Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

Η Νηστεία

0 σχόλια


«…αληθής νηστεία η των κακών αλλοτρίωσις, εγκράτεια γλώσσης, θυμού αποχή, επιθυμιών χωρισμός, καταλαλιάς, ψεύδους και επιορκίας…»

Η νηστεία είναι θεσμός πανάρχαιος και θεόσδοτος. Τη νομοθέτησε ήδη στον παράδεισο ο Θεός, αμέσως μετά την πλάση του ανθρώπου, όταν απαγόρευσε στους πρωτοπλάστους να φάνε «από το δέντρο της γνώσεως του κάλου και του κάκου» (Γεν. 2:17). Την όρισε στη συνέχεια ο Μωσαϊκός Νόμος. Την επικύρωσε ο Θεάνθρωπος Ιησούς τόσο με το λόγο Του όσο και με το παράδειγμά Του, ό­ταν νήστεψε «σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες» (Ματθ. 4:2). Την τήρησαν οι απόστολοι και οι πρώ­τοι χριστιανοί. Τη θεσμοθέτησε η Εκκλησία: «Αν κάποιος επίσκοπος ή πρεσβύτερος ή διάκονος ή υποδιάκονος ή αναγνώστης ή ψάλτης δεν νηστεύει την Αγία Τεσσαρακοστή, την Τετάρτη και την Πα­ρασκευή, να καθαιρείται. Αν είναι λαϊκός αυτός που δεν νηστεύει, να αφορίζεται. Εκτός, βέβαια, αν εμποδίζεται να νηστέψει από σωματική ασθένεια» (Καν. ξθ' Αγίων Αποστόλων).

Κάθε χριστιανός, λοιπόν, οφείλει να τηρεί τις «διατεταγμένες» νηστείες (Βλέπε το κατατοπιστικό «Παράρτημα»), υπακούοντας με ταπείνωση στο Χριστό και την Εκκλησία Του. Αυτή η υπακοή, βέβαια, δεν είναι άλογη ούτε ανώφελη. Γιατί με τη νηστεία, όπως τονίζουν στα συγγράμ­ματά τους οι θεοφώτιστοι πατέρες και όπως απο­δεικνύει ο εν Χριστώ αγώνας των πιστών που έχουν γνήσιο εκκλησιαστικό φρόνημα, καταπολεμείται η ακράτεια, ισχυροποιείται η θέληση, δουλαγωγείται το σώμα, καθαρίζεται ο νους, μαλακώνει η καρδιά, καταστέλλονται οι σαρκικές ορμές, νεκρώνονται ό­λα τα πάθη, θεραπεύεται η ψυχή΄ κοντολογίς, «πάν καλόν και αγαθόν δια της νηστείας κατορθούται και τελειούται» (άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς).
Πολλοί, ωστόσο, είναι εκείνοι που δεν τηρούν τις νηστείες της Εκκλησίας, προβάλλοντας διάφο­ρες δικαιολογίες. Το ίδιο γινόταν και στα χρόνια των αγίων πατέρων, όπως διαπιστώνουμε από με­ρικές ομιλίες τους.
Ο άγιος Βασίλειος ο Μέγας, στους δύο λόγους του «Περί νηστείας», επιλεγμένα αποσπάσματα των οποίων ακολουθούν σε ελεύθερη απόδοση, εξε­τάζοντας ιστορικά και θεολογικά το θεσμό, απαντά στις ενστάσεις και αντιρρήσεις των αρνητών του, τονίζει την καθολικότητα και την κοινωνική του διά­σταση και, τέλος, ορίζει ως αληθινή νηστεία τόσο την αποχή από ορισμένες τροφές όσο και την απο­ξένωση από την κακία. Γενικά συστήνει την καθο­λική εγκράτεια και την ασκητική τοποθέτηση απέ­ναντι στα υλικά στοιχεία του κόσμου, τοποθέτηση που αποτρέπει την υποδούλωση του χριστιανού στα κτιστά και επιτρέπει την ελεύθερη και σωτήρια υποταγή του στο άγιο θέλημα του Κτίστη.

(Πρόλογος υπό των πατέρων της Ι.Μ. Παρακλήτου, Ωρωπού Αττικής)


Η Νηστεία

Πολύτιμο δώρο του Θεού είναι η νηστεία. Θεσμός πανάρχαιος, που διατηρήθηκε σαν πατρική κληρονομιά κι έφτασε μέχρι τις μέρες μας.
Δεχθείτε τη λοιπόν με χαρά. Δεχθείτε οι φτωχοί τη σύντροφό σας. Δεχθείτε οι υπηρέτες την ανάπαυσή σας. Δεχθείτε οι πλούσιοι αυτή που σας σώζει από τον κίνδυνο του κορεσμού και νοστιμίζει όσα η συνεχής απόλαυση ανοσταίνει.
Οι άρρωστοι δεχθείτε τη μητέρα της υγείας. Οι υγιείς την εξασφάλιση της ευεξίας. Ρωτήστε τους γιατρούς, και θα σας πουν πως τίποτα δεν είναι τόσο αμφίβολο κι αβέβαιο όσο η υγεία. Γι’ αυτό οι συνετοί με τη νηστεία προσπαθούν να διατηρήσουν την υγεία τους και να γλυτώσουν από το συντριπτικό φορτίο της παχυσαρκίας.
Μην ισχυρίζεσαι πως δεν μπορείς να νηστέψεις, φέρνοντας σαν πρόφαση αρρώστια ή σωματική αδυναμία, αφού, από την άλλη μεριά, σ’ όλη σου τη ζωή ταλαιπωρείς το σώμα σου με την πολυφαγία. Γνωρίζω πολύ καλά πως οι γιατροί επιβάλλουν στους αρρώστους μάλλον λιτή δίαιτα και νηστεία παρά ποικιλία και αφθονία φαγητών.
Άλλωστε, τι είναι ευκολότερο για το σώμα, να περάσει τη νύχτα μ’ ένα ελαφρό δείπνο ή να πέσει στο κρεβάτι βαρύ απ’ την πολυφαγία; Μπορεί ν’ αναπαυθεί έτσι ή θα στριφογυρίζει παραφορτωμένο και ταλαίπωρο; Ποιο πλοίο μπορεί να κυβερνήσει ευκολότερα ένας καπετάνιος και να το σώσει σε μια θαλασσοταραχή, το βαρυφορτωμένο ή εκείνο που έχει το κανονικό του φορτίο; Το βαρυφορτωμένο δεν θα το βυθίσει μια μικρή τρικυμία; Έτσι και τα σώματα, όταν ταλαιπωρούνται με την πολλή τροφή, εύκολα υποκύπτουν στις αρρώστιες. Ενώ όταν τρέφονται ελαφρά, διατηρούν την καλή τους υγεία.

Ας παρακολουθήσουμε όμως ιστορικά την υπό­θεση της νηστείας, για να δούμε πόσο εκτιμήθηκε από τους αγίους και πόσα καλά προξένησε.
Ο θεόπτης Μωυσής μετά από νηστεία σαρά­ντα ημερών τόλμησε ν' ανεβεί στην κορυφή του ό­ρους Σινά και να παραλάβει τις πλάκες των δέκα εντολών (Εξ. 24:18). Δεν θα έπαιρνε το θάρρος να πλησιάσει την κορυφή, που κάπνιζε από τη θεία παρουσία, αν δεν είχε οπλιστεί με τη νηστεία. Νή­στεψε, κι έτσι μπόρεσε να συνομιλήσει με το Θεό.
Ο προφήτης Σαμουήλ υπήρξε καρπός της νη­στείας. Η μητέρα του Άννα, αφού νήστεψε, προ­σευχήθηκε στο Θεό και Του ζήτησε ένα παιδί, με την υπόσχεση να το αφιερώσει σ' Εκείνον (Α' Βασ. 1:11).
Τον μεγάλο ήρωα Σαμψών, τί ήταν εκείνο που τον έκανε ακαταμάχητο; Η νηστεία! Με τη νηστεία συνελήφθη στα σπλάχνα της μητέρας του. Η νηστεία τον γέννησε. Η νηστεία τον θήλασε. Η νη­στεία τον ανέθρεψε. Η νηστεία εκείνη, που όρισε ο άγγελος: «Το παιδί, που θα γεννηθεί, δεν θα πρέπει να γευθεί κανένα από τα προϊόντα του αμπελιού. Δεν θα πιει κρασί ούτε κανένα άλλο δυνατό ποτό» (Κριτ. 13:14).
Η νηστεία γεννάει προφήτες. Ενισχύει τους δυ­νατούς. Σοφίζει τους νομοθέτες. Εξοπλίζει τους ήρωες. Γυμνάζει τους αθλητές. Αποκρούει τους πει­ρασμούς. Συγκατοικεί με τη νηφαλιότητα και την αγνότητα. Στους πολέμους κάνει ανδραγαθήματα και στον καιρό της ειρήνης διδάσκει την ησυχία. Αγιάζει τους αφιερωμένους και τελειοποιεί τους ιε­ρείς. Κανείς δεν μπορεί να πλησιάσει το Θυσιαστή­ριο και να τελέσει τη θεία Λειτουργία, χωρίς προη­γουμένως να έχει νηστέψει.
Μετά από νηστεία σαράντα ημερών αξιώθηκε ο προφήτης Ηλίας ν' αντικρύσει τον Κύριο (Γ' Βασ. 19:8-18). Χάρη στη νηστεία αποδείχθηκε ισχυρότε­ρος από το θάνατο και ανέστησε το πεθαμένο παι­δί (Γ' Βασ. 17:21-23). Χάρη στη νηστεία εμπόδισε τον ουρανό να βρέξει για τριάμιση χρόνια (Γ' Βασ. 17:1, 18:1). Κι αυτό, για να μαλακώσει τη σκληροκαρδία των Ισραηλιτών, που είχαν παραδοθεί στην ασέβεια και στην παρανομία. Ετσι προκάλεσε σ' ο­λόκληρο λαό υποχρεωτική νηστεία, μέχρι να μετα­νοήσουν και να επανορθώσουν την αμαρτία, που προήλθε από την καλοπέραση και τον μαλθακό βίο.
Ο προφήτης Δανιήλ, που για ένα εικοσαήμερο δεν γεύθηκε ψωμί ούτε ήπιε νερό (Δαν. 10:2-3), δί­δαξε και τα λιοντάρια ακόμα να νηστεύουν (Δαν. 6:16-22). Τα πεινασμένα λιοντάρια δεν τον κατα­σπάραξαν, σαν να είχε σώμα από πέτρα ή χαλκό ή άλλο σκληρό υλικό. Η νηστεία δυνάμωσε το σώ­μα του προφήτη και το έκανε απρόσβλητο από τα δόντια των θηρίων, όπως η βαφή κάνει το σίδε­ρο απρόσβλητο από τη σκουριά.

Η νηστεία ενισχύει την προσευχή. Γίνεται φτερό στην πορεία της προς τον ουρανό. Είναι μητέρα της υγείας, παιδαγωγός της νιότης, στολίδι των γηρατειών. Είναι συνοδοιπόρος των ταξιδιωτών και ασφάλεια των συγκατοίκων.
Ο άνδρας δεν αμφιβάλλει καθόλου για τη συζυ­γική πίστη της γυναίκας του, όταν τη βλέπει να συζεί με τη νηστεία. Η γυναίκα δεν λιώνει από ζήλεια, όταν βλέπει τον άνδρα της να νηστεύει.
Ποιός ζημιώθηκε ποτέ από τη νηστεία; Υπολό­γισε την οικονομική κατάσταση του σπιτιού σου σε μια μέρα νηστείας. Υπολόγισέ την και σε μια συνη­θισμένη μέρα. Θα διαπιστώσεις έτσι εύκολα, πόσο μεγάλο κέρδος έχεις με τη νηστεία.
Σκέψου πως ακόμα και οι εφοριακοί αφήνουν τους φορολογουμένους να ζήσουν λίγο καιρό ήσυ­χοι και ανενόχλητοι. Ας επιτρέψει λοιπόν και η σάρκα μια μικρή ανάπαυλα στο στόμα. Ας κάνει μια μικρή ανακωχή αυτή, που, όταν χορτάσει, φιλο­σοφεί γύρω από την εγκράτεια, ενώ, όταν πεινά­σει, ξεχνάει όσα δέχτηκε πρίν.
Οποιος νηστεύει, δεν έχει ανάγκη από δάνεια ούτε χρειάζεται να πληρώνει τόκους. Η νηστεία γίνεται αφορμή να ευφραίνεται ο άνθρωπος. Γιατί όπως η δίψα κάνει γλυκό το πιοτό και η πείνα ευ­χάριστο το τραπέζι, έτσι και η νηστεία κάνει απο­λαυστικά τα φαγητά.
Αν θέλεις λοιπόν να 'ναι ευχάριστο το τραπέζι σου, δέξου την αλλαγή της νηστείας. Αν όμως είσαι πάντα κυκλωμένος από πλούσια φαγητά, αδικείς τον εαυτό σου, γιατί εξαφανίζεις την από­λαυση με την άμετρη φιληδονία.
Τίποτα δεν υπάρχει, που να μην περιφρονηθεί με τη συνεχή απόλαυσή του. Ενώ, αντίθετα, συχνά επιθυμούμε εκείνα τα φαγητά, που σπάνια γευόμαστε. Γι' αυτό και ο Δημιουργός μας επινόησε την ποικιλία στη ζωή μας, ώστε να νιώθουμε την από­λαυση όλων των αγαθών Του. Παρατήρησε τι συμβαίνει στη φύση: ο ήλιος δεν είναι λαμπρότερος μετά τη νύχτα; Ο ύπνος δεν είναι γλυκύτερος μετά την αγρυπνία; Η υγεία δεν είναι περισσότερο επιθυμητή μετά τη δοκιμασία της αρρώστιας; Ετσι και το τραπέζι γίνεται περισσότερο ευχάριστο μετά τη νηστεία. Αυτό μάλιστα ισχύει για όλους. Και για τους πλουσίους, που έχουν άφθονα φαγητά, και για τους φτωχούς, που διαθέτουν λιγότερη τροφή.

Να θυμάσαι και να φοβάσαι το παράδειγμα του πλουσίου της παραβολής (Λουκ. 16:19-31). Οι συ­νεχείς απολαύσεις τον οδήγησαν στην αιώνια κό­λαση. Ο πλούσιος αυτός δεν κατηγορήθηκε για καμιά αδικία. Εξαιτίας όμως των ανέσεων και της τροφής που απολάμβανε, καθώς και της αδιαφο­ρίας του για τη φτώχεια του Λαζάρου, τιμωρήθη­κε τόσο σκληρά. Η νηστεία και η υπομονή στις κακοπάθειες δεν ήταν, αντίθετα, εκείνες που χάρισαν την ανάπαυση στο Λάζαρο; Η παραβολή δεν ανα­φέρει γι’ άλλες αρετές του, παρά μόνο γι' αυτές, που, σαν δυο φτερά, τον ύψωσαν και τον ανέπαυσαν στους κόλπους του Αβραάμ.
Πρόσεξε λοιπόν κι εσύ, μήπως, ενώ τώρα πί­νεις ευχάριστα ποτά και αποστρέφεσαι το νερό, αργότερα ικετεύεις για μια μονάχα σταγόνα του, όπως ο πλούσιος. Κανείς δεν έπαθε τίποτα πίνο­ντας νερό. Κανείς δεν μέθυσε. Κανείς δεν ένιωσε πονοκέφαλο ή ζάλη. Ενώ, αντίθετα, η κακή χώνε­ψη, που αναγκαστικά ακολουθεί τα συμπόσια, δη­μιουργεί φοβερές αρρώστιες.

Η ζωή του Τιμίου Προδρόμου ήταν μια συνεχής νηστεία. Δεν είχε ούτε κρεβάτι ούτε τραπέζι ούτε κτήματα ούτε ζώα ούτε αποθήκες τροφίμων ούτε τίποτ’ άλλο, απ’ αυτά που θεωρούνται απαραίτητα για τη ζωή. Γι’ αυτό όμως ο Κύριος διακήρυξε πως ήταν «ο σπουδαιότερος απ’ όσους γέννησαν ποτέ γυναίκες» (Ματθ. 11:11).
Η νηστεία ανέβασε στον τρίτο ουρανό και τον απόστολο Παύλο, που την απαρίθμησε ανάμεσα στα καυχήματα για τις θλίψεις του (Β’ Κορ. 11:17).
Για όλες όμως τις αρετές, κορυφαίο τύπο και υπογραμμό έχουμε τον ίδιο τον Κύριο. Ο Κύριος, λοιπόν, μετά από νηστεία σαράντα ημερών, άρχισε το έργο του εδώ στη γη (Ματθ. 4:2). Πρώτα οχύρωσε και εξόπλισε με τη νηστεία τη σάρκα, που πήρε για χάρη μας, κι ύστερα δέχθηκε τους πειρασμούς του διαβόλου. Παρόμοια κι εμείς, με νηστείες ας ετοιμαζόμαστε κι ας προγυμναζόμαστε στους αγώνες εναντίον των πνευματικών αντιπάλων.
Σε μιαν αμφίβολη πολεμική συμπλοκή, η παρουσία κάποιου συμμάχου στο πλευρό του ενός εμπολέμου προκαλεί την ήττα του άλλου. Λοιπόν, το πνεύμα και η σάρκα βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση. Με ποιο θα συμμαχήσεις; Αν συμμαχήσεις με τη σάρκα, θα εξασθενίσεις το πνεύμα. Ενώ αν συμμαχήσεις με το πνεύμα, θα υποδουλώσεις τη σάρκα. Αφού θέλεις να ισχυροποιήσεις το πνεύμα σου, δάμασε τη σάρκα με τη νηστεία. Ο απόστολος Παύλος γράφει: «Όσο ο εξωτερικός άνθρωπος (δηλαδή η σάρκα) φθείρεται, τόσο ο εσωτερικός (δηλαδή το πνεύμα) ανανεώνεται» (Β’ Κορ. 4:16).
Ο Μωυσής, για να πάρει τη νομοθεσία για δεύτερη φορά, χρειάστηκε και δεύτερη νηστεία (Εξ. 34:28).
Οι Νινευίτες, αν δεν είχαν νηστέψει οι ίδιοι και τα ζώα τους, δεν θα είχαν γλυτώσει την καταστροφή (Ιων. 3:4-10).
Αλλά και τον Ησαύ, τί ήταν εκείνο που τον εξευτέλιζε και τον έκανε δούλο του αδελφού του; Δεν ήταν ένα φαγητό; Γι’ αυτό και μόνο πούλησε τα πρωτοτόκια του (Γεν. 25:29-34)!
Ποιοι, πάλι, άφησαν τα πτώματά τους στην έρημο; Δεν τ’ άφησαν εκείνοι που επιζήτησαν την κρεοφαγία και την καλοπέραση της Αιγύπτου (Αριθ. 11:33-34); Όσο δηλαδή οι Ισραηλίτες έμεναν ικανοποιημένοι μόνο με το μάννα, νικούσαν τους εχθρούς τους και κανείς τους δεν αρρώσταινε. Όταν όμως θυμήθηκαν τις χύτρες με τα κρέατα και νοστάλγησαν τη δουλεία στην Αίγυπτο, τιμωρήθηκαν. Πέθαναν στην έρημο και δεν αξιώθηκαν να δουν τη γη της επαγγελίας.
Δεν φοβάσαι κι εσύ το παράδειγμα αυτό; Δεν σκέφτεσαι μήπως με την πολυφαγία αποκλειστείς από την ουράνια γη της επαγγελίας;
Η απόλαυση άφθονης και λιπαρής τροφής δημιουργεί στην ψυχή αναθυμιάσεις, που, σαν ένα πυκνό σύννεφο καπνού, εμποδίζουν το νου ν’ αντικρύσει τις ελλάμψεις του Παναγίου Πνεύματος.
Η νηστεία είναι ισχυρό όπλο εναντίον των δαιμόνων. «Αυτό το δαιμονικό γένος δεν μπορεί να διωχθεί με κανένα άλλο μέσο, παρά μόνο με την προσευχή και τη νηστεία», είπε ο Κύριος στην περίπτωση του δαιμονισμένου νέου (Μάρκ. 9:29).
Με την τροφή, τη μέθη και τα διάφορα καρυκεύματα εξάπτεται και κάθε είδος ακολασίας. Το κυνήγι της απολαύσεως μεταβάλλει τους λογικούς ανθρώπους σε άλογα ζώα.
Η κραιπάλη προκαλεί και φρικτές διαστροφές. Γίνεται αιτία ν’ αναζητούν οι ακόλαστοι τη γυναίκα στον άνδρα και τον άνδρα στη γυναίκα.
Η νηστεία ρυθμίζει και την έγγαμη ζωή. Εμποδίζει την ασυδοσία και επιβάλλει σύμφωνη εγκράτεια, για ν’ αφοσιωθούν οι σύζυγοι στην προσευχή.

