Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2013

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ Β - ΣΥΝΟΔΟΙ ΤΥΡΟΥ ΚΑΙ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ (335)


30. ΣΥΝΟΔΟΙ ΤΥΡΟΥ ΚΑΙ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ (335)

Συγκροτήθηκαν καί οί δύο μέ πρωτοβουλία τών άρειανοφρόνων καί μέ διαταγή τού Μ. Κωνσταντίνου. Ή πρώτη γιά νά καταδικάσει μέ άναληθεΐς κατηγορίες τόν Αθανάσιο καί ή άλλη κυρίως γιά νά άποκαταστήσει σέ κοινωνία έκκλησιαστική τόν Άρειο καί τούς επίσης καταδικασθέντες οπαδούς του.

Ή σύνοδος τής Τύρου, στήν όποία πρωτοστάτησαν οί καταδικασμένοι άρειανόφρονες Εύσέβιος Νικομήδειας καί θεόγνιος Νικαίας καί στήν όποία ό έκπρόσωπος τού Κωνσταντίνου επέβαλε στούς ορθοδόξους τίς άπόψεις τών άρειανών, δέν συνέταξε κείμενο έπίσημο, διότι ούσιαστικά διακόπηκε γιά νά συνεχίσει στά 'Ιεροσόλυμα, όπου έγιναν καί τά έγκαίνια τοΰ μεγαλοπρεπούς ναού τής Άναστάσεως. Έκεΐ πληροφορήθηκαν οί επίσκοποι ότι ό Άρειος έπέδωσε έπιστολή (ομολογία), πού θεωρήθηκε ώς «ύγιής καί εκκλησιαστική» άπό τόν αύτοκράτορα. Τότε, λοιπόν, ή σύνοδος έστειλε 'Επιστολή πρός τήν Εκκλησία 'Αλεξανδρείας, Αίγύπτου, καί γενικά πρός τούς έπισκόπους τής «οικουμένης», γιά νά έπιβάλει καί νά πληροφορήσει τήν έπαναφορά τοΰ 'Αρείου στούς κόλπους τής Εκκλησίας (τό κείμενο είς 'Αθανασίου, Περί τών έν Άριμίνφ... 21, 2-7: Η. G. Opitz, Athanasius Werke, II 1, Berlin 1935-1941, σσ. 227-228).

Μέ άφορμή τήν σύνοδο τής Τύρου καί τό έργο της γράφηκαν οί έξής 'Επιστολές:


Τή συνόδφ τή κατά Τΰρον, Κωνσταντίνου (Θεοδωρήτου, 'Εκκλησ. Ιστορία Α'
29).

Τοις έπισκόποις τοις συνελθοΰσιν έν Τύρφ, Κωνσταντίνου (Σωκράτους, Έκκλησ. ιστορία Β' 28, 2-12).

Φλαβίφ Λιονυσίφ τφ κόμητι, έπίσκοποι Αίγύπτου (δύο έπιστολές).
Διονυσίφ τφ κόμητι, 'Αλέξανδρος Θεσσαλονίκης.

Τοις περί Εύσέβιον, Διονύσιος ό κόμης.

Θεογνίφ, Μάρι καίΜακεδονίφ... τοις άπό Τύρου έλθοΰσιν έπισκόποις, πρεσβύτεροι καί διάκονοι 'Αλεξάνδρειας.

Τή άγίας συνόδφ (Τύρου) τών μακαρίων έπισκόπων, πρεσβύτεροι καί διάκονοι Μαρεώτιδος.

Πρόν τόν Φιλάγριον έπαρχον Αίγύπτου, πρεσβύτεροι καί διάκονοι Μα- ρεώτιδος. Τά παραπάνω έπιστολικά κείμενα καταχωρίζει ό 'Αθανάσιος στό έργο του 
Απολογητικός Β' 73-81. Η. G. Opitz, μν. έργ., σσ. 152-161.

31. ΣΥΝΟΔΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ (338)

"Οταν ό 'Αθανάσιος μετά τόν θάνατο τοΰ Μ. Κωνσταντίνου (337) έπέ- στρεψε στήν 'Αλεξάνδρεια, οί περί τόν Εύσέβιο Νικομηδείας έστειλαν (338) άντιπροσωπεία στήν Ρώμη, μέ σκοπό νά πείσει τόν έπίσκοπό της 'Ιούλιο νά δεχτεί τήν κατά τοϋ

'Αθανασίου άπόφαση τών συνόδων Τύρου καί 'Ιεροσολύμων (335). Στήν κίνηση αύτή άντέδρασε ό Άθανάσιος-μέ σύγκληση στήν 'Αλεξάνδρεια, τό 338, συνόδου 80 
περίπου έπισκόπων, οί όποιοι συνέταξαν έπιστολή «Τοϊς άπανταχοϋ τής καθολικής 'Εκκλησίας έπισκό- ποις». Στήν σύνταξη τοϋ μακροϋ αύτοϋ κειμένου πρωτοστάτησε άσφαλώς ό 'Αθανάσιος. Παραλήπτης ήταν βέβαια καί ό Ρώμης. Στηλιτευόταν στό κείμενο ή άπαράδεκτη διαδικασία τής Τύρου, άνατρέπονταν οί κατά τοΰ 'Αθανασίου κατηγορίες, προτεινόταν πρός λύση τοϋ όλου θέματος ή σύγκληση νέας άλλά κανονικής γενικής συνόδου καί δηλωνόταν δτι δέν είναι δυνατό οϋτε κάν νά όνομαστεΐ σύνοδος ή σύναξη στήν Τύρο, διότι έκεΐ τόν άπόλυτο λόγο είχαν κατά τυραννικό τρόπο κοσμικοί άρχοντες:

«Πώς δέ σύνοδον όνομάζειν τολμώσιν, ής κόμης προύκάθητο καί 
παρήν σπεκουλάτωρ καί κομενταρήσιος ήμάς ( = τούς έπισκόπους) είσήγεν άντί διακόνων τής έκκλησίας; Έκεΐνος (= ό κόμης) έφθέγ- γετο καί οί παρόντες έσιώπων, μάλλον δέ ύπήκουον τφ κόμητι καί τό κινούν τούς δοκοΰντας έπισκόπους ύπό τής έκείνου βουλής έν- εποδίζετο. Εκείνος έκέλευεν, ήμέΐς ύπό στρατιωτών ήγόμεθα· μάλλον δέ τών περί Εύσέβιον κελευόντων, έκεΐνος ταΐς τούτων έξυπη- ρετέίτο γνώμαις» ('Αθανασίου, Απολογητικός Β' 8, 3). Τό κείμενο περιλήφτηκε στόν 'Απολογητικό Β' 3-19 τοΰ 'Αθανασίου. Η. G. ΟΡΙΤΖ, AtHanasius Werke, II 1, Berlin 1935/41, σσ. 89-101. ΒΕΠ 31, 51-65.

32. ΕΥΣΕΒΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ ( + 339 περίπου) χρονικογράφος άπολογητής

ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ

Ό Εύσέβιος Καισαρείας τής Παλαιστίνης ύπήρξε μετά τόν Ώριγένη ό πολυγραφότερος χριστιανός μέχρι τό τέλος του Δ' αι. Διακρίθηκε γιά τήν πολυμέρεια τών γνώσεών του καί τήν ρηχότητα τής σκέψεώς του. Μέ τό τεράστιο χρονογραφικοσυλλεκτικό του έργο προσέφερε 6σο κανείς γιά τήν γνώση τής άρχαίας Έκκλησίας, ένώ μέ τίς θεολογικές καί πολιτειακές του άντιλήψεις ένίσχυσε τόν α- ρειανισμό καί θεμελίωσε τόν καισαροπαπισμό.

Ώς συγγραφέας είχε τό άτύχημα νά ζήσει τήν πρώτη καί μέγιστη καμπή τής ιστορίας τής Έκκλησίας: τό πέρασμα άπό τήν έποχή τών διωγμών στήν έποχή τής προστασίας τής Έκκλησίας" τό πέρασμα άπό τήν άπολογία τών χριστιανών συγγραφέων στήν θεολογία, πού άπαιτοϋσαν οί τριαδολογικές συζητήσεις. Ή κυριαρχία καί στίς δύο αύτές πραγματικότητες, τήν παλαιά καί τήν νέα, ήταν έξαιρετικά δύσκολη. Πολύ περισσότερο διότι ό Εύσέβιος διαμορφώθηκε πνευματικά πρίν άπό τό 313 (πρίν τήν πρώτη έπίσημη διακήρυξη τής άνεξι- θρησκείας) καί διότι του έλειπε ή μεγάλη πνευματική δύναμη πρός κατανόηση τής δλως νέας καταστάσεως πραγμάτων καί πνευμάτων, πού συνόδευσε τήν μονοκρατορία τοΰ Μ. Κωνσταντίνου.

Χρονογραφική άπολογητική

Άπό χαρακτήρα καί παιδεία άσχολήθηκε μέ τήν άπολογία καί τήν φιλολογική έρευνα. Ή άπολογητική διάθεση βρίσκεται πίσω άπό κάθε του έργο. Καί ό τρόπος πού πραγματώνει τά έργα του είναι ή συλλογή καί παράθεση ίουδαιοχριστιανικών καί έθνικών κειμένων άφ' ένός καί ή έπισήμανση καί άναγραφή τών παράλληλων βιβλικών χωρίων άφ' έτέρου. Τά ιστορικά καί έξηγητικά του έργα σκοπό έχουν: τά πρώτα, νά δείξουν πώς ή παγκόσμια ιστορία έχει ένότητα καί πώς όδηγεΐ στήν άληθινή θρησκεία, δηλ. στόν χριστιανισμό' τά δεύτερα, νά δείξουν ότι ό χριστιανισμός δέν είναι θρησκεία νέα, άλλά συνέχεια τής θρησκείας τοΰ 'Αβραάμ, καί δτι ή έρμηνεία τών βιβλικών καί μάλιστα τών καινοδιαθηκικών κειμένων γίνεται μέ άλλα παράλληλα βιβλικά κείμενα, άρα δέν υπάρχουν μεταξύ τους άσυμ- φωνίες, οΰτε άνεξήγητες έννοιες.

