Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

18. MAPTYPION ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ


18. MAPTYPION ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ


ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ

Σπάνια τόσο μικρό κείμενο άπέκτησε τόσο μεγάλη σημασία στή ζωή τής Εκκλησίας. Τό Μαρτύριο τοϋ Πολυκάρπου, πού ισως νά μήν είναι τό άρχαιότερο, εγινε κυριολεκτικά τό θεμέλιο τής μαρτυριολογίας και ίσχυσε πράγματι σάν πρόγραμμα στή ζωή τής Εκκλησίας, δσον άφορα τούς μάρτυρες καί τήν τιμή τους. Ό συντάκτης του Μαρκίων, πού άσφαλώς χρησιμοποίησε μνήμες κι έμπειρίες και άλλων χριστιανών αυτόπτων, δέν διαγράφει άπλώς τή διαδικασία τοΰ μαρτυρίου, άλλά έρμηνεύει, ρίχνει φώς στά γεγονότα, κι ετσι εχομε μαζύ μέ τό Μαρτύριο καί τή θεολογία τοΰ μαρτυρίου, τήν όποία ή Έκκλησία υίοθέτησε απόλυτα,, κάνοντάς την ετσι ζωή της, Παράδοσή της. Ό συντάκτης, πού δημιουργεί τή θεολογία τοΰ μαρτυρίου καί τής τιμής τών μαρτύρων, εχει συνείδηση τοΰ τί δημιουργεί μέ τήν έξιστό- ρησή του καί τήν έρμηνεία του, γι' αύτό ύπογραμμίζει δτι τά σχετικά μέ τόν Πολύκαρπο έγιναν δλα ετσι, ώστε νά δείξη ό Κύριος στήν Έκκλησία του πώς πρέπει νά είναι τό μαρτύριο καί ποία είναι ή σημασία του : «σχεδόν γάρ πάντα τά προάγοντα έγένετο, Ινα ήμΐν ό Κύριος άνωθεν επιδείξει τό κατά τό Εναγγέλιον μαρτύρων» (1). Ή θεολογία δηλαδή έδώ εΐναι ή άληθινή θέα τών γεγονότων.


Τό μαρτύριο γενικά είναι μίμηση τοΰ μαρτυρίου τοϋ Κυρίου (19), άλλά κανείς δέν πρέπει νά τό έπιζητή (4). Τό είσπηδητικό μαρτύριο καταδικάζεται. Οί βασανισμοί τής μιας ώρας συνιστούν τή θύρα τοΰ παραδείσου (2). Ό μάρτυς, πού όδεύει καρτερικά στό μαρτύριο του, έχει χαριτωθή καί μεταστοιχειωθή έσωτερικά τόσο, ώστε νά εχη τή θέα τής άληθείας, νά βλέπη άγγέλους καί ν' άκούη αισθητά τή φωνή
τοϋ Θεοΰ. Οί παράγοντες πού καταπολεμούν τήν εύώδωση τοϋ μαρτυρίου, μέ σκοπό τήν υποτίμηση τής πίστεως καί τήν άποδυνάμωση τής Εκκλησίας, είναι βασικά τρεις : οί κοσμικοί άρχοντες, οί 'Ιουδαίοι (πού πάντα εμφανίζονται νά ύποδαυλίζουν τούς διωγμούς) καί ό διάβολος μέσω καί τής φύσεως τοϋ άνθρωπου (δειλία, ένστικτο αυτοσυντηρήσεως...) (12-13). Τά δπλα τοΰ μάρτυρα είναι πάντοτε ή πίστη καί ή θεία χάρη (12). Ή σημασία τοϋ μαρτυρίου δέν περιορίζεται σέ μόνο τό μάρτυρα, άλλ' έκτείνεται στούς λοιπούς πιστούς καί σ' αυτούς άκόμη τούς έθνικούς μέσω τοΰ παραδείγματος καί τοΰ κηρύγματος (10). Ό μάρτυς δηλαδή τήν ώρα τοΰ βασανισμού του ή γενικά κατά τή διαδικασία τοϋ μαρτυρίου συχνά κηρύττει, όχι μόνο μέ τήν ομολογία τής πίστεως του άλλά καί μέ λόγους περί τοΰ άληθινοϋ τριαδικού Θεοϋ καί τής Εκκλησίας.
Τό μαρτύριο εχει καί δλλη σημασία γιά τήν Εκκλησία, βαθύτερη αυτή καί πράγματι μυστηριακή. Εκπροσωπεί δύναμη στερεωτική, ένισχυτική, θεμελιωτική γιά τήν Εκκλη¬σία. Είναι είδος άποκλειστικοΰ καί καρποφόρου έδάφους, επάνω στο όποιο μόνο άναπτύσσεται ή τοπική Εκκλησία. 'Απόδειξη δτι μέ πάθος ιερό οί πιστοί προσπαθοΰν νά έξα- σφαλίσουν τό λείψανο τοΰ μάρτυρα ή κάτι άπό τά προσωπι¬κά του άντικείμενα (ένδύματα κλπ.) (17). Έν τούτοις δέ συγ¬χέουν : ή προσκύνηση άνήκει στο Θεό, ενώ στούς μάρτυρες ή ά γ ά π η καί ή τιμή, διότι έγιναν μαθητές, μιμητές και είχαν κατ' εξοχήν τήν εύνοια τοΰ Κυρίου (17). "Ετσι τίθε¬ται γιά πρώτη φορά καί οριστικά ό θεμέλιος λίθος τής δια¬κρίσεως μεταξύ προσκυνήσεως τοΰ Θεοϋ καί τιμής τών ά¬γιων. Τά λείψανα τοϋ μάρτυρα γίνονται άντικείμενο ασυ-νήθιστου σεβασμοΰ (18) καί άποβαίνουν σιγά - σιγά κέντρο, γύρω άπό τό όποιο συγκεντρώνεται ή τοπική 'Εκκλησία γιά τήν κοινή λατρεία. Είναι χαρακτηριστικό ότι μέχρι σήμερα ή θεία Ευχαριστία τελείται στήν αγία Τράπεζα, όπου υπάρ¬χουν λείψανα μαρτύρων ή αγίων. Ή σύναξη γύρω άπό τά λείψανα δέν εχει πένθιμο, άλλά χαρμόσυνο χαρακτήρα (18).
