοὺς ἐνιαυσίους ἑπτὰ ἀμώμους.
Αρ. 29,36     Θα προσφέρετε προς θυσίαν ολοκαυτώματα εις οσμήν ευωδίας προς τον Κυριον, ένα μόσχον, ένα κριον και επτά αμνούς ενός έτους, χωρίς κανένα σωματικόν ελάττωμα.

Αρ. 29,37     αἱ θυσίαι αὐτῶν καὶ αἱ σπονδαὶ αὐτῶν τῷ μόσχῳ καὶ τῷ κριῷ καὶ τοῖς ἀμνοῖς κατὰ ἀριθμὸν αὐτῶν, κατὰ τὴν σύγκρισιν αὐτῶν.
Αρ. 29,37     Αι θυσίαι αυτών και αι μαζή με αυτά αναίμακτοι θυσίαι σεμιγδαλιού και οίνου θα είναι ανάλογοι με τον αριθμόν των ζώων, του μόσχου, του κριου και των αμνών, σύμφωνα με όσα σχετικώς έχει διατάξει ο Θεός.

Αρ. 29,38     καὶ χίμαρον ἐξ αἰγῶν ἕνα περὶ ἁμαρτίας, πλὴν τῆς ὁλοκαυτώσεως τῆς διαπαντός· αἱ θυσίαι αὐτῶν καὶ αἱ σπονδαὶ αὐτῶν.
Αρ. 29,38     Θα προσφέρετε επίσης ένα τράγον θυσίαν περί αμαρτίας εκτός της καθημερινής ολοκαυτώσεως μαζή με τας αναλόγους αναιμάκτους θυσίας του σεμιγδαλιού και του οίνου.

Αρ. 29,39     Ταῦτα ποιήσετε Κυρίῳ ἐν ταῖς ἑορταῖς ὑμῶν, πλὴν τῶν εὐχῶν ὑμῶν, καὶ τὰ ἑκούσια ὑμῶν καὶ τὰ ὁλοκαυτώματα ὑμῶν καὶ τὰς θυσίας ὑμῶν καὶ τὰς σπονδὰς ὑμῶν καὶ τὰ σωτήρια ὑμῶν.
Αρ. 29,39     Αυτάς τας θυσίας θα προσφέρετε προς τον Κυριον κατά τας ημέρας των εορτών σας, εκτός των θυσιών που θα προσφέρετε εις εκπλήρωσιν των ταξιμάτων σας, εκτός από τας αυτοπροαιρέτους προσφοράς σας, τα ολοκαυτώματά σας, τας άλλας αναιμάκτους θυσίας σας, τας θυσίας του οίνου και γενικώς εκτός από τας ευχαριστηρίους και ειρηνικάς θυσίας σας.

Αρ. 30,1     Καὶ ἐλάλησε Μωυσῆς τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ κατὰ πάντα, ὅσα ἐνετείλατο Κύριος τῷ Μωυσῇ.
Αρ. 30,1     Ο Μωϋσής ανεκοίνωσεν στους Ισραηλίτας όλα όσα τον είχε διατάξει ο Θεός.

Αρ. 30,2     καὶ ἐλάλησε Μωυσῆς πρὸς τοὺς ἄρχοντας τῶν φυλῶν υἱῶν Ἰσραὴλ λέγων· τοῦτο τὸ ῥῆμα, ὃ συνέταξε Κύριος·
Αρ. 30,2     Και ωμίλησε προς τους άρχοντας των φυλών του Ισραήλ, λέγων· “Αυτή είναι η εντολή, την οποίαν διέταξεν ο Κυριος σχετικώς με τα ταξίματα.

Αρ. 30,3     ἄνθρωπος ἄνθρωπος, ὃς ἂν εὔξηται εὐχὴν Κυρίῳ ἢ ὀμόσῃ ὅρκον ἢ ὁρίσηται ὁρισμῷ περὶ τῆς ψυχῆς αὐτοῦ, οὐ βεβηλώσει τὸ ῥῆμα αὐτοῦ· πάντα ὅσα ἂν ἐξέλθῃ ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ, ποιήσει·
Αρ. 30,3     Ενας άνθρωπος, ο οποίος έκανε τάξιμο προς τον Κυριον η, ωρκίσθη ότι θα στερηθή κάτι δια τον Κυριον, δεν πρέπει να παραβή τον λόγον του και να μολύνη το τάξιμό του. Ολα όσα έχει υποσχεθή πρέπει να τα εκτελέση.

Αρ. 30,4     ἐὰν δὲ εὔξηται γυνὴ εὐχὴν Κυρίῳ ἢ ὁρίσηται ὁρισμὸν ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ πατρὸς αὐτῆς ἐν τῇ νεότητι αὐτῆς καὶ ἀκούσῃ ὁ πατὴρ αὐτῆς τὰς εὐχὰς αὐτῆς καὶ τοὺς ὁρισμοὺς αὐτῆς, οὓς ὡρίσατο κατὰ τῆς ψυχῆς αὐτῆς, καὶ παρασιωπήσῃ αὐτῆς ὁ πατήρ, καὶ στήσονται πᾶσαι αἱ εὐχαὶ αὐτῆς,
Αρ. 30,4     Εάν δε μία γυναίκα έκαμε τάξιμο προς τον Κυριον η δια λόγους ευλαβείας ώρισε να στερηθή κάτι, όταν νέα ακόμη ευρίσκετο στον οίκον του πατρός της, ήκουσε δε ο πατήρ της το τάξιμο της η την απόφασίν της να στερηθή κάτι δια τον Κυριον, δεν έφερε δε αντίρρησιν ο πατήρ, αλλά εσιώπησε και δια της σιωπής του έδειξε ότι συγκατατίθεται στο τάξιμο, τότε το τάξιμον είναι έγκυρον και πρέπει να εκπληρωθή.

Αρ. 30,5     καὶ πάντες οἱ ὁρισμοί, οὓς ὡρίσατο κατὰ τῆς ψυχῆς αὐτῆς, μενοῦσιν αὐτῇ.
Αρ. 30,5     Οσα ώρισεν η γυνή να στερηθή δια τον εαυτόν της προς χάριν του Κυρίου, μένουν έγκυρα και πρέπει να εκτελεθούν.

Αρ. 30,6     ἐὰν δὲ ἀνανεύων ἀνανεύσῃ ὁ πατὴρ αὐτῆς, ᾗ ἂν ἡμέρᾳ ἀκούσῃ πάσας τὰς εὐχὰς αὐτῆς καὶ τοὺς ὁρισμούς, οὓς ὡρίσατο κατὰ τῆς ψυχῆς αὐτῆς, οὐ στήσονται· καὶ Κύριος καθαριεῖ αὐτήν, ὅτι ἀνένευσεν ὁ πατὴρ αὐτῆς.
Αρ. 30,6     Εάν όμως ο πατήρ αρνηθή να εγκρίνη τα ταξίματα της κόρης του, την ημέραν που θα τα ακούση, όπως επίσης και τας αποφάσεις της περί στερήσεως της από κάποιον πράγμα, τας οποίας αυτή ανεκοίνωσε, το τάξιμό της και αι αποφάσεις της δεν είναι έγκυροι. Ο δε Κυριος θεωρεί αυτήν καθαράν και άπηλλαγμένην από τας σχετικάς υποχρεώσεις, διότι ο πατήρ της δεν τας ενέκρινεν.

Αρ. 30,7     ἐὰν δὲ γενομένη γένηται ἀνδρὶ καὶ αἱ εὐχαὶ αὐτῆς ἐπ᾿ αὐτῇ κατὰ τὴν διαστολὴν τῶν χειλέων αὐτῆς, οὓς ὡρίσατο κατὰ τῆς ψυχῆς αὐτῆς,
Αρ. 30,7     Εάν δε αυτή υπανδρευθή, και με το ίδιο της το στόμα είχε κάμει, πριν η έλθη εις γάμον, τάξιμον προς τον Κυριον η είχεν εκφράσει την απόφασιν να υποβληθή υπέρ της ψυχής της εις ωρισμένας στερήσεις,

Αρ. 30,8     καὶ ἀκούσῃ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς καὶ παρασιωπήσῃ αὐτῇ, ᾗ ἂν ἡμέρᾳ ἀκούσῃ, καὶ οὕτω στήσονται πᾶσαι αἱ εὐχαὶ αὐτῆς καὶ οἱ ὁρισμοὶ αὐτῆς, οὓς ὡρίσατο κατὰ τῆς ψυχῆς αὐτῆς, στήσονται.
Αρ. 30,8     μετά δε τον γάμον της ο σύζυγός της πληροφορηθή το τάμα της και σιωπηρώς συγκατατεθή, το τάξιμό της και αι άλλαι ευχαί της περί στερήσεώς της εκ πραγμάτων τινών, είναι έγκυρα και πρέπει να εκπληρωθούν.

Αρ. 30,9     ἐὰν δὲ ἀνανεύων ἀνανεύσῃ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς, ᾗ ἐὰν ἡμέρᾳ ἀκούσῃ, πᾶσαι αἱ εὐχαὶ αὐτῆς καὶ οἱ ὁρισμοὶ αὐτῆς, οὓς ὡρίσατο κατὰ τῆς ψυχῆς αὐτῆς, οὐ μενοῦσιν, ὅτι ὁ ἀνὴρ ἀνένευσεν ἀπ᾿ αὐτῆς, καὶ Κύριος καθαριεῖ αὐτήν.
Αρ. 30,9     Εάν όμως ο σύζυγός της, όταν πληροφορηθή το τάξιμόν της, τας ευχάς της και τας αποφάσεις της δια την στέρησίν της από κάποιον πράγμα, και αρνηθή να τας αναγνωρίση, τότε αυταί δεν είναι έγκυροι· διότι ο σύζυγός της τας ηρνήθη και ο Κυριος θεωρεί αυτήν καθαράν από την υποχρέωσιν της εκπληρώσεως του τάματος η της ευχής της.

Αρ. 30,10     καὶ εὐχὴ χήρας καὶ ἐκβεβλημένης ὅσα ἐὰν εὔξηται κατὰ τῆς ψυχῆς αὐτῆς, μενοῦσιν αὐτῇ.
Αρ. 30,10     Το τάξιμο όμως της χήρας και της διεζευγμένης και όσα αυτή θα είχεν ευχηθή προς τον Κυριον δια τον εαυτόν της, μένουν έγκυρα και πρέπει να εκπληρωθούν.

Αρ. 30,11     ἐὰν δὲ ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς ἡ εὐχὴ αὐτῆς ἢ ὁ ὁρισμὸς κατὰ τῆς ψυχῆς αὐτῆς μεθ᾿ ὅρκου
Αρ. 30,11     Εάν όμως το τάξιμον και η ένορκος υπόσχεσις περί στερήσεως πράγματός τινος έγινε μετά τον γάμον της,

Αρ. 30,12     καὶ ἀκούσῃ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς καὶ παρασιωπήσῃ αὐτῇ καὶ μὴ ἀνανεύσῃ αὐτῇ, καὶ στήσονται πᾶσαι αἱ εὐχαὶ αὐτῆς, καὶ πάντες οἱ ὁρισμοὶ αὐτῆς, οὓς ὡρίσατο κατὰ τῆς ψυχῆς αὐτῆς, στήσονται κατ᾿ αὐτῆς.
Αρ. 30,12     ο δε ανήρ ήκουσεν αυτά και δεν τα ηρνήθη, αλλά σιωπηρώς τα παρεδέχθη, όλα τα ταξίματά της και όσα άλλα είχεν ορίσει δια τον Κυριον είναι έγκυρα και πρέπει να εκπληρωθούν.

Αρ. 30,13     ἐὰν δὲ περιελὼν περιέλῃ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς, ᾗ ἂν ἡμέρᾳ ἀκούσῃ, πάντα ὅσα ἐὰν ἐξέλθῃ ἐκ τῶν χειλέων αὐτῆς κατὰ τὰς εὐχὰς αὐτῆς καὶ κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τοὺς κατὰ τῆς ψυχῆς αὐτῆς, οὐ μενεῖ αὐτῇ· ὁ ἀνὴρ αὐτῆς περιεῖλε, καὶ Κύριος καθαριεῖ αὐτήν.
Αρ. 30,13     Εάν όμως ο σύζυγός της αρνηθή όλα, όσα κατά την ημέραν εκείνην ήθελεν ακούσει να εξέρχωνται από τα χείλη της συζύγου του ως ταξίματα δια τον Κυριον η ευλαβείς αποφάσεις της περί στερήσεως πράγματός τινος, αυτά δεν θα έχουν κύρος, διότι ο σύζυγός της τα ηρνήθη και ο Θεός θεωρεί αυτήν απηλλαγμένην από τας σχετικάς υποχρεώσεις.

Αρ. 30,14     πᾶσα εὐχὴ καὶ πᾶς ὅρκος δεσμοῦ κακῶσαι ψυχήν, ὁ ἀνὴρ αὐτῆς στήσει αὐτῇ καὶ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς περιελεῖ.
Αρ. 30,14     Καθε τάξιμον της συζύγου και κάθε ένορκον δέσμευσιν και ευλαβή απόφασιν περί στερήσεως από κάποιο πράγμα και σχετικής ταλαιπωρίας της, ο σύζυγός της θα καταστήση αυτάς εγκύρους και υποχρεωτικάς δια την σύζυγόν του η ακύρους και ανεκτελέστους.

Αρ. 30,15     ἐὰν δὲ σιωπῶν παρασιωπήσῃ αὐτῇ ἡμέραν ἐξ ἡμέρας, καὶ στήσει αὐτῇ πάσας τὰς εὐχὰς αὐτῆς, καὶ τοὺς ὁρισμοὺς τοὺς ἐπ' αὐτῆς στήσει αὐτῇ, ὅτι ἐσιώπησεν αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ, ᾗ ἤκουσεν.
Αρ. 30,15     Εάν ο σύζυγος ακούων το τάξιμον σιωπήση επί αρκετάς ημέρας, δια της σιωπής του αυτής θα καταστήση αποδεκτάς και εγκύρους τας ιεράς ευχάς και τας υποσχέσεις της γυναικός του, διότι ενώ τας ήκουσεν εσιώπησε και δεν διεμαρτυρήθη κατά την ημέραν, που ελέχθησαν.

Αρ. 30,16     ἐὰν δὲ περιελὼν περιέλῃ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς μετὰ τὴν ἡμέραν, ἣν ἤκουσε, καὶ λήψεται τὴν ἁμαρτίαν αὐτοῦ.
Αρ. 30,16     Εάν όμως ο ανήρ αρνηθή το τάξιμο της γυναικός του μετά την ημέραν, που το ήκουσεν, θα είναι αυτός υπεύθυνος ενώπιον του Θεού δια την μη εκπλήρωσιν”.

Αρ. 30,17     ταῦτα τὰ δικαιώματα, ὅσα ἐνετείλατο Κύριος τῷ Μωυσῇ, ἀνὰ μέσον ἀνδρὸς καὶ γυναικὸς αὐτοῦ καὶ ἀναμέσον πατρὸς καὶ θυγατρὸς ἐν νεότητι ἐν οἴκῳ πατρός.
Αρ. 30,17     Αυταί είναι αι εντολαί, τας οποίας ο Θεός έδωσεν στον Μωϋσήν αναφορικώς με τα ταξίματα και τας άλλας ευχάς σχετικώς με τον σύζυγον και την σύζυγον, σχετικώς με τον πατέρα και την θυγατέρα, όταν αυτή είναι νέα και ανύπανδρος στον οίκον του πατρός της.

Αρ. 31,1     Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Αρ. 31,1     Ο Κυριος ωμίλησε προς τον Μωϋσήν και είπε·

Αρ. 31,2     ἐκδίκει τὴν ἐκδίκησιν υἱῶν Ἰσραὴλ ἐκ τῶν Μαδιανιτῶν, καὶ ἔσχατον προστεθήσῃ πρὸς τὸν λαόν σου.
Αρ. 31,2     “πάρε προηγουμένως την εκδίκησιν των Ισραηλιτών εναντίον των Μαδιανιτών και κατόπιν θα απέλθης από τον κόσμον αυτόν και θα προστεθής στον λαόν σου”.

Αρ. 31,3     καὶ ἐλάλησε Μωυσῆς πρὸς τὸν λαὸν λέγων· ἐξοπλίσατε ἐξ ὑμῶν ἄνδρας καὶ παρατάξασθε ἔναντι Κυρίου ἐπὶ Μαδιὰν ἀποδοῦναι ἐκδίκησιν παρὰ τοῦ Κυρίου τῇ Μαδιάν·
Αρ. 31,3     Ο Μωϋσής ωμίλησε τότε προς τους Ισραηλίτας, λέγων· “εξοπλίσατε άνδρας από σας και σύμφωνα με την εντολήν του Κυρίου παραταχθήτε εις πόλεμον εναντίον των Μαδιανιτών, δια να τιμωρήσετε αυτούς κατά διαταγήν του Κυρίου.

Αρ. 31,4     χιλίους ἐκ φυλῆς, χιλίους ἐκ φυλῆς, ἐκ πασῶν φυλῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ἀποστείλατε παρατάξασθαι.
Αρ. 31,4     Θα πάρετε και θα στείλετε εις πόλεμον εναντίον των Μαδιανιτών χίλιους άνδρας από κάθε φυλήν των Ισραηλιτών”.

Αρ. 31,5     καὶ ἐξηρίθμησαν ἐκ τῶν χιλιάδων Ἰσραὴλ χιλίους ἐκ φυλῆς, δώδεκα χιλιάδας ἐνωπλισμένοι εἰς παράταξιν.
Αρ. 31,5     Κατόπιν αυτής της εντολής εμέτρησαν από όλας τας χιλιάδας των Ισραηλιτών χίλιους από κάθε φυλήν, δώδεκα εν όλω χιλιάδας άνδρας εξωπλισμένους, ικανούς προς πόλεμον.

