Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

12. ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ



12. ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ

Ό άθηναιος 'Αριστείδης ήταν κατά τόν Εύσέβιο (Έκκλησ. ίστορ. Δ 3, 3) σύγχρονος τοϋ Κοδράτου και συνέταξε "Απολογίαν ", τήν όποία έπίσης έδωσε στόν αύτοκράτορα 'Αδριανό (117-138). Στή συριακή δμως μετάφραση πού βρέθηκε άποδέκτης δέν είναι ό 'Αδριανός, άλλά ό διάδοχος του 'Αδριανός Άντωνΐνος Πΐος (138-161). Πάντως τό εργο γράφηκε μάλλον περί τό 140 ή λίγο ένωρίτερα και είναι ή άρχαιότερη σωζόμενη χριστιανική απολογία καί γι' αύτό κυρίως ή σημασία της είναι μεγάλη.
Μέ τήν άπολογία τοϋ 'Αριστείδη ό άναγνώστης έντυπωσιάζεται, διότι βρίσκει σ' αύτή κλίμα τελείως διαφορετικό άπό έκεΐνο πού γνώρισε στά λίγο προγενέστερα ή καί σύγχρονα κείμενα τοΰ 'Ιγνατίου, τοϋ ψευδο-Βαρνάβα ή τοϋ Παπία.

