Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Ο Κανόνας της Παλαιάς Διαθήκης - Α'




τὰ  γεγραµµένα ἐν  τῷ νόµῳ Μωϋσέως   καὶ τοῖς προφήταις καὶ τοῖς ψαλµοῖς  (Λουκ. κδ΄ 44)

Η  τριµερής   διαίρεση   της   συλλογής  των   ιερών   βιβλίων   του ιουδαϊσµού  µαρτυρείται ήδη  από  τον  β΄ π.Χ. αιώνα  στον  πρόλογο της ελληνικής µετάφρασης του βιβλίου Σοφία Σειράχ, όπου  αναφέρονται τρεις  οµάδες  έργων:  “Νόµος”,  “Προφήτες”  και  “Πάτρια   Βιβλία”  ή “Λοιπά Βιβλία” (στχ 8-10, 24-25). Την τριµερή διαίρεση  της συλλογής (“Νόµος”, “Προφήτες”, “Ψαλµοί”) υπαινίσσεται   και  η  Καινή  ∆ιαθήκη στο   Λουκ.   κδ΄  44.   Παρ’   όλα   αυτά,   η  οριστική   συγκρότηση  της συλλογής, ώστε να αποτελέσει έναν  “κανόνα” που θα ρυθµίζει τη ζωή και  την   πίστη   της   Συναγωγής  ή  της   Εκκλησίας   ακολούθησε  µια µακροχρόνια  και  πολύπλοκη πορεία,  η  οποία  δεν  είναι  σε  όλες  τις φάσεις της  µε βεβαιότητα  γνωστή. Η αρχαία ελληνική λέξη “κανών” δηλώνει  κάθε  ευθεία  ράβδο   που   χρησιµεύει  για   ευθυγράµµιση,   το όργανο που  χρησιµοποιείται  για  τη  χάραξη γραµµών  (χάρακας)  και µεταφορικά κάθε τι που χρησιµεύει ως µέτρο, πρότυπο,  κριτήριο  ή µια γενική  αρχή. Στην Καινή ∆ιαθήκη  (Β΄ Κορ. ι΄ 13εξ. Γαλ. ς΄ 16), αλλά  και την  εκκλησιαστική  γραµµατεία  του  γ΄  µ.Χ. αιώνα,   ο  όρος  “κανών” δηλώνει την επίσηµη παράδοση, διδασκαλία, κλπ, η οποία ρυθµίζει την πίστη και τη ζωή  των  χριστιανών. Από τον δ΄ µ.Χ. αιώνα  ο ίδιος όρος χρησιµοποιείται και για τη δήλωση της Βίβλου, ως µέτρου και κριτηρίου της χριστιανικής πίστης  και ζωής.  Αργότερα  η λέξη “κανών” πήρε τη σηµασία της συλλογής, του καταλόγου των βιβλίων της Αγίας Γραφής.

Οι απαρχές του κανόνα



Αν  και  αρκετά  βιβλία  της  αρχαίας Βίβλου αποτελούν προϊόν συλλογής κειµένων, όπως π.χ. το βιβλίο Ψαλµοί που   συνιστά   µια  συλλογή  ύµνων,   προσευχών   και  άλλων  ποιηµάτων,   οι  απαρχές  της  συγκρότησης  του  “κανόνα”  θα πρέπει να  τοποθετηθούν στον  ε΄ π.Χ. αιώνα.  Πρόκειται  για  την  εποχή κατά την οποία ο ευρισκόµενος  υπό περσική κυριαρχία ιουδαϊσµός της Παλαιστίνης επιχειρεί υπό  την  καθοδήγηση του γραµµατέα  Έσδρα να ανασυγκροτηθεί  µε βάση τις επιταγές της προγονικής  του παράδοσης. Οι πρώτες  σχετικές πληροφορίες περιέχονται στην  ίδια τη Βίβλο. Από την πληροφορία του Νεεµίας η΄ 1εξ / Β΄ Έσδρας ιη΄ 1εξ, σύµφωνα µε την οποία  ο  Έσδρας  διαβάζει  σε  πάνδηµη   συγκέντρωση  «το  βιβλίο  του  Νόµου του Μωυσή,  που  ο Κύριος πρόσταξε  στον  Ισραήλ»,  προκύπτει ότι κατά τα µέσα του ε΄ π.Χ. αιώνα  συγκροτείται,  προφανώς µε ευθύνη του  ίδιου  του  Έσδρα,  το  πρώτο   µέρος  της  συλλογής των  βιβλικών έργων,  ο Νόµος (= Πεντάτευχος).


Παράλληλα µε τον  Νόµο άρχισαν  να  αποκτούν κανονική  ισχύ και συλλογές  λόγων των  προφητών ή έργων  που  αναφέρονταν  στη δράση    τους   ή   αποδίδονταν   σ’   αυτούς,   καθώς    επίσης   ποιητικές συλλογές,   σοφιολογικά   έργα,   κλπ.   Μια  δεύτερη   πληροφορία   για
συγκρότηση συλλογής ιερών βιβλίων περιέχεται στο Β΄ Μακκαβαίων β΄13-14, στην  οποία  αναφέρεται  ότι ο διοικητής  της  περσικής  επαρχίας της  Ιουδαίας,  Νεεµίας, ίδρυσε  βιβλιοθήκη  και συγκέντρωσε «τα  βιβλία που  αναφέρονται  στους  βασιλιάδες  και  στους  προφήτες, εκείνα  του ∆αβίδ,  καθώς  και ευχαριστήριες επιστολές  προς  τους  (πέρσες) βασιλιάδες»,  και ακόµη  ότι ο ηγέτης  της ιουδαϊκής  επανάστασης κατά των  Σελευκιδών,  Ιούδας  ο Μακκαβαίος,  φρόντισε για τη συλλογή και διάσωση   των   ιερών   βιβλίων   που   διασκορπίστηκαν   εξαιτίας   του πολέµου.   Οι   πληροφορίες   αυτές   µαρτυρούν   το   ενδιαφέρον   της ιουδαϊκής  κοινότητας  της  Παλαιστίνης  για  τη  συλλογή  των  ιερών βιβλίων  που συνιστούν την  πνευµατική  της κληρονοµιά, δεν µπορούν όµως  να   θεωρηθούν  σαφείς  και  ασφαλείς  µάρτυρες   συγκρότησης κανόνα της Βίβλου1.


