Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

43. ΠΡΟΛΟΓΟΙ - ΕΥΑΓΓΕΛΙΩΝ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΥ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ





43. ΠΡΟΛΟΓΟΙ - ΕΥΑΓΓΕΛΙΩΝ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΥ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ



Στό β' ήμισυ τοϋ Β' αί. εμφανίσθηκε νέο καί άσήμαντο φιλολογικό είδος στην έκκλησιχστική γραμματεία, πού ονομάζεται Πρόλογος. Ό Πρόλογος τίθεται σάν είσαγωγή-σύντομη βέβαια—στήν έκδοση τών καινοδιαθηκικών βιβλίων καί άναφέρεται στό περιεχόμενο, τό συγγραφέα καί κάποτε στίς συνθήκες, κάτω άπό τις όποιες γράφηκε Ινα βιβλίο. Οί Πρόλογοι, ενώ γράφηκαν στήν ελληνική, σώζονται στή λαϊκή λατινική (πλήν ενός στό Ευαγγέλιο τοϋ Λουκά) καί βρίσκονται σέ πολλά χειρόγραφα τής Βουλγάτας. Είναι μεταξύ τους διάφοροι καί άνισοι σέ έκταση. Διακρίνονται σέ δυό ομάδες: α) Πρόλογοι άντιμαρκιωνιτικοί στά Ευαγγέλια. Είναι μόνο τρεις, διότι χάθηκε ό πρόλογος στό Εύαγγέλιο τοϋ Ματθαίου, προέρχονται μάλλον άπό τή Ρώμη καί άπό τήν μεταξύ 160 καί 180 εποχή κατά τόν Α. Harnack κ.ά. Ό συντάκτης, πού δέν φαίνεται νά ήταν ένας, σκοπό είχε νά προφυλάξη τά βιβλικά κείμενα άπό τή νόθευση τοΰ Μαρκίωνα. β) Πρόλογοι στίς 'Επιστολές τοΰ Παύλου. Σύντομα κείμενα, πού δσα μέν άφοροΰν στίς Καθολικές έπιστολές προέρχονται μάλλον άπό τή Ρώμη, δσα δέ στίς λοιπές πλήν τής πρός 'Εβραίους προέρχονται άπό μαρκιωνιτικούς κύκλους, πού σκοπό είχαν τή δικαιολόγηση τής νοθείας τών βιβλικών κειμένων. Υπάρχουν άκόμη καί οί λεγόμενοι μοναρχιανικοί Πρόλογοι, άλλά αύτοί συντάχθηκαν άπό τόν Γ' αί. καί έπειτα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
'Εκδόσεις: α- D. de BRUYKE, Les plus anciens prologues latins des Evangilcs, είς RB (Bull) 40 (1928)193-214. A. HARNACK, Die altesten Evangelien-Prologe und die Bildung des Neuen Testamentes, είς SbB 24(1928)322-341. K.T. SCHAFER, Grund- riss der Einleitung in das Neue Testament, Bonn 1938,2*. Β. D. DE BRUYNE, Prolo¬gues bibliques d' origine marcionite, εις RB (Bull) 24(1907)1-16. P. CORSSEN, Zur Oberlieferungsgeschichte des ROmerbriefes, εις ZNW 8(1909)1-45 καί 97-102. Κ. ΤΗ. ScHAFER, ά., 1*.
Μελέτες: a.B.W. BACON, The Anti-Marcionite prologue to John, εις JBL 49(1930) 43-54. J. LAGRANGE, είς Rb (1929)11-121. R. EISLER, La ponctuaetion du prologue antimarcionite a... Jean, είς RPh 4(1930)350-371. E. GUTWENGER, The Anti-Mario- nite prologues, εις TS 7(1946)393-409. F. StEGMijLLER, Repertorium biblicum me- dii Aevi, I: Initia bibl., Apocrypha, Prologi, Madrid 1949, σσ. 280-306. HEARD, είς JThS (1954)1-16. (3.G.W. MUNDLE, Die Herkunft der marcionitischen Prologe zu den paulinischen Briefen, εις ZNW (1925)56-77. A. HARNACK, Der marcionit. Ursprung der altesten Vulgata-Prologe zu den Paulusbriefen, είς ZNW (1925) 204-218 καί (1926) 160-163. J. LAGRANGE, Les prologues pretendus marcionites, εις Bb 35(1935) 161-173. H. FREDE, Altlateinische Paulushandschriften, 1964, σσ. 168-178.K. ΤΗ. ScHAFER.Marius Yictorinus und die^marcionitischen Prologe zu den Paulusbriefen, είς RB (Bull) 80(1970)7-16. Toy ΙΔΙΟΥ, Marcion und die altesten Prologe zu den Paulusbriefen, είς Kyriakon. Festschrift J. Quasten, I, Miinster 1970, σ.σ. 135-150.
44. ΜΑΡΤΥΡΙΟΝ TOY ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΥ (ή ΑΠΟΛΛΩ)
Εκτενές σχετικά κείμενο μέ ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τήν έντονη άπο- λογητική του διάθεση. Προφανώς άποτελεΐ μεταγενέστερη έπεξεργασία Πρα¬κτικών γιά λόγους άπολογητικούς. Τό στοιχείο τοΰτο δέ λείπει στήν πραγμα¬τικότητα άπό κανένα Μαρτύριο, εδώ δμως έπικρατεΐ καί γίνεται σκοπός, ενώ τό γεγονός τοΰ μαρτυρίου μένει άφορμή καί μέσο. Τήν άπολογητική κάνει ό έξαιρετικά μορφωμένος καί γνωστός κοινωνικά χριστιανός 'Απολλώνιος (Ά- πολλώ κατά τό πλήρες ελληνικό κείμενο) ενώπιον του Ρωμαίου Περεν- νίου στή Ρώμη μεταξύ 180 καί 185. Μνεία τοΰ μαρτυρίου κάνει ό Εύσέβιος (Έκκλησ. ιστ. Ε 21). Τό κείμενο ολόκληρο άνακαλύφθηκε σέ χειρόγραφο τοΰ ΙΑ' αϊ. τό 1895. 'Υπάρχει καί σύντομη άρμενική μετάφραση.
Ε. THEOD. KLETTE, Der Process und die Acta S. Apollonii (TU 15,2), Leipzig 1897, σσ. 92-131 (fecS.). F. C. CONYBEARE, The Armenian Apology and Acts of A- pollonius, London 1896. ΧΡΥΣ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, 'Απολογία τοϋ ρωμαίου γερουσια- στοϋ 'Απολλώνιου, εις Ίστορικα.1 Μελέται, 'Ιεροσόλυμα 1908, σσ. 56-69. Η. DELEHAYE, Le Passions des martyrs et les genres litt6raires,Brusselles 1921, σσ.125-136. Ε. GRIF- FE, Les Actes du martyr Apollonius et les probl6mes de la base juridique de perse¬cution, είς BLE 53(1952) 65-76. J. ZF.ILER, Sur un passage de...Apollonius, είς RSR 40(1952) 153-157. G. TIBILETTI, Gli Atti di Apollonio et Tertyll.^ AtTor 99(1964/ 5)295-337. E. GABBA, II processo di Apollonio, είς Melanges d'archeologie... a J. Carcopino, Paris 1966, σσ. 397-402. II. MUSURILLO, The Acts..-,σσ. XXIII-XXV, 90¬105.
45. ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ
ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ
Ό Θεόφιλος Αντιοχείας έδρασε κυρίως μεταξύ 169 και 188 καί άποτελεΐ μοναδικό φαινόμενο έπισκόπου συγγραφέα στήν άρχαία Έκκλησία, πού έκπροσωπεΐ άπόλυτα ϊουδαιο- χριστιανική θεολογία καί νοοτροπία, σέ βαθμό πού τά χρι-στιανικά του στοιχεία νά φαίνωνται διακοσμητικά. Έάν ό Εύσέβιος (Έκκλησ. ΐστ. Δ 20 καί 24) καί ό 'Ιερώνυμος (De vir. ill. 25) δέν ήσαν σαφείς, θά άμφέβαλλε κανείς σοβαρά, άν ό Θεόφιλος ήταν επίσκοπος* διότι μένει άνεξήγητο πώς ένας έπίσκοπος, πού λειτουργεί καί τελεί τά μυστήρια, πού είναι διάδοχος ένός 'Ιγνατίου κι έχει τή δυνατότητα νά γνωρίση τήν Παράδοση τής Εκκλησίας, κινείται ούσιαστικά—σύμφω¬να μέ τό έργο του—σέ Ιουδαιοελληνιστικό κλίμα καί μόνο συμ¬βατικά σέ χριστιανικό. Ή θεογνωσία καί ή θεολογία του, πού έπηρεάζονται πολύ καί άπό τά σιβυλλικά βιβλία, σπάνια ξεπερνούν τά πλαίσια τής παλαιοδιαθηκικής σκέψεως. Ό Θεόφιλος άπό τούς έκκλησιαστικούς συγγράφεις γνώριζε κυρίως τούς άπολογητές, άπό τούς όποιους μάλιστα έλαβε τίς βασικές του γραμμές: Άπό τόν Ίουστΐνο τήν προσήλωση στήν άπόλυτη σημασία τής προφητείας («έντυχε φιλοτίμως ταΐς προφητικαΐς Γραφαΐς)) Α 14), τήν ιδέα δτι οί έλληνες δανείσθηκαν στοιχεία άπό τό Μωυσή, οτι διώχθηκαν δσοι έθνικοί έδειχναν πράγματι σεβασμό στό Θεό (Γ 30) κ. ά. Άπό τόν Άθηναγόρα τήν περί Λόγου διδασκαλία, τήν άπόδειξη τής άναστάσεως χωρίς βιβλικά έπιχειρήματα καί πρό παντός τήν τακτική έκείνου νά κινείται στά περιθώρια τής έκκλησια- στικής Παραδόσεως καί νά μή άναφέρεται ούτε στό έργο οΰτε στό πρόσωπο ούτε κάν στό δνομα τοϋ Χριστού. (Τό όνομα χριστιανός δέν όφείλεται στό Χριστό, άλλά στό δτι «χριό- μεθα έλαιον θεού» Α 12). Άπό τόν Τατιανό τήν περιφρόνη¬ση πρός τήν έλληνική σκέψη καί τό έπιχείρημα τής άρχαιό- τητος τής ΠΔ, δτι δηλαδή, άν είπαν κάτι ορθό οί ελληνες, τό παρέλαβαν άπό τούς προφήτες (Μωυσή κυρίως).
Ό Θεόφιλος σύμφωνα μέ δική του μαρτυρία (Α 14), γεν-νήθηκε στή Συρία, πλησίον τοϋ Εύφράτη, άπό έθνικούς γονείς. Τό έργο του προϋποθέτει έξαιρετική παιδεία καί σο¬βαρή σπουδή τών έλλήνων ποιητών καί φιλοσόφων. Άγνωστο πώς, ήρθε σέ έπαφή μέ τή Γραφή (προφήτες) κι έγινε χριστια¬νός, μολονότι έκφράζεται πάντοτε ώς ίουδαιοχριστιανός. Ή περίπτωση τοϋ Θεοφίλου καί τοϋ συγχρόνου καί συμπα¬τριώτη του Τατιανοϋ προϋποθέτει στή Συρία καί τήν Αντιό¬χεια τήν ύπαρξη άνθελληνικοϋ κλίματος καί ίσχυροϋ ίουδαιο- χριστιανικοϋ ρεύματος. Διέθετε άνεπτυγμένο γλωσσικό αι¬σθητήριο, καθαρή καί άπλή σκέψη καί γνωμική ή άποφθεγμα- τική διάθεση στό λόγο του. Είναι πολύ έπηρεασμένος άπό τή λεγόμενη άσιανική ρητορική, πού συναντάμε καί στό Μελίτωνα Σάρδεων. Άπό χαρακτήρα καί επίδραση τοϋ πε¬ριβάλλοντος του γράφει συχνά σέ ρυθμικό πεζό λογο, στόν όποιο διακρίνομε προπαροξυτονισμό, παροξυτονισμό, βρα¬χέα κώλα, τάση πρός ΐσοσυλλαβία κ.ά. (Δ. Δρίτσας). Περί τό 169 έγινε έκτος έπίσκοπος Αντιοχείας, άλλά δέ γνωρίζο¬με τίποτε γιά τή δράση του. Τοποθετείται μεταξύ τών άπολο¬γητών, άλλά διαφέρει άπό αύτούς, διότι τό έργο του είναι βασικά προτρεπτικό μέ άπολογητικά στοιχεία. Ή θεολογία του έξαρταται σέ μεγάλο βαθμό άπό τήν ήθική. "Ετσι, ένώ στόν Ίουστΐνο οί έθνικοί μπορούσαν νά φθάσουν κάπως τήν αλήθεια μέ τό σπερματικό λόγο καί στόν Άθηναγόρα μέ τήν «πνοή» τοΰ Θεοϋ, στό Θεόφιλο τοΰτο γίνεται μέ τή νήψη, τήν κάθαρση τής ψυχής : «τινές (=έλληνες) τή ψυχή έκνήψαντες ...εΐπον άκόλουθα τοις προφήταις» (Β 8). Εμπόδιο γιά τή γνώ¬ση τοϋ Θεοϋ είναι ή άμαρτία. Ή άναγνώριση τής άρμονίας στόν κόσμο, ή άποδοχή είδους φυσικής Θεο?ιογίας όδηγεΐ είς τό ((όράν τόν Θεόν» (A ΐ*2). Τά πάντα κατ' άρχή ν εξαρτώνται άπό τόν ιδιο τόν άνθρωπο, άκόμη καί ή άθανασία του, άφου ό Θεός δέν τόν δημιούργησε άθάνατο ή θνητό, άλλά έτσι, ώστε άπό τήν τήρηση τής έντολής τοϋ Θεοϋ νά έξαρταται ή άθανασία του (Β 27).
Ή θεολογία τοϋ Θεοφίλου παρά ταΰτα παρουσιάζει ιδιαί¬τερο ενδιαφέρον, διότι χρησιμοποιεί νέα γιά τήν έποχή του όρολογία. Πρώτος δηλ. άναφέρει τόν δρο «Τριάς» καί δια¬κρίνει μεταξύ ενδιαθέτου καί προφορικού Λόγου. Τήν Τριάδα συνιστούν ό Θεός, ό Λόγος καί ή Σοφία (Β 15). Ό Λόγος είναι κατ1 αρχήν ένδιάθετος νους ή σύμβουλος είς τό Θεό κι έπειτα γίνεται προφορικός χάριν τής δημιουργίας (Β 10) καί ώς προ¬φορικός συνομιλεί μέ τόν άνθρωπο (Β 22). Τονίζεται δτι «έν πρώτοις μόνος ήν ό θεός καί έν αύτώ ό λόγος» (Β 22), άλλ' ώς ένδιάθετος, πού προβάλλεται «οπόταν βούληται ό Πατήρ» (Β 22), δηλ. έν χρόνφ. Ό Λόγος, «θεός ών», στέλλεται ύπό του Θεοΰ στόν κόσμο, δπου «άκούεται καί όράται... καί έν τόπω ευρίσκεται» (Β 22). Ό Λόγος ταυτίζεται συχνά μέ τή Σοφία (άγιο Πνεΰμα) (Β 10), ή όποία παρουσιάζεται καί ώς ψυχή τοΰ κόσμου άπό έπίδραση τοΰ μέσου πλατωνισμοΰ καί τοΰ Ιουδαϊσμοΰ. Μέ τήν τριαδολογία του αύτή ό Θεόφι¬λος δείχνει ότι παραμένει στά πλαίσια τοΰ μονοθεϊσμού, πού εύκολα όδηγεΐ σέ σαβελλιανισμό.
