Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

31. ΚΕΛΣΟΣ (έθνικός)




31. ΚΕΛΣΟΣ (έθνικός)



Ό Κέλσος δέν είναι βέβαια μεγάλος φιλόσοφος, άλλά είναι ό μεγαλύτερος άπό όσους έγραψαν κατά τοΰ χριστιανισμού. Συνέλεξε τά έπιχειρήματα πού είχαν δίατυπωθή στούς κόλπους τοΰ έθνισμοΰ, τά συστηματοποίησε καί τά άνέπτυξε περαιτέρω στό τετραμερές έργο του 'Αληθής λόγος. "Ετσι υπήρχε στή διάθεση τών εθνικών μία σύνοψη, μία φαρέτρα, μέ τό περιεχόμενο τής οποίας πολεμοΰσαν τήν Εκκλησία. Ή ζωή καί ή δράση τοΰ Κέλσου μας είναι τελείως άγνωστη. Καί τό έργο του σώθηκε μόνο μέσω τοΰ Ώριγένη, στό βιβλίο τοΰ τελευταίου δηλ. Κατά Κέλσου, δπου άντικρούεται ό Κέλσος βήμα πρός βήμα, βάσει τών κειμένων του, πού παρατίθενται αύτούσια. "Ετσι σώθηκαν τά 3 /4 σχεδόν τοΰ άντιχριστιανικοΰ τούτου έργου, πού γράφηκε περί τό 178.


Ό Κέλσος ύπήρξε πλατωνικός φιλόσοφος μέ άριστη γνώση τοΰ συστήματος τών επικούρειων, τών λοιπών φιλοσοφικών ρευμάτων της εποχής του και τοΰ γνωστικισμοΰ. Φαίνεται δμως δτι είχε τήν υπομονή — πρώτος μεταξύ τών εχθρών τοΰ χριστιανισμοΰ-νάγνωρίση 6σο ήταν δυνατόν τάάφορώντα στή ζωή καί τό φρόνημα τής Εκκλησίας, καθώς έπίσης καί στόν ιουδαϊσμό.
Ή τακτική τοΰ Κέλσου είναι περίεργη, διότι άρχίζει τήν άναίρεση τοΰ χριστιανισμοΰ βάσει επιχειρημάτων, πού θά μποροΰσε νά προβάλη ένας ίουδαΐος, γιά τόν όποιο βέβαια δέν εκπληρώθηκαν στό πρόσωπο του Χριστοΰ- οί προφητείες της ΠΔ, τήν όποία έπειτα δ Κέλσος προσβάλλει καί άπορρί πτει τελείως. Συνεχίζει τήν έπιχειρηματολογία του βάσει τής άνθρώπινης σοφίας. 'Αρνείται κάθε είδος θαύματος, χαρακτηρίζει τόν Κύριο άπατεώνα, απορρίπτει τήν ενανθρώπηση καί τήν άνάστασή του. Διακωμωδεί καί περι¬φρονεί τούς χριστιανούς, οί όποιοι στεροΰνται δήθεν καί τής παραμικρής παιδείας, επιδίδονται σέ σχίσματα καί αιρέσεις καί ζοΰν άποκομμένοι άπό τήν κοινωνική ζωή. Υποστηρίζει άκόμη οτι ό Κύριος είχε μελετήσει τόν Πλάτω¬να καί δτι ό χριστιανισμός έλαβε πολλά στοιχεία άπό τήν έλληνική φιλοσοφία, άλλά τά διέστρεψε. Τό τελευταίο τοΰτο έπιχείρημα είς βάρος τοΰ χριστιανι¬σμού ήταν πολύ δημοφιλές καί γι' αύτό συναντάμε συχνά τήν άπάντηση τών χριστιανών. "Ετσι π.χ. ό Ίουστΐνος, ό Τατιανός κ.ά. άπαντώντας άντιστρέ- φουν τό έπιχείρημα καί υποστηρίζουν δτι οί έλληνες έλαβαν άπό τό Μωϋσή καί τούς εβραίους, οί δέ χριστιανοί συνεχίζουν τούς εβραίους.
Γενικά ό Κέλσος εξέφρασε τά αισθήματα καί τήν τοποθέτηση τοΰ εθνικού κόσμου έναντι τής 'Εκκλησίας, γι' αύτό καί τό έργο του εντυπωσίασε, έπέδρασε καί πολεμήθηκε.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

