Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΑΙΩΝΑΣ - 1. ΚΛΗΜΗΣ ΡΩΜΗΣ (92 - 101)





ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΑΙΩΝΑΣ

1. ΚΛΗΜΗΣ ΡΩΜΗΣ (92 - 101)


Ό έπίσκοπος Ρώμης Κλήμης είναι ό πρώτος έπώνυμος Εκκλησιαστικός συγγραφέας, άλλά δσα γνωρίζομε γι' αύτόν είναι πενιχρά. Κατά τόν Ειρηναίο ("Ελεγχος Γ ΠΙ 3) ήταν τρίτος έπίσκοπος Ρώμης (Αίνος, Άνέγκλητος, Κλήμης), ένώ κατά τόν Τερτυλλιανό (De praescr. haeret. ΧΧΧΗ 2) χειροτονήθηκε άπό τόν άπόστολο Πέτρο και άρα εγινε πρώτος έπίσκοπος Ρώμης. Ή παράδοση τής 'Εκκλησίας εκλινε ύπέρ τής πρώτης έκδοχής. Ή ελλειψη βιογραφικών στοιχείων γιά τόν Κλήμεντα, ή αφελής εύσέβεια και ή έκκλησιαστικοπολιτική σκοπιμότης έγιναν άφορμή γιά σύνταξη κειμένων (Μαρτύρων και Ψευδοκλημέντια), τά όποια παρέχουν μακρά σειρά φανταστικών ειδήσεων. Τή μνήμη του ή Έκκλησία ('Ανατολής καί Δύσεως) τιμά στίς 23 Νοεμβρίου.


Ή παράδοση άπό τόν Β' αιώνα άποδίδει στόν Κλήμεντα 'Επιστολή πρός Κορινθίους, ή όποία καί σώζεται. 'Αναφορές ή ένδείξεις τοϋ κειμένου τούτου, σέ συνδυασμό μέ πληροφορία τοϋ Εύσεβίου (*Εκκλ. ιστορία Γ 15, 34), όδηγοϋν στό συμπέρασμα δτι ό Κλήμης ποίμανε τήν Έκκλησία τής Ρώμης μεταξύ τών έτών 92 και 101 καί εγραψε τήν Επιστολή μεταξύ 95 καί 98. Άπό τό κείμενο τής Επιστολής συνάγεται δτι ό Κλήμης είχε μόρφωση έλληνική, ήταν Ισχυρή φυσιογνωμία, θεληματικός άνδρας, φλεγματικός, θαυμαστής τής πειθαρχίας, γνώστης (χριστός τής ΠΔ (άλλ' όχι τηρητής τοΰ τυπικοΰ της), έκφραστής τοϋ ρωμαϊκού κοινωνικοΰ κλίματος τών χρόνων του, πλήρης άγάπης καί κατανοήσεως γιά τίς τοπικές Εκκλησίες, φορέας τής άποστολικής παραδόσεως καί άρκετά ικανός γιά νά έπιβάλη τίς άπόψεις του. Παράλληλα δμως διαπιστώνομε δτι δέν ήταν ταλαντοϋχος συγγραφέας, όπως δέν ήταν και σπουδαίος θεολόγος.


Ή 'Επιστολή. 'Αποτελείται άπδ 65 κεφάλαια καί μάλλον προϋποθέτει κείμενο πού περιείχε διατάξεις καί παραινέσεις γιά τη ζωή τής'Εκκλησίας. Στήν άρχή επαινείται εξαιρετικά ή Έκκλησία τής Κορίνθου. "Επειτα επιση¬μαίνεται ή άναταραχή στούς κόλπους της, γίνεται παραίνεση γιά ύπακοή, τα¬πεινοφροσύνη, ειρήνη καί ομόνοια* ύπενθυμίζεται δτι ό Θεός θά έκπληρώση τίς υποσχέσεις του, άναφέρεται στή μέλλουσα άνάσταση, τονίζεται ή άνάγκη πειθαρχίας μέ τήν προσαγωγή παραδειγμάτων άπό τή ζωή τοΰ 'Ισραήλ καί τοΰ ρωμαϊκοΰ στρατού. Πρός τό τέλος (59,4-61) ύπάρχει ρυθμική προσευχή, ή όποία βασικά έχει ληφθή άπό τίς ύπάρχουσες ήδη εύχές τής λειτουρ¬γικής ζωής τής Ρώμης ή καί τής 'Αλεξανδρείας. Τό κείμενο τοΰτο είναι ά- ξιόλογο καί πρέπει νά θεωρήται άπό τά άρχαιότερα ύμνολογικά δείγματα μέ ποιητική διάθεση (τονικής ρυθμοποιίας). Τά ρυθμικά χαρακτηριστικά τοΰ κειμέ¬νου αύτοΰ, πού πάντως δέν μπορεί νά θεωρηθή ποίημα, είναι τάση γιά όμοιο- τέλευτο, παροξυτονισμό, παραλληλισμό μελών καί άντίθεση (Δ. Δρίτσας). Τά στοιχεία αύτά ύπάρχουν ώς ένα βαθμό καί σέ άλλα σημεία τοΰ κειμένου.
