Κυριακή, 1 Απριλίου 2012

ΗΣΑΙΑΣ 37 - 44





ΗΣΑΪΑΣ 37

Ησ. 37,1                      Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἀκοῦσαι τὸν βασιλέα Ἐζεκίαν ἔσχισε τὰ ἱμάτια καὶ περιεβάλετο σάκκον καὶ ἀνέβη εἰς τὸν οἶκον Κυρίου.
Ησ. 37,1                      Οταν ο βασιλεύς Εζεκίας ηκουσε τα φοβερά αυτά λόγια, έσχισε τα ενδύματα του, περιεβλήθη σάκκινον ένδυμα και ανέβη στον ναόν του Κυρίου.
Ησ. 37,2                      καὶ ἀπέστειλεν Ἑλιακεὶμ τὸν οἰκονόμον καὶ Σομνᾶν τὸν γραμματέα καὶ τοὺς πρεσβυτέρους τῶν ἱερέων περιβεβλημένους σάκκους πρὸς Ἡσαΐαν υἱὸν Ἀμὼς τὸν προφήτην,
Ησ. 37,2                      Εστειλε δε τον Ελιακείμ, τον οικονόμον, τον Σομνάν τον γραμματέα, και τους πρεσβυτέρους από τους ιερείς, ενδεδυμένους όλους σάκκινα ενδύματα, προς τον Ησαΐαν, τον υιόν του Αμώς τον προφήτην,
Ησ. 37,3                      καὶ εἶπαν αὐτῷ· τάδε λέγει Ἐζεκίας· ἡμέρα θλίψεως καὶ ὀνειδισμοῦ καὶ ἐλεγμοῦ καὶ ὀργῆς ἡ σήμερον ἡμέρα, ὅτι ἥκει ἡ ὠδὶν τῇ τικτούσῃ, ἰσχὺν δὲ οὐκ ἔχει τοῦ τεκεῖν.
Ησ. 37,3                      και αυτοί είπαν προς εκείνον· “αυτά λέγει ο Εζεκίας προς σέ· Η σημερινή ημέρα είναι ημέρα γεμάτη θλίψιν, γεμάτη από ονειδισμούς και φρικτούς ελέγχους εκ μέρους των εχθρών. Αλλά και από οργήν εκ μέρους του Κυρίου. Η οδύνη της ημέρας αυτής είναι σαν τας ωδίνας που καταλαμβάνουν την επίτοκον, η οποία όμώς δεν έχει την δύναμιν να γεννήση και εξακολουθεί να πονή.
Ησ. 37,4                      εἰσακούσαι Κύριος ὁ Θεός σου τοὺς λόγους Ῥαψάκου, οὓς ἀπέστειλε βασιλεὺς Ἀσσυρίων ὀνειδίζειν Θεὸν ζῶντα καὶ ὀνειδίζειν λόγους, οὓς ἤκουσε Κύριος ὁ Θεός σου· καὶ δεηθήσῃ πρὸς Κύριον τὸν Θεόν σου περὶ τῶν καταλελειμμένων τούτων.
Ησ. 37,4                      Είθε να ακούση Κυριος ο Θεός σου τους αλαζονικούς και υβριστικούς λόγους του Ραψάκου, τους οποίους δι' αυτού ο βασιλεύς των Ασσυρίων απέστειλε να ονειδίση τον αληθινόν Θεόν μας και να τον περιπαίξη με τους λόγους αυτούς, τους οποίους ασφαλώς και ήκουσε Κυριος ο Θεός σου. Και συ, λοιπόν, ας παρακαλέσης Κυριον τον θεόν σου, να σωθούν από τον όλεθρον οι απομείναντες έδω αυτοί Ιουδαίοι”.

Ησ. 37,5                      καὶ ἦλθον οἱ παῖδες τοῦ βασιλέως Ἐζεκίου πρὸς Ἡσαΐαν,
Ησ. 37,5                      Οι αξιωματούχοι του βασιλέως 'Εζεκιου ήλθαν προς τον Ησαΐαν, στον οποίον και ανέφεραν αυτά.
Ησ. 37,6                      καὶ εἶπεν αὐτοῖς Ἡσαΐας· οὕτως ἐρεῖτε πρὸς τὸν κύριον ὑμῶν· τάδε λέγει Κύριος· μὴ φοβηθῇς ἀπὸ τῶν λόγων, ὧν ἤκουσας, οὓς ὠνείδισάν με οἱ πρέσβεις βασιλέως Ἀσσυρίων.
Ησ. 37,6                      Ο Ησαΐας τους είπε· “έτσι θα απαντήσετε προς τον κύριον σας, τον Εζεκίαν· αυτά λέγει ο Κυριος ο Θεός· Μη φοβηθής από τα λόγια, τα οποία ήκουσες και με τα οποία ο απεσταλμένοι του βασιλέως των Ασσυρίων ύβρισαν εμέ.
Ησ. 37,7                      ἰδοὺ ἐγὼ ἐμβάλλω εἰς αὐτὸν πνεῦμα, καὶ ἀκούσας ἀγγελίαν ἀποστραφήσεται εἰς τὴν χώραν αὐτοῦ καὶ πεσεῖται μαχαίρᾳ ἐν τῇ γῇ αὐτοῦ.
Ησ. 37,7                      Ιδού, εγώ, θα βάλω μέσα εις αυτόν πνεύμα δειλίας και όταν αυτός ακούση κάποιαν κακήν είδησιν, θα γυρίση οπίσω εις την πατρίδα του και εκεί, εις την χώραν του, θα πέση νεκρός φονευόμενος δια μαχαίρας”.
Ησ. 37,8                      Καὶ ἀπέστρεψε Ῥαψάκης καὶ κατέλαβε τὸν βασιλέα Ἀσσυρίων πολιορκοῦντα Λομνάν. καὶ ἤκουσε βασιλεὺς Ἀσσυρίων ὅτι
Ησ. 37,8                      Ο Ραψάκης επανήλθε και ευρήκε τον βασιλέα των Ασσυρίων να πολιορκή την Λομνάν, πόλιν της Ιουδαίας. Εν τω μεταξύ ο βασιλεύς των Ασσυρίων είχε πληροφορηθή,
Ησ. 37,9                      ἐξῆλθε Θαρακὰ βασιλεὺς Αἰθιόπων πολιορκῆσαι αὐτόν· καὶ ἀκούσας ἀπέστρεψε καὶ ἀπέστειλεν ἀγγέλους πρὸς Ἐζεκίαν λέγων·
Ησ. 37,9                      ότι εβγήκεν από την χώραν του ο Θαρακά, ο βασιλεύς των Αιθιόπων, δια να πολεμήση εναντίον αυτού. Οταν επληροφορήθη τούτο, εστράφη εναντίον του βασιλέως των Αιθιόπων και συγχρόνως απέστειλεν αγγελιαφόρον προς τυν Εζεκίαν λέγων·
Ησ. 37,10                    οὕτως ἐρεῖτε Ἐζεκίᾳ βασιλεῖ τῆς Ἰουδαίας· μή σε ἀπατάτω ὁ Θεός σου, ἐφ᾿ ᾧ πέποιθας ἐπ᾿ αὐτῷ λέγων· οὐ μὴ παραδοθῇ Ἱερουσαλὴμ εἰς χεῖρας βασιλέως Ἀσσυρίων.
Ησ. 37,10                    “αυτά θα πήτε προς τον Εζεκίαν, τον βασιλέα της Ιουδαίας· Ας μη σε εξαπατά ο Θεός σου, στον οποίον συ έχεις στηρίξει την πεποίθησίν σου λέγων· δεν θα παραδοθή η Ιερουσαλήμ εις τα χέρια του βασιλέως των Ασσυρίων.
Ησ. 37,11                    ἢ οὐκ ἤκουσας ἃ ἐποίησαν βασιλεῖς Ἀσσυρίων πᾶσαν τὴν γῆν ὡς ἀπώλεσαν;
Ησ. 37,11                    Η δεν έχεις πληροφορηθή εκείνα, τα οποία έκαμαν οι βασιλείς των Ασσυρίων, ότι δηλαδή παρέδωσαν εις καταστροφήν όλην την γην;
Ησ. 37,12                    μὴ ἐῤῥύσαντο αὐτοὺς οἱ θεοὶ τῶν ἐθνῶν, οὓς ἀπώλεσαν οἱ πατέρες μου, τήν τε Γωζᾶν καὶ Χαρὰν καὶ Ῥαφές, αἵ εἰσιν ἐν χώρᾳ Θεεμάθ;
Ησ. 37,12                    Μηπως οι θεοί των εθνών εγλύτωσαν αυτούς, τους οποίους κατέστρεψαν οι πατέρες μου; Την Γωζάν, την Χαρράν, την Ραφές, πόλεις, αι οποίαι ευρίσκοντο εις την χώραν Θεεμάθ;
Ησ. 37,13                    ποῦ εἰσιν οἱ βασιλεῖς Αἰμὰθ καὶ Ἀρφὰθ καὶ πόλεως Σεπφαρείμ, Ἀνὰγ Οὐγαυά;
Ησ. 37,13                    Που είναι οι βασιλείς της χώρας Αιμάθ και Αρφάθ και της πόλεως Σεπφαρείμ, Ανάγ και Ουργαυά;”
Ησ. 37,14                    καὶ ἔλαβεν Ἐζεκίας τὸ βιβλίον παρὰ τῶν ἀγγέλων, καὶ ἤνοιξεν αὐτὸ ἐναντίον Κυρίου,
Ησ. 37,14                    Ο Εζεκίας επήρε την επιστολήν αυτήν από τους αγγελιαφόρους του βασιλέως της Ασσυριας και την ήνοιξεν ενώπιον του Κυρίου.
Ησ. 37,15                    καὶ προσηύξατο Ἐζεκίας πρὸς Κύριον λέγων·
Ησ. 37,15                    Και προσηυχήθη προς τον Κυριον και είπε·
Ησ. 37,16                    Κύριε σαβαὼθ ὁ Θεὸς Ἰσραὴλ ὁ καθήμενος ἐπὶ τῶν Χερουβίμ, σὺ Θεὸς μόνος εἶ πάσης βασιλείας τῆς οἰκουμένης, σὺ ἐποίησας τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.
Ησ. 37,16                    “Κυριε παντοκράτορ, ο Θεός του Ισραήλ, συ ο οποίος κάθεσαι επάνω εις τα Χερουβίμ, συ είσαι Θεός μόνος επί πάσαν βασιλείαν του κόσμου τούτου, συ εδημιούργησες τον ουρανόν και την γην.
Ησ. 37,17                    κλῖνον, Κύριε, τὸ οὖς σου, εἰσάκουσον, Κύριε, ἄνοιξον, Κύριε, τοὺς ὀφθαλμούς σου, εἴσβλεψον, Κύριε, καὶ ἰδὲ τοὺς λόγους Σενναχηρείμ, οὓς ἀπέστειλεν ὀνειδίζειν Θεὸν ζῶντα.
Ησ. 37,17                    Κλίνε, Κυριε, το ους σου· κάμε δεκτήν την δέησίν μας, Κυριε, άνοιξε τους οφθαλμούς σου και ρίξε, Κυριε, το βλέμμα σου προς ημάς, ιδέ τους λόγους του Σενναχηρείμ, τους οποίους αυτός απέστειλε, δια να υβρίση σε τον αληθινόν θεόν.
Ησ. 37,18                    ἐπ᾿ ἀληθείας γάρ, Κύριε, ἠρήμωσαν βασιλεῖς Ἀσσυρίων τὴν οἰκουμένην ὅλην καὶ τὴν χώραν αὐτῶν
Ησ. 37,18                    Διότι πράγματι, Κυριε, οι βασιλείς των Ασσυρίων ηρήμωσαν όλην την κατοικουμένην γην και την καλλιεργουμένην χώραν των κατοικούντων εις αυτήν.
Ησ. 37,19                    καὶ ἐνέβαλον τὰ εἴδωλα αὐτῶν εἰς τὸ πῦρ· οὐ γὰρ θεοὶ ἦσαν, ἀλλὰ ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων, ξύλα καὶ λίθοι, καὶ ἀπώλεσεν αὐτούς.
Ησ. 37,19                    Ερριψαν τα είδωλα εκείνων εις την φωτιάν, διότι αυτά δεν ήσαν θεοί αληθινοί, αλλά έργα χειρών ανθρώπων, ξύλα και λίθοι. Και δια τούτο αυτούς τους θεούς τους κατέστρεψεν η φωτιά.
Ησ. 37,20                    σὺ δέ, Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, σῶσον ἡμᾶς ἐκ χειρὸς αὐτῶν, ἵνα γνῷ πᾶσα βασιλεία τῆς γῆς ὅτι σὺ εἶ ὁ Θεὸς μόνος.
Ησ. 37,20                    Συ όμως, Κυριε, που είσαι ιδικός μας Θεός αληθινός, σώσε μας από τα χέρια αυτών των Ασσυρίων, δια να μάθη κάθε βασίλειον επί της γης, ότι συ είσαι ο μόνος αληθινός Θεός”.
Ησ. 37,21                    Καὶ ἀπεστάλη Ἡσαΐας υἱὸς Ἀμὼς πρὸς Ἐζεκίαν καὶ εἶπεν αὐτῷ· τάδε λέγει Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραήλ· ἤκουσα ἃ προσηύξω πρός με περὶ Σενναχηρεὶμ βασιλέως Ἀσσυρίων.
Ησ. 37,21                    Απεστάλη τότε από τον θεόν ο Ησαΐας, ο υιός του Αμώς, προς τον Εζεκίαν και είπε προς αυτόν· “αυτά λέγει Κυριος ο Θεός του Ισραήλ· Ηκουσα αυτά, τα οποία δια της προσευχής σου είπες προς εμέ, σχετικώς με τον Σενναχηρείμ, τον βασιλέα των Ασσυρίων.
Ησ. 37,22                    οὗτος ὁ λόγος, ὃν ἐλάλησε περὶ αὐτοῦ ὁ Θεός· ἐφαύλισέ σε καὶ ἐμυκτήρισέ σε παρθένος θυγάτηρ Σιών, ἐπὶ σοὶ κεφαλὴν ἐκίνησε θυγάτηρ Ἱερουσαλήμ.
Ησ. 37,22                    Ιδού και ο λόγος, τον οποίον ο Κυριος είπε δι αυτόν· Σε εξηυτέλισε, σε ενέπαιξε και σε περιεφρόνησεν, ω Σενναχηρείμ, η αγνή παρθένος, η θυγάτηρ μου Σιών. Εκίνησε περιφρονητικώς εναντίον σου την κεφαλήν της, η θυγάτηρ μου Ιερουσαλήμ.
Ησ. 37,23                    τίνα ὠνείδισας καὶ παρώξυνας; ἢ πρὸς τίνα ὕψωσας τὴν φωνήν σου; καὶ οὐκ ᾖρας εἰς ὕψος τοὺς ὀφθαλμούς σου πρὸς τὸν ἅγιον τοῦ Ἰσραήλ;
Ησ. 37,23                    Ποίον ύβρισες, βασιλεύ Σενναχηρείμ, και τίνος την οργήν εξηρέθισας; Η εναντίον τίνος ύψωσες με εναίδειαν την φωνήν σου; Και δεν εσήκωσες συ, αλαζονικά τα μάτια σου υψηλά εναντίον του αγίου Θεού του Ισραήλ;
Ησ. 37,24                    ὅτι δι᾿ ἀγγέλων ὠνείδισας Κύριον· σὺ γὰρ εἶπας· τῷ πλήθει τῶν ἁρμάτων ἐγὼ ἀνέβην εἰς ὕψος ὀρέων καὶ εἰς τὰ ἔσχατα τοῦ Λιβάνου καὶ ἔκοψα τὸ ὕψος τῆς κέδρου αὐτοῦ καὶ τὸ κάλλος τῆς κυπαρίσσου καὶ εἰσῆλθον εἰς ὕψος μέρος τοῦ δρυμοῦ
Ησ. 37,24                    Διότι με τους αγγελιαφόρους σου ύβρισες τον Κυριον, επειδή συ αλαζονικώς σκεπτόμενος είπες· Εγώ με το πλήθος των αρμάτων μου ανέβηκα εις υψηλά όρη και εις τα πλέον μακρυσμένα μέρη του όρους Λιβάνου, έκοψα τας υψηλάς του κέδρους και τας ωραίας κυπαρίσσους του και εισήλθα εις υψηλόν μέρος του πυκνού και αδιαβάτου δάσους του.
Ησ. 37,25                    καὶ ἔθηκα γέφυραν καὶ ἠρήμωσα ὕδατα καὶ πᾶσαν συναγωγὴν ὕδατος.
Ησ. 37,25                    Εστήριξα γέφυραν, δια να διέρχωνται τα στρατεύματά μου, απεξήρανα νερά και κάθε δεξαμένην ύδατος.
Ησ. 37,26                    οὐ ταῦτα ἤκουσας πάλαι, ἃ ἐγὼ ἐποίησα; ἐξ ἡμερῶν ἀρχαίων συνέταξα, νῦν δὲ ἐπέδειξα ἐξερημῶσαι ἔθνη ἐν ὀχυροῖς καὶ οἰκοῦντας ἐν πόλεσιν ὀχυραῖς.
Ησ. 37,26                    Αλλα από παλαιοτέρους χρόνους και ανθρώπους δεν επληροφορήθης αυτά, τα οποία εγώ έχω κάμει; Από παλαιότερα χρόνια ώρισα, αλλά και τώρα επραγματοποίησα την ερήμωσιν των εχθρών εις τα οχυρώματά των και την καταστροφήν αυτών, που κατοικούσαν εις οχυράς πόλεις.
Ησ. 37,27                    ἀνῆκα τὰς χεῖρας, καὶ ἐξηράνθησαν καὶ ἐγένοντο ὡς χόρτος ξηρὸς ἐπὶ δωμάτων καὶ ὡς ἄγρωστις.
Ησ. 37,27                    Εσήκωσα τα προστατευτικά μου χέρια από αυτούς και οι άνθρωποι εξηράνθησαν. Εγιναν ωσάν το ξηρό χορτάρι επάνω εις τα ηλιακωτά και ωσάν ξηρή αγριάδα.
Ησ. 37,28                    νῦν δὲ τὴν ἀνάπαυσίν σου καὶ τὴν ἔξοδόν σου καὶ τὴν εἴσοδόν σου ἐγὼ ἐπίσταμαι.
Ησ. 37,28                    Τωρα δε εγώ γνωρίζω, που κάθεσαι, που αναπαύεσαι, από που εξέρχεσαι και που πηγαίνεις.
Ησ. 37,29                    ὁ δὲ θυμός σου, ὃν ἐθυμώθης, καὶ ἡ πικρία σου ἀνέβη πρός με, καὶ ἐμβαλῶ φιμὸν εἰς τὴν ῥῖνά σου, καὶ χαλινὸν εἰς τὰ χείλη σου καὶ ἀποστρέψω σε τῇ ὁδῷ ᾗ ἦλθες ἐν αὐτῇ.
Ησ. 37,29                    Ο θυμός, από τον οποίον κατελήφθης εναντίον μου, και η πικρία της ψυχής σου άνεβη προς εμέ. Και, λοιπόν, θα βάλω φίμωτρον εις την ρίνα σου και χαλινάρι εις τα χείλη σου και θα σε επιστρέψω άπρακτον και πανικόβλητον στον δρόμον, από τον οποίον ήλθες.
Ησ. 37,30                    τοῦτο δέ σοι τὸ σημεῖον· φάγε τοῦτον τὸν ἐνιαυτὸν ἃ ἔσπαρκας, τῷ δὲ ἐνιαυτῷ τῷ δευτέρῳ τὸ κατάλειμμα, τῷ δὲ τρίτῳ σπείραντες ἀμήσατε καὶ φυτεύσατε ἀμπελῶνας καὶ φάγεσθε τὸν καρπὸν αὐτῶν.
Ησ. 37,30                    Δια σε δέ, ω Εζεκία, τούτο θα είναι το σημείον της αληθείας των λόγων μου αυτών· φάγε κατά το έτος τούτο τα προϊόντα των καρπών, που έσπειρες· κατά το επόμενον έτος φάγε τα απολειφθέντα εκ των προϊόντων αυτών. Κατά δε το τρίτον έτος θα σπείρετε, θα θερίσετε, θα φυτεύσετε αμπελώνας και θα φάγετε τα προϊόντα αυτών.
Ησ. 37,31                    καὶ ἔσονται οἱ καταλελειμμένοι ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ φυήσουσι ῥίζαν κάτω καὶ ποιήσουσι σπέρμα ἄνω.
Ησ. 37,31                    Οι απομείναντες εις την Ιουδαίαν Ιουδαίοι θα ρίψουν βαθεία τας ρίζας των ωσάν δένδρα, θα κάμουν καρπούς, θα αποκτήσουν απογόνους.
Ησ. 37,32                    ὅτι ἐξ Ἱερουσαλὴμ ἔσονται οἱ καταλελειμμένοι καὶ οἱ σῳζόμενοι ἐξ ὄρους Σιών· ὁ ζῆλος Κυρίου σαβαὼθ ποιήσει ταῦτα.
Ησ. 37,32                    Από την Ιερουσαλήμ θα είναι και θα βλαστήσουν οι απομείναντες Ιουδαίοι, αυτοί ποι θα διασωθούν από το όρός Σιών. Η θερμή αγάπη του Κυρίου παντοκράτορας προς τους Ιουδαίους θα κάμη αυτά.
Ησ. 37,33                    διὰ τοῦτο οὕτω λέγει Κύριος ἐπὶ βασιλέα Ἀσσυρίων· οὐ μὴ εἰσέλθῃ εἰς τὴν πόλιν ταύτην οὐδὲ μὴ βάλῃ ἐπὶ αὐτὴν βέλος οὐδὲ μὴ ἐπιβάλῃ ἐπ᾿ αὐτὴν θυρεόν, οὐδὲ μὴ κυκλώσῃ ἐπ᾿ αὐτὴν χάρακα,
Ησ. 37,33                    Δια τούτο αυτά λέγει ο Κυριος εναντίον του βασιλέως των Ασσυρίων· Δεν πρόκειται να εισέλθη εις την πόλιν αυτήν, την Ιερουσαλήμ, ούτε και θα ρίψη βέλος εναντίον της. Δεν θα προβάλη ασπίδα εναντίον αυτής, ούτε και θα περιβάλη αυτήν με χαράκωμα,
Ησ. 37,34                    ἀλλὰ τῇ ὁδῷ ᾗ ἦλθεν, ἐν αὐτῇ ἀποστραφήσεται καὶ εἰς τὴν πόλιν ταύτην οὐ μὴ εἰσέλθῃ. τάδε λέγει Κύριος·
Ησ. 37,34                    αλλά, από την οδόν, από την οποίαν ήλθεν, από την ιδίαν οδόν θα επιστρέψη προς την πατρίδα του. Και εις την πόλιν αυτήν δεν θα εισελθη”. Αυτά λέγει ακόμη ο Κυριος·
Ησ. 37,35                    ὑπερασπιῶ ὑπὲρ τῆς πόλεως ταύτης τοῦ σῶσαι αὐτὴν δι᾿ ἐμὲ καὶ διὰ Δαυὶδ τὸν παῖδά μου.
Ησ. 37,35                    “θα υπερασπίσω και θα σώσω την πόλιν αυτήν, δια να φανή η δικαιοσύνη και η δύναμίς μου, αλλά και προς χάριν του δούλου μου Δαυίδ».
Ησ. 37,36                    Καὶ ἐξῆλθεν ἄγγελος Κυρίου καὶ ἀνεῖλεν ἐκ τῆς παρεμβολῆς τῶν Ἀσσυρίων ἑκατὸν ὀγδοηκονταπέντε χιλιάδας, καὶ ἀναστάντες τὸ πρωΐ εὗρον πάντα τὰ σώματα νεκρά.
Ησ. 37,36                    Εστάλη πράγματι άγγελος Κυρίου από τον Θεόν και εφόνευσεν από το στρατόπεδον των Ασσυρίων εκατόν ογδοήκοντα πέντε χιλιάδας. Οι απομείναντες από τους Ασσυρίους εσηκώθησαν το πρωϊ και ευρήκαν τα σώματα εκείνων νεκρά.
Ησ. 37,37                    καὶ ἀπῆλθεν ἀποστραφεὶς Σενναχηρεὶμ βασιλεὺς Ἀσσυρίων, καὶ ᾤκησεν ἐν Νινευῇ.
Ησ. 37,37                    Ο Σενναχηρείμ, ο βασιλεύς των Ασσυρίων ανεχώρησεν εις την χώραν του και κατώκησεν εις την πόλιν Νινευή.
Ησ. 37,38                    καὶ ἐν τῷ αὐτὸν προσκυνεῖν ἐν τῷ οἴκῳ Νασαρὰχ τὸν πάτραρχον αὐτοῦ, Ἀδραμέλεχ καὶ Σαρασὰρ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ ἐπάταξαν αὐτὸν μαχαίραις, αὐτοὶ δὲ διεσώθησαν εἰς Ἀρμενίαν· καὶ ἐβασίλευσεν Ἀσορδὰν ὁ υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ.
Ησ. 37,38                    Καποιαν ημέραν, που αυτός προσκυνούσεν στον ναόν του Νασαράχ, Θεού προστάτου του πατρικού του οίκου, οι Αδραμέλεχ και Σαρασάρ, υιοί του, τον εφόνευσαν με μαχαίρας, αυτοί δε έφυγαν και εσώθησαν εις την Αρμενίαν. Αντί δε του Σενναχηρείμ εδασιλευσεν άλλος υιός του, ο Ασορδάν.