Τά προβλήματα έκεΐ ήσαν θεολογικά καί έσωεκκλησιαστικά. Έδώ έχομε πτώση τοΰ θεολογικοϋ έπιπέδου καί προσπάθεια νά λεχθή κάτι άπλό καί πειστικό γιά τή νέα θρησκεία σέ άναγνώστες, πού δέ γνωρίζουν τή θεολογική προβλημα- τολογία τής 'Εκκλησίας ή πού δέν μποροϋν νά τήν παρακο¬λουθήσουν. Ή άπλοϊκή καί κάποτε αφελής επιχειρηματολο¬γία είναι τό χαρακτηριστικό τοϋ έργου, τό όποιο δέν είναι ξένο πρός τό κλίμα τής στωϊκής ήθικήςκαί τής πλατωνικής καί άριστοτελικής σκέψεως, τίς όποιες οπωσδήποτε γνωρίζει καί χρησιμοποιεί. Ή πίστη στόν άληθινό Θεό καί ό ήθικός βίος τών χριστιανών είναι τό κριτήριο άνωτερότητος τής θρη¬σκείας τοΰ Χριστοΰ. Ό ίδιος ό 'Αριστείδης θέλει νά δεί- ξη στό βασιλέα δτι τά έπιχειρήματά του άντλεΐ άπό τό χώρο τής φιλοσοφικής σκέψεως και δχι τής άποκαλύψεως. Στήν άρχή τής άπολογίας δηλώνει δτι ή αρμονία τής φύσεως τόν ώδήγησε στόν ένα Θεό πού κινεί τά πάντα. Μιλώντας γιά τούς χριστιανούς χρησιμοποιεί τρίτο πρόσωπο (ποτέ «.ήμεΐς») : «Τό εύαγγέλιο πού κηρύχθηκε πριν άπό λίγο χρόνο σ' α ύτ ο ύ ς» (= τούς χριστιανούς), «δπως πήραμε άπό τά βιβλία τους» (15, 1, 3). Εμφανίζεται δηλαδή ό Αριστείδης δχι σάν μέλος τής Εκκλησίας (δπως ό Ίουστΐνος), άλλά σάν φι¬λόσοφος πού έχει πεισθή γιά τήν άνωτερότητα τοϋ χριστια¬νισμού καί γι* αύτό άναλαμβάνει τήν άπολογία τών χρι¬στιανών.
Τό €QYO. Μέχρι τά τέλη σχεδόν τοΰ περασμένου αιώνα θεωροΰσαν χαμένη τήν άπολογία τοΰ 'Αριστείδη. Τό 1878 δμως βρέθηκαν άποσπάσματα άρμε- νικής μεταφράσεως καί τό 1889 δ R. Harris άνακάλυψε σέ κώδικα σιναϊτικό συριακή μετάφραση τοΰ έργου. Στή συνέχεια δ J. Robinson διαπίστωσε δτι στό χριστιανικό μυθιστόρημα Βαρλαάμ καϊ Ίωάσαψ, πού άνήκει μάλλον στόν 'Ιωάννη Δαμασκηνό, υπάρχει διασκευασμένο τμήμα τής άπολογίας τοΰ 'Αρι¬στείδη. Τέλος, σέ πάπυρο πού βρίσκεται στό βρεταννικό Μουσείο παραδίδον¬ται άποσπάσματα τοΰ έλληνικοΰ πρωτοτύπου {κεφ. 5,4" 6, 1 καί 15, 6 - 16). Ή άπολογία διακρίνεται σέ δύο άνισα μέρη: κεφ. 1-14 καί κεφ. 15 - 17. 'Αρχίζει μέ τήν άπλή φιλοσοφική σκέψη δτι ό 'ίδιος δ συντάκτης, θεωρώντας τήν αρμονία τοΰ κόσμου, έφθασε στήν ιδέα τοΰ Θεοΰ πού κινεί τά πάντα καί πού είναι δ αληθινός, αιώνιος, Θεός τών χριστιανών. Τοΰτο άποτελεΐ θεμέλια τοΰ δλου βιβλίου καί κριτήριο της θρησκείας καί τής ήθικής δλων τών άνθρώ¬πων, τούς οποίους διαιρεί σέ βαρβάρους ειδωλολάτρες (χαλδαίους, έλληνες, αιγυπτίους), σέ ιουδαίους καί χριστιανούς. Παρουσιάζει μέ άπλοικό τρόπο (γιά νά καταδικάση άμέσως) τή ζωή τών ειδωλολατρών τήν πίστη τους σέ πολλούς θεούς. Χαρακτηριστικά σημειώνει δτι καί οί έλληνες ποιητές καί φιλόσοφοι, πού θέλησαν νά ωραιοποιήσουν τίς κακές πλευρές τής ζωής τών έθνικών, στήν πραγματικότητα άποκάλυψαν τήν «αίσχύνην» τους. 'Αναφέρε¬ται κατόπιν στούς ιουδαίους, οί όποιοι ένεκα τής μονοθεΐας πλησίασαν περισ¬σότερο άπ' δσο τά λοιπά έθνη τήν άλήθεια, τήν όποία δμως διέστρεψαν, γι' αύτό τιμοΰν περισσότερο τούς άγγέλους άπό τό Θεό καί κατασκευάζουν πλήθος τυπικών διατάξεων περί τροφών, νηστειών, Σαββάτου κλπ. Τό δεύτερο τμήμαΤ δηλ. τά κεφ. 15 - 17, άφιερώνεται στούς χριστιανούς, οί όποιοι αγενεαλογονν- ται άπό τον Κνρίον Ίησον Χρίστου» (15, 1), έχουν τήν καθαρή περί Θεοΰ ιδέα,, διακρίνονται γιά τήν ήθική τους άνωτερότητα καί άγνότητα, χαρακτηρίζονται γιά τά φιλάνθρωποι αίσθήματά τους και είναι πάντα έτοιμοι νά θυσιασθοΰν γιά τό Χριστό (15, 10). Οί διωγμοί έναντίον τους είναι τελείως άδικαιολόγητοι. Γενικά ή θεολογία καί χριστολογία του περιορίζονται στό δτι δ Θεός είναι δημιουργός τών δλων, δτι δ Ίησοϋς Χριστός ομολογείται «έν πνεύματι άγίω» Υιός τοΰ υψίστου Θεοΰ καί δτι, «άπ' ονρανον καχαβάς», άνέλαβε σάρκα έκ της Παρθένου.
Σέ άρμενικά χειρόγραφα εσφαλμένα προσγράφονται στόν 'Αριστείδη 'Ο¬μιλία στό Λ ουκ. 23, 42 καί άπόσπασμα 'Επιστολής.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