Αιτία τής 'Επιστολής είναι ή κρίση στούς κόλπους τής 'Εκκλησίας τής Κορίνθου. Μερικοί «φιλόνεικοι καί ζηλω- rat» (45) δηλαδή προσπάθησαν νά αντικαταστήσουν τούς πρεσβυτέρους τής Κορίνθου μέ άλλους. Τή διάθεση αύτή τών κορινθίων κατανοούμε στό γενικώτερο κλίμα τής έποχής. Οί τοπικές 'Εκκλησίες είχαν εντονες αμφιβολίες γιά τή μονι¬μότητα τοϋ λειτουργήματος τών κληρικών, εκείνων δηλ. πού τελούσαν τή <(λειτουργία» ( = τό λειτουργικό ή μυστηριακό έργο). Άκόμη άμφέβαλαν καί γιά τό έάν οί πράξεις τών μό¬νιμων λειτουργών (έπισκόπων-πρεσβυτέρων) ήσαν τόσο εγ¬κυρες, όσο καί οί πράξεις τών χαρισματούχων, οί όποιοι άρχι¬σαν ήδη νά έκλείπουν καί στούς όποιους είχαν ιδιαίτερη έμπιστοσύνη. Τήν προβληματολογία καί τήν κρίση αύτή, πού δέν έκτιμήθηκε όσο πρέπει, έκφράζουν καί άλλα κείμενα τής έποχής, όπως κυρίως ή Διδαχή (αϊ) τφν 'Αποστόλων καί οι 'Επιστολές τοΰ 'Ιγνατίου. Μερικοί κορίνθιοι λοιπόν πρό¬τειναν τήν άντικατάσταση τών λειτουργών, νομίζοντας προ¬φανώς ότι τό λειτούργημάτους είναι κάτι πού εξαρτάται μόνο άπό τή θέληση τών μελών τής 'Εκκλησίας. Τό διάβημα τοΰτο γιά τόν Κλήμεντα όφείλεται άπλώς εις τήν αύθάδεια καί τόν άμετρο ζήλο (1) τών κορινθίων. Ή άπάντηση δέ στό πρόβλη¬μα δίδεται στό κεφάλ. 44: τούς λειτουργούς, πού κατέστησαν οί 'Απόστολοι ή καί οί διάδοχοι αύτών, δέ μπορεί νά τούς άντικαταστήση κανείς, διότι έλαβαν τό λειτούργημα τους άπό τούς 'Αποστόλους. Ή άπαγόρευση ίσχύει υπό τόν δρο δτι οί λειτουργοί τελούν «άμέμπτως καϊ όσίωςη τή λειτουρ¬γία. Αύτό είναι τό μέγα πρόβλημα τής έποχής τοϋ Κλήμεντα καί αύτή ή άπάντησή του, τήν όποία προσφέρει μέ έντονη ήθικολογία καί παραινέσεις γιά υπακοή, ταπεινοφροσύνη, ύποταγή, δικαιοσύνη καί άγνότητα. Ό τρόπος αύτός άντιμε- τωπίσεως τοΰ προβλήματος καί ή δήλωση δτι σκοπός τής 'Επιστολής είναι ή <( ειρήνη καί ή ομόνοια» (43) καί δχι ή λύση τοΰ προβλήματος πού φυγάδευσε τήν ειρήνη, δείχνει δτι ό Κλήμης δέ συνέλαβε τό βάθος τής κρίσεως καί δέν κατώρθωσε νά λύση τό θεολογικό πρόβλημα τοΰ κύρους καί τής μονιμότητος τοΰ λειτουργήματος τών έπισκόπων, οί ό¬ποιοι διαδέχθηκαν τούς χαρισματούχους. Αύτό θά τό έπιτύχη πρώτος ό 'Ιγνάτιος. Είναι δμως ήδη σημαντικό δτι ό Κλήμης καταδικάζει τήν κίνηση τών «προπετών» κορινθίων, άναφέ- ρεται (χωρίς θεολογική άνάλυση) στήν άποστολική διαδοχή καί τονίζει τήν άνάγκη ύποταγής είς τούς λειτουργούς, τούς όποιους όνομάζει επισκόπους καί διακόνους (κεφ. 42) ή πρε¬σβυτέρους (47 καί 54). Ό τρόπος μέ τόν όποιο άναφέρει ό Κλήμης τούς λειτουργούς μαρτυρεί άστάθεια στή χρήση τών δρων έπίσκοπος, πρεσβύτερος καί διάκονος καί μάλιστα δυσ¬χέρεια στή διάκριση έπισκόπου καί πρεσβυτέρου, κάτι πού έκφράζει τό κλίμα τοΰ τέλους τοΰ Α' αίώνα.
Ό χαρακτήρας τής έπεμβάσεως τοΰ έπισκόπου Ρώμης στά πράγματα τής Κορίνθου άποτελεΐ πρόβλημα, πού έδωσε άφορμή σέ ποικίλες υποθέσεις κι ερμηνείες. Ή κατάσταση νομίζομε έχει ώς έξης: Ή άποστολική Έκκλησία τής Κορίν¬θου συγκλονίζεται άπό φοβερή κρίση. Στή Ρώμη, πού δέν εχομε παρόμοια κρίση, έπισκοπεύει ένας άποστολικός, πα¬ραδοσιακός καί θεληματικός άνδρας, ό Κλήμης, μέ βαθεΐα συνείδηση τής γνησιότητός του. Αύτή, συνδυασμένη μέ τήν αύταρχικότητα τοΰ χαρακτήρά του, τόν ώθεΐ στήν έπέμβαση. Ή γνησιότης λοιπόν τής άληθείας πού έξέφραζε τοΰ έδινε τό θάρρος τής επεμβάσεως. Ήταν δέ επέμβαση και όχι άπλώς παραίνεση, διότι στό τέλος τής *Επιστολής ό Κλήμης ζητα έμμεσα νά τοϋ άπαντήσουν μέσω τών άπεσταλμένων του, έάν συμμορφώθηκαν («υπήκοοι γενόμενοι», κεφ. 63) μέ τίς υπο-δείξεις του. Τό ίδιο φαινόμενο παρατηρείται καί λίγο άργό- τερα μέ τό Διονύσιο Κορίνθου, ό όποιος άκριβώς διότι είχε συνείδηση τής άληθείας πού έξέφραζε, έγραφε καί ζητοΰσε νά συμμορφωθοΰν πρός τίς άπόψειςτου άλλες τοπικές 'Εκκλη¬σίες, μεταξύ τών όποιων καί τής Ρώμης. Μποροϋμε λοιπόν νά μιλήσωμε γιά ένα είδος πρωτείου άλη&είας στήν Έκκλη¬σία, τό όποιο όταν έχη κάποιος έπίσκοπος αισθάνεται ηύξη- μένη εύθύνη καί μάλιστα ηύξημένο κΰρος έναντι έκείνων πού δέν έχουν τήν άλήθεια ή τήν Παράδοση όσο αύτός Τό πρω¬τείο δέ τοϋτο δέν έχει σχέση μέ πρωτείο εξουσίας. "Αλλωστε καί αν άκόμη ό Κλήμης θεωρηθή έκφραστής πρωτείου εξου¬σίας, αύτό άποτελοΰσε γιά τήν Έκκλησία παρέκκλιση, κάτι ξένο πρός τό πνεΰμά της, γι' αύτό καί τό άπέρριψε.
