Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2012

Υποτίμηση της Παλαιάς Διαθήκης




Α. Υποτίμηση της Παλαιάς Διαθήκης

Μέσα στην πλούσια ελληνορθόδοξη παράδοση μας, πνέει ούριος ο άνεμος της καταλλαγής δυο εκ πρώτης όψεως αγεφύρωτων κόσμων: του Ελληνισμού και του Χριστιανισμού. Έπρεπε εν πρώτοις, ο Ελληνισμός να αποβάλει το παγανιστικό του περιεχόμενο και απαλλαγμένος από την πλάνη της ειδωλολατρίας, να διακονήσει το Χριστό.
Βέβαια η Νέα Τάξη Πραγμάτων, η Νέα Εποχή, το νεοειδωλολατρικό περιεχόμενο της οποίας εκφράζεται και μέσα από το κίνημα του Ολυμπισμού - Ελλαδισμού, διατυμπανίζει ευθέως και ευρέως τη διάζευξη Ελληνισμού / Χριστιανισμού. Περιορίζονται τάχα στην Παλαιά Διαθήκη, αλλά η αμφισβήτηση τους εμμέσως στρέφεται και κατά της Καινής. Η Νέα Τάξη επαγγέλλεται μεν την ενοθρησκεία, μια δηλ. θρησκεία για όλους, ενισχύει ταυτόχρονα όμως την αναβίωση αρχαίων παγανιστικών λατρειών, οπού γης.
Από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια, εμφανίστηκαν οι υποτιμητές της Παλαιάς Διαθήκης. Ο άγιος Χρυσόστομος αναφέρει για βλασφημίες εναντίον της από αιρετικούς1. Παλαιές αιρέσεις με πλατωνική επίδραση επίσης, την πολέμησαν με πάθος, όπως π.χ. οι Γνωστικοί και ιδίως ο Μαρκίων. Ο Ιουλιανός ο Παραβάτης ή ο Πληθών ο Γεμιστός- σε άλλη εποχή ο καθένας- την απέρριπταν υβρίζοντας την. Προτεστάντες θεολόγοι ακόμη, όπως π.χ. ο Von Harnack (1851-1930).
Ο Χίτλερ το 1933, πολεμώντας τον Ιουδαϊσμό, πολέμησε και την Παλαιά Διαθήκη. Οι οπαδοί του «Deutsche Christen» (:Γερμανοί χριστιανοί), την απέρριπταν με φανατισμό2. Κατά κανόνα η απόρριψη της Παλαιάς Διαθήκης συνδέεται με πλατωνικό δυαλισμό (: αντίθεση σώματος - ψυχής, κάλου - κάκου), θρησκευτικό συγκρητισμό (μίξη δηλ. χριστιανικών, αρχαιοελληνικών, βαβυλωνιακών, ιρανικών, αιγυπτιακών κ.λ.π. στοιχείων) και αντιιουδαϊσμό δηλ. ρατσισμό πού μπορεί να καταλήξει και σε φασισμό - ολοκληρωτισμό.
Ως προς τα ελληνικά δεδομένα της υπόθεσης, προσφυέστατα ο γνωστός γλωσσολόγος καθηγητής Γ. Μπαμπινιώτης ομιλεί σε άρθρο του περί νεοπαγανισμού για «θρησκευτικό αττικισμό» ή ακόμη καλύτερα για «φολκλορικό ελληνισμό της χλαμύδας»3.
Η προπαγάνδα των Ολυμπιστών παίρνει και τη μορφή της προσπάθειας να καταργηθούν τα θρησκευτικά στα σχολεία και ν' αντικατασταθούν απ' τη θρησκειολογία. Η διδασκαλία της Αγίας Γραφής χαρακτηρίζεται «έγκλημα κατ' εξακολούθησιν, νόθευση της ελληνικής συνείδησης και αποπροσανατολισμός του λάου στο σύνολο του»4.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας είχαν ευρύτατη αρχαιοελληνική παιδεία. Χωρίς να παραβλέπουμε κάπου κάποτε αξιοκατάκριτες πράξεις μεμονωμένων φανατικών χριστιανών, η αλήθεια είναι ότι τα κείμενα των αρχαίων σοφών και ποιητών, ιστορικών και θεατρικών συγγραφέων διασώθηκαν κυρίως από μοναχούς αντιγραφείς, μέσα στα βυζαντινά scriptoria. Διέσωζαν τα κείμενα, τα έργα τέχνης θα τα κατέστρεφαν; Αντέγραψαν οι χριστιανοί μοναχοί έως και τις προκλητικές κωμωδίες του Αριστοφάνη, τα μνημεία θα γκρέμιζαν;
Οι Ολυμπιστές χρησιμοποιούν εναντίον μας επιχειρήματα των λογίων της εποχής των διωγμών. Αναφέρονται κυρίως στους Κέλσο, Ιεροκλή και Πορφύριο του 3ου αϊ. Αυτοί όμως έχουν πλήρως καταρριφθεί από αντίστοιχα έργα των χριστιανών συγγραφέων των πέντε πρώτων αιώνων, απολογητών, αλεξανδρινών και άλλων5.
Την πίστη στους δώδεκα θεούς του Ολύμπου, είχαν ελέγξει και αμφισβητήσει όλοι οι διάσημοι ποιητές, νομοθέτες και φιλόσοφοι των αρχαίων Ελλήνων: Όμηρος, Ησίοδος, Σόλωνας, Αίσωπος, Πυθαγόρας, Ξενοφάνης, Ηράκλειτος, Αισχύλος, Σοφοκλής, Ευριπίδης, Πίνδαρος, Σωκράτης, Πλάτων, Αριστοτέλης, Μένανδρος, Επίκουρος. Έκτος από τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης και αυτοί μαζί, προετοίμασαν τον ειδωλολατρικό κόσμο να δεχτεί το μήνυμα του Σταυρού και της Αναστάσεως. Αυτούς τίμα η Εκκλησία μας ως προ Χριστού χριστιανούς και τοποθετεί τις εικόνες τους στους πρόναους. Όχι μόνο έλεγξαν την ειδωλολατρία, αλλά μίλησαν για ένα Θεό, «άγνωστο, αιώνιο, δημιουργό και κυβερνήτη του κόσμου, πάνσοφο, πανταχού παρόντα και προστάτη των ταπεινών και των αδυνάτων».6 Εδώ θα επανέλθουμε αργότερα.