Ό χαρακτήρας τών Ιστορικών έργων του Εύσεβίου είναι τελικά χρονογραφικός καί άρχειακός, άφοϋ λείπει σ' αύτά ή θεωρία καί ή έννοια τής ιστορίας, ένώ τών έξηγητικών είναι κυρίως συλλεκτικός καί πολύ λίγο έρμηνευτικός. Φαίνεται δτι ό χριστιανός άπολογητής μας, πού ήταν καί φιλόλογος, γιά τήν σύνταξή τους έργάστηκε ά- κούραστα στίς βιβλιοθήκες καί τά άρχεΐα τής Καισάρειας καί τών Ιεροσολύμων καί συγκέντρωσε τεράστιο ύλικό άνεπανάληπτης άξιας μέ τρόπο πού τό ίδιο τό ύλικό νά συνιστά έπιχείρημα ή άποδει- κτικό μέσο" γι' αύτό παραθέτει τό ύλικό του αύτούσιο. Ή τακτική αύτή μειώνει τήν Ιστορικότητα τοΰ έργου. 'Αποβαίνει δμως καί πλεονέκτημα, διότι έτσι σώθηκε πολύ μεγάλος άριθμός αύτούσιων κει- μένων, άκόμα καί θύραθεν, πού άλλιώς θά έμεναν άγνωστα.

Ή σύγχρονη έρευνα έπισημαίνεΐ στό άπέραντο χρονογραφικοα- πολογητικό έργο τοϋ Εύσεβίου συχνές παλινωδίες, άντιφάσεις, άσυ- νέπειες καί ήθελημένες ή άθέλητες διαστροφές ιστορικών γεγονότων. Αύτά όφείλονται στήν άπολογητικοοικοδομητική διάθεση τοϋ συγγραφέα, στήν έλλειψη κριτικού νοϋ, στήν 
έλλειψη αύστηρής μεθόδου καί στήν έντονη προσωποληψία του. Εντούτοις ή κριτική αύτή δέν μπορεί νά στερήσει στόν Εύσέβιο τήν τιμή τοϋ θεμελιωτή τής έκ- κλησιαστικής Ιστορίας. Γιά τήν πληρέστερη κατανόηση τής δομής τοϋ χρονογραφικοϋ έργου του πρέπει νά σημειώσουμε άκόμα δτι, ιδιαίτερα γιά τήν Εκκλησιαστική ιστορία τον, έργάστηκε μέ πρότυπο τίς Διαδοχές τής έλληνιστικής έποχής ('Αλεξάνδρεια, Πέργαμος), οί όποιες περιλάμβαναν παρουσίαση τοϋ προσώπου καί τοϋ έργου τών φιλοσόφων. Τό ΐδιο κάνει πολύ συχνά καί ό Εύσέβιος γιά τούς έπιφανεΐς προπαντός έκκλησιαστικούς συγγραφείς, τών όποιων τά συγγράμματα συνδέει μέ τίς αίτιες πού τά προκάλεσαν. "Ετσι άθε- λά του ό Εύσέβιος έγινε καί ό θεμελιωτής τής Πατρολογίας, πολύ πρίν άπό τόν 'Ιερώνυμο, πού τό 393 έγραψε τό πρώτο πατρολογικό έργο De viris illustribus.

Ίστορικογραμματική έξήγηση ένός ώριγενιστή

Παράλληλα πρός τις χρονσγραφικές μελέτες ό Εύσέβιος άσχολή- θηκε μέ τά βιβλικά κείμενα. Άρχικά έργάστηκε στό άντιγραφικό έργαστήριο τοϋ Παμφίλου, άλλά έκτάθηκε γιά τήν ΚΑ σέ φιλολο- γικοαναθεωρητικό έργο, πού έγκειται κυρίως σέ συγκέντρωση σχετικών παραδόσεων, διαφορετικών γραφών κι έρμηνεία χωρίων μέ άλλα παράλληλα χωρία, χωρίς νά δίνει λύση σέ προβλήματα γνησιότητας βιβλίων, δπως τοϋ Ποιμένα τοΰ Έρμα. Πάντως σέ κάποιο μικρό βαθμό συνέβαλε στήν διαφύλαξη τοϋ βιβλικού κειμένου. Στά σωζόμενα έρμηνευτικά του έργα έφάρμοσε κυρίως ίστορικογραμματική μέθοδο. Διαπιστώνει ένίοτε συμβολικό χαρακτήρα σέ όνόματα καί πράγματα τής ΠΑ καί άκολουθεΐ σχεδόν άποκλειστικά τήν άντιοχειανή μέθοδο, άλλά δέν παύει νά είναι ό θερμότερος όπαδός τοϋ άλληγοριστή Ώριγένη. "Αλλωστε ή έρμηνευτική του έξαντλεΐται συχνά στήν έπισήμανση καί παράθεση παράλληλων χωρίων, ένώ χρησιμοποιεί καί άποκαλυπτικό ύλικό, δπως δείχνουν άποσπάσματα έρμηνείας χωρίων τοϋ Εύαγγελίου τοϋ Λουκά.

Ό Υίός «μέσος»: οΰτε κυρίως θεός οΰτε σύνηθες κτίσμα ,Ό Εύσέβιος άναμείχτηκε έντονα στήν συγκλονιστική κρίση τοϋ άρειανισμοΰ. Τό πνεΰμα του δμως ήταν προσκολλημένο στήν γενική άπολογητική πρός 'Ιουδαίους καί έθνικούς, στήν άρχειακή έρευνα καί στήν προβληματική πού δημιούργησαν κατά τόν Γ' αί. ό Σαβέλλιος καί ό Παΰλος Σαμοσατέας. Σέ συζητήσεις πού ήταν πέρα τοΰ θέματος τής άρχαιότητας τοΰ χριστιανισμού, τής ένότητας τοϋ Θεοΰ καί τής καταφάσεως τής Τριάδας, δέν μπορούσε νά συμβάλει* φαίνεται μάλιστα δτι καί τίς ύποτιμοϋσε. Γι' αύτό, δταν περί τό 330 διαπίστωσε δτι ό Μάρκελλος Αγκύρας προσέβαλε τήν Τριάδα, έσπευσε νά γράψει - καί μάλιστα πρώτος- έναντίον του, χα- ρακτηρίζοντάς τον σαβελλιανιστή. 'Αντίθετα, δταν ό "Αρειος άπό τό 318 περίπου μίλησε κακόδοξα γιά τήν σχέση τοΰ Υίοΰ πρός τόν Πατέρα, δέν 
μπόρεσε νά θεολογήσει στό θέμα, άλλά ύποστήριξε ά- μέσως τόν "Αρειο. Καί μολονότι διακήρυττε πιστότητα στήν Παράδοση τής Έκκλησίας καί ήταν πράγματι θαυμαστής τοΰ Ώριγένη καί τοϋ Διονυσίου Αλεξανδρείας, δέν άκολούθησε τόν πρώτο, πού εϊχε σαφώς διδάξει τήν αιωνιότητα (άιδιότητα) τοϋ Λόγου, ούτε τόν δεύτερο, πού έμμεσα είχε χαρακτηρίσει τόν Υίό όμοούσιο πρός τόν Πατέρα. Στήν άρχή χαρακτήριζε τόν Υίό «τέλειον κτίσμα» καί μετά «γέννημα», τό όποιο είναι θεός μόνο ώς «είκών τής πατρικής θε- ότητος» καί τό όποιο δέν είναι «άναρχον» καί «άίδιον». Άναγκα- σ μένος νά έξηγήσει τί τελικά είναι ό Υιός σέ σχέση πρός τόν Θεό Πατέρα καί πρός τά κτίσματα, μπόρεσε μόνο νά πει, άκολουθών- τας τήν πλατωνική μεταφυσική, δτι είναι μέσος Θεοϋ καί άνθρώπων, συνδετικός κρίκος του ύπερβατικοΰ καί τοϋ κοσμικού, δηλαδή οϋτε τό ένα, άφοϋ δέν έχει τήν ούσία τοϋ Θεοϋ, οΰτε τό άλλο, άφοϋ δέν είναι δπως τά λογικά κτίσματα ('Εκκλησιαστική θεολογία Α' 2* 12. Β' 6* 23. Κατά Μαρκέλλου Α'

1). Συνεπής πρός τήν όντολογία καί τήν θεολογία του αύτή, κατανοεί τόν Χριστό περισσότερο σάν διδάσκαλο, τελειωτή τοΰ έργου πού άρχισε μέ τόν Αβραάμ καί τόν Μω- υσή, άπό τούς όποιους δανείστηκαν τά όρθά στοιχεία οί «θεοφιλείς» "Ελληνες καί άλλοι σοφοί. "Ενεκα τούτου - συχνά μάλιστα στίς παλαιότερες έποχές- διασώζονται ψήγματα τής πρώτης άποκαλύψε- ως, παράλληλα πρός φιλοσοφήματα καί ειδωλολατρικές θρησκείες, πού άρνήθηκαν τά όρθά στοιχεία.

Ό Εύσέβιος, έφόσον σαφώς άρνήθηκε τήν άιδιότητα καί δχι μόνο τήν όμοουσιότητά τοΰ Υίοϋ, έμεινε θεολογικά αύστηρός όπαδός τοΰ 'Αρείου καί δέν ύπήρξε δντως μετριοπαθής, δπως υποστηρίζεται. Κατόρθωνε -δμως νά συσκοτίζει κάπως τήν άκραία θέση του, άλλοτε μέ άπεραντολογία, άλλοτε ύπογράφοντας όρθόδοξο Σύμβολο (τής Νίκαιας) καί άλλοτε υπονοώντας δτι δέν είναι άπαραίτητος δρος γιά τήν ένότητα τής Έκκλησίας ή όμοφωνία στό θέμα σχέσεως Πατέρα καί Υίοΰ, άρα ύποτιμώντας τήν θεολογική σημασία τής διαφοράς στό θέμα τοΰτο. Έργάστηκε παρασκηνιακά γιά τήν έξουθένωση τών πρωτεργατών τής Νίκαιας, δπως τοϋ 'Αντιοχείας Εύσταθίου καί τοΰ Μ. 'Αθανασίου, τούς όποιους κατηγοροΰσε κυρίως δχι γιά δογματικές παρεκτροπές.