Αρ. 31,6     καὶ ἀπέστειλεν αὐτοὺς Μωυσῆς χιλίους ἐκ φυλῆς, χιλίους ἐκ φυλῆς σὺν δυνάμει αὐτῶν καὶ Φινεὲς υἱὸν Ἐλεάζαρ υἱοῦ Ἀαρὼν τοῦ ἱερέως, καὶ τὰ σκεύη τὰ ἅγια καὶ αἱ σάλπιγγες τῶν σημασιῶν ἐν ταῖς χερσὶν αὐτῶν.
Αρ. 31,6     Ο Μωϋσής απέστειλεν αυτούς τους χίλιους άνδρας από κάθε φυλήν αρτίως εξωπλισμένους, μαζή δε με αυτούς τον Φινεές, υιόν του Ελεαζάρου, υιού του αρχιερέως Ααρών, και τα ιερά σκευή μαζή με αυτούς και τας σάλπιγγας εις τα χέρια αυτών δια τα καθωρισμένα σαλπίσματα.

Αρ. 31,7     καὶ παρετάξαντο ἐπὶ Μαδιάν, καθὰ ἐνετείλατο Κύριος Μωυσῇ, καὶ ἀπέκτειναν πᾶν ἀρσενικόν·
Αρ. 31,7     Εξήλθον αυτοί και επολέμησαν εναντίον των Μαδιανιτών, όπως είχε διατάξει ο Κυριος τον Μωϋσήν, κατενίκησαν αυτούς και εξώντωσαν κάθε αρσενικόν αυτών.

Αρ. 31,8     καὶ τοὺς βασιλεῖς Μαδιὰν ἀπέκτειναν ἅμα τοῖς τραυματίαις αὐτῶν, καὶ τὸν Εὐὶν καὶ τὸν Ῥοκὸν καὶ τὸν Σοὺρ καὶ τὸν Οὒρ καὶ τὸν Ῥοβόκ, πέντε βασιλεῖς Μαδιάν· καὶ τὸν Βαλαὰμ υἱὸν Βεὼρ ἀπέκτειναν ἐν ῥομφαίᾳ σὺν τοῖς τραυματίαις αὐτῶν.
Αρ. 31,8     Εκτός των άλλων φονευθέντων, εφόνευσαν συγχρόνως και τους βασιλείς των Μαδιανιτών,τον Ευίν, τον Ροκόν, τον Σούρ, τον Ουρ και τον Ροβόκ, τους πέντε αυτούς βασιλείς των Μαδιανιτών. Εφόνευσαν επίσης δια μαχαίρας, μαζή με τους άλλους φονευθέντας και τον Βαλαάμ, τον υιόν του Βεώρ.

Αρ. 31,9     καὶ ἐπρονόμευσαν τὰς γυναῖκας Μαδιὰν καὶ τὴν ἀποσκευὴν αὐτῶν, καὶ τὰ κτήνη αὐτῶν καὶ πάντα τὰ ἔγκτητα αὐτῶν καὶ τὴν δύναμιν αὐτῶν ἐπρονόμευσαν·
Αρ. 31,9     Επήραν δε ως αιχμαλώτους τας γυναίκας των Μαδιανιτών, τα παιδιά των, τα ζώα των και όλην την κινητήν περιουσίαν των, και γενικώς ελεηλάτησαν όλα τα υπάρχοντά των.

Αρ. 31,10     καὶ πάσας τὰς πόλεις αὐτῶν τὰς ἐν ταῖς κατοικίαις αὐτῶν καὶ τὰς ἐπαύλεις αὐτῶν ἐνέπρησαν ἐν πυρί.
Αρ. 31,10     Ολας δε τας πόλεις, όπου κατοικούσαν οι Μαδιανίται, και τας αγροτικάς ακόμη οικίας των παρέδωσαν στο πυρ.

Αρ. 31,11     καὶ ἔλαβον πᾶσαν τὴν προνομὴν αὐτῶν καὶ πάντα τὰ σκῦλα αὐτῶν ἀπὸ ἀνθρώπου ἕως κτήνους
Αρ. 31,11     Επήραν όλην αυτήν την λείαν και όλα τα λάφυρά των από ανθρώπου έως ζώου,

Αρ. 31,12     καὶ ἤγαγον πρὸς Μωυσῆν καὶ πρὸς Ἐλεάζαρ τὸν ἱερέα καὶ πρὸς πάντας υἱοὺς Ἰσραὴλ τὴν αἰχμαλωσίαν καὶ τὰ σκῦλα καὶ τὴν προνομὴν εἰς τὴν παρεμβολὴν εἰς Ἀραβὼθ Μωάβ, ἥ ἐστιν ἐπὶ τοῦ Ἰορδάνου κατὰ Ἱεριχώ.
Αρ. 31,12     και τα έφεραν προς τον Μωϋσήν προς τον αρχιερέα τον Ελεάζαρ και προς όλους τους Ισραηλίτας, όλα όσα εκυρίευσαν, και τα λάφυρα και την λείαν, τα έφεραν στο στρατόπεδον που ευρίσκετο εις την περιοχήν Αραβώθ της χώρας Μωάβ, η οποία είναι πλησίον του Ιορδάνου απέναντι από την Ιεριχώ.

Αρ. 31,13     Καὶ ἐξῆλθε Μωυσῆς καὶ Ἐλεάζαρ ὁ ἱερεὺς καὶ πάντες οἱ ἄρχοντες τῆς συναγωγῆς εἰς συνάντησιν αὐτοῖς ἔξω τῆς παρεμβολῆς.
Αρ. 31,13     Ο Μωϋσής, ο αρχιερεύς Ελεάζαρ και όλοι οι άρχοντες του Ισραηλιτικού λαού εξήλθον εις συνάντησιν των νικητών έξω από το στρατόπεδον του Ισραήλ.

Αρ. 31,14     καὶ ὠργίσθη Μωυσῆς ἐπὶ τοῖς ἐπισκόποις τῆς δυνάμεως, χιλιάρχοις καὶ ἑκατοντάρχοις τοῖς ἐρχομένοις ἐκ τῆς παρατάξεως τοῦ πολέμου,
Αρ. 31,14     Ο Μωϋσής, όταν είδε και γυναίκας Μαδιανίτας αιχμαλώτους, ωργίσθη εναντίον των χιλιάρχων και των εκατοντάρχων, οι οποίοι επανήρχοντο από την πολεμικήν αυτήν επιχείρησιν,

Αρ. 31,15     καὶ εἶπεν αὐτοῖς Μωυσῆς· ἱνατί ἐζωγρήσατε πᾶν θῆλυ;
Αρ. 31,15     και είπεν εις αυτούς· “διατί συνελάβατε αιχμαλώτους και τας εφέρατε ζωντανάς εδώ;

Αρ. 31,16     αὗται γὰρ ἦσαν τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ κατὰ τὸ ῥῆμα Βαλαὰμ τοῦ ἀποστῆσαι καὶ ὑπεριδεῖν τὸ ῥῆμα Κυρίου ἕνεκεν Φογώρ, καὶ ἐγένετο ἡ πληγὴ ἐν τῇ συναγωγῇ Κυρίου.
Αρ. 31,16     Δεν έπρεπε αύται να ζήσουν, διότι αυταί ήσαν η αιτία, σύμφωνα με την συμβουλήν του Βαλαάμ, να αποστατήσουν οι Ισραηλίται από τον Θεόν, να καταφρονήσουν τας εντολάς του Κυρίου, να λατρεύσουν το είδωλον Φογώρ, και έτσι να αποσταλή εκ μέρους του Κυρίου μεγάλη τιμωρία στον ισραηλιτικόν λαόν.

Αρ. 31,17     καὶ νῦν ἀποκτείνατε πᾶν ἀρσενικὸν ἐν πάσῃ τῇ ἀπαρτίᾳ, πᾶσαν γυναῖκα, ἥτις ἔγνω κοίτην ἄρσενος, ἀποκτείνατε·
Αρ. 31,17     Τωρα λοιπόν φονεύσατε όλους γενικώς τους άρρενας και κάθε γυναίκα, η οποία έχει έλθει εις συνάφειαν με άνδρα.

Αρ. 31,18     καὶ πᾶσαν τὴν ἀπαρτίαν τῶν γυναικῶν, ἥτις οὐκ οἶδε κοίτην ἄρσενος, ζωγρήσατε αὐτάς.
Αρ. 31,18     Ολας δε τας αλλάς γυναίκας, τας παρθένους, αι οποίαι δεν ήλθον εις συνάφειαν με άνδρα τινά, κρατήσατέ τας αιχμαλώτους.

Αρ. 31,19     καὶ ὑμεῖς παρεμβάλετε ἔξω τῆς παρεμβολῆς ἑπτὰ ἡμέρας· πᾶς ὁ ἀνελὼν καὶ ὁ ἁπτόμενος τοῦ τετρωμένου ἁγνισθήσεται τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ καὶ τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ ὑμεῖς καὶ ἡ αἰχμαλωσία ὑμῶν·
Αρ. 31,19     Σεις δε όλοι να στρατοπεδεύσετε επί επτά ημέρας έξω από το στρατόπεδόν μας. Εκείνος ο οποίος εφόνευσεν εχθρόν η ήγγισεν φονευμένον πρέπει να εξαγνισθή την τρίτην και την εβδόμην ημέραν, σεις και όλοι οι αιχμάλωτοί σας.

Αρ. 31,20     καὶ πᾶν περίβλημα καὶ πᾶν σκεῦος δερμάτινον καὶ πᾶσαν ἐργασίαν ἐξ αἰγείας καὶ πᾶν σκεῦος ξύλινον ἀφαγνιεῖτε.
Αρ. 31,20     Θα καθαρίσετε δε κάθε ένδυμά σας, κάθε δερμάτινον σκεύος, κάθε τι που έχει κατασκευασθή από δέρμα αιγός και κάθε ξύλινον σκεύος”.

Αρ. 31,21     καὶ εἶπεν Ἐλεάζαρ ὁ ἱερεὺς πρὸς τοὺς ἄνδρας τῆς δυνάμεως τοὺς ἐρχομένους ἐκ τῆς παρατάξεως τοῦ πολέμου· τοῦτο τὸ δικαίωμα τοῦ νόμου, ὃ συνέταξε Κύριος τῷ Μωυσῇ.
Αρ. 31,21     Ο αρχιερεύς Ελεάζαρ, είπε προς τους άνδρας του στρατού, οι οποίοι είχαν επιστρέψει από τον πόλεμον· “Αυτή είναι η εντολή του Νομου, την οποίαν έδωσεν ο Κυριος στον Μωϋσήν.

Αρ. 31,22     πλὴν τοῦ χρυσίου καὶ τοῦ ἀργυρίου καὶ χαλκοῦ καὶ σιδήρου καὶ μολίβου καὶ κασσιτέρου,
Αρ. 31,22     Εκτός από το χρυσίον, τον άργυρον, τον χαλκόν, τον σίδηρον, τον μόλυβδον και τον κασσίτερον,

Αρ. 31,23     πᾶν πρᾶγμα, ὃ διελεύσεται ἐν πυρί, καὶ καθαρισθήσεται, ἀλλ᾿ ἢ τῷ ὕδατι τοῦ ἁγνισμοῦ ἁγνισθήσεται· καὶ πάντα ὅσα ἐὰν μὴ διαπορεύηται διὰ πυρός, διελεύσεται δι᾿ ὕδατος.
Αρ. 31,23     και κάθε άλλον αντικείμενον το οποίον αντέχει στο πυρ, θα καθαρισθή δια του πυρός, αλλά και με το ύδωρ του εξαγνισμού θα εξαγνισθή. Ολα δε όσα δεν αντέχουν στο πυρ θα περάσουν από το ύδωρ του εξαγνισμού, ώστε να καθαρισθούν.

Αρ. 31,24     καὶ πλυνεῖσθε τὰ ἱμάτια τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ καὶ καθαρισθήσεσθε καὶ μετὰ ταῦτα εἰσελεύσεσθε εἰς τὴν παρεμβολήν.
Αρ. 31,24     Και σεις οι ίδιοι θα πλύνετε τα ενδύματά σας κατά την εβδόμην ημέραν και θα καταστήτε έτσι καθαροί. Μετά ταύτα θα εισέλθετε στο στρατόπεδον του Ισραήλ”.

Αρ. 31,25     Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Αρ. 31,25     Ο Κυριος ωμίλησε προς τον Μωϋσήν και είπε·

Αρ. 31,26     λάβε τὸ κεφάλαιον τῶν σκύλων τῆς αἰχμαλωσίας ἀπὸ ἀνθρώπου ἕως κτήνους, σὺ καὶ Ἐλεάζαρ ὁ ἱερεὺς καὶ οἱ ἄρχοντες τῶν πατριῶν τῆς συναγωγῆς,
Αρ. 31,26     “συ, ο αρχιερεύς Ελεάζαρ και οι άρχοντες των φυλών του λαού, αριθμήσατε και καταγράψατε όλα τα λάφυρα, που επήρατε από τους Μαδιανίτας, από ανθρώπου μέχρι ζώου·

Αρ. 31,27     καὶ διελεῖτε τὰ σκῦλα ἀνὰ μέσον τῶν πολεμιστῶν τῶν ἐκπεπορευμένων εἰς τὴν παράταξιν, καὶ ἀνὰ μέσον πάσης συναγωγῆς.
Αρ. 31,27     και διαμοιράσατε τα λάφυρα αυτά εις δύο ίσα μέρη, ένα μέρος δια τους άνδρας, οι οποίοι εξήλθον στον πόλεμον, και το άλλο δι' όλον το άλλο πλήθος των Ισραηλιτών.

Αρ. 31,28     καὶ ἀφελεῖτε τέλος Κυρίῳ παρὰ τῶν ἀνθρώπων τῶν πολεμιστῶν τῶν ἐκπεπορευμένων εἰς τὴν παράταξιν μίαν ψυχὴν ἀπὸ πεντακοσίων, ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων καὶ ἀπὸ τῶν κτηνῶν καὶ ἀπὸ τῶν βοῶν καὶ ἀπὸ τῶν προβάτων καὶ ἀπὸ τῶν ὄνων·
Αρ. 31,28     Θα αφαιρέσετε όμως, ως φόρον δια τον Κυριον, από την μερίδα των ανδρών, που εξήλθον στον πόλεμον, ένα άνδρα επί πεντακοσίων αιχμαλώτων, ένα ζώον επί πεντακοσίων ζώων βοών, προβάτων και όνων.

Αρ. 31,29     καὶ ἀπὸ τοῦ ἡμίσους αὐτῶν λήψεσθε καὶ δώσεις Ἐλεάζαρ τῷ ἱερεῖ τὰς ἀπαρχὰς Κυρίου.
Αρ. 31,29     Αυτό που θα βγάλετε ως φόρον δια τον Κυριον, από το ήμισυ, που θα έχουν πάρει οι πολεμισταί, θα το δώσης στον αρχιερέα Ελεάζαρ, ως απαρχήν προς τον Κυριον.

Αρ. 31,30     καὶ ἀπὸ τοῦ ἡμίσους τοῦ τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ λήψῃ ἕνα ἀπὸ πεντήκοντα ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων καὶ ἀπὸ τῶν βοῶν καὶ ἀπὸ τῶν προβάτων καὶ ἀπὸ τῶν ὄνων καὶ ἀπὸ πάντων τῶν κτηνῶν καὶ δώσεις αὐτὰ τοῖς Λευίταις τοῖς φυλάσσουσι τὰς φυλακὰς ἐν τῇ σκηνῇ Κυρίου.
Αρ. 31,30     Από δε το άλλο ήμιισυ, από το μερίδιον δηλαδή του ισραηλιτικού λαού, θα πάρετε ένα επί πεντήκοντα αιχμαλώτων ανθρώπων, επί πεντήκοντα βοών και προβάτων και όνων και επί όλων γενικώς των ζώων και θα δώσης αυτά στους Λευΐτας, οι οποίοι έχουν την επίβλεψιν και προσφέρουν τας υπηρεσίας των εις την Σκηνήν του Κυρίου”.

Αρ. 31,31     καὶ ἐποίησε Μωυσῆς καὶ Ἐλεάζαρ ὁ ἱερεὺς καθὰ συνέταξε Κύριος τῷ Μωυσῇ.
Αρ. 31,31     Ο Μωϋσής και ο αρχιερεύς Ελεάζαρ έκαμαν, όπως διέταξεν ο Θεός τον Μωϋσήν.

Αρ. 31,32     καὶ ἐγενήθη τὸ πλεόνασμα τῆς προνομῆς, ὃ προενόμευσαν οἱ ἄνδρες οἱ πολεμισταὶ ἀπὸ τῶν προβάτων, ἑξακόσιαι χιλιάδες καὶ ἑβδομήκοντα καὶ πέντε χιλιάδες
Αρ. 31,32     Το πλήθος δε των λαφύρων, τα οποία οι άνδρες οι πολεμήσαντες έφεραν, ήτο εξακόσιαι εβδομήκοντα πέντε χιλιάδες πρόβατα,

Αρ. 31,33     καὶ βόες δύο καὶ ἑβδομήκοντα χιλιάδες
Αρ. 31,33     εβδομήκοντα δύο χιλιάδες βόδια

Αρ. 31,34     καὶ ὄνοι μία καὶ ἑξήκοντα χιλιάδες
Αρ. 31,34     και εξήκοντά μία χιλιάδες όνοι.

