Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2013

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ Β - ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ (233-301/5) νεοπλατωνικός φιλόσοφος


Πορφύριος (233 μ.Χ. στην Τύρο - αρχές του 4ου αι. μ.Χ.) 

10. ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ (233-301/5) νεοπλατωνικός φιλόσοφος

ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ
Ό Πορφύριος ύπήρξε σπουδαίος νεοπλατωνικός φιλόσοφος και διακρίθηκε γιά τό κριτικό του πνεΰμα καί τήν εύρυμάθειά του. Δια­δραμάτισε άποφασιστικό ρόλο στήν έκδοση, τήν διάδοση καί τήν έρμηνεία τών έργων τοΰ Πλωτίνου (+ 270), τοΰ όποιου έγινε μαθη­τής καί συνεργάτης στήν Ρώμη, άνήγαγε τήν κάθαρση καί τήν σω­τηρία τής ψυχής σέ κεντρικό θέμα τής φιλοσοφίας καί άναθεώρησε μερικώς τό τριαδικό σύστημα (τών ύποστάσεων) τοϋ δασκάλου του. Εκδήλωσε κριτική διάθεση έναντι τών λαϊκοθρησκευτικών άντιλή- ψεων τής έποχής του, τών μυστηριακών «θεουργιών» καί τών δεισι­δαιμονιών, άλλά καί δέν τίς άπέρριψε τελείως. 

Νόμισε ότι αυτές χρησιμεύουν ώς ένδιάμεσα στάδια πρός άνοδο τής ψυχής καί προ­παντός πίστευε δτι μπορεί νά τις άποκαθάρει μέ αλληγορική ερμηνεία. Τά θρησκευτικοθεολογικά του ενδιαφέροντα είναι έμφανή, κατανοούνται άριστα στό γενικό θρησκευτικό φιλοσοφικό κλίμα τής έποχής καί συγγενεύουν μέ άντιλήψεις τοΰ χριστιανισμού, τόν όποιο γνώρισε στό πρόσωπο καί μάλιστα στό έργο του Ώριγένη (+ 253/4). Άγνωστο πότε άκριβώς πολέμησε τήν Εκκλησία μέ 15 «λόγους» «Κατά χριστιανών», οί όποιοι, έκτός άσήμαντων άποσπασμάτων, χάθηκαν. Φαίνεται δμως δτι άσκησε ρηχή κριτική καί άντίπαρέταξε τά λαϊκά άντιχριστιανικά έπιχειρήματα, πού τότε, άλλά καί πα­λαιότερα, κυκλοφορούσαν. 

Τήν κριτική του έπικεντρώνει στήν έκ τοΰ μηδενός δημιουργία τοΰ κόσμου καί τήν συντέλεια, στό μυστή­ριο τής ένανθρωπήσεως τού Υίοϋ τού Θεού καί στήν άνάσταση τών νεκρών. Παρά ταύτα ό κόσμος γιά τόν Πορφύριο έχει κάποια άρχή, πού όφείλεται στήν μορφή, τήν όποία λαμβάνει ή αΙώνια προϋπάρ­χουσα ύλη. Ή μορφοποίηση άποτελεΐ σημείο χρονικής ένάρξεως.

Χαρακτηριστικό τής άντιδράσεως, τήν όποία προκάλεσε ό Πορ­φύριος μέ τήν έναντίον τών χριστιανών πολεμική του, είναι δτι ό σχε­δόν σύγχρονός του Μεθόδιος Όλύμπου ( + 311/12;) έγραψε «Κατά Πορφνρίον» έργο, πού δυστυχώς χάθηκε. Άλλά καί πολλοί έκκλη- σιαστικοί συγγραφείς καί πατέρες, δπως π.χ. ό Εύσέβιος Καισαρείας, ό Γρηγόριος Νύσσης, ό Δίδυμος Τυφλός, ό 'Ιωάννης Χρυσόστομος καί άλλοι, γνωρίζουν τόν Πορφύριο'καί άναιροΰν άντιλήψεις του. Πα­ράλληλα, έμφανίστηκαν χριστιανοί συγγραφείς, πού δχι μόνο χρη­σιμοποίησαν μερικώς, δπως ήταν φυσικό, τήν γλώσσα-όρολογία τών νεοπλατωνικών καί τοϋ Πορφυρίου, άλλά καί έπηρεάστηκαν άμε- σότερα άπό αύτήν. Ό συντάκτης τών «Άρεοπαγιτικών συγγραφών» π. χ. χρησιμοποίησε άκόμα καί τίτλο έργου τοϋ Πορφυρίου, ό όποιος έγραψε «Περί θείων ονομάτων», πού δυστυχώς χάθηκε.

Ό Πορφύριος γενικά στήριξε τήν τριαδική θεώρηση τοϋ δντος, πού είχε συστηματοποιήσει ό Πλωτίνος. Τό όν δηλαδή άποτελεΐ τό έν, πού είναι άπόλυτο καί άπαθές, ό νοϋς, πού μέ έκχυση προέρχεται άπό τό έν, καί ή ψυχή, πού μέ τόν ίδιο τρόπο προέρχεται άπό τόν νοΰ. Μέ τήν έπήρεια δμως τής άριστοτελικής λογικής συνέδεε ή ταύ­τιζε τήν τριάδα τοϋ όντος περισσότερο μέ τόν νοητό κόσμο καί τήν λογική ούσία. Ή ψυχή (τοΰ κόσμου) άκόμη έμπεριέχει «τούς λόγους» τών δντων, δηλαδή τίς γενικές μορφές όλων τών γνωστών όντων, καί συνιστά τήν πεμπτουσία τών άτομικών ψυχών (άνθρώπων καί ζώων), πρός τίς όποιες δέν συγχέεται. "Ολα τά όντα μεταξύ τους έ­χουν ποιοτική διαφορά. Εκείνο πού γεννά είναι άνώτερο άπό τό γεν­νώμενο. Σταθερό στοιχείο παραμένει ή αμφίδρομη κίνηση άπό τό έν πρός τις έπιμέρους ψυχές, οί όποιες έκφυλιστικά προέρχονται άπό τήν ψυχή, καί άπό τίς έπιμέρους ψυχές πρός τό έν, μέ τό όποιο αύ- τές έπιθυμοΰν νά ένωθούν. Ή κίνηση αύτή, πού γίνεται μεταξύ τών δύο άντίθετων άκρων, δηλαδή τού θείου ένός καί τοΰ μηδενός (ΰλης), προϋποθέτει έρωτα τοΰ ένός κι επιβάλλει τήν άσκηση, τίς νηστείες, τήν κάθαρση τής ψυχής καί τήν έκσταση. Αύτός πού μέ βούληση έλεύθερη καταπολεμεί τά πάθη του έπιτυγχάνει τήν γνώση τού Θε­οΰ, τόν όποιο τότε «έχει παρόντα».


ΒΙΟΣ


Ό Πορφύριος γεννήθηκε στήν Τύρο τής Φοινίκης τό 233 καί όνομαζό- ταν Μάλχος. Τό όνομα του έξελλήνισε ό δάσκαλός του στήν 'Αθήνα Κάσ- σιος Αογγΐνος. Άπό τό 263 μέχρι τό 268 μαθήτευσε στόν Πλωτίνο, στήν Ρώμη. Μία μελαγχολία τόν έφερε στά πρόθυρα τής αύτοκτονίας, τήν όποία άπέφυγε μέ τήν συμβουλή τοΰ Πλωτίνου νά άποσυρθεΐ στό Λιλύβαιο τής Σικελίας. Αρκετά μετά τόν θάνατο τοϋ Πλωτίνου (270), έπανήλθε στήν Ρώ­μη, συνέχισε ώς διάδοχος τό έργο τοϋ δασκάλου του, τόν όποιο ποικιλο­τρόπως ύπεράσπισε, παντρεύτηκε τήν Μαρκέλλα καί συνέταξε πλήθος μελετών. Τήν τελευταία του μελέτη, «Περί Πλωτίνου βίου», έγραψε τό 301. Πέθανε στό διάστημα μέχρι τό 305.


ΕΡΓΑ


Ό Πορφύριος μελέτησε, πλήν τής φιλοσοφίας, καί δλες τίς έπιστήμες τής έποχής του. Γι' αύτό καί τά έργα του έκτείνονται στόν χώρο όχι μόνο της φιλοσοφίας, άλλά καί τής φιλολογίας, τής ρητορικής, τής ψυχολογίας, τής ήθικής, τής άστρολογίας, τών μαθηματικών καί άλλου. Τά σημαντι­κότερα τών διασωθέντων έργων του είναι τά έξης:


Περί τοΰ έν Όδνσσεία τών Νυμφών άντρου.


Υπομνήματα εις έργα Πλάτωνος.


Εισαγωγή είς τάς 'Αριστοτέλους κατηγορίας (ή Περί τών πέντε φωνών: γένος, είδος, διαφορά, ΐδιον, συμβεβηκός).


Εις τάς 'Αριστοτέλους κατηγορίας κατά πεϋσιν καί άπόκρισιν.


Υπομνήματα είς άλλα έργα τοϋ 'Αριστοτέλους.


Περί Πλωτίνου βίου καί τής τάξεως τών βιβλίων αύτοϋ.


Πυθαγόρου βίος.


Άφορμαί πρός τά νοητά.


Περί τών τής ψνχής δυνάμεων


Περί άποχής έμψυχων.


Πρός Μαρκέλλαν.


Περί τής έκ λογίων φιλοσοφίας.


Περί άγ αλμάτων.


Περί θείων όνομάτων.


Τών Χαλδαίων τά λόγια.


'Ομηρικά ζητήματα.


Είς τά «Αρμονικά» Πτολεμαίου ύπόμνημα.


Τίς έκδόσεις τών έργων τούτων, τών αύτοτελών καί τών άποσπασμά- των βλ. ζχςΡΨΚ 53 (1953) 279-301, καί Α. Smith, F. Romano καί L. Brisson (στήν βιβλιογραφία).


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ (έπιλεκτική)


J. BIDEZ, Vie de Porphyre, Paris 1913. Porphyre, huit exposes suivis de discussions..., Genfeve Fond. Hardt 1966. P. COURCELLE, Gregoire de Nysse, lecteur de Porphyre: REG 80 (1967) 402-406. P. HADOT, Porphyre et Victorinus, Paris fitudes Augustiniennes 1968. J. M. DEMAROLLE, La chretienite a la fin du 111* sifccle et Porphyre: GRBS 12 (1971) 49-57. A. PRIESSNIG, Die biographische Form des Plotinvita des Porphyrios und das Antoniosleben des Athanasios: BZ 64 (1971) 1-5. R. M. GRANT, The Stromateis of Origen: Epektasis. Melanges... h J. Danielou..., Paris 1972, σσ. 285-292. G. M. DE DURAND, L' homme raisonable mortel. Pour Γ histoire d' une definition: Phoenix 27 (1973) 328-344. W. DEN BOER, A pagan historian and his enemies. Porphyry, Against the Christians: CPh 69 (1974) 198-208. A. SMITH, Porphyry's place in the neoplatonic tradition. A study in post-plotinian neoplatonism, The Hague Nijhoff 1974. W. DEUSE, Der Dimiurg bei Porphyrios und Jamblich: Die Philosophie des Neuplatonismus, έκδ. C. Zintzen, Darmstadt 1977, σσ. 238-278. A. BENOIT, Le Contra Christianos de Porphyre: oil en est la coltecte de fragments: Paganisme, judaisme, christianisme. Melanges k M. Simon, Paris 1978, σσ. 261-275. F. ROMANO, Porfirio di Tiro. Filosofia e cultura nel III secolo D. C., Catania 1979. A. MEREDITH, Porphyry and Julian against the Christians: ANRW II, 23. 2 (1980) 1119-1149. L. BPISSON, M. O, GOULET - CAZE, R. GOULET καί D. O' BRlEN, Porphyre, La Vie de Plotin, I: Travaux preliminaires et index grec complei..., VI Paris Vrin 1982.


11. ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ (+ 312) εισηγητής τής άντιοχειανης έρμηνευτικής


ΓΕΝΙΚΑ


Ό πρεσβύτερος Λουκιανός καταγόταν άπό τά Σαμόσατα (ή τήν 'Αντιόχεια), είχε μεγάλη παιδεία, έκκλησιαστική καί θύραθεν, καί άσχολήθηκε στήν 'Αντιόχεια μέ τήν κριτική τοΰ βιβλικού κειμένου καί μέ τήν έρμηνεία γενικά τής Γραφής. 'Αναθεώρησε έν μέρει τό κείμενο τών Ο' καί τής ΚΑ, πού διαδόθηκε στήν 'Αντιόχεια καί τήν Κωνσταντινούπολη, όπου τό έφερε ό ιερός Χρυσόστομος. Ό Λ., έρ- γάστηκε μέ πολλήν ελευθερία καί συχνά διόρθωνε φιλολογικά τούς Ο' (π.χ. εϊπον άντί είπαν τών Ο' ή ό έλεος άντί τό έλεος). Παράλλη­λα κατά τρόπο γενικό άπέβη ό άρχικός εισηγητής στήν 'Αντιόχεια τής ίστορικογραμματολογικής έρμηνευτικής μεθόδου. Τό πολυσή­μαντο αύτό γεγονός υπογραμμίζει τά προσόντα καί τήν εύρεία έπιρ- ροή τού Λ. γιά τόν όποιο δυστυχώς διασώθηκαν πενιχρές ειδήσεις καί αύτές γριφώδεις καί δυσερμήνευτες. Τοΰτο όφείλεται στό δτι χά­θηκαν δσα λίγα έγραψε καί στό δτι τόν έπικαλέστηκαν ώς πρόγονο πνευματικό καί αύθεντία ό "Αρειος καί οι όπαδοί του. Στίς 7 'Ιανουα­ρίου τοΰ 312 μαρτύρησε στήν Νικομήδεια, ήμέρα πού ή δυτική Εκ­κλησία τιμά τήν μνήμη του. Ή άνατολική Εκκλησία τόν τιμά στίς 15 ^Οκτωβρίου.


Ή έμμεση πληροφορία τού 'Αρείου δτι ό ίδιος υπήρξε «συλλου- κιανιστής», οπαδός ή μαθητής δηλ. τοΰ Λ. (Έπιφανίου, Πανάριον 69,6), ή γνώμη τοΰ 'Αλεξάνδρου 'Αλεξανδρείας ότι ό Λ. ήταν διάδο­χος (= στόν θρόνο ή στήν κακοδοξία;) τοΰ Παύλου Σάμοσατέα (Θε- οδωρήτου, Έκκλησ. ΐστ. Α' 3) καί ή τιμή πού έπιφύλαξε ή Εκκλη­σία στόν Λ. (βλ. Εύσεβίου, Έκκλησ. ιστορία Θ' 6,3 καί προπαντός τό 'Εγκώμιο στόν Λ. τοΰ Χρυσοστόμου: PG 50, 519-526), δημιούρ­γησαν στούς έρευνητές δυσεπίλυτο πρόβλημα, πού συχνά λύθηκε μέ τήν ύπόθεση ότι πρόκειται γιά δύο πρόσωπα. Φαίνεται δμως δτι κά­τι τέτοιο πρέπει νά άποκλειστεΐ.


Ό Λ. δέν άνέπτυξε σαφή τριαδολογία καί χριστολογία. Επηρεά­στηκε βέβαια άπό τήν περί Λόγου θεολογία τοΰ Ώριγένη καί γενικά Τσως διέκρινε τόν Λόγο τοΰ Πατέρα άπό τόν δημιουργημένο Λόγο τοΰ Υίοΰ, άλλ' ούτε οί άντίπαλοί του οΰτε οί μαθητές του μπορού­σαν νά τοΰ προσγράψουν συγκεκριμένη διδασκαλία, ή όποία μάλι­στα νά συγγενεύει πρός τήν διδασκαλία τοΰ 'Αρείου ή πολύ περισ­σοτερο πρός τήν διδασκαλία τοΰ Παύλου Σαμοσατέα.


Φαίνεται δτι ό Λ. γιά διάφορες, μή θεολογικές, αιτίες δέν διέκοψε τίς σχέσεις του μέ τόν καταδικασμένο (268) Παΰλο Σαμοσατέα καί γι* αύτό έμεινε σέ άκοινωνησία μέ τούς κανονικούς έπισκόπους Αν­τιοχείας (Δόμνο, Τίμαιο, Κύριλλο) μέχρι τό 303. Τότε, στόν διωγμό τοΰ Διοκλητιανοΰ, συνελήφθη, κακοπάθησε καί τό 312 ύπέστη μαρ­τυρικό θάνατο, γεγονός πού έρριξε στήν λήθη άτυχεΐς έκφράσεις του καί τήν άτυχέστατη άκοινωνησία του μέ τούς κανονικούς έπισκό­πους 'Αντιοχείας. Τό ίδιο άκριβώς είχε συμβεί στόν Γ' αϊ. μέ τόν 'Ιππόλυτο. Τό μαρτύριό του άφάνισε τήν πικρία τής Εκκλησίας τής Ρώμης, στήν όποία είχε δημιουργήσει είδος κινήματος χωριστικοΰ.


Τό μόνο κριτήριο γιά τίς θεολογικές άπόψεις τοΰ Λουκιανοΰ είναι τό Σύμβολο ('Αθανασίου, Περί συνόδων 23), πού παρουσίασαν ώς δικό του έργο οί πρώιμοι όμοιουσιανοί στήν σύνοδο 'Αντιοχείας τό 341 καί μετά στήν σύνοδο Καρίας τό 367. Τό κείμενο τούτο, έστω σέ μιά προηγούμενη μορφή του, γιά τήν έποχή τοΰ Λ. είναι όρθόδο- ξο (= ό Λόγος εϊκόνα άπαράλλακτη τής ούσίας καί τής δυνάμεως τού Πατρός) καί μόνο γιά τήν μετά τό 325 έποχή είναι κακόδοξο ή ύποπτο, έπειδή δέν έχει τόν δρο όμοούσιος. "Αρα, έάν τό Σύμβολο έκφράζει δντως τόν Λ., οί άρειανόφρονες παραβίασαν τό πνεΰμα του καί ή άναφορά τους στό πρόσωπό του κατανοείται κυρίως άπό τήν άνάγκη νά βροΰν έρείσματα σέ αύθεντίες έρμηνευτικές καί σέ πρό­σωπα πού ή Εκκλησία τιμοΰσε. 'Ιδιαίτερα ό "Αρειος άναφέρθηκε στόν Λ., διότι τόν είχε στήν 'Αντιόχεια δάσκαλο, τοΰ δφειλε τήν ί­στορικογραμματική μέθοδο καί χρειαζόταν τήν θεολογική του άσά- φεια ή κάποιες άγνωστες σ' έμάς άτυχεΐς έκφράσεις του. Πρόσφατα ό Boularand άρνήθηκε τήν προέλευση τοΰ Συμβόλου τούτου άπό τόν Λ., όπότε ή θεολογική εικόνα τοΰ Λ., πού θεωρείται καί εισηγητής τής άντιοχειανής Σχολής, γίνεται άφόρητα σκοτεινή. Τό περίφημο τοΰτο Σύμβολο στήν σημερινή του μορφή είναι μεταγενέστερο καί πιθανότατα έργο τοΰ σοφιστή Άστερίου, πού ίσως νά χρησιμοποίη­σε κάποιο σχετικό κείμενο τοΰ Λουκιανού.


Οί έρευνητές άναζητοΰνΐχνη τής λουκιανικής άναθεωρήσεως τοΰ βιβλικοΰ κειμένου, πού φαίνεται κυριάρχησε στήν Κωνσταντινούπολη.


Επιστολή πρός "ΑντιοχέΙς τοΰ Λ. (τής όποιας τό ΠασχάλιονΧρο­νικών διασώζει τόν πρόλογο: PG 92, 689) χάθηκε.


Ερμηνευτικό άπόσπασμα στό Ίώβ 2, 9-10: D. Hagedorn, Der Hiobkommentar des Arianers Julian, Berlin 1973, σσ. 30, 21-33, 15.


'Απολογία του ένώπιον τοΰ κριτή (Ρουφίνου, Histor. Eccl. 9,6) ί­σως νά μήν είναι γνήσια. Ε. Schwartz, Eusebius Werke, II 2, Leipzig 1908, σσ. 813,13-815,17.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


Δ. ΜΠΑΛΑΝΟΥ, Λουκιανός 6 μάρτυς καί Λουκιανός ό άποσυνάγωγος: Πρακτικά 'Ακαδημίας 'Αθηνών7 (1932) 306-311. G. BARDY, Recherches sur S. Lucien, Paris 1936. G. MERCATI, Di alcune testimonianze antiche sulle cure bibliche di S. Luciano: Bi 24 (1943) 1-7. H. DORRIES, Zur Geschichte der Septuaginta...: ZNW 39 (1940) 57-110. H. DE RIEDMATTEN, Les Actes du proces de Paul de Samosate, Fribourg 1952, σσ. 1I0-II5. J. ZIEGLER, Hat Lukian den griechische Sirach rezensiert?: Bi 40 (1959) 210-229. Β. M. METZGER, Chapters in the History of N.T. Textual Criticisme, Leiden 1964, σσ. 1-41. Μ. SPANNEUT, La Bible d' Eustathe d' Antioche: SP 4 (1961) 171-190 (γιά τό κείμενο τοϋ Λ.) J. SCHWARTZ, Lucien de Samosate et certains 6crits juifs: RHPR 49 (1969) 135-140. ΒΛ. ΦΕΙΔΑ, Τό Κολλουθιανόν σχίσμα καί αί άρχαί τοϋ άρειανισμοΰ, 'Αθήνα 1973, σσ. 23-43. S. EYICE-J. NORET, S. Lucien, disciple de S. Lucien d' Antioche...: AB 91 (1973) 363-377. E. BOULARAND, L' hiresie d' Arius et la "Foi" de Nic£e, Paris 1972, σσ. 144-165. A. RAHLFS, Septuaginta, Γ, Geschichte des Septuaginta Textes, Stuttgard 1962, σσ. VI-XIV. G. HOWARD, Frank Cross and recensional criticism: Vefus Testamentum 21 (1971) 440-450. A. PIETERSMA, Proto-Lucian and the Greek Psalter: Vefus Testamentum 28 (1978) 66-72.


12. ΑΡΝΟΒΙΟΣ (De Sicca) άπολογητής


Ό Άρνόβιος έζησε κι έδρασε ώς ρητοροδιδάσκαλος στήν βορειο- αφρικανική πόλη Sicca κατά τό β' ήμισυ τοϋ Γ' αί. Στίς άρχές τοϋ Δ' αί. καί ίσως τό 304/310, έχοντας πλέον ήλικία περίπου 60 έτών, μεταστράφηκε στόν χριστιανισμό. Σύμφωνα όμως μέ τόν 'Ιερώνυ­μο (Chron. ad 2343), τόν όποιο δέν έχουμε σοβαρό λόγο νά μήν άκο- λουθήσουμε, ό έπίσκοπος τής πόλεως διατύπωσε άμφιβολίες γιά τήν ειλικρίνεια τοΰ Άρνοβίου, πού ώς τότε ήταν πολέμιος τής Εκ­κλησίας.