Καθιερώνεται συγκεκριμένη ήμερα τιμής τοϋ μάρτυρα, πού όνομάζεται χαρακτηριστικά «ήμερα γενέθλιος» (18), διότι τότε ό μάρτυς γεννήθηκε στή βασιλεία τοϋ Θεοϋ. Ή Έκκλη¬σία λοιπόν πανηγυρίζει λαμπροφόρα τούς μάρτυρές της, δέν τούς πενθεί. Τό μαρτύριο εΐναι ό στέφανος της (19) καί ή αύτοβεβαίωσή της, δπως τό εκφράζει ή θεολογία τοϋ πα¬ρόντος κειμένου, πού έκτοτε είναι καί θεολογία - Παράδοση τής Εκκλησίας.
Παραθέτομε τό 18 κεφάλαιο τοΰ Μαρτυρίου, διότι είναι κατ ' έξοχήν έκφραστικό τών παραπάνω:
('Ιδών ούν ό κεντυρίων τήν τών ιουδαίων γενομένην φιλονεικίαν, θείς αύτόν (= τόν άποκεφαλισθέντα μάρτυρα Πολύκαρπο) έν μέσφ, ώς εθος αύτοΐς, έκαυσεν. Ούτως τε ήμεΐς ύστερον άνελόμενοι τά τιμιώτερα λίθων πολυτε-λών καί δοκιμώτερα ύπέρ χρυσίον όστα αύτοΰ, άπεθέμεθα δπου καί άκόλουθον ήν. Ένθα ώς δυνα¬τόν ήμΐν συναγομένοις έν αγαλλιάσει καί χ α ρ ςί παρέξει ό Κύριος έπιτελεΐν τήν τοϋ μαρτυρίου αύ¬τοΰ ήμέραν γενέθλιο ν, εις τε τήν τών προηθληκό- των μνήμην καί τών μελλόντων & σ κ η σ ί ν τε καί έ- τοιμασία ν».

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

Τό Μαρτύριο του Πολυκάρπου έγραψε ο σμυρναίος χριστιανός Μαρκίων αμέσως μετά τά γεγονότα. Σώζεται σέ έξι χειρόγραφα καί έχει στήν άρχή καί στό τέλος τά γνωρίσματα επιστολής τής Εκκλησίας τής Σμύρνης πρός τήν Έκκλησία Φιλομηλίου (Φρυγίας) καί πρός'δλες τίς τοπικές καθολικές Εκ¬κλησίες. Πρόκειται δμως, καθώς σημειώσαμε ήδη, γιά περιγραφικό κείμε¬νο μέ θεολογικές προεκτάσεις. Τό κείμενο, στή μορφή πού τό γνωρίζομε σή¬μερα, προκάλεσε πολλές συζητήσεις καί αμφισβητήσεις, άκριβώς διότι στό σύνολό του θεμελιώνει άπό τήν πρώιμη αύτή έποχή τή θεολογία του μαρτυ¬ρίου, τήν τιμή καί τόν εορτασμό τών μαρτύρων άπό τήν Έκκλησία. Τελευταία μέ τό Μαρτύριο τοϋ Πολυκάρπου άσχολήθηκε ό von Campenhausen, πού μέ βάση τήν περίληψη τοΰ κειμένου μας είς τόν Εύσέβιο (Έκκλησ. Ίστορ. Δ 15) άπέρριψε σάν διαδοχικά μεταγενέστερα στρώματα ύλικοΰ(4) δ,τι δέν έβρισκε στόν Εύσέβιο, στόν όποιο επίσης άποδίδει μερικές προσθήκες. Τά φι-λολογικά δμως επιχειρήματα τοΰ Campenhausen είναι κυρίως πιθανολογι- κά καί 6χι αποδεικτικά. Ό Marrou, πού επίσης ασχολήθηκε μέ τό παρόν κείμενο καί τις απόψεις τοΰ Campenhausen, δέχεται σάν παρέμβλητο μόνο τό σύντομο χωρίο δπου ό Πολύκαρπος άκούει άπό τόν ούρανότή φωνή: «ΐσχυεΤ Πολύκαρπε, και άνδρίζου»(9). Γενικά ή ένότης τοϋ κειμένου είναι άδιαμφισβή- τητη, τό γεγονός δέ ότι δέν έχομε τις άντιλήψεις (σύγκριση τοΰ βίου καί τοΰ πάθους τοϋ Κυρίου μέ τό βίο καίτό μαρτύριο χριστιανών) τοΰ Μαρτυρίου καί σέ άλλα κείμενα τών μέσων τοΰ Β' αί. δέν μπορεί νά είναι λόγος άμφισβητή- σεως τής γνησιότητος. Παρά ταΰτα δέν μπορεί ν* άποκλείσωμε κάποιες ε¬πουσιώδεις έπεμβάσεις στό άρχικό κείμενο, όπως είναι έν δλω ή έν μέρει τά χωρίς ιδιαίτερη θεολογική σημασία κεφάλαια 21 καί 22.
