Παρασκευή, 31 Μαΐου 2013

79. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ( + 373)


79. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ (+ 373) Ο ΜΕΓΑΣ

ΓΕΝΙΚΑ

Ό 'Αθανάσιος 'Αλεξανδρείας ύπήρξε ή μεγαλύτερη φυσιογνωμία τής άρχαίας Έκκλησίας. Σήκωσε τό βάρος πολλαπλής καί βαθιάς κρίσεως καί θεμελίωσε θεολογικά καί όριστικά τήν όρθόδοξη τρια¬δολογία. Μετέβαλε κυριολεκτικά τήν πορεία τής θεολογίας, πού εί¬χε στρεβλωθεί μέ τήν 'Αλεξανδρινή σχολή, τήν άνασυνέδεσε μέ τήν θεολογία τοΰ 'Ιγνατίου, τοΰ Ειρηναίου, τοϋ Διονυσίου 'Αλεξανδρείας καί τοΰ Θεογνώστου, καί τήν εθεσε στήν διακονία τής Έκκλησίας καί τής σωτηρίας. "Εσπασε τό φράγμα τών λεγόμενων θεολογικών σχολών. Φωτίστηκε κατ' έξοχήν, ώστε αύτός κυρίως νά κατανοή¬σει τό μυστήριο τής Τριάδας καί αύτός νά τό έκφράσει. Καί ύπέστη τις περισσότερες διώξεις γιά τήν ύπεράσπιση τής άλήθειας άπό τούς αίρετικούς καί τούς Καίσαρες τής έποχής. Γιά τέσσερες δεκαετίες καί πλέον (328-373) άπέβη τό σύμβολο καί ή κεφαλή, πρός τήν ό¬ποία μέ άγωνία είχαν στραμμένα τά βλέμματα οί πάντες, όρθόδοξοι καί κακόδοξοι. Οί λίγοι ορθόδοξοι, δσο έβλεπαν τόν ιερό άετό όρ¬θιο στόν θρόνο του ή άνυποχώρητο στίς έξορίες του, ήταν βέβαιοι πώς ή 'Ορθοδοξία ζει καί άναθαρροϋσαν. Οί πολλοί κακόδοξοι, δσο έβλεπαν όρθιο τόν άνυπότακτο άνδρα, ήξεραν δτι παρά τούς διωγμούς ή 'Ορθοδοξία έπιζεΐ καί γι' αύτό θηριώνονταν.

Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ


Ό Μέγας 'Αθανάσιος έζησε στήν κρισιμότερη έποχή τής άρχαίας Έκκλησίας, τότε πού αύτή κινδύνευε, άνθρώπινα, νά χάσει τήν ταυ- τότητά της. Ή παιδεία του καί ή αύτοσυνειδητοποίησή του τοποθε¬τούνται στίς δύο πρώτες δεκαετίες τοϋ Δ' αιώνα. Άπό τό 313 καί δή μέ τήν μονοκρατορία (324) τοϋ Μ. Κωνσταντίνου, οί χριστιανοί έβγαιναν άπό τά γκέττο κι έκλειναν οριστικά τίς κατακόμβες. Α¬ποκτούσαν γιά πρώτη φορά κοινωνικό πρόσωπο καί τήν άναγκαία έλευθερία γιά εύρύτατη μελέτη τών προβλημάτων πού δημιουργού¬σε ή βίωση τής άλήθειας. Παράλληλα όφειλαν νά έργάζονται καί νά ζοϋνγιά δύο κυρίους, τόν καίσαρα καί τόν Χριστό. Τά γεγονότα προ¬κάλεσαν άρχικά στούς χριστιανούς άπέραντο ένθουσιασμό, πού γρή¬γορα μεταβλήθηκε σέ δραματικούς άγώνες γιά τήν γνησιότητα τής διδασκαλίας καί τήν φανέρωση τής άλήθειας στά θέματα πού άνέ- κυπταν. Ή Εκκλησία γνώρισε τότε ολέθριο συγκλονισμό, δεδομέ¬νου μάλιστα ότι άπό τις τρεις τελευταίες δεκαετίες τοϋ Γ' αιώνα, δηλ. μετά τό σπουδαίο έργο τοϋ Διονυσίου Αλεξανδρείας καί τήν άξιόλογη σκέψη τοϋ Θεογνώστου, ή θεολογία έχανε ολοένα καί κά¬τι άπό τήν ρώμη της, άπό τήν έμμονή στήν «άνακεφαλαίωση» τοϋ Ειρηναίου. "Η κάμψη αύτή τής θεολογίας, μέ τήν έπήρεια τών διω¬γμών, τών κακοδοξιών, τών μικρών θεολόγων καί δή τής ήθικιστι- κής φιλοσοφικής σκέψεως, όδηγοϋσε στήν άποδυνάμωση τής Παρα¬δόσεως καί τήν ήθικολογική θεώρηση τής Εκκλησίας, όπως δείχνουν οί σπουδαιότεροι έκκλησιαστικοί συγγράφεις τών έτών 300-320, δηλ. Μεθόδιος 'Ολύμπου καί Εύσέβιος Καισαρείας στήν Ανατολή, Άρ- νόβιος de Sicca καί Λακτάντιος στήν Δύση.

Ή κατάσταση αύτή, τονισμένη ιδιαίτερα στό άδιαφιλονίκητο πνευ-ματικό κέντρο τής έποχής, δηλ. στόν άλεξανδρινό χώρο, παρήγαγε μεταξύ άλλων τά εξής φαινόμενα:
α) 'Υποβάθμιση τής άπόλυτης σημασίας τής ένανθρωπήσεως τοϋ Λόγου, άναζωπύρηση τών συζητήσεων περί άρχής τοϋ κακοϋ καί ύ- περτονισμό τής άξίας τής φιλοσοφικής σκέψεως (άλεξανδρινή πα¬ράδοση, άλληγορική έρμηνεία). Στό φαινόμενο τοΰτο, πού είχε βαθύτατα διαβρώσει τήν έπιφανειακή θεολογία τής έποχής και συ¬νιστούσε τόν πρωταρχικό καί γενεσιουργό κίνδυνο στήν Έκκλησία, άπάντησε ό 'Αθανάσιος μέ τούς δύο πρώτους Λόγους του «Κατά Ελ¬λήνων» και „Περί ένανθρωπήσεως».

β) Έπειδή έπικρατοΰσε τέτοιο κλίμα, όταν άνέκυψε συζήτηση καί άμφισβήτηση γιά τό πώς τής δημιουργίας, τής προελεύσεως τοΰ Υίοΰ τοΰ Θεοϋ άπό τόν Πατέρα καί τής σωτηρίας, έπόμενο ήταν ό "Α¬ρειος καί οί πολλοί όπαδοί του νά λύνουν (περί τό 318) τά προβλή¬ματα, στηριζόμενοι στίς κοσμολογικές καί φιλοσοφικές (οντολογικές) άρχές, διατηρώντας δμως τά βιβλικά σχήματα. "Ετσι ό Άρειος οΰ¬τε τήν σχέση Υίοΰ καί Πατέρα μποροΰσε νά καταλάβει οΰτε τήν σω¬τηρία νά έξασφαλίσει, έφόσον ό Υιός ήταν γι' αύτόν κτίσμα, πού σάν τέτοιο δέν μπορούσε νά «συνάψη» τόν άνθρωπο μέ τόν Θεό. Λίγο άργότερα (μετά τό 355) έμφανίστηκαν κακοδοξίες πού στρέφονταν κατά τής θεότητας τοΰ άγίου Πνεύματος καί τών δύο φύσεων τοϋ Χριστοΰ. Καί αύτές άμεσα κι έμμεσο', συνδέονταν μέ τόν "Αρειο. Εί¬ναι φανερό πώς έτσι έχανε ή Έκκλησία τό έρεισμά της, τήν δύναμή της, έκεϊνο γιά τό όποιο ύπήρχε, δηλ. τήν σωτηρία. Επομένως με¬ταστοιχειωνόταν σέ ήθικολογικό σύστημα, άλλαζε ριζικά τό είναι της. Στήν φοβερή αύτή κρίση άπάντησε ό 'Αθανάσιος μέ τούς τρεις Λόγους του «Κατά Άρειανών», τούς όποιους έπεξεργάστηκε έπα- νειλημμένα, καί μέ πλήθος μεταγενέστερων έργων του.

γ) Καί πάλι ένεκα τοΰ κλίματος αύτοΰ, όταν ό αύτοκράτορας, όρ-θόδοξος ή κακόδοξος, έπενέβαινε στά θέματα τής Εκκλησίας, οί άρειανοί κακόδοξοι, πού εξέφραζαν τό κλίμα τοΰτο, θεωρούσαν αυ¬τονόητη τήν έπέμβαση τοΰ καίσαρα, τόν όποΐο μάλιστα προκαλού¬σαν σ' αύτήν γιά τήν άνατροπή τής διδασκαλίας, πού συνοδικώς (Νίκαια 325) ή Έκκλησία κύρωσε ώς γνήσια καί άληθή. 'Απαντών¬τας ό 'Αθανάσιος στήν πρόκληση αύτή, πού όντως έθετε στήν κρί¬ση τοϋ έκάστοτε καίσαρα τήν άλήθεια τής Έκκλησίας, μίλησε γιά τήν σχέση Έκκλησίας καί κοσμικής έξουσίας καί θεμελίωσε τήν θε¬ολογία τής Οικουμενικής γενικά Συνόδου.
Παρατηροΰμε ότι ό 'Αθανάσιος άναγκάστηκε ν' άπαντήσει καί ά-πάντησε όρθά σέ πολλά καί θεμελιώδη προβλήματα, διότι ή κρίση ήταν πολλαπλή καί τόσο ριζική, πού άναμόχλευε τά σπουδαιότερα θέματα τής Εκκλησίας: Θεός - κόσμος - άνθρωπος - δημιουργία - τριαδολογία - ένανθρώπηση τοΰ Υίοϋ - σωτηρία - χριστολογία - οι¬κουμενική σύνοδος - πνευματολογία. Κανείς άλλος Πατέρας καί Δι¬δάσκαλος τής Έκκλησίας δέν άντιμετώπισε τόσο ριζική καί τόσο πολλαπλή έκκλησιαστικοθεολογική κρίση. Ό 'Αθανάσιος διατηρεί καί αύτό τό πρωτείο.

ΤΟ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟ ΚΑΚΟ ΚΑΙ Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ


α. Ό άνθρωπος «γέγονεν εις τό όράν τόν Θεόν»

Ή θεολογία τοΰ Παύλου καί τοΰ Ειρηναίου περί άνακεφαλαιώσε- ως καί άναδημιουργίας τών πάντων στό πρόσωπο τοΰ Χριστοΰ φαι¬νόταν άτονη καί λησμονημένη στίς άρχές τοΰ Δ' αιώνα. Ό 'Αθα¬νάσιος διέβλεπε καθαρά τίς φοβερές συνέπειες καί, άπαντώντας σέ έθνικούς καί κακοδόξους, ύπογράμμισε ότι τό κακό δέν έχει «ύπό¬σταση» δική του, καθώς πίστευαν πολλοί "Ελληνες (Κατά έλλήνων 6): «τό κακόν ού παρά Θεοΰ ούδέ έν Θεώ οΰτε έξ άρχή ς γέγονεν, οΰτε ούσία τις έστιν αύτοΰ. Άλλ' άνθρωποι κατά στέρησιν τής τοΰ κα¬λού φαντασίας έαυτοΐς έπινοεΐν ήρξαντο καί άναπλάττειν τά μή όντα... (= δπως ενώπιον τοϋ ήλίου) καμμύων τούς όφθαλμούς, σκό¬τος έαυτώ έπινοεΐ ούκ όντος σκότους... καί έν σκότει πλανώμε- νος περιπατεί» (Αύτόθι 7).

Τό κακό έπινοήθηκε άπό τόν άνθρωπο, ό όποιος δημιουργήθηκε άπό τό μηδέν άπό τόν παμβασιλέα Θεό διά τοΰ Λόγου του «κατ' ει¬κόνα». Ή άνυπαρξία τοΰ κακοϋ καί ή δημιουργία άπό τό μηδέν τό¬νιζαν ότι αυθυπαρξία έχει μόνο «ή πηγή τής άγαθότητος» άγένητη Τριάδα. 'Έδειχναν ότι μόνο ό,τι συνδέεται μέ αύτόν πού έχει αύθεν- τική ζωή (τόν Θεό) άποκτά ΰπαρξη, ότι ουδεμία άναλογία ύπάρχει μεταξύ Θεοΰ καί κτισμάτων (Κατά άρειανών Α' 57). 'Απέκλειαν τήν φιλοσοφική ιεραρχία τών όντων (άπό τόν ένα Θεό μέχρι τόν άνθρω¬πο) καί διέκριναν σαφώς δύο μόνο πραγματικότητες, τελείως διά¬φορες μεταξύ τους, τήν άγένητη άρχή, δηλ. τόν Θεό, καί τόν κτιστό κόσμο:
ό Λόγος, «ώσπερ έν πάση τή κτίσει ών, έκτός μέν έστί τοϋ παντός κατ' ούσίαν, έν πάσι δέ έστί ταΐς έαυτοΰ δυνάμεσι τά πάντα δια- κοσμών» (Περί ένανθρωπήσεως 17).
Τό πολυσήμαντο στόν άνθρωπο ήταν ότι ό Λόγος είχε έντυπώσει σ' αύτόν τήν εικόνα τοϋ Θεοΰ, μέ τήν όποία ό άνθρωπος «γέγονεν είς τό όράν τόν Θεόν καί ύπ' αύτοΰ φωτίζεσθαι» (Κατά έλλήνων 7), έγινε θεωρητής τοϋ Θεοϋ καί τών όντων, είχε «έννοιαν καί γνώσιν» τής «άιδιότητός» του, δηλ. τής θειότητας καί όμοιώσεώς του πρός τόν Θεό. "Οσο θά διατηρούσε τήν «ταυτότητά» του, δηλ. καθαρή μέσα του τήν θεία εικόνα, όσο θά έμενε δπως δημιουργήθηκε («έαυ¬τώ συνών, ώς γέγονεν έξ άρχής») (Κατά έλλήνων 2 καί 3), θά είχε κάποια θέα τοΰ Θεοΰ, θά έπικοινωνοΰσε καί θ' άγαλλόταν μέ τόν Θεό, θά συναπτόταν μέ τά θεΐα.

β. 'Επιστροφή τον άνθρώπου στό μή ϋν, στό μηδέν (πτώση)
Παρά ταϋτα ό άνθρωπος άπό τήν θέα τοΰ Θεοΰ στράφηκε στήν θέα, δηλ. τήν άποκλειστική έκτίμηση, τοϋ έαυτοΰ του καί τοΰ κόσμου:
ό άνθρωπος, «έως μέν τόν νοϋν είχε πρός τόν Θεόν καί τήν τούτου θεωρίαν, άπεστρέφετο τήν πρός τό σώμα θεωρίαν. "Οτε δέ ...άπέ- στη μέν τής πρός τόν Θεόν διανοίας, έαυτόν δέ κατανοεΐν ήρξα- το... εις έπιθυμίαν τοΰ σώματος έπεσεν» (Κατά έλλήνων 3).

Τήν κατάσταση αύτή χαρακτηρίζει ό 'Αθανάσιος έπιστροφή στό «κατά φύσιν», τό όποΐο ταυτίζει μέ τό «ούκ δν», δηλ. μέ τό μηδέν, άπό τό όποΐο προήλθαν οί άνθρωποι. "Ετσι αμαρτία, πτώση, θάνα¬τος, κακό, ειδωλολατρία, ταυτίζονται
«ή γάρ παράβασις τής έντολής είς τό κατά φύσιν αύτούς έπέστρε- φεν, ίνα, ώσπερ ούκ δντες γεγόνασιν, ούτω καί τήν είς τό είναι φθο- ράν ύπομείνωσι τω χρόνω εικότως. Εΐ γάρ, φύσιν έχοντες τό μή είναι ποτε, τή τοΰ Λόγου παρουσία καί φιλανθρωπία είς τό είναι έκλήθησαν, άκόλουθον ήν, κενωθέντας τούς άνθρώπους τής περί Θεοΰ έννοιας καί εις τά ούκ όντα άποστραφέντας (ούκ όντα γάρ έστι τά κακά, όντα δέ τά καλά, έπειδήπερ άπό τοΰ δντος Θεού γε- νόνασι), κενωθήναι καί τοΰ εΐναι άεί... "Εστι μέν κατά φύσιν άν¬θρωπος θνητός, άτε δή έξ ούκ δντων γεγονώς» (Περί ένανθρωπήσεως 

4)μέ τήν άνυπαρξία, άφοΰ ό άνθρωπος ύπάρχει μόνο καθόσον βλέπει στό κάτοπτρο τής ψυχής του τήν εικόνα τοΰ Πατέρα, δηλ. καθόσον μπορεί νά έχει σχέση μέ τόν Θεό. Ό άνθρωπος άμαυρώνει τό κάτο¬πτρο κι έτσι, μή έχοντας θεωρία τοΰ Θεοΰ καί συνεπώς καί μή όρθή θεωρία τοΰ κόσμου, τοποθετεί στήν θέση του φανταστικά πράγμα¬τα, δηλ. μή όντα (Κατά έλλήνων 8). Αύτό άκριβώς είναι ή ειδωλο¬λατρία καί αύτό ύπογραμμίζει τήν «κατά φύσιν» ζωή τής ανυπαρξίας. Μέ αύτά κατανοεί κανείς γιατί έπιμένει ό 'Αθανάσιος νά υποστηρί¬ζει ότι ό Άρειος είναι άθεος: διότι, θεωρώντας τόν Υίό κτίσμα, κα¬τατάσσει αύτόν στά κτιστά όντα, πού έχουν ΰπαρξη μόνο έφόσον κοινωνούν μέ τόν Θεόν, δέν έχουν δική τους ΰπαρξη, δέν είναι θεοί. Ή δυσκολία τοΰ 'Αθανασίου νά έξηγήσει τό κακό είναι εμφανής. Χρη¬σιμοποιεί πέρα άπό τούς πλατωνικούς όρους «όν», «μή όν», παρα¬στατικά τό σχήμα τής ψυχής ώς κάτοπτρο, τό όποΐο δταν έπικα- λύπτεται δέν λειτουργεί, δέν δίνει εικόνα, δηλ. δέν κατοπτρίζει τόν Θεό καί αύτό είναι ή κακία. Τό σχήμα τοΰτο θά άναπτύξουν πολύ ό Μ. Βασίλειος καί ό Γρηγόριος Νύσσης. Έπίσης, γιά νά δείξει ό 'Αθανάσιος τήν άνυπαρξία τοΰ κακοΰ, περιγράφει τόν σκοτισμό πού προκαλεί ή θέα τοΰ ήλιου μέ γυμνό μάτι. Έκεΐ δέν ύπάρχει σκοτάδι, άλλά, μή έχοντας δυνατότητα γιά άπευθείας θέα τοΰ ήλιου, νομίζου¬με ότι έπέρχεται σκοτάδι, πού δέν ύπάρχει καθεαυτό, άφοΰ έκεΐ εί¬μαστε μέσα στό φως. Ό 'Αθανάσιος, παρακολουθώντας προσεκτικά τήν πορεία τοΰ άνθρώπου, διαπιστώνει ότι αύτός άδυνατεΐ άπό μό¬νος του νά έπαναποκτήσει τήν κοινωνία καί τήν γνώση τοΰ Θεοΰ, άρα τήν ΰπαρξη. Ή άδυναμία αύτή τοΰ άνθρώπου είναι ή τραγωδία του, ή αύτοαπόρριψή του σ' έναν κόσμο αντιφάσεων, όπου δέν γνω¬ρίζει οϋτε τόν έαυτό του, οϋτε τόν Θεό, οϋτε τόν κόσμο* δέν άνα- γνωρίζει οΰτε κάν ότι ό Θεός είναι άγένητος καί ό άνθρωπος κτιστός: «ό Θεός... κατιδών πάλιν τήν άσθένειαντής φύσεως αύτών ( = τών άνθρώπων), ώς ούχ ικανή εΐη έξ έαυτής γνώναι τόν δημιουργόν, ούδόλως έννοιαν λαβείν Θεοϋ τω τόν μέν είναι άγένητον, τά δέ έξ ούκ όντων γεγενήσθαι« (Περί ένανθρωπήσεως 1).

γ. Ό Λόγος «ένηνθρώπησεν ϊνα ήμεϊς θεοποιηθώ μεν»
Αύτή άκριβώςή μηδενική πτωτική κατάσταση κάνει τόν Αθανά¬σιο νά άγωνιά. Θέλει νά ύψώσει τόν άνθρωπο άπό τήν άνυπαρξία του, πασχίζει νά δείξει πώς ό Θεός έπεμβαίνει άποφασιστικά στήν ιστορία τής άνθρωπότητας, ποιά είναι ή διαδικασία τής θειας οικο¬νομίας, δηλαδή τής θείας έπεμβάσεως. Προϋποθέσεις είναι ή άγα- θότητα τοϋ Θεοϋ, πού θέλει νά δεΐ τόν άνθρωπο πάλι εύτυχή, δηλαδή ύπάρχοντα, καί ή θεία εικόνα, τήν όποία ό Λόγος έγχάραξε στόν άν¬θρωπο κατά τήν δημιουργία του. Ή άγαθότητα δέν μεταβάλλεται, άλλά καί ή θεία εικόνα στόν άνθρωπο δέν χάνεται* έπικαλύπτεται, σκοτίζεται, δέν λειτουργεί, άλλά ύπάρχει. Σ' αύτήν άκριβώς έπεμ¬βαίνει ό Θεός άπό «φιλανθρωπία» καί αύτήν θεραπεύει, άνανεώνει. Ή εικόνα στόν άνθρωπο γίνεται ό τόπος ύποδοχής τής έπεμβάσεως τοϋ Θεοϋ, μολονότι αύτή δέν έχει καμμία σχέση μέ τόν σπερματικό λόγο τών στωικών καί τοϋ Ίουστίνου, τόν όποΐο ξεπέρασε ό Ειρη¬ναίος καί τώρα ό 'Αθανάσιος (Κατά έλλήνων 40). Τήν επέμβαση συ¬νιστά ή ένανθρώπηση τοϋ ίδιου τοϋ θείου Λόγου, τοϋ Υίοϋ τοϋ Πα¬τέρα: ό Θεός «έλεήσας πάλιν τό γένος τό άνθρώπινον, άτε δή άγαθός ών, ούκ άφήκεν αύτούς έρήμους τής έαυτοΰ γνώσεως, ίνα μή άνό- νητον έχωσι καί τό είναι» (αύτόθι).
«τί έδει γενέσθαι, άλλ' ή τό κατ' εικόνα πάλιν άνανεώσαι, ίνα δι' αύτοϋ πάλιν αύτόν (= τόν Θεόν) γνώναι δυνηθώσιν οί άνθρωποι; Τοΰτο δέ πώς άν έγεγόνει, εί μή αύτής τής τοϋ Θεοϋ εικόνος παρα- γενομένης τοϋ Σωτήρος ύμών;» (αύτόθι 13).

Πρώτος ό Μ. 'Αθανάσιος έπιμένει τόσο έντονα στήν ψηλάφηση τοϋ τρόπου, μέ τόν όποΐο έπεμβαίνει ό Θεός στήν ανακαίνιση τοΰ άνθρώπου, στήν σωτηρία του. Προσπαθεί νά παρακολουθήσει βήμα πρός βήμα τήν κίνηση τοΰ Θεοϋ, κυριολεκτικά ζητάει τήν «λογική» τοΰ μυστηρίου. Γι' αύτό, έξειδικεύοντας θεολογικά, δέν μιλάει πλέ¬ον γενικά γιά τόν δημιουργό Θεό, άλλά γιά τόν δημιουργό Λόγο, πού άνακαινίζει τήν δική του εικόνα στόν άνθρωπο, άφοΰ ό ίδιος είναι (άλλου είδους βέβαια, δηλαδή άπαράλλακτος) εικόνα τοΰ Πατέρα. «'Ανατυπώνει» τώρα ό Λόγος στό ίδιο όν τήν «μορφή» (τήν εικόνα) πού δημιούργησε, άλλά ή όποία σχεδόν έσβησε (αύτόθι 14). Καί τό κάνει ό Λόγος αύτό, διότι άλλιώς, άν ό άνθρωπος δέν ίδεΐ τήν εικό¬να τοϋ Πατέρα μέσα του, πώς θά γνωρίσει καί θά κηρύξει τόν Πατέ¬ρα; "Αλλος τρόπος θεογνωσίας, άλλο «σύστημα» γνωσιολογίας, δέν ύπάρχει άπό τήν ένανθρώπηση καί εντεύθεν (αύτόθι). Ό Θεός πλέον δέν διδάσκει μέ κραυγές καί νεφέλες, όπως στήν ΠΑ, άλλά φανε¬ρώνει τήν άλήθεια γινόμενος άνθρωπος, προσλαμβάνοντας τό φθαρτό κτίσμα, άνακαινίζοντας καίένώνοντας τήν θεία εικόνα στόν άνθρωπο μέ τήν ίδια τήν άλήθεια, δηλαδή θεώνοντας όλόκληρο τόν άνθρωπο, ό Λόγος τοϋ Θεοϋ «ένηνθρώπησεν ϊνα ήμεϊς θεοποιηθώμεν» (αύτό¬θι 54).

Η ΚΑΚΟΔΟΞ1Α ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΚΑΙ «Η ΦΥΣΕΙ ΓΕΝΝΗΣΙΣ» ΤΟΥ ΥΙΟΥ


α. Ό "Αρειος εισάγει τήν άρχή τον χρόνον στήν ζωή τής άγιας Τριάδας

'Από τις δύο Επιστολές (320/4;) τοϋ 'Αλεξάνδρου 'Αλεξανδρείας κατά τοϋ άρειανισμοΰ συνάγεται ότι ό Άρειος, προκειμένου νά μι¬λήσει γιά τήν προέλευση τοϋ Υίοϋ, έκκινοϋσε άπό τήν κοινή άντίλη¬ψη ότι τό άγένητο καί άτρεπτο είναι ένα. Κοινή όμως ήταν καί ή πλατωνική θέση, ότι μόνο «τό έν» δέν «μετέχει χρόνου, οϋτε ποτέ γέγονεν, οΰτε έγίγνετο» (Παρμενίδης 14/e). Έπίσης μόνο «τό έν» τού¬το είναι τό «έχον άκινήτως» (Τίμαιος 37e-38a) καί ώς άκίνητο είναι καί άτρεπτο. Συνεπώς, ύποστήριζε ό Άρειος, άγένητος είναι μόνο ένας, ό Θεός, καί οτιδήποτε άκολουθεΐ, άκόμη καί ό Υίός, «ήν ποτε ότε ούκ ήν», είναι «έξ ούκ όντων», δημιούργημα έν χρόνω καί μάλι¬στα μέ τήν βούληση τοΰ Θεοΰ, δπως δίδασκε ό Ώριγένης. Ή άποψη αύτή γιά τόν Υίό γινόταν εύκολα δεκτή, διότι ήταν διάχυτη ή άντί¬ληψη τής κατωτερότητας (ύποταγής) τοΰ Υίοΰ στόν Πατέρα, διότι έπικρατοΰσε παντοϋ ή πλατωνική και νεοπλατωνική ιεράρχηση τών όντων (άπό τό έν ή τήν ένάδα μέχρι τόν άνθρωπο) καί τέλος διότι ό Άρειος είχε τό χάρισμα τής πειστικότητας.

"Ετσι ό "Αρειος εισάγει στήν θεολογία τήν φιλοσοφική θεώρηση τοΰ «άγενήτου» καί ειδικά στήν ζωή τής Τριάδας τήν αρχή τοΰ χρό¬νου, δηλαδή χρονικοποιεΐ, τοποθετεί στόν χρόνο δ,τι γίνεται στούς κόλπους τής Τριάδας, στήν φύση της. Οί ορθόδοξοι αντέδρασαν στήν θεολογική αύτή νοθεία, κυρίως διότι κατέληγε στόν Υίό κτίσμα, πού σάν τέτοιο ήταν άγνωστο στήν Παράδοση καί πού δέν μποροΰσε νά προσφέρει σωτηρία. Συγκεκριμένα ό 'Αθανάσιος, ήδη άπό τήν έπο¬χή τής Β' 'Επιστολής τοϋ 'Αλεξάνδρου, άντέταξε τήν άρχή τοϋ 'Α¬ριστοτέλη δτι στήν θεότητα δέν ισχύει «πρότερον καί ύστερον» (Φυσικά 4, 219β κα[Κατά άρειανών Β' 33), δέν ύπάρχει «διάστημα» μεταξύ Πατέρα καί Υίοΰ. Δέν άρκοΰσε δμως αύτό γιά νά στηρίξει τήν άλήθεια τής θεότητας καί άιδιότητας του Υίοΰ, όπως ήταν γνω¬στή και άπό τόν Ώριγένη, τόν Διονύσιο 'Αλεξανδρείας, τόν Θεόγνω- στο κ.ά. "Επρεπε νά ύποδειχτεΐ, δσο ήταν έφικτό, καί ό πειστικός τρόπος τής προελεύσεως τοΰ Υίοΰ έξω άπό τόν χρόνο, νά παραστα¬θεί ή διαδικασία μέ τήν όποία προήλθε ό Υίός.