'Εκδόσεις: O.GLOCKER, Celsi'Αληθής λόγος [KIT 151), Bonn 392'•. R. BADI.R, Der 'Αληθής λόγος des Kelsos, 1940. W. DEN BOER, Scripta paganorum I-IV sacc. de Christianis testimonia, Leiden 1948. M. BORRET, Origene: Contre Celse, I-II (SCk 132), Paris 1967" III-IV (SCh 136), Paris 1968.
Μελέτες: P. LABRIOLLE, La reaction paienne. Etude sur la poicmique anlichnHi- enne du le au 6e s. 1931.W. DEN BOER, De eerste bestrijder van het Christendom, Gro- ningen 1950. C. ANDRESEN, Logos und Nomos. Die Polemik des Kelsos wider das Christentum, Berlin 1955. H. DORRIE, Die platonische Theologie des Kelsos in ihrer Auseinandersetzung mit der christlichen Theologie, auf Grund von Origenes * Contra Celsum 7,42 Gott. 1967. J. VERMANDER, De quelques reliques a Celse dans Γ Apologeticum de Tertullien, είς REAug 16(1970)205-225. ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ, Celse, source ct adversaire de Minucius Felix, είς REAug 17(1971)13-25. ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ, Theophile d' Antioche contre Celse, A Autolycos III, είς REAaug 17(1971)203. 225. L. BARNARD, Athenagoras..., Paris 1972, σσ. 65-68. J. VERMANDER, La parution do l'ouvrage de Celse et la datation de quelques apologies, είς REAug 18 (1972)27-42. Π. ROSEXRA- TJM, Zur Datierung von Celsus 'Αληθής λόγος, είς VC 26(1972)102-111.W. ULLMAIN>\ Die Bedeutung der Gotteserkenntnis fur die Gesamtkonzeplion von Celsus ' Logos alethes \ εις 14,3(1971)180-188.

32. ΠΕΡΙ ΜΟΝΑΡΧΙΑΣ (ανωνύμου)

Τό έργίδιο Περί μοναρχίας, διηρημένο σέ εξι κεφάλαια, άποτελεΐ συλλο¬γή χωρίων καί ρητών άπό άρχαίους έλληνες ποιητές καί σοφούς. Μέ τά κείμε- -να αύτά, πού δέν είναι πάντοτε γνήσια, ό άγνωστος μας συντάκτης επιθυμεί νά άποδείξη δτι και στούς έλληνες βρίσκει κανείς τήν ιδέα τοϋ ένός ή τοϋ ενιαί¬ου Θεοΰ. Τών κειμένων, πού λαμβάνονται άπό τόν Αισχύλο, τό Σοφοκλή, τό Φιλήμονα, τόν Πυθαγόρα, τόν Εύριπίδη, τόν Πλάτωνα, τό Μένανδρο, τόν "Ο¬μηρο προηγοΰνται σύντομα ένίοτε σχόλια. Πότε γράφηκε τό έργο δέ γνωρί¬ζομε. Βασιζόμενοι δμως στή δομή του καί στόν άπολογητικό του χαρακτήρα, τοποθετοΰμε αύτό στό β' ήμισυ τοΰ Β' αι., εποχή πού παρήγαγε σχετικά έργα. Ό J. Vermander τοποθετεί τό έργο μεταξύ τών ετών 140 καί 178, δηλ. πριν άπό τόν 'Αληθή λόγον τοΰ Κέλσου. Τό Περί μοναρχίας άποδόθηκε στόν Ίου- στΐνο, συντάκτη ομωνύμου έργου πού χάθηκε. Ό Ίουστϊνος δμως, σύμφωνα μέ τή μαρτυρία τοΰ Εύσεβίου (Έκκλησ. tcrt. Δ 18), άποδεικνυε τή μοναρχία τοΰ Θεοΰ όχι μόνο μέ θύραθεν κείμενα, δπως γίνεται στό παρόν έργο, άλλά κυρίως μέ χωρία τής Γραφής. Συνεκδίδεται μέ τά έργα τοΰ Ίουστίνου.
E.J. GOODSPEED, Die altesten Apologeten, Gott. 1914. ΒΕΠ 4,44-51. J. VERMANDER, La partition de I'ouvrage de Celse et la datation de quelqucs apologies, είς BEAug 18(1972) 27-42

