Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

2. ΟΡΙΑ


2. ΟΡΙΑ

Τά όρια τής Πατρολογίας συζητήθηκαν πολύ καί οί δυ¬τικοί θεολόγοι κατέληξαν στό συμπέρασμα ότι τήν περίοδο τής Πατρολογίας κλείνει στή μέν Δύση ό Γρηγόριος ό Μέγας (+604) ή ό 'Ισίδωρος Σεβίλλης (+636), στή δέ 'Ανατολή ό 'Ιωάννης Δαμασκηνός (4-749). 'Υπήρχαν όμως καί αύστηρότεροι πατρολόγοι (π.χ. Η. Fr. von Campenhausen, Die griechischen Kirchenvater, Stuttgart 1956, σ. 12) πού προσάπτουν τήν κατηγορία τής παρακμής καί τής σχολαστικότητος σέ όσους Πατέρες έγραψαν μετά τόν Δ' (όχι μόνο μετά τό Ζ') αιώνα κι έπομένως κλείνουν ούσιαστικά τά όρια στό τέλος τοΰ Δ' ή τις άρχές τοΰ Ε' αίώνα. Ή θεώρηση αύτή μαρτυρεί άποσύνδεση τών Πατέρων άπό τήν Εκκλησία καί άρκετή άγνοια τοΰ τί είναι Πατήρ καί Διδάσκαλος.
Τό τελείως ιδιαίτερο στον Πατέρα καί Διδάσκαλο είναι ό κατ' έξοχήν φω¬τισμός του άπό τό άγιο Πνεΰμα καί ή συμβολή του πρός άντι- μετώπιση μεγάλης θεολογικής κρίσεως στούς κόλπους τής 'Εκκλησίας. Τά δύο όμως καίρια στοιχεία, ό φωτισμός καί ή κρίση, υπάρχουν άνεξάρτητα άπό έποχές. Ή θεολογική κρί¬ση πού θέτει σέ κίνδυνο τή σωτηρία τών πιστών μπορεί νά άνακύψη σέ κάθε έποχή, όπως κι έγινε. Τά προβλήματα στό χώρο τής άληθείας διαδέχονταν τό ένα τό άλλο. Τόν Ε' αϊ.: τό πρόβλημα τής σχέσεως τών δύο φύσεων στό Χριστό. Τόν ΣΤ' αίώνα: πρόβλημα σχέσεως τών δύο ενεργειών καί θελή¬σεων τοΰ Χριστού. Τόν Η' αιώνα: πρόβλημα σχέσεως ιερών εικόνων καί θείων προσώπων ή άγίων. Τόν Θ' αίώνα: τό πρό¬βλημα τής σχέσεως διδασκαλίας καί έθίμων, ώς καί περί άγ. Πνεύματος (Φώτιος-Filioque). Τόν ΙΑ' αίώνα: πρόβλημα ένώ- σεως Θεοΰ καί άνθρώπου ή πρόβλημα θεώσεως. Τόν ΙΔ' αί¬ώνα: τό πρόβλημα τοΰ τί είναι ή ένέργεια τοΰ Θεοΰ, είς τήν όποία μετέχει ό άνθρωπος, άκτιστη κι άΐδια ή κτιστή;

Στήν άπόλυτα συγκεκριμένη καί ιστορικά παρακολουθή- σιμη αύτή προβληματολογία άντιστοιχοΰν γνωστοί μεγάλοι θεολόγοι, πού μέ τό έργο τους συνέβαλαν στήν όρθή άντιμε- τώπιση τών προβλημάτων, φανερώνοντας άνάλογα μέ τήν περίπτωση ηύξημένη έμπειρία τής άληθείας, ή όποία εξασφά¬λιζε τή σωτηρία. Στήν πορεία δέ τής Εκκλησίας δέν έχομε κάποια έποχή πού, ενώ προέκυψε σπουδαίο πρόβλημα σχετικό μέ τή σωτηρία, δέν άνέδειξε τό άγιο Πνεΰμα ένα εκλεκτό σκεΰος, μέσω τοΰ όποιου θά λυνόταν τό θέμα. Παρατηροΰμε δηλαδή ότι ή παρουσία τών Πατέρων είναι άποτέλεσμα τής πνευματικής άδυναμίας τοΰ πτωτικού άνθρώπου καί τής έπεμ- βάσεως τοΰ Θεοΰ. "Οταν έπομένως θά λείψη ή άδυναμία τοΰ άνθρώπου καί όταν ό Θεός θά παύση νά όδηγή τόν άνθρω¬πο στήν άλήθεια, τότε θά λείψουν καί οί Πατέρες. Όσο λοιπόν ή Εκκλησία θά είναι ιστορία, θά έχη Πατέρες. "Αρα ή Πατρολογία δέν έχει όρια στήν Ιστορία, όπως δέν έχει όρια καί ή Παράδοση τής 'Εκκλησίας. Καί δέν μπορεί νά έχη όρια ή Παράδοση άκριβώς, διότι οί Πατέρες δέν είναι μόνο γνήσιοι φορείς της, άλλά καί δημιουργοί της, δυναμικοί συνεχιστές.
Ή μή όρθή όμως κατανόηση τής διαδικασίας αύτής, άκό¬μη καί άπό μέρους πολλών όρθοδόξων πατρολόγων, ώδήγησε στήν άποψη ότι στίς μετά τόν Ε' αίώνα εποχές παρατηρείται άπουσία τής πρωτοτυπίας καί τής πνευματικής δυνάμεως, τήν όποία γνωρίσαμε στούς προηγούμενους αιώνες. Άλλά ή πρωτοτυπία καί ή δύναμη τοΰ πνεύματος είναι φαινόμενα σχετικά. Ή Εκκλησία δέν ένδιαφέρεται γιά πρωτοτυπία, ένδιαφέρεται μόνο γιά τήν άλήθεια καί άρκεΐται σ' αύτή. Άλλωστε καί οί Πατέρες τοΰ Δ' αιώνα ήσαν πρωτότυποι μό¬νο σέ ώρισμένες άπόψεις ή σέ ώρισμένα θέματα σχετικά μέ τήν κρίση τής έποχής.