Γνωστοί Πατέρες της Εκκλησίας μας όπως ο Μέγας Βασίλειος, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Ιερός Φώτιος, ο Ευστάθιος ή ο Αρέθας όταν μελετούσαν, παρέπεμπαν ή μιλούσαν για τους αρχαίους. Το ίδιο και οι Ευγένιος Βούλγαρης, Άνθιμος Γαζής και Κωνσταντίνος Οικονόμος. Τιμούν και διδάσκονται από τον ορθό λόγο των αρχαίων ελλήνων, ενώ προσπερνούν -και σωστά- την μυθολογία τους εφόσον αυτή θεοποιεί τα ανθρώπινα πάθη.
Η Εκκλησία ανέκαθεν προσελάμβανε ο,τι υγιές, άπ' οπουδήποτε, όπως και οι Έλληνες. Στην ομιλία του «Προς τους νέους όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων», ο Μέγας Βασίλειος δηλώνει: «και ποιηταίς, και λογοποιοίς και ρήτορσι και πασιν ανθρώποις ομιλητέον, όθεν αν μέλλη προς την της ψυχής επιμέλειαν ωφέλεια τις έσεσθαι», ο δε φίλος του άγιος Γρηγόριος συμπληρώνει: «Ουκούν ατιμαστέον την παίδευσιν ότι τούτο δοκεί τισίν»7. Ρωτάμε: ποιος από τους σημερινούς πολέμιους της Παλαιάς Διαθήκης δίκην αρχαιοπρεπείας και αρχαιοηθείας γνωρίζει κατ' ελάχιστο τα αρχαία ελληνικά των προμνημονευθέντων Πατέρων;
Αλλά ακόμη και όταν αναφέρουν τον όρο «έλληνας» ή «ελληνικός» οι Πατέρες, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, δεν αναφέρονται στο έθνος μας το ελληνικό, αλλά απορρίπτουν ήθη και διδάγματα των ειδωλολατρών και των πολυθεϊστών γενικά και όχι ειδικά των Ελλήνων. Αναφέρονται σχεδόν πάντα σε μη χριστιανούς.
Η αξία και η σημασία της Παλαιάς Διαθήκης είναι πολύ μεγάλη. Τονίζει ο ίδιος ο Χριστός: «ερευνάτε τας γραφάς ότι εκείναι εισίν αι μαρτυρούσαι περί εμού» (Ίωάν. 6,3). Όλη η Παλαιά Διαθήκη είναι προφητεία για τον ερχομό του Χριστού και αποκάλυψη της αγάπης του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου. Χωρίς τη γνώση της Παλαιάς Διαθήκης, είναι αδύνατον να κατανοήσουμε τα γεγονότα της Καινής. Η Παλαιά Διαθήκη δεν είναι μόνο «παιδαγωγός εις Χριστόν» (Γαλ. 3,24), δεν παιδαγώγησε μόνο τον άνθρωπο να δεχτεί την Καινή, αλλά τον παρηγόρησε και τον πληροφόρησε με το «Πρωτευαγγέλιο» (Γεν. 3,15), ότι θα ερχόταν ο Χριστός στη Γη. Στο πρόσωπο του Χριστού συναντούμε τις δυο Διαθήκες όπως τονίζει ο Ιερός Χρυσόστομος: «προσέλαβεν την Καινήν η Παλαιά και ηρμήνευσεν την Πάλαιαν η Καινή».8
Η Παλαιά Διαθήκη έχει μεγάλη μορφωτική και παιδευτική αξία. Αποκαλύπτει το μυστήριο της δημιουργίας του κόσμου και τον ξεχωριστό τρόπο της πλάσεως του ανθρώπου. Προβάλλει «οικολογικό ήθος» ότι ο κόσμος και η φύση δεν είναι κτήση του ανθρώπου, αλλά δώρο του Θεού με σκοπό «εργάζεσθαι αυτόν και φυλάσσειν» ( Γεν. 2,15). Διακηρύσσει την ισότητα των δυο φύλων και την εικόνα του Θεού στον άνθρωπο με τη δυνατότητα να γίνει θεός κατά χάριν. Αναφέρει γεγονότα βίας, εγκληματικότητας και ανηθικότητας γιατί είναι βιβλίο ρεαλιστικό. Αποκαλύπτει αμαρτίες επιφανών ανδρών όπως του Δαβίδ και του Σολομώντα, για να δείξει πού φτάνει ο οποιοσδήποτε άνθρωπος μακριά απ' το Θεό9. Άλλα στα θέματα αυτά θα επανέλθουμε αναλυτικά.
Για μας τους Έλληνες ειδικότερα, η Παλαιά Διαθήκη είναι ένα από τα ωραιότερα γραπτά μνημεία του πολιτισμού μας. Σε πολλά βιβλία της, ιδιαίτερα όμως στα Μακκαβαίων Α, Β, Γ και Δ, γίνονται συχνές αναφορές στον πολιτισμό 115 ελληνικών πόλεων. Αναφορές γίνονται ακόμη και στο Μέγα Αλέξανδρο ως «βασιλέα και άρχοντα των Ελλήνων» (Μακ. 6,2, Δαν. 8,20-21). Αυτή η μαρτυρία ειδικά επιβεβαιώνει και την ελληνικότητα της Μακεδονίας, η οποία αμφισβητείται συχνά από τους βόρειους -και όχι μόνο- γείτονες μας.
Οι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης και πολλοί Πατέρες της Εκκλησίας, πού έγραψαν και αυτοί στην ελληνική γλώσσα χρησιμοποίησαν ως προς την Παλαιά Διαθήκη τη μετάφραση των Ο' για βοήθημα τους, εγκυρότερη απ' ο,τι φαίνεται από το εβραϊκό textus receptus - παραδεδεγμένο κείμενο. Και στο θέμα του κειμένου της Παλαιάς θα επιμείνουμε αναλυτικότερα.
Α1. Βαθύτεροι λόγοι υποτίμησης της Παλαιάς Διαθήκης
Η Παλαιά Διαθήκη υποτιμάται και από χριστιανούς και από μη χριστιανούς. Το λάθος βρίσκεται στο ότι την ερμηνεύουμε ιστορικά και ηθικά και όχι θεολογικά με αποτέλεσμα να επέρχεται σύγχυση και σκανδαλισμός. Την υποτιμούμε λοιπόν διότι:
Δεν βλέπουμε σ' αυτήν τον άσαρκο -ακόμη- Ιησού Χριστό.