33. ΕΡΜΕΙΑΣ
Ό Ερμείας, πρόσωπο άγνωστο στήν αρχαία γραμματεία, φέρεται σάν συγγραφέας τοϋ έργου Διασυρμός τών εξω φιλοσόφων, πού έχει 19 σύντομες παραγράφους. Ό τί¬τλος, ό πρόλογος καί ό επίλογος τοϋ βιβλιδίου προσδιορί¬ζουν τό χαρακτήρα καί τό σκοπό του. "Εχει λοιπόν τό εργο χαρακτήρα διασυρτικό (διασυρμός) καί χλευαστικό καί σκο¬πεύει νά δείξη πόσο ή εθνική φιλοσοφία είναι μωρία (1), σύμφωνα μέ τόν Παϋλο. Στό σκοπό του ό Ερμείας φτάνει παραθέτοντας απόψεις ελλήνων φιλοσόφων άπό τόν Ηρά¬κλειτο μέχρι τούς στωικούς ετσι, ώστε νά γίνεται σαφής ή αντίθεση μεταξύ τους (σ' ενα συγκεκριμένο θέμα, όπως θεός, ψυχή...) καί ή παντελής ελλειψη κριτηρίου τής άληθείας πού έκφράζουν. Ή παράθεση δμως τών άπόψεων γίνεται χωρίς κριτική επεξεργασία καί βαθύτερη κατανόηση τών φιλο¬σοφικών αντιλήψεων καί συστημάτων. Τοΰτο άποδεικνύει δτι ό Ερμείας ούτε είχε σπουδάσει καλά, ούτε είχε κατανοή¬σει ορθά τήν έλληνική φιλοσοφία, τήν όποία οπωσδήποτε
γνώριζε, άλλά μέσω τών σχετικών άνθολογιών και εγχειρι¬δίων τής έποχής του.
Πότε έζησε και έγραψε ό 'Ερμείας δέ γνωρίζομε. Γενικά τοποθετείται στό Β' ή Γ' αίώνα. Τελευταία ό J. Vermander (La parution de l'ouvrage de Celse et la datation de quelques apologies, είς REAug 18 (1972)27- 42) τοποθετεί τό έργο μεταξύ τών έτών 140 καί 178. Επομένως ό Τατιανός επηρεάσθηκε στήν άντιφιλοσοφική του κριτική άπό τόν 'Ερμεία καί 6χι ό Ερμείας άπό τόν Τατιανό, δπως πιστεύεται. Πιθανόν μάλιστα ή δριμεία κρι¬τική τοΰ 'Ερμεία νά έγινε άφορμή καί τοΰ άντιχριστιανικοΰ έργου τοΰ Κέλσου Αληθής λόγος (178).
Τό εγχείρημα τοΰ 'Ερμεία είναι στό είδος του γιά τήν Εκκλησία φαινό¬μενο μοναδικό, χωρίς προηγούμενο καί επόμενο. Δέν είναι τυχαίο μάλιστα δτι ή παράδοση άγνόησε καί τό έργο καί τό συγγραφέα του. "Αλλωστε καί ό Τατιανός, πού εΤναι πολύ περιφρονητικός γιά τήν [έλληνική φιλοσοφία, βγή¬κε άπό τά δρια τής Εκκλησίας. Ό Ερμείας εσφαλμένα καταλέγεται ένίο- οτε μεταξύ τών χριστιανών άπολογητών. Δέν άπολογεϊται τοΰ χριστιανισμού, μόνο περιφρονεί καί σαρκάζεί τή φιλοσοφία, άπό τήν όποία μάλιστα έλαβε καί τόν δρο «διασυρμός».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Η. DIELS, Doxographi graeci, Berlin 21929, σσ. 649 - 656• ΒΕΠ 5,7b-77. L. ALFONSI, Ermia filosofo, Brescia 1974. S. GENNERO, Sullo 'Scherno' di Ermia filo- eofo, Catania 1950. Tor ΙΔΙΟΥ, Una parola del Teeteto nell Scherno di Ermia, είς VC 5(1951) 80-83. Τοϋ ΙΔΙΟΥ, Due note ad Ermia, είς RSLR 4(1968) 470-472.