Μην περιορίζεις όμως την αρετή της νηστείας μόνο στη δίαιτα. Αληθινή νηστεία δεν είναι μόνο η αποχή από ορισμένα φαγητά, αλλά η αποξένωση από τα πάθη και τις αμαρτίες: Να μην αδικήσεις κανένα. Να συγχωρήσεις τον πλησίον σου για τη λύπη που σου προξένησε, για το κακό που σου έκανε, για τα λεφτά που σου χρωστάει. Διαφορετικά, μολονότι δεν τρως κρέας, τρως τον ίδιο τον αδελφό σου. Μολονότι εγκρατεύεσαι στο κρασί, δεν εγκρατεύεσαι στις κακολογίες. Μολονότι νηστεύεις ως το βράδυ, ξοδεύεις την ημέρα σου στα δικαστήρια.
Η Αγία Γραφή αναφέρει: «Αλίμονο σ’ αυτούς που μεθάνε χωρίς κρασί» (Ησ. 28:1). Τέτοια μέθη είναι π.χ. ο θυμός, που κάνει την ψυχή να παραφρονήσει. Είναι επίσης ο φόβος, που παραλύει τη διάνοια. Γενικά, κάθε πάθος που ζαλίζει το νου είναι και μια μέθη. Ο οργισμένος μεθάει με το πάθος του. Δεν σκέφτεται ποιους έχει μπροστά του. Σαν να πολεμάει μέσα στη νύχτα, αρπάζει το καθετί, σκοντάφτει στον καθένα. Δεν ξέρει τι λέει, βρίζει, χτυπάει, απειλεί, ορκίζεται, κραυγάζει.
Αν λοιπόν θέλεις να νηστέψεις πραγματικά, πρέπει ν’ αποφύγεις όλα τα πάθη.
Πρόσεξε και κάτι άλλο: Να μη γίνει η αυριανή νηστεία αφορμή κραιπάλης σήμερα. Μην καταστρέφεις με τη σημερινή ασυδοσία την αυριανή εγκράτεια. Οταν κανείς θέλει να συνάψει γάμο με μια σεμνή γυναίκα, δεν βάζει πρωτύτερα στο σπί­τι του παλλακίδες και πόρνες. Γιατί η νόμιμη γυ­ναίκα δεν ανέχεται να συγκατοικεί με τις παράνο­μες και διεφθαρμένες.
Ετσι λοιπόν κι εσύ. Με την προσδοκία της νη­στείας, μη δέχεσαι την ακόλαστη μέθη, που είναι μητέρα της αναισχυντίας, φίλη του αισχρού αστεί­ου, έτοιμη για κάθε ανηθικότητα. Η νηστεία και η προσευχή δεν θα κατοικήσουν μέσα σε ψυχή που έχει μολυνθεί με την κραιπάλη. Ο Κύριος δέχεται στα θεία σκηνώματα αυτόν που νηστεύει. Απο­στρέφεται όμως σαν βέβηλο και ανίερο τον άσωτο. Αν λοιπόν έρθεις αύριο εδώ και μυρίζεις κρασί, πώς θα λογαριάσω σαν νηστεία την κραιπάλη σου; Πού θα σε κατατάξω; Στους μέθυσους ή στους εγκρα­τείς; Η μέθη που προηγήθηκε, σε παρουσιάζει μέθυσο, ενώ η δίαιτα που άρχισες, νηστευτή. Με τα λείψανα της μέθης, η νηστεία σου γίνεται ανώφελη. Και αν η αρχή είναι ανώφελη, κινδυνεύει ανώφελο να καταλήξει και το σύνολο.
Η νηστεία δεν ασκεί επίδραση μόνο στα άτο­μα. Επηρεάζει και ολόκληρη την κοινωνία. Συμμορφώνει και καθησυχάζει σύντομα όλους τους αν­θρώπους. Επιβάλλει σιγή στα ξεφωνητά και τις κραυγές, εξορίζει τους τσακωμούς και τις διαμά­χες, απομακρύνει την κατάκριση και την καταλαλιά.
Ποιού δασκάλου η παρουσία σταματάει τόσο γρήγορα τις αταξίες και το θόρυβο των παιδιών; Μόλις εμφανιστεί η νηστεία, κάθε ταραχή στην πό­λη αυτόματα σταματάει.
Ποιός μπορεί να συνεχίζει το γλέντι και τη δια­σκέδαση σε καιρό νηστείας; Ποιός μπορεί να συν­δυάσει τη νηστεία με ασελγείς χορούς; Τα άπρεπα γέλια και τα πορνικά τραγούδια και οι έξαλλοι χο­ροί απομακρύνονται από την πόλη, μόλις φτάσει η νηστεία σαν ένας αυστηρός δικαστής.
Αν όλοι άκουγαν τις συμβουλές της νηστείας, θα επικρατούσε τέλεια ειρήνη σ’ ολόκληρη την ανθρωπότητα. Δεν θα ξεσηκωνόταν το ένα κρά­τος εναντίον του άλλου. Δεν θα είχαμε πολεμικές συμπλοκές ούτε κατασκευαστές όπλων. Δεν θα υπήρχαν δικαστήρια ούτε φυλακές. Οι ερημιές δεν θα φιλοξενούσαν κακοποιούς ούτε οι πόλεις συ­κοφάντες ούτε οι θάλασσες πειρατές.
Αν κυριαρχούσε η νηστεία, η ζωή μας δεν θα ήταν γεμάτη στεναγμούς. Γιατί αυτή θα δίδασκε σ' όλους όχι μόνο τον περιορισμό της σπάταλης ζωής, αλλά και την αποχή από πολλά άλλα κακά. Θα δίδασκε την ολοκληρωτική φυγή και αποξένωση από τη φιλαργυρία και την πλεονεξία, από τη φιλοδοξία και τη φιληδονία. Αν απαλλαγούμε απ' αυτά, θα ζούμε με ειρήνη και αγιασμό.
Αφού λοιπόν τέτοια αγαθά μας προσφέρει η βασίλισσα αυτή των αρετών, ας τη δεχτούμε χωρίς καμιά κατήφεια, χωρίς κανένα γογγυσμό. Όλοι πρόθυμα ας τιμήσουμε το πνευματικό τραπέζι που μας παραθέτει η νηστεία, εξαγνίζοντάς μας και προετοιμάζοντάς μας για την αιώνια θεία ευφροσύνη του παραδείσου.

Η Νηστεία (Αγ. Βασιλείου του Μεγάλου)

(Από τη σειρά των φυλλαδίων «Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ» της Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού Αττικής.)


Συνεχίστε να διαβάζετε, πατήστε εδώ->>

Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2012

Επόμενοι τοις Αγίοις Πατράσιν

0 σχόλια

Ήταν συνηθισμένο στην αρχαία Εκκλησία τα δογματικά κείμενα να αρχίζουν με φράσεις σαν κι αυτήν. Ό μεγάλος όρος τής Χαλκηδόνος αρχίζει μ’ αυτές τις ίδιες ακριβώς λέξεις. Ή Εβδόμη Οικουμενική Σύνοδος αρχίζει την περί τών αγίων εικό­νων απόφασή της με ακόμα πιό σαφή και έπεξεργασμένο τρόπο: «Επόμενοι τη θεόθεν δοθείση δι­δασκαλία των αγίων ήμων Πατέρων και τη παραδόσει της καθολικής Εκκλησίας».

Προφανώς, ήταν κάτι περισσότερο από μια έκκληση πρός τήν «αρχαι­ότητα». Πράγματι, ή Εκκλησία πάντοτε τονίζει τήν ταυτότητα τής πίστεως της δια μέσου τών αιώνων. Αύτη ή ταυτότητα και ή σταθερότητα, από τούς απο­στολικούς χρόνους, είναι ή πιό ολοφάνερη απόδειξη και το πιό ολοφάνερο τεκμήριο τής ορθής πίστεως…
Όμως, παρ’ όλα αύτά, ή «αρχαιότης» μόνη της δεν είναι έπαρκής απόδειξη τής αληθινής πίστεως. Αρχαϊκά σύμβολα μπορεί να μας παραπλανήσουν τελείως. Ή αρχαιότητα και μό­νον αρχαίων εθίμων δεν εξασφαλίζει τήν αλήθεια/Όπως το διατυπώνει ό “Άγιος Κυπριανός, «Αρχαιότητα χωρίς αλήθεια είναι παλαιότητα πλάνης» ( Έπιστ. 74). Και αλλού «Ό Κύριος είπε “εγώ ειμί ή αλήθεια”. Δεν είπε “εγώ ειμί ή συνήθεια”». (Γνώμαι επισκόπων, αριθμ. 87, κεφ. 30).

Ή αληθινή παράδοση είναι  μόνο ή παράδοση τής αληθείας, traditio veritatis. Και αύτη ή «αληθινή παράδοση», κατά τόν αγιο Ειρηναίο, στηρίζεται επάνω εις, και εξασφαλίζεται άπό, εκείνο το charisma veritatis certum, πού έχει άποταμιευθη άπό τήν άρχή μέσα στήν Εκκλησία και έχει διαφυλαχθη στήν αδι­άσπαστη αποστολική διαδοχή.

‘Έτσι,  «παράδοση» στήν Εκκλησία δεν είναι απλώς ή συνέχεια της ανθρώπινης μνήμης, η ή σταθερότητα τών τελετουργικών τύπων και εθίμων. Τελικά, «παράδοση» είναι ή συνέχεια της θείας άρωγης, ή διαρκής παρουσία τού Αγίου Πνεύματος. Ή Εκκλησία δεν δεσμεύεται από «το γράμμα». Καθοδη­γείται σταθερά από «το Πνεύμα». Το ίδιο το Πνεύμα, το Πνεύμα της Αληθείας, «το λαλήσαν δια των Προφητών», πού καθοδήγησε τούς Αποστόλους, πού φώτισε τούς Ευαγγελιστές, παραμένει ακόμα στην Εκκλησία και την οδηγεί σε πληρέστερη κατανόηση της θείας αληθείας, από δόξα σε δόξα.
«Επόμενοι τοις Αγίους Πατράσιν…». Τούτο δεν είναι παραπομπή σε μιά άφηρημένη παράδοση, σε δογμα­τικά σύμβολα και προτάσεις. Είναι πρώτα – πρώτα μιά άναφορά σε πρόσωπα, σε αγιους μάρτυρες. Ή μαρ­τυρία των Πατέρων άνήκει, καθ’ ολοκληρίαν και κατ’ ούσίαν, στην ϊδια τή δομή της ορθοδόξου πίστεως. Ή Εκκλησία είναι εξίσου αφοσιωμένη στο κήρυγμα των Αποστόλων και στα δόγμα­τα των Πατέρων. Και τα δύο πηγαίνουν μαζί αχώριστα. Ή Εκκλησία είναι πράγματι «αποστολική». Άλλ’ είναι επίσης και «πατερική». Και μόνο με το να είναι «πα­τερική» είναι και  συνεχώς «αποστολική». Οι Πατέρες επιβεβαιώνουν την υποτονικότητα της παραδόσεως. Υπάρχουν δύο βασικά στάδια στή διάδοση της χριστιανικης πίστεως. Ή άπλή πίστη μας έπρεπε να προσλάβη συ­στηματοποιημένη μορ­φή. Ύπηρχε μιά εσωτερική τάση, μιά εσωτερική λογική, μιά εσωτερική άναγκαιότητα σ’ αύτή τή μετάβαση – από το κήρυγμα στο δόγμα. Πράγματι, τα δόγματα των Πατέρων είναι κατ’ ούσίαν το ίδιο «άπλό» κήρυγμα, πού κηρύχθηκε γιά μιά φορά και διαφυλάχθηκε από τούς Αποστόλους μιά φορά γιά πάντα. Άλλά τώρα έχει – το ίδιο αύτό κήρυγμα – συστηματοποιηθη και άναπτυχθη σε ένα αρμονικό σώμα άλληλοσυμπληρουμένων μαρτυριών. Το άποστολικό κήρυγμα όχι μόνο διαφυλάχθηκε στην Εκκλησία: ζη μέσα στην Εκκλησία, σάν ένα depositum juvenescens, κατά τή φράση τού άγίου Ειρηναίου. Μ’ αύτήν την έννοια ή διδασκαλία των Πατέρων είναι μιά μόνιμη λο­γική κατηγορία της χριστιανικης πίστεως, ένα σταθερό και άπόλυτο μέτρο η κριτήριο της όρθης πίστεως.

Μ’ αύτήν την έννοια, ακόμα, οί Πατέρες δεν είναι άπλώς μάρτυρες της παλιάς πίστεως, άλλά πάνω άπ’ όλα και πριν άπ’ όλα, είναι μάρτυρες της ορθής πίστεως. Συ­νεπώς, ή σύγχρονη έκκληση προς τούς Πατέρες είναι πολύ περισσότερο από μια ιστορική άναφορά – στο παρελθόν. «Το πνεύμα των Πατέρων» είναι ένας ουσιαστικός όρος αναφοράς στην ορθόδοξη θεολογία, όχι μικρότερης σημασίας από το λόγο της Αγίας Γραφής, και στην πραγματικότητα δεν χωρίζεται ποτέ άπ’ αύτόν. Οι ίδιοι οι Πατέρες ήταν πάντοτε υπηρέτες τού λόγου και ή θεολογία τους ήταν κατ’ ούσίαν εξηγητική. Έτσι, όπως ωραία τονίσθηκε από τον Louis Bouyer, «ή καθολική Εκκλησία όλων των εποχών δεν είναι απλώς ένα τέκνο των Πατέρων, άλλα είναι κα) παραμένει ή Εκκλησία των Πατέρων».
Το πιό χαρακτηριστικό γνώρισμα της πατερικής θεολογίας ήταν ό «υπαρξιακός» της χαρακτήρας.

Οι Πατέρες έθεολόγησαν, όπως λέγει ό Γρηγόριος ό Ναζιανζηνός, κατά τον τρόπο των Αποστόλων, όχι τού Αριστοτέλους, «άλιευτικώς ουκ άριστοτελικώς»( Όμιλία κγ’, 12).

  Ή διδασκαλία  τους  ήταν ακόμα ένα «μήνυμα», ένα κήρυγμα. Ή θεολογία τους ήταν μια «κηρυγματική θεολογία», ακόμα και όταν διατυπωνόταν λογικά και ενισχυόταν με λογικά επιχει­ρήματα. Ή τελική άναφορά γινόταν ακόμα στην πίστη, στην πνευματική κατανόηση. Αρκεί να μνημονεύσουμε σ’ αυτό το σημείο τα ονόματα τού Αγίου Αθανασίου, τού Αγίου Γρηγορίου τού Ναζιανζηνού, τού άγίου Μαξίμου τού Όμολογητού. Ή θεολο­γία τους ήταν μια μαρτυρία.

  Μακράν της έν Χριστώ ζωής ή θεολογία δεν πείθει καθόλου, και, αν χωρισθη από τή ζωή της πίστεως ή θεολογία μπορεί εύκολα να έκφυλισθη σε κενή διαλεκτική, σε μια μάταιη πολυλογία, χωρίς καμμιά πνευματική βαρύτητα.

  Ή πατερική θεολογία θεμελιωνόταν στην άποφασιστική άποδοχή της πίστεως. Δεν ήταν άπλώς μια αύτοεξηγούμενη «διδασκα­λία», πού θά μπορούσε να προσφερθη με έπιχειρήματα, δηλαδή άριστοτελικώς, χωρίς να προηγηθη το δόσιμο της ψυχης.

  Αύτή ή θεολο­γία θά μπορούσε μόνο να «κηρυχθη» η να «έκφωνηθη» και όχι άπλώς να «διδαχθη» κατά ένα σχολικό τρόπο· να «κηρυχθη» από τον άμβωνα, να έκφωνηθη επίσης με τούς λόγους της προσευχής και με τις ιερές τελετές, και πράγματι να φανερωθη στην όλη δομή της χριστιανικής ζωής.

 Αυτού τού είδους ή θεολογία ποτέ δεν μπορεί να άποχωρισθη από τή ζωή της προσευχής και από την άσκηση της αρετής. «Ή κλίμαξ της καθαρότητος είναι ή άρχή της θεολογίας», κατά τή φράση τού άγίου Ιωάννου της Κλίμακος.
Άφ’ ετέρου, ή θεολογία πάντοτε είναι, τρόπον τινά «προπαιδευτική», αφού τελικός της στόχος και σκοπός είναι να δώση μαρτυρία γιά το μυστήριο του ζώντος Θεού, λόγω και έργω. Ή «θεολογία» δεν είναι αυτοσκοπός.

Είναι πάντοτε μόνο μια οδός.

Ή θεολογία παρουσιάζει μόνο ένα «εννοιολογικό περίγραμμα» της αποκαλυφθείσης αληθείας, μια «νοητική» (noetic) μαρ­τυρία γι’ αύτήν. Μόνο μέσα σε μια πράξη πίστεως αύτό το περίγραμμα πληρούται με ζωντανό περιεχόμενο. Κι όμως και το «περίγραμμα» είναι επίσης απαραίτητο.

  Τα χριστολογικά σύμβολα έχουν στην πραγματικότητα νό­ημα μόνο γιά τους πιστούς, γιά κείνους πού συνάντη­σαν τον ζώντα Χριστό και τον έχουν αναγνωρίσει ως Θεό και Σωτηρα, γιά κείνους πού κατοικούν με την πίστη έν Αύτω, στο σώμα Του, στην Εκκλησία.

  Μ’ αύτήν την έννοια, ή θεολογία ποτέ δεν είναι μια αύτοεξηγούμενη διδασκαλία. Επικαλείται συνεχώς την όραση της πίστεως. «Ο έωράκαμεν και ακηκόαμεν, τούτο καταγγέλομεν ύμίν». Χωριστά από αύτήν την «καταγγελία» οι θεολογικές δια­τυπώσεις δεν έχουν καμμιά συνέπεια.

  Γιά τον ίδιο λόγο αύτά τα σύμβολα δεν θά έπρεπε να λαμβάνωνται έξω από το πνευματικό τους κλίμα. Είναι πολύ επικίνδυνο να άπομονώνης ορισμένες δογματικές προτάσεις και να τις άφαιρής από την όλη προοπτική μέσα στην οποία και μόνο έχουν σημασία και άξία. Είναι επικίνδυνη συνήθεια να χρησιμοποιης απλώς «χωρία» από τούς Πατέρες και άκόμη από την Αγία Γραφή, έξω από την όλη δομή της πίστεως, μέσα στην οποία και μόνο είναι πραγματικά ζω­ντανά.

  Το «επεσθαι τοις Πατράσιν» δεν σημαίνει απλώς να παραθέτης τις προτάσεις τους. Σημαίνει να άποκτήσης το πνεύμα τους, το φρόνημα τους.

  Ή Ορθόδοξη Εκκλησία ισχυρίζεται ότι έχει διαφυλάξει αυτό το πνεύμα (φρόνημα) και ότι έχει θεολογήσει ad mentem Patrum (κατά το πνεύμα των Πατέρων).
Σ’ αυτό άκριβώς το σημείο μια σπουδαία απορία μπο­ρεί να δημιουργηθη.

  Ό όρος «εκκλησιαστικοί Πατέρες» περιορίζεται κανονικά στους διδασκάλους της αρχαίας Εκκλησίας. Και πιστεύεται συνήθως ότι ή αυθεντία τους, αν γίνει δεκτό ότι υπάρχει καθόλου, οφείλεται στην «αρχαιότητα» τους, δηλαδή στην κάποια χρονολογική εγγύτητα τους προς την «πρώτη Εκκλησία», προς την αρχική η αποστολική «εποχή» της χριστιανικής ιστορίας.