Ανάλογες συζητήσεις έγιναν σχετικά καί μέ τή χρονολόγηση τοΰ Μαρ¬τυρίου, πού εξαρτάται βέβαια άπό τό μαρτύριο τοΰ Πολυκάρπου. Έτσι προ¬τάθηκαν οί χρονολογίες 161-167/8, 168/9, 177. Ή χρονολογία 167/8 εί¬ναι πιθανή, άλλά οί περισσότεροι πατρολόγοι προτιμούν τή χρονολογία τής παραδόσεως 156, δχι διότι έπιβεβαιώνεται άπόλυτα, άλλά διότι δέν είναι απο¬λύτως ισχυρά τά επιχειρήματα ύπέρ τών άντιπροτεινομένων χρονολογιών.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Εκδόσεις: Α. HTLGENFELD, Ignatii Ant. et Polycarpi Smyrnaei epistulae et marty- ria, Berolini 1902 (56-70, 113-121,331-345). Xp. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Μαρτύριον τοϋ άγ. Πολυκάρπου, 'Αλεξάνδρεια 1908 (άνάτ. άπδ ΕΦ). Β. ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ Ικδοση κειμένων εις Ν. Ποιμτ\ν 1 (1919)608-624. Θ. ΚΑΣΤΑΝΑ, Μαρτύριον Πολυκάρπου, είς ΓρΠ 17(1933) 154-158, 235-239. Β. ΙΙΕΝΤΖΑ, Μαρτύριον άγ. Πολυκάρπου, εις Κιβωτός 2(1953) 69-74.Κ. BIHLMEYER, Die apostolischen Vater, Tubingen fl956 (Nachtrag W. Schneemelcher), σσ.120-132. ΒΕΠ 3,21-27. P.-TH. CAMELOT, Ignace d'Antioche, Polycarpe de Smyrne: Lettres; Martyre de Polycarpe (50ΛΝο 10), Paris 41969.G. KRUGER-G. RUHBACH, Aus- gewahlte Martyrerakten, Tubingen 1965, σσ. 1-7. Η. MUSURILLO, The Acts of fhe christian Martyrs, Oxford 1972, σσ. XIII-XVII, 2-18
Μελέτες : J.W. TYRER, The Prayer of St. Pol. and its Concluding doxology, εις JThS 23 (1922) 390 έξ. R.H. CONNOLLY, The Doxology in the Prayer of St. Polycarp JThS 24(1923) 144 !ξ. J. A. ROBINSON, Liturgical echoes in Polycarp's prayer, εις JThS 21(1920) 97-105• 24(1923) 141-144. W. R. RAMSEY, The date of St. Polycarps Martyrdom, εις Beiblatter der Jahreshefte d. oesterr. archdot. Institute 27 (1932) 245¬258. H. SURKAU, Martyrien in judischer und fruhchristlicher Zeit, Gottingen 1938, 126-134. H. GREGOIRE-Ρ. ORGELS, La veritable date du martyre de S. Polycarpe et le Corpus Polycarpianum, είς 45 69(1951)1-38. Βλ. καί Bull. Acad. R. Belg. 1961, σσ. 72-83. Β. GRIFFE, A propos de la date du martyre de S. Polycarpe, είς Revue d'histoire deVEglist de France 37(1951) 40-52. P. MEINHOLD, Polykarpos, είς PWK 21, 2(1952)1662-1693.W. TELFER,The date of martyrdom of Polycarpi JTS 3 (1952) 79-83. H.-J. MARROU, LA date du marture de S. Polycarpe, είς AB 71 (1953) 5—20 καί είς ThLZ 84(1959)361-363.M. SIMONETTI, Alcune osservazione sul martirio diS. Poiicarpo, είς Giornal. Italian d. Filolog. 4(1956) 328-344. II. VON CAMPNENHAUSEN, Bearbeitungen und Interpolationen des Polykarpmartyriums είς Sitzungsber.Heidelb,
Ak. d. Wiss., phil-hist. Klasse, Heidelberg 1957 καΐείς Aus der Frilhzeit des Ckristen- tums, Tubingen 1963.M.SORDI, La data delmartirio di Policarpo e di Pionio e il rescri- to di Antonino Pio, είς Rivista di storia della chiesa in Italia 15 (1961)277-285. T.D, BARNES, A note on Polycarp, εις JTS 18(1967)433-7καΙ 19(1968)510-14.L.W. BARNARD, In defence of Pseudo-Pionius' account of S. Polucarp's Martyrdom, είς Kyriakon Festschrift J. Quasten, Munster Aschendorff, I, 1970, σσ. 192-204 (στό κείμενο τοϋ Ψευδο-Πιονίου, Βίος Πολυκάρπου.... υπάρχουν τά κύρια σημεία τοϋ Μαρτυρίου). L, Ει- ZENHOEFER, Das Gebet aus dem Polykarpmartyrium als Kommuniongebet in Brevier des Abtes Oderisius von Monte Gassino, είς SEJG 19(1969/70)5—25. M—L. GUILLAUMIN, En marge du Martyre de Polycarpe. Le discernement des allussions scripturaires είς Forma futuri (πρός τιμήν Μ. Pellegrino), Torino 1975, σσ. 462-469.

