Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

Πρός μία κοινωνία αγάπης


ΠΡΟΣ ΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΑΓΑΠΗΣ.
ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΟΡΑΜΑ  ΚΑΙ ΑΓΩΝΑΣ

Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Τιράνων και πάσης Ἀλβανίας κ. Ἀναστασίου Παγκσμιότητα και Ὀρθοδοξία, Ἀθήνα 2005.

Στίς σύγχρονες συνθῆκες του παγκόσµιου τεχνολογικοῦ πολιτισµοῦ ἐµφανίζεται µιά φοβερή  κρίση σχετικά  µέ τήν αὐθεντικότητα τοῦ ἀνθρώπου, µιά κρίση ταυτότητος. Οἰ θρησκεῖες, γιά νά προσφέρουν οὐσιαστικό λόγο στό θέµα  αὐτό,  ὀφείλουν νά δώσουν  ἀπάντηση στό  ἐρώτηµα  περί  ἀνθρώπου, ἡ όποία  νά ὑπερβαίνει τή µηχανιστική βιολογική περιγραφή. Ἡ ἀποφασιστική συµβολή  τοῦ Χριστιανισµοῦ στό καίριο  αὐτό σηµεῖο  εἶναι ὅτι ἀποκαλύπτει τό πρόσωπο καί τήν ἀνάγκη  ἐντάξεώς του σέ µιά κοινωνία  ἀγάπης. Μέ   τρόµο διαπιστώνουµε ὅτι στούς δρόµους
, στήν ἐργασία, στήν οἰκογένεια, αὐξάνονται τά «προσωπεῖα» καί  ἐξαφανίζονται τά  «πρόσωπα»· οἰ ἂνθρωποι ἔχουν  «ρόλους»   - συνήθως  ἂψυχους. Μοιάζουν µέ  ἐξαρτήµατα µηχανῶν, δέν εἶναι «πρόσωπα». Συχνότατα, ἔχει κανείς τήν αἴσθηση  ὅτι βρίσκεται σέ ἰδιότυπο  χορό  µεταµφιεσµένων, ὅπου  οί συµµετέχοντες καλύπτουν τήν ταυτότητά τους µέ τήν πρωτοτυπία ὅµως,  ὅτι κάθε φορά πού ἀποσύρεται µιά µάσκα,  ἀποκαλύπτεται νέο προσωπεῖο. Σέ µιά τέτοιου  εἴδους κρίση   αὐθεντικότητος  τοῦ   ἀνθρώπου  ἡ  συµβίωση  δέν   εἶναι   δυνατόν   νά καταστεῖ  «κοινωνία».


Σύµφωνα  µέ   τή   χριστιανική  ἀντίληψη,  ἐνῶ   ὁ  ᾂνθρωπος  ἦταν   «κατ' εἰκόνα»,    κατάντησε  (κατά   τήν   ἔκφραση    τοῦ   ᾁγίου   Γρηγορίου  Νύσσης)
«εἰδεχθές προσωπείον»1, ὅταν  ἀρνήθηκε νά δεχθεί  τήν  κοινωνία  ἀγάπης  µέ τόν   Θεό   καί   καταχράσθηκε  τή   φύση   του.   Άλλά,   γιά   νά   κατανοηθεῖ  ἡ ἀντίληψη τοῠ Χριστιανισµοῦ περί ἀνθρώπου, ἰστορίας  καί κοινωνίας, θά ἀπαιτηθεί  συστηµατική  ἀναφορά   στίς  θεολογικές ρίζες  τῆς  πίστεως.   Τότε
Γρηγορίου Νύσσης, Περί κατασκευῆς του άνθρώπου, ΡG 44,193C: «Διάτoῦτo πολλάκις άγνοείσθαι ποιεῖ τό θείον δώρον ή περί ἡµάς ἀθλιότης, οἷον προσωπείον εἰδεχθές τῷ κατά τήν εἰκόνα κάλλει τά πάθη τῆς σαρκός ἐπιπλάσσουσα».Τοῦ αὐτοῦ, Εἰς τούς Μακαρισµούς, PG 44, 1197 BC: «  ...  ὁ τῆς ἁµαρτίας ῤύπος τό ἐπί εἰκόνος κάλλος ἠχρείωσε». Πρβλ. Κ. Σκουτέρη, Συνέπειαι τῆς πτώσεως και λουτρόν παλιγγενεσίας. Ἐκ τῆς ανθρωπολογίας τοῠ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, Ἀθῆναι 1973, σελ. 51-61. µόνο  θά  ἀποκαλυφθεῖ πληρέστερα πώς  ὁ  χριστιανός, ἀντλώντας ἀπό  τήν πεµπτουσία τοῦ θρησκευτικοῦ του πιστεύω,  ἀντιλαµβάνεται τίς πνευµατικές προϋποθέσεις καί  ρίζες  τῆς  ανθρώπινης ἑνότητος   καί  πῶς  ἐµπνέεται ἀπό αυτές στό ὅραµα καί στόν ἀγώνα του γιά τήν παγκόσµια κοινότητα.


α)   Στό   σηµεῖο   αὐτό   θά   πρέπει   νά   γίνουν   δυό   διευκρινήσεις:  Στόν χριστιανικό  κόσµο,   ὅπως   καί   στίς   ἄλλες   µεγάλες   θρησκευτικές  όµάδες, υπάρχουν ποικίλες   θέσεις  µέ  ἰδιαίτερη   ἔµφαση  καί  δέν  εἶναι  δυνατόν   στό δοκίµιο  αὐτό νά εκφρασθεῖ όλόκληρο τό consensus τῶν χριστιανικῶν θέσεων· οἰ γραµµές   πού  ἀκολουθοῦν παραµένουν κυρίως  ἡ  θεολογική τοποθέτηση ἑνός  ὀρθοδόξου ἕλληνος  θεολόγου, ὁ ὁποίος  προσπαθεῖ νά ἔχει ἀνοικτό  τόν ὁρίζοντά  του στόν πανανθρώπινο προβληµατισµό.


β) Δέν σκοπεύουµε νά υἱοθετήσουµε αδογµατικές, ἄχρωµες  θρησκευτικές διατυπώσεις  -  διότι   µιά   τέτοιου   εἲδους   γλώσσα   οὔτε   γνήσια   εἶναι   οὔτε ἐκπροσωπεί συγκεκρισµένη θρησκευτική ὁµάδα. Ἀσφαλώς, ὁρισµένες χριστιανικές ἀρχές, ὅπως οἰ περί Ἁγίας Τριάδος,  Σταυροῦ,  Ἀναστάσεως, ἀποτελοῦν σκάνδαλο γιά ἀνθρώπους ἄλλων  θρησκειών. Γιά τόν πιστό ὅµως χριστιανό συνιστοῦν τή µυστική  δύναµη  πρός ὑπερνίκηση τοῦ ἐγωισµοῦ του καί πρός ἐργώδη προσπάθεια γιά µιά κοινωνία  ἀγάπης.  Στή φάση αὐτή ἀλληλοκατανοήσεως προέχει  ἡ ἀνάλυση  τών βαθυτέρων θρησκευτικῶν ἐµπνεύσεών µας  καἱ  ὅχι  ἡ ἀναζήτηση τεχνητοῦ   κοινοῦ  παρονοµαστοῦ.  Τό πρόβληµα   δέν    εἶναι,    ὡς    ἂτοµα    νά    ὐπερβοῦµε   λεκτικά     τό    κλειστό θρησκευτικό µας κύκλωµα γιά νά συναντήσουµε τούς ἄλλους, ἀλλά νά ανοίξουµε  τίς θύρες καί τά παράθυρα  τῶν θρησκευτικῶν µας συστηµάτων ἐκ τῶν ἒσω, γιά τή διευκόλυνση ἀληθινῆς κοινωνίας µἐ ὅλους τούς ἀνθρώπους.


Ἡ ὑπέρτατη κοινωνία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἀφετηρία τῆς ἐγκόσμιας.

