Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2013

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ Β - ΛΑΚΤΑΝΤΙΟΣ ( + 325) ρητορικός Απολογητής τοΰ χριστιανισμού


(240 μ.Χ.-325 μ.Χ.)

22. ΛΑΚΤΑΝΤΙΟΣ (+ 325) ρητορικός Απολογητής τοΰ χριστιανισμού

ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ
Ό Λακτάντιος ήταν βορειοαφρικανός Ρωμαίος, πού σταδιοδρόμησε ώς έθνικός ρήτορας κυρίως στήν Νουμιδία ('Αλγερία) καί ώς χριστιανός συγγραφέας κυρίως στήν έλληνική πρωτεύουσα τοΰ Ανατολικού ρωμαϊκού κράτους Νικομήδεια τής Βιθυνίας. "Εγραψε στήν λατινική μέ τήν φιλοδοξία πρώτα νά κατατροπώσει τήν έθνική θρησκεία καί σκέψη καί ύστερα νά έκθέσει τήν διδασκαλία τοΰ χριστιανισμού. Πρός τοΰτο διέθετε ζήλο θαυμαστό, ταλέντο ρητορικό καί λογοτεχνικό καί γνώση έγκυκλοπαιδική τοΰ έλληνορωμαϊκοΰ πνεύματος. Του έλειπε όμως ή βαθιά φιλοσοφική παιδεία καί ή θεολογική κατανόηση τού μυστηρίου τής Εκκλησίας. Έπειδή έγινε χριστιανός σέ ήλικία περίπου 50 έτών, γνώρισε τόν χριστιανισμό έπι φανειακά καί άτελέστατα, ώς άνυπόμονος κατηχούμενος.

"Ετσι, έγραψε μέ ζήλο, πάθος καί γνωστή έπιχειρηματολογία, κατά τοΰ έθνικοΰ κόσμου, άλλά δέν κατόρθωσε νά παρουσιάσει, δπως ήθελε, όρθά καί όλοκληρωμένα, τήν χριστιανική πίστη, μολονότι τό έγχείρημά του παραμένει τό πιό έκτεταμένο μέχρι τότε στήν λατινική γλώσσα. Στήν φιλοσοφία δέν άναγνωρίζει τήν δυνατότητα εύρέ- σεως τής άλήθειας, παρά μόνο τυχαία. Τό έργο του έπιτέλεσε κυρίως μέ τήν βοήθεια τοΰ Κικέρωνα (προπαντός αύτοΰ), τοϋ Λουκρητίου, τοΰ Βιργιλίου, τού Σενέκα καί τών έρμητικών έργων, καί δευτερευόντως μέ τήν βοήθεια τής Γραφής, τοΰ Κυπριανοΰ, τοΰ Τερτυλλια- νοϋ καί τοΰ Μινουκίου Φήλικα. Άγνοοΰσε δχι μόνο τούς έλληνες έκκλησ. συγγραφείς, άλλά σχεδόν καί τήν Γραφή, τήν δποία κυρίως γνώριζε άπό συλλογές βιβλικών χωρίων (Testimonia), άπό τίς όποιες, φαίνεται, άντλησε καί ό Κυπριανός. Γιά τούς λόγους αύτούς δέν έ- ξέφρασε τόσο τό έκκλησιαστικό θεολογικό κλίμα τής έποχής, δσο διατράνωσε τόν ένθουσιασμό του γιά τήν νέα θρησκεία καί τούς λό¬γους πού δικαιώνουν τήν μεταστροφή του σ' αύτήν, δπως έκαναν πα-λαιότερα μερικοί άπολογητές. Είναι δμως πολύ σημαντικό δτι συνετέλεσε στήν διαμόρφωση τής χριστιανικής λατινικής γλώσσας, δεδομένου δτι ύπήρξε σπουδαίος ρήτορας κι έδωσε κείμενα τόσο γλαφυρά καί συναρπαστικά, ώστε νά χαρακτηριστεί χριστιανός Κικέρων.

Ενδεικτικό τών πλάνων του είναι δτι διατύπωσε δυαλιστικές ιδέες γιά νά έοιιηνεύσει τήν άρχή τοΰ κακοΰ. Ό Θεός δηλαδή γέννησε δύο Υιούς, έναν πρό τής δημιουργίας κι έναν μετά. Ό δεύτερος, πού εί-ναι ό άντίθεος, απομακρύνθηκε άπό τόν Θεό καί δημιούργησε τό κα¬κό, πού συγχρόνως έρμηνεύεται καί ώς άποτέλεσμα τής επιθυμίας τοΰ άνθρώπου. Δέν διακρίνει ώς 'ιδιαίτερη ύπαρξη τό άγιο Πνεΰμα, τό όποιο ταυτίζει μέ τόν Χριστό, καί μεταθέτει τήν τελική κρίση με¬τά άπό χιλιετή βασιλεία τού Χριστοΰ, ή όποία θά άρχίσει περίπου διακόσια έτη μετά τήν έποχή κατά τήν όποία γράφει.


Ιδιαίτερα σπουδαία είναι ή συμβολή τού Λακταντίου στήν εξέλι¬ξη τής λατινικής χριστιανικής ποιήσεως μέ τό έργο του «Περί τοΰ πτηνού τοϋ φοίνικος» σέ 85 δίστιχα. Ή ποίησή του έχει στοιχεία ση-μιτικά, χρησιμοποιεί γλώσσα ήμιλαϊκή καί συμφιλιώνει έθνικούς μύ¬θους μέ τήν διδασκαλία τής Εκκλησίας.

ΒΙΟΣ


Ό Lucius Caelius Firmianus Lactantius γεννήθηκε στήν Β. 'Αφρική περί τό 250, όπου έκτός άλλων δασκάλων άκουσε καί τόν 'Αρνόβιο στήν Sicca τής Νουμιδίας. Γρήγορα έγινε καί ό ϊδιος ρητοροδιδάσκάλος. "Ενεκα τής φήμης του κλήθηκε άπό τόν Διοκλητιανό, λίγο μετά τό 290, στήν τότε πρω¬τεύουσα τοϋ άνατολικοϋ κράτους Νικομήδεια, νά διδάξει λατινική ρητορική. Τό έργο του στήν έλληνικότατη πρωτεύουσα δέν είχε άνταπόκριση καί τό έγκατέλειψε μέ τήν έναρξη τοϋ διωγμού (303), άφοϋ στό μεταξύ είχε δε¬χτεί τόν χριστιανισμό. Γιά πολλά χρόνια έζησε μέ στερήσεις, άλλά δέν στα¬μάτησε νά γράφει. Περί τό 316/317, ηλικιωμένος πλέον, κλήθηκε άπό τόν Μ. Κωνσταντίνο στά Τρέβιρα (Treveris, Trier) γιά τήν διαπαιδαγώγηση τοϋ γιου του Κρίσπου. "Εκτοτε δέν έχουμε ειδήσεις. Πέθανε μάλλον περί τό 325.

ΕΡΓΑ


Ό Λακτάντιος υπήρξε πολυγραφότατος, άλλά δέν σώθηκαν όλα τά έργα του, μερικά τών όποιων γνωρίζουμε μόνο άπό τούς τίτλους πού αναφέρει ό Ιερώνυμος. 


Διασώθηκαν τά εξής:
De opificio Dei (Περί τής δημιουργίας τοϋ Θεοϋ). Γράφηκε τό 303/4 καί πλήν άλλων μιλάει γιά τήν ωραιότητα καί τήν αρμονία τοϋ άνθρώπινου σώματος.
PL 6,9-78. CSEL 27, 1 (1893) 3-64. SCh 213-214 (1974).
Divinae institutiones (Θεΐαι διδασκαλίαι) βιβλία 7. Γράφηκε μεταξύ 304 καί 313. Στά τρία πρώτα βιβλία καταπολεμεί τίς έθνικές θρησκείες καί στά άλλα τέσσερα έκθέτει τήν χριστιανική διδασκαλία, τονίζοντας τήν ηθική της υπεροχή.
PL 6, 111-884. CSEL 19 (1890) 1-672. SCh 204-205 (1973). SCh 326 (1986).
De mortibus persecutorum (Περί θανάτων τών διωκτών). Γράφηκε τό 314/315. Περιγράφει τούς τελευταίους διωγμούς (303-313), έξαίρει τήν στά¬ση τών χριστιανών σ' αυτούς καί άποδίδει στήν οργή τοϋ Θεοϋ τό φοβερό τέλος πολλών διωκτών, παλαιοτέρων και συγχρόνων του. "Αλλοτε ή γνη¬σιότητα τοϋ έργου είχε άμφισβητηθεΐ.
PL 7, 189-276. CSEL 27, 2 (1897) 171-238. SCh 39 (1954). F. CORSARO, De mortibus pcrsecutorum, Caiania 1970. J.L. CREED, Dc mortibus pcrsccutorum, ed. and transl., Oxford Clarendon Press. 1984.
De ira Dei (Περί τής οργής τοϋ Θεοϋ). Γράφηκε μεταξύ 314 καί 317. Ό Θεός αγαπά, συγχωρεί, άλλά καί τιμωρεί δίκαια. Καταπολεμεί τούς έπι- κουρείους καί τούς στωικούς πού θέλουν τόν Θεό ξένο πρός τόν κόσμο.
PL 7, 79-148. CSEL 27,1 (1893) 67-132. Η. KRAFT - Α. WI.OSOK, Lactantius, De ira dei..., Darmstadt 19741. CHR. 1NGREMEAUM: SCh 289.
Epitome divinarum institutionum (Επιτομή τών θείων διδασκαλιών). Γρά¬φηκε μεταξύ 314 καί 317. Δέν είναι όπλώς επιτομή, άλλά περισσότερο ε¬πανεξέταση καί άναθεώρηση άπόψεών του,
PL 6, 1017-1094. CSEL 19 (1890) 675-761.
l)e ave phoenice (Περί τοϋ πτηνού φοίνικος). Γράφηκε μεταξύ 314 καί 317. Ή αμφισβητημένη γνησιότητά του υποστηρίζεται σήμερα εντονότερα. Τό έργο άποτελεΐται άπό 85 δίστιχα καί συνιστά μεγάλο σταθμό στήν εξέλιξη τής λατινικής χριστιανικής ποιήσεως. Διηγείται μέ ιδιάζοντα τρόπο τόν γνω¬στό ('Ηρόδοτος καί μετά χριστιανοί συγγραφείς) μύθο τοϋ πτηνού φοίνι¬κα, πού, αφού ζήσει χίλια χρόνια στήν παραδεισιακή 'Ανατολή, έρχεται στήν Φοινίκη. Έκεΐ πεθαίνει σέ φοινικόδεντρο, άλλά άπό τήν τέφρα του γεννιέται νέος φοίνικας πού επιστρέφει στήν 'Ανατολή. Ό μύθος συμβολί¬ζει τήν άνάσταση τοϋ Κυρίου ή τήν Παρθένο Μαρία πού πραγματοποιεί τά έσχατα στήν ιστορία.
PL 7, 277-284. CSEL 27, 1 (1893) 135 έξ. Μ. C. ΓΓΓΧ-PATRlCK, Lact. De Phocnice..., Philadelphia 1933. F. RAR1SARDA, 1 carmc De ave phoenice di Lattanzio, Catania 1959'.