β. Φύσει γέννησις-φνσει Υίός
Καί αύτό προσπάθησε μ' επιτυχία ό 'Αθανάσιος. 'Οδηγήθηκε λοι¬πόν στήν θεολογία τής «φύσει γεννήσεως», τήν όποία διέκρινε ριζι¬κά άπό τήν «έν χρόνω δημιουργίαν». "Οταν δηλαδή οί φιλόσοφοι καί μαζί τους οί Ώριγένης καί "Αρειος κατανοούν τήν δημιουργία ώς γένεση μέ βούληση τοΰ Θεοΰ, δ 'Αθανάσιος άντιπροβάλλει τήν άλή¬θεια δτι ή φυσική γέννηση στήν θεότητα, άκριβώς ώς φυσική, είναι ξένη καί πρός τόν χρόνο καί πρός τήν θεία θέληση. "Εχει άπόλυτη συνείδηση δτι βρίσκεται σέ άντίθεση πρός τό φιλοσοφικό άρειανικό κλίμα καί, γιά νά γίνει σαφέστερος, χρησιμοποιεί γιά τόν Υίό καί τίς έκφράσεις:
«γέννημα τής ούσίας» (Κατά άρειανών Β' 34), «Υίός φύσει μονο¬γενής» (Β' 9), «φύσει καί άληθινός Υίός» (Β' 59), «άίδιος καί γνή¬σια γέννησις» (Β' 45), «Λόγος εστίν άίδιος φύσει τής ούσίας τοϋ Θεοϋ ό Υίός» (Β' 31).
Τό γεγονός τής φυσικής γεννήσεως προϋποθέτει ταυτότητα φύσε¬ως γεννώντος καί γεννωμένου (όμοιότητα «άπαράλλακτον» αύτών)' άρα ό Υίός έχει τήν φύση τοϋ Πατέρα, είναι όμοούσιος δπως ό άνθρωπος-υίός έχει τήν φύση, τήν ούσία, τοϋ πατέρα του. Ταυτόχρονα άποκλείει, ώς φυσική, τήν έννοια τής βουλήσεως στόν γεννώντα, διότι ή βούληση έκδηλώνεται έν χρόνω. Επομένως ό φυσικός Υίός είναι πέρα τής βουλήσεως, πέρα τοΰ χρόνου, είναι δηλαδή άίδιος, καθώς καί ό φυσικός Πατέρας του. "Οπως ό ήλιος συνυπάρχει πάντα, «άεί», μέ τό άπαύγασμα, μέ τό φως, έτσι καί ό Πατέρας, δντας άίδιος καί προαιώνιος, έχει «άεί» τόν Υίό, άίδιο καί προαιώνιο (βλ. καί Κατά αρ. Α' 27). "Ηλιος χωρίς τό σύγχρονο του φως δέν ύπάρχει καί πη¬γή χωρίς σύγχρονο νερό δέν ύπάρχει, δπως δέν ύπάρχει καί Θεός Πατέρας χωρίς άίδιο Υίό (Δ' 27 καί 29). 'Αλλιώς, πρέπει νά ζητή¬σουμε διάστημα, όπόταν ό Θεός δέν ήταν Πατέρας κι έγινε μετά. 'Αλλ' αύτό θά σήμαινε δτι μεσολάβησε τροπή, πού είναι άδιανόητη στόν Θεό:
«άεί Πατήρ καί ούκ έπιγέγονε τω Θεώ τό Πατήρ, ϊνα μή καί τρε- πτός είναι νομισθή» (Κατά άρ. Α' 28).
'Αντίθετα, δ,τι δέν προέρχεται μέ φυσική γέννηση, είναι «έξωθεν», δημιουργείται άπό τό μηδέν έν χρόνω, δηλαδή έχει φύση διαφορετι- «Τό ποίημα έξωθεν ( = ad extra) τοϋ ποιοϋντός έστιν... ό δέ Υιός ίδιον ( = ad intra) τής ούσίας γέννημα έστι. Διό καί τό μέν ποίημα ούκ άνάγκη άεί είναι* δτε γάρ βούλεται ό δημιουργός έργάζεται. Τό δέ γέννημα ού βουλήσει ύπόκειται, άλλά τής ούσίας έστίν ιδιό- της. Καί ποιητής μέν άν εΐη καί λέγοιτο κάν μήπω ή τά έργα• Πα¬τήρ δέ ούκ άν λεχθείη ούδ' άν εΐη, μή ύπάρχοντος υίοϋ» (Κατά άρ. Α' 29). «...ό Υίός μή έξωθεν, άλλ' έκ τοϋ Πατρός είναι φύσει γέν¬νημα ... δήλον δτι καί έξ αύτοϋ καί άεί έστι συνυπάρχων ό Λόγος τω Πατρί» (Α' 27).
Ή άρχή πού θέτει ό 'Αθανάσιος είναι άπλή, πειστική καί άποφα- σιστική: Αύτό πού είναι ή φύση τοϋ γεννώντος, αύτό είναι καί ή φύ¬ση τοϋ γεννωμένου. Καί ή διαφορά τών ρημάτων, τά όποια ή Γραφή χρησιμοποιεί, αύτό θέλει νά δείξει* όπως τό «γεννάν σημαντικόν έ¬στιν Υίοϋ», έτσι τό «ποιεΐν δηλωτικόν έστι τών έργων» (Κατά άρ. Β' 59). "Ετσι ό,τι είναι ό Πατέρας είναι, κατά τήν φύση, καί ό Υίός του. Αύτά ισχύουν καί στόν άνθρωπο γονέα, μόνο πού αύτός, δη¬μιουργημένος άπό τό μηδέν, έχει άρχή καί γι' αύτό έχει άρχή καί ό υίός του. 'Αντίθετα, ό Λόγος τοϋ Θεοϋ δέν έχει άρχή, διότι καί ό Θε¬ός Πατέρας δέν έχει άρχή. Έπίσης, διευκρινίζει, ό λόγος τοϋ άνθρώ¬που διαφέρει άπό τόν Λόγο τοϋ Πατέρα, διότι ό πρώτος είναι απλός λόγος προφορικός, δέν έχει ύπόσταση κι εξαντλείται, ένώ ό θεΐος Λόγος είναι φυσικός Υίός, ύπόσταση καί ΰπαρξη δηλαδή δρώσα καί ένεργοϋσα καί γι' αύτό είναι «αεί» μέ τόν πατέρα «ώς απαύγασμα φωτός»:
«όποιος γάρ άν ή ό γεννών, τοιοϋτον άνάγκη καί τό γέννημα είναι. Καί όποιος άν ή ό τοϋ Λόγου Πατήρ, τοιούτος άν εΐη καί ό Λόγος αύτοΰ. Ό μέν ούν άνθρωπος έν χρόνφ γεννώμενος, έν χρόνω καί αύτός γεννφ τό τέκνον. Καί έπειδή έκ τοϋ μή δντος γέγονε, διά τοΰ¬το καί ό λόγος αύτού πέπαυται καί ού μένει. Ό δέ Θεός ούχ ώς άνθρωπος έστι... διά τούτο καί ό Λόγος αύτοϋ ών έστι καί άιδίως έστί μετά τοϋ Πατρός ώς άπαύγασμα φωτός» (Κατά άρ. Β' 35).
Έξηγεΐ άκόμα ότι ή φυσική γέννηση δέν συνεπάγεται «πάθος» ή τροπή στόν Θεό, οΰτε τό γεννώμενο συνιστά «μέρος» τοΰ Θεοΰ (Κα¬τά άρ. Α' 29). Τό γεννάν είναι ιδιότητα τοΰ Πατέρα τόσο φυσική, ώστε άν έλειπε θά σήμαινε έλάττωμα τής ούσίας τοΰ Θεοΰ (Α' 29).
Είναι προφανές ότι ό 'Αθανάσιος άναζητεΐ τρόπους καί εικόνες τής φυσικής πραγματικότητας, γιά νά έξηγήσει δσο άκριβέστερα μπο¬ρεί τήν ζωή τής άγ. Τριάδας. Τελικά όμως έπισημαίνει γεγονότα, υ¬ποδεικνύει όψεις τής άλήθειας, χωρίς νά νομίζει δτι εισέρχεται στήν εσώτερη διαδικασία, χωρίς πράγματι νά έξηγεΐ δηλαδή τό πώς τής άλήθειας καί ειδικά εδώ τό «πώς γεννά ό Θεός». Ή έξήγησή του, ή θεολογία του, έγκειται στήν έπισήμανση τοΰ «γεννάν», στήν υπο¬γράμμιση τής σημασίας τοΰ «γεννάν» καί τών συνεπειών αύτοΰ γιά τήν σωτηρία τοϋ άνθρώπου. Περισσότερο δέν έπιτρέπεται οΰτε μπο¬ρεί ό άνθρωπος νά προχωρήσει (Κατά άρ. Β' 36). Πρέπει όμως νά παρατηρήσουμε ότι ή έπισήμανση του «φύσει» γεννάν είναι ήδη κά¬θοδος, είσοδος στήν άλήθεια κι έξήγηση μερική τής ζωής τής Τριά¬δας. Επομένως ή προτροπή του νά μή ζητάμε νά μάθουμε περισσό¬τερα, νά μή ζητάμε τό «πώς γεννά ό Θεός», έχει σχετική σημασία, πού όρίζεται άπό τήν δική του αίσθηση έπάρκειας τής γνωσθείσης άλήθειας καί άρα - έφόσον ό Αθανάσιος είναι μέτρο - άπό τις ά- νάγκες τής έποχής του.
Ή εισαγωγή καί θεμελίωση τής θεολογίας τής «φυσικής γεννήσε¬ως», ότι ό Υίός είναι φυσικός Υίός, είναι άπόλυτης σημασίας. Παρά τις έξηγήσεις τοϋ Αθανασίου οί άντίπαλοι παρεξηγούσαν τήν χρή¬ση στήν Γραφή τών ρημάτων γεννώ καί ποιώ γιά τόν Υίό. Καί μόνο μέ τήν βαθιά καί άποφασιστική τομή τής «κατά φύσιν» γεννήσεως, μόνο μέ τήν χαρισματική είσοδο στήν άλήθεια ότι ό Υίός εΐναι τοϋ Πατέρα «φυσικός» Υίός, τό θέμα λυνόταν όριστικά. Γι5 αύτό καί προ¬έτρεπε νά μήν πολυπραγμονοϋν γιά τήν έννοια τών ρημάτων, άρκεΐ νά όμολογοϋν «τό κατά φύσιν» (Κατά άρ. Β' 3),
Γιά τήν άλήθεια τής «φύσει» γεννήσεως έχει ό 'Αθανάσιος ένα ση¬μαντικό έρεισμα στήν ιστορία τής θεολογίας. Ό Θεόγνωστος, διευ¬θυντής τής άλεξανδρινής κατηχητικής σχολής μεταξύ 264 καί 281, έγραψε τό έξής πολυσήμαντο: «ούκ έξωθέν τις έστιν... ή τοϋ Υίοϋ ούσία ούδέ έκ μή όντων έπεισήχθη, άλλά έκ τής τοϋ Πατρός ούσίας έφυ, ώς τοϋ φωτός τό άπαύγασμα» (Περί Νικαίας 25,2). Τό «έφυ» τοϋτο τοϋ Θεογνώστου ταυτίζεται μέ τό «φύσει γέννησις» τοϋ 'Αθα¬νασίου, άλλά σέ σημεία, τά όποια γνώριζε ό Φώτιος (Μυριόβιβλον 106), ό Θεόγνωστος κατανοεί τόν Υίό σάν δημιούργημα καί οπωσ¬δήποτε δέν διανοείται ταυτότητα φύσεως στά δύο θεία πρόσωπα, ό¬πως πρώτος στήν ιστορία τής θεολογίας κάνει ό θεόπνευστος 'Αθανάσιος, πού γι' αύτό είναι καί Μέγας καί στϋλος τής 'Ορθο¬δοξίας.
γ. Ή φυσική γέννηση τον Υίοϋ προηγείται τής θείας βουλήσεως
Στήν προσπάθειά του ό 'Αθανάσιος νά άποχωρίσει τήν έν χρόνω δημιουργία άπό τήν φυσική γέννηση, διακρίνει δύο άρχές: τήν άρχή τοϋ «διαστήματος» (όπου έχουμε κίνηση κι έκταση χρονική στό διά¬στημα), κατά τήν όποία τά όντα κτίζονται άπό τό μηδέν, άρχίζουν καί τήν άρχή τής κατ' έξοχήν «οικονομίας», κατά τήν όποία έν χρόνω ένανθρωπίζει ό Υίός καί άρχίζει ή καινή κτίση.
Οί δύο αύτές άρχές είναι άποτέλεσμα τής θείας βουλήσεως καί προϋποθέτουν χρόνο:
«ταύτόν έστιν είπεΐν 'βουλήσει' καί 'ήν ποτε ότε ούκ ήν' ... βουλι,- σει λέγοντες χρόνους πρό Υίοϋ σημαΐνουσι• τών γάρ ποτε μή όν¬των προηγείται τό βουλεύεσθαι... εί προηγείται ή βουλή, πώς δι* αύτοϋ τά πάντα;» (Κατά άρ. Β' 61). «ή μέν βουλή καί ή πρόθεσις (= τοϋ μυστηρίου τής ένανθρωπήσεως) πρό τοϋ αιώνος ήτοιμάσθη, τό δέ έργον γέγονεν ότε ή χρεία άπήτησε καί έπεδήμησεν ό Σω- τήρ» (Κατά άρ. Β' 77).
Τό πρώτο χωρίο δείχνει άβάσιμον τόν περίφημο ελιγμό τών άρεια¬νών, πού, άντί τοΰ «ήν ποτε ότε ούκ ήν» ό Υίός, πρόβαλαν τό σχή¬μα: «θελήματι τοΰ Θεοΰ πρό χρόνων καί πρό αίώνων κτισθέντα» τόν Υίόν ('Αρείου, "Εκθεσις πίστεως... πρός Άλέξανδρον). Δέν δίστα¬σε μάλιστα ό "Αρειος νά γράψει καί τήν φράση «ό Υίός άχρόνως γεννηθείς» (αύτόθι). Ό 'Αθανάσιος κατάλαβε τόν έλιγμό καί σπεύ¬δει νά καταδείξει ότι ή βούληση (θέληση) συνεπάγεται χρόνο καί ό χρόνος βούληση. Είτε τήν άρχή τοϋ χρόνου θέσει κανείς είτε τήν άρ¬χή τής θείας βουλήσεως, καταλήγει στό ίδιο άποτέλεσμα, δηλαδή στά κτιστά όντα ή στήν θεία οικονομία. "Ετσι τό τελευταίο βήμα στήν θεολογία αύτή τοΰ 'Αθανασίου είναι ότι ή «φύσει» γέννηση προηγεί¬ται τής βουλήσεως:
«ύπεραναβέβηκε δέ τής βουλήσεως τό πεφυκέναι» (Κατά άρ. Β' 2). «ύπέρκειται καί προηγείται τοϋ βουλεύεσθαι τό κατά φύσιν» (Κατά άρ. Γ' 62).
"Αλλωστε ή βουλή τοΰ Θεοΰ Πατέρα είναι ό ΐδιος ό Υίός, πού γεν¬νάται «φύσει», δηλαδή στήν ίδια τήν θεία φύση καί άπό αύτήν καί άρα έξω άπό κάθε είδους προσδιοριστική άρχή:
ό Υίός «έστιν ή τοϋ Πατρός βουλή καί ένούσιος ένέργεια ... δεύτε- ρόν έστιν ... τό δημιουργεΐν τοϋ γεννάν τόν Θεόν. Τό μέν γάρ Υίός ίδιον καί άληθώς έκ τής μακαρίας έκείνης καί άεί ούσης ούσίας έστί' τά δέ έκ βουλήσεως αύτής έξωθεν συνιστάμενα γίνεται καί δημιουργείται διά τοϋ ιδίου καί έξ αύτής γεννήματος» (Β' 2). «τόν δέ ίδιον Λόγον έξ αύτοΰ φύσει γεννώμενον ού προβουλεύεται» (Γ' 61).
Ή θεία βούληση δέν μπορεί νά προηγείται τής γεννήσεως τοΰ Λό¬γου, διότι τότε πώς θά έλεγε ό ευαγγελιστής 'Ιωάννης ότι «πάντα δι' αύτοΰ έγένετο» (1,3); "Αν δεχτοΰμε ότι «βουλήσει» γεννήθηκε ό Λό¬γος, τότε θά πρέπει νά ζητήσουμε καί άλλον Λόγο, άπό τόν όποΐο προήλθε καί αύτός, μέ τόν όποΐο δημιούργησε ό Θεός τόν κόσμο (Γ' 60). Τήν διαφορά μεταξύ γεννήσεως τοΰ Υίοΰ καί τής δημιουργίας τοϋ κόσμου παριστάνει ό 'Αθανάσιος μέ τήν διαφορά μεταξύ τοϋ υίοΰ πού ό άνθρωπος γεννά φυσικώς έσωθεν, άπό τήν ούσία του, καί τής οικίας, πού ό ίδιος κατασκευάζει μέ ύλικά έξωθεν τής ούσίας του καί μέ τήν βούλησή του, πού έκδηλώνεται έν χρόνω (Γ' 62). Κάνει μάλιστα ό 'Αθανάσιος μιά λεπτότατη καί άποκαλυπτική έρμηνευτι¬κή παρατήρηση στά βιβλικά κείμενα, πού άναφέρονται στόν Λόγο τοΰ Θεοΰ. Αύτά, όταν πρόκειται γιά τήν οικονομία τής ένανθρωπή¬σεως τοΰ Λόγου, προσθέτουν φράση ένδεικτική τής κινήσεως, τοΰ σκοποΰ, τής αιτίας, τοΰ χώρου, όπως: «ό Λόγος σάρξ έγένετο» καί «έσκήνωσεν έν ήμΐν» (Ίω. 1,14). Έδώ έχουμε «διαστηματικήν άρ- χήν»: κάτι κάπου κάποτε αρχίζει νά γίνεται. "Οταν πρόκειται νά δη¬λωθεί μόνο ή Θεότητα τοΰ Λόγου, τότε λέγεται άπλώς: «έν άρχή ήν ό Λόγος καί ό Λόγος ήν πρός τόν Θεόν καί Θεός ήν ό Λόγος» (Ίω. 1,1), χωρίς τά στοιχεία τοΰ χρόνου (διαστήματος) ή τής αιτίας. "Ε¬τσι μόνο κατανοεί καί τό περίφημο χωρίο «Κύριος έκτισέ με άρχήν όδών αύτοΰ εις έργα αύτοΰ» (Παροιμ. 8,22), πού έγινε τό μέγα έρει¬σμα τών άρειανών, γιά νά στηρίξουν τήν ιδέα ότι ό Υίός είναι κτί¬σμα. Έδώ τό «έκτισε» δέν σημαίνει «τήν άρχήν τοΰ είναι, άλλά τήν ένανθρώπησιν», τήν «οίκονομίαν» πρός «άνανέωσιν» τών έργων, τά όποΐα προστίθενται στό χωρίο ώς αιτία τής οικονομίας. 'Έχουμε, λοι¬πόν, τήν άρχή τής θείας οικονομίας, πού συνδέεται μέ τόν χρόνο, καί όχι τήν γέννηση τοΰ Υίοΰ, στήν όποία δταν άναφέρονται τά βι¬βλικά κείμενα δέν προσθέτουν αιτία, δπως π.χ. στά χωρία: «έγώ ει¬μί ή αλήθεια» (Ίω. 8,12) καί «έγώ καίό Πατήρ έν έσμεν» (Ίω. 10,30). (Βλ. Κατά άρ. Β' 53-54, 57-58).
Μέ τήν θεολογία τής «φυσικής γεννήσεως» ό 'Αθανάσιος θεμελιώνει γιά πρώτη φορά στήν Έκκλησία α) τήν άιδιότητα τοΰ Υίοΰ καί Λό¬γου τοΰ Θεοΰ, β) τήν ταυτότητα φύσεως Πατέρα καί Υίοΰ καί γ) τήν άπόλυτη διαφορά μεταξύ άτρεπτης φύσεως Υίοΰ καί τρεπτής φύσε¬ως τών δημιουργημάτων. Αύτονόητο δτι ξεπερνά όριστικά την ώρι¬γενιστική θεολογία, πού κατανοούσε τήν άιδιότητα τοΰ Λόγου κυρίως μέ τήν άντίληψη δτι ό Πατέρας γεννά - δημιουργεί αιωνίως- διαρ¬κώς, καί μέ τόν έπικίνδυνο συνδυασμό (ή ταύτιση) γεννήσεως τοΰ Υίοΰ καί δημιουργίας τοΰ κόσμου. Ό συνδυασμός αύτός ήταν ακό¬μη πιό έπικίνδυνος, διότι ό Ώριγένης, γιά ν' άποφύγει τόν γνωστικι- σμό, δέν ήθελε τόν Υίό γεννώμενο άπό τήν ούσία τοΰ Πατέρα. "Ενα βήμα περισσότερο καί φθάσαμε στόν "Αρειο, πού δίδαξε δτι ό Υίός «άρχήν τοΰ κτίζεσθαι» είχε (Κατά άρ. Α' 5), γιατί έτσι διαφύλαττε στόν Θεό τό άγέννητο (Γραφή) καί τό πρώτο κινοΰν άναρχο (Αρι¬στοτέλης). Στήν Παράδοση φυσικά, τήν κοινή πίστη, ύπήρχε, ύπο- γραμμίζει ό 'Αθανάσιος, τό δτι «έξ άρχής... ό Θεός Υίόν τόν Λόγον, τήν σοφίαν... έχει- καί ταΰτά έστιν αύτοΰ είκών καί άπαύγασμα» (Κα¬τά άρ. Β' 34). Γιατί δμως τό «έξ άρχής» σημαίνει άεί, γιατί ό Υίός είναι άεί καί όμοιος στήν ούσία μέ τόν Πατέρα καί γιατί δέν είναι κτίσμα άποτελοΰν τό έργο τής άθανασιανής θεολογίας.
δ. Τό όμοούσιον
Ό Μ. 'Αθανάσιος άργησε νά χρησιμοποιήσει τόν δρο όμοούσιος, πού έγινε θεμέλιος λίθος τής τριαδολογίας καί κριτήριο τής ορθοδο¬ξίας. Ειδικότερα, ύποστηρίζουν ότι δέν χρησιμοποίησε μέχρι τό 350 περίπου τήν όρολογία τής Α' Οίκουμ. Συνόδου τής Νίκαιας (325). Άλλά ή Νίκαια πρόβαλε γιά τήν ούσιαστική σχέση Υίοΰ καί Πατέ¬ρα τούς έξής δύο ταυτόσημους όρους: «έκ τής ούσίας τοΰ Πατρός» καί «όμοούσιος». Ό Αθανάσιος άναφέρει τόν πρώτο πολύ συχνά καί τόν δεύτερο άπαξ (Κατά άρ. Α' 9). Επομένως άκολουθεΐ τήν άποφασιστική όρολογία τής Νίκαιας, μόνο πού προτιμά τόν περι¬φραστικό όρο. Καί αύτό γιατί ό όρος «έκ τής ούσίας τοΰ Πατρός» συνδέεται άμεσα μέ τό κλίμα τής έποχής, μέ τήν διαμάχη γύρω άπό τόν άρειανισμό καί τόν προσωπικό του άγώνα. Τό «όμοούσιος» προ¬τάθηκε όρθά στήν Νίκαια (κι έγινε δεκτό άπό τόν Κωνσταντίνο, μέ τήν προτροπή ίσως τοΰ Όσίου Κορδούης) κι έπεκράτησε όριστικά (ώς μονολεκτικός καί άκριβέστερος όρος), άλλά δέν ήταν θεολογι¬κό κλειδί στίς άρχικές συζητήσεις τών όρθοδόξων καί τών άρεια¬νών, οί όποιοι μάλιστα τόν άπέρριπταν καί ώς μή βιβλικό.
Οί άρχικές άπαντήσεις (καί φράσεις) πού οί όρθόδοξοι έδιναν στούς άρειανούς καταχωρίζονται στίς δύο Επιστολές, πού κυκλοφόρησαν μέ τό όνομα τοΰ Αλεξάνδρου Αλεξανδρείας, ώς προτάσεις άπορ- ριπτόμενες άπό τούς άρειανούς. Οί ορθόδοξες θέσεις πού μάς ένδια- φέρουν είναι κυρίως δτι ό Λόγος ή ό Υίός είναι «όμοιος κατ' ούσίαν τω Πατρί», δτι εΐναι «άληθινός καί φύσει τοΰ Πατρός Λόγος» (καί Υίός), δτι έχει «φυσικήν υίότητα», δτι είναι «γνήσιος» (άληθινός) Υίός, δτι είναι άπαράλλακτη εικόνα τής ούσίας ή φύσεως τοΰ Πατέρα, δτι είναι άτρεπτος κ.ά. Πρόκειται γιά θεματική καί όρολογία πού συνε¬χίζεται καί μάλιστα άναπτύσσεται θεολογικά γιά πρώτη φορά στά έργα τοΰ Αθανασίου. Αύτός είναι ό λόγος πού μάς κάνει νά πιστεύ¬ουμε δτι ό Αθανάσιος άναμίχτηκε γρήγορα στίς θεολογικές συζη¬τήσεις πού προκάλεσε ό "Αρειος καί δτι ή Β' Έπιστολή τοΰ Αλε¬ξάνδρου συντάχτηκε κυρίως άπό τόν Αθανάσιο. Ό μόνος κρίσιμος δρος τών έργων τοΰ Αθανασίου, πού δέν βρίσκουμε αυτούσιο στήν 'Επιστολή, είναι τό «ίδιον», δτι ό Υίός δηλαδή είναι τής φύσεως τοΰ Πατέρα, είναι άπό τήν ίδια φύση, άνήκει στήν ίδια φύση («ίδιος τής ούσίας τοΰ Πατρός») (Κατά άρ. Α' 9). Στήν Έπιστολή χρησιμοποιεί¬ται ή πολύ γνωστή στούς λόγους Κατά άρειανών λέξη «ιδιότητα» καί «ιδιότροπος» γιά νά δηλώσει τό ίδιο θέμα. Στούς λόγους του Κατά έλλήνων (π.χ. 40) καί Περί ένανθρωπήσεως (π.χ. 20 καί 55), τής έ¬ποχής πρό τοΰ 325, χρησιμοποιεί έπίσης ώς δρους κλειδιά γιά τήν θεότητα τοΰ Υίοΰ τά έπίθετα «μονογενής», «άληθινός» καί «ίδιος». Είναι χαρακτηριστικό δτι τό «μονογενής άληθινός» τής Επιστολής καί τοΰ Περί ένανθρωπήσεως γίνεται στούς Κατά άρειανών «Υίός άληθινός φύσει» (Α' 9) ή «φύσει μονογενής» (Β' 9). "Εχουμε δηλα¬δή έξέλιξη καί άνάπτυξη τής ορολογίας, ιδιαίτερα έδώ πού θέλει νά δείξει τήν «κατά φύσιν» ένότητα Υίοΰ καί Πατέρα.
Οί παραπάνω λέξεις-κλειδιά «Ιδιος», «άληθινός», «έκ τής ούσίας τοϋ Πατρός», «φύσει Υίός» ή «φύσει γέννημα» αποτελούν θετική έκ¬φραση, δηλώνουν αύτό πού είναι ό Υίός πρός τόν Πατέρα. Ό όρος όμοούσιος είναι ή συνέπεια τών παραπάνω, προκύπτει άβίαστα άπό αύτό πού δηλώνουν οί παραπάνω λέξεις. Καί ήταν πολύ φυσικό γιά τόν 'Αθανάσιο νά χρησιμοποιήσει μετά τό 341 τό όμοούσιος ώς ά- ποκλειστικό όρο, διότι τότε παρουσιάστηκαν έπίσημα (π.χ. στήν σύ¬νοδο τών Εγκαινίων) ήμιαρειανοί ή μετριοπαθείς άρειανοί (οί όμοιοι καί δή οί όμοιουσιανοί). Αύτοί υιοθετούσαν πολλούς κρίσιμους άθα- νασιανούς όρους - μαζί καί τόν «έκ τής ούσίας τού Πατρός» - μέ δική τους κατανόηση, γεγονός πού δημιουργούσε σύγχυση, τήν ό¬ποία ό 'Αθανάσιος ήθελε νά άποφύγει.
ε. Διάκριση αληθείας καί ορολογίας
'Από τό 355 καί μετά, δταν πολλοί μετριοπαθείς άρειανοί πλησία¬ζαν μέ ειλικρίνεια τούς δρθοδόξους, τό όμοούσιος γινόταν έμπόδιο γιά τήν τελική τους ένσωμάτωση στήν Έκκλησία. Αύτοί έζησαν ό- λόκληρες δεκαετίες στό άντιομοουσιανικό κλίμα καί ύποπτεύονταν ή άποστρέφονταν άκόμα καί συναισθηματικά τόν δρο τούτο. Τό πρό¬βλημα άντιμετώπισε ό 'Αθανάσιος μέ συνετή συγκατάβαση, προτεί¬νοντας, άπό τό 362 καί μετά, τήν χρήση τών δρων «φύσει γέννημα», «άληθώς φύσει Υίός» καί «έκ τής ούσίας τού Πατρός» (βλ. Περί τών έν Άριμίνω καί Σελεύκεια συνόδων [41] καί Πρός τούς έν 'Αφρική [9]) άντί τοΰ όμοούσιος. Τό γεγονός είναι πολυσήμαντο, διότι έμφα- νίζει τόν 'Αθανάσιο άναπτυσσόμενο θεολογικά καί μετά τά 65 του χρόνια καί τόν άποδεικνύει ικανό νά διακρίνει μέ σαφήνεια όρολο¬γία καί άλήθεια, άφοΰ ήδη άπό παλαιότερα δίδασκε δτι τίς λέξεις- δρους ορίζουν τά πράγματα καί δχι.τό άντίθετο:
«ού γάρ αί λέξεις τήν φύσιν παραιροΰνται, άλλά μάλλον ή φύσις τάς λέξεις είς έαυτήν έλκουσα μεταβάλλει. Καί γάρ ού πρότεραι τών ούσιών αί λέξεις, άλλ' αί ούσίαι πρώται καί δεύτεραι τούτων αί λέξεις» (Κατά άρ. Β' 3).
Στήν περίπτωση αύτή δέν ύποδουλώνεται ό θεολόγος στούς δρους, άλλά, δπως κατά τόν Γρηγόριο Θεολόγο έκανε ό 'Αθανάσιος, προ¬χωρεί σέ άλλες έκφράσεις, δταν έχει άσφαλή τήν άλήθεια (τό πρά¬γμα). Τότε ό 'Αθανάσιος μπόρεσε νά χρησιμοποιήσει γιά τήν άλή¬θεια καί άλλους δρους:
«προσκαλεσάμενος άμφότερα τά μέρη... καί τόν νοΰν τών λεγο¬μένων έξετάσας, έπειδή συμφωνοΰντας εύρε καί ούδέν διεστώτας κατά τόν λόγον, τά όνόματα συγχωρήσας συνδεΐ τοις πράγμασι»
in
(Γρηγορίου Θεολόγου, Εις Άθανάσιον, Λόγος ΚΑ' 25: PG 35, 1125Β).
Πρέπει άκόμη νά σημειώσουμε ότι οί άρχικοί θεολογικοί δροι του 'Αθανασίου, δπως «φύσει Υίός», «άληθινός Υίός», τούς οποίους όρ¬θά είχε άφήσει χάριν του όμοούσιος, έρχονταν τώρα στήν έπικαιρό- τητα καί λειτουργούσαν ώς γέφυρες ένσωματώσεως τών ήμιαρειανών στήν Έκκλησία. Ή τακτική βέβαια τοϋ 'Αθανασίου δέν άποτελοϋ- σε έγκατάλειψη τοϋ όμοουσίου, άλλά μόνο παραχώρηση καί μόνο γιά δσους είχαν έπιφανειακούς ένδοιασμούς γιά τήν άποδοχή τοϋ ό¬ρου αύτοΰ.

ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑ ΣΩΤΗΡΙΟΛΟΓΙΚΗ


α. Σύναψη Θεοϋ καί άνθρώπου

Ή χριστολογία τοΰ 'Αθανασίου καί τής Έκκλησίας είναι άπόλυ- τα σωτηριολογική. Δέν θά έκανε χριστολογία, έάν δέν έπρεπε νά δεί¬ξει, δσο γινόταν άκριβέστερα, πώς μέ τό μυστήριο τοΰ Χριστοΰ σώ¬ζεται πράγματι ό άνθρωπος. Τό ίδιο, δέν θά έκανε τριαδολογία, έάν δέν έπρεπε νά δείξει δτι μόνο ώς άληθινός Θεός ό Υίός μποροΰσε νά άναλάβει τό έργο τής σωτηρίας. Στήν σωτηριολογική του χριστο¬λογία ό 'Αθανάσιος άποδεικνύει θαυμαστό καί στέρεο ρεαλισμό. Ή σκέψη του έδώ έχει τόν χαρακτήρα συνεπούς καταγραφής καί άπο- κρυπτογραφήσεως τοΰ σωτηριώδους έργου τοϋ Χριστοΰ. Καταγρά¬φει δ,τι βιώνει στήν Παράδοση καί άποκρυπτογραφεΐ δσο τόν φωτίζει τό άγιο Πνεΰμα.