'Εκδόσεις: J. HARRIS, The Apology of Aristides on Behalf of the chrtstians from syriac Ms. Preserved on Mount Sinai. Edited with an Introduction and Transla¬tion. With an Appendix containing the Main Portian of the Original Greek Text by J. Robinson, Cambridge a1893. H. MILNE, A new fragment of the Apology of Aristides, εις JThS 25 (1924) 73-77. A. MODONA, L'Apologia di Aristide ed il nuovo frammento d'Ossirinco, είς Bilychnis 19 (1922) I 317-327. J. GEFFCKEN, Zwei grie- chische Apologeten, Leipzig-Berlin 1907, σσ. 1-96. C. VONA, Aristides* Roma 1950. ΒΕΠ 3, 133-153. G. RUHBACH, Altkirchliche Apologeten, Giitersloh 1966, σσ. 15-28.
Μελέτες: W. HUNGER, Die Apologie des Aristides, eine Konversionsschrift, είς Scholastik 20/24 (1941) 390-400. F. DOLGER, Der griechische Barlaam-Roman. Ein Werk des Johan. von Damaskos, Ettal 1953. G.O'CEALLAIGH, «Marcianus» Aristides. On the Worship of God, είς HThR 51 (1958) 227-254. W. VAN UNNNIK, DieGoltes- lehre bei Aristides und in gnostischen Schriften, εις ThZ 17 (1961) 166-174. C. A. BEHR, Aelius Aristides and the sacred Tales, Amsterdam 1968 (307 σσ.). ΣΠΥΡ. Δ. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ, ΠλατωνικαΙ επιδράσεις είς τόν άπολογητήν Άριστείδην, 'Αθήνα 1973 (8 oo.).L. ALFONSI, La teologia della storia neH'«ApoIogia» di Aristide, είς Augusti- nianum 16 (1976) 37-40.

13. ΑΡΙΣΤΩΝ ΠΕΛΛΑΙΟΣ

Ό 'Αρίστων άπό τήν Πέλλα τής Παλαιστίνης έγραψε περί τό 140 διαλο¬γικό έργο μέ τόν τίτλο «'Αντιλογία Παπίσκον καί 'Ιάσονος περί Χρίστου», δπως πληροφορεί δ Ώριγένης (Κατά Κέλσον 4, 52). Ό Παπίσκος, πού είναι χριστιανός έξ ιουδαίων, άποδεικνύει στόν άλεξανδρινό ιουδαίο 'Ιάσονα δτι οί προφητείες εκπληρώθηκαν στό πρόσωπο τοΰ Χριστοΰ. Δυστυχώς τό έργο χάθηκε τελείως, εκτός άπδ μικρό άπόσπασμα τής λατινικής μεταφράσεώς του, ή δποία έπίσης χάθηκε. Ό 'Αρίστων χρησιμοποίησε γιά τό σκοπό του άλληγο¬ρική έρμηνεία τής ΠΔ, κάτι πού έξερέθισε τόν Κέλσο, δ όποιος στό έργο του α"Αληθής λόγος» χαρακτήρισε τήν «άντιλογία» αύτή άξια γέλωτος.
'Από τίς πληροφορίες τοΰ Ώριγένη γιά τό έργο τοΰ Άρίστωνα συνάγεται δτι τδ έργο τοΰτο είναι ή παλαιότερη γνωστή άπολογία χριστιανοΰ πρδς τδν ιουδαϊσμό.
Α. Β. HULEN, The Dialogues with the Jews as sources for Ealry Jewish Argu¬ments against Christianity, εις JBL 51 (1932) 58-70. A WILLIAMS, Adversus Judaeos Cambridge 1935, aa. 28-30.