 Ήδη, όμως, ό άγιος Ιερώνυμος αισθάνθηκε την υποχρέω­ση να άντικρούση αυτόν τον ισχυρισμό: το Πνεύμα πνέ­ει πραγματικά σ’ όλες τις εποχές. Πράγματι, δεν υπήρξε καμιά ελάττωση στην «αυθεντία» και καμιά ελάττωση στην αμεσότητα της πνευματικής γνώσεως μέσα στον ρουν της Εκκλησιαστικής Ιστορίας – φυ­σικά πάντοτε υπό τον έλεγχο της πρώτης μαρτυρί­ας και αποκαλύψεως.

Δυστυχώς το σχήμα της «ελαττώσεως»,αν όχι μιας ολικής «παρακμής», έχει γίνει ένα από τα συνήθη λογικά σχήματα της ιστορικής σκέψεως. Πι­στεύεται από πολ­λούς συνειδητά η υποσυνείδητα, ότι ή πρώτη Εκκλησία ήταν, τρόπον τινά, πλησιέστερα στην πηγή της αληθείας. Κατά την χρο­νολογική σειρά, φυσικά, τούτο είναι φανερό και αληθινό.

  Αλλά σημαίνει τούτο ότι ή πρώτη Εκκλησία πράγματι γνώρισε και κατανόησε το μυστήριο της αποκαλύψεως, τρόπον τινά, «καλύτερα» και «πληρέστε­ρα» από όλες τις επόμενες εποχές, ούτως ώστε τίποτα άλλο δεν απόμεινε για τις «μελλοντικές εποχές» παρά μόνο ή «επανάληψη»;

  Πραγματικά, ή εξιδανίκευση του παρελθόντος, σαν παραδοχή της δικής μας ανεπαρκείας και αποτυχίας, σαν πράξη ταπεινόφρονης αυτοκριτικής, μπορεί να είναι σωστή και υγιής ενέργεια. Αλλά είναι επικίνδυνο να την θέλουμε ως αφετηρία της θεολογίας της Εκκλησιαστικής μας Ιστορίας η ακόμα της θεολογίας της Εκκλησίας μας.

 Πολλοί πιστεύουν ότι ή «εποχή των Πατέρων» έχει τερματισθη και συνεπώς θά πρέπει να θεωρηται άπλώς «σαν μια παλιά δομή», άρχαϊκή και άπηρχαιωμένη. Το χρονικό όριο της «πατερικής έποχης» ορί­ζεται κατά ποικίλους τρόπους. Συνήθως ό άγιος Ιωάννης ό Δαμασκηνός θεωρείται ως ό «τελευταίος Πατήρ» της Ανατολής και ό άγιος Γρηγόριος ό Μέγας η ό Ισίδωρος Σεβίλλης ως ό τελευταίος της Δύσεως. Αυτό το χρονικό όριο έχει προκαλέσει περισσότερες από μια αντιρρήσεις. Π.χ., δεν θά έπρεπε ό άγιος Θεόδωρος ό Στουδίτης να συγκαταριθμηθη μεταξύ των Πατέρων; Αφ’ ετέρου, μπορεί να ύποστηριχθη ότι «ή εποχή των Πατέρων» έχει πράγματι φθάσει στο τέλος της πολύ νωρίτερα ακόμα και από τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό. Αρκεί άπλώς να θυμηθούμε την περίφημη φόρμουλα της Consensus quinquesaecularis πού περιόρισε την «αύθεντική» περί­οδο της Εκκλησιαστικής Ιστορίας στην πραγματικότητα μέχρι της έποχης της Χαλκηδόνος. Βέβαια, ή φόρμουλα αύτή ήταν προτεσταντική.

  Αλλά και ή συνήθης άνατολική φόρμουλα των «έπτά οικουμενικών συνόδων» δεν είναι στην πραγματικότητα πολύ καλύτερη, αφού τείνει, όπως πρόσφατα κάνει, να περιορίζη την πνευματική αυθεντία της Εκκλησίας στους οκτώ αιώνες, σαν να έχη ήδη περά­σει ή «χρυσή εποχή» της Εκκλησίας και μπαίνουμε τώρα ίσως σε μια σιδηρά εποχή, πολύ κατώτερη από άπόψεως πνευματικής δυνάμεως και αύθεντίας.

 Ψυχολογικά, αύτή ή τάση είναι άπόλυτα κατανοητή, άλλά δεν μπορεί να δικαιωθη θεολογικά. Ασφαλώς, οι Πατέρες του Δ’ και Ε’ αιώνος είναι πολύ πιό έπιβλητικοΐ από τούς μεταγενέστε­ρους και ή μοναδικότητα του μεγαλείου τους δεν μπο­ρεί να άμφισβητηθη. Έν τούτοις, ή Εκκλησία παρέμεινε όλοζώντανη και μετά την Χαλκηδόνα. Και στην πραγμα­τικότητα, ό ύπερτονισμός «των πρώτων πέντε αιώνων»
διαστρεβλώνει επικίνδυνα την θεολογική όραση κα! εμποδίζει την ορθή κατανόηση κα! αυτού του δόγματος της Χαλκηδόνος.

  Ή απόφαση της “Έκτης Οικουμενικής Συνόδου τότε θεωρείται απλώς ένα είδος «παραρτήμα­τος» στον όρο της Χαλκηδόνος κα! ή αποφασιστική θεο­λογική συνεισφορά του αγίου Μαξίμου του Όμολογητού συνήθως παραγνωρίζεται τελείως. Ό υπερτονισμός των «οκτώ αιώνων» αναπόφευκτα αμαυρώνει την κληρονομία του Βυζαντίου. Υπάρχει ακόμα μια έντονη τάση να θεωρήται ό «Βυζαντινισμός» σαν μια κατώτερη συνέ­χεια, η ακόμα σαν ένας παρηκμασμένος επίλογος, στην πατερική εποχή. Ίσως, είμαστε προετοιμασμένοι, τώρα περισσότερο από κάθε άλλη φορά, να δεθούμε την αυθεντία των Πατέρων. Αλλά οι «βυζαντινοί θεολόγοι» δεν συγκαταριθμοϋνται ακόμα μεταξύ των Πατέρων.

  Στην πραγματικότητα, εν τούτοις, ή βυζαντινή θεολογία είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια δουλική «επανάληψη» της διδασκαλίας των Πατέρων. “Ήταν μια οργανική συνέχεια της πατερικής προσπάθειας. Άρκεί να θυμηθούμε τον άγιο Συμεών τον Νέο Θε­ολόγο, κατά τον ενδέκατο αιώνα, και τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, κατά τον δέκατο τέταρτο. Μια αποκλειστική προσήλωση στις επτά οικου­μενικές συνόδους πράγματι αντιτίθεται προς τή βασική αρχή της ζώσης παραδό­σεως μέσα στην Εκκλησία. Ασφαλώς, οι επτά, αλλά όχι μόνον οι επτά.
Ό ΙΖ’ αιώνας υπήρξε, πράγματι, μια κρίσιμη εποχή στην ιστορία της ανατολικής θεολογίας. Ή διδασκαλία της θεολογίας είχε αποκλίνει εκείνους τούς χρόνους από το παραδοσιακό πατερικό πλαίσιο κα! είχε υποστώ επί­δραση από τή Δύση, μάλλον κατ’ επιλογήν, κα! από τον μεταγενέστερο ρωμαιοκαθο­λικό σχολαστικισμό των μετά την εν Τριάντα Συνοδών χρόνων και από τις διάφορες θεολογίες της Μεταρρυθμί­σεως. Αυτά τα δάνεια επηρέασαν βαθύτατα τή θεολογία των λεγομένων «συμβολικών βιβλίων» της Ανατολικής Εκκλησίας, τα όποτε δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αυθεντική φωνή της χριστιανικής Ανατολής. Το ύφος της θεολογίας άλλαξε. Παρά ταύτα, αυτό δεν σημαίνει ότι επήλθε καμιά δογματική μεταβολή. Ήταν στην πραγ­ματικότητα, μια ανιαρή κα! αμφίβολη ψευδομόρφωση της ανατολικής θεολογίας, πού ακόμα κα! στα δικά μας χρόνια δεν έχει ύπερνικηθή. Αυτή ή ψευδομόρφωση πράγματι φανέρωσε ένα κάποιο διχασμό μέσα στή ψυχή της Ανατολής για να δανειστούμε μια από τις προσφιλείς εκφράσεις του Arnold Toynbee.

  Πράγματι, στή ζωή της Εκκλησίας ή παράδοση των Πατέρων ποτέ δεν έχει διακοπή. Ή όλη δομή της ανατολικής λειτουργίας, με μια ευρύτερη σημασία του όρου, είναι ακόμα εξ ολοκλήρου πατερική. Ή ζωή της προσευχής κα! της πνευματικής περισυλλογής ακόμα ακολουθεί τα παλιά πρότυπα. Ή Φιλοκαλία, αυτή ή περίφημη εγκυκλοπαί­δεια της ανατολικής ευσέβειας και του ανατολικού ασκητισμού, πού περιλαμβάνει κείμενα πολλών αιώνων, από τον άγιο Αντώνιο τον Αιγύπτιο μέχρι των Ησυχαστών του ΙΔ’ αιώνος, γίνεται όλο κα! περισσότερο το εγχειρί­διο πνευματικής καθοδηγήσεως για όλους εκείνους πού είναι πρόθυμοι να ζήσουν την Ορθοδοξία στις μέρες μας. Το κύρος του συνθέτου της αγίου Νικοδήμου του Άγιορείτου έχει πρόσφατα ξανατονισθή καί ενισχυθή με την επίσημη ανακήρυξή του είς άγιον από την Ελλη­νική Εκκλησία.

Μ’ αυτήν την έννοια, μπορεί να ύποστηριχθή, ότι «ή εποχή των Πατέρων» εξακολουθεί ακόμα να ζή στην «προσευχομένη Εκκλησία». Δεν θά έπρεπε να συνεχίζεται επίσης κα! στις σχολές, στην περιοχή της θεολογικής έρευνας και δι­δασκαλίας; Δεν θά έπρεπε να επανακτήσουμε «το πνεύμα των Πατέρων» και στή θεο­λογική μας επίσης σκέψη και στο περιεχόμενο της πίστεως; «Να επανακτήσουμε», πράγ­ματι, όχι σαν ένα αρχαϊκό τρόπο σκέψεως κα! συμπερι­φοράς, ούτε απλώς σαν ένα αξιοσέβαστο λείψανο, αλλά σαν μια υπαρξιακή στάση, σαν ένα πνευματικό προσα­νατολισμό. Πράγματι, ήδη ζούμε σε μια εποχή αναγεν­νήσεως και αποκαταστάσε­ως.

Εν τούτοις δεν αρκεί να διατηρήσουμε μια «βυζαντινή λειτουργία», να αποκτήσου­με ένα «βυζαντινό ρυθμό» στην εικονογραφία και στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική, να χρησιμοποιούμε βυζαντι­νούς τρόπους προσευχής και ασκήσεως. Πρέπει κανείς να πάη πίσω στις ίδιες τις ρίζες αυτής της παραδοσιακής «ευσέβειας» πού πάντοτε αγαπήθηκε σαν ιερή κληρο­νομιά. Πρέπει να επανακτήσει κανείς το πατερικό πνεύμα. Άλλοις θά κινδυνεύει να είναι ακόμα εσωτερικά διχα­σμένος – μεταξύ του «παραδοσιακοί» προτύπου «ευσέβειας» και του μη παραδοσιακοί προτύπου της λογικής.

Ως «προσευχόμενοι» οι Ορθόδοξοι πάντοτε παρέμειναν στην «παράδοση των Πατέρων». Πρέπει να παραμείνουν στην ίδια παράδοση επίσης και ως «θεολόγοι». Με κανέ­να άλλο τρόπο δεν μπορεί ή ακεραιότητα της ορθοδόξου υπάρξεως να διατηρηθή καi να εξασφαλισθή.


Επόμενοι τοις Αγίοις Πατράσιν

 π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ



Από το βιβλίο «Θέματα Εκκλησιαστικής Ιστορίας», έκδ. Π. Πουρναρα Μετάφραση Παναγιώτου Κ. Πάλλη




Συνεχίστε να διαβάζετε, πατήστε εδώ->>

Εξομολόγηση και ψυχο(λογο)θεραπεία

0 σχόλια

Πριν από μερικά χρόνια ήρθε στο ιατρείο μου μια νέα κοπέλα για να με συμβουλευτεί σε κάποιο πρόβλημα που την απασχολούσε. Είχε υπερβολικό άγχος και δυσκολίες στο να συνάψει μια σχέση γάμου. Η συζήτηση κατέληξε σε ένα δίλημμα, στον προβληματισμό της αν θα πρέπει να γίνει μοναχή ή να ακολουθήσει το δρόμο της έγγαμης ζωής... Προσπάθησα να αναλύσω την προσωπική της ζωή όσο γίνεται καλύτερα για να καταλάβω πώς σκέφτεται και πώς ενεργεί.

Ήθελε να έχει φιλίες με νέους αλλά όταν το πράγμα σοβάρευε, τότε εκείνη τους απέρριπτε... Εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να πει κανείς ότι δεν έκαμνε για γάμο και θάπρεπε να στραφεί προς το μοναχισμό αφού το σκεφτόταν και η ίδια. Όμως από την αναδρομή στο παρελθόν της φάνηκε πιο καθαρά η πραγματικότητα. Όταν ήταν στο λύκειο είχε ενα σοβαρό δεσμό με ένα παιδί που έλεγε ότι το αγάπησε και σκεφτόταν να παντρευτούν και να τον ακολουθήσει σε άλλη πόλη.

Όταν το έμαθαν οι γονείς της εναντιώθηκαν και της απαγόρεψαν να τον συναντά πλέον, μέχρι να τον ξεχάσει. Εκείνη υποτάχτηκε, πέρασε μια κρίσιμη περίοδο και αρκετό διάστημα για να ξεπεράσει το γεγονός... Αργότερα έδειξε μια έντονη στροφή προς την εκκλησία και προς τη μοναχική ζωή.

Τα γεγονότα όμως έδειχναν ότι ακόμη δεν είχε ξεπεράσει εκείνο τον τραυματισμό της εφηβικής ηλικίας, απλώς λησμονήθηκε (“απωθήθηκε”) για να ξαναβγεί με άλλη μορφή πλέον, σαν δυσκολία να συνάπτει σοβαρές σχέσεις με άτομα του άλλου φύλου παρά το ότι το επιθυμούσε! Ο λόγος ήταν ότι φοβόταν πάντα στο βάθος μήπως χαλάσει και πάλι ο δεσμός της και πληγωθεί, ώστε να πονέσει τόσο αβάσταχτα, όπως τότε στην παιδική της ηλικία. Σκοπός μου ήταν να της αποδείξω ότι πράγματι αυτό συνέβαινε και ότι ο φόβος πλέον ήταν υπερβολικός γιατί οι συνθήκες άλλαξαν και η ίδια ήταν πλέον ώριμη. Αυτό είχε σαν συνέπεια να σκεφτεί πλέον καθαρά τι είναι εκείνο που πραγματικά η ίδια θέλει (να παντρευτεί ή όχι) χωρίς να χρειαστεί βέβαια να της το υποδείξω... Το θέμα ήταν κατα βάση ψυχολογικό αλλά σαφώς με πνευματικές προεκτάσεις και συνέπειες.

Πρέπει από την αρχή να κάνουμε ένα ξεκαθάρισμα. Είναι γνωστό ότι ο άνθρωπος αποτελείται από σώμα και ψυχή και η ψυχή του είναι αθάνατη κατ εικόνα και ομοίωση του Θεού. Με την ψυχή αυτή και τη σχέση του ανθρώπου με το Θεό ασχολείται η θρησκεία (πίστη) και ειδικότερα ο πνευματικός πατέρας στην εξομολόγηση.

Οταν λέμε ψυχή (ψυχολογική σφαίρα) στην ψυχολογία εννοούμε τις νοητικές εκδηλώσεις του ανθρώπου τα συναισθήματα και τον τρόπο συμπεριφοράς του στη ζωή.

Οι λεγόμενες “ψυχικές ασθένειες” δεν έχουν συνήθως σχέση με την ψυχή αλλά με την ψυχολογική ζωή του ανθρώπου. Το πώς όλα αυτά τον επηρεάζουν και πόσο τον βοηθούν να εξελιχθεί σαν προσωπικότητα ελεύθερη και ευτυχισμένη!

Κατά συνέπεια η ψυχανάλυση (ψυχοθεραπεία) ασχολείται με τη συμπτωματολογία που δημιουργεί προβλήματα στον άνθρωπο και τις πιθανές σχέσεις με τα πιστεύω και τις εμειρίες του.

Είναι φυσικό ο ψυχαναλυτής (ψυχολόγος ή ψυχίατρος) να ενδιαφερθεί και για την θρησκευτική ζωη του ανθρώπου και θα το κάνει αυτό όταν βέβαια και ο ίδιος έχει κάποια πνευματική ζωή και είναι γνώστης του πράγματος και δεν ερμηνεύει τη θρησκεία σαν ψυχολογικό φαινόμενο, όπως είχε κάνει ο Φρόυδ!

Από την άλλη μεριά ο ιερέας θα πρέπει να είναι ενήμερος τών τελευταίων απόψεων και θέσεων της ψυχολογίας αλλά κυρίως της πατερικής σκέψεως και ζωής, για να μπορέσει να καταλάβει σε βάθος τις αντιδράσεις του ατόμου και να ερμηνεύσει σωστά εκείνα που ακούει. Αυτό βέβαια γίνεται σταδιακά και με την εμπειρία αλλά και με τη φώτιση του Θεού, ωστόσο η ίδια η εκκλησία δεν εμπιστεύεται το μυστήριο αυτό της πνευματικής πατρότητος παρά μόνο σε κληρικούς που έχουν τουλάχιστον επαρκή μόρφωση και πνευματικό καταρτισμό.

ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ


Εκκλησιολογικά είναι ένα μυστήριο θεοσύστατο, μέσα από το οποίο συγχωρούνται οι αμαρτίες του ανθρώπου όταν εκείνος μετανοήσει (και αυτό επειδή ο Χριστός με τη θυσία και την ανάστασή του, τις φορτώθηκε ώστε να μας απαλλάξει, μια για πάντα!). Σαν διαδικασία είναι η φανέρωση στον πνευματικό, όλων εκείνων των παραβάσεων και αμαρτιών μας σε σχέση με το θέλημα του Θεού.

Αυτό δεν έχει μόνο σαν συνέπεια, ο πιστός άνθρωπος να απαλλάσσεται από το φορτίο της ενοχής απέναντι στο Θεό αλλά και να προσπαθεί πάντοτε για το καλύτερο, με σκοπό την αγάπη του Θεού και τη σωτηρία της ψυχής του. Δεν πρόκειται όμως κυρίως για ζήτημα ενοχής, η συγχώρεση είναι οντολογική δηλ. μια κατάσταση πραγματική και ουσιαστική αφού ο Θεός σβήνει ολοσχερώς το χρέος μας και μας ξαναφέρνει στην κατάσταση πρό της πτώσεως, κατά τους Πατέρες.

Στην πράξη όμως πολλοί άνθρωποι εξομολογούνται νομίζοντας ότι στόχος της εξαγόρευσης είναι η απαλλαγή από τις ενοχές, τη στεναχώρια και το άγχος. Ετσι συχνά δίνουν έμφαση στα συναισθήματα που νιώθουν απέναντι σε κάποια πρόσωπα και καταστάσεις με σκοπό να ανακουφιστούν και να αποφορτιστούν συναισθηματικά, αδιαφορώντας ή υποτιμώντας για το πόσο αυτές οι πράξεις τους έχουν σα συνέπεια την παραβίαση του θελήματος και της αγάπης του Θεού. Ανεξάρτητα δηλαδή από το κατά πόσον έχουν διάθεση να αλλάξουν σκέψεις και συμπεριφορά. Ετσι μπορεί η εξομολόγηση να λειτουργεί ψυχοθεραπευτικά αλλά όχι απαραίτητα για τη σωτηρία της ψυχής τους.