Ή σωτηρία ή θέωση τοΰ άνθρώπου πραγματώνεται μόνο έφόσον ύπάρξει «σύναψις» ή «συγγένεια» τοΰ Υίοΰ τοΰ Θεοϋ καί τοΰ κτιστοΰ. Ό Υίός άνήταν κτιστός, όμότιμος δηλαδή τοΰ κτιστοΰ, δέν θά μπο¬ροΰσε νά θεώσει τό κτιστό, νά τοΰ προσφέρει κάτι πού δέν έχει, νά τό «συνάψει» μέ τόν Θεό. Γι' αύτό καί μόνο ό φυσικός (Θεός) Υίός τοΰ Θεοΰ μπορεί νά συνάψει στόν εαυτό του τόν φυσικό (κτιστό) άνθρωπο:
«εί κτίσμα ήν ό Υίός, έμενεν ό άνθρωπος ούδέν ήττον θνητός, μή συναπτόμενος τω Θεώ. Ού γάρ κτίσμα συνήπτε τά κτίσματα τω Θεφ, ζητούν καί αύτό τόν συνάπτοντα* ούδέ τό μέρος τής κτίσεως σωτηρία τής κτίσεως άν είη, δεόμενον καί αύτό σωτηρίας... κατά τήν συγγένειαν τής σαρκός ήλευθερώθημεν καί λοιπόν συνήφθη- μεν καί ημείς τω Λόγω» (Κατά άρ. Β' 69). «ούκ άν έθεοποιήθη ό άνθρωπος, εί μή φύσει έκ τού Πατρός καί . άληθινός καί ίδιος αύτοΰ ή ν ό Λόγος ό γενόμενος σάρξ. Διά τοΰτο γάρ τοιαύτη γέγονεν ή συναφή, ίνα τφ κατά φύσιν τής θεότητος συνάψη τόν φύσει άνθρωπον καί βεβαία γένηται ή σωτηρία καί ή θεοποίησις αύτοΰ» (Β' 70).
β. "Επρεπε νά πεθάνει ό θάνατος. Άφθαρτοποίηση τοϋ σώματος
Γιά νά έπιτευχτεΐ σύναψη Θεοΰ και άνθρώπου, έπρεπε ή ένανθρώ- πηση νά είναι πραγματική, δχι δοκητική ή φανταστική. 'Αλλιώς καί ή σωτηρία θά ήταν μή πραγματική, άπλή φαντασία:
«εί γάρ θέσει ήν έν τφ σώματι ό Λόγος, κατ' έκείνους, τό δέ θέσει λεγόμενον φαντασία έστί, δοκήσει εύρίσκεται καί ή σωτηρία καί ή άνάστασις» (Πρός Έπίκτητον 7).
Τό γεγονός τής σωτηρίας δμως προϋποθέτει τόν θάνατο, τήν ά¬ναίρεση, τό τέλος τής μεταπτωτικής θνησιμότητας, δηλ. τό τέλος τοΰ θανάτου στόν άνθρωπο. Αύτό μπορούσε νά γίνει μόνο στό πρό¬σωπο τοΰ Υίοΰ καί Λόγου τοΰ Θεοΰ. 'Αλλ' έπειδή ό Λόγος ώς άθά- νατος δέν μποροΰσε νά πεθάνει, προσέλαβε κάτι, δηλ. τόν άνθρωπο, στό σώμα τοϋ όποιου -ώς άνθρώπινο σώμα- θά πέθαινε.
Γιά νά έπιτευχτεΐ ό θάνατος τής φθοράς καί νά μή στρέφεται ό άν¬θρωπος στά μή δντα, δπως μέ φιλοσοφική γλώσσα έξηγοΰσε ό 'Α¬θανάσιος τόν πνευματικό θάνατο, τό σώμα πού ό Λόγος θά δεχόταν έπρεπε νά ήταν πραγματικό, γιά νά είναι σ' αύτό πραγματικός καί ό θάνατος δλων τών θνητών. Καί παράλληλα έπρεπε τό σώμα νά ά- ναδεικνυόταν, νά άπέβαινε, πραγματικά άφθαρτο ώς προϋπόθεση καί άπόδειξη τής άφθαρσίας ή αθανασίας ή θεώσεως τών άνθρώπων. Ή άφθαρσία τοΰ άνθρώπινου σώματος έπιτεύχτηκε μέ τήν κατοί¬κηση σ' αύτό τοΰ Λόγου ή άλλιώς μέ τήν πρόσληψη ή άφθαρτοποίη- ση τοΰ σώματος άπό τόν Λόγο. Τό γεγονός έξασφάλισε τήν δυνα¬τότητα άφθαρτοποιήσεως δλων τών άνθρώπινων σωμάτων, έφόσον μετέχουμε στό σώμα τοΰ Λόγου καί δχι σέ κάποιο κοινό άνθρώπινο σώμα (Πρός Μάξιμον 2 καί Κατά άρ. Γ' 34):
«Συνιδών γάρ ό Λόγος, δτι άλλως ούκ άν λυθείη τών άνθρώπων ή φθορά, εί μή διά τοϋ πάντως άποθανεΐν (ούχ οίόν τε δέ ήν τόν Λόγον άποθανεΐν, άθάνατον δντα καί τοϋ Πατρός Υίόν), τούτου ένεκεν τό δυνάμενον άποθανεΐν έαυτφ λαμβάνει σώμα, ΐνα τοΰτο τοϋ έπί πάντων Λόγου μεταλαβόν, άντί πάντων ίκανόν γένηται τω θανάτφ καί διά τόν ένοικήσαντα Λόγον άφθαρτον διαμείνη καί λοι¬πόν άπό πάντων ή φθορά παύσηται τή τής άναστάσεως χάριτι» (Πε¬ρί ένανθρωπήσεως 9. Βλ. καί 20).
«Τό μέν ούν σώμα ( = τοΰ Λόγου), ώς καί αύτό κοινήν έχον τοις πάσι τήν ούσίαν (σώμα γάρ ήν άνθρώπινον, εί καί καινοτέρφ θαύ- ματι συνέστη έκ Παρθένου μόνης), δμως θνητόν όν, κατά άκολου- θίαν τών όμοιων καί άπέθνησκε. Τή δέ τοΰ Λόγου εις αύτό έπιβάσει ούκέτι κατά τήν 'ιδίαν φύσιν έφθείρετο, άλλά διά τόν ένοικήσαντα τοΰ Θεού Λόγον έκτός έγίνετο φθοράς. Καί συνέβαινεν άμφότερα έν ταύτφ γενέσθαι παραδόξως• δτι τε ό πάντων θάνατος έν τφ κυ- ριακφ σώματι έπληροϋτο καί ό θάνατος καί ή φθορά διά τόν συ- νόντα Λόγον έξηφανίζετο. Θανάτου γάρ ήν χρεία καί θάνατον υπέρ πάντων έδει γενέσθαι, ϊνα τό παρά πάντων όφειλόμενον γένηται» (αύτόθι 20).
«ει καί άπέθανε ( = τό σώμα τοϋ Χριστού) διά τό ύπέρ πάντων λύ- τρον, άλλ' ούκ οΐδε φθοράν. Όλόκληρον γάρ άνέστη, έπεί μηδέ άλλου τινός άλλ' αύτής τής ζωής ήν τό σώμα» (αύτόθι 21).
γ. Τό θεολογεΐν
Οί άρειανοί επέμεναν στήν άρχή δτι δέν μπορεί νά ύπάρχουν δύο άγένητα καί άρα δύο άίδια (Πατήρ και Υίός), διότι λογικά τό τέκνο δέν ύπάρχει πρίν γεννηθεί καί διότι ό Θεός δέν θά μπορούσε νά δη¬μιουργήσει τόν κόσμο χωρίς ένδιάμεσο δν, χωρίς «υποκείμενη ΰλη», δηλ. χωρίς τόν Υίό (Κατά άρ. Α' 22-23). Πρόκειται γιά λαϊκοφιλο- σοφική θεώρηση μέ τις έξής έπιπτώσεις στήν μέθοδο τοϋ θεολογεΐν: α) 'Απομονώνει άπό τό μυστήριο τής Τριάδας τόν άγένητο Πατέρα, πού μένει μόνος άληθινός Θεός, μόνος άκατάληπτος, μόνος άτρε- πτος, μόνος άκίνητος. Ή διαχωριστική γραμμή μεταξύ θείου καί κτι¬στοΰ σύρεται μεταξύ Θεοϋ Πατέρα καί δλων τών άλλων, δηλαδή Υίοϋ, Πνεύματος, κόσμου- καί δχι μεταξύ Τριάδας (Πατήρ, Υίός, Πνεΰμα) καί δημιουργίας της. β) Μεθοδολογικά τήν άπομόνωση τοϋ Θεοϋ Πατέρα επιτυγχάνει εισάγοντας τήν κατηγορία τοΰ χρόνου στήν γέννηση τοΰ Υίοΰ. Ό χρόνος είναι τό άποφασιστικό σημείο, άφοΰ δ,τι είναι πάνω άπό αύτόν είναι άναρχο καί άγνωστο- δ,τι άρχίζει μέ αύτόν είναι κτιστό καί γνωστό, γ) Ό μόνος άληθινός καί άναρ¬χος Θεός τελικά μένει στόν κόσμο άγνωστος, άφοΰ καί ό Λόγος, όντας κτίσμα, δέν τόν γνωρίζει τέλεια (Κατά άρ. Α' 6). Επομένως ό άρειανισμός είχε είδος αγνωστικισμού, πού κρατοϋσε τόν κυρίως Θεό σέ άπόσταση άπό τήν δημιουργία του. Δέν ήταν ό ίδιος πού έπι- κοινωνοϋσε μέ τόν κόσμο, άλλά ένα ένδιάμεσο δν, ό Υίός του, πού δμως ήταν τό πρώτο κτίσμα του, μέ τό όποΐο έκτισε τόν λοιπό κό¬σμο. 'Αντίθετα πάλι, ό νεοαρειανισμός μέ τόν Εύνόμιο ισχυριζόταν δτι γνώριζε άπόλυτα καί αύτήν τήν ούσία τοΰ Θεοϋ, έπειδή ταύτιζε τά γνωστά θεία ιδιώματα μέ τήν άγνωστη θεία ούσία.
Ό 'Αθανάσιος κατάλαβε δτι ό άρειανισμός άποτελοϋσε τό δλως άλλο άπό τήν άλήθεια τής Έκκλησίας καί τό φρόνημά της καί δτι οί έσφαλμένες ριζικές του τομές στήν άλήθεια συνιστούσαν πρόκλη¬ση. Θά έμπαινε στήν δοκιμασία ό 'Αθανάσιος; Θά άπαντοΰσε στόν άγνωστικισμό μέ γνώση, δηλ. μέ τήν έμπειρία τής άλήθειας; Αύτό ήταν τό πρόβλημα τοΰ 'Αθανασίου, πού προχώρησε θετικά, διότι οί συνέπειες ήταν σωτήριο λογικές. Προσπάθησε, λοιπόν, νά γνωρίσει καί νά έκφράσει τήν άλήθεια, πού άγνοοΰσε καί παρεξηγούσε ό Ά- ρειος. 'Αρχίζοντας τό συγγραφικό του έργο, θέλει ν' άποδείξει δτι τό μυστήριο τοΰ Χριστοΰ δέν είναι «άλογον» (Κατά έλλήνων 1), έχει άκολουθία λογική, τήν όποία μπορούμε καί οφείλουμε νά γνωρίσου¬με. Γιά τόν σκοπό του χρησιμοποίησε κάθε δυνατό μέσο, τήν Πα¬ράδοση τής Έκκλησίας, τήν Γραφή καί τήν θύραθεν παιδεία. Στήν τελευταία δέν φαίνεται νά είχε κάνει σπουδές ειδικές, άλλά τήν γνώ¬ριζε καλά τουλάχιστον στό έργο τοΰ Πλάτωνα, τόν όποιο τιμά Ιδιαί¬τερα καί τοΰ όποιου στοιχεία χρησιμοποιεί, δταν π.χ. προσπαθεί νά δείξει τήν σχέση Πατέρα καί Υίοΰ ή δταν μιλάει γιά τόν Θεό γενικά, τόν κόσμο καί τόν άνθρωπο. Άλλά καί τήν είδωλολατρικότητα τής φιλοσοφίας καί δή τής πλατωνικής τήν δείχνει μέ δρους πλατωνι¬κούς. Παρά ταΰτα δέν όργανώνει μέ φιλοσοφική μεθολογία τήν επι-χειρηματολογία του, δέν έχει άφηρημένη (speculative) συλλογιστική. Ή σκέψη του άντίθετα είναι κυρίως βιβλική, έντυπωσιακά άπλή καί βαθύτατα θεολογική. "Εχει συνείδηση δτι, γιά νά φθάσει στήν ζητού¬μενη δψη τής άλήθειας, χρειάζεται τό δλο φρόνημα τής Έκκλησίας (Γραφή καί Παράδοση) καί τόν φωτισμό τοΰ Πνεύματος. Έκεΐ δέν τόν όδηγεΐ σέ καμμία περίπτωση ή φιλοσοφούσα σκέψη, πού δέν μπό¬ρεσε οΰτε «έννοιαν λαβείν Θεοΰ» (Περί ένανθρωπήσεως 11. Βλ. καί Κατά έλλήνων 47). Ή Γραφή είναι στόν Αθανάσιο «αυτάρκης» γιά νά δείξει τήν άλήθεια. "Οταν δμως έμφανίζονται κακοδοξίες πού προσβάλλουν τήν ίδια τήν άλήθεια, γίνεται άναγκαΐος ό φωτισμός τοΰ Πνεύματος, μολονότι φυσικά ή Γραφή διατηρεί τόν καθοριστι¬κό ρόλο πυξίδας, δπως άλλωστε καί οί «θεόπνευστοι» διδάσκαλοι τής Έκκλησίας, ή Παράδοση. Ό φωτισμός είναι άπόλυτη συνάρ¬τηση τής μετοχής τοΰ άνθρώπου στόν Χριστό καί στό Πνεΰμα καί βασίζεται στήν άνανέωση τής θείας εικόνας μέσα στόν άνθρωπο. Ή έμπειρία τής άλήθειας είναι ό κατοπτρισμός τής εικόνας τοΰ Λόγου στό άναζωογονημένο κατ' εικόνα πού υπάρχει στόν άνθρωπο. Έ¬πειδή δμως ό Λόγος είναι «είκών άπαράλλακτος» τοΰ Πατέρα, θε-ωρώντας έντός του ό άνθρωπος τήν εικόνα τοΰ Λόγου, θεωρεί καί τόν Πατέρα. Γι' αύτό κι έπιμένει ό Αθανάσιος δτι τόν Πατέρα «έ- δώρησε», δίδαξε, τελικά στόν άνθρωπο ό Υίός• δέν μπορούμε νά γνω¬ρίσουμε τόν Πατέρα μέσω τής φύσεως ή τής φιλοσοφίας. "Ο,τι άφορα στήν θεολογία, στήν ζωή τής Τριάδας καί τό έργο τής θείας οικονο¬μίας, τό γνωρίζουμε μόνο καθόσον ή Τριάδα μάς παρέχεται ή ίδια νά μετάσχουμε είς αύτήν, δσο οί ένέργειές της έκτείνονται σέ μάς, δσο δηλ, άποκαλύπτεται σέ μάς. Τό γεγονός, λοιπόν, δτι ό Θεός εί¬ναι Πατέρας πού έχει όμοούσιο Υίό, τό γεγονός δτι ό Υίός γεννάται φύσει (γι' αύτό καί όμοούσιος) καί δχι ώς δημιούργημα έν χρόνω, τό γεγονός δτι ό Υίός ένανθρωπίζοντας προσλαμβάνει όλόκληρο τόν άνθρωπο καί άνανεώνει τό κατ' εικόνα σ' αύτόν, άποτελοΰν χώρο άπροσπέλαστο γιά τόν άνθρώπινο νοΰ, είναι ή θεία άλήθεια καθεαυ¬τή. Καί δέν μπορεί κανείς άφ' έαυτοΰ, μέ τίς άνθρώπινες δυνάμεις του, νά εισέλθει στήν θεία άλήθεια, έάν δέν τόν βοηθήσει ό ίδιος ό Θεός, άν δέν του άποκαλυφτεΐ, άν ό Θεός δέν φωτίσει τόν θεολόγο νά βιώσει κι έτσι νά καταλάβει τήν διαδικασία τοϋ μυστηρίου. Μέ τά όλίγα αύτά γίνεται φανερό ότι ό 'Αθανάσιος πέτυχε νά δείξει τήν ένότητα φύσεως Πατέρα, Υίοϋ καί Πνεύματος πού διασπούσε ό Ά- ρειος, νά άποκλείσει τόν χρόνο άπό ό,τι συμβαίνει στήν ζωή τής Τριά¬δας καί νά καταρρίψει τόν άγνωστικισμό μέ τήν γνώση τής άλήθειας, πού είναι άποτέλεσμα έμπειρίας καί θείου φωτισμού.
«Αύτάρκεις μέν γάρ είσίν αί άγιαι καί θεόπνευστοι Γραφαί πρός τήν τής άληθείας άπαγγελίαν... άναγκαΐόν έστι, ά παρ' έκείνων ( = τών διδασκάλων τής Έκκλησίας) έμάθομεν ταϋτα καί άπαγ- γέλλειν καί γράφειν σοι... ίνα μήτε εύτελή τις τήν τοϋ καθ' ήμάς λόγου διδασκαλίαν ήγήσηται, μήτε άλογον τήν εις Χριστόν πίστιν όπολάβη» (Κατά έλλήνων 1),
Οί Γραφές «διά θεολόγων άνδρών παρά Θεοϋ έλαλήθησαν καί έ- γράφησαν ήμεΐς δέ παρά τών αύταΐς έντυγχανόντων θεοπνεύστων διδασκάλων, οΐ καί μάρτυρες τής Χριστοΰ θεότητος γεγόνασι, μα¬θό ντες μεταδίδομεν» (Περί ένανθρωπήσεως 56). "Οταν «τό κατ' εικόνα καθαρόν ( = ό άνθρωπος) φυλάττη, εΐκό- τως, διαλαμπρυνθέντος τούτου, ώς έν κατόπτρφ θεωρεί τήν εικό¬να τοϋ Πατρός, τόν Λόγον, καί έν αύτώ τόν Πατέρα, ού και έστιν είκών ό Σωτήρ, λογίζεται» (Κατά έλλήνων 34). «τό Πατήρ παρά τού Κυρίου ημών έγνώσθη καί κεχάρισται» (Κα¬τά άρ. Α' 34).
«χάρισμα δέδωκεν ήμΐν ό Λόγος, ώστε μή έκ τών φαινομένων ά- πατάσθαι, άλλά καί μάλλον, κάν ταϋτα κεκαλυμμένα τυγχάνη ( = όψεις ή ζητήματα τής άλήθειας) διακρίνειν τή τοϋ Πνεύματος χάριτι» (Πρός έπισκόπους Αιγύπτου καί Λιβύης 1). «ά γάρ άγνοοϋμεν έν τοις λογίοις ούκ έκβάλλομεν, άλλά ζ η τ οϋ- μεν οΰς άπεκάλυψεν ό Κύριος καί παρ'αύτών μαν- θάνειν άξιοϋμεν» (Περί συνόδων 40,3).
«ούκοϋν άποκαλύπτειν χρή τόν νοϋν τοϋ ρητού ώς κεκρυμμένον τε τούτον ζητεΐν καί μή έν παρρησία είρημένων απλώς έκλαμβά- νειν» (Κατά άρ. Β' 44) ( = ό νοϋς τοϋ ρητού-χωρίου άφορά σέ όψη τής άλήθεια ς).
Ό Γρηγόριος Θεολόγος βεβαιώνει ότι ό 'Αθανάσιος έγινε κατ' έ- ξοχήν δέκτης τοϋ φωτισμού πού μνημονεύει, έφθασε τό ΰψος βιβλι¬κών προσώπων καί μάλιστα ύπερέβαλε κάποια άπό αύτά, διότι κυριολεκτικά έκράθη μέ τό θείο φως (Λόγος ΚΑ': PG 35, 1085Β). Έτσι μόνο κατόρθωσε νά «στήση» τό «κακόν» τής έποχής του, δη¬λαδή τόν άρειανισμό.
S. Οί χριστολογικές δυσκολίες τών άρειανών
Τό μυστήριο τής ένανθρωπήσεως, στό όποΐο προσπάθησε νά εί- σέλθει τόσο βαθιά ό 'Αθανάσιος, έχει ώς πρώτο μέγα σκόπελο τά έρωτήματα τών άρειανών: πώς μπορούσε ό Υίός νά είναι Θεός καί νά γίνει άνθρωπος, πώς μπορούσε αύτός πού έχει άνθρώπινο σώμα νά έχει καί τήν ούσία τοϋ Θεοϋ Πατέρα (Κατά άρ. Γ' 27); Καί αύτά διότι κίνηση-μετάβαση άπό τήν μία κατάσταση στήν άλλη, άπό τήν θεία στήν άνθρώπινη, σημαίνει γιά τήν φιλοσοφία καί τούς άρειανούς μεταβολή, τροπή, κάτι πού είναι άδιανόητο στό θειο «πρώτον κινοϋν άκίνητον». Άπό άλλους κακοδόξους ύποστηριζόταν ότι, άφοϋ ή θεία ούσία τοΰ Υίοϋ δέν μεταβάλλεται, ό Λόγος απλώς «ήλθε» σέ άνθρω¬πο, δηλ. μόνο έπιφοίτησε, όπως καί αττ\νΠΔ φανερωνόταν ό λόγος Κυρίου κι έπιφοιτοΰσε στούς Προφήτες (Γ' 30* Πρός Άντιοχεϊς Ί). "Αλλοι πάλι δίδασκαν ότι ό θειος Λόγος μετέβαλε τήν φύση του καί πλέον τό σώμα του ήταν αύτός ό ίδιος ό Λόγος, δηλ. έλαβε σώμα «φύσει» καί όχι «θέσει» ή ότι τό σώμα τοϋ Λόγου είναι έκ τής θείας ούσίας, όπότε μιλοϋσαν γιά τετράδα καί όχι γιά θεία Τριάδα (Πρός Έπίκτητον 2). Όλ' αύτά, βεβαιώνει ό Αθανάσιος, δέν άποτελοΰν Παράδοση τής Εκκλησίας καί άπορρίπτονται. Άλλά, γιά νά ζοϋν έν άληθεία οί πιστοί, έπιχειρεΐ νά έξηγήσει θετικά τί προσέλαβε ό Λό¬γος καί πώς έγινε άνθρωπος, εισερχόμενος βαθύτερα στήν θεία οι¬κονομία, πού είναι μυστήριο, δηλαδή άλήθεια καί θεία βουλή, άλλ' όχι αίνιγμα, τό όποΐο μπορεί κανείς νά ερμηνεύσει όπως έπιθυμεΐ (Κα¬τά άρ. Α' 41).
ε. «Ό Λόγος σάρξ έγένετο» χωρίς νά μεταβάλει τήν θεία φύση τον
Κατ' άρχήν οφείλουμε νά υπενθυμίσουμε δτι άπό τόν ΙΟ' αί. έπι- κρατεΐ ή άντίληψη δτι ό Αθανάσιος κατανοεί τήν χριστολογία μέ τό άλεξανδρινό σχήμα Λόγος - σάρξ («ό Λόγος σάρξ έγένετο»), πού όδηγεΐ στόν άπολιναρισμό (στήν άντίληψη δτι ό Λόγος άνέλαβε άν¬θρωπο χωρίς νοϋ ή ψυχή, δηλαδή τήν σάρκα), σέ άντίθεση μέ τό άν- τιοχειανό σχήμα Λόγος - άνθρωπος (ένανθρώπησε), πού όδηγεΐ ένίοτε στόν νεστοριανισμό. Τό σχήμα Λόγος-άνθρωπος ύπεράσπιζαν κυ¬ρίως οί ορθόδοξοι εύσταθιανοί. Τό σχήμα Λόγος-σάρξ πρόβαλλαν έπίσης όρθόδοξοι, νομίζοντας δτι έτσι άποφεύγουν τίς χριστολογι- κές συνέπειες τοϋ άρειανισμοΰ. Ό Αθανάσιος, προσπαθώντας νά ερμηνεύσει τήν ένανθρώπηση, χρησιμοποιεί τίς έκφράσεις:
ό Λόγος έπεφάνη άνθρωπος-ό Λόγος έγένετο άνθρωπος ό Λόγος έγένετο σάρξ-ό Λόγος λαβών (ή φορών) σάρκα ό Λόγος λαβών (ή φορέσας ή έσχε) σώμα.
Ή λέξη άνθρωπος (έγένετο) είναι έπικρατέστερη, δπως έδειξε μέ στατιστική άνάλυση ή έρευνα, ένώ ή συχνότητα τής λέξεως σάρξ εί¬ναι μικρότερη. "Αλλωστε γιά τόν Αθανάσιο ό δρος σάρξ είναι, δ¬πως καί στήν Γραφή άλλωστε, ταυτόσημος μέ τόν δρο άνθρωπος:
«τής Γραφής έθος έχούσης λέγειν σάρκα τόν άνθρωπον» (Κατά άρ. 30). Καί «ό Λόγος σάρξ έγένετο ίσον πάλιν έστίν ειπείν ό Λόγος άνθρωπος γέγονε» (Πρός Έπίκτητον 8).
Οί κακόδοξοι τόν άνάγκασαν νά γίνει πολύ σαφέστερος στό θέμα τούτο και νά ταυτίσει τήν «ένσαρκον παρουσίαν» μέ τό «άνθρωπος γέγονε». Γι* αύτό καί, προσκυνώντας τόν «Κύριον έν σαρκί, ού κτί- σματι προσκυνοΰμεν, άλλά τόν κτίστην ένδυσάμενον τό κτιστόν σώ¬μα» (Πρός Άδέλφιον 6 καί 1). Σέ λίγες περιπτώσεις όμως τό σάρξ ταυτίζεται μέ τό σώμα. "Ετσι έχουμε δύο ταυτόχρονες θεολογικές θέσεις. Ή μία είναι δτι ό Λόγος έγινε άνθρωπος (ή σάρξ), ή άλλη δτι ό Λόγος έλαβε σώμα (ή σάρκα). Καί οί δύο άνταποκρίνονται στήν Παράδοση, δπως μάλιστα διατυπώθηκε ατό Σύμβολο Νικαίας μέ τίς μετοχές «σαρκωθέντα» καί «ένανθρωπήσαντα».
Τά χρησιμοποιούμενα ρήματα «έγένετο» καί «έλαβε» προϋποθέ¬τουν χρόνο καί θεία βούληση. Σημαίνουν κάτι πού έγινε στόν Λόγο καί διά τοϋ Λόγου στήν διάρκεια τής ιστορίας. Τό γεγονός άνήκει στήν θεία οικονομία καί δχι στήν άιδιότητα, έπομένως δχι στήν φύ¬ση τοϋ Λόγου. Πρόκειται γιά ένέργεία τοϋ Θεοϋ πρός τά έξω (ad extra), δχι γιά διαδικασία στήν ζωή καί τήν φύση τής θεότητας (ad intra). Γι' αύτό ή ένέργεία αύτή, τό δτι ό Λόγος έγινε άνθρωπος, δέν έπηρεάζει τήν θεία ούσία του, πού μένει άτρεπτη. Δέν γίνεται ή ού¬σία τοϋ Λόγου άνθρωπος:
«ούκ έπί τής ούσίας τοΰ Λόγου έλεγε τό 'γενόμενος5, άλλ' έπί τής δι' αύτοϋ γενομένης διακονίας» ( = οικονομίας) (Κατά άρ. Α' 62). «Πάντα γάρ ταϋτα τά λεξείδια τής άνθρώπου συστάσεως ίδια τυγ¬χάνει δντα. Καί τά τοιαύτα ού τήν ούσίαν τοϋ Λόγου, άλλά τόν άν¬θρωπον αύτόν γεγενήσθαι σημαίνει» (Β' 11). «Ού δει τάς τοιαύτας λέξεις εις τήν θεότητα αύτοϋ λαμβάνειν, άλλ' έρευνάν διατί καί πώς ταϋτα γέγραπται- καί πάντως άπαντήσει τοις ζητοϋσιν ή άνθρωπίνη οικονομία, ήν δι' ήμάς άνεδέξατο» (Β' 12).
Τό γεγονός δτι ό Λόγος έγινε άνθρωπος δέν σημαίνει δτι «έτρά- πη» (Α' 48), έγινε, ή φύση τοϋ Λόγου κάτι άλλο. 'Αντίθετα, ό Λόγος ήταν πάντα Θεός, είναι πάντα Υίός τοΰ Πατέρα καί σέ ορισμένο χρό¬νο γίνεται άνθρωπος, άνθρωπος έπίσης άπόλυτα πραγματικός:
«άεί Θεός ήν καί Υίός έστι, Λόγος ών καί άπαύγασμα καί σοφία τοϋ Πατρός• καί ότι ύστερον, δι' ήμάς σάρκα λαβών έκ Παρθένου τής Θεοτόκου Μαρίας, άνθρωπος γέγονε» (Γ' 29). «ούδέ γάρ, έπειδή γέγονεν άνθρωπος, πέπαυται τού είναι Θεός. Ου¬δέ, έπειδή Θεός έστι, φεύγει τό άνθρώπινον» (Γ' 38). «ό έκ Μα¬ρίας προελθών Κύριος, Υίός μέν τή ούσία καί φύσει τού Θεοϋ έστι• τό δέ κατά σάρκα έκ σπέρματος έστι Δαυίδ, σαρκός δέ τής αγίας Μαρίας» (Πρός Έπίκτητον 2).
Μέ τήν εύκαιρία όσων ύπογραμμίσαμε γιά τήν χρήση τών δρων άνθρωπος-σάρξ-σώμα, είναι άνάγκη νά σημειώσουμε δτι έναλλαγή κι έλευθερία θέλει έπίσης ό 'Αθανάσιος μέ τούς δρους Λόγος καί Υίός (Κύριος, Χριστός). 'Αναμφίβολα καί ρητά ταυτίζει τόν Λόγο μέ τόν Υίό, άλλά παρατηρούμε δτι τό Υίός άποβαίνει ό θεολογικός του ό¬ρος κλειδί (technicus terminus), μέ τόν όποΐο έπιχείρεΐ τήν θεολογία τής σχέσεως τού Υίοϋ πρός τόν Πατέρα (άντιαρειανική καί τριαδο- λογική θεολογία)• ένώ ό δρος Λόγος έπικρατεΐ στήν θεολογία τής ένανθρωπήσεως καί τής χριστολογίας.
στ. Ή γένεση τον άνθρώπου στόν Λόγο κατά τήν ενανθρώπηση
Ό Λόγος, μένοντας φύσει Θεός, έλαβε σώμα κι έγινε άνθρωπος. Τά 'έλαβε σώμα κι έγινε άνθρωπος' εισάγουν σέ δύο δψεις τοϋ μυ¬στηρίου. Ή πρώτη: Ό Λόγος λαμβάνει μέ θεία θέληση τό κτιστό σώ¬μα, πού γνωρίζει τόν θάνατο καί πού είναι άνυπόστατο. Τά μεταβα¬τικά ρήματα «έλαβε» ή «έφόρεσε» ή «έσχε» σώμα δέν σημαίνουν ποτέ «έγινε» (άμετάβατο) ή «έτράπη» σέ σώμα ό Λόγος, μολονότι τό σώ¬μα του είναι «άληθινόν» καί «ταύτόν» καί «όμοταγές» μέ τό δικό μας (Πρός Έπίκτητον 7. Περί Διονυσίου 10,5). Ή πρόσληψη δμως τοϋ σώματος άπό τόν ένανθρωπήσαντα Λόγο είχε άποτέλεσμα νά μή ένεργεΐ τό σώμα τίς άμαρτίες. Συνέβη δηλαδή «λόγωσις» τής σάρκας-σώματος, έφόσον ενώθηκε στόν Λόγο, καί γι' αύτό οί άν¬θρωποι μπορούμε μέ τήν δύναμη τοϋ Λόγου νά ξεπεράσουμε τά πά¬θη καί νά γίνουμε άφθαρτοι καί άθάνατοι:
«Νϋν δέ τοϋ Λόγου γενομένου άνθρώπου καί ΐδιοποιουμένου τά τής σαρκός, ούκέτι ταϋτα τοϋ σώματος άπτεται διά τόν έν αύτώ γενό- μενον Λόγον... λοιπόν λογωθείσης τής σαρκός διά τόν τοϋ Θεοϋ Λόγον, ός δι' ήμάς έγένετο σάρξ» (Κατά άρ. Γ' 33).
ΓΗ δεύτερη: Ή φράση 'ό Λόγος γίνεται άνθρωπος' κατανοείται, ώς πρός τό τί γίνεται, άπό τίς θεανθρωπολογικές άναλύσεις, πού είδα¬με σέ προηγούμενες παραγράφους. Ό άνθρωπος, δημιουργημένος ώς εικόνα τοϋ Λόγου, δταν άπομακρύνθηκε άπό τόν Θεό, στράφη¬κε στό μή δν, στό μή είναι, ένώ ήταν προορισμένος σέ κοινωνία μέ τόν Θεό, τό μόνο αυθύπαρκτο καί αυθεντικό είναι. Ή κοινωνία τοϋ έξασφάλιζε τό είναι, τήν ύπόστασή του. "Οσο είχε τήν κοινωνία ή-ταν όντως, ύπήρχε δντως. Ό ένανθρωπήσας Λόγος ήρθε νά άνανε- ώσει τήν εικόνα του στόν άνθρωπο κι έτσι γίνεται άνθρωπος. Γίνεται ή χαρισματική πραγματικότητα τής εικόνας, πού είχε άδρανήσει, άλ¬λά δέν είχε χαθεί. Γίνεται ή άνανεωμένη εικόνα τοϋ έαυτοΰ του στόν άνθρωπο κι έτσι, ένώ είναι Υίός τοϋ Θεοϋ, γίνεται καί υίός τοϋ άν¬θρώπου. "Οντας Μονογενής τοΰ Θεοϋ, γίνεται καί πρωτότοκος (ώς καινός άνθρωπος) μεταξύ τών άνθρώπων (Πρός Άντιοχεϊς Ί).
Ή ένωση-σύναψη τοΰ Λόγου καί τοΰ άνθρώπου άποτελεΐ τελικά έπανακοινωνία, πράξη έπαναποκτήσεως τοΰ είναι τοΰ άνθρώπου, ά- φοΰ απόκτα είναι μόνο στήν σχέση του μέ τόν Θεό. Ό άνθρωπος γνωρίζει τρόπον τινά άναγένεση ύποστατική στόν Λόγο, γίνεται αυ¬θεντικός μόνο ώς ενωμένος μέ τόν Λόγο, διότι μόνο ό Λόγος είναι αύθυπόστατος. Τό ιδιαίτερο χαρισματικό καί αυθεντικό ύποστατι- κό στοιχείο τοΰ άνθρώπου είναι ή χάρη τοΰ κατ' είκόνα, τό όποΐο δμως είναι τοΰ δημιουργοΰ Λόγου, έχει άδρανήσει καί άπό άρρωστο γίνεται ύγιές καί αυθεντικό μόνο ένωμένο στό πρωτότυπο του. Τό δλως άλλο πού ένώνεται μέ τόν Λόγο είναι τό σώμα, τό όποιο δμως ώς ύλική πραγματικότητα δέν έχει ύπόσταση κι έτσι δέν μπορεί νά γίνει συζήτηση γιά δεύτερη ύπόσταση στόν Λόγο, άφοΰ μάλιστα ό Λόγος λαμβάνει, άλλά δέν γίνεται σώμα, δπως γίνεται άνθρωπος. Άπό τήν άποψη τής ύποστάσεως ό άνθρωπος έγκεντρίζεται στόν Λό¬γο, ένυπάρχει σ' αύτόν καί άποκτά ένυπόσταση. Κάθε τί τό πνευμα¬τικό τοΰ άνθρώπου καί τό ίδιο τό ύλικό του σώμα ενώνονται στόν Λόγο καί έχουμε τόν Χριστό, τόν Θεάνθρωπο. Βέβαια, έάν ό άνθρω¬πος θεωρηθεί φιλοσοφικά καί δή άριστοτελικά ώς αύθύπαρκτη καί αύτόνομη ύπόσταση, χωρίς νά κατανοείται ή έξάρτηση τής ύποστά¬σεως αύτής άπό τό είναι τοΰ Θεοΰ καί χωρίς νά έκτιμάται ή σχέση τοΰ Λόγου μέ τό κατ' είκόνα τοΰ άνθρώπου πρίν καί μετά τήν πτώ¬ση, τότε γίνεται προβληματική ή άνθρώπινη ύπόσταση, ή όποία στήν ένανθρώπηση ή πρέπει νά κολοβωθεί (άπολιναρισμός) ή νά διατη¬ρηθεί χωρίς πραγματική ένωση μέ τήν θεία φύση (νεστοριανισμός) ή νά άπορροφηθεΐ άπό τήν φύση τοΰ Λόγου (μονοφυσιτισμός).
Είναι πολύ χαρακτηριστική ή σχετική έκφραση τοΰ Αθανασίου, πού αποθέτει τήν «γένεσή» μας στόν Λόγο χωρίς νά άφήνει περιθώ¬ριο άνθρώπινης ύποστάσεως στόν Λόγο, ένεκα τής σχέσεως Λόγου καί εικόνας του στόν άνθρωπο:
«τής γενέσεως ήμών καί πάσης τής σαρκικής άσθενείας μετατε- θέντων είς τόν Λόγον, έγειρόμεθα άπό τής γής, λυθείσης τής δι' άμαρτίαν κατάρας διά τόν έν ήμΐν ύπέρ ήμών γενόμενον κατάρα» (.Κατά άρ. Γ' 33).
ζ. Στόν Λόγο ένώνεται ολόκληρος ό άνθρωπος. 'Απάντηση στόν πρώιμο άπολιναρισμό
Τό ριζικό σφάλμα τοΰ Αρείου έπηρέασε καί τήν χριστολογία. "Ο¬ταν ή θεολογία τοΰ Αθανασίου έπικρατοΰσε σιγά-σιγά καί τά έπι- χειρήματα τών άρειανών έξαντλοΰνταν, οξύνθηκε Ιδιαίτερα τό πρό¬βλημα τοΰ τί ένώθηκε μέ τόν Λόγο κατά τήν ένανθρώπηση. Ό Ά¬πολινάριος καί κάποιοι πού είχαν άνάλογες τάσεις ύποστήριζαν δτι ό Λόγος προσέλαβε μόνο τήν σάρκα («σάρξ έγένετο») τοΰ άνθρώ-που καί τήν θέση τοΰ νοΰ ή τής ψυχής κατέλαβε ό ίδιος ό Λόγος. "Ετσι μόνο μποροΰμε νά έχουμε έν, μία ύπόσταση τοΰ Λόγου.
Στήν εκτίμηση αύτή κατέληξαν γιά δύο λόγους: α) κατά τήν άρι- στοτελική λογική «δύο τέλεια έν γενέσθαι ού δύναται» καί β) άν ό Λόγος προσελάμβανε τέλειο άνθρωπο, θά έπρεπε νά προσλάβει καί τίς αμαρτίες του, άφοΰ ούδείς άναμάρτητος.
Ή άπάντηση τοϋ 'Αθανασίου έχει δύο τελείως διαφορετικές προϋ¬ποθέσεις: α) Λέγοντας ότι ό Λόγος προσλαμβάνει τόν άνθρωπο, έν- νοοϋμε ότι άνακαινίζει τήν δική του είκόνα στόν άνθρωπο καί λαμβάνει τό ύλικό σώμα πού δέν έχει ύπόσταση. Ή πράξη τής άνα- νεώσεως ή άνακαΐνίσεως τοϋ κατ' εικόνα δέν συνεπάγεται λήψη ά- μαρτίας άπό τόν Λόγο, διότι καθεαυτό τό κατ' είκόνα είναι «χάρις» τοϋ Θεοϋ, ένέργεία καί δώρο, μέ τό όποιο σχετίζεται άμεσα ό Λόγος καί τό όποιο παρά τήν πτώση δέν χάθηκε. "Ετσι, λοιπόν, ό 'Αθανά¬σιος διδάσκει χωρίς δισταγμό ότι ό Λόγος προσέλαβε τόν άνθρωπο όλόκληρο, μέ νοϋ καί ψυχή, άφοϋ μάλιστα σ' αύτά έντοπίζεται τό κατ' είκόνα. β) 'Εφ' όσον πίστη τής Έκκλησίας είναι ή σωτηρία ο-λόκληρου τοϋ άνθρώπου, έπεται κατ' άνάγκην ότι ό Σωτήρας είχε στόν έαυτό του όλόκληρο τόν άνθρωπο, νοϋ καί σάρκα. Καί άπό- κειται στόν φωτισμένο θεολόγο νά έξηγήσει τό πώς τής ένώσεως αύ¬τής. Ό 'Αθανάσιος θέτει τήν πρώτη στέρεη βάση γιά τήν θεολογία τής ολοκληρωτικής ένώσεως τοϋ άνθρώπου μέ τόν Λόγο, άλλά δέν προχωρεί περισσότερο, οϋτε έξηγεΐ τό πώς τής ένώσεως αύτής. Τό έργο του θά συνεχίσουν οί Καππαδόκες καί μάλιστα ό Γρηγόριος Θε¬ολόγος θά θεμελιώσει τό πώς τής ένώσεως, ή όποία θά έξηγηθεΐ ορι¬στικά στήν Δ' Οικουμενική Σύνοδο (451).
Είναι άλήθεια ότι ό 'Αθανάσιος μόνο στόν Τόμο πρός Άντιοχεϊς (7) μιλάει ρητά γιά άνθρώπινο νοϋ ή ψυχή στόν Χριστό. Τό γεγονός έδωσε άφορμή γιά πολλές συζητήσεις, πού οδήγησαν στήν άποψη ότι ό 'Αθανάσιος, άκολουθώντας τό σχήμα Λόγος-σάρξ, είχε τάσεις άπολιναριστικές. Άλλά τό ένδιαφέρον καί τό κριτήριο τοϋ Αθανα¬σίου ήταν άλλο, ήταν ή σωτηρία ολόκληρου τοϋ άνθρώπου. Έφ' ό¬σον αύτός έδειχνε τήν σωτηρία ολόκληρου τοϋ άνθρώπου μέ τήν πρόσληψη άπό τόν Λόγο όλόκληρου τοϋ άνθρώπου, περίττευε συζή¬τηση γιά ΰπαρξη ή μή άνθρώπινης ψυχής στόν Κύριο:
«ού σώμα άψυχον, ούδ' άναίσθητον, ούδ' άνόητον εϊχεν ό Σωτήρ. Ούδέ γάρ οΐόν τε ήν, τοΰ Κυρίου δι' ήμάς άνθρώπου γενομένου, ά¬νόητον είναι τό σώμα αύτοϋ" ούδέ σώματος μόνον άλλά καί ψυ¬χής έν αύτώ τω Λόγω σωτηρία γέγονεν. Υίός τε ών άληθώς τοϋ Θεοϋ, γέγονε καί υίός τοϋ άνθρώπου* καί μονογενής ών Υίός τοϋ Θεοϋ, γέγονε ό αύτός πρωτότοκος έν πολλοίς άδελφοΐς» (Πρός Άν- τιοχεϊς 7).
«ού φαντασία ή σωτηρία ήμών, ούδέ σώματος μόνου, άλλ' όλου τοϋ άνθρώπου, ψυχής καί σώματος άληθώς, ή σωτηρία γέγονεν έν αύτφ τω Λόγφ. Άνθρώπινον άρα φύσει τό έκ τής Μαρίας κατά τάς Γραφάς καί άληθινόν ήν τό σώμα τοϋ Κυρίου. Άληθινόν δέ ήν έπεί ταύτόν ήν τφ ήμετέρω» (Πρός Έπίκτητον 7).
η. Τά ιδιώματα τής θείας καί τής ανθρώπινης φύσεως διασώζονται
Είναι άπόλυτα σαφές στόν Αθανάσιο ότι, γιά νά σωθεί ό άνθρω¬πος, έπρεπε ό Χριστός νά είναι συγχρόνως καί άληθινός Θεός (γι' αύτό καί ονόμαζε Θεοτόκο τήν Παρθένο Μαρία: Κατά άρ. Β' 14 και 29* Γ'33) καί άληθινός-όλόκληρος άνθρωπος. Ενεργούσε καί ώς φύσει Θεός καί ώς φύσει άνθρωπος. "Ενδειξη τής πραγματικής ένώ¬σεως θεότητας καί άνθρωπότητας στόν Χριστό καί συγχρόνως προϋ¬πόθεση τής σωτηρίας τοϋ άνθρώπου είναι ότι ένεργοϋσε ώς Θεός μέ τό σώμα:
«εί γάρ τά τής θεότητος τοϋ Λόγου έργα μή διά τοϋ σώματος έγέ¬νετο, ούκ άν έθεοποιήθη άνθρωπος. Καί πάλιν* εί τά ΐδια τής σαρ¬κός ούκ έλέγετο τοϋ Λόγου, ούκ άν ήλευθερώθη παντελώς άπό τούτων ό άνθρωπος» (Κατά άρ. Γ' 33).
Επομένως ή διάσωση τών ιδιωμάτων τής θείας καί τής άνθρώπι- νης φύσεως στόν Χριστό ήταν άπόλυτη. Άλλά καί ή ένωση ήταν τόσο πραγματική, ώστε, όταν ό Χριστός ένεργοϋσε θαϋμα, τό έκτελοϋσε μέ τά 'ιδιώματα τής άνθρώπινης φύσεώς του* όταν έπασχε ώς άνθρω¬πος άπό πείνα, δίψα, πόνο κ.λπ., ήταν έκεΐ καί ό Λόγος. Ανέλαβε τήν άνθρώπινη φύση μέ όλα τά πάθη της, έκτός τής αμαρτίας, καί γι' αύτό τά σωματικά πάθη τής σάρκας του είναι δικά του, όπως γι' αύτό δικά του είναι καί τά πνευματικά κατορθώματα. Καί αύτός πού θαυματοποιοϋσε καί αύτός πού έπασχε ήταν «ό αύτός» (τό αύτό πρό¬σωπο, δηλαδή ό Χριστός):
«ό αύτός δέ ήν σωματικώς μέν ώς άνθρωπος πτύων, θεϊκώς δέ ώς Υίός τοϋ Θεοϋ άνοίγων τούς οφθαλμούς τοϋ έκ γενετής τυφλοϋ* καί σαρκί μέν πάσχων... θεϊκώς δέ άνοίγων τά μνήματα» (Πρός Άν- τιοχεϊς 7).
«τής σαρκός πασχούσης, ούκ ήν έκτός ταύτης ό Λόγος. Διά τού¬το γάρ αύτοϋ λέγεται τό πάθος. Καί θεϊκώς δέ ποιοϋντος αύτοϋ τά έργα τοϋ Πατρός, ούκ ήν έξωθεν αύτοΰ ή σάρξ, άλλ' έν αύτω τω σώματι ταϋτα πάλιν ό Κύριος έποίει... ένδεδυμένος άνθρωπίνην σάρκα, ταύτην μετά τών ιδίων παθών αύτής όλην ένδύσασθαι, ίνα, ώσπερ ίδιον αύτοϋ λέγομεν είναι τό σώμα, ούτω καί τά τοΰ σώμα¬τος πάθη ϊδια μόνον αύτοΰ λέγηται, εί καί μή ήπτετο κατά τήν θε¬ότητα αύτοϋ» (Κατά άρ. Γ' 32).
Στήν ιστορία τής θεολογίας τά άνθρώπινα πάθη τοϋ Κυρίου ονο¬μάστηκαν αδιάβλητα πάθη καί άποτελοϋν τίς φυσικές άνθρώπινες άδυναμίες, χωρίς νά ταυτίζονται μέ τήν άμαρτία, διότι, άφότου ιδιο¬ποιήθηκαν άπό τόν Λόγο, δέν ρέπουν στήν άμαρτία:
«τοΰ Λόγου γενομένου άνθρώπου καί ίδιοποιουμένου τά τής σαρ¬κός, ούκέτι ταϋτα (= τά πάθη) τοϋ σώματος (= τής ροπής του στήν άμαρτία) άπτεται διά τόν έν αύτφ γενόμενον Λόγον» (Γ' 33).
Βέβαια, λέγοντας ότι τά πάθη είναι τοϋ Κυρίου, τοϋ Χριστοΰ ή τοϋ Λόγου, δέν έννοεΐ δτι είναι τοϋ Λόγου τοϋ Θεοϋ, άλλ' δτι είναι τής σάρκας τοΰ Κυρίου, μολονότι λέει δτι ή σάρκα «θεοφορεΐται» στόν Λόγο: ή χάρη, ή θεία δύναμη, είναι τοΰ Λόγου καί δχι τής σάρκας: «εΐ γάρ καί ό Λόγος σάρξ έγένετο, άλλά τής σαρκός ίδια τά πάθη. Καί εί ή σάρξ θεοφορεΐται έν τφ Λόγω, άλλ' ή χάρις καί ή δύναμίς έστι τοΰ Λόγου. Τά γοΰν έργα τοΰ Πατρός διά τής σαρκός έποΐει» (Γ' 41).
Τά ιδιώματα δηλαδή τής κάθε φύσεως άνήκουν καί μένουν σέ κά¬θε μία άπό τις δύο φύσεις, άλλά καί οί δύο φύσεις είναι άπόλυτα ε¬νωμένες στό πρόσωπο τοΰ Χριστοΰ, πού είναι καί θεΐος Λόγος καί άνθρωπος. ΓΗ θεολογία αύτή τών ιδιωμάτων, άναπτυγμένη περισσό¬τερο, κυρώθηκε τό 451 άπό τήν Δ' Οίκουμ. Σύνοδο.
θ. Ή προκοπή τοϋ Ίησοϋ καί ή προσκύνηση τον Κνρίον
Ή θεολογία τής ένώσεως τών δύο φύσεων στόν Χριστό καί τής διασώσεως τών ιδιωμάτων αύτών διευκόλυνε τήν άπάντηση στά έ- ρωτήματα: τί σημαίνει τό εύαγγελικό «καί Ίησοΰς γάρ προέκοπτε σοφίςι καί χάριτι» (Λουκ. 2, 52) καί τί προσκυνούμε στό πρόσωπο τοΰ Χριστοΰ;
Τό πρόβλημα τής προκοπής ή αυξήσεως τοΰ Ίησοΰ συζητήθηκε πολύ καί συζητείται. Έφ' δσον διασώζονται τά ιδιώματα τών φύσε¬ων, ή προκοπή έδώ άφορα στήν άνθρώπινη φύση καί συνιστά τό γε¬γονός τής άναπτύξεως ή αύξήσεως τοΰ Ίησοΰ ώς άνθρώπου καί ποτέ ώς Λόγου, ό όποιος ώς άτρεπτος Θεός δέν είχε τέτοιο ιδίωμα. 'Αν¬θρωπίνως, λοιπόν, ό Ίησοΰς προκόπτοντας καί ώριμάζοντας αύξα- νόταν καί μεγάλωνε ή φανέρωση τής θεότητας τοϋ Λόγου μέσω τοϋ Ίησοϋ ώς όργάνου. Δηλ. δσο προέκοπτε ό άνθρωπος Ίησοϋς τόσο φανερωνόταν δι' αύτοΰ ή θεότητα στούς γύρω άνθρώπους, οί όποιοι θαύμαζαν έστω καί άν δέν κατανοούσαν άκριβώς:
«ώσπερ εΐπομεν δτι σαρκί πέπονθε καί σαρκί έπείνα ... είκότως άν λέγοιτο ότι σαρκί προέκοπτεν... οΰτ' ούν τοϋ Λόγου ή προκο¬πή, οΰτε ή σάρξ ήν ή Σοφία, άλλά τής σοφίας σώμα γέγονεν ή σάρξ... τό άνθρώπινον έν τή Σοφί^ προέκοπτεν, ύπεραναβαΐνον κατ' όλίγον τήν άνθρωπίνην φύσιν καί θεοποιούμενον καί όργανον αύτής πρός τήν ένέργειαν τής θεότητος καί τήν έκλαμψιν αύτής γινόμενον καί φαινόμενον πάσι. Διό ούδέ ειπεν 'ό Λόγος προέκο¬πτεν', άλλ' ό "Ιησοϋς', όπερ δνομα γενόμενος άνθρωπος ό Κύριος έκλήθη, ώς είναι τής άνθρωπίνης φύσεως τήν προκοπήν» (Γ' 53). «τοΰ σώματος άρα έστίν ή προκοπή. Αύτοϋ γάρ προκύπτοντος, προέκοπτεν έν αύτφ καί ή φανέρωσις τής θεότητος τοις δρώσιν.
"Οσω δέ ή θεότης άπεκαλύπτετο, τοσούτφ πλεΐον ή χάρις ηΰξα- νεν ώς άνθρώπου παρά πάσιν όνθρώποις» (Γ' 52).
Στήν ένότητα τών δύο φύσεων του Χριστοΰ καί στήν άφθαρτοποί- ηση καί θέωση τής άνθρώπινης φύσεως θεμελιώνει ό 'Αθανάσιος καί τήν άπάντησή του στό πρόβλημα τοΰ τί προσκυνοΰμε στόν Χριστό. Δέν μπορούμε νά χωρίσουμε τις φύσεις του καί νά προσκυνήσουμε μόνο τόν θειο Λόγο, γιατί τό σώμα είναι σώμα του. Καί δέν μποροΰ- με νά ξεχωρίσουμε άπό τήν θεία τήν κτιστή φύση του (πού άπό μόνη της βέβαια δέν είναι προσκυνητή), γιατί αύτή θεώθηκε, άφθαρτοποι- ήθηκε στήν συνάφειά της μέ τήν θεία, ώστε νά μή μπορεί νά πει κα¬νείς δτι προσκυνώντας τόν Κύριο προσκυνεί τό κτιστό:
«ού γάρ κτίσματι ή κτίσις προσκυνεί» (Πρός Άδέλφιον 4). «Τόν Κύριον έν σαρκί προσκυνοΰντες ού κτίσματι προσκυνοΰμεν, άλλά τόν κτίστην ένδυσάμενον τό κτιστόν σώμα» (αύτόθι 6).

ΠΝΕΥΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΣΩΤΗΡΙΟΛΟΓΙΚΗ



α. Μετέχουμε τον Θεον διά τον άγ. Πνεύματος

"Οπως στήν χριστολογία έτσι και στήν πνευματολογία ό 'Αθανά¬σιος ξεκινάει άπό τήν βεβαιότητα τής σωτηρίας, ή όποία πραγμα¬τώνεται, καθόσον οί άνθρωποι μετέχουμε στό άγιο Πνεΰμα. Ή μετοχή μας αύτή, πού είναι γεγονός έμπειρικό, λειτουργεί αποδεικτικά καί γιά τήν σωτηρία μας καί γιά τήν θέση τοΰ άγίου Πνεύματος στήν άγ. Τριάδα, επομένως γιά τό δτι δέν είναι κτίσμα, άλλά τής φύσεως τοΰ Θεοΰ. Ή θέωση άποτελεΐ έργο καί τοΰ Πνεύματος, πού «συνάπτει» τόν άνθρωπο μέ τόν Υίό καί τόν Πατέρα, κάτι πού δέν θά μπορούσε νά κάνει, άν δέν είχε τήν φύση τοϋ Υίοΰ καί τοΰ Πατέρα.
«διά τοΰ Πνεύματος λεγόμεθα πάντες μέτοχοι τοΰ Θεοϋ ... εί κτί¬σμα δέ ήν τό Πνεύμα τό άγιον, ούκ άν τις έν αύτώ μετουσία τοϋ Θεοϋ γένοιτο ήμΐν, ...άλλότριοι δέ τής θείας φύσεως έγενόμεθα, ώς κατά μηδέν αύτής μετέχοντες. Νϋν δέ, ότε λεγόμεθα μέτοχοι Χρι¬στού καί μέτοχοι Θεοϋ, δείκνυται τό έν ήμΐν χρίσμα καί ή σφραγίς μή ούσα τής τών γενητών φύσεως, άλλά τής τοϋ Υίοϋ διά τοϋ έν αύτφ Πνεύματος συνάπτοντος ήμάς τω Πατρί. Διά τοΰτο καί έν οίς γίνεται ( = ή μετουσία τοϋ άγ. Πνεύματος) ούτοι θεοποιούνται. Εί δέ θεοποιεί ( = τό Πνεΰμα), ούκ άμφίβολον ότι ή τούτου φύσις Θεοΰ έστί» (Πρός Σεραπίωνα Α' 24).
Ή ρεαλιστική αύτή πνευματολογία διατυπωνόταν ώς άπάντηση στήν ήθικιστική θεώρηση τής σωτηρίας άπό τούς άρειανούς καί τούς ήμιαρειανούς. Οί πρώτοι, ισχυριζόμενοι δτι ό Υίός (καί τό Πνεΰμα) είναι κτίσμα, άρνοΰνταν τήν πραγματική ένωση τοΰ άνθρώπου μέ τόν Θεό. Οί δεύτεροι, δέχονταν τήν όμοουσιότητά τοΰ Υίοΰ πρός τόν
Πατέρα, άλλά δίδασκαν δτι τό Πνεΰμα είναι «έτερούσιον» τής Τριά¬δας, είναι κτίσμα, σύμφωνα δήθεν μέ τό Άμώς 4,13: «"Ιδού έγώ στε¬ρεών βροντήν καί κτίζων πνεΰμα καί άπαγγέλλων είς άνθρώπους τόν Χριστόν αύτοΰ». Έφ' δσον δμως τό Πνεΰμα ώς κτίσμα δέν μπορεί νά συνάψει-ένώσει τόν κτιστό άνθρωπο μέ τόν άκτιστο Θεό, ή σω¬τηρία μένει στό έπίπεδο τής ηθικολογίας.
β. Ή τελεία Τριάδα
Οί ήμιαρειανοί αύτοί, πού χαρακτηρίζονται «πνευματομαχοΰντες» καί άγνωστο γιατί «τροπικοί», έμφανίστηκαν στήν περιοχή τής Θμού¬εως τής Αίγύπτου, λίγο μετά τό 355. 'Ισχυρίζονταν δτι δέχονταν τήν Τριάδα, τήν όποία δμως κατέλυαν, άφοΰ άλλης φύσεως ήθελαν τόν Πατέρα καί τόν Υίό καί άλλης τό άγ. Πνεΰμα (.Πρός Σεραπίωνα Α' 2).
"Εθεταν λοιπόν καί πρόβλημα ένότητας ή άδιαιρέτου τής Τριάδας. Τό πρόβλημα προσεγγίζει ό 'Αθανάσιος άπό τήν θεία οικονομία, τήν όποία όρθά θεωρεί κοινό έργο τοΰ Πατέρα, τοΰ Υίοΰ καί τοΰ άγ. Πνεύματος:
«ένα είναι τόν άγιασμόν, τόν έκ Πατρός δι' Υίοϋ έν Πνεύματι άγίω γινόμενον» (Πρός Σεραπίωνα Α' 20).
"Ετσι, μολονότι υίοποιούμεθα, έπειδή ό Υίός είναι φυσικός Υίός, υίοποιούμεθα διά τοϋ Πνεύματος καί ζωοποιούμεθα διά τοϋ Πνεύ¬ματος, άλλ' άποκτοϋμε τήν ζωή τοΰ Χριστοΰ. Φωτιζόμεθα διά τοΰ Πνεύματος, άλλά φωτίζων είναι ό Χριστός (αύτόθι 19).
Ότιδήποτε λοιπόν τό άγ. Πνεΰμα ένεργεΐ στήν πορεία τής θείας οικονομίας γιά jov άνθρωπο συνιστά ένέργεία δλης τής Τριάδας. Κά¬ποτε άφήνει τήν υπόνοια δτι ταυτίζει τήν θεία ένέργεία μέ τό ίδιο τό άγ. Πνεΰμα:
«Ένός γάρ όντως τοΰ Υίοΰ...μίαν είναι δει τελείαν καί πλήρη τήν άγιαστικήν καί φωτιστικήν ζώσαν ένέργειαν αύτοϋ καί δωρεάν, ή¬τις έκ Πατρός λέγεται έκπορεύεσθαι, έπειδή παρά τοϋ Λόγου τοϋ έκ Πατρός όμολογουμένου έκλάμπει καί άποστέλλεται καί δίδο- ται» (αύτόθι 20).
γ. Τό Πνεΰμα έκ τής ουσίας τοΰ Θεοϋ
Τό γεγονός δτι τό Πνεΰμα είναι έκ τοΰ Θεοϋ καί θεώνει τόν άν¬θρωπο δείχνει δτι είναι τής ούσίας καί τής φύσεως τοϋ Θεοϋ Πατέ¬ρα, δπως καί ό Υίός. Χρησιμοποιεί μάλιστα, γιά νά δηλώσει αύτό, κυρίως τήν άρνητική έκφραση «ού ξένον» ή «ούκ άλλότριον» καί τόν θετικό προσδιορισμό «ίδιον» (τοΰ Θεοΰ), δπως έκανε καί προ-κειμένου νά έξηγήσει ότι ό Υίός είναι τής φύσεως τοΰ Πατέρα:
«ώσπερ ό Υίός, ό έν τφ Πατρί ών, έν φ καί ό Πατήρ έστιν, ούκ μα τό έν τφ Υίφ, έν φ καί ό Υιός έστι...ίδιον δέ καί έν τής έν Τριά- δι θεότητος» (Πρός Σεραπίωνα Α' 21).
«είδέναι άγίαν μέν Τριάδα, μίαν δέ θεότητα καί μιάν άρχήν καί Υίόν μέν όμοούσιον τφ Πατρί, ώς είπον οί Πατέρες, τό δέ άγιον Πνεΰ¬μα ού κτίσμα, ούδέ ξένον, άλλ' ίδιον καί άδιαίρετον τής ούσίας τοΰ Υιού καί τού Πατρός» (Πρός Άντιοχεϊς 5). «τό Πνεΰμα δέδεικται μάλλον ίδιον είναι τοΰ Υίοΰ καί ού ξένον τού Θεοΰ. Εί δέ ό Υίός, έπειδή έκ τοΰ Πατρός έστιν, ίδιος τής ούσίας αύτοΰ έστιν, άνάγκη καί τό Πνεΰμα, έκ τοΰ Θεοΰ λεγόμενον, ίδιον είναι κατ' ούσίαν τοΰ Υίοΰ. Ούκ άρα τών γενητών έστι τό Πνεΰμα, άλλ' ίδιον τής τού Πατρός θεότητος, έν φ καί τά γενητά ό Λόγος θεοποιεί. Έν φ δέ θεοποιείται ή κτίσις, ούκ άν εΐη έκτός αύτός τής τού Πατρός θεότητος» (Πρός Σεραπίωνα Α' 25).
Μολονότι ό 'Αθανάσιος, δταν έρωτήθηκε (περί τό 358-360) γιά τίς πνευματομαχικές άντιλήψεις, χρησιμοποιούσε γιά τόν Υίό ευρύτα¬τα τόν δρο όμοούσιος, τόν άποφεύγει προκειμένου περί τοΰ Πνεύ¬ματος. Τόν χρησιμοποιεί μία μόνο φορά λίγο έμμεσα («ούκ έστι τών πολλών τό Πνεΰμα, άλλ' ούδέ άγγελος, άλλ' έν δν, μάλλον δέ τοΰ Λόγου ένός όντος ίδιον, καί τοΰ Θεού ένός δντος καί όμοούσιον έ¬στιν») (αύτόθι 27), κάτι πού ΐσως ύποσημαίνει δισταγμό, άφοΰ μάλι¬στα δέν χρησιμοποιεί γιά τό Πνεΰμα καί τόν δρο «ταύτόν», μέ τόν όποΐο διασαφηνίζει τήν ταυτότητα ούσίας τοΰ Πατέρα καί τοΰ Υίοΰ. Παράλληλα δμως δέν διστάζει νά ύπογραμμίσει δτι ή σχέση («ιδιό¬τητα»), πού ύπάρχει μεταξύ Πατέρα καί Υίοΰ, ύπάρχει καί μεταξύ Πνεύματος καί Υίοΰ. Προφανώς δέν έξειδικεύει τήν σχέση αύτή στόν τρόπο ύπάρξεως τοΰ Υίοΰ (γέννηση) καί τοΰ Πνεύματος (έκπόρευ¬ση)• έπισημαίνει μόνο τήν σχέση φύσεως:
«οΐαν γάρ έγνωμεν ιδιότητα τοΰ Υίοΰ πρός τόν Πατέρα, ταύτην έ- χειν τό Πνεΰμα πρός τόν Υίόν εύρήσομεν» (Πρός Σεραπίωνα Γ' 1),
Γενικά δμως ή ένέργεία έμφανίζεται ώς κίνηση τής όλης Τριάδας: «μία άρα... ή τής Τριάδος ένέργεία δείκνυται» (Πρός Σεραπίωνα Α' 31).
Μίλησε μέ σαφήνεια γιά τήν αναγκαιότητα τής ένότητας τής Τριά¬δας. Επισήμανε τόν ρόλο τοΰ Πατέρα ώς άρχής καί πηγής, τόν ρό¬λο τοΰ Υίοΰ ώς δημιουργού καί τόν ρόλο τοΰ Πνεύματος πού ένεργεΐ στά πάντα. Τόνισε τήν ύπαρκτικότητα καί τών τριών προσώπων, χωρίς νά τά όνομάζει πρόσωπα ή υποστάσεις. Έπίσης έξήγησε έπι- γραμματικά ότι «άρχή καί πηγή» είναι ό Πατέρας (αύτόθι 28) καί δτι τό Πνεΰμα «έκπορεύεται» άπό τόν Πατέρα, ένώ «άποστέλλεται καί δίδοται» άπό τόν Υίό (αύτόθι Α' 20). Στήν Α' Έπιστολή του πρός Σεραπίωνα έχουμε τήν πρώτη τόσο έξοχη διατύπωση τής τριαδο- λογίας:
«Τ ιάς τοίνυν άγια καί τελεία έστίν. έν Πατοί καί Υίώ καί άγίω
Πνεύματι θεολογουμένη, ούδέν άλλότριον ή έξωθεν έπιμιγνύμενον έχουσα ... όμοία δέ έαυτή και άδιαίρετός έστι τη φύσει καί μία ταύ¬της ή ένέργεία. Ό γάρ Πατήρ διά τοϋ Λόγου έν Πνεύματι άγίω τά πάντα ποιεΐ καί οΰτως ή ένότης τής 'Αγίας Τριάδος σώζεται καί ούτως εις Θεός έν τή Έκκλησίςι κηρύττεται... *έπί πάντων' ό μέν ώς Πατήρ, ώς άρχή καί πηγή* 'διά πάντων' δέ διά τοΰ Λόγου- 'έν πάσι' δέ έν τώ Πνεύματι τω άγίω. Τριάς δέ έστιν ούχ έως όνόμα- τος μόνον καί φαντασίας λέξεως, άλλά άληθείςι καί ύπάρξει Τριάς. "Ωσπερ γάρ ό ών έστιν ό Πατήρ, οΰτως ό ών έστι καί ό έπί πάντων Θεός ό τούτου Λόγος. Καί τό Πνεΰμα τό άγιον ούκ άνύπαρκτόν έστι, άλλ' ύπάρχει καί ύφέστηκεν άληθώς» (28).
δ. Ή ύπόσταση ταυτίζεται μέ τήν ονσία. Άλλά δσοι τήν διακρίνουν δέν είναι άναγκαστικά αιρετικοί
Είναι γνωστό ότι άπό τά πρώτα έτη οί άρειανοί άνετα πρόβαλλαν τόν όρο δύο ή τρεις υποστάσεις, γιά νά τονίσουν τήν διαφορά φύσε¬ως μεταξύ τοϋ Πατέρα καί τών δύο άλλων προσώπων τής Τριάδας. Τό γεγονός άνάγκαζε τόν 'Αθανάσιο νά μιλάει άπολογητικά γιά τήν ένότητα ύποστάσεως στήν Τριάδα, ταυτίζοντας βέβαια τήν ύπόστα¬ση μέ τήν θεία ούσία ή φύση, γιά νά δείξει ότι ό Υίός έχει τήν Ιδια φύση μέ τόν Πατέρα:
«άλλ' ύπόστασιν μέν λέγομεν, ήγούμενοι ταύτόν είναι ειπείν ύπό- στασιν καί ούσίαν. Μίαν δέ φρονοΰμεν... διά τήν ταυτότητα τής φύσεως» (Πρός Άντιοχεΐς 6).
«όμοούσιον είναι τόν Υίόν τω Πατρί καί άνεθεμάτισαν τούς λέγον¬τας έξ έτέρας ύποστάσεως είναι τόν Υίόν» (Πρός τούς έν Αφρική 9).
Γνώριζε παρά ταϋτα τήν συζήτηση πού άρχισε λίγο πρίν άπό τό 360 γιά τόν όρο «τρεις ύποστάσεις», τόν όποιο τώρα πρόβαλλαν ορ¬θόδοξοι (αύτόθι 11) μέ όρθόδοξο περιεχόμενο. "Ακουσε μέ προσοχή τούς ύποστηρικτές τοΰ όρου αύτοϋ. Καί άφοϋ τόν βεβαίωσαν ότι δέν έννοοΰν τόν Υίό «άλλοτριούσιον» καί ότι προβάλλουν τόν δρο γιά νά τονίσουν τήν πραγματικότητα τών τριών θείων προσώπων, δέ¬χτηκε δτι δέν είναι κακόδοξοι δσοι τόν χρησιμοποιούν (Πρός Άν- τιοχεϊς 5). Ό ίδιος δέν μπόρεσε νά εισέλθει στήν θεολογική προ¬βληματική τής διακρίσεως τών δρων ύπόσταση καί ούσία. Τό άγιο Πνεΰμα θά όδηγοΰσε άλλους στήν διάκριση αύτή, τούς Καππαδό- κες καί δή τόν Μ. Βασίλειο, λίγα μόλις χρόνια μετά.
Ή άπολογητική αύτή προοπτική έγκλωβίζει μάλιστα τόν 'Αθανά¬σιο στήν φιλοσοφική άντίληψη, δτι μέ τίς λέξεις Θεός καί Πατέρας σημαίνεται ή θεία ούσία καί δχι κάτι «περί τήν» ούσία. "Ετσι έφθανε στήν όμοουσιότητά τοΰ Υίοϋ, άφοΰ οί έκφράσεις «έκ τοϋ Θεοΰ» (Γρα¬φή) καί «έκ τής ούσίας τοϋ Πατρός» (Νίκαια) άναγκαστικά σημαί¬νουν δτι ό Υιός ήταν άπό αύτό πού μόνο είναι ό Θεός, δηλαδή άπό τήν ούσία του. Τήν άποψη αύτή, πού εμφαντικά δίδαξε ό Εύνόμιος, άντέκρουσε ό Μ. Βασίλειος καί οί άλλοι καππαδόκες, πού έδειξαν δτι τό «Πατέρας», τό «Υιός» καί τό «Πνεύμα» δηλώνουν τό είναι κάθε προσώπου, τήν ύπόστασή τους. Άλλά καί ό Αθανάσιος, δια¬τυπώνοντας αύτή τήν άποψη, είχε ριζικά διαφορετικές προϋποθέσεις καί γι* αύτό συγχρόνως τόνιζε δτι ή θεία ούσία είναι άκατάληπτη, ένώ γιά τόν Εύνόμιο εΐναι καταληπτή:
«λέγοντες τόν Θεόν καί όνομάζοντες τόν Πατέρα ούδέν τι ώς περί αύτόν όνομάζομεν, άλλ' αύτήν τήν ούσίαν αύτοϋ σημαί- νομεν κάν γάρ καταλαβεϊν δ,τι ποτέ έστιν ή τοΰ Θεοϋ ούσία μή ή δυνατόν, άλλά μόνον νοοϋντες είναι τόν Θεόν... δπου ποτέ λέγει ή Γραφή 'ό Θεός' ήμεΐς άναγιγνώσκοντές ούδέν έτερον ή αύτήν τήν άκατάληπτον αύτοΰ ούσίαν σημαινομένην νοοϋμεν» (ΠερίΝικαίας 22,3. Βλ. καί Περί συνόδων 35,2).
Είναι σαφές δτι δσο άπουσίαζε άπό τήν θεολογική του σκέψη ή διάκριση είναι καί ούσίας, τόσο άδυνατοϋσε νά διακρίνει μέ συνέ¬πεια τήν προβληματική τών ύποστάσεων τών θείων προσώπων (τό ιδιαίτερο είναι τους) καί τήν κοινή τους φύση.

ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ



Ό Αθανάσιος μέ τό έργο του άπέβη καί ό πρώτος θεολόγος τής Οικουμενικής Συνόδου. Δημιούργησε θεολογικά τό πορτραίτο της. Οί σχετικές άπόψεις του έγιναν άπόλυτος οδηγός στήν μετέπειτα συ¬νοδική ζωή τής Έκκλησίας. Άφορμή νά θεολογήσει γιά τήν σύνοδο ύπήρξε ή άρνηση τών άρειανών νά υιοθετήσουν τήν σύνοδο τής Νί¬καιας (325) μέ ποικίλες προφάσεις. Γιά ν' άφοπλίσει τούς άρειανούς, έξήγησε τίς προϋποθέσεις, τήν διαδικασία, τά κριτήρια καί τήν αύ- τάρκεια τής Οικουμενικής Συνόδου (Βλ. ειδική μελέτη μας, Αθα¬νάσιος ό Μέγας καί ή θεολογία τής Οικουμενικής Συνόδου, Αθήνα 19802).

Ή σύγκληση Συνόδου γίνεται άπό άνάγκη έπείγουσα, δταν έμφα¬νίζεται νέα κακοδοξία, πού παρεξηγεί τήν άλήθεια καί ταράσσει γι' αύτό καί διαιρεί τό σώμα τής Εκκλησίας• δταν δέν έχει έκφραστεΐ δριστικά στήν Παράδοση τό σημείο έκεΐνο τής άλήθειας, στό όποιο άφορά ή νέα κακοδοξία. "Αν ή κακοδοξία δέν είναι νέα, τότε ή Εκ¬κλησία καταφεύγει σέ δ,τι έχει διατυπωθεί ήδη στήν Γραφή καί τήν Παράδοση. Μέλη τής Συνόδου είναι μόνο δσοι έχουν τήν ορθή πί¬στη, αύτοί πού φρονοϋν δ,τι καί ή Έκκλησία. Κανένα θέμα στήν Σύ¬νοδο δέν συζητείται, άν γενικά δέν έχει έξασφαλιστεΐ συμφωνία στήν πίστη.
«ή μέν γάρ έν Νικαίςι σύνοδος ούχ άπλώς γέγονεν, άλλ' είχε τήν χρεΐαν κατεπείγουσαν καί τήν αίτίαν εϋλογον» (Περί σννόδων 5,1). «Αί δέ νϋν κινούμεναι παρ' αύτών σύνοδοι (= τών άρειανών) ποίαν έχουσιν εϋλογον αίτίαν; εί μέν γάρ καινοτέρα τις άλλη γέγονεν αΐ- ρεσις μετά τήν άρειανήν, είπάτωσαν τά τής έπινοίας αύτής ρήμα¬τα καί τίνες οί ταύτην έφευρόντες είσίν... εί δέ μηδέν τι τοιούτον γέγονε, μηδέ δύνανται δεΐξαι τίς ή χρεία τών (= άρειανικών) συνό¬δων, άρκούσης τής έν Νικαίςι γενομένης πρός τε τήν άρειανήν καί τάς άλλας αιρέσεις, άς κατέκρινε πάσας διά τής ύγιαινούσης πί¬στεως» (αύτόθι 6,1).
«Διά τοϋτο καί οικουμενική γέγονεν ή έν Νικαίςι σύνοδος, τριακο¬σίων δέκα καί όκτώ συνελθόντων έπισκόπων περί τής πίστεως διά τήν άρειανήν άσέβειαν. Τί γάρ έκείνη λείπει, ίνα καινότερα ζητή- ση τις»; (Πρός τούς έν 'Αφρική έτησκόπους 2). «ού γάρ οίόν τε συνόδφ συναριθμηθήναι τούς περί πίστιν άσεβοϋν- τας, ούδέ πρέπει προκρίνεσθαι πράγματος έξέτασιν τής περί πί¬στεως έξετάσεως. Χρή γάρ πρώτον πάσαν περί πίστεως διαφωνίαν έκκόπτεσθαι...» (Περί τών γεγενημένων παρ' άρειανών 36, 3-4).
Τά μέλη τής Συνόδου, όπως άλλωστε οί Πατέρες τής 'Εκκλησίας γενικά, έπιτελοϋν τό έργο τους μέ τόν φωτισμό καί τήν αποκάλυψη τοϋ άγ. Πνεύματος, έφόσον μετέχουν στήν άλήθεια, όπως είδαμε σέ άλλη παράγραφο. Άποτέλεσμα τής άποκαλύψεως καί τής «θεοφα- νείας», κατά τήν εκάστου «χρεία», είναι ότι ή άπόφαση τής Νίκαιας είναι «θεΐον» «ρήμα Κυρίου», πού μόνο γι' αύτό έχει άπόλυτη ισχύ καί «μένει» στούς αιώνες (Πρός τούς έν 'Αφρική 2• Κατά άρ. Α' 63). Ό φωτισμός τών Πατέρων είναι συγχρόνως καί ό λόγος γιά τόν ό¬ποΐο ή άπόφαση τής Συνόδου είναι σύμφωνη μέ δ,τι δηλώνεται στήν Γραφή. Οί συνοδικοί όροι δηλαδή άποτελοϋν άποκάλυψη τοϋ «νοϋ», τοϋ βαθύτερου πνεύματος, βιβλικών χωρίων, είναι συναγωγή τής «δια¬νοίας» τής Γραφής, είναι άνάπτυξη έκείνου πού άπλώς σημειώνει ή Γραφή, είναι ή άναζήτηση τοϋ πνεύματος κάτω άπό τό γράμμα τής Γραφής. "Ο,τι νέο έκφράζεται μέ τόν τρόπο τοϋτο καί μέ μή βιβλι¬κούς όρους δέν πρέπει ποτέ νά άντιτίθεται σέ ό,τι είναι ήδη διατυ¬πωμένο στήν Γραφή καί τήν Παράδοση. Τό νικαϊκό π.χ. «έκ τής ούσίας τοϋ Πατρός» δέν είναι άντίθετο πρός τό βιβλικό «έκ τοϋ Πα¬τρός», άλλά τό βαθύτερο πνεΰμα του, ή εύρύτερη φανέρωση τής ί¬διας άλήθειας. Βέβαια ή 'Εκκλησία θά μπορούσε νά μένει μόνο μέ τούς άπλούς δρους τής Γραφής, άν δέν τήν άνάγκαζαν οί κακόδο¬ξοι νά προχωρήσει στήν θεολογία τών δρων τούτων , δηλαδή στήν εύρύτερη έκκάλυψη τής άλήθειας πού δηλώνουν. Θά προτιμούσε ά¬κόμη νά μή χρησιμοποιεί «άγράφους», μή βιβλικούς, δρους στήν δια¬τύπωση τής πίστεως. Άναγκάζεται δμως νά τό πράξει, διότι άγραφα καί πιστοί στήν Γραφή μένουν καί τό βαθύτερο πνεύμα της φανε¬ρώνουν:
«άποκαλύπτειν χρή τόν νοΰν τοϋ ( = βιβλικού) ρητοϋ, ώς κεκρυμ- μένον τοϋτον ζητεΐν» (Κατά άρ. Β' 44).
«δ γάρ άγνοοϋμεν έν τοις λογίοις ( = τής Γραφής) ούκ έκβάλλομεν, άλλά ζητοΰμεν οΰς άπεκάλυψεν ό Κύριος καί παρ' αύτών μανθά- νειν άξιοϋμεν» (Περί συνόδων 40, 2-3).
«τώ δέ πνεύματι φωτιζομένων ήμών» (Πρός Σεραπίωνα Α' 19). «έδει καί περί τοϋ Κυρίου έκ τών Γραφών τά περί αύτοΰ γεγραμμέ- να λέγεσθαι και μή άγράφους έπεισάγεσθαι λέξεις... Ναί έδει, φαί- ην άν καί έγωγε... άλλ'... ή άσέβεια ... ήνάγκασε τούς έπισκόπους λευκότερον έκθέσθαι τά τήν άσέβειαν αύτών άνατρέποντα ρήμα¬τα» (Περί Νικαίας 32,1).
«οί πατέρες, θεωρήσαντες έκείνων (= τών άρειανών) τήν πανουρ- γίαν, λευκότερον είπεΐν τό 'έκ τοϋ Θεοϋ* καί γράψαι 'έκ τής ού¬σίας τής Θεοϋ' είναι τόν Υίόν» (αύτόθι 19,2). «οί έπίσκοποι... ήναγκάσθησαν ... συναγαγεΐν έκ τών Γραφών τήν διάνοια ν καί άπερ πρότερον έλεγον, ταϋτα πάλιν λευκότερον εί¬πεΐν καί γράψαι 'όμοούσιον' είναι τφ Πατρί τόν Υίόν, ίνα μή μό¬νον δμοιον τόν Υίόν, άλλά ταύτόν τή όμοιώσει έκ τοϋ Πατρός είναι σημαίνωσιν» (αύτόθι 20,3).
«ίνα... μάθωσιν άπό τοϋ γράμματος έπιστρέφειν είς τό πνεΰμα» (Πε¬ρί συνόδων 45,3).
Ό χαρακτήρας τής άποφάσεως τής Οίκουμ. Συνόδου είναι κυρίως θετικός καί δευτερευόντως άρνητικός. Ή διατύπωση τής άλήθειας γίνεται μέ τρόπο θετικό (π.χ. «όμοούσιος»), διότι μόνο μέ τήν θέση, δηλαδή τήν φανέρωση τής άλήθειας, καταρρίπτεται αύτό, πού δέν είναι άλήθεια, ή κακοδοξία. Κρίση, κατάκριση καί καταδίκη τής κα¬κοδοξίας άποβαίνει άφ' έαυτής ή άλήθεια. Τήν συνοδική άπόφαση (τόν «δρο») άκολουθεΐ άναθεματισμός τών κακοδόξων, ώστε οί ά- θεολόγητοι πιστοί νά άκούουν μέ έμφαση ποιούς πρέπει νά άπο- φεύγουν.
ή Νίκαια «κατέκρινε (= τίς αιρέσεις) διά τής ύγιαινούσης πίστε¬ως» (Περί συνόδων 6).
οί πατέρες τής συνόδου «έδήλωσαν φανερώς δτι τό 'έκ τής ούσίας' καί τό 'όμοούσιον' άναιρετικά τών τής άσεβείας λογαρίων είσίν, άπερ έστίν 'κτίσμα' καί 'ποίημα' καί 'ούκ ήν πρίν γεννηθή'» (Περί Νικαίας 20,6).
«ούτω νοήσαντες οί πατέρες, έγραψαν (= θετικός χαρακτήρας) ό-μοούσιον είναι τόν Υίόν τφ Πατρί καί άνεθεμάτισαν (= άρνητικός χαρακτήρας) τούς λέγοντας έξ έτέρας ύποστάσεως είναι τόν Υίόν» (αύτόθι 20,3).
Ή άπόφαση τής Συνόδου χαρακτηρίζεται συνήθως «αύτάρκης». Ή Σύνοδος «άρκεΐ» γιά νά όρθοδοξοΰν οί πιστοί καί νά κατακρί¬νονται οί κακόδοξοι. Ό 'Αθανάσιος δέν χρησιμοποιεί γιά τήν Σύνο¬δο δρους δπως «αυθεντία» ή «άλάθητος». Τό γεγονός έχει μεγάλη σημασία. Ή άπόφαση, ό δρος ή ή «πίστη» τής Συνόδου, δέν είναι άφ' έαυτής ή άλήθεια καί δή δλη ή άλήθεια. Άποτελεΐ άπλως δήλωση- έπισήμανση έκείνου τοϋ μέρους τής άλήθειας, τό όποΐο παρεξήγησε κάποιος κακόδοξος. Ή άπόφαση τής Νίκαιας είναι «αυτάρκης» «ώς πρός» τήν άρειανική αίρεση κυρίως. Τό αύτάρκης έδώ είναι ταυτό¬σημο πρός τά: «θεόπνευστος», «άποστολική», σύμφωνα μέ τήν Γρα¬φή, ή όποία καί αύτή χαρακτηρίζεται «αύτάρκης». Ή «αυτάρκεια» «ώς πρός τι» άφήνει τόν δρόμο άνοικτό γιά νέα Σύνοδο, άν παρα¬στεί άνάγκη, δπως καί παρέστη.
«ή γάρ έν αύτή ( = τή συνόδφ τής Νίκαιας)... όμολογηθεΐσα πίστις αύτάρκης έστί» (Πρός τούς έν 'Αφρική 1). «άρκούσης τής έν Νικαίςι γενομένης ( = συνόδου) πρός τε τήν ά- ρειανικήν καί τάς άλλας αιρέσεις, άς κατέκρινεν» ( = δσες μέ τά άρθρα τοϋ Συμβόλου καταδίκασε) (Περί συνόδων 6,1).
ΓΗ άπόφαση τής Συνόδου ώς «αύτάρκης» καί θεόπνευστη είναι ορ¬θή καί άμετάβλητη. Ώς έκφραση δμως τής άλήθειας, ώς μορφή δη¬λαδή, άντιμετωπίστηκε ρεαλιστικά. Ό Αθανάσιος είχε συνειδη¬τοποιήσει δτι άπόλυτη καί άμετάβλητη είναι μόνο ή άλήθεια. Ή γλωσ¬σική μορφή πού τήν εκφράζει μπορεί νά μεταβληθεί:
«ού γάρ αί λέξεις τήν φύσιν παραιροϋνται, άλλά ή φύσις (ή άλή¬θεια, τό πράγμα) τάς λέξεις είς έαυτήν έλκουσα μεταβάλλει. Αί ού- σίαι πρώται καί δεύτεραι τούτων αί λέξεις» (Κατά άρ. Β' 3).
Στήν θεολογία προσδιοριστική άρχή άποτελεΐ τελικά ή άλήθεια. Ή έκφραση είναι τό προσδιοριζόμενο, τό μεταβαλλόμενο μέ κριτή¬ριο τήν άλήθεια. "Οταν οί όμοιουσιανοί έδειχναν δτι πιστεύουν όρ- θόδοξα καί έπιθυμοΰν νά ένσωματωθοϋν στήν Έκκλησία, άλλά ύποπτεύονταν τόν δρο «όμοούσιος», ό Αθανάσιος έκανε τήν ύπο- χώρηση νά δεχτεί άπό αύτούς τήν χρήση άλλου δρου (μορφή γλωσ¬σική), πού θά έξέφραζε δμως τήν ίδια άλήθεια. "Ετσι ό κατ' έξοχήν έμπνευστής καί ύπερασπιστής τής θεολογίας (καί τών δρων) τής Νί¬καιας είχε τήν τόλμη νά προτείνει γιά τούς όρθοδοξοϋντες όμοιου- σιανούς τόν δρο «φύσει Υίός»:
«εί δέ... προσποιούνται... τήν λέξιν φοβεΐσθαι τοϋ όμοουσίου, εί- πάτωσαν καί φρονείτωσαν άπλούστερον ...( = άς χρησιμοποιούν δηλ. τήν διατύπωση) άληθώς τόν Υίόν φύσει Υίόν» (Πρός τούς έν 'Αφρική 9).