"Αντίθετα πρός τό σύγχρονο του Άθηναγόρα ό Θεόφιλος γνωρίζει, παραθέτει κι έρμηνεύει εύρέως τίς Γραφές καί μά¬λιστα τήν ΠΔ, χρησιμοποιώντας κυρίως τή γραμματική έρ¬μηνεία καί κάποτε τήν τυπολογική. "Ετσι π.χ. είναι ό πρώτος έκκλησ. συγγραφέας πού τίς τρεις πρώτες ήμέρες τής δημιουρ¬γίας βλέπει σάν τύπο τής αγίας Τριάδος (Β 15). Ιδιαίτερα στήν έρμηνεία τής άρχής τής Γενέσεως εμφανίζει τήν έπίδραση τής άποκαλυπτικής γραμματείας, κάτι πού, σέ συνδυασμό πρός τό βαθύτατο ήθικιστικό ενδιαφέρον του, μας έπαναφέρει στό κλίμα μερικών άποκρύφων χριστιανικών έργων τών πρώτων δεκαετιών τοΰ Β' αί. Σημαντική υπήρξε ή προσφορά τοΰ Θεο¬φίλου στό πεδίου τής χρονογραφίας. Διότι χάθηκε μέν τό κυρίως χρονογραφικό έργο του Περϊ Ιστοριών, άλλά μέ αύτό έγινε ό δάσκαλος τών μεταγενέστερων χριστιανών χρονο¬γράφων.
ΕΡΓΑ
Ό Θεόφιλος έγραψε πολλά εργα, άπδ τά όποια σώθηκαν μόνο τρεις πρα-γματείες Πρός Αντόλνκον, γραμμένες λίγο μετά τό 180. Πρόκειται γιά ιδιαί¬τερα έργα μέ έσωτερική μεταξύ τους σχέση. Εκφράζουν ίουδαιοχριστιανικό κλίμα καί χρησιμοποιούν προϋπάρχον «κατηχητικό» ύλικό (Grant). Ό Θεό¬φιλος δμως έκανε σύνθεση και δχι απλή παράθεση τών πηγών του. Τό τριμε¬ρές έργο άπευθύνεται σέ πρόσωπο κατά πάσα πιθανότητα εικονικό, πού ονομά¬ζεται Αύτόλυκος, καί στό όποιο ό συγγραφέας βλέπει ένα καλής θελήσεως κά¬τοχο τής έλληνικής παιδείας.
*Η α' πραγματεία, μέ 14 κεφάλαια, είναι θεολογική καί απολογητική. Ό μιλεί γιά τή γνώση τοΰ Θεοΰ (θετικά), γιά τούς ειδωλολατρικούς Θεούς (άρνητικά), γιά τήν άνάσταση τών νεκρών κ.ά. Ή β' είναι έκθεση (άρνητική) τής ειδωλολατρικής θρησκείας, έκθεση τής κοσμογονίας καί ερμηνεία αυτής. Καταδεικνύεται ή ματαιότητα τής έλλην. θρησκείας καί ή ορθότητα τής πα- λαιοδιαθηκικής δημιουργίας. Ή γ' είναι ηθικολογική καί χρονολογική πρός άπόδειξη κυρίως τής άρχαιότητος τής ΠΔ έναντι τών ελλήνων σοφών, οί όποιοι «έκλεψαν έκ τών άγίων Γραφών» (Α 14). Ό Vermander θεωρεί τήν τελευταία πραγματεία άπάντηση στό έργο τοΰ Κέλσου 'Αληθής λόγος. Στά έργα παρατίθενται άπό άνθολόγια κυρίως πολλοί στίχοι έλλήνων ποιητών, γιά νά δειχθή ή μεταξύ τους άντινομία.
Άπολεσ&έντα: Ό Θεόφιλος έγραψε άκόμη τά εξής έργα, κατά μαρτυρίες τοΰ ίδιου, τοΰ Εύσεβίιυ καί τοΰ 'Ιερωνύμου:
α) Περί Ιστοριών. Τό άρχαιότερο χρονογραφικό έργο στό χώρο τής Εκ-κλησίας.
β) 1 Υπομνήματα εις Παροιμίας και εις τά Ευαγγέλια. Επίσης άπό τά άρχαιότερα στό ειδός τους εκκλησιαστικά έργα. Ό Ιερώνυμος δμως νομίζει δτι τό ΰφος τών 'Υπομνημάτων αυτών διαφέρει άπό τόΰφος τών πραγματειών Πρός Αύτόλυκον {De υΪΓ. ill. 25).
γ) Κατά 'Ερμογένους τοΰ αίρετικοΰ.
δ) Κατά Μαρκίωνος καί ε) Κατηχητικά έργα. 'Υπομνήματα στή λατι¬νική τών τεσσάρων Ευαγγελίων, πού συχνά προσγράφονται στό Θεόφιλο 'Αντιο¬χείας (καί κάποτε στό Θεόφιλο 'Αλεξανδρείας), είναι πολύ μεταγενέστερα έργα.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
'Εκδόσεις : S. FRASKA, Justinus, Apologie: Segue, Theophilus Antiochensis, Gli tre libri ad Autolico, Torino 1938. G. BARDY,Trois livres a Autolycus (SCh. 20), Paris 1948. ΒΕΠ 5,13-68. R. M. GRANT, Theophilus of Antioch Ad Autolycum.., Oxford 1972.
Μελέτες : Γ. ΚΑΡΑΒΑΓΓΕΛΙΙ, Ή περί Θεοϋ διδασκαλία τοΰ Θεοφίλου 'Αντιοχείας, Λειψία 1891. F. LOOFS, Theophilus von Antiochien Adversus Marcionem und die anderen theologischen Quellem bei Irenaeus (71Z7 46,2), Leipzig 1930, σσ. 10-100, 397-431. Ε. RAPISARDA, Teofilo di Antiochia (μετάφρ. - σχόλια), Torino 1937. Μ. RICHARD, Le fragment ex£g6tiques de Thiophile d'Alexandrie et de Thiophile d' Antioch, είς Rb 47(1938)387-397. R. GRANT, Theophilus of Antioch to Autolycus, είς HThR 40(1947)227-256. Toy ΙΔΙΟΥ, είς HThR 43(1950)179-196 (The problem of Theophilos). TOY ΙΔΙΟΥ, είς VC 12(1958)136-144 (Notes on the Text). ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ, είς VC 13(1959)33-45 (Scripture, Rhetoric and Theologiein Theophilus). TH. RUSCH,
Die Entctehung der Lehre vom Heiligen Geist bei Ignatius... Theophilus... IrenaeusT Zurich 1952. Π. ΧΡΗΣΤΟΥ, Ό Θεόφιλος 'Αντιοχείας περί άνθρώπου, είς ΓρΠ 40(1957) 30-36, 106-114, 197-210. P. NAUTIN, Notes critiques sur Theophile d' Antioche, a Autolycum Lib. II, είς VC 11(1957)212-225. A. ZIEGLER, Die Erklarung des Gottes- namcns bei Theophilus..., είς Einsicht und Glaube. Festschrift fur G. Sohngen 1962, σσ. 332-336. P. GRAMAGLIA, S. Teofilo d' Antiochia: Tre libri ad Autolico (μετάφρ. είσαγωγή-σχόλια), Roma-Ancona 1965. Σ. Δ. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΙΙ, Ή ύπδ τοϋ Θεοφίλου 'Αν¬τιοχείας έτυμολογία τοϋ βρου «Θεός», εις ΓρΙΙ 50(1967)276-278. Μ. KEARY, Note on 'Αθήνα φιλόκοληος..., εις REG 84(1971)94-100. J. VERMANDER, Theophile d' Anti¬oche contre Celse, A Autolycos III, εις REAug 17(1971)203-225. ZEEGERS-VAN DER VORST N., Les citations poetiques chez Thiophile d' Antioche.., είς SP 10(1970)168- 174. R. GRANT, Jewish Christianity at Antioch in the second century, είς RSR 60 (1972) 97-108. M. SIMONETTI, Lasacra scrittura in Teofilo.., εις Epectasis. ΜέΙ. a J. Dani&ou, Paris 1970, σσ. 197-207. P. NAUTIX, Ciel, pneuma et lumtere chez Τΐιέο- phile d' Antioche.., είς VC 27(1973)165-171. F. BOLGIANI, L' ascesi di Νοό (A propo- sito di Theophilo... Ill 19), είς Forma fuluri (εις τιμήν Μ. Pellegrino), Torino 1975, σσ. 295-333. Δ. ΔΡΙΤΣΑ, Θεόφιλος ό 'Αντιοχείας ώς συγγραφεύς, είς Θεολογία 47(1976) 105-113.Ν. ZEEGERS-VAN DER VORST, La elation de l'homme (Gn 1,26) chez Thec- phile d'Ant., είς VC 30(1976) 258-267.