19. ΟΥΑΛΕΝΤΙΝΟΣ

Ό Ούαλεντΐνος είναι ό έπιφανέστερος διδάσκαλος τοϋ γνωστικισμοΰ κατά τόν Β' αι. Τοΰτο όφείλει στή βαθειά του θρησκευτικότητα, στά διανοητικά του χαρίσματα, στή χρήση τής ΚΔ καί στή γνώση τής έλληνικής φιλοσοφίας, άπό τήν όποία έπηρεάσθηκε καί διά τής όποιας ώργάνωσε τή δι¬δασκαλία του. Κατώρθωσε μέ τό εργο του νά δημιουργήση στούς κόλπους τής Εκκλησίας μία συγκλονιστική κρίση> ή όποία ήταν τό κορύφωμα τής κρίσεως, πού άπό τό τέλος τοΰ Α' αί. είχε άρχίσει νά προκαλή ό γνωστικισμός. 'Από τήν κρίση αύτή έξήγαγε δριστικά τήν Έκκλησία ό Ειρηναίος, είς τόν όποιο μάλιστα όφείλομε τήν πρώτη περιγραφή καί τήν πρώτη άναίρεση τοΰ συστήματος τοΰ Ούαλεντίνου.
Ό Ούαλεντΐνος κατήγετο άπό τήν Αίγυπτο, σπούδασε έπί 'Αδριανού (117-138) στήν 'Αλεξάνδρεια, δπου δίδαξε τό σύστημά του, καί ταξίδευσε στή Ρώμη (135), στήν Έκκλησία τής όποιας προσπάθησε νά σταδιοδρομήση χω¬ρίς έπιτυχία. Έκεΐ δημιούργησε δική του έκκλησία καί σχολή, στήν όποία δί¬δαξε μέχρι τήν έποχή του Άνικήτου (154-165). "Αγνωστο πότε, επισκέφθηκε τήν Κύπρο, δπου συνέστησε ισχυρή ομάδα μαθητών καί πέθανε. Στήν περί¬πτωση τοϋ Ούαλεντίνου έχομε ένσυνείδητο χριστιανικό γνωστικισμό, πού εί¬ναι δμως άπόκρυφος, διότι ό διδάσκαλός του ισχυριζόταν δτι τήν ιδιαίτερη χρι¬στιανική του παράδοση έχει άπό μαθητή τοΰ Παύλου, Θεοδά όνόματι, καί άπό άρτιγέννητο παιδί, τό «Aoyo».
"Εργα: Στόν Ούαλεντΐνο προσγράφονται Έπιστοληί} Όμιλίαι καί Ψαλ¬μοί, άπό τά όποια έχομε μόνον άποσπάσματα. Μεταξύ των γνωστικών έρ¬γων, πού βρέθηκαν στό Nag-Hammadi της Αιγύπτου τό 1945/6, υπάρχει Ευαγγέλιο, πού οί περισσότεροι τών ειδικών ερευνητών καί οί έκδοτες του (Ma- linine-Puech-Quispel) ταυτίζουν μέ τό Εύαγγέλιον τής αληθείας, τό όποιο, βπως άναφέρει ό Ειρηναίος, θεωρούσαν οί ούαλεντινιανοί σάν πέμπτο Εύαγ- γέλιο. Τό κείμενο τοΰτο, πού θεωρείται σπουδαίο καί χαρακτηριστικό έργο, διότι εΖναι τό πρώτο πλήρες έργο γνωστικού διδασκάλου, δέν περιέχει τή δρά¬ση καί τούς λόγους τοΰ Κυρίου, οΰτε τυχόν δράσεις καί διαλόγους μέ τόν Κύ¬ριο, μολονότι γνωρίζει τούς συνοπτικούς καί τόν 'Ιωάννη καί χρησιμοποιεί τήν 1Αποκάλυψη καί επιστολές τοΰ Παύλου. Παρουσιάζει μιά δημόσια ομι¬λία πρός τά «τέκνα τής γνώσεως τής καρδίας» (Hennecke-Schneemelcher, I, σ. 162,164), δηλαδή πρός τούς πνευματικούς, πού συνιστοΰσαν τήν τρίτη καί τελεία τάξη τών άνθρώπων σύμφωνα μέ τόν Ούαλεντΐνο.