ΒΑΣΙΛΗ ΑΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ


α. Τό πρόβλημα

Ό 'Αθανάσιος ύπήρξε ό πρώτος μεγάλος θεολόγος, άφότου ή Έκ¬κλησία άπέκτησε «καλές σχέσεις» μέ τήν πολιτεία, άφότου βγήκε άπό τίς κατακόμβες καί δέχτηκε τήν προστασία τής κοσμικής έξου- σίας. Τό γεγονός τής «προστασίας» αύτής δημιούργησε τεράστια προ¬βλήματα στήν Εκκλησία, όχι μικρότερα ίσως άπό αύτά πού τής προκάλεσαν οί διωγμοί. Καί πρωταρχικό πρόβλημα έγινε ή άνάμιξη τοΰ χριστιανού αύτοκράτορα στά πράγματα τής Έκκλησίας, άλλο¬τε αυτοβούλως καί άλλοτε μέ πρόσκληση έκκλησιαστικών άνδρών. Ή πρόσκληση αύτή καί ή χρήση τής αυτοκρατορικής έξουσίας έγι¬νε πληθωρική άπό τούς άρείανόφρονες, πρώτον γιά τήν άνατροπή τής άποφάσεως τής Νίκαιας καί τής θεολογίας τοΰ 'Αθανασίου καί δεύτερον γιά τήν προσωπική καταδίκη τοΰ ίδιου τοΰ 'Αθανασίου καί τών όμοφρόνων του έπισκόπων. Γιά τήν έπίτευξη τοΰ διπλού αύτοΰ σκοποΰ συγκλήθηκε μεγάλος άριθμός συνόδων μέ τήν εκβιαστική παρουσία αύτοκρατόρων ή άντιπροσώπων τους. Ή άντίδραση τοΰ 'Αθανασίου, πού γνώρισε διάφορες φάσεις, έκδηλώθηκε έντονα καί άπέβλεπε στήν στερέωση τοΰ κύρους τής Συνόδου τής Νίκαιας καί στήν άθώωση τοΰ έαυτοΰ του, πού τόν συκοφαντούσαν γιά έκκλη- σιαστικά άδικήματα καί συνήθως γιά κοινά ποινικά έγκλήματα.
Ή διπλή αύτή έπιδίωξη τοΰ επέβαλλε μιά θεολογική θεώρηση τοΰ προβλήματος καί μιά ρεαλιστική τακτική.
β. Θεολογική θεώρηση
Μέ τήν θεολογική θεώρηση διέκρινε σαφώς μεταξύ έπισκόπων καί βασιλέα, μεταξύ τής φύσεως τών έκκλησιαστικοθεολογικών θεμά¬των καί τών άντικειμένων τής βασιλικής φροντίδας. "Αλλο είναι ή έκκλησιαστική άπόφαση καί άλλο ή «ρωμαϊκή άρχή». Ό βασιλέας δέν έχει καμμία θέση στήν άπόφαση («κρίσιν») τών έπισκόπων. Τό γεγονός δτι ό αύτοκράτορας είχε τήν βασιλεία (άπό τόν Θεό) δέν τοΰ έξασφάλιζε τό δικαίωμα νά άποφασίζει γιά τά έκκλησιαστικοθεο- λογικά, δπως δίδαξε ό Εύσέβιος Καισαρείας, θεμελιώνοντας τόν και- σαροπαπισμό. Ό 'Αθανάσιος άπέρριψε έντονα τήν ύπερφίαλη άπαί- τηση τοΰ Κωνσταντίου (361): «δπερ έγώ βούλομαι τοΰτο κανών (= έκκλησιαστικός) νομιζέσθω» (Περί τών γεγενημένων παρ' άρεια¬νών 33,7). Ή άπόφαση τών έπισκόπων δέν άποκτά «κϋρος» άπό τόν βασιλέα, μολονότι άποφάσεις συνόδων καί έπισκόπων συνοδεύον¬ταν άπό βασιλικά διατάγματα. Οί έπίσκοποι είναι οί μόνοι έγγυητές τής όρθότητας τών άποφάσεών τους. Αύτοί κρίνουν έάν ό βασιλέας πιστεύει ή δχι όρθόδοξα. Αύτοί μπορούν νά τόν συμβουλεύσουν σχε¬τικά, άκόμη καί νά τόν άπειλήσουν μέ θεία τιμωρία. Τήν τακτική προκλήσεως του κοσμικού άρχοντα νά άναμιχτεΐ στά έκκλησιαστι- κά έγκαινίασαν οί άρειανοί μετά τήν Σύνοδο τής Νίκαιας. "Ετσι, ένώ στήν Σύνοδο τής Νίκαιας ό Κωνσταντίνος άπλώς παρακολούθησε μέ ένδιαφέρον τις έργασίες της, δεχόμενος τίς όρθόδοξες θέσεις, στίς μετέπειτα φιλοαρειανικές συνόδους ό αύτοκράτορας ή ό άντιπρό- σωπός του πίεζε κι έξεβίαζε τούς έπισκόπους καί συχνά κατηύθυνε τίς έργασίες τής συνόδου, οί άποφάσείς τής όποιας γι' αύτό δέν εί¬χαν κΟρος. Ό 'Αθανάσιος βεβαιώνει δτι πρίν άπό τίς συνόδους αύ¬τές ποτέ ό κοσμικός άρχοντας δέν έπενέβαινε στά έκκλησιαστικά. Τουλάχιστον άποκρουόταν ή έπέμβασή του, δπως συνέβη στήν πε¬ρίπτωση του Μ. Κωνσταντίνου, πού μάταια ζητούσε άπό τούς Αλέ¬ξανδρο καί 'Αθανάσιο 'Αλεξανδρείας νά δεχτούν στήν Έκκλησία τόν "Αρειο:
«εΐ γάρ έπισκόπων έστί κρίσις, τί κοινόν έχει πρός ταύτην ό βασι¬λεύς; Εί δέ βασιλέως έστίν άπειλή, τίς ένταΰθα χρεία τών λεγομέ¬νων έπισκόπων; Πότε γάρ έκ τοϋ αιώνος ήκούσθη τοιαύτα; Πότε κρίσις Έκκλησίας παρά βασιλέως έσχε τό κύρος ή όλως έγνώσθη τοϋτο τό κρίμα; ... Παύλος απόστολος είχε φίλους τούς τής Καί¬σαρος οικίας... άλλ' ούκ είς κρίματα ( = άποφάσεις, κρίσεις) τού¬τους κοινωνούς παρελάμβανε. Νϋν δέ θέαμα καινόν καί τοϋ τής άρειανής αίρέσεώς έστιν εύρημα• συνήλθον γάρ αιρετικοί καί βα¬σιλεύς Κωνστάντιος, ίνα... καθ' ών άν έθέλοι πράττη ... καί ούτοι δέ (= οί άρειανοί), τήν βασιλέως έχοντες δυναστείαν, έπιβουλεύω- σιν οίς άν έθέλωσι, θέλουσι δέ τοις μή άσεβοϋσιν ώς αύτοί» (Περί τών γεγενημένων παρ' άρειανών 52, 3-5).
«οί έπίσκοποι... μετά λόγων έχρήσαντο διδάσκοντες μή είναι τήν βασιλείαν αύτοΰ ( = τοϋ Κωνσταντίου), άλλά τοϋ δεδωκότος Θε¬οϋ, δν καί φοβεΐσθαι αύτόν ήξίουν, μή έξαίφνης αύτήν άφέληται. Ήπείλουν τε τήν ή μέρα ν τής κρίσεως καί συνεβούλευον αύτφ μή διαφθείρειν τά έκκλησιαστικά μηδέ έγκαταμίσγει τήν ρωμαϊκήν άρ¬χήν τή τής Έκκλησίας διαταγή, μηδέ τήν άρειανήν αϊρεσιν είσά- γειν είς τήν έκκλησίαν τοϋ Θεοϋ» (αύτόθι 34,1). «Δέσποτα παντοκράτορ, βασιλεϋ τών ούρανών... λάμψον είς τήν καρδίαν αύτοϋ (= τοϋ Κωνσταντίου), ίνα, γνούς τήν καθ' ήμών συ- κοφαντίαν, εύμενώς μέν αύτός δέξηται τήν άπολογίαν, πάντας δέ ποιήση γνώναι δτι αί άκοαί αύτοϋ ήσφαλίσθησαν έν άληθεία» ('Α¬πολογία πρός Κωνστάντιον 12).
Είναι πολύ χαρακτηριστικό δτι ό 'Αθανάσιος υιοθετεί καί προβάλ¬λει έμφαντικά τίς άνάλογες άπόψεις τοϋ γηραιοϋ καί πανσέβαστου Όσιου Κορδούης, πού άπέτρεπε τόν βασιλέα Κωνστάντιο νά άναμι- γνύεται στά έκκλησιαστικά, γιατί σ' αύτόν ό Θεός έμπιστεύτηκε μόνο τήν κοσμική έξουσία:
«μή τίθει σεαυτόν είς τά έκκλησιαστικά, μηδέ σύ περί τούτων ή- μΐν παρακελεύου, άλλά μάλλον παρ' ήμών σύ μάνθανε ταϋτα. Σοί βασιλείαν ό Θεός ένεχείρισεν, ήμΐν τά τής Έκκλησίας έπίστευσε. Καί ώσπερ ό τήν σήν άρχήν ύποκλέπτων άντιλέγει τώ διαταξαμέ- νφ Θεώ, οϋτω φοβήθητι, μή καί σύ τά τής έκκλησίας εις έαυτόν έλκων ύπεύθυνος έγκλήματι μεγάλω γένη. "Απόδοτε5, γέγραπται, 'τά καίσαρος καίσαρι καί τά τοϋ Θεοϋ τώ Θεώ'. Οΰτε τοίνυν ήμΐν άρχειν έπί τής γής έξεστιν οΰτε σύ τοϋ θυμιάν έξουσίαν έχεις, βα- σιλεϋ!» (Περί τών γεγενημένων παρ' άρειανών 44,7).
Ρεαλιστική τακτική έναντι τοϋ βασιλέα
Ή ρεαλιστική τακτική τοϋ 'Αθανασίου είχε άφορμή τόν «έναγκα- λισμό» Έκκλησίας καί βασιλέα καί τήν έπιτυχία τών άρειανών νά συγκαλούν αύτοβούλως οί βασιλείς συνόδους. Καί ό ϊδιος ό 'Αθανά¬σιος προκάλεσε έπέμβαση τών αυτοκρατόρων, δχι δμως γιά νά κρί¬νουν τήν ορθότητα τών άποφάσεων τής Νίκαιας, άλλά γιά νά άκυρώσουν όσα έγιναν πρός άνατροπή τών άποφάσεων αύτών καί όσα βάσει ψευδών κατηγοριών άποφασίστηκαν κατά τοϋ 'Αθανα¬σίου σέ συνόδους, πού έργάστηκαν μέ τήν βία τών αυλικών καί τών άρειανών. Άκόμα δέχτηκε νά ζητήσει άδεια βασιλική γιά έγκαίνια ναοϋ, κάτι δμως πού σχετιζόταν μέ τόν δημόσιο βίο. Επιδίωξε λοι¬πόν μέ τήν έπέμβαση τοΰ βασιλέα νά άρθεΐ δ,τι κακό είχε γίνει μέ βασιλική εύθύνη:
«έκεΐνοι μέν ούν οΰτως έτύρευον καί τάς συσκευάς έπλαττον ( = είς τήν σύνοδον τής Τύρου τό 335), ήμεΐς δέ άνελθόντες έδείξαμεν βα- σιλεΐ τάς άδικίας τών περί Εύσέβιον, έπεί καί αύτός ήν ό τήν σύνο¬δον γενέσθαι κελεύσας καί κόμης αύτοΰ καθηγεΐτο ταύτης» ('Απολογητικός Β' 86,1).
Παρά ταΰτα ή παρουσία τοΰ βασιλέα στά έκκλησιαστικά πράγμα¬τα καί στίς Συνόδους άκόμη δέν άποκλείεται* άντίθετα, είναι έπιθυ- μητή καί τουλάχιστον δέν ένοχλεΐ, άλλά μέ τόν δρο δτι ό βασιλέας όρθοδοξεΐ ή τουλάχιστον δέχεται τήν «κρίσιν» τών έπισκόπων, δ¬πως έκανε ό Μ. Κωνσταντίνος στήν Νίκαια. "Οταν δμως ό βασιλέ¬ας γίνεται δργανο τών κακοδόξων, ή παρουσία του στήν σύνοδο είναι άνεπιθύμητη, δπως καί οί πρωτοβουλίες του σ' αύτήν. Τελικά, τό όρ- θοδοξεΐν καί ή ειλικρίνεια τοΰ βασιλέα είναι τό κριτήριο τής σχέσε¬ως Έκκλησίας καί κοσμικοΰ άρχοντα, πού μάλιστα είναι καί μέλος της. Γι' αύτό καί ό Αθανάσιος, δσο ήλπιζε δτι θά κατανοούσε τήν άπόφαση τής Νίκαιας καί τήν τοποθέτησή του ό Κωνστάντιος, τόν άποκαλοΰσε «θεοφιλέστατον Αϋγουστον», «φιλανθρωπότατον» καί «πλήρη θεοσεβείας καί εύλαβείας» (Άπολογία πρός Κωνστάντιον 1). "Οταν δμως πείστηκε άπόλυτα γιά τήν κακή διάθεση τοΰ ίδιου βασιλέα, τόν χαρακτήρισε «ώμόν», «μή κατά φύσιν έχοντα τάςφρέ- νας» καί «διώκτην θηριώδη», ένώ τοΰ ύπενθύμισε τά φοβερά έγκλή- ματά του κατά τών συγγενών του (Περί τών γεγενημένων παρ' άρειανών 69, 1-2).
Τό πρόβλημα έπομένως τής σχέσεως Έκκλησίας καί κοσμικού άρχοντα τίθεται άπό τόν 'Αθανάσιο σέ προσωπική βάση. Κανένα πά¬γιο θεωρητικό σύστημα δέν διανοήθηκε νά προβάλει. "Ολα εξαρτών¬ται άπό τήν ορθοδοξία ή τήν κακοδοξία τών συγκεκριμένων κοσμι¬κών άρχόντων ή γενικότερα άπό τις έποχές, κατά τίς όποιες οί κο¬σμικοί άρχοντες έμφοροΰνται άπό φιλορθόδοξη ή άντορθόδοξη νοο¬τροπία.
ΒΙΟΣ
Ό Μέγας 'Αθανάσιος γεννήθηκε κατά πάσαν πιθανότητα τό 295 στήν 'Αλεξάνδρεια. Ειδήσεις γιά τήν παιδική καί τήν έφηβική του ήλικία έχουμε λίγες καί αύτές όχι άσφαλεΐς. Οί γονείς του ήταν "Ελληνες καί μάλλον έ- θνικοί. 'Απέκτησε Ικανοποιητική θύραθεν παιδεία (Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος ΚΑ' 6) στίς έκεΐ έθνικές σχολές. Άπό έφηβος βρέθηκε στό στενό περιβάλλον τοΰ 'Αλεξάνδρου Αλεξανδρείας, άπό τόν όποΐο έγινε άναγνώ- στης, γραμματέας καί διάκονος (319). Έτσι γνώρισε άριστα τήν έκκλη- σιαστικοθεολογική κατάσταση τής έποχής, όπως καί τόν άσκητικό βίο. Ζώντας πλησίον τού Αλεξάνδρου, τόν έπηρέαζε ποικιλοτρόπως ήδη άπό τήν έποχή τής έμφανίσεως τοΰ άρειανισμοΰ (περίπου τό 318). ΤΗταν τόσο γνωστή ή επιρροή τοΰ Αθανασίου στόν Αλέξανδρο, ώστε, δταν ό δεύτε¬ρος άρνιόταν νά δεχτεί στήν Έκκλησία τόν "Αρειο μετά τήν καταδίκη του άπό άλεξανδρινές συνόδους (320-322/3), οί άρειανόφρονες θεωρούσαν ύ- παίτιο τόν Αθανάσιο, δπως ό ίδιος πληροφορεί ('Απολογητικός Β' 6,2). Τήν ίδια έποχή βοήθησε τόν 'Αλέξανδρο νά άναιρέσει τίς άπόψεις τοΰ 'Α-ρείου (μέ τήν Έπιστολή πρός 'Αλέξανδρον Θεσσαλονίκης) καί νά υποστη¬ρίξει τήν όρθόδοξη άποψη στήν Α' Οικουμενική Σύνοδο τής Νίκαιας τό 325: «Αρείου... τής Έκκλησίας έκβληθέντος... οί περί Εύσέβιον... έγρα- φον πολλά παρακαλοΰντες Αλέξανδρον τόν έπίσκοπον μή άφεΐναι τόν αί- ρετικόν Άρειον έξω τής Έκκλησίας. Αλεξάνδρου δέ, διά τήν είς Χριστόν εύσέβειαν μή δεχομένου τόν άσεβή (= "Αρειον), είς Άθανάσιον, τότε διά- κονον δντα έλυποΰντο, έπειδή τά πλείστα συνόντα Άλεξάνδρορ τώ έπισκό- πω πολυπραγμονοΰντες αύτόν ήκουον καί τιμώμενον παρ' αύτοΰ. Πεΐραν δέ αύτοΰ ( = τοΰ Αθανασίου) καί τής εύσεβείας τής είς Χριστόν λαβόντες έκ τής συνόδου τής κατά Νίκαιαν συγκροτηθείσης, έν οΐς έπαρρησιάζετο κατά τής άσεβείας τών άρειομανιτών μειζόνως τό μίσος ηΰξανον» ('Απο¬λογητικός Β' 6,2). Έπομένως άπό τό 320 τουλάχιστον σήκωνε τό θεολογι¬κό βάρος τοΰ άντιαρειανικοΰ άγώνα, πού δικαιώθηκε στήν Νίκαια (325). Έκεΐ έγινε καθολικά γνωστός διότι πρωτοστάτησε στίς παρασκηνιακές θε¬ολογικές συζητήσεις, πού όδήγησαν στήν διατύπωση τής άλήθειας ότι ό Υίός είναι «Θεός άληθινός», «έκ τής ούσίας τοΰ Πατρός» καί «όμοούσιος», μέ τήν όποία άνατράπηκε ό άρειανισμός. Τήν έποχή αύτή, καί άσφαλώς μετά τήν έμφάνιση του άρειανισμοΰ, άρχισε τήν συγγραφική θεολογική του δρα¬στηριότητα. Οί δύο πολυσήμαντοι λόγοι του «Κατά έλλήνων» καί «Περί ενανθρωπήσεως» γράφηκαν τότε, δπως τότε πρέπει νά συντάχτηκαν σέ μία πρώτη μορφή οί «Κατά άρειανών» λόγοι του, μέ τούς όποιους θεμελίωσε τήν θεολογία του καί τούς όποιους άσφαλώς έπεξεργάστηκε καί μετά τήν έπισκοποποίησή του.
Λίγο πρίν πεθάνει ό έπίσκοπος 'Αλέξανδρος (+ 17.4.328) υπέδειξε γιά διά¬δοχο του τόν 'Αθανάσιο, γεγονός πού δημιούργησε μεγάλη άντίδραση. Ά- ναζωπυρήθηκε τό καταδικασμένο καί στήν Νίκαια μελιτιανό σχίσμα καί προβλήθηκε μελιτιανός γιά τόν θρόνο 'Αλεξανδρείας. Όμάδα όρθοδόξων έπισκόπων, ένθαρρυνόμενη καί πιεζόμενη έντονα άπό τό όρθόδοξο πλή¬ρωμα, προχώρησε (8.6.328) στη ' έκλογή καί τήν χειροτονία τοΰ 'Αθανα¬σίου ώς έπισκόπου 'Αλεξανδρείας, τόν όποΐο άναγνώρισαν άργότερα καί οί λοιποί έπίσκοποι Αίγύπτου καί Λιβύης. Ή άντίδραση κατά τοΰ 'Αθανα¬σίου συνεχίστηκε μέ τήν συνεργασία τώρα φίλων τοΰ Εύσεβίου Νικομήδειας καί μελιτιανών, οί όποιοι είχαν δικό τους κλήρο. Σκοπός τους ήταν ή άκύ- ρωση τής εκλογής τοϋ 'Αθανασίου, ένώ τόν συκοφαντούσαν στόν αύτοκρά¬τορα δτι π.χ. επέβαλε φόρο παράνομο στούς 'Αλεξανδρινούς, ότι ένίσχυσε μέ άφθονο χρυσό τόν έπικίνδυνο άνώτερο κρατικό ύπάλληλο Φιλούμενο καί ότι φόνευσε τόν έπίσκοπο 'Αρσένιο. 'Αποδείχτηκε τελικά ότι τόν τε¬λευταίο τόν έκρυβαν οί μελιτιανοί. Τό κλίμα γινόταν άκόμη δυσμενέστερο άπό τήν άρνηση τοϋ 'Αθανασίου νά ύποκύψει στίς ύποδείξεις τοϋ αύτοκρά¬τορα καί νά δεχτεί σέ κοινωνία τόν "Αρειο, καταδικασμένο στήν Νίκαια όριστικά. Τήν κατάσταση αύτή ό 'Αθανάσιος άντιμετώπισε μέ διαφωτιστι¬κές έγκύκλιες 'Επιστολές καί δή μέ συχνές επισκέψεις στίς έπισκοπές τής Αίγύπτου καί τά μοναστικά κέντρα, όπως τοϋ Παχωμίου, μέ άποτέλεσμα νά ένισχύσει τήν ένότητα καί τό όρθόδοξο φρόνημα τών πιστών.
Παράλληλα προσπαθούσε ν' άποδεικνύει άβάσιμες τίς έναντίον του κα¬τηγορίες στόν αύτοκράτορα. Αύτές αύξάνονταν καί τό 334 ό Μ. Κωνσταν¬τίνος δέχτηκε τήν ύπόδειξη τών μελιτιανών γιά σύγκληση συνόδου, πού θά έκρινε συνολικά τό πρόβλημα 'Αθανάσιος. "Ηδη δμως ό Κωνσταντίνος εί¬χε άπόλυτα πειστεί ότι ή έμμονη τοϋ 'Αθανασίου στήν όρθοδΓ ξία καί ή πο¬λεμική κατά τοϋ άρειανισμοΰ, ό όποιος άπλωνόταν όλοένα καί περισσότερο, άντιστρατευόταν τήν δική του πολιτική. Τήν τελευταία τοϋ είχαν έμπνεύ- σει οί άρειανόφρονες καί μάλιστα ό Εύσέβιος Νικομήδειας, μέ τόν όποΐο είχε μακρινή συγγένεια. Σύμφωνα μέ τήν πολιτική αύτή θά πετύχαινε στέ- ρεη ένότητα τοΰ άπέραντου ρωμαϊκού κράτους μέ βάση τήν έκκλησιαστι¬κή ένότητα όρθοδόξων καί άρειανών, ύποτιμώντας βέβαια άφελώς τίς θεολογικές καί δογματικές διαφορές. Είχε λοιπόν καί ό Κωνσταντίνος ι¬σχυρό λόγο νά λησμονήσει τόν θαυμασμό, πού όντως είχε γιά τό πρόσωπο τοϋ 'Αθανασίου.
"Ετσι οί μελιτιανοί καί οί άρειανοί, μέ τόν Εύσέβιο Νικομήδειας έπικε¬φαλής, όργάνωσαν εύρύ κατηγορητήριο γιά δήθεν έκκλησιαστικοκοινωνι- κά καί ποινικά παραπτώματα τοϋ 'Αθανασίου καί ό Κωνσταντίνος κάλεσε τό 335 σύνοδο στήν Καισάρεια τής Παλαιστίνης μέ σκοπό τήν έξέταση τών κατηγοριών. Ό 'Αθανάσιος δμως άρνήθηκε νά προσέλθει, έπειδή ό έπίσκο- πος τής πόλεως Εύσέβιος ήταν φίλος καί όργανο τών άρειανοφρόνων καί ή άπόφαση τής συνόδου προδικασμένη. Τότε οί επίσκοποι κλήθηκαν στήν Τύρο τής Φοινίκης, άλλά οί άρειανόφρονες ήταν 60 καί οί ορθόδοξοι μέ τόν 'Αθανάσιο, πού μέ τήν βία τόν άνάγκασαν νά προσέλθει, 49, όλοι άπό τήν Αίγυπτο.
Στήν σύνοδο άνέτρεψε μέ άνεση τίς κατηγορίες: ότι ό άποσταλμένος του Μακάριος φέρθηκε βάναυσα στό ίερό πού λειτουργούσε ό Ίσχύρας, τόν ό¬ποΐο δήθεν κακοποίησε (άποδείχτηκε ότι ό Ίσχύρας ήταν αύτοχειροτονη- μένος πρεσβύτερος καί τήν ήμέρα πού τάχα συνέβησαν αύτά ήταν κλινήρης, άπών άπό τόν ναό)* ότι φόνευσε τόν μελιτιανό έπίσκοπο στήν Θηβαΐδα 'Αρ¬σένιο, τού οποίου μάλιστα τό δεξί χέρι χρησιμοποιούσε γιά μαγεία (ό 'Αρ¬σένιος βρέθηκε στό κρησφύγετο του καί μάλιστα μέ τά δύο του χέρια στήν θέση τους)• ότι παρέσυρε στήν άκολασία γυναίκα (ή ψευδομάρτυς, πού πλη¬ρώθηκε γιά νά παραστήσει τό θύμα καί πού δέν γνώριζε προσωπικά τόν 'Αθανάσιο, εξέλαβε γιά 'Αθανάσιο κάποιον Τιμόθεο, τόν όποΐο καί κατη¬γόρησε ώς έκπαρθενευτή της). Τέτοιου είδους κακοήθειες, ένώ άπορρίπτον- ταν εύκολα, έπεισαν άπόλυτα τόν 'Αθανάσιο γιά τόν σκοπό τών άρειανών, πού πλειοψηφούσαν στήν Σύνοδο. Γι" αύτό καί, μετά άπό πληροφορίες ότι οργάνωναν έναντίον του δολοφονική άπόπειρα, έφυγε κρυφά γιά νά συναν¬τήσει προσωπικά τόν Κωνσταντίνο στήν Κωνσταντινούπολη, όπου έφτα¬σε, άλλά χωρίς νά πετύχει τήν επιθυμητή άκρόαση.
'Απογοητευμένος άπό τά συμβαίνοντα στήν αυλή τού αύτοκράτορα, μά καί άποφασισμένος νά τοϋ έξηγήσει τήν κατάσταση, τόν περίμενε σέ κά¬ποιο μέρος, τήν ώρα πού θά επέστρεφε άπό περίπατο. 'Εμφανίστηκε άπρόο- πτα στόν έφιππο βασιλιά, τόν σταμάτησε, τοϋ ζήτησε νά τόν άκούσει, άλλά ό βασιλιάς, άν κι εντυπωσιάστηκε βαθιά, δέν είχε τήν δύναμη νά ξεπερά¬σει τόν κλοιό, πού είχαν σχηματίσει γύρω του οί άρειανοί. Τό μόνο πού τό¬τε άποφάσισε ήταν νά καλέσει ολόκληρη τήν σύνοδο (πού είχε ήδη καθαι¬ρέσει τόν 'Αθανάσιο βάσει πορίσματος έξεταστικής έπιτροπής άπό άρεια- νούς) στήν Κωνσταντινούπολη πρός έπανεξέταση τών πραγμάτων. Πέτυ¬χαν δμως οί περί τόν Εύσέβιο Νικομήδειας νά μή μεταβούν στήν πρωτεύ¬ουσα παρά μόνο μερικοί άπό τούς φανατικούς άρειανούς έπισκόπους, οί όποιοι συνάντησαν τόσες δυσκολίες στήν έξουθένωση τοϋ 'Αθανασίου, ώ¬στε νά καταφύγουν σέ δραστική συκοφαντία. Ό 'Αθανάσιος δήθεν είπε ότι θά έμποδίσει τήν άποστολή σίτου άπό τήν 'Αλεξάνδρεια στήν Κωνσταντι-νούπολη. Ό βασιλέας τότε θύμωσε -ή έδειξε ότι θύμωσε- καί, δεχόμε¬νος τήν συνοδική καθαίρεση, έξόρισε τόν 'Αθανάσιο (τόν 'Ιούλιο τοΰ 335) στά Τρέβιρα (Γερμανία), όπου είχε τήν αυλή του ό όμώνυμος νεώτερος γιός του καί όπου έπισκόπευε ό Μαξιμΐνος. Καί οί δύο άντρες δέχτηκαν καί τί¬μησαν πολύ τόν 'Αθανάσιο, πού στά 40 του χρόνια είχε γίνει ό κατ' έξοχήν έκφραστής καί ύπερασπιστής τής 'Ορθοδοξίας καί ήρωας τής Έκκλησίας. Στίς παρακλήσεις άλεξανδρινών καί μάλιστα τοΰ Μ. 'Αντωνίου γιά άνά- κληση τής άποφάσεως δέν ύποχώρησε ό Κωνσταντίνος. Ή μόνη χειρονο¬μία του, πού δείχνει δτι παρά ταύτα έκτιμοϋσε τόν 'Αθανάσιο, ήταν δτι δέν επέτρεψε νά χειροτονηθεί άλλος έπίσκοπος 'Αλεξανδρείας καί δέν έμπόδι- σε τόν 'Αθανάσιο νά έπικοινωνεΐ μέ τό ποίμνιο του. Συγχρόνως οί διωγμοί καν οί καταπιέσεις είς βάρος τών όρθοδόξων αυξάνονταν έπικίνδυνα στήν 'Ανατολή.
Ό Μ. Κωνσταντίνος πέθανε τό 337 καί ό γιός του Κωνσταντίνος έδωσε άμνηστία (πού τήν άναγνώρισε καί ό Κωνστάντιος) καί ύπέγραψε διάτα¬γμα έπανόδου όλων τών έξόριστων όρθοδόξων καί τοΰ 'Αθανασίου, ό ό¬ποιος έπέστρεψε στήν 'Αλεξάνδρεια (23.11.337) κι έγινε δεκτός μέ πολύ έν- θουσιασμό άπό τόν λαό.
Εντός τοϋ 338 ό 'Αθανάσιος κάλεσε σύνοδο 100 περίπου έπισκόπων τής Αίγύπτου, τής Λιβύης καί τής Πενταπόλεως. Στήν σύνοδο καταδικάστη¬καν οί μέχρι τότε ένέργειες τών άρειανών καί τονίστηκε ή εγκυρότητα τών άποφάσεων τής Νίκαιας καί ή κανονικότητα τής θέσεως τοϋ 'Αθανασίου.
Οί άρειανοί όμως, στηριζόμενοι καί στήν βοήθεια τοϋ νέου αύτοκράτορα Κωνσταντίου, τόν όποΐο είχαν κάνει άρειανόφρονα, χάλκευσαν πολλές νέες κατηγορίες έναντίον τοϋ 'Αθανασίου καί τό 339 πέτυχαν σύγκληση συνό¬δου στήν 'Αντιόχεια, όπου τόν καθαίρεσαν ('Απρίλιος), άφοϋ είχαν άποτύ- χει νά πείσουν τήν Ρώμη νά στραφεί άμεσα κατά τοϋ 'Αθανασίου.
Μέ πολλές δυσκολίες βρήκαν καί δρισαν άντικαταστάτη του τόν καπ- παδόκη Γρηγόριο, πού ήρθε στήν 'Αλεξάνδρεια παρά τήν λαϊκή άντίδρα¬ση, άποτέλεσμα τής όποιας ήταν βιαιότητες καί διωγμοί σέ βάρος ορθόδο¬ξων κληρικών καί λαϊκών. Ό 'Αθανάσιος, όταν είδε νά έκτραχύνονται τά πράγματα σέ βάρος τών όρθοδόξων πήρε μόνος τόν δρόμο τής έξορίας.
Αύτή τήν φορά πήγε στήν Ρώμη (340), δπου τόν δέχτηκαν μέ σεβασμό καί πολλές τιμές. Συνοδευόταν άπό δύο μοναχούς, μέ τούς όποιους συνέ¬βαλε στήν γνωστοποίηση τοϋ μοναχισμού στήν Δύση. Ή παρουσία τού 'Α¬θανασίου στήν Ρώμη άπέβη πολυσήμαντη, γιατί έγινε ή αιτία ευρύτερου θεολογικού κατατοπισμοϋ τών δυτικών, οί όποιοι γιά πρώτη φορά, μετά έναν αιώνα, ευτύχησαν νά ακούσουν μεγάλο θεολόγο τής 'Ανατολής. Δέν είναι υπερβολή αύτό πού ειπώθηκε, ότι (άπό μία άποψη) ή Δύση έγινε άπό τήν έποχή αύτή άθανασιανή. Τότε κατάλαβε όρθά τά μεγάλα θεολογικά προβλήματα καί τό πνεύμα τοϋ Αθανασίου, πού έγινε πίστη καί Παράδο¬ση στήν Έκκλησία.
Άπό τήν Ρώμη καί μέ πρωτοβουλία τοϋ επισκόπου της Ιουλίου Α' έγι¬ναν προσπάθειες γιά δικαίωση καί επιστροφή τοϋ 'Αθανασίου, άλλά χωρίς άποτέλεσμα. Έπίσης έγινε καί προσπάθεια καθολικής συνεννοήσεως Δύ¬σεως καί 'Ανατολής, πάλι χωρίς αποτέλεσμα, διότι τελικά οί δυτικοί έπί¬σκοποι συνάχτηκαν στήν Ρώμη (341), γιά νά δικαιώσουν τόν 'Αθανάσιο καί νά άθωώσουν τόν Μάρκελλο 'Αγκύρας, ένώ οί άνατολικοί συνάχτη¬καν στήν 'Αντιόχεια (341), όπου καταδίκασαν τούς παραπάνω δύο έπισκό¬πους καί διατύπωσαν 4 σύμβολα συμβιβαστικά, σ' ένα τών οποίων ό Υίός χαρακτηρίζεται «άπαράλλακτος» είκόνα τής ούσίας τοϋ Πατέρα. Γιά τήν λύση τοϋ σχίσματος οργανώθηκε νέα σύνοδος γιά τά Μεδιόλανα, πού τελι¬κά έγινε τό 343 στήν Σαρδική (σημ. Σόφια). Έκεΐ έλαβαν μέρος πολλοί όρ- θόδοξοι δυτικοί, ένώ άργότερα ήρθαν καί οί άνατολικοί άρειανόφρονες. Οί τελευταίοι, μόλις διαπίστωσαν ότι ό βασιλέας δέν άσκεΐ πίεση, δτι πρόε¬δρος τής συνόδου ήταν ό φίλος τοΰ 'Αθανασίου "Οσιος Κορδούης καί δτι οί ορθόδοξοι πλειοψηφούσαν, βρήκαν μιά πρόφαση καί άφησαν τήν Σαρ- δική• ήρθαν στήν Φιλιππούπολη καί σχημάτισαν σύνοδο, ή όποία άνανέω- σε τήν καθαίρεση τοϋ 'Αθανασίου καί καταδίκασε σημαίνοντες όρθοδόξους τής Δύσεως.
Παράλληλα στήν Σαρδική ό 'Αθανάσιος άπολογήθηκε, άθωώθηκε καί άποκαταστάθηκε, άλλά ό Κωνστάντιος άπείλησε ότι θά τόν θανάτωνε, άν έπιχειροϋσε νά έπιστρέψει στήν 'Αλεξάνδρεια. Οί συνεχείς όμως πιέσεις τοϋ αύτοκράτορα τής Δύσεως Κώνστα, ή βαρβαρική άπειλή καί ό θάνατος τοϋ έπιβήτορα Γρηγορίου έκαναν τόν Κωνστάντιο νά συναινέσει στήν άποκα- τάσταση τοϋ 'Αθανασίου. Τόν προσκάλεσε (345) λοιπόν έπίμονα καί, μέ έγγραφες διαβεβαιώσεις γιά τήν άσφάλεια τής ζωής του, τόν προέτρεψε νά έπανέλθει στήν 'Αλεξάνδρεια. Ό ιεράρχης ταξίδεψε στήν Ρώμη καί σ.τά Τρέβιρα, γιά νά εύχαριστήσει καί νά άποχαιρετήσει τούς φίλους καί εύερ- γέτες του. Άπό έκεΐ ήρθε στήν Ανατολή, πέρασε άπό τήν 'Αντιόχεια, τήν Λαοδίκεια καί τά 'Ιεροσόλυμα καί στίς 21.10.346 έφτασε στήν 'Αλεξάν¬δρεια, όπου τό πλήθος τόν ύποδέχτηκε ώς όμολογητή καί σύμβολο τής 'Ορ¬θοδοξίας μέ συγκινητικές έκδηλώσεις.
Στά χρόνια πού άκολούθησαν έργάστηκε έντονα γιά τήν θεραπεία τών ποιμαντικών άναγκών τής περιοχής, γιά τήν θεολογική διαφώτιση δσων «καλή τή πίστει» παρασύρθηκαν στόν άρειανισμό καί γιά τήν ύποστήριξη τής 'Ορθοδοξίας σέ όλες κατά τό δυνατόν τίς τοπικές 'Εκκλησίες.
Ή δράση του έφερε σέ δύσκολη θέση τούς άρειανούς, πού έβλεπαν νά χάνεται ή κυριαρχία τους στήν Ανατολή. Κίνησαν λοιπόν πάλι γή καί ού- ρανό γιά τήν έξόντωση τοΰ Αθανασίου. Στήν άρχή ό Κωνστάντιος δέν συ¬ναινούσε. "Υστερα όμως, άπό τό 353, όπότε έξουδετέρωσε τόν Μαξέντιο, φονέα τοΰ άδελφοϋ του Κώνστα, άλλαξε στάση• παρασύρθηκε στά σχέδιά τους, διότι έβλεπε καί τήν τεράστια σημασία πού είχε γι' αύτόν μιά υποχεί¬ρια έκκλησιαστικοπολιτική κατάσταση στήν Αίγυπτο. Πρώτα φρόντισαν νά άπομακρύνουν τόν 'Αθανάσιο άπό τήν 'Αλεξάνδρεια μέ τέχνασμα, τό όποΐο εκείνος κατάλαβε καί στό όποΐο άντέδρασε (ό Κωνστάντιος τόν κά¬λεσε τόν Μάιο τού 353 γιά νά τόν δεχτεί σέ άκρόαση, τήν όποία δέν είχε ποτέ ζητήσει ό Αθανάσιος).
Στό πλαίσιο τής προσπάθειας πρός διάλυση τής ορθόδοξης Έκκλησίας καί έξόντωση προσωπική τοϋ 'Αθανασίου έγιναν δύο σύνοδοι: Ή μία στήν Άρελάτη (Aries) τό 353 καί ή άλλη στά Μεδιόλανα (Μιλάνο) τό 355, μέ τετρακόσιους περίπου έπισκόπους, κυρίως άπό τήν Δύση. Οί τελευταίοι κα¬ταδίκασαν τόν Αθανάσιο καί μάλιστα ώς αιρετικό μαζί μέ τόν Φωτεινό καί τόν Μάρκελλο 'Αγκύρας. Ελάχιστοι, πού άντιστάθηκαν στήν θέληση τοΰ Κωνσταντίου, (ό όποιος παρευρέθηκε προσωπικά στήν σύνοδο), εξορί¬στηκαν. .
Ό Ρώμης Λιβέριος στήν άρχή έμεινε πιστός στίς άποφάσεις τής Νίκαιας καί στόν 'Αθανάσιο. Δυστυχώς όμως κάμφθηκε άργότερα (357) καί ύπέ¬γραψε ήμιαρειανικό σύμβολο πίστεως καί καταδίκη τοΰ Αθανασίου. Τό λυπηρό είναι ότι τό ίδιο έκανε καί ή μεγαλύτερη φυσιογνωμία τότε στήν Δύση, ό "Οσιος Κορδούης, πού, παρά τούς μέχρι τότε άγώνες του, ύπέκυ¬ψε στις πιέσεις καί ύπέγραψε καί αύτός ήμιαρειανικό σύμβολο. Τά γεγονό¬τα αύτά, πού συνέβησαν δλα στήν Δύση, σήμαιναν κυριολεκτικά ότι καί ή δυτική Έκκλησία παραδόθηκε ολόκληρη στόν αρειανισμό, μολονότι άπό φόβο, ένίοτε καί άγνοια.
Τίς άποφάσεις τών συνόδων Άρελάτης καί Μεδιολάνων στάλθηκαν νά έφαρμόσουν μέ κάθε μέσο στήν Αλεξάνδρεια ό νοτάριος Διογένης (355) καί μάλιστα ό στρατηγός Συριανός ('Ιανουάριος 356), πού χρησιμοποίησε βίαια μέτρα. Έπειδή ό λαός τής πόλεως έμενε πιστός στόν έπίσκοπο του κι έπέμενε στήν μή έκτέλεση τών ληστρικών συνοδικών άποφάσεων, ό 'Α¬θανάσιος έμεινε στήν ' Αλεξάνδρεια μέχρι καί τήν 8η Φεβρουαρίου. Τήν νύ¬χτα δμως τής 8ης Φεβρουαρίου κι ένώ πλήθος πιστών μέ τόν 'Αθανάσιο μαζί παρακολουθούσαν άγρυπνία στόν ναό τοΰ 'Αγίου Θεωνά, ό Συριανός, μέ πέντε χιλιάδες στρατιώτες, κύκλωσε τόν ναό γιά νά συλλάβει τόν ιε¬ράρχη. Αύτός άρνήθηκε νά φυγαδευτεί, πρίν άπομακρυνθοΰν οί πιστοί καί άσφαλιστεΐ ή ζωή τους. Πολλοί υπάκουσαν καί άπομακρύνθηκαν. "Αλλοι έμειναν κοντά του. Σέ κάποια στιγμή συγχύσεως οί στρατιώτες εισέβαλαν στόν ναό, άλλά μερικοί κληρικοί καί μοναχοί, μέ κάλυψη πολλών πιστών, άρπαξαν τόν 'Αθανάσιο καί τόν όδήγησαν σέ άσφαλές μέρος. "Ετσι άρχι¬σε ή τρίτη έξορία τοΰ Άγίου, κοντά στούς μοναχούς τώρα, οί όποιοι τοϋ παραστάθηκαν άφάνταστα καί γιά τήν θεολογική ένημέρωση τών όποιων έγραψε σπουδαία έργα. Τό 354 μάλιστα, πρώτος ό 'Αθανάσιος, καθόσον γνωρίζουμε, χειροτόνησε μοναχούς σέ έπισκόπους. Τήν φυγή τοϋ 'Αθανα¬σίου άκολούθησαν βιαιότητες καί διωγμοί τών όρθοδόξων. Μέ τήν προστα¬σία μοναχών τής "Ανω Αίγύπτου άλλαζε συνεχώς στήν έρημο κρησφύγετο, γιατί οί άρειανοί κοσμικοί άρχοντες, μέ προσωπική έντολή τοΰ Κωνσταν¬τίου, τόν καταδίωκαν καί τόν άναζητοΰσαν παντοΰ.
Πολλοί μοναχοί διώχτηκαν καί ύπέστησαν πολλά μαρτύρια, γιά νά φα¬νερώσουν τήν καλύβη ή τό σπήλαιο τοΰ Αθανασίου. "Αντεξαν όμως δλοι καί δέν πρόδωσαν τόν προστατευόμενο τους. 'Αντίθετα, έκαναν τό πάν γιά νά εύκολύνουν τήν δράση του, τήν σύνταξη άπολογητικών καί πολεμικοϊ- στορικών έργων καί τήν άπό τά κρησφύγετά του διαποίμανση τών όρθοδό¬ξων τής 'Αλεξάνδρειας καί τής Αιγύπτου γενικά, πού βέβαια στέναζαν ύπό τούς αύλικοαρειανούς κοσμικούς καί έκκλησιαστικούς άρχοντες. Οί άρεια¬νοί στό μεταξύ έγκατέστησαν (24.2.357) στόν θρόνο τής Αλεξάνδρειας τόν άγροΐκο Γεώργιο, τόν όποΐο εκδίωξε ό λαός (2.10.358) μέ έξέγερση. Αύτός όμως έπανήλθε σέ τρία χρόνια μέ ύψηλή προστασία, γιά νά δολοφονηθεί άργότερα (24.12.361) άπό έξαγριωμένα πλήθη έθνικών.
Παρά τίς κακουχίες καί τούς κατατρεγμούς, ή έποχή αύτή, μέχρι τό 361, ήταν έξαιρετικώς καρποφόρα γιά τόν 'Αθανάσιο. Τότε έγραψε μερικά άπό τά καλύτερα έργα του. Παρακολουθούσε άγρυπνα καί κατηύθυνε τό ποί¬μνιο του, τό όποΐο μάλιστα έπισκεπτόταν κάποτε κάποτε κρυφά, μέ τήν βοήθεια τών πιστών. Τήν έποχή αύτή άρχίζει καί νέα φάση τής θεολογικής προσφοράς τοΰ 'Αθανασίου. Αύτής πού άφορά στήν θεολογία καί τήν προ¬βολή τοϋ μοναχισμού καί τής άσκήσεως γενικά μέ τήν σύνταξη τοϋ Βίου τοϋ Μ. 'Αντωνίου (356). Αύτής πού άφορά στήν πνευματολογία ('Επιστο¬λές πρός Σεραπίωνα τό 359), μέ τήν όποία έρμήνευε, έπεξέτεινε, έμπλούτι- ζε, άλλά καί στερέωνε περισσότερο τήν θεολογία τής Νίκαιας. Καί αύτής πού θεμελίωνε τήν στάση τοϋ έπισκόπου (Εκκλησίας) έναντι τοΰ κοσμι- κοϋ άρχοντα (πολιτείας), είτε αύτός είναι χριστιανός, είτε είναι έθνικός.
Ή άνοδος στόν θρόνο τού 'Ιουλιανού (Νοέμβριος 361) σήμανε τό τέλος τών μακρών έξοριών τού 'Αθανασίου. Ό νέος παγανιστής αύτοκράτορας έδωσε άμνηστία στούς όρθοδόξους, πού είχε έξορίσει ό Κωνστάντιος. "Ε¬τσι ό 'Αθανάσιος έπανέρχεται στήν 'Αλεξάνδρεια (21.2.362), γιά νά εγκαι¬νιάσει πολυσήμαντη τακτική μέ τήν περίφημη «Σύνοδο τών όμολογητών» τού ίδιου έτους. Μέ τό αύξημένο κύρος του σέ 'Ανατολή καί Δύση, άλλά καί μέ τό κύρος τών συνοδικών μελών, πού καί αύτοί είχαν πολλά υποστεί γιά τήν ορθοδοξία, προσπάθησε: α) νά δημιουργήσει γέφυρα έπανόδου ό¬σων πίστευαν όρθά, άλλά δίσταζαν στήν χρήση τοϋ όρου «ομοούσιος»• β) νά έπαναβεβαιώσει τήν «αυτάρκεια» τής συνόδου τής Νίκαιας, άπό τό σύμ¬βολο τής όποιας προκύπτει έμμεσα καί ότι τό άγιο Πνεΰμα δέν είναι κτί¬σμα* γ) νά άποτρέψει περαιτέρω συζήτηση γιά τόν δρο ύπόσταση, χωρίς νά έμποδίζει τήν χρήση τοϋ όρου «τρεις ύποστάσεις» καί χωρίς νά εγκατα¬λείπει τήν άρχική του θέση ότι ή ύπόσταση ταυτίζεται μέ τήν ούσία, θέση πού θεολογικά θά ξεπεραστεί μέ τόν Μ. Βασίλειο* δ) νά προβάλει όρθόδο¬ξη χριστολογία μέ βάση τούς όρους τής Νίκαιας «σαρκωθέντα» καί «έναν- θρωπήσαντα», άντιμετωπίζοντας έτσι τήν πρώτη φάση τοΰ άπολιναρισμοΰ• καί ε) νά δείξει τίς άναγκαΐες έκκλησιαστικοθεολογικές προϋποθέσεις, μέ τίς όποιες θά μποροϋσαν τότε νά ένωθοΰν οί άνατολικοί (προπαντός οί άν- τιοχειανοί) καί οί δυτικοί πού άσπάζονταν τό σύμβολο τής Νίκαιας (Βλ. σχετικά στόν Τόμον πρός Άντιοχεις). Βέβαια, ή συζήτηση γιά τίς ύποστά- σεις (τριαδολογία) δέν σταμάτησε. Τήν σχετική όρθόδοξη θεολογία θά τήν πραγματώσει ό Μ. Βασίλειος δύο χρόνια μετά στό Κατά Εύνομίου έργο του. Έπίσης ή χριστολογική διαμάχη θά συνεχιστεί μέ τούς Καππαδόκες καί θά λυθεΐ συνοδικά τόν έπόμενο αιώνα.
Άλλά καί στόν ποιμαντικό καί κατηχητικό τομέα τό έργο τοϋ Αθανα¬σίου ύπήρξε εντυπωσιακό. Όλ' αύτά καί τό γεγονός ότι ό ιερός άνδρας κατήχησε γυναίκες τής άλεξανδρινης άριστοκρατίας έξόργισαν τόν 'Ιου¬λιανό, πού έδειξε πόσο έπιφανειακά καί σκόπιμα είχε σκεφτεί τήν άμνη¬στία τών όρθοδόξων. Μέ άστεΐες λοιπόν προφάσεις διέταξε όχι μόνο νά έκδιωχτεΐ ό 'Αθανάσιος άπό τήν έπισκοπή του, «άλλά καί άναιρεθήναι», νά φονευτεί.
"Ετσι στίς 24.10.362 πήρε γιά τέταρτη φορά τόν δρόμο τής έξορίας. Μπήκε σ' ένα πλοίο μέ κατεύθυνση, μέσω Νείλου, τήν Θηβαΐδα. Τόν άκολούθησε όμως πλοΐο μέ στρατιωτικό άπόσπασμα μέ σκοπό νά τόν βρει καί νά τόν φονεύσει. "Οταν ό Αθανάσιος άντιλήφτηκε τό πλοΐο, άλλαξε πορεία. Σέ μιά καμπή τού ποταμού πήρε τό δρόμο τής έπιστροφής καί πέρασε έμπρός άπό τό πλοΐο τοϋ στρατιωτικού άποσπάσματος. Οί συνοδοί του στήν ερώ¬τηση τών διωκτών, άν είδαν τόν Αθανάσιο, άπάντησαν δτι προχωρώντας θά τόν προλάβουν. Επέστρεψε λοιπόν στήν Αλεξάνδρεια κι έμεινε γιά λί¬γο έξω άπό τήν πόλη. 'Αλλά κάτι τέτοιο ήταν πολύ έπικίνδυνο κι έφυγε γιά τήν Θηβαΐδα, δπου γνώρισε τούς Ταβεννησιώτες μοναχούς, οί όποιοι μέ τόν ήγούμενο τους Θεόδωρο τόν φιλοξένησαν δείχνοντάς του σεβασμό καί άγάπη.
Κοντά στούς μοναχούς έμεινε περίπου 10 μήνες. Ό 'Ιουλιανός φονεύτη¬κε (26.6.363) καί αντικαταστάθηκε άπό τόν άγαθό καί φιλορθόδοξο Ίοβια- νό. Ή Έκκλησία δέχτηκε ώς δώρο Θεοϋ σέ καταιγίδα τήν άνοδο τοϋ νέου αύτοκράτορα, τόν όποΐο άμέσως έπισκέφτηκε ό Αθανάσιος στήν έδρα του (Αντιόχεια). Έκεΐ, σ<1 διαδοχικές συναντήσεις τού έξήγησε τήνέκκλησια- στικοθεολογική κατάσταση (χωρίς νά έρθει σ' έπαφή μέ τήν κοινότητα τοϋ Μελετίου). Ό Ίοβιανός περιέβαλε μέ τιμή καί σεβασμό τόν 'Αθανάσιο γιά τούς άγώνες του, ένέκρινε τήν τακτική του καί τόν έφοδίασε μέ έπίσημα έγγραφα γιά τήνέπιστροφή του στήν 'Αλεξάνδρεια (Φεβρουάριος 364). Δυ¬στυχώς δμως τήν ίδια έποχή πέθανε ό Ίοβιανός καί ό αύτοκράτορας Ούα- λεντινιανός όνόμασε συνάρχοντα γιά τήν 'Ανατολή τόν Ούάλη, μέ τόν όποΐο τό σκηνικό άλλαξε ριζικά.
Οί όρθόδοξοι γνώρισαν τόσους άπηνεΐς διωγμούς, πού ή Έκκλησία δέν έζησε ούτε στήν έποχή τών κατακομβών. Ή άρειανική του τοποθέτηση ή¬ταν γνωστή άπό τό 360 (σύνοδος Κωνσταντινουπόλεως). 'Υποστήριξε μέ κάθε μέσο τούς άρειανούς όμοιους καί τώρα (5.5.365) δημοσίευσε διάτα¬γμα, βάσει τοΰ οποίου έξορίζονταν δλοι όσους είχε έξορίσει ό Κωνστάν¬τιος καί φυσικά καί ό 'Αθανάσιος, πού ήταν πλέον έβδομήντα έτών, κου¬ρασμένος, άλλά μέ άκτινοβολία έντονότερη άπό άλλοτε. Τό ποίμνιο του όμως φαινόταν τώρα άποφασισμένο γιά όλα. Τήν λαϊκή άναταραχή τήν γνώ¬ριζε ό έπαρχος τής Αίγύπτου καί άφηνε νά νοηθεί ότι δέν θά εκτελέσει τό διάταγμα στήν περίπτώση τοΰ 'Αθανασίου. 'Υποκρινόταν όμως. Γι' αύτό καί ό 'Αθανάσιος, άναμετρώντας τίς συνέπειες μιάς έξεγέρσεως, εγκατέ¬λειψε άπροειδοποίητα τήν 'Αλεξάνδρεια στίς 5.10.365, τήν νύχτα μάλιστα πού είχε άποφασίσει ό έπαρχος νά τόν συλλάβει, κυκλώνοντας τόν ναό τοΰ άγίου Διονυσίου, στόν όποΐο ό 'Αθανάσιος θά τελοΰσε αγρυπνία μέ πολ¬λούς πιστούς. "Ετσι, άδικα τό στρατιωτικό άπόσπασμα είσόρμησε τήν νύ¬χτα έκείνη στόν ναό. Ό 'Αθανάσιος κρυβόταν ήδη κάπου κοντά στήν 'Αλεξάνδρεια, ίσως καί μέσα σ' αύτήν, «έν πατρώω μνήματι», λέει ό ιστο¬ρικός Σωκράτης (Έκκλ. ιστορία Δ' 13).
Ή κατάσταση αύτή κράτησε μόνο τέσσερες μήνες. Ό Ούάλης διακρι¬νόταν τουλάχιστον γιά τήν πολιτική του σύνεση. Συνέχιζε τήν άφόρητη κα¬ταπίεση τών όρθοδόξων, άλλά, προκειμένου νά έπαναστατήσει ό λαός τής 'Αλεξάνδρειας, πού πράγματι βρισκόταν σέ μεγάλο άναβρασμό, προτίμη¬σε νά άμνηστεύσει τόν 'Αθανάσιο, πού όπως είπαμε ήταν γιά όλη τήν Έκ¬κλησία σύμβολο τής ορθοδοξίας. Τό ίδιο μάλιστα έκανε άργότερα μέ τόν Μ. Βασίλειο. Μπορούσε νά τόν έξορίσει καί αύτόν, άλλά κάτι τέτοιο θά ήταν έσχατη πρόκληση. Τόν άφησε λοιπόν μέ πολλές πιέσεις στήν Καισά¬ρεια, γιατί, μετά τόν 'Αθανάσιο, σύμβολο τής 'Ορθοδοξίας έγινε ό Βασί¬λειος. Ό 'Αθανάσιος έπέστρεψε άπό τήν τελευταία του έξορία τήν 1η Φεβρουαρίου τοϋ 366 καί δέν άπομακρύνθηκε πιά άπό τό ποίμνιο του, πα¬ρά γιά λίγες ή μέρες, τόν Σεπτέμβριο τοϋ 367, όταν ό Λουκιανός, ένας ά- ρειανός έπίσκοπος, άποπειράθηκε νά τόν εκθρονίσει.
Στά τελευταία χρόνια τής ζωής του καί δή άπό τό 370, ένδιαφέρθηκε γιά τήν λύση τοϋ άντιοχειανοϋ σχίσματος, διατηρώντας έντονη συμπάθεια πρός τούς εύσταθιανούς, πού τούς έκπροσωπούσε τώρα ώς επίσκοπος τους ό Παυλΐνος. Στό μεταξύ, ό νέος άστέρας τής Έκκλησίας, ό Βασίλειος Και¬σαρείας τής Καππαδοκίας, καλούσε τόν Αθανάσιο, τόν μόνο στήν Έκ¬κλησία πού διέθετε τόσο κύρος καί τόσο φωτισμό, νά έπέμβει στήν Αντιόχεια, γιά δικαίωση τού παρεξηγημένου, άκόμη καί άπό τόν 'Αθανά¬σιο, κανονικού έπισκόπου Μελετίου καί τήν καταδίκη ώς κακοδόξου του Μαρκέλλου 'Αγκύρας, ό όποιος παλαιά είχε καταπολεμήσει τούς άρεια- νούς, ήταν συμπαθής στόν 'Αθανάσιο κι έδειχνε έμμονή στήν πίστη τής Νί-καιας. Άπό τό πλέγμα τοϋτο δέν έξήλθε ό Αθανάσιος. Κατά τά άλλα συνέχισε τό άνορθωτικό έργο τής ορθόδοξης πίστεως, μολονότι μέ τούς διωγμούς τοϋ Ούάλη μόνο νησίδες όρθοδοξίας έμεναν στό άνατολικό κρά¬τος. Στίς 2 (ή 3) Μαΐου τοϋ 373 παρέδωσε τό πνεύμα, χωρίς νά δεΐ τήν νίκη τής όρθοδοξίας. Τήν προετοίμασε όμως τόσο καλά, ώστε ήρθε όκτώ χρό¬νια μετά τήν κοίμηση του μέ τήν Β' Οικουμενική Σύνοδο (381).
Ή Έκκλησία τιμά τήν μνήμη του στίς 18 'Ιανουαρίου καί στίς 2 Μαΐου.
Πηγές
Πολλά στοιχεία γιά τόν βίο καί τήν δράση τοϋ Αθανασίου βρίσκουμε στά έργα του: Πρός τόν βασιλέα Κωνστάντιον 'Απολογία, Περί τών δια- βαλλόντων τήνέν τφ διωγμω φυγήν, 'Απολογητικός δεύτερος, Πρός τούς άπανταχοΰ μοναχούς περί τών γεγενημένων παρά τών Άρειανών έπί Κων¬σταντίου, Βίος τον Μ. 'Αντωνίου καί σποραδικά σέ άλλα. Πολύ χρήσιμος είναι ό Αόγος ΚΑ' (στόν Αθανάσιο) τού Γρηγορίου Θεολόγου (PG 35, 1081-1128), ό έλλιπής στήν λατινική βίος τοϋ Αθανασίου (Historia acephala: PG 26, 1443-1450), οί άναφορές τών Εύσεβίου, Έπιφανίου, Ρουφίνου, Σω- ζομενοϋ καί Σωκράτη, καί νέα κοπτικά κείμενα, όπως έπίσης έπιστολικά κείμενα τής έποχής (π.χ. Μ. Βασιλείου). Τά πολλά σχετικά αγιολογικά έρ¬γα (Βίος καί Εγκώμια τοΰ Αθανασίου) έχουν καθαρά οΐκοδομητικούς σκο¬πούς καί γι' αύτό μικρή ιστορική άξία.