Ή διαμόρφωση τοϋ καισαροπαπισμοϋ

Ό Εύσέβιος ύπήρξε ό πρώτος χριστιανός συγγραφέας, ό όποιος άποτίμησε τό μέγα γεγονός, δτι ό πανίσχυρος ρωμαίος αύτοκράτο- ρας άπό διώκτης γίνεται προστάτης τών χριστιανών. Ή εύφορία καί ό ένθουσιασμός γιά τό φαινόμενο αύτό τόν όδήγησαν σέ μία ύπεραι- σιόδοξη καί άφελή θεώρηση τής άποστολής τοϋ Μ. Κωνσταντίνου καί τής σημασίας τής μονοκρατορίας του, τήν όποία έβλεπε σχεδόν ώς πραγμάτωση τής βασιλείας τοΰ Θεοΰ στόν κόσμο. Ξεκινώντας άπό τήν γνώριμη στούς προγενέστερους άπολογητές 
αισιοδοξία καί άπό τό γεγονός δτι ό ρωμαίος μονοκράτορας είναι χριστιανός, πίστευε δτι μπορούσε νά γίνει άπόλυτα χριστιανική πολιτεία τό ιδιο τό ρωμαϊκό κράτος. Οί δύο άνδρες είχαν τήν πρώτη έπαφή τους στήν Σύνοδο τής Νίκαιας (325), δπου ό Εύσέβιος, μολονότι έμφανίστηκε υπόδικος, κέρδισε μέ τήν παιδεία καί τήν εύελιξία του τήν εύνοια τοϋ Κωνσταντίνου. Καί οί δύο έδιναν μικρή σημασία στίς θεολογικές διαφορές καί άπόλυτη σημασία γενικά στήν ένότητα καί ειδικά στήν ένότητα τής Έκκλησίας μέσα στήν ένότητα τοϋ κράτους. "Ας σημειωθεί έδω ή γνωστή άπό τόν Ποσειδώνιο άποψη, δτι μέ τήν θέληση τοϋ Θεοϋ ή Ρώμη άποτελεΐ κέντρο ένότητας τοϋ κόσμου. 

Ό Εύσέβιος θεμελίωσε θεολογικά τήν εύεξήγητη διάθεση τοϋ Κωνσταντίνου νά κυριαρχεί καί στήν Εκκλησία: παρουσίασε τόν αύτοκράτορα δργανο τής θείας πρόνοιας, άπεσταλμένο νά πραγματώσει τήν ένότητα τοϋ κόσμου, δέκτη προσωπικής άποκαλύψεως καί πρότυπο άνθρώπου στήν γή. Τήν βασιλεία του τήν θεώρησε εικόνα τής παντοκρατορίας τοϋ Θεοϋ* έπομένως ή έξουσία του καλύπτει καί τήν Εκκλησία, τήν όποία δφειλε καί δικαιούταν νά έποπτεύει, νά έπι- σκοπει, "Ολ' αύτά είχαν ένα πολύ πρακτικό κίνητρο καί ύπηρετοϋ- σαν δχι μόνο τόν Κωνσταντίνο άλλά καί τίς θεολογικές έπιδιώξεις τών άρειανοφρόνων. Άφοϋ δηλαδή ό αύτοκράτορας ήταν άρχηγός καί τής Έκκλησίας, ήταν καί ύπεράνω τών συνόδων της. Μπορούσε, λοιπόν, αύτός μόνος, νά καλέσει νέα μεγάλη σύνοδο, πού θ' ά- κύρωνε τίς άποφάσεις τής Νίκαιας καί θά έπικύρωνε σύμβολο άρειανικό. Ό Εύσέβιος δροϋσε τώρα ώς εκπρόσωπος τοΰ άρειανι- σμοΰ, τοϋ όποιου ή τακτική, τότε καί μετά, όδηγοΰσε στόν καισα- ροπαπισμό, πού άναμφίβολα διαμόρφωσε ό Εύσέβιος. Έάν παράλληλα δέν άντιδροϋσε ό Μ. Αθανάσιος καί μετά δέν άγωνίζον- ταν οί καππαδόκες Πατέρες, ή Εκκλησία θά είχε μετατραπεί, μέ τήν βοήθεια τοΰ Εύσεβίου καί τών άρειανοφρόνων, σέ υπηρετικό όργανο τοΰ χριστιανοΰ αύτοκράτορα καί σέ ήθικοϊδεολογικό θρήσκευμα.

Ή παρουσία τοϋ Εύσεβίου στούς κόλπους τής Έκκλησίας ύπήρξε θετική καί άρνητική. Προσέφερε άνεκτίμητες υπηρεσίες γιά τήν γνώση τής ιστορίας της καί τήν διαφύλαξη τής Γραφής της, άλλά τής δημιούργησε τεράστια προβλήματα μέ τήν κακοδοξία του καί τήν διαμόρφωση τοΰ καισαροπαπισμοΰ. Πάντως ή Εκκλησία λησμόνησε τίς άρνητικές του πλευρές, διατήρησε στήν μνήμη της μέ εύγνωμοσύνη τόν πληθωρικό χρονογράφο ώς πρώτον ιστορικό της, άλλά δέν τόν τίμησε ώς άγιο.

ΒΙΟΣ

Πηγές τοϋ βίου καί τής δράσεως τοΰ Εύσεβίου είναι κυρίως οί λίγες άνα- φορές τοϋ Μ. Αθανασίου, τοΰ Ιερωνύμου, τών ιστορικών Σωκράτη, Σω- ζομενοϋ καί Θεοδωρήτου καί μερικά σημεία έργων τοΰ ίδιου τοΰ Εύσεβίου. Γεννήθηκε, λοιπόν, μάλλον μεταξύ 250 καί 265 στήν περιοχή τής Παλαιστίνης άπό άσημους γονείς, 
άγνωστο άν χριστιανούς ή Εβραίους. Πολύ νέος στήν Καισάρεια μπήκε στόν κύκλο τοΰ πλούσιου κριτικού τής Βίβλου Παμφίλου, ό όποιος τόν βοήθησε ύλικά καί πνευματικά τόσο, ώστε ό Εύσέβιος νά αύτοονομαστεΐ «ό τοϋ Παμφίλου». Εκτός άπό τόν ώριγενιστή Πάμφιλο άκουσε καί τόν έρμηνευτή Δωρόθεο στήν Άντιό^ια.

'Απέκτησε πλατιά μόρφωση καί γρήγορα έγινε συνεργάτης τοϋ Παμφίλου στήν προ
σπάθεια νά συνεχίσει τό έργο τοϋ Ώριγένη πρός κάθαρση τών βιβλικών κειμένων.

Παράλληλα οί βιβλιοθήκες τής Καισάρειας καί τών 'Ιεροσολύμων κίνησαν τό ένδιαφέρον του γιά συλλογή χρονογραφικοϋ ιστορικού ύλικοϋ. Τίς έμπειρίες του πλούτισε ταξιδεύοντας, μετά τό 303, δηλ. μετά τήν έναρξη τοϋ μεγάλου διωγμού τοΰ Διοκλητιανοϋ καί τοϋ Γαλέριου, στήν Τύρο, τήν Θηβαΐδα καί τήν 'Αλεξάνδρεια.

Τό 307 φυλακίστηκε μέ τόν Πάμφιλο, άλλά, ένώ ό τελευταίος βασανίστηκε καί άποκεφαλίστηκε τό 309, ό Εύσέβιος αποφυλακίστηκε, έξαγορά- ζοντας τήν ζωή του μέ κάποιο άντάλλαγμα. Τό γεγονός δημιούργησε τήν υποψία στούς όρθοδόξους δτι θυσίασε στά είδωλα γιά νά σωθεί, ένώ οί ά- ρειανόφρονες φίλοι του δέν έδειξαν νά δίνουν σημασία στό γεγονός. Καί ό ίδιος δέν έδωσε κάποια έξήγηση. Στήν διάρκεια τής φυλακίσεως συνεργάστηκε μέ τόν Πάμφιλο γιά τήν σύνταξη τής χαμένης

'Απολογίας χάριν τοϋ Ώριγένη.

Χειροτονήθηκε στήν Καισάρεια πρεσβύτερος καί περί τό 315 έπίσκοπος τής 
πόλεως. "Οταν έκδηλώθηκε ή κακοδοξία τοΰ 'Αρείου, περί τό 318/320, ό Εύσέβιος βρέθηκε στό πλευρό του, ώς ώριγενιστής καί άπολογητής, πού δέν έδινε σημασία στό είδος αύτό τών συζητήσεων. Παρά τόν άρειανισμό του προσπάθησε νά γεφυρώσει τεχνητά τό χάσμα μεταξύ 'Αρείου καί Έκκλησίας, ύποστηρίζοντας πάντα τόν "Αρειο, τόν όποιο δέχτηκε στήν έπι- σκοπή του μετά τήν καταδίκη του στήν 'Αλεξάνδρεια (περί τό 322). Μέ γράμμα του πίεσε τόν 'Αλέξανδρο 'Αλεξανδρείας νά δεχτεί τόν "Αρειο, τόν όποιο φρόντισε νά άθωώσει σύνοδος στήν Καισάρεια (324;). Γιά τήν δράση του αύτή καί διότι άρνήθηκε νά ύπογράψει όρθόδοξο σύμβολο στήν σύνοδο Αντιοχείας (άρχές τοΰ 325), καταδικάστηκε σέ άκοινωνησία, άλλά τό θέμα του παραπέμφθηκε στήν μεγάλη σύνοδο τοΰ Μαΐου τοϋ ίδιου έτους, δηλαδή στήν Ά' Οικουμενική Σύνοδο τής Νίκαιας. Έκεΐ παρουσιάστηκε υπόδικος, άλλά γιά νά άποφύγει όριστική καταδίκη ύπέβαλε ώς προσωπική όμολογία πίστεως τό βαπτιστήριο σύμβολο τής Καισάρεια ς, στό όποιο δέν ύπήρχε ό δρος «όμοούσιος». Μέ κάποια έπέμβαση τοϋ Μ. Κωνσταντίνου ό Εύσέβιος άποκαταστάθηκε, παρακάθησε στήν Σύνοδο, χωρίς νά παίξει κάποιο ρόλο, καί ύπέγραψε τό Σύμβολό της μέ τόν δρο «όμοούσιος», χάριν τής θέσεώς του καί τής εύνοιας τοΰ αύτοκράτορα, ό όποιος άρχισε νά τόν έκτιμά, γιά τίς πολλές του γνώσεις καί τήν εύελιξία του. Τήν εϋνοια αύτή διατήρησε μέχρι τό τέλος τής ζωής τοϋ αύτοκράτορα, τόν όποιο καί πολυτρόπως έπηρέασε ύπέρ τοϋ 'Αρείου καί κατά τοϋ Μ. 'Αθανασίου.