46. ΗΓΗΣΙΠΠΟΣ
Σπουδαίος έκκλησιαστικός άνδρας καί γνήσιος φορέας τής Παραδόσεως. "Εδρασε στό β' ήμισυ του Β' αι. κι έργο του έκαμε τήν κατάδειξη καί ύποστήριξη τής όρθοδόξου Παρα¬δόσεως. Συνειδητοποίησε τόν κίνδυνο πού διέτρεχε ή Έκκλη¬σία άπό τή σύγχυση, τήν όποία δημιούργησαν οί αιρέσεις καί προπαντός ό γνωστικισμός έκεΐνος, πού έμφανιζόταν ώς άνώτερος χριστιανισμός. Αναζήτησε στά μεγάλα έκκλησία- στικά κέντρα τής έποχής του, Κόρινθο καί Ρώμη, τήν άληθι- νή Παράδοση, ξεκινώντας άπό τά Ιεροσόλυμα. Χωρίς νά εΐναι μεγάλος θεολόγος, διέκρινε ότι ένας τρόπος καταπολε¬μήσεως τοΰ χριστιανίζοντος γνωστικισμοΰ ήταν ή άνάδειξη σέ κριτήριο τής συνεχούς αποστολικής διαδοχής, ή όποία ύπήρχε στίς τοπικές Εκκλησίες κι έλειπε άπό τό γνωστικι¬σμό. Παρουσιάζοντας δηλαδή ίστορικά τή διαδοχή έπισκό- πων στίς Εκκλησίες, δημιουργούσε τό σημαντικό γιά τήν έποχή του έπιχείρημα, ότι σέ όποια Έκκλησία διαπιστώνεται διαδοχή εχομε καί «απλανή», άδιάφθορη, τήν άποστολική Παράδοση. Ήταν φορέας παραδόσεων περί τής ζωής τής πρώτης Εκκλησίας τών Ιεροσολύμων, τήν όποία φαίνεται θεωροϋσε είδος μητέρας τών 'Εκκλησιών, γι' αύτό κι εδωσε πολλά στοιχεία του βίου της καί μάλιστα περί τοϋ πρώτου επισκόπου της 'Ιακώβου του άδελφοθέου.
Ό Εύσέβιος όρθά θέλει τόν Ήγήσιππο ιουδαϊκής (Παλαι-στίνη) καταγωγής, κρίνοντας άπό τό δτι χρησιμοποιούσε τό καθ' 'Εβραίους Εναγγέλιον, γνώριζε τήν άραμαϊκή και λεπτο¬μέρειες άπό τήν 'Εκκλησία Ιεροσολύμων. Πρός διαπίστωση τής άποστολικής Παραδόσεως καί διαδοχής έπισκέφθηκε τήν Κόρινθο, δπου εμεινε πολλές ημέρες, καί τή Ρώμη, δπου £μεινε έπί Άνικήτου (155 - 166). 'Επέστρεψε στήν 'Ανατολή, δπου εγραψε περί τό 180 τά περίφημα πέντε Υπομνήματα (Εύσέβιος, *Εκκλησ. ιστ. Δ 8, 1 - 2), δηλαδή τά συμπεράσματά του σχετικά μέ τήν Παράδοση, πού βρήκε σέ δσες Εκκλη¬σίες έπισκέφθηκε. Ό θάνατος του τοποθετείται στούς χρό¬νους τοϋ Κομμόδου (180- 192) (Πασχάλιον χρονικόν 1).
Τά 'Υπομνήματα έχουν χαθή, άλλά δ Εύσέβιος, πού εΤναι καί ή κυρία πη¬γή περί τοϋ Ήγησίππου, διέσωσε μερικά άποσπάσματα, πού δίνουν μόνο άμυδρή εικόνα τοϋ έργου. Επρόκειτο γιά συναγωγή ιστορικού ύλικοΰ προς άπόδειξη της γνησιότητος τής εκκλησιαστικής Παραδόσεως καί κατάδειξη της ψευδοχριστιανικότητος τών γνωστικών παραδόσεων. "Ετσι ή ιδιαίτερη συμβολή καί σημασία τοϋ Ήγησίπου βρίσκεται στήν προβολή τής ιστορικής παραδόσεως ώς επιχειρήματος κατά τών αιρετικών καί γνωστικών. Στό έπι- χείρημα τοΰτο δίνει ό Ειρηναίος θαυμαστό θεολογικό βάθος.
Άποσπάσματα βρίσκονται στήν Έκκληα. ίστ. τοΰ Εύσεβίου Β 23, 4¬18 (Περί τοΰ Ιακώβου), Γ 20,1-8 (Περί τών Ιεροσολύμων), Γ 32 (Περί Έκ~ κλησ. Ίεροσ.), Δ 22,2-3 (περί τής παραμονής τοΰ Ήγησίππου στήν Κόρινθο καί τή Ρώμη-μνεία έπισκόπων Ρώμης), Δ 22,4-6 (Περί 'Ιακώβου, Συμεών, τών πρώτων αιρέσεων καί τών γνωστικών), Δ 22,7 (ιουδαϊκές αιρέσεις κακο- δοξίες), Δ 8,2 (περί ναοΰ καί άγώνων πρός τιμή ειδωλολατρική Άντινόου), καί ατό Μνριόβιβλον τοΰ Φωτίου 232. Φαίνεται δτι ό Ειρηναίος λιγώτερο καί όΕύσέβιος πολύ περισσότερο χρησιμοποίησαν στά έργα τους τό ιστορικό ύλικό τών Ύπομνημάτων.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
'Εκδόσεις : ΤΗ. ZAHN, Forschungen zur Geschichte des neutestamentlichen Kanons, Erlangen 1900, σσ. 243-246. Ε. PREUSCIIEN, Antilegomena, Tubingen 21905,. σσ. 107-113. ΒΕΠ 5, 82-86.