ΕΡΓΑ

ΓΕΝΙΚΑ

Ό Αθανάσιος ύπήρξε γονιμότατος συγγραφέας, μολονότι οί συνθήκες τής ζωής του ύπήρξαν άποτρεπτικές γιά συγγραφή. Πέρασε 16 σχεδόν χρό¬νια σέ εξορίες καί άλλα τόσα ζούσε σέ κλίμα διωγμού καί μέ τό φάσμα τής έξορίας. Ή ζωή καί ή ποιμαντορία του ταυτίζονται κυρίως μέ τόν ά^ώνα τής Έκκλησίας κατά τοϋ άρειανισμοΰ καί τών συνεπειών του. "Ετσι λοι¬πόν, ένωρίς έπιδόθηκε στήν συγγραφή, άπό τά 25 του περίπου χρόνια, καί τήν συνέχισε μέχρι τά 78. Τά άθανασιανά κείμενα λίγες φορές μαρτυροΰν φροντίδα φιλολογική, δεδομένου ότι πολλά γράφηκαν στούς τόπους έξο¬ρίας του. Συντάχτηκαν μέ βία γιά νά προλάβουν τήν ένημέρωση, τήν άπο- τροπή έκκλησιαστικών ένεργειών, τήν δικαίωση ή τήν καταδίκη γεγονότων καί προσώπων. Αδιαμφισβήτητες άρετές τοϋ άθανασιανοϋ κειμένου είναι ή ένάργεια καί ή σαφήνεια τής φράσεως, ή αίσθηση τοϋ πραγματικού καί