Αρ. 31,35     καὶ ψυχαὶ ἀνθρώπων ἀπὸ τῶν γυναικῶν, αἳ οὐκ ἔγνωσαν κοίτην ἀνδρός, πᾶσαι ψυχαὶ δύο καὶ τριάκοντα χιλιάδες.
Αρ. 31,35     Από τους αιχμαλωτισθέντας ανθρώπους ήσαν γυναίκες παρθένοι, αι οποίαι δεν είχον έλθει εις συνάφειαν με άνδρα, τριάκοντα δύο χιλιάδες.

Αρ. 31,36     καὶ ἐγενήθη τὸ ἡμίσευμα ἡ μερὶς τῶν ἐκπεπορευμένων εἰς τὸν πόλεμον ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν προβάτων τριακόσιαι καὶ τριάκοντα χιλιάδες καὶ ἑπτακισχίλια καὶ πεντακόσια.
Αρ. 31,36     Και άρα το ήμισυ από όλα αυτά, το μερίδιον δηλαδή των λαβόντων μέρος στον πόλεμον, ήτο από μεν τα πρόβατα τριακόσιαι τριάκοντα επτά χιλιάδες πεντακόσια

Αρ. 31,37     καὶ ἐγένετο τὸ τέλος Κυρίῳ ἀπὸ τῶν προβάτων ἑξακόσιαι ἑβδομήκοντα πέντε·
Αρ. 31,37     και ο φόρος από αυτά δια τον Κυριον ήτο εξακόσια εβδομήκοντα πέντε πρόβατα.

Αρ. 31,38     καὶ βόες ἓξ καὶ τριάκοντα χιλιάδες, καὶ τὸ τέλος Κυρίῳ δύο καὶ ἑβδομήκοντα·
Αρ. 31,38     Τα δε βόδια στο μερίδιον των πολεμιστών, ήσαν τριάκοντα εξ χιλιάδες, ο φόρος από αυτά προς τον Κυριον εβδομήκοντα δύο.

Αρ. 31,39     καὶ ὄνοι τριάκοντα χιλιάδες καὶ πεντακόσιοι, καὶ τὸ τέλος Κυρίῳ εἷς καὶ ἑξήκοντα·
Αρ. 31,39     Οι όνοι ήσαν τριάκοντα χιλιάδες πεντακόσιοι ο δε φόρος προς τον Κυριον εξήκοντα ένας.

Αρ. 31,40     καὶ ψυχαὶ ἀνθρώπων ἑκκαίδεκα χιλιάδες, καὶ τὸ τέλος αὐτῶν Κυρίῳ δύο καὶ τριάκοντα ψυχαί.
Αρ. 31,40     Αιχμάλωτοι δε άνθρωποι, ήσαν δέκα εξ χιλιάδες και ο φόρος προς τον Κυριον τριάκοντα δύο ψυχαί.

Αρ. 31,41     καὶ ἔδωκε Μωυσῆς τὸ τέλος Κυρίῳ τὸ ἀφαίρεμα τοῦ Θεοῦ Ἐλεάζαρ τῷ ἱερεῖ, καθὰ συνέταξε Κύριος τῷ Μωυσῇ.
Αρ. 31,41     Ο Μωϋσής αυτόν τον προς τον Κυριον φόρον, τον ως αφιέρωμα προς τον Θεόν, παρέδωκε προς τον Ελεάζαρ τον αρχιερέα, όπως τον είχε διατάξει ο Θεός.

Αρ. 31,42     ἀπὸ τοῦ ἡμισεύματος τῶν υἱῶν Ἰσραήλ, οὓς διεῖλε Μωυσῆς ἀπὸ τῶν ἀνδρῶν τῶν πολεμιστῶν.
Αρ. 31,42     Το άλλο ήμισυ των λαφύρων, το οποίον ο Μωϋσής κατόπιν της διανομής που είχε κάμει μεταξύ των πολεμιστών και του λαού, το έδωσεν στον λαόν.

Αρ. 31,43     καὶ ἐγένετο τὸ ἡμίσευμα ἀπὸ τῆς συναγωγῆς ἀπὸ τῶν προβάτων τριακόσιαι καὶ τριάκοντα χιλιάδες καὶ ἑπτακισχίλια καὶ πεντακόσια
Αρ. 31,43     Το ήμισυ αυτό ήτο τριακόσιοι τριάκοντα επτά χιλιάδες πεντακόσια πρόβατα,

Αρ. 31,44     καὶ βόες ἓξ καὶ τριάκοντα χιλιάδες,
Αρ. 31,44     τριάκοντα εξ χιλιάδες βόδια,

Αρ. 31,45     ὄνοι τριάκοντα χιλιάδες καὶ πεντακόσιοι
Αρ. 31,45     τριάκοντα χιλιάδες πεντακόσιοι όνοι

Αρ. 31,46     καὶ ψυχαὶ ἀνθρώπων ἓξ καὶ δέκα χιλιάδες.
Αρ. 31,46     και δέκα εξ χιλιάδες άνθρωποι.

Αρ. 31,47     καὶ ἔλαβε Μωυσῆς ἀπὸ τοῦ ἡμισεύματος τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ τὸ ἓν ἀπὸ τῶν πεντήκοντα, ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων καὶ ἀπὸ τῶν κτηνῶν, καὶ ἔδωκεν αὐτὰ τοῖς Λευίταις τοῖς φυλάσσουσι τὰς φυλακὰς τῆς σκηνῆς Κυρίου, ὃν τρόπον συνέταξε Κύριος τῷ Μωυσῇ.
Αρ. 31,47     Από αυτό το ήμισυ μερίδιον του ισραηλιτικού λαού επήρεν ο Μωϋσής ένα επί πεντήκοντα ανθρώπων και ένα επί πεντήκοντα ζώων και έδωκεν αυτά στους Λευΐτας, οι οποίοι επέβλεπον και προσέφεραν τας υπηρεσίας των εις την Σκηνήν του Μαρτυρίου, όπως τον είχε διατάξει ο Κυριος.

Αρ. 31,48     Καὶ προσῆλθον πρὸς Μωυσῆν πάντες οἱ καθεσταμένοι εἰς τὰς χιλιαρχίας τῆς δυνάμεως, χιλίαρχοι καὶ ἑκατόνταρχοι, καὶ εἶπαν πρὸς Μωυσῆν·
Αρ. 31,48     Προσήλθον προς τον Μωϋσήν όλοι οι διοικηταί των στρατιωτικών μονάδων, χιλίαρχοι και εκατόνταρχοι και είπον προς τον Μωϋσήν·

Αρ. 31,49     οἱ παῖδές σου εἰλήφασι τὸ κεφάλαιον τῶν ἀνδρῶν τῶν πολεμιστῶν τῶν παρ᾿ ἡμῖν, καὶ οὐ διαπεφώνηκεν ἀπ᾿ αὐτῶν οὐδὲ εἷς·
Αρ. 31,49     “ημείς, οι δούλοι σου, ηριθμήσαμεν τους άνδρας μας τους πολεμιστάς και είδομεν ότι κανείς δεν λείπει από αυτούς.

Αρ. 31,50     καὶ προσενηνόχαμεν τὸ δῶρον Κυρίῳ, ἀνὴρ ὃ εὗρε σκεῦος χρυσοῦν καὶ χλιδῶνα καὶ ψέλλιον καὶ δακτύλιον καὶ περιδέξιον καὶ ἐμπλόκιον, ἐξιλάσασθαι περὶ ἡμῶν ἔναντι Κυρίου.
Αρ. 31,50     Δια τούτο εις ένδειξιν ευγνωμοσύνης μας, έχομεν φέρει στον Κυριον, ως δώρον ο καθένας μας, ο,τι του ευρίσκετο, δηλαδή χρυσούν δοχείον, βραχιόλι, κρίκον χρυσόν, δακτυλίδι, βραχιόλι δεξιάς χειρός, κοσμήματα κόμης γυναικών, προς εξιλέωσίν μας ενώπιον του Κυρίου”.

Αρ. 31,51     καὶ ἔλαβε Μωυσῆς καὶ Ἐλεάζαρ ὁ ἱερεὺς τὸ χρυσίον παρ᾿ αὐτῶν πᾶν σκεῦος εἰργασμένον·
Αρ. 31,51     Ο Μωϋσής και ο Ελεάζαρ ο αρχιερεύς επήραν από αυτούς τα κατειργασμένα αυτά χρυσά αντικείμενα.

Αρ. 31,52     καὶ ἐγένετο πᾶν τὸ χρυσίον τὸ ἀφαίρεμα, ὃ ἀφεῖλον Κυρίῳ, ἑκκαίδεκα χιλιάδες καὶ ἑπτακόσιοι καὶ πεντήκοντα σίκλοι παρὰ τῶν χιλιάρχων καὶ παρὰ τῶν ἑκατοντάρχων.
Αρ. 31,52     Ολον δε το αφιερωθέν αυτό χρυσίον προς τον Κυριον εκ μέρους των χιλιάρχων και εκατοντάρχων ανήλθεν εις δέκα εξ χιλιάδας επτακοσίους πεντήκοντα σίκλους (εκατόν εβδομήκοντα περίπου χιλιόγραμμα).

Αρ. 31,53     καὶ οἱ ἄνδρες οἱ πολεμισταὶ ἐπρονόμευσαν ἕκαστος ἑαυτῷ.
Αρ. 31,53     Αλλά και οι άνδρες, οι οποίοι είχον λάβει μέρος στον πόλεμον επήραν λάφυρα ο καθένας δια τον εαυτόν του.

Αρ. 31,54     καὶ ἔλαβε Μωυσῆς καὶ Ἐλεάζαρ ὁ ἱερεὺς τὸ χρυσίον παρὰ τῶν χιλιάρχων καὶ παρὰ τῶν ἑκατοντάρχων καὶ εἰσήνεγκεν αὐτὰ εἰς τὴν σκηνὴν τοῦ μαρτυρίου, μνημόσυνον τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ἔναντι Κυρίου.
Αρ. 31,54     Ο Μωϋσής και ο αρχιερεύς Ελεάζαρ έλαβον το χρυσίον αυτό, το αφιερωθέν εκ μέρους των χιλιάρχων και εκατοντάρχων, και το προσέφεραν εις την Σκηνήν του Μαρτυρίου, εις μνημόσυνον των Ισραηλιτών ενώπιον του Κυρίου.

Αρ. 32,1     Καὶ κτήνη πλῆθος ἦν τοῖς υἱοῖς Ῥουβὴν καὶ τοῖς υἱοῖς Γάδ, πλῆθος σφόδρα· καὶ εἶδον τὴν χώραν Ἰαζὴρ καὶ τὴν χώραν Γαλαάδ, καὶ ἦν ὁ τόπος τόπος κτήνεσι.
Αρ. 32,1     Εις την φυλήν του Ρουβήν και του Γαδ υπήρχε πολύ μεγάλο πλήθος ζώων. Παρετήρησαν την χώραν Ιαζήρ και Γαλαάδ και είδον, ότι ο τόπος αυτός ήτο βοσκότοπος, κατάλληλος δια τα ζώα των.

Αρ. 32,2     καὶ προσελθόντες οἱ υἱοὶ Ῥουβὴν καὶ οἱ υἱοὶ Γὰδ εἶπαν πρὸς Μωυσῆν καὶ πρὸς Ἐλεάζαρ τὸν ἱερέα καὶ πρὸς τοὺς ἄρχοντας τῆς συναγωγῆς λέγοντες·
Αρ. 32,2     Προσήλθον λοιπόν εκ της φυλής Ρουβήν και Γαδ προς τον Μωϋσήν, προς τον αρχιερέα Ελεάζαρ και προς τους άρχοντας του λαού και είπον·

Αρ. 32,3     Ἀταρὼθ καὶ Δαιβὼν καὶ Ἰαζὴρ καὶ Ναμρὰ καὶ Ἐσεβών, καὶ Ἐλεαλὴ καὶ Σεβαμὰ καὶ Ναβαὺ καὶ Βαιάν,
Αρ. 32,3     “αι πόλεις Αταρώθ, Δαιβών, Ιαζήρ, Ναμρά, Εσεβών, Ελεαλή, Σαβαμά, Ναβαύ και Βαιάν

Αρ. 32,4     τὴν γῆν ἣν παραδέδωκε Κύριος ἐνώπιον τῶν υἱῶν Ἰσραήλ, γῆ κτηνοτρόφος ἐστί, καὶ τοῖς παισί σου κτήνη ὑπάρχει.
Αρ. 32,4     είναι εις την ανατολικώς του Ιορδάνου χώραν, την οποίαν έχει παραδώσει ο Κυριος στους Ισραηλίτας. Η χώρα αυτή είναι κτηνοτροφική, έχει βοσκότοπους. Εις ημάς δέ, τους δούλους σου, υπάρχουν ζώα”.

Αρ. 32,5     καὶ ἔλεγον· εἰ εὕρομεν χάριν ἐνώπιόν σου, δοθήτω ἡ γῆ αὕτη τοῖς οἰκέταις σου ἐν κατασχέσει, καὶ μὴ διαβιβάσῃς ἡμᾶς τὸν Ἰορδάνην.
Αρ. 32,5     Και προσέθεσαν αυτοί απευθυνόμενοι προς τον Μωϋσήν ειδικώτερον· “Εάν έχωμεν χάριν ενώπιόν σου, ας δοθή αυτή η χώρα ως ιδιοκτησία εις ημάς τους δούλους σου και μη θελήσης να μας διαπεράσης εκείθεν από τον Ιορδάνην”.

Αρ. 32,6     καὶ εἶπε Μωυσῆς τοῖς υἱοῖς Γὰδ καὶ τοῖς υἱοῖς Ῥουβήν· οἱ ἀδελφοὶ ὑμῶν πορεύονται εἰς τὸν πόλεμον, καὶ ὑμεῖς καθήσεσθε αὐτοῦ;
Αρ. 32,6     Ο Μωϋσής είπεν στους υιούς των φυλών Γαδ και Ρουβήν. “Οι αδελφοί σας πορεύονται στον πόλεμον και σεις θέλετε να καθήσετε ήσυχοι εδώ;

Αρ. 32,7     καὶ ἱνατί διαστρέφετε τὰς διανοίας τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ μὴ διαβῆναι εἰς τὴν γῆν, ἣν Κύριος δίδωσιν αὐτοῖς;
Αρ. 32,7     Διατί με τας ιδιοτελείς αυτάς προτάσεις σας διαστρέφετε τας διαθέσεις των Ισραηλιτών και τους αποθαρρύνετε, ώστε να μη διαβούν εις την γην Χαναάν, την οποίαν ο Κυριος δίδει εις αυτούς;

Αρ. 32,8     οὐχ οὕτως ἐποίησαν οἱ πατέρες ὑμῶν, ὅτε ἀπέστειλα αὐτοὺς ἐκ Κάδης Βαρνὴ κατανοῆσαι τὴν γῆν;
Αρ. 32,8     Το ίδιο δεν έκαναν και οι πατέρες σας, όταν εγώ απέστειλα τους κατασκόπους από την περιοχήν Καδης Βαρνή, δια να κατασκοπεύσουν την χώραν και να μας πληροφορήσουν περί αυτής;

Αρ. 32,9     καὶ ἀνέβησαν Φάραγγα βότρυος καὶ κατενόησαν τὴν γῆν καὶ ἀπέστησαν τὴν καρδίαν τῶν υἱῶν Ἰσραήλ, ὅπως μὴ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν γῆν, ἣν ἔδωκε Κύριος αὐτοῖς.
Αρ. 32,9     Μετέβησαν αυτοί εις την “Κοιλάδα της σταφυλής”, είδον και επείσθησαν, ότι η χώρα ήτο εύφορος, αλλά επανελθόντες διέστρεψαν και απεμάκρυναν τας καρδίας των Ισραηλιτών από τον Θεόν, ώστε να μη θέλουν να εισέλθουν εις την γην, την οποίαν ο Κυριος είχεν αποφασίσει να τους δώση.

Αρ. 32,10     καὶ ὠργίσθη θυμῷ Κύριος ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ καὶ ὤμοσε λέγων·
Αρ. 32,10     Δι' αυτό δε και ωργίσθη πολύ ο Κυριος κατά την ημέραν εκείνην και ωρκίσθη λέγων·

Αρ. 32,11     εἰ ὄψονται οἱ ἄνθρωποι οὗτοι οἱ ἀναβάντες ἐξ Αἰγύπτου ἀπὸ εἰκοσαετοῦς καὶ ἐπάνω, οἱ ἐπιστάμενοι τὸ ἀγαθὸν καὶ τὸ κακόν, τὴν γῆν ἣν ὤμοσα τῷ Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακώβ, οὐ γὰρ συνεπηκολούθησαν ὀπίσω μου,
Αρ. 32,11     “Δεν θα ίδουν οι άνθρωποι αυτοί, που εξήλθον ελεύθεροι από την Αίγυπτον, όσοι είναι ηλικίας είκοσι ετών και άνω και οι οποίοι γνωρίζουν τι είναι καλόν και τι κακόν, την γην την οποίαν ωρκίσθην στον Αβραάμ, στον Ισαάκ και τον Ιακώβ. Οχι, ποτέ δεν θα την ίδουν, διότι δεν συνεμορφώθησαν προς τας εντολάς μου, δεν ηκολούθησαν τον Κυριον.