Ό Ά. λοιπόν συνέταξε έπταμερές έργο Adversus nationes (Κατά εθνών), γιά νά δείξει τήν είλικρίνειά του καί προπαντός γιά νά δι­καιολογήσει τήν πράξη τής μεταστροφής του. Μέ τήν θέρμη, τήν ά- πολυτότητα, τήν άφέλεια καί τήν λίγη γνώση τοΰ νεοφώτιστου, άπορρίπτει συλλήβδην τήν θρησκεία καί τήν σκέψη τοΰ άρχαίου κό­σμου, άπό τόν όποιο έντούτοις έπηρεάζεται άφάνταστα καί γιά τόν όποΐο δίνει πολύ χρήσιμες πληροφορίες.


Ό Ά. δέν πρόλαβε νά γνωρίσει άρκετά τήν Παράδοση τής Εκ­κλησίας καί τίποτα στό έργο του δέν θυμίζει τήν ζωή καί τό ήθος της. Λείπει άπό αύτό ή καλή γνώση τής Π καί ΚΑ, δπως καί ή θεο­λογική διάσταση, πού σχεδόν έξαντλεΐται στήν διαπίστωση τών δύο φύσεων τοΰ Χριστοΰ καί στήν άνάστασή του. Εκφράζει βέβαια έν- θουσιασμό γιά τόν χριστιανισμό, άλλά ή γνώση του γι' αύτόν είναι πολύ έπιφανειακή καί συχνά τελείως άνεπαρκής μέχρι κι έσφαλμέ- νη. "Ετσι π.χ. θεωρεί τόν Θεό Πατέρα κυρίως Θεό (Deus princeps) καί τόν Χριστό δευτέρας τάξεως θεό, στόν όποιο μάλιστα οί έθνικοί θεοί όφείλουν τήν ύπαρξη καί τήν δύναμή τους (Α' 28 καί Γ' 2)!


Ό Ά. έπαναφέρει τό κλίμα τών άπολογητών έκείνων τοΰ Β' αι., πού δέν έμφανίστηκαν ώς φορείς τής Παραδόσεως, όπως ό Άθηνα- γόρας, ό Θεόφιλος 'Αντιοχείας καί μάλιστα ό λατίνος Μινούκιος Φή- λικας τού Γ' αί. Τούς 51 έλληνες καί ρωμαίους συγγραφείς πού άναφέρει γνωρίζει (πλήν δύο περιπτώσεων) έμμεσα καί άπό άνθολό- για τής έποχής του. Γι' αύτό καί ή κριτική πού άσκεϊ έναντίον τους είναι συνήθως άφελής καί χωρίς έπιχειρήματα.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


Εκδόσεις: PL 5, 713-1288. Α. REIFFERSCHEID: CSEL 4. C. MARCHES1, Arnobii Adversus nationes libri VII, Torino 19531 (βλ. καί A. J. FESTUGlfcRE: VC 6 [1952] 208-254). J. VAN DER PUTTEN, Arnobii adv. nationes 3, 1-19, Leiden 1970 (καί είς VC [1971], 40-55). Η. LE BONNIEC, Contre les gentiles, livre I (καί μετάφραση μέ ύπόμνημα), Paris, Budd 1982.


Μελέτες: Ε. RAPISARDA, Arnobio, Katania 1946. P. KRAFT, Beitrage zur Wir- kungsgeschichte des alteren Arnobius, Wiesbaden 1966. L. BERKOWITZ, Index Arnobianus, Hildesheim 1967. J. DILLON, The concept of two intellects. A footnote to the history of Platonism: Phronesis 18 (1973) 176-185.1. OPELT, Schimpfworter bei Arnobius dem Alteren: WSt 9 (1975) 161-173. H. LE BONNIEC, Tradition de la culture classique. Arnobe, temoin et juge des cultes paiens: Bulletin de I'Assoc. G. Βυάέ, Paris 1974, σσ. 201-222. A. WARKOTSCH, Antike Philosophieim Urteil der Kirchenvater, Munchen 1973, σσ. 290-297. Ε. KADLETZ, Animal sacrifice in Greek and Roman Religion (διατριβή), Univ. of Washington 1976. C. MARCHESI, Questioni Arnobiane: C. Marchesi, Scritti minori di filologia e letteratura, Firenze 1978, σσ, 1247-1269 (βλ. καί σσ. 1271-1282). Ε. GAREAU, Le fondement de la vraie religion d* apres Arnobe: CEA 11 (1980) 13-23. S. FASCE, Paganesimo africano in Arnobio: Vichiana 9 (1980) 137-180. J. D. MADDEN, Jesus as Epicurus. Arnobius of Sicca's borrowings from Lucretius: CCC 2 (1981) 215-222. R. LAURENTI, II platonismo di Arnobio: StudFilos 4 (1981) 3-54. H. LE BONNIEC, fichos ovidiens dans Γ Adversus nationes d' Arnobe: Caesarodunum 17 bis (1982) 139-151. A. M. TUPET, Une anecdote 61eusinienne chez Ovid et chez Arnobe: Caesarodunum 17 bis (1982) 153-163. O. GIGON, Arnobio. Cristianesimo e mondo romano: Mondo ciassico e cristia- nesimo. Biblioteca internaz. di cultura, VII, Roma 1982, σσ. 87-100. Η. LE BONNIEC, L' exploitation apologetique par Arnobe du De natura deorum de Ciceron: Caesarodunum 19 bis (1984) 89-101. R. LAURENTI, Spunti di teologia amobiana: Orpheus 6 (1985) 270-303. O. P. NICHOLSON, The date of Arnobius' Adversus gentes: SP 15 (1984) 100-107.


13. ΣΥΝΟΔΟΙ ΑΓΚΥΡΑΣ (314), ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ ΚΑΙ ΝΕΟΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ (314/319)


Α. Ή πρώτη γνωστή άπό κείμενά της σύνοδος έπισκόπων τοΰ Δ' αί. συγ­κλήθηκε τό 314 στήν "Αγκυρα τής Γαλατίας (Μικρασίας), μεταξύ Πάσχα καί Πεντηκοστής, δπως ήταν ήδη συνήθεια. Στήν σύνοδο αύτή, δπου έλα­βαν μέρος 12 έως 18 έπίσκοποι άπό τήν Συρία καί τήν Μικρασία, άναφέ- ρονται άπό τόν Ζωναρά καί τόν Βαλσαμώνα ώς προεξάρχοντες οί Βιτάλιος 'Αντιοχείας, Άγρικόλαος Καισαρείας (Καππαδοκίας) καί Βάσίλειος Ά- μασείας.


Τής συνόδου άφορμή καίρια υπήρξε ή άναστάτωση, πού δημιούργησε στήν Εκκλησία τό γεγονός τών ποικιλοτρόπως πεπτωκότων κατά τούς διωγμούς, πού έφαρμόστηκαν μέ Ιδιαίτερη σφοδρότητα στήν 'Ανατολή άπό τόν Διοκλητιανό (284-305) καί τούς διαδόχους του Γαλέριο (305-311) καί Μαξιμϊνο (307-313), άλλά καί άπό τόν Λικίνιο (308-323).


Στήν διάρκεια τοΰ 303 έκδόθηκαν διαδοχικά τέσσερα διατάγματα κατά τών χριστιανών: τούς άπαγόρευαν τήν λατρεία, τούς δήμευαν τά ίερά σκεύη καί τις .ιερές Γραφές τους καί φυλάκιζαν δσους άνήκαν στόν κλήρο. Τό τέταρτο μάλιστα διάταγμα υποχρέωνε τούς ύπηκόους δλους νά θυσιάσουν στούς έθνικούς θεούς. Σέ δλες τίς περιπτώσεις ή θυσία στούς θεούς καί δή στόν αύτοκράτορα (μέ τήν όποία οί Ρωμαίοι νόμιζαν δτι έξασφάλιζαν τήν ένότητα καί τήν πειθαρχία τών φυλών τής ρωμαϊκής αύτοκρατορίας) ήταν άρκετή γιά νά άφεθοϋν οί χριστιανοί έλεύθεροι, δπως βέβαια καί οί μανι- χαΐοι καί οί όπαδοί χριστιανιζόντων θρησκειών.


Οί συνέπειες τής μή συμμορφώσεως πρός τά διατάγματα ποίκιλλαν άπό φυλακίσεις, έξανδραποδισμό, καταναγκαστικά έργα σέ όρυχεΐα, βασανι­στήρια φοβερά καί μαρτυρικό θάνατο. Μεγάλος άριθμός χριστιανών όιιο- λόγησαν, βασανίστηκαν καί μαρτύρησαν, άλλά καί μεγαλύτερος άρνήθη- καν τήν πίστη τους, θυσιάζοντας στούς θεούς, ή προσποιήθηκαν άπό φι­λαυτία καί δειλία δτι άρνοΰνται τήν πίστη τους.


"Οσοι λοιπόν προσποιήθηκαν άρνηση τής πίστεώς τους καί δσοι γενικά μετανόησαν, διότι τήν άρνήθηκαν - οί περισσότεροι δηλαδή πεπτωκότες - έπιζητοϋσαν τήν έπανένταξή τους στήν Εκκλησία. Αύτοί άκριβώς άποτέ- λεσαν τό πρόβλημα. Θά μποροϋσαν νά γίνουν καί πάλι κανονικά μέλη τής Εκκλησίας; "Οπως στόν Γ' αι., μέ άφορμή μάλιστα τόν διωγμό τοϋ Δε­κίου, έτσι καί τώρα έμφανίστηκαν οί ύπεραυστηροί χριστιανοί, πού άρνοΰν- ταν έπανένταξή τών πεπτωκότων στήν Εκκλησία άκόμη καί στήν έπιθα- νάτια κλίνη, καί οί συνετοί έπιεικεΐς, πού δέχονταν μέ δρους τούς πεπτω­κότες, έφόσον αύτοί είχαν μετανοήσει έμπρακτα. Τών τελευταίων τήν τα­κτική άποδέχτηκε ή σύνοδος 'Αγκύρας, ή όποία στούς 10 άπό τούς 25 κανόνες της περιγράφει τούς δρους, πού όφείλουν κατά περίπτωση νά τη­ρήσουν οί πεπτωκότες γιά τήν μετοχή στήν θεία Εύχαριστία. Στούς πρεσβυτέρους στόν ναό.-


καί τό κήρυγμα, μολονότι τούς έπιτρέπει νά συμπαρίστανται μέ τούς λοι­πούς


Παράλληλα ή σύνοδος συνέταξε κανόνες περί σαρκικών άμαρτημάτων, κερί φονέων καί χειροτονιών. Γιά πρώτη φορά μάλιστα όρίζεται δτι ό διά­κονος μπορεί νά νυμφευτεί καί μετά τήν χειροτονία του, άρκεί νά τό έχει δηλώσει πρίν άπό αύτήν στόν έπίσκοπό του (κανόνας 10).


Οί κανόνες μεταφράστηκαν στήν λατινική καί τίς λοιπές άνατολικές γλώσσες, πού δημιούργησαν χριστιανική γραμματεία.


Εκδόσεις: I. PITRA, Iuris ecclesiastici graecorum historia et monumenta, I, Roma 1864, 00. 441-450. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΥ, Κανόνες, σσ. 149-156. V. Ν. BENESEVl£, Syntagma XIV thutorutti sine scholiis secundum versionem Paleo-slavicam adiecto textu graeco, Petropoli 1906/7 (ή σειρά τών κανόνων έδώ έξαρταται άπό τούς «τίτλους»), JOANNOU, Fonti, I 2, σσ. 56-73 (μέ λατινικό κείμενο καί γαλλική μετάφραση). C. TURNER: ΕΟΜΙΑ, II, σσ. 3-11, 18-27, 36-43, 48-51 (λατινικές μεταφράσεις).


Β: Στήν άρμενική σώθηκαν 10 κανόνες, πού συνδέονται μέ σύνοδο στήν καππαδοκική Καισάρεια, τής έποχής άμέσως μετά τήν σύνοδο 'Αγκύρας (314). Οί κανόνες 1,3-5,7 καί 9 τής Καισάρειας είναι ίδιοι μέ τούς κανόνες 20-25 τής "Αγκυρας.