Αποσπάσματα. Σώζονται άπό Επιστολή καί άπό τό έργο του De mortibus animi.
PL 7, 275-6. CSEL 27, 1 (1893) 155-8. J. B. PESENT1, Lact. de mortibus persecutorum,
'Απολεσθέντα. Ό Ιερώνυμος (De vir. ill. 80) προσγράφει στόν Λακτάν- τιο καί τά έξης έργα, πού φαίνεται δτι ανήκουν στήν πρίν άπό τό βάπτισμα έποχή του καί πού πάντως χάθηκαν: Συμπόσιον. Όδοιπορικόν, όπου σέ στίχους διηγείται τό ταξίδι του άπό τήν Β. 'Αφρική στήν Νικομήδεια. Πρός Άσκληπιάδην βιβλία δυό. Έπιστολαί.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

P. MONCEAUX, Histoire litterairede Γ Afrique chritienne, III, Paris 1905, σα. 287-371. J. R. LAURIN, Orientations mailresscs des apologistes chretiens de 270 a 361, Roma 1954, σσ. 168-304, 326-443. J. STEVENSON, The Life and Literary Activity of Laetantius: SP
I    (1957)661-677 καί 4 (1961) 497-503 (Aspects of the Relations between Lact. and the classics). A. WLOSOK, Lactan/. und die philosophische Gnosis, Heidelberg 1960. C. MORMANN, Les elements vulgaires du latin des chretiens: VC 2 (1948) 89-101, 162-184. G. CRESCENTl, Gli elementi cristiani del carme De ave Phoen. di F. Lact., Messina 1960. L. THOMAS, Die Sapicntia ats Schlusselbegriff zu den Divinac Institutioncs des Lact., Freiburg ("Ελβε¬τία) 1959. V. LOI, Lattanzio nella storia del linguaggio e del pensiero teologico prc-niccno, Zurich 1970. M. WALLA, Der Vogcl Phoenix in der antiken Liieraiur und der Dichtung des Lactan/, Wien 1969. P. l.OPE C1LLERUELO, Nota sobre el termine Sacramento en Lactancio: Studio agostiniano 6 (1971) 89-100. R. VAN DEN BROECK, The Myth of the Phoenix..., Leiden 1972. E. HECK, Die dualistischen Zusatze und die Kaiseranrcdcn bei Lact., Heidelberg 1972. E. MESSMER, Lact. und die Dichiung, Munchen 1974. E. GAREAU, Bene e vere loqui. Lactance el la conception ciceroniennc de Γ oratcur ideal: REl. 55 (1977) 192-202. J. DOIGNON, Le placitum cschatologique attribue aux Sto'iciens par Lact: RPh 51 (1977) 43-55. J. FONTAINE - M. PERRlN, l.acianee et son temps ( - εισηγήσεις πολ¬λών σέ συνέδριο αφιερωμένο στόν Α.), Paris 1978. Ο. GIGON, Lact. und Philosophic: Kerygma und l.ogos - Festschrift t. C. Andresen, Gotiingen 1979, σσ. 196-213. Μ. PERRlN, L' homme antique et Chretien. 1.' antropologie de Lactance, Paris 1981. J. FONTAINE, Naissance de la poesic dans Γ Occident chrelien. Fsquissc d1 unc histoire... du 111 au VI siecle, Paris 1981, σσ. 52-66. V. LOI, II termine arcanum c la disciplina dell' arcano nclk' tesiimoniaze di Laiianzio: AFLC 37 (1974/5) 71-89. P. MONAT, Lactance ci Ciccron...: REL 53 (1975) 248-267. F.F. LUEHR, Wcltreichc und L.ebensalicr. Ein Kapitcl l.akianz: Der altsprachiiche Untcrrichi 21 (1978) 5, 19-35. R. M. OGIL VIE, Ί he library of Laciautius, Oxford Clarendon Pr. 1978. U. ΡΙΖΖΑΝΊ, Osservazioni sulla genesi della icologia della storia in Lattanzio: Aug 16(1976) 53-60. TOY ΙΔΙΟΥ: Aug 17 (1977) 145-151. A. WLOSOK, Vatcr und Vatcrvorstellungen in der romischen Kuliur: Das Vaierbild im Abcndlartd, 1, hrsg. von H. Tetleiibach, Sluttgart-Iicrlin-Koln-Mainz 1978, σσ. 18-54, 192-200. V. BUCHHEIT. Die Definition der Gerechiigkeit bci Laktanz und scinen Vorgangcrn: VC 33 (1979) 356-374. S. CASEY, Laetantius' reaction to pagan philosophy: CM 32 (1971-1980) 203-219. S. 1SETTA,
II    De ave Phoenice attribuito a Laitanzio: CCC 1 (1980) 379-409. A. SO BY CHR1STENSEN, Laetantius the historian. An analysis of the "De mortibus persecuiorum", Copenhagen 1980. M. PERRlN, Λ propos du chapitrc 24 dc I' F.piiomc des Institutions de Lactance: REAug 27(1981) 24-37. Μ. SIMONETTI, II regrcsso della icologia dello Spirito Santo in Occident dopo Teriulliano: Aug 20 (1980) 655-669. B. FAES DE MOTTONI, Lattanzio e gli Accii- demici: MEFR 94 (1982) 335-377. P. MONAT, Lactance et la Bible. Unc propeudeutique latine a la lecture d< 11 Bible dans Γ Occident constanlinien, Paris, Eludes Augustiniennes 1982. A.L.. FISH1-.R. '..aciamius' ideas relating christian truth and Christian society: JHI 43 (1982) 355-377. P. MacGUCKlN, The non-Cyprianic scripture texts in Laetantius' Divine Institutiones: VC 36 (1982) 145-163. A. WLOSOK, Die Anfange christlicher Poesie lateinischer Sprache. Laktanzens Gedicht iiber den Vogel Phoenix: Information aus der Vergangenheit, hrsg. von P. Neukam, Miinchen 1982, σσ. 129-167. A. BENDER, Die naturliche Gotteser- kenntnis bei Lactanz und seinen apologetischen Vorgangern, Bern Lang 1983. M. PERRlN, Du destin a la providence...: Visages du destin dans les mythologie. Melanges J. Duchemin..., Paris Les Belles Lettres 1983, σσ. 135-151. Μ. SPANNEUT, Lactance aujourd' hui. A propos de quatre livres recents: MSR 40 (1983) 55-68. W. KIRSCH, Triebkrafte der historischen Entwicklung bei Laktanz: Klio 66(1984) 624-630. O. P. NICHOLSON, The source of the dates in Laetantius' Divine Institutes: JThS 36 (1985) 291-310. TOY ΙΔΙΟΥ, Hercules at the Milvian Bridge. Laetantius, Divine Institutes, 1, 21, 6-9: Latomus 43 (1984) 133-142.

23. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ (313-328) πρώτη άντιμετώπιση του άρειανισμοΰ

ΓΕΝΙΚΑ

Ό 'Αλέξανδρος ύπήρξε σπουδαία έκκλησιαστική φυσιογνωμία, γιά τήν όποία δμως γνωρίζουμε λίγα. Στόν άλεξανδρινό θρόνο άνήλθε τό 313, όταν τό μελιτιανό σχίσμα εΐχε διασπάσει τήν ένότητα τής Εκκλησίας. Ό Άλέξ. άπό τό 318 μέχρι τό 328 έγινε τό έπίκεντρο τής Εκκλησίας καί τής θεολογίας, έπειδή στήν έπαρχία του έμφα- νίστηκε ό άρειανίσμός κι επειδή αύτός έπωμίστηκε τήν άντιμετώπι- σή του.
Ή διδασκαλία του 'Αρείου διατυπώθηκε περί τό 318 καί συνιστούσε τήν αποκορύφωση τής παλαιάς άντιλήψεως περί ύποταγής (κατω¬τερότητας) τοϋ Υίου στόν Πατέρα. Ό "Αρειος, έπηρεασμένος άπό κοσμολογικές, άριστοτελικές καί ιουδαϊκές άντιλήψεις, άρνήθηκε τήν άιδιότητα του Λόγου, διότι, κρίνοντας φιλοσοφικά, δέν κατα¬νοούσε δύο άγέννητα, δηλ. Πατέρα καί Υιό, ταυτόχρονα. Συνεργά¬τη ή πρώτο του όπαδό είχε φαίνεται ό Άρειος κάποιον Άχιλλά, πού δμως γρήγορα χάθηκε άπό τό προσκήνιο. Τήν κακοδοξότητα τού 'Αρείου ύπέδειξε πρώτος, καθώς φαίνεται, ό πρεσβύτερος Κόλλου- θος, γνωστός γιά τήν παιδεία του καί τήν γνώση τών Γραφών. Τήν στιγμή αύτή ό Άλέξ. εισέρχεται στήν ιστορία τής θεολογίας, μολο¬νότι δέν ύπήρξε μεγάλος θεολόγος. Στήν άρχή, πιεζόμενος άπό τήν ένταση καί τήν επέκταση τών συζητήσεων μεταξύ 'Αρείου καί Κολ- λούθου, κάλεσε πολλές φορές τούς άντιπάλους νά έξηγήσουν τίς θέ¬σεις τους ένώπιον καί άλλων κληρικών, σέ συνάξεις καί συνέδρια. 


ΟΙ άρχαΐοι ιστορικοί δέν συμφωνοΰν στήν περιγραφή καί τήν έρμηνεία τών πρώτων φάσεων τοϋ άρειανισμοΰ. Μέ τήν βοήθεια δμως τών δύο 'Επιστολών τοΰ Άλεξ. καί τής 'Επιστολής πρός τόν Εύσέβιο Νικομήδειας τοϋ 'Αρείου, ώς καί τής 'Εκθέσεως πίστεως τοϋ τελευ¬ταίου, μπορούμε ν' άποκρυπτογραφήσουμε τά στάδια τής θεολογικής πορείας τής Εκκλησίας πρός αντιμετώπιση τής βαθιάς κρίσεως, πού συγκλόνισε τήν Εκκλησία γιά έναν αιώνα, χωρίς όμως οί άπόηχοί της νά λείψουν ποτέ.


Πρώτη άντίδραση στόν άρειανισμό
Ό Άλέξ. δέν μπόρεσε νά πάρει άμέσως θέση στήν διαμάχη. Ή¬ταν μόνο βέβαιος ότι μέ όσα δίδασκε ό Άρειος προσέβαλλε τήν θε¬ότητα τοΰ Λόγου. Ό ιστορικός μάλιστα Σωκράτης άναφέρει ότι ό Άρειος έξανέστη, άκούοντας τόν Άλέξ. νά διδάσκει «έν Τριάδι μο¬νάδα» (Έκκλησ. Ιστορία Α' 5). Ή φράση έχει μεγάλη θεολογική σημασία, άλλά τήν έποχή έκείνη έπικρατοΰσε τό άλεξανδρινό θεο¬λογικό σχήμα, τοΰ όποιου θεμελιώδης άρχή ήταν ό Λόγος τοΰ Θεοϋ.


"Ολοι μιλούσαν γιά τόν Λόγο καί όχι γιά τόν Υιό ή τόν Χριστό. Καί ό Κόλλουθος, άλεξανδρινός έπίσης, πρόβαλλε τόν Λόγο ώς ό- μοούσιον καί «όμοιον κατ' ούσίαν» πρός τόν Πατέρα. Ό 'Ιερακάς πάλι, άπό τόν όποιο σώθηκαν μόνο ϊχνη έργων του, υποστήριξε ότι Πατέρας καί Λόγος άποτελοΰν μίαν άρχή πού φανερώνεται σέ δύο, όπως δύο φλόγες ένός λύχνου. Ό Άρειος όμως άπέφευγε νά μιλάει γιά τόν Λόγο. Τόν άπασχολοΰσε ή έννοια Υίός, γιά τόν όποιο φρο¬νούσε ότι γεννήθηκε-κτίστηκε, «θελήματι καί βουλή» Θεοΰ, άρα έν χρόνω. Μέ τήν ελπίδα ότι θά συμβιβαστεί μέ όσους έπέμεναν στήν άιδιότητα τοΰ Λόγου, πρόσθεσε γρήγορα ότι ό Υίός γεννήθηκε «πρό χρόνων καί πρό αιώνων». Ή φράση όμως δέν άλλάζει τήν βάση του Αρείου, εφόσον ό Υίός «έκτίσθη».


Ό Άρειος υπενθυμίζει στόν Άλέξ. ότι καί αύτός είχε δεχτεί χρο¬νική προτεραιότητα τοΰ Πατέρα έναντι τοϋ Υίοΰ. Αύτό πρέπει νά εί¬ναι άληθές, άλλά συγχρόνως ό Άλεξ. έπέμενε στήν άιδιότητα και τήν θεότητα τοΰ Λόγου (καί όχι τοΰ Υίοΰ), πράγμα πού σημαίνει δι¬σταγμό τής άλεξανδρινής θεολογίας νά ταυτίσει τόν Υιό μέ τόν Λό¬γο. Ή δυσχέρεια ύπήρχε καί άπό τις δύο πλευρές. Απόδειξη αύτοΰ συνιστούν άφενός τά κείμενα τοΰ Αρείου καί άφετέρου ή εγκύκλιος 'Επιστολή τοΰ Άλεξ. πρός τούς έπισκόπους. Στήν επιστολή, πού γρά¬φηκε μεταξύ 320 καί 322 (καί πού άκολούθησε τήν σύγκληση συνό¬δου 100 περίπου έπισκόπων πρός άντιμετώπιση του Αρείου, τόν όποιο μέ άλλους οπαδούς του καταδίκασε), έπικρατεΐ τό θεολογικό σχή¬μα Λόγος-Θεός> Τοΰτο δείχνει ότι ό Άλέξ. καί οί έπίσκοποι τής πε¬ριοχής άπάντησαν στόν άρειανισμό μέ τά δεδομένα τής άλεξανδρινής θεολογίας καί μέ τήν βοήθεια τοΰ Κολλούθου, στόν όποιο πρέπει ν' άποδώσουμε τούς όρους «όμοιος κατ' ούσίαν» καί «ομοούσιος» γιά τόν Λόγο. Τόν τελευταίο μάλιστα όρο δίστασε ό Άλέξ. νά δεχτεί, μολονότι στήν Αλεξάνδρεια ήταν γνωστός άπό τήν έποχή τοΰ Διο¬νυσίου, πού τόν είχε χρησιμοποιήσει (261) έμμεσα γιά τόν Υιό (καί όχι άπλώς γιά τόν Λόγο), άπαντώντας στόν Διονύσιο Ρώμης. Ή αι¬τία τοΰ δισταγμού οφείλεται άφενός στήν έλλειψη θεολογικής θεμε-λιώσεως τοΰ όρου καί άφετέρου στήν καταδίκη αύτοΰ άπό τήν σύνοδο τοΰ 268/9. Τό τελευταίο συνέβη, έπειδή ό Παΰλσς Σαμοσατέας χρη-σιμοποιούσε τό «ομοούσιος» εσφαλμένα. Πάντως ό Άλέξ. μέ τόν Κόλλουθο δέν άπαντοΰσαν ευθέως στόν "Αρειο, διότι, όταν ό Άρειος κήρυττε τόν Υιό κτισθέντα «πρό χρόνων», εκείνοι υποστήριζαν τήν θεότητα καί άιδιότητα τοΰ Λόγου. Αύτό άκριβώς προδίδει τήν άδυ- ναμία τους, άν μάλιστα σκεφτεί κανείς ότι καί ό Άλέξ. (μόλις άρχι¬σαν οί σχετικές συζητήσεις) κατανοούσε τόν Υιό μετά τόν Πατέρα.


