Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

Κυριακή του Παραλύτου (Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς)



Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

Ἀπό τό βιβλίο « Ἀναστάσεως ἡμέρα»


«Ἀπό τήν Κυριακή τοῦ Πάσχα ὥς τήν Πεντηκοστή» Τρίτη Κυριακή τοῦ Πάσχα (Κυριακή τοῦ Παραλύτου)

(Εὐαγγέλιο: Ἰωάν. Ε΄ 1-16)

Μακάριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού ὑπομένει ὅλα τά λυπηρά αὐτῆς τῆς ζωῆς μέ καρτερία κι ἐλπίδα στό Θεό. Γι᾿ αὐτόν ἡ κάθε μέρα θά εἶναι μήνας στόν οὐρανό, ἐνῶ στόν ἄπιστο θά μοιάζει μέ χρόνο ὁλόκληρο. Γιατί ὁ ἄπιστος χαίρεται μόνο ὅταν δέν ὑποφέρει· κι ὅταν ὑποφέρει, τό κάνει χωρίς ὑπομονή κι ἐλπίδα στό Θεό καί δυσανασχετεῖ…

Ὁ συνειδητός ἄνθρωπος εἶναι λογικό ν᾿ ἀναζητήσει τίς αἰτίες πού τόν βασανίζουν μέσα του, ἐνῶ ὁ ἀνόητος κατηγορεῖ πάντα τούς ἄλλους. Ὁ συνειδητός ἄνθρωπος θυμᾶται ὅλες τίς ἁμαρτίες πού ἔκανε ἀπό παιδί. Τίς θυμᾶται μέ φόβο Θεοῦ καί περιμένει νά πληρώσει γι᾿ αὐτές…


Μακάριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού ἐπωφελεῖται ἀπ᾿ ὅλα τά βάσανά του, γνωρίζοντας πώς ὅλ᾿ αὐτά τά ἐπιτρέπει ὁ Θεός μέ τήν ἀγάπη Του γιά τόν ἄνθρωπο, γιά τή δική του ὠφέλεια. Μέ τό ἔλεός του ὁ Θεός ἐπιτρέπει νά ἐπισκεφτοῦν τόν ἄνθρωπο βάσανα γιά τίς ἁμαρτίες του. Μέ τό ἔλεός Του τό κάνει αὐτό, ὄχι μέ τή δικαιοσύνη Του. Ἄν ἐνεργοῦσε μέ τή δικαιοσύνη Του, τότε κάθε ἁμαρτία ἀναπόφευκτα θά ᾿ φερνε θάνατο, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος:

«Ἡ δέ ἁμαρτία ἀποτελεσθεῖσα ἀποκύει θάνατον» (Ἰακ. Α΄ 15). Κι ὁ Θεός ἀντί γιά θάνατο χαρίζει θεραπεία μέσ᾿ ἀπό τά βάσανα. Τά βάσανα εἶναι ὁ τρόπος πού χρησιμοποιεῖ ὁ Θεός γιά νά θεραπεύσει τή λέπρα τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ θανάτου.

Μόνο ὁ ἀνόητος ἄνθρωπος σκέφτεται πώς τά βάσανα εἶναι κακό. Ὁ συνειδητός ἄνθρωπος γνωρίζει πώς τά βάσανα δέν εἶναι κάτι κακό ἀλλά ἡ φανέρωση τοῦ κακοῦ, ἡ θεραπεία του. Πραγματικό κακό γιά τόν ἄνθρωπο εἶναι μόνο ἡ ἁμαρτία. Ἐκτός ἁμαρτίας δέν ὑπάρχει τίποτα κακό. Ὅλα τ᾿ ἄλλα πού οἱ ἄνθρωποι ἀποκαλοῦν κακά δέν εἶναι τίποτ᾿ ἄλλο, παρά τό πικρό φάρμακο πού θεραπεύει τό κακό. Ὅσο πιό ἄρρωστος πνευματικά εἶναι ὁ ἄνθρωπος, τόσο πικρότερο εἶναι τό φάρμακο πού τοῦ δίνει ὁ γιατρός.

Μερικές φορές ὁ ἄρωστος νομίζει πώς τό φάρμακο εἶναι χειρότερο καί πιό πικρό ἀπό τήν ἴδια τήν ἀρρώστια. Τό ἴδιο γίνεται καί μέ τόν ἁμαρτωλό. Τά βάσανα εἶναι βαρύτερα καί πιό πικρά ἀπό τήν ἁμαρτία πού ἔκανε. Αὐτό ὅμως εἶναι ἀπάτη, μιά πολύ μεγάλη αὐταπάτη. Δέν ὑπάρχει στόν κόσμο βάσανο τόσο σκληρό καί τόσο ὀλέθριο ὅσο ἡ ἁμαρτία. Ὅλα τά βάσανα πού ὑποφέρουν ἄνθρωποι καί λαοί δέν τίποτ᾿ ἄλλο, παρά ἡ πλούσια θεραπεία πού παρέχει σέ ἀνθρώπους καί ἔθνη τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, γιά νά τούς σώσει ἀπό τόν αἰώνιο θάνατο. Κάθε ἁμαρτία, ἑπομένως, ὅσο μικρή κι ἄν εἶναι, ἀναπόφευκτα τήν ἀκολουθεῖ θάνατος, ἄν τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ δέν ἐπιτρέψει τήν ἐπίσκεψη τῆς ἀρρώστιας, γιά νά συνεφέρει τόν ἄνθρωπο ἀπό τή μέθη τῆς ἁμαρτίας. Γιατί ἡ θεραπεία πού ἀκολουθεῖ τόν πειρασμό, προέρχεται ἀπό τήν εὐεργετική δύναμη τοῦ Ἁγίου καί Ζωοποιοῦ Πνεύματος.