'Αμέσως μετά τήν Σύνοδο τής Νίκαιας άγωνίστηκε κατά ιών στυλοβατών της. Βρίσκεται πίσω άπό τήν καταδίκη τοϋ Άσκληπά Γάζας, τοϋ Εύ- σταθίου 'Αντιοχείας (330) καί τοϋ Μ. 'Αθανασίου (Τύρος 335). Άπό τούς φίλους του προτάθηκε νά διαδεχτεί τόν Εύστάθιο, άλλά άρνήθηκε, διότι τό μεταθετό άπαγορεύτηκε άπό τήν Σύνοδο τής Νίκαιας, διότι δέν ήθελε νά βρεθεί στόν χώρο πού διασταυρώνονταν τά πυρά τών άντιπάλων καί διότι προτιμούσε νά δρα λίγο πολύ στά παρασκήνια. Νωρίτερα πέτυχε τήν συγκατάθεση τοϋ Κωνσταντίνου νά συγκληθεί σύνοδος (334), γιά νά δικάσει τόν 'Αθανάσιο. Ή σύνοδος τελικά έγινε στήν Τύρο τό 335. Έκεΐ διατυπώθηκε ή κατηγορία δτι ό Εύσέβιος κατά τόν διωγμό μέ κάποιο άντάλλαγμα 
μπόρεσε (χωρίς νά πάθει τό παραμικρό) νά έλευθερωθεΐ άπό τήν φυλακή. Ό 'Αθανάσιος καταδικάστηκε καί οί συνοδικοί, άφοϋ παρέστησαν στά έγκαί- νια τοϋ ναοϋ τής Άναστάσεως στά 'Ιεροσόλυμα, δπου ό Εύσέβιος έκφώ- νησε τόν πανηγυρικό, έστειλαν άντιπροσωπεία στήν Κωνσταντινούπολη (άπό τόν Εύσέβιο Νικομήδειας, τόν Εύσέβιο Καισαρείας καί τέσσερες άκόμα έπισκόπους), γιά νά ένημερώσει τόν αύτοκράτορα καί νά παραστεί στις λαμπρές έορτές γιά τήν τριακονταετή βασιλική έξουσία τοϋ Κωνσταντίνου. Τότε ό Εύσέβιος έκφώνησε τόν μακροσκελή του τριακονταετηρικόν έγκωμιαστικό λόγο.

Λίγο μετά τήν σύνοδο τής Τύρου πέτυχε τήν καταδίκη τοϋ Μαρκέλλου Άγκυρας ώς σαβελλιανιστή. Μετά τόν θάνατο τοϋ Μ. Κωνσταντίνου (Μάιος 337) ό Εύσέβιος έζησε δύο περίπου χρόνια. Πότε άκριβώς καί ποϋ πέθανε είναι άγνωστο.

ΕΡΓΑ

Ό Εύσέβιος μας άφησε γιγαντιαίο συγγραφικό έργο, πού τόν άναδεικνύ- ει τόν πολυμαθέστερο, μεταξύ έθνικών καί χριστιανών, άνθρωπο τής έποχής του, όρυχεΐο γνώσεων καί πληροφοριών. Τά έργα του, χρονογραφικο- απολογητικά, φιλολογικοεξηγητικά, πολεμικά, έγκωμιαστικό καί έπιστο- λές, ύπογραμμίζουν τίς άπέραντες Ιστορικές, φιλοσοφικές, βιβλικές, γεωγραφικές κ.ά. γνώσεις του. Ή βασική του μέθοδος είναι ή παράθεση κειμένων, χριστιανικών καί θύραθεν, χωρίς νά έπιμένει πολύ στήν συγκρότηση προσωπικής έπιχειρηματολογίας ή στήν άφομοίωση τοΰ πηγαίου ύλι- κοϋ σέ δικό του πλαίσιο σκέψεως. Πολλές φορές τό ίδιο ύλικό καί μέ διάφορη έκτίμηση τό παραθέτει σέ μεταγενέστερα έργα του. Ό λόγος του, Ιδιαίτερα στά έγκωμιαστικό έργα, είναι ρητορικός, άλλά χωρίς μέτρο ή εύαι- σθησία καί συχνά πολύ στρυφνός.

Ό μεγάλος άριθμός τών έργων του σώθηκε στό πρωτότυπο ή σέ λατινικές, συριακές, άρμενικές κ.ά. μεταφράσεις. Ό Ιερώνυμος (De virisill. 81), ό Φώτιος (Μνριόβιβλος 9), ό Ebed Jesu (γιά δσα μεταφράστηκαν στήν συριακή: Assemani, Biblioth. Orient. Ill 1, 18 έξ.) καί ό Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος (Έκκλησ. Ιστορία Ζ' 37) δίνουν ό καθένας δικό του κατάλογο έργων, πού συμπληρώνεται άπό τίς άναφορές τοϋ ίδιου τοϋ Εύσεβίου καί άλλων σύγχρονών του συγγραφέων. Ή χρονολόγηση γιά μερικά άπό τά έργα του δέν είναι άσφαλής.

Χρονικοί κανόνες καί έπιτομή παντοδαπής ιστορίας Ελλήνων τε καί βαρ- βάρων. Γράφηκε τό 303, αλλά συμπληρώθηκε τό 311 καί τό 325. Παρέθετε είσαγωγικώς τά χρονολογικά συστήματα τών μεσογειακών κ.ά. λαών (Χαλ- δαίων, Άσσυρίων, Περσών, Αιγυπτίων, 'Εβραίων, 'Ελλήνων, Ρωμαίων) κι έδινε συγχρονιστικούς χρονολογικούς πίνακες τών σπουδαιότερων γεγο- νότων τών λαών αυτών, αρχίζοντας άπό τόν 'Αβραάμ. Χρησιμοποίησε δου- λικά παλαιότερο ύλικό (καί άποσπάσματα). 'Από τό πρωτότυπο κείμενο έχουμε μόνο άποσπάσματα σέ μεταγενέστερους Ιστορικούς, οί όποιοι όμως μέ συμπληρώσεις καί διορθώσεις τό νόθευσαν. Τό ίδιο Ισχύει καί γιά τήν σωζόμενη μετάφραση τοΰ Ιερωνύμου. Ή συριακή (καί λιγότερο ή άρ- μενική) μετάφραση βοηθάει στήν άποκατάσταση τοϋ άρχικοΰ κειμένου.

Πραγματικός σκοπός είναι νά δειχτεί ή άρχαιότητα τοϋ χριστιανισμού μέσω τοϋ ιουδαϊσμού έναντι τών άλλων λαών-θρησκειών. 
PC 19, 101-598. PL 27,223-508. R. HELM: GCS 47 (I9562 καί 19843). ΒΕΠ 20, 106-311 (έλλην. άποσπάσματα). Βλ. CPG 11 3494.

'Απολογία υπέρ Ώριγένους. Γράφηκε μεταξύ 308 καί 309 άπό τόν Πάμφιλο μέ τήν συνεργασία τοϋ Εύσεβίου, στήν φυλακή, καί περιλαμβάνει πέντε βιβλία. 'Αμέσως μετά τό μαρτύριο τοϋ Παμφίλου (309) ό Εύσέβιος συνέταξε μόνος καί έκτο βιβλίο. 
'Από τό έργο, πού ήταν μάλλον απάντηση στόν άντιωριγενίσμό τοϋ Μεθοδίου Ολύμπου καί άλλων, σώζεται μόνο τό πρώτο βιβλίο σέ λατινική μετάφραση τοϋ Ρουφίνου. Μεταφράστηκε καί στήν συριακή. PG 17, 541-616. CPG 11 3476.

ΓΗ του καθόλου στοιχειώδης εισαγωγή - Περί τοϋ Χριστού προφητικαί έκλογαί. Γράφηκε περί τό 310 καί είναι συρραφή άποσπασμάτων τής ΠΔ, στά όποια κυρίως αναγγέλλεται ή έλευση τοϋ Κυρίου. Τό έργο, γραμμένο μέ τόν πρώτο τίτλο σέ 10 βιβλία, σώθηκε μερικώς (τά βιβλία 6-9) ώς Περί τοϋ Χρίστου προφητικοί έκλογαί. Πιθανότατα ή Εκκλησιαστική προπαρασκευή καί ή Εκκλησιαστική άπόδειξις, πού μόνος ό Φώτιος μνημονεύει (Μυριόβιβλον II καί 12), νά ταυτίζονται μέ τό παρόν έργο. 
PG 22, 1021-1262 και 1272-1273. ΒΕΠ 28, 161-302 καί 159-160.

Κατά Ίεροκλέους (ό πλήρης τίτλος: «Πρός τά τοϋ Φιλοστράτου είς Ά- πολλώνιον διά τήν Ίεροκλει παραληφθεΐσαν αύτοΰ τε καί τοϋ Χριστού σύγ- κρισιν»). "Οπως άλλοτε ό Κέλσος έγραψε τόν Αληθή λόγον κατά τών χριστιανών, έτσι τώρα ό 
'Ιεροκλής, δικαστής τών χριστιανών άπό τό 303 στήν Βιθυνία, έγραψε τόν Φιλαλήθη, στόν όποΐο εκτός άλλων έκανε σύγκριση τοϋ Χριστού καί τοϋ 'Απολλώνιου Τυανέα. Κατά μίμηση τοϋ Ώριγένη ό Εύσέβιος άνασκεύασε τίς άπόψεις τοϋ Ιεροκλή. Ή μορφή τοϋ κειμένου είναι ώραία, άλλά ή φιλοσοφική του έπιχειρηματολογία άδ^νατη καί άσυ- νεπής. Φαίνεται νά είναι άπό τά πρώτα έργα τοΰ Εύσεβίου, άλλά κάποιες ένδείξεις οδηγούν στήν άποψη δτι τό έργο γράφηκε ή τουλάχιστο κύκλο- φόρησε κατά τό 311 ή λίγο μετά, δηλαδή δχι σέ περίοδο διωγμού. PG 22, 795-868. C. L. KAYSER, Flavii Philostrati opera... Eusebius adversus Hieroclcm, I, Hildesheim 1964', σα. 369-413. ΒΕΠ 28, 109-133. SCh 333 (1986).