Εκδόσεις: J. LEBON, Sur un concil de C6sar6e: Mu 51 (1938) 101-110 (καί γαλλική μετάφραση). F. HAKOBIAN, Kanonagirk' Hayoii, I, Erevan 1964, σσ. 168-176.


Γ. Στήν Νεοκαισάρεια τοΰ Πόντου, τής όποιας πρώτος έπίσκοπος υπήρ­ξε ό Γρηγόριος Θαυματουργός ( + μεταξύ 270 καί 275), συνήλθε σύνοδος, άγνωστο πότε άκριβώς. Πάντως μετά τήν σύνοδο Αγκύρας (314) καί μέ­χρι τό 319. "Ελαβαν μέρος 17 έπίσκοποι τών διοικήσεων Γαλατίας (Μικρα- σίας), 'Αρμενίας, Συρίας καί Παλαιστίνης. Συνέταξαν 15 κανόνες, πού άφοροϋσαν στόν γάμο, τήν πολυγαμία, τήν πορνεία, τήν διγαμία, τούς πρε­σβυτέρους καί τούς χωρεπισκόπους. Όρίζεται δτι ό μέλλων νά χειροτονη­θεί πρέπει νά είναι ήλικίας 30 έτών. Σώθηκαν μεταφράσεις λατινικές καί σέ άνατολικές γλώσσες.


'Εκδόσεις: PITRA, 1,451-454. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΥ, Κανόνες, σσ. 149-156. JOANNOU, Fonti, I 2, σσ. 75-82. TURNER: ΕΟΜΙΑ, II, σσ. 12-15, 28-32, 44-47, 52-53 καί 116-144 (λατιν. μεταφράσεις).


14. ΣΥΝΟΔΟΣ ARLES (ΑΡΕΛΑΤΗΣ) (314)


Σώζεται σπουδαίο γιά τήν Δύση κανονιστικό κείμενο τοΰ έτους 314, πού περιλαμβάνει 22 κανόνες έκκλησιαστικής εύταξίας. Αύτοί άποστέλλονται στόν Σΐλβεστρο Ρώμης μ' Επιστολή, τής όποίας ή γνησιότητα συζητείται, άλλά δέν είναι εύκολο ν' άπορριφθεΐ (πολύ βραδύτερα προστέθηκαν στούς 22 καί άλλοι 6 κανόνες άπό Επιστολή τοϋ Ρώμης Σιρικίου, τού έτους 418). Καί τά δύο κείμενα όφείλονται σέ σύνοδο τοϋ 314, πού συνήλθε στήν Aries τής Γαλλίας μέ πρόσκληση τοϋ αύτοκράτορα τής Δύσεώς Κωνσταντίνου, γιά νά έπανεξετάσει τό θέμα τών δονατιστών τής Β. 'Αφρικής (βλ. κεφάλ. Δονάτος). Τό γεγονός τής αύτοκρατορικής προσκλήσεως γιά σύνοδο έκ­κλησιαστική συμβαίνει γιά πρώτη φορά στήν ζωή τής Εκκλησίας. Ό αύ- τοκράτορας διευκολύνει τό ταξίδι τών συνοδικών καί άναλαμβάνει τά έξοδα τής συνόδου. Τό θέμα τοϋ δονατισμοΰ είχε κριθεί τό 313 άπό σύνοδο στήν Ρώμη, άλλά ή άπόφαση δέν έγινε δεκτή άπό τούς δονατιστές, οί όποιοι έ­πειδή δέν δικαιώθηκαν ζήτησαν καί τήν κρίση τών έπισκόπων τής Γαλα­τίας. Οί τελευταίοι, πού άντιπροσώπευαν περί τίς 44 έπισκοπές, άνταποκρίθηκαν καί χωρίς προγενέστερη συνεννόηση μέ τόν Ρώμης, πού δμως έστειλε άντιπροσώπους, άποφάσισαν, μέ πρόεδρο μάλλον τόν Μαρί­νο τής Aries δ,τι καί ή σύνοδος τής Ρώμης μέ μικρή άπόκλιση. Ό Καικι- λιανός, τόν όποιο κατηγορούσαν οί δονατιστές, έμενε ό κανονικός έπίσκοπος Καρθαγένης καί οί κατήγοροι καταδικάζονταν.


Σημαντικότερο είναι δτι οί συνοδικοί τής Aries συνέταξαν καί κανόνες, πού ρύθμιζαν προβλήματα σχετικά μέ τήν πρακτική τών δονατιστών, μέ τίς υποχρεώσεις τών κληρικών καί τόν ήθικό βίο τών χριστιανών. "Οσοι κληρικοί κατά τόν διωγμό (Διοκλητιανοΰ) άπό δειλία παρέδωσαν (tradito- res) δημοσίως ιερά βιβλία ή σκεύη τής Εκκλησίας καθαιρούνται, ένώ οί ίδιοι άν έλαβαν μέρος σέ χειροτονία, χωρίς άλλο κώλυμα, ή χειροτονία έ- κείνη είναι έγκυρη. Οί στρατιωτικοί μπορούν νά ύπηρετοΰν στόν ρωμαϊκό στρατό, άρκεϊ ν' απέχουν άπό ειδωλολατρικές τελετές (μυστήρια). Οί με- τανοοϋντες πεπτωκότες (lapsi) πρέπει νά προσκομίζουν συστατικά γράμ­ματα δχι άπό όμολογητές, άλλά άπό τήν έκκλησιαστική τους άρχή. Ό κανόνας τής συνόδου Καρθαγένης (257) έπί Κυπριανού, πού όρίζει άναβα- πτισμό τών προερχομένων άπό αίρεση, παραμερίζεται. Τώρα όρίζεται δτι, άν ό προερχόμενος άπό αίρεση βαπτίστηκε στό όνομα τής άγιας Τριάδας καί άν όμολογείτό σύμβολο (τής πίστεως), γίνεται στήν Εκκλησία δεκτός μόνο μ' έπίθεση τών χειρών πρός έπίκληση τοΰ άγ. Πνεύματος χάριν τοϋ ύποψηφίου (καν. 9). Σημειώνουμε, τέλος, δτι ό πρώτος κανόνας άφορα στόν κοινό έορτασμό τοϋ Πάσχα, πού θεωρείται έπιβεβλημένος.


Μολονότι ό Ρώμης πρέπει νά ήταν χολωμένος, διότι ή σύνοδος τής Aries επανεξέτασε δ,τι σύνοδος μέ τήν προεδρία του είχε ήδη κρίνει, οί γάλλοι έπίσκοποι άποστέλλουν μ4 Επιστολή τίς άποφάσεις τους στόν Σίλβεστρο Ρώμης, γιά νά τίς κοινοποιήσει σέ άλλους έπισκόπους, οί όποιοι όφείλουν 
νά τίς έφαρμόσουν.

Epistula ad Silvestrum (καί κανόνες): C. TURNER: ΕΟΜΙΑ, It σσ. 318 έξ. J. GAUDEMET: SCh 241 (1977) 40-66. Η. CROUZEL, A propos du concile d' Aries...: BLE 75 (1974) 25-40.


15. ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΕ! ΣΥΛΛΟΓΕΣ (άρχές Δ' αί.)


Α. Ai Αιαταγαί αί διά Κλημέντος καί Κανόνες έκκλησιαστικοί τών άγίων 
άποστόλων.

Ό κώδικας Vindobon. hist. gr. 7 (IB' αϊ.) παραδίδει, μόνος αύτός, αφε­λές ήθικοκανονιστικό άπόκρυφο έργο μέ τόν τίτλο Αί Διαταγαί αί διά Κλή- μεντος καί Κανόνες έκκλησιαστικοί τών άγίων άποστόλων. Τό πρώτο μέρος τοϋ τίτλου είναι προφανώς μεταγενέστερη προσθήκη. Στό έργίδιο έμφανί- ζονται οί άπόστολοι, συναθροισμένοι μ' έντολή τοϋ Κυρίου, νά αποφασί­ζουν μέ τήν σειρά ('Ιωάννης, Ματθαίος, Πέτρος, 'Ανδρέας, Φίλιππος, Σίμων, Ιάκωβος, Ναθαναήλ, Θωμάς, Κηφάς, Βαρθολομαίος καί 'Ιούδας 'Ιακώβου. Δέν ταυτίζεται ό Πέτρος μέ τόν Κηφά καί ό Ναθαναήλ μέ τόν Βαρθολομαίο) γιά τίς δύο όδούς, τό γνωστό δηλ. θέμα τής Διδαχής καί άλ­λων κειμένων, καί γιά τήν θέση τών έπισκόπων, πρεσβυτέρων, αναγνωστών, διακόνων, χηρών, λαϊκών καί γυναικών στήν Εκκλησία. Περιέργως, δια­τυπώνουν γνώμες ή Μάρθα καί ή Μαρία, έκφέρονται άνόητες λέξεις, καί δηλώνεται στήν άρχή δτι «έάν τις δοκή συμφέρον άντιλέγειν, άντιλεγέσθω αύτώ» (δποιος νομίζει χρήσιμο νά άντείπει σ' αύτόν πού μιλά, άς τοϋ άν- τείπει). Τά ήθικολογικά του στοιχεία είναι πολύ γενικά καί γνωστά, ένώ τά κανονιστικά έπιπόλαια καί χωρίς γνώση τής πραγματικότητας τής ζω­ής τής Εκκλησίας.


Τό έργο τοποθετείται στίς άρχές τοϋ Δ' αί. καί χρησιμοποιήθηκε -άν χρησιμοποιήθηκε- σέ περιθωριακές κοινότητες ή σέ ίουδαιοχριστιανικές όμάδες τοϋ συριακοϋ καί αιγυπτιακού χώρου. Διασώθηκε άκόμα σέ λατι­νική, συριακή, κοπτική (σαχιδική), άραβική καί αίθιοπική μετάφραση (CPG I 1739 καί 1732).


ΦΙΛΟΘΕΟΥ ΒΡΥΕΝΝΙΟΥ, Διδαχή των 12 Άποστόλων, Κωνσταντινούπολη 1883, σσ. οβ' - πγ'. ΤΗ. SCHERMENN, Die allgemeine Kirchenordnung, I, Paderborn 1914, σσ. 12-34. ΒΕΠ 2, 197-201. Λατινική: Ε. TIDNER, Didascaliae... canonum ecclesiasticorum... versiones latinae (TU 75), σσ. 1-63. Συριακή: p.A. DE LAGARDE, Reliquiae Juris ecclesiasticae... graece, Leipzig 1856, σσ. 19-23. Κοπτική, άραβική καί αίθιοπική: G. HORNER, The Statutes of the Apostles or Canones ecclesiastici, London 1904. E. HENNECKE: ZNW 1921, σσ. 241-248 καί 254-256.


Β.Έπιτομή» τοϋ Η' βιβλίου τών «Διαταγών τών Αποστόλων»:


Διδασκαλία τών άγ. άποστόλων περί χαρισμάτων.


Διατάξεις τών άγ. άποστόλων Jtepi χειροτονιών διά Ιππολύτου.


Παύλου... διατάξεις περί κανόνων έκκλησιαστικών.


Πέτρου καί Παύλου... διατάξεις.


Περί ευταξίας διδασκαλία πάντων τών άγ. άποστόλων.