Νόθα Εργα. Στόν Κλήμεντα Ρώμης άποδόθηκαν εσφαλμένα 'Ομιλία (ώς Β' 'Επιστολή πρός Κορινθίους), έργο τών μέσων τοΰ Β' αι., δύο επιστο¬λές πρός Παρθένους, έργο τοΰ Γ' αι., καί τά λεγόμενα Ψευδοκλημένηα (20 ^Ομιλίες, ή *Επιτομή τους καί οί Άναγνωρισμοί), έργα τοΰ Δ' αί. Γιά τά έργα αύτά θά γίνη λόγος στή χρονολογική τους σειρά.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

'Εκδόσεις : Κ. BIHLMEYER, Die apostolischen Vater, Tubingen 21956. J.A. FISCHER, Die apostolischen Vater, Darmstadt ®1966. AN. JALIIERT, Cl6ment de Rome. Epitre aux Corinthiens (SCh 167), Paris 1971 (ή τελειότερη). Ή έπιστολή παραδίδεται έλλειπής άπό τόν αλεξανδρινό κώδικα της άγ. Γραφής καί όλόκληρη άπό ίεροσολυμιτικό χειρόγραφο (11ου αι.), σύμφωνα μέ τό όπο-ο έξέδωκε αύτή άκέραιη γιά πρώτη φορά ό Φι¬λόθεος Βρυέννι,ος (Τοϋ έν άγίοις πατρός ήμών Κλήμεντος, έπισκόπου Ρώμης, At δύο πρός Κορινθίους Έπιστολαί έκ χειρογράφων τής έν Φαναρίω Κων)λεως Βιβλ. τοΰ Παναγίου Τά¬φου..., Κωνσταντινούπολη 1875). Νεώτερες έλλην^κές έκδόσεις έχομε τοϋ Β. ΜΟΥΣΤΑΚΗ, 'Αποστολικοί Πατέρες, 'Αθήνα 1953 (μέ μετάφραση), της ΒΕΠ 1, 13-39 καί τοΰ Κ. Μπο- ΝΗ, Κλήμεντος Ρώμης 'Επιστολή Α' πρός Κορινθίους, 'Αθήνα 1973.
Μελέτες : F. GERKE, Die Stellung des ersten Klemensbriefes innerhalb der Entwicklung der altchristlichen Gemeindeverfassung und des Kirchenrechts, Leipzig 1931. L. SANDERS, L'h^llenisme de S. Clement de Rome et le Paulinisme, Louvain 1943. G. BARDY, La th£ologie de l'figlise de S. Clement de Rome a S. ΐΓέηό, Paris 1945. M. SPANNEUT, Le stoicisme des Pferes de I'Eglise de Clement de Rome a Clement d'Alexandrie, Paris 1957. A. ZIEGLER, Neue Studien zum ersten Klemens- brief, Munchen 1958. A. jAviERRE.La primera «diadoch^» de la patristica y los «el- logimoi» de Clemente Romano..., Torino 1958. Η. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Τό κείμενον της ΠΔ κατά τήν Α' Κλήμεντος, είς Θεολογία 33 (1962) 600-626. Ο. KNOCH, Eigenart und Bedeu- tung der Eschatologie im theologischen Aufriss des ersten Clemensbriefes..., Bonn
1964.    E. BASTIEN, Le ministfcre dans I'liglise selon Clement de Rome (διατριβή), Montpellier 1965. G. MINCHIOTTI, La figura del Cristiano negli scritti dei Padri Apo- stolici (διατριβή), Milano 1966. K. BEYSCHLAG, Clemens Romanus und der Friihkatho- lizismus..., Tubingen 1966. P. MIKAT, Die Bedeutung der Begriffe Stasis und Aponoia fur das Verstandnis des I. Clemensbriefes, Koln 1969. W. VAN UNNIK, «Tiefer Friede» (1. Klemens 2, 2), είς VC 24 (1970)261-279. G. BRUNNER, Die theologische Mitte des Ersten Klemensbriefs, Frankfurt am M. 1972. A. STUIBER, Klemens Romanus, είς RACh, III, σσ.188-197. R. GRANT and H. GRAHAM, The Apostolic Fathers, II, N. York
1965.    La version syriaque de l'Octateuque de Clement, trad, τοϋ F. NAU, re6d. τοΰ P. CIPROTTI, Paris 1967. J. CAMBIER, Deux 6tudes sur Clement de Rome, είς RHE 63(1968) 415-428. H. BUMPUR, The christological awareness of Clement of Rome and its sources, Cambritge 1972. C. RIGGI, La Iiturgia della pace nella Prima Clementis, ε Ες Salesianum 33 (1971) 31-70 καί 205-261. A. DAVIDS, Irrtum und Haresie. 1 Clem.— Ignatius von Antiochien—Justinus, εις Kairos 15 (1973) 165-187. A. HAGUER, The use of the Old und New Testament in Clement of Rome, Leyde 1973. A. E. WILHELM- HOOIJBERGH, A different view of Clemens Romanus, Heythrop J. 16 (1975) 266-288. Δ. ΔΡΙΤΣΑ, Μορφολογική θεώρησις της Α' Κλήμ..., εϊς Θεολογία 47 (1976) 711-720. Β. VVF.ISS, Amt und Eschatologie im I. Klemensbrief, είς ThPh 70( 1975) 70-83.