στήν σκέψη, ή σέ βάθος τής αλήθειας είσοδος καί ή πειστικότητα. Ό 'Α¬θανάσιος έγραψε κείμενα:
Πολεμικά: Κατά έλλήνων (ή έθνικών) Περί ένανθρωπήσεως.
Επιστολικά: Εορταστικές έπιστολές
Διατριβές πνευματολογικές καί χριστολογικές (Πρός Σεραπίωνα, Πρός Έ¬πίκτητον, Πρός Άδέλφιον)
Εγκύκλιες έπιστολές γιά έκκλησιαστικές ύποθέσεις Συνοδικές έπιστολές (Τόμος πρός Άντιοχεΐς, Πρός τούς έν 'Αφρική έπι¬σκόπους).
Άντιαρειανικά: Κατά άρειανών Α'-Γ' Περί Διονυσίου 'Αλεξανδρείας Πρός τούς έπισκόπους Αίγύπτου καί Λιβύης.
Ίστορικοαντιαρειανικά: Περί Νικαίας
'Απολογητικός δεύτερος περί άρειανών Περί τών γεγενημένων παρ' άρειανών Περί συνόδων (Άριμίνου, Σελευκείας κ.ά.).
'Απολογητικά: Άπολογία πρός τόν βασιλέα Κωνστάντιον Περί τής φυγής αύτοΰ (τοΰ Αθανασίου).
Ασκητικά: Βίος Μ. 'Αντωνίου Πρός μοναχούς Πρός Άμούν
Κοπτικά κείμενα περί παρθενίας και ποικίλα.
Ερμηνευτικά: Πρός Μαρκελλΐνον
Εξηγήσεις (έρμηνεΐαι είς τούς Ψάλμούς) Σχόλια έρμηνευτικά εις τήν ΠΔ καί ΚΔ.
Όμιλίες:
Είς τό πάθος τοΰ Κυρίου καί είς τόν Σταυρόν Εις τό «πάντα μοι παρεδόθη ύπό τοΰ Πατρός μου».
Άμφιβαλλόμενα:
Ή σύγχυση τών χειρογράφων κωδίκων, οί έπεξεργασίες καί νοθείες τών
άθανασιανών έργων καί ή άγνοια τών έκδοτών δημιούργησαν τό πρόβλη¬μα τών άμφιβαλλόμενων έργων, γιά μερικά άπό τά όποια έχουν γίνει εύρύ- τατες συζητήσεις χωρίς γενικώς άποδεκτά συμπεράσματα. Τό πρόβλημα έπιτείνεται ιδιαίτερα μέ τήν άνεύρεση κοπτικών κειμένων, πού δέν σώζον¬ται στήν έλληνική. 'Η λύση πού προτάθηκε, ότι πολλά άπό αύτά γράφη¬καν άπευθείας άπό τόν 'Αθανάσιο στήν κοπτική, δέν έχει σοβαρά ερεί¬σματα.
Νόθα:
Μέγας άριθμός κειμένων, κάποτε συγχρόνων άλλά συνήθως μεταγενε¬στέρων τού 'Αθανασίου, κυκλοφόρησαν μέ τό όνομά του, γιά νά έξασφα- λίσουν έπιτυχία καί άναγνώριση τοϋ περιεχομένου τους.
Τό πλήθος τών διασωθέντων άποσπασμάτων άπό άδηλα έργα τοϋ 'Αθα¬νασίου ύποδεικνύουν ότι μάλλον έγραψε καί άλλα έργα (όμιλίες, έρμηνευ¬τικά, άσκητικά), πού έχουν χαθεΐ.
ΕΙΔΙΚΑ
Λόγος κατά έλλήνων (ή έθνικών). Γράφηκε μεταξύ 319/20 καί 325. Εκ¬φράζει πρωτοαθανασιανή θεολογία, προϋποθέτει τήν β' Έπιστολή τοϋ 'Α¬λεξάνδρου 'Αλεξανδρείας (ή όποία φρονοϋμε πώς είναι έργο τοϋ 'Αθανασίου, όπως ύποστηρίξαμε στό κεφάλαιο περί 'Αλεξάνδρου) ή τουλάχιστον τίς ά- παντήσεις στήν διδασκαλία τοϋ 'Αρείου (π.χ. χρησιμοποιεί, δπως ή παρα¬πάνω Έπιστολή, ώς θεολογικούς όρους τά έπίθετα «ίδιος», «άληθινός» γιά τόν Υίό/Λόγο), δπως ϊσως καί στοιχεία πού βρίσκονται στό «Συνταγμά¬των» τοϋ 'Αστεριού. "Εχει χαρακτήρα πολεμικό (καί όχι άπολογητικό). Σέ 47 κεφάλαια καταπολεμεί τίς έθνικές-έλληνικές άντιλήψεις περί Θεοϋ, κα- κοΰ καί ειδωλολατρίας. Στά κεφάλαια 30-47 γίνεται ή θετική παρουσίαση τής γνώσεως τοϋ Θεοϋ καί δή τοϋ θείου Λόγου.
PG 25, 4-96. ΒΕΠ 30, 31-73. L. LEONE, Sancti Athanasii... Contra gentes, Napoli 1965. R.W. THOMSON, Athanasius *Contra gentes' and 'De incarnatione* (Early Christian Texts), Oxford 1971. ΑΜΑ 1, 129-184. ΕΠΕ 6, 72-225. P. CAMELOT: SCh 18 bis (1977).
Λόγος περί τής ένανθρωπήσεως τοϋ Λόγου καί τής διά σώματος πρός ή- μας επιφανείας αύτοΰ. Άποτελεΐ συνέχεια τοϋ προηγουμένου, άνήκει στήν ίδια έποχή, εΐναι σαφώς θεολογικότερο εκείνου κι έκτείνεται σέ 57 κεφά¬λαια, στά όποια ό συγγραφέας κυριολεκτικά θέτει τίς βάσεις τής θεολογι¬κής του σκέψεως γενικά καί περί ένανθρωπήσεως ειδικά. Τό 1925 βρέθηκε μιά σύντομη μορφή τοΰ έργου στόν κώδικα 78 τής μονής Διοχειαρίου ("Α¬θως) καί άλλοΰ μετέπειτα. Αύτή φιλοτεχνήθηκε πιθανόν στό β' ήμισυ τοϋ Δ' αί. καί άσφαλώς δχι άπό τόν Αθανάσιο, άλλά άπό κάποιον άπολινα- ριστή.
PG 25, 96-197. Βλ. καί έκδόσεις προηγούμενου έργου. F. L. CROSS, Athanasius De incarnatione, an Edition of the Greek Text, London 1957. ΒΕΠ 30, 75-121. CH. KANNENGIESSER: SCh 199. Καί ή άρχαία συριακή έκδοση: R.W. THOMSON, Athanasiana syriaca I: CSCO 257. ΑΜΑ 2, 113-166. ΕΠΕ 6, 226-375. G. J. RYAN-R. P.
CASEY, The "De incarnatione" of Athanasius (Studies and Documents 14), London- Philadelphia 1945/6 (τό δεύτερο μέρος καλύπτει ή έκδοση τής σύντομης μορφής άπό τόν Casey).
Έπιστολαί έορταστικαί. Γράμματα μέ τά όποια ό έπίσκοπος 'Αλεξαν¬δρείας γνωστοποιούσε τήν ήμερομηνΐα τοΰ Πάσχα και τήν έναρξη τής πρίν άπό αύτό νηστείας. Ή συνήθεια είναι παλαιότερη. Ή Α' Οικουμενική Σύ¬νοδος, τό 325, άνέθεσε στόν έπίσκοπο 'Αλεξανδρείας νά πληροφορεί έγ¬καιρα τήν όλη Έκκλησία γιά τήν ήμερομηνία τοΰ Πάσχα. Στήν Ρώμη καί στήν 'Αντιόχεια έφθανε ή Έπιστολή καί οί έκεΐ έπίσκοποι άνακοίνωναν σχε¬τικά στούς έπισκόπους τών πατριαρχείων τους (Γρ. Λαρεντζάκης). Οί πρώ¬τες σωζόμενες έορταστικές έπιστολές άνήκουν στόν 'Αθανάσιο, πού έβρισκε άφορμή νά γράφει καί γιά ποικίλα έκκλησιαστικοθεολογικά θέματα. Ή πρώτη άπό αύτές γράφηκε τό 329. Σήμερα σώζονται 12 άκέραιες, 2 στό με¬γαλύτερο μέρος τους καί 16 άποσπασματικά. Στό έλληνικό πρωτότυπο, στήν κοπτική (σαχιδική) καί τήν άρμενική έχουμε μόνο άποσπάσματα, ένώ στά συριακά πλήρες κείμενο 12 έπιστολών. Ή σημασία τους είναι μεγάλη γιά τόν θεσμό τής νηστείας (πού στήν 1η έπιστολή όρίζεται μόνο σέ έξη ήμέρες καί στίς άλλες σέ σαράντα ήμέρες), γιά τά κανονικά βιβλία τής Γρα¬φής (στήνΛΘ' έπιστολή τοΰ 367 περιέχεται ό πρώτος επίσημος κατάλογος- κανόνας τ\\ςΚΔ, άλλά καί κατάλογος τών παλαιοδιαθηκικών βιβλίων, στόν όποΐο τά δευτεροκανονικά χαρακτηρίζονται ώς μή «κανονιζόμενα» καί α¬πλώς χρήσιμα γιά τήν κατήχηση) καί άλλα εκκλησιαστικά θέματα.
Έλλην.: PG 26, 1367 (33), 1379 (46), 1389 (52), 1432-1444. W. WOLSKA CON US: SCh 197 (1973), σσ. 241-253. ΒΕΠ 33, 75-79. ΣΤ. ΣΑΚΚΟΥ, Ή ΛΘ' έορταστική έπιστολή τοΰ Μ. 'Αθανασίου, Θεσσαλονίκη 1973 (άνάτυπο). ΑΜΑ 10, 416-424. ΕΠΕ 10, 326-354. Συριακά: W. CURETON, The Festal Letters of Athanasius, London 1848. J. LEBON: CSCO 101 (1952), σο. 293-295 καί μετάφραση στόν Τόμο 102. Κοπτικά: L. ΤΗ. LEFORT, S. Athanase. Lettres festales et pastorales en copte: CSCO 150 (1955), σσ. 1-72 καί μετάφρα¬ση τόμος 151, σσ. 1-54. R. G. COQUIN-E. LUCCHES1: OLP 13 (1982) 137-142 καί 15 (1984) 133-158. 'Αρμενικά: CPG II 2102, 2.
Λόγοι κατά 'Αρειανών τρεΐς. Ή χρονολόγησή τους συζητήθηκε καί συ¬ζητείται. Πρόκειται γιά έργο πού άσφαλώς γνώρισε άπό τόν 'Αθανάσιο κόλ¬λες έπεξεργασίες. Ή τελική του μορφή δόθηκε μάλλον περί τό 338. Πρόκειται γιά τρεΐς θεολογικότατες διατριβές, μέ τίς όποιες, θεολογώντας γιά τήν σχέση Πατέρα καί Υίοΰ καί δή γιά τόν τρόπο γεννήσεως τοΰ Υιού, άντικρούει τήν διδασκαλία τού 'Αρείου καί τών οπαδών του ('Αστεριού κ.ά.). Τό έργο άνήκει στά σημαντικότερα έργα τής καθόλου θεολογίας καί άποτελεΐ τήν άσφαλή βάση τής τριαδολογίας.
Σώζονται άποσπάσματα λατινικής μεταφράσεως καί παλαιοσλαβική με¬τάφραση τοΰ Α' Λόγου.
PG 26, 12-468. ΒΕΠ 30, 123-305. ΑΜΑ 2-4. ΕΠΕ 11-12 (σσ. 12-199). Β. ALTANER: ΒΖ 41 (1941) 57-58. ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ, Kleine patristische Schriften, Berlin 1967, σσ. 405 έξ. (λατ. μετάφρ.). Α. VAILLANT, Discours contre les Ariens de St. Athanase. Version slave et traduction en francais, Sofia 1954 (σλαβική μετάφραση).
Εγκύκλιος έπιστολή (πρός τούς άπανταχοΰ έπισκόπους). Γράφηκε τό 339 γιά νά έξηγήσει τήν άντικανονικότητα τοΰ σφετεριστή του Γρηγορίου καί νά διεκτραγωδήσει τίς βιαιότητες, πού συνέβησαν μέ τήν ένθρόνιση (15.4. 339) τοΰ τελευταίου.
PG 25, 221-240. Η. G. ΟΡΙΤΖ, Athanasius Werke, II, Berlin-Leipzig 1935-1941, σσ. 169-177. ΒΕΠ 31, 194-201. ΑΜΑ 10, 408-415.
Περί τής έν Νικαίςι Συνόδου («"Οτι ή έν Νικαίφ Σύνοδος έωρακυΐα τήν πανονργίαν τών περί Εύσέβιο ν έξέθετο πρεπόντως καί εύσεβώς κατά της άρειανικής αίρέσεως τά όρισθέντα»). Γράφηκε τό 350/1 καί άποτελεΐ ίστο- ρικοθεολογική δικαίωση καί έρμηνεία τής άποφάσεως τής Α' Οικουμενι¬κής Συνόδου (325). Δείχνει δτι οί όροι της έκ τής ούσίας καί όμοούσιος, καίτοι μή βιβλικοί, συμφωνοΰν άπόλυτα μέ τό πνεΰμα τής Γραφής, τό ό¬ποΐο μέ φωτισμό τοΰ άγ. Πνεύματος έρμήνευσαν οί πατέρες τής Συνόδου. Γιά τήν ένίσχυση τών θέσεών του παραθέτει στό έργο του δέκα σπουδαία κείμενα, μεταξύ τών όποιων 5 Έπιστολές της γραμματείας τοΰ Μ. Κων¬σταντίνου.
PG 25, 416-476. Η. G. ΟΡΙΤΖ, μνημ. έργο, σσ. 1^5. ΒΕΠ 31, 144-193. ΑΜΑ 7, 273-322.
Περί Διονυσίου Αλεξανδρείας («ΠερίΔιονυσίου τοΰ έπισκόπου 'Αλεξαν¬δρείας, δτι καί αύτός κατά τής άρειανικής αίρέσεως έφρόνει ώς ή έν Νί¬καια Σύνοδος καί μάτην αύτόν συκοφαντοϋσιν οί άρειομανΐται ώς όμόδοξον αύτών»). Γράφηκε λίγο μετά τό προηγούμενο καί άναιρεΐτόν ισχυρισμό τών άρειανών δτι δήθεν άκολουθοΰν τήν διδασκαλία τοΰ Διονυσίου 'Αλεξαν¬δρείας ( + 264/5), άναλύοντας αμφιλεγόμενα κείμενα τοΰ τελευταίου, τόν όποΐο ό 'Αθανάσιος χαρακτηρίζει «διδάσκαλο» τής Καθολικής Έκκλησίας.
PG 25, 480-521. Η. G. ΟΡΙΤΖ, μνημ. έργο, σσ. 46-67. ΒΕΠ 31, 202-219. ΑΜΑ 7, 323-340. ΕΠΕ 14, 16-76.
Πρός Δρακόντιον Έπιστολή. Γράφηκε τό 354 γιά νά πείσει τόν ήγούμενο μοναστηρίου Δρακόντιο νά δεχτεί έπισκοπή, μέ τά έξής έπιχειρήματα: δέν πρέπει νά άμελεΐ τό χάρισμα πού τοΰ έδωσε ό Θεός• ή διαποίμανση είναι Ιερό έργο• καί άλλους ήγουμένους είχε χειροτονήσει ό 'Αθανάσιος σέ έπι¬σκόπους (πρώτη μαρτυρία έπισκοποποιήσεως μοναχών-ήγουμένων)• επί¬σκοποι άγαμοι ύπήρχαν καί άλλοι• μπορούσε καί ώς έπίσκοπος νά ζήσει ασκητικά.
PG 26, 524-533. ΒΕΠ 33, 171-179. ΕΠΕ 26, 216-233.
'Απολογητικός δεύτερος κατά άρειανών. Γράφηκε τό 358. "Οχι νωρίτε¬ρα, διότι στήν §89 μνημονεύεται ό πάπας Λιβέριος ήδη στήν Ρώμη μετά τήν διετή έξορία του (356-358). Σπουδαιότατο έργο γιά τήν συνοδική καί λοιπή δράση τών άρειανών πρός παραμερισμό τής Συνόδου τής Νίκαιας
Wni Ληιητικτί wnrnisii^n τη Γι 'ΛβπυππίΛη IV/ti πηΐΐηνή irirnni\fiimi/ iwnii.
ροσολύμων, 335- έπίσημων προσώπων: αύτοκράτορα Κωνσταντίου, 'Ιουλίου Ρώμης, Ούρσακίου καί Ούάλη, Μ. Κωνσταντίνου καί άλλων έκκλησιαστι¬κών καί πολιτικών άνδρών) καλύπτει τήν περίοδο άπό τό 335 περίπου μέ¬χρι τό 347.
PG 25, 248-409. Η. G. ΟΡΙΤΖ, μνημ. έργο, σσ. 87-168. ΒΕΠ 31, 50-123. ΑΜΑ 5, 171-244 (κείμενο Opitz). ΕΠΕ 4, 32-260.
'Απολογία πρός τόν βασιλέα Κωνστάντιον. Έπίσης περί τό 358. Ό 'Αθα¬νάσιος μέ άσυνήθιστη γι' αύτόν φιλολογική φροντίδα άπολογεΐται καί ά- ναιρεΐ τήν κατηγορία ότι δήθεν προσπάθησε νά στρέψει τόν αύτοκράτορα τής Δύσεως Κώνστα έναντίον τοΰ αύτοκράτορα τής 'Ανατολής Κων¬σταντίου.
PG 25, 596-641. J. Μ. SZYMUSIAK: SCh 56 (1958) σσ. 88-132 (καί βελτιωμένη έκδοση τό 1987). ΒΕΠ 31, 11-33. ΘΕΟΦΙΛΟΥ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΥ, Μ. Αθανασίου απολογητικός πρός Κωνστάντιον..., 'Αθήνα 1978, σσ. 66-87. ΑΜΑ 6, 141-163. ΕΠΕ 4, 262-336.
Περί τής φυγής αύτοΰ («Περί τών διαβαλλόντων τήνέν τώ διωγμφ φυγήν αύτοΰ»). Μετά τό Πάσχα τοΰ 357. "Εργο φροντισμένο καί μέ προσωπικό παλμό. Ό 'Αθανάσιος μετά τήν δραματική φυγή του άπό τήν 'Αλεξάνδρεια (Φεβρ. 356) κατηγορήθηκε ότι έφυγε άπό δειλία, εγκαταλείποντας τό ποί¬μνιο. Άπολογεΐται μέ τήν βοήθεια παραδειγμάτων άπό τήν Γραφή.
PG 25, 644-680. Η. G. ΟΡΙΤΖ, μνημ. έργο, σσ. 68-86. J. Μ. SZYMUSIAK: SCh 56 (1958) 133-167 (καί βελτιωμένη έκδοση τό 1987). ΒΕΠ 31, 34-49. ΑΜΑ 5, 155-170 (κείμενο Ο- pitz). ΕΠΕ 4, 338-389.
Βίος 'Αντωνίου («Βίος καί πολιτεία τοΰ όσίου πατρός ήμών Αντωνίου»). Περί τό 357. Πολυσήμαντο έργο γιά τήν γένεση καί τήν πρώτη θεολογική θεμελίωση τοΰ μοναχισμού. Βλ. στό κεφ. περί Αντωνίου ( + 356). Σώζον¬ται μεταφράσεις λατινικές, κοπτική, άραβική, αίθιοπική, συριακή, άρμε¬νική καί γεωργιανή: CPG II 2101.
PG 26, 837-976. ΒΕΠ 33, 11-57. Μ. ΚΩΝΣΤΑΝΤ1ΝΙΔΟΥ, Βίος καί πολιτεία τοϋ... 'Αν¬τωνίου... παρά τοΰ... 'Αθανασίου...: ΕΦ 32 (1932) 583-620• 33 (1934) 114-129, 303-320. Βίος άγ. 'Αντωνίου, Μετάφρ. Άρχιμανδρ. Ίωαννικίου, 'Εκδόσεις «Τήνος». ΑΜΑ 9, 381-427. CH, MOHRMANN-G. BARTELINK, Vita di Antonio (λατινικό κείμενο καί με¬τάφραση ιταλική), Milano Mondadori 1974. ΕΠΕ 26, 14-169.
Πρός μοναχούς έπιστολή («Τοις απανταχού κατά τόπον τόν μονήρη βίον άσκοϋσι... χαίρειν»). Περί τό 357/8, γιά νά υπογραμμίσει τήν θεμελιώδη διδασκαλία τής Έκκλησίας έναντι τών άρειανών. Ή έπιστολή συνόδευε φαίνεται τό έπόμενο έργο «Περί άρειανών», πού έγραψε γιά τούς μοναχούς.
PG 25, 692-695. Η. G. ΟΡΙΤΖ, μνημ. έργο, σσ. 181-183. ΒΕΠ 31, 240-241.
Περί τών γεγενημένων παρ' άρειανών («Πρός απανταχού μοναχούς περί τών εγενημένων παρά τών άρειανών έπί Κωνσταντίου»). "Οταν τόν Φίλο- ξενοϋσαν οί μοναχοί καί δχι πρίν τό 358, διότι αναφέρονται ό Λιβέριος Ρώ¬μης ώς έπανελθών στόν θρόνο του (τέλος 358) καί ό "Οσιος Κορδούης ώς μακαρίτης (357/8). Τά γεγονότα τοϋ 356 άφήρεσαν κάθε έλπίδα νά κατα¬νοηθεί ό 'Αθανάσιος άπό τόν αύτοκράτορα Κωνστάντιο. 'Αναφέρεται στήν έποχή άπό τό 335 μέχρι τό 357 καί άναλύει τήν άντορθόδοξη καί φιλοα- ρειανική πολιτική τοϋ αύτοκράτορα. Γιά πρώτη φορά ό 'Αθανάσιος είναι τόσο όξύς στίς κρίσεις του. Χαρακτηρίζει τόν Κωνστάντιο πολέμιο τής πί¬στεως, προστάτη τής αίρέσεως, πρόδρομο τού 'Αντίχριστου, ώμό καί σφα¬γέα τών συγγενών του. 'Απορρίπτει κάθε είδους άνάμιξη τοϋ κοσμικού άρχοντα στά έκκλησιαστικοθεολογικά. Καί πάλι καταχωρίζει έπίσημα έγ¬γραφα (δύο Έπιστολές τοϋ ίδιου τοϋ Κωνσταντίου, Έπιστολή τοϋ Όσιου Κορδούης καί μία Διαμαρτυρία χριστιανών τής 'Αλεξάνδρειας γιά τά γε¬γονότα τοϋ 356).
PG 25, 691-796. Η. G. ΟΡΙΤΖ, μνημ. έργο, σσ. 183-230. ΒΕΠ 31, 342-389. ΑΜΑ 6, 164-211.
Έπιστολαί πρός Σεραπίωνα (3 Περίάγ. Πνεύματος καί 1 Περί τοϋ θανά¬του τοϋ Αρείου). Περί τό 358/9. Οί Έπιστολές περί άγ. Πνεύματος έκδί- δονται ώς 4 κείμενα (πράγματι δμως οί θεωρούμενες ώς Β' καί Γ' είναι μία Έπιστολή), ένώ πρόκειται γιά τρεΐς, πού συνιστούν άπάντηση σέ έρω- τήματα τού έπισκόπου Θμούεως Σεραπίωνα σχετικά μέ πνευματομαχικές άντιλήψεις τής περιοχής. Μέ τήν εύκαιρία ό 'Αθανάσιος δημιουργεί τήν πρώ¬τη άναπτυγμένη πνευματολογία τής Έκκλησίας (Στυλ. Γ. Παπαδοπούλου, Άθαν. Άλεξ. περί άγ. Πνεύματος..., Αθήνα 1971). Ή άλλη Έπιστολή δι¬ηγείται όσα γνωρίζει ό Αθανάσιος γιά τήν διαδικασία τής δόλιας έπιστρο- φής τοΰ 'Αρείου στήν Έκκλησία καί τόν έπελθόντα στό μεταξύ άτυχή θάνατο του. Σώζεται άρμενική καί συριακή μετάφραση.
PG 26, 529-676. ΒΕΠ 33, 90-149, 176-179. Η. G. ΟΡΙΤΖ, μνημ. έργο, σσ. 178-180. ΑΜΑ 9, 293-352. ΕΠΕ 14, 78-284. G. Α. EGAN, The Armenian Version of the Letters of Athanasius to Bishop Serapion concerning the Holy Spirit, Salt Lake City 1968. R. W. THOMSON, Athanasiana syriaca II: CSCO 272 (1967), 1-15 καί μετάφραση: CSCO 273, σσ. 1-13.
Πρός μοναχούς («Τοις τόν μονήρη βίον άσκοϋσι... χαίρειν»), Μάλλον περί τό 358/9. Καί λατινική μετάφραση: CPG II 2108.
PG 26, 1185-1188. G. DE JERPHANION: La voix des monuments, II, Rome 1938, σσ. 95-110.
Πρός τούς έπισκόπους Αίγύπτου καί Λιβύης. Έπιστολή έγκύκλιος κατά άρειανών. Γράφηκε τό 361 (άναφέρει ότι πρίν 55 χρόνια οί μελιτιανοί έγι¬ναν σχισματικοί, δηλαδή τό 305: παραγρ. 22) άπό τίς αιγυπτιακές έρήμους, γιά νά ένθαρρύνει τούς έπισκόπους Αίγύπτου καί Λιβύης νά μήν υπογρά¬ψουν σύμβολο πίστεως διαφορετικό άπό τής Νίκαιας, δπως επιδίωκαν οί άρειανοί.
PG 25, 537-593. ΒΕΠ 31, 220-239. ΑΜΑ 7, 341-360. ΕΠΕ 10, 20-84.
Περί συνόδων (« Έπιστολή περί τών γενομένων έν τή Άριμίνφ τής 'Ιτα¬λίας καί έν Σελεύκεια της Ίσανρίας συνόδων»). Γράφηκε μετά τόν θάνατο (βλ. παραγρ. 31) τοϋ Κωνσταντίου (3.11.361) καί πρίν έπιστρέψει στήν'Α¬λεξάνδρεια ό 'Αθανάσιος (21.2.362) μέ τήν αμνηστία τοΰ Ίουλιανοΰ. Μέ τήν έπικουρία 17 σπουδαίων επίσημων συνοδικών έγγραφων καί ομολογιών άρειανικής πίστεως ιστορεί τήν συνοδική δραστηριότητα τοΰ 359/360, γιά νά δείξει ότι οί σύνοδοι αύτές δέν είχαν λόγο νά συνέλθουν, άφοϋ νέα αίρε¬ση δέν είχε εμφανιστεί καί άφοΰ τήν παλαιά, δηλαδή τόν άρειανισμό, τήν είχε οριστικά άντιμετωπίσει ή Σύνοδος τής Νίκαιας, ή όποία γι' αύτό πρέ¬πει νά μένει σεβαστή καί άπαρασάλευτη. Παράλληλα στό παρόν έργο κο¬ρυφώνεται ή έκκλησιαστικοθεολογική προσπάθεια τοϋ 'Αθανασίου νά προσελκύσει τούς όμοιουσιανούς, τονίζοντας ότι κριτήριο ένότητας είναι ή όρθή πίστη καί όχι οί όροι.
PG 26, 681-793. Η. G. ΟΡΙΤΖ, μνημ. έργο, σσ. 231-278. ΒΕΠ 31, 290-339. ΑΜΑ 7, 361-410. ΕΠΕ 10, 150-302.
Τόμος πρός τούς Άντιοχεΐς. Συντάχτηκε άπό τόν 'Αθανάσιο, άλλά είναι άπόφαση συνόδου, τήν όποία συνεκάλεσε ό 'ίδιος μόλις επέστρεψε στήν 'Α¬λεξάνδρεια (362). Πρόκειται γιά συνοδική κάλυψη τής προσπάθειάς του νά προσελκύσει τούς όμοιουσιανούς, νά ειρηνεύσει τούς Άντιοχεΐς, νά στα¬ματήσει τήν συζήτηση γιά τούς δρους «ύπόστασις» (ή υποστάσεις) καί «ού¬σία» καί νά δηλώσει τί ό Λόγος προσλαμβάνει στήν ένανθρώπησή του. Ό 'Αθανάσιος προτρέπει νά μήν επιμένουν στήν συζήτηση γιά τούς παραπά¬νω δρους καί ύποστηρίζει ότι ό Λόγος προσλαμβάνει όλόκληρο τόν άνθρω¬πο, μέ νοΰ καί ψυχή. Περιλαμβάνεται καί όμολογία τοϋ Παυλίνου 'Αντιο¬χείας γιά τό θέμα τών υποστάσεων. Σώζεται κοπτική, λατινική καί συρια¬κή μετάφραση.
PG 26, 796-809. ΒΕΠ 31, 124-129. ΑΜΑ 6, 212-217. ΕΠΕ 10, 86-104. Ε. REV1LLOUT: Journal Asiatique σειρά 7,5 (1875) 251 έξ. (κοπτική). R.W. THOMSON: CSCO 272 (1967) 30-36 (συριακή) καί μετάφρ. είς CSCO 273, σσ. 25-30.
Επιστολή πρός Ρουφινιανόν. Περί τό 362, γιά νά συστήσει στόν έπίσκο¬πο Ρουφινιανό νά δέχεται στήν Έκκλησία τούς άρειανίσαντες άπό λάθος ή δειλία, άλλά νά μήν άναγνωρίζει τήν ιδιότητα τού κληρικοΰ σ' αύτούς πού πρωτοστάτησαν στήν αίρεση* στούς άπλoύc κληρικούς νά άναγνωρί¬ζει τήν ιδιότητα αύτή. Ή έπιστολή άπέκτησε κανονικό κΰρος στήν Έκ¬κλησία.
PG 26, 1180-1181. ΒΕΠ 31, 86-87. P. JOANNOU, Fonti, II, σσ. 76-80.
'Επιστολή πρός Ίοβιανόν. Γράφηκε τό 363 ώς άπάντηση στόν αύτοκρά¬τορα Ίοβιανό, πού ζήτησε όμολογία πίστεως άπό τόν 'Αθανάσιο. Τό κεί¬μενο είχε τήν κάλυψη συνόδου τοΰ ίδιου έτους στήν 'Αλεξάνδρεια. Προη¬γούνται στά χειρόγραφα καί τίς έκδόσεις ή σχετική Έπιστολή τοϋ Ίοβια- νου καί 4 σύντομα κείμενα Συζητήσεων μέ τόν Ίοβιανό κατά τοϋ 'Αθα¬νασίου.
PG 26, 813-824. PARMENTIER-SCHEIDWEILER: GCS 44 (1954) 212-216 (κατά τόν Θεοδώρητο). ΒΕΠ 31, 130-134.
Έπιστολαί δύο πρός Ώρσίσιον. Δύο άποσπάσματα έπιστολών πρός τόν ήγούμενο Ώρσίσιο. Ή μία τό 368 καί ή άλλη (πρώτη) νωρίτερα.
PG 26, 977-980. F. HALKIN, S. Pachomii Vitae graecae, Bruxelles 1932, σσ. 91, 95-96. ΒΕΠ 33, 180-181. ΕΠΕ 26, 244-249.
Πρός τούς έν 'Αφρική έπισκόπους κατά άρειανών. Μεταξύ 369 καί 371, Άπόφαση συνόδου 90 έπισκόπων στήν 'Αλεξάνδρεια. Συντάχτηκε άπό τόν 'Αθανάσιο γιά νά έξηγήσει τό άπόλυτο έκκλησιαστικά καί θεολογικό κύ¬ρος τοϋ συμβόλου τής Νίκαιας, τό όποΐο όμοιουσιανοί προσπαθούσαν νά άντικαταστήσουν μέ τό σύμβολο τοϋ Ρίμινι. Προτείνει νά χρησιμοποιείται ό όρος «φύσει Υίός» άντί τοϋ όμότιμού του καί συνοδικού «όμοούσιος» άπό τούς δυστροποΰντες, πού όμως όφειλαν νά άναθεματίζουν τούς άρειανούς καί νά ομολογούν ότι τό άγ. Πνεΰμα δέν είναι κτίσμα. Σώζονται μεταφρά¬σεις στήν λατινική καί τήν συριακή.
PG 26, 1029-1048• 31, 135-143. R. W. THOMSON: CSCO 212 (1967) 16-29 καί μετά¬φραση: CSCO 273, σσ. 14-24 (συριακή). ΑΜΑ 7, 411-419. ΕΠΕ 10, 120-148.
Επιστολή πρός Άδέλφιον έπίσκοπον καί όμολογητήν κατά άρειανών. Μάλλον περί τό 370/1. ΓΗ προσκύνηση τοΰ Χριστοΰ δέν σημαίνει ότι προ¬σκυνούμε κτιστή σάρκα, διότι αύτή ένώθηκε πραγματικά μέ τόν Λόγο καί θεώθηκε.
Μεταφράστηκε στήν λατινική, τήν συριακή καί τήν άρμενική.
PG 26, 1072-1084. ΒΕΠ 33, 161-166. ΑΜΑ 8, 340-345. ΕΠΕ 14, 314-333. Συριακή: R. W. THOMSON: CSCO 272 (1967) 42-51 καί μετάφρ. CSCO 273, σσ. 35-41. Άρμεν.: Ε. TAYECI, S. Athanasii... homiliae, epistulae..., Venetiis 1899, σσ. 124-133.
Επιστολή πρός Έπίκτητον. Γράφηκε μάλλον περί τό 371/2 μέ άφορμή χριστολογικές κακοδοξίες, συγγενείς μέ αρειανισμό, άπολιναρισμό καί δο- κητισμό, πού κυκλοφορούσαν στήν περιοχή τής Κορίνθου. Τό κείμενο έχει τεράστια θεολογική σημασία, διότι θεμελιώνει τήν σωτηριολογική χριστο¬λογία. Ή Δ' Οικουμενική Σύνοδος (451) τό θεώρησε θαυμάσια έκφραση τής θεολογίας της.
Μεταφράστηκε στήν λατινική (δύο φορές), τήν συριακή, τήν άρμενική (τρεΐς φορές) καί τήν γεωργιανή.
PC 26, 1049-1069. G. LUDW1G, Epistula ad Epictetum 4, 286-312, lena 1911. ΒΕΠ 53, 153-159.ΑΜΑ 8, 400-408. ΕΠΕ 14, 286-313. Λατινικές: ACO I, 5, σσ. 321-334. Συριακή: R. W. THOMSON: CSCO 257 (1965) 73-85 καί μετάφρ. CSCO 288, σσ, 55-64. Άρμενι- 324-343* R. P. CASEY: HThR 26 (1933) 127-150• K. TER-MEKERTTSCHIAN, Sigillum Fidei, Etschmiadsin 1914, σσ. 57-70.
Επιστολή πρός Μάξιμον φιλόσοφον. 'Αρχές τοϋ 372. Έπαινεΐ τόν Μάξι¬μο, πού άντέκρουσε κακοδοξίες σχετικές μέ τό πρόσωπο τοϋ Χρίστου. Με¬ταφράστηκε στην λατινική καί την συριακή.
PG 26, 1085-1089. ΒΕΠ 33, 167-169. ΕΠΕ 14, 334-342. R. W. THOMSON: CSCO 272 (1967) 37-41 καί μετάφραση CSCO 273, σσ. 31-34.
Επιστολή πρός Παλλάδιον (πρεσβύτερον). Έπαινεΐ τόν Βασίλειο Καισα¬ρείας, μέ αφορμή τήν από μέρους του τήρηση «οικονομίας» στην διδασκα¬λία περί άγ. Πνεύματος. Τό πρόβλημα δημιουργήθηκε τόν Σεπτέμβριο τοϋ 372. Διατυπώθηκε ή άποψη δτι τό κείμενο δέν είναι γνήσιο.
PG 26, 1168-1169. ΒΕΠ 33, 89.
Επιστολή πρός Ίωάννην καί Άντίοχον (πρεσβυτέρους). Καί αύτή χάριν τοϋ Μ. Βασιλείου γραμμένη. "Αν είναι γνήσια, γράφηκε τήν ίδια εποχή.
PG 26, 1165-1168. ΒΕΠ 33, 88.
Epistula ad clerum Alexandriae. Σώθηκε μόνο στήν λατινική.
PG 26, 1335-1338.
Epistula ad easdem apud Mareotam ecclesias. Σώθηκε μόνο στήν λατινική.
PG 26, 1333-1335.
Έπιστολαί Πρός Ποτάμιον καί Πρός Έπιφάνιον. 'Αποσπάσματα δύο, της πρώτης στήν λατινική, της δεύτερης στήν ελληνική.
PL 101, 113. J. MADOZ: Rev. cspanol deteol. 7 (1947) 86. PG 26, 1257-1260. ΒΕΠ 33,200.
Επιστολή πρός Άμούν μονάζοντα. "Αγνωστο πότε γραμμένη. Συμβου¬λεύει τόν Άμούν πώς ν' αντιμετωπίζει ακούσια καί άλλα σαρκικά άμαρ- τήματα. 'Υποδεικνύει δτι ή όδός της παρθενίας είναι άνώτερη από τήν οδό τοϋ γάμου. Καί μετάφραση συριακή.
PG 26, 1169-1180. ΒΕΠ 33, 82-85. P. IOANNOU, Fonti, 11, σσ. 63-71. ΕΠΕ 26, 234-243.
Διήγησις 'Αθανασίου πρός Άμμώνιον επίσκοπον. Μετά τό 363, διότι ή διήγηση, τήν όποία κάνει ό 'Αθανάσιος, άναφέρει τόν θάνατο τοϋ 'Ιουλιανού.
F. HALK1N, S. Pachomii Vitae graecae, Bruxelles 1932, σ. 91. ΒΕΠ 33, 183-184. PG 26. 980-981.
Είς τό «πάντα μοι παρεδόθη ύπό τού Πατρός...» (Ματθ. 2, 27) (όμιλία;). Είναι μάλλον άπόσπασμα εκτενέστερου έργου. Πάντως τό κεφάλ. 6 γρά¬φηκε μετά τόν Δ' αιώνα.
PG 25, 208-220. ΒΕΠ 33, 242-247. ΑΜΑ 8, 291-296. ΕΠΕ 31, 244-261.
Εις τό πάθος τοΰ Κυρίου καί είς τόν Σταυρόν (όμιλία). Σήμερα θεωρείται γνήσια άπό πολλούς.
PG 28, 185-249. ΒΕΠ 36, 157-187. ΕΠΕ 31, 12-119.
Πρός Μαρκελλΐνον είς τήν έρμηνείαν τών Ψαλμών. "Αγνωστο πότε γρά¬φηκε. Είδος γενικής εισαγωγής στούς Ψαλμούς, τούς όποιους διακρίνει σέ όμάδες βάσει τού περιεχομένου, τοΰ χαρακτήρα καί τού σκοποΰ τους. Ε¬ξαίρεται ή χρησιμότητά τους στήν πνευματική ζωή. Μεταφράστηκε στήν συριακή καί τήν γεωργιανή: CPG II 2097.
PG 27, 12-45. ΒΕΠ 32, 11-29. ΑΜΑ II, 301-319. ΕΠΕ 15, 12-73.
Εξηγήσεις είς τούς Ψαλμούς. (Έρμηνεία). "Αγνωστο πότε γράφηκε. Τό κείμενο στήν σημερινή του μορφή έχει συγκροτηθεί άπό Σειρές, κυρίως τοΰ Νικήτα Ήρακλείας, μέ τίς προσπάθειες παλαιών έκδοτων, άλλά φυσικά δέν είναι συνεχές. Διαπιστώνεται χρήση άλληγορικής καί τυπολογικής έρ¬μηνείας. 2>'ατυπώθηκαν πολύ σοβαρές άμφιβολίες γιά τήν γνησιότητα τού έργου (Rondeau). Μεταφράστηκε στήν κοπτική, τήν γεωργιανή καί τήν άραβική: CPG II 2140. Εσφαλμένα έκδόθηκε (PG 27, 649-1340 καί ΒΕΠ 34) ώς έργο τοΰ 'Αθανασίου τό «Περίέπιγραφής Ψαλμών», πού άνήκει στόν 'Ησύχιο 'Ιεροσολύμων.
PG 27, 56-545 καί 548-589. ΒΕΠ 32, 33-299 καί 30Κ-323. ΑΜΑ 11, 323^59 καί 12, 269-424. ΕΠΕ 15 (82-313) - 17. J. DAVID: ROC 24 (1924) 3-57 (κοπτική). Testi inediti dal Commento ai Salmi di Atanasio, a cura di VIAN G. M., Roma Inst. Patrist. Augustinianum 1978 (κα¬τά τόν G. DORIVAL [RSLR 16, 1980, σσ. 80-89] πρόκειται γιά σχόλια τοϋ ΣΤ' αιώνα). L. LEONE, L' esegesi atanasiana dei Salmi, I: Introduzione e testi, Lecce Adriatica Ed. Salentina 1984.
'Αποσπάσματα έρμηνευτικών σχολίων (άπό Σειρές): Είς Όκτάτευχον καί Βασιλειών: R. Devreesse, Les commentateurs de 1' Octateuque, σσ. 104 έξ.
Είς Ίώβ-.PG 27, 1344-1348.1. Pitra, Analecta sacra, V, Paris 1888, σσ. 21-26. Είς Ήσαΐαν: A. Mai, Nova Patr. Biblioth., V 12, Roma 1853, σσ. 239 έξ. Είς Βαρούχ: Μ. Ghisler, In leremiam prophetam..., Ill, Λυών 1623, σ. 246. Είς Δανιήλ: Α. Mai, Script. Veter. nova collect. 12, Roma 1825, σ. 189. Εις Άσμα ασμάτων: PG 27, 1348-1349. Είς Ματθαίον: PG 27, 1364-1389.
ΕΙς Μάρκον: P. Possinus, Catena graecorum patrum in Evangelium secundum Marcum, Roma 1672, σσ. 102, 250, 319.
Εις Λουκάν; PC 27, 1392-1404. Α. Mai, Nova Patr. Biblioth., II2, σσ. 567-582. Εις Ιωάννη ν: Βλ. R. Devreesse: DBS I, 1200. Εις Πράξεις: PG 26, 1316-1317.
Εις Έπιστολάς Παύλου: PG 26, 1217-1221 ■ PG 27, 1404, ΒΕΠ 33, 184-186. Εις Καθολικός Έπιστολάς: PG 27, 396.
Ασκητικά σέ άνατολικές γλώσσες
Σέ συριακή, αρμενική, κοπτική καί άραβική μετάφραση παραδίδονται ποικίλα περί παρθενίας κείμενα τοϋ 'Αθανασίου.
Λόγος περί Παρθενίας (συριακά καί αρμενικά).