Αρ. 32,12     πλὴν Χάλεβ υἱὸς Ἰεφοννὴ ὁ διακεχωρισμένος καὶ Ἰησοῦς ὁ τοῦ Ναυή, ὅτι συνεπηκολούθησαν ὀπίσω Κυρίου.
Αρ. 32,12     Κανείς από αυτούς δεν θα εισέλθη, πλην του Χαλεβ, του υιού Ιεφοννή, ο οποίος εξεχώρισε τον εαυτόν του από εκείνους, και του Ιησού, υιού του Ναυη, διότι οι δύο αυτοί μόνοι υπήκουσαν και ηκολούθησαν τον Κυριον.

Αρ. 32,13     καὶ ὠργίσθη θυμῷ Κύριος ἐπὶ τὸν Ἰσραὴλ καὶ κατεῤῥόμβευσεν αὐτοὺς ἐν τῇ ἐρήμῳ τεσσαράκοντα ἔτη, ἕως ἐξανηλώθη πᾶσα ἡ γενεὰ οἱ ποιοῦντες τὰ πονηρὰ ἔναντι Κυρίου.
Αρ. 32,13     Και ωργίσθη πολύ ο Κυριος εναντίον των Ισραηλιτών και τους περιέφερε πλάνητας μέσα εις την έρημον επί τεσσαράκοντα έτη, μέχρις ότου εξωλοθρεύθη όλη εκείνη η γενεά, η οποία είχε φερθή κατά ένα τρόπον τόσον ασεβή και κακόν προς τον Κυριον !

Αρ. 32,14     ἰδοὺ ἀνέστητε ἀντὶ τῶν πατέρων ὑμῶν, σύντριμμα ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν, προσθεῖναι ἔτι ἐπὶ τὸν θυμὸν τῆς ὀργῆς Κυρίου ἐπὶ Ἰσραήλ,
Αρ. 32,14     Και ιδού ότι τώρα αντί των πατέρων σας παρουσιασθήκατε σεις, ελεεινά κατάλοιπα ανθρώπων αμαρτωλών, δια να αυξήσετε ακόμη περισσότερον την οργήν του Κυρίου εναντίον των Ισραηλιτών.

Αρ. 32,15     ὅτι ἀποστραφήσεσθε ἀπ᾿ αὐτοῦ προσθεῖναι ἔτι καταλιπεῖν αὐτὸν ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ ἀνομήσετε εἰς ὅλην τὴν συναγωγὴν ταύτην.
Αρ. 32,15     Διότι σεις εάν απομακρυνθήτε τώρα από τον Θεόν, θα γίνετε αφορμή να εγκατάλειψη πάλιν ο Θεός τον λαόν εις την έρημον και σεις θα είσθε οι ένοχοι της νέας αυτής παρανομίας και τιμωρίας όλου αυτού του λαού”.

Αρ. 32,16     καὶ προσῆλθον αὐτῷ καὶ ἔλεγον· ἐπαύλεις προβάτων οἰκοδομήσομεν ὧδε τοῖς κτήνεσιν ἡμῶν καὶ πόλεις ταῖς ἀποσκευαῖς ἡμῶν,
Αρ. 32,16     Επλησίασαν με ταπείνωσιν τον Μωϋσήν οι εκπρόσωποι των φυλών Γαδ και Ρουβήν και του είπον· “δεν θα παρακούσωμεν ημείς την εντολήν του Κυρίου να εισέλθωμεν μαζή με τους άλλους αδελφούς μας εις την γην Χαναάν. Αλλά απλώς επιθυμούμεν να κτίσωμεν εδώ μάνδρας δια τα πρόβατα και τα κτήνη μας και πόλεις δια τα παιδιά μας και τον άλλον άμαχον πληθυσμόν μας.

Αρ. 32,17     καὶ ἡμεῖς ἐνοπλισάμενοι προφυλακὴν πρότεροι τῶν υἱῶν Ἰσραήλ, ἕως ἂν ἀγάγωμεν αὐτοὺς εἰς τὸν ἑαυτῶν τόπον· καὶ κατοικήσει ἡ ἀποσκευὴ ἡμῶν ἐν πόλεσι τετειχισμέναις διὰ τοὺς κατοικοῦντας τὴν γῆν.
Αρ. 32,17     Ημείς δε οι άνδρες, όταν έλθη η στιγμή, θα οπλισθώμεν και θα προπορευθώμεν από τους άλλους Ισραηλίτας στον πόλεμον, μέχρις ότου κατακτήσωμεν την γην Χαναάν και εγκαταστήσωμεν αυτούς εις τας περιοχάς των. Ο άμαχος μόνον πληθυσμός μας θα κατοικήση εις τας εντεύθεν του Ιορδάνου τειχισμένας πόλεις, δια να είναι ασφαλής από τους κατοίκους της χώρας αυτής.

Αρ. 32,18     οὐ μὴ ἀποστραφῶμεν εἰς τὰς οἰκίας ἡμῶν, ἕως ἂν καταμερισθῶσιν οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ, ἕκαστος εἰς τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ·
Αρ. 32,18     Δεν θα επιστρέψωμεν εις τας οικίας μας, μέχρις ότου νικηταί οι Ισραηλίται, και κύριοι της Χαναάν διαμοιρασθούν αυτήν και εγκατασταθούν κύριοι εις την κληρονομίαν των.

Αρ. 32,19     καὶ οὐκέτι κληρονομήσομεν ἐν αὐτοῖς ἀπὸ τοῦ πέραν τοῦ Ἰορδάνου καὶ ἐπέκεινα, ὅτι ἀπέχομεν τοὺς κλήρους ἡμῶν ἐν τῷ πέραν τοῦ Ἰορδάνου ἐν ἀνατολαῖς.
Αρ. 32,19     Ημείς δε καμμίαν απολύτως αξίωσιν δεν θα έχωμεν να κληρονομήσωμεν κάτι μεταξύ των άλλων Ισραηλιτών από την πέραν του Ιορδάνου Χαναάν, διότι θα έχωμεν λάβει ως κληρονομίαν μας τας ανατολικώς του Ιορδάνου περιοχάς”.

Αρ. 32,20     καὶ εἶπε πρὸς αὐτοὺς Μωυσῆς· ἐὰν ποιήσητε κατὰ τὸ ῥῆμα τοῦτο, ἐὰν ἐξοπλίσησθε ἔναντι Κυρίου εἰς πόλεμον
Αρ. 32,20     Ο Μωϋσής είπε προς αυτούς· “εάν εκτελέσετε αυτό το οποίον υπόσχεσθε, εάν δηλαδή οπλισθήτε δια τον πόλεμον αυτόν, τον οποίον ο Κυριος έχει διατάξει

Αρ. 32,21     καὶ παρελεύσεται ὑμῶν πᾶς ὁπλίτης τὸν Ἰορδάνην ἔναντι Κυρίου, ἕως ἂν ἐκτριβῇ ὁ ἐχθρὸς αὐτοῦ ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ
Αρ. 32,21     και κάθε ένας από σας που ημπορεί να φέρη όπλα διαβή τον Ιορδάνην σύμφωνα με την εντολήν του Κυρίου και λάβη μέρος στον πόλεμον, έως ότου συντριβή ο εχθρός του Θεού από εμπρός του

Αρ. 32,22     καὶ κατακυριευθῇ ἡ γῆ ἔναντι Κυρίου, καὶ μετὰ ταῦτα ἀποστραφήσεσθε, καὶ ἔσεσθε ἀθῷοι ἔναντι Κυρίου καὶ ἀπὸ Ἰσραήλ, καὶ ἔσται ἡ γῆ αὕτη ὑμῖν ἐν κατασχέσει ἔναντι Κυρίου.
Αρ. 32,22     και κατακτηθή η πέραν του Ιορδάνου χώρα όπως ο Κυριος θέλει, έπειτα δε επιστρέψετε εις την χώραν που θέλετε να κατοικήσετε, τότε θα είσθε καθαροί και αθώοι απέναντι του Κυρίου και των Ισραηλιτών, και δικαιωματικώς με την ευλογίαν του Κυρίου θα είναι εις την κυριότητά σας η γη αυτή.

Αρ. 32,23     ἐὰν δὲ μὴ ποιήσητε οὕτως, ἁμαρτήσεσθε ἔναντι Κυρίου καὶ γνώσεσθε τὴν ἁμαρτίαν ὑμῶν, ὅταν ὑμᾶς καταλάβῃ τὰ κακά.
Αρ. 32,23     Εάν όμως τυχόν και δεν πράξετε έτσι, θα αμαρτήσετε και θα είσθε ένοχοι ενώπιον του Κυρίου και θα εννοήσετε καλά το μέγεθος της αμαρτίας σας, όταν επιπέσουν εναντίον σας αι συμφοραί, ως τιμωρία εκ μέρους του Θεού.

Αρ. 32,24     καὶ οἰκοδομήσετε ὑμῖν αὐτοῖς πόλεις τῇ ἀποσκευῇ ὑμῶν καὶ ἐπαύλεις τοῖς κτήνεσιν ὑμῶν καὶ τὸ ἐκπορευόμενον ἐκ τοῦ στόματος ὑμῶν ποιήσετε.
Αρ. 32,24     Λοιπόν, οικοδομήσατε δια τους εαυτούς σας και δια τον άμαχον πληθυσμόν πόλεις, μανδριά και σταύλους δια τα ζώα σας και όσα αυτήν την ώραν υπεσχέθητε, αυτά και θα κάμετε”.

Αρ. 32,25     καὶ εἶπαν οἱ υἱοὶ Ῥουβὴν καὶ υἱοὶ Γὰδ πρὸς Μωυσῆν λέγοντες· οἱ παῖδές σου ποιήσουσι καθὰ ὁ Κύριος ἡμῶν ἐντέλλεται·
Αρ. 32,25     Απήντησαν αι φυλαί του Ρουβήν και του Γαδ προς τον Μωϋσήν και είπον· “ημείς οι δούλοι σου, θα κάμωμεν, όπως μας διατάσσει ο Κυριος·

Αρ. 32,26     ἡ ἀποσκευὴ ἡμῶν καὶ αἱ γυναῖκες ἡμῶν καὶ πάντα τὰ κτήνη ἡμῶν ἔσονται ἐν ταῖς πόλεσι Γαλαάδ,
Αρ. 32,26     τα μεν παιδιά μας και αι γυναίκες μας και οι γέροντες και όλα τα κτήνη μας θα μείνουν εις τας πόλεις Γαλαάδ,

Αρ. 32,27     οἱ δὲ παῖδές σου παρελεύσονται πάντες ἐνωπλισμένοι καὶ ἐκτεταγμένοι ἔναντι Κυρίου εἰς τὸν πόλεμον, ὃν τρόπον ὁ Κύριος λέγει.
Αρ. 32,27     ημείς δε οι άνδρες, οι δούλοι σου, θα περάσωμεν όλοι πάνοπλοι και συντεταγμένοι ενώπιον του Κυρίου, δια να λάβωμεν μέρος στον πόλεμον, όπως ο Κυριος λέγει”.

Αρ. 32,28     καὶ συνέστησεν αὐτοῖς Μωυσῆς Ἐλεάζαρ τὸν ἱερέα καὶ Ἰησοῦν υἱὸν Ναυὴ καὶ τοὺς ἄρχοντας πατριῶν τῶν φυλῶν Ἰσραήλ,
Αρ. 32,28     Τοτε ο Μωϋσής ενώπιον των εκπροσώπων της φυλής Ρουβήν και Γαδ έδωκε σχετικώς με αυτούς οδηγίας στον Ελεάζαρ τον αρχιερέα, στον Ιησούν, υιόν του Ναυή, και στους άρχοντας των φυλών του Ισραήλ

Αρ. 32,29     καὶ εἶπε πρὸς αὐτοὺς Μωυσῆς· ἐὰν διαβῶσιν οἱ υἱοὶ Ῥουβὴν καὶ οἱ υἱοὶ Γὰδ μεθ᾿ ὑμῶν τὸν Ἰορδάνην, πᾶς ἐνωπλισμένος εἰς πόλεμον ἔναντι Κυρίου, καὶ κατακυριεύσητε τῆς γῆς ἀπέναντι ὑμῶν, καὶ δώσετε αὐτοῖς τὴν γῆν Γαλαὰδ ἐν κατασχέσει·
Αρ. 32,29     και είπε προς αυτούς· “εάν μεν οι άνδρες της φυλής Ρουβήν και Γαδ διαβούν μαζή σας τον Ιορδάνην ωπλισμένοι προς πόλεμον ενώπιον του Κυρίου και κατακτήσετε την απέναντί σας χώραν, θα δώσετε εις την κυριότητά των την περιοχήν Γαλαάδ.

Αρ. 32,30     ἐὰν δὲ μὴ διαβῶσιν ἐνωπλισμένοι μεθ᾿ ὑμῶν εἰς τὸν πόλεμον ἔναντι Κυρίου, καὶ διαβιβάσετε τὴν ἀποσκευὴν αὐτῶν καὶ τὰς γυναῖκας αὐτῶν καὶ τὰ κτήνη αὐτῶν πρότερα ὑμῶν εἰς γῆν Χαναάν, καὶ συγκατακληρονομηθήσονται ἐν ὑμῖν ἐν τῇ γῇ Χαναάν.
Αρ. 32,30     Εάν όμως δεν διαβούν μαζή με σας ωπλισμένοι εις πόλεμον ενώπιον του Κυρίου, θα μεταφέρετε εις την Χαναάν τα παιδιά και τας γυναίκας των και τα ζώα των, πριν ακόμα σεις περάσετε και θα λάβουν και αυτοί κληρονομίαν μαζή με σας εις την Χαναάν και όχι εις την Γαλαάδ”.

Αρ. 32,31     καὶ ἀπεκρίθησαν οἱ υἱοὶ Ῥουβὴν καὶ οἱ υἱοὶ Γὰδ λέγοντες· ὅσα ὁ Κύριος λέγει τοῖς θεράπουσιν, οὕτω ποιήσωμεν ἡμεῖς·
Αρ. 32,31     Οι εκπρόσωποι της φυλής του Ρουβήν και του Γαδ, απεκρίθησαν και είπν· “όσα διατάσσει ο Θεός τους δούλους του, έτσι και θα κάνωμεν.

Αρ. 32,32     διαβησόμεθα ἐνωπλισμένοι ἔναντι Κυρίου εἰς γῆν Χαναάν, καὶ δώσετε τὴν κατάσχεσιν ἡμῖν ἐν τῷ πέραν τοῦ Ἰορδάνου.
Αρ. 32,32     Θα διαβώμεν ωπλισμένοι ενώπιον του Κυρίου εις την χώραν Χαναάν, και θα δώσετε από την κατοχήν μας την ανατολικώς του Ιορδάνου περιοχήν, που σας εζητήσαμεν”.

Αρ. 32,33     καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς Μωυσῆς τοῖς υἱοῖς Γὰδ καὶ τοῖς υἱοῖς Ῥουβὴν καὶ τῷ ἡμίσει φυλῆς Μανασσῆ υἱῶν Ἰωσήφ, τὴν βασιλείαν Σηὼν βασιλέως Ἀμοῤῥαίων καὶ τὴν βασιλείαν Ὢγ βασιλέως τῆς Βασάν, τὴν γῆν καὶ τὰς πόλεις σὺν τοῖς ὁρίοις αὐτῆς, πόλεις τῆς γῆς κύκλῳ.
Αρ. 32,33     Πράγματι ο Μωϋσής έδωκεν εις αυτούς, δηλαδή εις την φυλήν Γαδ και εις την φυλήν Ρουβήν και εις την ημίσειαν φυλήν του Μανασσή, ενός από τα παιδιά του Ιωσήφ, το βασίλειον του βασιλέως των Αμορραίων Σηών και το βασίλειον του Ωγ, βασιλέως της χώρας Βασάν· έδωκεν εις αυτούς όλας αυτάς τας χώρας και τας περιεχομένας πόλεις με τα περίχωρά των.

Αρ. 32,34     Καὶ ᾠκοδόμησαν οἱ υἱοὶ Γὰδ τὴν Δαιβὼν καὶ τὴν Ἀταρὼθ καὶ τὴν Ἀροὴρ
Αρ. 32,34     Οι άνθρωποι της φυλής του Γαδ έκτισαν την Δαιβών, την Αταρώθ, την Αροήρ,

Αρ. 32,35     καὶ τὴν Σοφὰρ καὶ τὴν Ἰαζὴρ καὶ ὕψωσαν αὐτάς,
Αρ. 32,35     την Σοφάρ και την Ιαζήρ, τας οποίας περιέβαλον με υψηλά τείχη·

Αρ. 32,36     καὶ τὴν Ναμρὰμ καὶ τὴν Βαιθαράν, πόλεις ὀχυρὰς καὶ ἐπαύλεις προβάτων.
Αρ. 32,36     επίσης οικοδόμηοαν την Ναμράμ και την Βαιθαράν, πόλις οχυράς, και στάνες προβάτων.

Αρ. 32,37     καὶ οἱ υἱοὶ Ῥουβὴν ᾠκοδόμησαν τὴν Ἐσεβὼν καὶ Ἐλεάλην καὶ Καριαθὰμ
Αρ. 32,37     Οι δε άνθρωποι της φυλής Ρουβήν έκτισαν την Εσεβών, την Ελεάλην, την Καριαθάμ,

Αρ. 32,38     καὶ τὴν Βεελμεών, περικεκυκλωμένας, καὶ τὴν Σεβαμὰ καὶ ἐπωνόμασαν κατὰ τὰ ὀνόματα αὐτῶν τὰ ὀνόματα τῶν πόλεων, ἃς ᾠκοδόμησαν.
Αρ. 32,38     και την Βεελμεών, περιτειχισμένας, και την Σεβαμά. Εδωκαν δε εις αυτάς τας πόλεις, τας οποίας έκτισαν, τα ονόματα τα οποία και προηγουμένως είχον.