Ο κίνδυνος αυτός ισχύει και για ορισμένους πνευματικούς να θεωρήσουν σαν κριτήριο πνευματικής καθάρσεως την ψυχολογική ηρεμία και μόνο. Τα τελευταία μάλιστα χρόνια που δίδεται έμφαση στη θεραπευτική διάσταση της εκκλησίας. Η θεραπευτική αυτή διάσταση ούτως ή άλλως υπάρχει, αλλά με τη σωτηριολογική της έννοια. Την αποκατάσταση δηλαδή της επικοινωνίας του ανθρώπου με το Θεό, με άλλα λόγια τη σωτηρία.

Θα δώσουμε κάποια πραγματικά παραδείγματα για να γίνω πιο κατανοητός.

Θυμάμαι μια νέα μητέρα που κλαίγοντας κάποτε εξομολογούνταν λέγοντας ότι μιλάει άσχημα στα παιδιά της (με αποτέλεσμα μετά να στεναχωριέται και η ίδια, επειδή τα υπεραγαπά!)

Αργότερα μου ανέφερε παρεμπιπτόντως και σαν από ρουτίνα, το ότι επιδιώκει να εχει τυπική σχέση με την πεθερά της και την αποφεύγει επειδή δεν θέλει να έχει πολλά “πάρε δώσε” ! Την ρώτησα στο τέλος να αξιολογήσει ποιά είναι μεγαλύτερη αμαρτία, το να μιλήσει άσχημα στα παιδιά της που αγαπάει ή να μιλάει καλά στην πεθερά της αλλά από μέσα της να νιώθει ψυχρότητα ή και μίσος. Με κοίταξε έκπληκτη στην αρχή αλλά μετά συμφώνησε πώς το δεύτερο είναι χειρότερο από το πρώτο αφού παραβαίνει την εντολή της αγάπης... Της εξήγησα ότι το κλάμα της στην εξομολόγηση δεν ήταν κλάμα μετανοίας αλλά κλάμα από ψυχολογική υπερευαισθησία, λόγω αδυναμίας που είχε στα παιδιά της... Το παραδέχτηκε, μετά από σύντομη ψυχρολουσία και έδειξε προσοχή πλέον εκεί που μέχρι τώρα αγνοούσε! Ίσως μάλιστα να καυχιόταν και για τα δάκρυά της!

Για την ψυχή αυτή τα δάκρυα είχαν ανακουφιστικό ψυχολογικό χαρακτήρα (όπως πολύ συχνά συμβαίνει) και όχι χαρακτήρα μετανοίας και συντριβής ενώπιον του Θεού.

Αλλοτε συζητούσα με μια μεσόκοπη κυρία που μου διηγόταν τα πολλά βάσανα που είχαν έρθει στην οικογένεια της. Πάνω σε όλα αυτά κατέληξε, αρρώστησε και ο γιός μου... και έχω καταρρεύσει. Ούτε να νηστέψω μπορώ ούτε τίποτε... Θα μπορούσε να πεί κάποιος μή νηστεύεις και πολύ, αφού δεν είσαι σε θέση αυτή την εποχή, η εκκλησία σε οικονομεί με φιλανθρωπία! Ομως το ζητούμενο ήταν άλλο! Κάτω από την αδυναμία αυτή κρυβόταν μια πιο βαριά αρρώστια που θα έπρεπε να διαγνωστεί και να θεραπευτεί. Αυτό αποκαλύφτηκε μετά από μια καίρια ψυχαναλυτική ερώτηση.

Τη ρωτάω δεν μπορείς να νηστέψεις επειδή νιώθεις αδυναμία ή επειδή αδυνάτισε η πίστη σου και δεν έχεις πλέον εμπιστοσύνη στο Θεό; Ξέσπασε σε κλάματα. Ετσι είναι μου λέει δεν πιστεύω πλέον ότι ο Θεός μπορεί να με ακούει με τόσες συμφορές που έρχονται σε μένα... Αλλη μια περίπτωση παρεξηγημένης πίστης. Και είναι τόσες πολλές που καθημερινά συναντούμε.

Το απόστημα έσπασε. Επρεπε τώρα να τονωθεί η πίστη της ώστε να μη χάσει, όχι τη νηστεία αλλά την ψυχή της.

Πόσο αγνοούμε αγαπητή μου τον τρόπο σκέψης του Θεού, της είπα περίπου... Μπορεί βέβαια να είναι άγνωστος αλλά πρέπει να ξέρουμε τουλάχιστον πώς να αντιδρούμε εμείς σε κάθε περίσταση. Είναι δυνατόν ο Θεός να μην ξέρει τι μας συμβαίνει, είναι δυνατόν να ξεχνάει, είναι δυνατόν να μην μας ακούει όταν του ζητάμε κατι; Απλώς έχει το δικό του σχέδιο και περιμένει για να μας δώσει όλες τις ευκαιρίες να τον αγαπήσουμε και να τον εμπιστευτούμε ώστε να στεφανωθούμε στον ουρανό και να πετυχουμε τη σωτηρία μας. Αυτή είναι η ουσιαστική θεραπεία της ψυχής, δηλ η κάθαρση από τα πάθη και η ενεργοποίηση της χάρης του Θεού που θέλει να σώσει όλους τους ανθρώπους.

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η Ψ Υ Χ Α Ν Α Λ Υ Σ Η

Ας περάσουμε τώρα ειδικότερα σε ένα είδος ψυχοθεραπείας, την ψυχαναλυτική. Είναι η επιστημονική εκείνη μέθοδος με την οποία ο άνθρωπος απαλάσσεται από τις παιδικές φοβίες, ενοχές και συμπλέγματα που απέκτησε λόγω κακής αγωγής και οικογενειακών συνθηκών ζωής κατά την παιδική ηλικία. (Αυστηροί και τιμωρητικοί γονείς, ορφάνια στη μικρή ηλικία, συναισθηματική απουσία του ενός ή και των δύο γονέων, υπερπροστασία και υπερσυναισθηματική σχέση με γονείς, ζήλεια με τα αδέρφια κ.α.)

Αυτό επιτυγχάνεται με τη βοήθεια του ψυχαναλυτή στον οποίο λέει όλη τη ζωή του, που αφορά περιστατικά από τότε που θυμάται τον εαυτό του καθώς και τις κρυφές σκέψεις, επιθυμίες και τα συναισθήματά του. Το αποτέλεσμα οφείλεται στο ότι φωτίζονται σκοτεινές πτυχές της ζωής του ανθρώπου και αποκαλύπτονται οι πραγματικές προθέσεις και επιθυμίες του. Αυτό επιτυγχάνεται μέσα από ερμηνείες πραγματικών γεγονότων του παρόντος και παρελθόντος, αλλά και ονείρων που αντανακλούν το βαθύτερο ψυχολογικό κόσμο του ατόμου.

Αν θέλαμε να κάνουμε αντιστοιχία με πνευματικούς όρους, θα λέγαμε ότι η ψυχοθεραπεία αποβλέπει στην εκρίζωση των παθών! Με τη διαφορά που εδω τα πάθη δεν έχουν την ηθική έννοια αλλά την ψυχολογική. Πρόκειται δηλαδή για κόμπους που θέλουν λύσιμο, ώστε ο άνθρωπος να ελευθερωθεί. Ενδιαφέρει δηλαδή μόνο, κατά πόσο ταλαιπωρούν τον άνθρωπο και δυσκολεύουν τη ζωή του και όχι βέβαια κατά πόσο είναι σύμφωνα με το θέλημα του Θεού.

Για παράδειγμα ενα παιδί έχει την τάση να κλέβει. Αυτό, ηθικά μπορεί να είναι αμαρτία, αλλά ο γιατρός θα το εξετάσει από ψυχολογική και κοινωνική άποψη αναλύοντας το σκεπτικό και τα κίνητρά του, ώστε να ανακουφιστεί το παιδί, από πιθανές εντάσεις και συγκρούσεις. Είναι πολύ πιθανό το αίσθημα έλλειψης της μητέρας κατά την πρώιμη παιδική ηλικία, να οδηγήσει ένα παιδί στην κλεπτομανία . ( Θυμάμαι χαρακτρηριστικά το παράδειγμα της Μαρίας -κοριτσιού του δημοτικού- που έπαιρνε χρήματα και μετά τα μοίραζε η και τα σκόρπιζε-πετούσε! Οταν την ρώτησαν γιατί το κάνει είπε επειδή δεν έχει κοντά τη μητέρα της... Αυτό το πράγμα παραδόξως την ανακούφιζε!)

Αλλο τυπικό παράδειγμα:

Ενας νέος συνδέεται υπερβολικά με τη μητέρα του που φοβάται μην φύγει το παιδί από κοντά της και το χάσει. Αυτό μπορεί να εισπράττεται από το παιδί σαν υπερβολική εξάρτηση που του δημιουργεί άγχος αποχωρισμού και δυσκολία σύναψης νέων γνήσιων δεσμών και μάλιστα δημιουργίας δικής του οικογένειας. Προηγείται η κατανόηση της συμπεριφοράς του αυτής, η ερμηνεία και παραπέρα η ψυχοθεραπευτική βοήθεια για την υπερνίκηση της εξάρτησης. (Είναι πολύ συνηθισμένο το παράδειγμα λόγω του ότι οι άντρες έχουν μια αχίλλεια πτέρνα στο θέμα αυτό. Το κορίτσι έχει τη δυνατότητα να σπάσει τη δυνατή εξάρτηση από τη μητέρα που το γέννησε, όταν προοδευτικά συνδέεται και με τον γονέα του άλλου φύλου, τον πατέρα. Αντίθετα το αγόρι έχει δυσκολία να το πετύχει γιατί ήδη έχει να αντιμετωπίσει τον φυσικό ανταγωνισμό με τον πατέρα του και το δεσμό εξάρτησης λόγω αντιθέτου φύλου με τη μητέρα του!)

Είναι επόμενο να μην έχει άμεσα σχέση αυτή η διαδικασία (ψ-θ) με το Θεό και την εκκλησία παρά μόνο στο βαθμό που αυτά τα γεγονότα τον προβληματίζουν και τον μπλοκάρουν στη ζωή του, ίσως λόγω αντιφάσεων και ασυνείδητων κρυφών επιθυμιών. (Παράδειγμα φοιτήτριας που απέρριψε τα θρησκευτικά πιστεύω στην εφηβεία όταν απέρριψε τους αυταρχικούς γονείς της που την καταπίεζαν, και που ήταν “χριστιανοί ορθόδοξοι”! Οταν στη διάρκεια της συνεργασίας μας το κατάλαβε, ξαναγύρισε στην εκκλησία με επίγνωση πλέον και προσωπική ελευθερία.) Να πώς μπορεί έμμεσα η ψυχανάλυση να υπηρετήσει την αληθινή ψυχοθερταπεία, χωρίς να το καταλάβει!

Αλλες ψυχοθεραπείες μπορεί να μην ενδιαφέρονται τόσο για τα αίτια της παρούσης καταστάσεως αλλά να στοχεύουν κατ ευθείαν στη διόρθωση των αποτελεσμάτων. Για παράδειγμα η συμπεριφορική θεραπεία προσπαθεί μέσα από ένα συστηματικό τρόπο να καταγράψει και να τροποποιήσει σταδιακά και με πρόγραμμα τις δυσλειτουργικές συμπεριφορές ενός ατόμου (λ.χ. φοβία ανελκυστήρα με σταδιακή απευαισθητοποίηση)

Η γνωστική ψυχοθεραπεία στοχεύει στον εντοπισμό των άστοχων σκέψεων και την αντικατάστασή τους από γόνιμες και λειτουργικές με βάση την καλύτερη αξιολόγηση των περιστάσεων και της καθημερινής ζωής. (λ.χ. Στην κ α τ ά θ λι ψ η έχουμε μια θύελλα λογισμών απαισιοδοξίας και μαυρίλας που μπορεί να στηρίζονται εν μέρει σε κάποια γεγονότα αλλά εκδηλώνονται στον υπερθετικό βαθμό. Το άτομο νιώθει απαίσια, χάνει το ενδιαφέρον του για οτιδήποτε στη ζωή και συχνά κάνει σκέψεις αυτοκτονίας που μπορεί να τις πραγματοποιήσει. Πρέπει να πιάσουμε μια-μια τις σκέψεις του και να τις τακτοποιήσουμε. Να το βοηθήσουμε να δει και τα θετικά. Να το διαβεβαιώσουμε ότι η παρούσα φάση είναι προσωρινή και θα περάσει ώστε να νιώσει ικανοποιημένος από τη ζωή του...Σε σοβαρές περιπτώσεις αυτό δεν φτάνει αλλά θα χρειαστούν και φάρμακα γιατί αποδείχτηκε ότι ορισμένα άτομα με έλλειψη κάποιων ουσιών στον εγκέφαλο, είναι επιρρεπή στη νόσηση αυτή.)

Η ψυχοθεραπεία λοιπόν είναι ουδέτερη στο θέμα του Θεού όπως και σε κάθε θέμα αφού σκοπός της δεν είναι να δώσει ιδεολογία στον άνθρωπο αλλά να τον βοηθήσει να αντιμετωπίσει καλύτερα την καθημερινή ζωή του αλλά και να ξεκαθαρίσει τη δική του ιδεολογία και να κάνει τις δικές του ελεύθερες επιλογές.

Ομως όσο και να είναι ουδέτερη ο ψυχοθεραπευτής είναι άνθρωπος και έχει κάποια πίστη. Οταν μάλιστα είναι κληρικός αυτή η πίστη είναι κάτι παραπάνω από φανερή! Γι αυτό και έχει μεγάλη σημασία ο παράγων άνθρωπος τόσο ως προς την εξατομίκευση των μεθόδων που ακολουθούμε, όσο και ως προς την καλή συνεργασια με το θεραπευτή που πρέπει να είναι πρόσωπο που εμπνέει εμπιστοσύνη και εκτίμηση.

Ερχονται μερικές φορές γονείς που σκέφτονται ότι τα παιδιά τους περιφρονούν και δεν τους ακούνε. Λένε ότι είναι παλιόπαιδα! Αυτούς τους λογισμούς πρέπει επιστημονικά να τους διορθώσουμε γιατί γίνονται αφορμή παρεξηγήσεων και εντασεων στο σπίτι.

Συχνά λέω από την εμπειρία μου, ότι τα παιδιά που έχουν διαταρακτική συμπεριφορά, νιώθουν ότι δεν τα αγαπούν και έτσι επιζητούν περισσότερο ενδιαφέρον από το περιβάλλον. Τότε οι γονείς βλέπουν την κατάσταση με άλλο μάτι, με συμπάθεια και λειτουργούν ομαλότερα.

Παράλληλα μαθαίνω από το ίδιο το παιδί, πως νιώθει ότι δεν το αγαπούν και το τιμωρούν. Τότε εξηγώ στο παιδί ότι δεν είναι που δεν το αγαπούν, αλλά φοβούνται ότι δεν θα γίνει καλός άνθρωπος και ανησυχούν γι αυτό θέλουν να τους ακούει. Ακόμη ότι μπορεί να κάνουν και οι γονείς λάθος και να το αδικούν καμιά φορά Το παιδί συχνά το καταλαβαίνει, αναζωπυρώνεται η αγάπη για τους γονείς του και αυτόματα βελτιώνει τη συμπερφορά του. Ολα είναι θέμα λογισμών!

ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ

Μετά τα όσα αναφέρθηκαν μπορεί να συμπεράνει κανείς ότι η πνευματική ζωή είναι προυπόθεση της υγείας της ψυχής δηλαδή της σωτηρίας αλλά δεν σημαίνει ότι θα μας οδηγήσει κατ ανάγκην σε μια προσωπικότητα τέλεια ισορροπημένη. Οχι επειδή δεν μπορεί να το κάνει, αφού το έχει κάνει τελικά στους αγίους αλλά γιατί δεν είναι αυτοσκοπός της!

Με άλλα λόγια μπορεί να είναι κάποιος ισορροπημένος ψυχολογικά (με την καθημερινή έννοια του όρου, όπως οι περισσότεροι άνθρωποι) και να απέχει από τη σωτηρία, να απέχει από το Θεό, αφού τον έχει αρνηθεί. Αντίθετα μπορεί κάποιος να πάσχει σοβαρά ψυχολογικά και να βρίσκεται μέσα στη σωτηρία, έστω και αν κάνει βήματα σημειωτόν...

Δικαιολογείται ένας χριστιανός να καταφεύγει στον ψυχίατρο; Ενα τυπικό ερώτημα. Μοιάζει με το αν δικαιολογείται ένας που πιστεύει στο Θεό να πηγαίνει στο γιατρό για να γίνει καλά (από πνευμονία ή φυματίωση ας πούμε!) Αφού μπορεί μέσα από την προσευχή να το ζητήσει και αν θέλει ο Θεός θα το δώσει...

Την απάντηση τη δίνει χαρακτηριστικά ο γ.Πορφύριος. Λέει ότι ακόμη και όταν πρόκειται για μοναχούς που πάσχουν από κάτι, και περιμένουν από έκτακτη ενέργεια του Θεού να θεραπευτούν, εμφωλεύει σε μια τέτοια στάση η υπερηφάνεια. Γιατί πρέπει να σκέφτεται κανείς, ποιός είμαι εγω που αξίζω ένα θαύμα από το Θεό;

Επειτα ας μη ξεχνάμε ότι “ο Θεός τρέφει ασφαλώς τα πουλιά αλλά δεν τους βάζει και το φαγητό στη φωλιά”! Με άλλα λόγια ο άνθρωπος πρέπει να κάνει ότι περνάει από το χέρι του και τότε θα κανει και ο Θεός το καθήκον του όπως έλεγε και ο γ. Παίσιος. Υπάρχουν όμως και σήμερα χριστιανοί που περιμένουν από το Θεό να κάνει σε κείνους ένα θαύμα, να τους απαλλάξει από μια ασθένεια ή από ένα ψυχολογικό φορτίο.

Δυστυχώς υπάρχουν εξ άλλου και χριστιανοί που δεν έχουν υπομονή να περιμένουν χρησιμοποιώντας την ιατρική επιστήμη και καταφεύγουν σε “εναλλακτικές θεραπείες” που υπόσχονται λύσεις μαγικές στο “εδώ και τώρα” (ομοιοπαθητική, βελονισμός, σιάτσου κ.α.) και είναι της μόδας σήμερα. Είναι όμως ύποπτης προέλευσης παρ ότι έρχονται με το μανδύα της φυσικής και ακίνδυνης θεραπείας, επικίνδυνης όμως όταν υπόσχονται αποτελέσματα που μόνο σε εξωγήινες δυνάμεις μπορούν να αποδοθούν!

Μπορεί η πνευματική ζωή να δημιουργήσει ψυχοπαθολογία;

Η ψυχοπαθολογία πιστεύω ότι προέρχεται από το διχασμό του σύγχρονου χριστιανού που καταντά μια πνευματική σχιζοφρένεια όταν προσπαθεί να συμβιβάσει και το Θεό και τον κόσμο. Είναι σαν να προσπαθεί να βαδίσει με το ένα πόδι στο δρόμο και το άλλο στο πεζοδρόμιο!

Επίσης όταν αντιληφθεί κάποιος την πνευματική ζωή “ευσεβιστικά”, σαν μια σειρά εφαρμογής ηθικών κανόνων και όχι σαν μια σχέση ελευθερίας εν Χριστώ Ιησού.

Ε Π Ι Λ Ο Γ Ο Σ

Τα ψυχολογικά “συμπλέγματα” μας δεν πρέπει να μας φοβίζουν αλλά να προσπαθούμε μέσα σπό την αυτογνωσία και την καθημερινή προσπάθεια να τα διορθώνουμε και προς την κατεύθυνση αυτή βοηθάει και η ψυχοθεραπεία. Παράλληλα, όσον αφορά στην πνευματική ζωή δεν υπάρχει λόγος να αγωνιούμε και να συγκρίνουμε τον εαυτό μας με άλλους... Στο κάτω-κάτω αυτά, οι αδυναμίες μας, θα είναι τα ελαφρυντικά μας εκείνη την ημέρα όταν ο Κύριος θα μας ζητήσει λόγο για τις πράξεις μας, ανάλογα με τα τάλαντα που μας εμπιστεύτηκε.