Η Παλαιά Διαθήκη δεν είναι ένα βιβλίο πού λέει την Ιστορία των Εβραίων, αλλά ένα Ιερότατο βιβλίο πού μιλάει για τον Ιησού Χριστό. Παρουσιάζει τον Χριστό, έχει θεοφάνειές Του, μιλάει για δικαίους, πατριάρχες, προφήτες, πού είχαν θεοπτίες του Ιησού Χριστού, του δευτέρου εκ των προσώπων της Αγίας Τριάδος και αναφέρει τις θεοπτίες τους αυτές. Το να την παρουσιάζουμε να μας μιλάει για ένα Θεό οργισμένο και κεραυνοβολούντα είναι αιρετική απόκλιση μάλιστα γνωστική, μαρκιωνιστική ακριβέστερα, διότι κυρίως οι γνωστικοί μιλούσαν για καλό και κακό Θεό.
Η Παλαιά Διαθήκη λοιπόν είναι βιβλίο δράσεως του Ιησού Χριστού πριν ακόμη σαρκωθεί, ο Όποιος εμφανιζόταν μεταξύ των ανθρώπων ως άσαρκος Υιός του Θεού, σαν να βιαζόταν να λάβει σάρκα και να μας συναντήσει. Καταχρηστικώς βέβαια μιλάμε για Ιησού Χριστό πριν τη σάρκωση Του γιατί «ότε γέγονεν σαρξ ο Λόγος, τότε και ωνομάσθαι λέγομεν αυτόν Χριστόν Ιησούν»10. Στην Παλαιά Διαθήκη εμφανίζεται με την έκφραση «ο άγγελος του Κυρίου» (MAL’ ΑΚ-JΑΗVΕ στο εβραϊκό) ένα μυστηριώδες πρόσωπο, το οποίο παρουσιάζεται ως Θεός και ονομάζεται ενίοτε ρητώς «Γιαχβέ».
Στην παλαιά μελέτη του με τίτλο «MAL’ ΑΚ-JΑΗVΕ», ο καθηγητής Βασίλειος Βέλλας έχοντας υπόψη βασικά πατερικά κείμενα, αποδεικνύει ότι ο εμφανιζόμενος ως άγγελος Κυρίου είναι ο Ιησούς Χριστός, ο Υιός του Πατρός11. Αυτός στο (Ήσ. 9,6) ονομάζεται «μεγάλης βουλής άγγελος», στο δε (Μαλ. 3,1) χαρακτηρίζεται ως ο «άγγελος της διαθήκης». «Άγγελος» επειδή μας ανήγγειλε την «πατρικήν βουλήν κατά την αυτού φωνήν» λέει ο Θεοδώρητος12.
Πρόκειται περί προσώπου της Θεότητας αφού το πρόσωπο αυτό ονομάζεται «Γιαχβέ». "Ας δούμε το (Γεν. 22,11-12). Ο άγγελος του Κυρίου λέει στον Αβραάμ: «Αβραάμ, ... νυν έγνων ότι φόβη συ τον Θεόν και ουκ εφείσω του υιού σου του αγαπητού δι' εμέ». Δηλαδή εδώ ο άγγελος και διακρίνεται από το Θεό αλλά και ταυτίζεται. Μία η ουσία, διαφορετικές οι υποστάσεις. Ο Αβραάμ εδώ λοιπόν είχε θεοπτία! Είδε τον άσαρκο -ακόμη- Υιό του Θεού! Γι' αυτό και ο Κύριος είπε σχετικά μ' αυτό το γεγονός: «Αβραάμ ηγαλλιάσατο ίνα ίδη την ημέραν την εμήν και εΐδε και εχάρη»! (Ίωάν. 8,56).
Ο Ιακώβ όταν ετοιμάζεται να φύγει από τη Μεσοποταμία είπε: «είπε μοι ο άγγελος του Θεού καθ' ύπνον, εγώ ειμί ο Θεός, ο οφθείς σοι εν τόπω Θεού». (Γεν.31,11).
Άλλη θεοφάνεια του αγγέλου του Κυρίου έχουμε στο (Εξ. 3,2-21) οπού ο Μωυσής βρίσκεται ενώπιον της φλεγόμενης και μη καιομένης βάτου: «Ώφθη δε αυτώ άγγελος Κυρίου εν πυρί φλογός και είπεν: εγώ ειμί ο Θεός του πατρός σου...». Άλλες θεοφάνειες βλ. Ίησ. Ν. 5,13-15, Κριτ. 2,1-5.
Άλλα ενώ οι άγιοι Πατέρες μας ομόφωνα συμφωνούν ότι ο άγγελος του Κυρίου πού εμφανίζεται είναι ο άκτιστος Λόγος του Θεού -άσαρκος- ο Ιερός Αυγουστίνος ερμηνεύει λανθασμένα ότι πρόκειται για κτιστό άγγελο. Το λάθος του είναι ότι δεν έκανε διάκριση ουσίας και ενέργειας στο Θεό κι επομένως αν ο άγγελος ήταν άκτιστος, αυτό θα σήμαινε για τον Ι. Αυγουστίνο φανέρωση της θείας ουσίας, όπερ άτοπον. Η ερμηνεία αυτή αποτελεί τη βάση της θεολογίας των φραγκολατίνων με συνακόλουθη υποτίμηση της Παλαιάς Διαθήκης, αφού αυτή πια ερμηνεύεται ηθικολογικά.
Εμείς οι Ορθόδοξοι την ερμηνεύουμε θεολογικά - χριστολογικά. Λέει ο άγιος Χρυσόστομος: «Α περί του Πατρός Μωυσής λέγει, Παύλος εις τον Υιόν εκλαμβάνει, πολλήν την ισότητα δεικνύς»13.
Η Παλαιά Διαθήκη στα α' και β' κεφάλαια της Γένεσης μιλάει για το Χριστό ως Δημιουργό του κόσμου, γιατί «πάντα δι' αυτού εγένετο και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ο γέγονεν». (Ίωάν. 1,3) και «εν αυτώ εκτίσθη τα πάντα». (Κολ. 1,16). Ο προφήτης Βαρούχ πάλι, παρουσιάζοντας το Θεό ως νομοθέτη στο Σινά, λέει: «εξεύρε πάσαν οδόν επιστήμης και έδωκεν αυτήν Ιακώβ» και στον επόμενο στίχο: «μετά ταύτα επί της γης ώφθη και τοις ανθρώποις συνανεστράφη» (3, 37-38), δηλαδή ο Θεός είναι ο Χριστός μας!