Αρ. 32,39     καὶ ἐπορεύθη υἱὸς Μαχὶρ υἱοῦ Μανασσῆ εἰς Γαλαὰδ καὶ ἔλαβεν αὐτὴν καὶ ἀπώλεσε τὸν Ἀμοῤῥαῖον τὸν κατοικοῦντα ἐν αὐτῇ.
Αρ. 32,39     Οι απόγονοι του Μαχίρ, υιού του Μανασσή, εβάδισαν κατά της Γαλαάδ, την κατέλαβον και εξόντωσαν τους Αμορραίους, οι οποίοι κατοικούσαν εκεί.

Αρ. 32,40     καὶ ἔδωκε Μωυσῆς τὴν Γαλαὰδ τῷ Μαχὶρ υἱῷ Μανασσῆ, καὶ κατῴκησεν ἐκεῖ.
Αρ. 32,40     Ο δε Μωϋσής έδωσε την χώραν Γαλαάδ στους απογόνους του Μαχίρ, υιού του Μανασσή, οι οποίοι και εγκατεστάθησαν εκεί.

Αρ. 32,41     καὶ Ἰαΐρ ὁ τοῦ Μανασσῆ ἐπορεύθη καὶ ἔλαβε τὰς ἐπαύλεις αὐτῶν καὶ ἐπωνόμασεν αὐτὰς Ἐπαύλεις Ἰαΐρ.
Αρ. 32,41     Ο Ιαΐρ, υιός και αυτός του Μανασσή εβάδισε και κατέλαβε τας αγροτικάς και κτηνοτροφικάς περιοχάς των ανθρωπων της Γαλαάδ και ωνόμασεν αυτάς, αγροτικάς κατουκίας του Ιαΐρ.

Αρ. 32,42     καὶ Ναβαὺ ἐπορεύθη καὶ ἔλαβε τὴν Καὰθ καὶ τὰς κώμας αὐτῆς καὶ ἐπωνόμασεν αὐτὰς Ναβὼθ ἐκ τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ.
Αρ. 32,42     Ο δε Ναβαύ εβάδισε και κατέλαβε την Καάθ και τας κώμας της και ωνόμασεν αυτάς με το όνομά του, Ναβώθ.

Αρ. 33,1     Καὶ οὗτοι οἱ σταθμοὶ τῶν υἱῶν Ἰσραήλ, ὡς ἐξῆλθον ἐκ γῆς Αἰγύπτου σὺν δυνάμει αὐτῶν ἐν χειρὶ Μωυσῆ καὶ Ἀαρών·
Αρ. 33,1     Αυτοί είναι οι σταθμοί, τους οποίους έκαμαν οι Ισραηλίται, όταν μαζή με τον στρατόν των και υπό την οδηγίαν του Μωϋσέως και του Ααρών εξήλθον από την χώραν της Αιγύπτου.

Αρ. 33,2     καὶ ἔγραψε Μωυσῆς τὰς ἀπάρσεις αὐτῶν καὶ τοὺς σταθμοὺς αὐτῶν διὰ ῥήματος Κυρίου, καὶ οὗτοι οἱ σταθμοὶ τῆς πορείας αὐτῶν.
Αρ. 33,2     Ο Μωϋσής έγραψε τας αναχωρήσεις και τας σταθμεύσεις των Ισραηλιτών, αι οποίαι έγιναν κατά διαταγήν του Κυρίου. Αυτοί λοιπόν είναι οι σταθμοί κατά την πορείαν των.

Αρ. 33,3     ἀπῇραν ἐκ Ῥαμεσσῆ τῷ μηνὶ τῷ πρώτῳ τῇ πεντεκαιδεκάτῃ ἡμέρᾳ τοῦ μηνὸς τοῦ πρώτου· τῇ ἐπαύριον τοῦ πάσχα ἐξῆλθον οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ ἐν χειρὶ ὑψηλῇ ἐναντίον πάντων τῶν Αἰγυπτίων,
Αρ. 33,3     Κατά την δεκάτην πέμπτην ημέραν του πρώτου μηνός ανεχώρησαν οι Ισραηλίται από την Ραμεσσή· την επομένην δηλαδή ημέραν του Πασχα ανεχώρησαν οι Ισραηλίται, από την παντοδύναμον προστασίαν του Θεού, ενώπιον όλων των Αιγυπτίων,

Αρ. 33,4     καὶ οἱ Αἰγύπτιοι ἔθαπτον ἐξ αὐτῶν τοὺς τεθνηκότας πάντας, οὓς ἐπάταξε Κύριος, πᾶν πρωτότοκον ἐν γῇ Αἰγύπτῳ, καὶ ἐν τοῖς θεοῖς αὐτῶν ἐποίησε τὴν ἐκδίκησιν Κύριος.
Αρ. 33,4     όταν οι Αιγύπτιοι έθαπτον κατά την ημέραν εκείνην όλους τους νεκρούς των, τα πρωτότοκα τα οποία εθανάτωσεν ο Κυριος εις την χώραν της Αιγύπτου και εξεδικήθη τότε ο Κυριος τους θεούς των Αιγυπτίων.

Αρ. 33,5     καὶ ἀπάραντες οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ ἐκ Ῥαμεσσῆ παρενέβαλον εἰς Σοκχώθ.
Αρ. 33,5     Αναχωρήσαντες έπειτα οι Ισραηλίται από την Ραμεσσή εστρατοπέδευσαν εις Σοκχώθ.

Αρ. 33,6     καὶ ἀπάραντες ἐκ Σοκχὼθ παρενέβαλον εἰς Βουθάν, ὅ ἐστι μέρος τι τῆς ἐρήμου.
Αρ. 33,6     Αναχωρήσαντες από Σοκχώθ, εστρατοπέδευσαν εις την Βουθάν, η οποία είναι μέρος της ερήμου περιοχής.

Αρ. 33,7     καὶ ἀπῇραν ἐκ Βουθὰν καὶ παρενέβαλον ἐπὶ τὸ στόμα Εἰρώθ, ὅ ἐστιν ἀπέναντι Βεελσεπφῶν, καὶ παρενέβαλον ἀπέναντι Μαγδώλου.
Αρ. 33,7     Ανεχώρησαν από την Βουθάν και εστρατοπέδευσαν πλησίον της Ερώθ, η οποία ευρίσκεται απέναντι της Βεελσεπφών και εστρατοπέδευσαν απέναντι της Μαγδώλου.

Αρ. 33,8     καὶ ἀπῇραν ἀπέναντι Εἰρὼθ καὶ διέβησαν μέσον τῆς θαλάσσης εἰς τὴν ἔρημον καὶ ἐπορεύθησαν ὁδὸν τριῶν ἡμερῶν διὰ τῆς ἐρήμου αὐτοὶ καὶ παρενέβαλον ἐν Πικρίαις.
Αρ. 33,8     Ανεχώρησαν από την απέναντι της Ειρώθ περιοχήν, διέβησαν δια μέσου της Ερυθράς Θαλάσσης εις την έρημον Σούρ, εβάδισαν δια μέσου της ερήμου δρόμον τριών ημερών και εστρατοπέδευσαν εις την περιοχήν την ονομαζομένην Πικρίαι.

Αρ. 33,9     καὶ ἀπῇραν ἐκ Πικριῶν καὶ ἦλθον εἰς Αἰλίμ· καὶ ἐν Αἰλὶμ δώδεκα πηγαὶ ὑδάτων καὶ ἑβδομήκοντα στελέχη φοινίκων, καὶ παρενέβαλον ἐκεῖ παρὰ τὸ ὕδωρ.
Αρ. 33,9     Ανεχώρησαν από τας Πικρίας και ήλθον εις την Αιλίμ. Εις δε την Αιλίμ υπήρχον δώδεκα πηγαί υδάτων και εβδομήκοντά υψηλοί φοίνικες και κατεσκήνωσαν εκεί πλησίον εις τα ύδατα.

Αρ. 33,10     καὶ ἀπῇραν ἐξ Αἰλὶμ καὶ παρενέβαλον ἐπὶ θάλασσαν ἐρυθράν.
Αρ. 33,10     Ανεχώρησαν από την Αιλίμ και εστρατοπέδευσαν πλησίον της Ερυθράς Θαλάσσης.

Αρ. 33,11     καὶ ἀπῇραν ἀπὸ θαλάσσης ἐρυθρᾶς, καὶ παρενέβαλον εἰς τὴν ἔρημον Σίν.
Αρ. 33,11     Ανεχώρησαν από την Ερυθράν θάλασσαν και έστρατοπεδευσαν εις την έρημον Σιν.

Αρ. 33,12     καὶ ἀπῇραν ἐκ τῆς ἐρήμου Σὶν καὶ παρενέβαλον εἰς Ῥαφακά.
Αρ. 33,12     Ανεχώρησαν από την έρημον Σιν και εστρατοπέδευσαν εις Ραφακά.

Αρ. 33,13     καὶ ἀπῇραν ἐκ Ῥαφακὰ καὶ παρενέβαλον ἐν Αἰλούς.
Αρ. 33,13     Ανεχώρησαν από Ραφακά και εστρατοπέδευσαν εις Αιλούς.

Αρ. 33,14     καὶ ἀπῇραν ἐξ Αἰλοὺς καὶ παρενέβαλον ἐν Ῥαφιδίν, καὶ οὐκ ἦν ἐκεῖ ὕδωρ τῷ λαῷ πιεῖν.
Αρ. 33,14     Ανεχώρησαν από Αιλούς και κατεσκήνωσαν εις Ραφιδίν· αλλ' εκεί δεν υπήρχεν ύδωρ δια να πίη ο λαός.

Αρ. 33,15     καὶ ἀπῇραν ἐκ Ῥαφιδὶν καὶ παρενέβαλον ἐν τῇ ἐρήμῳ Σινά.
Αρ. 33,15     Ανεχώρησαν από την Ραφιδίν και εστρατοπέδευσαν εις την έρημον Σινά.

Αρ. 33,16     καὶ ἀπῇραν ἐκ τῆς ἐρήμου Σινὰ καὶ παρενέβαλον ἐν Μνήμασι τῆς ἐπιθυμίας.
Αρ. 33,16     Ανεχώρησαν από την έρημον Σινά και εστρατοπέδευσαν εις την περιοχήν, την οποίαν είχον ονομάσει Μνήματα Επιθυμίας.

Αρ. 33,17     καὶ ἀπῇραν ἐκ Μνημάτων τῆς ἐπιθυμίας καὶ παρενέβαλον ἐν Ἀσηρώθ.
Αρ. 33,17     Ανεχώρησαν από την θέσιν Μνήματα Επιθυμίας και εστρατοπέδευσαν εις Ασηρώθ.

Αρ. 33,18     καὶ ἀπῇραν ἐξ Ἀσηρὼθ καὶ παρενέβαλον ἐν Ῥαθαμᾷ.
Αρ. 33,18     Ανεχώρησαν από Ασηρώθ και εστρατοπέδευσαν εις Ραθαμά.

Αρ. 33,19     καὶ ἀπῇραν ἐκ Ῥαθαμᾶ καὶ παρενέβαλον ἐν Ῥεμμὼν Φαρές.
Αρ. 33,19     Ανεχώρησαν από Ραθαμά και εστρατοπέδευσαν εις Ρεμμών Φαρές.

Αρ. 33,20     καὶ ἀπῇραν ἐκ Ῥεμμὼν Φαρὲς καὶ παρενέβαλον ἐν Λεβωνᾷ.
Αρ. 33,20     Ανεχώρησαν από Ρεμμών Φαρές και εστρατοπέδευσαν εις Λεβωνά.

Αρ. 33,21     καὶ ἀπῇραν ἐκ Λεβωνᾷ καὶ παρενέβαλον εἰς Ῥεσσάν.
Αρ. 33,21     Ανεχώρησαν από Λεβωνά και εστρατοπέδευσαν εις Ρεσσάν.

Αρ. 33,22     καὶ ἀπῇραν ἐκ Ῥεσσὰν καὶ παρενέβαλον εἰς Μακελλάθ.
Αρ. 33,22     Ανεχώρησαν από Ρεσσάν και εστρατοπέδευσαν εις Μακελλάθ.

Αρ. 33,23     καὶ ἀπῇραν ἐκ Μακελλὰθ καὶ παρενέβαλον εἰς Σαφάρ.
Αρ. 33,23     Ανεχώρησαν από Μακελλάθ και εστρατοπέδευσαν εις Σαφάρ.

Αρ. 33,24     καὶ ἀπῇραν ἐκ Σαφὰρ καὶ παρενέβαλον εἰς Χαραδάθ.
Αρ. 33,24     Ανεχώρησαν από Σαφάρ και εστρατοπέδευσαν εις Χαραδάθ.

Αρ. 33,25     καὶ ἀπῇραν ἐκ Χαραδὰθ καὶ παρενέβαλον εἰς Μακηλώθ.
Αρ. 33,25     Ανεχώρησαν από Χαραδάθ και εστρατοπέδευσαν εις Μακηλώθ.

Αρ. 33,26     καὶ ἀπῇραν ἐκ Μακηλὼθ καὶ παρενέβαλον εἰς Καταάθ.
Αρ. 33,26     Ανεχώρησαν από Μακηλώθ και εστρατοπέδευσαν εις Καταάθ.

Αρ. 33,27     καὶ ἀπῇραν ἐκ Καταὰθ καὶ παρενέβαλον εἰς Ταράθ.
Αρ. 33,27     Ανεχώρησαν από Καταάθ και εστρατοπέδευσαν εις Ταράθ.

Αρ. 33,28     καὶ ἀπῇραν ἐκ Ταρὰθ καὶ παρενέβαλον εἰς Μαθεκκά.
Αρ. 33,28     Ανεχώρησαν από την Ταράθ και εστρατοπέδευσαν εις Μαθεκκά.

Αρ. 33,29     καὶ ἀπῇραν ἐκ Μαθεκκὰ καὶ παρενέβαλον εἰς Σελμωνᾶ.
Αρ. 33,29     Ανεχώρησαν από την Μαθεκκά και εστρατοπέδευσαν εις Σελμωνά.

Αρ. 33,30     καὶ ἀπῇραν ἐκ Σελμωνᾶ καὶ παρενέβαλον εἰς Μασουρούθ.
Αρ. 33,30     Ανεχώρησαν από Σελμωνά και εστρατοπέδευσαν εις Μασουρούθ.

Αρ. 33,31     καὶ ἀπῇραν ἐκ Μασουροὺθ καὶ παρενέβαλον εἰς Βαναία.
Αρ. 33,31     Ανεχώρησαν από Μασουρούθ και εστρατοπέδευσαν εις Βαναίαν.

Αρ. 33,32     καὶ ἀπῇραν ἐκ Βαναία καὶ παρενέβαλον εἰς τὸ ὄρος Γαδγάδ.
Αρ. 33,32     Ανεχώρησαν από Βαναίαν και εστρατοπέδευσαν στο όρος Γαδγάδ.

Αρ. 33,33     καὶ ἀπῇραν ἐκ τοῦ ὄρους Γαδγὰδ καὶ παρενέβαλον εἰς Ἐτεβαθά.
Αρ. 33,33     Ανεχώρησαν εκ του όρους Γαδγάδ και εστρατοπέδευσαν εις Ετεβαθά.

Αρ. 33,34     καὶ ἀπῇραν ἐξ Ἐτεβαθὰ καὶ παρενέβαλον εἰς Ἐβρωνά.
Αρ. 33,34     Ανεχώρησαν από τον Ετεβαθά και εστρατοπέδευσαν εις Εβρωνά.

Αρ. 33,35     καὶ ἀπῇραν ἐξ Ἐβρωνὰ καὶ παρενέβαλον εἰς Γεσιὼν Γάβερ.
Αρ. 33,35     Ανεχώρησαν από την Εβρωνά και εστρατοπέδευσαν εις Γεσιών Γαβερ.

Αρ. 33,36     καὶ ἀπῇραν ἐκ Γεσιὼν Γάβερ καὶ παρενέβαλον ἐν τῇ ἐρήμῳ Σίν. καὶ ἀπῇραν ἐκ τῆς ἐρήμου Σὶν καὶ παρενέβαλον εἰς τὴν ἔρημον Φαράν· αὕτη ἐστὶ Κάδης.
Αρ. 33,36     Ανεχώρησαν από Γεσιών Γαβερ και εστρατοπέδευσαν εις την έρημον Σιν. Ανεχώρησαν από την έρημον Σιν και εστρατοπέδευσαν εις την έρημον Φαράν· αυτή είναι η έρημος Καδης.

Αρ. 33,37     καὶ ἀπῇραν ἐκ Κάδης καὶ παρενέβαλον εἰς Ὤρ τὸ ὄρος πλησίον γῆς Ἐδώμ·
Αρ. 33,37     Ανεχώρησαν από την έρημον Καδης και εστρατοπέδευσαν εις όρος Ωρ, πλησίον της χώρας Εδώμ.

Αρ. 33,38     καὶ ἀνέβη Ἀαρὼν ὁ ἱερεὺς διὰ προστάγματος Κυρίου καὶ ἀπέθανεν ἐκεῖ ἐν τῷ τεσσαρακοστῷ ἔτει τῆς ἐξόδου τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ἐκ γῆς Αἰγύπτου τῷ μηνὶ τῷ πέμπτῳ μιᾷ τοῦ μηνός·
Αρ. 33,38     Εκεί ο αρχιερεύς Ααρών, κατόπιν εντολής του Κυρίου, ανέβη στο όρος, όπου και απέθανε κατά την πρώτην του πέμπτου μηνός του τεσσαρακοστού έτους από την έξοδον των Ισραηλιτών εκ της Αιγύπτου.