Πρώτη θεμελιωμένη άπάντηση στόν "Αρειο


Παρά ταΰτα σέ νέα Επιστολή τοΰ Άλεξ. μέ μία θεολογική φρά¬ση, πού δέν είχε μέχρι τότε έμφανίστει, πραγματοποιείται σπουδαίο θεολογικό βήμα πρός τήν ορθή λύση τής κρίσεως. Ό Υίός, λέγεται έκεΐ, έχει «φυσικήν υίότητα», ήταν «φύσει Υίός». Μόνο μέ τόν όρο αύτό εξασφαλίζεται καί συνειδητοποιείται άπόλυτα ή θεότητα, ή ό¬μοουσιότητά καί ή άιδιότητα τοΰ Λόγου. Ή νέα Επιστολή τοΰ Ά¬λεξ., πρός τόν Αλέξανδρο Θεσσαλονίκης αύτή, είναι θεολογικά πολύ διαφορετική άπό τήν προηγούμενη. Θεολογική της εκκίνηση δέν εί¬ναι ό θείος Λόγος, όπως τόν γνωρίζουμε στήν ώριγενιστική άλεξαν- δρινή παράδοση, άλλά ό Υίός τοΰ Θεοΰ, ό Χριστός. "Εχει ξεπεράσει τήν ώριγενιστική θεολογία στό θέμα τοΰτο, έχοντας καταστεί συνέ¬χεια τής παραδόσεως τοΰ Διονυσίου Αλεξανδρείας καί τοΰ αλεξαν¬δρινού θεολόγου Θεογνώστου (μεταξύ 264 καί 281), πού έγραψε τήν πολυσήμαντη φράση: ό Υίός «έκ τής τοΰ Πατρός ουσίας έφυ». Ή δομή της, τό υφος καί ή θεματολογία της υπενθυμίζουν έντυπωσια- κά τά έργα τοΰ Αθανασίου. Τό ύφος καί οί όροι της βρίσκονται στά πρώτα έργα τοΰ τελευταίου. Αύτό σημαίνει ότι, μετά τήν σύνταξη τής πρώτης του Επιστολής (γραμμένης μέ τήν βοήθεια προφανώς τοΰ Κολλούθου), τόν Αλέξανδρο άρχισε νά επηρεάζει ό νεαρός Α¬θανάσιος, στόν όποιο καί οφείλεται βασικά ή σύνταξη τής δεύτερης Επιστολής, κάτι πού μπορεί νά έγινε περί τό 322 ή καί τούς τελευ¬ταίους μήνες τοΰ 324, όταν δηλ. ό Αθανάσιος ήταν 27 ή 29 έτών.
ολογική κατεύθυνση, τήν όποία καθ' ολοκληρίαν βρίσκουμε σέ ά- θανασιανά έργα καί έν μέρει σέ άποσπάσματα τοϋ Εύσταθίου 'Αν¬τιοχείας (+ 331/7). Άπό τήν στιγμή αύτή ή Εκκλησία άπαντα στόν Άρειο ευθέως μέ τόν έπίσκοπο Άλέξ. διά τής θεολογίας τοΰ διακό¬νου Αθανασίου.


Ή Επιστολή έκκινά θεολογικά κυρίως άπό τόν Υιό Χριστό, τόν όποιο γνωρίζει ό άνθρωπος καί πού γι' αύτό γίνεται κριτήριο καί ά- σφαλές έρεισμα πρός θέα νέων όψεων τής ζωής τής άγίας Τριάδας. Ή τακτική είναι άθανασιανή. Αντίθετα ό Άρειος καί οί οπαδοί του δέν έκκινοΰν άπό ό,τι έχει ή 'Εκκλησία στήν Παράδοσή της, τόν Χρι¬στό δηλαδή, καί γι' αύτό χαρακτηρίζονται άπό τόν Αλέξανδρο/Α¬θανάσιο «εύρεταΐ δογμάτων», κάτι πού τούς τοποθετεί εκτός Εκ¬κλησίας. Μέλημα τοΰ συντάκτη τής Επιστολής είναι νά δείξει ότι ό Υίός δέν είναι χρονικά μετά τόν Πατέρα, ότι μεταξύ τών δύο θείων ύποστάσεων δέν ύπάρχει «διάστημα»: «έστι δέ Πατήρ άεί, παρόν¬τος τοΰ Υίοϋ». Ό Υίός ώς «άπαύγασμα» τοΰ Πατέρα ύπήρχε πάν¬τοτε, άφοΰ δέν μπορεί νά ύπάρχει φως καί δόξα χωρίς ταυτόχρονο άπάγαυσμα. Καί αύτό, καθόσον ή γέννηση τοΰ Υίοΰ γίνεται φυσικά, κατά φύση («φύσει»), ή υίότητα στήν θεότητα είναι «φυσική», δέν είναι «θέσει» καί «θελήσει», όπως ισχύει γιά τά δημιουργήματα. Τό «φύσει» διαφέρει ριζικά άπό τό «θέσει». Τό πρώτο είναι φυσικό ι¬δίωμα τής θείας φύσεως (θεότητας), τό δεύτερο δωρεά τής θεότητας πρός τόν άνθρωπο (κόσμο).


Απορρίπτει όσους λέγουν ότι «οΰτε φύσει υίός τις έστι τοΰ Θεοΰ» καί συνεχίζει- «μεταξύ Πατρός καί Υίοΰ ουδέν είναι διάστημα... τόν Πατέρα άεί είναι Πατέρα* έστι δέ Πατήρ άεί παρόντος τοΰ Υίοΰ, δΓ 6ν χρηματίζει Πατήρ... καί ή υίότης αύτοΰ, κατά φύσιν τυγχάνουσα τής πατρικής θεότητος, άλέκτφ ύπεροχή διαφέρει τών δΓ αύτοΰ θέ¬σει υιοθετηθέντων ( = τών άνθρώπων)... Τήν μέν ούν γνησίαν αύτοΰ καί ίδιότροπον καί φυσικήν κατ' έξαίρετον υίότητα ό Παϋλος ούτως άπεφήνατο...».


"Ετσι έχουμε τήν πρώτη σαφή καί άσφαλή διάκριση μεταξύ φύσει γεννήσεως, πού καταδεικνύει τήν άιδιότητα καί τήν ταυτότητα φύ¬σεως τοΰ Υίοΰ πρός τόν Πατέρα, καί θέσει ή θελήσει υιοθεσίας καί δημιουργίας, ή όποία γίνεται έν χρόνω. Τό πολυσήμαντο αύτό θεο¬λογικό βήμα, πού έγινε τό θεμέλιο τής όλης τριαδολογίας καί τοΰ ομοουσίου, εϊναι άθανασιανό επίτευγμα, όπως δείξαμε άλλοτε (Ό άγιος Αθανάσιος Αλεξανδρείας σταθμός μέγας έν τή θεολογία τής 'Εκκλησίας, Αθήνα 1974, σσ. 13-17). Έδώ βέβαια ή θεολογική αύ¬τή διάκριση μόνο σημειώνεται, δέν άναλύεται, άσφαλώς γιατί τότε μόλις τήν συνέλαβε ό Αθανάσιος. Πάντως ή όλη θεολογία τής Επι¬στολής έπιβλήθηκε απόλυτα καί στήν σύνοδο τής Αντιόχειας (άρ- χές 325) καί στήν Α' Οίκουμ. Σύνοδο τής Νίκαιας ('Ιούνιος 325), στήν όποία μετέσχε ό Άλέξ. Αξιοσημείωτο είναι άκόμη ότι στό κείμενο τούτο γίνεται λόγος γιά τήν ιδιαίτερη ύπόσταση τοϋ Υιού, ή όποία χαρακτηρίζεται «ιδιότροπος», άσφαλώς γιά νά διακριθεί άπό τήν ύ¬πόσταση τού Πατέρα.


Μέ τήν άνακήρυξή του (Σεπτέμβριος 324) σέ μονοκράτορα ό Μ. Κωνσταντίνος ενδιαφέρθηκε, χάριν τής πολιτικής ενότητας στήν αυ-τοκρατορία, γιά τό πρόβλημα καί τίς διασπαστικές τάσεις πού δη-μιούργησε ό Άρειος. Διαμείφθηκε άλληλογραφία μεταξύ αύτο¬κράτορα καί Άλεξ., ό όποιος όχι μόνο επέμενε στήν θεολογική ση¬μασία τής άντιαρειανικής του στάσεως, άλλά καί έπεισε μέ τόν "Ο¬σιο Κορδούης τόν αύτοκράτορα νά συγκαλέσει γενική Σύνοδο γιά τήν λήψη σχετικών άποφάσεων γενικοΰ κύρους καί άποδοχής. Προη¬γήθηκε ή σύνοδος Αντιοχείας, στίς άρχές τοϋ 325, καί τόν Μάιο- Ίούνιο τοϋ ίδιου έτους πραγματοποιήθηκε ή Α' Οικουμενική Σύνο¬δος στήν Νίκαια, όπου ό Άλέξ. έπαιξε ρόλο καθοριστικό, ένεκα τοϋ κύρους του, τής γνώσεως τοϋ καίριου θέματος τής Συνόδου (τοϋ ά¬ρειανισμοΰ δηλαδή) καί τής δυνατότητάς του νά δώσει σ' αύτό τήν γνωστή ορθή άθανασιανή λύση. Λίγο άργότερα όμως, ό Κωνσταντί¬νος, πού τό 325 είχε δεχτεί άπόλυτα τήν καταδίκη τοϋ Αρείου, επε¬νέβη μ' 'Επιστολή του (326/327), άπαιτώντας άπό τόν Άλέξ. νά άποκαταστήσει τόν "Αρειο, ύποστηρίζοντας παραδόξως ότι ή με¬ταξύ τών δύο διαφορά ήταν άσήμαντη διαφωνία σέ βιβλικό χωρίο. Ό γέροντας πλέον Άλέξ. δέν ύπέκυψε στήν βασιλική βούληση καί τό επόμενο έτος (17.4.328) κοιμήθηκε, άφοϋ ύπέδειξε ώς διάδοχο του τόν Αθανάσιο, τόν όποιο έξέλεξαν οί επίσκοποι Αιγύπτου, όπως γι¬νόταν πάντοτε.