Σχολιάζοντας ο απ. Παύλος το (Εξ. 17,5-6) και (Αριθμ. 20,7-11) οπού ο Μωυσής χτυπάει με τη ράβδο του την πέτρα, τον βράχο και πίνει νερό ο λαός, κάμει χριστολογική ερμηνεία: «έπινον εκ της πνευματικής ακολουθούσης πέτρας, ή δε πέτρα ην ο Χριστός» (Α'Κόρ. 10,1-4).
Ενώ η Παλαιά Διαθήκη λέει ότι οι Ισραηλίτες στην έρημο επείρασαν τον Γιαχβέ και περιέπεσαν σε ποικίλους πειρασμούς (Ταλ. 77,18-20), ο απ. Παύλος λέει ότι έπείρασαν τον Χριστό και «υπό των όφεων απώλοντο» (Α' Κορ. 10,1-4). Άρα ο Γιαχβέ είναι ο Χριστός.
Ο Χριστός μας λοιπόν ασάρκως φανερούται στην Παλαιά Διαθήκη και ενσάρκως στην Καινή. Όπως λέει ο άγιος Χρυσόστομος: «και προ της παρουσίας της ενσάρκου πάντα αυτός (ο Χριστός) ωκονόμει και πάντα αυτός έπραττε, νομοθετών, προνόων, κηδόμενος, ευεργετών»14. Και άλλου: «δυο διαθήκαι και δυο παιδίσκαι και δυο άδελφαί τον ένα Δεσπότην δορυφορούσιν. Κύριος παρά προφήταις καταγγέλεται, Χριστός εν Καινή κηρύσσεται... ουκ εσβέσθη τα παλαιά, ηρμηνεύθη γαρ εν τη Καινή»15. Και άλλου πιο όμορφα: «...και εν τη Παλαιά προηγείται νόμος και ακολουθούσιν προφήται, και εν τη Καινή... προηγείται το Ευαγγέλιο και ακολουθούσιν απόστολοι»16.
Υποτιμούμε λοιπόν εν πρώτοις και οι εντός της Εκκλησίας την Παλαιά Διαθήκη γιατί δεν την ερμηνεύουμε χριστολογικά, κατ επίδραση αυγουστίνεια φραγκολατινική, εκτός πού ερμηνεύουμε νομικά το προπατορικό αμάρτημα όπως οι λατίνοι, σαν ένοχη δηλαδή του Αδάμ η οποία κληρονομείται στους απογόνους του. Συνακόλουθα υποτιμούμε και το λαό της Παλαιάς Διαθήκης.
Κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας μας όμως, οι δίκαιοι της Παλαιάς Διαθήκης ήταν φίλοι του Θεού ακόμη και πριν από την καταλλαγή της σταυρικής θυσίας του Χριστού στο Γολγοθά, γιατί το μυστήριο του Σταυρού ενεργείτο και σ' αυτούς. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αναφέρει στην ΙΑ' ομιλία του «Εις τον τίμιον και ζωοποιόν Σταυρόν»17, ότι φίλοι του Θεού υπήρχαν και πριν το Σταυρό, την καταλλαγή επί του Γολγοθά δηλαδή. Αναφέρει για παράδειγμα ο Δαυίδ: «εμοί δε λίαν ετιμήθησαν οι φίλοι σου ο Θεός». Πώς οι προ του Σταυρού είναι φίλοι του Θεού; Με τον ίδιο τρόπο πού ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος ομιλεί περί του Αντίχριστου σαν να έχει ήδη έρθει: «και νυν αγαπητοί ο αντίχριστος εν τω κοσμώ εστίν ήδη» (Ίωάν. α' 4,3). Έτσι και ο Σταυρός υπήρχε προγενέστερα (πριν το Γολγοθά).
Η πατερική άποψη λοιπόν λέει ότι υπήρχε σωτηρία και στην Παλαιά Διαθήκη δια του αγγέλου του Θεού. Οι σύγχρονοι του αγίου Χρυσοστόμου πολεμώντας την Παλαιά Διαθήκη έλεγαν γι' αυτήν ότι «ουκ εισάγει εις την βασιλείαν». Ο άγιος ο όποιος δεχόταν τη σωτηρία του προ Χριστού κόσμου δια της Παλαιάς Διαθήκης τους άπαντα: «και ο Λάζαρος δε των μεγάλων επάθλων απολαύων, εν τοις εκείνου (Αβραάμ) κόλποις φαίνεται ενδιαιτώμενος. Και πάντες, όσοι μεθ' υπερβολής έλαμψαν εν τη Παλαιά, δια ταύτης έλαμψαν άπαντες»18. Η εις Άδου Κάθοδος βέβαια του Κυρίου μας, τακτοποίησε τα πάντα.
Άλλα και όσα έγιναν στην Παλαιά Διαθήκη, για χάρη του Χριστού έγιναν σύμφωνα με τα λόγια του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά19: «όταν λοιπόν ο Πατήρ είπε από πάνω για τον κατά σάρκα βαπτιζόμενο -ούτος εστίν ο υιός μου ο αγαπητός εν ώ ηυδόκησα (Ματθ. 3,17)- έδειξε ότι όλα εκείνα πού είχαν προαναγγείλει οι προφήτες, οι νομοθεσίες, οι επαγγελίες, οι υιοθεσίες, ήταν ατελή και δεν ειπώθηκαν και δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με το κυρίως θέλημα του Θεού, αλλά απέβλεπαν στον παρόντα σκοπό, στον ίδιο τον Χριστό και με αυτά πού τώρα γίνονται τελειοπούνται και τα παλαιά εκείνα. Μα γιατί περιορίζομαι μόνο στις προφητείες, νομοθεσίες, επαγγελίες, υιοθεσίες; Και η ίδια η δημιουργία του κόσμου, στο Χριστό απέβλεπε, ο οποίος τώρα κάτω βαπτίζεται ως υιός ανθρώπου, από πάνω όμως μαρτυρείται ως μόνος αγαπητός Υιός Θεού από τον οποίο έγιναν τα πάντα και για τον οποίο έγιναν τα πάντα, όπως λέγει και ο Απόστολος (Έβρ. 2,10). Συνεπώς και η εξαρχής δημιουργία του ανθρώπου γι' Αυτόν έγινε, για το Χριστό, και γι' αυτό ο Αδάμ πλάστηκε κατ' εικόνα του Θεού, για να μπορέσει κάποτε να χωρέσει το αρχέτυπο. Άλλα και ο νόμος της υπακοής (με τον καρπό στον Παράδεισο), γι' Αυτόν δόθηκε, πού έκανε τέλεια υπακοή. Αλλιώς δε θα χρειαζόταν ο νόμος της υπακοής στον Παράδεισο, αν δεν επρόκειτο να εφαρμοσθεί ποτέ. Και όλα αυτά πού μετέπειτα ειπώθηκαν από το Θεό κι εκπληρώθηκαν όλα σχεδόν, γι' Αυτόν έγιναν, θα τολμήσω να πω και όλα τα υπερκόσμια, οι άγγελοι και τα αγγελικά τάγματα και οι ουράνιες θεσμοθεσίες έγιναν γι' αυτό το σκοπό, για την κατά σάρκα οικονομία του Θεού Λόγου την οποία υπηρέτησαν από την αρχή ως το τέλος». Δηλαδή με άλλα λόγια, ο άγιος μας λέγει ότι ο Χριστός ως Λόγος του Θεού, είναι η αιτία και ο σκοπός του σύμπαντος κόσμου.