Αρ. 33,39     καὶ Ἀαρὼν ἦν τριῶν καὶ εἴκοσι καὶ ἑκατὸν ἐτῶν, ὅτε ἀπέθνησκεν ἐν Ὢρ τῷ ὄρει.
Αρ. 33,39     Ητο δε ο Ααρών εκατόν είκοσι τριών ετών, όταν απέθανεν επάνω στο όρος Ωρ.

Αρ. 33,40     καὶ ἀκούσας ὁ Χανανὶς βασιλεὺς Ἀράδ, καὶ οὗτος κατῴκει ἐν γῇ Χαναάν, ὅτε εἰσεπορεύοντο οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ.
Αρ. 33,40     Ο δε Χανανίς βασιλεύς του Αράδ, ο οποίος κατοικούσε εις την χώραν Χαναάν, ήκουσεν ότι οι Ισραηλίται ητοιμάζοντο να εισβάλουν εις την Χαναάν.

Αρ. 33,41     καὶ ἀπῇραν ἐξ Ὢρ τοῦ ὄρους καὶ παρενέβαλον εἰς Σελμωνά.
Αρ. 33,41     Οι Ισραηλίται όμως ανεχώρησαν από το όρος Ωρ και εστρατοπέδευσαν εις Σελμωνά.

Αρ. 33,42     καὶ ἀπῇραν ἐκ Σελμωνὰ καὶ παρενέβαλον εἰς Φινώ.
Αρ. 33,42     Ανεχώρησαν από Σελμωνά και εστρατοπέδευσαν εις Φινώ.

Αρ. 33,43     καὶ ἀπῇραν ἐκ Φινὼ καὶ παρενέβαλον ἐν Ὠβώθ.
Αρ. 33,43     Ανεχώρησαν από Φινώ και εστρατοπέδευσαν εις Ωβώθ.

Αρ. 33,44     καὶ ἀπῇραν ἐξ Ὠβὼθ καὶ παρενέβαλον ἐν Γαΐ, ἐν τῷ πέραν ἐπὶ τῶν ὁρίων Μωάβ.
Αρ. 33,44     Ανεχώρησαν από Ωδώθ και εστρατοπέδευσαν εν Γαϊ, ανατολικώς από τον Ιορδάνην εις τα όρια της Μωάβ.

Αρ. 33,45     καὶ ἀπῇραν ἐκ Γαΐ καὶ παρενέβαλον εἰς Δαιβὼν Γάδ.
Αρ. 33,45     Ανεχώρησαν από την Γαί και εστρατοπέδευσαν εις την Δαιδών, πόλιν την οποίαν αργότερα έκτισαν οι της φυλής Γαδ.

Αρ. 33,46     καὶ ἀπῇραν ἐκ Δαιβὼν Γὰδ καὶ παρενέβαλον ἐν Γελμὼν Δεβλαθαίμ.
Αρ. 33,46     Ανεχώρησαν από την Δαιβών της Γαδ και εστρατοπέδευσαν εις Γελμών Δεβλαθαίμ.

Αρ. 33,47     καὶ ἀπῇραν ἐκ Γελμὼν Δεβλαθαὶμ καὶ παρενέβαλον ἐπὶ τὰ ὄρη τὰ Ἀβαρίμ, ἀπέναντι Ναβαῦ.
Αρ. 33,47     Ανεχώρησαν από Γελμών Δεβλαθαίμ και εστρατοπέδευσαν εις τα όρη Αβαρίμ, απέναντι από το όρος Ναβαύ.

Αρ. 33,48     καὶ ἀπῇραν ἀπὸ τῶν ὀρέων Ἀβαρὶμ καὶ παρενέβαλον ἐπὶ δυσμῶν Μωάβ, ἐπὶ τοῦ Ἰορδάνου κατὰ Ἱεριχώ,
Αρ. 33,48     Ανεχώρησαν από τα όρη Αβαρίμ και εστρατοπέδευσαν προς δυσμάς της χώρας των Μωαβιτών, πλησίον του Ιορδάνου απέναντι της Ιεριχούς.

Αρ. 33,49     καὶ παρενέβαλον παρὰ τὸν Ἰορδάνην ἀνὰ μέσον Αἰσιμὼθ ἕως Βελσατὶμ κατὰ δυσμὰς Μωάβ.
Αρ. 33,49     Εστρατοπέδευσαν πλησίον του Ιορδάνου, μεταξύ Αισιμώθ και Βελσατίμ, προς δυσμάς της Μωάβ.

Αρ. 33,50     Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν ἐπὶ δυσμῶν Μωὰβ παρὰ τὸν Ἰορδάνην κατὰ Ἱεριχὼ λέγων·
Αρ. 33,50     Ο Κυριος ωμίλησε προς τον Μωϋσήν, εκεί προς δυσμάς της Μωάβ, πλησίον του Ιορδάνου ποταμού, απέναντι από την Ιεριχώ και είπεν·

Αρ. 33,51     λάλησον τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ καὶ ἐρεῖς πρὸς αὐτούς· ὑμεῖς διαβαίνετε τὸν Ἰορδάνην εἰς γῆν Χαναὰν
Αρ. 33,51     “ομίλησε προς τους Ισραηλίτας και ειπέ προς αυτούς· Σεις διέρχεσθε τώρα τον Ιορδάνην, δια να εισέλθετε εις την χώραν Χαναάν.

Αρ. 33,52     καὶ ἀπολεῖτε πάντας τοὺς κατοικοῦντας ἐν τῇ γῇ πρὸ προσώπου ὑμῶν καὶ ἐξαρεῖτε τὰς σκοπιὰς αὐτῶν καὶ πάντα τὰ εἴδωλα τὰ χωνευτὰ αὐτῶν ἀπολεῖτε αὐτὰ καὶ πάσας τὰς στήλας αὐτῶν ἐξαρεῖτε.
Αρ. 33,52     Θα εξοντώσετε όλους τους κατοίκους της χώρας από εμπρός σας και θα κατακρημνίσετε τα υψώματα τα προς τιμήν των ειδώλων των, θα καταστρέψετε όλους τους ειδωλολατρικούς χωνευτούς θεούς των και θα διαλύσετε όλας τας ειδωλολατρικάς των στήλας.

Αρ. 33,53     καὶ ἀπολεῖτε πάντας τοὺς κατοικοῦντας τὴν γῆν καὶ κατοικήσετε ἐν αὐτῇ· ὑμῖν γὰρ δέδωκα τὴν γῆν αὐτῶν ἐν κλήρῳ.
Αρ. 33,53     Θα εξολοθρεύσετε όλους τους κατοίκους της χώρας και θα κατοικήσετε σεις εις αυτήν· διότι εις σας ως κληρονομίαν έδωκα την χώραν αυτών.

Αρ. 33,54     καὶ κατακληρονομήσετε τὴν γῆν αὐτῶν ἐν κλήρῳ κατὰ φυλὰς ὑμῶν· τοῖς πλείοσι πληθυνεῖτε τὴν κατάσχεσιν αὐτῶν καὶ τοῖς ἐλάττοσιν ἐλαττώσετε τὴν κατάσχεσιν αὐτῶν· εἰς ὃ ἂν ἐξέλθῃ τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐκεῖ, αὐτοῦ ἔσται· κατὰ φυλὰς πατριῶν ὑμῶν κληρονομήσετε.
Αρ. 33,54     Θα διαμοιράσετε δια κλήρου εις τας φυλάς σας την χώραν αυτήν, αναλόγως προς τον πληθυσμόν εκάστης φυλής. Εις τας φυλάς που έχουν μεγαλύτερον αριθμόν θα δώσετε μεγαλυτέραν κληρονομίαν, και εις τας φυλάς που έχουν ολιγώτερον πληθυσμόν, θα δώσετε μικροτέραν κληρονομίαν. Η περιοχή, δια την οποίαν κατά την κλήρωσιν θα εξέλθη το όνομα της φυλής, θα είναι ιδική της. Η διανομή θα γίνη σύμφωνα με τας φυλάς των Ισραηλιτών.

Αρ. 33,55     ἐὰν δὲ μὴ ἀπολέσητε τοὺς κατοικοῦντας ἐπὶ τῆς γῆς ἀπὸ προσώπου ὑμῶν, καὶ ἔσται οὓς ἐὰν καταλίπητε ἐξ αὐτῶν, σκόλοπες ἐν τοῖς ὀφθαλμοῖς ὑμῶν καὶ βολίδες ἐν ταῖς πλευραῖς ὑμῶν καὶ ἐχθρεύσουσιν ὑμῖν ἐπὶ τῆς γῆς, ἐφ᾿ ἣν ὑμεῖς κατοικήσετε,
Αρ. 33,55     Εάν όμως δεν εξοντώσετε από εμπρός σας τελείως τους κατοίκους της χώρας αυτής, εκείνοι τους οποίους θα αφήσετε, θα γίνουν δια σας καρφί εις τα μάτια σας και μάχαιρα εις τα πλευρά σας. Θα είναι οι παντοτεινοί εχθροί σας εις την χώραν, όπου θα κατοικήσετε.

Αρ. 33,56     καὶ ἔσται καθότι διεγνώκειν ποιῆσαι αὐτούς, ποιήσω ὑμᾶς.
Αρ. 33,56     Εγώ δε δια την παρακοήν σας αυτήν θα πράξω εναντίον σας ο,τι είχα την απόφασιν να κάμω εναντίον εκείνων.

Αρ. 34,1     Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Αρ. 34,1     Ο Κυριος ωμίλησε προς τον Μωϋσήν, λέγων·

Αρ. 34,2     ἔντειλαι τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ καὶ ἐρεῖς πρὸς αὐτούς· ὑμεῖς εἰσπορεύεσθε εἰς τὴν γῆν Χαναάν· αὕτη ἔσται ὑμῖν εἰς κληρονομίαν, γῆ Χαναὰν σὺν τοῖς ὁρίοις αὐτῆς.
Αρ. 34,2     “δώσε εντολήν στους Ισραηλίτας και ειπέ εις αυτούς· Σεις εισέρχεσθε εις την γην Χαναάν· αυτή θα είναι η κληρονομία σας, η χώρα Χαναάν εις όλην αυτής την έκτασιν.

Αρ. 34,3     καὶ ἔσται ὑμῖν τὸ κλίτος τὸ πρὸς λίβα ἀπὸ ἐρήμου Σὶν ἕως ἐχόμενον Ἐδώμ, καὶ ἔσται ὑμῖν τὰ ὅρια πρὸς λίβα ἀπὸ μέρους τῆς θαλάσσης τῆς ἁλυκῆς ἀπὸ ἀνατολῶν·
Αρ. 34,3     Το νότιον αυτής τμήμα από την έρημον Σιν, εν συνεχεία καθ' όλην την έκτασιν της Ιδουμαίας· τα νότια σύνορα θα αρχίζουν εξ ανατολών από την Νεκράν Θαλασσαν,

Αρ. 34,4     καὶ κυκλώσει ὑμᾶς τὰ ὅρια ἀπὸ λιβὸς πρὸς ἀνάβασιν Ἀκραβὶν καὶ παρελεύσεται Σεννά, καὶ ἔσται ἡ διέξοδος αὐτοῦ πρὸς λίβα Κάδης τοῦ Βαρνή. καὶ ἐξελεύσεται εἰς ἔπαυλιν Ἀρὰδ καὶ παρελεύσεται Ἀσεμωνᾶ·
Αρ. 34,4     θα προχωρούν κυκλικώς από τον νότον και θα ανέρχωνται προς το όρος Ακραβίν, θα διέρχωνται την ταποθεσίαν Σεννά, θα φθάνουν πάλιν προς νότον, μέχρι της Καδης του Βαρνή, θα διέρχωνται τους αγροτικούς καταυλισμούς Αράδ και θα περάσουν πλησίον της τοποθεσίας Ασεμωνά.

Αρ. 34,5     καὶ κυκλώσει τὰ ὅρια ἀπὸ Ἀσεμωνᾶ χειμάῤῥουν Αἰγύπτου, καὶ ἔσται ἡ διέξοδος ἡ θάλασσα.
Αρ. 34,5     Τα όρια αυτά θα περιγράψουν κύκλον, από Ασεμωνά προς τον χείμαρρον της Αιγύπτου και θα εξέλθουν έως την Μεσόγειον Θαλασσαν.

Αρ. 34,6     καὶ τὰ ὅρια τῆς θαλάσσης ἔσται ὑμῖν· ἡ θάλασσα ἡ μεγάλη ὁριεῖ, τοῦτο ἔσται ὑμῖν τὰ ὅρια τῆς θαλάσσης.
Αρ. 34,6     Τα προς την Μεσόγειον Θαλασσαν σύνορά σας τα προς δυσμάς θα είναι· Η μεγάλη θάλασσα, η Μεσόγειος, το προς δυσμάς σύνορον. Αυτή θα είναι το δυτικον σύνορον όλης της γης Χαναάν.

Αρ. 34,7     καὶ τοῦτο ἔσται ὑμῖν τὰ ὅρια πρὸς βοῤῥᾶν· ἀπὸ τῆς θαλάσσης τῆς μεγάλης καταμετρήσετε ὑμῖν αὐτοῖς παρὰ τὸ ὄρος τὸ ὄρος·
Αρ. 34,7     Τα προς βορράν σύνορα θα είναι τα εξής· Παρετε ευθείαν γραμμήν από την Μεσόγειον θάλασσαν μέχρι του μεγάλου όρους, που λέγεται “Ορος” (ίσως το Ερμών η ο Λιβανος).

Αρ. 34,8     καὶ ἀπὸ τοῦ ὄρους τὸ ὄρος καταμετρήσετε αὐτοῖς εἰσπορευομένων εἰς Ἐμάθ, καὶ ἔσται ἡ διέξοδος αὐτοῦ τὰ ὅρια Σαραδάκ·
Αρ. 34,8     Από το Ορος πάρετε νέαν γραμμήν μέχρις ότου φθάσατε εις Εμάθ. Η γραμμή αυτή θα διέρχεται μέχρις Σαραδάκ.

Αρ. 34,9     καὶ ἐξελεύσεται τὰ ὅρια Δεφρωνά, καὶ ἔσται ἡ διέξοδος αὐτοῦ Ἀρσεναΐν· τοῦτο ἔσται ὑμῖν ὅρια ἀπὸ βοῤῥᾶ.
Αρ. 34,9     Από εκεί θα εξέρχεται εις τα όρια Δεφρωνά και θα φθάνη μέχρι της Αρσεναΐν. Αυτά θα είναι τα από βορρά σύνορά σας.

Αρ. 34,10     καὶ καταμετρήσετε ὑμῖν αὐτοῖς τὰ ὅρια ἀνατολῶν ἀπὸ Ἀρσεναΐν Σεπφαμάρ·
Αρ. 34,10     Τα δε σύνορά σας προς Ανατολάς θα είναι· Παρετε μίαν γραμμήν από την Αρσεναΐν μέχρι Σεπφαμάρ.

Αρ. 34,11     καὶ καταβήσεται τὰ ὅρια ἀπὸ Σεπφάμ Ἀρβηλὰ ἀπὸ ἀνατολῶν ἐπὶ πηγάς, καὶ καταβήσεται τὰ ὅρια Βηλὰ ἐπὶ νώτου θαλάσσης Χενερὲθ ἀπὸ ἀνατολῶν·
Αρ. 34,11     Η γραμμή αυτή θα κατεβή από Σεπφάμ εις Αρβηλά, από τα ανατολικά πάντοτε μέρη, πλησίον εις τας πηγάς, θα προχωρή εις Βηλά κατά μήκος της θαλάσσης Γεννησαρέτ προς ανατολάς αυτής.

Αρ. 34,12     καὶ καταβήσεται τὰ ὅρια ἐπὶ τὸν Ἰορδάνην, καὶ ἔσται ἡ διέξοδος θάλασσα ἡ ἁλυκή. αὕτη ἔσται ὑμῖν ἡ γῆ καὶ τὰ ὅρια αὐτῆς κύκλῳ.
Αρ. 34,12     Η γραμμή αυτή, η καθοριστική των ορίων, κατέρχεται προς τα νότια μέρη παρά τον Ιορδάνην ποταμόν και καταλήγει μέχρι της Νεκράς Θαλάσσης. Αυτή θα είναι η χώρα σας και αυτά θα είναι τα σύνορα της κύκλω”.

Αρ. 34,13     καὶ ἐνετείλατο Μωυσῆς τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ λέγων· αὕτη ἡ γῆ, ἣν κατακληρονομήσετε αὐτὴν μετὰ κλήρου, ὃν τρόπον συνέταξε Κύριος δοῦναι αὐτὴν ταῖς ἐννέα φυλαῖς καὶ τῷ ἡμίσει φυλῆς Μανασσῆ·
Αρ. 34,13     Διέταξεν ακόμη ο Μωϋσής τους Ισραηλίτας και είπεν· “αυτή είναι η χώρα, την οποίαν θα κληρονομήσετε και θα διαμοιρασθήτε με κλήρον εις τας φυλάς σας. Οπως διέταξεν ο Κυριος, θα διανείμετε αυτήν εις τας εννέα φυλάς σας και στο ήμισυ της φυλής Μανασσή,

Αρ. 34,14     ὅτι ἔλαβε φυλὴ υἱῶν Ῥουβὴν καὶ φυλὴ υἱῶν Γὰδ κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν, καὶ τὸ ἥμισυ φυλῆς Μανασσῆ ἀπέλαβον τοὺς κλήρους αὐτῶν,
Αρ. 34,14     διότι η φυλή Ρουβήν και η φυλή του Γαδ, όπως επίσης και το ήμισυ της φυλής Μανασσή, εζήτησαν ήδη και έλαβον δια τον εαυτόν των την κληρονομίαν των.