ΕΡΓΑ

Ό Αλέξανδρος έγραψε Επιστολές καί ίσως μία 'Ομιλία. Ό Έπιφάνιος (Πανάριον 69, 4) γνώριζε συλλογή 70 'Επιστολών του, άπό τίς όποιες δια¬σώθηκαν μόνο τρεις καί σύντομα άποσπάσματα άλλων.
Πρός τόν κλήρον (Αλεξανδρείας) έγκύκλιος έπιστολή. Βραχύ κείμενο πού γνωστοποιεί τήν καταδίκη τοϋ Αρείου λίγο πρίν τό 320.
PG 18, 581. ΒΕΠ 37, 97.
Πρός πάντας τούς επισκόπους (Έπιστολή). Γράφηκε μετά τήν σύνοδο ππίυ Ά λ pFnvSnpinf ιτηή κγπτγϊ Λίκτιπρ. τήυ "Αηρ.ιη Πλ.ηηηίηηηρ.ΐ τήτ κττ- λογίας).
PG 18, 572-581. ΒΕΠ 37, 98-102.
Πρός Άλέξανδρον Θεσσαλονίκης (Έπιστολή). Γράφηκε τό 322 ή πρός τό τέλος τοϋ 324. Πολυσήμαντο θεολογικό κείμενο, πού φέρει έκτυπη τήν σφραγίδα τοϋ Μ. 'Αθανασίου.
PG 18, 548-572. ΒΕΠ 37, 108-117.
Τόμος {πρός όλους τούς έπισκόπους). Τήν ϊδια έποχή συνέταξε κείμενο άντιαρειανικό, τό όποιο περιλάμβανε καί τίς παραπάνω Επιστολές καί τό όποιο έστελνε στούς άπανταχοϋ έπισκόπους ζητώντας τήν υπογραφή τους. Σώθηκαν άποσπάσματα στήν συριακή.
G. ΟΡ1ΤΖ, Athanasius Werke, 111 I, Berlin-Leipzig 1934, σσ. 29-31. ΒΕΠ 37, 117-118.
Πρός τόν Ρώμης Σίλβεστρον (Έπιστολή). Άπόσπασμα.
Μ. RICHARD: Symbolae Osloenses 38 (1963) 82.
Άμφιβαλλόμενα: Περί ψνχής καί σώματος καί περί τοϋ πάθους τού Κυ¬ρίου. Όμιλία πού διασώθηκε σέ συριακή καί κοπτική μετάφραση (καί σέ ψευδοχρυσοστόμεια όμιλία). 'Αποδόθηκε στόν Άλέξ. καί τελευταία χαρα¬κτηρίζεται ώς συμπίλημα τοϋ Άλεξ. (ή άπλώς τών χρόνων του) άπό τό έρ¬γο Περί ψυχής καί σώματος τοϋ Μελίτωνα Σάρδεων καί άπό γεωργιανή όμιλία Περί σταυρού γιά τό πρώτο καί δεύτερο μέρος της άντίστοιχα (Es- broeck, Ψευτογκάς).
PG 18, 585-608. PG 43, 505-508. PG 52, 797-800. Β. ΨΕΥΤΟΓΚΑ, Αί περί Ιταυροϋ καί πάθους τού Κυρίου Όμιλίαι..., Θεσσαλονίκη 1975, σσ. 166-201 (τό κείμενο).

Αποσπάσματα ομιλίας Κατά Άρειανών (συριακά) καί όμιλίας Εις τήν οικονομίαν (γεωργιανά).

Νόθα. Πανηγυρικός εις τόν Πέτρον Αλεξανδρείας (στήν κοπτική- βοχαΐρική) κα\άποσπάσματα επιστολής (έλληνικά) καί άδηλων έργων (α¬ραβικά) είναι νόθα.
ΚΟΛΛΟΥΘΟΣ. Ύπήρξε πρεσβύτερος τής άλεξανδρινής Εκκλησίας άπό τήν δεύτερη δεκαετία τοϋ Δ' αί. καί μάλιστα ήταν άπό τούς λίγους, μέ τόν "Αρειο, πού διακρίνονταν γιά τήν επίδοση τους στήν έρμηνεία τών Γρα¬φών καί ώς διδάσκαλοι γενικά. Ή διαφωνία του πρός τόν "Αρειο γιά τήν έρμηνεία κυρίως τοϋ χωρίου Παροιμ. 8, 22 («Κύριος έκτισέ με άρχήν όδών αύτοϋ είς έργα αύτοϋ») σήμαινε τήν καταγγελία τής κακοδοξίας τοϋ Ά- ρείου, πού δίδασκε τόν Υιό κτίσμα τοϋ Θεοϋ Πατέρα. Τό γεγονός συνέβη περί τό 318. "Εκτοτε, μέχρι καί τήν σύνταξη τής Επιστολής τοϋ 'Αλεξάν¬δρου πρός επισκόπους (320), ό Κόλλουθος σήκωσε τό βάρος τοϋ άντιαρεια- νικοϋ αγώνα. Συγχρόνως έναντιώθηκε στόν 'Αλέξανδρο, πού τηρούσε στήν άρχή στάση εφεκτική έναντι τοϋ 'Αρείου καί πού άρνήθηκε άρχικά νά δε¬χτεί τούς όρους πού ό Κόλλουθος πρότεινε γιά τόν Λόγο τοϋ Θεοϋ: ομοού¬σιος, άειγενής, άγεννητογενής, συναγέννητος. "Αρα ό Κόλλουθος, εκφρα¬στής απόλυτα τής αλεξανδρινής θεολογίας, ή όποία έκκινοϋσε άπό τόν Λόγο καί όχι άπό τόν Υίό τοϋ Θεοϋ, δέν επηρέασε μέχρι τέλους τόν 'Αλέξανδρο, πού έντούτοις είχε μεγάλη δυσχέρεια νά δώσει άπάντηση στόν "Αρειο. 'Α-ποτέλεσμα ήταν νά προσχωρήσει ό Κόλλουθος στό σχίσμα τοϋ Μελιτίου καί νά γίνει ίσως επίσκοπος Κυνοπόλεως. Στήν σύνοδο 'Αλεξανδρείας τόν 'Οκτώβριο τοϋ 324, μέ τήν μεσολάβηση τοϋ 'Οσίου Κορδούης, επανήλθε στήν Εκκλησία, στούς κόλπους τής οποίας πέθανε, μάλλον πρίν άπό τήν Α' Οίκουμ. Σύνοδο. "Εργα του δέν γνωρίζουμε.


ΙΕΡΑΚΑΣ. Πρόσωπο σκοτεινό, άλλά πλούσιο σέ δράση καί έλληνοαι- γυπτιακή μόρφωση, μέ τήν βοήθεια τής όποιας ύπομνημάτισε τήν Έξαή- μερον, έγραψε Ψαλμούς καί άλλα έργα, πού όλα χάθηκαν. Γεννήθηκε στήν Αίγυπτο τόν Γ' αί. κι έζησε ώς πρεσβύτερος μέχρι τίς πρώτες δεκαετίες τού Δ' αι. κοντά στήν Λεοντόπολη. Μελετούσε, δίδασκε καί καλλιγραφού¬σε (άντέγραφε) μέχρι τά 90 του χρόνια, όπότε καί πέθανε. Χρησιμοποιούσε τήν έλληνική καί τήν αιγυπτιακή, σύναξε γύρω του πολλούς άσκητές, στούς οποίους πρόβαλλε ακραίες έγκρατιτικές τάσεις, καταδίκαζε τόν γάμο α¬πόλυτα καί ήρνεΐτο τήν άνάσταση τών σωμάτων (πνευματική άνάσταση). Έν μέρει επηρεαζόταν άπό τά έργα τοϋ Ώριγένη καί ήταν άλληγοριστής, άλλά δεχόταν τόν Υίό μάλλον όρθόδοξα. "Ελαβε μέρος στήν πρώτη φάση τής άρειανικής έριδας καί υποστήριξε ότι ό Υίός μέ τόν Πατέρα είναι όπως δύο φλόγες τοϋ ίδιου λύχνου ή τής 'ίδιας λαμπάδας, όπως πληροφορεί ό Ά- ρειος ("Εκθεσις πίστεως Αρείου ... πρός Άλέξανδρον). 'Από τήν μοναδι¬κή αύτή άναφορά φαίνεται ότι ό Ίερακάς ξεπέρασε κάπως τήν αλεξανδρινή θεολογία, άλλά γρήγορα μερικές κακοδοξίες του τόν τοποθέτησαν εκτός Εκκλησίας. Μία άπό αυτές είναι ότι ταύτιζε τό άγιο Πνεύμα μέ τόν Μελχι- σεδέκ (Έπκρανίου, ΠανάριονβΊ. CJ. Gianotto, Melchisedek e Ιο Spirito Santo: Aug 20 [1980] 587-593).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. ΦΩΚΥΛ1ΛΟΥ, Ό ιερός 'Αλέξανδρος, άρχιεπ. 'Αλεξανδρείας: Πάνταινος 17 (1925) 252-3, 335-8, 357-60 καί 367-9. Ε. BOULARAND, L' heresic d'Arius et la "foi" de Nicee.... Paris 1972, σσ. 92-94, 165-168 καί άλλου. Μ. VAN ESBROECK, Nouveaux fragments dc Meliton des Sardes...: AB 90 (1972) 63-99. Β. ΨΕΥΤΟΓΚΑ, Αί περί Σταυρού καί πάθους τού Κυρίου Όμιλίαι..., Θεσσαλονίκη 1975, σσ. 77-84. Μ. SIMONETT1, La crisi ariana net IV sccolo, Roma 1975, σσ. 55-60 καί άλλού. Τ. ORLAND1, La versione copta (saidica) dell' Encomio di Pierro Alessandrino: Rivista dcgli Studi Orientali 45 (1970) 151-175. ΒΛ.
ΦΕΙΔΑ, Τό Κολλουθιανόν σχίσμα καί αί άρχαί τοϋ άρειανισμοΰ, "Αθήνα 1973, σσ. 49 (':ς. Alessandro e Ario. Un esempio di conflitto tra fedec ideologia... a cura di EN7.0 BEL¬LINI, Milano 1974 (κείμΓ.να).