Ο Θεός λοιπόν της Παλαιάς Διαθήκης είναι ένας Θεός αγάπης. [Ως Κύριος Παντοκράτωρ δεν ανέχεται προσκύνηση άλλου Θεού καθώς ρητά τονίζει στις πρώτες εντολές, εκλαμβάνει δε την απιστία και την ειδωλολατρία ως πορνεία: «αρχή πορνείας επίνοια ειδώλων» (Σοφ. Σολ. 14,12) και «επόρνευσαν οπίσω θεών» (Α' Παραλ. 5,25). Παραπονείται, παραπικραίνεται, θέλει μπροστά στην υπέρμετρη αγάπη Του προς τον λαό Του ν' ανταποκρίνονται και οι πιστοί με την ανάλογη προς Αυτόν αγάπη. Αυτό είναι το θέλημα Του, η αποκάλυψη του εαυτού Του και η αντίστοιχη ανταπόκριση του ανθρώπου με την τήρηση των εντολών Του, πράγμα πού μέχρι σήμερα ισχύει. Συνεπώς ο Νόμος Του, η Τορά, δεν είναι μία νομικίστικη δικανική αντίληψη οπού ο άνθρωπος υποχρεώνεται να πειθαρχήσει άβουλα και άνευ ορών, αλλά είναι σχέση αγάπης, ελευθερίας και κοινωνίας μαζί Του αφού ο Θεός είναι φύσει καλός. Ο Νόμος έστω και ατελής καθίσταται «παιδαγωγός εις Χριστόν» (Γαλ. 3,24) και δεν παρερμηνεύεται. Ούτε απορρίπτεται όπως νομίζουν οι Προτεστάντες, ούτε τυποποιείται όπως νομίζουν οι Εβραίοι και οι Παπικοί. Εφαρμογή του Νόμου σημαίνει θεία ζωή και θεοκοινωνία]20.
Είναι γεμάτη σκάνδαλα.
Μερικά απ' αυτά είναι: η διήγηση του Αβραάμ και της Σάρας στην Αίγυπτο (Γεν. 12, 10-20), του Ισαάκ και της Ρεβέκκας στα Γέραρα (Γεν. 20,1-18. 26,1-14), η αιμομιξία του Λώτ με τις θυγατέρες του (Γεν. 19,30-38), η συνεύρεση του Ρουβήμ με τις παλλακίδες του πατέρα του Ιακώβ (Γεν. 35-21), το αίσχος των Σοδομιτών (Γεν. 19,1 κ.έξ.), η σκανδαλώδης συνεύρεση Ιούδα-Θάμαρ (Γεν. 38,1-30). Αναφέρονται επίσης πόλεμοι και φόνοι, η λατρεία δε συνήθως γίνεται με κνίσσα θυσιών.
Η Παλαιά Διαθήκη είναι βιβλίο ρεαλιστικό. Ο Θεός μιλάει στον πεσμένο άνθρωπο με τη γλώσσα του: είναι τραχιά λόγια πού απευθύνονται σε ασθενείς και βαρέως αμαρτάνοντας. Οι τότε άνθρωποι είναι ατελείς πνευματικώς σε σχέση με μας. Ο Θεός δέχεται και τη λατρεία τους (με κνίσσες), πράγμα ανάξιο γι' Αυτόν, αλλά «συγκαταβαίνει στην ατέλεια των ανθρώπων των χρόνων εκείνων»21.
Θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας, όταν ερευνούμε τα πρόσωπα της Παλαιάς Διαθήκης, το περιβάλλον και τα δεδομένα της εποχής τους, όχι αυτά της εποχής μας. Η πολυγαμία και η αιμομιξία ήταν νόμιμα και αναπόφευκτα κάποια εποχή. Ισχύει το ανδρικό πολυγαμικό σύστημα και δεν υπάρχει απαγορευτικός νόμος γι' αυτό22. Την πολυγαμία συναντούμε στο γενεαλογικό δένδρο του Κάϊν, αν και συνήθως αποφεύγεται. Την εποχή των Κριτών, αλλάζει η παλιά νομοθεσία. Η διγαμία αναγνωρίζεται ως νομικά σωστό γεγονός, οι βασιλείς διαθέτουν χαρέμι, ενώ οι κοινοί θνητοί έπρεπε να αρκεστούν σε μία ή δυο γυναίκες23. Σε μεταγενέστερη εποχή έχουμε τη μονογαμία, υστέρα την εγκράτεια στο γάμο (Σοφ. Σειρ. 23,6) έπειτα δε, κατά τους χρόνους της Καινής Διαθήκης, γίνεται λόγος για παρθενία, ως μία «υπέρ φύση κατάσταση»24.
Η σαρκολατρεία και η ειδωλολατρία όμως, ήταν παράνομες και τότε και σήμερα. Και οι Σοδομίτες καταδικάζονται λόγω παρά φύσιν σχέσεων, και οι άνθρωποι της εποχής του Νώε (προ του κατακλυσμού) «δια το είναι αυτούς σάρκας» (Γεν. 6,3). Επομένως οι άνθρωποι εκείνης της εποχής δεν θα κριθούν από το Θεό με τα σημερινά δεδομένα.