Μελέτες : Ε. BUONAIUTI, Marcione ad Egesippo, είς Religio (1936) 401-413. L. HERMANN, Lafamille du Christ d' aprfes H6g£sippe, εις Ree. Univ.Brux. (1957) 387-394. H. SUHLIN, Noch einmal Jacobus «Oblias», εις Bi 28(1947)1952-1953. A. EHRHARDT, The Apostolic Succession in the First Two Centuries..., London 1953. L. BIELER, Adamnan und Hegesipp^ WSt 69(1956)344-349. K. MRAS, Die Hege- sippus-Frage, είς AOAW 95(1958)143-153. A. JAVIERRE, EI adiadochen epoiesamen» de Hegesipo y la primera lista papal, εις Salesianum 21(1959)237-253. N. HYLDAHL, Hegesipps Hypomnemata είς SlTh 14(1960)70-113. W. TELFER, Was Hegesippus a Jew ? εις HThR 53(1960) 143-153. H.VON CAMPENHAUSEN, Kirchliches Amt,...21963, σσ. 240-249. A. LUMPE, Zum Ilegesippe-Problem, εις ByFo 3(1968)165-167. II. KEMLER, Hegesipps romische Bischofsliste, είς VC 25(1971) 182-196. B.GRAY, The movements of the Jerusalem Church during the first Jewish War, εις J EH 24(1973) 1-7.
47. ΤΑΤΙΑΝΟΣ
ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ
Ό Τατιανός άποτελεΐ ένδιαφέρουσα και μοναδική περί¬πτωση στό χώρο τής Εκκλησίας. Δέν είναι πολύ γόνιμος θεο¬λόγος, άλλά δημιούργησε δική του σχολή, δική του θεολογική τοποθέτηση καί σχεδόν δική του «εκκλησία)). Γεννήθηκε (120;) στή Συρία, όπου σπούδασε φιλοσοφία καί γνώρισε άνα- τολικές μυστηριακές θρησκείες. Προικισμένος μέ άνήσυχο κι έρευνητικό πνεΰμα, μέ θρησκευτικό άνατολικό πάθος γιά τήν άλήθεια, μέ προδιάθεση μεσσιανική καί προφητική, μέ γνώση άλλά καί περιφρόνηση γιά τόν έλληνορωμαικό πολι¬τισμό, έπιχείρησε πολλά ταξίδια, γιά νά καταλήξη στό παγκό¬σμιο κέντρο τής έποχής, στή Ρώμη. Έδώ έγινε χριστιανός υπό συνθήκες άγνωστες. Ό ιερός Ίουστΐνος, τοΰ όποιου έγι¬νε μαθητής, ϊσως έπαιξε σχετικά κάποιο ρόλο. Ό ίδιος ό Τα- τιανός διηγείται ότι στό χριστιανισμό κατέληξε ώς έξής: άνα- ζητώντας τήν άλήθεια συνέβη νά γνωρίση «γραφάς βαρβα- ρικάς» ( = τήν ΠΔ), οί όποιες ήσαν αρχαιότερες άπό τις έλληνικές φιλοσοφικές αντιλήψεις, θειότερες (όρθότερες) και άπλούστερες άπό αύτές. Έτσι πείσθηκε κι εγινε «θεοδί- δακτος» (Πρός έλληνας 29). Ή διήγηση τής μεταστροφής δείχνει τήν θεολογική διαφορά του πρός τόν Ίουστΐνο, ό ό¬ποιος δέ φθάνει στήν άλήθεια μόνος του, άλλά όδηγημένος άπό ξένη δύναμη, άπό τό σεβάσμιο γέροντα- τήν άπόδεξη τής άληθείας βρίσκει στήν επαλήθευση τών προφητειών στήν ΚΔ' συνδέει τή μεταστροφή του μέ τό πρόσωπο τοϋ Χριστοΰ. Ό Τατιανός άνάγεται στήν άλήθεια μόνος. 'Απόδειξη τής άληθείας καί άρα δικαίωση τής μεταστροφής του βρίσκει ά- πλώς είς τήν άρχαιότητα, τών παλαιοδιαθηκικών βιβλίων, στή χρονική προτεραιότητα τοΰ Μωυσή έναντι τών ελλήνων σο¬φών. Ό Χριστός δέ διαδραματίζει κανένα ρόλο στή θεολογία του. Δέν είναι τυχαίο δτι δέν τόν άναφέρει στό εργο του. "Οπως ό Ίουστΐνος προσπάθησε σέ δλη του τή χριστιανική ζωή νά δικαίωση θεολογικά καί φιλοσοφικά τή μεταστροφή του, άναλύοντας τήν έπαλήθευση τών προφητειών, ετσι καί ό Τα- τιανός σέ δλη του τή ζωή κινήθηκε βασικά γύρω άπό τήν άρ-χαιότητα τής ΠΔ έναντι τών έλλήνων. "Εγινε δηλαδή τό θέμα τούτο κέντρο πού έρμηνεύει τή θεολογικο - φιλοσοφική του πορεία. Ή άλήθεια τοΰ Τατιανοΰ υπάρχει βασικά στόν κόσμο τών βαρβάρων καί κατ' εξοχήν στούς προφήτες. Δέν βλέπει δέ στήν ΚΔ οΰτε καν συμπλήρωση τής άληθείας αύτής. Ή θεολογία του περί Λόγου μοιάζει μ' έκείνη τών γνωστικών συστημάτων. Ό Λόγος δέν είναι ιδιαίτερη υπόσταση, άναπη- δα «κατά μερισμόν» (5) άπό τό Θεό ώ άπαρχής τής δημιουρ¬γίας, χωρίς νά διακρίνεται άπό τό άγ. Πνεύμα. Ή ψυχή δέν είναι άθάνατη* γίνεται δμως άθάνατη δταν γνωρίση τήν άλή¬θεια. Στόν Τατιανό εχομε τό τρισύνθετο τοΰ άνθρώπου (σώμα,, ψυχή, πνεΰμα). Οί άντιλήψεις του στό μόνο σωζόμενο εργο του είναι πολύ λίγο άνεπτυγμένες καί γι' αύτό λείπει μία πλή¬ρης εικόνα τους. Τό εργο του εχει κυρίως αρνητικό χαρακτή¬ρα: Μέ έπιμέλεια έπιστρατεύει πολλά όνόματα καί στοιχεία τοϋ ελληνικού κόσμου, γιά νά δείξη δτι προηγείται αύτών ό
Μωυσής, ό α πάσης βαρβάρου σοφίας αρχηγός» (31), δτι ελ¬ληνες και ρωμαίοι έλαβαν στοιχεία τής βαρβάρου σοφίας (= κυρίως τής Π Δ), τά όποια διαστρέβλωσαν καί παρεξήγησαν. ~Ετσι τίποτε τό άξιόλογο δέν &χει ό ελληνορωμαϊκός κόσμος. Αντίθετα μάλιστα, εκφράζει τήν άνηθικότητα, τή μυθομανία καί τή γενική άποτυχία. Ειρωνεύεται βάναυσα καί ύποτιμα τελείως τούς Πλάτωνα, 'Αριστοτέλη καί λοιπούς ελληνες φιλοσόφους, ποιητές, ρήτορες καί καλλιτέχνες.