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ

Ή συνήθεια πού κράτησε καί κρατεί μέχρι σήμερα νά χαρακτηρίζωνται οί πρώτοι μετακαινοδιαθηκικοί συγγραφείς, μαζύ μέ κάποια ψευδεπίγραφα έργα, «αποστολικοί Πατέρες» είναι ούσιαστικό καί μεθοδολογικό σφάλμα (βλ. Εισαγωγή). Τούτο παραταύτα είχε καί έχει σάν συνέπεια τό νά μελετούν καί νά εκδίδουν πολλοί έπιστήμονες τά κείμενα τών λεγομένων άποστολικών Πα¬τέρων σέ βιβλία ένιαΐα, κάτι πού μας υποχρεώνει νά παραθέσωμε έδώ χάριν τοΰ άναγνώστη τή σχετική βιβλιογραφία κατ' επιλογήν.
J. DEBLAVY, Les id6es eschatologiques de s. Paul et des Pfcres apostoliques, Alengon 1924. L. CHOPPIN, La Trinity chez les Pferes apostoliques, Paris 1925. H.SCHUMACHER, Kraft der Urkirche.Das «neue Leben» nach den Dokumenten der ersten zwei Jahrhunderte, Freiburg i. B. 1934. G. BARDY, La vie spirituelle d'aprfes les Pferes des trois premiers sifccles, Paris 1935. I. GIORDANI, The Social Message of the Early Church Fathers (μετάφρ. έκ τού ίταλικοΰ άπό τόν Α. Zizzamia), New York 1944. J. KLEVINGIIAUS, Die theologische Stellung der apostolischen Vater zur alt- testamentlichen Offenbarung, Gutersioh 1948. G. BARTELING, Lexikologisch-sema- tische studie over de taal van de Apostol Vaders, Nijmegen 1952. A. BENOIT, Le baptfeme au 2e sifecle, Paris 1953. J. STARK, L'figlise de Paque sur la.-,εΐς NRTh 75 (1953)337-364. H.KOESTER, Synoptische Ueberlieferung bei den apostolischen Vatern, Berlin 1957. T.F. TORRANCE, The doctrine of grace in the Apostolic Fathers, Grand Rapids 1959. G. KRETSCHMAR, Studien zur fruhchristlichen Trinitatstheologie, Tu¬bingen 1956. Α. ΑΓΟΥΡΙΔΟΥ, Οί 'Αποστολικοί Πατέρες περί προβλημάτων τινών της έποχής των, 'Αθήνα 1959. Ε. GOODSPEED, Index patristicus sive clavis patrum aposto- licorum operum, Naperville-Illinois 1960. F. Go KEY, The Terminology for the Devil and Evil Spirits in the Apostolic Fathers, Wash. 1961. J. LAWSON, A Theological and Historial Introduction to the Apostolic Fathers, New York 1961. H. KRAFT, Clavis Patrum Apostolicorum, Munchen 1963. G. BLUM, Tradition und Sukzession. Studien zum Normbegriff des Apostolischen von Paulus bis Irenaus, Berlin 1963. Π. ΧΡΗΣΤΟΥ, 'Αποστολικοί Πατέρες, είς ΘΗΕ 2(1963) 1172-75. L. BARNARD, Studies in the Apostolic Fathers and their Background, Oxford 1966. G. CORTI, I Padri Apostolici, Roma 21966. JEAN COLSON, Ministre de J^sus-Christ ou le sacerdoce de l'ivangile. itude sur la condition sacerdotale des ministres chritiens dans I'liglise primitive [Thtiologie historique, 4], Paris: Beauchense 1966. Κ. ΚΑΡΑΚΟΛΗ, Ή έ- νότης τής 'Εκκλησίας κατά τούς 'Αποστολικούς Πατέρες, είς ΓρΠ 50 (1967) 299 - 306, 383-396 καί 490-495. J. LIEBAERT, Les enseignements moraux des Pfcres Aposto¬liques, Gembloux 1970. ΣΤΥΛ. Γ. ΠΑΙΙΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Περί τόν δρον «'Αποστολικοί Πα¬τέρες», εΕς Κληρονομιά 6 (1974) 229-234. Τ. Η. VAN ETJK, La resurrection de morts chez les Pfcres apostoliques, Paris 1974. FISCHER JOSEPH Α., Die altesten Ausgaben der Patres Apostolici. Ein Beitrag zu Begriff und Begrenzung der Apostolischen Vater, εις Historisches Jahrbuch 94(1974) 157-190.