Αρ. 34,15     δύο φυλαὶ καὶ ἥμισυ φυλῆς ἔλαβον τοὺς κλήρους αὐτῶν πέραν τοῦ Ἰορδάνου κατὰ Ἱεριχὼ ἀπὸ νότου κατὰ ἀνατολάς.
Αρ. 34,15     Δηλαδή αι δύο φυλαί Γαδ και Ρουβήν και το ήμισυ της φυλής Μανασσή έλαβον ως κληρονομίαν των την πέραν του Ιορδάνου περιοχήν, απέναντι της Ιεριχούς, η οποία εκτείνεται από τον νότον προς τα βορειοανατολικά”.

Αρ. 34,16     Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Αρ. 34,16     Ωμίλησεν ο Κυριος προς τον Μωϋσήν λέγων·

Αρ. 34,17     ταῦτα τὰ ὀνόματα τῶν ἀνδρῶν, οἳ κληρονομήσουσιν ὑμῖν τὴν γῆν· Ἐλεάζαρ ὁ ἱερεὺς καὶ Ἰησοῦς ὁ τοῦ Ναυή.
Αρ. 34,17     “αυτά είναι τα ονόματα των ανδρών, οι οποίοι, ως Επιτροπή, θα μοιράσουν την χώραν Χαναάν· Ο αρχιερεύς Ελεάζαρ και ο Ιησούς ο του Ναυη.

Αρ. 34,18     καὶ ἄρχοντα ἕνα ἐκ φυλῆς λήψεσθε κατακληρονομῆσαι ὑμῖν τὴν γῆν.
Αρ. 34,18     Θα πάρετε έπειτα ένα άρχοντα από κάθε φυλήν δια την κατανομήν της χώρας εις σας.

Αρ. 34,19     καὶ ταῦτα τὰ ὀνόματα τῶν ἀνδρῶν· τῆς φυλῆς Ἰούδα Χάλεβ υἱὸς Ἰεφοννή·
Αρ. 34,19     Αυτά είναι τα ονόματα των ανδρών από κάθε φυλήν· Από την φυλήν του Ιούδα ο Χαλεβ, ο υιός του Ιεφοννή.

Αρ. 34,20     τῆς φυλῆς Συμεὼν Σαλαμιὴλ υἱὸς Ἐμιούδ·
Αρ. 34,20     Από την φυλή του Συμεών ο Σαλαμιήλ, υιός του Εμιούδ.

Αρ. 34,21     τῆς φυλῆς Βενιαμὶν Ἐλδὰδ υἱὸς Χασλών·
Αρ. 34,21     Από την φυλήν Βενιαμίν ο Ελδάδ, υιός του Χασλών.

Αρ. 34,22     τῆς φυλῆς Δὰν ἄρχων Βακχὶρ υἱὸς Ἐγλί·
Αρ. 34,22     Από την φυλήν Δαν ο άρχων Βακχίρ, υιός του Εγλί.

Αρ. 34,23     τῶν υἱῶν Ἰωσὴφ φυλῆς υἱῶν Μανασσῆ ἄρχων Ἀνιὴλ υἱὸς Σουφί·
Αρ. 34,23     Από δε τους υιούς του Ιωσήφ εκ της φυλής Μανασσή ο άρχων Ανιήλ, υιός του Σουφί.

Αρ. 34,24     τῆς φυλῆς υἱῶν Ἐφραὶμ ἄρχων Καμουὴλ υἱὸς Σαβαθᾶν·
Αρ. 34,24     Από την φυλήν Εφραίμ ο άρχων Καμουήλ, υιός του Σαβαθάν.

Αρ. 34,25     τῆς φυλῆς Ζαβουλὼν ἄρχων Ἐλισαφὰν υἱὸς Φαρνάχ·
Αρ. 34,25     Από την φυλήν Ζαβουλών ο άρχων Ελισαφάν, υιός του Φαρνάχ.

Αρ. 34,26     τῆς φυλῆς υἱῶν Ἰσσάχαρ ἄρχων Φαλτιὴλ υἱὸς Ὀζᾶ·
Αρ. 34,26     Από την φυλήν Ισσάχαρ ο άρχων Φαλιήλ, υιός του Οζά.

Αρ. 34,27     τῆς φυλῆς υἱῶν Ἀσὴρ ἄρχων Ἀχιὼρ υἱὸς Σελεμί·
Αρ. 34,27     Από την φυλήν Ασήρ, ο άρχων Αχιώρ, υιός του Σελεμί.

Αρ. 34,28     τῆς φυλῆς Νεφθαλὶ ἄρχων Φαδαὴλ υἱὸς Ἰαμιούδ.
Αρ. 34,28     Και από την φυλήν Νεφθαλί, ο άρχων Φαδαήλ, υιός του Ιαμιούδ”.

Αρ. 34,29     τούτοις ἐνετείλατο Κύριος καταμερίσαι τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ ἐν γῇ Χαναάν.
Αρ. 34,29     Εις αυτούς έδωσεν ο Κυριος την εντολήν να διαμοιράσουν την χώραν της Χαναάν στους Ισραηλίτας.

Αρ. 35,1     Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν ἐπὶ δυσμῶν Μωὰβ παρὰ τὸν Ἰορδάνην κατὰ Ἱεριχὼ λέγων·
Αρ. 35,1     Ο Κυριος ωμίλησε προς τον Μωϋσήν εκεί στο δυτικόν μέρος της χώρας Μωάβ, πλησίον του Ιορδάνου, απέναντι από την Ιεριχώ και είπεν·

Αρ. 35,2     σύνταξον τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ καὶ δώσουσι τοῖς Λευίταις ἀπὸ τῶν κλήρων κατασχέσεως αὐτῶν πόλεις κατοικεῖν καὶ τὰ προάστεια τῶν πόλεων κύκλῳ αὐτῶν δώσουσι τοῖς Λευίταις,
Αρ. 35,2     “διάταξέ τους Ισραηλίτας να παραχωρήσουν στους Λευΐτας από την χώραν της κληρονομίας των, πόλεις προς εγκατάστασίν των· θα δώσουν επίσης εις αυτούς και περιοχήν γύρω από αυτάς τας πόλεις.

Αρ. 35,3     καὶ ἔσονται αὐτοῖς αἱ πόλεις κατοικεῖν, καὶ τὰ ἀφορίσματα αὐτῶν ἔσται τοῖς κτήνεσιν αὐτῶν καὶ πᾶσι τοῖς τετράποσιν αὐτῶν.
Αρ. 35,3     Αυταί αι πόλεις θα είναι εις κατοικίαν των Λευϊτών, αι δε καθωρισμέναι περί αυτάς περιοχαί θα είναι δια την βασκήν των ζώων των και δι' όλα τα τετράποδα αυτών.

Αρ. 35,4     καὶ τὰ συγκυροῦντα τῶν πόλεων, ἃς δώσετε τοῖς Λευίταις, ἀπὸ τείχους τῆς πόλεως καὶ ἔξω δισχιλίους πήχεις κύκλῳ·
Αρ. 35,4     Τα όρια των περί τας πόλεις περιοχών, που θα δώσετε στους Λευΐτας, θα εκτείνωνται γύρω από το τείχος κάθε πόλεως κύκλω χίλια περίπου μέτρα.

Αρ. 35,5     καὶ μετρήσεις ἔξω τῆς πόλεως τὸ κλίτος τὸ πρὸς ἀνατολὰς δισχιλίους πήχεις καὶ τὸ κλίτος τὸ πρὸς λίβα δισχιλίους πήχεις καὶ τὸ κλίτος τὸ πρὸς θάλασσαν δισχιλίους πήχεις καὶ τὸ κλίτος τὸ πρὸς βοῤῥᾶν δισχιλίους πήχεις, καὶ ἡ πόλις μέσον τούτου ἔσται ὑμῖν καὶ τὰ ὅμορα τῶν πόλεων.
Αρ. 35,5     Προς τούτο θα μετρήσης δύο χιλιάδας πήχεις (χίλια περίπου μέτρα) προς το ανατολικόν μέρος της πόλεως, δύο χιλιάδας πήχεις προς το νότιον, δύο χιλιάδας πήχεις προς δυσμάς και δύο χιλιάδας πήχεις προς βορράν. Η περιοχή αυτή, όπως και η πόλις που θα ευρίσκεται στο μέσον αυτής, θα ανήκουν στους Λιευΐτας.

Αρ. 35,6     καὶ τὰς πόλεις δώσετε τοῖς Λευίταις, τὰς ἓξ πόλεις τῶν φυγαδευτηρίων, ἃς δώσετε φυγεῖν ἐκεῖ τῷ φονεύσαντι, καὶ πρὸς ταύταις τεσσαράκοντα καὶ δύο πόλεις·
Αρ. 35,6     Πολεις, τας οποίας θα δώσετε επίσης στους Λευΐτας, θα είναι και αι εξ πόλεις καταφύγια, εις τας οποίας θα παρέχεται άσυλον εις κάθε ακούσιον φονέα, ώστε να καταφεύγη εις αυτάς δι' ασφάλειαν. Και επί πλέον από τας πόλεις αυτάς θα δώσετε άλλας τεσσαράκοντα δύο πόλεις.

Αρ. 35,7     πάσας τὰς πόλεις δώσετε τοῖς Λευίταις τεσσαράκοντα καὶ ὀκτὼ πόλεις, ταύτας, καὶ τὰ προάστεια αὐτῶν.
Αρ. 35,7     Ολαι δηλαδή αι πόλεις, τας οποίας μετά των περιοχών αυτών θα δώσετε στους Λευΐτας, θα είναι τεσσαράκοντά οκτώ.

Αρ. 35,8     καὶ τὰς πόλεις, ἃς δώσετε ἀπὸ τῆς κατασχέσεως υἱῶν Ἰσραήλ, ἀπὸ τῶν τὰ πολλὰ πολλά. καὶ ἀπὸ τῶν ἐλαττόνων ἐλάττω· ἕκαστος κατὰ τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ, ἣν κατακληρονομήσουσι δώσουσιν ἀπὸ τῶν πόλεων τοῖς Λευίταις.
Αρ. 35,8     Αι πόλεις, τας οποίας από την χώραν, που κάθε φυλή κληρονομεί, θα δώσετε στους Λευΐτας, θα είναι πολλαί από τας φυλάς που έλαβον πολλάς πόλεις, και θα είναι ολίγαι, από τας φυλάς που έλαβον ολίγας. Καθε φυλή αναλόγως της εκτάσεως, την οποίαν κληρονομεί θα δώση και τον αριθμόν των πόλεων προς τους Λευΐτας”.

Αρ. 35,9     Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Αρ. 35,9     Ωμίλησεν ακόμη ο Κυριος προς τον Μωυσήν λέγων·

Αρ. 35,10     λάλησον τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ καὶ ἐρεῖς πρὸς αὐτούς· ὑμεῖς διαβαίνετε τὸν Ἰορδάνην εἰς γῆν Χαναὰν
Αρ. 35,10     “Ομίλησε προς τους Ισραηλίτας και ειπέ προς αυτούς· Σεις διαβαίνετε τώρα τον Ιορδάνην, δια να καταλάβετε την χώραν Χαναάν.

Αρ. 35,11     καὶ διαστελεῖτε ὑμῖν αὐτοῖς πόλεις· φυγαδευτήρια ἔσται ὑμῖν φυγεῖν ἐκεῖ τὸν φονευτήν, πᾶς ὁ πατάξας ψυχὴν ἀκουσίως.
Αρ. 35,11     Οταν εγκατσοσταθήτε εις αυτήν θα ξεχωρίσετε δια τον εαυτόν σας μερικάς πόλεις, αι οποίαι θα είναι καταφύγια, δια να καταφεύγη εις αυτάς και ευρίσκη ασφάλειαν εκείνος, ο οποίος ακουσίως διέπραξε φόνον.

Αρ. 35,12     καὶ ἔσονται αἱ πόλεις ὑμῖν φυγαδευτήρια ἀπὸ τοῦ ἀγχιστεύοντος τὸ αἷμα, καὶ οὐ μὴ ἀποθάνῃ ὁ φονεύων ἕως ἂν στῇ ἔναντι τῆς συναγωγῆς εἰς κρίσιν.
Αρ. 35,12     Αι πόλεις αυταί θα είναι άσυλα, δια να προφυλάξουν τον ακούσιον φονέα από εκδίκησιν συγγενούς του φονευθέντος· εις αυτάς θα διαφεύγη τον θάνατον ο φονεύς και θα μένη ατιμώρητος, έως ότου οδηγηθή ενώπιον του λαού και δικασθή.

Αρ. 35,13     καὶ αἱ πόλεις ἃς δώσετε, τὰς ἓξ πόλεις, φυγαδευτήρια ἔσονται ὑμῖν·
Αρ. 35,13     Αι εξ πόλεις, τας οποίας θα δώσετε ως καταφύγια, θα είναι·

Αρ. 35,14     τὰς τρεῖς πόλεις δώσετε πέραν τοῦ Ἰορδάνου καὶ τὰς τρεῖς πόλεις δώσετε ἐν γῇ Χαναάν·
Αρ. 35,14     Αι τρεις από αυτάς θα ευρίσκωνται πέραν από τον Ιορδάνην και αι τρεις άλλαι δυτικώς από τον Ιορδάνην εις την χώραν Χαναάν.

Αρ. 35,15     φυγαδεῖον ἔσται τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ, καὶ τῷ προσηλύτῳ καὶ τῷ παροίκῳ τῷ ἐν ὑμῖν ἔσονται αἱ πόλεις αὗται εἰς φυγαδευτήριον, φυγεῖν ἐκεῖ παντὶ πατάξαντι ψυχὴν ἀκουσίως.
Αρ. 35,15     Καταφύγια θα είναι αυταί αι πόλεις, όχι μόνον δια τους Ισραηλίτας, αλλά και δια τους ξένους, που ευρίσκονται μαζή σας και δια τους παρεπιδημούντας. Αι πόλεις αυταί θα είναι καταφύγια, δια να καταφεύγη και ασφαλίζεται εις αυτάς από κάθε εκδίκησιν ο ακουσίως φονεύσας άνθρωπον.

Αρ. 35,16     ἐὰν δὲ ἐν σκεύει σιδήρου πατάξῃ αὐτόν, καὶ τελευτήσῃ, φονευτής ἐστι· θανάτῳ θανατούσθω ὁ φονευτής.
Αρ. 35,16     Εάν κανείς εκουσίως κτυπήση θανασίμως κάποιον με σιδερένιο ρόπαλον και αποθάνη εκείνος, ο κτυπήσας είναι φονεύς και θα τιμωρηθή δια θανάτου.

Αρ. 35,17     ἐὰν δὲ ἐν λίθῳ ἐκ χειρός, ἐν ᾧ ἀποθανεῖται ἐν αὐτῷ, πατάξῃ αὐτόν, καὶ ἀποθάνῃ, φονευτής ἐστι· θανάτῳ θανατούσθω ὁ φονευτής.
Αρ. 35,17     Εάν κτυπήση κάποιον με λίθον και συνεπεία του κτυπήματος αποθάνη ο πληγείς, ο πλήξας αυτόν είναι φονεύς. Με θάνατον θα τιμωρηθή και αυτός ο φονεύς.

Αρ. 35,18     ἐὰν δὲ ἐν σκεύει ξυλίνῳ ἐκ χειρός, ἐξ οὗ ἀποθανεῖται ἐν αὐτῷ, πατάξῃ αὐτόν, καὶ ἀποθάνῃ, φονευτής ἐστι· θανάτῳ θανατούσθω ὁ φονευτής.
Αρ. 35,18     Εάν με ξύλινον σκεύος, που κρατεί εις την χείρα του, κτυπήση κάποιον και εκείνος αποθάνη, είναι φονεύς. Με θάνατον θα τυμωρηθή και ο φονεύς αυτός.

Αρ. 35,19     ὁ ἀγχιστεύων τὸ αἷμα, οὗτος ἀποκτενεῖ τὸν φονεύσαντα· ὅταν συναντήσῃ αὐτῷ, οὗτος ἀποκτενεῖ αὐτόν.
Αρ. 35,19     Ο συγγενής του φονευθέντος θα φονεύση τον φονέα· θα τον φονεύση, όπου και όταν τον συναντήση.

Αρ. 35,20     ἐὰν δὲ δι᾿ ἔχθραν ὤσῃ αὐτὸν καὶ ἐπιῤῥίψῃ ἐπ᾿ αὐτὸν πᾶν σκεῦος ἐξ ἐνέδρου, καὶ ἀποθάνῃ,
Αρ. 35,20     Εάν κανείς από εχθρότητα κινούμενος, σπρώξη κάποιον η ενεδρεύων ρίψη εναντίον του κάποιο αντικείμενον και αποθάνη ο κτυπηθείς,

Αρ. 35,21     ἢ διὰ μῆνιν ἐπάταξεν αὐτὸν τῇ χειρί, καὶ ἀποθάνῃ, θανάτῳ θανατούσθω ὁ πατάξας, φονευτής ἐστι· θανάτῳ θανατούσθω ὁ φονεύων· ὁ ἀγχιστεύων τὸ αἷμα ἀποκτενεῖ τὸν φονεύσαντα ἐν τῷ συναντῆσαι αὐτῷ.
Αρ. 35,21     η δια λόγους οργής κτυπήση αυτόν με το χέρι του και αποθάνη, ο κτυπήσας είναι φονεύς και πρέπει να τιμωρηθή με θάνατον. Ο συγγενής του φονευθέντος θα θανατώση τον φονέα, όταν και όπου τον συναντήση.