Ἰσως ἰσχυριστεῖς: «Ὁ ἄνθρωπος φοβᾶται τά βάσανα ἐπειδή φοβᾶται τό θάνατο. Μποροῦν τά βάσανα ν᾿ ἀπομακρύνουν τό θάνατο;» Τί εἶναι αὐτό πού ὁδηγεῖ τό σῶμα στό θάνατο; Ἡ ἀρρώστια ἤ τό φάρμακο; Σίγουρα ἡ ἀρρώστια, ὄχι τό φάρμακο. Μέ τόν ἴδιο τρόπο λοιπόν δέν εἶναι τά βάσανα πού ὁδηγοῦν τήν ψυχή στό θάνατο ἀλλά ἡ ἁμαρτία, πού φέρνει τήν ἀρρώστια στόν ἄνθρωπο καί τό θάνατο στήν ψυχή. Ἡ ἁμαρτία εἶναι ὁ σπόρος τοῦ θανάτου, ἕνας φριχτός σπόρος, πού ἄν δέν ξερριζοθεῖ ἔγκαιρα μέ τά βάσανα καί δέν καεῖ μέ τό πῦρ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, θ᾿ ἀναπτυχθεῖ καί θά καλύψει ὁλόκληρη τήν ψυχή καί θά τήν κάνει δοχεῖο θανάτου, ὄχι ζωῆς.

Εἶναι σαφές λοιπόν πώς τόν πόνο πρέπει νά τόν ἀντιμετωπίσεις μέ ὑπομονή κι ἐλπίδα στό Θεό, μέ εὐχαριστία, μέ χαρά. «Ὅσας ἔδειξάς μοι θλίψεις πολλάς καί κακάς, λέει ὁ προφήτης Δαβίδ στό Θεό, καί ἐπιστρέψας ἐζωοποίησάς με… ψαλῶ σοι ἐν κιθάρᾳ, ὁ ἅγιος τοῦ Ἰσραήλ. Ἀγαλλιάσονται τά χείλη μου, ὅταν ψάλω σοι, καί ἡ ψυχή μου, ἥν ἐλυτρώσω» (Ψαλμ. Ο΄20-23). Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος συμβουλεύει τούς πιστούς: «ἀλλά καθό κοινωνεῖτε τοῖς τοῦ Χριστοῦ παθήμασι, χαίρετε» (Α΄ Πέτρ. Δ΄ 13 ). Αὐτό σημαίνει πώς πρέπει νά χαιρόμαστε συνειδητά, ταπεινά, μέ ὑπομονή καί πραότητα. Κι αὐτό γιά τήν κάθαρση τῶν ἁμαρτιῶν μας, γιά καινή ζωή, γιά νά κατοικήσει μέσα καί γύρω μας ὁ Χριστός. Ὅταν ὁ ἱερός Χρυσόστομος πέθαινε στήν ἐξορία, βασανισμένος καί περιφρονημένος ἀπό τούς ἀνθρώπους, τά τελευταῖα λόγια πού ψέλισε, ἥταν:«Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν».

……

Ἡ Ἁγία Γραφή κι ἡ Ἐκκλησιαστική Ἱστορία μᾶς προσφέρουν τά μεγαλύτερα παραδείγματα ὑπομονῆς σέ βάσανα πρωτάκουστα στούς ἀνθρώπους. Τό σημερινό Εὐαγγέλιο περιγράφει ἕνα τέτοιο παράδειγμα μεγάλης καί μακρόχρονης ὑπομονῆς στόν πόνο. Καί ὄχι μόνο αὐτό. Κάνοντας τήν περιγραφή τοῦ δύστυχου ἀνθρώπου πού ἦταν παράλυτος γιά τριάντα ὀκτώ χρόνια, μέ ὑπομονή κι ἐλπίδα, τό Εὐαγγέλιο μᾶς ἀποκαλύπτει ταυτόχρονα ἤ μᾶλλον μᾶς διαβεβαιώνει γιά δυό μεγάλα μυστήρια. Τό πρῶτο εἶναι πώς ὁ ἄνθρωπος αὐτός, πού ἦταν τόσα χρόνια ἄρρωστος, χρωστοῦσε τήν αἰτία τῆς ἀρρώστιας του στόν ἴδιο, στήν ἁμαρτία του. Τό δεύτερο εἶναι πώς ὁ παντοδύναμος Κύριος Ἰησοῦς θεράπευσε τόν ἄρρωστο μέ τή θεϊκή του δύναμη, λέγοντας τά ἑξῆς: «ἔγειρε, ἆρον τόν κράβαττόν σου καί περιπάτει» ( Ἰωάν. Ε΄ 8). μέ τά λόγια αὐτά ἀποκαλύφτηκαν γιά μιά ἀκόμα φορά ἡ θεϊκή ἀγάπη Του γιά τό ἀνθρώπινο γένος κι ἡ θεϊκή Του δύναμη, πού ἐπιφανειακά καλύπτονταν μέ τό παραπέτασμα τῆς ἀνθρώπινης σάρκας.

