Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

36. ΜΕΛΙΤΩΝ ΣΑΡΔΕΩΝ



36. ΜΕΛΙΤΩΝ ΣΑΡΔΕΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ


Σπουδαία έκκλησιαστική και θεολογική μορφή πού εδρασε κυρίως μεταξύ 160 και 180 ώς έπίσκοπος Σάρδεων τής Λυδίας καί ώς συγγραφέας. Εκπροσωπεί τήν πρωτοπόρο μικρασιατική θεολογία, πού υφαίνεται μέ παύλεια, ίωάννεια καί σύγχρονα θεολογικά στοιχεία και πού λίγο αργότερα θά δώση τό μεγάλο Πατέρα και Διδάσκαλο τής Εκκλησίας Ειρηναίο. Γιά τό βίο καί τή δράση τοΰ Μελίτωνα δέν εχομε πληροφορίες. Γενικά γνωρίζομε δτι ήταν διαπρεπής (Εύσέβιος, Έκκλησ. ίστ. Α 26, 1), πολιτεύθηκε ((έν άγίω Πνεύματι» (Πολυκράτης, στό παραπάνω εργο Ε 24,5) καί θεωρήθηκε στυλοβάτης («στοιχεΐον») τής Εκκλησίας καί τής Παρα- δόσεώς της (Ε 24, 1). Επίσης χαρακτηρίσθηκε «προφήτης)) ('Ιερώνυμος, De viris ill. 24) μάλλον μέ τήν άρχαία έννοια ή τήν έννοια τοΰ φορέα τής Παραδόσεως καί δχι διότι άνηκε στό προφητικό κίνημα τοΰ Μοντανοΰ, άπό τό όποιο δμως πιθανόν νά είχε κάποια επίδραση, μολονότι γνωρίζομε δτι τό άπέρριπτε. Οί περισσότεροι ερευνητές θέλουν τό Μελίτωνα τεσσαρεσκαιδεκατίτη (έώρταζε τό Πάσχα τήν 14 τοΰ Νισάν). Άπό τά πολλά του εργα, πού χάθηκαν έκτος άπό £να, συμπεραίνομε δτι εργάσθηκε καρποφόρα γιά τήν άντι μετώπιση προβλημάτων τής έποχής του, δπως τοΰ γνωστικισμοΰ, τοΰ μοντανισμοΰ ή τοΰ μαρκιωνιτισμοΰ.


Τή συγγραφική του δραστηριότητα άρχισε ίσως μέ τήν α'Απολογία», πού έστειλε στό Μάρκο Αυρήλιο (161-180) καί πού έκτος άπό ένα άπόσπασμα έχει χαθή. Γενικά τό έργο τούτο έκφράζει τό κλίμα τών άπολογητών τοϋ Β' αιώνα, άλλά προσθέτει κι ένα νέο στοιχείο. Μεταξύ χριστιανισμού καί ρωμαϊκής αυτοκρατορίας πρέπει νά ύπάρχη αρμονία. Καί ό μέν καί ή δέ ξεκίνησαν συγχρόνως καί άνθισαν στούς προ-χριστιανικούς χρόνους, αύξήθηκαν δμως βραδύτερα, κάτι πού δείχνει δτι υπάρχει σ' αύτά κοινή μοίρα, ένεκα βέβαια τής ένιαίας θείας οικονομίας καί τής δυνατότητος τοϋ κόσμου νά θριαμβεύση έπί τοΰ κακοϋ (κοινή άντίληψη στούς άπο¬λογητές). Τό περίφημο έργο «Περί Πάσχα», πού είναι καί τό μόνο πλήρες σωζόμενο κείμενο τοΰ Μελίτωνα (δημοσιεύ¬θηκε όλόκληρο τό 1940 καί πληρέστερα μόλις τό 1960), άπο- καλύπτει μιά άλλη διάσταση τής προσωπικότητός του, ή όποία κατανοείται στό θεολογικοεκκλησιαστικό κλίμα τής έποχής, Ή θεολογία του εδώ είναι βιβλική καί βασικά δέ φαίνεται νά έπηρεάζεται άπό φιλοσοφικές ή κοσμολογικές άντιλήψεις. Τά δάνειάτου είναι δευτερευούσης σημασίας (π.χ. άπό τό γνωστικό Θεόδοτο). Διευρύνει κι έμβαθύνει σέ θαυμαστό βαθμό τή θεολογία τής ένιαίας θείας οικονομίας, τής ένότητος δηλαδή τοΰ σωτηριώδους έργου άπό τήν πτώση τοΰ Αδάμ καί έξης. "Ετσι έρμηνεύει τήν ιστορία καί τή σωτηρία σάν ένιαΐο γεγονός μέ διάθεση άπόλυτα αισιόδοξη.Είναι χαρα¬κτηριστικό δτι στήν ιστορία γενικότερα καί στό βίο τοΰ Ισραη- λιτικοϋ λαοΰ συγκεκριμένα άναζητα καί βρίσκει τή δράση τοΰ Χριστοΰ, ώστε νά χαρακτηρίζωμε τή θεώρηση αύτή τοΰ προχριστιανικοΰ κόσμου χριστολογική. Αύτό δέν τόν έμποδί- ζει νά είναι όξύς καί δεικτικός γιά τούς έβραίους, πού τούς θεωρεί υπεύθυνους σταυρωτές τοϋ Χριστοΰ καί θεοκτόνους.
Τή θεολογία του ό Μελίτων αναπτύσσει ξεκινώντας άπό τή θεώρηση τής Π Δ ώς τύπου καί τής ΚΔ ώς έκπληρώσεως καί θριάμβου. Τό μυστήριο τοΰ Χριστοΰ καί τής σωτηρίας έχει έκδηλη τήν προτύπωσή του στήν Π Δ, ή όποία κατανοείται μόνο μέσω τής ΚΔ: «ουδέν έστι τό λεγόμενον καί γινόμενον δίχα παραβολής καί προκεντήματος... τό μέ λεγόμενον παραβολής, τό δέ γινόμενον προτυπώσεως» (35). Τό Πάσχα τής ΠΔ είναι τύπος τοϋ καινού Πάσχα, τοϋ μυστη¬ρίου καί τής άληθείας τής σωτηρίας. Έτσι ό Μελίτων γίνεται στήν αρχαία Έκκλησία ό έπιφανέστερος έκπρόσωποςτής έξη- γητικής μεθόδου τής τυπολογίας.'Ολόκληρο τό εργο του «Περί Πάσχα» αποβαίνει υπογράμμιση τοΰ ρόλου τοΰ Χριστοΰ στήν ιστορία γιά τή σωτηρία τοΰ άνθρώπου, κάτι πού άποτελοΰσε τό κέντρο τής έορτής τοΰ Πάσχα καί πού ενίσχυσε ό Μελίτων.
Ή περιγραφή κι έρμηνεία τοΰ προσώπου τοϋ Χριστοΰ άποδίδει γενικά τή Χριστολογία τοΰ Β' αίώνα, ένώ ενίοτε γίνεται «πρόδρομος)) τής μεταγενέστερης χριστολογίας (μέ φράσεις, δπως : ό Χριστός «φύσει θεός ών καί άνθρωπος» 8• «Θεός γάρ ών όμοΰ τε καί άνθρωπος τέλειος ό αύτός τάς δύο αύτοΰ ουσίας)), Περϊ σαρκώσεως άπόσπασμα) καί «προ¬ετοιμάζει)) τό μοναρχιανισμό και σαβελλιανισμό (μέ φρά¬σεις, δπως : ό Χριστός είναι «καθ' δ γέννα πατήρ, καθ' δ γεννάται υιός)) 9* «Κύριος ένδυσάμενος τόν άνθρωπον» 100• ό Χριστός «φορεί τόν πατέρα καί υπό τοΰ πατρός φορεί- ταΐ)) 105). Ή τελευταία τάση είναι συνήθης είς τούς άπολο¬γητές, μάλιστα στό β' ήμισυ τοΰ Β' αιώνα. Βέβαια ό Μελί¬των δέν προετοιμάζει συνειδητά καμμία κακοδοξία, εκφρά¬ζει άπλώς τήν έποχή του.
Ή προσφορά τοΰ Μελίτωνα στή ζωή τής Εκκλησίας αποβαίνει έξαιρετικά μεγάλη στόν τομέα τής ύμνωδίας της. Τό σωζόμενο κείμενο του, πού είναι στό μεγαλύτερο του μέρος ποιητικό καί πού συνιστά τό εκτενέστερο ρυθμικό κεί¬μενο τής αρχαίας Εκκλησίας, έγινε τό λίκνο τής εκκλη¬σιαστικής ποιήσεως κι έδωσε ώθηση στή δημιουργία τών περιφήμων «κοντακίων)), πού γράφηκαν άπό τό τέλος τοΰ Δ' μέχρι τόν Ζ' αιώνα. Αντιπαραβολή τοΰ «Περί Πάσχα» καί τής ακολουθίας τής Μ. Παρασκευής (Π. Χρήστου) δείχνει έντυπωσιακά δτι τό κείμενο τοΰ Μελίτωνα άποτέλεσε τή βάση ή τήν πηγή τής ακολουθίας αύτής. Έτσι τό κείμενο τοΰτο, σέ συνδυασμό μέ τήν έπισήμανση ποιητικών καί υ¬μνολογιών τμημάτίον καί σέ άλλα κείμενα τοΰ Β' αι., λύνει
οριστικά τό περίφημο πρόβλημα της προελεύσεως, τής πηγής και τής προϊστορίας τής έξαιρετικής ποιοτικά καί ποσοτικά έκκλησιαστικής ποιήσεως τών μεταγενέστερων χρόνων.