ΗΣΑΪΑΣ 38

Ησ. 38,1                      Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἐμαλακίσθη Ἐζεκίας ἕως θανάτου· καὶ ἦλθε πρὸς αὐτὸν Ἡσαΐας υἱὸς Ἀμὼς ὁ προφήτης καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· τάδε λέγει Κύριος· τάξαι περὶ τοῦ οἴκου σου, ἀποθνήσκεις γὰρ σὺ καὶ οὐ ζήσῃ.
Ησ. 38,1                      Κατά τον καιρόν εκείνον ησθένησεν ο Εζεκίας επικινδύνως μέχρι θανάτου. Ηλθε προς αυτόν τότε ο Ησαΐας ο υιός του Αμώς, ο προφήτης, και του ειπε· “αυτά λέγει ο Κυριος προς σέ· Τακτοποίησε τα του οίκου σου, διότι συ τώρα θα αποθάνης και δεν θα ζήσης πλέον”.
Ησ. 38,2                      καὶ ἀπέστρεψεν Ἐζεκίας τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πρὸς τὸν τοῖχον καὶ προσηύξατο πρὸς Κύριον
Ησ. 38,2                      Ο Εζεκίας, όταν ήκουσεν αυτά, εγύρισε το πρόσωπόν του προς τον τοίχον και προσηυχήθη από της κλίνης του προς τον Κυριον και είπε·
Ησ. 38,3                      λέγων· μνήσθητι, Κύριε, ὡς ἐπορεύθην ἐνώπιόν σου μετὰ ἀληθείας, ἐν καρδίᾳ ἀληθινῇ, καὶ τὰ ἀρεστά ἐνώπιόν σου ἐποίησα· καὶ ἔκλαυσεν Ἐζεκίας κλαυθμῷ μεγάλῳ.
Ησ. 38,3                      “ενθυμήσου, Κυριε, πως εγώ έζησα και συμπεριεφέρθην ενώπιόν σου, ότι δηλαδή μετά αληθείας έζησα, με καρδίαν αληθινήν, και τα ευάρεστα ενώπιόν σου έπραξα”. Αμέσως δε έκλαυσεν ο Εζεκιάς με μεγάλον κλαυθμόν.
Ησ. 38,4                      καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρὸς Ἡσαΐαν λέγων·
Ησ. 38,4                      Ωμίλησε κατόπιν ο Κυριος προς τον Ησαϊαν και του ειπε·
Ησ. 38,5                      πορεύθητι καὶ εἰπὸν Ἐζεκίᾳ· τάδε λέγει Κύριος ὁ Θεὸς Δαυὶδ τοῦ πατρός σου· ἤκουσα τῆς προσευχῆς σου καὶ εἶδον τὰ δάκρυά σου. ἰδοὺ προστίθημι πρὸς τὸν χρόνον σου δεκαπέντε ἔτη·
Ησ. 38,5                      “πήγαινε και ειπέ στον Εζεκίαν· αυτά λέγει Κυριος ο Θεός του Δαυίδ, του προγόνου σου· Ηκουσα την προσευχήν σου, είδα τα δάκρυά σου και ιδού προσθέτω στον έως τώρα χρόνον της ζωής σου δεκαπέντε ακόμη έτη.
Ησ. 38,6                      καὶ ἐκ χειρὸς βασιλέως Ἀσσυρίων ῥύσομαί σε καὶ τὴν πόλιν ταύτην καὶ ὑπερασπιῶ ὑπὲρ τῆς πόλεως ταύτης.
Ησ. 38,6                      Επί πλέον από την χείρα του βασιλέως των Ασσυρίων θα απαλλάξω σε και την πόλιν και θα υπερασπίσω εγώ την πόλιν αυτήν”.
Ησ. 38,7                      τοῦτο δὲ σοὶ τὸ σημεῖον παρὰ Κυρίου ὅτι ποιήσει ὁ Θεὸς τὸ ῥῆμα τοῦτο·
Ησ. 38,7                      Τούτο δε το σημείον θα δοθή εις σε από τον Κυριον, ότι δηλαδή ο Θεός θα πράξη αυτό, το οποίον είπε·
Ησ. 38,8                      ἰδοὺ ἐγὼ στρέψω τὴν σκιὰν τῶν ἀναβαθμῶν, οὓς κατέβη ὁ ἥλιος, τοὺς δέκα ἀναβαθμοὺς τοῦ οἴκου τοῦ πατρός σου, ἀποστρέψω τὸν ἥλιον τοὺς δέκα ἀναβαθμούς. καὶ ἀνέβη ὁ ἥλιος τοὺς δέκα ἀναβαθμούς, οὓς κατέβη ἡ σκιά.
Ησ. 38,8                      “Ιδού εγώ θα στρέψω προς τα οπίσω την σκιαν του ηλίου επί των βαθμίδων του ηλιακού ωρολογίου κατά δέκα βαθμίδας στο ηλιακόν αυτό ωρολόγιον, που ευρίσκεται στον οίκον του πατρός σου. θα γυρίσω προς τα οπίσω τον ήλιον κατά δέκα βαθμούς”. Και πράγματι εστράφη οπίσω η σκια του ηλίου κατά δέκα βαθμίδας, τας οποίας είχε προηγουμένως κατεβή, καθώς προχωρούσε η ημέρα.
Ησ. 38,9                      Προσευχὴ Ἐζεκίου βασιλέως τῆς Ἰουδαίας, ἡνίκα ἐμαλακίσθη, καὶ ἀνέστη ἐκ τῆς μαλακίας αὐτοῦ.
Ησ. 38,9                      Ιδού και η άλλη προσευχή Εζεκίου, βασιλέως της Ιουδαίας, όταν μετά την άσθε-νειαν του εσηκώθη από την κλίνην της ασθενείας του·
Ησ. 38,10                    Ἐγὼ εἶπα· ἐν τῷ ὕψει τῶν ἡμερῶν μου πορεύσομαι ἐν πύλαις ᾅδου, καταλείψω τὰ ἔτη τὰ ἐπίλοιπα.
Ησ. 38,10                    “εγώ είπα· εις την ακμήν, λοιπόν, της ανδρικής ηλικίας μου θα πορευθώ εις τας πύλας του άδου και θα αφήσω τα υπόλοιπα έτη της ζωής μου αποθνήσκων πρόωρα;
Ησ. 38,11                    εἶπα· οὐκέτι οὐ μὴ ἴδω τὸ σωτήριον τοῦ Θεοῦ ἐπὶ γῆς ζώντων, οὐκέτι μὴ ἴδω τὸ σωτήριον τοῦ Ἰσραὴλ ἐπὶ γῆς, οὐκέτι μὴ ἴδω ἄνθρωπον.
Ησ. 38,11                    Είπα· δεν θα ίδω πλέον την παρά Θεού σωτηρίαν εις την γην των ζώντων ανθρώπων. Δεν θα ίδω πλέον την σωτηρίου του ισραηλιτικού λαού, του ευρισκομένου εις την γην των ζώντων. Δεν θα αντικρύσω πλέον ζώντανόν άνθρωπον.
Ησ. 38,12                    ἐξέλιπον ἐκ τῆς συγγενείας μου, κατέλιπον τὸ ἐπίλοιπον τῆς ζωῆς μου, ἐξῆλθε καὶ ἀπῆλθεν ἀπ᾿ ἐμοῦ ὥσπερ ὁ καταλύων σκηνὴν πήξας, τὸ πνεῦμά μου παρ᾿ ἐμοὶ ἐγένετο ὡς ἱστὸς ἐρίθου ἐγγιζούσης ἐκτεμεῖν.
Ησ. 38,12                    Εσβησα πλέον από την συγγένειάν μου, αφήκα τον υπόλοιπον χρόνον της ζωής μου, εβγήκε και έφυγε από εμέ η ζωη· ώσαν άνθρωπος ο οποίος έστησε και κατόπιν διέλυσε την σκηνήν. Η πνοή της ζωής, που υπάρχει μέσα μου, όμοιάζει σαν το ύφασμα αργαλειού υφαντρίας, η οποία, αφού ετελείωσε την ύφανσιν, πρόκειται να το κόψη.
Ησ. 38,13                    ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ παρεδόθην ἕως πρωΐ ὡς λέοντι· οὕτως συνέτριψε πάντα τὰ ὀστᾶ μου, ἀπὸ γὰρ τῆς ἡμέρα ἕως τῆς νυκτὸς παρεδόθην.
Ησ. 38,13                    Κατά την ημέραν εκείνην του παροξυσμού της ασθενείας μου, καθ' όλον το διάστημα της νυκτός έως το πρωϊ, ήτο ως εάν είχον παραδοθή ανυπεράσπιστος εις λέοντα. Ετσι αυτή η ασθένειά μου είχε συντρίψει όλα τα κύκκαλά μου. Διότι από την ημέραν έως και την νύκτα είχα παραδοθή εις αγωνίαν.
Ησ. 38,14                    ὡς χελιδών, οὕτω φωνήσω, καὶ ὡς περιστερά, οὕτω μελετήσω· ἐξέλιπον γάρ μου οἱ ὀφθαλμοὶ τοῦ βλέπειν εἰς τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ πρὸς τὸν Κύριον, ὃς ἐξείλατό με καὶ ἀφείλατό μου τὴν ὀδύνην τῆς ψυχῆς.
Ησ. 38,14                    Ωσάν χελιδόνι, έφωναζα, ωσάν περιστερά, που γουργουρίζει, έτσι έκραζα. Αδυνάτισαν και εσβησαν τα μάτια μου με το να είναι συνεχώς προσηλωμένα στο ύψος του ουρανού, προς τον Κυριον, ο οποίος ήκουσε την προσευχήν μου και με απήλλαξεν από την ασθένειάν μου, αφήρεσε την οδύνην της ψυχής μου.
Ησ. 38,16                    Κύριε, περὶ αὐτῆς γὰρ ἀνηγγέλη σοι, καὶ ἐξήγειράς μου τὴν πνοήν, καὶ παρακληθεὶς ἔζησα.
Ησ. 38,16                    Κυριε, δι' αυτήν την σωτηρίαν μου από την ασθένειαν, εγώ προσηυχήθην προς σε· και συ εζωογόνησες την ψυχήν μου. Ετσι δε εγώ έζησα και παρηγορήθην.
Ησ. 38,17                    εἵλου γάρ μου τὴν ψυχήν, ἵνα μὴ ἀπόληται, καὶ ἀπέῤῥιψας ὀπίσω μου πάσας τὰς ἁμαρτίας.
Ησ. 38,17                    Διότι συ, εν τη αγαθότητί σου, επήρες εις τα χέρια σου την ζωήν μου, δια να μη χαθή. Ερριψες οπίσω μου όλας τας αμαρτίας μου και με συνεχώρησες δι' αυτάς.
Ησ. 38,18                    οὐ γὰρ οἱ ἐν ᾅδου αἰνέσουσί σε, οὐδὲ οἱ ἀποθανόντες εὐλογήσουσί σε, οὐδὲ ἐλπιοῦσιν οἱ ἐν ᾅδου τὴν ἐλεημοσύνην σου.
Ησ. 38,18                    Διότι, αυτοί που ευρίσκονται στον άδην δεν σε υμνολογούν, ούτε οι νεκροί σε δοξολογούν, ούτε και έχουν ελπίδας στο έλεός σου όσοι ευρίσκονται στον άδην.
Ησ. 38,19                    οἱ ζῶντες εὐλογήσουσί σε ὃν τρόπον κἀγώ· ἀπὸ γὰρ τῆς σήμερον παιδία ποιήσω, ἃ ἀναγγελοῦσι τὴν δικαιοσύνην σου,
Ησ. 38,19                    Μονον αυτοί που ζουν, θα σε δοξολογήσουν, όπως πράττω και εγώ, διότι από την ημέραν αυτήν εγώ θα αποκτήσω και παιδιά, τα οποία επίσης θα κηρύξουν την δικαιοσύνην σου.
Ησ. 38,20                    Κύριε τῆς σωτηρίας μου, καὶ οὐ παύσομαι εὐλογῶν σε μετὰ ψαλτηρίου πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου κατέναντι τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ.
Ησ. 38,20                    Κυριε και σωτήρ μου, δεν θα παύσω να σε δοξολογώ με ψαλτήριον και μουσικά όργανα όλας τας ημέρας της ζωής μου, ερχόμενος ενώπιον του ναού σου”.
Ησ. 38,21                    Καὶ εἶπεν Ἡσαΐας πρὸς Ἐζεκίαν· λάβε παλάθην ἐκ σύκων καὶ τρίψων καὶ κατάπλασαι, καὶ ὑγιὴς ἔσῃ.
Ησ. 38,21                    Είπεν ο Ησαΐας προς τον Εζεκίαν· “πάρε μια αρμάθα σύκα, τρίψε τα και πίεσέ τα, βάλε τα ως κατάπλασμα εις την πληγήν σου και θα γίνης υγιής”.
Ησ. 38,22                    καὶ εἶπεν Ἐζεκίας· τοῦτο τὸ σημεῖον ὅτι ἀναβήσομαι εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ.
Ησ. 38,22                    Ο Εζεκίας είπεν· “ιδού του Θεού το θαύμα αυτό, με το οποίον θα θεραπευθώ από την ασθένειάν μου και υγιής θα ανεώ στον ναόν του Θεού”.