Ἐκεῖνο τόν καιρό «ἀνέβη ὁ Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα. Ἔστι δέ ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις ἐπί τῇ προβατικῇ κολυμβήθρᾳ, ἡ ἐπιλεγομένη Ἑβραϊστί Βηθεσδά, πέντε στοάς ἔχουσα» ( Ἱωάν. Ε΄ 1,2) … Ἡ Προβατική Κολυμβήθρα ἤ Βηθεσδά, πῆρε τ᾿ ὄνομά της ἀπό τή γειτονική Προβατική Πύλη (βλ. Νεεμ. Α΄ 1,32), ἀπ᾿ ὅπου περνοῦσαν τά πρόβατα πού προορίζονταν γιά θυσία, γιά νά τά πλύνουν πρῶτα στήν κολυμβήθρα…

«Ἐν ταύταις κατέκειτο πλῆθος πολύ τῶν ἀσθενούντων, τυφλῶν, χωλῶν, ξηρῶν, ἐκδεχομένων τήν τοῦ ὕδατος κίνησιν. Ἄγγελος γάρ κατά καιρόν κατέβαινεν ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ, καί ἐταράσσετο τό ὕδωρ· ὁ οὕν πρῶτος ἐμβάς μετά τήν ταραχήν τοῦ ὕδατος ὑγιής ἐγίνετο ῷ δήποτε κατείχετο νοσήματι» (Ἰωάν. Ε΄ 3-4)…

Πέντε στοές γεμάτες μέ ἀνάπηρους· τί περίεργος χῶρος γιά τήν ἄσκηση τῆς ὑπομονῆς καί τῆς ἐλπίδας στό Θεό! Τί περίεργη, τί ζωντανή εἰκόνα! Τί παράδοξη καί ψηλαφητή ἀπεικόνιση τῆς κατάστασης ὅπου δαπανοῦν τή ζωή καί τήν ὑγεία τους ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς πόλης! Καί γιά ποιό σκοπό; Γιά ν᾿ ἀγοράσουν ἁμαρτία, νά μαζέψουν ἁμαρτία.

Οἱ πέντε στοές στήν Προβατική Κολυμβήθρα ἔχουν καταρρεύσει ἐδῶ καί πολλά, πάρα πολλά χρόνια. Μή νομίζετε ὅμως πώς ἡ ἱστορία τῆς ἀνθρώπινης θλίψης καί τῆς φτώχειας πού κείτεται θαμμένη στά ἐρείπιά της ἔχει τελειώσει. Μή νομίζετε πώς αὐτή εἶναι μιά μεμονωμένη ἱστορία, πώς βρίσκεται μακριά ἀπό σᾶς καί πώς δέν ἔχει τίποτα κοινό μέ τή δική σας ζωή. Δέν ἔχει ὑποπέσει στίς αἰσθήσεις σας συγκεντρωμένος πόνος καί θλίψη, δάκρυα καί στεναγμοί, ἁμαρτία κι ἀνομία, πονηρές καί κακές σκέψεις, τυφλές ἐπιθυμίες καί ἄνομα πάθη, ἀτελέσφορες προσπάθειες καί φροῦδες ἐλπίδες; Ἄχ Βηθεσδά, Βηθεσδά, πόσο παγκόσμια εἵσαι! Σέ σένα ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ ἐκείνη τήν ἐποχή λειτουργοῦσε σάν τόν ποιμένα πού σώζει ἕνα ἕνα τά χαμένα πρόβατά του, ὡσότου ἐμφανιστεῖ ὁ Ποιμήν τῶν πάντων, ἀγγέλων κι ἀνθρώπων. Ἕνας σιωπηλός ἄγγελος, ὑπηρέτης τοῦ Δημιουργοῦ του, τάραζε τό νερό γιά νά πλύνει τό ἄρρωστο πρόβατο ἀπό τή μόλυνση τῆς ἁμαρτίας. Κι ὅταν κατέβηκε σέ σένα ὁ καλός Ποιμένας, ὁ σαρκωμένος Λόγος τοῦ Θεοῦ, μέ τό δημιουργικό λόγο Του ἀπομάκρυνε τήν ἁμαρτωλή μόλυνση καί σέ ἄδειασε. Αὐτός ἦταν ὁ Καλός Ποιμένας. Γι᾿ αὐτό τό λόγο ἡ κολυμβήθρα αὐτή προφητικά εἵχε ὀνομαστεῖ προβατική. «Τά πρόβατα τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούει, καί τά ἴδια πρόβατα καλεῖ κατ᾿ ὄνομα καί ἐξάγει αὐτά… καί τά πρόβατα αὐτῷ ἀκολουθεῖ, ὅτι οἴδασι τήν φωνήν αὐτοῦ» ( Ἰωαν. Ι΄3,4). Τά πρόβατα ἀκοῦνε τή φωνή τοῦ Καλοῦ Ποιμένα.