Τό σύστημα. Ό Ούαλεντινος μέ τή βοήθεια τής ελληνικής φιλοσοφίας, χριστιανικών στοιχείων καί προπαντός παλαιοτέρων γνωστικών συστημάτων (κυρίως τών Όφιτών), συγκρότησε προσωπικό σύστημα, σύμφωνα μέ τό όποιο :
Έν άρχή προϋπήρχε ένας Αιών , δηλ. ό Προπάτωρ ή Βυθός, πού συνυ¬πήρχε δμως μέ τήν "Εννοια ή Σιγή. "Ετσι έχομε τήν πρώτη συζυγία, άπό τήν οποία προήλθε άλλη συζυγία, ό Νους καί ή 'Αλήθεια. Άπό αύτή 6 Λό¬γος καί ή Ζωή. Άπό έκείνη ό "Ανθρωπος καί ή 'Εκκλησία. Στή συνέχεια προ¬βάλλονται μέ άπορροή άκόμη δώδεκα αιώνες, οί όποιοι στό σύνολό τους γίνον¬ται τριάντα κι έτσι συγκροτείται τό πλήρωμα. Τόν Προπάτορα ή Βυθό γνώ¬ριζε μόνον ό νοΰς, πού είναι πατέρας καί άρχή τών πάντων. Κάποτε ό τελευταίος αιώνας, ή Σοφία, επαναστάτησε άπό έπιθυμία νά γνωρίση τό Βυθό. Μέ τήν επέμβαση τοΰ "Ορου, φύλακα τοΰ πληρώματος, επανήλθε στή θέση της ή Σο¬φία, άλλά είχε γίνει κακή άρχή, πού μποροΰσε νά διαταράξη τήν δλη τάξη στό πλήρωμα. Γιά τοΰτο ό Νοΰς προβάλλει νέα συζυγία, Χριστος-ΙΙνεΰμα, ή όποία βοηθεΐ τούς αιώνες στήν άναγνώριση τής συζυγίας τους καί τήν κατανόηση τοΰ Προπάτορα. Οί αιώνες έτσι ίκανοποιοΰνται καί δλοι μαζύ προβάλλουν άζυγο αιώνα, τόν Ίησοϋ, πού είναι γι' αυτό τό τελειότερο άστρο τοΰ πληρώματος. Τόν Ίησοϋ ώνόμαζαν καί Σωτήρα.
Ή δημιουργία τοϋ κόσμου καί τών αγγέλων οφείλεται στήν κάτω Σοφία (ή Άχαμώθ), ή οποία, είναι μόρφωμα τοΰ Χριστοΰ καί τής Σοφίας. Ή τελευ¬ταία δηλαδή είχε σάν κατάλοιπο τής παλαιάς της άνταρσίας ιήν 'Ενθύμηση ή όποία μέ τήν επέμβαση τοΰ αιώνα Χριστοΰ καί τής Σοφίας έγινε κάτω Σο¬φία, χωρίς νά έπανέλθη στό πλήρωμα. Τό γεγονός αύτό τήν ώδήγησε στή δη¬μιουργία, μορφοποιώντας μόνο τά κατώτερα πάθη της. "Ετσι δημιούργησε τδ Δημιουργό καί αυτός μέ τή σειρά του τούς άγγέλους, τόν κόσμο καί τούς άνθρώπους. Έπειδή δμως ή τραγωδία τής Άχαμώθ συνεχιζόταν, δηλαδή δημιουργούσε μορφοποιώντας τό πάθος της, έστειλε ό Χριστός τόν Ίησοΰ, ό όποιος άπήλλαξε τήν Άχαμώθ άπό τό πάθος καί τήν ίκάνωσε νά προβάλη καί τό πνευματικό της στοιχείο, πού έδωσε στό δημιουργό καί τούς άνθρώ¬πους. Οί άνθρωποι, άνάλογα μέ τό βαθμό πνευματικού στοιχείου πού παίρ¬νουν, διακρίνονται σέ χοΐκούς, ψυχικονς καί πνευματικούς. Ή τελείωση ό'μως τής σωτηρίας πραγματοποιείται μέ τήν αποστολή τρίτου * Ιησοΰ Χριστοί, ό όποιος γεννάται άπό τή Μαρία.
Οί δύο σχολές, Ιταλκοτίκή καί άναζοΑιχή, πού συνέχισαν τήν παράδοση τοΰ Ούαλεντίνου, δίδαξαν διαφορετικά γιά τή φύση τοΰ Ίησοΰ Χριστοΰ. Γενικά ή πρώτη κήρυττε δτι ό Ίησοΰς γεννήθηκε ψυχικός κι έλαβε κατά τό βάπτισμά του τό Πνεΰμα. "Η δεύτερη δεχόταν τόν Ίησοΰ άπό τήν άρχή πνευματικό, διότι στή Μαρία είχε κατοικήσει τό Πνεΰμα πριν νά τόν γεννήση. Γενικά, σωτηρία σημαίνει γιά μέν τήν 'Αχαμώθ επάνοδο στό πλήρωμα, γιά δέ τούς άνθρώπους τή σύνδεση τους μέ τούς άγγέλους τοΰ Σωτήρα (οί άνθρω¬ποι είναι οί νύφες καί οί άγγελοι οί σύζυγοι).