ΕΡΓΑ

Ό Μελίτων υπήρξε πολυγραφώτατος, αν κρίνωμε άπό τόν κατάλογο τών έργων πού τοΰ προσγράφει δ Εύσέβιος (Έκκλησ. «στ. Δ 26,1-3), μολονότι δέν άποκλείεται κάποιοι τίτλοι νά είναι απλώς τίτλοι κεφαλαίων.
Περί ΊΙάοχα. Τό έ'ργο, γραμμένο μεταξύ 160 καί 170, έγινε γνωστό στό σύνολό του τό 1940 μέ δημοσίευση παπύρου τοΰ Michigan άπό τόν Bonner (καί πληρέστερα μόλις τό 1960 μέ τή δημοσίευση τοΰ Παπύρου Bodmer XIII άπό τόν Testuz). 'Αμέσως δημιούργησε πολλά προβλήματα σχετικά μέ τήν ταυτότητά του, ενώ συγχρόνως έρριξε πολύ φώς στήν ιστορία τής θεολο¬γίας τοΰ Β' αί. Οί περισσότεροι ερευνητές ταυτίζουν τό παρόν έργο μ' εκείνο πού άναφέρει ό Εύσέβιος (περί χον Πάσχα δύο). Ό Β. Ψευτογκάς σέ άξιόλο- γη μελέτη (Μελίτωνος Σάρδεων...) προσπαθεί νά δείξη δτι τό σωζόμενο τοΰτο έργο συνιστά τό δεύτερο τμήμα τοΰ διμεροΰς Περί Πάσχα έργου τοΰ Μελί- τωνα, ενώ τό πρώτο τμήμα αύτοΰ άποτελεΐ 'Ομιλία στό Πάσχα, πού άποδό- θηκε στόν Ιππόλυτο πρώτα καί τό Χρυσόστομο έπειτα (PG 59, 735-746, ή έκτη άπό συλλογή έπτά όμιλιών στό Πάσχα). Οί δμοιότητες, θεολογικές καί μάλιστα μορφολογικές, πού υπάρχουν μεταξύ τών δύο τούτων κειμένων είναι πράγματι εντυπωσιακές, άλλ' άκριβώς οί ομοιότητες αύτές όδηγοΰν στήν υπόθεση ότι δυνατόν ή ψευδοχρυσοστόμεια ομιλία νά κατασκευάσθηκε μέ πρότυπο τήν όμιλία τοΰ Μελίτωνα ή ν' άποτελή είδος διασκευής της. Εύ ρεϊα συζήτηση έγινε καί γιά τήν προέλευση τοΰ έργου. Πολλοί επιμένουν {έκ τών τελευταίων ό Hall, Melito in the light...) δτι σχετίζεται άμεσα μέ τήν πασχάλια ιουδαϊκή Ilaggadah, χωρίς νά είναι Haggadah, άφοΰ πρόκει¬ται γιά προπασχάλια όμιλία, πού άκούσθηκε στήν άγρυπνία τής Μ. Παρασκευ¬ής. Ή έπίδραση τής ιουδαϊκής γραμματείας καί μάλιστα τών ποιητικών βι¬βλίων τής ΠΔ στό Μελίτωνα πρέπει νά θεωρήται βεβαία, άλλά στό χώρο τής 'Εκκλησίας είχαν ήδη δημιουργηθή οί άπαραίτητες προϋποθέσεις καί τό ά- ναγκαΐο κλίμα γιά τέτοια ρυθμικά έργα, δεδομένου δτι ποιητικά καί ρυθμικά στοιχεία βρίσκομε σέ πολύ παλαιότερα έργα, όπως τοΰ Κλήμεντα Ρώμης καί τοΰ 'Ιγνατίου. "Αλλωστε ό Μελίτων δέν εργάσθηκε ερήμην τοΰ γνωστικού κλίματος, άφοΰ εΈναι βέβαιο δτι χρησιμοποίησε κείμενα τοΰ γνωστικοΰ Θεοδό- του (Cantalamessa). Γενικά ώς πρός τό θέμα τών πηγών τοΰ Μελίτωνα μπο- ροΰμενά ποΰμε δτι χρησιμοποιοΰσε ύλικό, πού υπήρχε στή διάθεσή του, χωρίς δμως νά τό έπαναλαμβάνη μηχανικά. Τό δέ ύλικό αύτό ήταν κατηχητικές συλλογές ή κάτι παρόμοιο, συγκροτημένες μέ άφορμή τό γνωστικισμό, τό μοντα- νισμό κλπ. Τό ύλικό μάλιστα τοΰτο, ίσως νά έξηγή τήν εντυπωσιακή ομοιότητα της ψευδο-χρυσοστομικής ομιλίας πρός τό Περί Πάσχα έργο τοΰ Μελίτωνα.
Ό χαρακτήρας τής ομιλίας εΤναί οϊκοδομητικός καί συγχρόνως πολεμικός. Οικοδομεί καί διδάσκει μέ ισχυρό ενθουσιασμό, άναλύοντας τήν έννοια τοϋ χριστιανικού Πάσχα σέ σχέση μέ τό ιουδαϊκό Πάσχα. *Η άσιανική λεγο¬μένη δευτέρα σοφιστική έδωσε τή φιλολογική μορφή στήν ομιλία {ή στις ό- μιλίες, άν δεχθούμε τήν πρόταση τοϋ Ψευτογκά) τοΰ Μελίτωνα. Τοΰτο έξηγεΐ τήν υπερβολική έπιτήδευση, τίς κουραστικές έπαναλήψεις καί τήν προσφυγή σέ εύκολα μέσα γιά τήν έπιτυχία τοΰ ρυθμοΰ. Γενικά πάντως επιτυγχάνεται άρμονία καί ρυθμός μέ ίσόκωλα, όμοιοτέλευτα, ϊσοσυλλαβίες, άντιθέσεις κλπ. Τό γεγονός δτι όλόκληρο σχεδόν τό κείμενο είναι ρυθμικό έκανε πολλούς νά δεχθοΰν αύτό σάν ύμνο τής προπασχάλιας άκολουθίας τών τεσσαρεσκαιδε- κατιτών (μολονότι μερικοί δέ θέλουν τεσσαρεσκαιδεκατίτη τό Μελίτωνα: Huber, Passa und Ostern). Τήν έποχή δμως εκείνη ήταν άδύνατο νά είχα¬με τόσο μακρούς λειτουργικούς ύμνους, ή δέ πλοκή τοΰ κειμένου προϋποθέτει άκροατήριο. Πιθανόν λοιπόν νά πρόκειται περί ομιλίας ρυθμικής, ή όποία έκφωνήθηκε μέν τή Μ. Παρασκευή, άλλά ένεκα τής ποιητικής μορφής καί τής θεολογίας της έπαιξε μεγάλο ρόλο στή δημιουργία τής υμνολογίας τής Μ. Παρασκευής καί ίσως εν μέρει χρησιμοποιήθηκε σάν ύμνος κατά τόν Β' αίώνα.
Τό κείμενο άποτελεΐται άπό 826 στίχους (έκδ. Perler) ή 105 ενότητες καί άρχίζει μέ τήν παρουσίαση τοϋ θέματος. Στίς ένότητες 2-34 άσχολειται μέ τό Πάσχα τών 'Ιουδαίων, στίς ένότητες 35-46 μέ τή σχέση Π καί ΚΔ, ή όποία είναι σχέση τύπου καί πραγματικότητος ή άληθείας, καί στίς ένότητες 47-105 μέ τό καινό Πάσχα. Ό συγγραφέας τελειώνει μέ τό θρίαμβο τοΰ ά- ναστημένου Χριστοΰ, πού είναι τό Α καί τό Ω, ό βασιλεύς, ό Κύριος, ό καθήμε¬νος έν δεξιά τον Πατρός.
Τό έργο μεταφράσθηκε στή λατινική, τή συριακή, τήν κοπτική καί τή γεωργιανή γλώσσα έν δλω ή έν μέρει.
'Αποσπάσματα. Σέ κείμενα έκκλησιαστικών συγγραφέων έπισημάνθηκαν δέκα πέντε άποσπάσματα έργων τοΰ Μελίτωνα. Τά τρία τελευταία ήσαν μόνο σέ λατινική γλώσσα, άλλά τό 1972 ό Μ. Richard δημοσίευσε τό ελλη¬νικό πρωτότυπο τών δύο (XIII καί XV).
'Απολεσθέντα. Ή άναφορά τοΰ Εύσεβίου στά έργα τοϋ Μελίτωνα δέν φαίνεται νά έχη τήν έννοια τοΰ άκριβοΰς καταλόγου αύτών, γι* αύτό καί μερικοί τίτλοι πιθανόν νά είναι τίτλοι καφαλαίων βιβλίου καί 6χι τίτλοι βιβλίων. Πάντως μέ τή βοήθεια τοΰ Εύσεβίου {'Εκκλ. ίστ. Δ 26,1-2) γνωρίζομε τούς εξής τίτλους έργων (ή κεφαλαίων) τοϋ Μελίτωνα:
α. Άπολογία (σώζονται δύο μικρά σχετικώς άποσπάσματα, πού φέρουν τόν τίτλο: Προς Άντωνϊνον Βιβλίδιον). β. Περί πολιτείας και προφητών (ί¬σως άναίρεση τοΰ μοντανισμοΰ). γ. Περι 'Εκκλησίας. δ. Περί Κυριακής λό¬γος. ε. Περί πίστεως (σώζεται άπόσπασμα έλληνικά, λατινικά καί συριακά. Σχετικά βλ. Ψευτογκά, Τό άπόσπασμα...). στ. Περί πλάσεως. ζ. Περι ύπα- κοής πίστεως αισθητηρίων (;) Μήπως πρόκειται γιά τρία έργα ή τρία κεφά¬λαια; η. ΠερΙψνχήςκαι σώματος έν ενώσει (άπόσπασμα έλλην. καί λατινικά) Τό περί «ιρυχής καί σώματος» έργο τοΰ 'Αλεξάνδρου 'Αλεξανδρείας άποτε- λεϊ ϊσως μέρος τοΰ παρόντος έργου καί τοΰ «Περί σταυροΰ» τοΰ Μελίτωνα. θ. Περί Λοντρον (άπόσπασμα). ι. Περί αληθείας, ια. Περί πίστεως (μήπως: κτίσεως) καί γενέσεως Χρίστου, ιβ. Λόγος {περί τής) αύτοϋ προφητείας, ιγ. ΙΤερΙ φιλοξενίας, ιδ. Κλείς. ιε. Περί τον διαβόλου και τής Άποκαλύψεως 'Ιωάννου (άπόσπασμα). Ό Ιερώνυμος τό αναφέρει σάν δύο χωριστά έργα. Δια τοΰ έργου τούτου άποδεικνύεται ό Μελίτων ό αρχαιότερος ύπομνηματιστής τής 'Αποκαλύψεως. ιστ. Περί ενσωμάτου Θεοϋ (μάλλον ταυτόσημο πρός τό περι σαρκώσεως, πού άναφέρει καί άπό τό όποιο σώζει άπόσπασμα ό 'Αναστάσιος Σιναΐτης, PG 89, 228D-229B). ιζ. ΈκλογαΙ (άπόσπασμα πού παραδίδει τόν άρχαιότερο κατάλογο βιβλίων τής ΠΔ). ι η. Περί Πάσχα. Πρόκειται γιά τμήμα τοΰ διμεροΰς Περί Πάσχα έργου του ή γιά νέο έργο; Σώζονται δύο άποσπάσματα. ιθ. Περί άληθείας τοϋ Τιμίου Σταυροϋ {και) εφ' ου £παθεν ο Χριστός. Σώζεται τμήμα στή γεωργιανή γλώσσα. Βλ. Β. Ψευτογκα (Ή γεωργιανή όμιλία...), ό όποιος φρονεί δτι τά τέσσερα πρώτα ελληνικά άποσπάσματα προέρχονται άπό τό έργο τοΰτο (Αί περί σταυροΰ και πάθους.... 25-71).
Νό&α: Ή χειρόγραφη παράδοση προσγράφει εσφαλμένα στό Μελίτωνα καί τά έξής έργα. α) "Η κοίμησις τής Θεοτόκου, πού άνήκει σέ εποχή μετά τόν Δ' αιώνα, β) 'Απολογία σέ συριακή γλώσσα, πού γράφτηκε μάλλον τό 169. γ) Κλείς Γραφής σέ λατινική γλώσσα. Συλλογή άπό έργα κυρίως τοΰ Αυγου¬στίνου καί Γρηγορίου τοΰ Μεγάλου.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