«Ἥν δέ τις ἄνθρωπος ἐκεῖ τριάκοντα καί ὀκτώ ἔτη ἔχων ἐν τῇ ἀσθενείᾳ αὐτοῦ. Τοῦτον ἰδών ὁ Ἰησοῦς κατακείμενον, καί γνούς ὅτι πολύν ἤδη χρόνον ἔχει, λέγει αὐτῷ· θέλεις ὑγιής γενέσθαι; ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ἀσθενῶν· Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τό ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τήν κολυμβήθραν· ἐν ᾡ δέ ἔρχομαι ἐγώ, ἄλλος πρό ἐμοῦ καταβαίνει» (Ἰωαν. Ε΄5-7). Ὁ παντογνώστης Κύριος εἵχε δεῖ ἀπό πρίν κι ἀπό μακριά ποιός τόν ζητοῦσε, ποιός τόν εἵχε ἀνάγκη…

Ὁ συγκεκριμένος ἄνθρωπος ἦταν πολύ ἄρρωστος. Μιά ἀρρώστια πού κρατάει τριάντα ὀκτώ μέρες στούς ἀνθρώπους μοιάζει ἀτέλειωτη. Τι νά ποῦμε τώρα γιά μιά ἀρρώστια πού κρατάει τριάντα ὀκτώ χρόνια; Τό πόσο γρήγορα ἤ ἀργά περνάει ἡ ἀρρώστια, ἐξαρτᾶται ἀπό τή δική μας στάση, ἀπό τή δική μας διάθεση. Οἱ χαρούμενες ὥρες ἔχουν φτερά, περνᾶνε γρήγορα. Οἱ ὧρες τοῦ πόνου ὅμως εἶναι ἄπτερες, συχνά δέν ἔχουν οὔτε πόδια καί περνᾶνε πολύ ἀργά. Γιά ἕναν παράλυτο ἄνθρωπο, φαίνεται νά ᾿χει παραλύσει κι ὁ ἴδιος ὁ χρόνος. Ὁ χρόνος γιά ἐκεῖνον μοιάζει ἀκίνητος, ὅπως εἶναι κι ὁ ἴδιος…

Τί ἡρωική ὑπομονή εἶχε ὁ ἄνθρωπος αὐτός! Τί ὑπεράνθρωπες προσπάθειες θά κατέβαλε γιά νά συρθεῖ ὥς τήν κολυμβήθρα τή στιγμή πού ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ τάραζε τό νερό! Τί σταθερή ἐλπίδα εἶχε στή θεραπεία του ἀπό μέρα σέ μέρα, ἀπό χρόνο σέ χρόνο, ἀκόμα κι ἀπό δεκαετία σέ δεκαετία! Μ᾿ ὅλο πού ὁ ἄνθρωπος αὐτός ὑπόφερε τόσο πολύ γιά τίς ἁμαρτίες του, δέν μποροῦμε παρά νά τόν θαυμάζουμε. Ὅταν τόν φέρνουμε στό νοῦ μας, δέν μπορεῖ παρά νά σκεφτόμαστε τόσους ἀδύναμους χαρακτῆρες – ἄντρες καί γυναῖκες, νέους καί νέες – στίς μέρες μας πού, ἄν καί ὑφίστανται πολύ λιγότερη πίεση, σηκώνουν τά χέρια τους, παραιτοῦνται ἀπό τή ζωή κι ἀναχωροῦν γιά τήν ἄλλη αὐτόχειρες.

«Θέλεις ὑγιής γενέσθαι;», τόν ρώτησε ὁ μοναδικός Φίλος πού ἔσκυψε ποτέ κοντά του, στό κρεβάτι του, τά τριάντα ὀκτώ αὐτά χρόνια. «Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω», τοῦ ἀπάντησε ὁ ἄρρωστος. Ὁ τυφλός ἔχει κάποιον ὁδηγό, ὁ ἀνάπηρος ἔχει συγγενεῖς, ὁ ἀδύνατος ἔχει φίλους. Ἐγώ δέν ἔχω κανέναν στόν κόσμο ὁλόκληρο νά μέ λυπηθεῖ καί νά μέ βάλει στό νερό τή στιγμή πού παίρνει τή θεραπευτική δύναμη. Τήν ὥρα πού προσπαθῶ νά συρθῶ στό νερό ἄλλος προλαβαίνει, μπένει πρῶτος καί θεραπεύεται κι ἐγώ πρέπει νά ξανακάνω τήν ἴδια ἐπώδυνη προσπάθεια γιά νά γυρίσω στό κρεβάτι μου. Κι αὐτό γίνεται γιά τριάντα ὀκτώ ὁλόκληρα χρόνια τώρα. Ἄνθρωπον οὐκ ἔχω. Δέν ἔχω οὔτε χρήματα οὔτε ὑπηρέτη.