2. ΚΗΡΙΝΘΟΣ KAI ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΟΙ ΓΝΩΣΤΙΚΟΙ (ΣΙΜΩΝ, ΔΟΣΙΘΕΟΣ, ΜΕΝΑΝΔΡΟΣ)

Στό τέλος τοϋ πρώτου χριστιανικού αίώνα έζησε κι έδρασε ό Κήρινθος, πρόσωπο σκοτεινό, πού δμως έπαιξε σημαντικό ρόλο στήν άνάπτυξη τών αι¬ρέσεων, δπως μαρτυρούν οί πολλές άλλά σύντομες άναφορές τών μεταγενέ¬στερων εκκλησιαστικών συγγραφέων. Κινήθηκε γενικά στό μεταίχμιο αίρέ- σεως (ιουδαϊκής κυρίως), γνωστικισμοΰ καί άνατολικών θρησκειών. Τά χριστια¬νικά του στοιχεία δέν ορίζουν, δέ θεμελιώνουν, τή διδασκαλία του, άλλά μάλ¬λον τήν έμπλουτίζουν. Τή διδασκαλία του, πού είναι περίεργο καί δχι πάν¬τοτε αρμονικό κράμα, εμπνεύσθηκε στήν Αϊγυπτο, πού σπούδασε, καί στή Μι~ κρασία, δπου έδρασε. Καί στίς δύο χώρες τό κλίμα τού συγκρητισμού ήταν έν¬τονο. Ερευνητές, δπως ή S. P6trement, θεωρούν τόν Κήρινθο, καθώς καί τούς λίγο προγενέστερους γνωστικούς Σίμωνα, Μένανδρο καί Δοσίθεο, πολύ στενά συνδεδεμένους μέ τό χριστιανισμό, τόν όποιο ό γεννώμενος ή συντασ-σόμενος γνωστικισμός άκολουθοΰσε βήμα πρός βήμα. Ό Κήρινθος εμφανί¬ζεται δέκτης ίωαννείων άντιλήψεων, τίς όποιες οδηγεί στά άκρα κι έτσι στό σημείο τούτο έχομε μάλλον κακοδοξία παρά κάτι τό δλως διαφορετικό άπό τό χριστιανισμό. Γενικά στό πρόσωπο τού Κηρίνθου διαπιστώνομε τίς απαρχές τοΰ χριστιανίζοντος γνωστικισμοΰ, τοΰ γνωστικισμοΰ δηλ. πού συνειδητά ή άσυνείδητα πορεύεται παράλληλα πρός τήν Έκκλησία καί κάποτε εμφανίζε¬ται ώς ό κατ* εξοχήν χριστιανισμός στούς ίδιους τούς κόλπους της.
Ή παράδοση θέλει τόν Κήρινθο συντάκτη χαμένου Ευαγγελίου, τό όποιο ήταν άπλή διασκευή τοΰ κατά Ματθαίον μέ χαρακτήρα μάλλον ιουδαϊκό παρά γνωστικό (Bardy). Στόν Κήρινθο άποδίδονται άντιλήψεις, σύμφωνα μέ τίς όποιες ό Ίησοΰς ήταν ψιλός άνθρωπος, γεννήθηκε φυσιολογικά κι έλαβε μέ μορφή περι¬στεράς τό Χριστό κατά τό βάπτισμα. Ό 'Ιησούς κήρυξε τόν Πατέρα κι έπειτα χωρίσθηκε άπό τό Χριστό γιά νά σταυρωθή καί νά άναστηθή. Ό Κήρινθος ήταν ήδονιστής, φιλοσώματος καί, όσο γνωρίζομε, ό άρχαιότερος άπό τούς συγγραφείς πού δέχονταν τή βασιλεία τοΰ Χριστού επίγεια (χιλίαστής). 'Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι ό Κήρινθος είναι ό πρώτος ή έκ τών πρώ¬των πού διέκριναν τό δημιουργό θεό άπό τόν άληθινό Θεό. Πολύ πιθανόν, σύμ¬φωνα μέ τήν πληροφορία καί τοΰ 'Ιππολύτου, νά ήταν έβιωναΐος καί πιθανώς ήγέτης ομάδας Νικολαϊτών, δηλαδή άντινομιστών, μολονότι ό ίδιος δέν άπέρ- ριπτε τελείως τήν ΠΔ (Έπιφανίου, Πανάρων 28, 5,11. Ειρηναίου, "Ελεγχος 3,3,4. Εύσεβίου, Έκκληα.ιστορία Γ 28,4. 'Ιππολύτου, Φιλοσοφούμενα Ζ 33-35).