14. ΒΑΣΙΛΈΙΔΗΣ

Ό Βασιλείδης είναι ό πρώτος άπό τούς τέσσερες κορυ¬φαίους εκπροσώπους τοϋ χριστιανίζοντος γνωστικισμοΰ (οί άλλοι: Ούαλεντΐνος, Μαρκίων, Βαρδεσάνης). "Εδρασε στήν 'Αλεξάνδρεια (120-145), είχε γνώση τής ελληνικής φιλο¬σοφίας, ή όποία τόν έπηρέασε, και συνέβαλε πολύ στή διά¬δοση τοϋ γνωστικισμοΰ στούς κόλπους τής νεαρής άκόμη Εκκλησίας. Καί μόνο τό γεγονός ότι έγραψε Εναγγέλιον, Έξηγητικά εις αύτό, Ψαλμούς καί 'Ωδές αποδεικνύει τή διά- θεσή του νά δράση στό χώρο τής 'Εκκλησίας καί νά τήν ύποκαταστήση μέ τή γνώση πού προσέφερε.
Τά έργα του αύτά, έκτδς άπδ άποσπάσματα τών Έζηγητικών, χάθηκαν. "Ετσι άδυνατοΰμε νά σχηματίσωμε ικανοποιητική εικόνα τής διδασκαλίας του, τήν όποία δίδουν βέβαια δ Είρηναΐος {"Ελεγχος Α 24) καί δ 'Ιππόλυτος {Φιλο¬σοφούμενα Ζ 14 έξ.), άλλά δ καθένας μέ πολύ διαφορετικό τρόπο. Ό πρώτος αποδίδει, φαίνεται, πιστότερα τδ Βασιλείδη, ένώ ό δεύτερος καταγράφει μάλ¬λον άντιλήψεις μαθητών τοΰ Βασιλείδη καί τονίζει τήν έξάρτησή του άπδ τήν άριστοτελική φιλοσοφία.
Ό Βασιλείδης ήταν φορέας «απόκρυφου» παραδόσεως τοΰ Ματθία καί Γλαυκία καί τόνιζε τή μεγάλη άπόσταση μεταξύ άνώνυμου Θεοΰ, πού είναι άγέννητος, καί τοΰ αίσθητοΰ κόσμου. Ή θέση αύτή δέν προϋποθέτει δυαλισμό, πού μάλιστα συνιστά κοινδ τόπο τοΰ γνωστικισμοΰ. Ή γνώση τοΰ τρόπου μέ τδν δποΐο προήλθε δ κόσμος καί μάλιστα τοΰ τρόπου μέ τον δποΐο δ Ίησοΰς απέφυγε τή σταύρωση άποτελεΐ αύτοματικά μοναδικό δρο σωτηρίας τοΰ άν¬θρώπου. Κατά τδν Ειρηναίο δ άνώνυμος καί άγέννητος Πατήρ προβάλλει τδν πρωτότοκο Nov, άπδ τδν δποΐο προέρχεται ό Λόγος. 'Απδ αύτδν δέ ή Φρόνη- σις καί άπδ αύτή ή Σοφία καί Δνναμις. Άπδ τίς τελευταίες προήλθαν οί δυνά¬μεις, οί άρχές καί οί άγγελοι, καί άπδ αύτά ό πρώτος ούρανός. "Αλλοι άγγελοι πάλι δημιούργησαν σειρά ούρανών, οί όποιοι φθάνουν τούς 365, όσες οί ημέρες τοΰ έτους. "Ετσι έχομε τή συγκρότηση τοΰ πληρώματος. Οί άγγελοι πού δη¬μιούργησαν τόν τελευταίο καί ορατό α έμάς ούρανό έχουν καί τήν εύθύνη γιά τόν κόσμο, τόν όποιο μοίρασαν μεταξύ τους καί κατευθύνουν. Έπειδή όμως ό άρχηγός τους θέλησε νά ύποτάξη δλα τά τμήματα—έθνη, επαναστάτησαν οί λοιποί άγγελοι μέ άποτέλεσμα τήν άναστάτωση στόν κόσμο. Ό άγγελος μάλιστα μέ τίς κατακτητικές διαθέσεις ταυτιζόταν μέ τό θεό τών εβραίων. Ό κόσμος λοιπόν κινδύνευε νά ύποταχθή στούς έβραίους καί ή άντίδραση τοΰ κόσμου άπειλοΰσε γενική καταστροφή. Γιά νά άποφευχθή τό κακό τοΰτο, ό άνώνυμος Πατήρ στέλνει στόν κόσμο τό Nov, πού ώνομάσθηκε Χριστός. Σκο-πός του ήταν νά έλευθερώση τούς άνθρώπους άπό τήν κυριαρχία τών δημιουρ¬γών άγγέλων, κάτι πού θά συνέβαινε άν οί άνθρωποι θά πίστευαν σ' αύτόν. Ή πίστη δμως αύτή δέν άρκεΐ. Θά έπρεπε νά γνωρίζουν άκόμη δτι δ Νονς έμφανίσθηκε στόν κόσμο μέ μορφή άνθρώπου, δηλ. τοΰ 'Ιησοϋ, οτι δίδαξε, θαυματούργησε, άλλά δέ σταυρώθηκε. 'Αντί αύτοΰ σταυρώθηκε 6 Σίμων Κυ- ρηναΐος, πού μαγικά πήρε τή μορφή τοΰ Ίησοΰ, δ δέ Ίησοΰς τοΰ Κυρηναίου, έτσι ώστε νά άπατηθοΰν οί ιουδαίοι. Αύτά συνιστοϋν τή σωτηριώδη γνώση, ή όποία καί μόνο έχει άξία. Ή διδασκαλία της Εκκλησίας περί μαρτυρίου, περί άμαρτίας, περί άναστάσεως σώματος καί ψυχής, περί είδωλοθύτων καί μάλιστα περί Χριστοΰ άντικαθίστανται άπό τίς άντιλήψεις περί Ίησοΰ, περί γνώσεως (ή όποία πρέπει νά κρατήται μυστική γιά ελάχιστους εκλεκτούς), περί άνυπαρξίας τής άμαρτίας, περί άναστάσεως μόνο της ψυχής, περί της άνυπαρξίας τοΰ Χριστοΰ κλπ.
Ό 'Ιππόλυτος παραδόξως άγνοεΐ τά παραπάνω στοιχεία. Στή θέση τής κοσμολογικής άρχής ύπάρχει δ ονκ ών θεός, πού ν. εχει καταβληθέν» «οΰκ δν σπέρμα», τό δποΐο περιέχει πάν δ,τι άναπτύσσεται σέ κόσμο (Φιλοσοφούμενα Ζ 21). Ό κόσμος γίνεται πραγματικότης, διότι τό σπέρμα τοΰτο έχει ν'ιότητα τριμερή. ΊΙ τριμερής μάλιστα διαίρεση ανταποκρίνεται κατά τόν 'Ιππόλυτο στήν άριστοτελική διαίρεση τής ούσίας σέ γένος, είδος καί άτομον.