ΗΣΑΪΑΣ 39

Ησ. 39,1                      Ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἀπέστειλε Μαρωδὰχ Βαλαδὰν ὁ υἱὸς τοῦ Βαλαδάν, ὁ βασιλεὺς τῆς Βαβυλωνίας, ἐπιστολὰς καὶ πρέσβεις καὶ δῶρα Ἐζεκίᾳ· ἤκουσε γὰρ ὅτι ἐμαλακίσθη ἕως θανάτου καὶ ἀνέστη.
Ησ. 39,1                      Κατά την έποχην εκείνην ο Μαρωδάχ Βαλαδάν, υιός του Βαλαδάν βασιλεύς της Βαδυλώνος, έστειλέ με πρέσβεις επιστολήν και δώρα στον Εζεκίαν, διότι είχε πληροφορηθή, ότι ο Εζεκίας ησθένησε μέχρι θανάτου και ηγέρθη υγιής από την κλίνην του.
Ησ. 39,2                      καὶ ἐχάρη ἐπ᾿ αὐτοῖς Ἐζεκίας χαρὰν μεγάλην καὶ ἔδειξεν αὐτοῖς τὸν οἶκον τοῦ νεχωθᾶ καὶ τοῦ ἀργυρίου καὶ τοῦ χρυσίου καὶ τῆς στακτῆς καὶ τῶν θυμιαμάτων καὶ τοῦ μύρου καὶ πάντας τοὺς οἴκους τῶν σκευῶν τῆς γάζης καὶ πάντα, ὅσα ἦν ἐν τοῖς θησαυροῖς αὐτοῦ· καὶ οὐκ ἦν οὐθέν, ὃ οὐκ ἔδειξεν Ἐζεκίας ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ καὶ ἐν πάσῃ τῇ ἐξουσίᾳ αὐτοῦ.
Ησ. 39,2                      Ο Εζεκίας εχάρη χαράν μεγάλην δι' αυτά και επάνω στον ενθουσιασμόν του έδειζεν εις αυτούς τον οίκον των πολυτίμων αντικειμένων του αργυρίου, του χρυσίου, του ευώδους αρώματος, της στακτής, και των θυμιαμάτων, του μύρου, όπως επίσης και όλους τους οίκους, στους οποίους ευρίσκοντο τα πολεμικά του όπλα, και όλα όσα υπήρχον εις τα θησαυροφυλάκια του. Δεν έμεινε τίποτε στον οίκον του και εις όλην την εξουσίαν του, το οποίον να μη έδειξεν εις αυτούς ο Εζεκίας.
Ησ. 39,3                      καὶ ἦλθεν Ἡσαΐας ὁ προφήτης πρὸς τὸν βασιλέα Ἐζεκίαν καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· τί λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι; καὶ πόθεν ἥκασι πρός σέ; καὶ εἶπεν Ἐζεκίας· ἐκ τῆς γῆς πόῤῥωθεν ἥκασι πρός με, ἐκ Βαβυλῶνος.
Ησ. 39,3                      Ηλθεν ο προφήτης Ησαΐας προς τον βασιλέα Εζεκίαν και του είπε· “τι λέγουν αυτοί οι άνθρωποι; Από που έχουν ελθει προς σέ;” Και ο Εζεκίας απήντησεν· “από γην μακρυνήν έχουν έλθει προς εμέ, από την Βαβυλώνα”.
Ησ. 39,4                      καὶ εἶπεν Ἡσαΐας· τί εἴδοσαν ἐν τῷ οἴκῳ σου; καὶ εἶπεν Ἐζεκίας· πάντα τὰ ἐν τῷ οἴκῳ μου εἴδοσαν, καὶ οὐκ ἔστιν ἐν τῷ οἴκῳ μου ᾧ οὐκ εἴδοσαν, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐν τοῖς θησαυροῖς μου.
Ησ. 39,4                      Είπεν εις αυτόν ο Ησαΐας· “τι είδον αυτοί στον οίκόν σου; Ο Εζεκίας απήντησεν· “όλα όσα υπάρχουν στον οίκόν μου τα είδαν, δεν υπάρχει δε τίποτε στον οίκόν μου, το οποίον δεν είδαν. Ακόμη επίσης είδαν όλα, όσα υπάρχουν αποτεθειμένα εις τα θησαυροφυλάκιά μου”.
Ησ. 39,5                      καὶ εἶπεν Ἡσαΐας αὐτῷ· ἄκουσον τὸν λόγον Κυρίου σαβαώθ·
Ησ. 39,5                      Είπε τότε ο Ησαΐας προς αυτόν· “άκουσε, λοιπόν, τον λόγον του Κυρίου παντοκράτορας·
Ησ. 39,6                      ἰδοὺ ἡμέραι ἔρχονται, λέγει Κύριος, καὶ λήψονται πάντα τὰ ἐν τῷ οἴκῳ σου, καὶ ὅσα συνήγαγον οἱ πατέρες σου ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης, εἰς Βαβυλῶνα ἥξει, καὶ οὐδὲν οὐ μὴ καταλείπωσιν· εἶπε δὲ ὁ Θεὸς
Ησ. 39,6                      Ερχονται ημέραι, λέγει ο Κυριος, και θα λεηλατηθούν όλα, όσα υπάρχουν στον οίκόν σου, όσα συνήθροισαν οι προγονοί σου μέχρι της ημέρας αυτής και θα μεταφερθούν εις την Βαβυλώνα. Οι επιδρομείς θα λεηλατήσουν τα πάντα και δεν θα αφήσουν τίποτε έδω. Αυτά είπεν ο Θεός. Προσέθεσεν ακόμη ο Θεός·
Ησ. 39,7                      ὅτι καὶ ἀπὸ τῶν τέκνων σου, ὧν ἐγέννησας, λήψονται καὶ ποιήσουσι σπάδοντας ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ βασιλέως τῶν Βαβυλωνίων.
Ησ. 39,7                      ότι και από τα τέκνα σου, που συ εγεννησες, θα πάρουν οι εχθροί σου και θα τα κάμουν ευνούχους εις τα ανάκτορα των βασιλέων της Βαδυλώνος”.
Ησ. 39,8                      καὶ εἶπεν Ἐζεκίας Ἡσαΐᾳ· ἀγαθὸς ὁ λόγος Κυρίου, ὃν ἐλάλησε· γενέσθω δὴ εἰρήνη καὶ δικαιοσύνη ἐν ταῖς ἡμέραις μου.
Ησ. 39,8                      Και απήντησεν ο Εζεκίας στον Ησαΐαν· “Δικαιος και καλός είναι ο λόγος αυτός του Κυρίου, τον οποίον μίλησε. Ας γίνη τουλάχιστον ειρήνή και ας επικράτηση δικαιοσύνη και ασφάλεια εις τας ημέρας μου”.