1.  Οἱ χριστιανικές  βεβαιότητες  ξεκινοῦν ἀπό τήν ἀφετηρία µιᾶς ὑπέρτατης
Κοινωνίας.   Πρόκειται  γιά  τήν  ὕψιστη  ἔκφραση  κοινωνίας,   καί  αὐτή  εἶναι  ἡ
«ὂντως  οὖσα»  πραγµατικότητα:  ὁ  Θεός,  ὁ  ἀπρόσιτος   καί  ἄπειρος  Τριαδικός Θεός,  νοούµενος  κυρίως  ὡς τελεία  «κοινωνία»,  ὡς ἄπειρη  καί τελεία  ἑνότητα· ὕπαρξη  ἑνιαίας  οὐσίας  καί  µετοχή  προσώπων·  µονάς  ἐν  τριάδι  καί  τριάς  ἐν
µονάδι. Αὐτό τελικῶς σηµαίνει  ὑπέρβαση  τῶν ἀριθµητικών  κατηγοριῶν,  ἔξοδο ἀπό  τή σύγχυση  τῆς  πολλαπλότητος ἀλλά  καί  τῆς  µονώσεως  τοῦ  ἑνός  οὔτε στατικότητα  οὔτε  ἀπλή  δυναµικότητα, ἀλλά  ὑπέρβαση  καί  τοῦ  ἑνός  καί  τοῦ ἑτέρου:  κοινωνία  αγάπης2.  Ἡ βεβαιότητα  αὐτή,  µολονότι  ὑπῆρξε  σταυρός  γιά
«Ἐν  τῆ  Ἁγία  Τριάδι  ἡ  ἑνότητα  δέν  εἶναι  οὔτε  στατική,  οὔτε  ἁπλως  λειτoυργική:   εἶναι ὑποστατική· δηλαδή καθένα ἀπό τά πρόσωπα διατηρεῖ τά ἰδιάζοντα χαρακτηριστικά Του σέ µιά ἀσύγχυτη ἕνωση, καί ἡ ἑνότητα "µεταδίδει" τά χαρακτηριστικά αὐτά στούς ἀνθρώπους, ὥστε νά ἐγκαθιδρύσει  κοινωνία  διά  τοῦ  Ἁγίου  Πνεύµατος  ἐν  τῆ  χάριτι  τοῦ  Υἱοῦ  καί  τῆ  ἀγάπη  τοῦ τούς     ἀνθρώπινους    τρόπους     σκέψεως,     παραµένει     καίριο     σηµεῖο     τοῦ χριστιανικοῦ  στοχασµοῦ, ἑποµένως καί ὡς πρός τό θέµα «πρός παγκόσµια κοινωνία».
«Κατ' εἰκόνα Θεοῦ», βάση ἑνότητος τῆς ἀνθρώπινης φύσεως.

2.  Ὁ Τριαδικός  Θεός  δηµιούργησε  καί συντηρεῖ  «τόν κόσµον  καί πάντα  τά ἐν αὐτῷ» (Πράξ. 17:24)· παραµένει  «Κύριος οὐρανοῦ καί γῆς» ἀλλά καί Πατέρας ὅλων τῶν ἀνθρώπων.  «Εἷς Θεός καί πατήρ  πάντων,  ὁ ἐπί πάντων  καί διά πά- ντων  καί  ἐν  πᾶσιν  ἡµῖν»  (Έφεσ.  4:6).  Ἡ  ἀνθρωπότητα παρουσιάζει   µεγάλη ποικιλία   καί   πολλαπλότητα  ἁλλά   ἡ   ἀληθινή   φύση   της   ἑδράζεται    στήν ἑνότητα. Ὄχι ἁπλῶς διότι «ἐποίησέ τε ἐξ ἑνός αἵµατoς πᾶν ἔθνος ἀνθρώπων  (ὁ Θεός)»   (Πράξ.   17:26)   ἀλλά   κυρίως   διότι   «κατ'   εἰκόνα   Θεοῦ   ἐποίησε   τόν ἄνθρωπον» (Γεν. 5:1)3 µέ οὐσιαστικό χαρακτηριστικό νά ἀποτελεῖ «κοινωνία ἀγάπης»   κατά   τό  πρότυπο   τῆς  Ἁγίας   Τριάδος,   σέ  ἁρµονία   µέ  τήν  κτίση ὁλόκληρη   καί  τήν  πηγή  τῆς  ἀγάπης,  τόν  Θεό.  Ἔτσι,  ὅλοι  οἱ ἄνθρωποι,ἀνεξαρτήτως φυλῆς,  χρώµατος,   γλώσσας,  µορφώσεως,   φέρουν  τή θεία εἰκόνα4, νοῦν δηλαδή,  ἐλεύθερη θέληση  καί ἀγάπη.  Ἡ µετοχή  ὁλόκληρης

Πατρός».  Ν  .Α.  Nissiotis,  «The  Importance  of  the  Doctrine  of  the  Trinity  for  Church  Life  and
Theology», A.J. Philippou, ed., The Orthodox Ethos, Oxford 1964, σελ. 43.
Ἁγιογραφική ἀνάλυση τοῦ καθοριστικοῦ αὐτοῦ στίχου βλ. Π. Μπρατσιώτου, «Τό Γενέσεως α'
26 ἐν τῆ ὀρθοδόξῳ θεολογία.», Ὀρθοδοξία 27 (1952), σελ. 359-372, καί στά γερµανικά στό περιοδ. Evαngelische Theologie 11 (1951-52), σελ. 289-297. Πρβλ. τοῦ αὐτοῦ, Ὁ ἄνθρωπος ἐν τῆ Καινῆ Διαθήκη, Ἀθῆναι 1955. Ν. Μπρατσιώτου,  Ἀνθρωπολογία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, Ι. Ὁ ἄνθρωπος  ώς θεῖον δηµιούργηµα,  Ἀθήναι  1967. Ἰ. Καραβιδοπούλου,  «Εἰκών Θεοῦ» καί «κατ' εἰκόνα» Θεσῦ παρά τῷ ἀποστόλῳ Παύλῳ. Αἱ χριστολογικαί βάσεις τῆς παυλείου ἀνθρωπολογίας, Θεσσαλονίκη 1964.
4
Χαρακτηριστικά ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης ἀναλύει: «Εἰπών ὁ λόγος ὅτι ἐποίησεν ὁ Θεός τόν
ἅνθρωπον, τῷ ἀορίστῳ τῆς σηµασίας ἅπαν ἐνδείκνυται τό ἀνθρώπινον...  Oὐκοῦν τῆ καθολικῆ
τῆς φύσεως κλήσει τοιοῦτόν τι ὑπονοεῖν ἐναγόµεθα, ὅτι τῆ θείᾳ προγνώσει τε καί δυνάµει πᾶσα ἡ ἀνθρωπότης  ἐν τῆ πρώτη κατασκευῆ  περιείληπται  ... οἶµαι καθάπερ ἐν ἑνί σώµατι ὅλον τό τῆς ἀνθρωπότητος πλήρωµα τῆ προγνωστικῆ δυνάµει παρά τοῦ Θεοῦ τῶν ὅλων περισχεθῆναι, καί τοῦτο διδάσκειν τόν λόγον τόν εἰπόντα, ὅτι καί  ἐποίησεν  ὁ Θεός τόν ἄνθρωπον,  καί κατ' εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν. Οὐ γάρ ἐν µέρει τῆς φύσεως ἡ εἰκών, οὐδέ ἔν τινι τῶν καθ' αὑτόν θεωρουµένων ἡ χάρις ἀλλ' ἐφ' ᾅπαν τό γένος ἐπίσης ἡ τοιαύτη διήκει δύναµις ... Ὁµοίως ἔχει ὅ τε τῆ  πρώτη  τοῦ  κόσµου  κατασκευῆ  συναναδειχθείς  ἄνθρωπος,  καί  ὅ κατά  τήν  τοῦ  παντός συντέλειαν  γενησόµενος, ἐπίσης ἐφ' ἑαυτων φέρουσι  τήν θείαν εἰκόνα ... Πᾶσα τοίνυν ἡ φύσις, ἡ ἀπό τῶν πρώτων  µέχρι  τῶν ἐσχάτων  διήκουσα,  µία τις τοῦ ὅντος  ἐστίν  εἰκών'  ἡ δέ πρός  τό ἄρρεν  καί  θῆλυ  τοῦ  γένους  διαφορά   προσκατεσκευάσθη  τελευταῖον   ῷ  πλάσµατι,   διά  τήν αἰτίαν,  ὡς οἶµαι,  ταύτην»· Γρηγορίου  Νύσσης,  Περί κατασκευῆς  τοῦ ἀνθρώπου, ΡG 44,185 B-D. Παράλληλα   µέ   τόν   τονισµό   τῆς   ἑνότητος   τοῦ   ἀνθρωπίνου   γένους   ἐπισηµαίνεται  καί   ἡ διάκριση µεταξύ οὐσίας (τῆς καθόλου ἀνθρωπότητος) καί ὑποστάσεως  (κάθε ἀνθρώπου). Περισσότερα   γιά   τίς   ἀπόψεις   τοῦ   ἁγίου   Γρηγορίου   Νύσσης   σ'   αὐτό   τό   σηµεῖο   βλ.   Ἠ. Μουτσούλα,   Ἡ  σάρκωσις   τοῦ  Λόγου   καί  ἡ  θέωσις   τοῦ  ἀνθρώπου   κατά   τήν  διδασκαλίαν
της ἀνθρώπινης ὑπάρξεως στή  θεία  εἰκόνα  καθιστᾶ   τήν  ἀνθρώπινη φύση
«ἀδιάτµητον» ἑνότητα.