'Εκδόσεις: Μέχρι τό 1940 είχαν γνωσθή καί δημοσιευθη μόνο άποσπάσματα. CAM¬PLE LL BONNER, The Homily on the passion by Melito..., London-Philadelphia 1940 (τό μεγαλύτερο μέρος τοϋ Περί Πάσχα άπό πάπυρο τοϋ Δ' αί. της συλλογής Α. Chester Beatty καί Πανεπιστημίου τοΰ Michigan). ΒΕΙΙ 4,271-276 (11 άποσπάσματα). Β. LOH- SE, Die Passa-IIomilie des Bischofs Meliton von Sardes, Leiden 1958. M. TESTUZ, Papyrus-Bodmer XIII, Meliton de Sardes, Hom&ie sur la Paque, manuscrit du Ille Steele (Bibliotheca Bodmeriana), Cologny-Ginfcve 1960 (άνεύρεση στόν πάπυρο Bod- mer XIII καί δημοσίευση τοϋ έργου στή σημερινή πληρέστερη μορφή του). G. Ruhbach, Altkirchlichen Apologeten, Gutersloh 1965, σσ. 29-33 (τάΐΐ άποσπάσματα). Ο. PER- LER, Meliton de Sardes, Sur la Paque et Fragments (SCh 123), Paris 1966. Π. ΧΡΗ¬ΣΤΟΥ, Πατερικόν έγχειρίδιον, Α, Θεσσαλονίκη 1966, σσ. 124-143. Κ. ΔΡΑΤΣΕΛΛΑ, Όμι¬λία είς τό πάθος ή περί Πάσχα, 'Αθήνα 1971. I. IBANEZ IBANEZ-F. Μ. Ruiz, Melit6n de Sardes, Ilomilia sobre la Pascua, Pampelune, έκδοση Univ. de Navarra, 1975. B. ΨΕΥΤΟΓΚΑ, Ή γεωργιανή όμιλία περί Σταυροΰ, είς Κληρονομιά 5(1973) 277-307 (έλλη- νική μετάφραση έπί τη βάσει λατινικής μεταφράσεως τοΰ γεωργιανού κειμένου). ΤΟΥ Ι¬ΔΙΟΥ, ΑΙ περί σταυροϋ καί πάθους τοΰ Κυρίου όμιλίαι άνατολ. πατέρων..., Θεσσαλονίκη 1973 (τά 4 έλλην. άποσπάσματα), σσ. 25-71- Γιά τις μεταφράσεις βλέπε Ο. Perler, παραπάνω .ϊργο, σσ. 46-47, καί τά σχετικά λήμματα στίς Μελετες.
Μελέτες: C. BONNER, The New Homily of Melito and its place in Christian Li¬terature, Oxford 1937. P. KAHLE,Was Melito's Homily on the passion originally writ¬ten in syriak? είς JTS 44(1943) 52-56. E. WELLESZ, Melito's Homily on the passion. Investigation into the sources of Byzantine Hymnography, εις JTS 44(1943)41-52. G. ZUNZ, On the Opening sentence of Melito's pascal Homily, εις HThR 36(1943)299- 315. P. NAUTIN, Le dossier d' Hippolyte et de Meliton .., Paris 1953, σσ. 44-73 (απο¬σπάσματα). Τοϋ ΙΔΙΟΥ, L' hom£lie de M61iton sur la passion, εις RHE 44(1949)429- 438. E. PETERSON, PS. Cyprian, Adversus Judaeos und Melito von Sardes, είς VC 6(1952)33-45. A. GRILLMEIER, «Das Erbe der Sohne Adams» in der Omilia de passio- ne Melito's, Bischof von Sardes, είς Scholastik 20/24 (1949)481-502. J. ZEILLER, A propos d' un passage 6nigmatique de Meliton.., είς REAug 2(1956)257-265. W. ScnNEEMELCHER, Der Sermo 1 De anima et corpore'. Ein Werk Alexanders von Ale- xandrien? εις Festschrift far G. Dehn.., Neukirchen 1957,119-143. H. ChadwiCK, A latin Epitome of Meliton Homily on the Pascha, είς JTS (N.S.) 11(1960) 76-82. J. DANIELOY, Figure et 6v^nement chez Meliton des Sardes, είς Neotestamentica et Patristica, Leiden 1962, σσ. 282-292. G. RACLE, A propos du Christ-Pfere dans 1' Hom^lie pascale de ΜέΜοη de Sardes, είς RSR 50 (1962)400-408. J. BLANK, Meliton von Sardes. Von Passa, Freiburg 1963 (έρμ.+υπόμνημα) O. PERLER, L'0van- gile de Pierre et Militon de Sardes, είς Rb 71(1964)584-590. N. HYLD AHL, Zum Ti- tel Περί Πάσχα bei Meliton, είς StTh 19(1965)55-67. R. MAINKA, Melito von Sardes (βιβλιογραφία), είς Clarentianum 5, Roma 1965, 225-255. D. M. MONTAGNA, Appunti sul ' Transitus Mariae ' dello Pseudo-Melitone, είς Marianum 1965, σ.177-195. G.RA- CLE, Perspectives christologiques de l'Hom&ie pascaie de Meliton,., είς SP 9(1966) 263-269. J. BIRDSALL, Melite of Sardis Περί τοϋ Πάσχα in a Georgian version, είς Mu 80(1967)121-138. B. TSAKONAS, The usage of the Scriptures in the Homily of Melito.., είς Θεολογία 38(1967)609-620. S.G. HALL, The Melito papyri, είς JTS, N.S. 19(1968)476-508. Π.ΧΡΗΣΤΟΥ, Τό £ργον τοΰ Μελίτωνος Σάρδεων Περί Πάσχα καί ή άκο- λουθία τοϋ πάθους, είς Κληρονομιά 1(1969)65-78. Β. ΨΕΥΤΟΓΚΑ, Τό άπόσπασμα έκ τοΰ Περι πίστεως τοϋ Μελίτωνος, άντιγνωστική /ριστολογική ομολογία, είς Κληρονομιά 1 (1969) 247-274.Th.HALTON, Valentinianechoes in Melito Peri Pascha? είς JTS, N.S. 20 (1969)535-538. A. HANSEN, The Sitz im Leben of the Pascal homily of Melito of Sardis... (διατριβή), Northwestern Univ. 1968. SIBINGA SMIT, Melito of Sardis, the artist and his text, είς VC24(1970)81-104. M. VAN ESBROECK, Le traiteSur la Paque de ΜέΙΗοη de Sardes en geoergien, είς Mu 84(1871) 373-394. S.G. HALL, Melito Περί Πάσχα 1 and 2. Text and interpretation, είς Festschrift J. Quasten, Munster Achen- dorf 1970, I, σσ. 236-248. S. G. HALL, Melito in the light of the Passover Haggadah, είς JTS, N.S. 22(1971)29-46. H.VON CAMPENHAUSEN, Die Entstehung der Heilsge- schichte..., είς Saeculum 21(1970)189-212 (Μέ τόν Ίουστινο, τό Μελίτωνα καί τόν Ειρη¬ναίο άρχίζει μιά πραγματικά ιστορική εξήγηση της ΠΔ). R. CANTALAMESSA, Questioni melztoniane.., είς RSLR 6(1970)245-267. ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ, Les homelies pascales de Μέ- liton et les extraits de Th£odote, είς Epektasis, M6I. h J. Danielou, Paris 1972, σσ. 263-271. Β. ΨΕΥΤΟΓΚΑ, Μελίτωνος Σάρδεων «Τά περί Πάσχα δύο» {'Ανάλεκτα Βλάτ. 8), Θεσσαλονίκη 1971. Μ. VAN ESBROECK., Nouveaux fragments de Meliton des Sardes dans une hom. giorgien «Sur la croix», είς AB 90(1972)63-99. M. RICHARD, T^moins grecs des gfragments XIII et XV de Militon..., είς Mu 85(1972)309-336. M. BRIO- so, Aportationes al problema de la metrica griega tardia, είς Estudios Cldsicos 16(1972)95-138. G. JOSSA, Melitone e I' A Diogneto, είς AIIS 2(1969/70)89-109. A. T. KRAABER, Melito the bishop and the synagogue at Sardis, είς Studies pres6nted to G. M. Haufmann, Harvard 1971, σσ. 77-85. W. SCHNEEMELCHER, Heilsgesei)|icllte Und Imperium. Meliton v. Sardes und der Staat, εις Κληρονομιά 5(1973)Stffi476.
R. WEIJENBORG, Μέΐίΐοη de Sardes lecteur...des S. Justin, είς Antonianum (1974) 362-366. O. PERLER, Peri Pascha 56 et la traduction g^orgienne, είς Forma futuri (πρός τιμήν τοϋ Μ. Pellegrino), Torino 1975, σ. 334-349. WILKEN ROBERT, Melito, the Jewish community at Sardis and the sacrifice of Isaac, είς TkS 37 (1976)53-69.