ΗΣΑΪΑΣ 40

Ησ. 40,1                      Παρακαλεῖτε παρακαλεῖτε τὸν λαόν μου, λέγει ὁ Θεός.
Ησ. 40,1                      Παρηγορείτε, παρηγορείτε και ενθαρύνατε τον λαόν μου, λέγει ο Θεός.
Ησ. 40,2                      ἱερεῖς, λαλήσατε εἰς τὴν καρδίαν Ἱερουσαλήμ, παρακαλέσατε αὐτήν· ὅτι ἐπλήσθη ἡ ταπείνωσις αὐτῆς, λέλυται αὐτῆς ἡ ἁμαρτία· ὅτι ἐδέξατο ἐκ χειρὸς Κυρίου διπλᾶ τὰ ἁμαρτήματα αὐτῆς.
Ησ. 40,2                      Ιερείς, λαλήσατε λόγους, οι οποίοι θα θερμάνουν την καρδίαν της Ιερουσαλήμ. Παρηγορήσατέ την, διότι ωλοκληρώθη πλέον η ταπείνωσίς της, συνεχωρήθη η αμαρτία της, διότι επήρεν από την δεξιάν χείρα του Κυρίου αρκετήν τιμωρίαν δια τα αμαρτήματά της.
Ησ. 40,3                      φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ· ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου. εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.
Ησ. 40,3                      Ιδού, ακούεται φωνή ανθρώπου, ο οποίος βοά εις την έρημον και λέγει· Ετοιμάσατε την οδόν, δια της οποίας θα διέλθη ο Κυριος. Καταστήσατε ευθείς και απροσκόπτους τους δρόμους του Θεού μας.
Ησ. 40,4                      πᾶσα φάραγξ πληρωθήσεται καὶ πᾶν ὄρος καὶ βουνὸς ταπεινωθήσεται, καὶ ἔσται πάντα τὰ σκολιὰ εἰς εὐθεῖαν καὶ ἡ τραχεῖα εἰς ὁδοὺς λείας·
Ησ. 40,4                      Καθε φάραγξ πρέπει να επιχωματισθή και κάθε όρος και βουνόν πρέπει να ισοπεδωθή. Ολα τα στραβά και οφιοειδή πρέπει να ευθυγραμμισθούν, να γίνουν ομαλά, και κάθε τραχεία και δύσβατος οδός, πρέπει, να γίνη ομαλή και λεία.
Ησ. 40,5                      καὶ ὀφθήσεται ἡ δόξα Κυρίου, καὶ ὄψεται πᾶσα σάρξ τὸ σωτήριον τοῦ Θεοῦ, ὅτι Κύριος ἐλάλησε.
Ησ. 40,5                      Και θα φανή η δόξα του Κυρίου. Καθε δε άνθρωπος θα ίδη την σωτηρίαν, που ο Θεός θα προσφέρη. Ο Κυριος ελάλησε και εβεβαίωσεν αυτά.
Ησ. 40,6                      φωνὴ λέγοντος· βόησον· καὶ εἶπα· τί βοήσω; πᾶσα σάρξ χόρτος, καὶ πᾶσα δόξα ἀνθρώπου ὡς ἄνθος χόρτου·
Ησ. 40,6                      Ηκούσθη φωνή κάποιου, ο οποίος έλεγε· “βόησον, φώναξε δυνατά”. Και εγώ είπα· “τι να βοήσω;” Και η φωνή εκείνη άπαντα· “κάθε άνθρωπος είναι ώσαν το χορτάρι και κάθε δόξα ανθρώπου ομοιάζει ώσαν το άνθος του χόρταριού.
Ησ. 40,7                      ἐξηράνθη ὁ χόρτος, καὶ τὸ ἄνθος ἐξέπεσε,
Ησ. 40,7                      Το χορτάρι εξηράνθη και το άνθος του εμαράνθη και έπεσε κάτω. Ετσι είναι κάθε άνθρωπος.
Ησ. 40,8                      τὸ δὲ ῥῆμα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν μένει εἰς τὸν αἰῶνα.
Ησ. 40,8                      Ο λόγος όμως του Θεού μας παραμένει αιώνιος και ακατάλυτος”.
Ησ. 40,9                      ἐπ᾿ ὄρος ὑψηλὸν ἀνάβηθι, ὁ εὐαγγελιζόμενος Σιών· ὕψωσον ἐν ἰσχύϊ τὴν φωνή σου, ὁ εὐαγγελιζόμενος Ἱερουσαλήμ· ὑψώσατε, μὴ φοβεῖσθε· εἰπὸν ταῖς πόλεσιν Ἰούδα· ἰδοὺ ὁ Θεὸς ὑμῶν.
Ησ. 40,9                      Ανέβα επάνω εις υψηλυν όρος συ, ο οποίος εξαγγέλλεις ευχαρίστους ειδήσεις προς την Σιών, συ ο καλός αγγελιαφόρος της Ιερουσαλήμ, ύψωσέ με μεγάλην δύναμιν την φωνήν σου· υψώσατε τας φωνάς σας, κραυγάσατε, μη φοβείσθε. Είπατε εις τας πόλεις της φυλής του Ιούδα· ιδού, ο σωτήρ και ελευθερωτής Θεός σας.
Ησ. 40,10                    ἰδοὺ Κύριος Κύριος μετὰ ἰσχύος ἔρχεται καὶ ὁ βραχίων μετὰ κυρίας· ἰδοὺ ὁ μισθὸς αὐτοῦ μετ᾿ αὐτοῦ καὶ τὸ ἔργον ἐναντίον αὐτοῦ.
Ησ. 40,10                    Ιδού ο Κυριος έρχεται με την άπειρον αυτού δύναμιν και η παντοδύναμος δεξιά του μετά ισχύος και κυριότητος. Ιδού ο μισθός της νίκης του είναι μαζή του και το ένδοξον έργον, που κατώρθωσεν, είναι ενώπιον του.
Ησ. 40,11                    ὡς ποιμὴν ποιμανεῖ τὸ ποίμνιον αὐτοῦ καὶ τῷ βραχίονι αὐτοῦ συνάξει ἄρνας καὶ ἐν γαστρὶ ἐχούσας παρακαλέσει.
Ησ. 40,11                    Ωσάν καλός ποιμήν θα ποιμάνη το ποίμνιόν του και με την δύναμιν του βραχίονός του θα συγκέντρωση τα αρνιά, με στοργήν και φροντίδα θα περιβάλη τας εγγύους προβατίνας.
Ησ. 40,12                    Τίς ἐμέτρησε τῇ χειρὶ τὸ ὕδωρ καὶ τὸν οὐρανὸν σπιθαμῇ καὶ πᾶσαν τὴν γῆν δρακί; τίς ἔστησε τὰ ὄρη σταθμῷ καὶ τὰς νάπας ζυγῷ;
Ησ. 40,12                    Ποίος εμέτρησε με την χούφτα του χεριού του όλα τα νερά της υφηλίου, τον ουρανόν με την σπιθαμήν του και το χώμα της γης με τη χούφτα του; Ποιός ανήγειρε και εζύγισε με στατήρα τα όρη και τας δασώσεις κοιλάδας με πλάστιγγα;
Ησ. 40,13                    τίς ἔγνω νοῦν Κυρίου, καὶ τίς αὐτοῦ σύμβουλος ἐγένετο, ὃς συμβιβᾷ αὐτόν;
Ησ. 40,13                    Ποιός εγνώρισε τον νουν του Κυρίου και ενόησε τα πάνσοφα αυτού σχέδια; Ποιός έγινε σύμβουλος του, ο οποίος θα είναι εις θέσιν να τον διδάξη;
Ησ. 40,14                    ἢ πρὸς τίνα συνεβουλεύσατο καὶ συνεβίβασεν αὐτόν; ἢ τίς ἔδειξεν αὐτῷ κρίσιν; ἢ ὁδὸν συνέσεως τίς ἔδειξεν αὐτῷ;
Ησ. 40,14                    Η με ποιόν συνεσκέφθη ο Κυριος και ποιός ποτέ τον εδίδαξε; Η ποιός έδειξεν εις αυτόν την δικαίαν και ορθήν κρίσιν, ποιός ποτέ του υπέδειξε δρόμον συνέσεως; Κανείς.
Ησ. 40,15                    εἰ πάντα τὰ ἔθνη ὡς σταγὼν ἀπὸ κάδου καὶ ὡς ῥοπὴ ζυγοῦ ἐλογίσθησαν καὶ ὡς σίελος λογισθήσονται·
Ησ. 40,15                    Πράγματι όλα τα έθνη είναι σαν μια σταγόνα από ένα αγγείον ύδατος, σαν μια λεπτοτάτη σκόνη, η οποία μόλις επιφέρει ελαφράν κλίσιν στον δίσκον του ζυγού. Τα πάντα ωσάν σάλιο, που το φτύνει ο άνθρωπος, έτσι θεωρούνται ενώπιον του Θεού.
Ησ. 40,16                    ὁ δὲ Λίβανος οὐχ ἱκανὸς εἰς καῦσιν, καὶ πάντα τὰ τετράποδα οὐχ ἱκανὰ εἰς ὁλοκάρπωσιν,
Ησ. 40,16                    Ο Λιβανος με τα αναρίθμητα κέδρα και πεύκα του, δεν είναι αρκετός εις καύσιν, δια να προσφερθή στον Θεόν η πρέπουσα θυσία. Και όλα τα τετράποδα της γης δεν είναι αρκετά, δια να του προσφερθούν ως ανταξία θυσία ολοκαυτώματος.
Ησ. 40,17                    καὶ πάντα τὰ ἔθνη ὡς οὐδέν εἰσι καὶ εἰς οὐθὲν ἐλογίσθησαν.
Ησ. 40,17                    Ολα τα έθνη είναι σαν ένα μηδέν ενώπιον του. Ελογαριάσθησαν, σαν να μη υπάρχουν καν.
Ησ. 40,18                    τίνι ὡμοιώσατε Κύριον καὶ τίνι ὁμοιώματι ὡμοιώσατε αὐτόν;
Ησ. 40,18                    Σεις, που παρασύρεσθε εις την ειδωλολατρείαν, με τι παρομοιάσατε τον Κυριον; Με ποιά εικόνα παρομοιάσατε αυτόν.
Ησ. 40,19                    μὴ εἰκόνα ἐποίησε τέκτων, ἢ χρυσοχόος χωνεύσας χρυσίον περιεχρύσωσεν αὐτόν, ὁμοίωμα κατεσκεύασεν αὐτόν;
Ησ. 40,19                    Μηπως ο ειδωλολάτρης τέκτων κατεσκεύασεν εικόνα και ο χρυσοχόος, αφού έλυωσε το χρυσίον μέσα στο χωνευτήριόν του, την περιεχρύσωσε και έτσι κατεσκεύασεν ομοίωμα του Θεού;
Ησ. 40,20                    ξύλον γὰρ ἄσηπτον ἐκλέγεται τέκτων καὶ σοφῶς ζητεῖ πῶς στήσει εἰκόνα αὐτοῦ καὶ ἵνα μὴ σαλεύητε.
Ησ. 40,20                    Ο τέκτων εκλέγει επίσης ένα άσηπτον ξύλον, το σκαλίζει με σοφίαν και επιζητεί να στήση την εικόνα του Θεού, δια να μη σαλεύεται.
Ησ. 40,21                    οὐ γνώσεσθε; οὐκ ἀκούσεσθε; οὐκ ἀνηγγέλη ἐξ ἀρχῆς ὑμῖν; οὐκ ἔγνωτε τὰ θεμέλια τῆς γῆς;
Ησ. 40,21                    Σεις, οι ειδωλολάτραι δεν θα γνωρίσετε την αλήθειαν; Δεν θα ακούσετε τον νόμον του Θεού; Δεν ανηγγέλθη εις σας ευθύς εξ αρχής από της δημιουργίας του κόσμου; Δεν εμαθατε από την ασφαλή θεμελίωσιν της γης, ποιός την έκαμε και την εστερέωσε;
Ησ. 40,22                    ὁ κατέχων τὸν γῦρον τῆς γῆς, καὶ οἱ ἐνοικοῦντες ἐν αὐτῇ ὡς ἀκρίδες, ὁ στήσας ὡς καμάραν τὸν οὐρανὸν καὶ διατείνας ὡς σκηνὴν κατοικεῖν,
Ησ. 40,22                    Ο Θεός είναι εκείνος, που κατέχει όλην την σφαίραν της γης, οι δε κατοικούντες εις αυτήν είναι ώσαν ακρίδες. Ο Θεός είναι εκείνος, που έστησε και εθεμελίωσε τον ουρανόν ως πελωρίαν καμάραν, που τον ήπλωσεν ωσάν σκηνήν, δια να κατοικούν κάτω από αυτήν οι άνθρωποι.
Ησ. 40,23                    ὁ διδοὺς ἄρχοντας ὡς οὐδὲν ἄρχειν, τὴν δὲ γῆν ὡς οὐδὲν ἐποίησεν.
Ησ. 40,23                    Ο Θεός καθιστα τους αμαρτωλούς άρχοντας ώσαν ένα μηδέν, χωρίς κύρος, σαν να μη εξουσιάζουν τίποτε. Εδημιούργησε δε την γην, σαν ένα τίποτε ενώπιόν του.
Ησ. 40,24                    οὐ γὰρ μὴ φυτεύσωσιν, οὐδὲ μὴ σπείρωσιν, οὐδὲ μὴ ῥιζωθῇ εἰς τὴν γῆν ἡ ῥίζα αὐτῶν· ἔπνευσεν ἐπ᾿ αὐτοὺς καὶ ἐξηράνθησαν, καὶ καταιγὶς ὡς φρύγανα λήψεται αὐτούς.
Ησ. 40,24                    Οι άνθρωποι ομοιάζουν με τα φυτά, που χωρίς την δύναμιν του Θεού δεν ημπορούν ούτε να φυτευθούν, ούτε να σπαρούν, ούτε και η ρίζα των να εισχωρήση εις την γην. Επνευσεν εναντίον των καυστικός ο άνεμος και εξηράνθησαν· ήλθεν η καταιγίς και σαν φρύγανα θα τα αναλάβη και θα τα εξαφάνιση.
Ησ. 40,25                    νῦν οὖν τίνι με ὡμοιώσατε καὶ ὑψωθήσομαι; εἶπεν ὁ ἅγιος.
Ησ. 40,25                    Τωρα, λοιπόν, σκεφθήτε σεις, οι ειδωλολάτραι, προς ποίον με παρομοιάσατε; Που με ανεβάσατε, ώστε εγώ να δοξασθώ; είπεν ο άγιος Θεός.
Ησ. 40,26                    ἀναβλέψατε εἰς ὕψος τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν καὶ ἴδετε, τίς κατέδειξε ταῦτα πάντα; ὁ ἐκφέρων κατ᾿ ἀριθμὸν τὸν κόσμον αὐτοῦ πάντας ἐπ᾿ ὀνόματι καλέσει· ἀπὸ πολλῆς δόξης καὶ ἐν κράτει ἰσχύος αὐτοῦ οὐδέν σε ἔλαθε.
Ησ. 40,26                    Σηκώσατε υψηλά τα μάτια σας στον ουρανόν και ίδετε, ποιός εδημιούργησε και κατέστησε περίλαμπρα όλα αυτά; Ο Θεός είναι εκείνος, ο οποίος διατάσσει και βγάζει ώσαν μετρημένην και τακτοποιημένην στρατιάν, τον κόσμον των αστέρων. Ολους τους αστέρας ονομαστικώς θα τους καλέση. Από την πολλήν σου δόξαν και εις την ισχύν της δυνάμεώς σου, Κυριε, τίποτε δεν σου διέφυγε. Γνωρίζεις τα πάντα πάντοτε.
Ησ. 40,27                    Μὴ γὰρ εἶπῃς, Ἰακώβ, καὶ τί ἐλάλησας, Ἰσραήλ· ἀπεκρύβη ἡ ὁδός μου ἀπὸ τοῦ Θεοῦ, καὶ ὁ Θεός μου τὴν κρίσιν ἀφεῖλε καὶ ἀπέστη;
Ησ. 40,27                    Μη πης ποτέ, Ιακώβ, μη λαλήσης ισραηλιτικέ λαέ· “η οδός μου είναι, λοιπόν, κρυμμένη από τον Θεόν; Δεν την γνωρίζει; Ο Θεός μου με εστέρησεν από την δικαίαν του κρίσιν, απέφυγε να μου αποδώση το δίκαιον και απεμακρύνθη από εμέ;”
Ησ. 40,28                    καὶ νῦν οὐκ ἔγνως εἰ μὴ ἤκουσας; Θεὸς αἰώνιος ὁ Θεὸς ὁ κατασκευάσας τὰ ἄκρα τῆς γῆς, οὐ πεινάσει, οὐδὲ κοπιάσει, οὐδέ ἐστιν ἐξεύρεσις τῆς φρονήσεως αὐτοῦ·
Ησ. 40,28                    Και λοιπόν δεν έμαθες, δεν ήκουσες ότι ο αιώνιος Θεός είναι,ο Θεός ο οποίος εδημιούργησεν ολόκληρον την γην; Απειροτέλειος και αιώνιος καθώς είναι, αυτός εδημιούργησεν ολόκληρον την γην από άκρου εις άκρον. Δεν θα πεινάση, ούτε και θα κοπιάση, όπως οι άνθρωποι δια τον άρτον των· ούτε και είναι δυνατόν να εξερεύνηση και κατανόηση κανείς όλον το βάθος της απείρου σοφίας του.
Ησ. 40,29                    διδοὺς τοῖς πεινῶσιν ἰσχὺν καὶ τοῖς μὴ ὀδυνωμένοις λύπην.
Ησ. 40,29                    Αυτός δίδει στους πεινώντας τροφήν και δύναμιν· και εις όσους δεν έχουν δοκιμάσει οδύνας, αποστέλλει λύπην.
Ησ. 40,30                    πεινάσουσι γὰρ νεώτεροι, καὶ κοπιάσουσι νεανίσκοι, καὶ ἐκλεκτοὶ ἀνίσχυες ἔσονται·
Ησ. 40,30                    Νέοι, ευρισκόμενοι εις την ακμήν της ηλικίας των, θα καταβληθούν από την πείναν, θα κοπιάσουν και θα ταλαιπωρηθούν· και οι εκλεκτοί μεταξύ αυτών θα γίνουν ανίσχυροι.
Ησ. 40,31                    οἱ δὲ ὑπομένοντες τὸν Θεὸν ἀλλάξουσιν ἰσχύν, πτεροφυήσουιν ὡς ἀετοί, δραμοῦνται καὶ οὐ κοπιάσουσι, βαδιοῦνται καὶ οὐ πεινάσουσιν.
Ησ. 40,31                    Εκείνοι όμως οι οποίοι υπομένουν και περιμένουν τον Κυριον, θα πάρουν νέαν μεγαλυτέραν δύναμιν, θα βγάλουν νέα φτερά, σαν αετοί· θα τρέχουν και δεν θα καταβάλλωνται από τον κόπον· θα βαδίζουν και δεν θα πεινάσουν.