Ἡ φυσική  συνεπῶς  κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι  νά ζεῖ σέ κοινότητα - ἀκριβέστερα  σέ   κοινωνία.  Δυστυχῶς  ὅµως,   στήν   ἀφετηρία  τῆς   ἱστορίας συνέβη µιά διάσπαση, µιά οὐσιαστική «ἀλλοτρίωση», ὅταν ὁ ἀνθρωπος, προσκολληµένος στό  ἀτοµικό  του  ἐγώ,  θέλησε  νά καθορίσει τήν  περαιτέρω πορεία  του  θέτοντας έν  ἀµφιβόλῳ τήν  κοινωνία µέ  τόν  Θεό  -  τή  βάση  τῆς ἑνότητος    καί   «κοινωνίας»  µέ   τούς   ἄλλους    ἀνθρώπους   καί   τό   φυσικό περιβάλλον.


Ὑστερα    ἀπό   τή   ρήξη   τῶν   σχέσεων    τοῦ   ἀνθρώπου  µέ   τόν   Θεό,   ἡ δραµατική αὐτή τάση προκαλεῖ ἀδιάκοπη κίνηση χωρισµοῦ ἀπό τούς συνανθρώπους,  τούς  «κατ'  εἰκόνα   Θεοῦ»   πλασθέντας,  καί  ἀπό  τή  φύση  - κίνηση   πού  κορυφώνεται  στή  διάσπαση   του  ἴδιου  τοῦ  ἐγώ.  Ἡ  ὁρµή  αὐτή θεωρήθηκε ἀπό τή χριστιανική σκέψη  ἐκφυλισµός, «ἁµαρτία», «ἀλλοτρίωση» τῆς οὐσίας τῆς ἀνθρώπινης φύσεως  λόγω δέ τοῦ ἑνιαίου τοῦ ἀνθρώπινου φυράµατος  κατέστη   πανανθρώπινη  ἀναπηρία.  Τόσο  λοιπόν   στό  µεγαλεῖο ὅσο  καί στήν  πτώση  της  ἡ ἀνθρώπινη φύση  βρίσκεται ἑνωµένη   καί ἡ θέση ὅλων  τῶν ἀνθρώπων ὑπό τήν κρίση  τοῦ Θεοῦ  παραµένει κοινή·  «πάντες  γάρ ἥµαρτον   καί ὑστεροῦνται τῆς  δόξης  τοῦ  Θεοῦ»  (Ρωµ.  3:22-23)5.   Ἔκτοτε,  τήν ἀνθρώπινη ἱστορία  τήν προσδιορίζει ἡ ἀµφίδροµη τάση: πρός ἑνότητα, χαρακτηριστικό  τῆς   «θείας   εἰκόνος»,    καί  πρός   διάσπαση,  συνέπεια  τῆς πτώσεως.


Στίς  συνθῆκες  αὐτές   δέν  ἦταν   πλέον   δυνατόν   νά  γίνεται   λόγος   περί
«κοινωνίας» µέ τήν πρώτη της ἔννοια. Ἐπεβάλλετο ὅµως νά διατηρηθεῖ τουλάχιστον µιά  δυνατότητα συνυπάρξεως, δυνατότητα συµβιώσεως, µέχρι τήν ἀποκατάσταση τῆς πρώτης  κοινωνίας ἀγάπης.  Τό στοιχειῶδες χρέος δικαιοσύνης καί ἀλληλοβοήθειας ἐπαναλαµβάνεται συνεχῶς  στίς σελίδες  τῆς Παλαιᾶς  Διαθήκης ὡς  ἐντολή  Θεοῦ,  γιά  νά κορυφωθεῖ µέ  τόν  πιό συγκλονιστικό τρόπο στίς σελίδες  τῆς Καινῆς.

Γρηγορίου   τοῦ  Νύσσης,   Ἀθῆναι   1965.  Κ.  Σκουτέρη,   Ἡ  ἑνότης  τῆς  ἀνθρωπίνης   φύσεως   ὡς πραγματική   προϋπόθεσις   τῆς   Σωτηρίας.   (Ἐκ   τῆς   ἀνθρωπολογίας   τοῦ   αγίου   Γρηγορίου Νύσσης),  Ἀθῆναι 1969.


Τό  γεγονός  ὅτι  ὅλοι  οἱ  ανθρωποι   είναι  ἄµαρτωλοί   καἶ  ἔχουν  ἀνάγκη  συγχωρήσεως  καί καταλλαγῆς   φωτίζει   µιά   ἰδιάζουσα   πλευρά   τῆς  ἀνθρώπινης   ἑνότητος.   Κατανοώντας  µέ ταπείνωση τήν ἁµαρτωλότητά µας, τήν πανανθρώπινη αὐτή ὑπαρκτική τραγωδία, συνειδητοποιοῦµε τήν κοινή φύση µας. Πρβλ. Ch.W. Fonnan,  Α Fαith for the Nαtions, Philadelphia
1967, σελ. 42-45.


Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, νέα δύναμη «κοινωνίας».

3.  Γιά  νά προσφέρουν ὅµως  οἱ  χρωτιανοί τήν  οὐσιαστική τους  συµβολή στήν  ἑνότητα  τῆς  ἀνθρωπότητος, εἶναι  ὑποχρεωµένοι  νά  µιλήσουν ἀπερίφραστα  γιά   ἕνα   γεγονός    γιά   τό   κατ'   ἐξοχήν    γεγονός,    τό   ὁποῖο πιστεύουν ὅτι ἔδωσε νέο βάθος καί περιεχόµενο στίς σχέσεις  µεταξύ  Θεοῦ καί ἀνθρώπων καί ὅτι  ἀποτελεῖ  τό βασικό  κέντρο  ἑνότητος  τοῦ  σύµπαντος, τόν ἀποφασίστικό  παράγοντα  ἐπαναφορᾶς  τῆς  θείας  κοινωνίας  ἀγάπης. Πρόκειται ἐπιγραµµατικά γιά τό ὅτι «ὁ Λόγος  σάρξ ἐγένετο  καί ἐσκήνωσεν  ἐν ἡµίν, πλήρης  χάριτος  καί ἀληθείας»  (Ἰω.1:14). Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου  τοῦ Θεοῦ ἀποτελεί ἀποφασιστική ὤθηση πρός «κοινωνίαν»  κάθε ἀνθρώπινου προσώπου  µέ τούς ἄλλους ἀνθρώπους  καί µέ ὁλόκληρο  τόν φυσικό κόσµο. Μέ τήν  πρόσληψη   τῆς  ἀνθρώπινης   φύσεως   «τῆ  κενώσει»   Αὐτοῦ  (Φιλιπ.  2:7),  ὁ Χριστός ἑνώθηκε µέ ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινο φύραµα. «Σῶµα δέ Αὐτοῦ (τοῦ Χριστοῦ), καθώς εἴρηται πολλάκις, πᾶσα ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ἧ κατεµείχθη»6.
Ἡ παρουσία  τοῦ Λόγου  τοῦ Θεοῦ  φέρνει  µιά ὀντολογικῶς  νέα δύναµη  γιά τήν   κάθαρση   τῆς   «θείας   είκόνος»,   τήν   ἀποκατάσταση  τῆς   ἀγάπης,   τήν ἐξύψωση  τῆς  ἑνιαίας  ἀνθρωπίνης  φύσεως  στή  σφαίρα  τοῦ  Θείου7.  Ἡ  ἄλλοτε