34. ΜΟΝΤΑΝΟΣ

"Ο Μοντανός άνέπτυξε άξιόλογη δράση καί δημιούργησε ισχυρό προφη¬τικό κίνημα στήν περιφέρεια τής Εκκλησίας μ* επικίνδυνες συνέπειες γι' αύτή. Οί πληροφορίες δμως γιά τό πρόσωπο καί τό έργο τοΰ έκστατικοΰ αύτοΰ προ¬φήτη σπανίζουν. 'Αξιολογώντας τίς ελάχιστες ειδήσεις τοΰ Εύσεβίου καί του Έπιφανίου, τοποθετούμε τήν έναρξη τής δράσεως τοΰ Μοντανοΰ στό έτος 156 καί τό κορύφωμά της (στή Μικρασία) τό 172. Ό Μοντανός, ιερέας τής θεάς Κυβέλης καταρχάς, έδρασε στή μικρασιατική Φρυγία, πού είχε πλούσια χι- λιαστική καί προφητική παράδοση (Παπίας, θυγατέρες Φιλίππου). Τήν πα¬ράδοση αύτή άνέπτυξε καί συμπλήρωσε μέ έγκρατιτικά καί θεολογικά στοι¬χεία, πού ώδηγοΰσαν στό μοναρχιανισμό. Ό Μοντανός έμφανίσθηκε σάν φορέας τής τρίτης προφητείας, τοΰ Παρακλήτου δηλαδή, πού συμπλήρωνε τήν προ¬φητεία τοΰ Χριστοΰ καί φυσικά καί τής ΠΔ. Θεωροΰσε τόν έαυτό του δργανο του Παρακλήτου και τελευταία και τελεία μορφή προφητείας. Ό Θεός Πατήρ ενήργησε καί άποκαλύφθηκε στόν κόσμο μέσω τοΰ Ίησοΰ καί τώρα μέσω τοΰ Παρακλήτου (μοναρχιανισμός). 'Ανέμενε τάχιστα τή χιλιετή βασιλεία καί στούς οπαδούς του έπέβαλε έγκρατιτικές άρχές. Διέκρινε τούς άνθρώπους σέ πνευματικούς, ψυχικούς καί σωματικούς, άπαγόρευε τό γάμο, αύξησε τις νηστείες, άπέκλειε τή συγχώρηση άμαρτιών μετά τό βάπτισμα καί καλλιερ- γοΰσε τόν ενθουσιασμό γιά τό μαρτύριο (σημειωθήτω δτι τά πρώτα είσπηδη- τικά μαρτύρια παρουσιάσθηκαν κατά τό μαρτύριο τοΰ Πολυκάρπου άπό Φρύ- γες χριστιανούς καί τό 177 στή Λυών άπό όπαδό τοΰ Μοντανοΰ).
"Ενεκα τών προφητικών κι έγκρατιτικών του τάσεων περισσότερο καί τών θεολογικών του άρχών λιγώτερο άναστάτωσε κυριολεκτικά τήν Εκκλη¬σία και γι' αύτό πολεμήθηκε σφοδρά μέ πολλές συγγραφές άπό έκκλησιαστι- κούς άνδρες, δπως ό Άπολινάριος Ίεραπόλεως (171), ό 'Απολλώνιος (193 /6) τόν Β' αιώνα καί πολλοί άλλοι βραδύτερα. Φαίνεται μάλιστα δτι οί πρώτες σύνοδοι μετά τήν άποστολική συγκροτήθηκαν στήν 'Ασία έξ αιτίας τοΰ κι¬νήματος τοΰ Μοντανοΰ, τό όποιο άπό μέν τούς οπαδούς του