24. ΣΥΝΟΔΟΣ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ (326/30)

Ή σύνοδος 'Αντιοχείας, πού συνήλθε μεταξύ 326 καί 330 ήταν μία τών πολλών συνόδων, πού άρχισαν οί άρειανόφρονες νά συγκροτούν μέ τήν βοή¬θεια τοϋ Μ. Κωνσταντίνου, τόν όποιο κατόρθωσαν νά επηρεάσουν υπέρ τών άπόψεών τους καί κατά τοϋ 'Αλεξάνδρου 'Αλεξανδρείας, τοϋ 'Αθανασίου καί τοϋ Ευσταθίου 'Αντιοχείας, τόν όποιο πέτυχαν νά εκθρονίσουν (μάλ¬λον τό 326). Στήν σύνοδο έλαβαν μέρος επίσκοποι τής Συρίας, τής Φοινί¬κης, τής Παλαιστίνης, τής 'Αραβίας, τής Μεσοποταμίας, τής Κιλικίας καί τής Ίσαυρίας καί συνέταξαν κανόνες ευταξίας, πού άργότερα προσγρά- φηκαν στήν σύνοδο τοϋ 341 (τών Εγκαινίων) τής ίδιας πόλεως καί ώς δι¬κοί της έκδίδονται.


Κανόνες 25 καί Έπιστολή. Ή σύνοδος πληροφορεί γενικά τά τής συνε- λεύσεώς της μέ Έπιστολή της πρός τούς «συλλειτουργούς» επισκόπους, έπαναεπικυρώνει τήν άπόφαση τής Νίκαιας γιά κοινό εορτασμό τοϋ Πά¬σχα, πρός ικανοποίηση τοϋ Μ. Κωνσταντίνου, και άσχολεΐται μέ θέματα εκκλησιαστικής ευταξίας, κυρίως τών κληρικών καί δή τών επισκόπων. Μεταφράστηκαν στήν λατινική καί στίς άνατολικές γλώσσες (CPG IV 8536).
PITRA, I, 455-466. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΥ, Κανόνες, σσ. 164-173. JOANNOY, Fonti, I 2, σσ. 102-126. TURNER: ΕΟΜΙΑ, II, σσ. 218-320 (λατινικές μεταφράσεις). Η. CHADW1CK, The fall of Eustathius of Antioch: JThS 49 (1948) 27-35. H. HESS, The Canons of the Council of Sardica A.D. 343, Oxford 1958, σσ. 145-150.

25. JUVENCUS (330) ό πρώτος λατίνος χριστιανός ποιητής

Ό Gaius Vettius Aquilinus Juvencus ήταν ισπανός ιερέας μέ πλού¬σια κλασική λατινική παιδεία καί ταλέντο στιχουργικό, χωρίς νά είναι μεγάλος ποιητής. Στήν έποχή τής μονοκρατορίας τοϋ Μ. Κωνσταν¬τίνου, μάλλον περί τό 330, συνέταξε τό πρώτο έκτενές έπικό χριστια¬νικό ποίημα στήν λατινική, παραφράζοντας τά τέσσερα Εύαγγέλια, άλλά κυρίως τό Εύαγγέλιο τοϋ Ματθαίου, σέ 3219 έξάμετρα. Τό τε¬τραμερές έργο, πού έπέγραψε Evangeliorum libri IV, σκόπευε νά δώσει άρμονία τών 4 Εύαγγελίων καί προπαντός νά προσηλυτίσει μέ ποίηση τούς λατίνους διανοουμένους καί νά παρουσιάσει μέ άντάξιο έπικό έργο τόν θρίαμβο τοΰ χριστιανισμού στό πρόσωπο τοϋ Μ. Κωνσταντίνου. Πρότυπό του μετρικό έχει κυρίως τόν Βιργίλιο, άλλά καί τόν Λουκρήτιο. Οί μεταγενέστεροι άγάπησαν πολύ τό πρρτο αύτό έκτενές λατινικό ποίημα καί πολλοί τό μιμήθηκαν, καί ώς πρός τήν διάθεση καί ώς πρός τόν τρόπο χρήσεως τών έθνικών ποιητι¬κών μέτρων. Τό ποίημα γίνεται δεκτό άπό τό γελασιανό Decretum. Ό Juvencus έχει υπόψη του τό κείμενο τής Vetus latina, χρησιμοποιεί τήν κλασική λατινική γλώσσα, καταφεύγει ένίοτε σέ λέξεις έλληνικές κι αισθάνεται έλεύθερος νά δημιουργεί νέες λέξεις.


PL 19, 53-346. CSEL 24 (1891). Α. KNAPPITSCH, Evangeliorum libri quattuor, Craz ]910-1913. F. LAGANA, Giovenco, Catania 1947. M. A. NORTON, Prosopography of Juvencus: Folia 4 (1950) 36-42. H. HANSSON, Textkritisches zu Juvencus..., Leiden 1950. A. LONGPRE, Aspects de m£trique et deprosodie chez Juvencus: Phoenix 29 (1975) 128-138. D. KARTSCHOKE, Bibeldichtung, Studien zur Geschichte der Bibelparaphrase von Juvencus bis Otfrid von Weissenburg, Munchen 1975.1. OPELT, Die Szenerie bei Juvencus. Ein Kapitel historischer Geographie: VC 29 (1975) 191-207. R. PALLA, Aeterna in saecula in Giovenco, Praefatio 17: SCO 26 (1977) 277-282. J. M. POINSOTTE, Juvencus et Israel. La repri- santation des Juifs dans le premier poeme latin chritien, Paris Presses Univ. 1979. F. MURRU, Analisi semiologica e strutturale della Praefatio agli Evangeliorum libri di Giovenco: WS 14 (1980) 133-151. HEVIA RODRIGUEZ, Las f0rmulas de transici<Sn en Juvenco: SPhs 5 (1980) 255-271. J. FONTAINE, Naissance de la Poesie dans Γ Occident Chretien..., Paris 1981 , σσ. 67-80. A. SIMONETTI, Osservazioni su alcuni procedimenti compositivi della tecnica parafrastica di Giovenco: Orpheus 6 (1985) 304-324. S. CONSTANZA, Da Giovenco a Sedulio. I proemi degli Evangeliorum libri e del Carmen Paschale: CCC 6 (1985) 253-286.

26. AITHALLAH (ΑΕΙΘΑΛΑΣ) ΕΔΕΣΣΗΣ

Αρμενικό χειρόγραφο, τών μέσων μάλλον τοϋ Ε' αι., διασώζει έπιστολή «Πρός τούς χριστιανούς τής τών Περσών χώρας περί πί¬στεως», γραμμένη στήν συριακή άπό τόν έπίσκοπο Εδέσσης Με¬σοποταμίας Aithallah (324/5-345/6) έλληνικής ίσως καταγωγής. Πρόκειται γιά μικρής τουλάχιστον παιδείας άνδρα, πού έλαβε μέ¬ρος στήν Α' Οίκουμ. Σύνοδο (325) καί ύπέγραψε τίς άποφάσεις της. Επιστρέφοντας στήν "Εδεσσα έγραψε τήν παραπάνω Επιστολή, ή όποία περιλαμβάνει μετανικαϊκά θεολογικά στοιχεία, γεγονός πού δημιουργεί ύποψίες γιά τήν όλική γνησιότητά της, καί στοιχεία μέ άντιγνωστικό χαρακτήρα.
Η. PAITCHIKEAN, Aithalae episcopi Edesseni Epistola ad Christianos in Persarum regione de Fide, Venetiis 1942 (καί λατ. μετάφραση). Υ. THOROSIAN, Lettre pastorale et magistrale d' Aithalla: Bazmavep 69 (1911) 559-567. E. HONIGMANN: Β 14 (1939) 46 n. 73.

27. «ITINERARIUM» BORDEAUX - ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ (333)

τό Αρχαιότερο όδοιπορικά


'Ανώνυμος χριστιανός άπό τό Bordeaux (Γαλλίας) έπισκέφτηκε τά 'Ιε-ροσόλυμα, τό 333, καί κατέγραψε σύντομα τούς τόπους, δπου στάθμευε, στό έργο «Itinerarium a Burdigala Hierusalem usque et ab Heraciea per Aulonam et per urbem Rowam Mediolanum usque». Στό τέλος Μαίου τοϋ 333 ήταν στήν Κωνσταντινούπολη καί άπό έκεΐ έφθασε στά Ιεροσόλυμα, δπου έμεινε μέχρι τόν Δεκέμβριο τού ίδιου έτους. Τό έργο έχει άξία κυρίως γιά τίς τοπογραφικές πληροφορίες. Είναι τό άρχαιότερο τοϋ είδους τών «'Ο¬δοιπορικών» (Itinerarium ή Peregrinatio) καί ώς τέτοιο έκτιμήθηκε. Φαίνε¬ται δτι ό άνώνυμος συντάκτης χρησιμοποίησε παλαιότερο γεωγραφικό ύλικό, πού χρησίμευε καί στίς ρωμαϊκές λεγεώνες.