6
Γρηγορίου  Νύσσης, Λόγος εἰς τό «Ὅταν ὑποταγῆ αὐτῶ) τά πάντα ... », PG 44,1320Β.  Πρβλ. τοῦ αὐτοῦ, Εἰς τήν Ὑπαπαντήν  τοῦ Κυρίου, PG 46,1165ΑΒ:  «Ἁγιάζει δέ τῷ) Θεῷ) καί Πατρί οὐ µόνον τά  τῶν  ἀνθρώπων   πρωτότοκα,   ἀλλ'  ἤδη  καί  παν  τό  ἀνθρώπινον   φῦλον,  διά  τῆς  ἐν  αὐτῷ) ἀπαρχῆς  τοῦ ἡµετέρου  φυράµατος,  ... ὄλον ὥσπερ ἀναζυµώσας εἰς ἁγιασµόν  τῆς ἀνθρωπίνης οὐσίας τό σύγκριµα».  Καί εἰς τόν Ἀντιρρητικόν πρός τά Ἀπολλιναρίου, ΡG 45,1152C, προσθέτει:
« ... τῷ)  ἀνθρώπῷ  ἀνακραθείς,  καί  πᾶσαν  ἐν ἐαυτῷ)  τήν  ἡµετέραν  φύσιν  δεξάµενος,  ἵνα  τῆ πρός  τό  θεῖον  ἀνακράσει   συναποθεωθῆ  τό  ἀνθρώπινον,   διά  τῆς  ἀπαρχῆς   ἐκείνης  παντός συναγιαζοµένου   τοῦ  τῆς  φύσεως   ἡµῶν   φυράµατος».   Τήν  ἰδέα   τῆς  ἐν  τῷ  Ἰησου   Χριστῷ) «ἀνακεφαλαιώσεως» σύµπαντος  τοῦ ἀνθρώπινου  γένους  τονίζει  ἤδη ὁ Εἰρηναῖος  κατά τόν Β' αἰ µ.Χ. (Contra  Haereses,  ΠΙ, 18,1 -PG 7,952Β:  «sed quando  incamatus  est, et homo factus, longam hominum  expositionem  in seipso  recapitulavit,  in compendio  nobis  salutem  praestans  ... ». Πρβλ. αὐτόθι,   ΠΙ,  22,3   PG  7,958Α:   «  ...  et  generationem  hominum   cum   ipso   Adam   in  semetipso recapitulatus    est».   Ἰδέ   πλείονα,   Α.   Θεοδώρου,    Ἡ   περί   Ἀνακεφαλαιώσεως   διδασκαλία   τοῦ Εἰρηναίου,  Ἀθηναι  1972.  (Ἀνάτυπον  ἐκ τῆς  Ἐπιστημονικῆς  Ἐπετηρίδος  τῆς Θεολογικῆς  Σχολῆς τοῦ  Πανεπιστημίου  Ἀθηνῶν,  τόμος  ΙΗ').  Ἡ  βεβαιότητα   αὐτή  διαποτίζει   τή  σκέψη   πολλῶν Πατέρων  τῆς Ἀνατολικῆς  Ἐκκλησίας.  Πρβλ. Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Εἰς τό κατά Ἰωάννην,  PG 74,432D: Ὁ Χριστός «ἡµας ἵστησιν ἐν ὄψει τοῦ Πατρός, ἀρχή ὤν τῆς ἀνθρωπότητος ... ». Αὐτόθι, 73,753: «ἐπείπερ  ἄνθρωπος  γεγονώς,  ὄλην εἶχεν ἐν ἑαυτῷ) τήν φύσιν, ἵνα πᾶσαν ἐπανορθώση
µετασκευάσας  εἰς  τό  ἀρχαῖον.»   Πρβλ.  Ἰωάννου  Δαµασκηνοῦ,   Κεφάλαια   δογµατικά,   PG  94, 985C,  κεφ.   µε':   «σάρκα   ἐψυχωµένην    ψυχῆ   λογικῆ   τε   καί   νoερᾷ   ὑπεστήσατο,    ἀπαρχήν προσλαβόµενος τοῦ ἀνθρωπείου  φυράµατος,  αὐτός ὁ Λόγος γενόµενος  τῆ σαρκί ὑπόστασις».


7
Στήν   πατερική   θεολογία   εἶναι   προσφιλής   ἡ  διδασκαλία   τῆς   ἐν  Χριστίῷ   θεώσεως   τῆς
ἀνθρώπινης  φύσεως, τῆς ἀνυψώσεως  τοῦ ἡµετέρου  φυράµατος  στή δόξα τῆς κοινωνίας  µέ τόν
Θεό: «Ὅλη ἡ ἱστορία  τῆς Θείας Προγνώσεως διαιρεῖται  κατά τόν ἅγιο Μάξιµο  σέ δύο µεγάλες

5
«ἠλλοτριωµένη» ἀνθρωπότητα ἐπανέρχεται  ἐν Χριστῶ  στήν  «κοινωνία»  µετά τῆς  Ἁγίας  Τριάδος.  Λόγω  τοῦ  ἐνιαίου  τῆς  ἀνθρώπινης  φύσεως  οἱ ἐπιπτώσεις τῆς Σαρκώσεως, τοῦ Πάθους, τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, καθίστανται παγκόσµιες  µέσα στόν χῶρο καί τόν χρόνο,  καί ἡ παρουσία  Του λυτρώνει  τόν κόσµο  µέ  τή  συνεχή  ἐνέργεια   τοῦ  Ἁγίου  Πνεύµατος.   Τό  ἀνθρώπινο   γένος ἀποκτᾶ   νέα   δύναµη   κατανοήσεως  καί   προσεγγίσεως  τοῦ   Θεοῦ,   ή  ὁποία συγχρόνως  εἶναι καί ή πηγή ἑνότητος τῶν ἀνθρώπων.


Ἐν τῷ Χριστῷ πραγµατοποιεῖται µιά συµφιλίωση,  µιά «καταλλαγή» παγκοσµίων  διαστάσεων,  «ὅτι ἐν Αὐτῷ εὐδόκησε  πᾶν τό πλήρωµα  κατοικῆσαι καί δι' Αὐτοῦ ἀποκαταλλάξαι τά πάντα εἰς Αὐτόν» (Κολ. 1:21)8. Ὑστερα ἀπό τήν ὁλοκληρωτική καταλλαγή τῶν ὅντων µέ τόν Θεό, πραγµατοποιεῖται καί ἡ συµφιλίωση   µεταξύ  τους.  Ὁ χριστιανός  ὑποχρεοῦται   νά  διατηρεῖ  ζωηρή  τήν αἴσθηση   τῆς   πανανθρώπινης  τραγικῆς   διχοστασίας    καί   νά   συνεχίζει,   µέ ἀκτίνα ὁράσεως  καί δράσεως  τήν οἰκουµένη,  τό διακόνηµα  τῆς καταλλαγῆς  (Β' Κορ.  5:18-21).  Δέν  ἐπιτρέπεται   νά  κλεισθεῖ  σέ  ὁποιοδήποτε   εἶδος  αὐτάρκειας οὔτε νά ἐκλάβει  τήν ἐν Χριστῷ  λύτρωση  ὡς ἀποκλειστική σωτηρία  τοῦ µικροῦ του ἐγώ. Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποία ἀνήγγειλε  ὁ Ἰησους, εἶναι πρός ὅλους ἀνοικτή.


Ἡ Ἐκκλησία ὡς κίνηση πανανθρώπινης ἑνότητος.

4. Μέ τό γεγονός αὐτό, τό ὁποῖο ἀποτελεῖ τό θεµελιῶδες πιστεύω τὡν ἐνσυνειδήτων χριστιανικῶν κοινοτήτων,  ἀρχίζει  µιά νέα κίνηση  πρός ἑνότητα

περιόδους»,  παρατηρεῖ  ὁ π. Γεώργιος  Φλωρόφσκυ  (Βλ. «Ἡ ἔννοια  τῆς δηµιουργίας  στόν  Ἅγιο Ἀθανάσιο»,  µτφρ.  Σ. Παπαλεξανδροπούλου, Θέματα Ὀρθοδόξου Θεολογίας, Ἀθῆναι  1973,σελ. 38).   «Ἡ   πρώτη   κορυφώνεται   στήν   Ἐνσάρκωση    τοῦ   Λόγου,   εἶναι   ἡ   ἱστορία   τῆς   Θείας συγκαταβάσεως («ἐπί τῷ ἀνθρωπισθῆναι»). Ἡ δεύτερη εἶναι ἡ ἱστορία τῆς ἀνθρώπινης ἀνυψώσεως    στή   δόξα   τῆς   Θεώσεως,   µία   προέκταση,   θά   λέγαµε,   τῆς   Ἐνσαρκώσεως  σέ ὁλόκληρη τή Δηµιουργία.  "Διέλωµεν  οὖν τῆ ἐπινοία τούς αἰῶνας, καί ἀφορίσωµεν, τούς µέν, τῷ µυστηρίῳ   τῆς  θείας  ἐνανθρωπήσεως,  τούς  δέ  τῆ  χάριτι  τῆς  ἀνθρωπίνης   θεώσεως   ...  καί συντόµως  εἰπεῖν τῶν αἰώνων  οἱ µέν τῆς τοῦ Θεοῦ πρός ἀνθρώπους  εἰσί καταβάσεως, οἱ δέ τῆς ἀνθρώπων  πρός Θεόν ὑπάρχουσιν  ἀναβάσεως.  Ἤ  µᾶλλον,  ἐπειδή  καί ἀρχή, καί µεσότης,  καί τέλος πάντων ἐστί τῶν αἰώνων, τῶν δέ παρελθόντων καί ὄντων, καί ἐσοµένων,  ὁ Κύριος ῆµῶν Ἰησους  Χριστός"»  (Μαξίµου  Ὁµολογητοῦ, πρός  Θαλάσσιον  περί  διαφόρων  ἀπόρων  τῆς θείας γραφῆς, 22, PG 90, 317' πρβλ. Περί διαφόρων  ἀπόριῶν PG 91,1308 έξ.). Γιά περισσότερες ἀπόψεις ἀπό τήν πατερική  θεολογία  βλ.: Ἀ. Θεοδώρου,  Ἡ περί θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου διδασκαλία τῶν Ἑλλήνων  Πατέρων  τῆς  'Εκκλησίας  μέχρι  Ἰωάννου  τοῦ  Δαμασκηνοῦ,  Ἀθηναι   1956.  Γ.Ἰ.  Μα- ντζαρίδου,  Ἡ  περί  θεώσεως  τοῦ  ἀνθρώπου  διδασκαλία  ΓρηΥορίου  τοῦ  Παλαμᾶ,  Θεσσαλονίκη 1963. Δ. Γ. Τσάµη, Ἡ τελείωσις τοῦ ἀνθρώπου κατά Νικήταν τόν Στηθᾶτον, Θεσσαλονίκη 1971. Ν.
Ε. Μητσοπούλου, Ἡ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ δόξα τοῦ ἀνθρώπου, Ἀθηναι 1972.
8
Πρβλ.  Σ. Ἀγουρίδου,  Ἡ  περί  καταλλαγῆς  διδασκαλία  τῆς  Κ.  Διαθήκης  κατά  τήν  ὀρθόδοξον παράδοσιν,  Ἀθῆναι 1964.