Εκκλησιαστική ιστορία. Περιλαμβάνει 10 βιβλία. 

"Αρχισε νά γράφεται τό 312 καί γνώρισε τουλάχιστον τρεις άναθεωρήσεις καί συμπληρώσεις. Τά όκτώ πρώτα βιβλία γράφηκαν μέχρι τό 313, όπότε καί ή πρώτη αναθεώρηση, τήν όποία άκολούθησε άλλη τό 316 καί αύτήν άλλη τό 324. Στό 10ο βιβλίο καταχωρίζει «διατάξεις» καί «έπιστολές» τοϋ Μ. Κωνσταντίνου, πού είναι νόθες ή αμφίβολης γνησιότητας. Τό έργο αρχίζει μέ τήν ίδρυση τής Έκκλησίας (γενεαλογία Κυρίου) καί κλείνει στό έτος 324. Τό πρόβλημα τής συντάξεως τοϋ έργου είναι πολύπλοκο καί έξηγεϊ τίς ασυνέπειες καί τίς παλινωδίες τοϋ συντάκτη. 'Υποστηρίχτηκε άκόμα ότι τά όκτώ πρώτα βιβλία γράφηκαν πρίν τό 303, κάτι πού δέν είναι απίθανο. Σκοπός τοϋ έργου είναι νά δείξει τό δυναμικό καί θεΐο γίγνεσθαι τής Έκκλησίας, ή όποία φθάνει άπό τίς άντιξοότητες στόν θρίαμβο. Τό έργο οϋτε αύστηρά μεθοδικό είναι ούτε καθαρά ιστορικό. Ό Εύσέβιος χρησιμοποιεί καί παραθέτει άφθονο πηγαίο ύλικό καί φθάνει στόν σκοπό του μέ τήν παράθεση τών αποστολικών διαδοχών (άπαρίθμηση έπισκόπων μεγάλων έκκλησιαστικών κέντρων), τήν παρουσίαση τών εκκλησιαστικών συγγραφέων (μέ αναφορά τών έργων πού έγραψαν πρός οικοδομή τών πιστών καί πρός αντιμετώπιση τών αιρέσεων), τήν άναγραφή σπουδαίων γεγονότων συχνά μέ πολλή υποκειμενικότητα, τήν ιστόρηση τών διωγμών καί τήν θριαμβευτική παρουσίαση τής Έκκλησίας ώς νικήτριας τοϋ Σατανά διά τού Μ. Κωνσταντίνου, κατεξοχήν οργάνου τοϋ Θεοϋ. Γιά τό ύλικό καί τίς πληροφορίες του τό έργο είχε καί θά έχει τεράστια σημασία, όσα πολλά καί άν είναι τά μειο- νεκτήματά του. Σ' αύτό κυρίως όφείλει τήν φήμη του ό Εύσέβιος. PG 20, 45-906. Ε. SCHWARTZ, Eusebius Werke, II, Leipzig 1903-1909 (GCS 9). BEII 19, 198-384 κ:αί20, 11-105. G. BARDY-P. PERICHON: SCh bis 31, 41, 55, 73. G. DELTON, Storia ecclesiastica e i Martiri Palestina, Roma 1964. ΕΠΕ 28-30. V. DELGADO, Historia ecclesiastiea, Madrid 1973. H. KRAFT-Η. A. GAERTNER, Kirchengeschichte, Munchen 19672. F. MASPERO-M. CEVA, Eusebio dices, Storia ecclesiastica, Milano 1979. Μεταφράστηκε στήν λατινική (άπό τόν Ρουφΐνο, πού έκανε καί επεμβάσεις), τήν συριακή, τήν αρμενική καί τήν κοπτική (άποσπάσματα). CPG II 3495.

Περί τών έν Παλαιστίνη μαρτυρησάντων. Γράφηκε μετά τόν θάνατο τοϋ Μαξιμίνου (313) καί περιλήφτηκε στήν Εκκλησιαστική ιστορία περί τό 316. Διηγείται μαρτύρια, τά όποια παρακολούθησε ή γιά τά όποια άκουσε. Τό κείμενο (ή σύντομη μορφή) ξαναγράφηκε περί τό 324 σέ εκτενή μορφή, πού σώθηκε άποσπασματικά καί σέ συριακή μετάφραση. 
PG 20, 1457-1520 (σύντομη μορφή) καί 1441-1456 (εκτενή, άποσπάσματα). Ε. SCHWARTZ, Eusebius Werke, II 2, Leipzig 1908, σσ. 907-950 καί 911-945. Η. DELEHAYE: ΑΒ 16 (1897) 113-139. ΒΕΠ 20, 313-341 (βλ. καί εκδόσεις Έκκλησ. ιστορίας). CPG II 3490 (γιά μεταφράσεις).

'Αρχαίων μαρτυρίων συναγωγή καί Μαρτύριον δέκα Αιγυπτίων. Γράφηκε μάλλον τήν ΐδια έποχή (313) καί συνιστά άπλή συναγωγή κειμένων γιά παλαιότερα μαρτύρια. Σώζονται μόνο άποσπάσματα. Σχετικά σώζονται άκόμη άποσπάσματα τοϋ 
«Μαρτυρίου» τών δέκα Αιγυπτίων χριστιανών. PG 20, 1519-1534. ΒΕΠ 20, 342-350. PG 20, 1533-1536 (τών !0 Αιγυπτίων).

Εύαγγελική προπαρασκευή. "Αρχισε νά γράφεται περί τό 313 καί άποτε- λεΐται άπό 15 βιβλία. Γιά νά δείξει ότι οί χριστιανοί δέν έχουν άλογη πίστη καί διδασκαλία καί ότι όρθά στράφηκαν άπό τήν έθνική στήν ιουδαϊκή σοφία, παραθέτει-συρράφει μεγάλον άριθμό άποσπασμάτων εθνικών συγγραφέων (πού τούς δείχνει ν' άντιφάσκουν καί νά μυθολογοΰν αφελώς), συγκρίνοντας τους πρός τούς παλαιοδιαθηκικούς συγγράφεις. Δείχνει τήν ά- νωτερότητα καί άρχαιότητα τών δευτέρων έναντι τών πρώτων καί ισχυρίζεται ότι οί πρώτοι δανείστηκαν άπό τούς δεύτερους, ιδέα γνωστή άπό τόν Ίουστΐνο καί τούς λοιπούς άπολογητές. Ή σημασία τοΰ έργου βρίσκεται μόνο στήν συλλογή καί κάποτε διάσωση τών άποσπασμάτων. Σώζεται καί σύνοψη τοϋ έργου, οφειλόμενη ίσως στόν ίδιο τόν Εύσέβιο. 
PG 21, 21-1408. Κ. MRAS, Eusebius Werke, VI11, Berlin 1954/6 καί 1982/3 (GCS 34). SCh 206 (1), 228 (11-111), 262 (1V-V 17), 266 (V 18-V1), 215 (VII), 292 (XI), 307 (XI1-XI1I), 338 (XIV-XV). ΒΕΠ 25-26.

Ευαγγελική άπόδειξις. Γράφηκε τήν ίδια έποχή καί άποτελεΐ συνέχεια τοϋ προηγούμενου. Άπό τά 20 βιβλία του σώθηκαν τά πρώτα 10 καί άποσπάσματα τοϋ 
15ου. Πρόκειται γιά συρραφή κειμένων τής ΠΑ καί τοϋ Ίωσή- που, μέ τά όποια θέλει νά δείξει ότι οί χριστιανοί καί όχι οί Ιουδαίοι κατανοούν καί διασώζουν τό αληθινό πνεύμα τής ΠΑ, αύτοί μόνο διακρίνουν τά ύπεριστορικά άπό τά πρόσκαιρα (μωσαϊκός νόμος) στοιχεία της καί αύτοί εϊναι οί πνευματικοί κληρονόμοι τών πατριαρχών. PG 22, 13-793. 1. Α. HE1KEL, Eusebius Werke, VI, Leipzig 1913 (GCS 23). ΒΕΠ 27 καί 28 (σσ. 13-108).
Περί διαφωνίας Ευαγγελίων. Γράφηκε περί τό 312/313 καί περιέχει δύο μέρη: α) «Είς τήν γενεαλογίαν τοϋ Σωτήρος» (πρός Στέφανον) καί β) «Είς τήν άνάστασιν τοϋ Σωτήρος» (πρός Μαρΐνον). Σώζονται μόνο άποσπάσματα καί έπιτομή του άπό τόν ίδιο τόν Εύσέβιο. PG 22, 880-936 καί 937-957 (ή έπιτομή) καί 957-1016 (τά άποσπάσματα). ΒΕΠ 23, 299-327, 328-337, 338-364. Μεταφράστηκε στήν συριακή (CPG II 3470).

Περί τών τοπικών ονομάτων (Όνομαστικόν). Γράφηκε περί τό 312/313. Είδος λεξικού όνομάτων τής Π Α ( = 0 ') σέ σειρά άλφαβητική καί κατά βιβλίο. Διατυπώθηκε καί ή άποψη δτι γράφηκε πολύ ένωρίς, περί τό 300. 
Ε. KLOSTERMANN, Eusebius Werke, Hi 1, Leipzig 1904 (GCS \ }).ΒΕΠ 24, 11-72. Μεταφράστηκε στήν λατινική (Ιερώνυμος) (Pi. 23, 903-976) καί τή συριακή (άποσπάσματα).