Το ίδιο ενδιαφέρον για την προγονική κληρονοµιά επιδεικνύεται και  στο  χώρο του  ιουδαϊσµού   της  διασποράς.  Ήδη  από  τον  γ΄  π.Χ.αιώνα   είχε  αρχίσει  στην   Αλεξάνδρεια   της  Αιγύπτου   η  µετάφραση βιβλικών  έργων  στα ελληνικά. Την εποχή αυτή µεταφράζεται ο Νόµος και  ακολουθούν  οι  µεταφράσεις  και  άλλων βιβλίων2.  Καρπός  όλης αυτής   της   µεταφραστικής  εργασίας    υπήρξε   µια  µεγάλη   συλλογή ιουδαϊκών έργων  στα ελληνικά που είναι γνωστή µε το όνοµα “Μετάφραση των  Εβδοµήκοντα” και συµβολίζεται  ως  Ο΄ (ή LXX στις ευρωπαϊκές γλώσσες). Η συλλογή αυτή περιέλαβε τελικά περισσότερα βιβλία από  εκείνα που  αποτέλεσαν αργότερα την  ΤαΝάΧ και, µάλιστα, ορισµένα   από   αυτά  ή  µέρη  αυτών   δεν   ήταν   µεταφράσεις  από   τα
εβραϊκά,  αλλά  γραµµένα  πρωτοτύπως στα  ελληνικά.  Εκτός από  τον αριθµό  των  βιβλίων,  η παραπάνω συλλογή διαφοροποιείται από  την ΤαΝάΧ και στο θέµα της ονοµασίας  των έργων  (π.χ. Α΄ - Β΄ Σαµουήλ = Α΄
- Β΄ Βασιλειών, Α΄ - Β΄ Βασιλέων = Γ΄ - ∆΄ Βασιλειών, Α΄ - Β΄ Χρονικών = Α΄ - Β΄ Παραλειποµένων). Οι διαπιστώσεις  αυτές αποδεικνύουν ότι τουλάχιστον µέχρι το τέλος της προχριστιανικής εποχής, περίοδο  κατά
την οποία ολοκληρώνεται η συλλογή των Ο΄, δεν υπήρχε σαφώς διαµορφωµένος κανόνας των ιερών βιβλίων. Το γεγονός, άλλωστε,  ότι οι συγγραφείς  της Καινής  ∆ιαθήκης  κάνουν ευρύτατη  χρήση των  Ο΄3 και  µάλιστα   έργων   που   δεν   περιλήφθηκαν  τελικά  στον   ιουδαϊκό κανόνα4  επιβεβαιώνει ότι ο κανόνας αυτός  δεν  είχε  πάρει κατά τον  α΄ µ.Χ. αιώνα ακόµη την οριστική του µορφή.


Ο Κανόνας της Συναγωγής

Οι  πρώτες   πληροφορίες   για   παγιωµένο   ιουδαϊκό κανόνα προέρχονται από τον ελληνιστή ιουδαίο ιστοριογράφο Φλάβιο Ιώσηπο,  ο οποίος γράφει προς τα τέλη του α΄ µ.Χ. αιώνα.  Στο απολογητικό έργο του