Άπό παρανόηση ή συλλογή τών παραπάνω κανονιστικών άποκρύφων έργιδίων χαρακτηρίστηκε σέ μερικά χειρόγραφα «Επιτομή τοϋ Η' βιβλίου τών Διαταγών τών Αποστόλων» (βλ. κεφ. 'Ιουλιανός ό Νεοαρειανός). Άλ­λά ένώ τά έργίδια έχουν τό περιεχόμενο τοΰ Η' βιβλίου, δέν άποτελοϋν έ- πιτομή του. Αντίθετα μάλιστα, τά έργίδια προηγοϋνται τής τελικής μορφής τών Διαταγών καί άσφαλώς άνήκουν στόν κύκλο τών κανονιστικών συλ­λογών, άπό τίς όποιες προήλθαν καί οί Διαταγές. Ή χρονολόγηση τών έρ­γιδίων είναι πολύ δύσκολη. Θεωρούμε δμως βέβαιο δτι τουλάχιστον σέ προηγούμενη μορφή τους θά είχαν σχηματιστεί άπό τίς άρχές τοϋ Δ' αί., ώς έπέκταση τών κανονιστικών συλλογών τοϋ Γ' αί., δηλ. τής «'Αποστο­λικής παραδόσεως» τοϋ 'Ιππολύτου καί τής «Διδασκαλίας τών Άποστό­λων» (βλ. Α' τόμο Πατρολογίας, σσ. 377-382).


ΒΕΠ 2, 181-196. F.X. FUNK, Didascalia et Constitutiones Apostolorum, II, Paderborn 1905 (καί Torino 1962), σσ. 72-96. Λοιπές έκδόσεις καί βιβλιογραφία βλ. § Διαταγαί ά­ποστόλων στό κεφάλαιο 'Ιουλιανός τοϋ παρόντος τόμου.


16. ΜΕΛΕΤΙΟΥ: Διαθήκη τεσσαράκοντα μαρτύρων


'Απλοϊκό, πρωτότυπο καί περίεργο κείμενο σέ μορφή έγκυκλίου γράμματος. Τό στέλνουν σαράντα όμολογητές χριστιανοί, πού πε­ριμένουν άποφασισμένοι νά ύποστούν τό μαρτύριο στήν Σεβάστεια :ής 'Αρμενίας, περί τό 320 έπί Λικινίου. Οί μάρτυρες αυτοί, πού δ- λοι θά τελειωθούν γυμνοί άπό ψύξη πάνω στήν παγωμένη λίμνη τής Σεβάστειας, γράφουν μέ τό χέρι τοϋ Μελετίου τίς έξής τελευταίες έπιθυμίες ή παραγγελίες τους: τά λείψανά τους νά συλλεχτούν καί νά παραδοθούν δλα μαζί στόν πρεσβύτερο Πρόιδο, νά μή μοιραστούν σέ διάφορα πρόσωπα, άλλά νά ταφούν δλα στό χωριό Σαρείμ κον­τά στά Ζήλα* οί χριστιανοί νά τηρούν μέ ζήλο τίς έντολές τοΰ Κυ­ρίου. Στό τέλος χαιρετίζουν γνωστά καί συγγενικά τους πρόσωπα. Διασώθηκε άκόμα καί Μαρτύριο τών Τεσσαράκοντα μαρτύρων, άλ­λά είναι πολύ μεταγενέστερο κατασκεύασμα. Τής Διαθήκης έχει άμ
φισβητηθεΐ άπό όρισμένους έρευνητές ή γνησιότητα.

G. Ν. BONWETSCH, Das Testament der vierzig Martyrer: Studien zur Geschichte der Theologie undKirche 1(1897)75-80. MUSURILLO, The Acts, σσ. XLIX, 354-360. KRLIGER- RUHBACH, σσ. 116-119. P.FR. DE CAVALIERI, Note agiografiche 7: Studi e Testi 49 (1928) 155-184. P. PEETERS: AB 41(1923)176 έξ. καί 56(1938)118-143. I. ΡΑΜΦΟΥ, Α­γιολογικά μελετήματα, 'Αθήνα 1948, σσ. 32-35.


17. ΑΝΩΝΥΜΑ


Α. «Αδαμάντιος»


Άντιγνωστικό διαλογικό κείμενο, τοΰ όποιου άγνοοϋμε τόν συγγραφέα καί τοϋ όποιου ό πλήρης τίτλος είναι: «Αδαμάντιος. Περί της είς Θεόν όρ- θής πίστεως». Άπό τόν Δ' ήδη αί. άποδόθηκε στόν Ώριγένη, έπειδή αύ­τός όνομάστηκε «Αδαμάντιος». Ό συντάκτης, πού είχε άναπτυγμένο γλωσσικό αισθητήριο, έζησε μάλλον μεταξύ Συρίας καί Μικρασίας, δέν εί­χε σχέση μέ τήν θεολογική σκέψη τοϋ Ώριγένη, γνώριζε καλά άπό τούς Εκκλησιαστικούς συγγραφείς μόνο τόν άντιωριγενιστή Μεθόδιο 'Ολύμπου, άσκησε θεολογία έπιφανειακή, έπανέφερε κάπως τό κλίμα καί τήν νοοτρο­πία τών άρχαίων άπολογητών καί συνέθεσε χωρίς μεθοδικότητα τόν Διά- λογό του, πού ίσως νά άποτελεΐ διασκευή συζητήσεως ένώπιον άκροατηρίου. Έάν τό έργο (τελευταία §) άναφέρεται σέ διωγμούς συνεχιζόμενους, γρά­φηκε μετά τό 300 (έφόσον γνωρίζει τόν Μεθόδιο) καί πρίν τό 313 (πού έλη­ξαν οί διωγμοί). Έάν οί μνημονευόμενοι διωγμοί έχουν λήξει, τό έργο γράφηκε μετά τό 313 καί ίσως μέχρι τό 324.


Κύριο πρόσωπο τοϋ διαλόγου, τόν όποιο τυπικά διευθύνει ό έθνικός Εύ- τρόπιος, είναι ό Αδαμάντιος. Αύτός έκφράζει τόν συγγραφέα καί τήν όρ- θή πίστη. Διακρίνουμε στό κείμενο δύο μέρη. Στό πρώτο άνατρέπονται οί άπόψεις τών μαρκιωνιστών συζητητών Μεγεθίου καί Μάρκου, δτι άλλος ό Θεός Πατήρ τών χριστιανών καί άλλος ό δημιουργός Θεός τών 'Ιουδαίων, καθώς καί ή άποψη περί τρίτης άρχής, τοϋ Δαίμονα δηλ. τών έθνικών. Στό δεύτερο μέρος άνατρέπονται οί διδασκαλίες ούαλεντινιανών καί βαρδεσα- νιστών, δτι ό Θεός δέν είναι δημιουργός τοϋ σατανά, δτι ό Λόγος δέν έλα­βε σάρκα κατά τήν ένανθρώπηση καί δτι τά σώματα δέν θά άναστηθοϋν. Τελειώνει μέ όμολογία της όρθής πίστεως άπό τόν έθνικό Εύτρόπιο, πού ήδη ζήτησε νά γίνει δεκτός στήν Εκκλησία.


Ό Ρουφΐνος, περί τό 400, μετέφρασε τόν Διάλογο στήν λατινική, πού σέ πολλά σημεία διαφέρει άπό τό έλληνικό κείμενο, ή γιατί ό Ρουφΐνος δέν έμεινε, κατά τήν συνήθειά του, άπόλυτα πιστός στό πρωτότυπο ή γιατί τό σωζόμενο έλληνικό κείμενο γνώρισε διασκευές.


PC II, 1711-1884. ΒΕΠ 17, 54-133. W.Η. VAN DE SANDE BAKHUYZEN, Der Dialog des Adamantius: GCS 4 (1901). V. BUCHHEIT, Adamantii Origenis adversus haereticos, Munchen 1966 (λατινική μετάφραση τοΰ Ρουφίνου). ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ, Rufinus von Aquileia als Falscher des Adamantios Dialogs: BZ 51 (1958) 314-328. M. HOFFMANN, Der Dialog bei den christlichen Schriftstellern der ersten vier Jahrhunderte, Berlin 1966, σσ. 84-91 (TU 96). G. SANDERS, Un ecrit oublii, le Dialogue d' Adamantius: ACI 37 (1968) 644-651.


Β. Περί παρθενίας


Πρόσφατα έκδόθηκε στήν έλληνική Ομιλία περί παρθενίας, πού χειρό­γραφα έσφαλμένα τήν προσγράφουν στόν Μ. Βασίλειο. Ό Α. Voobus έπι- σήμανε συριακό κείμενο, τό όποιο θεωρεί ώς τό πρωτότυπο, άπό τό όποιο προήλθε ή έλληνική 'Ομιλία. Τά έπιχειρήματά του στηρίζονται κυρίως στήν μορφή παλαιοδιαθηκικών χωρίων τής έλληνικής 'Ομιλίας, τά όποια χωρία προϋποθέτουν-άποδίδουν συριακή μετάφραση τήςΠΔ, δηλαδή τήν Πεσιτ- τώ. Ό άγνωστος Σύρος, στόν όποιο όφείλεται πιθανότατα τό παρόν κείμε­νο, έκφράζει πρώιμη θεολογία, ίσως προνικαϊκή, καί μάλιστα έγκρατιτικές τάσεις. Άπολυτοποιεΐ τήν παρθενία καί άποκλείει τούς έγγαμους άπό τόν παράδεισο, άντίληψη πού καταδίκασε ή σύνοδος της Γάγγρας περί τό 340/2 (κανόνες 1, 10, 14-16).


D. AMAND-M.C. MOONS, Une curieuse homilie grecque inidite sur la virginity adress£e aux peres des famille: RB 63 (1953) 35-69 (καί εισαγωγή: σσ. 18-69, 211-238). A. V00BUS, Syrische Herkunft der Pseudo-Basilianischen Homelie ilber die Jungfraulichkeit: OC 40 (1956) 69-77.


Γ. Prophetiae ex omnibus libris collectae


Ή συλλογή αύτή άποσπασμάτων άπό προφητικά βιβλία έγινε στήν Β. 'Αφρική άπό άγνωστο ρωμαίο χριστιανό στίς πρώτες δεκαετίες του Δ' αί. Ή σπουδαιότητά της βρίσκεται στό δτι άποτελεΐ μάρτυρα λατινικής μετα­φράσεως τής ΠΑ καί άρα είναι πολύ χρήσιμη γιά τήν ίστορία τοΰ λατινι­κού παλαιοδιαθηκικοϋ κειμένου.


ΤΗ. ZAHN: Geschichtliche Studien Α. Hauck zum Geburtstage..., Leipzig 1916, σσ. 52-63, καί A. AMELI: MiscelL Casin. 1 (1897) 17-20. PLS 1, 177-180 καί 1738-1741. Βλ. Ν. FISCHER: TLZ 77 (1952) 288.


18. ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Κόνωνος καί Fructuosus


Α. Κόνωνα


Στό τέλος τοϋ περασμένου αιώνα βρέθηκε τό σύντομο Μαρτύριο τοϋ Κό­νωνα, πού δημιουργεί πολλά προβλήματα σχετικά μέ τήν άξιοπιστία δσων διηγείται. Ό Κόνωνας, ναζαρηνός πού γέρος ζοϋσε στήν Μαγυδό τής Παμ­φυλίας, συνελήφθη καί μαρτύρησε μέ συνθήκες δυσεξήγητες, μάλλον έπί Ούαλεριανοϋ (257/8) ή έπί Δεκίου κατά τό Ρωμαϊκό Μαρτυρολόγιο. Ή ση­μερινή μορφή τοϋ κειμένου προέρχεται άπό τήν έποχή τής ειρήνης πού επέ­βαλε ό Μ. Κωνσταντίνος καί στηρίχτηκε μάλλον σέ παλαιότερες καί ΐσως παράλληλες διηγήσεις παρά σέ συγκεκριμένα πρακτικά τής δίκης τοϋ μάρτυρα.


Α. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ-ΚΕΡΑΜΕΑ, 'Ανάλεκτα Ίεροσολυμιτικης Σταχυολογίας, Ε', Πετρούπολις 1898, σσ. 384-389. KRUGER-RUHBACH, σσ. 64-67. Η. MUSURILLO, The Acts, σσ. ΧΧΧΙΙ/ΙΙΙ, 186-193. ΙΠΠΟΛΥΤΟΥ Άρχιμ., Μαρτύριον τοϋ άγ. Κόνωνος (τοϋ έκ Ναζαρέτ): ΝΣ 18 (1923) 54-57. Π. ΧΡΗΣΤΟΥ, Τά μαρτύρια τών άρχ. χριστ., σσ. 294-303. Βλ. καί περίληψη μεταγενέστερη, πούέξέδωκε ό F. HALKIN: ΑΒ 103 (1985) 5-6.