37. ΑΠΕΛΛΗΣ

Ό σημαντικώτερος μαθητής τοΰ Μαρκίωνα στή Ρώμη, μέ τόν όποιο- δμως διαφώνησε σέ ώρισμένα σημεία τής διδασκαλίας του. ΤΗταν φαίνεται πρόσωπο μέ καθαρό βίο κι ένέπνεε πολύ σεβασμό. Οί σπουδαιότερες ιδιοτυ¬πίες τοΰ 'Απελλή είναι: ή απόρριψη τής διαρχίας (ή άρχή τοΰ κόσμου είναι, μία), ή σχετική άπόρριψη τοΰ δοκητισμοΰ καί ή ολοκληρωτική καταδίκη τής ΠΔ. "Ενεκα τής διαφωνίας του μέ τό Μαρκίωνα έφυγε γιά τήν 'Αλεξάνδρεια, άλλά επανήλθε στή Ρώμη, δπου πέθανε μάλλον περί τό 180. Τις «προφητεΐές» του ώφειλε στή Φιλουμένη, πού επίσης άνήκε στούς μαρκίωνιτικούς κύκλους. "Ο,τι γνωρίζομε περί 'Απελλή όφείλομε στόν άντιαιρετικό συγγραφέα τοΰ Β' αιώνα Ρόδωνα, τοΰ όποιου άποσπάσματα καταχωρίζει στήν 'Ιστορία του ό Εύσέβιος (Ε' 13). Ό Ρόδων γνώρισε τόν Άπελή γέροντα. Στή διδασκαλία τοΰ 'Απελλή άναφέρονται ό 'Ιππόλυτος, ό Τερτυλλιανός, ό Έπιφάνιος καί ό 'Αμβρόσιος (άποσπάσματα).
"Εργα: Ό 'Απελλής έγραψε τούς Συλλογισμού; καί τις Φανερώσεις, τά όποια έκτος άπό λίγα άποσπάσματα έχουν χαθή. Στό πρώτο έξηγοΰσε τή ρι¬ζικά άρνητική του θέση έναντι τής ΠΔ καί στό δεύτερο κατέγραφε γενικά τις άπολαλύψεις-άντιλήψεις του. Ό Χριστός ήταν πραγματικός υιός τοΰ άγαΟοΰ Θεοΰ, άτελές κτίσμα, μέ άληθινή σάρκα, τήν όποία δμως είχε 6χι άπό τήν Παρ¬θένο, άλλά άπό τό σύμπαν (στοιχεία: θερμό, ψυχρό, ύγρό, ξηρό). "Οσοι πι¬στεύουν στόν εσταυρωμένο θά σωθοΰν, έάν πράττουν άγαθά έργα, τά όποια φαίνεται νά έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα άπό τήν πίστη. Ό Ρόδων ομιλεί πε¬ρί «πλειόνων συγγραμμάτων», τά όποια δέ γνωρίζομε. Εύαγγέλιο, τό όποιο προσγράφει στόν Απελλή ό Ιερώνυμος (Comment, εις Matth., Prol. XXVI 17Α), οΰτε άνευρέθηκε, οΰτε φαίνεται νά υπήρξε ποτέ.
Βιβλιογρ. : F. FRIED NER, Die ketzergeschichtlihen Angaben des Agapius und das System des Florinus (διατριβή), Munster i. w. 1942.

38. ΦΛΩΡΙΝΟΣ

Ό ΦλωρΤνος άνηκε στήν ίταλιωτική σχολή τοΰ Ούαλεντίνου. *Η περί¬πτωση του εκφράζει τή σύγχυση καί τήν κρίση πού δημιούργησε ό γνωστι- κισμός στούς κόλπους τής Εκκλησίας. Καί τοΰτο διότι ό Φλωρϊνος ήταν κατ* άρχάς μέλος τής Εκκλησίας, μαθητής τοΰ Πολυκάρπου Σμύρνης καί φιλικά συνδεδεμένος μέ τόν Ειρηναίο. Ό τελευταίος κατηγορεί σέ ίπιστολή του τόν Φλωρΐνο βτι εγκατέλειψε τήν όρθή διδασκαλία καί δτι οί άντιλήψεις πού έκφρά- "ζει είναι τελείως διάφορες άπό εκείνες πού άκουσαν μαζύ πλησίον τοΰ Πο¬λυκάρπου γύρω στό 150 μάλλον. Ό γνωστικισμός λοιπόν παρέσυρε 6χι μόνο άπλούς καί άπαίδευτους χριστιανούς, άλλά καί μαθητές αποστολικών άνδρών, ■πιστούς δηλαδή, πού γνώρισαν καλά τήν όρθή Παράδοση τής 'Εκκλησίας. Τό γεγονός δτι ό Ειρηναίος κατηγορεί τό Φλωρΐνο, γράφει εναντίον του τό χαμένο του έργο Περι Όγδοάδος καί συνιστά (πιθανώς) στό Ρώμης Βίκτω¬ρ α νά προσέχη τις κακόδοξες αντιλήψεις τοΰ ούαλεντινιανοΰ ιερέα καί συγ¬γραφέα Φλωρίνου, προϋποθέτει πλούσια δράση καί ϊσως συγγραφική δραστη¬ριότητα τοΰ τελευταίου (Εύσεβίου, Έκκλησ. ίστορ. Ε 20, 1 καί 4).
Βιβλιογρ : Α. von HARNACK, Marcion : Das Evangelium vom Fremden Gott, Leipzig a1924, σσ. 404-420. TOY ΙΔΙΟΥ, Unbeachtete und Neue Quellen zur Kenntnis des H&retikers Apelles (TV 28), Leipzig 1900, σσ. 93-108. HENNECKE- SCHNEEMELCHER, I, 259-260. G. QUISPEL, Die Reue des Schoephers, εις ThZ 5 (1949) 157-158. ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ, Πανάριον 44, 1-3. ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ, De Paradiso VI 30-32, VII 35.

39. ΠΕΡΙ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

Ή συλλογή τοΰ 'Ιωάννου Δαμασκηνοΰ eΙερά παράλληλα περιλαμβάνει καί άποσπάσματα τοΰ έργου Περί αναστάσεως, τό όποιο προσγράφει στόν Ί¬ουστΐνο. Τό έργο έχει άπολογητικό χαρακτήρα καί γνωρίζουν ό Ειρηναίος ("Ελεγχος Α 5) καί ό Τερτυλλιανός (De reiMrreciione), άλλά πρώτος ό Με¬θόδιος (Γ αί.) τό άπέδωδε στόν Ίουστΐνο, μεταξύ τών έργων τοΰ οποίου έκ- δόθηκε άπό τόν Otto. Τό έργο πάντως δέν έχει σχέση μέ τόν Ίουστΐνο. Σ' αύτό όδηγοΰν εσωτερικοί κυρίως λόγοι (π.χ. δέ χρησιμοποιεί τήν 77<d, κάτι πού γιά τόν Ίουστΐνο είναι άδιανότητο), δηλ. τό ΰφος καί ή θεολογική δομή τοΰ έργου, πού είναι διαφορετικά στόν Ίουστΐνο. 'Ανεξάρτητα άπό τήν πατρότητά του τό έργο, σύμφωνα μέ τά επιχειρήματα τοΰ Α. Harnack, πρέ¬πει νά γράφηκε μεταξύ τών ετών 150 καί 180.
Τό κείμενο διαιρείται σέ 10 κεφάλαια καί ό συντάκτης του ύπήρξε άξιό- λογη θεολογική μορφή. Σκοπό είχε νά καταδείξη σέ πιστούς καί άπιστους δτι θά πραγματοποιηθή ή άνάσταση σώματος καί ψυχής. Τά έπιχειρήματά του λαμβάνει άπό τήν θύραθεν σκέψη (ιδίως χάριν τών άπιστων) καί τή Γρα¬φή. Ό σημαντικώτερος άποδεικτικός του λόγος είναι τό πρόσωπο τοϋ Χρι¬στοΰ (1),πού άνέστησε νεκρούς κι ενδιαφέρθηκε γιά τή σάρκα(9), τήν όποία ό συγγραφέας χαρακτηρίζει πρωτοποριακά «τίμιον κτήμα παρά τφ Θεώ», διότι δημιουργήθηκε άπό αύτόν κι έγινε «είκών τώ πλάστη τιμία» (7). Τό άκόμη σημαντικώτερο είναι δτι δ άνώνυμος συγγραφέας μας επιχειρεί, έστω κι επιγραμματικά, θεολογία τής ιστορίας καί θεωρία τής άπολογητικής. "Ετσι, μιλώντας γιά τούς εκτός τής Εκκλησίας άνθρώπους, σπεύδει νά διευ¬κρίνιση «δτι ούδέν έξωθεν τοΰ Θεοΰ, ούδέ αύτός ό κόσμος, ποίημα γάρ έστιν αύτοΰ»(5). Κόσμος καί ιστορία έπομένως είναι ιερά καί οί άνθρωποι διακρί¬νονται δχι σέ άνθρώπους έκτος ή εντός τοΰ Θεοΰ, άλλά σέ πιστούς καί άπι¬στους.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