Αναμφισβήτητα η αγιότητα σημαίνει ανακαινισμένο άνθρωπο και μεταμορφούμενο “κατά το μέτρον της δωρεάς του θεού”. Τότε όλα τα σκοτεινά σημεία φωτίζονται και η προσωπικότητά του ισορροπεί. Τότε προγεύεται της βασιλείας του Θεού.

Ομως σκοπός της πνευματικής ζωής δεν είναι η βελτίωση της προσωπικότητας αλλά η προσέγγιση του Θεού (μέθεξη). Τα υπόλοιπα, όσα επακολουθήσουν, είναι δωρεές του Θεού που θα έρθουν όταν και εάν Εκείνος το κρίνει σκόπιμο και μπορεί ακόμη και στο τέλος της ζωής μας.

Το ζήτημα είναι να μη ζητάμε χαρίσματα αλλά την εφαρμογή του θελήματος του Θεού στη ζωή μας, με εμπιστοσύνη και αγάπη και τότε Εκείνος θα έρθει και θα μπει εγγυητής σε κάθε μας πρόβλημα και δυσκολία, θα μας δώσει την ψυχική γαλήνη και την ειρήνη Του.


Β ι β λ ι ο γ ρ α φ ί α

    Αγγέλογλου π.Χριστοδούλου, “Σκεύος εκλογής”
    Βλάχου π. Ιεροθέου, “Συζητήσεις για την Ορθόδοξη ψυχοθεραπεία”
    Γιαννιτσιώτη Κ., “Κοντά στο γέροντα Πορφύριο”
    Ιωάννου Σιναίτου, “Κλίμαξ”
    Στυλιανάκη π.Αντωνίου, “Πνευματική και ψυχολογική θεώρηση των εναλλακτικών θεραπειών” Πρακτικά ενός Συνεδρίου 1995.
    Στυλιανάκη π.Αντωνίου, “Αποκρίσεις σε υπεύθυνους γονείς”  έκδ. Αποστολικής Διακονίας 1999.


ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ & ΨΥΧΟ(ΛΟΓΟ)ΘΕΡΑΠΕΙΑ

ΨΗΛΑΦΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ

    π. Αντώνιος Στυλιανάκης
Ψυχοθεραπευτής παιδιών και νέων
Sourse: http://users.otenet.gr/~styliant/psycho-analysis.htm
Συνεχίστε να διαβάζετε, πατήστε εδώ->>

Περί παθών και μετανοίας - Α΄

0 σχόλια

Το πρώτο, πού κάνει κάθε άνθρωπος, όταν τον καλέση ο Θεός στην επίγνωσί Του, είναι να ερευνήση με ακρίβεια τον εαυτό του για να ιδή, ότι πράγματι στην ζωή του πολλές ενέργειες του ήσαν έξω από το θέλημα του Θεού. Και από αυτή την στιγμή αρχίζει το έργο της μετανοίας. Η μετάνοια αρχίζει από την κατάπαυσι της αμαρτωλής ζωής και φθάνει μέχρι αυτής της θεώσεως, η οποία δεν έχει τέλος.

Ο Θεός δεν έχει περιγραφή και τέρμα· ούτε και οι ιδιότητές Του είναι δυνατό να έχουν. Μπαίνοντας ο άνθρωπος, δια της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, μέσα στους κόλπους της θεώσεως, πάσχει όλες αυτές τις ιδιότητες τις ατέρμονες, τις αψηλάφητες, τις ανεξιχνίαστες, τις απέραντες. Γι’ αυτό είπα ότι η μετάνοια δεν έχει τέρμα.

Θέλω να σχολιάσω το θέμα της μετανοίας, παίρνοντας αφορμή από μερικά πράγματα πού με προεκάλεσαν και από τον προσωπικό μου βίο, αλλά και γενικώτερα.

Βλέπω ότι μοναχοί στις ημέρες αυτές της περιόδου της Μ. Τεσσαρακοστής, ευρίσκουν καιρό και ασχολούνται με θέματα επουσιώδη και λόγω της απειρίας τους όταν τους ερωτήσης γιατί ασχολούνται με αυτά, απαντούν. «Επειδή είχα καιρό και δεν είχα τίποτε άλλο να κάνω». Αυτό είναι ένα είδος μικροψυχίας, να μην πω ολιγοπιστίας. Δεν έχεις τι να κάνης; Ίσως να ετελείωσες το διακόνημά σου και έχεις ένα περιθώριο χρόνου. Τότε πήγαινε στο κελλί σου. Το κελλί είναι το εργαστήριο της μεταβολής του χαρακτήρας σου. Δεν πηγαίνεις ναγονατίσης εκεί μέσα; να κτυπήσης το μέτωπο σου κάτω, να κτυπήσης το στήθος, την «ενθήκη» των κακών, αλλά και την «ενθήκη» των καλών; Και να κτυπήσεις εκεί του Ιησού την πόρτα; Να ζήτησης, να αιτήσης, να επιμένης, ούτως ώστε να σου άνοίξη;
Συνεχίστε να διαβάζετε, πατήστε εδώ->>

Περί παθών και μετανοίας - Β'

0 σχόλια

Ερωτ.: Γέροντα, μας μιλήσατε προηγουμένως για το ατελές του Απ. Πέτρου, προ της Πεντηκοστής. Λόγω της ατέλειας του αρνήθηκε τον Κύριο μας;

Απαντ.: Το θέμα της αρνήσεως του Πέτρου, κατά τις κρίσεις των Πατέρων, είναι οικονομία. Διότι δεν ήτο δυνατό ο Πέτρος, ο οποίος εις όλη την περίοδο πού ήταν μαζί με τον Χριστό και έδειξε τόσο ζήλο και τόση ταπεινοφροσύνη, να πέση σε τόσο μεγάλο λάθος, να αρνηθή τρεις φορές τον Δεσπότη Χριστό. Δεν είναι λογικό αυτό. Θυμηθείτε την ομολογία του Πέτρου!

Όταν ο Ιησούς μας ερώτησε: «Υμείς δε τίνα με λέγετε είναι;» ο Πέτρος ωμολόγησε και είπε: «Συ ει ο Χριστός ο υιός του Θεού του ζώντος». Και ο Ιησούς μας εγύρισε και του είπε: «Μακάριος ει, Σίμων Βαριωνά, ότι σαρξ και αίμα ουκ απεκάλυψε σοι, αλλ’ ο Πατήρ μου ο εν τοις ουρανοίς. Καγώ δε σοι λέγω ότι συ ει Πέτρος, και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν». (Ματθ. 16,16-18).
Συνεχίστε να διαβάζετε, πατήστε εδώ->>

Οδοιπορικό

0 σχόλια

Το ΕΛΛΑΣ - ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ και ο Δημήτρης Σωτηρόπουλος ταξίδεψαν στο Άγιον Όρος και την Παναγούδα, όπου ο Γέροντας πέρασε μεγάλο μέρος της επίγειας ζωής του προσευχόμενος και συμβουλεύοντας χιλιάδες ανθρώπους, στο μικρό Κελλί του.

Με τις νουθεσίες αλλά και τις μελλοντικές προβλέψεις του - που σήμερα επαληθεύονται κατά γράμμα - είναι ένας από τους πιο γνωστούς και αγαπημένους στον λαό μοναχούς.

Το μικρό αυτό ντοκιμαντέρ επιχειρεί να προσεγγίσει τον Γέροντα μέσα από τα ίδια του τα λόγια και τις συνήθειές του, που διακρίνονταν για την απλότητα και την ανιδιοτέλειά τους.

Ο φωτισμένος Γέροντας Παίσιος μας καθοδηγεί και μας δείχνει τον δρόμο της σωτηρίας ως λαό και έθνος, αλλά και στον καθένα μας προσωπικά.

Ας έχουμε την ευχή του...!

ΠΗΓΗ : ΕΛΛΑΣ-ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ
-----------------------------------------------

ΒΙΝΤΕΟ: ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΠΑΪΣΙΟ!
Ένα αφιέρωμα στον διορατικό Ασκητή του Άθω, τον μοναχό Παϊσιο Αγιορείτη:



Συνεχίστε να διαβάζετε, πατήστε εδώ->>

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2012

1.Ο άνθρωπος και το περιβάλλον

0 σχόλια

Ο διάλογος μεταξύ επιστήμης και θεολογίας αποτελεί ζωτική ανάγκη στην εποχή μας, δεδομένου ότι ο σύγχρονος άνθρωπος έχει εναποθέσει μεγάλο μέρος των προσδοκιών του σε ένα τέτοιο διάλογο. Επιστήμη και θεολογία. Οι δύο αυτοί κατά το παρελθόν αντίπαλοι, που έφθασαν στο σημείο του πλήρους διαχωρισμού των αρμοδιοτήτων τους, βλέπουν πλέον ότι έχουν ανάγκη ο ένας τον άλλον, αν δεν πρόκειται να οδηγήσουν τον άνθρωπο και τον κόσμο στην καταστροφή. Τα τεράστια προβλήματα που δημιουργεί η ραγδαία πρόοδος των θετικών επιστημών και της τεχνολογίας στην εποχή μας καθιστoύν διαρκώς και περισσότερο αναγκαία την ανάπτυξη των πνευματικών και ηθικών δυνάμεων του ανθρώπου, ενώ η αδιαφορία της Εκκλησίας και της θεολογίας για το φυσικό κόσμο και την υλική κτίση εν ονόματι δήθεν της αποκλειστικά πνευματικής της αποστολής αποδεικνύεται πλέον απαράδεκτη ή και επικίνδυνη. Οι διαπιστώσεις αυτές προβάλλουν ως αυτονόητες και προφανείς σε σχέση με το λεγόμενο οικολογικό πρόβλημα. Αποτελεί πλέον γενική συνείδηση ότι η οικολογική κρίση είναι ίσως το σοβαρότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα στις μέρες μας και το ακούσαμε αυτό ανάγλυφα στις προηγούμενες ομιλίες. Ίσως ακούγεται αυτό ως υπερβολή αλλά δύσκολα θα βρεθεί σοβαρός επιστήμονας και υπεύθυνος παρατηρητής της πορείας των πραγμάτων ο οποίος θα διαφωνούσε. Αν συνεχίσουμε την πορεία αυτή η πρόβλεψη ενός αποκαλυπτικού τερματισμού της ζωής, τουλάχιστον στην ανθρώπινη μορφή της δεν είναι ζήτημα προφητείας αλλά αναπόφευκτη κατάληξη.
Συνεχίστε να διαβάζετε, πατήστε εδώ->>

2.Ο άνθρωπος και το περιβάλλον

0 σχόλια

Έτσι τίθεται βιωματικά και στη συνέχεια λογικά, δηλαδή φιλοσοφικά ακόμη και επιστημονικά, το ερώτημα της ταυτότητας ή του ορισμού του ανθρώπου. Τι είναι ο άνθρωπος; «Τι εστίν άνθρωπος ότι μιμνήσκειν αυτού;» ρωτάει ο ψαλμωδός τον Θεό. Ο ορισμός του ανθρώπου έχει επιχειρηθεί πολλές φορές στην ιστορία χωρίς αναφορά και συσχέτιση προς το φυσικό περιβάλλον. Κλασική περίπτωση είναι η αρχαία ελληνική φιλοσοφία στην πλατωνική κυρίως μορφή της, αλλά και πολλές θεολογικές αντιλήψεις διαμέσου των αιώνων επηρεασμένες πάντοτε σε τελική ανάλυση από τον πλατωνισμό αμέσως ή εμμέσως. Κύρια μορφή του ορισμού αυτού υπήρξε η έννοια της ψυχής. Η ταυτότητα του ανθρώπου βρίσκεται στην ψυχή, η οποία δεν αποτελεί οργανικό μέρος του φυσικού κόσμου, αλλά είναι αυθύπαρκτη και αυθυπόστατη, η ουσία της είναι πνευματική και όχι υλική και επιβιώνει ανεξάρτητα από το σώμα, δηλαδή από την σχέση της με τον υλικό φυσικό κόσμο. Η πλατωνική αυτή αντίληψη επέδρασε βαθύτατα στην χριστιανική παράδοση και οι συνέπειές της υπήρξαν βαρυσήμαντες για το οικολογικό πρόβλημα. Η ταύτιση του ανθρώπου με την ψυχή του οδήγησε στις εξής αντιλήψεις στην διαδρομή της ιστορίας.
Συνεχίστε να διαβάζετε, πατήστε εδώ->>

3.Ο άνθρωπος και το περιβάλλον:

0 σχόλια

Ο μέγας και φοβερός κίνδυνος από τα επιτεύγματα αυτά δεν είναι μήπως μολυνθούν οι ψυχές των ανθρώπων από ανήθικες ιδέες και προγράμματα. Λες και δεν αρκεί η ανθρώπινη φαντασία στις καθημερινές εκφάνσεις της να τις μολύνει. Αλλά το ότι καταργείται σιγά σιγά το σώμα ως όργανο νοήσεως, αφού σκεπτόμεθα, επικοινωνούμε, ψωνίζουμε ακόμη και ερωτευόμαστε χωρίς το σώμα, αυτό το μοναδικό όργανο που μας συνδέει με το φυσικό μας περιβάλλον και με τους άλλους. Το σώμα πλέον αδυνατεί να παρακολουθήσει τη νόηση και την πληροφόρηση. Είναι τόσο ραγδαία η αύξηση της πληροφορήσεως που δεν μπορεί να την παρακολουθήσει το σώμα. Δεύτερον, ο άνθρωπος ανέπτυξε τις νοητικές του ικανότητες στην περίοδο κυρίως του Μεσαίωνα και εφεξής στους νεότερους χρόνους, σε βάρος του φυσικού του περιβάλλοντος.
Συνεχίστε να διαβάζετε, πατήστε εδώ->>

4.Ο άνθρωπος και το περιβάλλον

0 σχόλια

Η αλήθεια του ανθρώπου δεν έγκειται στην ψυχή του αλλά στην οργανική ενότητα ψυχής, σώματος και κατά τινες πατέρες και πνεύματος. Αυτό είναι τόσο βασικό στην Ορθόδοξο πίστη ώστε κάθε αμφισβήτησή του να συνιστά αίρεση. Ο Ωριγένης που τοποθέτησε την ταυτότητα του ανθρώπου στην ψυχή του, ώστε να κάνει λόγο για προΰπαρξη των ψυχών προ της υλικής δημιουργίας του κόσμου, καταδικάστηκε από τους Πατέρες και από την Ε' Οικουμενική Σύνοδο ως αιρετικός. Η ψυχή του ανθρώπου γεννιέται μαζί με το σώμα του και το σπουδαιότερο δεν αναπαύεται τελικά αν δεν ανακτήσει το σώμα της. Ο αείμνηστος π. Γεώργιος Φλωρόφσκι, ο μεγαλύτερος ίσως θεολόγος των χρόνων μας, το έθεσε επιγραμματικά: «το σώμα χωρίς την ψυχή είναι πτώμα, μα και η ψυχή χωρίς το σώμα είναι φάντασμα, δεν είναι σε καμιά περίπτωση άνθρωπος. Δεν είναι η αλήθεια του ανθρώπου». Με το λόγο ακριβώς αυτό αποτελεί δόγμα του συμβόλου της πίστεώς μας, ότι προσδοκούμε ανάσταση νεκρών, στα αρχαία σύμβολα σαρκός ή σωμάτων. Κάθε ανάπαυση του Ορθοδόξου στην ιδέα της αθανασίας της ψυχής και κάθε εξασθένιση της προσδοκίας της αναστάσεως των σωμάτων, πράγμα, αλίμονο, συνηθέστατο μεταξύ των Ορθοδόξων, αποτελεί παρέκκλιση από την αλήθεια του ανθρώπου, δηλαδή αίρεση.
Συνεχίστε να διαβάζετε, πατήστε εδώ->>

5. Ο άνθρωπος και το περιβάλλον

0 σχόλια

Η αντίληψη αυτή των Πατέρων έρχεται στην σκέψη μας όταν βρισκόμαστε μπροστά σε σύγχρονες θεωρίες της φυσικής και της κοσμολογίας, όπως η λεγόμενη ανθρωπική αρχή. Στον πρόλογο του κλασικού πλέον έργου των Barrow and Tipler, «The Anthropic Cosmological Principle», διαβάζουμε: «δεν είναι μόνον ότι ο άνθρωπος προσαρμόζεται εις τον κόσμο, ο κόσμος επίσης προσαρμόζεται στον άνθρωπο». Και έχω εδώ ένα κομμάτι που δεν θα σας κουράσω να σας το διαβάσω.
Έτσι «τί εστίν άνθρωπος ότι μιμνήσκειν αυτού;». Όλα για τον πρίγκηπα έγιναν, η επιστήμη συμφωνεί με την θεολογία. Αλλά η επιστήμη μας λέει ότι ο κόσμος αυτός θα τελειώσει. Ακούω ότι το είπε και μάλιστα σε συγκεκριμένο χρόνο ο ακαδημαϊκός κ. Κοντόπουλος. Και μαζί του ο άνθρωπος. Ενώ η ιδεολογία μας διαβεβαιώνει ότι ο κόσμος θα σωθεί από την καταστροφή μαζί με τον άνθρωπο. Υπάρχει εδώ σημείο συναντήσεως θεολογίας και επιστήμης; Σε ένα πρόσφατο βιβλίο του, ο ένας από τους συγγραφείς του έργου που προαναφέραμε, ο Tipler, με τον σαγηνευτικό τίτλο «The Physics of Immortality», «η Φυσική της Αθανασίας», επιχειρεί να αποδείξει ότι η αθανασία του ανθρώπου είναι ιδέα συμβατή, ίσως και αναγκαία, με την Φυσική. Την όλη επιχειρηματολογία του την συνδέει βέβαια με την μετάβαση της ανθρώπινης ζωής σε άλλους πλανήτες.
Συνεχίστε να διαβάζετε, πατήστε εδώ->>

Η παγκόσμιος Ύψωσις του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού

0 σχόλια

Μία μεγάλη εορτή της Εκκλησίας μας είναι η «παγκόσμιος Ύψωσις του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού».
Σύμφωνα με την ιερή παράδοση της Εκκλησίας μας, αμέσως μετά την εύρεση του Τιμίου Σταυρού, η αγία Ελένη τον ασπάσθηκε και τον παρέδωσε στον πατριάρχη Ιεροσολύμων Μακάριο, ο οποίος ύψωσε ψηλά τον Σταυρό του Χριστού για να τον δουν οι παρευρισκόμενοι χριστιανοί.
Ένα παρόμοιο περιστατικό έγινε λίγα χρόνια μετά, το 335, την επομένη των εγκαινίων του πανίερου Ναού της Αναστάσεως. Ο πατριάρχης ύψωσε και πάλι τον Σταυρό και ευλόγησε τα πλήθη των χριστιανών, των κληρικών και των λαϊκών, που είχαν συρρεύσει στην αγία πόλη για την τελετή των εγκαινίων και παραλλήλως ζητούσαν να προσκυνήσουν το ιερώτατο σύμβολο του χριστιανισμού.
Για μία τρίτη και τελευταία φορά πραγματοποιήθηκε η ύψωσις του Τιμίου Σταυρού και συγκεκριμένα το έτος 628. Είναι η εποχή που ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ηράκλειος πολεμά τους Πέρσες. Ο λαός αυτός, προ 14 ετών, έχει καταλάβει την Παλαιστίνη και έχει αρπάξει από τούς χριστιανούς τον Τίμιο Σταυρό. Ο Ηράκλειος νικά και επανακτά τον Σταυρό. Στις 14 Σεπτεμβρίου έρχεται στα Ιεροσόλυμα φέροντας στους ώμους του τον Σταυρό. Είναι ανυπόδητος και φτωχικά ντυμένος. Φθάνει στο Ναό της Αναστάσεως και παραδίδει τον Σταυρό στα χέρια του πατριάρχη Ζαχαρία. Εκείνος υψώνει τον Τίμιο και Ζωοποιό Σταυρό και ευλογεί τα πλήθη των χριστιανών, ψάλλοντας για πρώτη φορά τον πολύ γνωστό ύμνο «Σώσον Κύριε τον λαόν Σου και ευλόγησον την κληρονομίαν Σου ...».