ώνομαζόταν Νέα προφητεία, άπό δέ τήν Εκκλησία κατά Φρνγας αΐρεσις (Εύσεβίου, Έκκλησ. ίστ. Ε 18,1). Ή αίρεση αύτή δημιούργησε τεράστια προβλήματα στήν 'Εκ¬κλησία, διότι εμφανίσθηκε σ' εποχή μεγάλης κρίσεως γι' αύτή, σέ έποχή πού τά ποικίλα γνωστικά συστήματα, ό μαρκίωνιτισμός καί οί διωγμοί τή συγ¬κλόνιζαν.
"Οπως κάθε ενθουσιαστικό κίνημα, έτσι καί ό μοντανισμός εξαντλήθη¬κε γρήγορα καί περιωρίσθηκε περισσότερο στή γενέτειρά του Φρυγία. Ό επι-φανέστερος χριστιανός πού προσεχώρησε στό μοντανισμό υπήρξε ό Τερτυλ- λιανός (μετά τό 220).
Οί προφητείες τοΰ Μοντανοΰ καί τών συνεργάτιδων του Μαξιμίλλας καί Πρίσκιλλας, πού συνήθως γίνονταν έν έκστάσει, καταγράφηκαν άλλά χάθη¬καν. Τά σύντομα καί χωρίς ιδιαίτερη σημασία διασωθέντα άποσπάσματα ε¬λάχιστα συμβάλλουν στήν γνώση τοΰ έργου τοΰ Μοντανοΰ. Οί σπουδαιότεροι συγγραφείς οπαδοί τοΰ μοντανισμοΰ έκτος άπό τόν Τερτυλλιανό είναι οί Άστέριος, Όρβανός, Θεμίσων, πού έγραψε καθολική έπιστολή, Πρόκλος, θεόδοτος, 'Αλκιβιάδης, Μιλτιάδης κ.ά.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Εκδόσεις : P. DB LABRIOLLE, Les sources de L'histoire du montanisme, Pa¬ris Freiburg 1913. N. BONWETSCH, Texte zur Geschichte des Montanismus (KIT 129), Berlin 1914.
Μελέτες s W. ScsEPELER,Der Montanismus und die phrygischen Kulte, Tubin. 1929. A.HOLLARD, Deux hir^tiques: Marcion et Montan, 1935. H.KRAFT, Die altchrist- liche Prophetie und Entstehung des Montanismus, εις ThZ 11 (1955) 249 - 271. FREEMAN - GRENVILLE G., The Date of the Outbreak of the Montanism, εις J EH 5(1954)7-15. K. ALAND, Der Montanismus und die kleinasiatische Theologie, εις ZNW 46(1955) 109-116. E. BEHZ, Montana Lehre vom Parakleten, είς ErJb 2S (1956) 293-301. Κ. ALAND, Bemerkungen zur Montanismus.., είς Kirchengeschi- chtliche Entwurfe, Gutersloh 1960, σσ. 105-148. I. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ, Οί Παυλικιανοί, 'Αθήνα 1959, σσ. 149- 153. J. DANIELOU-H. MARROU, Geschichte der Kirche, I, Zu- rich-KOln 1963, σσ. 121-124.