PL 8, 784-796. P. GEYER: CSEL 39 (1898) 3-33 (τό ϊδιο κείμενο καί είς CCL 75 [1961] 1-26). Ο. CUNTZ, Itineraria Romana, I, Leipzig 1929, σσ. 86-102.
Β. K0TTING, Peregrinatio religiosa. Wallfahrten in der Antike und das Pilgerwesen in der alten Kirchen, Munster-Regensburg 1950, σσ. 89-110, 343-354. A. LORENZONI, Da Tellagate a Beneventum dell' Itinerarium Burdigalense, Brescia 1962. R. GELSOMINO, L' Itinerarium Burdigalense e la Puglia: VetChr 3 (1966) 161-208. J. WILKINSON, Jerusalem pilgrims before the Crusades, Warminster Aris and Phillips 1977. C. MILANI, Strutture formulari nell' Itinerarium Burdigalense (a. 333): Aevum 57 (1983) 99-108.

28. ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ ( + 331/7) ό πρώτος άντιοχειανός έρμηνευτής

ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ


Ό Εύστάθιος ύπήρξε έπίσκοπος μεγάλου καί γενικού κύρους, φο¬ρέας τής Παραδόσεως, ευαίσθητος έναντι τής κακοδοξίας, θαυμά¬σιος χειριστής τοΰ νεοαττικοΰ λόγου καί όμολογητής. "Εδρασε κυρίως κατά τήν τρίτη δεκαετία τοϋ Δ' αι., όταν ή Εκκλησία, ένε¬κα τοϋ αρειανισμού καί τής έξόδου της άπό τίς κατακόμβες, ζοΰσε πολύ κρίσιμες ήμέρες. Ή εύρεία του παιδεία, ή θεολογική του κα¬τάρτιση, ή ορθοδοξία καί ή εύστροφη τακτική πού έφάρμοζε τοϋ έ¬δωσαν τό άναγκαΐο κϋρος, χάριν τοϋ όποίου προήδρευσε στήν Α' Οικουμενική Σύνοδο τής Εκκλησίας (Νίκαια 325).


Τήν θεολογική του δραστηριότητα άρχισε μέ τό έργο του Περίέγ- γαστριμύθου πρίν άπό τό 324. Σκοπό είχε νά έκφράσει τόν άντιωρι- γενισμό του καί νά πάρει θέση στό πρόβλημα γενικά περί ψυχής καί ειδικά τής ψυχής τοϋ Κυρίου, πρόβλημα πού άπασχόλησε Ιδιαίτερα τούς άλεξανδρινούς θεολόγους (έγραψαν σχετικά ό Πέτρος [ + 311] καί ό 'Αλέξανδρος [ + 328] Αλεξανδρείας). Ή έμφάνιση τοΰ άρεια¬νισμοΰ βρήκε τόν Εύστάθιο έτοιμο καί σταθερά όρθόδοξο, γι' αύτό καί δέν διακρίνουμε στήν σκέψη καί τήν δράση του διακύμανση. Ώα άντιοχειανός έκκινά άπό τό θεολογικό σχήμα Υίός-Χριστός-άνθρω- πος, άλλά παρεμβάλλει - μέ άλεξανδρινή άσφαλώς έπίδραση - τό θέμα τοϋ Λόγου έτσι, ώστε νά δίνει συχνά τό ιδιότυπο σχήμα Λόγος Χριστός - άνθρωπος καί «άνθρωπος θεοφόρος». Στό έρώτημα πε¬ρί τής σχέσεως Υίοΰ καί Θεοΰ Πατρός άπαντα μέ τήν όρθόδοξη θεο¬λογία τής Επιστολής τοΰ φίλου του 'Αλεξάνδρου 'Αλεξανδρείας πρός τόν 'Αλέξανδρο Θεσσαλονίκης: ό ΥΙός έχει «φυσικήν τήν υίότητα» καί «έστι τήν φύσιν Θεός αύτάρκης» (PG 18, 677Α). Τήν θεολογία αύτή έπέβαλε στήν σύνοδο, πού έγινε στήν 'Αντιόχεια (άρχές τοΰ 325) μέ τήν προεδρία του. Έκεΐ προετοιμάστηκε ή Οικουμενική Σύνοδος (325).


Οί άρειανοί γενικά, τουλάχιστον μετά τό 325, δίδασκαν καί δ,τι πολύ άργότερα θά συστηματοποιούσε ό Άπολινάριος Λαοδικείας (+ 398), δηλαδή δτι ό θειος Λόγος έν Χριστώ άνέλαβε «άψυχον σώ¬μα» ή μή λογική ψυχή. 'Αποτελούσε τοΰτο συνέπεια τής διδασκα¬λίας τους καί συγχρόνως ένα τέχνασμα. Διότι έάν ό Χριστός στήν
θ σΤΙ Trie Avflnriiirivnr Inviicfir iiftwnr Ρ PI τΛυ ΛΛνη τή ΤΤΟAn τηΐί κ-m'
οί άδυναμίες του στήν γή τόν άποδεικνύουν τρεπτό κατά τήν φύση• άρα δέν έχει τήν άτρεπτη θεία φύση τοΰ Πατέρα καί είναι κτιστός (PG 18, 689Α).


Ό Εύστάθιος είναι ό πρώτος πού διέγνωσε τίς μεγάλες χριστολο- γικές προεκτάσεις τής διδασκαλίας τών άρειανών καί ό πρώτος πού άντέδρασε σ' αύτές. 'Εκκινώντας άπό τήν πολυσήμαντη λέξη «έναν- θρωπήσαντα» τοΰ Συμβόλου τής πίστεως, υποστήριξε μέ σαφήνεια δτι ό Λόγος «γέγονεν άνθρωπος», άνέλαβε όλόκληρο τόν άνθρωπο, σώμα καί ψυχή. Ή ψυχή «συνδιαιτάται τώ Λόγφ». Σέ όλο τό έργο του έμμεσα ή άμεσα διακρίνει τίς δύο φύσεις στόν Χριστό. Ή χρι- στολογική όρολογία του δμως, πού κάνει τά πρώτα της βήματα καί δέν είναι καθόλου άποκρυσταλλωμένη, ύπερτονίζει κάποτε τήν έξύ- ψωση (θέωση;) τής άνθρώπινης ψυχής ή (κυρίως) τήν αύτοτέλεια τών δύο φύσεων, ώστε ό Εύστάθιος νά έμφανίζεται πρόδρομος άλλοτε τοΰ μονοφυσιτισμοϋ καί άλλοτε (κυρίως) τοΰ νεστοριανισμοΰ ή καί διάδοχος τοΰ Σαμοσατέα Παύλου. Σέ πολλά σημεία έντούτοις προϋ¬ποθέτει συγχρόνως καί τήν αύτοτέλεια καί τήν ένότητα τών δύο φύ¬σεων. Χρησιμοποιεί τόν όρο Θεοτόκος καί μιλάει γιά τό πρόσωπο τοΰ Χριστοΰ έτσι, ώστε νά μήν άφήνει άμφιβολία γιά τήν ορθότητα τής πρώιμης χριστολογίας του, ή όποία μόνο μέ πολύ μεταγενέστε¬ρα κριτήρια θά μπορούσε νά θεωρηθεί ώς εξαγγελία τοΰ νεστορια¬νισμοΰ.


Τά διασωθέντα κείμενά του επιτρέπουν βασικές έκτιμήσεις τής έρ-μηνευτικής μεθόδου του. Χρησιμοποιώντας γιά ττ\ν Πεντάτευχο καί τά Ευαγγέλια τό κείμενο τοΰ Λουκιανού, έρμηνεύει ίστορικογραμ- ματικά χωρίς νά άποκλείει καί τήν άλληγορία. Ό έρμηνευτής τής Πά είναι άνάγ:ι:η νά άσκεϊ αύστηρή κριτική γιά πολλούς λόγους καί διότι ό κάθε βιβλικός συντάκτης διατυπώνει καί δικές του άπόψεις, οί όποιες πρέπει νά διακρίνονται άπ' ό,τι συνιστά κυρίως θεοπνευ- στία, άπό αύτά δηλ. πού γράφονται μέ έμπνευση τοΰ άγ. Πνεύματος.


Ό Εύστάθιος είναι ό άρχαιότερος γνωστός έρμηνευτής τής 'Αν¬τιόχειας καί ό ρόλος του στήν διαμόρφωση καί τήν έπικράτηση τής λεγόμενης άντιοχειανής μεθόδου είναι πολύ μεγάλος, δεδομένου δτι γιά τόν Λουκιανό γνωρίζουμε έλάχιστα.

ΒΙΟΣ

Έπί Διοκλητιανοϋ ή Λικινίου έγινε όμολογητής τής πίστεως καί μετάξι: 320 καί 324 χειροτονήθηκε έπίσκοπος Βέροιας (σήμερα Άλέπιο) τής Συ¬ρίας. Σχετίστηκε μέ τόν 'Αλέξανδρο 'Αλεξανδρείας καί παρακολούθησε μάλλον άπό τήν άρχή τόν άρειανισμό. Ήταν ήδη συγγραφέας καί πολύ γνω¬στός, δταν στό τέλος τοΰ 324 τοποθετήθηκε στόν θρόνο τής 'Αντιόχειας, δπου αμέσως οργάνωσε σύνοδο, πού κύρωσε τήν θεολογία καί τίς άποφά- σεις τής συνόδου τοϋ 320 στήν 'Αλεξάνδρεια κατά τοϋ 'Αρείου. Στήν Α' Οικουμενική Σύνοδο (325) προήδρευσε, όπως όρθά ύποστηρίζουν νεώτεροι έρευνητές, καί προσφώνησε τόν Μ. Κωνσταντίνο. Μετά τήν Σύνοδο εργά¬στηκε σύντονα γιά τήν έπιβολή τών άποφάσεών της, πράγμα πού εξόργισε τούς άρειανούς. "Ετσι άρχισε γρήγορα ό άγώνας πρός έξόντωσή του.