Συνεχίστε να διαβάζετε, πατήστε εδώ->>

Ὁ προσανατολισµὸς ἐν τη λατρείᾳ

0 σχόλια


Τὸ πρόβλημα τῆς θέσεως τοῦ λειτουργοῦ καὶ τῶν πιστῶν κατὰ τὴν τέλεσιν τῆς  θείας Εὐχαριστίας δύναται νὰ εὕρῃ ἱκανοποιητικὴν ἀπάντησιν, ὅταν αὐτὸ τεθῇ ἐντὸς τοῦ γενικωτέρου πλαισίου τῆς λατρευτικῆς τοποθετήσεως τῶν χριστιανῶν.
Ὁ προσανατολισμὸς ἐν τῇ λατρείᾳ εἶναι θρησκευτικὸν γεγονὸς μαρτυρούμενον  παγκοσμίως. Ἀναλόγως τῆς  κατευθύνσεως  τὴν  ὁποίαν υἱοθετοῦν οἱ θρησκεῖες, διακρίνονται δύο περιπτώσεις : Εἰς τὴν πρώτην περιλαμβάνονται οἱ λατρευτικὲς ἐκδηλώσεις, οἱ ὁποῖες πραγματοποιοῦν ἕνα προσανατολισμὸν «γεωγραφικοῦ» τύπου, ὁ ὁποῖος, κατὰ συνέπειαν, ποικίλλει, ἀναλόγως τῆς θρησκείας : εἰς τὸ Ἰσλάμ, ἡ κατεύθυνσις ὁρίζεται πρὸς τὸν λίθον Κααβὰ τῆς Μέκκας, καὶ εἰς τὸν Ἰουδαϊσμόν, διὰ τοὺς πιστοὺς ὁποὺ εὑρίσκονται ἐκτὸς τοῦ Ναοῦ, ὁρίζεται ἡ στροφὴ πρὸς τὴν πόλιν τῶν Ἱεροσολύμων. Εἰς τὴν δευτέραν περίπτωσιν ἀνήκουν οἱ λατρευτικὲς   ἐκδηλώσεις,   οἱ   ὁποῖες   δέχονται   ἕνα   προσανατολισμὸν «ἀστρονομικοῦ» τύπου, δηλαδὴ πρὸς τὸν ἀνατέλλοντα ἥλιον· ἐδῶ ἀνήκει ὁ Χριστιανισμός1.


Ὁ μετασχηματισμὸς τῆς Συναγωγῆς πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν λειτουργικῶν ἀναγκῶν τῶν χριστιανῶν, θέτει προφανῶς τὸ θέμα τῆς συνεχίσεως ἢ τῆς ἀνανεώσεως τῆς «νομικῆς» λατρείας ἐντὸς τῶν κόλπων τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἐπὶ ἀρχιτεκτονικοῦ ἐπιπέδου, οἱ μεταβολές
αὐτὲς  ἀναφέρονται  εἰς  τὶς  βάσεις  πρὸς δημιουργίαν ἑνὸς  λειτουργικοῦ χώρου ἀμιγῶς χριστιανικοῦ2. Οἱ κυριώτεροι μετασχηματισμοὶ προέκυψαν ὡς συνέπεια τῆς ἐπιτελέσεως τῶν ἱερῶν μυστηρίων τοῦ Βαπτίσματος καὶ τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ἀσφαλῶς, δὲν ἦτο πάντοτε ἐφικτὴ ἡ ἀνταπόκρισις πρὸς ὅλες τὶς λειτουργικὲς ἀπαιτήσεις τῆς Ἐκκλησίας, δι’ αὐτὸ καὶ ἡ διάταξις τῆς Λειτουργίας δὲν ἦτο ἐξ ἀρχῆς ἀπολύτως ἄκαμπτος. Ἐν τούτοις, εἰς ἑκάστην προσαρμογὴν τὸ ἐρώτημα παρέμενεν τὸ αὐτό : τί ἀνταποκρίνεται   εἰς   τὸ   πνεῦμα   τῆς   Λειτουργίας   καὶ   τί   δὲν   μᾶς ἀπομακρύνει ἐξ αὐτοῦ ; Ἔτσι ἡ Ἐκκλησία, καθορίζουσα τὴν μορφὴν τῶν λειτουργικῶν χώρων της, κατέστησε κριτήρια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀγνοηθοῦν3.

Ἕνα ἐξ αὐτῶν, τὸ ὁποῖον παραμένει σταθερὸν πάντοτε καὶ φωτίζει τὸ πνεῦμα τῆς χριστιανικῆς λατρείας, εἶναι ἡ προσευχὴ πρὸς ἀνατολάς. Ἡ παράδοσις αὐτὴ ὑπάρχει ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἐκφράζει τὴν ἰδιαιτερότητα τοῦ Χριστιανισμοῦ4, καὶ μάλιστα τῆς θείας Λειτουργίας,
κατὰ τὴν τέλεσιν τῆς ὁποίας συγκεφαλαιοῦται κόσμος καὶ ἱστορία, παρελθόν, παρὸν καί μέλλον. Ἔτσι, διὰ τῆς ἐν τῇ προσευχῇ στάσεως πρὸς ἀνατολάς, ἐκφράζομε τὴν πιστότητά μας εἰς τὴν ἐνσάρκωσιν τοῦ Λόγου καὶ τὴν προσανατολισμόν μας πρὸς τὴν Δευτέραν Παρουσίαν.
Ὁ  σύγχρονος  ἄνθρωπος  δὲν  ἀντιλαμβάνεται  εὐκόλως  τὴν σημασίαν τοῦ προσανατολισμοῦ. Διὰ τὸν Ἰουδαϊσμὸν καὶ τὸ Ἰσλὰμ εἶναι ἀκόμη ἀπολύτως ἀποδεκτόν, ὅπως πάντοτε, ἡ κατὰ τὴν προσευχὴν κατεύθυνσις  πρὸς τὸν  τόπον ὅπου, κατ’ αὐτούς, ἀπεκαλύφθη ὁ  Θεός5. Ὅμως, εἰς τὸν εὐρωπαϊκὸν κόσμον ἐπικρατεῖ μία ἀντίληψις, ἡ ὁποία, βεβαίως, ἐν μέρει ὀφείλεται εἰς τὸν Χριστιανισμόν : Ἐφ’ ὅσον ὁ Θεὸς εἶναι πνεῦμα, ἐφ’  ὅσον  ὁ  Θεὸς  εἶναι  πανταχοῦ παρών, κατὰ  συνέπειαν δὲν ὑπάρχει  λόγος  προσανατολισμοῦ  εἰς  συγκεκριμένον  τόπον  κατὰ  τὴν ὥραν τῆς προσευχῆς !
Ἀσφαλῶς, ἠμποροῦμε νὰ προσευχηθοῦμε ὁπουδήποτε καὶ ὁ Θεὸς
εἶναι προσιτὸς πανταχοῦ. Ἡ ἀντίληψις τῆς πανταχοῦ παρουσίας τοῦ Θεοῦ εἶναι χριστιανικὴ καὶ ἀντιλαμβάνεται τὸν Θεὸν ὡς περιβάλλοντα τόν κόσμον καὶ ἡμᾶς τόσον πραγματικῶς, ὡς νὰ εὑρίσκεται μεθ’ ἡμῶν, περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι ἡμεῖς μετὰ τῆς ὑπάρξεώς μας. Ὁ Θεὸς ἐφανερώθη εἰς ἡμᾶς, διὰ τοῦτο ἡμεῖς γνωρίζομεν Αὐτὸν καὶ δυνάμεθα μετ’ ἐμπιστοσύνης νὰ προσευχώμεθα εἰς Αὐτὸν ἐν παντὶ καιρῷ καὶ τόπῳ. Ἡ προσευχὴ ἀπευθύνεται εἰς τὸν προσωπικόν, ἀποκαλυφθέντα Θεόν, καὶ κατά συνέπειαν, ὡς συμβαίνει εἰς ὅλες τὶς διαπροσωπικὲς σχέσεις, ὁ πιστός, ὡς ἑνιαία ψυχοσωματικὴ ὕπαρξις, στρέφεται πρὸς τὸν Θεὸν μετὰ τοῦ πνεύματος καὶ τοῦ σώματος αὐτοῦ, διὰ νὰ ἐπικοινωνήσῃ μετ’ Αὐτοῦ ὡς πρόσωπον πρὸς πρόσωπον «ἐνώπιος ἐνωπίῳ». Ὁ ἐνσαρκωθεὶς Λόγος, εἰσελθὼν εἰς τὸν χρόνον καὶ τὴν ζωὴν ἡμῶν, κατέστησεν αὐτὴν χριστοκεντρικήν, ἐφ’ ὅσον ἡ δοξολογία μας πρὸς τὸν ἐν Τριάδι Θεὸν τελεῖται διὰ τοῦ ἐνσαρκωθέντος Θεοῦ Λόγου. Ἡ ἀνατολή, τὸ κοσμικὸν σημεῖον  τοῦ  ἀνατέλλοντος  ἡλίου,  σύμβολον  τῆς  παγκοσμιότητος  τοῦ Θεοῦ, ὑπάρχοντος ἐπέκεινα παντὸς γεωγραφικοῦ χώρου, διακηρύττει συγχρόνως τὴν καθοριστικῆς σημασίας διαβεβαίωσιν τῆς Ἀποκαλύψεως περὶ τῆς Δευτέρας τοῦ Κυρίου Παρουσίας. Ὁ προσευχόμενος πιστός, στρεφόμενος πρὸς ἀνατολάς, ἐντάσσεται λοιπὸν εἰς τὴν μεγάλην πορείαν
τοῦ λαοῦ πρὸς τὸν ἐρχόμενον Κύριον6.
Ὅμως, τί συμβαίνει μὲ τὴν τέλεσιν τῆς θείας Λειτουργίας ; Κάποιοι ὑπεστήριξαν ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὁ ἐπισκοπικὸς θρόνος εὑρίσκεται εἰς τὸ κέντρον τῆς ἁψίδος τοῦ Βήματος, κατὰ συνέπειαν ὁ ἐπίσκοπος, κατερχόμενος τούτου θὰ ἐτέλει τὴν θείαν Λειτουργίαν κατ’ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, ἔχων δηλαδὴ προσανατολισμὸν ἀντίθετον ἐκείνου, ὁποὺ εἶχεν ὁ λαός. Περὶ τούτου ὅμως οὐδεμία μαρτυρία ὑπάρχει7. Ἀκόμη καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν κάποιων ναῶν, οἱ ὁποῖοι διὰ λόγους τοπογραφικοὺς ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ ἔχουν ἀντίθετον  προσανατολισμόν, ὁ  ἱερεύς, κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς θείας Λειτουργίας, ἐκαλοῦσε τοὺς πιστοὺς νὰ στραφοῦν μετ’ αὐτοῦ πρὸς ἀνατολάς, ἔστω καὶ ἂν ἡ ἀνατολὴ εὑρίσκετο πρὸς τὸ μέρος τῆς κεντρικῆς εἰσόδου της ἐκκλησίας αὐτῆς8. Ἐκ τῶν ναῶν αὐτῶν, ὁποὺ κατ’ ἀναπόδραστον ἀνάγκην ἀπέκτησαν ἀντίστροφον προσανατολισμόν, ἐλάχιστοι διετηρήθησαν ἕως τῶν ἡμερῶν μας, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ Ἅγιος Πέτρος τῆς Ρώμης. Ἐκεῖ ὅμως, ἤδη ἀπὸ μερικῶν αἰώνων καὶ ἐντεῦθεν, ὁ λειτουργὸς ἔπαυσε νὰ καλῇ τὸν λαόν, ὅπως προσανατολισθῇ μετ’ αὐτοῦ πρὸς τέλεσιν τῆς λειτουργίας· τώρα πλέον, εἰς τὸν Ἅγιον Πέτρον τῆς Ρώμης, ὁ ἱερεὺς λειτουργεῖ ἐστραμμένος πρὸς τὴν Δύσιν. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὑπῆρξεν ἡ αἰτία τῆς προπαγάνδας ὑπὲρ τῆς κατ’ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ τελέσεως τῆς θείας Λειτουργίας9  κατὰ τὶς δύστηνες ἡμέρες τῆς ἐποχῆς μας, ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς δῆθεν ἀνταποκρίσεως πρὸς τὸ λειτουργικὸν πνεῦμα καὶ τὴν ἀντίληψιν τῆς Ἐκκλησίας περὶ συμμετοχῆς ὅλων εἰς τὴν θείαν Εὐχαριστίαν.
Ἡ  ἰδέα  τῆς  τελέσεως  τῆς  Λειτουργίας  κατ’  ἐνώπιον  τοῦ  λαοῦ προσεπάθησεν ἐπίσης νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῆς τελέσεως τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου.   Ὅμως,   ὡς   λέγουν   οἱ   εἰδικοί,   τὸ   ἐπιχείρημα   τοῦτο   οὐδὲν ἀπολύτως ἔχει ἔρεισμα. Εἶναι ἁπλῶς μία τελείως φανταστικὴ - ἀνυπόστατος ἀντίληψις μιᾶς συνεστιάσεως τῆς ἀρχαιότητος. Ὅμως, εἰς οὐδὲν γεῦμα ὁ πρῶτος, ὁ ἀρχηγὸς τῆς συνεστιάσεως τῶν συνδαιτημόνων,
ἐλάμβανε  θέσιν  ἀπέναντι  τῶν  ἄλλων. Τὴν  ἐποχὴν  τοῦ  Ἰησοῦ,  καὶ  ἐπὶ πολλοὺς αἰῶνας μετέπειτα, οἱ συνδαιτημόνες ἐκάθηντο κατὰ μῆκος, ὄπισθεν ἡμικυκλικῆς τραπέζης, τὸ ἐμπρόσθιον μέρος τῆς ὁποίας ἔμενεν ἐλεύθερον. Τὸ χαρακτηριστικόν ἑνὸς γεύματος ἦτο ὅτι ὅλοι οἱ συνδαιτημόνες ἦσαν ἐπὶ τῆς αὐτῆς πλευρᾶς10.
Ἀλλά, καὶ αὐτὸς ὁ παραλληλισμὸς τῆς θείας Λειτουργίας πρὸς τὸ Δεῖπνον χρήζει ἀναλύσεως. Ὁ Κύριος ἐτέλεσε τὸ Μυστικὸν Δεῖπνον ἐντὸς τῶν πλαισίων ἑνὸς ἰουδαϊκοῦ δείπνου, ἀλλὰ ἔδωκεν ἐντολὴν νὰ ἐπαναλαμβάνωμε τὰ ἰδιαίτερα νέα στοιχεῖα, τῆς μυστηριακῆς εὐλογίας τοῦ Ἄρτου καὶ τοῦ Οἴνου, καὶ ὄχι τὸ γεῦμα τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσεν ὡς πλαίσιον. Διὰ τοῦτο, ἡ τέλεσις τοῦ μυστηρίου τοῦ Δείπνου πολὺ ἐνωρὶς ἀπεσπάσθη τοῦ παλαιοῦ πλαισίου, διὰ νὰ εὕρῃ τὴν ἰδιαιτέραν αὐτῆς μορφήν, καθοριζομένην ὑπὸ τοῦ γεγονότος τῆς Εὐχαριστίας, ἀπευθυνομένην ἀμέσως εἰς τὴν Σταύρωσιν, μεταφερομένην εἰς τὴν νομικὴν θυσίαν τοῦ Ναοῦ ὡς ἐκπλήρωσις τοῦ ὑπ’ ἐκείνης σημειουμένου τύπου, διαμορφωμένην ὡς λειτουργία τοῦ Λόγου. Ἔτσι, ἡ νομικὴ ἰουδαϊκὴ λειτουργία ἀνανεωμένη, βαθυνομένη, πληρουμένη διὰ τῆς χριστιανικῆς προοπτικῆς, γίνεται ἡ Εὐχαριστία, εἰς ἀνάμνησιν τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ἐντολῆς Αὐτοῦ : «Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν». Εἰς αὐτὴν τὴν ριζικὴν ἀνανέωσιν αὐτῆς καὶ τὴν παγκοσμίων διαστάσεων προοπτικήν της, ἡ Ευχαριστία δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι ἕνα γεῦμα. Ἡ Εὐχαριστία εἶναι ἡ θεία Λειτουργία, εἶναι ὁ  ἀρχέτυπος  τῶν  νομικῶν τελετουργιῶν τοῦ  Ναοῦ, ἡ  ἐκπλήρωσις τῶν διδαχῶν τῆς Συναγωγῆς, τὸ μυστήριον τοῦ Λόγου μὲ τὴν ἀπέραντον κοσμικὴν καί ἱστορικὴν αὐτοῦ διάστασιν· καὶ ὅλα αὐτὰ ἐκφράζονται ἐναργῶς εἰς τὶς λειτουργικὲς προσευχὲς τῶν πρώτων χριστιανικῶν κοινοτήτων. Ὁ ὑπερτονισμὸς τῆς Εὐχαριστίας ὡς δείπνου, μετὰ τῆς παραλλήλου μειώσεως τῆς σημασίας αὐτῆς ὡς θυσίας11, ὡδήγησεν εἰς τὴν σύγχρονον ἰδέαν τῆς στροφῆς τοῦ ἱερέως πρὸς τέλεσιν τῆς λειτουργίας κατ’ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ12.
Ὑπ’  αὐτὴν  τὴν  προοπτικήν,  βλέπει  καθ’  εἷς  τὴν  ἀνάπτυξιν  τοῦ κληρικαλισμοῦ, ἑνὸς τόσον ἐντόνου κληρικαλισμοῦ, ὅμοιος πρὸς τὸν ὁποῖον  οὐδέποτε  φαίνεται  νὰ  ὑπῆρξεν  εἰς  τὸ  παρελθόν.  Ὁ  ἱερεύς,
ἐστραμμένος πρὸς τὸν λαόν, δὲν ἐμφανίζεται πλέον ὡς ὁ ἐκπρόσωπος τῆς κοινότητος πρὸς τὸν Θεόν, ἀλλὰ εἶναι ὁ «ἐμψυχωτὴς τῆς λειτουργίας», ὡς προτιμοῦν κάποιοι νὰ τὸν ὀνομάζουν13, ὡς ἐὰν ἦτο ὁ κορυφαῖος τοῦ χοροῦ ἢ ὁ μαέστρος τῆς ὀρχήστρας, ἢ μᾶλλον ὁ ἠθοποιός, ὁ ὁποῖος καλεῖται νὰ ὑποδυθῇ ἐπὶ τῆς σκηνῆς τὸν ρόλον τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ νὰ καταστῇ συνεπῶς τὸ πραγματικὸν σημεῖον ἀναφορᾶς τῆς θείας Λειτουργίας. Διὰ τῆς νέας αὐτῆς κληρικαλιστικῆς στάσεως παύει πλέον ὁ λειτουργὸς νὰ εἶναι ὁ ἀνώνυμος ὑπηρέτης τοῦ Θεοῦ, σὰρξ ἐκ τῆς σαρκὸς τῆς Ἐκκλησίας, ἐντεταλμένος  εἰς  τὴν  εἰδικὴν  διακονίαν  τοῦ  μυστηρίου  τῆς  σωτηρίας, ἀλλὰ προΐσταται κυρίως διὰ τῆς προσωπικότητός του, τῆς χαρισματικῆς ἢ μή, κατὰ τοῦτον ἢ τὸν ἄλλον τρόπον.
Δι’ αὐτῆς τῆς στάσεως τοῦ ἱερέως, ὁ λαὸς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ βλέπῃ, νὰ παρακολουθῇ ὅλες τὶς κινήσεις, τὶς ἐκφράσεις, τὶς ἀντιδράσεις, τὶς προσωπικὲς αὐτόματες ἐκδηλώσεις τοῦ λειτουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἵσταται πλέον ἐνώπιον ὅλων διὰ τοῦ προσωπικοῦ αὐτοῦ ὕφους, τῆς ἀτομικῆς του ἱκανότητος, τῆς προσωπικῆς του «γοητείας» καὶ τῶν ἐν γένει ἰδιαιτέρων αὐτοῦ προσόντων. Καλεῖται λοιπὸν νὰ ἀναπτύξῃ τὴν δημαγωγικήν του ἱκανότητα καὶ ὄχι τὸ χριστοκεντρικὸν ἦθός του, νὰ εἶναι εὐπαρουσίαστος, ἄψογος εἰς τὶς κινήσεις του καί, πρωτίστως, νὰ γνωρίζῃ τὶς ἀπαιτήσεις τῶν καλῶν τρόπων συμπεριφορᾶς, διότι πλέον τά βλέμματα ὅλων εἶναι ἐστραμμένα  πρὸς  αὐτόν14.  Ὁ  Χριστός,  ὀλίγον  κατ’  ὀλίγον,  καθίσταται ἀπὼν ἐκ τῆς σκηνῆς15, καὶ εἰς τὸ ἑξῆς οἱ πιστοὶ θὰ προσέρχωνται εἰς τὴν θείαν Λειτουργίαν δια νὰ χαροῦν τὴν γοητευτικὴν παρουσίαν αὐτοῦ ἢ τοῦ ἄλλου ἱερέως, ἢ διὰ νὰ αἰσθανθοῦν ὅτι εἶναι ὅλοι μαζί, ὅτι εἶναι μία ὁμάδα ὁποὺ κάμνουν κάτι ἰδικόν τους, καὶ ἔτσι διακρίνονται μέσα εἰς τὸ χάος τῆς παγκοσμιότητος, διαφοροποιοῦνται ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, σχηματίζοντες οἱ ἴδιοι διὰ τὸν ἑαυτόν τους μίαν ἄλλην ταυτότητα, χρήσιμον καὶ ἀναγκαίαν διὰ νὰ ἐπιβιώσουν εἰς αὐτὸν ἐδῶ τὸν κόσμον.
Ἡ   στροφὴ   τοῦ   ἱερέως   πρὸς   τοὺς   πιστοὺς   μεταβάλλει   τὸν
προσευχόμενον λαὸν τοῦ Θεοῦ εἰς κοινότητα κλεισμένην αὐτάρκως εἰς τὸν ἑαυτόν της· εἰς μίαν κοινότητα μὴ δυναμένην νὰ ἀνοιχθῇ πρὸς τὸν Οὐρανόν, πρὸς τὴν ἐρχομένην Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. Ἀντιθέτως, ἡ πρὸς ἀνατολὰς προσευχή, ἡ πρὸς ἀνατολάς τέλεσις τῆς θείας Λειτουργίας εἶναι μία νοητὴ ἔξοδος, μία λιτανεία βαίνουσα πρὸς τὸν Κύριον, εἶναι ἡ πορεία τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ μετά τοῦ ἱερέως ἐπὶ κεφαλῆς αὐτοῦ – ὡς ἄλλου νοητοῦ κριὸς προϊσταμένου τοῦ ποιμνίου, ὡς εἶπεν ὁ ἅγιος Ἐφραὶμ ὁ Σῦρος, ὅταν εἶδεν εἰς τὴν Καππαδοκίαν τόν Μέγαν Βασίλειον τελοῦντα τὴν θείαν Λειτουργίαν – βαδίζοντος πρὸς συνάντησιν τοῦ ἐρχομένου Κυρίου16. Ἡ πρὸς ἀνατολὰς τέλεσις τῆς Λειτουργίας φανερώνει, καὶ διὰ τῆς στάσεως αὐτῆς, ὅτι ἡ κοινότης δὲν εἶναι ἐγκλωβισμένη, δὲν ἀποβλέπει ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλον, ἀλλὰ εἶναι ὁ ἐν πασχαλίῳ πορείᾳ λαὸς τοῦ Θεοῦ.
Ἡ πρὸς ἀνατολὰς στάσις τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ λειτουργοῦ, κατὰ τὴν
τέλεσιν τῆς θείας Λειτουργίας, δὲν εἶναι ἐκδήλωσις συναισθηματικῆς ἐξάρσεως, ρομαντικῆς νοσταλγίας, ἀλλὰ ἔκφρασις τῆς «ἐν ἡμῖν ἐλπίδος»· εἶναι οὐσιαστικὸν καὶ μόνιμον, μὴ μεταβαλλόμενον ἀπὸ ἐποχῆς εἰς ἐποχήν, στοιχεῖον τῆς χριστιανικῆς Λατρείας17. Ὁ κλειστὸς κύκλος εἶναι ἀνίκανος νὰ ἐκφράσῃ τὴν κοινὴν κατεύθυνσιν τῆς προσευχῆς ὁλοκλήρου τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ σύγχρονος κόσμος ζῇ ἐγκλωβισμένος ἐντὸς τοῦ κύκλου του, μὲ ὅλες τὶς συνέπειες καὶ τὰ ἀδιέξοδα, ὁποὺ συνεπάγεται τοῦτο. Μόνον ἡ Ἐκκλησία ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ τὸν ἐξαγάγῃ ἀπὸ τὰ ἀδιέξοδα αὐτά, καί, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τοῦτο, πρέπει νὰ διακηρύττῃ, ἤτοι νὰ εὐαγγελίζεται, τὴν πεποίθησίν της αὐτὴν καὶ «ἐπὶ σχημάτων», διὰ τῆς στροφῆς  τοῦ  λαοῦ  –  μέλος  τοῦ  ὁποίου  εἶναι  καὶ  ὁ  ἱερεὺς  –  ἐκτὸς  τοῦ κύκλου  του,  πρὸς  τὸν  Δημιουργόν  του,  πρὸς  τὸν  ἀποσταλέντα  εἰς λύτρωσιν τοῦ λαοῦ Αὐτοῦ18, καὶ πάλιν ἐξ ἀνατολῶν ἐρχόμενον Κύριον, διὰ νὰ ζήσῃ καὶ πάλιν ὁ ἄνθρωπος τὸ δυναμικὸν νόημα τῆς ἐξόδου του πρὸς
τὸν Κύριον.