Κατ’  Απίωνος  (Ι, 8)  κάνει  λόγο   για  22  αξιόπιστα   βιβλία,  τα  οποία γράφτηκαν κατά την περίοδο  από τον Μωυσή µέχρι τον Αρταξέρξη Α΄
(465-424  π.Χ.). Ο αριθµός  22 προκύπτει  αν  ληφθεί υπόψη  η συνήθεια
της εποχής, ορισµένα ζεύγη βιβλίων (Α΄ - Β΄ Σαµουήλ, Α΄ - Β΄ Βασιλέων, Α΄  -  Β΄  Χρονικών,  Έσδρας  -  Νεεµίας,  Κριτές  -  Ρουθ  και  Ιερεµίας  - Θρήνοι) όπως και     τα 12βιβλία των “µικρών” προφητών
(∆ωδεκαπρόφητο) να  αριθµούνται  ως ένα βιβλίο, ώστε ο αριθµός  των βιβλίων  να  είναι ίσος  µε τα γράµµατα  του εβραϊκού  αλφαβήτου. Όσα βιβλία γράφτηκαν µετά την  εποχή  του Αρταξέρξη  Α΄  δεν  έχουν,  κατά τον  Ιώσηπο,   τον  ίδιο  βαθµό  αξιοπιστίας  µε τα  προηγούµενα,  επειδή έληξε  η  περίοδος   των   προφητών.  Από   την   παραπάνω  µαρτυρία προκύπτει  ότι προς  τα τέλη του α΄ µ.Χ. αιώνα  οι Ιουδαίοι κάνουν σαφή διάκριση   ανάµεσα   στα  βιβλία  που  συγκροτούν  τον  κανόνα  και  τα υπόλοιπα   µε  κριτήριο   τον   κατά   τις   απόψεις   της   εποχής   χρόνο συγγραφής τους.
Ανάλογες πληροφορίες προκύπτουν και από το βιβλίο ∆΄ Έσδρας που γράφεται  επίσης  γύρω  στα 100 µ.Χ.5 Σύµφωνα  µε το συγγραφέα του  έργου,  ο  κανόνας  συγκροτήθηκε από  τον  ίδιο  τον  Έσδρα  και περιλάµβανε 24 βιβλία (ιδ΄ 18-47)6. Αν και στο κείµενο δεν αναφέρονται τα ονόµατα  των 24 αυτών  βιβλίων, φαίνεται πολύ πιθανό  ότι πρόκειται για τα ίδια βιβλία που περιέχονται στο σηµερινό ιουδαϊκό  κανόνα (µε το σύστηµα  αρίθµησης   που  περιγράφτηκε  παραπάνω και  αν  τα  βιβλία Κριτές,  Ρουθ,  Ιερεµίας  και  Θρήνοι  αριθµηθούν   ως  ξεχωριστά  βιβλία, ώστε   να   προκύψει   αριθµός   ίσος   µε  τα   γράµµατα   του   ελληνικού αλφαβήτου). Η απόδοση της  συγκρότησης του  κανόνα στον  Έσδρα στερείται αναµφίβολα ιστορικής  βάσης, όπως  προκύπτει  τόσο από όσα αναφέρθηκαν παραπάνω όσο και από τον υπερβολικό  τρόπο που χρησιµοποιεί  ο  συγγραφέας  του  έργου  στην  αφήγησή του  και  που αποσκοπεί  προφανώς στο  να  εξάρει την  προσωπικότητα  και το έργο του Έσδρα. Η αναφορά όµως  σε ακριβή  αριθµό  βιβλίων  µαρτυρεί ότι κατά την  εποχή της συγγραφής του έργου  υπήρχε πλέον  σαφώς διαµορφωµένος κανόνας.  Παρ’  όλα  αυτά,  ο  συγγραφέας  όχι  µόνο  δεν αποσιωπά  την  ύπαρξη  και  άλλων ιερών  βιβλίων,  αλλά  αποδίδει  και
αυτών  τη συλλογή στον  Έσδρα. Πρόκειται για 70 επιπλέον  βιβλία, των οποίων  η µόνη  διαφορά  προς  τα 24 είναι ότι δεν  δηµοσιεύτηκαν από τον   ίδιο   τον   Έσδρα,   αλλά    παραδόθηκαν  από   αυτόν    στους   70 πρεσβυτέρους  (ιδ΄ 46-47).
Χαρακτηριστικό  στις  παραπάνω  µαρτυρίες   είναι  το  ότι,  ενώ γίνεται  λόγος για  ακριβή  αριθµό  ιερών  βιβλίων  και  σαφής διάκριση των βιβλίων αυτών  από τα υπόλοιπα έργα της ιουδαϊκής θρησκευτικής γραµµατείας,   πουθενά    δεν   αναφέρονται,   εκτός   του   υποτιθέµενου χρόνου συγγραφής, άλλα  κριτήρια  για τη διάκριση  αυτή, ούτε γίνεται λόγος για  την  ύπαρξη  κάποιου  θεσµικού οργάνου επιφορτισµένου µε την  αποδοχή ή  µη ενός  έργου  στον  κανόνα. Κατά συνέπεια,  µόνον υποθέσεις µπορούν  να γίνουν σχετικά. Το κύρος, βέβαια, και η αυθεντία του Μωυσή,  εποµένως  και των  βιβλίων  της Πεντατεύχου που αποδίδονταν σ’  αυτόν  ήταν  αδιαµφισβήτητα. Για τα  υπόλοιπα όµως βιβλία,   ισχυρό   τεκµήριο   θεοπνευστίας,    εκτός,   φυσικά,   από    την αυτονόητη συµφωνία τους  µε τον  Νόµο,  φαίνεται ότι  αποτελούσε   η αρχαιότητά   τους.   Επιπλέον,   ο   τόπος   συγγραφής  (Παλαιστίνη),   η
γλώσσα (εβραϊκή  ή αραµαϊκή)  και προπάντων το κύρος  του υποτιθέµενου  συγγραφέα θα  πρέπει  επίσης  να  συνιστούσαν για  τους Ιουδαίους τεκµήρια αυθεντικότητας ενός έργου. Τα παραπάνω, σε συνδυασµό µε τον κίνδυνο που αντιµετώπιζε  ο ιουδαϊσµός της εποχής του Ιησού Χριστού από την ευρύτατη διάδοση των ιδεών διάφορων αποκαλυπτικών έργων,  οι αξιώσεις αρχαιότητας των  οποίων  έφταναν
µέχρι   την    προµωσαϊκή   εποχή,   εξηγούν    την    εµµονή   τόσο    του συγγραφέα  του ∆΄  Έσδρας  όσο  και του Ιωσήπου  στο  να  περιορίσουν τον  χρόνο της θεοπνευστίας  στην  περίοδο  από  τον  Μωυσή  µέχρι τον Έσδρα.
Για  το αν  όµως υπήρχε  κάποιο  αρµόδιο  όργανο που  αποφάσιζε µε βάση τα παραπάνω ή και άλλα  κριτήρια για την αποδοχή ή µη ενός έργου     στον     κανόνα     δεν     υπάρχουν     επαρκείς     και     ασφαλείς πληροφορίες. Η πληροφορία του Βαβυλωνιακού Ταλµούδ, ενός συλλογικού έργου  στο  οποίο  αποθησαυρίζεται η  ραβινική  εξηγητική παράδοση, ότι οι “άνδρες  της Μεγάλης  Συναγωγής”, που  ταυτίζονται
µε τον Έσδρα και τους συνεργάτες του, εργάστηκαν για τη συγκρότηση του  κανόνα,  παρ’   όλο   που   υποστηρίχτηκε  και  από   λόγιους  των νεότερων χρόνων  (David  Kimchi, ιγ΄  µ.Χ. αιώνας  και Elias  Levita,  ις΄
µ.Χ. αιώνας)7   και  βρήκε  απήχηση σε  µεταγενέστερους   ιουδαίους  και χριστιανούς  ερευνητές,  δεν  έχει  ασφαλώς ιστορική  βάση8.  Η εµµονή,
άλλωστε,     όλων των     ιουδαϊκών    πηγών στην απόδοση     της συγκρότησης του  κανόνα στον  Έσδρα  καθιστά  περισσότερο  πιθανή την   άποψη   ότι  ο  κανόνας  δεν   ήταν   προϊόν  απόφασης  κάποιου
θεσµικού οργάνου.
Η έλλειψη θεσµικού οργάνου που θα αποφάσιζε τελεσίδικα και µε σταθερά  κριτήρια  για  την  κανονικότητα  ή µη των  βιβλίων  εξηγεί και την  αµφιταλάντευση  που  παρατηρείται   στους  ιουδαίους  συγγραφείς
του  α΄ µ.Χ. αιώνα  κατά  την  εκτίµηση  των  εκτός  του  κανόνα έργων. Έτσι, ενώ κατά τέλη του α΄ µ.Χ. αιώνα  ο κανόνας της ιουδαϊκής Βίβλου εµφανίζεται   διαµορφωµένος   και   τα   κανονικά   βιβλία   διακρίνονται σαφώς από τα  υπόλοιπα έργα της ιουδαϊκής θρησκευτικής γραµµατείας, τα δεύτερα δεν απορρίπτονται ούτε καταδικάζονται ως ψευδεπίγραφα.  Ο  συγγραφέας,  µάλιστα,  του  ∆΄  Έσδρας  προσπαθεί, όπως  αναφέρθηκε, να συνδέσει  και τα υπόλοιπα βιβλία µε την αυθεντία
του Έσδρα, ενώ ο Ιώσηπος χρησιµοποιεί στα έργα του συχνά ως πηγές και  παραθέτει  ακόµη  και  κατά  λέξη  χωρία από  βιβλία  τα  οποία  δεν ανήκουν στα κανονικά, όπως  π.χ. τις ελληνικές  προσθήκες στο βιβλίο Εσθήρ  (Ιουδ.  Αρχαιολ. ΧΙ 216-219  και  273-283),  το  Α΄  Μακκαβαίων (Ιουδ. Αρχαιολ. ΧΙΙ 5-13 και ΧΙΙΙ 1-6) και το Α΄ Έσδρας (Ιουδ. Αρχαιολ.
ΧΙ,Ι 1-5) και µάλιστα φαίνεται ότι τα δέχεται ως “ιερά”9.
Σηµαντικό  πάντως   ρόλο  στην  οριστικοποίηση του  κανόνα της ιουδαϊκής  Βίβλου  φαίνεται  ότι  έπαιξε  και  η  ραβινική   Σύνοδος  της Ιάµνειας της Παλαιστίνης του 90/100 µ.Χ. Η σύνοδος δεν προχώρησε σε καταρτισµό κανόνα, αλλά  θεωρώντας τον δεδοµένο, ασχολήθηκε µε ζητήµατα που αφορούσαν τη δηµόσια ανάγνωση ορισµένων βιβλίων ή µερών  τους,  τη θέση  τους  στον  κανόνα, κλπ.  Γεγονός  είναι όµως  ότι µετά τη σύνοδο αυτήν  τα εκτός του κανόνα έργα  θεωρούνταν ως “ο] κείµενα”, δηλαδή ανύπαρκτα10. Έτσι, η ως ένα βαθµό ανεκτική απέναντι στα  βιβλία  που  δεν  συµπεριλαµβάνονται  στον   κανόνα  στάση   των
ιουδαίων  συγγραφέων διαφοροποιείται κατά τη µετά τον α΄ µ.Χ. αιώνα περίοδο.  Σηµαντικό  ρόλο   σ’  αυτό  φαίνεται  ότι  έπαιξε η  ίδρυση  στο µεταξύ της χριστιανικής Εκκλησίας και η εξάπλωση του χριστιανισµού. Η ευρεία διάδοση     της Μετάφρασης των     Εβδοµήκοντα στον ελληνόφωνο  ιουδαϊσµό   της  διασποράς  διευκόλυνε   σε  πολύ  µεγάλο βαθµό τη χριστιανική ιεραποστολή. Αυτό είχε ως αποτέλεσµα να υιοθετηθεί η µετάφραση αυτή από  την  Εκκλησία ως η ιερή Βίβλος της, χωρίς ωστόσο να οριοθετηθεί από την αρχή σαφώς ο αριθµός των  βιβλίων   που   αυτή   περιέχει.  Η   υιοθέτηση   όµως   των   Ο΄   από   τους χριστιανούς οδήγησε την ιουδαϊκή  Συναγωγή, στο πλαίσιο  του ανταγωνισµού της προς  τη χριστιανική Εκκλησία, στην  απόρριψη και τελικά στην καταδίκη  της συγκεκριµένης µετάφρασης και εποµένως και των  επιπλέον  από  τον  ιουδαϊκό  κανόνα βιβλίων  που αυτή περιείχε. Η πρώτη  µαρτυρία για αποδοκιµασία της Μετάφρασης των  Εβδοµήκοντα από   τον   ιουδαϊσµό   προέρχεται   από   το  χριστιανό   απολογητή  και µάρτυρα  Ιουστίνο  στο  έργο  του ∆ιάλογος προς  Τρύφωνα11. Από  την ίδια εποχή περίπου (τέλη του β΄ µ.Χ. αιώνα) φαίνεται να προέρχεται και ο   κατάλογος   των    24   κανονικών   βιβλίων    µε  τα   ονόµατα    των “συγγραφέων”   τους  που   διασώζει   η  ταλµουδική   παράδοση  (Baba Bathra 14b-15a).
Παρ’ όλα αυτά, και παρά την οριστική διαµόρφωση του κανόνα, το  θέµα εξακολουθεί  να  προκαλεί  συζητήσεις12. Από  την  άλλη  µεριά συνεχίζεται κατά τους επόµενους αιώνες και η έµµεση αναγνώριση από τον   ιουδαϊσµό   και   των   εκτός   του   κανόνα  ιερών   βιβλίων,   όπως αποδεικνύεται  από το Ταλµούδ, στο οποίο παρατίθενται,  και συχνά σχολιάζονται, κείµενα που προέρχονται από βιβλία που δεν συµ- περιλαµβάνονται στον ιουδαϊκό  κανόνα13.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι στη γραµµατεία του ιουδαϊσµού, όταν γίνεται λόγος για κανόνα των ιερών βιβλίων, δηλώνεται κατηγορηµατικώς ότι αυτός  περιλαµβάνει  22 ή 24  (=39) µόνο  βιβλία, στην  πράξη  όµως  υπάρχει έµµεση αναγνώριση ως  ιερών  και άλλων, επιπλέον βιβλίων.
Στη σηµερινή  του µορφή ο κανόνας της ιουδαϊκής Συναγωγής, όπως  αυτός παγιώθηκε  µετά τον α΄ µ.Χ. αιώνα,  περιλαµβάνει 39 βιβλία, τα  οποία  κατανέµει  σε  τρεις  οµάδες:  “Νόµος”,  “Προφήτες”  (µε δύο υποοµάδες  βιβλίων,  “Προγενέστεροι” και “Μεταγενέστεροι  Προφήτες”) και  “Αγιόγραφα”.  Τα  βιβλία  που  περιλαµβάνονται  στις  τρεις  αυτές οµάδες παρουσιάζονται αναλυτικά στον παρακάτω πίνακα:

ΝΟΜΟΣ    ΠΡΟΦΗΤΕΣ    ΑΓΙΟΓΡΑΦΑ
Στην αρχή*    Προγενέστεροι
Ιησούς    Ψαλµοί
Και αυτά τα ονόµατα*        Ιώβ
Και κάλεσε*    Κριτές    Παροιµίες
Στην έρηµο*    Α΄ Σαµουήλ    Ρουθ**
Αυτοί οι λόγοι*    Β΄ Σαµουήλ    Άσµα Ασµάτων**
Α΄ Βασιλέων    Εκκλησιαστής**
΄ Βασιλέων    Θρήνοι**
    Μεταγενέστεροι
Ησαΐας    Εσθήρ**
    ∆ανιήλ
Ιερεµίας    Έσδρας
Ιεζεκιήλ    Νεεµίας


12  Το Ταλμούδ διασώζει αρκετές διαφωνίες ραβίνων σχετικά με το πρόβλημα της δημόσιας ανάγνωσης ορισμένων βιβλίων, όπως π.χ. τα Άσμα Ασμάτων (Jaddajim III 5, Megilla 7a), Εκκλησιαστής (Jaddajim III 5, Sabbath 30a.b.), Παροιμίες (Sabbath 30a.b.), Ιεζεκιήλ (Sabbath
13b, Chagiga 13a, Menachot 45a), Εσθήρ (Sanhedrin 100a) και Ρουθ (Megilla 7a).
13  Βλ. αναλυτικότερα: Νικόλαος Παπαδόπουλος, Τα δευτεροκανονικά τεμάχια του βιβλίου
του Δανιήλ, Αθήνα 1985, σελ. 13-16.


    Ωσηέ    Α΄ Χρονικών
    Ιωήλ    Β΄ Χρονικών
    Αµώς   
    Οβδιού   
    Ιωνάς   
    Μιχαίας   
    Ναούµ   
    Αβακκούκ   
    Σοφονίας   
    Αγγαίος   
    Ζαχαρίας   
    Μαλαχίας   
*  Η ονοµασία  των  βιβλίων  του “Νόµου” ακολουθεί  την  αρχαία  παράδοση της Μεσοποταµίας  να
τιτλοφορούνται τα λογοτεχνικά έργα από τις πρώτες λέξεις του κειµένου τους.
**   Τα βιβλία  Ρουθ,  Άσµα  Ασµάτων, Εκκλησιαστής,  Θρήνοι  και  Εσθήρ,  αποτελούν τη  συλλογή
“Πέντε κύλινδροι”, των βιβλίων, δηλαδή, που διαβάζονται στη Συναγωγή κατά τις µεγάλες γιορτές
του ιουδαϊσµού.


Ο Κανόνας της Εκκλησίας

Για  τη   χριστιανική  Εκκλησία  η   συγκρότηση  του κανόνα της  Παλαιάς  ∆ιαθήκης  υπήρξε  περισσότερο περίπλοκη. Η ευρεία διάδοση  της  Μετάφρασης των  Εβδοµήκοντα στον  ελληνόφωνο ιουδαϊσµό  της  διασποράς προς  τον οποίο αρχικά στράφηκε η χριστιανική ιεραποστολή, η ευρύτατη χρήση της µετάφρασης αυτής από τους συγγραφείς της Καινής ∆ιαθήκης και η εµφανής επίδρασή  τους  από  βιβλία που  δεν  περιλαµβάνονται στον ιουδαϊκό  κανόνα µαρτυρούν ότι δεν τίθεται θέµα αυστηρά  παγιωµένου και κλειστού κανόνα της Παλαιάς ∆ιαθήκης για την πρώτη  χριστιανική Εκκλησία,  η  οποία  υιοθέτησε  τους  Ο΄ ως  την  ιερή  Βίβλο  της,  χωρίς ωστόσο να οριοθετήσει από την αρχή σαφώς τον αριθµό των  βιβλίων που αυτή περιέχει. Το ίδιο ισχύει και για τους χριστιανούς συγγραφείς των  τεσσάρων πρώτων  αιώνων, οι οποίοι  στο  σύνολό τους  σχεδόν κάνουν αδιάκριτα  χρήση τόσο  των  κανονικών  βιβλίων  της  Παλαιάς ∆ιαθήκης όσο  και των  εκτός του ιουδαϊκού  κανόνα  ευρισκοµένων, τα οποία θεωρούν  ως Αγία Γραφή. Από τη διαπίστωση αυτή θα µπορούσε να  εξαχθεί το συµπέρασµα  ότι η  αρχαία Εκκλησία αποδεχόταν έναν ευρύτερο από τη Συναγωγή κανόνα ή ότι δεν έθετε θέµα κανόνα, όµως οι ελάχιστες αλλά  πάρα πολύ χαρακτηριστικές εξαιρέσεις εγείρουν ερωτηµατικά.