Β. Fructuosus


Σύντομο λατινικό κείμενο, πού συντάχτηκε στά χρόνια τής ειρήνης τής Εκκλησίας (μετά τό 313), βάσει πρακτικών τοϋ μαρτυρίου τοϋ έπισκόπου Ταρραγώνας Fructuosus καί τών διακόνων του Αύγουρίου καί Εύλογίου. Τά γεγονότα έξελίχτηκαν τό 259. Ό Προυδέντιος χρησιμοποιεί τήν σημε­ρινή μορφή τοϋ Μαρτυρίου (Περιστέφανον 6) καί ό Αύγουστΐνος τήν άνα- φέρει (PL 38, 1248).


P. FR. DE CAVALIERI, Note agiografiche, 8: Studi e Testi 65 (1935) 127-199. KROGER-RUHBACH, σσ. 83-85. Η. MUSURILLO, The Acts, σσ. XXXII, 176-185. G. LAZZATTI, Gli sviluppi della letteratura sui martin..., Torino 1956, σσ. 87-89 καί 160-167. ED. A. NASCIMENTO, Vita sancti Fructuosi. Indices, concordancia, anilise linguistica, datos estatisticos, Lisboa 1977.


19. (RETICIUS): Laudes Domini (316/324) έναρξη λατινικής χριστιανικής ποιήσεως


Ή χριστιανική ποίηση τής Δύσεως έγκαινιάστηκε μεταξύ 316 καί 324 μέ τό έργο Laudes Domini, πού περιλααβάνει 148 έξάμετρα. Τό έγραψε άγνωστος λαϊκός χριστιανός, μέλος τής γαλατικής άριστο- κρατίας (στήν Autun τής Γαλλίας), γνωστός στήν ρωμαϊκή αύλή, κά­τοχος πλούσιας παιδείας καί μέ κλίση στήν ποίηση καί μάλιστα στόν Βιργίλιο, τόν όποιο μιμήθηκε. Τό έργο Laudes Domini, πού δέν έχει σχέση μέ τήν λειτουργική ποίηση, έκφράζει γενικά τό έπίπεδο τών χριστιανών άριστοκρατών τής έποχής, άποτελεΐ τρόπο δικαίωσεώς τους κι έχει έμμεσα διάθεση προτρεπτική. Ή έπίδρασή του ύπήρξε γενικά μικρή, δπως άλλωστε συνέβη καί μέ τίς παρόμοιες συνθέσεις Cento τής Proba (360 περίπου) καί τού ΑύσονίοιΗμετά τό + 393). 'Α­φιερώνεται στόν Μ. Κωνσταντίνο καί τούς γιούς του, γιά τούς όποιους συνθέτει ειδική προσευχή, έγκωμιάζει τόν Χριστό ώς δημιουργό καί σωτήρα, έπαναλαμβάνει μέ άπολογητική διάθεση τό γνωστό θέμα τής άρμονίας τοΰ κόσμου καί διηγείται μακάβριο έξωβιβλικό θαύ­μα -τό άρχαιότερο σέ στίχους- πού συνέβη στήν περιοχή. Γιά νά ύπογραμμίσει δηλ. τήν άνάσταση, περιγράφει πώς μία νεκρή χριστια­νή έτεινε άπό τόν τάφο τό χέρι της σέ χαιρετισμό ύποδοχής τοΰ άν­δρα της, δταν κι αύτός θαπτόταν άργότερα στόν ίδιο τάφο. Ό Γρηγόριος τής Tours συνδέει παρόμοια διήγηση μέ τόν έπίσκοπδ Reticius τής Autun (π. 313/314), τοΰ όποιου σώζονται μόνο ίχνη άπό τά έργα του Υπόμνημα εις τό *Ασμα άσμάτων καί Κατά Νοονατια- νοΰ (PL 44, 644 καί PL 178, 1864). Ειδικά ό ιερέας Juvencus, πού έ­γραψε τό πρώτο έκτενές χριστιανικό ποίημα στήν λατινική περί τό 330, έπηρεάστηκε σοβαρά άπό τήν τεχνική τών 148 έξαμέτρων τούτων.


PL 61, 1091-4. P. VAN DER WEIJDEN, Laudes Domini, Amsterdam 1967. G. BARDY, Les "Laudes Domini" pofcme autunoios du commencement du IVe si&cle: M6moires del' Acad.... de Dijon, Dijon 1934, σσ. 36-51. I. OPELT, Das Carmen "De laudibus Dei": Romanobarbarica 3(1978) 159-166. J. FONTAINE, Naissance de la poisie dans Γ Occident chritien, Paris 1981, σσ. 95-102. P. COURCELLE, Lectures patennes et chrttiennes del' Eneide, Paris 1981.


20. ΣΥΝΟΔΟΣ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ (τέλος 324 ή άρχές 325)


Πρός τό τέλος τοΰ 324 ή στίς άρχές τοΰ 325 συνήλθε στήν 'Αντιόχεια πο¬λυπληθής σύνοδος, στήν όποία παρέστησαν καί «άδελφοί λόγιοι», δηλαδή λαϊκοί θεολόγοι. Οί 59 έπίσκοποι - μέλη της προέρχονταν άπό τήν Συρία, τήν Παλαιστίνη, τήν 'Αραβία, τήν Κιλικία, τήν Καππαδοκία καί τήν Ισπα¬νία (ό Κορδούης "Οσιος, πού ήδη έργαζόταν μ' έντολή τοΰ Μ. Κωνσταντί¬νου γιά τήν καταλλαγή καί τήν ένότητα τών 'Εκκλησιών τής 'Ανατολής, πού είχαν διαιρεθεί ένεκα τής κακοδοξίας τοϋ 'Αρείου καί τής καταδίκης του άπό σύνοδο άλεξανδρινή τοΰ 320).


Οί συνοδικοί μέ πρόεδρο τόν μόλις έκλεγέντα στόν θρόνο τής 'Αντιό¬χειας Εύστάθιο άντιμετώπισαν τήν κακοδοξία τοϋ 'Αρείου καί άναθεμάτι- σαν τόν ϊδιο καί τούς όπαδούς του, άφοϋ έδειξαν βιβλικά καί θεολογικά τήν άληθή πίστη καί κατέδειξαν τήν κακοδοξότητα τής διδασκαλίας τοϋ 'Αρείου καί τών σχετικών πρός αύτήν διατυπωμένων άντιλήψεων. Στήν σύ¬νοδο παρέστησαν καί άρειανόφρονες, άπό τούς όποιους άντέδρασαν στήν όρθόδοξη πλειοψηφία οί Θεόδοτος Λαοδικείας, Εύσέβιος Καισαρείας (Πα¬λαιστίνης) καί Νάρκισσος Νερωνιάδας, οί όποιοι μολονότι καταδικάστη¬καν, παραπέμφθηκαν άπό πνεΰμα «φιλαδελφίας» γιά όριστική κρίση στήν σύνοδο, πού σχεδιαζόταν νά συγκληθεί στήν "Αγκυρα καί πού τελικά έγινε στήν Νίκαια (325, ή Α' Οικουμενική).

Ή σύνοδος, δπως φαίνεται, δέν έξέδωσε κανόνες, άλλά συνέταξε καί άπέστειλε σέ πολλούς έπισ κόπους Έπιστολήν έγ κύκλιο ν, τήν όποία προ¬φανώς συνέταξε ό μόνος σπουδαίος θεολόγος τής συνόδου, ό πρόεδρος της Εύστάθιος, πού δμως έλαβε ύπόψη του καί τήν δεύτερη Επιστολή τοϋ 'Α¬λεξάνδρου 'Αλεξανδρείας ( +328), γραμμένη τό 322 ή τό 324 μέ τήν άμεση θεολογική εύθύνη τοΰ Μ. 'Αθανασίου, δπως λίγο μετά θά έξηγήσουμε (βλ. κεφ. περί 'Αλεξάνδρου). Ή 'Επιστολή, τήν όποία έπικύρωσε ή σύνοδος, άποτελεΐ σπουδαιότατο θεολογικό κείμενο, προετοίμασε τήν Α' Οικουμε¬νική Σύνοδο, πού συνήλθε στήν Νίκαια μετά άπό λίγους μήνες, έξηγεΐ πώς καί γιατί ό Υίός είναι «φύσει» καί δχι «θέσει» γέννημα τοΰ Πατέρα, ξεπερ¬νάει τήν ώριγενιστική καί άρειανική άντίληψη δτι ό Υίός είναι «θελήσει» γέννημα, έπιμένει στό «άτρεπτον» τοϋ Υίοϋ καί πλήν άλλων όνομάζει τήν Μαρία Θεοτόκο. Γενικά, άκολουθεΐ τήν θεματική τής δεύτερης Επιστο¬λής τοΰ 'Αλεξάνδρου, άλλά έπισημαίνει καί κάποιες ήπιες έρμηνεΐες τοϋ άρειανισμοΰ, δπως δτι ό Υίός ήταν άτρεπτος, άλλ' αύτό ένεκα τής αύτε- ξούσιας θελήσεώς του καί δχι ένεκα τής «φύσει» γεννήσεώς του άπό τόν Πατέρα.

Ή γνησιότητα τής 'Επιστολής τής συνόδου 'Αντιοχείας συζητήθηκε πο¬λύ, άλλά σήμερα οί έρευνητές τήν θεωροϋν αύθεντική πλήν τοϋ Holland, πού διατηρεί άμφιβολίες. Διασώθηκε μόνο σέ συριακή μετάφραση, άπό τήν όποία τήν μετέφερε (retroversio) στήν έλληνική ό Ε. Schwartz.

Στήν συριακή έπίσης παραδίδονται 16 κανόνες, πού άποδίδονται στήν παροϋσα σύνοδο, ένώ πράγματι έχουν συγκροτηθεί πολύ άργότερα άπό Ε¬πιστολές τοϋ Μ. Βασιλείου, τό περιεχόμενο τών όποιων μερικώς έλαβε κϋ- ρος κανονικό.
Ε. SCHWARTZ, Zur Geschichte des Athanasius, VI, Gottingen 1905, σσ. 272-279. F. SCHULTHESS, Die syrischen Kanones der Synoden von Nicea bis Chalcedon (AAG N.F. X 2), Gottingen 1908, σσ. 160-163 (συριακό). Η. G. OPITZ, Athanasius Werke III, Ber¬lin - Leipzig 1934, σσ. 36-41 (έλληνικό κείμενο). ΒΕΠ 37, 122-125. Ε. SCHWARTZ, Zur Geschichte des Athanasius, VII, Gottingen 1908, σσ. 305-374. Ε. SEEBERG, Die Synode von Antiochien im Jahre 324-5, Berlin 1913. F. L. CROSS, The Council of Antioch in 325 AD:.CQU 128 (1939) 49-76. H. CHADWICK, Ossius of Cordova and the Presidency of the Council of Antioch, 325: JThS 9 (1958) 292-304. D. L. HOLLAND, Die Synode von Antiochien (324/25) und ihre Bedeutung fur Eusebius von Caesarea und das Konzil von Niz&i: ZKG 81 (1970) 163-181. F. VAN DE PAVERD, Die Quellen der kanonischen Briefe Basileios des Grossen: OCP 38 (1972) 5-63. ΒΛ. ΦΕΙΔΑ, Τό Κολλουθιανόν σχίσμα καί αί άρχαί τοϋ άρειανισμοΰ, 'Αθήνα 1974, σσ. 112-118. L. ABRAMOWSKI, Die Synode von Antiochien 324/25 und ihr Symbol: ZKG 86 (1975) 356-366.