Ἀνάμεσα σέ τόσους ἀνθρώπους στήν Ἱερουσαλήμ, ἀπό τούς ἄνεργους ὥς τούς πλούσιους καί δυνατούς, δέν ὑπάρχει οὔτε ἕνας καί μοναδικός γιά ν᾿ ἀπλώσει τό χέρι του καί νά σέ βοηθήσει γιά χάρη τῆς ψυχῆς του; Δέν μποροῦσε τουλάχιστο νά στείλει τόν ὑπηρέτη του καί νά σέ βοηθήσει; Ὄχι οὔτε ἕνας…

Ὑπάρχουν, Κύριε, πολλοί περπατοῦν κοντά μου, μά ἐγώ ἄνθρωπον οὐκ ἔχω. Κι ὑπάρχουν τόσο πολλοί ἱερεῖς! Δές τό ναό, ἀπέναντι ἀκριβῶς ἀπό τό δρόμο. Ἀμέτρητοι ἱερεῖς διαβάζουν τό νόμο τοῦ Θεοῦ καί διδάσκουν τούς ἀνθρώπους νά δίνουν ἐλεημοσύνες. Καί δέ βρέθηκε κανένας τους νά ἔρθει ἤ ἔστω νά στείλει κάποιον γιά νά σέ βοηθήσει; Ἔτσι εἶναι, Κύριε. Ἐκεῖ στό ναό ὑπάρχουν πολλοί ἱερεῖς. Ἐγώ ὅμως ἄνθρωπον οὐκ ἔχω. Ὑπάρχουν πολλοί Ἰουδαῖοι, χιλιάδες χιλιάδων, πού συνάχτηκαν στήν Ἱερουσαλήμ γιά τή γιορτή. Κανένας τους ὅμως δέν ἐνδιαφέρεται γιά ἕναν πονεμένο καί ἥσυχο ἄνθρωπο. Ἐνδιαφέρονται γιά τό Σάββατο…

Ἐδῶ βρέθηκε ἕνας ἄνθρωπος – ὁ μοναδικός ἄνθρωπος! Ἐδῶ εἶναι ὁ Κύριος, πού ἀγαπᾶ περισσότερο ἀπό τό συγγενή καί τό φίλο, πού ὑπηρετεῖ πιό πιστά ἀπό τόν ὑπηρέτη. Δέν ἔκανε τό μακρύ καί κουραστικό ταξίδι ἀπό τή Γαλιλαία ὥς τήν Ἱερουσαλήμ γιά τό Σάββατο καί τή γιορτή, ἀλλά γιά χάρη ἑνός πονεμένου ἀνθρώπου. Ἥρθε ὥστε μέ τά ἔργα Του, κι ὄχι μέ λόγια, νά καταγγείλει τή φοβερή ἔλλειψη ἀγάπης ἑνός λαοῦ πού τά αἰσθητήριά του ἔχουν ἀμβλυνθεῖ. Ὁ Ἄνθρωπος ἥρθε γιά χάρη τοῦ ἀνθρώπου. «Λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἔγειρε, ἇρον τόν κράβαττόν σου καί περιπάτει. Καί εὐθέως ἐγένετο ὑγιής ὁ ἄνθρωπος, καί ἧρε τόν κράβαττον αὐτοῦ καί περιεπάτει» (Ἰωάν. Ε΄8-9). Ἀπό τή στιγμή αὐτή καί προφανῶς γιά πάντα, ὁ ἄγγελος σταμάτησε νά ᾿ρχεται καί νά ταράζει τό νερό στήν Προβατική Κολυμβήθρα. Γιατί ἐμφανίστηκε ὁ Μεσσίας, ὁ Κύριος τῶν ἀγγέλων, πού θεραπεύει χωρίς μεσάζοντες. Ἐνόσω οἱ ἄνθρωποι βρίσκονταν κάτω ἀπό τό Νόμο, ὑπηρέτες τοῦ Νόμου, ὁ Κύριος χρησιμοποιοῦσε τούς δούλους Του. Τώρα πού ἥρθε ἡ χάρη κι ὁ Νόμος ἀτόνησε, ἔρχεται ὁ ἴδιος ὁ Κύριος κοντά στόν ἄνθρωπο, ὅπως ὁ πατέρας στά παιδιά του. Ὁ ἴδιος, μέ τά ἴδια Του τά χέρια, τούς προσφέρει τίς δωρεές Του.