------------------------------------------------

1 Πρβλ. C. VOGEL, «L’ orientation vers l’ est», L’ Orient Syrien, τ. ΙΧ, 1964, σ. 3-4 || L. BOUYER,
Le rite et l’ homme, ἐκδ. «Cerf», 1962, σ. 233-234.

2 Πρβλ. C. VOGEL, «La croix eschatologique», Lex Orandi 40, Semaine liturgique de l’ institut St.
Serge, ἐκδ. «Cerf», 1967, σ. 87-93 || ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ, «L’ orientation vers l’ est», σ. 18.
3 Πρβλ. J. RATZIΝGER, L’ esprit de la liturgie, ἐκδ. «Ad Solem», 2001, σ. 63.
4   Πρβλ. ἐνδεικτικῶς : α΄) Ἡ ∆ιδαχὴ τῶν Ἀποστόλων (β΄-γ΄ αἰ.) ἀναφέρει : «Συμφώνως
ἅπαντες   ἐξαναστάντες   καὶ   ἐπ’   ἀνατολὰς   κατανοήσαντες   (δηλ.   στραφέντες)   ...
προσευξάσθωσαν τῳ Θεῷ ... κατ’ ἀνατολάς...» (ΒΕΠΕΣ 2, 53), β΄) Ὁ Μέγας Βασίλειος γράφει : «Τῶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ πεφυλαγμένων δογμάτων καὶ κηρυγμάτων ... τὰ ἐκ τῆς τῶν ἀποστόλων παραδόσεως διαδοθέντα ἡμῖν ... οἷον (δηλ. ὡς εἶναι) ... τὸ πρὸς ἀνατολὰς τετράφθαι (δηλ. τὸ νὰ στρεφώµεθα πρὸς ἀνατολὰς) κατὰ τὴν προσευχήν...» (ΒΕΠΕΣ 52,
287). Πρβλ. Πηδάλιον, σ. 643 / ἁγίου ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, Δ΄ 12, γ΄) Εἰς τὸν Ὠριγένην διαβάζομε : «...Τίς οὐκ ἂν ... ὁμολογῆσαι τὸ πρὸς ἀνατολὴν ἐναργῶς ἐμφαίνειν τὸ δεῖν (δηλ. τὸ ὅτι πρέπει) ἐκεῖ νεύοντας συμβολικῶς (δηλ. πρὸς τὰ ἐκεῖ στρεφόµενοι συµβολικῶς) ... ποιεῖσθαι τὰς εὐχὰς ... φύσει δὲ τῆς ἀνατολῆς ... προκρινομένης ... ὃ εὔξασθαι βουλόμενος ... προκριτέον τὰς ἀνατολὰς κατὰ τὸ εὔλογον (δηλ. τόσον βαθεία καὶ σταθερὰ ἦτο ἡ πεποίθησις ὅλων τῶν χριστιανῶν νὰ στρέφωνται πρὸς ἀνατολὰς κατὰ τὴν προσευχήν)...» (ΒΕΠΕΣ 8, 265), δ΄) Ὁ ἅγιος Γερμανὸς Κωνσταντινουπόλεως γράφει : «Τὸ κατὰ ἀνατολὰς εὔχεσθαι παραδεδομένον ἐστιν ... (ὑπὸ) τῶν ἁγίων ἀποστόλων· ἐστὶν οὕτως διὰ τὸν ἥλιον τὸν νοητόν ... Χριστὸν τὸν Θεὸν ... κατὰ τὸν προφήτην τὸν λέγοντα ... “Προσκυνήσατε τῷ Κυρίῳ ... κατὰ ἀνατολάς”, καὶ “Προσκυνήσωμεν εἰς τὸν τόπον οὗ ἔστησαν οἱ πόδες αὐτοῦ”· καὶ πάλιν “Στήσονται οἱ πόδες τοῦ Κυρίου ... κατ’ ἀνατολήν”. Ταῦτά φασιν (δηλ. λέγουν) οἱ προφῆται, καὶ διὰ τὸ καραδοκεῖν ἡμᾶς (δηλ. ἐπειδὴ ἀναµένοµεν) ... τὸν ... παράδεισον τὸν κατὰ ἀνατολὴν ... καὶ τὴν ἀνατολὴν τῆς φωτοφανείας τῆς δευτέρας τοῦ Χριστοῦ ... παρουσίας (PG 98, 392). Ἀλλὰ καὶ ἡ παρακέλευσις τοῦ ἱερέως : «Ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας», τὴν πρὸς ἀνατολὰς στροφήν μας ὑπαινίσσεται, «τὴν ... ἄνω Ἱερουσαλὴμ ... τὸν παράδεισον τὸν κατὰ ἀνατολὴν» (PG 98, 428) [πρβλ. K. GAMBER, Tournés vers le Seigneur, ἐκδ. «St. Madeleine»,
1993, σ. 20 / GABRIEL BUNGE, Vases d’ argile, ἐκδ. «Bellefontaine», 1973, σ. 58-70), ε΄) Πρβλ. Ἁγίου ΚΑΛΛΙΣΤΟΥ  :  «Ἱερουσαλὴμ ... ἐστὶ τύπος τόπου Θεοῦ...» (Φιλοκαλία, τ. Δ΄,  ἐκδ.
«Ἀστήρ», σ. 338).

5 Πρβλ. L’ esprit de la liturgie, σ. 64.
6 Πρβλ. L’ esprit de la liturgie, σ. 64.


7  Μάλιστα οἱ ἀρχαιότερες μαρτυρίες ὁμιλοῦν ἀκριβῶς περὶ τοῦ ἀντιθέτου. Ἔτσι, ὁ ἅγιος
Κλήμης ἐπίσκοπος Ρώμης (†95 μ.Χ.), γράφει : «Ὁ οἶκος (δηλ. ὁ ναὸς) ἔστω (δηλ. νὰ εἶναι) ἐπιμήκης, κατὰ ἀνατολὰς τετραμμένος ... ἔχων τὰ παστοφόρια (δηλ. τὰ διακονικά) πρὸς ἀνατολὴν ... κείσθω (δηλ. νὰ εἶναι) δὲ μέσος ὁ τοῦ ἐπισκόπου θρόνος ... καὶ ... συμφώνως ἅπαντες ἐξαναστάντες καὶ ἐπ’ ἀνατολὰς κατανοήσαντες (δηλ. στραφέντες) ... προσευξάσθωσαν ... κατὰ ἀνατολὰς ... ὑπομιμνησκόμενοι ... τοῦ κατὰ ἀνατολὰς παραδείσου...» (ΒΕΠΕΣ 2, 52-53).
8 Πρβλ. «L’ orientation vers l’ est», σ. 9-13.
9 Πρβλ. Tournés vers le Seigneur, σ. 37-42.

10 Πρβλ. Tournés vers le Seigneur, σ. 21-24.
11  Πρβλ. «Ἡ Λειτουργία, ἐν τῇ αἰωνίῳ αὐτῆς πνευματικῇ πραγματικότητι, εἶναι θυσία
ὑπὲρ τῶν ἁµαρτιῶν τῆς ἀνθρωπότητος...» (ἀρχιμ. ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ, Ὀψόµεθα τὸν Θεὸν καθὼς ἐστί, ἔκδ. Ἱ. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Ἔσσεξ - Ἀγγλίας, 1996, σ. 370).
12 Πρβλ. Entretiens sur la foi, ἐκδ. «Fayard», 1975, σ. 158 || L’ esprit de la liturgie, σ. 66.

13 Πρβλ. L’esprit de la liturgie, σ. 67.
14 Πρβλ. Tournés vers le Seigneur, σ. 49.
15  Πρβλ. «Ἐν τῇ Λειτουργίᾳ ... ὁ Χριστὸς – τὸ ἀληθινὸν κέντρον πάσης τῆς κτίσεως –
ἀποτελεῖ τὸ κέντρον τῆς προσοχῆς ἡμῶν ... Πᾶσα ἡ Λειτουργία ἐν τῷ οὐσιώδει αὐτῆς περιεχομένῳ δὲν εἶναι ἄλλο τι, εἰ μὴ ἀνάμνησις Αὐτοῦ...» (Ὀψόµεθα τὸν Θεὸν καθὼς ἐστί, σ. 368-369).

16 Πρβλ. L’ esprit de la liturgie, σ. 68.
17 Πρβλ. L’ esprit de la liturgie, σ. 68.
18 Ὄπισθεν τοῦ θυσιαστηρίου ἢ ἐπ’ αὐτοῦ, ἐτίθετο ἀνέκαθεν ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου (πρβλ. ΑΙΘΕΡΙΑΣ, Ὁδοιπορικόν, ἐκδ. «Τῆνος», Ἀθῆναι 2007, σ. 154, 160 || PG 98, 389 / 79, 577), διότι ὁ Σταυρός, πρὸς τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἀτενίζῃ κατὰ τὴν λατρείαν τόσον τὸ ἱερατεῖον ὅσον καὶ ὁ λαός, ἀφ’ ἑνὸς μὲν δηλώνει τὴν θυσίαν, ἐξ ἧς ἀπέρρευσεν ἡ λύτρωσις, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἶναι τὸ σημεῖον τῆς Δευτέρας τοῦ Κυρίου Παρουσίας, τὴν ὁποίαν συμβολικῶς ἀναμένομεν ἐξ ἀνατολῶν.

-----------------------

Ὁ προσανατολισµὸς ἐν τῇ Λατρείᾳ


ὑπὸ τοῦ ἀρχιµανδρίτου Νικοδήµου Μπαρούση





Συνεχίστε να διαβάζετε, πατήστε εδώ->>

Λόγος στήν Παγκόσμιο Ύψωση του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού

0 σχόλια

 Άγιος Ανδρέας αρχιεπίσκοπος Κρήτης


 Ἑορτάζουμε τήν πανήγυρι τοῦ Σταυροῦ, καί ὅλο τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας καταφωτίζεται. Ἑορτάζουμε τήν πανήγυρι τοῦ Σταυροῦ, καί ὅλη ἡ οἰκουμένη φωταγωγεῖται καί γεμίζει μέ ἀκτίνες θεϊκῆς χαρᾶς. Ἑορτάζουμε τήν πανήγυρι τοῦ Σταυροῦ, διά τοῦ ὁποίου τό σκοτάδι (τῆς ἁμαρτίας) διώχθηκε, καί ἦλθε τό φῶς (τῆς ἀρετῆς). Ἑορτάζουμε τήν πανήγυρι τοῦ Σταυροῦ, καί ὑψούμεθα πνευματικά μαζί μέ τόν Σταυρωθέντα Σωτήρα μας, ἀφήνοντας κάτω τή γῆ μέ τήν ἁμαρτία, γιά νά κερδίσουμε τά ἄνω ἀγαθά.


Ὑψώνεται ὁ Σταυρός, καί ὑψώνει μαζί του τήν ἀνθρωπότητα, πού λόγω τῆς ἁμαρτίας της, ἦταν πεσμένη κάτω. Ὑψώνεται ὁ Σταυρός, καί ταπεινώνει τήν αὐθάδη ἔπαρση τῶν δαιμόνων. Ὑψώνεται ὁ Σταυρός, καί ἡ ἐναντία δύναμη τοῦ πονηροῦ ὑποχωρεῖ καί ταπεινώνεται. Ὑψώνεται ὁ Σταυρός, καί συναθροίζεται τό πλήρωμα τῆς Ἐκ­κλησίας. Ὑψώνεται ὁ Σταυρός, καί οἱ πόλεις ἑορτάζουν πανηγυρικά· οἱ δέ λαοί προσφέρουν χαρούμενοι τίς ἀναίμακτες θυσίες στόν Θεό. Διότι καί μόνη ἡ μνήμη τοῦ Σταυροῦ εἶναι ὑπόθεση μεγάλης χαρᾶς, καί ἀποδίωξη τῆς λύπης.
Συνεχίστε να διαβάζετε, πατήστε εδώ->>

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2012

Ομιλία οστ'

0 σχόλια





Ομιλία  οστʹ Τότε οἱ ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ, φευγέτωσαν εἰς τὰ ὄρη καὶ ὁ ἐπὶ τοῦ δώματος, μὴ καταβάτω ἆραι τὰ ἐκ τῆς οἰκίας αὐτοῦ· καὶ ὁ ἐν τῷ ἀγρῷ αὐτοῦ, μὴ ἐπιστρεψάτω εἰς τὰ ὀπίσω ἆραι τὰ ἱμάτια αὐτοῦ.
αʹ. Εἰπὼν περὶ τῶν κακῶν τῶν τὴν πόλιν καταληψομένων, καὶ τῶν πειρασμῶν τῶν ἀποστολικῶν, καὶ ὅτι ἀχείρωτοι μενοῦσι, καὶ πᾶσαν διαδραμοῦνται τὴν οἰκουμένην, λέγει πάλιν τὰς Ἰουδαϊκὰς συμφορὰς, δεικνὺς ὅτι ὅταν ὦσιν οὗτοι λαμπροὶ, τὴν οἰκουμένην διδάξαντες ἅπασαν, τότε ἐκεῖνοι ἐν συμφοραῖς. Καὶ ὅρα πῶς διηγεῖται τὸν πόλεμον, διὰ τῶν δοκούντων εἶναι μικρῶν παριστῶν αὐτοῦ τὸ ἀφόρητον. Τότε γὰρ, φησὶν, οἱ ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ, φευγέτωσαν εἰς τὰ ὄρη. Τότε, πότε; Ὅταν ταῦτα γένηται, ὅταν τὸ βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως στῇ ἐν τόπῳ ἁγίῳ. Ὅθεν μοι δοκεῖ τὰ στρατόπεδα λέγειν. Φεύγετε τοίνυν τότε, φησίν· οὐδεμία γὰρ λοιπὸν ἐλπὶς σωτηρίας ὑμῖν.
Συνεχίστε να διαβάζετε, πατήστε εδώ->>

Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2012

Η Ανάληψη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού

0 σχόλια

Γιατί έγινε η Ανάληψη μετά από 40 μέρες και όχι αμέσως μετά την Ανάσταση;

Ο αρχηγός της ζωής, που έλυσε τα δεσμά του θανάτου με την Ανάστασή του, συναναστράφηκε με τους μαθητές του επί σαράντα ημέρες και επιβεβαίωσε σ’ αυτούς την Ανάστασή του με πολλές αποδείξεις. Δεν ανέβηκε στους ουρανούς την ίδια ημέρα που αναστήθηκε, γιατί κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε αμφιβολίες και ερωτηματικά. Διαφορετικά, πολλοί από τους άπιστους θα μπορούσαν να προβάλλουν το επιχείρημα ότι η Ανάσταση δεν ήταν παρά ένα ακόμη από τα όνειρα ευσεβών πόθων που γρήγορα έρχονται και πιο γρήγορα παρέρχονται. Για αυτό ακριβώς έμεινε ο Χριστός σαράντα ολόκληρες ημέρες στη γη, και εμφανίστηκε επανειλημμένα στους μαθητές του, και τους έδειξε τις ουλές από τα πληγές του, τους μίλησε για τις προφητείες που εκπλήρωσε με την ζωή και τα πάθη του ως άνθρωπος, και μάλιστα συνέφαγε μαζί τους.