ΠρΙν άπό τόν Κήρινθο έζησαν καί δίδαξαν ό Μάγος Σ ί μ ω ν, ό Δ ο- σ ί θ ε ο ς καί ό Μένανδρος, πού θεωρούνται γενάρχες καί θεμελιωτές τοΰ γνωστικισμοΰ καί μάλιστα τοΰ χριστιανίζοντος γνωστικισμοΰ. Τό Σ ί- μ ω ν α Μάγο γνωρίζομε άπό τίς Πράξεις (8,9-29). Καταγόταν άπό τή Σαμάρεια (Ίουστίνου, Απολογία Α 26), άσκοΰσε τό επάγγελμα τοΰ μάγου, χαρακτηριζόταν ιώύναμις τοϋ Θεοΰ ή καλουμένη μεγάλη», δίδασκε τίς άντι- λήψεις του, έπιζητοΰσε τήν υποκατάσταση τής'Εκκλησίας, έκανε ταξίδια, θε¬ωρήθηκε στή Ρώμη θεός κι έγραψε τό έργο Μεγάλη άπόφασις. Τοΰτο, πού έκ- τιμάται ώς θεμελιώδες έργο τοΰ γνωστικισμοΰ, σώζεται άποσπασματικά στά Φιλοσοφούμενα τοΰ 'Ιππολύτου (ΣΤ 9). Επισημαίνεται δμως δτι τά άπο- σπάσματα αύτά εκπροσωπούν παράφραση τοΰ άρχικοΰ έργου. Έν τούτοις πα¬ρέχουν γενική εικόνα τοΰ συστήματος τοΰ Σίμωνα, πού ήταν παράδοξο συνοθύ- λευμα άνατολικοθρησκευτικών, φιλοσοφικών καί μάλιστα κοσμολογικών άν- τιλήψεων. Σύμφωνα μέ αύτό ό Θεός εΤναι ιιπνρ φλέγον» (Δευτ. 4,24), ούσία νοερά, πού άπό δύναμη μπορεί νά γίνη ενέργεια. Έτσι δημιουργείται σειρά άνωτέρων όντων, οί α ί ώ ν ε ς. Σ' αύτούς παρεμβάλλεται ή Σ ι γ ή (άρρε- νόθυλυ 6ν),άπό τήν όποία προήλθε ή "Ε ν ν ο ι α ή 'Ελένη. Ή "Εννοιακαί ό κό¬σμος όλόκληρος είναι δέσμιος τών δημιουργών άγγέλων καί τυραννοΰνται άπό αύτούς. Τήν άπελευθέρωση Εννοίας καί κόσμου γενικά μπορεί νά πρα- γματοποιήση μόνον ό Σίμων, διότι μόνον αύτός έχει τή δύναμη πού έχει καί ό Θεός. Επομένως ό Σίμων είναι ό ίδιος λυτρωτής, είναι Χριστός καί 6χι μαθη¬τής τοΰ Χριστοΰ. Αύτό δείχνει ότι ό Σίμων είχε μόνο έμμεσα σχέση μέ τό Χρι-στιανισμό, άν καί δέν κατανοείται χωρίς αύτόν. Χρησιμοποιεί αύθαίρετη καί άμετρη άλληγορική έρμηνεία τής ΠΔ, εκφράζει γενικά άντιϊουδαϊκό καί άν- τινομικό πνεΰμα, πού χαρακτηρίζει σχεδόν δλους τούς γνωστικούς.
Ό σαμαρείτης Δ ο σ ί θ ε ο ς υπήρξε μαθητής καί σύγχρονος τοΰ Σί¬μωνα, έδρασε πριν καί μετά τήν άνάσταση τοΰ Κυρίου, άφησε έργα πού χάθη¬καν, δίδασκε βτι είναι δ Χριστός, γιά τόν όποιο προφήτευσε ό Μωυσής, καΐδέν απέρριπτε τό μωσαϊκό νόμο. Οί οπαδοί του, δοσιβεανοί, πίστευαν βτι δέν θά πεθάνουν.
Ό τρίτος πρόδρομος τοϋ χριστιανίζοντος γνωστικισμοΰ, όΜένανδρος, άπό τή Σαμάρεια καί αύτός, ήταν μαθητής καί συνεργάτης τοΰ Σίμωνα κι έ¬δρασε στήν 'Αντιόχεια. Δίδασκε δτι ή πρώτη δύναμη παραμένει γιά δλους ά¬γνωστη, δτι ό ίδιος στάλθηκε γιά νά γίνη σωτήρας τοΰ κόσμου, βτι τήν άπα- ραίτητη γιά τό έργο του μαγεία παρέλαβε άπό τήν "Εννοια, δτι δσοι βαπτί¬ζονταν στό βάπτισμά του θά γίνουν άθάνατοι καί άφθαρτοι. Τή διδασκαλία του συνέχισαν ό Σατουρνεΐλος καί ό Βασιλείδης, πού καλλιέργησε συνειδητά τό χριστιανίζοντα γνωστικισμό.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Α. WURM, Cerinth-ein Gnostiker oder Judaist ? είς ThQ 86 (1904) 20-38. G. BARDY, Cirinthe, εις Rb 30 (1921) 373. L. CERFAUX, La gnose simonienne, είς RSR 15(1929) 489-502• 16 (1926) 5-20, 265-285, 481-503. G. QUISPEL, είς NTT (1951) 338¬345 (Σίμων καί Ελένη). P. ALFARIC, είς Cahiers du cercle Ernest-Renan 2:5 (1955) 116 καί G. ORLY, παραπάνω 3:9 (1956) 1-6' 3:12(1956) 1-32. ΤΗ. CALDWELL, Dositheos Samaritanus, είς Kairos (1962) 105-117. J. FRICKEL, Die «Apophasis Megale» in Hippolit's Refutatio..., Roma 1968. TOY ΙΔΙΟΥ, Die «Apophasis Megale», eine Grund- schrift der Gnosis? εις Le origini dello Cnosticismo, Leiden 1970, σσ. 197-202. W. FOERSTER, Die «ersten Gnoskiker» Simon und Menander, είς τό αύτό παραπάνω έργο, 190-196. J. SALLES-DABADIE, Recherches sur Simon le Mage, I: L*Apophasis Megale, Paris 1969. J. FRICKEL, Eine neue kritische Textausgabe der Apophasis Megale (Hippolyt., Ref. 6, 9-18); είς WSt 6 (1972) 162-184. K. BEYSCHLAG, Simon Magus und die christliche Gnosis, Tubingen 1975. S. PETREMENT, Le mythe des sept archon- Ιβ&...,είς Le origini dello Gnosticismo, Leiden 1970, σσ.461-486. A. KLIJN-G. REININK, «Cerinthians» and «Pseudo-Tertyllian...», είς Patristic evidence for Jewish-Christian Sects, Leiden 1973, σσ. 3-19, 74-77. G. LUEDEMANN, Untersuchungen zur simoniani- schen Gnosis, Gattingen 1975.

3. ΩΔΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ

Τό 1909 ήρθε στό φώς σημαντικό άπόκρυφο ποιητικό κείμενο, γραμμένο στά συριακά, άποδιδόμενο στό Σολομών- τα και άποτελούμενο άπό 42 'Ωδές. Τό κείμενο θέτει πολλά φιλολογικά προβλήματα, χωρίς νά λύη κανένα θεολογικό. Φέρει τόσο έκδηλη τήν έπίδραση τής έβραϊκής ποιήσεως (εΙκόνες, διάθεση, μορφή), ώστε μποροϋμε νά εΐπωμε δτι ά- ποτελεΐ εβραϊκή ποίηση, μολονότι δέν έχει καμμία σχέση μέ τό Σολομώντα. Συγχρόνως δμως ό άγνωστος συντάκτης τών 'Ωδών συχνά έκφράζει τό γνωστικό κλίμα τής έποχής, ενώ ή σχέση του μέ τά βιβλία τών «"Υμνων» καί τών «'Ιωβη¬λαίων)πού βρέθηκαν στή Νεκρά θάλασσα, είναι πράγματι έντυπωσιακή (Μ. Testutz). Ή τελευταία διαπίστωση πείθει, νομίζομε, δτι ό συγγραφέας τών'Ωδών ήταν μέλος τής κοινό¬τητος τών Έσσαίων, πού κατόπιν έγινε χριστιανός. Γνωρί-ζοντας δέ τό πράγματι άξιόλογο ποιητικό του τάλαντο, φιλο¬δόξησε νά δημιουργήση ένα νέο Ψαλτήρα γιά τίς άνάγκες τών χριστιανών, χρησιμοποιώντας τίς οίκεΐές του λογοτεχνι¬κές μορφές, διατηρώντας γενικά τόν παλαιό πνευματικό του όπλισμό καί εισάγοντας τή νέα χριστιανική θεματολογία μέ τρόπο έντεχνο καί αρκετά καλυμμένο. Μιλάει γιά τό πά¬θος τοϋ Κυρίου (2), γιά τήν ένανθρώπησή του (7), τή γέννη- σή του άπό τήν Παρθένο Μαρία (19) καί τήν άνάσταση (42) μέ γλώσσα, πού φανερώνει τήν προσπάθεια τοΰ ποιητή νά κρατήση τήν Έκκλησία στά μέτρα του ίουδαϊσμοΰ. Δέν πέ¬τυχε δμως τό σκοπό του, δπως φαίνεται άπό τήν καθολι¬κή αγνόηση τοϋ έργου στήν αρχαία Έκκλησία, προφανώς γιά τούς έξης λόγους: α) Ό ποιητής τών 'Ωδών μιμείται άπλώς τά παλαιά σχήματα, χωρίς νά έκφράζη τό δραματικό στοιχείο τών προτύπων του (τών ποιητικών κυρίως κεμένων τής ΠΑ). β) Ή χριστιανική θεματολογία παραμένει έπιφανειακή κι έπίπλαστη. γ) 'Απουσιάζει κάθε ρεαλισμός άπό τούς λόγους του γιά τήν ένσάρκωση καί τό πάθος τοϋ Κυρίου, λείπει τό σωτηριολογικό στοιχείο καί κυριαρχεί τό αλληγορικό, τό λυρικό καί τό άγαπητικό κατά μίμηση τοϋ "Ασματος τών ασμάτων, δ) Ή έλληνίζουσα καί γνωστικίζουσα διάθεση τοΰ κειμένου καθιστοϋσε αύτό ύποπτο στούς χριστιανούς, μολον¬ότι δέν έκφράζει σαφώς καμμιά άπό τίς θεμελιώδεις αντιλήψεις τοϋ γνωστικισμοΰ.
Ό ταλαντοΰχος καί εύαίσθητος ποιητής τών Ωδών έ¬γραψε στήν έλληνική πιθανόν στό τέλος τοϋ Α' ή τίς άρχές τοϋ Β' αιώνα.
Παράδοση χών Ωδών• Τό κείμενο τών Ωδών παραδίδεται σέ συρια¬κή (οί 'Ωδές 3-42) καί κοπτική (μόνο πέντε 'Ωδές, μέσα στό γνωστικό έ'ργο Πίστις Σοφία) μετάφραση. Πρόσφατα ό Testutz δημοσίευσε (1959) άπό τόν πάπυρο τοΰ Γ' αίώνα Bodmer XI τήν 11η Ώδή στά έλληνικά, κάτι πού βά¬ρυνε άποφασιστικά στή συζήτηση γιά τήν άρχική γλώσσα τών 'Ωδών, πού έ¬τσι άποδεικνύεται πώς ήταν ή έλληνική. Κάποια τάση γιά ίσοσυλλαβία καί ό- μοιοτέλευτο εϊναι ιδιαίτερα φανερή στό ελληνικό κείμενο τής 11ης 'Ωδής. Τό δλο έργο προσπάθησαν νά επαναφέρουν στά έλληνικά ό W. Frankenberg χω¬ρίς έπιτυχία καί ό Β. Τσάκωνας μέ έπιτυχία.