ΗΣΑΪΑΣ 41

Ησ. 41,1                      Ἐγκαινίζεσθε πρός με, νῆσοι, οἱ γὰρ ἄρχοντες ἀλλλάξουσιν ἰσχύν· ἐγγισάτωσαν καὶ λαλησάτωσαν ἅμα, τότε κρίσιν ἀναγγειλάτωσαν.
Ησ. 41,1                      Νήσοι της Μεσογείου, που εκπροσωπείτε τον ειδωλολοτρικόν κόσμον, γενήτε κοντά μου και δι' εμού νέα κτίσις. Οι άρχοντες σας ας αλλάξουν και ας αποκτήσουν νέαν δύναμιν. Ας πλησιάσουν και ας συνομιλήσωμεν μαζή. Ας στήσωμεν διάλογον προς εύρεσιν και εφαρμογήν του δικαίου.
Ησ. 41,2                      τίς ἐξήγειρεν ἀπὸ ἀνατολῶν δικαιοσύνην, ἐκάλεσεν αὐτὴν κατὰ πόδας αὐτοῦ, καὶ πορεύσεται; δώσει ἐναντίον ἐθνῶν καὶ βασιλεῖς ἐκστήσει καὶ δώσει εἰς γῆν τὰς μαχαίρας αὐτῶν καὶ ὡς φρύγανα ἐξωσμένα τὰ τόξα αὐτῶν·
Ησ. 41,2                      Ποιός ανήγειρεν από ανατολών και ανέδειξεν άνθρωπον εκπροσωπούντα και επιβάλλοντα την δικαιοσύνην, και ποιός εκάλεσεν αυτήν να τον ακολουθή κατά πόδας και να πηγαίνη μαζή του; Αυτόν τον άνθρωπον, εκπρόσωπον ιδικόν μου, θα τον δώσω εις κατάκτησιν εθνών. Αυτός θα απομακρύν·η και θα εκθρόνιση βασιλείς, θα συντρίψη κάτω στο έδαφος τας μαχαίρας των· και τα τόξα των θα τα κάμη ώσαν πεταμένα και διασκορπισμένα φρύγανα.
Ησ. 41,3                      καὶ διώξεται αὐτοὺς καὶ διελεύσεται ἐν εἰρήνῃ ἡ ὁδὸς τῶν ποδῶν αὐτοῦ.
Ησ. 41,3                      Θα καταδιώξη αυτούς τους εχθρούς και θα διέρχεται εν ειρήνη την οδόν, που θα πατούν οι πόδες του.
Ησ. 41,4                      τίς ἐνήργησε καὶ ἐποίησε ταῦτα; ἐκάλεσεν αὐτὴν ὁ καλῶν αὐτὴν ἀπὸ γενεῶν ἀρχῆς· ἐγὼ Θεὸς πρῶτος, καὶ εἰς τὰ ἐπερχόμενα ἐγώ εἰμι.
Ησ. 41,4                      Ποιός ενήργησε και έκαμεν αυτά; Εκείνος εκάλεσε την δικαιοσύνην, ο οποίος απ' αρχής των γενεών επιζητεί και θέλει αυτήν. Εγώ είμαι Θεός πρώτος και μόνος· και στους επερχομένους αιώνας εγώ υπάρχω πάντοτε.
Ησ. 41,5                      εἴδοσαν ἔθνη καὶ ἐφοβήθησαν, τὰ ἄκρα τῆς γῆς ἤγγισαν καὶ ἦλθον ἅμα,
Ησ. 41,5                      Είδον τα έθνη και εφοβήθησαν· οι κατοικούντες εις τα πέρατα της γης επλη-σίασαν, συνήλθαν μαζή,
Ησ. 41,6                      κρίνων ἕκαστος τῷ πλησίον καὶ τῷ ἀδελφῷ βοηθῆσαι καὶ ἐρεῖ·
Ησ. 41,6                      με την απόφασιν να βοηθήση ο καθένας από αυτούς τον άλλον, να τον συμβουλεύση και να τον ενθαρρύνη.
Ησ. 41,7                      ἴσχυσεν ἀνὴρ τέκτων καὶ χαλκεὺς τύπτων σφύρῃ ἅμα ἐλαύνων· ποτὲ μὲν ἐρεῖ· σύμβλημα καλόν ἐστίν· ἰσχύρωσαν αὐτὰ ἐν ἥλοις, θήσουσιν αὐτὰ καὶ οὐ κινηθήσονται.
Ησ. 41,7                      Δια τα είδωλα των εθνικών θεών ο ξυλουργός επήρε δύναμιν, ώστε να κατασκευάση ξόανα, ο χαλκεύς κτυπών με την σφύραν του και πλατύνων το μέταλλον θα περιβάλη με αυτό το ξόανον άγαλμα και θα είπη· Ωραίον είναι αυτό το συγκόλλημα. Επειτα θα τα στερεώσουν αυτά με καρφιά, θα τα θέσουν ακίνητα, ώστε να μη μετακινούνται.
Ησ. 41,8                      Σὺ δέ, Ἰσραήλ, παῖς μου Ἰακώβ, ὃν ἐξελεξάμην, σπέρμα Ἁβραάμ, ὃν ἠγάπησα,
Ησ. 41,8                      Συ όμως, Ισραηλιτικέ μου λαέ, δούλε μου Ιακώβ, τον οποίον εγώ εξέλεξα ως ιδιαίτερόν μου λαόν, απόγονον του Αβραάμ τον οποίον ηγάπησα,
Ησ. 41,9                      οὗ ἀντελαβόμην ἀπ᾿ ἄκρων τῆς γῆς καὶ ἐκ τῶν σκοπῶν αὐτῆς ἐκάλεσά σε καὶ εἶπά σοι· παῖς μου εἶ, ἐξελεξάμην σε καὶ οὐκ ἐγκατέλιπόν σε·
Ησ. 41,9                      αυτόν, τον οποίον επήρα εις τα χέρια μου από τα άκρα της γης, από τα υψηλά μέρη, τον εκάλεσα και του είπα· Συ είσαι δούλος μου, εγώ σε εξέλεξα και ούτε σε εγκατέλειψα, ούτε θα σε εγκαταλείψω ποτέ·
Ησ. 41,10                    μὴ φοβοῦ, μετὰ σοῦ γάρ εἰμι· μὴ πλανῶ, ἐγὼ γάρ εἰμι ὁ Θεός σου ὁ ἐνισχύσας σε καὶ ἐβοήθησά σοι καὶ ἠσφαλισάμην σε τῇ δεξιᾷ τῇ δικαίᾳ μου.
Ησ. 41,10                    μη φοβείσαι, διότι εγώ είμαι μαζή σου. Μη περιπλανηθής εδώ και εκεί αναζητών βοήθείαν παρά των ανθρώπων, διότι εγώ είμαι ο Θεός σου, ο οποίος σε ενεδυνάμωσα και σε εβοήθησα. Και δια της δικαίας παντοδυνάμου δεξιάς μου σε περιφρούρησα και σε εξησφαλισα.
Ησ. 41,11                    ἰδοὺ αἰσχυνθήσονται καὶ ἐντραπήσονται πάντες οἱ ἀντικείμενοί σοι· ἔσονται γὰρ ὡς οὐκ ὄντες καὶ ἀπολοῦνται πάντες οἱ ἀντίδικοί σου·
Ησ. 41,11                    Ιδού, θα καταισχυνθούν και θα εντραπούν όλοι οι εχθροί σου· θα είναι, ως εάν δεν υπάρχουν, και θα καταστραφούν όλοι οι αντίδικοί σου.
Ησ. 41,12                    ζητήσεις αὐτοὺς καὶ οὐ μὴ εὕρῃς τοὺς ἀνθρώπους, οἳ παροινήσουσιν εἰς σέ· ἔσονται γὰρ ὡς οὐκ ὄντες καὶ οὐκ ἔσονται οἱ ἀντιπολεμοῦντές σε.
Ησ. 41,12                    Θα τους αναζήτησης και δεν θα εύρης αυτούς τους ανθρώπους, οι οποίοι με αλλοφροσύνην ήθελαν να σε καταδιώξουν, διότι θα είναι, ως εάν δεν υπήρξαν· δεν θα ευρεθούν εκείνοι, οι οποίοι σε επολέμησαν.
Ησ. 41,13                    ὅτι ἐγὼ ὁ Θεός σου ὁ κρατῶν τῆς δεξιᾶς σου, ὁ λέγων σοι· μὴ φοβοῦ,
Ησ. 41,13                    Διότι εγώ ο Θεός σου είμαι εκείνος, που σε κρατώ από την δεξιάν σου και σου λέγω· Μη φοβείσαι.
Ησ. 41,14                    Ἰακώβ, ὀλιγοστὸς Ἰσραήλ· ἐγὼ ἐβοήθησά σοι, λέγει ὁ Θεός σου, ὁ λυτρούμενός σε, Ἰσραήλ.
Ησ. 41,14                    Ισραηλίται, απόγονοι του Ιακώβ, ολίγοι είσθε· εγώ όμως σας εβοήθησα, λέγει ο Θεός, εγώ, ο οποίος σε απήλλαξα από την δουλείαν.
Ησ. 41,15                    ἰδοὺ ἐποίησά σε ὡς τροχοὺς ἁμάξης ἁλοῶντας καινοὺς πριστηροειδεῖς, καὶ ἁλοήσεις ὄρη καὶ λεπτυνεῖς βουνοὺς καὶ ὡς χνοῦν θήσεις·
Ησ. 41,15                    Ιδού, εγώ σε έκαμα ωσάν τους πριονωτούς τροχούς αλωνιστικής αμάξης, καινουργείς, ικανούς να αλωνίζουν. Θα άλωνίσης όρη, θα λεπτύνης βουνά, θα τα μεταβάλης εις κόνιν.
Ησ. 41,16                    καὶ λικμήσεις, καὶ ἄνεμος λήψεται αὐτούς, καὶ καταιγὶς διασπερεῖ αὐτούς, σὺ δὲ εὐφρανθήσῃ ἐν τοῖς ἁγίοις Ἰσραήλ.
Ησ. 41,16                    Θα τα λιχνίσης, και ο άνεμος θα τους παραλάβη και σαν καταιγίς θα τους διασκόρπισης. Συ δέ, ω Ισραηλιτικέ λαέ, θα ευφρανθής εις τα άγια κατασκηνώματά σου.
Ησ. 41,17                    καὶ ἀγαλλιάσονται οἱ πτωχοὶ καὶ οἱ ἐνδεεῖς· ζητήσουσι γὰρ ὕδωρ, καὶ οὐκ ἔσται, ἡ γλῶσσα αὐτῶν ἀπὸ τῆς δίψης ἐξηράνθη· ἐγὼ Κύριος ὁ Θεός, ἐγὼ ἐπακούσομαι ὁ Θεὸς Ἰσραήλ, καὶ οὐκ ἐγκαταλείψω αὐτούς,
Ησ. 41,17                    Οι πτωχοί σου και οι ενδεείς θα δοκιμάσουν μεγάλην χαράν. Θα αναζητήσουν νερό και δεν θα υπάρχη· και η γλώσσα των θα ξηρανθή από την δίψαν. Εγώ όμως, ο Κυριος και Θεός, εγώ ο Θεός των Ισραηλιτών, θα ακούσω και θα κάμω δεκτήν την προσευχήν αυτών και δεν θα τους εγκαταλείψω.
Ησ. 41,18                    ἀλλὰ ἀνοίξω ἐπὶ τῶν ὀρέων ποταμοὺς καὶ ἐν μέσῳ πεδίων πηγάς· ποιήσω τὴν ἔρημον εἰς ἕλη ὑδάτων καὶ τὴν διψῶσαν γῆν ἐν ὑδραγωγοῖς·
Ησ. 41,18                    Αλλα θα κάμω να αναβλύσουν επάνω εις τα όρη ποταμοί ύδατος και εν μέσω των πεδιάδων πηγαί. Θα καταστήσω την έρημον εις λίμνας υδάτων και την διψώσαν γην εις ρεύματα αφθόνων υδάτων.
Ησ. 41,19                    θήσω εἰς τὴν ἄνυδρον γῆν κέδρον καὶ πύξον καὶ μυρσίνην καὶ κυπάρισσον καὶ λεύκην,
Ησ. 41,19                    Εις την άλλοτε άνυδρον γην θα φυτεύσω κέδρον, και πύξον και μυρσίνην και κυπάρισσον και λεύκην,
Ησ. 41,20                    ἵνα ἴδωσι καὶ γνῶσι καὶ ἐννοηθῶσι καὶ ἐπιστῶνται ἅμα, ὅτι χεὶρ Κυρίου ἐποίησε ταῦτα καὶ ὁ ἅγιος τοῦ Ἰσραὴλ κατέδειξεν.
Ησ. 41,20                    δια να ίδουν και μάθουν και αντιληφθούν και κατανοήσουν καλά, ότι η χειρ του Κυρίου έκαμεν αυτά και ο άγιος Θεός του Ισραήλ ενεφάνισε την μεγαλοπρέπειαν αυτήν.
Ησ. 41,21                    Ἐγγίζει ἡ κρίσις ὑμῶν, λέγει Κύριος ὁ Θεός· ἤγγισαν αἱ βουλαὶ ὑμῶν, λέγει ὁ βασιλεὺς Ἰακώβ.
Ησ. 41,21                    Εφθασεν η ημέρα της δίκης και της κρίσεως σας, λέγει ο Κυριος. Προβάλατε τα επιχειρήματά σας, λέγει ο βασιλεύς, ο Θεός του Ιακώβ.
Ησ. 41,22                    ἐγγισάτωσαν καὶ ἀναγγειλάτωσαν ὑμῖν ἃ συμβήσεται, ἢ τὰ πρότερον τίνα ἦν, εἴπατε, καὶ ἐπιστήσομεν τὸν νοῦν καὶ γνωσόμεθα τί τὰ ἔσχατα, καὶ τὰ ἐπερχόμενα εἴπατε ἡμῖν.
Ησ. 41,22                    Ας έλθουν οι ειδωλολατρικοί θεοί σας και ας προαναγγείλουν εις σας, τι πρόκειται να συμβή. Η ας καταστήσουν εις σας γνωστά, ποία ήσαν αυτά τα οποία προηγουμένως έγιναν. Και ημείς θα στρέψωμεν με προσοχήν τον νουν μας, δια να γνωρίσωμεν, ποία είναι αυτά που κατά τας τελευταίας ημέρας έγιναν, όπως είχαν, τάχα, προφητευθή. Και ποία εκείνα, τα οποία πρόκειται να συμβούν. Είπατέ μας, λοιπόν.
Ησ. 41,23                    ἀναγγείλατε ἡμῖν τὰ ἐπερχόμενα ἐπ᾿ ἐσχάτου, καὶ γνωσόμεθα ὅτι θεοί ἐστε· εὖ ποιήσατε καὶ κακώσατε, καὶ θαυμασόμεθα καὶ ὀψόμεθα ἅμα·
Ησ. 41,23                    Προαναγγείλατε εις ημάς αυτά, τα οποία θα γίνουν στο μέλλον, δια να ίδωμεν και μάθωμεν, εάν πράγματι είσθε θεοί. Αγαθοποιήσατε και κακοποιήσατε, και ημείς θα θαυμάσωμεν τότε και συγχρόνως θα ίδωμεν την δύναμίν σας.
Ησ. 41,24                    ὅτι πόθεν ἐστὲ ὑμεῖς καὶ πόθεν ἡ ἐργασία ὑμῶν; ἐκ γῆς· βδέλυγμα ἐξελέξαντο ὑμᾶς.
Ησ. 41,24                    Πληροφορήσατεέμας, ω είδωλα, από που προέρχεσθε και από τι είσθε κατασκευασμένα. Γνωρίζομεν, ότι δια να σας κατασκευάσουν επήραν το σιχαμερόν χώμα της γης.
Ησ. 41,25                    ἐγὼ δὲ ἤγειρα τὸν ἀπὸ βοῤῥᾶ καὶ τὸν ἀφ᾿ ἡλίου ἀνατολῶν, κληθήσονται τῷ ὀνόματί μου· ἐρχέσθωσαν ἄρχοντες, καὶ ὡς πηλὸς κεραμέως καὶ ὡς κεραμεὺς καταπατῶν τὸν πηλόν, οὕτως καταπατηθήσεσθε.
Ησ. 41,25                    Εγώ παρεκίνησα και εσήκωσα κάποιον από τον βορράν, κάποιον που κατάγεται από την Ανατολήν, με τα στρατεύματα τα οποία θα κληθούν εξ ονόματός μου. Ας έλθουν οι άρχοντες εκείνοι και σαν πηλός κεραμέως έτσι θα καταπατηθήτε· δπως ο κεραμεύς καταπατεί και ζυμώνει τον πηλόν.
Ησ. 41,26                    τίς γάρ ἀναγγελεῖ τὰ ἐξ ἀρχῆς, ἵνα γνῶμεν, καὶ τὰ ἔμπροσθεν, καὶ ἐροῦμεν ὅτι ἀληθῆ ἐστιν; οὐκ ἔστιν ὁ προλέγων οὐδὲ ὁ ἀκούων ὑμῶν τοὺς λόγους.
Ησ. 41,26                    Ποιός δε από τους ψευδοθεούς σας, σας προείπε αυτά τα γεγονότα, που έμελλαν να γίνουν, ώστε να γνωρίσωμεν και να ομολογήσωμεν και ημείς την θείαν αυτού δύναμιν και ουσίαν, και ότι λέγει την αλήθειαν; Αλλά κανείς από σας, ω ειδωλολατρικοί θεοί, δεν προλέγει το μέλλον, και κανείς δεν ακούει τους λόγους σας.
Ησ. 41,27                    ἀρχὴν Σιὼν δώσω καὶ Ἱερουσαλὴμ παρακαλέσω εἰς ὁδόν.
Ησ. 41,27                    Εγώ έκαμα αρχήν και προανήγγειλα την καλήν είδησιν εις την Ιερουσαλήμ παρηγορών αυτήν.
Ησ. 41,28                    ἀπὸ γὰρ τῶν ἐθνῶν ἰδοὺ οὐδείς, καὶ ἀπὸ τῶν εἰδώλων αὐτῶν οὐκ ἦν ὁ ἀναγγέλλων· καὶ ἐὰν ἐρωτήσω αὐτούς· πόθεν ἐστέ; οὐ μὴ ἀποκριθῶσί μοι.
Ησ. 41,28                    Ιδού δε ότι κανείς από τους θεούς των άλλων εθνών, και από τα είδωλα αυτών δεν ευρέθη να προαναγγείλη αυτά. Αλλα και αν ερωτήσω αυτούς· από που κατάγεσθε; Δεν θα ημπορέσουν να μου αποκριθούν.
Ησ. 41,29                    εἰσὶ γὰρ οἱ ποιοῦντες ὑμᾶς, καὶ μάτην οἱ πλανῶντες ὑμᾶς.
Ησ. 41,29                    Διότι εκείνοι οι οποίοι σας κατεσκεύασαν υπάρχουν και ζουν μεταξύ των άνθρωπων· εκείνοι οι οποίοι εις ματαίαν και ψευδή θρησκείαν σας παραπλανούν.