Ο Αβραάμ αποκρύπτει ότι η όμορφη Σάρα (πού είναι και ετεροθαλής αδελφή του) είναι σύζυγος του, στο Φαραώ και τον Αβιμέλεχ, όχι -φυσικά- για να γίνει... προαγωγός της(!), αλλά από φόβο μήπως τον σκοτώσουν για να του την αρπάξουν, όπως συχνά τότε συνηθιζόταν. Αίτιο λοιπόν είναι ο φόβος του θανάτου, αναφέρει και η Γραφή (Γεν. 20,11-12). Ασχέτως με τη δειλία του θανάτου πού δεν αρέσει στο Θεό, ο Αβραάμ εμφανίζει στον υπέρτατο βαθμό τις αρετές της ξενιτείας και της αμεριμνίας, υπακούοντας δίχως εσωτερικό αντίλογο στην εντολή του Θεού «έξελθε εκ της γης σου... και δεύρο εις γήν ην αν σοί δείξω» (Γεν. 12,1). Φεύγει από τη Χαρράν με κατεύθυνση προς το άγνωστο, μαζί με την οικογένεια του (σύζυγο, περιουσία), περιμένοντας με υπομονή την εκπλήρωση της υπόσχεσης του Θεού περί πλήθους απογόνων -άτεκνος αυτός- προτιμώντας στο τέλος, βυθισμένος σε θεοπτία, να θυσιάσει το γιο του Ισαάκ, χάριν του Θεού.
Η Παλαιά Διαθήκη τα σκάνδαλα τα κατηγορεί, δεν τα επαινεί(Γέν. 19,11 εξ. 34,30), ούτε αποδίδει στο Θεό ασέλγειες και ακατονόμαστες πράξεις, όπως οι αρχαίοι "Έλληνες στους Ολύμπιους θεούς, κάνοντας τους κατόπιν δασκάλους στη μοιχεία, την πορνεία και την παιδεραστία.25 Ας μη όμως σχολιάσουμε τα τεκταινόμενα στην αρχαία ελληνική μυθολογία, ονομαστά και ακατονόμαστα.
Τα τελετουργικά και οι πολυάριθμες διατάξεις της Παλαιάς Διαθήκης
δημιουργούν ψυχολογικά προβλήματα.
Ο Ιουδαϊκός λαός ήταν απειθής και σκληρός. Δόθηκε σ' αυτούς ο Νόμος, σκληρός και με πολλές διατάξεις γιατί είχαν ανάγκη αυστηρού έλεγχου. Δεν ήταν δυνατόν κάποιος να εφήρμοζε όλες τις διατάξεις του. Σε κάποιες θα ήταν παραβάτης οπωσδήποτε. Άλλωστε δεν μας διαφεύγει το «όστις γαρ όλον τον νόμον τήρηση, πταίση δε ενί, γέγονε πάντων ένοχος» (Ίακ. 2,10). Επομένως από κάποιον Άλλον έπρεπε ο κόσμος της Παλαιάς Διαθήκης να ζητήσει τη σωτηρία του. Ο σκοπός του Νόμου ήταν να κάνει τους ανθρώπους να εννοήσουν ακριβώς αυτό ότι, οντάς ένοχοι, μη δυνάμενοι να σωθούν από μόνον το Νόμο -καιτοι η τελεία εφαρμογή του σημαίνει, προείπαμε, θεοκοινωνία- να κραυγάσουν καρδιακά προς τον Μόνο δυνάμενο σώζειν: Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με! Αυτή η υπόγεια κραυγή διαρρέει μυστικά, υπόρρητα και βαθιά τον παλαιοδιαθηκικό κόσμο. Τον Ιησού Χριστό, τον προφήτεψε η Παλαιά Διαθήκη και τον έδειχνε ήδη ως MAL’ ΑΚ-JΑΗVΕ ως άκτιστο δηλαδή άγγελο Κυρίου στους δικαίους της: Νώε, Άβελ, Αβραάμ, Ισαάκ, Μωυσή, Ηλία κ.α. οι οποίοι -κατά τον άγιο Χρυσόστομο26- έζησαν χωρίς τις απειλές τιμωριών και κολάσεων. Και κάθε άλλο φυσικά, παρά ψυχολογικό πρόβλημα είχαν, όπως διατείνονται οι Ελλαδιστές - Ολυμπιστές.
Να πάρουμε για παράδειγμα τον Μωυσή, τον φίλο και εκλεκτό του Θεού. Θα μπορούσε να έχει λαμπρή κοσμική πορεία παραμένοντας μεταξύ των λογίων και πεπαιδευμένων Αιγυπτίων, αλλά προτιμώντας τον Χριστό και τις εντολές Του, φθάνει στο ανώτατο όριο πνευματικής τελειότητας κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης27.
Αλλά μελετώντας τον βίο και άλλων προπατόρων, του Ισαάκ, του Ιακώβ, του Ιωσήφ, του Ιησού του Ναυή κ.α. μαθαίνουμε την υπομονή, τη δυνατή πίστη, την τέλεια εμπιστοσύνη, αυτό το τέλειο άφημα στον Κύριο.
Αν προσέξουμε καλύτερα, οι καλοί και οι κακοί μας παρουσιάζονται σαν δυο σειρές προσώπων αντιμαχομένων: η καλή και η κακή γενεά. «Έχθραν θήσω ανά μέσον σου και ανά μέσον της γυναικός, ανά μέσον του σπέρματος σου και ανά μέσον του σπέρματος αυτής, αυτός σου τηρήσει την κεφαλήν και συ τηρήσεις αυτού πτέρναν» (Γεν. 3,15), υπονοώντας εδώ την Υπεραγία Θεοτόκο και τον εξ αυτής προελθόντα Ιησού Χριστό.
Τελικός σκοπός, αποκορύφωση πλέον όλης αυτής της μακραίωνης παλαιοδιαθηκικής παιδαγωγικής προετοιμασίας της ανθρωπότητας ήταν η Παναγία μας. Καλλιεργώντας ο Κύριος αιώνες πολλούς τον αγρό της Ιστορίας, εξάγει τον αγλαό καρπό, την αγία τρυφή, την οσμή της Χριστού ευωδιάς: τη Θεοδόχο πάναγνο Κόρη της Ναζαρέτ, η οποία με την προσωπική της αγιότητα καθίσταται σκεύος ηγιασμένο της Χάριτος, εντός του οποίου σαρκούται ο Υιός του Θεού και Κύριος Της και Κύριος μας. Θυγατέρα του Αδάμ, μη απαλλαγμένη καταρχήν προπατορικού αμαρτήματος, από το οποίο εκαθαρίσθη και ηγιάσθη κατά τον Ευαγγελισμό-σύμφωνα με τη διδασκαλία των Πατέρων μας και ιδιαιτέρως του μεγάλου δογματικού θεολόγου του 8ου αιώνος, αγίου Ιωάννου του Δαμάσκηνου, προήλθε από ευγενέστατη δαβιτική (βασιλική) ρίζα και συνένωσε μέσα της και την Ιερατική ρίζα28. Αναφέρεται να ανατέλλει «εξ οσφύος του Δαβίδ» αλλά και ως «ράβδος Ααρών η βλαστήσασα» (Αριθμ. 17,23). Γνωστό άλλωστε ότι ο Ιωακείμ κατάγεται από το Δαβίδ, η δε Άννα από τον Ααρών.