Ἴσως ρωτήσει κάποιος: Γιατί ὁ Κύριος δέν ἔκανε στόν ἄρρωστο ἄνθρωπο τή συνηθισμένη ἐρώτηση: Πιστεύεις; Γιατί δέν ἐρεύνησε νά δεῖ ἄν ὑπῆρχε πίστη μέσα του, ὅπως ἔκανε μέ πολλούς ἄλλους; Μά ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ δέν ἦταν ὁλοφάνερη; Τριάντα ὀκτώ χρόνια κείτονταν ὑπομονετικά σ᾿ ἕνα συγκεκριμένο τόπο, μέ τήν ἐλπίδα πώς θά λάβει βοήθεια ἀπό τόν οὐρανό…

Στή Βηθεσδά τότε ὁ Κύριος ἐνήργησε ἀπό τή μιά ἀπό ἀγάπη πρός τόν ἄνθρωπο πού ὑπόφερε γιά τόσο μακρύ διάστημα, σ᾿ ἔνα περιβάλλον ἐλεεινό. Ἀπό τήν ἄλλη μεριά τώρα, ἔδρασε ἔτσι καί μ᾿ ἕνα σκοπό: γιά νά καταδείξει τήν ἔλλειψη ἀγάπης ὄχι μόνο τῶν κατοίκων τῆς Ἱερουσαλήμ, ἀλλά ὅλων τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς, πού ἔβλεπαν τό συνάνθρωπό τους νά ὑποφέρει καί δέν κουνάγανε τό δαχτυλάκι τους γιά νά βοηθήσουν. Καί τέλος, ὁ Κύριος σκόπιμα θεράπευσε τόν παραλυτικό ἡμέρα Σάββατο, ἄν καί θά μποροῦσε νά τό κάνει αὐτό καί Παρασκευή, ἄν ἤθελε. Τό ᾿κανε αὐτό γιά νά καταγγείλει τήν εἰδωλολατρική προσκύνηση τῶν Ἰουδαίων στήν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου. Νά δείξει πώς ὁ ἄνθρωπος ἀξίζει περισσότερο ἀπό ὁποιοδήποτε εἵδος νομικῆς τυπολατρείας. Ἡ πράξη αὐτή τοῦ Χριστοῦ ἔχει τή μοναδική σφραγίδα τοῦ τρόπου πού ἐνεργεῖ ὁ Θεός: νά στοχεύσει σέ πολλούς στόχους ταυτόχρονα.

«Ἥν δέ σάββατον ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ. Ἔλεγουν οὕν οἱ Ἰουδαῖοι τῷ τεθεραπευμένῳ· σάββατόν ἐστιν· οὐκ ἔξεστί σοι ἅραι τόν κράβαττον» (Ἰωάν. Ε΄ 9-10). Τί στρεψόδικες ψυχές ἔχουμε ἐδῶ! Πόσο κλεισμένες καρδιές! Ἀντί νά χαροῦν πού ἕνα σερνάμενο σκουλήκι στάθηκε ὄρθιο καί ξανά ᾿γινε ἄνθρωπος, ἀντί νά τόν συγχαροῦν πού ἀποκαταστάθηκε ἡ ὑγεία του, ἀντί νά ξεσηκώσουν τήν πόλη ὁλόκληρη, νά τούς καλέσουν ὅλους γιά νά δοξάσουν τό ζωντανό καί στοργικό Θεό, ἀντί γιά ὅλ᾿αὐτά ἐξοργίστικαν μέ τόν ἄνθρωπο ἐπειδή κουβαλοῦσε στούς ὤμους του τό κρεβάτι του καί ξαναγύριζε ὑγιής στό σπίτι του…

«Ἀπεκρίθη αὐτοῖς· ὁ ποιήσας με ὑγιῆ, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· ἇρον τόν κράβαττόν σου καί περιπάτει. Ἠρώτησαν οὕν αὐτόν· τίς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ὁ εἰπών σοι, ἅρον τόν κράβαττόν σοι καί περιπάτει;» ( Ἰωάν. Ε΄ 11,12). Ἐδῶ ἔχουμε μιά ἀκόμα ἀπόδειξη τῆς τυφλότητας τῶν Ἰουδαίων, τῆς τυπολατρικῆς καί μαγικῆς ἀντίληψης πού εἵχαν γιά τό Σάββατο…

Πόσο διεφθαρμένος κατάντησε ὁ περιούσιος λαός! Δέστε τί καρποί βλάστησαν στή γῆ πού ἐξέθρεψε τό Μωυσῆ, τόν Ἡσαΐα, τό Δαβίδ! Ἡ ἄλλοτε γνωστή εὐλάβεια τῶν Ἰσραηλιτῶν ἐξελίχτηκε σέ μιά σαββατολατρεία. Ἡ ἰερατική ὑπηρεσία τοῦ Ζῶντος Θεοῦ ἔγινε μιά ἀστυνομική ἐγρήγορση καί παρακολούθηση τῆς τάξεως τῆς θεᾶς πού ὀνομάζεται «Σάββατο»!