ΗΣΑΪΑΣ 42

Ησ. 42,1                      Ἰακὼβ ὁ παῖς μου, ἀντιλήψομαι αὐτοῦ· Ἰσραὴλ ὁ ἐκλεκτός μου, προσεδέξατο αὐτὸν ἡ ψυχή μου· ἔδωκα τὸ πνεῦμά μου ἐπ᾿ αὐτόν, κρίσιν τοῖς ἔθνεσιν ἐξοίσει.
Ησ. 42,1                      Ο κατά σάρκα απόγονος του Ιακώβ, ο Μεσσίας είναι παις μου, τον οποίον εγώ θα κρατήσω και θα ενισχύσω αυτόν τον εκλεκτόν μου, που κατά σάρκα κατάγεται από τον Ισραήλ, τον εδέχθη με πλήρη ευαρέσκειαν η ψυχή μου. Εδωκα το Πνεύμα μου εις αυτόν, θα φέρη αυτός την αληθή πίστιν και γνώσιν εις όλα τα έθνη.
Ησ. 42,2                      οὐ κεκράξεται οὐδὲ ἀνήσει, οὐδὲ ἀκουσθήσεται ἔξω ἡ φωνὴ αὐτοῦ.
Ησ. 42,2                      Ηπιος και πράος δεν θα κραυγάση, ιύτε θα υψώση την φωνήν του, ούτε και θα ακουσθή η φωνή του έξω.
Ησ. 42,3                      κάλαμον τεθλασμένον οὐ συντρίψει καὶ λίνον καπνιζόμενον οὐ σβέσει, ἀλλὰ εἰς ἀλήθειαν ἐξοίσει κρίσιν.
Ησ. 42,3                      Καλάμι σπασμένο δεν θα συντρίψη και λινάρι, που καπνίζει έτοιμον να σβήση, δεν θα το σβησ· άλλα θα φέρη εις φως και θα κηρύξη την αλήθειαν.
Ησ. 42,4                      ἀναλάμψει καὶ οὐ θραυσθήσεται, ἕως ἄν θῇ ἐπὶ τῆς γῆς κρίσιν· καὶ ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ ἔθνη ἐλπιοῦσιν.
Ησ. 42,4                      Ο εκλεκτός αυτός παις μου θα αναλάμψη και δεν θα συντριβή. Θα εγκαταστήση και θα απλώση εις την γην την σώζουσαν αλήθειαν. Εις το όνομα του θα στηρίξουν τας ελπίδας των έθνη πολλά.
Ησ. 42,5                      οὕτω λέγει Κύριος ὁ Θεὸς ὁ ποιήσας τὸν οὐρανὸν καὶ πήξας αὐτόν, ὁ στερεώσας τὴν γῆν καὶ τὰ ἐν αὐτῇ καὶ διδοὺς πνοὴν τῷ λαῷ τῷ ἐπ᾿ αὐτῆς καὶ πνεῦμα τοῖς πατοῦσιν αὐτήν·
Ησ. 42,5                      Αυτά λέγει Κυριος ο Θεός, ο οποίος εδημιούργησε και εθεμελίωσε τον ουρανόν, εστερέωσε την γην και όλα όσα υπάρχουν εις αυτήν. Αυτός ο οποίος δίδει ζωήν στον λαόν, που κατοικεί εις την γην, και πνοήν ζωής εις όλα, όσα περιπατούν επάνω εις αυτήν.
Ησ. 42,6                      ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ἐκάλεσά σε ἐν δικαιοσύνῃ καὶ κρατήσω τῆς χειρός σου καὶ ἐνισχύσω σε καὶ ἔδωκά σε εἰς διαθήκην γένους, εἰς φῶς ἐθνῶν
Ησ. 42,6                      Εγώ, ο Κυριος και Θεός, σε εκάλεσα δια την δικαιοσύνην· θα σε κρατήσω από το χέρι σου, θα σε ενισχύσω, θα σου δώσω νέαν διαθήκην δια το γένος των ανθρώπων, φως των εθνών·
Ησ. 42,7                      ἀνοῖξαι ὀφθαλμοὺς τυφλῶν, ἐξαγαγεῖν ἐκ δεσμῶν δεδεμένους καὶ ἐξ οἴκου φυλακῆς καθημένους ἐν σκότει.
Ησ. 42,7                      δια να ανοίξης τους οφθαλμούς της διανοίας των σκοτισμένων και τυφλωμένων ανθρώπων, να βγάλης καϊ ελευθερώσης τους δεμένους από τα δεσμά της αμαρτίας, και από την φυλακήν εκείνους, που κάθηνται στο πνευματικόν σκότος.
Ησ. 42,8                      ἐγὼ Κύριος ὁ Θεός, τοῦτό μού ἐστι τὸ ὄνομα· τὴν δόξαν μου ἑτέρῳ οὐ δώσω οὐδὲ τὰς ἀρετάς μου τοῖς γλυπτοῖς.
Ησ. 42,8                      Εγώ είμαι Κυριος ο Θεός σου, αυτό είναι το Ονομά μου. Την άπειρον δόξαν μου δεν θα δώσω εις κανένα ψευδή θεόν, ούτε τον έπαινον των απείρων αρετών μου εις τα άψυχα είδωλα.
Ησ. 42,9                      τὰ ἀπ᾿ ἀρχῆς ἰδοὺ ἥκασι, καὶ καινά, ἃ ἐγὼ ἀναγγέλλω, καὶ πρὸ τοῦ ἀναγγεῖλαι ἐδηλώθη ὑμῖν.
Ησ. 42,9                      Ιδού, αρχαίαι και απ' αρχής προφητείαι έχουν εκπληρωθή. Νέα εγώ γεγονότα προαναγγέλλω εις σας και πριν αυτά πραγματοποιηθούν, εγώ προφητικώς σας τα προανήγγειλα.
Ησ. 42,10                    Ὑμνήσατε τῷ Κυρίῳ ὕμνον καινόν, ἡ ἀρχὴ αὐτοῦ· δοξάζετε τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἀπ᾿ ἄκρου τῆς γῆς, οἱ καταβαίνοντες εἰς τὴν θάλασσαν καὶ πλέοντες αὐτήν, αἱ νῆσοι καὶ οἱ κατοικοῦντες αὐτάς.
Ησ. 42,10                    Ψαλατε, λοιπόν, νέους ύμνους προς τον Κυριον· οι υπό την εξουσίαν αυτού από το ένα άκρον της γης έως το άλλο δοξάσατε το Ονομα του, όλοι όσοι καταβαίνετε εις την θάλασσαν και διασχίζετε με τα πλοία αυτήν, αι νήσοι που υπάρχουν εις την Μεσόγειον και όσοι κατοικούν εις αυτάς και εις τα άλλα παράλια της θαλάσσης.
Ησ. 42,11                    εὐφράνθητι, ἔρημος, καὶ αἱ κῶμαι αὐτῆς, ἐπαύλεις καὶ οἱ κατοικοῦντες Κηδάρ· εὐφρανθήσονται οἱ κατοικοῦντες Πέτραν, ἀπ᾿ ἄκρων τῶν ὀρέων βοήσουσι·
Ησ. 42,11                    Ας ευφρανθής συ, ω έρημος, και αι κωμοπόλεις σου. Ευφρανθήτε οι καταυλισμοί και όσοι κατοικείτε την Κηδάρ· θα ευφρανθούν οι κατοικούντες εις την Πέτραν, από τας κορυφάς των βουνών θα φωνάξουν δυνατά.
Ησ. 42,12                    δώσουσι τῷ Θεῷ δόξαν, τὰς ἀρετὰς αὐτοῦ ἐν ταῖς νήσοις ἀναγγελοῦσι.
Ησ. 42,12                    Θα δοξάσουν τον Θεόν και θα διαλαλήσουν τας απειροτελείους αρετάς του εις τας ειδωλολατρικάς νήσους.
Ησ. 42,13                    Κύριος ὁ Θεὸς τῶν δυνάμεων ἐξελεύσεται καὶ συντρίψει πόλεμον, ἐπεγερεῖ ζῆλον καὶ βοήσεται ἐπὶ τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ μετὰ ἰσχύος.
Ησ. 42,13                    Κυριος ο Θεός των δυνάμεων θα εξέλθη, θα συνάψη πόλεμον και θα συντρίψη τους εχθρούς· θα ανάψη ο ζήλος του και θα φωνάξη εναντίον των εχθρών με όλην του την δύναμιν.
Ησ. 42,14                    ἐσιώπησα, μὴ καὶ ἀεὶ σιωπήσομαι καὶ ἀνέξομαι; ὡς ἡ τίκτουσα ἐκαρτέρησα, ἐκστήσω καὶ ξηρανῶ ἅμα.
Ησ. 42,14                    Μέχρι σήμερον εσιώπησα και δεν ωμίλησα. Μηπως όμως πάντοτε θα σιωπώ και θα ανέχομαι τα αμαρτήματά σας; Οπως η επίτοκος γυνή, έτσι και εγώ έδειξα υπομονήν και καρτερίαν. Τωρα όμως θα σας ανασπάσω από την γην και θα σας ξηράνω συγχρόνως.
Ησ. 42,15                    ἐρημώσω ὄρη καὶ βουνοὺς καὶ πάντα χόρτον αὐτῶν ξηρανῶ, καὶ θήσω ποταμοὺς εἰς νήσους καὶ ἕλη ξηρανῶ.
Ησ. 42,15                    Θα ερημώσω όρη και βουνά, θα ξηράνω όλα τα χορτάρια των, θα ελατώσω τα νερά των ποταμών και θα παρουσιάσω εν μέσω αυτών νήσους· και τας λίμνας και τα έλη θα ξηράνω.
Ησ. 42,16                    καὶ ἄξω τυφλοὺς ἐν ὁδῷ, ᾗ οὐκ ἔγνωσαν, καὶ τρίβους ἃς οὐκ ᾔδεισαν, πατῆσαι ποιήσω αὐτούς· ποιήσω αὐτοῖς τὸ σκότος εἰς φῶς καὶ τὰ σκολιὰ εἰς εὐθεῖαν· ταῦτα τὰ ῥήματα ποιήσω καὶ οὐκ ἐγκαταλείψω αὐτούς.
Ησ. 42,16                    Εξ αντιθέτου θα οδηγήσω τους τυφλούς στον ορθόν ασφαλή δρόμον, τον οποίον δεν εγνώρισαν ποτέ, και εις τρίβους τας οποίας δεν είχαν μάθει. Θα τους κάμω να πατήσουν και περιπατήσουν εις αυτάς. Θα μεταβάλω προς χάριν αυτών το σκοτάδι των εις φως και τα ανώμαλα και οφιοειδή εις ευθείαν και ομαλήν οδόν. Αυτά τα οποία λέγω, θα τα πραγματοποιήσω και δεν θα τους εγκαταλείψω.
Ησ. 42,17                    αὐτοὶ δὲ ἀπεστράφησαν εἰς τὰ ὀπίσω· αἰσχύνθητε αἰσχύνην, οἱ πεποιθότες ἐπὶ τοῖς γλυπτοῖς, οἱ λέγοντες τοῖς χωνευτοῖς· ὑμεῖς ἐστε θεοὶ ἡμῶν.
Ησ. 42,17                    Αυτοί όμως, που πιστεύουν εις τα είδωλα, εγύρισαν οπίσω, ετράπησαν εις φυγήν. Εντραπήτε σεις, οι οποίοι πιστεύετε εις τα είδωλα· σεις οι οποίοι λέγετε εις τα χωνευτά αγάλματά σας, “σεις είσθε οι θεοί μας”.
Ησ. 42,18                    Οἱ κωφοί, ἀκούσατε, καὶ οἱ τυφλοί, ἀναβλέψατε ἰδεῖν.
Ησ. 42,18                    Οι κωφοί ακούσατε, και οι τυφλοί ανοίξατε τα μάτια σας, δια να ιδήτε.
Ησ. 42,19                    καὶ τίς τυφλός, ἀλλ᾿ ἢ οἱ παῖδές μου καὶ κωφοί, ἀλλ᾿ ἢ οἱ κυριεύοντες αὐτῶν; καὶ ἐτυφλώθησαν οἱ δοῦλοι τοῦ Θεοῦ.
Ησ. 42,19                    Και ποιοί είναι τυφλοί παρά οι δούλοι μου, και ποιοί είναι κωφοί παρά οι άρχοντες, οι οποίοι τους κυδερνούν; Δια τας αμαρτίας αυτών και την άγνοιαν του Νομου ετυφλώθησαν οι δούλοι του Θεού.
Ησ. 42,20                    εἴδετε πλεονάκις, καὶ οὐκ ἐφυλάξασθε· ἠνοιγμένα τὰ ὦτα, καὶ οὐκ ἠκούσατε.
Ησ. 42,20                    Πολλές φορές είδατε τα θαυμαστά έργα και τας ευεργεσίας του Θεού και δεν τας επροσέξατε. Είχατε ανοιγμένα τα αυτιά και δεν ηκούσατε το θείον θέλημα.
Ησ. 42,21                    Κύριος ὁ Θεὸς ἐβουλεύσατο, ἵνα δικαιωθῇ καὶ μεγαλύνῃ αἴνεσιν.
Ησ. 42,21                    Κυριος ο Θεός ηθέλησε και απεφάσισε να ενεργήση έτσι, δια να αποδειχθή αυτός δίκαιος και να προκαλέση αίνους και δοξολογίας εκ μέρους σας.
Ησ. 42,22                    καὶ εἶδον, καὶ ἐγένετο ὁ λαὸς πεπρονομευμένος καὶ διηρπασμένος· ἡ γὰρ παγὶς ἐν τοῖς ταμιείοις πανταχοῦ, καὶ ἐν οἴκοις ἅμα, ὅπου ἔκρυψαν αὐτούς· ἐγένοντο εἰς προνομήν, καὶ οὐκ ἦν ἐξαιρούμενος ἅρπαγμα, καὶ οὐκ ἦν ὁ λέγων· ἀπόδος.
Ησ. 42,22                    Και είδον και ιδού, ότι ο λαός μου έγινεν αντικείμενον λεηλασίας και διαρπαγής, διότι αι παγίδες του εχθρού είχαν απλωθή παντού, εις τα σπίτια των, εις τα ιδιαίτερα κρυπτά δωμάτια των, όπου έκρυψαν ανθρώπους και θησαυρούς. Εγιναν θύματα λεηλασίας και δεν υπήρχε κανείς, να τους γλυτώση από την διαρπαγήν. Τους ελεηλατούσαν και δεν υπήρχε κανείς από αυτούς, που θα ετολμούσε να πη· “δώστε μας πίσω αυτό που μας αρπάξατε”.
Ησ. 42,23                    τίς ἐν ὑμῖν, ὃς ἐνωτιεῖται ταῦτα; εἰσακούσατε εἰς τὰ ἐπερχόμενα.
Ησ. 42,23                    Ποιός από σας θα ακούση αυτά και θα συνετισθή; Δώστε προσοχήν και ακούσατε αυτά, τα οποία πρόκειται να επέλθουν.
Ησ. 42,24                    τίς ἔδωκεν εἰς διαρπαγὴν Ἰακὼβ καὶ Ἰσραὴλ τοῖς προνομεύουσιν αὐτόν; οὐχὶ ὁ Θεός, ᾧ ἡμάρτοσαν αὐτῷ, καὶ οὐκ ἠβούλοντο ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ πορεύεσθαι οὐδὲ ἀκούειν τοῦ νόμου αὐτοῦ;
Ησ. 42,24                    Ποιός παρεχώρησεν εις διαρπαγήν και λεηλασίαν τους απογόνους του Ιακώβ, τους Ισραηλίτας, εις αυτούς που τους ελήστευσαν; Δεν είναι ο Θεός, απέναντι του οποίου αυτοί διέπραξαν αμαρτίας, και δεν ήθελαν να βαδίζουν στον δρόμον του θελήματός του, ούτε να ακούσουν τον Νομον του;
Ησ. 42,25                    καὶ ἐπήγαγεν ἐπ᾿ αὐτοὺς ὀργὴν θυμοῦ αὐτοῦ, καὶ κατίσχυσεν αὐτοὺς πόλεμος καὶ οἱ συμφλέγοντες αὐτοὺς κύκλῳ, καὶ οὐκ ἔγνωσαν ἕκαστος οὐδὲ ἔθεντο ἐπὶ ψυχήν.
Ησ. 42,25                    Δια τούτο επέφερεν εναντίον αυτών ο Κυριος τιμωρόν την δικαίαν οργήν του. Εξεσπασε και υπερίσχυσεν εναντίον των ο πόλεμος των εχθρών των. Φοβεροί ολόγυρα των οι εχθροί όλοι μαζή άναβαν εναντίον των πυρκαϊάς. Και όμως αυτοί δεν κατενόησαν ούτε ησθάνθησαν το σφάλμα των. Ο καθένας των δεν έβαλε μέσα εις την ψυχήν του το μάθημα, που θα τους έφερεν εις μετάνοιαν.