21. ΣΥΝΟΔΟΣ ΝΙΚΑΙΑΣ (325) ή A' Οικουμενική


ΕΙΣΑΓΩΓΗ


Τό 325, ένα έτος μετά τήν έγκαθίδρυση τής μονοκρατορίας τοΰ Μ. Κωνσταντίνου, ή Εκκλησία έζησε τό πολυσήμαντο γεγονός τής Α' Οικουμενικής της Συνόδου. Οί διωγμοί ήταν άκόμα νωποί, οί έ- σωεκκλησιαστικές διενέξεις πολλές καί οί έπίσκοποι, μάλιστα τής 'Ανατολής, διηρημένοι σέ οπαδούς καί άντιπάλους τοΰ 'Αρείου. Τό τελευταίο, έφόσον άπέβη ό ισχυρότερος διαιρετικός παράγοντας καί αύτό πού άπειλοΰσε τήν άλήθεια καί άρα τήν σωτηρία, έγινε ή κύρια αιτία συγκλήσεως τών έπισκόπων όλης τής Εκκλησίας σέ σύνοδο. Αύτή σχεδιάστηκε γιά τήν "Αγκυρα (τής μικρασιατικής Γαλατίας), άλλά πραγματοποιήθηκε τελικά στήν προσιτή καί άπό τήν θάλασ¬σα μικρασιατική πόλη Νίκαια, όταν άποφασίστηκε (στήν άντιοχειανή σύνοδο τοΰ 324/5) νά κληθούν καί οί δυτικοί έπίσκοποι.


Είναι άλήθεια ότι ό Άρειος καί οί οπαδοί του είχαν ήδη τό 320 καί τό 324 καταδικαστεί άπό άλεξανδρινές συνόδους, καί στό τέλος τοΰ 324 ή άρχές τοΰ 325 άπό τήν άντιοχειανή σύνοδο. Άλλά πλέον ό άρειανισμός έπεκτεινόταν γρήγορα καί στίς λοιπές έπαρχίες, γι-νόταν λοιπόν θέμα όλης τής Εκκλησίας. Γι* αύτό καί όταν ό Κορ- δούης (Ισπανίας) "Οσιος, έμπιστος άποσταλμένος τοΰ Μ. Κωνστα-ντίνου, έπισκέφτηκε γιά τήν δλη κατάσταση τόν 'Αλεξανδρείας 'Α-λέξανδρο, ό τελευταίος τού συνέστησε νά προτείνει γενική σύνοδο στόν αύτοκράτορα, πού ένδιαφερόταν γιά τήν εΙρήνη τής Εκκλη-σίας, χάριν καί τής ένότητας τοΰ κράτους.

Οί έπίσκοποι, περιχαρείς γιά τό ένδιαφέρον τοΰ αύτοκράτορα, έ-σπευσαν τόν Μάιο τού 325 στήν Νίκαια, άνταποκρινόμενοι στό ποοσκλητιίπτο vnrtti.ti.rr ton Kfrtvarrrvrivon κ•πί έιτΎΛ«Μ?>™\ιΐρνηι πολλών διευκολύνσεων πού έκεΐνος τούς παρείχε. Οί εργασίες άρχι¬σαν στίς 20 Μαΐου μέ τήν τιμητική παρουσία στό μέσο τής συνάξε- ως τοϋ Μ. Κωνσταντίνου, τήν προεδρία τού Εύσταθίου Αντιοχείας καί τόν άποφασιστικό ρόλο τοϋ 'Αλεξάνδρου 'Αλεξανδρείας, τόν ό¬ποιο συνόδευε καί κατηύθυνε θεολογικά ό τριακονταετής διάκονος του 'Αθανάσιος. Άπό τήν Δύση παρέστησαν ελάχιστοι, μεταξύ τών οποίων ό άμεσα έπηρεάζων τόν Κωνσταντίνο Κορδούης "Οσιος καί δύο έκπρόσωποι τού Σιλβέστρου Ρώμης, οί πρεσβύτεροι Βίτων καί Βικέντιος. Οί δύο τελευταίοι, μή έχοντας ώς φαίνεται τίς άναγκαϊες θεολογικές προϋποθέσεις, μή γνωρίζοντας καλά τά πράγματα τής Ανατολής, όπου τό θέατρο τών άντιθέσεων, καί χωρίς κάποια ειδι¬κά προνόμια, δέν έπαιξαν κάποιο ρόλο στήν πορεία τής Συνόδου.

Ή Σύνοδος, μέ τριακόσια περίπου μέλη, άρχισε τό έργο τής συντάξεως τοΰ Συμβόλου καί τών Κανόνων, άφοϋ προηγουμένως άπο- λογήθηκαν (μέ ομολογία πίστεως, δπως ό Εύσέβιος Καισαρείας, ή μέ λιβέλλους, δπως ό Εύσέβιος Νικομήδειας κ. ά.) καί απαλλάχτη¬καν ή άποπέμφθηκαν αύτοί πού ήταν ήδη καταδικασμένοι γιά άρεια- νίσμό. "Οσοι, λοιπόν, επίσκοποι άπέρρίπταν τήν διδασκαλία τοΰ Αρείου, ή συντριπτική πλειοψηφία δηλαδή, έμειναν γιά νά ορίσουν θετικά τήν σχέση τοΰ Υίοΰ πρός τόν Πατέρα, νά δείξουν τόν θεμέλιο λίθο τοΰ τριαδολογικοΰ δόγματος, τό όποιο μέ τίς προσθήκες τής Β' Οικουμ. Συνόδου (381) θά άποτελεΐ τήν άπολύτως άναγκαία χάρτα πίστεως τής Εκκλησίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι όσα οί έπόμε- νες Οικουμενικές Σύνοδοι (Γ'-Ζ') γιά τό πρόσωπο τού Χριστοΰ θά άποφασίσουν, δέν θά προστεθούν στό Σύμβολο, άλλά θά ονομαστούν δογματικοί όροι, επίσης όμως άπαραίτητοι καί υποχρεωτικοί.

ΚΕΙΜΕΝΑ

Σύμβολο

Τό Σύμβολον τής Νίκαιας (325), όπως καί όλα τά προγενέστερα Σύμβολα πίστεως, εϊναι συλλογικό έργο τής Εκκλησίας, ή όποία μέ τούς επισκό¬πους της τό κατακυρώνει στά έκάστοτε στάδια τής αύξήσεώς του. Τά πολλά τοπικά Σύμβολα ήταν βασικά ένα. Αύτό κατά τήν πορεία του άπό τήν ΚΑ καί εξής γνώρισε αύξηση περιεχομένου κατά εποχές καί παρουσίασε δευ¬τερεύουσες παραλλαγές στίς τοπικές Εκκλησίες. Καί τό Σύμβολο, πού κα¬τόπιν συζητήσεων κατακυρώθηκε στήν Α' Οικουμενική Σύνοδο τοϋ 325, ήταν στό μεγάλο του μέρος τό ήδη ύπάρχον Σύμβολο, εξέφραζε επιγραμ¬ματικά τά όλως άπαραίτητα στοιχεία τής πίστεως καί (μέ άφορμή τήν πρό¬σφατη κακοδοξία τοϋ άρειανισμοΰ, άπό τόν όποΐο ήθελε νά προφυλάξει τούς πιστούς) συνιστούσε νέο στάδιο στήν ιστορική του πορεία. Τό νέο στάδιο, τό νέο στοιχείο έν σχέσει πρός τήν προηγούμενη όμολογία πίστεως, ήταν κυρίως ή προσθήκη τής φράσεως «έκ τής ούσίας τοϋ Πατρός» καί τής λέ¬ξεως «όμοούσιον», μέ τίς όποιες άπό τώρα καί στό έξής θά δηλωνόταν ή φυσική σχέση τοΰ Υίοϋ πρός τόν Πατέρα. Ή λέξη «όμοούσιος» είχε ήδη χρησιμοποιηθεί, άλλά τώρα κατακυρωνόταν ώς όρος θεολογικός πρός έκ¬φραση τής συνειδητοποιημένης άληθείας δτι ό συναΐδιος Υίός είναι φύσει καί άληθινός Θεός, δηλ. έχει τήν ίδια ούσία μέ τόν Πατέρα. Γιά πρώτη φο¬ρά'στήν ζωή τής 'Εκκλησίας τό νέο στάδιο περιεχομένου τοϋ Συμβόλου κατακυρώνεται άπό Οίκουμενική Σύνοδο. Τό γεγονός σχετίζεται μέ τόν νέο τρόπο ΰπάρξεως της 'Εκκλησίας, στόν όποιο έξωτερικά τήν όδήγησε ή πο¬λιτική τοΰ Μ. Κωνσταντίνου. 'Αναφορικά μέ τίς λέξεις «έξ έτέρας ύποστά- σεως ή ούσίας φάσκοντας είναι.... τόν Υίόν», πού περιλαμβάνεται στόν άφορισμό, μετά τό καθαυτό Σύμβολο, υπογραμμίζουμε δτι λίγο-πολύ θεω-ρήθηκαν οί δροι ύπόστασις καί ούσία ταυτόσημοι.

Παραθέτουμε έδώ πρώτα τό κείμενο τοΰ Συμβόλου, δπως τό συμπλήρω¬σαν οί θεοφόροι έπίσκοποι τής συνόδου τής Νίκαιας μέ τήν παρασκηνιακή θεολογική βοήθεια καί τοΰ 'Αθανασίου. 'Ακολουθούν έπειτα τρεις κάθετες στήλες μέ τρεις βασικές μορφές τοϋ ίδιου Συμβόλου, δπως αύτό έπικρα- τοϋσε στήν Καισάρεια τής Παλαιστίνης, στά 'Ιεροσόλυμα καί στήν 'Αν¬τιόχεια. Τά τρία αύτά κείμενα, πού μάλιστα έκπροσωποϋσαν τήν Παράδοση άπό τά μέσα περίπου τοΰ Γ' αί., είναι έντυπωσιακά συγγενή πρός τήν μορ¬φή, τήν όποία έλαβαν ώς βάση οί έπίσκοποι στήν Νίκαια. Φρονοϋμε μάλι¬στα δτι ή μορφή αύτή βρίσκεται στό ίδιο τό Σύμβολο τής Νίκαιας, έάν άφαιρεθούν οί νέες φράσεις («τουτέστιν έκ τής ούσίας τοΰ Πατρός», «ό-μοούσιον») καί κατανοηθεί ώς αντικατάσταση ή έπεξήγηση ή φράση «Θε- όν άληθινόν, έκ Θεοϋ άληθινοϋ, γεννηθέντα ού ποιηθέντα».

Τά στοιχεία τής τελευταίας φράσεως τά βρίσκουμε καί στά Σύμβολα Ιεροσολύμων καί 'Αντιοχείας, άλλά τά δύο αύτά κείμενα έχουν πιθανότατα έμπλουτιστεί μέ στοιχεία νικαϊκά, έφόσον σώθηκαν σέ πηγές μετανικαϊ- κές. Αύθεντική φαίνεται νά είναι μόνο ή μορφή τοϋ Συμβόλου τής Καισά- ρειας. Καί όμολογουμένως ή μορφή αύτή, άν άφαιρεθοϋν τά νέα στοιχεία, είναι πλησιέστερη στήν μορφή τοϋ νικαϊκοϋ Συμβόλου. Συγχρόνως παρα¬τηρούμε δτι άπό τό Σύμβολο τής Καισάρειας λείπει ό δρος «ένανθρωπή- σαντα», κάτι πού ϊσως οφείλεται στόν Εύσέβιο, πού ώς άρειανόφρων τόν άπέφευγε, δπως τόν άπέφυγε άργότερα ό Άπολινάριος Λαοδικείας γιά λόγους διαφορετικούς.