Στο πρόσωπο της Θεοτόκου τιμάται το σώμα της γυναίκας αφού από τα πανάχραντα αίματα Της πήρε σάρκα ο Χριστός, τιμάται και ο άντρας αφού το πρόσωπο του Κυρίου είναι Θεανδρικό, ως άνδρας ήλθε και μας συνάντησε, τιμήθηκε όμως και η παρθενία αφού ο Χριστός μας σεβάστηκε την παρθενική καθαρότητα της Παναγίας, ώστε οι Πατέρες μας να ομιλούν για προ, στη διάρκεια και μετά τον τοκετό παρθενία.29
Βέβαια, οι Ελλαδιστές - Ολυμπιστές όλα αυτά τα αγνοούν. Ακόμη και αν μελετούν την Παλαιά Διαθήκη, το κάνουν υστερόβουλα και κακοπροαίρετα. Αρνούνται αφενός μεν να αναγνωρίσουν την τόσων αιώνων καλλιέργεια του αρχαίου κόσμου, από άκρα αγαθότητα και αγάπη, υπό του Κυρίου της δόξης, με σκοπό την έλευση καταρχάς της Θεοτόκου και κατόπιν του Χριστού μας, αφετέρου δε, «εγκιβωτισμένοι» στον χωροχρόνο λόγω κοσμικού - ειδωλολατρικού φρονήματος, αδυνατούν να δουν υπό το πρίσμα της Αιωνιότητας την καλλιέργεια αύτη, ιδίως τις οδυνηρές όψεις της. Η έννοια της καλλιέργειας περιλαμβάνει όχι μόνο το πότισμα, αλλά και το σκάψιμο, το κλάδεμα, το χαράκωμα, το ράντισμα με δηλητήρια... Ο άνθρωπος του Χριστού, στραμμένος προς την Αιωνιότητα, απέναντι στην οποία -σημειωτέον- κάθε χρονική διάρκεια οιουδήποτε μεγέθους μηδενίζεται, βιώνει ότι όλοι μαζί ήρθαμε στη γη και όλοι μαζί αναχωρούμε σε αιώνια συνύπαρξη με το Χριστό. Επομένως ζώντας εσχατολογικώς, τα βάσανα του χωροχρόνου σχετικοποιούνται, μαζί δε με τη Θεία Χάρη ελαχιστοποιούνται, «εξαφανίζονται» μεταμορφούμενα σε συμμετοχή στα παθήματα του Χριστού.
Αν σκεπτόμασταν κοσμικά, όπως οι εν λόγω δωδεκαθεϊστές, θα είχαμε -δίχως Χριστό- αποκλειστεί σε έναν απελπιστικό κόσμο ειδώλων και όλα θα μας φαίνονταν παράλογα, οδυνηρά, εξοργιστικά και ας μην το παραδεχόμασταν. «Ο χώρος και ο χρόνος» παρατηρεί ο μεγάλος Σέρβος θεολόγος πατήρ Ιουστίνος Πόποβιτς, «χωρίς Χριστό αποτελούν τέρατα, έναν θλιβερότατο ζυγό»30. Εδώ ακριβώς βρίσκονται οι πολέμιοι της Παλαιάς Διαθήκης, δυστυχώς όμως... κοιμώμενοι τον ύπνο του δικαίου!
Ακριβώς διότι αδυνατούν να νιώσουν ή να κατανοήσουν -έστω- τί σημαίνει αιωνιότητα, παρερμηνεύουν την Παλαιά Διαθήκη.
Για παράδειγμα το ότι οι Χριστιανοί αποκαλούμεθα «νέος Ισραήλ» και «τέκνα του Αβραάμ» σημαίνει ότι υιοθετούμεθα από τον κατά σάρκα απόγονο του Αβραάμ, τον Κύριο μας, πιστεύουμε σ' Αυτόν και ζούμε τη Βασιλεία Του ως Ισραήλ της Χάριτος. Αυτοί νομίζουν ότι είμαστε εβραιόπληκτοι και από αντίδραση εκπίπτουν σε ελλαδικό ρατσισμό. Η ίδια πλάνη -πού προέρχεται προείπαμε από την απουσία του Χριστού στη ζωή τους- τους ακολουθεί όταν ερμηνεύσουν την Παλαιά Διαθήκη: θεωρούν τον Θεό του Αβραάμ -και δικό μας Θεό-, αποκύημα της φαντασία του και ανύπαρκτο, ακριβώς γιατί αυτοί πιστεύουν στα «είδωλα των εθνών» τους όντως ανύπαρκτους Ολύμπιους θεούς. Παρανοειδώς λοιπόν, απωθούν το πρόβλημα τους και το αποδίδουν σ' εμάς, ανεπίγνωστα τις περισσότερες φορές. Ακόμη «όσα χωρία της Παλαιάς είναι θεοπρεπή τα βλέπουν ορθολογιστικά ή τα αμφισβητούν, όσα ανθρωποπαθή τα ειρωνεύονται... όσα Ιστορικά τα μυθοποιούν ή τα παρερμηνεύουν ως σκηνοθεσίες... όσα ηθικά σαν παράδειγμα ή αντιπαράδειγμα τα σχολιάζουν ανούσια, τα περικόπτουν, τα αμφισβητούν ή τα αποσιωπούν...»31. Ποιος έχει λοιπόν ψυχολογικό πρόβλημα;
Αναφορικά δε με το «ρατσισμό» της Παλαιάς Διαθήκης, τους απαντούμε ότι δεν ισχύει. Την πλάνη ότι ο Ιστορικός Ισραήλ έχει ιδιαίτερο προνόμιο από το Θεό επολέμησαν οι προφήτες όπως ο Αμώς (9,7), προφήτης ο οποίος τόνισε πολύ τη δικαιοσύνη του Θεού. Ο προφήτης Αμώς, ένας από τους πιο σημαντικούς προφήτες του 8ου π.Χ. αι. μετά τον Ησαΐα και μαζί με τους Ωσηέ και Μιχαία, την έξοδο των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο, παραλληλίζει προς αυτήν των Φιλισταίων από την Κιαφθώρ και των Αραμαίων από την Κήρ, χωρίς να της δίνει ιδιαίτερη σημασία.