ΗΣΑΪΑΣ 43

Ησ. 43,1                      Καὶ νῦν οὕτως λέγει Κύριος ὁ Θεὸς ὁ ποιήσας σε, Ἰακώβ, ὁ πλάσας σε, Ἰσραήλ· μὴ φοβοῦ, ὅτι ἐλυτρωσάμην σε· ἐκάλεσά σε τὸ ὄνομά σου, ἐμὸς εἶ σύ.
Ησ. 43,1                      Και τώρα αυτά λέγει Κυριος ο Θεός, ο ποιητής σου, ω Ιακώβ, ο πλάστης σου, ω ισραηλιτικέ λαε· “μη φοβείσαι, διότι, ιδού εγώ σε ηλευθέρωσα. Σε εφώναξα με το όνομά σου. Συ είσαι ίδικός μου πλέον.
Ησ. 43,2                      καὶ ἐὰν διαβαίνῃς δι᾿ ὕδατος, μετὰ σοῦ εἰμι, καὶ ποταμοὶ οὐ συγκλύσουσί σε· καὶ ἐὰν διέλθῃς διὰ πυρός, οὐ μὴ κατακαυθῇς, φλὸξ οὐ κατακαύσει σε.
Ησ. 43,2                      Και εάν αναβαινης δια μέσου των υδάτων, εγώ θα είμαι προστάτης μαζή σου. Και τα ύδατα ακόμη των ποταμών δεν θα σε κατακλύσουν. Και αν περάσης ανάμεσα από τη φωτιά, δεν θα κατακαής, Η φλόγα δεν θα σε κατακαύση.
Ησ. 43,3                      ὅτι ἐγὼ Κύριος ὁ Θεός σου ὁ ἅγιος Ἰσραὴλ ὁ σῴζων σε· ἐποίησα ἄλλαγμά σου Αἴγυπτον καὶ Αἰθιοπίαν καὶ Σοήνην ὑπὲρ σοῦ.
Ησ. 43,3                      Διότι εγώ είμαι Κυριος ο Θεός σου, ο άγιος Θεός του ισραηλιτικού λαού, ο σωτήρ σου. Δια σε εγώ έδωκα ως αντάλλαγμα την Αίγυπτον, την Αιθιοπίαν και την Σοήνην.
Ησ. 43,4                      ἀφ᾿ οὗ ἔντιμος ἐγένου ἐναντίον ἐμοῦ, ἐδοξάσθης, καὶ ἐγὼ σὲ ἠγάπησα· καὶ δώσω ἀνθρώπους πολλοὺς ὑπὲρ σοῦ καὶ ἄρχοντας ὑπὲρ τῆς κεφαλῆς σου.
Ησ. 43,4                      Από την στιγμήν που έγινες πολύτιμος ενώπιόν μου και αγαπητός, εδοξάσθης και εγώ σε ηγάπησα. Και στο μέλλον θα δώσω πολλούς ανθρώπους προς χάριν σου και άρχοντας επικεφαλής σου, δια να σε κυβερνούν με σύνεσιν και να ζήσης ασφαλής.
Ησ. 43,5                      μὴ φοβοῦ, ὅτι μετὰ σοῦ εἰμι· ἀπὸ ἀνατολῶν ἄξω τὸ σπέρμα σου καὶ ἀπὸ δυσμῶν συνάξω σε.
Ησ. 43,5                      Μη φοβείσαι, διότι εγώ είμαι μαζή σου. Από τας χώρας της ανατολής θα φέρω τους απογόνους σου. Από τα μέρη της δύσεως θα σας συγκεντρώσω.
Ησ. 43,6                      ἐρῶ τῷ Βοῤῥᾷ· ἄγε, καὶ τῷ Λιβί· μὴ κώλυε, ἅγιε τοὺς υἱούς μου ἀπὸ γῆς πόῤῥωθεν καὶ τὰς θυγατέρας μου ἀπ᾿ ἄκρων τῆς γῆς,
Ησ. 43,6                      Θα είπω στον Βορράν· Φέρε τα παιδιά μου από τας βορείους χώρας· και στον Νοτον· Μη εμποδιζης, φέρε τα παιδιά μου από τας μακρυνάς χώρας και τας θυγατέρας μου από τα άκρα της γης.
Ησ. 43,7                      πάντας ὅσοι ἐπικέκληνται τῷ ὀνόματί μου· ἐν γὰρ τῇ δόξῃ μου κατεσκεύασα αὐτὸν καὶ ἔπλασα αὐτὸν καὶ ἐποίησα αὐτόν·
Ησ. 43,7                      Φέρετε όλους εκείνους, οι οποίοι έχουν πάρει ως όνομά των το Ονομά μου. Διότι προς δόξαν μου ωργάνωσα και ανέδειξα τον λαόν αυτόν. Τον έπλασα και τον εδημιούργησα.
Ησ. 43,8                      καὶ ἐξήγαγον λαὸν τυφλόν, καὶ ὀφθαλμοί εἰσιν ὡσαύτως τυφλοί, καὶ κωφοὶ τὰ ὦτα ἔχοντες.
Ησ. 43,8                      Εφερα από τας διαφόρους χώρας της αιχμαλωσίας του τον λαόν μου, ο οποίος ήτο ώσαν τυφλός, ότι τα μάτια του δεν έβλεπαν. Ητο ωαν κωφός, αν και είχεν αυτιά.
Ησ. 43,9                      πάντα τὰ ἔθνη συνήχθησαν ἅμα, καὶ συναχθήσονται ἄρχοντες ἐξ αὐτῶν. τίς ἀναγγελεῖ ταῦτα; ἢ τὰ ἐξ ἀρχῆς τίς ἀναγγελεῖ ὑμῖν; ἀγαγέτωσαν τοὺς μάρτυρας αὐτῶν καὶ δικαιωθήτωσαν καὶ εἰπάτωσαν ἀληθῆ.
Ησ. 43,9                      Ολα τα έθνη συνεκεντρώθησαν συγχρόνως. Μετ' ολίγον θα συγκεντρωθούν οι άρχοντες αυτών. Ποίος από τους ψευδείς θεούς θα αναγγείλη αυτά τα μελλοντικά θαυμαστά γεγονάτα η ποιός θα προφητεύση εις σας τους ειδωλολάτρας αυτά; Ας φέρουν οι ειδωλικοί θεοί σας τους μάρτυράς των, ας προσπαθήσουν να δικαιωθούν και ας είπουν, ότι τα όσα προεφήτευσαν είναι αληθινά.
Ησ. 43,10                    γίνεσθέ μοι μάρτυρες, καὶ ἐγὼ μάρτυς, λέγει Κύριος ὁ Θεός, καὶ ὁ παῖς μου, ὃν ἐξελεξάμην, ἵνα γνῶτε καὶ πιστεύσητε καὶ συνῆτε ὅτι ἐγώ εἰμι. ἔμπροσθέν μου οὐκ ἐγένετο ἄλλος Θεὸς καὶ μετ᾿ ἐμὲ οὐκ ἔσται.
Ησ. 43,10                    Σεις όμως, οι ιδικοί μου προφήται, εγίνατε μάρτυρές μου. Και εγώ, λέγει Κυριος ο Θεός, είμαι ο μάρτυς ο αληθινός· και ο δούλος μου, ο ισραηλιτικός λαός, τον οποίον εγώ από όλα τα έθνη εξέλεξα, δια να μαρτυρή εκείνος περί εμού, και να γνωρίσετε και να πιστεύσετε και να κατανοήσετε, ότι εγώ από τον εαυτόν μου αιωνίως υπάρχω. Προ εμού δεν υπήρξεν άλλος Θεός, ούτε και έπειτα από εμέ θα υπάρξη.
Ησ. 43,11                    ἐγὼ ὁ Θεός, καὶ οὐκ ἔστι πάρεξ ἐμοῦ ὁ σῴζων.
Ησ. 43,11                    Εγώ είμαι ο αληθινός απειροτελειος Θεός και έκτος εμού δεν υπάρχει άλλος σωτήρ.
Ησ. 43,12                    ἐγὼ ἀνήγγειλα καὶ ἔσωσα, ὠνείδισα καὶ οὐκ ἦν ἐν ὑμῖν ἀλλότριος. ὑμεῖς ἐμοὶ μάρτυρες καὶ ἐγὼ Κύριος ὁ Θεός.
Ησ. 43,12                    Εγώ προανήγγειλα την απελευθέρωσίν σας και σας έσωσα. Εγώ σας ήλεγξα και σας ωνείδισα και δεν υπήρχε μεταξύ σας κανείς ξένος Θεός, δια να σας υπερασπισθή. Σεις, λοιπόν, κατόπιν όλων αυτών είσθε οι μάρτυρές μου και εγώ είμαι Κυριος ο Θεός σας.
Ησ. 43,13                    ἔτι ἀπ᾿ ἀρχῆς καὶ οὐκ ἔστιν ὁ ἐκ τῶν χειρῶν μου ἐξαιρούμενος· ποιήσω, καὶ τίς ἀποστρέψει αὐτό;
Ησ. 43,13                    Απ' αρχής του χρόνου και προ πάσης αρχής της δημιουργίας εγώ υπάρχω και δεν υπάρχει κανείς άλλος, ο οποίος ημπορεί να να ελευθερώση κανένα από τα χέρια μου. Εγώ θα κάμω ο,τι απεφάσισα, και ποιός θα ημπορέση ποτέ να ματαίωση αυτό;”
Ησ. 43,14                    Οὕτως λέγει Κύριος ὁ Θεὸς ὁ λυτρούμενος ὑμᾶς, ὁ ἅγιος τοῦ Ἰσραήλ· ἕνεκεν ὑμῶν ἀποστελῶ εἰς Βαβυλῶνα καὶ ἐπεγερῶ φεύγοντας πάντας, καὶ Χαλδαῖοι ἐν πλοίοις δεθήσονται.
Ησ. 43,14                    Αυτά λέγει Κυριος ο Θεός, ο οποίος σας ελευθερώνει πάντοτε από την αιχμαλωσίαν, ο άγιος Θεός του Ισραήλ. “Προς χάριν σας θα αποστείλω εγώ εις την Βαβυλώνα όργανον της τιμωρίας μου. Θα ξεσηκώσω και θα αναγκάσω να τραπούν εις πανικόβλητον φυγήν οι Βαβυλώνιοι, οι δε Χαλδαίοι θα δεθούν αιχμάλωτοι εις τα πλοία των.
Ησ. 43,15                    ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ὁ ἅγιος ὑμῶν, ὁ καταδείξας Ἰσραὴλ βασιλέα ὑμῶν.
Ησ. 43,15                    Εγώ είμαι Κυριος ο Θεός, ο άγιος υμών, ο οποίος ανέδειξα Ιακώβ, τον πρόγονόν σας, ένδοξον ωσάν βασιλέα σας”.
Ησ. 43,16                    οὕτως λέγει Κύριος, ὁ διδοὺς ἐν θαλάσσῃ ὁδὸν ἐν ὕδατι ἰσχυρῷ τρίβον,
Ησ. 43,16                    Ούτω λέγει ο Κυριος, ο οποίος προς χάριν σας ήνοιξεν εντός της Ερυθράς θαλάσσης οδόν και ανάμεσα από πλήθος υδάτων δίοδον, δια να περάσετε.
Ησ. 43,17                    ὁ ἐξαγαγὼν ἅρματα καὶ ἵππον καὶ ὄχλον ἰσχυρόν· ἀλλ᾿ ἐκοιμήθησαν καὶ οὐκ ἀναστήσονται, ἐσβέσθησαν ὡς λίνον ἐσβεσμένον.
Ησ. 43,17                    “Εγώ είμαι εκείνος, ο οποίος έβγαλα έξω από την Αίγυπτον και ωδήγησα έντος της Ερυθράς θαλάσσης τα πολεμικά άρματα του Φαραώ, το ιππικόν και τον πολυάριθμον εχθρικόν στρατόν του, οι οποίοι και επνίγησαν εντός των υδάτων. Δεν θα σηκωθούν πλέον από εκεί. Εσβησαν, όπως σβήνει το από λίνον φτιασμένο φυτίλι.
Ησ. 43,18                    μὴ μνημονεύετε τὰ πρῶτα καὶ τὰ ἀρχαῖα μὴ συλλογίζεσθε.
Ησ. 43,18                    'Αλλα μην ενθυμείσθε αυτά, που προηγήθησαν. Μη συλλογίζεσθε τα αρχαία, που έγιναν,
Ησ. 43,19                    ἰδοὺ ἐγὼ ποιῶ καινὰ ἃ νῦν ἀνατελεῖ, καὶ γνώσεσθε αὐτά· καὶ ποιήσω ἐν τῇ ἐρήμῳ ὁδὸν καὶ τῇ ἀνύδρῳ ποταμούς.
Ησ. 43,19                    διότι εγώ θα κάμω νέα θαυμαστά έργα, τα οποία τώρα θα αναφανούν και θα τα κατανοήσετε καλά. Θα κάμω δρόμον βατόν μέσα εις την έρημον, εις δε την ξηράν και άνυδρον χώραν θα στείλω ποταμούς υδάτων.
Ησ. 43,20                    εὐλογήσουσί με τὰ θηρία τοῦ ἀγροῦ, σειρῆνες καὶ θυγατέρες στρουθῶν, ὅτι ἔδωκα ἐν τῇ ἐρήμῳ ὕδωρ καὶ ποταμοὺς ἐν τῇ ἀνύδρῳ ποτίσαι τὸ γένος μου τὸ ἐκλεκτόν,
Ησ. 43,20                    Δια τα θαυμαστά αυτά έργα μου θα με δοξολογήσουν και αυτά ακόμη τα θηρία του αγρού. Γλαύκες και παιδιά στρουθοκαμήλων, διότι έδωσα εις την έρημον γην ύδωρ και ποταμούς εις την άνυδρον χώραν, δια να ποτίσω και ξεδιψάσω το εκλεκτόν γένος μου,
Ησ. 43,21                    λαόν μου, ὃν περιεποιησάμην τὰς ἀρετάς μου διηγεῖσθαι.
Ησ. 43,21                    τον ισραηλιτικόν λαόν, τον οποίον διετήρησα και περιεποιήθην, δια να διηγήται τας τελειότητάς μου και τα θαυμαστά έργα μου.
Ησ. 43,22                    οὐ νῦν ἐκάλεσά σε, Ἰακώβ, οὐδὲ κοπιάσαι σε ἐποίησα, Ἰσραήλ.
Ησ. 43,22                    Δεν σε εκάλεσα τώρα, ω λαέ του Ιακώβ, ούτε και σε έκαμα να υποβληθής εις κόπους προς χάριν μου, ω Ισραήλ.
Ησ. 43,23                    οὐκ ἐμοὶ ἤνεγκας πρόβατα τῆς ὁλοκαρπώσεώς σου, οὐδὲ ἐν ταῖς θυσίαις σου ἐδόξασάς με· οὐκ ἐδούλωσά σε ἐν θυσίαις, οὐδὲ ἔγκοπον ἐποίησά σε ἐν λιβάνῳ,
Ησ. 43,23                    Δεν μου προσέφερες πρόβατα ως ολοκαυτώματα, ούτε με τας θυσίας σου με εδοξασες. Εγώ δε δεν σε υπεχρέωσα ούτε και σε υπέβαλα στον κόπον να μου προσφέρη θυσίας στον τόπον της εξορίας σου, ούτε σε επεβάρυνα με κόπους να μου προσφέρης λιβανωτόν.
Ησ. 43,24                    οὐδὲ ἐκτήσω μοι ἀργυρίου θυμίαμα, οὐδὲ τὸ στέαρ τῶν θυσιῶν σου ἐπεθύμησα, ἀλλὰ ἐν ταῖς ἁμαρτίαις σου καὶ ἐν ταῖς ἀδικίαις σου προέστην σου.
Ησ. 43,24                    Ούτε σε υπεχρεωσα να απόκτησης δια χρημάτων θυμίαμα εδώ, που ευρίσκεσαι, ούτε το λίπος των θυσιών μου εγώ επεθύμησα. Παρ' όλον τούτο εγώ υπήρξα προστάτης σου, καθ' ον χρόνον συ έμενες αμετανόητος εις τας αμαρτίας σου και εις τας αδικίας σου.
Ησ. 43,25                    ἐγώ εἰμι, ἐγώ εἰμι ὁ ἐξαλείφων τὰς ἀνομίας σου ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τὰς ἁμαρτίας σου καὶ οὐ μὴ μνησθήσομαι.
Ησ. 43,25                    Εγώ είμαι, εγώ είμαι ο μόνος, ο οποίος σβήνω και εξαλείφω τας ανομίας σου ένεκεν της αγαθότητός μου και προς δόξαν μου, και δεν θα ενθυμηθώ πλέον τας αμαρτίας σου.
Ησ. 43,26                    σὺ δὲ μνήσθητι καὶ κριθῶμεν· λέγε σὺ τὰς ἀνομίας σου πρῶτος, ἵνα δικαιωθῇς.
Ησ. 43,26                    Συ όμως να έχης πάντοτε ύπ' όψιν σου τας ανομίας σου, να ενθυμήσαι ποίος είσαι, και έλα να δικασθώμεν. Λέγε συ πρώτος τας ανομίας σου, αναγνωρίζων εν μετανοία αυτάς, δια να λάβης δικαίωσιν και συγχώρησιν.
Ησ. 43,27                    οἱ πατέρες ὑμῶν πρῶτοι καὶ οἱ ἄρχοντες ὑμῶν ἠνόμησαν εἰς ἐμέ,
Ησ. 43,27                    Και αυτοί οι πρόγονοί σας πρώτοι και οι άρχοντες σας, διέπραξαν απέναντί μου αμαρτίας
Ησ. 43,28                    καὶ ἐμίαναν οἱ ἄρχοντες τὰ ἅγιά μου, καὶ ἔδωκα ἀπολέσαι Ἰακὼβ καὶ Ἰσραὴλ εἰς ὀνειδισμόν.
Ησ. 43,28                    και εμόλυναν οι άρχοντες τον άγιον ναόν μου. Δια τούτο παρέδωκα εις απώλειαν τους Ισραηλίτας, εις καταφρόνησιν και εξευτελισμόν».