Πρώτος  ο Μελίτων  Σάρδεων  (+ 180 µ.Χ.) αναφέρεται σε κανόνα της  Παλαιάς  ∆ιαθήκης   σε  µια επιστολή  του  προς  τον  Ονήσιµο,  την  οποία   διασώζει   ο  Ευσέβιος  στην   Εκκλησιαστική  Ιστορία   του14.  Ο κατάλογος των  βιβλίων  που  παραθέτει  ο  Μελίτων  περιέχει  τον  ίδιο αριθµό  µε τον  ιουδαϊκό   κανόνα έργων,  αλλά  εξαιρεί την  Εσθήρ και προσθέτει τη Σοφία Σολοµώντος.
Στο µεταξύ η αντιπαράθεση ιουδαϊσµού  - χριστιανισµού, για την οποία  έγινε  λόγος  παραπάνω,  και  η  πολεµική  των   ιουδαίων   κατά ορισµένων βιβλίων προκαλεί  και µεταξύ των χριστιανών συγγραφέων αµφιβολίες σχετικά µε την αυθεντικότητα των έργων  αυτών.  Ο Ιούλιος Αφρικανός  (γ΄  µ.Χ. αιώνας),  για  παράδειγµα,  απορρίπτει  την  Ιστορία της   Σωσάννας15,  που  στους   Ο΄  συνεκδίδεται   µε  το  βιβλίο  ∆ανιήλ, γεγονός που  προκαλεί  την  αντίδραση του Ωριγένη.  Η απάντηση του Ωριγένη16   προς  τον  Ιούλιο  Αφρικανό   παρουσιάζει   ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί ξεκαθαρίζει  για  πρώτη  φορά τη σηµασία  του όρου “iπόκρυφον” που  αργότερα θα χρησιµοποιηθεί για  το χαρακτηρισµό των  βιβλίων  που δεν έγιναν  δεκτά στον  κανόνα της Αγίας Γραφής. Ο Ωριγένης χρησιµοποιεί τον όρο αυτόν, όπως και το συνώνυµό του “iπόρρητον”       για         το  χαρακτηρισµό  κειµένων   τα  οποία      δεν προορίζονται για δηµόσια χρήση ή ανάγνωση, χωρίς όµως να εµπεριέχεται   στους  χαρακτηρισµούς  αυτούς   κάποια    άµεση αµφισβήτηση     της αυθεντικότητας   ή της  αξιοπιστίας των συγκεκριµένων κειµένων17. Ο  ίδιος  προτείνει  παράλληλα, για  λόγους τακτικής, να µη χρησιµοποιούνται από τους χριστιανούς τα βιβλία που δεν περιέχονται στον ιουδαϊκό  κανόνα κατά τις συζητήσεις µε τους ιου- δαίους18.    Το  τελευταίο  αυτό καθιστά  σαφέςότι, µέχρι    εκείνη τουλάχιστον  την   εποχή,  θέµα  κανόνα  της  Παλαιάς   ∆ιαθήκης   δεν τίθεται για την Εκκλησία, παρά  µόνο στο πλαίσιο  του διαλόγου µε τον ιουδαϊσµό.  Οι         τοποθετήσεις    συνόδων   και    εκκλησιαστικών συγγραφέων πάνω  στο  θέµα αυτό  ποικίλουν ανάλογα µε τα προκύπτοντα κάθε φορά προβλήµατα.
Σε συνοδικό  επίπεδο  συζητείται  για  πρώτη   φορά το  θέµα του κανόνα της  Αγίας  Γραφής  κατά  την  τοπική  Σύνοδο   της  Λαοδικείας, γύρω  στο 360 µ.Χ. Με τους κανόνες νθ΄ και ξ΄19  η σύνοδος απαγορεύει την  ανάγνωση στην  εκκλησία  “iκανονίστων”  βιβλίων  και απαριθµεί τα κανονικά. Ο αριθµός των κανονικών βιβλίων της Παλαιάς ∆ιαθήκης ανέρχεται  σε  22,  όσα  δηλαδή και  του  ιουδαϊκού   κανόνα κατά  την αρίθµηση της εποχής, αλλά  µαζί µε το βιβλίο Ιερεµίας συναριθµείται και το βιβλίο Βαρούχ και µαζί µε το Θρήνοι συναριθµείται  και η Επιστολή Ιερεµίου.

Λίγα χρόνια αργότερα, ο Μ. Αθανάσιος  µε την  39η  εορταστική επιστολή  του του έτους 367 µ.Χ. επανέρχεται  στο ζήτηµα  του κανόνα της Αγίας Γραφής, καθορίζοντας και αυτός τον αριθµό των βιβλίων της Παλαιάς ∆ιαθήκης σε 2220. Ο κατάλογος των  βιβλίων  που παραθέτει ο Μ. Αθανάσιος  είναι παρόµοιος  µε εκείνον της Συνόδου  της Λαοδικείας, συµπεριλαµβάνει  δηλαδή στα κανονικά τα βιβλία Βαρούχ και Επιστολή Ιερεµίου, αλλά  παραλείπει το βιβλίο της Εσθήρ. Ο αριθµός παραµένει 22, επειδή αριθµεί ως ξεχωριστά βιβλία τα Κριταί και Ρουθ. Όµως, για “µεγαλύτερη   ακρίβεια”,  όπως   σηµειώνει   χαρακτηριστικά,  αναφέρει στην  επιστολή  του  και  τα  βιβλία  Σοφία Σολοµώντος, Σοφία Σειράχ, Εσθήρ, Ιουδίθ και Τωβίας, τα οποία χαρακτηρίζει «ο] κανονιζόµενα µέν, τετυπωµένα     δj      παρk     τlν    πατέρων         iναγινώσκεσθαι    τοmς    nρτι προσερχοµένοις   καo   βουλοµένοις    κατηχεmσθαι   τpν    τqς   ε]σεβείας λόγον».    Από     τη     φράση     αυτήν     προήλθε     ο     χαρακτηρισµός “αναγινωσκόµενα”  για  τα  εκτός  του  ιουδαϊκού   κανόνα  βιβλία.  Τα βιβλία αυτά τα διακρίνει  σαφώς ο Μ. Αθανάσιος  από  τα υπόλοιπα, τα οποία  χαρακτηρίζει  ως  “απόκρυφα”. Από  την  εποχή  αυτήν  ο  όρος “απόκρυφα” δεν δηλώνει πλέον  απλώς αποκλεισµένα από τη δηµόσια χρήση ή  ανάγνωση βιβλία,  αλλά   βιβλία  άγνωστης  προέλευσης και εποµένως  µη αυθεντικά21. Παρά  τον  περιορισµό  όµως των  κανονικών βιβλίων   της   Παλαιάς   ∆ιαθήκης    σε   22,  ο   ίδιος   ο   Μ.  Αθανάσιος χρησιµοποιεί στα συγγράµµατά του όλα  σχεδόν τα “αναγινωσκόµενα” βιβλία αδιάκριτα22.