Ό Άγρίππας Κάστωρ υπήρξε ό άρχαιότερος καί σημαντικώτερος χρι¬στιανός θεολόγος πού έγραψε κατά τοΰ συστήματος τοΰ Βασιλείδη. Ό "Ελεγ¬χος τοΰ Άγρίππα, δπως λεγόταν τό έργο του, ήταν πολύ γνωστός στήν έποχή τοΰ Εύσεβίου (Έκκλησ. Ιστ. Δ 7, 6 - 7), άλλά έπειτα χάθηκε.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Έκδόσεις-Κείμενα: W. VOLKER, Quellen zur Geschichte der Gnosis, Tubingen 1932, σσ, 38-52. W. FOERSTER, Die Gnosis. I: Zeugnisse der Kirchenvater, Ziirich- Stuttgart 1969, σσ. 80-110 (γερμ. μετάφραση άποσπασμάτων wd πηγών).
Μελέτες: P. IIENDRIX, De alexandrijnsche haeresiarch Basilides, Dordrecht 1926. G. QUISPEL, L'homme gnostique. La doctrine de Basilides, είς Eranos Jahrbuch 16 (1948) 89-139. ΔΙΑ τό Εναγγέλιον βλ. IIENNECKE-SCHNEEMELEHER, NT Apokry- phen, I, 257-258. R. GRANT, Gnostic origins and the Basilidians of Irenaens, είς VC 13 (1959) 121-125. W.FOERSTER, Das System des Basilides, είς NTS 9(1962/3)233-255. A. ORBE, La cristologia de Justine gnostico (Hippol. Ref.v.26, 29-32),^είς EE 47(1972) No 182-183, σσ. 437-457 (στί> κείμενο τοΰτο υπάρχουν αντιλήψεις τοϋ Βασιλείδη). Ε. MUHLENBERG, Wirklichkeitserfahrung und Theologie bei dem Gnostiker Basilides, εις Kerygma & Dogma 18 (1972) 161-172. ORBE Α., Los «apindices» de Basilides. «Un capitulo de filosofia gnostica», είς Gregorianum 57 (1976) 81-106, 251-284.