35. ΣΙΒΥΛΛΑΙ

Τ ά ίργα πού έφεραν τον τίτλο Σίβυλλαι ήταν έκτεταμένη καί πολύ διαδε-δομένη σειρά κειμένων στόν έλληνικό καί ελληνιστικό χώρο. Περιείχαν δράματα, χρησμούς καί κατόπιν προβλέψεις, συγγενείς πρός τίς βιβλικές προφητείες καί τήν άποκαλυπτική γραμματεία. Ή άκμή τών Σιβυλλών τοποθετείται στούς Η'-Ζ' π.Χ. αί. Οί Σίβυλλες ήσαν προφήτιδες ή μάντιδες γυναίκες {δπως ή Πυθία) μέ δαιμονική ένίοτε δύναμη, πού σέ κατάσταση έκστάσεως ή δχι προ¬έβλεπαν τά μέλλοντα καί συνήθως προέλεγαν καταστροφές καί συμφορές. Γιά τήν άρχή καί τήν προέλευσή τους δέ γνωρίζομε κάτι τό άκριβές. Κοιτίδα πάντως τής πρώτης Σίβυλλας-ονομα κατ' άρχήν, πού έγινε κατόπιν συνώνυ¬μο ή προσηγορικό τής προφήτιδας—ήταν ή 'Ανατολή (Μικρασία, Λιβύη, Περ¬σία, Ελλάδα), πολλές πόλεις τής όποιας ισχυρίζονταν δτι ή Σίβυλλα ήταν δι¬κή τους (Μάρπησσος Ελλησπόντου, Έρυθραί τής 'Ιωνίας, Βαβυλών, Δελ¬φοί κλπ.) 'Από τήν 'Ανατολή ή Σίβυλλα έφθασε στήν Κύμη τής Ιταλίας, δ¬που πώλησε στό βασιλέα τής Ρώμης Ταρκύνιο τόν 'Υπερήφανο (534-510 π.Χ.) σιβυλλικά βιβλία, πού έκτοτε φυλάσσονταν στό ναό τοϋ Δία στό Καπιτώλιο.
Τά κείμενα αύτά, διότι περιείχαν άπειλές καί προέλεγαν καταστροφές βασιλέων καί πόλεων, χρησιμοποιήθηκαν ήδη κατά τό Β' π.Χ. αί. άπό έλλη- νιστές ιουδαίους τής διασποράς μέ σκοπό τήν άντιρωμαϊκή τους προπα¬γάνδα. Πρός τούτο ιουδαίοι έλληνιστές επεξεργάσθηκαν καταλλήλως τά ύπάρχοντα κείμενα ή έγραψαν άλλα μέ τή δομή τών παλαιών. "Ετσι στά 14 (άπότά 15) σωζόμενα σιβυλλικά βιβλία, πού γράφονταν σέ ήρωϊκά έξάμετρα, έξ ολοκλήρου ιουδαϊκά ή μέ ιουδαϊκά στοιχεία είναι τά βιβλία Α-Ε καί ΙΑ-ΙΓ.
"Ο,τι δμως περισσότερο μας ενδιαφέρει είναι τά βιβλία VI, VII καί VIII, τά όποια έν δλω ή έν μέρει γράφηκαν άπό χριστιανούς συγγραφείς στό Β'μ•Χ• αί. μέ τή δομή καί στό πλαίσιο τών άρχαιοτέρων έλληνοϊουδαΐκών συβυλλικών βιβλίων, πού στό μεταξύ μερικά είχαν έμπλουτισθή μέ σημαντικά γνωστικά στοιχεία, ό'πως λ.χ. τό VII βιβλίο. Καί οί χριστιανοί, δπως οί ιουδαίοι, βρήκαν στά βιβλία αύτά δυνατότητα προπαγάνδας κατά τών έθνικών γενικά καί τής σκληρής Ρώμης ειδικά, πού ήταν τό κέντρο τών διωγμών τής 'Εκκλη¬σίας. 'Ακόμη παρουσίαζαν τά δράματα, τίς άπόκρυφες προφητείες καί άπο- καλύψεις τών σιβυλλικών βιβλίων ώς θύραθεν φυσικά, άλλά θεία σημεία καί μαρτυρίες πρός άπόδειξη τής έπαληθεύσεως τών βιβλικών προφητειών περί Χριστοΰ καί νίκης τοΰ χριστιανισμού.
Τά χριστιανίζοντα σιβυλλικά βιβλία γνώριζε ό συντάκτης τοΰ Ποιμένα τοϋ Έρμα, ο Ίουστΐνος καί βραδύτερα ό Άθηναγόρας, ό Μελίτων Σάρδεων, ό Τατιανός, ό Θεόφιλος, ό Κλήμης Άλεξανδρέας, ό Τερτυλλιανός, ό Εύσέ¬βιος κ.ά. Στό Μεσαίωνα μάλιστα καί στήν 'Αναγέννηση τό ύλικό τών βιβλίων αύτών έ'γινε συχνά πηγή εμπνεύσεως πολλών καλλιτεχνών (Ραφαήλ, Δάντης, Μιχαήλ "Αγγελος κ.ά.). 'Από τά χριστιανίζοντα σιβυλλικά βιβλία τό VIII (ι¬διαίτερα τό πρώτο μέρος του) γράφηκε οπωσδήποτε πρό τοΰ 180 καί τό VII μέ τά πολλά γνωστικά στοιχεία ί'σως περί τά τέλη τοΰ Β' αιώνα.