«Ὁ δέ ἰαθείς οὐκ ἤδει τίς ἐστιν· ὁ γάρ Ἰησοῦς ἐξένευσεν ὄχλου ὄντος ἐν τῷ τόπῳ. (Ἰωάν. 3΄13). Ὁ θεραπευμένος ἄνθρωπος εἵχε κοιτάξει ἀπό τό κρεβάτι του τά μάτια τοῦ Κυρίου. Εἵχε νιώσει τή ζωοποιό ἀνάσα Του, εἶχε γνωρίσει τή θαυματουργική Του δύναμη. Παρ᾿ ὅλ᾿ αὐτά ὅμως δέν μποροῦσε νά τούς δώσει τό ὄνομα τοῦ θεραπευτῆ του ἤ νά τούς πεῖ ἀπό ποῦ ἐρχόταν. Ὁ Κύριος μέ τό πού πραγματοποίησε τή θεραπεία χάθηκε μέσα στό πλῆθος κι ἄφησε τά πράγματα νά ἐξελιχτοῦν μόνα τους. Ἐκεῖνος εἶναι ὁ σπορέας. Σπέρνει τόν καλό σπόρο καί τόν ἀφήνει ν᾿ ἀναπτυχθεῖ καί μέ τόν καιρό νά καρποφορήσει, ἀνάλογα μέ τόν τόπο ὅπου ἔπεσε. Ὁ Κύριος ἔκανε τό καλό ἔργο, τό θεϊκό, τόσο σέ δύναμη ὅσο καί σέ ἀγάπη, κι ἀποσύρθηκε γιά νά γλιτώσει τόν ἔπαινο τῶν ἀνθρώπων, ὅπως εἶπε λίγο ἀργότερα: «Δόξαν παρά ἀνθρώπων, οὐ λαμβάνω» (Ἰωάν. Ε΄ 41). Φεύγει μακριά ἀπό τούς ἀνθρώπους γιά νά μή τόν φθονήσουν, ὅπως γίνεται συνήθως. Φεύγει ὅμως γιά νά δώσει παράδειγμα καί σ᾿ ὅλους ἐμᾶς πού λεγόμαστε χριστιανοί. Τό καλό ἔργο τελειοποιεῖται καί δικαιώνεται ὅταν γίνεται μόνο ἀπό ἀγάπη γιά τόν ἄνθρωπο καί γιά τή δόξα τοῦ Θεοῦ. Ὅλοι ἐκεῖνοι πού ἐπιθυμοῦν νά κάνουν καλά ἔργα, ἄς μή τά κάνουν ἀπό ματαιότητα, γιά νά προσελκύσουν τόν ἔπαινο τῶν ἀνθρώπων. Ὅποιος ἐπιδείχνει τά καλά του ἔργα σέ κοινή θέα, μοιάζει μέ τόν ἄνθρωπο πού βάζει τά πρόβατα ἀνάμεσα στούς λύκους. Γι᾿ αὐτό καί πρέπει νά προσέχουμε πολύ τά καλά μας ἔργα, ν᾿ ἀποφεύγουμε νά προκαλοῦμε τόν ἔπαινο ἤ τό φθόνο τῶν ἄλλων. Ὅποιος γυρεύει σκόπιμα τόν ἔπαινο τῶν ἄλλων, ξέχωρα ἀπό τό καλό του ἔργο, θά κάνει καί δυό κακά: Τόν ἔπαινο, πού θά βλάψει τόν ἴδιο προσωπικά, καί τό φθόνο, πού θά βλάψει τούς ἄλλους.

«Μετά ταῦτα εὑρίσκει αὐτόν ὁ Ἰησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ καί εἶπεν αὐτῶ· ἴδε ὑγιής γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μή χεῖρόν σοί τι γένηται» (Ἰωάν. Ε΄14 ). Ὁ Κύριος θεράπευσε τό σῶμα καί τώρα ἀναβιβάζει τό γεγονός αὐτό σέ ἀνώτερη σφαίρα, στήν πνευματική του διάσταση. Κάνει τόν θεραπευμένο νά συνειδητοποιήσει ὅτι ἡ πηγή κι ἡ αἰτία τῆς φοβερῆς του ἀρρώστιας ἦταν ἡ ἁμαρτία. Καί τόν προειδοποιεῖ νά πάψει ν᾿ ἁμαρτάνει. Ἵνα μή χεῖρόν σοί τι γένηται.

Δέν εἶναι γνωστό σέ τί εἵδος ἁμαρτίας εἵχε πέσει ὁ ἄνθρωπος αὐτός, μά οὔτε καί μᾶς βοηθάει ἡ γνώση αὐτή. Ξέρουμε πώς ὁ Θεός ἀποστρέφεται κάθε ἁμαρτία, πώς ἡ ἁμαρτία μᾶς ἀπομακρύνει ἀπό κοντά Του. Γνωρίζουμε πώς κάθε ἁμαρτία γιά τήν ὁποία δέν ἔχουμε μετανοήσει, ἀργά ἤ γρήγορα θά προκαλέσει πόνο, θά φέρει βάσανα. Μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μή χεῖρόν σοί τι γένηται. Τώρα ὁ Θεός σοῦ ἔδειξε τό ἔλεός Του, ἡ ἁμαρτία σου συχωρέθηκε. Μήν ἐξακολουθεῖς νά πειράζεις τό Θεό ὅμως, μή τόν προκαλεῖς. Γιατί τότε, ἀντί γιά τήν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, ἴσως συναντήσεις τή δικαιοκρισία Του. Ἄν κατόρθωσες νά δικαιωθεῖς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ γιά τήν προηγούμενη ἁμαρτία σου, μέ μιά ἀνεπαρκή γνώση γιά τή δύναμή Του, μετά ἀπ᾿ αὐτό πού ἔγινε δέ θά μπορέσεις νά βρεῖς δικαιολογία.