Περί τό 328/9 μάλλον οί άρειανοί πέτυχαν τήν καταδίκη του μέ τίς κατηγορίες-προφάσεις ότι ύπήρξε σαβελλιανός, τυραννικός πρός τούς κλη¬ρικούς καί μοιχός. 'Εξορίστηκε στήν Τραϊανούπολη τής Θράκης ή τούς Φι¬λίππους Μακεδονίας ή σέ κάποια ιλλυρική πόλη, όπου καί πέθανε πρίν άπό τό 337 (έρευνητές πρότειναν ώς χρόνο θανάτου του τά έτη 356-360, χωρίς νά είναι πολύ πειστικοί). Μέ τήν εξορία του άρχισε τό λεγόμενο άντιοχεια- νό σχίσμα, πού διήρκεσε μέχρι τό 414 (γιά τήν όμάδα τών αύστηρών όπα- δών του, τών εύσταθιανών, πού άρνήθηκαν νά δεχτούν όχι μόνο τούς ά- ρειανούς διαδόχους τοΰ Ευσταθίου, άλλά καί τόν Μελέτιο).
Ή Εκκλησία τιμά τήν μνήμη του στίς 21 Φεβρουαρίου.

ΕΡΓΑ

Ό Εύστάθιος ύπήρξε γόνιμος συγγραφέας, άλλά τά έργα του εκτός άπό ένα χάθηκαν όλα. Ή παλαιότερη καί σύγχρονη έρευνα τοϋ αποδίδει 95 ά¬ποσπάσματα, ή πατρότητα τών όποιων δέν είναι πάντοτε βέβαιη. Τά δια¬σωθέντα του κείμενα τόν άποδεικνύουν γλαφυρότατο συγγραφέα μέ άνα- πτυγμένο γλωσσικό αισθητήριο, καταρτισμένο καί μεθοδικό ερμηνευτή μέ έντονη κριτική διάθεση. Παραθέτουμε τούς γνωστούς τίτλους τών έργων του, οί όποιοι, όσοι μάλιστα εΐναι συγγενείς μεταξύ τους, ίσως άποτελοϋν διαφορετική άναγραφή τοϋ ίδιου έργου. 'Επίσης δέν είναι βέβαιο άν τά σχό¬λια (άποσπάσματα) σέ βιβλικά κείμενα προϋποθέτουν όλα καί άνάλογες αυτοτελείς ομιλίες.


Κατά Ώριγένους εις τό τής έγγαστριμύθου θεώρημα διαγνωστικός. Γρά¬φηκε μεταξύ 320 καί 324, αποτελείται άπό 30 κεφάλαια καί είναι τό μόνο του έργο πού σώζεται όλόκληρο.


Όμιλία είς τόν Λάζαρον, τήν Μαρίαν καί τήν Μάρθαν. Έπειδή τό κείμε¬νο περιέχει μεταγενέστερη χριστολογική ορολογία, θεωρήθηκε νόθο. Ό Μ. van Esbroeck όμως έξέδωκε άρχαία γεωργιανή μετάφραση τής ομιλίας, άπό τήν όποία άπουσιάζειή προηγμένη χριστολογία. Αύτό δείχνει ότι νεώτερος συγγραφέας προσέθεσε γιά πολεμικούς σκοπούς νέα στοιχεία οττ\ν όμιλία, ή όποία στήν άρχική της μορφή μπορεί νά είναι έργο τοϋ Ευσταθίου.


'Αποσπάσματα: α) Περί ψυχής κατά φιλοσόφων, β) Εις τάς έπιγραφάς τής στηλογραφίας. γ) Περί ψυχής κατά Άρειανών. δ) Εις τό «Κύριος έκτι- σέ με αρχήν όδών αύτοϋ» (.Παροιμ. η' 22). ε) Εις τάς έπιγραφάς τών ανα¬βαθμών. στ) Εις τόν ψαλμόν 92. ζ) Λόγοι (;) κατά 'Αρειανών. η) Περί πίστεως κατά Άρειανών. θ) Έπιστολή πρός 'Αλέξανδρον 'Αλεξανδρείας (Περί τοϋ Μελχισεδέκ). ι) Περί τών πειρασμών, ια) Όμιλία δευτέρα ενώ¬πιον τής Εκκλησίας (συριακά), ιβ) Ενώπιον της 'Εκκλησίας, ιγ) Εις τό Ίωάν. α' 14. ιδ) Περί εβραϊσμού, ιε) Εις τόν Ιωσήφ, ιστ) Είς τήν Σαμαρεί- τιδα. ιζ) Εις τάς Παροιμίας, ιη) Εις τόν Έκκλησιαστήν. ιθ) Έκ τον Παν- εκκλησιαστού καί κ) άδηλων έργων - τίτλων άποσπάσματα.


PG 18, 676-697. Ε. KLOSTERMANN, Origenes, Eustathius und Gregor von Nyssa iiber die Hexevon Endor, Bonn 1912, σσ. 16-62. ΒΕΠ 18, 315-324. Μ. SPANNEUT, Recherches sur les ecrits d' Eustathe d' Antioche avec une edition nouvelle des fragments dogmatiques et exegetiques, Lille 1948. J. LEBON: CSCO 101 (19522) 66 καί 102 (19522) 47 (συριακό κείμενο καί μετάφραση). Ι. RUCKER, Florilegium Edessenum anonymum: SAM, 1933, σσ. 21-23. Β. ALTANER, Die Schrift Περί του Μελχισεδέκ des Eustathios...: ΒΖ 40 (1940) 34-37. Μ. RICHARD, Quelques nouveaux fragments de P&res anteniceens ei niceens: Symbolae Os/oenses 38 (1963) 76-83. L. ABRAMOWSKY-A. VAN ROEY: OLP 1 (1970) 14 έξ. καί 166 έξ. F. CAVALLERA, S. Eustathii ep. Antiocheni in Lazarum..., Paris 1905, σσ. 28-51. Μ. VAN ESBROECK, L' homelie d' Eustathe d' Antioche en georgicn (CPG 3394): OC 66 (1982) 189-214 (μέ τό γεωργιανό κείμενο καί γαλλική μετάφραση).


Νόθα. Χειρόγραφα καί άρχαΐοι συγγραφείς άποδίδουν εσφαλμένα στόν Ευστάθιο άποσπάσματα άπό διάφορα έργα καί μάλιστα άπό τά εξής: Λό¬γος κατηχητικός. Υπόμνημα εις τό Κατά Ίωάννην Εόαγγέλιον. Κατά Φω¬τεινού. Είς τήν Γένεσιν. Έρμηνεία είς τόν Ψαλμόν 15. Επίσης ώς κείμενα τοϋ Ευσταθίου εκδόθηκαν τά αυτοτελή έργα Υπόμνημα εις τήν Έξαήμε- ρον καί Προσφώνησις πρός τόν Μ. Κωνσταντϊνον. Στά συριακά σώζεται ανέκδοτη Λειτουργία τοϋ άγ. Ευσταθίου, πού έχει μεταφραστεί στήν λα¬τινική.


PG 18, 673-678 (Προσφώνησις), 697-704 (λατινική μετάφραση τής Λειτουργίας) καί 708-793 ('Υπόμνημα είς Έξαήμ.). Μ. SPANNEUT, Recherches..., σσ. 15, 52, 125-130.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

F. ZOEPF1., Die trinitarischen und christologischen Anschauungen des Bischofs Eustathius von Antiochien: ThQ 114 (1923) 170-201. A. E. BURN, Eustathius of Antioch, London 1926. F. ZOEPFL, Der Kommentar des Ps. Eustathius zum Hexaemeron, Minister 1927. R. V. SELLERS, Eustathius... and his place in the early history of christian doctrine, Cambridge 1928. H. CHADWiCK, The Fall of Eustath.of Antioch: JThS 49 (1948) 27-35 καί Ν. S. 19 (1958) 292-304. I•.SCHEIDWEILER, Zu der Schrift des Euslhathius von Antiochien uber die Hexe von Endor: RhM 96 (1953) 319-329. TOY ΙΔΙΟΥ, Die Fragmente des Eustathius von Antiocheia: BZ 48 (1955) 73-85. TOY ΙΔΙΟΥ, Ein Glaubensbekenntis des Eustathius von Antiochien?: ZNM 44 (1952/3) 237-249. M. SPANNEUT, La position theologique d' Eustathe d' Antioche: JThS N.S. 5 (1954) 220-224. TOY ΙΔΙΟΥ, La Bible d' Eustathe... Contribution a Γ histoire de la "version lucianique": SP 4 (1961) 171-190 καί 7 (1966) 549-559. TOY ΙΔΙΟΥ: DHGE 16 (1967) 13-23. J. M. DEWART, Moral union in Christology: LThPh 32 (1976) 283-299. L. LORENZ, Die Eusthathios von Antiochien zugeschriebene Schrift gegen Photin: ZNW1 (1980) 109-128 (θεωρεί γνήσιο τό θεωρούμε¬νο" ώ ς νόθο εργο του Εύστ. κατά Φωτεινού). R.P. HANSON, The fat of Eustathius of Antioch: 7KG 105 (1984) 171-179.


Συνεχίζεται


Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.