'Εκδόσεις: J. C. Th. OTTO, Corpus apologetarum christianorum saeculi secun- di, III, σσ. 21-24, 258. Κ. HOLL, Fragmente vornicanischer Kirchenvater aus den «Sacra Parallela» [TU 20, 2), Leipzig 1899, σσ. 36-49. ΒΕΠ 4, 224-232.
Μελέτες: Th. ZAHN, είς ZKG 8(1886)1-15, 20-37. G. ARCHAMBAULT, Le t0moi~ gnage de 1' ancienne literature chr6tienne sur 1' authenticity d' un περί άναστάσεως attribui a Justin Γ apologiste, εις RPh 29(1905)73-93. A. PUECH, Les apologistes grecs du II e sifccle de notre 6re, Paris 1912, σσ. 267-275, 339-342. F. LOOFS, Theophi- lus von Antiochien Adversus Marcionem und die anderem theologischen Quellen bei Irenaus [TU 46,2), Leipzig 1930, σσ. 211-257, 281-299. F. R. HITCHCOCK, Loof's Asiatic Source (IQA) and the Ps-Justin De resurrectLone, είς ZNW 36(1938) 35-60. W. DELIUS, Ps-Justin, tlber die Auferstehung, είς Theologia via- torum 4(1952)181-204. A. HARNACK, III, σσ. 508-510.
40. ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΚΟΡΙΝΘΟΥ (ττερίττου 160-180) Ό Οικουμενικός Διδάσκαλος
Ό Διονύσιος Κορίνθου υπήρξε ή μεγαλύτερη φυσιο¬γνωμία τής Εκκλησίας μεταξύ τών έτών 160 και 175/180, γιά τά όποια μάλιστα πληροφορίες εχομε σχεδόν μόνον άπό τίς * Επιστολές του. Ή παρουσία του στή θεολογία τοϋ Β' αιώνα έκφράζει τήν όπέρβαση τοϋ άπολογητικοΰ πνεύματος, τήν έπανεύρεση τοϋ κλίματος τοϋ Ιγνατίου καί τήν προετοιμα¬σία τής θεολογίας τοΰ Ειρηναίου. Ή μεγάλη σημασία τοΰ
Διονυσίου σχετίζεται μέ τήν κρίση τής εποχής και τή συμβο¬λή του στήν αντιμετώπιση τής κρίσεως αύτής. Ή Εκκλησία τών χρόνων του συνταρασσόταν κυριολεκτικά α) άπό τις τά¬σεις τών έγκρατιτών κατά τοϋ γάμου, β) άπό τό πρόβλημα τής συγχωρήσεως ή μή όσων πίπτουν σέ άμαρτίες ή αίρεση και γ) άπό τις προσπάθειες νοθεύσεως τοϋ άσχημάτιστου Κανόνα τής Κ. Διαθήκης. Ή άπάντηση τοϋ Διονυσίου στά παραπάνω προβλήματα, πού υίοθετήθηκε τότε άπ* όλες σχε¬δόν τις Εκκλησίες καί πού άπό τόν Γ' αί. έγινε Παράδοση τής Εκκλησίας, είναι ή έξης : ή άγαμία είναι προαιρετική καί ό γάμος ιερός* δσοι μετανοοϋν πρέπει νά γίνωνται δεκτοί σέ οποιεσδήποτε άμαρτίες ή αιρέσεις καί δίν έπεσαν* ό κανών τοΰ Μαρκίωνα είναι ψευδής καί οί χριστιανοί πρέπει νά γνω¬ρίζουν τόν άληθή Κανόνα καί τή σημασία του ("Έτσι στό πρόσωπο τοϋ Διον. εχομε τόν πρώτο θεολόγο τοϋ Κανόνα). Ή στάση αύτή, πού συνιστοϋσε προσωρινά τουλάχιστο τή λύση τής κρίσεως στούς κόλπους τής Εκκλησίας, έδωσε στό Διονύσιο έξαιρετικά μεγάλο κϋρος, οικουμενική αναγνώριση καί άσυνήθη εμπιστοσύνη τών Εκκλησιών στό πρόσωπο του. Τοΰτο άποδεικνύεται (άλλά κι έξηγεΐται) άπό τό γεγονός δτι πολλές Εκκλησίες, κατά τή μαρτυρία του καί τις περιλήψεις. Επιστολών του, άπευθύνονταν στόν έπίσκοπο Κορίνθου, ζητώντας άπάντηση σέ θέματα πού τις άπασχολοϋσαν. Αυτά συνέβαιναν κατά τούς χρόνους τής ρωμαϊκής παντοδυναμίας, ή όποία έδινε άσυνήθη δύναμη καί κϋρος στήν Εκκλησία τής Ρώμης, πού άλλωστε ήταν ή «προκαθημένη τής άγάπης» (Ιγνατίου, Πρός Ρω μ.). Έν τούτοις στούς χρόνους τής άκμής τοΰ Διονυσίου (160 - 175/80) οί τοπικές Εκκλησίες προσέ- φευγαν γιά θέματα άληθείας στόν έπίσκοπο Κορίνθου, καί δχι στόν έπίσκοπο Ρώμης, στόν όποιο προσέφευγαν γιά αίτη¬ση προστασίας καί οικονομικής ενισχύσεως. Ό Διονύσιος δέ συμβούλευε άπλώς, άλλά κάποιος παράγων τοΰ δημιουργοΰ- σε αίσθημα γενικής εύθύνης, ώστε νά απροστάττη» (Εύσε¬βίου, Έκκ/.ησ. Ιστ. Δ' 23,6) πρός άποδοχή κι εφαρμογή όσων πρέσβευε. 'Από αύτό δέν εξαιρείται ούτε ό Ισχυρός επίσκοπος
Ρώμης Σωτήρ, πού, ένώ διαφωνούσε μέ τό Διονύσιο, ύποχώ- ρησε σιγά - σιγά στις άπόψεις τοϋ τελευταίου. Ή πραγματι¬κότης αύτή καί ή αίσθηση ηύξημένης εύθύνης τοϋ Διονυσίου όδηγοϋν στή διαπίστωση τοϋ πρωτείου άλη&είας. Στήν 'Εκ¬κλησία δηλαδή ύπήρχε καί υπάρχει πράγματι πρωτείο, άλλά τοΰτο εξαρτάται άπό τήν αλήθεια, άπό τό δτι ένας έπίσκοπος έκφράζει γνησιώτερα καί βαθύτερα άπ' όσο οί άλλοι έπίσκο- ποι τή θεία άλήθεια σχετικά μέ προβλήματα πού άφοροϋν τή σοτηρία, στή ζωή τής 'Εκκλησίας. Τό πρωτείο τής άληθείας, πού είναι θείο μυστήριο, άνευρίσκομε στόν Κλήμεντα Ρώμης πρώτα, στόν 'Ιγνάτιο 'Αντιοχείας έπειτα καί στό Διονύσιο Κορίνθου τώρα (βλ. σχετικά Στυλ. Παπαδοπούλου, Διονύσιος Κορίνθου, 'Αθήνα 1975, σ. 19 - 21). Τό πρωτείο τούτο, πού δημιουργεί έσί,οτερική ευθύνη στόν έκφραστή του καί τοϋ παρέχει τό λόγο γιά νά έπιμένη καί νά «προστάττη» τίς 'Εκ¬κλησίες, δχι μόνο δέν έχει καμμία σχέση μέ τό πρωτείο δι¬καιοδοσίας ή έξουσίας, άλλά καί τό αναιρεί ούσιαστικά.

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ

Γιά τό βίο τοΰ Διονυσίου τίποτε τό ασφαλές δέ γνωρίζομε, έκτος τοΰ δτι έδρασε στούς χρόνους τοΰ Ρώμης Σωτήρα. (166-175) καί δτι μετά τό 180 έ-πίσκοπος Κορίνθου ήταν ό Βάκχυλος ή Βακχυλίδης. Οί άπηνεϊς διωγμοί τοΰ Μάρκου Αυρηλίου κυρίως, ή δράση τοΰ γνωστικού αιρετικού Μαρκίωνα καί οί έγκρατιτικές τάσεις δημιούργησαν στήν Έκκλησία οχ ι άκόμη σχίσματα, άλλά διχογνωμίες, διαιρέσεις, μεγάλη σύγχυση καί αμφιβολία, πρΰς άντιμετωπιση των οποίων ο Διονύσιος έγραψε Επιστολές, επτα ο;πο τις οποίες χαρακτηρίσθηκαν Καθολικές, ενεκα τοΰ κύρους τής γνήσιας διδασκαλίας τους, άλλά καί τής γενικής άποδοχής τους. Δυστυχώς οί 'Επιστολές αύτές άπωλέ- σθηκαν εκτός άπό τέσσερα σύντομα άποσπάσματα καί περιλήψεις οκτώ έπι- στολών (επτά καθολικών καί μιας προσωπικής), πού όφείλομε στόν Εύσέβιο (Έκκλησ. ίσχ. Δ 23,1-13). Οί επιστολές απευθύνονταν πρός «Αθηναίους», πρός «Νικομηδεις», πρός τήν Έκκλησία ιιΓορτύνης» Κρήτης, πρός τήν «'Αμά- στριδος» ΙΙόντου, πρός «Κνωσσ(ους)) Κρήτης, πρός «Ρωμαίους» καί πρός «Χρυσοφόραν». Τά άποσπάσματα (Εύσεβίου, *Εκκλησ. ίστ. Δ 10-12, Β' 25,8) προέρχονται άπό τήν «Προς Ρωμαίους» έπιστολή. Έκτος τών άλ¬λων άπό τά αποσπάσματα συνάγεται δτι επιχειρήθηκε ή νόθευση τών Επι¬στολών καί δτι οί 'Εκκλησίες Ρώμης καί Κορίνθου είναι ίσόκυρες, υπήρξαν καί οί δύο ((φυτεία» τών αποστόλων Πέτρου καί Παύλου καί άρα έχουν τήν αύτή παράδοση καί τήν αύτή άλήθεια. Τδ τελευταίο άποτελεΐ άπάντηση σέ άμε¬ση ή έμμεση αξίωση τοϋ επισκόπου Ρώμης γιά εύρύτερη δικαιοδοσία επί τών άλλων Εκκλησιών.
Ό Εύσέβιος fΕκκλησ. Ιστ. Δ 23,6, 8, 11) πληροφορεί ότι πρός τό Διονύσιο έγραψαν 'Επιστολές ό Ρώμης Σωτήρ (166-175), ό Βακχυλίδης μέ- τόν "Ελπιστο άπό τήν Άμάστριδα του Πόντου καί ό Κνωσσοΰ Κρήτης Hi- νυτός.Τά. κείμενα αυτά χάθηκαν. Ό Σωτήρ, δσο γνωρίζομε, είναι ό πρώτος Ρωμαίος επίσκοπος μετά τόν Κλήμεντα πού έγραψε επιστολή. "Ενα άπό τά πρόσωπα, μέ τά όποια σχετίσθηκε ό Διονύσιος, ήταν καί ό επίσκοπος στήν ' Α- μαστρη Πάλμας, πού έγραψε μάλιστα κι 'Επιστολή γιά τόν εορτασμό τοϋ Πάσχα (Εύσέβιος, Έκκλησ.. ιστ. Ε 23,2) Τό κείμενο δέ σώζεται.
ΦιλΙηηου Γορτύνης κατά Μαρκίωνος. Στούς χρόνους τοϋ Διονυσίου ό Φίλιππος έγραψε άντιμαρκιωνιτικό έργο πού χάθηκε (Εύσέβιος, Έκκλησ. ιστ. Δ 25).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