6
µέσα  στήν  ἀνθρώπινη  ἱστορία,  µιά  ἄλλης  τάξεως  καί  ποιότητος  «κοινωνία». Γιά   τόν   σκοπό   αὐτό   συγκαλεῖται   ἐν  Χριστῷ   ἡ  Ἐκκλησία,   διά   τοῦ   Ἁγίου Πνεύµατος,   «εἰς  κοινωνίαν   ἀγάπης»,   καταργουµένων  ὅλων   τῶν  συνόρων: φυλῶν, γλωσσῶν, φύλων, τάξεων, πολιτιστικῶν προϋποθέσεων. Ἡ ἀληθινή χριστιανική  Ἐκκλησία  δέν νοεῖται  ἐντούτοις  σάν µιά νέα, κλειστή  στόν ἑαυτό της κοινότητα,  σάν  ἑταρεία  ἡ ὁποία  ζητεῖ  τή δική  της αὔξηση  πρός  ἐνίσχυση τῶν δυνάµεών της, ἀλλά ὡς σύµβολο, ὡς σηµεῖο τῆς ποθητῆς παγκοσµίου ἑνότητος.   Ἡ  Ἐκκλησία   ἐνεργεί   ὡς  «µυστήριον»,  ὡς  ζωτικός   πυρήνας   τῆς βασιλείας  τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἐκτείνεται  πέραν τῶν αἰσθητῶν ὁρίων τῶν ἐκκλησιαστικῶν κοινοτήτων.  Καθετί  πού κατέχει,  καθετί  πού πράττει,  ἀνήκει στόν κόσµο ὁλόκληρο·  γίνεται  - πρέπει νά γίνεται  - πρός χάριν ὁλόκληρης  τῆς οἰκουµένης.
Πρόκειται  ἀκόµη  γιά ἑνότητα  πού δέν στηρίζεται  στήν ἰσοπέδωση  καί δέν ὁδηγεῖ στή δηµιουργία  µάζας, σέ σύµφυρµα.  Εἶναι ἡ ἑνότητα  ἑνός ὀργανισµοῦ καί  ὄχι  ἑνός  βράχου.  Ὁ πιστός  ἀποτελεῖ  ζωντανό  κύτταρο  τοῦ  σώµατος  τῆς Ἐκκλησίας. Κάθε πρόσωπο καί κάθε σύνολο προσώπων καλεῖται νά πραγµατοποιήσει τόν ἰδιαίτερο  ἑαυτό του, νά ἀναπτύξει  τίς ὑπάρχουσες  µέσα του δυνάµεις  σέ ἀρµονία  πρός τό ὅλον, ἐν ἀγάπη  ἡ ὁποία ἀποτελεί  τό βασικό χαρακτηριστικό  τῆς  «θείας   εἰκόνος».   Ἡ  καθολικότητα  τῆς  Ἐκκλησίας   δέν σηµαίνει ἀποκλειστικότητα ἀλλά περιεκτικότητα9.


Πνεῦμα  ἑνοποιοῦν.

5. Ἀπό τά πιό κρίσιµα σηµεῖα γιά τή θεολογική  κατανόηση  τῆς παγκόσµιας ἑνότητος εἶναι ἀσφαλῶς ἡ ὀρθόδοξη συνείδηση περί τοῦ ἔργου τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος.  Ἀπό τήν ἀρχή  τῆς δηµιουργίας  τό Πνεῦµα  «ἐπεφέρετο»  (Γεν.  1:2) πάνω ἀπό τό χάος, ἕως ὅτου αὐτό διαµορφώθηκε σέ «κόσµον».  Τό ἴδιο συνέχισε νά ἐπιτελεῖ  µέσα στήν ἱστορία,  ἐµπνέοντας  τούς προφῆτες  καί καθοδηγώντας πολυτρόπως  τούς ἀνθρώπους  ἀπό τό ἐρεβῶδες  χάος στήν περιοχή τῆς πνευµατικῆς  δηµιουργίας.  Συνέβαλε  ἄµεσα στή σάρκωση  τοῦ Σωτῆρος  καί στή γέννηση   τῆς  Ἐκκλησίας.   «Πανταχοῦ   παρών  καί  τά  πάντα   πληρῶν»,   ὅπως ἀναφέρει    ἡ   προσευχή    µέ   τήν    ὁποία    ἀρχίζουν    συνήθως    οἱ   ὀρθόδοξες Ἀκολουθίες,  συνεχίζει  νά δρᾶ γιά τόν ἀγιασµό  τῶν ἀνθρώπων,  τήν πλήρωση


9
Σχετικά  µέ τό θέµα τῆς Καθολικότητος τῆς Ἐκκλησίας  ἀπό πλευρᾶς  Ὀρθοδόξου  εἶναι πολύ
ἐνδιαφέρουσες  οἱ εἰσηγήσεις   καί  παρατηρήσεις,  πού  ἔγιναν  στό  Δεύτερο  Διεθνές  Συνέδριο Ὀρθοδόξου    Θεολογίας    (The   Second    International    Conference    of   Orthodox    Theology,    St. Vladimir’s  Seminary),  25-29 Σεπτεµβρίου  1972, υπό των J. Meyendorff,  5.5. Verhovskoy,  Τ. Hopko, R.  Stephanopoulos,  Τ. Ιstavridis,  Τ.  Dobzhansky,   Ν.  Chitescu,  D.  5ahas,  L. Milin,  J. Κ1inger,  G. Μantzarides,  J. Boojamra,  πού δηµοσιεύθηκαν στό St. Vladimir's Theological Quarterly 17(1973),  Nos
1-2, σελ. 1-186.

7
καί τήν ὁλοκλήρωση  τῆς σωτηρίας τοῦ σύµπαντος  κόσµου.
Μερικοί θεολόγοι προτιµοῦν  νά βλέπουν τή δράση τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος  νά περιορίζεται  στίς γνωστές ἐκκλησιαστικές δοµές. Ἀλλά ἡ βαθύτερη χριστιανική συνείδηση  αἰσθάνεται  σταθερά  ὅτι «τό Πνεῦµα  ὅπου θέλει πνεῖ»  (Ἰω. 3:8), ὅτι εἶναι ἡ ἐνεργός  δύναµη  τῆς ἀγάπης,  πανταχοῦ,  καί εὐφρόσυνα  ψάλλει:  «Ἁγίῳ Πνεύµατι  περικρατεῖται πάντα  τά  ὁρατά  τε  σύν  τοῖς  ἀοράτοις»  (Ἀναβαθµοί Κυριακῆς,   ἤχου  πλ.  α').  Στή  θεολογία   τῆς  Ἀνατολικῆς   Ἐκκλησίας   ἀπαντᾶ διάχυτη  ἡ βεβαιότητα  ὅτι τό Ἅγιον Πνεῦµα  ἐργάζεται  γιά τήν ἐπίτευξη  ἑνότη- τος ὅλων τῶν ὅντων,  µέ τρόπους  οἱ ὁποῖο  ὑπερβαίνουν τήν ἀνθρώπινη  σκέψη καί φαντασία  καί, συνεπῶς,  δέν µποροῦν  νά κλεισθοῦν  σέ θεολογικά  σχήµατα καί  περιγραφές.   Τά  κατ'  ἐξοχήν  δοµικά  ὑλικά  µιᾶς  ἀρµονικῆς   συµβιώσεως, ὅπως   «ἀγάπη,   χαρά,   εἰρήνη,   µακροθυµία,   χρηστότης,   ἀγαθωσύνη,   πίστις, πρᾳότης,  ἐγκράτεια»,  εἶναι «καρποί»  Του (Γαλ. 5:22). Ἀπό τή διαβεβαίωση  αὐτή τοῦ Ἀποστόλου  Παύλου δικαιούµεθα, νοµίζω, νά συµπεράνουµε ὅτι, ὅπου ὑφίσταται  ἡ παρουσία  τῶν στοιχείων  αὐτῶν - καί άναντιρρήτως διαπιστώνεται σέ οὐκ ὀλίγα  «ἐξωχριστιανικά» περιβάλλοντα-, εἶναι  δυνατόν  νά διακρίνουµε ἴχνη τοῦ ἔργου τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος.


Ἡ σφραγίδα τοῦ τέλους· ἐσχατολογική  ἑνότητα.