'Εν τούτοις ό Τατιανός εΐναι βαθειά έπηρεασμένος άπό τή φιλοσοφία καί ίδίως άπό τή δημώδη καί τή μέση πλατω¬νική. Ούσιαστικά είναι μονοθεϊστής καί δυαλιστής φιλόσο¬φος, ενώ συγχρόνως χρησιμοποιεί άντιλήψεις γνωστικές καί δοκητικές, χωρίς δμως νά είναι οΰτε γνωστικός οΰτε δοκήτης. Ώς θρησκευτική φύση είναι έγκρατίτης. 'Απέρριπτε τό γάμο, κάθε κοσμική απόλαυση, τή βρώση κρέατος, τήν πόση οίνου άκόμη καί στή θ. Εύχαριστία. Οί έγκρατιτικές του άντιλήψεις έξέφραζαν τή θρησκευτικό - πρακτική πλευρά τής φιλοσο¬φικής θεολογίας του. Έπί τή βάσει αύτών μποροΰσε νά συ- στήση «διδασκαλείον» (Ειρηναίου, "Ελεγχος 1, 28) μέ «ίδιον χαρακτήρα», γιά νά δημιουργήση επειτα δική του όμάδα πι-στών, δπως καί τό εκαμε, άλλά στήν 'Ανατολή, ίσως περί τό 170 (Συρία, Μεσοποταμία). Στήν 'Ανατολή έπέστρεψε, Εγκα-ταλείποντας τή Ρώμη, μάλλον μετά τό μαρτύριο (165) τοΰ Ίου-στίνου. "Ισως διότι καί ό ίδιος κινδύνευε άπό τό μίσος τοΰ φι-λοσόφου Κρήσκεντα, άφοΰ καί αύτός είχε ιδρύσει σχολή στή Ρώμη, κατά τό παράδειγμα τοΰ διδασκάλου του Ίουστί¬νου. Περισσότερο δμως ή φυγή αύτή έκφράζει τήν περιφρό- νησή του πρός τόν έλληνορωμαϊκό κόσμο, άλλά καί τήν τυ¬πική άπομάκρυνσή του άπό τήν Εκκλησία. Τόσο δέ ξένος αισθάνεται καί είναι πρός τήν 'Εκκλησία, ώστε χρειάσθηκε νέο Εύαγγέλιο, δπως συνήθιζαν οί γνωστικοί διδάσκαλοι, τό Διατεσσάρων.
Ό Τατιανός λοιπόν δρα στό χώρο τής 'Εκκλησίας δια-σπαστικά, δταν ή ένότητά της δοκιμαζόταν* δρα υποτιμώντας καί άγνοώντας τήν Παράδοσή της σέ στιγμές κρίσιμες γΓ «ύτήν. Καί ό Ίουστΐνος βέβαια δέ ζοΰσε μέ πληρότητα ιγνα- τιανή τήν Παράδοση, άλλά είχε άπόλυτη έμπιστοσύνη στήν Έκκλησία, γι* αύτό δημιούργησε καί μαρτύρησε στούς κόλ¬πους της, τούς οποίους ό Τατιανός άρνήθηκε, ίσως χωρίς ποτέ νά γνωρίση καλά.
Τοποθετώντας τό έργο τοΰ Τατιανοΰ στά χρονικά πλαίσια τής έποχής του, παρατηροΰμε ότι άποτελεΐ άντίρροπη δύνα¬μη καί προσπάθεια στό πολυσήμαντο έργο τοΰ Ειρηναίου καί τοΰ Διονυσίου Κορίνθου.
ΕΡΓΑ
ΙΤρός έ'λληνας. Τό μοναδικό σωζόμενο εργο τοϋ Τατιανοΰ τιτλοφορείται «Πρός έλληνας». Γράφηκε μετά τό 165, μ,άλλον στήν 'Ανατολή, καί συνι¬στά εξαγγελία τοΰ προγράμματός του ή τών προϋποθέσεων, έπί τών οποίων θά στηριζόταν τό «διδασκαλεΐον», δηλ. ή σχολή και ή ομάδα τοΰ Τατιανοΰ. Δέν πρέπει νά καταλέγεται μεταξύ τών άπολογητικών έ'ργων, διότι δέν άπολογεΐται, επιτίθεται καί άναιρεΐ* αύτό δμως γίνεται θέση, τρόπος σκέψεως καί έρεισμα της σχολής του. Τά θετικά του στοιχεία (μοναρχία Θεοΰ Πατρός, κοσμογο¬νία, άγγελοι, δαιμονολογία, Λόγος, περι άναστάσεως τών σωμάτων, περί ψυ¬χής) είναι λίγα (5 εξής), άλλά ενδεικτικά της διαθέσεως του νά δώση στίς άν- τιλήψεις του μορφή άπηρτισμένου συστήματος, δπως θά έκανε καί κάθε γνω¬στικός διδάσκαλος.
Τό Διατεσαύρων (Εύαγγέλιον) (55 κεφάλαια). Τό έργο τοΰτο, πού τό πρωτότυπό του έχει χαθή, είναι είδος εναρμονίσεως τοΰ ύλικοΰ τών τεσσά¬ρων Εύαγγελίων. 'Ακολουθεί τά χρονικά πλαίσια τοΰ κατά Ίωάννην Ευαγ¬γελίου, παραλείπει τή διήγηση της γεννήσεως, τή γενεαλογία καί δ,τι ύπο- γραμμίζει τήν άνθρώπινη φύση τοΰ Κυρίου, χρησιμοποιεί σποραδικά υλικό απόκρυφο καί ενσπείρει έγκρατιτικές, δοκητικές καί άντιϊουδαΐκές άντιλή- ψεις. Γράφηκε στήν έλληνική (δπως άποδεικνύεται άπό μικρό άπόσπασμά του, πού βρέθηκε στή Συρία) μάλλον περί τό τέλος τοϋ Β' αι. Φαίνεται δμως δτι ό ΐδιος ό Τατιανός μεταγλώττισε στά συριακά τό έργο του κι έτσι γνώ¬ρισε τεράστια διάδοση. Χρησιμοποιήθηκε εύρύτατα στή λατρεία 6χι μόνο τών όπαδών τοΰ Τατιανοΰ, άλλά συχνά καί της Εκκλησίας μέχρι τόν Ε' αί. (Θεο- δωρήτου, Αιρετικής κακομνθίας 1,20). "Ετσι εξηγείται γιατί τό Διατεσσάρων Ευαγγέλιο έπέδρασε πολύ στή μορφή γενικά τοΰ Εύαγγελικοΰ κειμένου. Σώ¬ζονται πολλές μεταφράσεις (άραβική, περσική, λατινική-τών κάτω χωρών-πα- λαιογερμανική κ.ά.) καί ύπόμνημα Εύφραίμ (+373) τοΰ Σύρου (γνωστό άπό τό 1957), μέ τή βοήθεια τών όποιων γίνεται προσπάθεια προσεγγίσεως τοΰ πρωτοτύπου.
'Απολεσθέντα. Άπό μνείες ή άναφορές τοΰ Τατιανοΰ καί μεταγενέ- στερώ ν του εκκλησιαστικών συγγραφέων γνωρίζομε δτι έγραψε άκόμα ή, σκόπευε νά γράψη τά έξης έργα:
α) Περί ζώων} β) περί δαιμόνων (;), γ) Πρός τους άποφηναμένονς τά πεοί θεοϋ(;), δ) Περί προβλημάτων (\), ε) Περι τοϋ κατά Σωτήρα καταρ¬τισμού.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
'Εκδόσεις. Πρός ίλλψας : Ε. SCHWARTZ, Tatiani Oratio ad Graecos (TU 4,1), Leipzig 1888. E. GOODSPEED, Die altesten Apologeten, Gottingen 1914. ΒΕΠ 4,242¬267. Διατεσσάρων : A. GIASCA, Tatiani Evangeliorum harmoniae arabicae.., Ro¬me 1888. C. KRAELING, A Greek Fragment of Tatians Diatessaron from Dura, Lon¬don 1935. A. MARMARDJI, Diatessaron de Tatian. Texte arabe... collation£ avecles an- ciennes versions syriaques, suivi d' un 6vange]iaire diatessarique syrique, Bey¬routh 1935. The Lifcge Diatessaron..., by D. PLOOIJ - PHILLIPS - BAKKR, Amsterdam 1963-1970.