Στη διήγηση άλλωστε του προφήτου Ιωνά, ο οποίος έζησε κατά τον 8ο π.Χ. αι. - το βιβλίο όμως γράφτηκε ίσως από άγνωστο συγγραφέα της προφητικής Σχολής, γιατί εναντιώνεται στην έθνιστική μισαλλοδοξία - ενώ ο Ιωνάς πίστευε στον «περιούσιο Ισραήλ», βλέπουμε το Θεό να ενδιαφέρεται για τη σωτηρία των εθνικών και μακράν ευρισκομένων Νινευϊτών. Στο τέλος ο Ιωνάς -μετά την περιπέτεια του- βλέπει ότι οι εθνικοί Νινευΐτες πιστεύουν στο κήρυγμα του και σώζονται αποδεικνυόμενοι καλύτεροι των Ισραηλιτών. (Η διήγηση αυτή γράφεται μάλλον μεταξύ 5ου και 4ου αϊ. π.Χ. επί εποχής Έσδρα και Νεεμία.)
Η Παλαιά Διαθήκη εμφανίζει το Μεσσία ως παγκόσμια προσωπικότητα πού όλα τα έθνη προσδοκούν. Παριστά μάλιστα «τον ίδιο το Μεσσία να αποτείνεται σε ολόκληρο τον κόσμο μέχρι και αυτών των απωτάτων νήσων»32 (Γεν.49,10. Ήσ.42,4. 49,1).
Η Παλαιά Διαθήκη είναι βιβλίο πολεμικό,
μιλάει για ένα Θεό αρχηγό των πολέμων.
Μάλιστα οι Ολυμπιστές διατείνονται ότι οι Εβραίοι είναι δολοπλόκοι, πανούργοι, ανήθικοι. Καίτοι υπερβολικό, θα τους θυμίσουμε ότι και η Ελληνική Ιστορία κάθε άλλο παρά ειρηνικά αρχίζει: διενέξεις (Αχιλλέα - Αγαμέμνονα), δολιότητες (Δούρειος Ίππος), πανουργίες (Οδυσσέας), αιμομιξίες και δολοφονίες (Κλυταιμνήστρα - Αίγισθος), αιματοχυσίες (άλωση της Τροίας) κ.α.
Στην Παλαιά Διαθήκη, ο Μωυσής καλείται από το Θεό να απελευθερώσει τον Ισραήλ από τη γη της Αιγύπτου και να τον επιστρέψει στη γη Χαναάν, τη γη των πατέρων του, πράγμα πολύ δύσκολο. Ήταν λαός ταλαιπωρημένος. Λαός κοινής καταγωγής, πλην σκορπισμένος σε πολλές φυλές. Η συνένωση επιτυγχάνεται από τον Μωυσή, δια της πίστεως στον Θεό Γιαχβέ, με τη βοήθεια του Οποίου, υπερβαίνονται οι δοκιμασίες. Επιστρέφοντας στη γη Χαναάν, οι Ισραηλίτες συγκρούονται με λαούς ισχυρότερους και εχθρικούς. Το Θεό αυτό της συνένωσης και της επιστροφής, λόγω Ιστορικών συνθηκών ό Μωυσής ονομάζει εθνικό θεό του Ισραήλ. Ο Γιαχβέ ονομάζεται «Θεός του Ισραήλ» καταχρηστικώς, όχι πραγματικώς. Καταχρηστικώς ονομάζεται και ο Ισραήλ «λαός του Θεού» (Εξ. 3,6-7.10. 5,1.3. 6,7 κ.α.). Θεωρείται ο Θεός αρχηγός αόρατος των πολέμων (Εξ. 14,14), εμπνέει τη νίκη βλέποντας την κάκωση του λάου (Εξ. 3,7). Οι Ισραηλίτες επιχειρούν «πολέμους του Γιαχβέ» (Αριθμ. 2,14 - Α' Βασ. 18,17), οι εχθρικοί λαοί είναι « εχθροί του Γιαχβέ» (Α' Βασ. 30,26). Ο Θεός αγαπά τους πάντες, αλλά λόγω εθνικής υπερηφάνειας, ο Μωυσής και ο λαός μαζί ονομάζουν τον Θεό έτσι. Στο εβραϊκό κείμενο ο Γιαχβέ χαρακτηρίζεται «ανήρ πολέμου» (!) (Εξ. 15,3) και προΐσταται στις μάχες όπως κατά τη δική μας παράδοση η «Υπέρμαχος Στρατηγός» προεξάρχει στην κατατρόπωση των εχθρικών στιφών. Λόγω αυτού του γεγονότος οι πολεμιστές πρέπει να απέχουν από κάθε μολυσμό (Αριθμ. 5,1 εξ.) και να προηγείται νηστεία. (Α' Βασ. 14,24).
Μια διευκρίνιση αναφορικά με την ερμηνεία της Παλαιάς Διαθήκης. Χρειάζεται προσοχή γιατί οι διηγήσεις δεν αποτελούν πάντοτε ενιαίο διηγηματικό ιστό. Δεν είναι -τις πιο πολλές φορές δεμένες μεταξύ τους, αρά δεν έχουμε πλήρη Ιστορική εικόνα. Η όλη διήγηση δεν καταστρέφεται ακόμα και αν αφαιρέσουμε κάποια περιστατικά. Άλλες διηγήσεις απαντούν διπλές, ενώ άλλες δεν είναι τίποτε άλλο από στοματική παράδοση: τις εδιηγούντο καθημερινά σε διάφορες περιοχές και μάλιστα σε παραλλαγές. Υπάρχει ελευθερία εκφράσεων και πάμπολλοι εβραϊσμοί, ιδιωματικές εκφράσεις και σύνταξη τις όποιες πρέπει να έχουμε υπόψιν. Αναφέρει ο πατήρ Ιερεμίας Φούντας33: «όταν επισκέφθηκα το μακαριστό Βασίλειο Βέλλα στην οικία του, του τηλεφώνησε ο γνωστός Ευάγγελος Παπανούτσος και τον ερώτησε τί σημαίνει ή φράση της Παλαιάς Διαθήκης «τον ουρούντα προς τοίχον» (Α' Βασ. 25,22. Δ' Βασ. 9,8). Και ο επιστήμων ερμηνευτής του δήλωσε αμέσως ότι η φράση είναι περίφραση και δήλοι τον άρρενα, διότι μόνο ο άρρην δύναται να ουρή προς τον τοίχο(!). Αναλογικά, ποιος μη Έλληνας θα καταλάβαινε ότι η φράση «η κολόνα του σπιτιού» δηλώνει τον αρχηγό της οικογένειας (άνδρα-πατέρα);

Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.