Προς  εντελώς  διαφορετική κατεύθυνση κινήθηκε  η Σύνοδος της Ρώµης του 382  µ.Χ. που  συγκλήθηκε επί πάπα  ∆αµάσου  Α΄  (366-384 µ.Χ.) και εξέδωσε το Decretum  de  libris recipientis  et  non recipientis23. Στο κείµενο αυτό,     γνωστό ως Decretum     Gelasianum, λόγω λανθασµένης  απόδοσής  του  στον  πάπα  Γελάσιο,  απαριθµούνται  για πρώτη   φορά ως  κανονικά  και  βιβλία  που  δεν  συµπεριλαµβάνονται στον    ιουδαϊκό    κανόνα,   µε   εξαίρεση   το   Α΄   Έσδρας   και   το   Γ΄ Μακκαβαίων.

Η παραπάνω απόφαση είχε προφανώς τοπικό  χαρακτήρα και ισχύ, καθώς  στην  Ανατολή   εξακολουθεί  να  ισχύει η  παράδοση που καθιερώθηκε  από τη Σύνοδο  της Λαοδικείας. Έτσι, ο Κύριλλος Ιεροσολύµων (312-386 µ.Χ.) επανερχόµενος δύο  χρόνια  αργότερα, το
384  µ.Χ., µε τη ∆΄ Κατήχησή  του24   στο ζήτηµα  του κανόνα της Αγίας Γραφής επαναλαµβάνει τον κατάλογο της Συνόδου  της Λαοδικείας, σηµειώνοντας όµως και αυτός ότι «τk δj λοιπk rξω κείσθω sν δευτέρt». Από  τη  φράση  αυτήν   προήλθε   ο  χαρακτηρισµός,  που  επικράτησε αργότερα στη  ∆ύση,  “δευτεροκανονικά”  για  τα  εκτός  του  ιουδαϊκού κανόνα βιβλία. Στην ίδια γραµµή κινούνται  και ο Γρηγόριος Θεολόγος (328-390  µ.Χ.)25 και ο Αµφιλόχιος Ικονίου  (342-395  µ.Χ.)26, οι οποίοι παραθέτουν τον κατάλογο του Μ. Αθανασίου.  Και αυτοί οι συγγραφείς όµως δεν κάνουν στην  πράξη  διάκριση  µεταξύ των  ιερών  βιβλίων  που χρησιµοποιούν στα έργα τους. Επίσης ο Επιφάνειος Κωνσταντίας (Σαλαµίνας)  της  Κύπρου  (315-403  µ.Χ.), συνεχίζοντας την  παράδοση των  προηγουµένων, κάνει  λόγο  για  κανόνα 22 βιβλίων  της  Παλαιάς
∆ιαθήκης,  στα οποία συµπεριλαµβάνονται τα Βαρούχ και Επιστολή Ιερεµίου. Από τα υπόλοιπα αναφέρει µόνον  τα Σοφία Σολοµώντος και Σοφία Σειράχ, τα οποία  χαρακτηρίζει “χρήσιµα” και “ωφέλιµα” αλλά εκτός του αριθµού  των  κανονικών27. Ακόµη πιο ριζοσπαστική, τέλος, εµφανίζεται η  άποψη  του  Θεοδώρου Μοψουεστίας  (350-428  µ.Χ.), ο οποίος  δέχεται στενότερο  και από  τον ιουδαϊκό  κανόνα, αποκλείοντας από αυτόν τα βιβλία Ιώβ, Άσµα Ασµάτων, Εκκλησιαστής, Α΄ - Β΄ Παραλειποµένων, Έσδρας, Νεεµίας και Εσθήρ28.

Αλλά  και στη  ∆ύση  ο στενός  κανόνας της  Παλαιάς  ∆ιαθήκης έχει σηµαντικούς υποστηρικτές.  Έτσι, ο Ιλάριος Πικταβίου (315-367 µ.Χ.) απαριθµεί  22  βιβλία  της  Παλαιάς ∆ιαθήκης,   παραθέτει  όµως  και  την άποψη που διατυπώνεται από συγχρόνους του ότι θα πρέπει σε αυτά να προστεθούν και τα  βιβλία  Τωβίτ και  Ιουδίθ,  ώστε  ο αριθµός  τους  να είναι ίσος προς  τα 24 γράµµατα  του ελληνικού αλφαβήτου29. Την ίδια προτίµηση  προς το στενό κανόνα δείχνει και ο Ρουφίνος (315-411 µ.Χ.), ο     οποίος     διακρίνει     τα     κανονικά    βιβλία   από   τα     υπόλοιπα αναγινωσκόµενα στην εκκλησία, για τα οποία χρησιµοποιεί το χαρακτηρισµό “εκκλησιαστικά” (...et alii libri sunt, qui non canonici sed ecclesiastici...)30.    Αυστηρότερη     γραµµή     φαίνεται    να     υιοθετεί    ο Ιερώνυµος   (345-420   µ.Χ.), ο  οποίος   χαρακτηρίζει  απερίφραστα  τα εκτός  του  ιουδαϊκού   κανόνα βιβλία  ως  “απόκρυφα” (quidquid  extra hos  est,  inter  apocrypha esse  ponendum)31,  αλλά  αναφέρει  και  την εκκλησιαστική  πράξη   να   διαβάζονται  τα  µη  συναριθµούµενα  στα κανονικά βιβλία Σοφία Σειράχ, Σοφία Σολοµώντος, Ιουδίθ,  Τωβίτ και Μακκαβαίων32.  Σε  αυτήν   την   άποψη   του  Ιερωνύµοπου   θα  στηριχτεί αργότερα  η   προτεσταντική  παράδοση  για   το   χαρακτηρισµό  των βιβλίων αυτών  ως “αποκρύφων”.

Παρά  την  εκπεφρασµένη  στην   Ανατολή   προτίµηση   προς  τον ιουδαϊκό  κανόνα (µε µικρές παραλλαγές) και τις παρόµοιες απόψεις που διατυπώνονται  από εκκλησιαστικούς συγγραφείς  της λατινικής παράδοσης, στη ∆ύση  αρχίζει να διαµορφώνεται µια τάση προτίµησης προς έναν ευρύτερο κανόνα. Έτσι, δέκα περίπου χρόνια µετά τη Σύνοδο της Ρώµης που  αναγνώρισε ως  κανονικά περισσότερα βιβλία, συγκαλείται  το 393 µ.Χ. στην  Ιππώνα νέα σύνοδος, η οποία, προκειµέ- νου να ανατρέψει την άποψη που δηµιουργήθηκε από τα συγγράµµατα του   Ιερωνύµου   ότι   τα   εκτός   του   ιουδαϊκού    κανόνα  βιβλία   είναι απόκρυφα, τα αναγνώρισε ως  κανονικά και άγια  (κανόνας λς΄). Τον σχετικό κανόνα της Συνόδου  της Ιππώνος επικύρωσε λίγα χρόνια αργότερα, το  397  µ.Χ., η  Γ΄  Σύνοδος της  Καρθαγένης  (κανόνας  µζ΄).