Μελέτες. Πρός ϋλλψας: L. ALFONSI, Appunti sul λόγος di Taziano, είς Gonvi- vium 14(1942)273-281. R. GRANT, The date of Tatian's Oration, είς HThR 46 (1953) 99-101. TOY ΙΔΙΟΥ, The heresy of Tatian, εις JTSt N.S. 5(1954)62-68. H. DORRIE, Re- zension von Andresen, Logos und Nomos, εις Gnomon 29(1957)185-196. MARTIN ELZE, Tatian und seine Theologie, Gott. 1960. L, LEONE, Due date della vita di Ta¬ziano, εις OCP 27(1961)27-37. R. GRANT, Fragments of Greek Apologists and Ire- naeus, είς Biblical and Patristic Studies in memory of R. Casey, Freiburg 1963, σσ. 188-191. TOY ΙΔΙΟΥ, Tatian (Or. 30) and the Cnostics, εις JTS, N.S 15(1964)65-69. G. F. HAWTHORNE, Tatian and his Discourse to the Greeks, zlqHThR 57(1964) 161¬188. L. BARNARD, The Heresy of Tatian-once again, είς JEH 19(1968)1-10. F. BOG- LIANI, Taziano, Oratio ad Graecos, Cap. 30,1, είς Kyriakon, Festschrift J. Quasten, I, Munste 1970, σσ. 226-235. R. WEIJENBORG, DieBerichte uber Justin und Crescens Lei Tatian, είς Antonianum 47(1972)372-390.
Αιατεσαάρων: C. PETERS, Das Diatessaron Tatians. Seine Oberlieferung und sein Nachwirken im Morgenland... (Orientalia Christ. Analecta 123), Roma 1939. L. LELOIR, Le Diatessaron de Tatien, είς OrSyr 1(1956)208-231, 313-335. G. Quis- PEL, L' ivangile selon Thomas et le Diatessaron, εις VC 13(1959)87-117. Βλ. TOY ΙΔΙΟΥ καί είς JBL 88(1969)321-330. A. BAKER, The Gospel of Thomas and the Dia¬tessaron, εις JThS 17(1965)449-454. L. LELOIR, fiphrem de Nisibe : Commentaire de 1' Evangile concordant au Diatessaron... (μετάφρ. άπδ συριακά καί άρμενικά, ει¬σαγωγή καί σημειώσεις) (.SCA 21), Paris 1966. Βλ. σχετικά P. KODJANIAN, εις ΗΑ 81 (1967) 345-354, 481-484. Ι. ORTIZ DE URBINA, Biblia Polyglotta Matritensia. Ve- tus Evangelium Syrorum et exinde excerptum Diatessaron Tatiani, είς Biblia Po¬lyglotta Matritensia & (1967)XVI 3-310. G. QUISPEL, Tatianus latinus, είς NTT 21 (1966/7) 409-419. J. MOLITOR, Tatians Diatessaron und sein Verhaltnis zur altsy- rischen und altgeorgischen Cberlieferung, είς OC 53(1969)1-88, 54(1970)1-75, 55 (1971)1-61. K. L. CARROLL, Tatian's influence on the developing Ν.Τ.,εΐς Stadies... in honor of K.W. Clark, Salt Lake City Univ. of Utah Pr. 1967, σσ. 58-70. G. QUI¬SPEL, Some remarks on the Diatessaron Haarense, είς VC 25(1971)131-139. TOY ΙΔΙΟΥ, Tatian and the Gospel of Thomas. Studies in the history of the Western Diatessaron, Leiden 1975,
48. ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ άπά τά ΣΑΜΟΣΑΤΑ (έθνικός, 125-192).
Ό Λουκιανός καταγόταν άπό τή Συρία, μορφώθηκε στή Μικρασία, σπού¬δασε φιλοσοφία στή Ρώμη, έζησε πάνω άπό είκοσι χρόνια στήν 'Αθήνα (165¬185) καί πέθανε δικαστικός υπάλληλος περί τό 192 στήν Αίγυπτο. Δέν ήταν βαθύς φιλόσοφος, άλλά είχε μεγάλο ταλέντο στή σάτιρα καί γι' αύτό στά πολ¬λά του έ'ργα διακωμωδούσε τούς πάντες καί τά πάντα : φιλοσοφία, τέχνη, θρη¬σκεία. Στό έ'ργο του «ΙΤερί τής Περεγρίνου τελεντής», δπου περιγράφει τήν περιπετειώδη ζωή, τή μύηση σέ διάφορες θρησκείες καί τόν έξιλεωτικό θά¬νατο τοϋ Περεγρίνου, βρίσκει εύκαιρία νά διακωμωδήση καί τό χριστιανισμό (κεφ. 16), τόν όποιο πάντως δέ γνώρισε άπευθείας, άλλά έξ άκοής καί διαδό¬σεων λαϊκού έπιπέδου. 'Οπωσδήποτε δμως ό Λουκιανός άπό τά Σαμόσατα τής Συρίας έ'γινε εκφραστής —έ'νας άπό τούς λίγους γνωστούς—τοΰ άντιχρι- στιανικοΰ πνεύματος, τό όποιο ήταν αιτία νά γράφουν άπό μέρους χριστιανών άπολογητικά έργα.
J. SCHWARTZ, Lucien de Samosate, Philopseudes et De morte Peregrini, 1951 (SXS.). H. D. BETZ, Lukian von Samosata und das NT (TU 76), 1961. J. SCHWARTZ, phie de Lucien de Samosate (collection Latomus 83), Bruxelles 1965.
49. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΝΤΙΜΟΝΤΑΝΙΣΤΗΣ
Ή σύγχυση πού προκάλεσε ό μοντανισμός ειχε σάν άποτέλεσμα σειρά χαμένων συνήθως άντιμοντανιστικών συγγραφών, μιας τών οποίων σώθηκαν οκτώ άποσπάσματα στήν 'Εχχλησιαατική Ιστορία (Ε 16-17) του Εύσεβίου. Δυστυχώς ό συντάκτης της συγγραφής παραμένει άνώνυμος. Πρόκειται δμως γιά τριμερές καί εξαιρετικά σπουδαίο έ'ργο μικρασιάτη θεολόγου μέ άξιόλο- γες πληροφορίες γιά τή διδασκαλία καί τήν ιστορία τοΰ μοντανισμοΰ. Τό έργο, πού άπευθύνεται σέ κάποιο Αύίρκιο Μάρκελλο, υπήρξε φαίνεται ή άρχαιότε- ρη πηγή τοΰ Εύσεβίου γιά τό μοντανισμό.
Κατά τόν Harnack (I 1, σελ. 240 καί II 1, σελ. 381) τό έργο γράφηκε 13/14 έτη μετά τό θάνατο τής Μαξιμίλλας (+179), ή όποία συνέχισε τήν προ¬φητική δράση καί πράξη τοΰ Μοντανοΰ.
Ό αύτός Εύσέβιος, καθώς καί μεταγενέστεροι έκκλησιαστικοί συγγρα¬φείς (Έπιφάνιος, Δίδυμος, Ίερο>νυμος, 'Ισίδωρος Πηλουσίου κ.ά.), άναφέρον- ται σέ άντιμοντανιστικά έργα χωρίς δμως άκριβέστερες ενδείξεις (Harnack, I Ι,σσ. 241-242), κάτι πού υπογραμμίζει τήν πληθώρα τών σχετικών έργων άλλά καί τή γρήγορη έξαφάνισή τους ένεκα της ύποχωρήσεως άσφαλώς τοΰ μοντανισμοΰ καί τής μικρής θεολογικής τους άξιας.