15. ΙΣΙΔΩΡΟΣ

Ό 'Ισίδωρος υπήρξε υιός, μαθητής καί συνεχιστής του Βασιλείδη, άλλά δέ γνωρίζομε τίποτε γιά τή δράση του. Ύποθέτομε δτι έδρασε περί τά μέσα τοϋ Β' αίώνα καί γνωρίζομε άπδ τδν άλεξανδρέα Κλήμεντα δτι έγραψε τρία έργα: * Εξηγηηκά είς Παρχόρ, πού ήταν προφήτης τής σχολής τοΰ Βασιλείδη, Ηθικά, δπου εξετάζονται προβλήματα σχετικά μέ τή γενετήσια όρμή, καί Περϊ προσφνοϋς ψυχής, δπου έχομε τήν πυθαγόρεια ιδέα δτι ή ψυχή άποτελεΐ- ται άπδ δύο μέρη, τδ άγαθό καί τδ πονηρό, άπδ τδ όποιο πηγάζουν τά πάθη τοΰ άνθρώπου. Τά δλίγα σωζόμενα άποσπάσματα τών παραπάνω έργων του δέν παρέχουν τήν εικόνα τής διδασκαλίας τοΰ 'Ισιδώρου (Κλήμης *Αλ., Στρωμα- τεΐς Β 20, Γ 1, ΣΤ 7).

16. ΟΜΙΛΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ (Ή δήθεν Β' 'Επιστολή του Κλήμεντα Ρώμης)


Ή Χριστιανική ομιλητική εχει τίς ρίζες της στόν Β' αί¬ώνα. Τό κήρυγμα τών ποιμένων καί διδασκάλων στήν ευχα¬ριστιακή σύναξη πήρε σιγά - σιγά συγκεκριμένη μορφή κι ί>γινε φιλολογικό είδος τής Εκκλησίας, ή όποία τό άνέ- πτυξε στούς μετέπειτα αιώνες δσο κανένα άλλο γραμματεια¬κό είδος.