A. HARNACK, Die Briefsammlung des Apostels Paulus und die anderen vor- konstantinischen christlichen Briefsammlungen, Leipzig 1926, σ. 37 έξ. Σ. ΑΑΓΟ- ΠΑΤΗ, Ό άγ. Διονύσιος Κορίνθου, είς Κιβωτός 2(1953) 476-479. P. NAUTIN, Lettrea et^crivains chritiens des lie et Ille sifecles, Paris 1961, σσ. 13-32, ΣΤΥΛ. Γ. ΠΑΠΑΔΟ¬ΠΟΥΛΟΥ, Διονύσιος Κορίνθου ό οικουμενικές διδάσκαλος, Αθήνα 1975. Toy ΙΔΙΟΥ, Ό Διονύσιος Κορίνθου καί το μέγα κϋρος τής Εκκλησίας Κορίνθου (Β' αί. μ. Χ), είς Πρα¬κτικά τοΰ Α' Συνεδρίου Κορινθιακών Σπουδών, 'Αθήνα 1975, σσ. 138-146. Α. HARNACK, είς ZNW 6 (1905) 67 έξ. (ύπόθεση ττερί τοϋ δτι ή λεγομένη Β' Επιστολή Κλήμεντα Ρώμης είναι 6ργο τοΰ Σωτήρα Ρώμης).

41. ΜΑΡΤΥΡΙΟΝ ΣΚΙΑΑΙΤΑΝΩΝ Passio Sanctorum Scillitanorum
Σύντομο λατινικό κείμενο τοϋ είδους τών Πρακτικών. Α-ναφέρεται στήν καταδίκη έξη χριστιανών άπό τή Scilli τής Νου- μιδίας, πού έγινε στήν Καρθαγένη τό 180 άπό τόν άνθύπατο Σατουρνινο. Τό χωρίς ιδιαίτερη θεολογική αξία κείμενο τοΰ¬το άποκτα μεγάλη σημασία, διότι α) είναι τό άρχαιότερο χρο-νολογημένο κείμενο τής ρωμαϊκής Εκκλησίας σέ γλώσσα λατινική, β) τό άρχαιότερο γραπτό μνημείο γιά τήν Εκκλη¬σία στή Β. 'Αφρική καί γ) τό πρώτο κείμενο στό όποιο μνημο¬νεύεται λατινική 'Αγία Γραφή. Τοΰ λατινικοΰ κειμένου υπάρ¬χει έλληνική καί άρμενική έπεξεργασία.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
*Εκόδσεις: J. ARM. ROBINSON, The Acts of the Scillitam Martyrs, Cambridge 1891 (καί ή έλληνική έπεξεργ.). G. KRUGER G. RUHBACH, AusgewShltc Martyreracten, Tub. «1965, σο. 28-29. Η. MUSURILLO, The Acts..., σσ. XXII-XXIII, 85-89. F. COR- SAR0,N0te sugli Acta Martyrum Scillitanorum, είς NDid 6(1956) 5-51. H. KARPP,- Die Zahl der Scilitanischen Martyrer, είς VC 15(1961)165-172. R. HANSLIK, Secre tarium und Tribunal in den Acta Martyrum Scil, et? Milanges Mohrmann, Utrecht 1963, σσ. 165-168. Β. SCHIAVINATO, Gli atti dei Martiri Scillitani, είς Euntes Doccte 17(1964)448-484. R. FREUDENBERGER, Die Acten der scilitanischen Martyrer als hi- elorisches Document, είς WSt N.F 7(1973)196-215.

42. ΑΘΗΝΑΓΟΡΑΣ Ό Χριστιανός φιλόσοφος
ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ

Έάν έπιτρέπεται ή χρήση τοϋ δρου «χριστιανός φιλόσοφος», ό μόνος χριστιανός συγγραφέας τής έποχής του πού τόν δικαιοΰται άπόλυτα είναι ό Άθηναγόρας. Δυστυχώς ή αρχαία Εκκλησία δέ διατήρησε στή μνήμη της τό χριστιανό αύτό φιλόσοφο, πού σύμφωνα μέ τήν έπιγραφή τής «Πρεσ¬βείας» (= άπολογίας) του ήταν άθηναΐος. Έτσι άγνοοϋμε κάθε τι πού σχετίζεται μέ τό βίο και τή δράση του, άφοϋ καί ό μόνος έκκλησ. συγγραφέας πού τόν άναφέρει, ό Μεθόδιος 'Ολύμπου (Περί αναστάσεως 37,1), δέν είναι διαφωτιστικός. "Εζησε στούς χρόνους τοϋ Μάρκου Αύρηλίου (161 -180) και ίσως καί τοϋ Κομμόδου (180- 192), άγνωστο ποϋ. Ήταν ε¬ξαιρετικά μορφωμένος καί ή φιλοσοφική του κατάρτιση σκία¬ζε τή θεολογική. Προερχόταν άπό έγκρατιτικούς χριστιανι¬κούς κύκλους ή τουλάχιστο συμπαθούσε Ιδιαίτερα τις τάσεις αυτές, άν κρίνωμεάπό τις αυστηρές περί γάμου καί έγκρατείας απόψεις του. Δέν άποκλείεται νά άσκησε τό έπάγγελμα τοϋ ρήτορα ή νά ήταν δάσκαλος τής ρητορικής, διότι τά δύο έρ- γίδιά του είναι φιλολογικά διαμάντια στήν καθόλου γραμμα¬τεία τών χρόνων του. Ό Άθηναγόρας υπερέχει δλων σχεδόν τών συγγραφέων τοϋ ΒΓ αί. σέ λογοτεχνικό τάλαντο, σέ γλωσ¬σικό αισθητήριο, σέ γλωσσική άκρίβεια καί καθαρότητα, κι έπιτυχές λεξιλόγιο.
Ό Άθηναγόρας ύπήρξε απολογητής τοϋ χριστιανισμού, άλλά τό έργο του στήν ούσία είναι περισσότερο φιλοσοφικό καί λιγώτερο θεολογικό. Χωρίς νά έχη βέβαια τήν άγωνία τής φιλοσοφικής άληθείας, προχωρεί μέ λογικά καί φιλοσο¬φικά έπιχειρήματα στήν υποστήριξη τής θέσεως του, ή όποία συνίσταται στό δτι οί χριστιανοί πιστεύουν (δέν είναι άθεοι) στόν ένα άληθινό Θεό (πού είναι άγένητος, δημιουργός τοϋ κόσμου, ακατάληπτος, προβολέας τοΰ Υίοϋ καί τοΰ Πνεύμα¬τος) καί στήν ανάσταση ψυχής καί σώματος. eH άκολουθου- μένη τακτική στό έργο τοΰ Άθηναγόρα δημιουργεί μεγάλα καί πολύ συζητημένα προβλήματα, διότι απουσιάζει σ' αύτά τελείως ή βιβλική θεμελίωση καί ή έκφραση της Παραδόσεως τής 'Εκκλησίας. Προτείνεται συνήθως ή εξήγηση δτι ό απο¬λογητής μας παραμέρισε τή βιβλική θεμελίωση, διότι έπιθυ- μοϋσε νά δείξη τήν ορθότητα τής πίστεώς του μέ έπιχειρήματα, πού δέν άμφίσβητοΰσαν οί κατήγοροι τής 'Εκκλησίας. Αύτό δμως σημαίνει δτι πίστευε πώς μπορούσε νά έπιτύχη τό σκο¬πό του μέ μόνη τή λογική. Στήν άρχή τής «Πρεσβείας)) του σημειώνει δτι θά πληροφορήση τά άφορώντα στούς χριστια¬νούς (1). 'Εν τούτοις απουσιάζει κάθε τι περί τοϋ Χριστοΰ καί τοΰ έργου του (άκόμη απουσιάζει καί τό δνομα Χριστός), τής 'Εκκλησίας καί τής θεολογίας της, έκτος άπό σύντομη, άλλά πολυσήμαντη, άναφορά στήν τριαδολογία καί τή σχέση άγενήτου Θεοΰ καί Αόγου. Οί άποδέκτες τοϋ «Περί αναστά¬σεως», πού εΐναι οί άπιστοι καί οί άμφιβάλλοντες(1-2), δέν πλη¬ροφορούνται οΰτε καν γιά τήν άνάσταση τοϋ Κυρίου. 'Απαντά στούς εθνικούς πού παραξηγοϋν ο,τι τελοϋν οί χριστιανοί στίς συνάξεις τους, άλλά δέν αναφέρει τί περίπου γίνεται σ'αύτές. "Ολα αύτά έχουν κατά τή γνώμη μας τήν ακόλουθη έξήγηση :
Πρώτον ό Άθηναγόρας, πού προερχόταν άπό φιλοσοφικά περιβάλλοντα, δέν άρνήθηκε στή φιλοσοφία τή δυνατότητα νά φθάση στήν αλήθεια, άσχετο άν δέν έφθασε πάντοτε. Α¬πόδειξη δτι ό Πλάτων κατά τόν Άθηναγόρα πίστευε π.χ. στόν ενα Θεό, «ποιητήν» τών όλων, «άγένητον καί άΐδιον» (Πρε¬σβεία 6). Τοϋτο είναι δυνατόν, έπειδή ό άνθρωπος μπορεί νά κινήται πρός τήν άλήθεια «παρά (τής) τοΰ Θεοΰ πνοής» (7). Ή κίνηση αύτή χαρακτηρίζεται «συμπάθεια» (7) καί προϋ¬ποθέτει μάλλον συγγένεια καί σχέση μέ τό Θεό, έξάρτηση καί ελξη άπό καί πρός τό Θεό. Πρόκειται γιά νέα όψη τής ιδέας τοΰ Τουστίνου περί σπερματικοϋ λόγου. Παράλληλα όμως ό Άθηναγόρας έχει καί άλλα στοιχεία πού δυσχεραί¬νουν τήν κατανόησή του : α) οί ποιητές καί φιλόσοφοι δέ βρήκαν τό όν, διότι δέν έμαθαν άπό τό Θεό όσα είπαν περί Θεοΰ: «ούχ εύρειν τό όν, ού παρά Θεοΰ περί Θεοΰ άξιώσαντες μαθειν, άλλά παρ5 αύτοΰ έκαστος» (7). Τό «ούχ εύρειν τό δν» σημαίνει εδώ δτι δέ βρήκαν πλήρως καί τελείως, διότι, ό¬πως ό Πλάτων καί άλλοι, κατώρθωσαν «περινοήσαι» (7) αύτό. Επομένως άπόλυτα τό Θεό γνωρίζει κανείς, μόνο εάν τό ζη- τήση άπό τό Θεό καί ό Θεός τοϋ τό δώση. β) Ή άλήθεια, τήν όποία ύποστηρίζει ό Άθηναγ., δηλ. ό χριστιανισμός, δέ λαμ¬βάνεται άπό κάπου, άπό τις Γραφές ή τήν Παράδοση, άλλά είναι κάτι πού «νοοΰμεν καί πεπιστεύκαμεν» καί γιά τό όποιο απλώς «έχομεν προφήτας μάρτυρας» (7). Εμφανίζεται ή χρι¬στιανική άλήθεια μέ περίεργη αύτονομία. Άφοΰ οί προφήτες έπιβεβαιώνουν μόνον («αί φωναί τών προφητών πιστοΰσιν ήμών τούς λογισμούς») (9) δέν είναι αύτοί ή πηγή, δέ δίνουν αύτοί τούς λογισμούς μας ή δέν ταυτίζονται μέ αυτούς. Συγ¬χρόνως ή χριστιανική άλήθεια, σημειώνει, δέν είναι «άνθρω- πικός... λόγος» (9). Άρα, εάν ό φιλόσοφος φιλοσοφοΰσε μέ τήν «πνοή» τοΰ Θεοΰ καί άν οί προφήτες έπιβεβαίωναν τις άντιλήψεις του, ό φιλόσοφος δίδασκε τήν πραγματική άλήθεια.
Δεύτερον. Ό Άθηναγόρας, ύπερηφανευόμενος γιά τήν παρθενία καί τήν «εύνουχία» τών χριστιανών, περιορίζοντας τις σαρκικές σχέσεις τών έγγάμων άποκλειστικά καί μόνο στήν «παιδοποιΐα» καί χαρακτηρίζοντας τό δεύτερο γάμο «εύπρεπή μοιχεία» (33), δείχνει δτι είχε σχέσεις μέ έγκρατιτι- κές ομάδες (ίσως τις μοντανιστικές) ή άνηκε σ* αύτές. Οί τέ¬τοιου είδους δέ όμάδες ζοΰσαν στό περιθώριο κάπως τής Έκ- κλησίας, δέν έδειχναν ενδιαφέρον γιά τή ζωή, τήν Παράδοση καί τή θεολογία τής Εκκλησίας. Κύριο μέλημά τους ήταν ή ήθικολογία, τήν όποία εύρισκαν καί στούς ποιητές καί φιλο¬σόφους. Τά μεγάλα θεολογικά προβλήματα δέν τούς άπασχο- λοϋσαν.
"Έτσι λοιπόν μπορούμε νά κατανοήσωμε τόν Άθηναγόρα: έπειδή είχε τίς άντιλήψεις αύτές περί άληθείας, δέν αισθανό¬ταν τήν άνάγκη βιβλικής καί θεολογικής θεμελιώσεως τών λεγομένων του. Έπειδή είχε έγκρατιτικές τάσεις, άδιαφορου- σε γιά τά μεγάλα θεολογικά προβλήματα. Ή έρμηνεία αύτή τοϋ φαινομένου Άθηναγόρας έξηγεΐ ίσως καί τήν απόλυτη σχεδόν σιωπή τής αρχαίας 'Εκκλησίας γιά τό πρόσωπο καί τόέργο του. Ό Άθηναγόρας δηλαδή τοποθετήθηκε μόνος του στό περιθώριο τής Εκκλησίας. Γι' αύτό άλλωστε, διότι δηλ. έγραφε γιά τή χριστιανική αλήθεια μέ φιλοσοφικές μόνο• προϋποθέσεις, χαρακτηρίσθηκε όρθά χριστιανός φιλόσοφος.
Ό Άθηναγόρας ήταν έκλεκτικός καί προσπαθούσε νά δείξη δτι ό χριστιανισμός άποτελοΰσε τή συνέχεια τοϋ άρ- χαίου κόσμου, δέν ήταν κάτι τό δλως άλλο, ή άλήθειά του ή¬ταν τελείωση τής άληθείας τών ποιητών καί φιλοσόφων. Αύ¬τά έξηγοΰν καί τήν άπουσία στό έργο τοΰ Άθηναγόρα τοΰ προβλήματος περί άσυμφωνίας ή συμφωνίας πίστεως καί φι-λοσοφίας. Τό συμπέρασμα τοΰ Barnard (Athenag., A Study ..., σ. 192) δτι ό Άθηναγόρας προσπάθησε νά έκχριστιανίση τόν πλατωνισμό καί δχι νά έξελληνίση τό χριστιανισμό φαίνεται άνεδαφικό, διότι γιά τόν Άθηναγόρα ό Πλάτων είχε άλήθεια πραγματική. "Αρα δέν είχε διάθεση νά τόν άλλάξη, νά τόν μεταστοιχειώση σέ κάτι άλλο, σέ χριστιανό φιλόσοφο. Γι' αύτό καί, ένώ συχνά έπαναλαμβάνει τόν Ίουστΐνο, ούδέποτε άναφέρει τήν ΐουστίνεια ιδέα περί χριστιανών πρό Χριστοΰ. Αύτό θά ύποτιμοΰσε τήν αύθεντικότητα τής άληθείας ποιητών καί φιλοσόφων.