ΙΙεριεχόμενο. Οί 'Ωδές μέ τήν ύψηλή ποιητική τους έμπνευση εκφρά¬ζουν σέ ποικίλους τόνους τή θερμή άγάπη καί πίστη στόν Κύριο, πού δέν ονο¬μάζεται Χριστός άλλά στέφανος τής άληθείας. Ό ποιητής ενώνεται μέ τόν Τίό, άφοΰ γίνει καί ό ίδιος υιός. Ή γνώση θά πληρώση τή γή, έπειδή ό Κύριος έφερε τήν άλήθεια. "Ο,τι λέγει ό ποιητής είναι άλήθεια, διότι τό έχει άπό τόν Κύριο πού πληθαίνει τή γνώση τοΰ εύσεβοΰς ποιητή. Ό Θεός είναι συγχρόνως Πατήρ, Υιός καί Μήτηρ, ή όποία παρέχει τό στήθος της γιά νά τραφή τό παιδίον. Ή Ευχαριστία είναι τό γλυκύτατο γάλα τοΰ Κυρίου, ό άλ- μεχθείς είναι ό Πατήρ καί ό άλμεκτής τό άγιο Πνεΰμα. 'Αναφέρει τό βάπτι¬σμα, τό χρίσμα καί τή σταύρωση, άλλά ή έσώτατη μεταστοιχείωση, τήν ό¬ποία προκαλούν τά μυστήρια, καί ή συγκλονιστική μετάνοια, τήν όποία προϋ¬ποθέτουν τά μυστήρια, εϊναι άγνωστα στόν ποιητή. Ύμνεΐ συνεχώς τήν ήδύ- τατη ένωση μέ τόν Κύριο, άλλά ή ένωση αύτή είναι αύτοματική καί προσιδιά¬ζει περισσότερο στό γνωστικισμό καί στό κλίμα τών κειμένων τοΰ Κουμράν.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

'Εκδόσεις: J.R.HARRIS, The Odes and Psalms of Solomon, Cambridge 1911. J.H. BERNARD, The Odes of Sol., Cambrdige 1912. J. FLEMMING-A. HARNACK, Ein judisch- christliches Psalmbuch aus dem 1. Jahrhundert (TU 35, 4), Leibzig 1910. H. GRIMME, Die Odem Salomos, syrisch-hebraisch-deutsch, Heidelberg 1911. W. FRANKENBERG, Das Yerstandnis der Oden Salomos, Giessen 1911. E. HENNECKE, Neutestamentliche- Apokryphen, Tubingen 21924, 437-472. W. BAUER, Die Oden Salomos, Berlin 1933. C. BBUSTON, Les plus anciens cantiques chritiens, Paris 1912. H.J.E. WESTERMAN HOLSTIJN, Odem van Salomo, Zutphen 1942. Β. ΤΣΑΚΩΝΑ, Αί Ώδαί. τοΰ Σολομώντος (είσαγωγή-κείμενον-έρμηνεία), 'Αθήνα 1974. Μ. TESTUTZ, Papyrus Bodmer X-XII. La Onzifcme Ode de Salomon, Cologny-Genfeve 1959, σσ. 47-69. J.H. CHARLES WORTH,. The Odes of Salomon, edited with translation and notes, Oxfotd 1973.
Μελέτες : G. KITTEL, Die Oden Salomons, uberarbeitet oder einheitlich? .. .1 : Bibliographie der Oden, Leipzig 1914. J. M. BOVER, La mariologia en las Odas de- Salomon, EE 10 (1931) 349-363. R. ABRAMOWSKI, Der Christus der Salomonoden, είς ZNW 35 (1936) 44-89. L. G. RYLANDS, The Beginnings of Gnostic Christianity, London 1940, 23-118. R. M. GRANT, The Odes of Salomon and the Church of Antioch, είς JBL (1944) 363-377. A. OMODEO, Le Odi di Salomone, είς Parola del Passato 1 (1946), 84-118. M. MAR JOSIP, Oldest Christian hymnbook, Temple (Tex.) 1948..
A. V06BUS, Celibacy, a Requirement for Admission to Baptism in the Early Syrian Church (Papers of the Esthonian Theol. Society in Exit, 1), Stockholm 1951. A. EHRHARDT, The Birth of the Synagogue and R. Akiba, Studia Theologica IX, 2 (1955), 88 έξ. J. DANIELOU, Odes de Salomon είς Diet, de la Bible. Suppl. 32, ■σσ. 677-84; J. LIEBAERT, Les enseignements moraux des P6res Apostoliques, Gem- bloux 1970, σσ. 227-238. J. T. SANDER, The New Testament Christological Hymns. Their Historical Religious Background, Cambridge Univ. Press 1971, σ. 101-120. A. KLIJN, The influence of Jewish theology on the Odes of Solomon and the Acts of Thomas, είς Aspects du Judio-christianisme, Paris 1964, σσ.167-177. Κ. RUDOLPF, War der Verfasser der Oden Salomos ein «Qumran-Christ»?, είς RQu 4 (1964) 523¬555. K. GAMBER, Die Oden Salomos als friihchristliche Gesange beim heiligen Mahl, ε Ες OstkSt 15 (1966) 182-195. J. EMERTON, Same problems of Text and Language in the Odes of Salomon, είς JThS 18 (1967) 372-406. F.-M. BRAUN, L'^nigme des Odes de Salomon, έν Revue thomiste 1957, σσ. 597-625. Π. ΧΡΗΣΤΟΥ, Ή 'Τμνογραφία της άρχαΐκής Εκκλησίας, είς ΕΕΘΣΠΘ 3 (1958) 64-69. Ε. FABBRI, EL tema de Cristo vivificante en las Odas de Salomon, Ciencia y Fe (1958) 483 - 498. H.-M. SCHENKE, Herkunft des sog. Evangelium Veritatis, 1959. F.-M. BRAUN, Jean le Thiologien et son ivangile dans I'Eglise ancienne, Paris 1959, σσ. 224-251. J. CARMIGNAC, Les af- finitis qumr&niennes de ia onzifcme Ode de Salomon, RQu 3 (1961-2) 71-102. TOY ΙΔΙΟΥ, Un Qumranien converti au christianisme: l'auteur des Odes de Salomon, είς Η. BARTKE, Oumran-Probleme, Berlin 1963, σσ. 75-108. A. HAMMAN, La prifere, II, Toumai 1963, σσ. 38-50. J. CHARLESWORTH, The Odes of Solomon — Not Gnostic, είς CBQ 31(1969) 457-369. TOY ΙΔΙΟΥ, Qumran, John and the Odes of Salomon, είς John and Qumran, London 1972, σσ. 107-136. TOY ΙΔΙΟΥ, είς CBQ 35 (1973) 298-322.




Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.