Ή χειρόγραφη παράδοση γνωρίζει κείμενο πού χαρακτηρίζεται Β' 'Επι¬στολή πρός Κορινθίους τοΰ Κλήμεντα Ρώμης, ώς έργο τοΰ οποίου κάποτε καταχωρίσθηκε στόν Κανόνα τής ΚΔ. Δέν πρόκειται δμως οΰτε γιά Έπιοτο- λή ουτε γιά έ'ργο τοϋ Κλήμεντα. Πρόκειται γιά ομιλία γραμμένη άπό άγνωστο μέχρι τώρα χριστιανό στό α' ήμισυ τοϋ Β' αίώνα. Τελευταία ό G. Stanton υποστήριξε δτι τό παρόν κείμενο άνήκει στήν έποχή τοΰ 180 καί προέρχεται άπό ρωμαϊκούς κύκλους. Ή άποψη αύτή έχει σοβαρά επιχειρήματα, άλλά ή ολη φιλολογικοθεολογική δομή τοϋ κειμένου κατανοείται καλύτερα δταν τοπο- θετηθή στήν έποχή τοϋ 140 - 150. Ό συντάκτης διακατέχεται άπό τό πρό¬βλημα τής κρίσεως καί τής μετανοίας. 'Αρχίζει μέ τή δήλωση δτι ό Ίησοΰς Χριστός πρέπει νά έκλαμβάνεται «ώς» Θεός, είς τόν δποΐο όφείλομε δλα τά εύεργετήματα (1 - 4). Ή μετάνοια καί ή εγκράτεια συνιστούν τά κύρια χαρα-κτηριστικά τοϋ πιστοϋ (5 - 18), έάν έπιθυμή πράγματι νά άπολαύση τά άγαθά τής άναστάσεως (ψυχής καί σώματος). Στίς προθέσεις τοΰ συντάκτη είναι ή έμμεση άντιμετώπιση ιουδαϊκών καί γνωστικών αντιλήψεων, άπό τίς όποιες δμως δέ μένει άνεπηρέαστος. "Ετσι ή έννοια τής 'Εκκλησίας πού προϋπάρχει είναι παρμένη άπό τό γνωστικό χώρο, δπου ή 'Εκκλησία προβάλλεται ώς «αι¬ών». Ό Χριστός προϋπάρχει, άλλά ταυτίζεται μέ τό Πνεΰμα. Χρησιμοποιεί άπόκρυφα έργα καί φαίνεται νά γνωρίζη τόν 'Ιγνάτιο, τοϋ όποιου δμως δέν έχει τήν παράδοση. Τό έργο γενικά εκφράζει περιβάλλον, τό δποΐο, χωρίς νά είναι γνωστικό καί ιουδαϊκό, συγκινείται άπό άντιλήψεις πού δέν εκφράζουν πάντοτε τή γνήσια άποστολική Παράδοση.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

'Εκδόσεις: Φ. ΒΡΥΕΝΝΙΟΥ, Κλήμεντος έπισκόπου Ρώμης αϊ δύο Πρός Κορινθίους έπιστολαί, Κωνσταντινούπολη 1875. R. KNOPF, Die apostolischen Vater. Handbnch Zum Neuen Testament, erg.-Bd 1, Tubingen 1820, σσ. 151-184. ΒΕΠ 1, σσ. 40-47. Κ. BIHLMEYER, I, Tubingen 1956, σσ. 71-81. Κ. ΜΠΟΝΗ, Ή καλουμένη Β' Επιστολή Κλήμεντος Ρώμης «Πρός Κορινθίους», 'Αθήνα 1976 (εισαγωγή, κείμενο, σημειώσεις).
Μελέτες: H.WINDISCH, Das Christentum des 2. Klemensbriefes, είς Harnack' Ehrung, Beitrage zur Kirchengeschichte, Tubingen 1921, σσ. 119-134 J. RENDEL HARRIS, The Authorship of the So-called Second Epistle of Clement, είς ZNW (1924) 193-200. G. KRUBER, είς S. Case, Studies in Early Christianity, New York-London 1928, σσ. 417-439. J. MARTIN, El Espiritu santo en los origines del cristianismo. Estudio sobre I Clemente, Ignacio, II Clemente y Justino Martir, Zurich 1971. G. STANTON, 2 ClementVII and the origin of the document,είς CM 28 (1970) 314-320. W. VAN UNNIK, The interpretation of 2 Clement 15,5 είς VC 27 (1973) 29-34. K. P. DON- .FRIED, The setting of Second Clement in early Chrisrianity, Leiden 1974.


Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.