Τέλος, παρατηροΰμε δτι μετά τόν Ίουστΐνο έργάσθηκαν δύο ισχυρά πνεύματα κάτω άπό τή σκιά του. Ό Άθηναγόρας, πού έμφανίσθηκε έναντι τής φιλοσοφίας πολύ διαλλακτικά)- τερος τοϋ Ίουστίνου, καί ό Τατιανός πού καταδίκασε άπόλυ¬τα τή φιλοσοφική σκέψη, ξεπερνώντας έτσι τό δάσκαλο του Ίουστΐνο. Καί οί δύο αύτές κατευθύνσεις δέ βρήκαν θέση στήν Παράδοση τής Εκκλησίας, αγνοήθηκαν καί σπανίως είχαν μιμητές.
Θεολογία. Ιδιαίτερη σημασία στήν «Πρεσβεία» τοΰ Άθη-ναγόρα έχουν οί σύντομες κι έπιγραμματικές αναφορές του στή θεολογία καί τήν τριαδολογία. Είναι ό πρώτος πού σχεδόν όρίζει τή θεολογία («Θεολογικόν μέροζ») ώς λόγο περί Θεοΰ Πατρός, Υίοΰ, άγίου Πνεύματος, άγγέλων καί λειτουργικών πνευμάτων (10). Στό χριστιανισμό μαθαίνει κανείς «περί Θεοΰ» «παρά(=άπό) Θεοΰ» (7). Οί προφήτες «κινοϋνται» (9) άπό τό ενθεο ή θεϊο Πνεΰμα καί όμιλοΰν, έκψωνοϋν, περί τοϋ Θεοΰ, είναι άπλώς ό «αύλός» καί τό Πνεΰμα ό «αύλητής». Σημειώνει μάλιστα ό Άθηναγόρας δτι οί προφήτες ένεργοΰν «κατ' έκστασιν» (9). Τοΰτο κινεί τήν υποψία δτι ό συγγρα¬φέας μας συμπαθοΰσε ή άνηκε σέ μοντανιστικούς καί προφη¬τικούς κύκλους, οί όποιοι έπεφταν σέ έκσταση γιά νά προφη¬τέψουν. Παράλληλα πρός «τόν θεολογικόν λόγον» (=τή θεο¬λογία) έχομε καί «τόν φυσικόν λόγον» (13), ό όποιος ση¬μαίνει μάλλον τά περί Θεοΰ έπιχειρήματα άπό τήν κατα¬σκευή καί τήν άρμονία τοϋ κόσμου (στωϊκή έπίδραση) καί ό όποιος θά μποροϋσε γι* αύτό νά χαρακτηρισθή πρόδρομος τής φυσικής Θεολογίας.
Ή τριαδολογία τοϋ Άθηναγόρα είναι αξιόλογη, άλλά δέ νομίζομε δτι πραγματικά ξεπερνά τήν έποχή της. Άγένητος καί άΐδιος καί ακατάληπτος—άλλά λόγω καταληπτός — είναι ό Θεός Πατήρ(ΙΟ). Ό Υίός είναι γένημα έν χρόνφ χάριν τής δημιουργίας τοϋ κόσμου, άλλά προϋπήρχε ώς ιδέα καί λόγος είς τόν Πατέρα, καθόσον ό Πατήρ είναι «λογικός»(10). Μέ τό Λόγο συνυπάρχει, συμπορεύεται («συνάδει») καί «τό προφη- τικόν Πνεΰμα» (10), τό όποιο απορρέει άπό τό Θεό κι επανέρ¬χεται εϊς αύτόν : «άπορρέον καί ε π α ν αφ ε ρ ό μ εν ο ν ώς ακτίνα ήλίου» (10). Τό θαυμαστό στή θεολογία αύτή είναι ή «έν τή ένώσει δύναμις καί ή έν τή τάξει διαίρεσις»(10). Άλλά ή αντίληψη δτι τό Πνεύμα έπανέρχεται στόν Πατέρα,δτι ή δύ¬ναμη του Θεοϋ βρίσκεται στήν ένωση Πατρός, Υίοϋ καί Πνεύματος, οδηγεί στό συμπέρασμα ή τουλάχιστο στήν υπο¬ψία δτι ή ίδιαιτερότης Υίοϋ καί Πνεύματος είναι αμφίβολη καί δτι τά πρόσωπα δέν είναι αύτοϋπάρξεις. "Ετσι ό Άθη¬ναγόρας μπορεί νά θεωρηθή πρόδρομος τοΰ Σαβελλίου καί τών μοναρχίανών. Στό έργο «Πρεσβεία» κεφ. 13 βρίσκομε γιά πρώτη φορά στή χριστιανική γραμματεία τόν δρο «αναίμακτος Θυσία» σέ σχέση μέ τή λογική λατρεία, χωρίς όμως νά άναφέρεται καί ή λέξη Εύχαριστία.