Αὐτή εἶναι μιά θαυμάσια ἀλλά καί φοβερή προειδοποίηση πρός ὅλους μας. Πώς ἄν γιά μιά φορά νιώσαμε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ πάνω μας δέν πρέπει νά ξαναμαρτήσουμε, μήπως μᾶς βρεῖ κάτι χειρότερο ἀπ᾿ αὐτό πού μᾶς λύτρωσε ὁ Θεός.

«Ἀπῆλθεν ὁ ἄνθρωπος καί ἀνήγγειλε τοῖς Ἰουδαίοις ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ ποιήσας αὐτόν ὑγιῆ» (Ἰωάν ε΄15). εἶδε ὅτι ὠφελήθηκε ὁ ἄνθρωπος κι εἶπε στούς Ἰουδαίους πώς τόν ἔκανε καλά ὁ Ἰησοῦς. Τό ἔκανε αὐτό μέ καλή πίστη, μέ καλές προθέσεις. Τόν ρωτήσανε γιά τόν Ἰησοῦ κι αὐτός νόμισε πώς ἦταν καλο νά τό πεῖ. Κι ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλά ἔνιωσε πώς ὄφειλε αὐτό στόν εὐεργέτη του, ἔπρεπε νά γνωρίσει τό ὄνομά του στούς ἄλλους, νά τό μάθουν ὅλοι, καί μάλιστα ἐκεῖνοι πού τόν ρώτησαν. Οὔτε νά φανταστεῖ δέν μποροῦσε πόσο πονηρές ἤταν οἱ καρδιές ἐκείνων πού ρωτοῦσαν γιά τόν Ἰησοῦ. Πῶς θά μποροῦσε νά ὑποψιαστεῖ πώς ἐκεῖνοι δέ ρωτοῦσαν γιά νά δοξάσουν τόν Ἰησοῦ σάν θαυματουργό, μά γιά νά τόν θανατώσουν, ἐπειδή δέν τήρησε τήν ἀργία τοῦ Σαββάτου;

Πρέπει νά προσέξουμε ἰδιαίτερα τό σημεῖο αὐτό. Πηγαίνει καί λέει στούς Ἰουδαίους πώς ὁ Ἰησοῦς ἦταν πού τόν θεράπευσε. Κατέχεται ὁλόκληρος ἀπό τή σκέψη τῆς θεραπείας καί τοῦ θεραπευτῆ του. Οἱ Ἰουδαῖοι, ἀντίθετα, κατέχονταν ἀπό τήν σκέψη τοῦ σαββατισμοῦ, τῆς μή τήρησης τοῦ Σαββάτου…

Ἡ σκέψη καί ἡ διάθεσή του ἦταν νά δοξολογήσει τόν Κύριο Ἰησοῦ, τόν εὐεργέτη του. Ἡ σκέψη κι ἡ διάθεση τῶν Ἰουδαίων ἦταν νά τόν θανατώσουν. «Οἱ Ἰουδαῖοι ἐζήτουν αὐτόν ἀποκτεῖναι», γράφει ὁ Εὐαγγελιστής (Ἰωάν. Ε΄ 16) γιατί ἥθελαν νά τόν σκοτώσουν; Μήπως ἐπειδή ἦταν ὁ μοναδικός ἄνθρωπος πού πρόσεξε τό δυστυχή παράλυτο τά τριάντα ὀκτώ αὐτά χρόνια; Μάλιστα, γι᾿ αὐτό. Ἀλλά καί γιά ἕναν ἀλλο λόγο. Ἐπειδή ὁ Κύριος ἦταν ὁ μοναδικός ἄνθρωπος πού ἔδωσε μεγαλύτερη σημασία στή ζωή ἑνός ἀνθρώπου, ἀπό τήν τυπολατρία τοῦ σαββατισμοῦ τῶν Ἰουδαίων.

Ὁ Κύριος πέρασε ἀπαρατήρητος ἀνάμεσα ἀπό τίς παγίδες καί τίς ἐνέδρες τῆς κακίας τῶν Ἰουδαίων, σκορπίζοντας μέ λόγο καί ἔργα τό εὐαγγέλιο τῆς ἀγάπης γιά τούς ἀνθρώπους, ὥς τή στιγμή πού ἀποφάσισε πώς ἥρθε ἡ ὥρα νά παραδοθεῖ στά χέρια τῶν Ἰουδαίων. Γιά νά δείξει τή μεγαλοσύνη Του μέ τήν ταπείνωσή Του, νά νικήσει τό θάνατο μέ τό θάνατό Του.

Σ᾿ Αὐτόν πρέπει ἡ τιμή κι ἡ δόξα, μαζί μέ τόν Πατέρα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, τήν ὁμοούσια καί ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καί πάντα καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Μετάφραση – ἐπιμέλεια Πέτρου Μπότση


Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.