Κανόνες δέκα τών ιερών Ευαγγελίων. Είναι συνοπτικοί πίνακες (είδος con- cordancia) τών παράλληλων ή διαφορετικών χωρίων τών τεσσάρων Ευαγγελίων, κάτι πού πρώτος επιχείρησε περί τό 200 ό Άλεξανδρέας Αμμώνιος, άλλά μέ βάση μόνο τό Εύαγγ. τοϋ Ματθαίου («Αρμονία τών Εύαγγελίων»). Οί βασικές στήλες τώρα είναι δέκα καί δίπλα τους τά παράλληλα χωρία. Τό έργο άρχισε ό Εύσέβιος, άφοϋ διήρεσε τά εύαγγελικά κείμενα σέ μικρά τμήματα, τά όποια καί αρίθμησε. 

Οί στήλες είναι: 1) Ματθαΐος-Μάρκος- Λουκάς-Τωάννης, 2) Ματθαΐος-Μάρκος-Λουκάς, 3) Ματθαΐος-Λουκάς- Ίωάννης, 4) Ματθαΐος-Ίωάννης, 5) Ματθαΐος-Λουκάς, 6) Ματθαΐος- Μάρκος, 7) Ματθαιος-Ίωάννης, 8) Λουκάς-Μάρκος, 9) Λουκάς-Ίωάννης, 10) τά ιδιάζοντα κάθε εύαγγελιστή. Τούς κανόνες συνοδεύει Επιστολή πρός Κυπριανόν. Ανάλογους Κανόνες συνέταξε ϊσως γιά τίς Πράξεις καί τίς Επιστολές τοϋ Παύλου. PG 22, 1276-1292. ΒΕΠ 24, 73-84. Δημοσιεύεται καί στήν ΕΙσαγωγή τών κριτικών εκδόσεων τής ΚΛ (π.χ. Ε.Nestle-K. Aland). Σώθηκε στήν κοπτική, τήν συριακή καί τήν αρμενική.

Υπόμνημα πρός ΓΗσάίαν. Γράφηκε μετά τό 316. Τό σωζόμενο κείμενο, στό όποιο γίνεται χρήση τής ίστορικογραμματικής καί τής άλληγορικής μεθόδου, έχει ώς πηγή τό άνάλογο έργο τοϋ Ώριγένη, άλλά δέν τοϋ λείπει καί πρωτοτυπία. Άποσπάσματα στόν κώδικα Laur. plut. Χ14 άνήκουν'ίσως στήν Έκκλ. ιστορία. 
PG 24, 89-526. ΒΕΠ 23, 12-254. J. Z1EGLER, Eusebius Werke, IX, Berlin 1975. Βλ. καί DES PLACES: Bi 58 (1977) 117-120.

Πρός Άλέξανδρον Αλεξανδρείας (έπιστολή). Περί τό 322 γιά τό ζήτημα του 
Αρείου. Σώζονται άποσπάσματα, στά όποια ό Υίός ονομάζεται «τέ- λειον κτίσμα». Η. G. ΟΡΙΤΖ, Athanasius Werke, 111 1, Berlin-Leipzig 1934, σ. 14. BEII 37,104.

Πρός Εύφρατίωνα (έπιστολή). Κατά τήν ίδια έποχή. Άποσπάσματα. 
Η. G. OPITZ, Athanasius Werke, 111 1, σσ. 4-6. ΒΕΠ 37, 96-97.

Περί τής θεοφανείας. Γράφηκε άπό τό 324 καί μετά, είναι έκλαϊκευμένη άπολογητική έκθεση γιά τό έργο τοϋ θείου Λόγου πρίν άπό τήν ένανθρώπη- σή του καί σέ μέγα μέρος άποτελεΐ επανάληψη τών έργων Ευαγγελική προπαρασκευή καί Ευαγγελική άπόδειξις. Σώζονται 17 άποσπάσματα τοϋ πρωτοτύπου καί όλόκληρο σέ πιστή συριακή μετάφραση. 
PG 24, 609-690. Η. GRESSMANN, Eusebius Werke, II 2, Leipzig 1904 (καί γερμανική μετάφραση τής συριακής μεταφράσεως) (GCS 11). ΒΕΠ 28, 135-157.

Πρός τούς τής παροικίας αύτοΰ (έπιστολή στούς Καισαρεις). Λίγο μετά τήν Σύνοδο τής Νίκαιας ('Ιούνιος 325). Δικαιολογεί τήν στάση του στήν Σύνοδο καί τήν άποδοχή τοϋ όρου «όμοούσιος». 
PG 20, 1536-1544. ΒΕΠ 37, 128-129. Η. G. ΟΡΙΤΖ, Athanasius Werke, II 1, σσ. 42-47. Μεταφράστηκε λατινικά.

'Ερμηνεία είς τούς Ψαλμούς. Συντάχτηκε μεταξύ 325 καί 326 καί είναι τό εκτενέστερο ερμηνευτικό του έργο. Σώζεται υπόμνημα στούς Ψαλμούς 37* 51-95, 3·

49· 118. Καί άπό σειρές σώζονται σχόλια στούς 95, 3-150, όπως καί πολλά άποσπάσματα. 
PG 30, 81-104 (Ψαλ. 37). PG 23, 441-1221 καί 55, 589-594 (Ψαλ. 51-95). R. DEVREESSE: Rb 33 (1924) 78-81 (Ψαλ. 49). Μ. HARL: SCh 189-190 (Ψαλ. 118). Βλ. καί PG 23, 72-44! (Ψαλ. 1-50), 441-1396 καί 24, 9-76 (Ψαλ. 95-150), Ι. Β. PITRA, Analecta sacra, III, Βενετία 1883, σσ. 365-520 (Ψαλ. 1-118) γιά τά άποσπάσματα. ΒΕΠ 21-22. CPG 11 3467.

Δύο μεταφράσεις στήν λατινική (του Ίλαρίου Poitiers καί του Εύσεβίου Vercelli) χάθηκαν.

Περί τής τοϋ Πάσχα εορτής. Τό έστειλε περί τό 334/5 στόν Μ. Κωνσταντίνο, άπό τόν όποιο πήρε γΓ αύτό επαινετική έπιστολή. Εξηγούσε τήν σημασία τής έορτής γιά τούς 'Εβραίους καί τούς χριστιανούς. Σώθηκε άπόσπασμα. 
PG 24, 693-706. ΒΕΠ 24, 85-91.

Κατά Μαρκέλλου Άγκυρας (βιβλία δύο). Γράφηκε μετά τήν συνοδική καταδίκη (335) τού Μαρκέλλου Αγκύρας. Σταχυολογεί χωρία τού Μαρκέλλου, γιά νά τόν δείξει μοχθηρό (στήν πολεμική εκείνου κατά τοϋ Αστεριού, τοϋ Εύσεβίου Νικομήδειας, τοϋ Ώριγένη κ.ά.) καί σαβελλιανίστή. 
PG 24, 707-826. ΒΕΠ 29, 11-60. Ε. KLOSTERMANN, Eusebius Werke, IV, Leipzig 1906, σσ. 1-58 (GCS) καί άναθεωρημένη ή ίδια έκδοση στήν ίδια σειρά άπό τόν G.C. HANSEN, Berlin 1972.

Εκκλησιαστική θεολογία
(βιβλία τρία). Γράφηκε λίγο μετά τό προηγούμενο, γιά νά δικαιολογήσει θεωρητικότερα τήν καταδίκη τοϋ Μαρκέλλου. Οί θέσεις του εδώ είναι σαφώς άρειανικές. 
PG 24, 825-1046. ΒΕΠ 29,61-167. Ε. KLOSTERMANN, Eusebius Werke, IV, σσ. 60-182.

Πρός Κωνσταντίαν (έπιστολή). Γράφηκε στά τελευταία χρόνια τής ζωής του πρός τήν άδελφή τοϋ Μ. Κωνσταντίνου Κωνσταντία, γιά νά τήν πείσει ότι ή εικόνα τοϋ Χριστού (καί κάθε εικόνα) πού ζητούσε είναι έκφραση ει- δωλολατρικοϋ πνεύματος. OThuemmel τήν τοποθετεί στό έτος 313. 'Αποσπάσματα. 
PG 20, 1545-1549. ΒΕΠ 29, 172-174. H.J, GEISCHER, Der byzantinische Bilderstreit, Gutersloh 1968, σσ.15-17.

Τριακονταετηρικός είς Κωνσταντϊνον τόν βασιλέα καί Βασιλικόν σύγγραμμα. Δύο διαφορετικά έργα πού ενώθηκαν μάλλον τυχαία στήν χειρόγραφη παράδοση. Τό πρώτο (κεφ. 1-10) έπαινεΐ ακατάσχετα τόν Μ. Κωνσταντίνο καί έχει τήν μορφή εγκωμιαστικού λόγου, πού εκφωνήθηκε μέ τήν εύκαι- ρία τών τριάντα χρόνων τής βασιλικής του εξουσίας, τό 335 ή τό 336. Στό δεύτερο (κεφ. 11-18) απευθύνεται πάλι στό ίδιο πρόσωπο καί άποτελεΐ εκλαϊκευμένη εισαγωγή στόν χριστιανισμό καί περίληψη μέρους τοϋ έργου του «Περί θεοψανείας». 
PG 20, 1316-1440. I. Λ. HEIKEL, Eusebius Werke, 1, Leipzig 1902, σσ. 195-259. ΒΕΠ 24, 233-281. ΕΠΕ 57,16-173.