Αρ. 35,22     ἐὰν δὲ ἐξάπινα οὐ δι᾿ ἔχθραν ὤσῃ αὐτὸν ἢ ἐπιῤῥίψῃ ἐπ᾿ αὐτὸν πᾶν σκεῦος οὐκ ἐξ ἐνέδρου
Αρ. 35,22     Εάν όμως εξ απροσεξίας, όχι από εχθρότητα και μίσος, σπρώξη κανείς κάποιον η ρίψη εναντίον του κάποιο αντικείμενον, όχι πονηρώς ενεδρεύων,

Αρ. 35,23     ἢ παντὶ λίθῳ, ἐν ᾧ ἀποθανεῖται ἐν αὐτῷ, οὐκ εἰδώς, καὶ ἐπιπέσῃ ἐπ᾿ αὐτόν, καὶ ἀποθάνῃ, αὐτὸς δὲ οὐκ ἐχθρὸς αὐτοῦ ἦν, οὐδὲ ζητῶν κακοποιῆσαι αὐτόν,
Αρ. 35,23     η λίθον, από το πλήγμα του οποίου θα αποθάνη ο κτυπηθείς, αυτά δε γίνουν ασυναισθήτως και ακουσίως, ο δε φονεύς δεν είχε καμμίαν προς εκείνον εχθρότητα και ούτε είχεν επιδιώξει ποτέ να του κάμη κακόν,

Αρ. 35,24     καὶ κρινεῖ ἡ συναγωγὴ ἀνὰ μέσον τοῦ πατάξαντος καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ ἀγχιστεύοντος τὸ αἷμα, κατὰ τὰ κρίματα ταῦτα,
Αρ. 35,24     ο φονεύς αυτός θα κριθή και θα δικασθή υπό του λαού ενώπιον του συγγενούς του φονευθέντος και θα γίνη έρευνα εάν από τας ανωτέρω ελαφρυντικάς συνθήκας έγινεν ο φόνος.

Αρ. 35,25     καὶ ἐξελεῖται ἡ συναγωγὴ τὸν φονεύσαντα ἀπὸ τοῦ ἀγχιστεύοντος τὸ αἷμα, καὶ ἀποκαταστήσουσιν αὐτὸν ἡ συναγωγὴ εἰς τὴν πόλιν τοῦ φυγαδευτηρίου αὐτοῦ, οὗ κατέφυγε, καὶ κατοικήσει ἐκεῖ ἕως ἂν ἀποθάνῃ ὁ ἱερεὺς ὁ μέγας, ὃν ἔχρισαν αὐτὸν τῷ ἐλαίῳ τῷ ἁγίῳ.
Αρ. 35,25     Εάν ναι, ο λαός θα αποσπάση από τα χέρια του συγγενούς του φονευθέντος τον φονέα, θα τον οδηγήσουν εις την πόλιν καταφύγιον, όπου είχε και προηγουμένως καταφύγει, δια να ζήση εκεί μέχρι ότου αποθάνη ο αρχιερεύς, τον οποίον έχρισαν με το άγιον έλαιον.

Αρ. 35,26     ἐὰν δὲ ἐξόδῳ ἐξέλθῃ ὁ φονεύσας τὰ ὅρια τῆς πόλεως εἰς ἣν κατέφυγεν ἐκεῖ,
Αρ. 35,26     Εάν όμως ο φονεύς εξέλθη από τα όρια της πόλεως, εις την οποίαν ως προς άσυλον κατέφυγεν,

Αρ. 35,27     καὶ εὕρῃ αὐτὸν ὁ ἀγχιστεύων τὸ αἷμα ἔξω τῶν ὁρίων τῆς πόλεως καταφυγῆς αὐτοῦ καὶ φονεύσῃ ὁ ἀγχιστεύων τὸ αἷμα τὸν φονεύσαντα, οὐκ ἔνοχός ἐστιν·
Αρ. 35,27     και ο συγγενής του φονευθέντος εύρη αυτόν έξω από τα όρια της πόλεως- καταφύγιον και τον φονεύση, δεν θα είναι ένοχος φόνου.

Αρ. 35,28     ἐν γὰρ τῇ πόλει τῆς καταφυγῆς κατοικείτω, ἕως ἂν ἀποθάνῃ ὁ ἱερεὺς ὁ μέγας, καὶ μετὰ τὸ ἀποθανεῖν τὸν ἱερέα τὸν μέγαν ἐπαναστραφήσεται ὁ φονεύσας εἰς τὴν γῆν τῆς κατασχέσεως αὐτοῦ.
Αρ. 35,28     Εις την πόλιν καταφύγιον πρέπει να μένη ο φονεύς μέχρι του θανάτου του αρχιερέως. Οταν αποθάνη ο αρχιερεύς, θα επιστρέψη ο φονεύς ελεύθερος εις την πατρίδα του και εις την κληρονομίαν του.

Αρ. 35,29     καὶ ἔσται ταῦτα ὑμῖν εἰς δικαίωμα κρίματος εἰς τὰς γενεὰς ὑμῶν ἐν πάσαις ταῖς κατοικίαις ὑμῶν.
Αρ. 35,29     Αυτά θα είναι και θα ισχύουν δια σας, ως νόμοι αποδόσεως δικαιοσύνης, εις όλους τους απογόνους σας και εις όλας τας περιοχάς, εις τας οποίας θα κατοικήτε.

Αρ. 35,30     πᾶς πατάξας ψυχήν, διὰ μαρτύρων φονεύσεις τὸν φονεύσαντα, καὶ μάρτυς εἷς οὐ μαρτυρήσει ἐπὶ ψυχὴν ἀποθανεῖν.
Αρ. 35,30     Καθένας που εφόνευσεν άνθρωπον, θα τιμωρηθή δια θανάτου επί τη βάσει μαρτύρων. Δεν αρκεί η μαρτυρία ενός μάρτυρος, δια να καταδικασθή κανείς εις θάνατον.

Αρ. 35,31     καὶ οὐ λήψεσθε λύτρα περὶ ψυχῆς παρὰ τοῦ φονεύσαντος τοῦ ἐνόχου ὄντος ἀναιρεθῆναι· θανάτῳ γὰρ θανατωθήσεται.
Αρ. 35,31     Δεν θα δεχθήτε χρήματα από τον φονέα προς εξαγοράν της ζωής του, εφόσον είναι ένοχος θανάτου. Αυτός πρέπει να τιμωρηθή δια θανάτου.

Αρ. 35,32     οὐ λήψεσθε λύτρα τοῦ φυγεῖν εἰς πόλιν τῶν φυγαδευτηρίων, τοῦ πάλιν κατοικεῖν ἐπὶ τῆς γῆς, ἕως ἂν ἀποθάνῃ ὁ ἱερεὺς ὁ μέγας.
Αρ. 35,32     Δεν θα λάβετε επίσης χρήματα, δια να φυγαδεύσετε φονέα εις την πόλι- καταφύγιον η δια να αφήσετε αυτόν να επιστρέψη εις την πατρίδα του, πριν αποθάνη ο αρχιερεύς.

Αρ. 35,33     καὶ οὐ μὴ φονοκτονήσητε τὴν γῆν, εἰς ἣν ὑμεῖς κατοικεῖτε· τὸ γὰρ αἷμα τοῦτο φονοκτονεῖ τὴν γῆν, καὶ οὐκ ἐξιλασθήσεται ἡ γῆ ἀπὸ τοῦ αἵματος τοῦ ἐκχυθέντος ἐπ᾿ αὐτῆς, ἀλλ᾿ ἐπὶ τοῦ αἵματος τοῦ ἐκχέοντος.
Αρ. 35,33     Εάν τηρήσετε αυτά θα αποφύγετε τους φόνους εις την χώραν, όπου κατοικείτε. Το αδίκως χυνόμενον αίμα πληθύνει τους φόνους εις την χώραν, εφόσον μένει ατιμώρητος ο φονεύς. Και αυτή δεν ημπορεί να εξιλεωθή από το αδίκως χυνόμενον αίμα, ειμή μόνον με το αίμα του φονέως.

Αρ. 35,34     καὶ οὐ μιανεῖτε τὴν γῆν, ἐφ᾿ ἧς κατοικεῖτε ἐπ᾿ αὐτῆς, ἐφ᾿ ἧς ἐγὼ κατασκηνῶ ἐν ὑμῖν· ἐγὼ γάρ εἰμι Κύριος κατασκηνῶν ἐν μέσῳ τῶν υἱῶν Ἰσραήλ.
Αρ. 35,34     Δεν θα μολύνετε την χώραν, εις την οποίαν κατοικείτε, και επί της οποίας εν μέσω υμών κατοικώ και εγώ. Εγώ είμαι ο Κυριος, ο οποίος κατοικώ μεταξύ των Ισραηλιτών”.

Αρ. 36,1     Καὶ προσῆλθον οἱ ἄρχοντες φυλῆς υἱῶν Γαλαὰδ υἱοῦ Μαχὶρ υἱοῦ Μανασσῆ ἐκ τῆς φυλῆς υἱῶν Ἰωσὴφ καὶ ἐλάλησαν ἔναντι Μωυσῆ καὶ ἔναντι Ἐλεάζαρ τοῦ ἱερέως καὶ ἔναντι τῶν ἀρχόντων οἴκων πατριῶν τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ
Αρ. 36,1     Οι αρχηγοί της οικογενείας του Γαλαάδ, ο οποίος ήτο υιός Μαχίρ υιού του Μανασσή, ενός από τους υιούς του Ιωσήφ, προσήλθον ενώπιον του Μωϋσέως, ενώπιον του αρχιερέως Ελεάζαρ και ενώπιον των αρχηγών των φυλών του Ισραήλ,

Αρ. 36,2     καὶ εἶπαν· τῷ κυρίῳ ἡμῶν ἐνετείλατο Κύριος ἀποδοῦναι τὴν γῆν τῆς κληρονομίας ἐν κλήρῳ τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ, καὶ τῷ κυρίῳ συνέταξε Κύριος δοῦναι τὴν κληρονομίαν Σαλπαὰδ τοῦ ἀδελφοῦ ἡμῶν ταῖς θυγατράσιν αὐτοῦ.
Αρ. 36,2     και είπαν· “ο Κυριος διέταξε τον κύριόν μας (τον Μωϋσήν) να διαμοιράση δια κλήρου την χώραν Χαναάν στους Ισραηλίτας. Διέταξεν επίσης τον κύριόν μας να δοθή η κληρονομία του αδελφού Σαλπαάδ εις τας θυγατέρας του.

Αρ. 36,3     καὶ ἔσονται ἑνὶ τῶν φυλῶν υἱῶν Ἰσραὴλ γυναῖκες, καὶ ἀφαιρεθήσεται ὁ κλῆρος αὐτῶν ἐκ τῆς κατασχέσεως τῶν πατέρων ἡμῶν καὶ προστεθήσεται εἰς κληρονομίαν τῆς φυλῆς, οἷς ἂν γένωνται γυναῖκες, καὶ ἐκ τοῦ κλήρου τῆς κληρονομίας ἡμῶν ἀφαιρεθήσεται.
Αρ. 36,3     Εάν όμως αυταί υπανδρευθούν κάποιον από τας άλλας φυλάς των Ισραηλιτών, θα αφαιρεθή η κληρονομία των από την ιδιοκτησίαν της φυλής των και θα προστεθή εις την φυλήν του συζύγου των και έτσι θα αφαιρεθή από την ιδικήν μας κληρονομίαν το μερίδιον αυτών.

Αρ. 36,4     ἐὰν δὲ γένηται ἡ ἄφεσις τῶν υἱῶν Ἰσραήλ, καὶ προστεθήσεται ἡ κληρονομία αὐτῶν ἐπὶ τὴν κληρονομίαν τῆς φυλῆς, οἷς ἂν γένωνται γυναῖκες, καὶ ἀπὸ τῆς κληρονομίας φυλῆς πατριᾶς ἡμῶν ἀφαιρεθήσεται ἡ κληρονομία αὐτῶν.
Αρ. 36,4     Οταν δε έλθη δια τους Ισραηλίτας το πεντηκοστόν έτος, το έτος της αφέσεως, το μερίδιον των γυναικών αυτών θα ενσωματωθή οριστικώς εις την κληρονομίαν της φυλής, εις την οποίαν ανήκουν οι σύζυγοί των, και έτσι από την κληρονομικώς δοθείσαν χώραν εις την φυλήν των πατέρων μας θα αφαιρεθή οριστικώς το μερίδιον εκείνων”.

Αρ. 36,5     καὶ ἐνετείλατο Μωυσῆς τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ διὰ προστάγματος Κυρίου λέγων· οὕτως φυλὴ υἱῶν Ἰωσὴφ λέγουσι·
Αρ. 36,5     Ο Μωϋσής κατόπιν εντολής του Κυρίου, διέταξεν στους Ισραηλίτας τα εξής· “αυτά λέγουν οι της φυλής του Ιωσήφ.

Αρ. 36,6     τοῦτο τὸ ῥῆμα, ὃ συνέταξε Κύριος τοῖς θυγατράσι Σαλπαάδ, λέγων· οὗ ἀρέσκῃ ἐναντίον αὐτῶν, ἔστωσαν γυναῖκες, πλὴν ἐκ τοῦ δήμου τοῦ πατρὸς αὐτῶν ἔστωσαν γυναῖκες,
Αρ. 36,6     Αυτή δε είναι η εντολή, την οποίαν διέταξεν ο Κυριος εις τας θυγατέρας Σαλπαάδ, λέγων· Ας γίνουν σύζυγοι, οιουδήποτε ανδρός, ο οποίος αρέσει εις αυτάς, αλλά από την φυλήν του πατρός των πρέπει να κατάγωνται οι σύζυγοι της προτιμήσεώς των,

Αρ. 36,7     καὶ οὐχὶ περιστραφήσεται κληρονομία τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ ἀπὸ φυλῆς ἐπὶ φυλήν, ὅτι ἕκαστος ἐν τῇ κληρονομίᾳ τῆς φυλῆς τῆς πατριᾶς αὐτοῦ προσκολληθήσονται οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ.
Αρ. 36,7     δια να μη περιφέρεται η κληρονομία από φυλής εις φυλήν, διότι καθένας από τους Ισραηλίτας θα προακολληθή εις την κληροδοτηθείσαν εις την φυλήν του χώραν.

Αρ. 36,8     καὶ πᾶσα θυγάτηρ ἀγχιστεύουσα κληρονομίαν ἐκ τῶν φυλῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ἑνὶ τῶν ἐκ τοῦ δήμου τοῦ πατρὸς αὐτῆς ἔσονται γυναῖκες, ἵνα ἀγχιστεύσωσιν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ ἕκαστος τὴν κληρονομίαν τὴν πατρικὴν αὐτοῦ·
Αρ. 36,8     Καθε κόρη, εις την οποίαν θα περιέλθη κληρονομία από κάποιον φυλήν των Ισραηλιτών, θα λάβη ως σύζυγον ένα από την φυλήν των πατέρων της, ίνα και νυμφευόμενοι οι Ισραηλίται, διατηρούν ο καθένας την πατρικήν του κληρονομίαν,

Αρ. 36,9     καὶ οὐ περιστραφήσεται ὁ κλῆρος ἐκ φυλῆς ἐπὶ φυλὴν ἑτέραν, ἀλλ᾿ ἕκαστος ἐν τῇ κληρονομίᾳ αὐτοῦ προσκολληθήσονται οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ.
Αρ. 36,9     και δεν θα περιέρχεται η κληρονομία της μιας φυλής εις την άλλην, αλλά καθένας από τους Ισραηλίτας θα προσκολλάται εις την κληρονομίαν του”.

Αρ. 36,10     ὃν τρόπον συνέταξε Κύριος Μωυσῇ, οὕτως ἐποίησαν θυγατράσι Σαλπαάδ,
Αρ. 36,10     Οπως διέταξεν ο Κυριος τον Μωϋσήν, έτσι έκαμαν αι θυγατέρες Σαλπαάδ.

Αρ. 36,11     καὶ ἐγένοντο Θερσὰ καὶ Ἐγλὰ καὶ Μελχὰ καὶ Νούα καὶ Μαλαὰ θυγατέρες Σαλπαὰδ τοῖς ἀνεψιοῖς αὐτῶν·
Αρ. 36,11     Η Θερσά, η Εγλά, η Μελχά, η Νούα, και η Μαλαά έλαβον συζύγους τους υιούς των θείων των.

Αρ. 36,12     ἐκ τοῦ δήμου τοῦ Μανασσῆ υἱῶν Ἰωσὴφ ἐγενήθησαν γυναῖκες, καὶ ἐγενήθη ἡ κληρονομία αὐτῶν ἐπὶ τὴν φυλὴν δήμου τοῦ πατρὸς αὐτῶν.
Αρ. 36,12     Ελαβον ως συζύγους άνδρας εκ της φυλής του Μανασσή, ενός από τους υιούς του Ιωσήφ, και παρέμεινεν ούτω η κληρονομία των εις την φυλήν των πατέρων των.

Αρ. 36,13     Αὗται αἱ ἐντολαὶ καὶ τὰ δικαιώματα καὶ τὰ κρίματα, ἃ ἐνετείλατο Κύριος ἐν χειρὶ Μωυσῆ ἐπὶ δυσμῶν Μωὰβ ἐπὶ τοῦ Ἰορδάνου κατὰ Ἱεριχώ.
Αρ. 36,13     Αυταί είναι αι εντολαί και οι νόμοι και αι κρίσεις, τας οποίας δια του Μωϋσέως διέταξεν ο Θεός στους Ισραηλίτας, εις τα δυτικά μέρη της Μωάβ, πλησίον του Ιορδάνου και απέναντι από την Ιεριχώ.



Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.