50. ΡΟΔΩΝ
Μικρασιάτης λαϊκός θεολόγος, πού μετανάστευσε στή Ρώμη καί μαθή¬τευσε στόν πολύ Τατιανό (+190;) πριν άπό τό 172. Πότε ήκμασε ό Ρόδων δέ γνωρίζομε. 'Τποθέτομε δμως δτι έδρασε μεταξύ 170 καί 195 τουλάχιστον, άφοΰ αντέκρουσε βιβλία καί άντιλήψεις τοΰ δασκάλου του Τατιανοΰ, δπως πλη¬ροφορεί ό Εύσέβιος στήν Έκκλησ. ϊστορ. (Ε 13), δπου καταχωρίζονται τρία άποσπάσματα έργων του καί πενιχρές ειδήσεις. Διακρίθηκε σάν άντιγνωστι- κός συγγραφέας, γράφοντας μάλλον στή Ρώμη καί συνομιλώντας μέ τούς άρ- χηγέτες τών γνωστικών, δπως π.χ. μέ τόν 'Απελλή, τόν όποιο έφερε σέ δύσκο¬λη θέση. Ό Εύσέβιος (αύτόθι) σημειώνει δτι ό Ρόδων συνέταξε «διάφορα βι¬βλία», έκ τών όποιων άναφέρει δύο", α) Πρός τήν Μαρκίωνος αϊρεσιν καί β) Είς τήν Έζαήμερον υπόμνημα. Τό άντιτατίανικό του έργο ήταν καθαρά ερμη¬νευτικό καί σκοπό είχε τήν άνατροπή τής ερμηνείας πού έδινε ό Τατιανός σέ άσαφή καί σκοτεινά σημεία (νοήματα) τής Γραφής.
51. ΠΟΛΥΚΡΑΤΗΣ ΕΦΕΣΟΥ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΠΕΡΙ ΠΑΣΧΑ
Ό Πολυκράτης καταγόταν άπό χριστιανική λευϊτική οι-κογένεια, πού είχε ήδη δώσει στήν Έκκλησία έπτά έπισκό- πους. Τό γεγονός τούτο μέ τή θεολογική του κατάρτιση και τή γνησιότητα τής διδασκαλίας του τοΰ έδωσαν περίοπτη θέση μεταξύ τών μικρασιατών έπισκόπων, τούς όποιους έπάξια έκπροσώπησε στήν περίφημη διαμάχη γιά τό χρόνο έορτα- σμοΰτοΰ Πάσχα. Σώζονται δύο άποσπάσματα άπό τήν 'Επι¬στολή πού έγραψε πρός τόν έπίσκοπο Ρώμης Βίκτωρα περι τό 195.
Ό Βίκτωρ, σκληρύνοντας τη στάση της ρωμαϊκής Εκκλησίας, ζήτησε άπό τόν Πολυκράτη νά συγκαλέοτη σύνοδο τών μικρασιατών έπισκόπων, δπου νά δεχθούν τόν έορτασμό τοϋ Πάσχα, σύμφωνα μέ τδ ρωμαϊκό έθος, έγκατα- λείποντας τήν τοπική τους παράδοση (14 τοΰ μηνός Νισάν μαζύ μέ τό εβραϊ¬κό Πάσχα). Ό Βίκτωρ στό γράμμα του άπειλοΰσε τΙς μικρασιατικές Εκκλη¬σίες μέ απόσχιση, άν δέ συμφωνοϋσαν μέ τήν άποψή του, άλλά ό Πολυκρά¬της υπερασπίσθηκε τήν άποστολικότητα τής κοινής παραδόσεώς τους, τονί¬ζοντας καί τή σχέση τής Εφέσου μέ τόν Εύαγγελιστή 'Ιωάννη, τοΰ οποίου ό τάφος βρίσκεται εκεί. Παράλληλα γνωρίζομε καί τήν επέμβαση τοϋ Ειρη¬ναίου ύπέρ τοϋ Πολυκράτη καί τών τεσσαρεσκαιδεκατιτών, χάρη τών ό¬ποιων έγραψε αύστηρά («πληκτικώτερον καθαπτομένων τοΰ Βίκτωρος») καί συμβουλευτικά (Εύσεβίου, Έκκλησ. ϊστορ. Ε 24,10) πρός τόν Βίκτωρα, μέ ά- ποτέλεσμα ή άποψή του νά επικράτηση, νά μή καταδικασθοΰν οί μικρασιάτες δηλαδή, μολονότι ό ίδιος ό Ειρηναίος έώρταζε τό Πάσχα τήν πρώτη Κυριακή μετά τή 14η τοΰ Νισάν, δπως καί ή Εκκλησία τής Ρώμης.
Οί πληροφορίες καί τά 8υό άποσπάσματα της έπιστολής όφείλονται βασικά στόν Εύ- σέβιο, Έκχλησ. ίστ. Ε 22 καί 24,1-8. Β. LOHSE, Das Passafest der Quartadecimaner, 1953. P. NauTiN, Lettres et icrivains Chretiens ..,Paris 1961, σσ. 65-74 (τά άποσπά¬σματα καί ή άνάλυσή τους).
Επιστολές μικρασιατών πβρί Πάσχα. Έξ αιτίας τοΰ εορτασμού τοΰ Πάσχα καί κυρίως έξ αιτίας τής άποφάσεως τοΰ Βίκτωρα Ρώμης νά άποκόψη μικρασιατικές 'Εκκλησίες γράφηκαν άπό μικρασιάτες Επιστολές, τις όποιες αόριστα άναφέρει ό Εύσέβιος καί οί όποιες δέ σώζονται (Έκκλησ. ίστ. Ε 24,10):
Βακχύλον Κορίν&ον Επιστολή, σχετική μέ τό Πάσχα, πρός τόν Βίκτωρα Ρώμης περί τό 195 (Εύσεβίου, Έκκλησ. ίστ. Ε 23,4).
'Επισκόπων Αλεξανδρινών Έπιστολαί, σχετικές μέ τό Πάσχα. Τής ιδίας έποχής μνημονεύονται 'Επιστολές άλεξανδρινών έπισκόπων, οί οποίοι έώρταζαν τό Πάσχα δπως καί στήν Παλαιστίνη, δηλαδή κατά τήν Κυριακή (Εύσεβίου, Έκκλησ. ίστ. Ε 25).
Έπισκόπων παλαιστινών Επιστολή πρός τούς μικρασιάτες, σχετική μέ τό Πάσχα. Γιά τις παραπάνω 'Επιστολές τών άλεξανδρινών πληροφορεί έπιστολή, πού συνέταξε ό Νάρκισσος (185-215;) 'Ιεροσολύμων καί υπέγρα¬ψαν καί άλλοι παλαιστίνοι επίσκοποι (Εύσεβίου, *Εκκλησ. ιστ. Ε 25). Βλ. P. Nautin, Lettres et dcrivains chr&iens..., Paris 1961, 85-89. Σώζεται μικρό άπόσπασμα.
52. ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ
Ό 'Απολλώνιος, γιά τόν όποιο δυστυχώς δέν έχομε ειδήσεις, είναι ένας άπό τούς πολλούς μικρασιάτες θεολόγους, πού, χωρίς νά είναι επίσκοποι ή πρεσβύτεροι καθώς φαίνεται, έπαιξαν σημαντικό θεολογικό ρόλο στή ζωή της Εκκλησίας. "Εγραψε περί τό 196/197 Kara μοντανιστών, 40 δηλαδή χρό¬νια, κατά τή μαρτυρία τοϋ ιδίου, μετά τήν έμφάνιση τοΰ Μοντανοΰ. 'Από τό πλούσιο σέ πληροφορίες έργο του σώζονται μόνο Ιξη άποσπάσματα στήν Έκ- κλησ. ιστορία (Ε 18) τοΰ Εύσεβίου, άπό τόν όποιο άντλησαν σχετικά οί με¬ταγενέστεροι. Στό έργο τοΰ 'Απολλώνιου έκτος άλλων ύπηρχαν, κατά τόν Εύ¬σέβιο, ειδήσεις καί παραδόσεις παράδοξες, δπως π.χ. δτι ό Χριστός διέταξε τούς άποστόλους νά μή χωρισθοΰν άπό τά 'Ιεροσόλυμα γιά δέκα έτη κ.ά.


Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.