Είς τόν βίον τού Κωνσταντίνου βασιλέως (βιβλία τέσσερα) καί Λόγος τω τών άγίων συλλόγω. Τό έργο δείχνει νά έχει γραφεί μετά τόν θάνατο τοϋ Μ. Κωνσταντίνου, πρός τό τέλος τοϋ 337. Χωρίς νά είναι βιογραφία, περιέχει όσα σημεία τής ζωής τοϋ Μ. Κωνσταντίνου μπορούσαν νά γίνουν άφορμή γιά ένα εγκωμιαστικό παραλήρημα, ένώ συγχρόνως δίνεται μεγάλη σειρά επίσημων καί μή εγγράφων (γνήσιων;) τοϋ αύτοκράτορα. Τά ιστορικά σφάλματα καί οί άνακολουθίες οδήγησαν πολλούς έρευνητές στήν άρνηση τής γνησιότητας τοϋ έργου. Θεωρούμε δμως πολύ πιθανό, ένα μέρος τοϋ έργου νά εκφωνήθηκε ή νά γράφηκε ώς έγκώμιο άπό τόν Εύσέβιο καί μάλιστα πρίν άπό τόν θάνατο τοϋ Κωνσταντίνου. Μετά τόν θάνατο τοϋ τελευταίου νεώτεροι εμπλούτισαν τό έργο κατά τό δοκούν κι έτσι έχουμε τήν σημερινή προβληματική του μορφή. Καί ό «Λόγος τω τών άγίων συλλόγω», όμι- λία δηλαδή πρός τούς έπισκόπους τοϋ Μ. Κωνσταντίνου, πού συνεκδίδεται μέ τόν 
«Βίο» καί είναι είδος απολογίας τοϋ χριστιανισμού στό πνεΰμα τών άπολογητών τοϋ Β' καί Γ' αι., είναι νομίζουμε κατά τόν πυρήνα του κειμέ- νο πού συνέταξε ό Εύσέβιος γιά λογαριασμό τοϋ Μ. Κωνσταντίνου καί πού κατόπιν εμπλουτίστηκε μέ νέα καί αύτό στοιχεία.

Βίος: PG 20, 909-1129· ΗΕΠ 24, 93-199· ΕΠΕ 57, 176-525" FR. WINKELMANN, Eusebius Werke, 1 1, Berlin 1975. Λόχος; PG 20, 1233-1316· Ι. Α. HEIKEL, Eusebius Werke, 1, Leipzig 1902, σσ. 154-192· ΒΕΠ 24, 
203-232- ΕΠΕ 57, 528-625.

Σχόλια στήν Π καί ΚΔ . Μακρά σειρά σχολίων σέ «Σειρές» προσγράφον- ται στόν Εύσέβιο, χωρίς όμως νά είναι πάντοτε βέβαιη καί ή γνησιότητα τους. Τέτοια σχόλια σώζονται στήν Όκτάτευχο, τόν Ίώβ, τόν Ιερεμία (καί τούς Θρήνους), τόν Δανιήλ, τόν Ιεζεκιήλ, τίς Παροιμίες, στό *Ασμα άσμά- των, στόν Ματθαίο, τόν Μάρκο, τόν Λουκά, τόν Ιωάννη, στίς Πράξεις, σέ Επιστολές τοϋ Παύλου καί στίς καθολικές Επιστολές. PG 24, 76-78 καί 525-606. CPG II 3469.

'Απολεσθέντα. Υπόμνημα εις τήν Α' Κορινθίους. "Ελεγχος καί άπολογία (κατά εθνικών). Περί τής τών παλαιών άνδρών πολυγαμίας τε καί πο- λυπαιδίας. Περί έκπληρώσεως τών προφητειών (επεξεργασία του, φαίνεται, άποτελεΐ τό τέταρτο βιβλίο τής «Θεοφανείας»). Δευτέρα Θεοφάνεια (σώζονται μερικά της άποσπάσματα 
πού εΐναι άπλές παραφράσεις εύαγγελΝ κών χωρίων. Βλ. έκδ. έργου «Θεοφάνεια»).

Βίος τοΰ Παμφίλου (μεταξύ 309 καί 311). Κατά Πορφυρίου. (Γράφηκε πρίν τό 329, σέ 
25 βιβλία, γιά νά άντι- κρούσει τό έργο τοϋ νεοπλατωνικού Πορφυρίου «Κατά χριστιανών» πού καί αύτό χάθηκε. Είναι πολύ περίεργο τό γεγονός ότι ό Εύσέβιος δέν τό μνημονεύει ρητά πουθενά, ένώ έξ άλλου χρησιμοποιεί χρονολογικά του στοιχεία καί καταλόγους βασιλέων). Περί τής άνομβρίας. Λόγος είκοσαετηρικός (στόν Μ. Κωνσταντίνο).

Άμφιβαλλόμενα καί Νόθα. Περί τής τοϋ βιβλίου τών προφητών όνομα- σίας. Μέ στοιχεία γιά τήν δράση τών προφητών: PG 22, 1261-1272. ΒΕΠ 28, 303-308.

Περί τοΰ άστέρος τών μάγων (τούς όποιους οδήγησε στήν φάτνη). Σώζεται στήν συριακή, αποδίδεται στόν Εύσέβιο, άλλά πολύ πιθανό νά γράφηκε απευθείας στήν συριακή: W. Wright, Eus. of Caesarea on the Star: Journal of Sacrcd Literature (4η 
σειρά) 9 (1866) 117-136 καί 10 (1867) 150-164.

Περί μέτρων καί σταθμών (άπόσπασμα). Τό έργο γράφηκε μετά τόν Ε' αί. άπό άγνωστο συγγραφέα, πού είχε ύπόψη του τό ομώνυμο έργο τοϋ Έ- πιφανίου Σαλαμίνας Κύπρου. CPG 11 3506.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Γενικα-ίστορικοφιλολογικά:

Μ. WEIS, Die Stellung des Eusebius von Caesarea im arianischen Streit, Trier 1920. 1. ΦΩΚΥΛΙΔΟΥ, Εύσέβιος ό Παμφίλου...: ΕΦ 20 (1921) 66-90. R. LAQUEUR, Eus. als Historiker seiner Zeit, Berlin 1929. F.J.F. JACKSON, Eusebius Pamphili..., Cambridge 1933. Δ. Σ. ΜΠΑΛΑΝΟΥ, Ό χαρακτήρ τοϋ έκκλησίαστίκοϋ ιστορικού Εύσεβίου: Τιμητικός Τόμος Σ. Λάμπρου, 'Αθήνα 1935, σσ. 515-522. Ε. SCHWARTZ, Griechischer Geschicht- schreiber, Leipzig 1957, σσ. 495-598. D. C. WALLACE-HADRILL, Eus. of Caesarea, London 1961. W. DER BOER, Some Remarks on the Beginnigns of Christian Historiography: SP 4 (1961) 348-362. B. GUSTAFSON, Eusebius Principles in handling his Sources as found in his Church History: SP 4 (1961) 429-441. J. SIRINELLI, Les vues historiques d' Eusebe de Gesaree..., Dakar 1961. GIUS. DEL TON, Contenuto, struttura e scopi della Storia Eccles. di Eusebio di C.: Divinitas 6 (1962) 320-339. F. WINKELMANN, Die Textbezeugung der "VitaConstantini" des Eus. v. Caes., Berlin 1962. H. PAULSEN, Bibliographie zur neueren Eusebiusliteratur: H. Kraft, Eusebius von Caisarea. Kirchengeschichte, Munchen 1967, σσ. 445-454. Μ. R. CATAUDELLA, La persecuzione di Licinio e I' autenticita della Vita Constantini: Athenaeum 48 (1970) 46-83, 229-250. ΦΙ Α. ΒΙΤΑΛΗ, Είδήσεις παρ' Εύσεβίω (βιβλ. Γ'), Λευκωσία 1972 (άνάτυπο). J. MORRIS, The Chronicle of Eus. Irish fragments: BICS 19 (1972) 80-93. G. C. STEAD, "Eusebius" and the Council of Nicea: JThS 24 (1973) 85-100. A. H. DRAGE, When was the De laudibus Constantini delivereti.': Historia 24 (1975) 345-356. R. M. GRANT, The case against Eusebius or, Did the father of church history write history?: SP 12(1975)413-421. H. VON CAMPENH AUSEN, Das Bekenmnis Eusebs v. Caesarea (Nicaea 325): ZNTW 67 (1976) 123-139. H. A. DRAKE, In praise of Constantinc. A historical study and new translation of Eusebius' Tricenial Orations, California 1976. J. P. REY-COQUA1S, Le calendrier amploye par Eus. de Ccs. dans les Martyrs de Palestine: AB 
96 (1978) 55-64. Les martyres de Lyon (177). Lyon, 20-23 sept. 1977 (Audin-Mondesert: Colloques de CNRS No 575), Paris 1978, σσ. 155-166. C.T.H.R. EHRHARDT, Eusebius and Celsus: JbAC 22 (1979) 40-49. A. A. MOSSHAMMER, The Chronicle of Eus. and Greek chronographic tradition, Lewisburg 1979. L. DATTRINO, La lettera di Eus. al clero ed al popolo della sua diocesi: Lateranum I (1979) 60-82. C. ANDRASEN, Sicgreiche Kirche im Aufstieg des Chrisientums. Untersuchungen zu Eus. von Cacs. und Dionysius von Alexan- drien: Aufstieg u. Niedergang der romischen Welt..., Berlin 1979, 11, σσ. 387-459. R.T. RIDLEY, Anonymity in the Vita Constantini: Β 50 (1980) 241-258. Κ. SCHAFERDIEK, Zu Verfasserschaft und Situation der epistula ad Constantiam de imagine Christi: ZKG 91 (1980) 177-186 (πιθανός συντάκτης ό Εύσέβιος Νικομήδειας). G. F. CHESNUT, The first christian histories, Eus., Socrates, Sozomen, Theodoret and Evagrius, Paris, Beauchesne 1977. Τ. B. BARNES, The editions of Eusebius Ecclesiastical history: GRBS 21 (1980) 191-201. P. CORS1, Gli Ebrei nella Historia Ecclesiastica di Euscbio di Caesarea: ΑΑΡ 2 9 (1980) 197-212. C. CURT1, 1 commentarii in P.salmos di Eusebio di Ces.: tradizione dirretta (Coislin 44) e tradizione catenaria: La critica testualegreco-iatina oggi. Metodi c probiemi..., a cura di E. Flo res, Napoli-Roma-Ateneo 1981, σσ. 373-382. R. M. GRANT, Eusebius as Church historian, Oxford Clarendon Press 1980. B. CROKE, The originality of Euscbius's Chronicle: AJPh 103 (1982) 195-200. G. L. HUXLEY, Problems in the Chronography of Eusebius: PR IA 81 (1982) 183C-196C. B. CROKE, The origins of the Christian world chronicle: History and historians in laic antiquity (έκδ. Β. Croke-A. Emmctt), Sydney 1983, σσ. 116-131. C. CURT1, Eusebio et Basilio su Ps. 61: Atti del Congresso Internationale su Basilio di Cesarea 1, Messina 1983, σα. 511-521. Τ. CHR1STENSEN, The so-called Appendix to Eusebius' Historia Ecclesiastica VIII: CM 34 (1983) 177-209. B. CROKE, Porphyry's anii-christian chronology: JThS 34 (1983) 168-185. E. DES PLACES, La Preparation evangelique d' Eusebe de Cesaree a-i-elle eu deux edition? Redactions longucs et redactions courtes: Orpheus 4 (1983) 108-112. G. L. HUXLEY, Textual topics in the Chronicle of Eusebius: BZll (1984) 257-260. V. SAXER, Les Actes des martyrs anciens chez Eusebe de Cesaree et dans les martyrologcs syriaque ct hieronymien: AB 1.02 (1984) 85-95. Ci. RUHBACH, Euseb von Caesarea:

Gestalten der Kirchengeschichie (έκδ. Μ. Greschat), I, Stuttgart 1984, σσ. 224-235. Sulla vita di Constantino, introd., trad, et note a cura di 1.. TARTAGL1A, Napoli d' Auria s.d. 1984. H. G. THUEMMEL, Eusebios' Brief an Kaiserin Konstantia: Klio 66 (1984) 210-222. H. A. DRAKE, Eusebius on the True Cross: JEH 36 (1985) 1-22. E. DES PLACES, La seconde sophistique au services de I' apologetique chretienne; le Contrc Hierocles d' Eusebe de Cesaree: CRAI (1985) 423-427.