∆υστυχώς η αρχική µορφή των αποφάσεων των συνόδων αυτών  δεν είναι µε βεβαιότητα γνωστή, οπότε το µόνο που µπορεί να υποστηριχτεί είναι  ότι  δέχτηκαν  ευρύτερο  από  τον  ιουδαϊκό   κανόνα της  Παλαιάς ∆ιαθήκης33. Τελικά τις αποφάσεις των συνόδων Ιππώνος και Καρθαγένης  επικύρωσε  νέα σύνοδος, επίσης  στην  Καρθαγένη,  το 419 µ.Χ., η  οποία  εξέδωσε  νέο  κατάλογο των  βιβλίων  της  Αγίας  Γραφής (κανόνας   κδ΄/λβ΄)34.   Το   κατά   πόσον   ο   κατάλογος   αυτός    είναι ταυτόσηµος  µε εκείνους  των  δύο  προηγούµενων συνόδων δεν  µπορεί να λεχθεί µε βεβαιότητα35.     Παρ’ όλα     αυτά η απόφαση της συγκεκριµένης συνόδου έχει ιδιαίτερη σηµασία για την ιστορία του ζητήµατος  του κανόνα της  Αγίας  Γραφής, γιατί εκφράζεται σε αυτήν σαφώς  η  πρόθεση   των   συνέδρων  να  θέσουν   οριστικό   τέλος  στις σχετικές  συζητήσεις,   απαγορεύοντας  την  ανάγνωση στην   εκκλησία “ως θείων γραφών” οποιουδήποτε βιβλίου “εκτός των κανονικών γραφών”,  τις οποίες  απαριθµεί.  Όµως  ούτε από  τον  κατάλογο αυτόν µπορεί να εξαχθεί κάποιο ασφαλές συµπέρασµα  σχετικά µε τον αριθµό των  βιβλίων  της Παλαιάς ∆ιαθήκης,  λόγω των  ασαφειών που περιέχει και των διαφορών που υπάρχουν ανάµεσα στην ελληνική και λατινική έκδοσή   του36.  Έτσι,  το  µόνο   βέβαιο  συµπέρασµα   παραµένει   ότι  η Σύνοδος της Καρθαγένης του 419 µ.Χ. δέχεται έναν  ευρύτερο από  τον ιουδαϊκό  κανόνα της Παλαιάς ∆ιαθήκης,  µε εξαίρεση τα βιβλία Σοφία Σειράχ και Γ΄ Μακκαβαίων.

Από   αυτήν   την   εποχή   (ε΄   µ.Χ.  αιώνας)   προέρχονται   και  οι λεγόµενοι  Κανόνες  τEν  Fγίων καG πανευφήµων Hποστόλων, οι οποίοι αποφαίνονται  επίσης  υπέρ  ενός  ευρύτερου  κανόνα,  όχι  µόνο  για  την Παλαιά αλλά  και για την Καινή ∆ιαθήκη,  συνυπολογίζοντας στα βιβλία της  τις Επιστολές Κλήµεντος και  τις Αποστολικές ∆ιαταγές (κανόνας πε΄).
Στους αιώνες όµως που ακολουθούν, και παρά την απόφαση της Συνόδου  της Καρθαγένης,  το θέµα εξακολουθεί  να  παραµένει  ανοιχτό. Έτσι,  ο  Ιουνίλιος   ο  Αφρικανός  (+περίπου  550  µ.Χ.) ακολουθεί   την άποψη του Θεοδώρου Μοψουεστίας  περί στενότερου  από τον ιουδαϊκό κανόνα37.  Μισόν   αιώνα   αργότερα,  ο  πάπας   Γρηγόριος  ο  Μέγας  ο ∆ιάλογος (590-604 µ.Χ.) επανέρχεται στο θέµα, διακρίνοντας τα βιβλία της  Παλαιάς  ∆ιαθήκης   σε  “κανονικά” και  «libros non  canonicos   sed tamen  ad aedificationen Ecclesiae editos»38.

Οριστικό  τέρµα στις σχετικές µε τον  κανόνα της  Αγίας  Γραφής συζητήσεις  θέτει  η   λεγόµενη   Πενθέκτη   εν   Τρούλλω  Οικουµενική Σύνοδος του  691 µ.Χ. στην  Κωνσταντινούπολη, χωρίς εντούτοις  να λάβει  σαφείς   αποφάσεις   σε  ό,τι  αφορά  τον   κανόνα  της  Παλαιάς
∆ιαθήκης.   Συγκεκριµένα,  η  σύνοδος επικύρωσε  µε το  β΄ κανόνα της τους λεγόµενους Αποστολικούς  Κανόνες,  τους κανόνες  των  συνόδων Λαοδικείας    και   Καρθαγένης,    καθώς    και   τους   κανόνες   των    Μ. Αθανασίου,  Γρηγορίου  του Θεολόγου και Αµφιλοχίου  Ικονίου,  χωρίς όµως να συζητήσει  τις µεταξύ τους διαφορές ούτε να απαριθµήσει αναλυτικά  τα  βιβλία  που   συγκροτούν  την   Παλαιά  ∆ιαθήκη.   Αυτό σηµαίνει ότι για τη σύνοδο δεν τίθεται πλέον  ουσιαστικό  θέµα κανόνα της Παλαιάς ∆ιαθήκης,  οπότε νοµιµοποιεί όλες τις υφιστάµενες σχετικές τοπικές παραδόσεις, χωρίς προσπάθεια ενοποίησης.

Πάντως  η παλιά ανατολική παράδοση προτίµησης  προς το στενό κανόνα εξακολουθεί να εκπροσωπείται και µετά την απόφαση της Πενθέκτης  Οικουµενικής  Συνόδου.   Ο  Ιωάννης ο  ∆αµασκηνός  (680- 755µ.Χ.) αφιερώνει  ένα κεφάλαιο  του έργου  του Eκδοσις  Aκριβης  της Ορθοδόξου   Πίστεως    στο    θέµα   Αγία   Γραφή,   όπου    παρουσιάζει αναλυτικά τα βιβλία της Παλαιάς ∆ιαθήκης εξηγώντας το σύστηµα αρίθµησής τους σύµφωνα µε τα γράµµατα του εβραϊκού αλφαβήτου39.