6. Τό ὅραµα τῆς τελικῆς  ἑνότητος  σφραγίζει  τήν ἱστορία καί τή χριστιανική προσδοκία.  Τό ἔργο  τῆς συγκλήσεως  τῶν  ἀνθρώπων  εἰς ἑνότητα  συνεχίζεται διά τοῦ  Ἁγίου  Πνεύµατος  µέχρι  τῆς συντελείας  τῶν  αἰώνων.  Ἡ πορεία  ὅµως αὐτή περνάει  µέσα ἀπό συνταρακτικές προσωπικές  καί παγκόσµιες  κρίσεις. Ὁ Σταυρός  ἐξακολουθεί  νά δεσπόζει  στή ζωή µας µέ ἀµείωτη  τήν ὀδύνη  καί τά δραµατικά   ἐρωτηµατικά  του,   ὡς   πόνος,   ὡς   ἀποτυχία,   ὡς   µαταίωση   τῶν ευγενῶν  ὁραµατισµῶν καί ἀγώνων.  Οἱ δυνάµεις  τοῦ κακοῦ  καί τῆς ἁµαρτίας συνεχίζουν  νά ἀµύνονται,  νά ἁντεπιτίθενται, νά ἐπιβάλλουν  τό µίσος καί τόν διχασµό   µεταξύ   τῶν  ἀνθρώπων.   Ἐντούτοις,   µέ  τή  συνεχή   αὐτοκριτική,   τή
µετάνοια  τήν ὁποία  ἐµπνέει  τό Εὐαγγέλιο,  καί  µέ τήν  παρουσία  τῆς  χάριτος τοῦ Θεοῦ, ὁ προσανατολισµός πρός τήν κοινωνία ἀγάπης δέν χάνεται.
Τό τέρµα εἰκονίζεται  συµβολικά  ὡς συγκέντρωση σέ µιά νέα, ἄλλου εἴδους πόλη, οὐράνια, τήν «καινήν Ἰερουσαλήµ», ἡ ὁποία διαµορφώνεται εἰς «οὐρανόν καινόν καί γῆν καινήν» (Ἀποκ. 21:1). Ἡ «ἄνω» πόλις ἀποτελεῖ δῶρο πού προσφέρεται  σέ όλόκληρη  τήν ἀνθρωπότητα· ἡ συγκέντρωση εἶναι καθολική10. Δέν πρόκειται  γιά κοινωνική  σύναξη ἀλλά γιά κοινωνία ἐλευθέρων  προσώπων



10
Ἡ ἐπιστροφή «εἶναι οἰκουµενική, καθ' ὅσον ἀφορᾶ εἰς πάντας τούς ἀνθρώπους ὡς φορεῖς τῆς
θείας εἰκόνος καί εἰς τόν ὅλον ἀνθρωπον ὡς Ψυχοσωµατικήν ἑνότητα.» Δ.Γ. Τσάµη, Ἡ  διαλεκτική φύσις τῆς διδασκαλίας Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Θεσσαλονίκη 1969, σελ. 44.

8
ἐν  τῷ  Θεῷ,  γιά  µεταµόρφωση τοῦ  ἀνθρώπου  καί  ἐπάνοδό  του  στό  µοναδικό κέντρο τῆς ἱστορίας καί τοῦ κόσµου, στόν Τριαδικό Θεό, ὁ ὁποίος εἶναι «τό Α καί τό Ω», ἡ άρχή  καί τό τέλος  τοῦ σύµπαντος.  Ἔτσι,  ἡ ὅλη θέα τῆς ἱστορίας  τῆς ἀνθρωπότητος ἀρχίζει µέ τό ὅραµα τῆς θείας Κοινωνίας Ἀγάπης καί καταλήγει σ' αὐτό.


Ἐνεργός συμμετοχή.

7. Σέ ὅλη αὐτή τή διαδικασία οἱ ἄνθρωποι δέν εἶναι  θεατές ἀλλά µέτοχοι. Τόν κάθε ἄνθρωπο τόν βαρύνει προσωπική εὐθύνη γιά τήν πορεία τοῦ κόσµου, ἔστω κι ἄν αὐτή ἔχει ἤδη λάβει σαφή φορά καί κατεύθυνση. Ἡ εὐθύνη εἶναι  ἀνάλογη µέ τίς δυνατότητές του ἀλλά δέν ἐξαιρείται κανείς11. Πρόκειται γιά ἕνα εἶδος δηµοκρατίας τῆς εὐθύνης, µιᾶς «διεθνοῦς» τῆς εὐθύνης. Αὐτό δέν πρέπει νά νοηθεῖ ἁπλῶς καί µόνο δεοντολογικά, ἠθικολογικά. Δέν πρόκειται τόσο γιά προστακτική τύπου καντιανῆς ήθικῆς ἀλλά γιά ἕνα γίγνεσθαι, στό ὁποῖο ὑπαρκτικά µετέχει ὁ χριστιανός. Τά γεγονότα πού περιγράφηκαν προηγουµένως, ἔθεσαν ἤδη σέ κίνηση
µιά διαδικασία, στήν ὁποία ὀργανικά συµµετέχει ὁ πιστός. Διότι κάθε κύτταρο τοῦ σώµατος ὄχι µόνο ἀπολαµβάνει τή ζωή τοῦ ὀργανισµοῦ ἀλλά καί συµβάλλει σ' αὐτήν12.
Συσσωµάτωση στήν Ἐκκλησία, κοινωνία  µέ τόν Χριστό, σηµαίνει ἀπόκτηση
«νοῦ Χριστοῦ» (Α Κορ. 2:16),  µίµηση τοῦ Χιστoῦ στίς προσωπικές συνθῆκες, ζωή ἐν Χριστῷ σήµερα. Ὁ χριστιανικός πόθος γιά µιά κοινωνία ἀγάπης δέν ἀποτελεῖ φυγή σέ  κάποιο  ὅραµα  πού  ἀποτελείται  ἀπό  ὡραῖες  προσδοκίες  ἐκφράζεται  στίς συνθῆκες τοῦ παρόντος ὡς συγκεκριµένη διακονία: ὡς καθηµερινή συνεχής προσφορά πρός ὅλους τούς ἀνθρώπους, τούς ἐγγύς καί τούς µακράν, ἀνεξάρτητα ἀπό τή θρησκευτική πίστη, τό ἠθικό ποιόν, τήν πνευµατική ἤ πολιτιστική κατά-

11
Κοινωνία µετά  τοῦ  Θεοῦ καί ἐνεργός συµµετοχή στήν ἐπικράτηση τῆς  «δικαιοσύνης αὐτοῦ»
(Ματθ. 6:33) ἀλληλεξαρτῶνται. «Ὁ συνεργός τοῦ Θεοῦ εἶναι καί κοινωνός τοῦ Θεοῦ» Ά.Π. Χαστούπη, Ἡ παρ' ἀρχαίοις Ἑβραίοις καί Ἕλλησι διάφορος θεώρησις τῶν ἐν τῆ θρησκεία καί τῆ φιλoσoφία προβλημάτων, Ἀθηναι 1968, σελ.27.
12
Χριστιανός ἀδιάφορος ἔναντι τῆς οἰκουµένης καί τῆς ἱστορικῆς πορείας ἀποτελεῖ ἀντίφαση. Οἱ
σχέσεις προσώπου καί συνόλου διευρύνονται στήν ἔκταση τοῦ χώρου καί τοῦ χρόνου. Ὁ πιστός
ἀνήκει τόσο στό παρελθόν, ὅσο καί στό µέλλον. Ἡ αἴσθηση εὐθύνης γιά τό σύνολο ἀποτελεῖ βασικό κίνητρο γιά τήν προώθηση τῆς παγκόσµιας κοινότητος, διότι ἐπιστρατεύει ὅλες τίς ἀτοµικές δυνάµεις. Ἡ ἀδιαφορία γιά τίς ἀνάγκες τῶν ἄλλων ἀνθρώπων θεωρείται ἀπό τήν Ἁγία Γραφή θανάσιµο ἁµάρτηµα, περιφρόνηση τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ. Ἐπανειληµµένως στίς παραβολές τοῦ Ἰησου στηλιτεύεται ἀδυσώπητα (παραβολή ἄφρονος πλουσίου - Λουκ. 12:16-21· πλουσίου καί Λαζάρου - Λουκ. 16:19-31) καί στήν ἔσχατη κρίση ἀναµένονται αὐστηρές κυρώσεις (Ματθ. 25:31-46). Ὁ Χριστιανισµός ἐπιβάλλει ἐνεργητική στάση ἀπέναντι στή ζωή καί τονίζει τήν εὐθύνη τοῦ καθενός γιά τήν ἐξέλιξη τοῦ κόσµου. «Ὅποιος παραµένει ἀπαθής ἐνώπιον τῆς ἱστορίας, δέν µπορεῖ ποτέ νά εἶναι καλός χριστιανός» Γ. Φλωρόφσκυ, «Πορεία τῆς Ρωσικῆς Θεολογίας», Θεολογία, ἀλήθεια καί ζωή. Πνευματικόν Συμπόσιον, Ἀθῆναι 1962, σελ. 29.