Κατά τά άλλα, στό μέγιστο μέρος τοΰ έργου τους, καί οί έπιφανέστεροι Πατέρες τοΰ Δ' αίώνα ήσαν φορείς τής διδα¬σκαλίας τής Εκκλησίας, μετέδιδαν μέ τρόπο δυναμικό ό,τι είχαν παραλάβει ώς γνήσια έκφραση τής άληθείας. Έάν δέν έκαναν αύτό δέν θά ήσαν Πατέρες. Επομένως ή έπανάληψη καί ή παρουσίαση μέ σύγχρονο τρόπο τής ήδη γνωστής δι¬δασκαλίας δέ χαρακτήριζε μόνο τούς Πατέρες μετά τόν Ε'αί. άλλά κατ' άνάγκην καί τούς προηγούμενους. "Οπως π.χ. ό Μάξιμος (+662) επαναλάμβανε τούς Καππαδόκες ή ό Δαμα¬σκηνός (+749) τό Μάξιμο ή ό Γρηγόριος Παλαμάς ( + 1359) όλους, έτσι καί οί Καππαδόκες επαναλάμβαναν τόν Αθανά¬σιο, άκόμη καί τόν Ώριγένη.

Υπάρχει όμως ένα σοβαρό στοιχείο πού εισάγει διάκριση όχι στούς Πατέρες τών διαφόρων έποχών, άλλά στίς έποχές καθεαυτές. Τό στοιχείο τοΰτο είναι ή συχνότης τών κρίσεων τής Εκκλησίας. Κατά τό Β' ή τόν Δ' αιώνα δηλαδή έμφανί- σθηκαν περισσότερα κρίσιμα καί ίσως έντονώτερα προβλή¬ματα στούς κόλπους τής 'Εκκλησίας άπό όσα παρουσιάσθηκαν τόν ΣΤ' ή τόν Ζ' ή τόν θ' αίώνα. Στό χώρο τής θεολογίας εί¬ναι πολύ φυσικό νά εϊπωμε : ή συχνότης τών Πατέρων καί Διδασκάλων μιας έποχής είναι ανάλογη μέ τή συχνότητα τών θεολογικών κρίσεών της. Επομένως μετά τόν Ε' αίώνα άπλώς έχομε λιγώτερους Πατέρες καί Διδασκάλους. Έάν δεχθοΰμε άλλη διάκριση μεταξύ τών Πατέρων, ύποτιμώντας τούς με¬ταγενέστερους, τότε σημαίνει ότι: α) δέν έκτιμοΰμε ορθά τή σημασία τής κρίσεως πού δρα σάν άφορμή γιά τήν έμφά- νιση τών Πατέρων, β) διαβαθμίζομε άνεπίτρεπτα τό φωτισμό τοΰ Πνεύματος στούς Πατέρες διαφόρων έποχών, γ) ύποτι- μοΰμε τή σημασία τών αιρέσεων μετά τόν Ε' αίώνα, δ) χρησι¬μοποιούμε πρός κατανόηση τών Πατέρων κριτήρια φιλοσο¬φικά, άφοϋ τούς άξιολογοΰμε βασικά μέ μόνο τό κριτήριο τής πρωτοτυπίας (τό όποιο μάλιστα ένώ ύπάρχει άδυνατοΰμε νά τό άναγνωρίσωμε).

Θά τελειώσωμε μέ τό Γρηγόριο Θεολόγο:
Μιλώντας γιά τόν 'Αθανάσιο, λέγει δτι, ένεκα τών προβλημάτων, τά ό¬ποια δημιούργησε ή κοσμολογική θεολογία τοΰ 'Αρείου, ό ιερός Πατήρ «έν- εβλήθη κατά καιρόν» (Λόγος ΚΑ' 7, PG 35, 1089Α) εις τόν κόσμο, είς τήν Έκκλησίαν, καί «τήν νόσον έστησεν» (ί.ά. 14, PG 35, 1096C). Οί άνδρες πού διαδραμάτισαν τό ρόλο αύτό στήν Εκκλησία ήσαν πολλοί. Ή Εκκλησία δπως εϊχε στό παρελθόν έτσι καί στό μέλλον θά έχη τούς «μεγάλους» άνδρες της. Τούς Πατέρες καί Διδασκάλους της : «Πολλών γάρ όντων ήμΐν καί με¬γάλων, ού μεν οΰν ε mot τις άν ήλίκων και δσων ών ε κ θ ε ο ΰ έχο¬με ν τ ε κ αί $ξομ εν » (έ.ά. 1, PG 35, 1084Α).

Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.