Από   την   παραπάνω  ιστορική   επισκόπηση   προκύπτει   ότι   ο κανόνας της  Παλαιάς ∆ιαθήκης δεν  αποτέλεσε  ποτέ κατά  την  πρώτη χιλιετία  του  χριστιανισµού  εσωτερικό   πρόβληµα   της  Εκκλησίας,  η οποία  παρέλαβε  και ερµήνευσε  χριστολογικά  σύνολη την  πνευµατική
παραγωγή του προχριστιανικού ιουδαϊσµού.  Θέµα κανόνα της  Αγίας Γραφής τέθηκε για την Εκκλησία µόνο στο πλαίσιο  της αντιπαράθεσής της  είτε προς   τον  ιουδαϊσµό   αρχικά  είτε προς  τους  αιρετικούς  στη συνέχεια. Οι σχετικές αποφάσεις υπαγορεύονταν από  τις κάθε φορά επικρατούσες  κατά τόπους  συνθήκες  και τα προβλήµατα που έπρεπε να αντιµετωπιστούν. Έτσι, ενώ η Εκκλησία στο εσωτερικό της δεν αντιµετώπιζε  πρόβληµα  κανόνα της Αγίας  Γραφής, στην  προς  τα έξω έκφρασή της αναγκαζόταν να  περιορίζει  κατά περίπτωση τον  αριθµό των  βιβλίων, είτε για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες  του διαλόγου µε τον ιουδαϊσµό   είτε για  να  αποτρέψει  τη  διάδοση   αιρετικών  διδασκαλιών που     στηρίζονταν    σε     άγνωστης     ή     αµφίβολης    προέλευσης ψευδεπίγραφα έργα. Αυτό αποδεικνύεται  από το γεγονός ότι ακόµη και οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς που τάσσονται σαφώς υπέρ του στενού ιουδαϊκού  κανόνα, στα συγγράµµατά τους που απευθύνονται προς τους πιστούς κάνουν ευρύτατη χρήση όλων των ιουδαϊκών γραφών, ανεξάρτητα   από  το  αν  αυτές  περιέχονται  στον  κανόνα που  οι  ίδιοι προτείνουν ή όχι. Στο ίδιο συµπέρασµα  οδηγεί  και η διαπίστωση ότι αρκετές   από   τις  γιορτές   που   θέσπισε   η  Εκκλησία  στηρίζονται  σε γεγονότα που περιγράφονται σε έργα  τα οποία  ποτέ δεν  έγιναν  δεκτά ούτε στον  ευρύτερο κανόνα. Το ίδιο ισχύει και για την υµνογραφία και την  εικονογραφία της Εκκλησίας, η οποία  συχνά εµπνέεται και αντλεί τα θέµατά της  από  εκτός του κανόνα βιβλία. Από την  άλλη  µεριά, το γεγονός ότι η Ανατολή  υπήρξε ο χώρος όπου διεξήχθησαν οι περισσότερες  θεολογικές  συζητήσεις και εκδηλώθηκαν οι περισσότερες αιρέσεις  εξηγεί  την   τάση   προτίµησης   προς   το  στενό   κανόνα  που εµφανίζουν οι συγγραφείς της περιοχής.

Το µεγάλο σχίσµα µεταξύ Ανατολικής και ∆υτικής Εκκλησίας και τα τραγικά     για την Ανατολή γεγονόταπου ακολούθησαν (σταυροφορίες, τουρκοκρατία) δεν άφησαν χώρο για συζητήσεις γύρω από το θέµα του κανόνα των βιβλίων της Παλαιάς ∆ιαθήκης. Άλλωστε
µία χιλιετία χριστιανισµού ήταν αρκετή, ώστε να παγιωθούν οι σχετικές κατά τόπους παραδόσεις και να µην αποτελούν πλέον  αντικείµενο συζητήσεων. Το ζήτηµα του κανόνα της Παλαιάς ∆ιαθήκης ξανατέθηκε στη ∆ύση  κατά το ις΄ µ.Χ. αιώνα  µε αφορµή τη Μεταρρύθµιση και στην Ανατολή  έναν  αιώνα  αργότερα, αλλά  κάτω από εντελώς  διαφορετικές προϋποθέσεις από εκείνες του παρελθόντος.

Στη ∆ύση, ο ζήλος  των µεταρρυθµιστών για επιστροφή στις αυθεντικές   πηγές   της   πίστης   οδήγησε  στην   αναγνώριση   από   τις προτεσταντικές Εκκλησίες του εβραϊκού κειµένου της Παλαιάς ∆ιαθήκης  ως του µόνου αυθεντικού  και, εποµένως, στην  υιοθέτηση του στενού ιουδαϊκού  κανόνα. Τα εκτός του κανόνα αυτού βιβλία που αναγνώριζε η Εκκλησία της ∆ύσης  ονοµάστηκαν “απόκρυφα” και τα υπόλοιπα “ψευδεπίγραφα”. Παρ’  όλα  αυτά  και παρά  τον  υποτιµητικό χαρακτηρισµό “απόκρυφα”, η λουθηρανική παράδοση δεν  απέκλεισε εντελώς  την  ανάγνωση των  βιβλίων  αυτών,  τα  οποία  µέχρι σήµερα συµπεριλαµβάνονται συχνά σε εκδόσεις της Βίβλου ως παράρτηµα. Αντίθετα,  άλλες  προτεσταντικές  παραδόσεις,  όπως  των  καλβινιστών και των πουριτανών της Σκωτίας, τήρησαν πιο σκληρή στάση, γεγονός που οδήγησε στην  περίφηµη “έριδα των αποκρύφων” στο πλαίσιο  της Βρετανικής Βιβλικής Εταιρείας και η οποία κατέληξε στην  αυστηρή  από  µέρους της υιοθέτηση, για ένα χρονικό διάστηµα, του στενού ιουδαϊκού κανόνα.
Η στάση  του προτεσταντισµού είχε ως αποτέλεσµα  την  οριστική διευθέτηση  του ζητήµατος  του κανόνα στη ρωµαιοκαθολική Εκκλησία.

Η Σύνοδος του Τριδέντου (1545-1563µ.Χ.)    µε το θέσπισµα “Sacrosancta” του  1546  επικύρωσε  ουσιαστικά  την  αρχαία  ρωµαϊκή παράδοση αναγνωρίζοντας  επίσηµα  τον  ευρύ  κανόνα της  Παλαιάς ∆ιαθήκης (µε εξαίρεση  τα  βιβλία  Α΄ Έσδρας και  Γ΄  Μακκαβαίων).   Τα περιεχόµενα στον ιουδαϊκό  κανόνα βιβλία χαρακτηρίζονται ως “πρωτοκανονικά” και τα υπόλοιπα ως “δευτεροκανονικά”, ίσης δηλαδή αξίας µε τα πρώτα.  Η Α΄ Σύνοδος του Βατικανού (1869-1870) επικύρωσε την     απόφαση     αυτή κλείνοντας οριστικά το θέµα     για τη ρωµαιοκαθολική Εκκλησία.
Στο  χώρο της  ορθόδοξης Εκκλησίας  το  θέµα του  κανόνα των βιβλίων   της   Παλαιάς   ∆ιαθήκης  επανατέθηκε    όχι   ως   εσωτερικό πρόβληµα,  αλλά  εξ αντανακλάσεως των  σχετικών συζητήσεων που διεξάγονταν  στη  ∆ύση.  Από  τα τέλη  του ις΄  αιώνα  πολλοί  ορθόδοξοι πηγαίνουν στη ∆ύση  για να σπουδάσουν Θεολογία.  Η θεολογία  όµως που αναπτύσσεται εκεί την περίοδο  αυτή καθορίζεται  σε µεγάλο βαθµό από   τις  αντιπαραθέσεις  προτεσταντών   και  ρωµαιοκαθολικών40    και αρκετοί ορθόδοξοι  επηρεάζονται από το κλίµα αυτό. Έτσι παρατηρείται το     φαινόµενο,    ορθόδοξοι     θεολόγοι     να στρέφονται κατά του ρωµαιοκαθολικισµού µε επιχειρήµατα που  εµφανίζουν προτεσταντική επίδραση  ή, αντίθετα, να στρέφονται κατά του προτεσταντισµού µε ρωµαιοκαθολικής  απόχρωσης θέσεις.  Χαρακτηριστικά  παραδείγµατα αυτής της πρακτικής αποτελούν οι πατριάρχες    Αλεξανδρείας Μητροφάνης Κριτόπουλος,  Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλος  Λούκαρης και Ιεροσολύµων ∆οσίθεος.


Καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου
Τµήµα Θεολογίας Α.Π.Θ.




Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.