9
στασή τους  σύµφωνα µέ τό πρότυπο τοῦ Ἰησοῦ, τοῦ κατ' ἐξοχήν διακόνου τῆς ἀνθρωπότητος, ὁ ὁποίος «οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι ἀλλά διακονῆσαι καί δοῦναι τήν ψυχήν αὐτοῦ λύτρον ἀντί πολλῶν» (Ματθ. 20:28). Ἡ  κεντρική ὀπτική γωνία, ἀπό τήν ὁποία βλέπει τήν εὐθύνη του ὁ χριστιανός γιά τήν παγκόσµια κοινότητα, ἡ κεντρική πηγή ἐµπνεύσεως καί ἐνεργείας παραµένει ἡ ΑΓΑΠΗ, µέ τό βάθος καί τό πλάτος πού προσέδωσε σ' αὐτήν ἡ χριστιανική θεολογία καί ζωή. Παράλληλα µέ τό λογικό καί τήν ἐλευθερία ἡ Ἀγάπη αὐτή συνιστᾶ βασικό στοιχεῖο τῆς «θείας εἰκόνος» στόν ἀνθρωπο. Μέ αὐτήν ὁ ἄνθρωπος ὑπερβαίνει τά ὅρια τοῦ έαuτoῦ του καί πραγµατοποιεῖ τήν ὁλοκληρωτική ἐπάνοδο, τήν «ἐπιστροφήν» στήν ἕνωση µέ τόν ὄντως Ὄντα.
Ἡ ἐλευθερία τῆς ἀγάπης δέν περιορίζεται ἀπό τή στάση τοῦ ἄλλου. Ὁ Χριστός ἀγάπησε  τούς  ἀνθρώπους  ἀνεξάρτητα  ἀπό  τή  δική  τους  ἀνταπόκριση,  πολλές φορές χωρίς ἐκεῖνοι νά Τόν ἀγαποῦν ἤ νά εἶναι  ἄξιοι τῆς ἀγάπης Του (Α  'Ιω. 4:1),
µόνο καί µόνο διότι Ἐκείνος ὑπῆρξε ἡ Ἀγάπη. Γιά τόν χριστιανό, ἀγάπη δέν σηµαίνει ἁπλώς µιά γενική διάθεση εὐγένειας καί πράξεις ἐπιµέρους φιλανθρωπίας. Πηγάζει ἀπό τόν Θεό13  καί βρίσκει  τήν  ὑπέρτατη  πραγµάτωσή της στό γεγονός  τῆς ἐνανθρωπήσεως καί τῆς σταυρώσεως  τοῦ Χριστοῦ·  ὅταν βιώνεται,  ὁδηγεῖ  σέ νέα σχέση  µέ τά ἄλλα ὄντα. Ἡ ἀγάπη  µεταµορφώνει τόν ἄνθρωπο   καί  µέ  τή  χάρη  τῶν  µυστηρίων   τόν  ὁδηγεῖ  -  κατά  τήν  ὀρθόδοξη ὁρολογία  - στή «θέωση»,  τόν ἐντάσσει  ὁριστικά  στή µακαρία  κοινωνία  ἀγάπης τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἡ ὁποία ἀποτελεί τό τέρµα τῆς ἀνθρώπινης  πορείας καί τοῦ ἀνθρώπινου  προορισµοῦ.  «Ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί, καί ὁ µένων ἐν τῆ άγάπη ἐν τῷ Θεῷ µένει καί ὁ Θεός ἐν αυτῷ» (Α' Ἰω. 4:16).




13  «Ἀγαπη πάλιν ὁ Θεός, καί ἀγάπης πηγή. Τοῦτο γαρ φησιν Ἰωάννης ὁ µέγας ὅτι "Ἀγάπη ἐκ τοῦ
Θεοῦ΄" καί, ''Ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί" τοῦτο καί ἡµέτερον πεποίηται πρόσωπον ὁ τῆς φύσεως πλάστης.
''Ἐν  τούτῳ  γάρ,  φησί,  "γνώσονται  πάντες,  ὅτι  µαθηταί  µου  ἐστέ,  ἐάν  ἀγαπᾶτε  ἀλλήλους." Οὐκοῦν   µή  παρούσης   ταύτης,   ἅπας  ὁ  χαρακτήρ   τῆς  εἰκόνος  µεταπεποίηται».   Γρηγορίου Νύσσης,  Περί  κατασκευῆς  τοῦ  ἀνθρώπου,  PG  44,137C. Στό  πρόσωπο  ἀκόµα  καί  τοῦ  πλέον
«ἐλαχίστου»   (Ματθ.   25:45),   ἔστω   καί   ἄν  τοῦτο   εἶναι  ἀλλοιωµένο   ἀπό   ἀδυναµίες,   ψευδή θρησκευτικά  πιστεύω,  λάθη, ὁ πιστός διαβλέπει  ἀδελφόν  ὑπέρ οὗ Χριστός ἀπέθανε,  συνεργό τοῦ Θεοῦ, προορισµένον  νά εἶναι ζωντανός  ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος,  κληρονόµος  αἰωνίου ζωῆς, µέτοχος τῆς θείας φύσεως διακρίνει σ' αὐτόν τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Προϋπόθεση τῆς ἐπικοινωνίας  µέ τόν Θεό παραµένει  ἡ ἀγάπη  πρός  τό συγκεκριµένο  πρόσωπο.  Ἡ  ὁδός πρός Ἐκεῖνον διέρχεται  µέσω τῶν ἀνθρώπων:  «ἐάν τις εἴπη ὅτι ἀγαπω τόν Θεόν, καί τόν ἀδελφόν αὐτοῦ µισῆ, ψεύστης ἐστίν' ὁ γάρ µή ἀγαπων τόν ἀδελφόν ὅν ἑώρακε, τόν Θεόν ὅν οὐχ έώρακε πῶς δύναται ἀγαπᾶν;» (Α' Ἰω. 4:20). Ἡ ἀγάπη ἔχει καθολικό χαρακτήρα, διότι ὅλοι, µικροί καί
µεγάλοι, σπουδαῖοι καί ἄσηµοι, µορφωµένοι καί ἀγράµµατοι, ἄνθρωποι πάσης φυλῆς εἶναι σέ
θέση νά τήν προσφέρουν σέ ὁποιαδήποτε περιοχή καί σέ ὁποιαδήποτε χρονική στιγµή. Μεταµορφώνει  τίς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων  τόσο στόν µικρότερο  πυρήνα, τήν οἰκογένεια,  ὅσο καί στόν εὐρύτερο, τήν ἀνθρωπότητα.

10
Θεία κοινωνία·  ὑπέρ τοῦ σύμπατος κόσμου.

8.  Ἡ  «ἐν Χριστῷ»  εἰσπνοή  καί ἐκπνοή  δέν πραγµατοποιεῖται κατά  τρόπο αὐτόµατο·  ἀκολουθεί  τή διαδικασία,  ἡ ὁποία  καθορίζεται  πολύτροπα  ἀπό τή χριστιανική παράδοση. Ἡ βίωση τῆς ἐν τῷ Θεῷ κοινωνίας µέ ὅλoυς τoύς ἀνθρώπους  καί  µέ τήν  κτίση  προϋποθέτει  βαθιά  πίστη.  Στήν  πρακτική  της ἔκφραση  ή βίωση  αὐτή σηµαίνει  συνείδηση  ἀσκητικῆ,  αὐτοπειορισµό, στοχασµό  ἐπάνω  στίς µεγάλες  χριστιανικές  ἀλήθειες,  «ἡσυχία»,  ἀδιάλειπτη
µνεία  τοῦ  κέντρου  τοῦ  κοσµου,  τοῦ  Θεοῦ,  συνεχή  διάλογο  προσευχῆς  µαζί
Του.
Ἡ λατρευτική  ζωή κορυφώνεται στήν πνευµατική  σύναξη τῶν πιστῶν, εἰδικότερα   στό   µυστήριο   τῆς  θείας   Εὐχαριστίας,   τό  ὁποῖο   θεωρεῖται   κατ' ἐξοχήν «θεία κοινωνία». Σ' αὐτό τό µυστήριο προεκτείνεται τό γεγονός τῆς Σαρκώσεως   καί  τῆς  Σταυρώσεως, τό  µυστήριο  δηλαδή  τῆς  θείας  ἀγάπης  ἐν χρόνῳ,   καί  ἔτσι   καθίστανται   γιά  τόν   πιστό   ὑπαρξιακά   αἰσθητές   ὅλες   οἱ
µεγάλες  ἀλήθειες  τῆς  κοινωνίας  πού  προηγουµένως ἀναφέραµε.  Βιώνεται  ἡ ἀγάπη   τοῦ  Θεοῦ,   γιά  νά  φορτισθεῖ   ὁ  ἄνθρωπος   µέ  νέες  δυνάµεις,   ὥστε,
µεταφέροντας τούς  καρπούς  τοῦ Πνεύµατος  (Γαλ.  5:22) στήν  καθηµερινή  του
ζωή,   νά   συµβάλλει    στή   συνέχιση   τοῦ   ἔργου   τοῦ   Χριστοῦ,   δηλαδή   στήν καταλλαγή  καί τή σύνδεση ὁλόκληρης  τῆς ἀνθρωπότητος µέ τόν Θεό.
Ἡ χριστιανική  λατρεία  δέν εἶναι  ἁπλή  ἀναπαράσταση ἤ ἀνάµνηση  ἀλλά συνεχές δυναµικό γίγνεσθαι, κοινωνία στή ζωή τῆς Ἁγίας Τριάδος ὑπέρ τοῦ σύµπαντος  κόσµου.  Μετέχοντας  στή λατρεία  - ἱδιαιτέρως  στή θεία Κοινωνία  - ὁ   πιστός   διαστέλλεται   ἐν   ἐυχαριστίᾳ,    ὑπερβαίνει    τά   ἀτοµικά   του   ὅρια·
µεταλαµβάνοντας  τοῦ  «Σώµατος  τοῦ  Χριστου»  συσσωµατοῦται  ἐν Αὐτῷ  καί γίνεται «παγκόσµιος»· ἑνώνεται µέ ὅλους ἐκείνoυς τούς ὁποίους ὁ Χριστός ἔχει περιλάβει  στήν  ἄνευ  ὁρίων  ἀγαπη  Του.  «Τείνει  νά φέρει  ἐντός  του ὁλόκληρη τήν  ἀνθρωπότητα»14.  Καί  ἀκοµη,  συµφιλιώνεται  καί  ἐναρµονιζεται  µέ  τόν κόσµο, µέ ὁλόκληρη τήν κτίση.
Ἡ ἐµπειρία  αὐτή ἀποτελεῖ  ὑπαρκτική,  ἐσχατολογική ἐνατένιση  ἤ µᾶλλον
πρόγευση  τῆς  πλήρους  «κοινωνίας»   τῆς  ἀνθρωπότητος ἐν  τῷ  Θεῷ,  ἡ  ὁποία καταλήγει  σέ  συγκλονισµό τοῦ  ἀνθρώπου·  γιά  νά  ἐπιστρέψει  κατόπιν  στήν