Τό στεοιεχάμενο τών βιβλίων VI καί VII. Τόνΐ,πού εχει μόνον 28 στί¬χους, περιλαμβάνει ΰμνο στό Χριστό καί στό ξύλο τοΰ Σταυροΰ. To VIII, πού έχει 500 στίχους, διακρίνεται σέ τρία τμήματα, είναι τό σπουδαιότερο καί τό γνωστότερο άπό όλα καί περιλαμβάνει: α) Αναγγελία τής θείας τιμωρίας καί τής καταστροφής τής Ρώμης.β) "Υμνο γιά τό τελικό θρίαμβο τοΰ Χριστοΰ (μέ τήν άκροστοιχίδα α ΤΗΣ ΟΥΣ ΧΡΕΙΣΤΟΣ ΘΕΟΥ ΥΙΟΣ ΣΩΤ1ΙΡ ΣΤΑΥΡΟΣ») καί άναφορά στό έργο τοΰ Χριστοΰ καί στή βασιλεία τοϋ παντοδύναμου Θεοΰ μετά τήν τιμωρία τών κακών. Οί Σίβυλλες καί μάλιστα ή Ερυθραία προφη¬τεύει μέ άκρίβεια γιά τό Χριστό καί τό έ'ργο του καί θεωρείται προφήτης τοΰ Σωτήρα, μολονότι κατά παράδοση έ'ζησε έξι γενεές μετά τόν κατακλυσμό καί ήταν ιέρεια τοΰ Απόλλωνα (Εύσεβίου, Κωνσταντίνου λόγος 18 καί 19)* άλλά φυσικά ό χριστιανός συγγραφέας εργάζεται στό β' ήμισυ τοΰ Β' αί. 'Α¬νάλογα προφητεύει καί ή Κυμαία Σίβυλλα, γ) "Υμνο στό δημιουργό Θεό καί τό Λόγο του πού έγινε άνθρωπος.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Εκδόσεις: ,1. GEFFCKEN, Die Oracula Sibillina (GCS), Berlin 1902. P. LieofcR Christ us im Munde der Sibylle, Wien 1911. A. KURFESS, Sibyllinische Weissagungen, Miinehen 1951 (ή καλλίτερη έκδοση τών βιβλίων I-VITI καί XI). V. NIKIPROWETSK Υ, La Lroisiiime Sibylle, Paris 1970.
Μελέτες: Κ.Κ., Περί Σιβυλλών καί ιδίως περί της είς ήμας διασωΟείσης συλλογής τών χρησμών αύ•:ών, είς Ευαγγελικός Κήρυξ 5(1861) 241-258. H.FL'CHS, Der geistige Widerstand gegen Iloin in der anlikenVVelt, 1938. A. KURFESS,Wie sind die Fragmen- te der Oracula Sibyllina eizuordnon? Ein Beitrag zu ihrer Ueberlieferung, είς Αένιιπι 26(1952) 228-35. Του ΙΔΙΟΥ, Zu den Oracula Sibyllina, Colligere Fragmenta, είς Beu- ron 1952, σο. 75-83. Tot; ΙΔΙΟΥ, Λ lie lateinische Sibyllinenverse, zic,ThQ 133 (1953) 80-96. TOY ΙΔΙΟΥ, Zum II. Bueh der Oracula Sibyllina, είς Rhein. Museum fttr Phi- lologie 29(1956)225-41. TOY ΙΔΙΟΥ, Dies irae. Zurn sog. 2. Buch der Or. Sibyllina, είς IIJG 77(1958)328-338. TOY ΙΔΙΟΥ, είς Hennecke-Schneemelcher, Ii, σσ. 498¬532. JEAN-MAIRE, La Sibylle et la relour de l'age d'or, 1939. II. ERBSE, FragmenLe griecluschor Theosophien, 1941. A. PERKTTI, La Sibilla Babilonese nella propaganda ellenistica, Φλωρεντία 1943. Ο. THOMSON σ-ό RevR (1952) 115-136 έρευνα τή θέση τών συβυλλικών κειμένων στούς εκκλησιαστικούς συγγραφείς. J. AMIR, ΊΙ μεσσιανική Ιδέα στόν ελληνιστικό ιουδαϊσμό (εβραϊκά), Tel Aviv 1971 (μέ άναφορά στα σιβυλλικά βιβλία). J. G. GAGER, Some attempts to label the Oracula Sibyllina, book 7, εις HThR 65(1972) 91-97. G. SALANITRO, Note criliche al testo degli Oracoli Sibillini, εις Ilelikon 9-10 (1969-70) 680-688. A. DUPONT-SOMMER, Histoire ancienne de Γ Orient, είς AEUEB IVe sect.1971/72, σσ. 129-142 (τά σιβυλ. βιβλία IVxal V). V. NIKIPROWETSKY, Refle¬xions sur quelques problfcmes du quatrifeme et du cinquifeme livre des Oracles Sibyl- lins, είς Hebrew Union College Annual, Cincinati 43(1972)29-76. D. KORZENIEWSKI, ΝΕΓΟΗ et la Sibylle, είς Latomus 33(1974) 921-925. D. FLUSSER, A quotation from the Ghathas in a Christian Sibylline oracle, εΙςΕχ orbe relig. Studia G. Widengren oblata, I, Leiden 1972, σσ. 172-175. J. AMIR, Homer und Bibel als Ausdrucksmitte im 3. Sibyllenbuch, είς Scrip taClassica Israelica 1(1974)73-89. J. COLLINS, The sibyl¬line Oracles of Egyptian Judaism (Diss), Montana 1974.





Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.