Ό Ούαλεντΐνος πέτυχε μεγάλη έξάπλωση τής σχολής του μέ τή βοήθεια μάλιστα σπουδαίων μαθητών, οί όποιοι συχνά διαφοροποίησαν σέ πολλά ση¬μεία τή διδασκαλία του. Συγχρόνως δμως οί άρχαιες πηγές δέν κάνουν πάν¬τοτε διάκριση μεταξύ τών προσωπικών άντιλήψεων τοΰ Ούαλεντίνου καί ιών ιδεών τών μαθητών του, οί γνωστότεροι άπό τούς οποίους ήσαν: ό Πτολε¬μαίος, δ Ήρακλέων, δ Φλωρϊνος, ό Σεκοΰνδος, ό Άξιόνικος, ό Άρδησάνης, ό Θεόδοτος, ό Μάρκος.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

W. FORSTER, Von Valentin zu Herakleon, Giessen 1928. G. QUISPEL, The Origi¬nal Doctrine of Valentine είς VC 1(1947) 43-73. G. QUISPEL, La conception de 1'hom- me dans la gnose valentinienne, είς Eranos Jahr 15(1947) 249-286. F.-M. SAGNARD, La gnose valentinienne et le t^moignage de Saint Ir6nie, Paris 1947. A. FESTUGIERE, Notes sur les fragments de Valentin, είς VC 3(1949) 193-207. H.-J. SCHOEPS, Von himmlischen Fleisch Christi, Tubingen 1951. G. QUISPEL, Christliche Gnosis und jiidische Heterodoxie, έν Evang. Theol. (1954) 474-484. H. - CH. PUECH καί G. QUIS¬PEL, Les Merits gnostiques du Codex Jung, είς VC 8 (1954) 1-51. ΤΩΝ ΙΔΙΟΝ, Le quatrifeme 6crit gnostique du Codex Jung, είς VC 9(1955) 65-102. H.-CH. PUECH, G. QUISPEL, W. C. van UNNIK, The Jung Codex. A newly recovered Gnostic Papyrus, London 1955. A.J. VISSER, Der Lehrbrief der Valentinianer, είς VC 12 (1958) 27-36. M. CRAMER, Zur Deutung des Ausdrucks «Gnosis» im «Evangelium Veritatis», είς Studia Biblica et Orientalia, Rom 1959, σσ. 48-56. Ε. HENNECKE -W. SCHNEEMEL¬CHER, Neutestamentliche Apokryphen, I, Tubingen '1959, σσ. 160-166. A. ORBE, La muerte de J6sus en la economia valentiniana, είς Greg 40 (1959) 467-499 καί 636-670. Η.-Μ. SCHENKE, Die Herkunft des sogenannten Evangelium Veritatis, GiJttingen 1959. TOY ΙΛΙΟΥ, Das Evangelium der Wahrheit, είς W. Unnik, Eoangelien aus dem Nilsand, Frankfurt 1960, σσ. 174-185. W. C. TILL, Das Evangelium-der Wahr- heit. Neue Ubersetzung des vollstandigen Textes, είς ZNW 50 (1959) 165-185. E. SEGELBERG, Evangelium Veritatis - a Confirmation Homily and its relation to the Odes of Salomon, είς Orientcdia Suecana 8 (1959/1960) 3-42. J. MENARD, L'fivangile de V6rit6. Retrovertion grecque et commentaire, Paris 1952. K. GROBEL, The Gos¬pel of Truth. A Valentinian Meditation on the Gospel, London 1960. G. FECHT, Der erste «Teil» des sogenannten Evangelium Veritatis, είς Orientcdia 30 (1961) 371-390* 31 (1962) 85-119- 32 (1963) 298-335. S. ARAI, Die Christologie des Evangelium Veri¬tatis, Leiden 1964. A. ORBE, Estudios Valentinianos, IV: La teologia del Espiritu Santo, Roma 1966. J.-E. MENARD, La «Connaissance» dans l'fivangile de V6riti, είς RSR 41 (1967) 1-28. H. MARROU, La thiologie de l'histoire dans la Gnose valen- tinienne, είς Σέ origini dello Gnosticismo, Leiden-Brill 1970, σσ. 215-225. Ε.Η. PAGELS, A Valentinian interpretation of baptism and eucharist, and its critique of «orthodox» sacramental theology and practice, είς HThR 65 (1972) 153-169. A. ORBE, Ipse tuum calcabit caput..., είς Greg 52 (1971) 95-150, 215-271 (ή έξηγητική στόν Είρηναΐο καί τούς ούαλεντινιανούς). Ε. PAGELS, Conflicting versions of Valentinian eschatology..., είς HThR 67 (1974) 35-53.

30. ΜΑΡΚΙΩΝ

Ό Μαρκίων, δ δημιουργός του Μαρκιωνιτισμοϋ (βλ. Εισαγωγή,), ήταν υίδς τοΰ επισκόπου Σινώπης στόν Πόντο καί γεννήθηκε τέλος τοΰ Α' ή αρχές τοϋ Β' αιώνα. 'Απόκτησε μόρφωση καί πολλά χρήματα ως εφοπλιστής. Φύ¬ση άνήσυχη καί επαναστατική συγκινήθηκε άπό γνωστικούς κύκλους, διατύ¬πωσε κακόδοξες άντιλήψεις καί γι' αύτό έκδιώχθηκε άπό τήν επισκοπή τοΰ πατέρα του. Περί τό 140 βρίσκεται στή Ρώμη, όπου έπιβάλλεται ως ένα βα¬θμό μέ τή μόρφωση, τά πλούτη καί τό θεληματικό χαρακτήράτου. Γνωρίσθη¬κε μέτόν μετριοπαθή γνωστικό Κέρδωνα, ό όποιος ένίσχυσε φαίνεται —βχι ε¬νέπνευσε—τις γνωστικές τάσεις του. Τό 144, επιζητώντας γενικώτερη άνα- γνώριση καί ΐσως τόν επισκοπικό θρόνο της Ρώμης, άνακοινώνει εύρύτερα τις άντιλήψεις του ενώπιον τών πρεσβυτέρων τής ρωμαϊκής Εκκλησίας μέ άπο- τέλεσμα νά καταδικασθή γι' αύτές καί νά άφορισθή. Άπό τή στιγμή αύτή χρο¬νολογείται ή προσπάθεια τοΰ Μαρκίωνα νά όργανώση σέ σύστημα ενιαίο τις άντιλήψεις του καί νά ίδρυση τή γνωστική του εκκλησία (εξηγήσαμε ήδη στήν είσαγωγή, γιατί χρησιμοποιούμε τόν δρο αύτό), πού κάνει τήν παρουσία της σέ 6λα σχεδόν τά μεγάλα χριστιανικά κέντρα.