O.  Clement,  Questions sur l' homme, Ρaris  1972,  σελ.  56:  «Ἀπό  καµµιά  πιά  ὕπαρξη  δέν  εἶναι
ἀποχωρισµένος  - ὄχι µόνο µέσα στό χῶρο, ἀλλά καί µέσα στό χρόνο. Τείνει νά φέρει µέσα του ὁλόκληρη τήν ἀνθρωπότητα».  Ἡ βεβαιότητα  αὐτή ἀπαντᾶ εὐρύτατα στά κείµενα σύγχρονων θεολόγων. Π.χ. «Μεταλαµβάνοντας τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ ἑνούµεθα µέ ὅλους τούς ἀνθρώπους,  τούς ὁποίους  ὁ Κύριος  περιλαµβάνει στή ζωηφόρο  ἀγάπη  Του»  G. Κhodre,  «The Economy  of Christ  and  the  Economy  of the  Holy  spirit»  S.J.Samartha  (ed.),  Living Fαiths αnd the Ecumenicαl Movement, Geneνa 1971, σελ.140.





καθηµερινή    ζωή   µέ   ἐλπίδα   γιά   τήν   πραγµάτωση  τῆς   ἀγάπης,   γιά   τήν προώθηση    τῆς   πανανθρώπινης   κοινωνίας.    Αὐτοῦ   τοῦ   εἴδους   ἡ   λατρεία ἀποτέλεσε     βασικό     παράγοντα     πνευµατικῆς     φορτίσεως,     ἀντοχῆς     καί αὐτοθυσίας,   γιά  τούς  χριστιανούς   κάθε  ἐποχῆς  καί  κάθε  τόπου,  ἀκόµη  καί
µέσα στά πλέον ἀθεῒστικά περιβάλλοντα.


Τό «ὅραμα» καί  ἡ «ἱστορία».

9. Ἡ  προηγηθεῖσα ἀνάλυση τῶν βασικῶν χριστιανικῶν θέσεων σχετικά µέ τήν  παγκόσµια   κοινωνία  ἀγάπης  εἶναι  δυνατόν  νά  ἐπισύρει  τή  µοµφή,  ὅτι ἀποτελεί κλειστό σύνολο, ὄνειρο ἤ ἰδανικό κατασκευασµένο ἀπό δόγµατα. Ἐπ' αὐτοῦ περιοριζόµαστε νά σηµειώσουµε ὅτι, τουλάχιστον  στήν Ὀρθόδοξη Ἀνατολική  Ἐκκλησία,  ζωή  καί  δόγµα  συνδέονται  ἄρρηκτα.  Τά  δόγµατα  δέν εἶναι   αὐθαίρετες    ἰδέες   πού   σχηµατίζονται   ἀπό   θεωρητικά    νεφελώµατα, χρήσιµες  γιά θεολογικές  διαµάχες  ἀλλά καθορίζουν  τή ζωή, περιφρουροῦν τή βίωση,   προσανατολίζουν  καί   ἀποκαλύπτουν  τό  νόηµά   της.   Μοιάζουν   µέ
µαθηµατικές ἐξισώσεις  καί θεωρήµατα  πού συµπυκνώνουν βασικούς  νόµους τοῦ  σύµπαντος  καί  ἔχουν  τεράστια  σηµασία  γιά  τήν  κατανόησή  του  καί  τή λύση πολλῶν πρακτικῶν  προβληµάτων.
Βεβαίως,  ἡ ζωή,  ὅπως  τήν  περιγράφει  ἡ παγκόσµια  ἱστορία,  παρουσιάζει πλῆθος  παραβάσεων τοῦ Εὐαγγελίου.  Αὐτό ὅµως δέν σηµαίνει ὅτι χριστιανικά παραγγέλµατα  τά  ὁποῖα   ἀθετoῦνται,   ὅπως   λ.χ.  ἡ  ἐπί  τοῦ  Ὄρους   ὁµιλία, παύουν  νά παραµένουν  καθαρές  πηγές  ἐµπνεύσεως  γιά µιά ζωή ἀπό κοινοῦ. Οὔτε  τό  θέµα  µας  εἶναι  ἡ  συνέπεια   ἤ  µή  τῶν  χριστιανῶν   ἀλλά  οἱ  πηγές ἐµπνεύσεως   καί  οἱ  εὐθύνες   γιά  ζωή  ἀρµονική,   ὅπως  ἀναβλύζουν   ἀπό  τά βαθύτερα  ἀποθέµατα  τῆς  πίστεως,  τά ὁποῖα  φυλάσσονται στήν  Ἁγία  Γραφή καί   τήν   Ἱερά   Παράδοση.    Ἐπιπλέον,    ἡ   ἀµείλικτη    αὐτοκριτική    ἡ   ὁποία συντελεῖται  σήµερα  µέσα στούς  χριστιανικούς κύκλους  σχετικά  µέ τή διάστα- ση  µεταξύ  διδασκαλίας   καί  ζωῆς,  καταδεικνύει  τή  δυνατότητα   τοῦ Χριστιανισµοῦ νά διατηρεῖ εὐαίσθητη τή συνείδηση τῶν ὀπαδῶν του καί νά ἀνανεώνεται ἀπό τίς δικές του δυνάµεις.
Ἄλλωστε,    ἐκτός    ἀπό   τή   γνωστή    «ἱστορία»    τοῦ   Χριστιανισµοῦ   πού
περιγράφει  τίς παραβάσεις  τῶν ἐπισκόπων,  τῶν βασιλέων,  τῶν ἐθνῶν καί τῶν δῆθεν   χριστιανικῶν   κυβερνήσεων,   γενικῶς    τοῦ   ἑκάστοτε    κατεστηµένου, ὑπάρχει καί ἡ ἄγραφη ἱστορία τοῦ ἀπλου λαοῦ ὁ ὁποίος ἔζησε καί ζεί ἀθόρυβα
µέ πιστότητα  τίς χριστιανικές  ἀρχές του, ἔστω καί ἄν δέν ἀσχολείται  µέ αὐτόν ἡ παγκόσµια  ἱστορία.  Ἔχουν  διασωθεῖ  πολλές  ἱστορικές  πτυχές  στούς  βίους τῶν   ἁγίων   τῆς   Ἐκκλησίας,    πού   ἀποκαλύπτουν   µιά   ἄλλη,   κατά   κανόνα ἄγνωστη  ἱστορία  τῆς Χριστιανοσύνης, ἡ ὁποία εἶναι περισσότερο  «ἱστορία  τῆς Ἐκκλησίας»   ἀπό  ὅ,τι  τά  σκάνδαλα   καί  οἱ  ἀσυνέπειες   τῶν  ἐκκλησιαστικῶν
ἀρχόντων.  Αὐθεντικoί  ἐκπρόσωποι  τοῦ Χριστιανισµοῦ παραµένουν  οἱ ἅγιοι, οἱ ὁποῖο χρησιµοποίησαν ὀρθά τίς ἀστείρευτες  πηγές ἐµπνεύσεως  καί δυνάµεως τοῦ λόγου καί τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ.





























































13

Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.