ΕΡΓΑ

Ό παρισινός ελληνικός κώδικας 451 τοϋ έτους 914 αποδίδει στόν Άθη- ναγόρα δύο έργα, τό κείμενο τών οποίων μάλιστα έχει θεωρήσει δ ϊδιος ό έ- πίσκοπος Καισαρείας 'Αρέθας, στήν προσωπική φροντίδα τοϋ όποιου άλλωσ¬τε οφείλεται ή διάσωση καί πολλών άλλων θεολογικών καί θύραθεν κειμένων. Νεώτεροι κώδικες μέ τό αύτό κείμενο προέρχονται άπό τόν κώδικα τοΰ Άρέθα.
α. Πρεσβεία περί χριστιανών Άθηναγόρου αθηναίου, φιλοσόφου χρι• στιανοϋ. Γράφηκε μεταξύ 166 καί 3 Αύγούστου 168. 'Αποτελείται άπό 37 κεφάλαια καί σκοπό έχει τήν άναίρεση τριών βασικών κατηγοριών εναντίον τών χριστιανών: περί άθεότητος, θυεστείων δείπνων καί οίδιποδείων μίξεων. 'Αρχίζει μέ τήν έπιχειρηματολογία τοΰ Ίουστίνου ('Απολογία 1-2) περί τοΰ δτι δέν πρέπει νά καταδικάζωνται οί χριστιανοί μόνο καί μόνο διότι είναι χρι¬στιανοί. 'Αφιερώνει τό μέγιστο μέρος τοΰ έργου στήν άναίρεση τής περί άθεό¬τητος κατηγορίας, εκθέτοντας καί τήν πίστη τών χριστιανών είς τόν ένα Θεό. Χρησιμοποιεί πλήθος ελλήνων ποιητών καί φιλοσόφων, μέ τή βοήθεια τών ο¬ποίων πρώτος αύτός επιχειρεί νά καταδείξη τήν ενότητα τοΰ Θεοΰ. Ό έπη- ρεασμός του άπό τή φιλοσοφία είναι εμφανής. 'Αντλεί άπό τό μέσο πλατω- νισμό καί τούς στωικούς (ή ιδέα τής άρμονίας πρός άπόδειξη τής υπάρξεως τοΰ Θεοΰ). Σύγκριση μάλιστα τοΰ α Διδασκαλικού» τοΰ 'Αλβίνου (δίδαξε πε¬ρί τό 151/2 μ.Χ. στή Σμύρνη) μέ τήν «Πρεσβεία» τοΰ 'Αθηναγόρα δείχνει 8τι
ό τελευταίος έκθέτει τις άντιλήψεις του βάσει άνθολογίων κι επιτομών τής πλατωνικής φιλοσοφίας (Malherbe).
β. Περί Αναστάσεως νεκρών. Τό έργο παραδίδει ό ίδιος κώδικας Paris, gr. 451 καί διαιρείται σέ 25 κεφάλαια. Διατυπώθηκαν άμφιβολίες γιά τήν πατρότητά του, άλλά χωρίς πειστικά επιχειρήματα. Τό έργο άποτελεΐ συνα¬γωγή λογικών καί φιλοσοφικών επιχειρημάτων καί μαρτυριών πρός άπόδει¬ξη τής άναστάσεως τών νεκρών, δηλ. τής ψυχής καί τοΰ σώματος. Ό Άθη¬ναγόρας είναι πεπεισμένος δτι μπορεί νά φθάση στό σκοπό του χωρίς τή βοή¬θεια τής Γραφής καί τής Παραδόσεως, τις όποιες θά περίμενε κανείς νά βρή τουλάχιστο στά μέρη τοϋ έ'ργου οπού, μετά τήν επιχειρηματολογία, πα¬ρατίθενται οί λόγοι «περί τής άληθείας» (1), δηλαδή οί θέσεις τοΰ Άθηναγό¬ρα. Χαρακτηριστικό τής τοποθετήσεως τοΰ Άθηναγόρα είναι οτι θεωρεί τήν άνάσταση τών νεκρών σύμφωνη μέ τή φύση καί δτι δέν άναφέρει κάν τήν ά- νάσταση τοΰ Κυρίου. Πάντως μέ τό έργο τοΰτο έχομε τά πρώτα στοιχεία χρι¬στιανικής άνθρωπολογίας (Barnard, The Father...), ή όποία μάλιστα δέ στη¬ρίζεται στά βιβλικά δεδομένα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

'Εκδόσεις : Ε. SCHWARTZ, Athenagorae Libellus pro christianis, Oratio de resur- rectione cadaverum (TU 4,2), Leipzig 1899. W. OWEN, Athenagoras, NY 1904. J. GEFFCKEN, Zwei griechischen Apologeten, Leipzig 1907, σσ. 120-238. Μ. PELLEGRINO, Gli apologeti greci del lis., Roma 1947. P. UBALDI-M. PELLEGRINO, Atenagora : La Supplica... Della risuiTezione..., Torino 1947. ΒΕΠ 4, 283-331. G. RUIIBACII, Altkir- chliche Apologeten, Giitersloh 1966, σσ. 35-62 (μόνον ή Πρεσβεία.). W. SCIIOEDEL, Athe¬nagoras: Legatio and De Resurrectione, Oxford 1972 .
Μελέτες : Γ.ΒΕΛΛΙΟΥ, Πάρεργα ήτοι κριπκαί τίνες παρατηρήσεις είς τόνΆθηναγό- ραν..., 'Αθήνα 1859. Α. ΙΙΙ ΑΝ ΝΙΔΟΥ, Πραγματεία περί της παρ' Άθηναγόρα φιλοσοφικής γνώσεως (διατριβή), Ίένα 1883. Π. ΑΟΓΟΘΕΤΟΥ, Ή θεολογία τοϋ Άθηναγόρου, Λειψία 1839. L. CHAUDOUARD, Etude sur le Περί άναστάσεως d' Athinagore, Lyon 1S08. G. PORTA, La dedica e la data della Πρεσβεία di Atenagora, είς Didaskaleion (1916)53- 70. S. PAPPALARDO, II monoteismo e la dottrina del Logos in Ath6nagora, είς Dida¬skaleion (1924)11-40. Καί τοϋ ΙΔΙΟΥ περί δαιμόνων, άγγέλων καί προνοίας στό ίδιο περιο¬δικό, σελ. 67-180. Κ. PREYSING, Ehezweck und zweite Ehe bei Athenagoras, είς ThQ 110(1929)85-110. R. WITT, Albinus and History of Middle Platonism, Cambridge 1937. M.PELLEGRINO, Studi sull' antica apologetica, Roma 1947, σσ. 65-79. M.ALFONSJ, Motivi tradizionali del giovane Aristotele in Clemente Ales, e in Atenagora, εις VC 7(1953)129-142. R. GRAND, Athenagoras or Pseudo-Athenagoras, εις IIThR 47(1954) 121-129. J. CREIIAN, Athenagoras, είς Ancient christian Writers 23, Weslm.-Maryl. London 1956. D. POWELL, Athenagoras and the philosophers, είς CQR 168(1967) 282-289. N. SCIVOLETTO, Cultura e scolastica in Atenagora, εις GiorFil 13(1960) 231-248. P. GRAMAGLIA, Atenagora : Supplica per i christiani (εισαγωγή, μετάφραση, σημειώσεις), Roma-Ancona 1964. L. BARNARD, Athenag., Galen, Marcus Aurel. and Celsus, είς CQR 1G8(1967)1G8-181). J. CARAZA, Ή διδασκαλία περί άναστάσεως τών νεκρών στόν Άθηναγόρα (στά ρουμανικά), είς Metropolia Moldovei sisuccvei 44(1968) 361-372. Κ. ΝΟΥΣΚΑ, Ό άπολογητής Άθηναγόρας ώς φιλόσοφος χριστιανός, είς ΓρΠ 51(1968)173-182, 259-269, 355-362. Α. MALHERBE, Athenagoras on Christian ethics, είς JEM 20(1969) 1-5. ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ, The Holy Spirit in Athenagoras, εις JTS 20(1969) 538-542. TOY ΙΔΙΟΥ, The structure of Athenagoras Supplicatio pro christianis, εις VC 23(1969) 1-20. L. BARNARD, Church and sacraments in the works of Athenago¬ras, εις RB 80(1970)138-152. TOY ΙΔΙΟΥ, God, the Logos, the Spirit and the Tri¬nity in the Theology of Athenagoras, είς SlTh 24 (1970)70-92. A. MALIIERBE, Athe¬nagoras and the Location of God, είς ThZ 26(1970)45-52. ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ, Athenagoras on the poets and philosophers, είς Kyriakon. Festschrift J. Quasten, I, Munster 1970, σσ. 214-225. ZEEGERS-VAN DER VORST N., La «prcnotion commune» au chapitre 5 de la Legatio d'AthSnagore, εις VC 25(1971)161-170.L. BARNARD, Athenagoras. A stu¬dy in second century christian Apologetic, Paris 1972. TOY, ΙΔΙΟΥ Notes on Atha- nagoras, είς Latomus 31(1972)413-432. Τον ΙΔΙΟΥ, The Father of Christian an¬thropology, είς ZNW 63(1972)254-270. TOY ΙΔΙΟΥ, The philosophical and biblical background of Athen., είς Epektasis. M6lan... είς J. Dani&ou, Paris 1972, σσ. 3-16. R. FERWERDA, Le serpent, le noeud d'Hercule et la caduc6e d' Herm£s. Sur un passage orphique chez Athinagore, είς Numen 20(1973)104-115. W.SCHOEDEL, Chri¬stian «atheism» and the peace of the Roman empire, είς CHh 42(1973)309-319. T. BARNES, The embassy of Athenagoras, εις JTS (N.S) 26(1975)111-114. J.C.M. VAN WINDEN, The Origin of falshood. Some comments... «On the resurrection of the dead» .., είς VC 30(1976)303-306. L. BARNARD, Athenagoras, De resurrectione. The background and theology . . ., είς STh 30(1976) 1-42.




Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.