Οί θεμελιώδεις αρχές καί αντιλήψεις τοϋ μαρκιωνιτικοϋ συστήματος είναι οι έξης :
Διαρχία. 'Υπάρχουν δύο άρχές ή θεοί, ό Δημιουργός, πού είναι δίκαιος, καί ό Ύψιστος, πού είναι «ξένος» πρός δ,τι συμβαίνει στόν κόσμο. Άνταουδαϊσμός— Ασκητισμός.
Ό Κύριος δέν έπαθε πράγματι και ή θ. Εύχαρίστία δέν εχει ρεαλισμό (ό Μαρκ. είχε άντικαταστήσει τούς κυριακούς λόγους «τοΰτό έστι τό σώμά μου» μέ τή φράση «τοϋτό έστι τό σχή¬μα τού σώματος μου»). Δικό τον Κανόνα. Τόν συγκροτού¬σε τό «Εναγγελικόν» (= τό Ευαγγέλιο τοϋ Λουκά μέ πολλές έπεμβάσεις) και τό «3Αποατολικόν» (=10 επιστολές τοΰ Παύ¬λου). Στό έργο του «'Αντιθέσεις)) άνέλυε τίς αντιθέσεις με¬ταξύ Π καί ΚΔ, άπέρριπτε τήν πρώτη ή άδιαφοροΰσε γι' αύτή, διότι, υποστήριζε, άφοροΰσε μόνο τόν ιουδαϊσμό. * Ασκητικές τάσεις. Οί τάσεις αύτές, πού ήσαν άποτέλεσμα τε¬λείας περιφρονήσεως τοΰ σώματος, προσέδιδαν ιδιαίτερη λάμψη στό μαρκιωνιτισμό καί δέν εΐναι άσχετες πρός τόν ήρωϊσμό πού έδειχναν οί όπαδοί του στούς διωγμούς. Εκ-κλησιαστική οργάνωση. Ή έπιτυχία τοϋ Μαρκίωνα στό πε¬δίο τοΰτο ύπήρξε κυριολεκτικά θαυμαστή. Ένώ άπέρριπτε τίς θεολογικές προϋποθέσεις καί τόν ιδιαίτερα θείο χαρα¬κτήρα τών μυστηρίων καί μάλιστα τής ίερωσύνης, διατήρησε σ* αύτά έκκλησιαστικές μορφές. "Έτσι είχε έπισκόπους, πρε¬σβυτέρους καί διακόνους, οί όποιοι όμως δέ διέθεταν κάποιο ειδικό θειο χάρισμα. Ήσαν διοικητικά κυρίως όργανα μέ απόλυτη έξάρτηση άπό τό Μαρκίωνα, όσο φυσικά ζοϋσε.
Ή όργάνωση τοΰ μαρκιωνιτισμοϋ, πού εμοιαζε μέ τήν εκκλησιαστική, καί τά πολλά - νοθευμένα όμως - χριστια¬νικά του στοιχεία έκαμαν πολλούς νά πιστέψουν ότι πρό¬κειται γιά χριστιανική αίρεση. Έν τούτοις ή αίρεση είναι στήν ύφή της κάτι τό τελείως διαφορετικό. Δημιουργείται μέ τή διαφοροποίηση ένός μέλους τής Εκκλησίας ώς πρός ενα θεμελιώδες σημείο τής πίστεως, ένώ τά λοιπά σημεΐά της διατηροΰνται. Ό Μαρκίων ούσιαστικά δέν κράτησε ά- νόθευτο κανένα στοιχείο άπό τήν έκκλησιαστική Παρά¬δοση. Συγχρόνως ό Μαρκίων παραμέρισε μερικά θεμελιώ¬δη γνωστικά στοιχεία, όπως τή θεωρία περί αιώνων καί περί λυτρώσεως διά μόνης τής γνώσεως, άλλά διατήρησε άλλα, όπως τή διαρχία, τόν άντινομισμό, τό δοκητισμό, τίς έγκρα- τιτικές τάσεις κ. ά. "Αλλωστε οί μοναρχιανικές του τάσεις καί ό δοκητίσμός άποδυνάμωναν τό ήδη άσθενές κι έπιφα- νειακό χριστιανικό στρώμα του συστήματος του, ώστε νά γίνεται φανερό οτι πρόκειται γιά ιδιότυπο γνωστικό σύστημα μέ ένδυμα έκκλησιαστικό.