J. LEBON: Μυ 40 (1927) 209-218 καί 219-226. R. P. CASEY: SbB 33 (1935) 1026-1034 καί 1035-1045.
'Επιστολή πρός παρθένους (συριακή). J. LEBON: Μυ 41 (1928) 169-216.
Επιστολή πρός παρθένους (κοπτική).
LEFORT: CSCO 150(1955) 73-99 καί CSCO 151, σσ. 55-80 (μετάφραση γαλλική). ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ: Mu 42 (1929) 197-264.
Παραινέσεις πρός παρθένους (αποσπάσματα στή συριακή). LEFORT: ΑΒ 67 (1949) 142-152.
Περί παρθενίας (άκέφαλο, άποσπάσματα στήν κοπτική).
LEFORT: CSCO 150 (1955) 101-106 καί CSCO 151, σσ. 82-84.
'Ασκητικά άποσπάσματα (κοπτική). LEFORT: CSCO 150 (1955) 106-140 καί CSCO 151, σσ. 85-111.
'Επιστολή πρός παρθένους (άπόσπασμα στήν άραβική). Β. Evetts: ΡΟ 1 (1907) 404 έξ.
'Αποσπάσματα ποικίλα: Περί ασθενείας καί υγείας: F. Diekamp, Analecta patristica, Roma 1938, σσ. 5-9.
Εις τό «νϋνή ψυχή μου τετάρακται»: PG 26, 1240-1244. ΒΕΠ 33, σσ. 192-193. Επιστολή συμβουλευτική πρός παρθένους: PG 26, 1240. ΒΕΠ 33, 191-192. Επιστολή πρός Διόδωρον Τύρου (καί δχι Ταρσού): PG 26, 1261-1262.
Άποσπάσματα σύντομα
Μεγάλος άριθμός σύντομων καί πολύ ποικίλων κειμένων τυπώθηκαν στήν PG 26, 1224-1240, 1293-1296, 1320-1332 καί άπό έκεΐ στήν ΒΕΠ 33, 190-219. Προέρχονΐαι άπό γνήσια καί νόθα έργα τοϋ Αθανασίου.
Άμφιβαλλόμενα
Σημαντικός άριθμός κειμένων, προπαντός στήν κοπτική καί τήν άρμε¬νική, άποδίδονται στόν Αθανάσιο, γιά τήν πατρότητα τών όποιων ύπάρ- χουν σοβαρές άμφιβολίες:
Περί τής σαρκώσεως τον Κυρίου... κατά Άπολιναρίου, καί Περί τής σωτηριώδους έπιφανείας τοϋ Χριστοΰ καί κατά Άπολιναρίου. Ή γνησιότητα τών σημαντικών χριστολογικών καί άντιαπολιναριστικών αύ¬τών έργων συζητήθηκε καί συζητείται άκόμη. Φαίνεται δμως δτι ή άπόδο- σή τους στόν Αθανάσιο προσκρούει σέ σοβαρές δυσκολίες. Μεταφράσεις: λατινική, συριακή καί άρμενική (CPG II 2231).
PG 26, 1093-1165. Τ. Η. BENTLEY, St. Athanasii De incamatione contra Apollinarium, London 1887. ΑΜΑ 8, 409-440. ΒΕΠ 37, 267-298. ΕΠΕ 31, 140-243.
Λόγος είς τήν άνάστασιν τοϋ Κυρίου: Ανέκδοτος σέ κώδικα σιναϊτικό gr. 492, φφ. 122-139.
Κοπτικά: Περί αγάπης καί διχονοίας. Είς Ματθ. 20, 1-16. Oratio Athanasii antequam moreretur. Διαθήκη τών πατριαρχών Αβραάμ, 'Ισαάκ καί Ια¬κώβ. Εις τό πάθος τοϋ Κυρίου. Περί Λαζάρου έγερθέντος έκ νεκρών. Προσ- λαλιά πρός μοναχούς. Όμιλία κατά Αρείου. Νουθεσίαι. 'Επιστολή πρός Ώρσίσιον καί Θεόδωρον. Περί φόνου καί πλεονεξίας. Άποσπάσματα διά¬φορα. Καί τά άνέκδοτα: Είς τήν Πεντηκοστήν Περί νηστείας' Εις τό Λου¬κά 11, 5-15' Όμιλίες 3 εις τόν Άρχάγγελον Μιχαήλ (ή 3η καί εις τόν Γαβριήλ)• Περί τής άναλήψεως τοϋ Χριστοΰ. Βλ. CPG II 2180-2198.
Αρμενικά: Κατά τών λεγόντων δτι ό άνθρωπος έντολή τοϋ Θεοϋ πράττει τό καλόν καί τό κακόν. Πρός "Άρειον. Περί Τριάδος. Περί τής γεννήσεως τοϋ Χριστοΰ. Είς τήν Θεοτόκον. Είς τήν άειπάρθενον Θεοτόκο ν. Έγκώ- μιον εις τόν Σταυρόν. Έπιστολή πρός Ίουστϊνον τόν Άφρικανόν. "Ορα- σις Αθανασίου. Έγκώμιον είς τόνάγ. Στέφανον. Μαρτύριον τών άγ. Μηνά, Ερμογένους καί Ευγραφίου (καί στήν γεωργιανή). Βλ. CPG II 2201-2212.
Γεωργιανά καί συριακά: Ερωτήσεις καί άποκρίσεις. Βλ. CPG II, 2214.
Νόθα.
Κατά άρειανών λόγος Δ ': Α. Stegmann, Die pseudoathanasianische "IVte Rede gegen die Arianer" als κατά Άρειανών λόγος, ein Apollinarisgut, Rottenburg 1917. PG 26, 468-525. ΒΕΠ 30, 306-330.
Calvacanti, Pseudo Aianasio Dialogo contro i Macedoniani, Corona Patrum Torino 1983.
Έκθεσις πίστεως: PG 25, 200-208. 'Αποδίδεται στόν Μάρκελλο 'Αγκύρας. Περί πίστεως λόγος ό μείζων: PG 26, 1263-1294. Ε. Schwartz, Der sogennante Sermo maior de fide des Ath., Munchen 1925. 'Αποδίδεται στόν Μάρκελλο 'Αγκύρας.
Έπιστολαί δύο πρός Λουκίφερον (λατινικά): PG 26, 1181-1186 καί PL 13, 1037-1042.
Liber de Trinitate et Spiritu Sancto: PG 26, 1191-1218. V. Bulhart: CCL 9 (1957) 165-205. Λόγος περί υπομονής: PG 26, 1297-1309. ΒΕΠ 33, 201-208. Έρμηνεϊαι εις τό Σύμβολον: PG 26, 1232. ΒΕΠ 33, 187-188. Λόγος εις τά Baia.PG 26, 1309-1313. ΒΕΠ 33, 208-210. Περί των άζύμων: PG 26, 1328-1332. ΒΕΠ 33, 217-219. Ύπόθεσις εις τούς Ψαλμούς: PG 27, 56-60. ΒΕΠ 32, 30-32. Εις τό τΑσμα ασμάτων (αποσπάσματα): PG 27, 1349-1361. ΒΕΠ 35, 11-17. Μαρτυρίαι έκ της Γραφής της κατά φύσιν κοινωνίας (Πατρός, Υίοΰ, 'Αγ. Πνεύματος): PG 28, 29-80. ΒΕΠ 35, 259-285.
Επιστολή καθολική: PG 28, 81-84. ΒΕΠ 37, 75-76. Στήν PG 28, 88-1644 καί στήν ΒΕΠ 35-37 περιλαμβάνονται ακόμη: "Ελεγχος της ύποκρίσεως των περίΜελέτιον καίΕύσέβιον τόν Σαμοσα- τέα κατά τοϋ όμοουσίου. Περί της όιδίου υπάρξεως τοϋ Υίοΰ... καί πρός σαβελλ ι α νίζο ντα ς. Περί Σαββάτων καί περιτομής, έκ της Εξόδου. 'Ομιλία εις τόν σπόρον.
Εις τό «π ορευθέντες εις τήν απέναντι όχθη ν...». Περί παρθενίας.
Σύνοψις επίτομος της θείας Γραφής, Παλαιάς καί Νέας.
Διάλογος έν τή κατά Νίκαιαν Συνόδφ πρός "Αρειον.
Λόγος κατά πασών των αιρέσεων.
Διατί εκλήθη ό Μελχισεδέκ άπάτωρ...
Πρός τόν εύσεβέστατον βασιλέα Ίοβιανόν.
Περί δρω ν (α-β).
Διδασκαλία πρός Άντίοχον Δοϋκα. Ετέρα (διδασκαλία) πρός τόν αυτόν. 'Ετέρα (διδασκαλία) πρός 'Αντίοχον άρχοντα. "Ετεροι λύσεις αποριών έκ τών ιερών Ευαγγελίων. Λόγος περί τών άγιων εικόνων (απόσπασμα). Ρήσεις καί έρμηνεϊαι παραβολών τοϋ άγ. Ευαγγελίου. Έκ τοϋ παλαιού (=Παλαιάς) διάφοροι έρμηνεϊαι. "Ετεραί τίνες έρωτήσεις.
Περί της εικόνος τοϋ Κυρίου... καί τοϋ θαύματος έν Βηρυτφ. Έκ τοϋ κατά Λατίνων λόγου.
Σύνταγμα διδασκαλίας πρός μονάζοντας καί πάντας χριστιανούς... Διατύπωσις τών θελόντων έν ησυχία διάγειν.
Πρός Κάστορα... περί τών κανονικών τών κοινοβίων διατυπώσεων.
Πρός τόν αύτόν... περί τών όκτώ τής κακίας λογισμών.
Εις τό γενέθλιον τοΰ Προδρόμου.
Κηρυκτικόν εις τόν Εύαγγελισμόν.
Εις τήν άπογραφήν τής άγ. Μαρίας.
Εις τήν γέννησιν τοϋ Χριστού.
Εις τήν Ύπαπαντήν τοϋ Κυρίου.
Εις τόν έκ γενετής τυφλόν.
Είς τό «πορευομένου δέ αύτοΰ ύπεστρώννυον τά ιμάτια αυτών...».
Εις τήν άγίαν Πέμπτην καί εις τήν παράδοσιν τοΰ Ιούδα.
Εις τό πάθος τοϋ Κυρίου τή άγίφ Παρασκευή.
Είς τούς άγιους Πατέρας καί Προφήτα ς καί εις τήν... Έκκλησία ν.
Είς τό άγιον Πάσχα.
Είς τό άγιον Πάσχα καί εις τούς νεοφώτιστους τφ Σαββάτω τής άπο- λυσίμου.
Λόγος εις τήν Άνάληψιν τοϋ Κυρίου. Έγκώμιον είς τόν άγ. Άνδρέαν τόν Άπόστολον. Λόγος προτρεπτικός. Διάλογοι περί άγιας Τριάδος πέντε. Πρός τινα πολιτικόν σύνταγμα.
Λόγος διακριτικός καί είς τάς έντολάς τού Θεοΰ τοις άποταξαμένοις... Διδασκαλία πρός μοναχούς πραοτέρα, πνευματική (τό 1/3 άπό τό Περί βαπτίσματος τοΰ Μ. Βασιλείου καί τά 2/3 άπό τόν έλλην. Βίο τοϋ άγ. Ίλα- ρίωνα) (BHG 752-753). Περί τοϋ Ναού... τών διδασκαλείων καί τών θεάτρων τών έν Αθήναις. Περί σώματος καί ψυχής.
Βίος καί πολιτεία τής άγ. καί μακαρίας καί διδασκάλου Συγκλητικής. Έπιστολή πρός τόν έν Περσία έπίσκοπον. Σύμβολον Άθανασιανόν (τέσσερις τύποι). Περί Τριάδος.
De ratione Paschc (λατινικά).
Πίστις τών άγίων 318 άγ. θεοφόρων Πατέρων τών έν Νικαία. Βλ. CPG II 2242-2298.
Σέ άλλες έκδόσεις βρίσκουμε καί τά έξης ψευδοαθανασιανά κείμενα: Λόγος είς τήν άνάστασιν καί εις τούς νεοφώτιστους: Μ. Aubineau: Zetesis. Album amicorum door vrienolen en colloga's... E. de Strycker, Antwerpen- Utrecht 1973, σσ. 668-678.
Διάλογος Αθανασίου καίΖακχαίου: F. C. Conybeare, The Dialogues of Athanasius and Zacchaeus and of Timothy and Aquila, Oxford 1898. Καί με-τάφραση γεωργιανή.
Κανόνες Αθανασίου: W. Riedel-W. Ε. Crum, The Canons of Ath. of Alexandria. The Arabic and Coptic Versions, edited and translated, London 1904.
Περί τού μή κοινωνεϊν άνεξετάστως τών θείων μυστηρίων τούς ταίς ιδίαις γυναιξί μιγνυμένους: P. Joannou, Fonti, II, σσ. 82-84.
Άναφορά Αθανασίου (λειτουργική, στήν συριακή): Α. Baumstark: OC
3, 2 (1927) 243-298. Καί μετάφραση έλληνική: ΕΦ 5 (1910) 321-338. Βίος Φιλίππου τοϋ "Αγκυρανοϋ: ASS Mai, III, σσ. 34-36. De observationibus monachorum: PL 103, 665-672. Exhortatio ad sponsam Christi: CSEL 1 (1866) 225-250. Βλ. CPG II, 2299-2309.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Γενικά έργα:
A. STIJLCKEN, Athanasiana. Literar-und dogmengeschichtlichc Untersuchungen (TV 19, 4), Leipzig 1899. F. L.AUCHERT, Leben des hi. Ath. desGrossen, Koln 1911. Μ. ΚΩΝ- ΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ, Ό Μέγας Άθ. καί ή εποχή του, 'Αθήνα 1937. Ci. MLI1.LER, Lexicon Athanasianum, Berlin 1944-1952. F. L. CROSS, The Study of St. Athanasius, Oxford 1945. j. N. D. KELLY, Early Christian Creeds, London 1950 (κατά τούς πίνακες). W. SCHNEE- MELCHER, Ath. von Alexandrien als Theologe und als Kirchenpolitiker: ZNW 43 (1950- 1951)242-256. V. C. DE CLERQU, Ossius of Cordova, Washington 1954. G. L. PRESTIGE, God in Patristic Thought, London 1956 (κατά τούς πίνακες). J. Ν. D. KELLY, Early Christian Doctrines, London 1958 (κατά τούς πίνακες). Ε. SCHWARTZ, Gcsammelte Schriflen 111: Zur Geschichte des Athanasius, Berlin 1959. D. R1TSCHL, Athanasius. Versuch einer Interpretation, Zurich 1964. I. ORTIZ DE URBINA, Nizaa und Konstantinopel..., Mainz 1964. XVI cenienario di S. Atanasio ( + 373). Incontro sul linguaggio trinitario nei Padri della Chiesa (Roma, 4-5 maggio 1973): Aug 13 (1973) 364-623. ΣΤΥΛ. Γ. ΠΑΠΑΔΟ¬ΠΟΥΛΟΥ, Ό "Αγιος Άθ. Άλεξ., σταθμός μέγας έν τη θεολογία της Εκκλησίας, 'Α¬θήνα 1974 (άνάτυπο: Θεολογία 1974, σσ. 102-128). Politique et theologic chcz Ath. d' Alexandre. Actes du colloque de Chantilly (23-25 septembrc 1973), edites par CH. KANNEN- GIESSER, Paris Beauchesne 1974. E. P. ME1JERING, Orthodoxy and platonism in Atha¬nasius. Synthesis or Antithesis? Leiden Brill 1968 (καί 1974). Τόμος έόρτιος χιλιοστής έ- ξακοσιοστής έπετείου Μ. Άθ. (373-1974), έκδ. Γ. ΜΑΝΤΖΑΡΙΔΗ, Θεσσαλονίκη 1975. Μ. SIMONETTI, La crisi ariana nel IV secolo, Roma 1975 (κατά τόν πίνακα περιεχομέ¬νων). Μ. ΤΕΤΖ, Zur Biographie des Athanasius von ΑΙ.: ZKG 90 (1979) 304-338. G. DRAGAS, Athanasiana, 1, London 1980 (ανατύπωση 7 μελετών γιά τήν θεολογία καί τό εργο τοϋ Άθαν.). CH. KANNENG1ESSER, Ath. d' Alexandrie, eveque et ecrivain. Une lecture des traites Contrc les Ariens, Paris Beauchesne 1983. G. DRAGAS, St. Athanasius Contra Apollinarem, Athens 1985.
7 στορικοψιλολογι κά:
G. MERCAT1, Note di letteratura biblicae cristiana antica (ST5), Roma 1901, σσ. 145-179. EM. ΚΑΡΠΑΘΙΟΥ, Oi είς τόν Μέγαν ΆΟανάσιον αποδιδόμενοι δύο λόγοι κατά Άπο- λιναριστών: Γρ/7 9 (1925) 370-385, 442-452. J. LEBON, Athanasiana Syriaca, I...: Mu 40 (1927) 209-218. L. TH. LEFORT, S. Athanase sur la virginite: Mu 42 (1929) 197-275. Βλ. καί Mu 46 (1933) 1-33,48 (1935) 55-73• 67 (1954) 43-50* 69(1956) 235-241• 71 (1958) 5-50. TOY ΙΔΙΟΥ, S. Athanase, ecrivain coptc: Mu 46 (1933) 1-33. H. G. OPITZ, Untersuchungen zur Uberliefcrung der Schriften des Athanasius, Berlin 1935. A. GLINTHOR, Die sieben pseudo-alhanasianischen Dialoge, ein Werk Didymus des Blinden von Alexandrien, Rom 1941. j. GELTZER, Das Rundschreiben der Synode von Sardica: ZNW 40 (1941) 1-24. G. MERCAT1, Suir autore del De titulis psalmorum...: OCP 10 (1944) 7-22. P. PEETERS, Comment S. Ath. s' enfuit de Tyr en 335 (Subsidia hagiographica 27), Bruxelles 1951. Π.
ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ, Τό πρόβλημα τής γνησιότητος τοΰ «Περί σαρκώσεως τοΰ Κυ¬ρίου... κατά Άπολιναρίου Λόγοι δύο» τοΰ Άθ.: Θεολογία 24 (1953) 442-461, F. SCHEIDWEILER, Wer 1st der Verfasser des sogennanten Sermo maior de fide?: BZ47 (1954) 333-357. L. TH. LEFORT, Les Lettres Festales de S. Ath.: Bulletin de la Classe des Lettres de I' Academie Royale de Belgique 39 (1953) 643-656, 41 (1955) 183-185 καί: Clio 6 (1954) 225-230. M. AUBINEAU, Les ecrits de S. Ath. sur la virginite: RAM 31 (1955) 140-173. Μ. TETZ, Athanasiana...: VC9 (1955) 159 175. Tt)Y ΙΔΙΟΥ, Zur Edition der dogmatischen Schriften des Ath. von Alexandrien: ZKG 67 (1955) 1-28. G. D. GORDINI, Origini e sviluppo del Monachesimo a Roma: Greg 37 (1956) 220-260. V. PERI, La cronologia delle lettere festali di S. Atanasio e la Quaresima: Aevum 35 (1961)28-86. J. N. D. KELLY, The Atha- nasian creed. Quicumque vult, London Black 1964. M. SIMONETTI, Alcune considerationi sul contributo di Atanasio alia lotta contro gli Ariani: SMSR 38 (1967) 512-535. M. J. RONDEAU, Une nouvelle preuve d* 1' influence litteraire d* Eusebe de Cesaree sur Athanase...: RSR 56 (1968) 385-434. CH. KANNENGIESSER, La date de 1' apologie d' Athanase Contre les paiens et Sur 1' incarnation du Verbe: RSR 58 (1970) 383-428. CH. BIZER, Studien zu pseudo-athanasianischen Dialogen, Bonn 1970. Ν. M. HAR1NG, Commentaries on the pseudo-Athanasian creed: MS 34 (1972) 208-251. R. W. THOMSON, Athanasiana Syriaca III I (Περί σαρκώσεως κατά Άρειανών -Κατά Άπολιναρίου 1 - Περί τοΰ Σταυροΰ καί τοΰ Πάθους -"Οτι είς έστιν ό Χριστός- Περί σαρκώσεως τοΰ θεοΰ Λόγου- Πρός Ίοβιανόν): CSCO 324 (1972) καί CSCO 325 (μετάφραση). C. U. CRIM1, La paternita atanasiana di un testo Ad Virgines: Mu 86 (1973) 521-524. T. ORLANDI, Sull Apologia secunda (contra Arianos) di Atanasio di Alessadria: Aug 15 (1975) 49-79. Y. M. DUVAL, La problematique de la Lettre aux vierges d' Athanase: Mu 88 (1975) 405-433. J. C. M. VAN WINDEN, In the date of Athanasius apologetical treatises: VC 29 (1975) 291-295. G. C. STEAD, Rhetorical method in Athanasius: VC 30 (1976) 121-137. L. DATTRINO, II De Trinitate pseudoatanasiano, Roma 1976. G. J. M. BARTEL1NK, Grecismes lexicologiques et syntaxiques dans les traductions latines du I Ve s. de la Vita Antonii d' Ath.: Mnemosyne 30 (1977) 388-422. A. V00BUS, Entdeckung einer unbekannten Biographie des Athan... Eine angeblich von Amphilochius von lkonium verfasste Vita: BZ 71 (1978) 36-40. The Life of Antony and the Letter to Marcellinus, translat. with introduct. by R. GREGG, preface by W. CLEBSCH, New York 1980. R.C. GREGG, The Life of Antony and the Letter to Marcellinus (μετάφρ. καί είσαγ.), New York 1980. R. M. HLIBNER, Epiphanius, Ancoratus und Ps. - Athanasius, Contra Sabellianos: ZKG 92 (1981) 325-333. L. DATTRINO, Catechesi ai presbiteri: Lateranum 47 (1981) 70-79. ΓΡ. ΛΑΡΕΝΤΖΑΚΗ, Ή ήμερομηνία έορτασμοΰτοΰ Πάσχα μετά τήν Α' ΟΙκουμενικήν Σύνοδον τής Νικαίας (325). Ό ρόλος τής Αλεξανδρείας καί τής Ρώμης: ΓρΠ 65 (1982) 140-158. G. J. Μ. BARTELINK, Die literarische Gattung der Vita Antonii. Struktur und Motive: VC 36 (1982) 38-62. M. TETZ, Athanasius und die Vita Antonii. Literarische und theologische Relationen: ZNTW 73 (1982) 1-30. V. TWOMEY, Apostolikos Thronos; the primacy of Rome as reflected in the church history of Eusebius and the historic-apologetic writings of Saint Athanasius the Great, Miinster 1982. G. GROSO, La lettera alle vergini. Atanasio e Ambrogio: Aug 23 (1983) 421-452. A. KAZHDAN, Hagiographical notes 1: Two versions of the Vita Athanasii: Β 53 (1983) 538-544. G. HERNANDEZ FERNANDEZ, La eleccion episcopal de Atanasio de Alejandria segun Filostorgio: Gerion 3 (1985) 211-229. P. FORCE, La traduction latine proposee par Migne au regard de son edition de la Vie d' Antoine par Athanase d' Alexandrie: Migne et la renouveau des etudes patristiques... (Theologie historique 66), Paris 1985, σο. 255-317. G. C. STEAD, St. Athanasius on the Psalms: VC 39 (1985) 65-78. M. ALEXANDRE, A propos du recit de la mort d' Antoine (Athanase, Vie d' Antoine, PG 26, 968-974, § 89-93). L' heure de la mort dans la litterature monastique. Le temps chr&ien dela fin derantiquiteauxMoyenAge..., Paris 1984, σσ. 263-282. CH. KANNENGIESSER,
Les blasphemes d' Arius (Athanase d' Alexandrie, De Synodis 15), un ecrit neo-arien: Memorial A.-J. Festugiere. Antiquitc patenne et chretienne..., έκδ. Ε. Lucchesi καί Η. D. Saffrey, Geneve 1984, σσ. 143-151. Η. G. THUMMEL, Aspektc und Probleme des sogennanten Arianischen Streits: Thl.Z 109 (1984) 413-423. G. C. STEAD, Athanasius' De incamatione. An edition reniewed: JThS 31 (1985) 378-390.
Θεολογικά γενικά:
J. Β. BERCHEN, L' incarnation dans lc plan divin d' apres s. Ath.: EO 33 (1934) 316-330.
C.    HAURET, Comment le 'Defenseur de Nicee* a-t-il compris le dogme de Nicee? Brudges 1936. L. BOUYER, L' incarnation et Γ Eglise corps du Christ dans la theologie de S. Athanase, Paris 1943. D. UNGER, A special Aspect of Alhanasian Soteriology: FS 6 (1946) 30-53, 171-194, R. BERNARD, L' image de Dieu d' apres S. Athanase, Paris 1952. Π. ΔΗΜΗ- ΤΡΟΠΟΥΛΟΥ, Ή ανθρωπολογία τοϋ Μ. 'AO., 'Αθήνα 1954. Τ. Ε. POLLARD, Logos and Son in Origen, Arius and Athanasius: SP 2 (1957) 282-287. Κ. ΚΑΡΑΚΟΛΗ, Ή έκ- κλησιολογία του Μ. Αθ., Θεσσαλονίκη 1968. Γ. ΦΛΩΡΟΦΙΚΥ, ΓΗ έννοια της δημιουρ¬γίας στόν "Αγ. 'Αθανάσιο: Θέματα 'Ορθοδόξου Θεολογίας, 'Αθήνα 1973, σσ. 9-32 (μετάφρ. άπό άγγλικά). 1. COMAN, 'Απόψεις τινές της σωτηριολογικής διδασκαλίας τοϋ Μ. 'Αθανασίου: Κληρονομιά 5 (1973) 330-346. 1. BAKES, Das trinitarische Glaubens- verstandnis beim hi. Athan. des Grossen: TThZ 82 (1973) 129-140. G. LARENTZAKIS, Einige Aspekte des hi. Athanasius zur Einheit der Kirche: Κληρονομιά 6 (1974) 242-259.
D.    STAN1LOAE, Die Erlosungslehre des hi. Athanasius...: Kyrios 14 (1974) 25-41. M. STROHM, Die Trinitatslehre des hi. Athan. und ihr Mi6verstehen im Abendland: Kyrios 14(1974) 43-59. D. G. KRETSCHMAR, Kreuzund Auferstehung in der Sicht von Athanasius und Luther: Zurnal Moskovskoj Patriarchii 48 (1974) 57-74. Μ. TETZ, Liber nikaische Orthodoxie. Der sogen. Tomos ad Antiochenos des Ath. ...: ZNW 66 (1975) 194-222. J. CESKA, Die politischc Griinde der Homousios-Lehre des Athan.: Die Kirche angesichts der Konstantinischen Wende, έκδ. G. Ruhbach 1976, σσ. 297-321. GR. LARENTZAKIS, Einheit der Menschheit-Einheit der Kirche bei Athanasius, Graz 1978 (δακτυλογρ.). A. HAMILTON, Athan. and the simile of miror: VC 34 (1980) 14-18. G. ZAPHlRlS, Der Logos Gottes als Quelle des Lebens nach Ath...: Philoxenia. Fcstschrift iiir B. Koiting (έκδ. A. Kallis), Miinster Aschendorff 1980, σσ. 51-96 (καί εις Θεολογία 54 [1983] 425-450, 625-641• 55 [1984] 7-17). L. LEONE, Un punto fondamentale di ascetica atanasiana. La vocatione divinizzante dell' uomo: Quadernidell' 1st. di Lingue e Lctterature classica, Bari 1 (1980) 113-139. L. V1CARIO. Creazione e restaurazione dell' uomo nei cc. 1-32 del De incarnatione di S. Atanasio: Nicolaus 9(1981)63-127. L. DATTRINO, Sanctus Spiritus de unita naturaest: Lateranum 47 (1981) 356-379. R. SCHWAGER, Fluch und Sterblichkeit-Opfer und Sterblichkeit. Zu der Erlosungslehre des Ath.: ZKTh 103 (1981) 377-399. L. ABRAMOWSKI, Dionys von Rom ( + 268) und Dionys von Alexandrien ( + 264/5) in den arianischen Streitigkeiten des 4. Jahrhunderts: ZKG 93 (1982) 240-272. Δ. I. ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗ, Ή τριαδική ένότητα καί ή ένότητα τών πιστών κατά τόν Μ. 'Αθανάσιο: ΓρΠ 65 (1982) 37-50. ΧΡ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙ- Ν1ΔΟΥ, Οί δροι «ουσία» καί «ύπόστασίς» παρ' Άθανασίω τω Μεγάλψ: Θεολογία 53 (1982) 565-586. J. ROLDANUS, Die Vita Antonii als Spiegel der Theologie des Athanasius und ihr Weiterwirken bis ins V. Jhrh.: ThPh 58 (1983) 194-216. R. LORENZ, Die Christusseele im arianischen Streit. Nebst einigen Bemerkungen zur Quellenkritik des Arius und zur Glaubwurdigkeit des Athanasius: ZKG 94 (1983) 1-51. B. BRENNAN, Athanasius* Vita Antonii. A sociological interpretation: VC 39 (1985) 209-227.
Χρίστολογία:
J. B. BERCHEM, Le Christ sanctificateur d' apres s. Ath.: Angelicum 15 (1938) 515-558. M. RICHARD, S. Athanase et la psychologie du Christ selon les Ariens: Melanges de science religieuse 4 (1947) 5-54. Λ. GRILLMEIER, Die Stellung des Tomus von Alexandrien 362 in der Christologie des hi. Athan.: Das Konzil von Chalkedon 1 (1951) 91-99. P. GAMIER, S. Athanase et!' ame humaine du Christ: Greg 36 (1955) 553-589. ΧΡΥΣΟΣΤ. ΚΩΝΣΤΑΝ- ΤΙΝ1ΔΟΥ, Έδίδαξεν ό Μ. 'Αθανάσιος ότι είχεν ό Κύριος ανΟρωπίνην ψυχήν;: 'Ορθοδο-ξία 1956, σσ. 63-78. Α. GESCHE, I.' ame de Jesus dans la christologic du [Ve siccle: RHE 54 (1959) 385-425. B. SALI.ERON, Matiere ei corps dii Christ chez s. Athanase d' Alexandrie, Rome 1967. J. ROLDANUS, Le Christ et Γ homme dans la theologie d' Athanase d' Alexandrie, Leiden 1968. ΗΛ. ΜΟΥΤΣΟΥΛΑ, Ή πρός Έπίκτητον επιστολή τοϋ Μ. Άθ., 'Αθήνα 1972 (ανάτυπο). CH. KANNENGIESSER, Athan. of Alex, and the foundation of traditional Christology: TS 34(1973) 103-113. A. GRILLMEIER, Christ in christian tradition, 1, London, 19752, σο. 308-328. Γ. ΔΡΑΓΑ, Έγένετο άνθρωπος. Ή λησμονηθεϊσα άκο- ψις τής χριστολογίας τοϋ Μ. 'Αθανασίου (ανάτυπο άπό Θεολογία 1976), 'Αθήνα 1976. Α. GRILLMEIER, Ό Κυριάκος άνθρωπος. Eine Studie zu eincr christologischen Bezeich- nung der Vaterzeil: Traditio 33 (1977) 1-63. G. C. STEAD, The scriptures and the soul of Christ in Athanasius: VC 36(1982) 233-250. R. LORENZ, Die Christusseele im arianischen Streit...: ZKG 94 (1983) 1-51. A. LOUTH, Athanasius' understanding of the humanity of Christ: SP 16 (1985) 309-318.
Πνευματολογία:
P. GALTIER, Le Saint-Esprit en nous d' apres les Peres grecs, Rome 1946, σσ. 117-134. C. R. B. SHAPl.AND, The Letters of S. Athan. concerning the Holy Spirit, London-NY 1951. A. LAMINSK1, Der HeiligeGeist als Geist Christi und Geist der Cilaubigen. Der Beitrag des Ath... zur Formulierung des trinitarischen Dogmas im vierten Jahrhundert, Leipzig St. Beno Verl. 1969. ΣΤΥΛ. Γ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, "Αθ. Άλεξ. περί άγ. Πνεύματος...: ΕΦ 53 (1971) 33-70 (καί άνάτυπο). Η. SAAKE, Pneumatologica. Untersuchungen zum Geist- verstandnis im Johannesevangelium bei Origenes und Athanasios von Alexandria, Frankfurt 1973. A. HERON, Zur Theologie der "Tropici" in der Serapionbriefen des Ath.: Kyrios 14 (1974) 3-24. C. CAMPBELL, The doctrine of the Holy Spirit in the theology of Athanasius: SJTh 27 (1974) 408-440. G. DRAGAS, Holy Spirit and tradition. The writings of St. Ath.: Sobornost 1 (1979)51-72. CH. KANNENGIESSER, Athanasius of Alex, and the Holy Spirit between Nicea I and Constantinople I: Irish Theoi. Quart. 48 (1981) 166-180.
'Ερμηνευτική:
Τ. Ε. POLLARD, The exegesis of John X 30...: NTS 3 (1957) 334-349. TOY ΙΔΙΟΥ, The exegesis of Scripture and the Arian Controversy: The Bulletin of the J. Rylands Library 41 (1959) 414-429. P. MERENDlNO, Paschale sacramentum. Eine Untersuchung iiber die Osterkatechese des hi. Ath... in ihre Beziehung zu den friihchrisUichen exegetisch-theo- logischen Uberlieferungen, Miinster Aschendorff 1965. M. J. RONDEAU, L' Epitre a Marcellinus sur les Psaumes: VC 22 (1968) 176-197. T. TORRANCE, The hermeneutics of St. Athanasius: ΕΦ 52/1 (1970) 446-468• 52/2(1970)89-106' 52/4(1970) 237-249• 53 (1971) 133-149. H. J. SIEBEN, Les citations bibliques du traite athanasien sur I' incarnation du Verbe et les Testimonia: La Bible et les Peres, Paris 1971, σσ. 135-160. TOY ΙΔΙΟΥ, Herm6neutique de Γ exegese dogmatique d' Athanase: Politique et theologie chez Ath. d' Alex... edite par Ch. Kannengiesser, Paris 1974, σσ. 195-214. W. SCHNEEMELCHER, Der Schriftgebrauch in der Apologien des Athanasius. Text, Wort, Glaube..., K. Aland gewidmet, έκδ. Μ. Brecht, Berlin 1980, σσ. 209-219. Μ. J. RONDEAU, Les commentaires patristiques du Psautier..., I, Roma 1982, σσ. 79-87. Ε. FERGUSON, Athanasius' Epistula ad Marcellinum in interpretationem Psalmorum: SP 16 (1985) 295-308.
Θεολογία Οικουμενικής Χυνό<5ου:
Μ. GOEMANS, Het Algemeen Concilie in de Vierdeeuw, Nijmegcn-Utrecht 1945. Βλ. γαλλική περίληψη του εις RSPh 31 (1947) 288-291. Η. J. SIEBEN, Zur Entwicklung der Konzilsidee. Werden und Eigenart der Konzilsidee des Athanasius von Alex.: ThPh 45 (1970) 353-389. W. DE VR1ES, Die Struktur der Kirche gemass dem ersten Konzil von Nikaia und seiner Zeit: Wegzeichen Festgabe... von Η. M. Biedcrmann, Wurzburg 1971, σσ. 55-81. ΣΤΥΛ. Γ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Ό Μ. 'Αθανάσιος καί ή θεολογία της Οικουμενικής Συ¬νόδου, 'Αθήνα 1975 (καί 1980).
'Εκκλησία καί βασιλέας:
Κ. F. HAGEL, Kirche und Kaisertum in Lehre und Leben des Athanasius, Giessen 1933 (διατριβή). L. W. BARNARD, Athanase et les empereurs Consiantin et Constance: Politique et theologie chez Athanase..., Paris 1974, σσ. 126-143. ΣΤΥΛ. Γ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, rH κρίσις της Συνόδου καί ή κρίσις του κοσμικού άρχοντος κατά τόν Μ. Άθανάσιον (περί τό πρόβλημα της σχέσεως Εκκλησίας καί πολιτείας): Κοινωνία 18 (1975) 277-295. L. W. BARNARD, Athanasius and the Roman state: Latomus 36 (1977)422-437. R. KLEIN, Constantin 11 und die christliche Kirche, Darmstadt 1977.

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ Β


ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.