Νικαίας

Πιστεύομεν είς ένα Θεόν, Πατέρα, Παντοκράτορα, πάντων όρατών τε καί ά οράτων ποιητήν.
Και είς £να Κύριον Ίησοϋν Χριστόν, τόν Υίόν τοϋ Θεοϋ, γεννηθέντα έκ τοϋ Πατρός μονογενή, τουτέστιν έκ της ούσίας τοΰ Πατρός, Θεόν έκ Θεοϋ, φως έκ φωτός, Θεόν άληθινόν έκ Θεοΰ άληθινοϋ, γεννηθέντα ού ποιηθέντα, όμοού¬σιον rφ Πατρί, δι' ού τά πάντα έγένετο, τά τε έν τφ ούρανφ καί τά έν τη γη* τόν δΓ ήμας τούς άνθρώπους καί διά τήν ήμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα καί σαρκωθέντα, ένανθρωπήσαντα, παθόντα καί άναστάντα τή τρίτη ήμέρςι καί
άνελθόντα είς τούς ουρανούς, έρχόμενον κρΐναι ζώντας καί νεκρούς. Καί είς τό άγιον Πνεΰμα.
(Τούς δέ λέγοντας «ήν ποτε δτε ούκ ήν» καί «πρίν γεννηθήναι ούκ ήν» καί δτι έξ ούκ δντων έγένετο ή έξ έτέρας ύποστάσεως ή ουσίας φάσκοντας είναι ή κτίστόν ή τρεπτόν ή άλλοιωτόν τόν Υίόν τού Θεού, άναθεματίζει ή Καθολι¬κή Εκκλησία).
Καισαρείας' Ιεροσολύμων Αντιοχείας 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΛΟ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ


Πιστεύομεν είς ένα Θεόν, Πατέρα παντοκράτορα, τόν τών άπάντων, όρα- τών τε καί άοράτων, ποιητήν.
Καί εις ένα Κύριον Ίησοϋν Χριστόν, τόν τοϋ ΘεοΟ Λόγον, Θεόν έκ Θε- οΟ, φώς έκ φωτός, ζωής έκ ζωής, Υίόν μονογενή, πρωτότοκον πάσης κτί¬σεως, πρό πάντων τών αίώνων έκ τοΰ Πατρός γε- γεννημένον, δι* ού καί έ-γένετο τά πάντα• τόν διά τήν ήμετέραν σωτηρίαν σαρκωθέντα καί έν άν- θρώποις πολιτευσάμενον καί παθόντα τή τρίτη ήμέ- p<jt καί άνελθόντα πρός τόν Πατέρα καί ήξοντα πάλιν έν δόξη κρΐναι ζώντας καί νεκρούς. Πιστεύομεν καί είς έν Πνεύμα άγιον1.
Πιστεύομεν είς ένα Θεόν, Πατέρα παντοκράτορα, ποιητήν ούρανοΰ καί γής, όρατών τε πάντων καί ά-οράτων.
(Καί) είς ένα Κύριον Ίη¬σοϋν Χριστόν, τόν Υίόν τοϋ Θεοΰ τόν μονογενή, τόν έκ τοϋ Πατρός γεννη¬θέντα Θεόν άληθινόν πρό πάντων τών αίώνων, δι' ού τά πάντα έγένετο, <τόν κατελθόντα, τόν σαρκωθέντα καί> έναν- θρωπήσαντα, <τόν> σταυρωθέντα <καί τα- φέντα καί> άναστάντα έκ νεκρών τή τρίτη ήμέρςι καί άνελθόντα είς τούς ούρανούς καί καθίσαντα έκ δεξιών τοϋ Πατρός καί έρχόμενον έν δόξη κρΐναι ζώντας καί νεκρούς, ού τής βασιλείας ούκ έσται τέλος.
(Καθ εις έν άγιον Πνεΰμα,
Πιστεύομεν είς 6να καί μόνον άληθινόν Θεόν, Πατέρα παντο¬κράτορα, πάντων, όρατών τε καί άοράτων, ποιητήν.
Καί είς τόν Κύριον ήμών Ίη-σοϋν Χριστόν, τόν Υίόν αύτοϋ τόν μονογενή καί πρωτότοκον πάσης κτίσεως, τόν έξ αύτοΰ γεννηθέντα πρό πάντων τών αίώνων, ού ποιηθέντα, Θεόν ά¬ληθινόν έκ Θεοϋ άληθινοϋ, ό- μοούσιον τώ Πατρί, δι' ού καί οί αΙώνες κατηρτίσθησαν καί τά πάντα έγένετο. Τόν δι' ήμάς (κατ)έλθόντα καί γεννηθέντα έκ Μαρίας τής ά- γίας (τής άει)παρθένου καί σταυρωθέντα έπί Ποντίου Πι-λάτου καί ταφέντα καί άνα-στάντα τη τρίτη ήμέρςι κατά τάς Γραφάς καί άνελθόντα είς τούς ούρανούς καί πάλιν έρχό¬μενον κρΐναι ζώντας καί νε¬κρούς.... καί είς άμαρτιών άφεσιν. Καί (είς) νεκρών άνά-
τό παράκλητον, τό λαλή- στασιν καί είς ζωήν αιώνιον . σαν έν τοις προφήταις. Καί είς έν βάπτισμα, με¬τανοίας εις άφεσιν άμαρ- τιών.
Καί είς μίαν άγίαν καθο¬λική ν Έκκλησίαν. Καί είς σαρκός άνάστα- σιν.
Καί είς ζωήν αιώνιον3.


G.L. DOSSETI, II simbolo di Nicea e di Constantinopoli, Roma 1967 (κριτική έκδοση). J. ORTIZ DE URBINA, El simbolo Niceno, Madrid 1947. TOY ΙΔΙΟΥ, Nicee et Con¬stantinople, Paris 1963. J.N.D. KELLY, Altchristliche Glaubensbekenntnisse. Geschichte und Theologie, Gottingen 19723, σσ. 205-259. ΒΛ. ΦΕΙΔΑ, Ή Α' Οίκουμ. Σύνοδος, 'Α¬θήνα 1974. R. MOHR, Das KonzJl und das Glaubensbekenntnis von Nicaa: Evang. Theologie 37 (1977) 600-616. E. BOULARAND, L* article premier du symbole de Nicee. Commentaire litteral: BLE 70 (1969) 161-183. Β. M. WEISCHER, Die urspriingliche nicanische Form des ersten Glaubenssymbol im Ankyrotos des Epiphanios von Salamis: ThPh 53 (1978) 407-414. A. DE XALLEUX, La profession de Γ Esprit saint dans le symbole de Constantinople: RThL 10 (1979) 5-39. A. M. RITTER, Zum Homoousios von Nizaa und Konstantinopel...: Festschrift fiir C. Andresen - Kerygma und Logos (έκδ. A. M. Ritter), Gottingen Vandenhoeck und Ruprecht 1979, σσ. 404-423. GEDDES MacGREGOR, The Nicene creed, illumined by modern thought, Grand Rapids Erdmans 1980. CH. KANNENGIESSER, Nicee 325 dans Γ histoire du christianisme: Concilium 138 (1977) 39-47. R. J. H. MATTHEWS, A linguistic commentary on the Niceo-Constantinopolitan creed: Prudentia 14 (1982) 23-37. C. LUIBHfilD, The council of Nicaea, Galway Univ. Pr. 1982. M. SIMONETTl, Teologia alessandrina e teologia asiatica al Concilio di Nicea: Aug 13 (1973) 369-398. J. WOLINSK1, Nic6e et Γ homoousion hier et aujourd' hui: Revue de /' Inst. Catholique de Paris 16 (1985) 67-89.


Κανόνες
Ή Α' Οίκουμ. Σύνοδος διατύπωσε 20 κανόνες, σχετικούς μέ τίς προϋ¬ποθέσεις χειροτονίας καί τίς ύποχρεώσεις τών κληρικών, μέ τήν άποδοχή στήν Εκκλησία τών Καθαρών, μέ τούς ορούς έπανεντάξεως στήν Εκκλη¬σία τών έπί διωγμού τοϋ Λικινίου πεπτωκότων, μέ τήν άπαγόρευση τής γο- νυκλισίας κατά τίς Κυριακές καί τήν Πεντηκοστή, κ.ά. 'Ιδιαίτερης σημασίας είναι ό κανόνας 6, πού έπικυρώνει τήν δικαιοδοσία τών έπισκό- πων 'Αλεξανδρείας, Ρώμης καί 'Αντιοχείας στίς Εκκλησίες τής γεωγρα¬φικής περιοχής τους. Ή δικαιοδοσία αύτή άποτελοϋσε «άρχαΐα έθη» καί προβάλλεται κάπως ώς πρότυπο της ή δικαιοδοσία τής Ρώμης στίς Εκ¬κλησίες τής 'Ιταλίας. Άκόμη στήν Σύνοδο αποφασίστηκε ό κοινός έορτα- σμός τοϋ Πάσχα καί ή άποφυγή έορτασμοϋ του μέ τούς 'Ιουδαίους. Οί κανόνες δλοι έλαβαν κϋρος νόμου καί ήσαν υποχρεωτικοί.


PITRA, I, 427-437. BENESENli, Synagoga (κατά τόν πίνακα τών τίτλων). ΑΛΙΒΙ¬ΖΑΤΟΥ, Κανόνες, σσ. 33-41. JOANNOU, Fonti, I I, σσ. 23-41.
'Επιστολή τής Συνόδου «τή Άλεξανδρέων Έκκλησίφ καί τοις κατ' Αϊγυ- πτον... άδελφοϊςί..».


Ή Σύνοδος πληροφορεί τίς 'Εκκλησίες τής δικαιοδοσίας τοϋ επισκόπου 'Αλεξανδρείας τά άποφασισθέντα σχετικά μέ τόν Άρειο καί μέ τόν σχι¬σματικό έπίσκοπο Μελίτιο Λυκοπόλεως, τόν όποιο φιλανθρωπευόμενη ά¬φησε στήν έπισκοπή του, άλλά τοϋ απαγόρευσε νά προβαίνει σέ χειροτονίες.


Η. G. ORITZ, Athanasius Werke, III, Berlin - Leipzig 1934, σσ. 47-51. ΒΕΓ1 37, 129-131.


Έπιστολαί Μ. Κωνσταντίνου σχετικές μέ τήν Σύνοδο: α. Πρός σύγκλησιν τής έν Νικαίφ Συνόδου, β. Πρός τήν Έκκλησίαν Άλεξανδρέων.
γ. Πρός τάς Εκκλησίας (κοινοποιεί καί άναπτύσσει τήν απόφαση έορτα¬σμοϋ τοϋ Πάσχα σέ ήμέρα κοινή).
Η. G, ΟΡΙΤΖ, μν. εργ., σσ. 42, 52-57. ΒΕΠ 37, 125-126, 132-135.


Μεταφράσεις
Γρήγορα συγκροτήθηκαν συλλογές, πού περιείχαν λατινικές (Turner: ΕΟΜΙΑ, I, σσ. 103-280, 297-319), συριακές, αραβικές, αίθιοπική, αρμενι¬κή, γεωργιανή, κοπτική καί σλαβική μεταφράσεις τοϋ Συμβόλου καί τών Κανόνων. Παράλληλα οί συλλογές περιλάμβαναν εισαγωγικά πληροφορια¬κά στοιχεία καί συχνά μή γνήσια νικαϊκά κείμενα. Βλ. CPG IV 8520-8527. Ή λατινική μετάφραση έγινε πολύ ένωρίς, ίσως κατά τήν άρχιερατεία τοϋ Ρώμης Ιουλίου (337-352), καί μάλιστα ένώθηκε μέ τούς κανόνες τής συνό¬δου τής Σαρδικής. "Ετσι συγκροτήθηκε ή αρχαιότερη συλλογή κανόνων στήν λατινική, πού γενικά άποδιδόταν όλόκληρη στήν Σύνοδο τής Νίκαιας.





Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.