Έργα : Τίς άντιλήψεις του δ Μαρκίων παρουσίασε μέ τδ έργο Αντιθέ¬σεις καί τδ δικό του Κανόνα Γραφής. Στό πρώτο άνέλυε τήν αντίθεση πού ύ¬πάρχει μεταξύ Π καί ΚΔ. Ή μία παραμερίζεται διότι είναι έργο τοΰ κατωτέ¬ρου δημιουργού θεοΰ πού γνωρίζομε. Ή άλλη φανερώνει τόν άνώτερο Θεό τής άγάπης καί τής χάριτος, πού είναι ξένος πρός τόν κόσμο καί πού άποκα- λύπτεται διά τοΰ Χριστοΰ. Ό Χριστός έμφανίσθηκε στόν κόσμο ένήλικος, τό δέ σώμά του ήταν φαινομενικό. Επομένως δέ σταυρώθηκε πράγματι, δπως γράφουν οί εύαγγελιστές, οί όποιοι εκπροσωπούν τόν έξιουδαισμό τών γεγονότων πού άφοροΰν τό Χριστό. Στό δεύτερο έργο, τόν Κανόνα, τόν όποιο συγκροτούσαν τό Εναγγελικόν καί τό *Αποστολικόν (ή : Εύαγγέλιον καί Απόστολος), έπι- χειροΰσε νά διασώση τό Εύαγγέλιο άπό τόν έξιουδαισμό, έναντίον τοΰ οποίου άγωνίσθηκε δ Παΰλος καί ό συνεχιστής του Λουκάς. "Ετσι τό εύαγγελικό κεί¬μενο τοΰ Λουκά άποτέλεσε τή βάση τοΰ μαρκιωνιτικοΰ εύαγγελίου μέ τήν άφαί- ρεση βέβαια τών πρώτων κεφαλαίων περί γεννήσεως τοΰ Κυρίου καί τή δια¬σκευή άλλων χωρίων του. Στό 'Αποστολικό του κρατοΰσε μόνο δέκα άπό τίς 'Επιστολές τοΰ Παύλου (άπέρριπτε τίς Ποιμαντικές καί τήν πρός ΓΕβραίονς). Γιά τό εΐδος τοΰ Εύαγγελικοΰ κειμένου πού χρησιμοποίησε ό Μαρκίων καί τή σχέση του μέ τό ήδη γνωστό κείμενο τοΰ Λουκά έχουν διατυπωθή ποικίλες θεωρίες, οί όποιες δμως δέ γνώρισαν γενική επιδοκιμασία.
Πάντως ή δημιουργία Κανόνα της ΚΔ άπό τό Μαρκίωνα συντόμευσε πο¬λύ τή συγκρότηση τοΰ καινοδιαθηκικοΰ Κανόνα τής Εκκλησίας. Ή σχετική άντίδραση τής 'Εκκλησίας φαίνεται καί στούς γνωστούς άντιμαρκιωνιτικούς Προλόγονς τών Εύαγγελίων (βλ. σχετικό λήμμα).
Ή 'Επιστολή τοΰ Μαρκίωνα, τήν όποία ό Τερτυλλιανός άναφέρει συχνά,, φαίνεται δτι άποτελεΐ μεταγενέστερο κατασκεύασμα, περιεκτικό έν τούτοις; τών άντιλήψεών του (Mahe).
'Αρχαίοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς, βπως ό Ίουστΐνος, ό Είρηναΐος, δ Τερτυλλιανός, έγραψαν αύτοτελή έργα κατά Μαρκίωνος καί πολέμησαν τίς άντιλήψεις του. Μέσω δέ τών έργων αύτών έχομε ειδήσεις γιά τό Μαρκίωνα καί περιλήψεις τών έργων του. Ό Harnack πέτυχε ιδιαιτέρως πολλά στήν αποκατάσταση τοΰ μαρκιωνιτικοΰ Κανόνα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Α. von HARNACK, Marcion. Das Evangelium vom fremden Gott, Leipzig A1924. R. WILSON, Marcion, London 1933. G. QUISPEL, De Bronnen van Tertullianus Adversus Marcionem, Leiden 1943. E. BLACKMAN, Marcion and his Influence, Londoiv 1948. A. HJGGINS, The Latin Text of Luke in Marcion und Tertullian, είς VC 5 (1951) 1-42. F. BRAUN, Marcion et la gnose simonienne, είς Byz 25-27 (1955/57) 631-648. L. HouGiER.La critique biblique dans l'antiquiti: Marcion et Fauste de Μϊΐένβ [Cercle E. Renan 18), Paris 1958. A. SALLES, Simon le Magicien ou Marcion, είς VC 12 (1958) 197-224. W. RICHARDSON, Νόμος έμψυχος: Marcion..., είς SP 6 (1962) 188-196. Ε. SCHULE, Der Ursprung des BOsen bei Marcion, είς ZRGG 16 (1964) 23-41.J.FIEY, Le Marcionites dans les textes historiques de I'figlise de Perse, είς Mu 83 (1970) 183¬188. K. SCHIFER, Marius Victorinus und die marcionitischen Prologe zu den Paulus- briefen, είς RB 80 (1970) 7-16. H. WEISS, Paulus und die Haretiker..., είς W. Eltes- ter, Christentum und Gnosis, Berlin 1969, σσ. 116-128 (άποδεικνύει 6τι ό Παϋλος δέν είχε λησμονηθη άπό τήν Εκκλησία, καθώς υποστηρίχθηκε, καί δέν τόν έπανέφεραν στδ προσκήνιο ό Μαρκίων καί άλλοι αίρετικοί καί γνωστικοί). J. ΜΑΗΕ, Tertullian et Γ Epistula Marcionis, είς RSRUS 45 (1971) 358-371. J. GUNTHER, Syrian Christian, dualism, είς VC 25 (1971) 81-93 (ή γνωστική διδασκαλία τοϋ Μαρκίωνα). Ε. SAMEK LODOVICI, Sull'interpretazione di alcuni testi della Lettera di Galati in Marcione e in Tertulliano, είς Aevurn 46 (1972) 371-401. J. GAGER, Marcion and philosophy, ε1ί> VC 26 (1972) 53-59.



Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.