ΗΣΑΪΑΣ 44

Ησ. 44,1                      Νῦν δὲ ἄκουσον, Ἰακὼβ ὁ παῖς μου καὶ Ἰσραήλ, ὃν ἐξελεξάμην·
Ησ. 44,1                      Τωρα όμως άκουσε συ, ο δούλός μου Ιακώβ, συ ο ισραηλιτικός λαός, τον οποίον εγώ εξέλεξα ως ίδικόν μου λαόν, ανάμεσα από όλα τα έθνη.
Ησ. 44,2                      οὕτω λέγει Κύριος ὁ Θεὸς ὁ ποιήσας σε καὶ ὁ πλάσας σε ἐκ κοιλίας· ἔτι βοηθηθήσῃ, μὴ φοβοῦ, παῖς μου Ἰακὼβ καὶ ἠγαπημένος Ἰσραήλ, ὃν ἐξελεξάμην.
Ησ. 44,2                      Αυτά λέγει Κυριος ο Θεός, ο οποίος σε εδημιούργησεν, ο οποίος σε έπλασεν από την αρχήν της υπάρξεως σου· “θα πάρης και άλλην ακόμη βοήθειαν, μη φοβείσαι, δούλε μου Ιακώβ, ηγαπημένε Ισραηλιτικέ λαέ, τον οποίον εγώ εξέλεξα ανάμεσα από τα άλλα έθνη.
Ησ. 44,3                      ὅτι ἐγὼ δώσω ὕδωρ ἐν δίψει τοῖς πορευομένοις ἐν ἀνύδρῳ, ἐπιθήσω τὸ πνεῦμά μου ἐπὶ τὸ σπέρμα σου καὶ τὰς εὐλογίας μου ἐπὶ τὰ τέκνα σου,
Ησ. 44,3                      Διότι εγώ θα δώσω ύδωρ, ώστε να ξεδιψάσουν οι πορευόμενοι δια μέσου ανύδρων τόπων. Θα επιθέσω το πνεύμα μου στους απογόνους σου και θα δώσω τας ευλογίας μου εις τα τέκνα σου.
Ησ. 44,4                      καὶ ἀνατελοῦσιν ὡς ἀναμέσον ὕδατος χόρτος καὶ ὡς ἰτέα ἐπὶ παραῤῥέον ὕδωρ.
Ησ. 44,4                      Αυτοί με τας ιδικός μου ευλογίας θα αναβλαστήσουν, ώσαν δροσερό χορτάρι ανάμεσα εις υδροχαρή τόπον, ωσάν ιτέα, η οποία ευρίσκεται πλησίον ρεόντων υδάτων.
Ησ. 44,5                      οὕτος ἐρεῖ· τοῦ Θεοῦ εἰμι, καὶ οὗτος βοήσεται ἐπὶ τῷ ὀνόματι Ἰακώβ, καὶ ἕτερος ἐπιγράψει χειρὶ αὐτοῦ· τοῦ Θεοῦ εἰμι, καὶ ἐπὶ τῷ ὀνόματι Ἰσραὴλ βοήσεται. -
Ησ. 44,5                      Τοτε ο ένας θα λέγη· Εγώ είμαι του Θεού· ο άλλος με δυνατήν φωνήν θα διακηρύττη το όνομα του Ιακωβ ως ιδικόν του όνομα. Και άλλος θα γράψη με ανεξίτηλον μελάνην επάνω στο χέρι του· Είμαι του Θεού! Και άλλος με μεγάλην φωνήν θα διαλαλήση το όνομα του Ισραήλ”.
Ησ. 44,6                      Οὕτως λέγει ὁ Θεὸς ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραὴλ ὁ ῥυσάμενος αὐτὸν Θεὸς σαβαώθ· ἐγὼ πρῶτος καὶ ἐγὼ μετὰ ταῦτα· πλὴν ἐμοῦ οὐκ ἔστι Θεός.
Ησ. 44,6                      Αυτά λέγει ο Θεός, ο βασιλεύς του Ισραηλιτικού λαού, τον οποίον ηλευθέρωσεν από την δουλείαν· ο Θεός ο Κυριος των ουρανίων δυνάμεων· εγώ είμαι απ' αρχής και προ πάσης αρχής, πρώτος και μόνος. Εγώ θα είμαι μετά ταύτα και στους αιώνας πλην από εμέ δεν υπάρχει άλλος Θεός.
Ησ. 44,7                      τίς ὥσπερ ἐγώ; στήτω καὶ καλεσάτω καὶ ἀναγγειλάτω καὶ ἑτοιμασάτω μοι ἀφ᾿ οὗ ἐποίησα ἄνθρωπον εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ τὰ ἐπερχόμενα πρὸ τοῦ ἐλθεῖν ἀναγγειλάτωσαν ὑμῖν.
Ησ. 44,7                      Ποιός άλλος είναι, όπως είμαι εγώ; Ας σταθή απέναντί μου όρθιος, ας σταθή απέναντί μου, ας συγκαλέση δικαστήριον και ακροατήριον, ας προαναγγείλη κάτι, το οποίον θα συμβή στο μέλλον, ας μου, αποδείξη ότι εξεπληρώθη κάποια προφητεία του από τότε, που εγώ έπλασα τον άνθρωπον δια μέσου όλων των αιώνων. Ας αναγγείλη εις σας εκείνα, τα οποία μέλλουν να συμβούν, πριν αυτά πραγματοποιηθούν.
Ησ. 44,8                      μὴ παρακαλύπτεσθε μηδὲ πλανᾶσθε· οὐκ ἀπ᾿ ἀρχῆς ἠνωτίσασθε καὶ ἀπήγγειλα ὑμῖν; μάρτυρες ὑμεῖς ἐστε, εἰ ἔστι Θεὸς πλὴν ἐμοῦ·
Ησ. 44,8                      Μη κρύπτετε από φόβον το πρόσωπόν σας, μη πλανάσθε Ιουδαίοι. Σεις απ'αρχής ης υπάρξεως σας δεν ηκούσατε προφητείας, τας οποίας εγώ είπα προς σας και αι οποίαι εξεπληρώθησαν; Σεις, λοιπόν, είσθε μάρτυρές μου βάσει αυτών, τα οποία είδατε, ότι δεν υπάρχει άλλος Θεός πλην εμού.
Ησ. 44,9                      καὶ οὐκ ἦσαν τότε οἱ πλάσσοντες καὶ γλύφοντες πάντες μάταιοι οἱ ποιοῦντες τὰ καταθύμια αὐτῶν, ἃ οὐκ ὠφελήσει αὐτούς· ἀλλὰ αἰσχυνθήσονται
Ησ. 44,9                      Εχάθησαν, σαν να μη υπήρξαν αυτοί όλοι οι γλύπται των ειδώλων, οι οποίοι κατεσκεύαζαν ανυπάρκτους και ψευδείς θεούς, τους οποίους αυτοί επινοούσαν σύμφωνα με τας αμαρτωλάς επιθυμίας των. Είδωλα, τα οποία ούτε ωφέλησαν, ούτε θα ωφελήσουν αυτούς. Αλλα θα κατεντροπιασθούν εξ αιτίας των,
Ησ. 44,10                    πάντες οἱ πλάσσοντες Θεὸν καὶ γλύφοντες ἀνωφελῆ,
Ησ. 44,10                    όλοι όσοι πλάττουν με την νοσηράν φαντασίαν των και την διεστραμμένην καρδίαν θεούς και γλύφουν επάνω εις λιθάρια η ξύλα είδωλα, τα οποία ανύπαρκτα καθώς είναι δεν παρέχουν καμμίαν ωφέλειαν.
Ησ. 44,11                    καὶ πάντες ὅθεν ἐγένοντο ἐξηράνθησαν, καὶ κωφοὶ ἀπὸ ἀνθρώπων συναχθήτωσαν πάντες καὶ στησάτωσαν ἅμα, ἐντραπήτωσαν καὶ αἰσχυνθήτωσαν ἅμα.
Ησ. 44,11                    Και όλοι οι ψευδοθεοί, από όποιον και αν επενοήθησαν, από όπου και αν προήλθαν, εξηράνθησαν και εξηφανίσθησαν. Και όσοι από τους ανθρώπους, κωφοί πνευματικώς, επιμένουν να λατρεύουν τους ψευδοθεούς, ας μαζευθούν όλοι και ας σταθούν όλοι μαζή όρθιοι· ας εντραπούν δια ττην πλάνην των και ας καταισχυνθούν όλοι δια τους αψύχους θεούς των.
Ησ. 44,12                    ὅτι ὤξυνε τέκτων σίδηρον, σκεπάρνῳ εἰργάσατο αὐτὸ καὶ ἐν τερέτρῳ ἔστησεν αὐτό, εἰργάσατο αὐτὸ ἐν τῷ βραχίονι τῆς ἰσχύος αὐτοῦ· καὶ πεινάσει καὶ ἀσθενήσει καὶ οὐ μὴ πίῃ ὕδωρ.
Ησ. 44,12                    Διότι ιδού πως έγιναν οι θεοί των· ο σιδηρουργός ελέπτυνε τον σίδηρον, με το σφυρί κατειργάσθη την άψυχον ύλην, με το τρυπάνι το διετρύπησε καταλλήλως και το έστησεν ορθιον. Το κατειργάσθη με την δύναμιν, που είχαν τα χέρια του. Εργάζεται όλην την ημέραν νηστικός, διψασμένος, αποκαμωμένος από τον κόπον, χωρίς το είδωλον να ημπορή να τον δοηθήση καθόλου.
Ησ. 44,13                    ἐκλεξάμενος τέκτων ξύλον ἔστησεν αὐτὸ ἐν μέτρῳ καὶ ἐν κόλλῃ ἐῤῥύθμισεν αὐτὸ καὶ ἐποίησεν αὐτὸ ὡς μορφὴν ἀνδρὸς καὶ ὡς ὡραιότητα ἀνθρώπου στῆσαι αὐτὸ ἐν οἴκῳ.
Ησ. 44,13                    Κατά παρόμοιον τρόπον και ο ξυλουργός· αφού πάρη το κατάλληλον ξύλον, το στήνει στο εργαστηριόν του, απλώνει εις αυτό το μέτρον του, το κόπτει καταλλήλως, το κολλά και το διαρρυθμίζει. Με τον τρόπον αυτόν του δίδει μορφήν ανδρός, ωραιότητα ανθρώπου και το στήνει στον ναόν.
Ησ. 44,14                    ἔκοψε ξύλον ἐκ τοῦ δρυμοῦ, ὃ ἐφύτευσε Κύριος καὶ ὑετὸς ἐμήκυνεν,
Ησ. 44,14                    Ο ξυλουργός έκοψεν από το δάσος ξύλον, το οποίον ο Κυριος εφύτευσε και η βροχή το επότισε και ηύξησε,
Ησ. 44,15                    ἵνα ᾖ ἀνθρώποις εἰς καῦσιν· καὶ λαβὼν ἀπ᾿ αὐτοῦ ἐθερμάνθη, καὶ καύσαντες ἔπεψαν ἄρτους ἐπ᾿ αὐτῶν, τὸ δὲ λοιπὸν εἰργάσαντο θεούς, καὶ προσκυνοῦσιν αὐτοῖς.
Ησ. 44,15                    δια να χρησιμοποιηθή από τους ανθρώπους εις καύσιν. Ο γλύπτης των ειδωλολατρικών αγαλμάτων επήρε ένα κομμάτι από αυτό εις θέρμανσίν του, οι αρτοποιοί έκαψαν ένα άλλο μέρος από το ξύλον δια το ψήσιμο των άρτων. Από το υπόλοιπον ξύλον οι γλύπται κατασκευάζουν θεούς, τους οποίους κατόπιν πίπτουν και προσκυνούν.
Ησ. 44,16                    οὗ τὸ ἥμισυ αὐτοῦ κατέκαυσεν ἐν πυρὶ καὶ καύσαντες ἔπεψαν ἄρτους ἐπ᾿ αὐτῶν· καὶ ἐπ᾿ αὐτοῦ κρέας ὀπτήσας ἔφαγε καὶ ἐνεπλήσθη, καὶ θερμανθεὶς εἶπεν· ἡδύ μοι ὅτι ἐθερμάνθην καὶ εἶδον πῦρ.
Ησ. 44,16                    Ετσι λοιπόν το ήμισυ από το ξύλον, που εχρησιμοποιήθη δια την κατασκευήν του ειδώλου, παρεδόθη στο πυρ. Οι αρτοποιοί έκαυσαν αυτό και έψησαν άρτους. Αλλος έψησεν επάνω εις αυτά τα ξύλα κρέας και έφαγε και εχόρτασε και θερμανθείς είπεν· Ευχάριστον πράγμα μου είναι η απόλαυσις της θερμότητας και η θέα της φωτιάς.
Ησ. 44,17                    τὸ δὲ λοιπὸν ἐποίησεν εἰς θεὸν γλυπτὸν καὶ προσκυνεῖ αὐτῷ καὶ προσεύχεται λέγων· ἐξελοῦ με, ὅτι θεός μου εἰς σύ.
Ησ. 44,17                    Από το υπόλοιπον ξύλον κατεσκεύασε θεόν γλυπτόν, τον προσκυνεί, προσεύχεται προς αυτόν και του λέγει· Φυλαξέ με, διότι συ είσαι ο θεός μου.
Ησ. 44,18                    οὐκ ἔγνωσαν φρονῆσαι, ὅτι ἀπημαυρώθησαν τοῦ βλέπειν τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτῶν καὶ τοῦ νοῆσαι τῇ καρδίᾳ αὐτῶν.
Ησ. 44,18                    Δεν είχαν την στοιχειώδη νόησιν, ώστε να ορθοφρονήσουν, διότι εσκοτίσθησαν, δια να μη βλέπουν τα μάτια της ψυχής των και να μην εννοούν με την διάνοιάν των.
Ησ. 44,19                    καὶ οὐκ ἐλογίσατο τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ οὐδὲ ἀνελογίσατο ἐν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ οὐδὲ ἔγνω τῇ φρονήσει, ὅτι τὸ ἥμισυ αὐτοῦ κατέκαυσεν ἐν πυρὶ καὶ ἔπεψεν ἐπὶ τῶν ἀνθράκων αὐτοῦ ἄρτους καὶ ὀπτήσας κρέα ἔφαγε καὶ τὸ λοιπὸν αὐτοῦ εἰς βδέλυγμα ἐποίησε καὶ προσκυνοῦσιν αὐτῷ.
Ησ. 44,19                    Ο ξυλουργός, που εσκάλισε το είδωλον, δεν εσκέφθη με τον νουν του, δεν ανελογίσθη με την ψυχήν του, ούτε δια της στοιχειώδους αυτού συνέσεως εγνώρισεν, ότι το ήμισυ από αυτό το ξύλον το έκαψε εις την φωτιάν, έψησεν επάνω στους άνθρακας άρτους, έψησε κρέατα και έφαγε, το δε υπόλοιπον από αυτό το κατεσκεύασε βδελυρόν είδωλον, το οποίον και το προσκυνούν!
Ησ. 44,20                    γνῶθι ὅτι σποδὸς ἡ καρδία αὐτῶν, καὶ πλανῶνται, καὶ οὐδεὶς δύναται ἐξελέσθαι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ· ἴδετε, οὐκ ἐρεῖτε ὅτι ψεῦδος ἐν τῇ δεξιᾷ μου;
Ησ. 44,20                    Μαθε, λοιπόν, ότι στάκτη είναι η καρδία αυτών, πλανώνται και κανένα από τα κα-τασκευασθέντα αυτά αγάλματα δεν είναι εις θέσιν, να σώση την ζωήν των. Ιδετε σεις, που κατασκευάζετε τα αγάλματα, και σκεφθήτε· όταν εκείνα μείνουν ακίνητα και άψυχα εις τας δεήσεις σας, δεν θα είπητε, ότι με την δεξιάν μας χείρα κατεσκευάσαμεν είδωλα, που είναι ψευδή;
Ησ. 44,21                    Μνήσθητι ταῦτα Ἰακὼβ καὶ Ἰσραήλ, ὅτι παῖς μου εἶ σύ· ἔπλασά σε παῖδά μου, καὶ σὺ Ἰσραὴλ μὴ ἐπιλανθάνου μου.
Ησ. 44,21                    Εχετε, λοιπόν, υπ' όψιν σας αυτά, σεις οι απόγονοι του Ιακώβ. Ισραηλιτικέ λαέ, ενθυμήσου ότι συ είσαι δούλος μου. Εγώ σε έπλασα ως δούλον μου. Δια τούτο συ, Ισραηλιτικέ λαέ, μη με λησμονής.
Ησ. 44,22                    ἰδοὺ γὰρ ἀπήλειψα ὡς νεφέλην τὰς ἀνομίας σου καὶ ὡς γνόφον τὰς ἁμαρτίας σου· ἐπιστράφηθι πρός με, καὶ λυτρώσομαί σε.
Ησ. 44,22                    Ιδού, ότι εγώ εξήλειψα τας ανομίας σου και τας διέλυσα, όπως διαλύεται και σβήνει η νεφέλη. Εσβησα τας αμαρτίας σου, όπως φεύγει το σκοτάδι κυνηγημένο από το φως. Επίστρεψε, λοιπόν, εν μετάνοια προς εμέ και εγώ θα σε απαλλάξω από τας θλίψεις και τους εχθρούς σου.
Ησ. 44,23                    εὐφράνθητε, οὐρανοί, ὅτι ἠλέησεν ὁ Θεός τὸν Ἰσραήλ· σαλπίσατε, τὰ θεμέλια τῆς γῆς, βοήσατε, ὄρη, εὐφροσύνην, οἱ βουνοὶ καὶ πάντα τὰ ξύλα τὰ ἐν αὐτοῖς, ὅτι ἐλυτρώσατο ὁ Θεὸς τὸν Ἰακώβ, καὶ Ἰσραὴλ δοξασθήσεται.
Ησ. 44,23                    Χαρήτε και αγαλλιάσθε, σεις οι ουρανοί, διότι ο Θεός ηλέησε τον ισραηλιτικον λαόν. Σαλπίσατε χαρούμενα σαλπίσματα τα θεμέλια της γης, βοήσατε με χαράν και αγαλλίασιν τα όρη, τα βουνά και όλα τα δάση, που υπάρχουν εις αυτά, διότι ο Θεός ηλευθέρωσε τους απογόνους του Ιακώβ από την αιχμαλωσίαν, και ο Ισραηλιτικός λαός θα δοξασθή”.
Ησ. 44,24                    Οὕτω λέγει Κύριος ὁ λυτρούμενός σε καὶ ὁ πλάσσων σε ἐκ κοιλίας· ἐγὼ Κύριος ὁ συντελῶν πάντα, ἐξέτεινα τὸν οὐρανὸν μόνος καὶ ἐστερέωσα τὴν γῆν.
Ησ. 44,24                    Ετσι λέγει ο Κυριος, ο οποίος σε έπλασε ευθύς εξ αρχής και σε απαλλάσσει από τους κινδύνους. “Εγώ είμαι ο Κυριος, ο οποίος φέρω εις πέρας όλα αυτά. Μονος μου άπλωσα τον ουρανόν και εστερέωσα την γην.
Ησ. 44,25                    τίς ἕτερος διασκεδάσει σημεῖα ἐγγαστριμύθων καὶ μαντείας ἀπὸ καρδίας, ἀποστρέφων φρονίμους εἰς τὰ ὀπίσω καὶ τὴν βουλὴν αὐτῶν μωραίνων
Ησ. 44,25                    Ποιός άλλος θα διασκορπίση και θα α-ποδείξη μηδαμινά τα σημεία και τας ψευ-δοπροφητείας των εγγαστριμύθων, εκείνων που ομιλούν από την κοιλίαν των; Ποιός είναι εκείνος, που γυρίζει προς τα οπίσω και τρέπει εις φυγήν τους ψευδοσυνετούς και αποδεικνύει μωράν και ανόητον την σκέψιν και απόφασίν των;
Ησ. 44,26                    καὶ ἱστῶν ῥῆμα παιδὸς αὐτοῦ καὶ τὴν βουλὴν τῶν ἀγγέλων αὐτοῦ ἀληθεύων; ὁ λέγων τῇ Ἱερουσαλήμ· κατοικηθήσῃ καὶ ταῖς πόλεσι τῆς Ἰδουμαίας· οἰκοδομηθήσεσθε, καὶ τὰ ἔρημα αὐτῆς ἀνατελεῖ·
Ησ. 44,26                    Και ποιός είναι εκείνος, ο οποίος στερεώνει αμετακίνητον και αληθινήν την προφητείαν του δούλου του, και αποδεικνύει αληθινήν την βουλήν των ανθρώπων, τους οποίους αυτός αποστέλλει; Εγώ είμαι ο Θεός, ο οποίος λέγω εις την Ιερουσαλήμ· Θα κατοικηθής από τους κατοίκους σου· εις δε τας πόλεις της Ιουδαίας· Θα ανοικοδομηθήτε πάλιν, και αι έρημοι περιοχαί σου θα ανθίσουν.
Ησ. 44,27                    ὁ λέγων τῇ ἀβύσσῳ· ἐρημωθήσῃ, καὶ τοὺς ποταμούς σου ξηρανῶ·
Ησ. 44,27                    Εγώ είμαι εκείνος, ο οποίος λέγω εις άβυσσον της θαλάσσης· Θα ξηρανθής και θα μείνης έρημος, θα ξηράνω εγώ τους ποταμούς σου.
Ησ. 44,28                    ὁ λέγων Κύρῳ φρονεῖν καὶ πάντα τὰ θελήματά μου ποιήσει· ὁ λέγων Ἱερουσαλήμ· οἰκοδομηθήσῃ, καὶ τὸν οἶκον τὸν ἅγιόν μου θεμελιώσω.



Ησ. 44,28                    Εγώ είμαι εκείνος ο οποίος λέγω στον Κύρον, τον βασιλέα των Περσών, να ορθοφρονή· και αυτός όλα τα θελήματά μου, τα αναφερόμενα στον ισραηλιτικόν λαόν, θα τα εκτέλεση. Εγώ είμαί που λέγω εις την Ιερουσαλήμ· Θα ανοικοδομηθής και θα ανοικοδομήσω εγώ εντός της περιοχής σου τον άγιον οίκον μου.

Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.