Γιατί έφαγε ο αναστημένος Χριστός ψητό ψάρι και μέλι;

 Στο σημερινό Ευαγγέλιον της Εορτής ακούμε ότι ζήτησε και έφαγε ο Χριστός «ιχθύος οπτού μέρος και από μελισσίου κηρίου», δηλ. ένα κομμάτι από ψητό ψάρι και από κηρύθρα με μέλι (Λουκ. 24:42). Γιατί αναφέρεται η λεπτομέρεια αυτή; Κατά την εκκλησιαστική παράδοση, η λεπτομέρεια αυτή είχε πολύ σπουδαία αλληγορική σημασία. Όσον αφορά στο ψάρι, γνωρίζουμε ότι αν και ζει μέσα στην αλμυρή θάλασσα, το σώμα του δεν είναι αλμυρό, αλλά γλυκό. Κατά παρόμοιο τρόπο και ο Χριστός, που έζησε μέσα στην ‘αλμυρή θάλασσα της αμαρτίας’ του κόσμου τούτου, «αμαρτίαν ουκ εποίησε, ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού», δηλ. δεν έκανε καμιά αμαρτία, ούτε ξεστόμισε τίποτε το δόλιο (Ησ. 53:9). Επίσης, ο Χριστός παρέμεινε πιο άφωνος και από το ψάρι όταν υπέστη το σωτήριο πάθος του και δέχτηκε τα ανήκουστα εκείνα βασανιστήρια και ακατανόμαστους υβρισμούς. Όσον αφορά στο μέλι και στο κερί, γνωρίζουμε ότι το μέλι είναι γλυκό και το κερί φωτιστικό, γι’ αυτό και θεωρούνται σαν σύμβολα της πνευματικής ηδονής και του φωτισμού που μεταδίδει στους πιστούς ο Χριστός μετά την Ανάστασή του. Επίσης, συμβολίζουν, το μεν πρώτο την  θεραπεία της μεγάλης πίκρας της αμαρτίας την οποίαν συμβολίζει η χολή που του δόθηκε στο πάθος του, το δε δεύτερο, την διάλυση του πυκτού σκοταδιού της αμαρτίας την οποία συμβολίζει το σκοτάδι που έγινε κατά την σταύρωσή του.

Γιατί έγινε η Ανάληψη στο Όρος των Ελαιών;

Αφού λοιπόν επιβεβαίωσε ο Χριστός την εκ νεκρών Ανάστασή του στους μαθητές του με μελιστάλακτους λόγους, και φώτισε τον νου τους και θέρμανε την καρδιά τους με την παρουσία του, τους οδήγησε την 40ην ημέρα από την Ανάστασή του στο Όρος των Ελαιών, που βρίσκεται στα ανατολικά της Ιερουσαλήμ. Έπρεπε σ’ αυτό το Όρος να γίνει η Ανάληψη, γιατί σ’ αυτό, σύμφωνα με μια αρχαία παράδοση, θα επανέλθει ο Κύριος σωματικά και με δόξα για να κρίνει τον κόσμο κατά την έσχατη ημέρα. Εκεί θα ελεηθούν με το μέγα έλεος οι δίκαιοι, και εκεί θα θρηνήσουν με τον αιώνιο και απαρηγόρητο θρήνο οι αμαρτωλοί. Τις δύο αυτές αντίθετες καταστάσεις των ανθρώπων δηλώνει η ονομασία του Όρους τούτου, γιατί οι κορυφές του ονομάζονται Όρος Ελαιών, ενώ οι πρόποδές του, κοιλάδα του Κλαυθμώνος. Το ίδιο προμήνυσε και ο χρησμός του προφήτη Ζαχαρία που ρητά δήλωσε «Ιδού ημέρα έρχεται Κυρίου, και στήσονται οι πόδες αυτού επί το Όρος των Ελαιών κατέναντι Ιερουσαλήμ εξ ανατολών» (Ζαχ. 14:4).

Γιατί έπρεπε να ήταν παρόντες οι Απόστολοι και η Θεοτόκος;

Σ’ αυτό το Όρος οδήγησε ο Κύριος τους μαθητές του και την Θεοτόκο που τον γέννησε, για να δουν με τα μάτια τους την ένδοξη Ανάληψή του. Έπρεπε η κατά σάρκα Μητέρα του να είναι παρούσα σ’ εκείνη την μεγάλη δόξα του Υιού της, έτσι ώστε όπως σαν Μητέρα πληγώθηκε ψυχικά για το πάθος του πάνω από όλους, έτσι κατά τρόπο ανάλογο να χαρεί πάνω από όλους βλέποντας τον Υιό της να ανέρχεται με δόξα στους ουρανούς, να προσκυνείται σαν Θεός από τους Αγγέλους και να καθίζεται στον θρόνο της Μεγαλοσύνης πάνω από κάθε αρχή και εξουσία. Έπρεπε επίσης και οι θείοι Απόστολοι να γίνουν αυτόπτες της Ανάληψής του, για να πληροφορηθούν, ότι ο θείος Διδάσκαλός τους που ανεβαίνει τώρα στους ουρανούς, από εκεί είχε κατεβεί, και εκεί θα τους περιμένει σαν αληθινός Υιός του Θεού και Σωτήρας του κόσμου.

Πως έγινε η πρωτόγνωρη και μοναδική Ανάληψη του Χριστού;

 Είχαν ήδη φτάσει στη μεσαία κορυφή του Όρους. Μπροστά τους απλωνόταν η πόλη των Ιεροσολύμων. Ήταν ακόμα ανοιχτή στο χώμα η οπή στην  οποία στήθηκε ο Σταυρός. Ανοιχτή ήταν επίσης και η είσοδος στον Τάφο του Σωτήρα, αφού ήταν ακόμα πεσμένος στο χώμα ο μέγας λίθος με τον οποίον είχε σφραγισθεί. Τότε στρέφει ο Σωτήρας τα νώτα του προς την  αχάριστη πόλη των Ιεροσολύμων και το βλέμμα του ατενίζει προς ανατολάς, όπως αναφέρει ο Δαυίδ με χαρά σε κάποιο ψαλμό του, «Ψάλλατε τω Θεώ τω επιβεβηκότι επί τον ουρανόν του ουρανού κατά ανατολάς» (Ψαλμ. 67:34). Και ενώ αποχαιρετάει τους μαθητές του, υψώνει τα άχραντα χέρια του και ευλογεί για τελευταία φορά –τα χέρια εκείνα με τα οποία ανάπλασε τον άνθρωπο που είχε δημιουργήσει στην αρχή, και τα οποία άπλωσε από φιλανθρωπία επάνω στον Σταυρό και συνένωσε «τα διεστώτα», δηλ. αυτά που βρίσκονταν σε διάσταση. Ενώ δεν χόρταιναν τα μάτια των μαθητών να βλέπουν το θεοειδές και γλυκύτατο εκείνο πρόσωπο του Κυρίου τους, ξαφνικά άρχισε Εκείνος να ανέρχεται στον ουρανό. Το βλέμμα τους έμεινε καρφωμένο στο παράδοξο και ακατανόητο εκείνο θέαμα της σωματικής Ανάληψης του Κυρίου, μέχρις ότου τον έκρυψε η φωτεινή νεφέλη.

Τι πρωτόγνωρη και μοναδική που ήταν η μεγαλοπρέπεια αυτής της Ανάληψης!

 Και ο Ηλίας είχε αναληφθεί στους ουρανούς, όπως αναφέρει η Γραφή, όμως η ανάληψή του έγινε με πύρινο άρμα και πύρινους ίππους, γιατί ήταν απλός άνθρωπος και χρειαζόταν βοήθεια για να αναληφθεί πάνω από την γη. Ο Χριστός όμως ήταν Θεάνθρωπος που αναλήφθηκε από μόνος του, με μόνη την παντοδυναμία του. Όσον αφορά στην νεφέλη εκείνη, επρόκειτο για το Άγιο Πνεύμα, όπως ακριβώς συνέβη και στην Μεταμόρφωση του Χριστού. Όπως η κάθοδός του και η Ενσάρκωσή του έγιναν «εκ Πνεύματος Αγίου», σύμφωνα με το μήνυμα του Γαβριήλ προς την Παρθένο («Πνεύμα Κυρίου επελεύσεται επί σε και δύναμις Υψίστου επισκιάσει σε» Λουκ. 1:35), έτσι και τώρα «συνανέρχεται» (ανεβαίνει μαζί με το Άγιο Πνεύμα) γιατί  Εκείνο τον παρακολουθεί και συνυπάρχει μαζί του ως ομοούσιό του, συμπροσκυνούμενο και συνδοξαζόμενο.

Γιατί εστάλησαν οι δύο ανθρωπόμορφοι και λευκοφόροι Άγγελοι; Ενώ ατένιζαν έκθαμβοι στον ουρανό οι άγιοι Απόστολοι, δύο άνδρες παρουσιάστηκαν σ’ αυτούς ντυμένοι με λευκή στολή. Ήταν άγγελοι οι δύο αυτοί άνδρες που είχαν πάρει ανθρώπινη μορφή για να μη φοβίσουν τους μαθητές. Και ήταν λευκοφόροι για να φανερωθεί η αγνότητά τους και το διαφωτιστικό και χαρμόσυνο μήνυμα τους το οποίο είχαν αποσταλεί να παραδώσουν. Τους απόστειλε ο  Χριστός που αναλήφθηκε, για να τους παρηγορήσει την στιγμή της λύπης τους για τον αποχωρισμό του, αλλά και να τους διαφωτίσει ότι ο αόρατος πλέον Κύριός τους καθόταν στα δεξιά του Θεού Πατρός και ότι θα κατεβεί και πάλι στη γη για να κρίνει όλους τους ανθρώπους, τους ζωντανούς και τους νεκρούς.

Ποιο ήταν το μήνυμα των λευκοφόρων Αγγέλων; «Άνδρες Γαλιλαίοι», τους είπαν, «γιατί στέκεστε  με το βλέμμα σας προσηλωμένο στους ουρανούς;

 Αυτός ο Ιησούς, τον οποίον σήμερα βλέπετε να αναλαμβάνεται, θα επανέλθει για να κρίνει τον κόσμο, και η επάνοδός του θα είναι ίδια με την ανάληψή του». Δηλαδή, θα έλθει από τον ουρανό φορώντας το ίδιο άχραντο Σώμα, το οποίο παρέλαβε από τα αίματα της αγνής Παρθένου, και το οποίο θα έχει επάνω του χαραγμένες τις πληγές που έλαβε στο πάθος του. Τώρα μόνο εσείς οι λίγοι τον βλέπετε να ανέρχεται στον ουρανό, όταν όμως επανέλθει, όλες οι φυλές της γης θα τον δουν να κατεβαίνει από εκεί με δόξα επάνω σε νεφέλες. Η ένδοξη αυτή κατάβασή του θα αποβεί πρόξενος μακαριότητας και χαράς για όσους έζησαν δίκαια. Για τους αμαρτωλούς όμως θα είναι αιτία θλίψεως και συμφοράς.»

Ποιος ήταν ο αντίκτυπος της Ανάληψης στους Αποστόλους και στο μικρό ποίμνιο της πρώτης Εκκλησίας;

Αυτά άκουσαν οι Απόστολοι και προσκύνησαν τον Σωτήρα στην Ανάληψή του και ύστερα επέστρεψαν με χαρά στα Ιεροσόλυμα. Η χαρά τους ήταν πολύ μεγάλη, γιατί έμαθαν οριστικά, ότι ο θείος Διδάσκαλός τους είναι Θεός αληθινός, που αναλήφθηκε στους ουρανούς, όχι για να εγκαταλείψει τη γη, αλλά για να την ενώσει με τον ουρανό. Η χαρά τους ήταν επίσης πολύ μεγάλη γιατί πήραν την ευλογία του Σωτήρα τους στην Ανάληψή του. Με αυτήν την ευλογία η ολιγάριθμη Εκκλησία των μαθητών, το μικρό εκείνο ποίμνιο, αυξήθηκε μέσα σε ένα μικρό διάστημα και έγινε πολύ μεγάλη, και παίρνοντας την χάρη του Αγίου Πνεύματος αναδείχτηκε στην Εκκλησία εκείνη που εγκαθιδρύθηκε σε όλα τα μέρη της γης.

Ποιος ήταν ο αντίκτυπος της Ανάληψης στις ταξιαρχίες των Αγγέλων στους ουρανούς;

 Ενώ αυτά συνέβαιναν στη γη εξ αιτίας της Ανάληψης, στους ουρανούς οι Άγγελοι έστηναν μεγαλειώδες πανηγύρι. Οι τάξεις των Αγγέλων που υπηρέτησαν τον Σωτήρα επάνω στη γη και τον συνόδευαν τώρα στην θεία του Ανάληψη καλούσαν τις άνω ταξιαρχίες να ανοίξουν τις ουράνιες πύλες για να εισέλθει ο Βασιλεύς της Δόξης. «Άρατε πύλας οι άρχοντες υμών,» ψάλλει ο προφητάναξ Δαυίδ, «και επάρθητε πύλαι αιώνιοι, και εισελεύσεται ο Βασιλεύς της Δόξης» (Ψαλμ. 23:7). Επειδή με το σωτήριο πάθος του έγινε ο Σωτήρας Χριστός ενδοξότερος και υψηλότερος –όπως το διατυπώνει ο Απόστολος Παύλος: «Εταπείνωσε το εαυτόν του και έγινε υπήκουος μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου Σταυρικού, γι’ αυτό και ο Θεός τον υπερύψωσε και του χάρισε το υπέρ παν όνομα» (Φιλιππ. 2:9), γι’ αυτό απαιτούν και οι πύλες του ουρανού να γίνουν υψηλότερες για να τον υποδεχτούν επάξια. Επίσης, επειδή η δόξα του νικητή του Άδη και του θανάτου, που δεν χώρεσε στην μικρή γη, πλήρωσε τους ουρανούς, απαιτούν να υψωθούν και εκείνοι (οι Άγγελοι) στην εμφάνισή του.

Ωστόσο, οι ανώτερες ταξιαρχίες των Αγγέλων, βλέποντας ανθρώπινο σώμα να μεταφέρεται πάνω από αυτούς, καταλαμβάνονταν από θάμβος και έκπληξη. Γιατί, όπως ένας άνθρωπος που βλέπει Άγγελο στη γη καταλαμβάνεται από έκπληξη φόβου, έτσι και οι ασώματοι Άγγελοι, βλέποντας τότε ένα σώμα να υψώνεται μέσα σε νεφέλη, ζητούσαν έκθαμβοι να μάθουν γι’ αυτό το παράδοξο θέαμα, ζητώντας δυο φορές να βεβαιωθούν,

 Ποιος είναι  αυτός ο Βασιλεύς της Δόξης;

Μαθαίνοντας, όμως, ότι είναι ο ισχυρός στους πολέμους Κύριος, που πάλεψε με τον διάβολο και τον κατέβαλε, που τώρα ανέρχεται στους ουρανούς, απορούν, πως το υπέρλαμπρο εκείνο σώμα είναι ερυθρό, και ρωτούν, «Τις ούτος ο παραγενόμενος εξ Εδώμ; ;» όπως ψάλλει ο πρώτος των προφητών, «ερύθημα ιματίων αυτού εκ Βοσόρ; Ούτος ωραίος εν στολή αυτού» (Ησαΐας 63:1); Δηλαδή, ποιος είναι αυτός ο γήινος που έρχεται φορώντας σάρκα σαν υπέρλαμπρο και ερυθρό ιμάτιο; Γιατί γήινος είναι η ερμηνεία του Εδώμ και σάρξ είναι  το Βοσόρ, και το σημείο αναφοράς εδώ είναι το δοξασμένο εκείνο Σώμα του Δεσπότη Χριστού που φαινόταν κατά την άνοδό του στους ουρανούς σαν ερυθρό γιατί έφερε επάνω του τον τύπο των πληγών της άχραντης πλευράς, των χειρών και των ποδών.

Γιατί διατηρήθηκαν τα αποτυπώματα των πληγών στο Αναστημένο Σώμα του Χριστού;

 Πως όμως φαίνονταν οι πληγές σ’ εκείνο το άφθαρτο σώμα;

 Ήταν θέμα οικονομίας αυτό που φαινόταν, και είχε σαν σκοπό να φανερώσει την άρρητη (ανέκφραστη) και υπερβολική αγάπη του Θεανθρώπου για τον άνθρωπο. Δηλαδή το ότι καταδέχτηκε όχι μόνο να δεχθεί πληγές, αλλά και μετά την Ανάστασή του να τις διατηρήσει με παράδοξο τρόπο επάνω σ’ εκείνο το αφθαρτοποιημένο σώμα, και να τις δείξει στην Ανάληψή του και στον κόσμο των Αγγέλων σαν τα σύμβολα του πάθους του και σαν τα ανεξίτηλα τεκμήρια της αγάπης του προς εμάς τους ανθρώπους. Επίσης, διατήρησε τις πληγές του άχραντου σώματός του για να μας πείσει να μην λησμονούμε ποτέ τα πάθη του, διότι όταν τα έχουμε ενώπιόν μας, η καρδιά μας θα πλημμυρίζει από ευγνωμοσύνη προς αυτόν και από ιερά συναισθήματα. Τίποτε άλλο, λέει ο ιερός Χρυσόστομος δεν είναι ικανό να γεννήσει μέσα μας τα σωτήρια αυτά αποτελέσματα όσο το να βλέπουμε τον Θεό να μεταφέρει τα ίχνη του Σταυρού μέχρι το θρόνο της μεγαλοσύνης του. Κατά τον ιερό Αυγουστίνο, ο Θεάνθρωπος διατήρησε τις πληγές του στους ουρανούς, για να μας δείξει, ότι και στην κατάσταση της δόξης του δεν θα μας λησμονήσει, όπως άλλωστε μας διαβεβαιώνει γι’ αυτό και ο κορυφαίος από τους προφήτες: «Ιδού επί των χειρών μου εζωγράφησά σου τα τείχη, και ενώπιόν μου ει δια παντός» (Ησ. 49:16), δηλαδή, ουδέποτε θα μας ξεχάσει, διότι θα μας έχει γραμμένους με ανεξίτηλα γράμματα επάνω στα χέρια του και θα μεσιτεύει για μας ενώπιον του Θεού Πατρός. Ίσως ακόμη και να διατήρησε τις πληγές για να μας διδάξει ότι μόνο με παθήματα και θλίψεις θα μπορέσουμε να εισέλθουμε στην βασιλεία των ουρανών. Αν ο ίδιος ο Θεάνθρωπος ανυψώθηκε με σταυρικό πάθος, και αν δοξάστηκε με επονείδιστο θάνατο, τότε πως εμείς θα μπορέσουμε να εισέλθουμε στην δόξα εκείνη χωρίς να βαδίσουμε στην στενή οδό  της αρετής, και χωρίς να υπομείνουμε θλίψεις και πειρασμούς αγωνιζόμενοι τον καλόν αγώνα; Αυτό είναι τελείως αδύνατο.

Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Διον. Δράγα





Συνεχίστε να διαβάζετε, πατήστε εδώ->>