Θεολογία:

Η. BERKHOK, Die Theologie des E.v.C., Amsterdam 1939. H. G. OPITZ, Euseb von Caesarea als Theologe: ZNW 34 (1935) 1-19. G. Fl.OROVSKY, Origen, Eusebius and the Iconoclastic Controversy: CH 19 (1950) 3-22. J. R. LAUR1N, Orientations maitresses des apologistes chretiens de 270 a 361, Rome 1954, σσ. 94-145 καί βιβλιογρ.

447-474 (σχεδόν πλήρης βιβλιογραφία γιά τά άπολογητικά τοι έργα). G. BARDY, La theologie d' Eus. dc C. d' 
apres 1' Hist. Eccles.: RHE 50 (1955) 15-20. A. WEBER, 'Αρχή. Ein Beitrag zur Christologie des Eus. von Cacs., Munchen 1965. G. WlESSNER, Βίος und Ethos. Studien zum examplarischen Geschichtsdenken bei Eus. v. Caes., Gottingen 1968. Α. ΧΕΛΙΩΤΟΥ, Ή θρησκειολογία τοϋ Εύσ., 'Αθήνα 1972 (άνάτυπο). Θ. ΖΗΣΗ, Ή έσχατολογία τοΰ Πλάτωνος κατά τόν Εύσέβιον Καισαρείας: Κληρονομιά. 4 (1972) 229-239. C. F. CHESTNUTT, Fate, fortune, free will and nature in Eus. of Caes.: CH 42 (1973) 165-182. F. R1CKEN, Zur Rezcption der platonischen Ontologie bei Eus. von Kaisareia...: ThPh 53 (1978) 321352. F. TRISOGLIO, Eusebio di Ces. e !' escalotogia: Aug 18 (1978) 173-182. C.T.H.R. EHRHARDT, Eusebius and Celsus: J AC 22 (1979) 40-49. M. KERTSCH, Traditionelle Rhetorik und Philosophic in Eus. Antirrhetikos gegen Hierokles: VC 34(1980) 145-171. G. FEDALTO, La difesa cristologica in Eus.: Bessarionc 1 (1979) 67-83. C. LUIBHE1I.D, Eusebius of Cesarea and the Arian crisis, Dublin 1978. R. M. GRANT, Civilization as a Preparation for Christianity in the Thought Eusebius: Essays pres. to G. H. Williams, Leiden 1979, oo. 62-70. S. GERO, The true image of Christ. Eusebius's letter to Constantinc reconsidered: JThS 32 (1981) 460-470. E. JUNOD, Origene, Eusebe et !a tradition sur le repartition des champs de mission des apotres...: Les actes apocryphcs des apotres. Christi- anismeet mondcpaien, par. F. Bovon, Geneve, Labor ei Fides 1981, σσ. 223-248. Μ. ΤΕΤ/. Christenvolk und Abrahamsverheissung. Zum kirchcngeschichtlichen Programm des Eusebius von Caesarea: Jenseitsvorstellungen in Antike und Christentum... fur S. Stuiber, Miinster- Aschendorff 1982, σσ. 30-46. VIΝ. TWOMEY, Apostolikos Thronos. The Primacy of Rome as reflected in the Church History of Eusebius and the historico-apologetic writings of St. Athanasius ihe Great, Miinster/ Aschendorl'f 1982.

Έξηγητικά:

D. S. WALI.ACE-HADRILL, Eusebius and the Gospel Text of Caesarea: HThR 49 (1956) 307-310. TOY ΙΔΙΟΥ, Eusebius of Caesarea, London 1960, σσ. 59-99. J. 1EROU, Nouveaux tcmoins des Canons d' Eusebe...: Cahiers Archeologiques 9 (1957) 117-140. A. VACCAR1, Le sezioni evangelische di Eusebio...: RSO 32 (1957) 
433-52. C. JANT , The Old Testament interpretation of Eus. of Caes., Valetta 1967. H. MONTGOMERY, Konstantin, Paulus und Lichtkreuu: SO 43 (1968) 84-109. M. J. RONDEAU, Une nouvelle preuve de Γ influence litteraire d' Eusebe de Ces. sur Athanase, Γ interpretation des Psaumes: RSR 56 (1968) 385-434. 1). BA1.THELEMY, Eusebe, la Septante et "les autres": La Bible et les Peres..., Strasbourg 1971, σσ. 51-65. J. M. VAN CONGH, Nouveaux fragments hexaplaires. Commentairc sur Isaied' Eus. deCcs.: Rb 78 (1971) 384-390 (βλ. καί 79 11972] 76). C. CURT1, Due articoli cusebiani (Comment, in Psalmos), Noto Jonica 1971. TOY ΙΔΙΟΥ, 11 codice Patmos... 215 ci Commem. in Psalmos di Eus. di Ces.: Studi Cataudella (Catania), II, 1972, σσ. 321-365. I). S. WALLACE-HADRU.L, EUS. of Caesarea's Commentary on Luke...: HThR 67 (1974) 55-63. J. E. BRUNS, The agreement of Moses and Jesus in the Demostratio evangelica of Eus.: VC 31 (1977) 117-125. D. STRINGER, The political Theology of Eus. Pamphili...: PBR I (1982) 137-151. ED. DES PLACES, Eus. de Cesaree commemataire, Paris 1982. C. CURTI, Osservazioni sul lesto dei Salmi citato da Eusebio de Ces. nei commentarii in Psalmos: Leteratura compavata... In onore E. Paratorc, Bologna Patron 1981, σσ. 853-864. W. THIELE, Beobachtungen zu den eusebianischen Sectionen und Kanones der Evangelien: ZNTW 72(1981) 100-111. M. J. RONDEAU, Les commentaires patristiques du Psautier..., 1, Roma 1982, σσ. 64-75. Μ. SIMONETTI, Esegesi e ideologia nel Commento a lsaia di Eusebio: RSLR 19 (1983) 3-44. G. DORIVAL, La recostitution du Commentaire sur les Psaumes d' Eusebe de Cesaree gracce aux chaines exegetiques greques, en parliculier la chaine de Nicetas: SP 15 (1983) 171-176. C. NORDENFALK, The Eusebian Canon-tables. Some textual problems: JThS 35 (1984) 96-104.

Πολιτική θεολογία;

A. PIGANIOL, L' etat acluel de la question constantinienne: Historia 1 (1950) 82-96. H. KRAFT, Kaiser Konstantins religiose Entwicklung, Tubingen 1955. A. EHRHARDT, Constantin des Grossen Religionspolitik und Gesetzgebung: Zeitschrift f. Cavigny-Stifiung f. Rechtgcschichte 72 (1955) 127-190. E. SCHEIDWEIL.ER, Nochmals die Vita Constantini: BZ 49 (1956) 1-32. H. DORRIES, Konstantin der Grosse, Stuttgart 1958. F. DVORN1K, Early Christian and Byzantine Political Philosophy. Origins and Background, II, Washington 1966. R. FARINA, I.' lmpero e Γ imperatore cristiano in Eus. La prima teologia politica del crisiianesimo, Ziirich 1966. A. H. DRAGE, Semper victor eris. Evidence for the policy and belief of Constantinc I..., Wisconcin Madison 1970. J. M. SANSTERRE, Eusebe de Ces. et la naissance de !a theorie "cesaropapisie": Β 42 (1972) 131-195,532-593. D. KOENIG- OCKENFELS, Christliche Deutung der Weltgeschichte bei Euseb v. Caes.: Saecu/um 27 (1976) 
348-365. G. RUHBACH, Die politische Theologie des Eus. v. Caes.: Die Kirche angesichts der Konsiantinischen Wende, Darmsiadt 1976, σσ. 236-258. Τ. D. BARNES, Constantino and Eusebius, Cambridge: Harvard Univ. Press 1981. D. STRINGER, The political Theology of Eus. Pamphili, Bishop of Caesarea: PBR 1 (1982) 137-151. D. DEDECKER-G. DUPUIS- MASAY, L.' "cpiscopat" de Γ empereur Constantin: β 50 (1980) 118-157. Κ. Μ. G1RARDET, Das christlichc Priesiertum Konsiantins... Ein Aspekt der Herrscheridec des Eu. von C.: Chiron 10 (1980) 569-592. G. VIGNA, The influence of epideictic rhetoric on Eus. of Caesarca's politica! theology (διατριβή), Univ. Evanston, 111, 1980. C. PIETRI, Consianiin cn 324. Propagande et theologie imperiale d" apres les documents de la Vita Constantini: Crisc et redressemeni dans les provinces europeennes de l'empire... (ed. Edm. Frezouls), Strasbourg 1983, σσ. 63-90.

33. ΣΥΝΟΔΟΣ ΓΑΓΓΡΑΣ (περίπου 340/2)

Μία συνοδική Έπιστολή καί 20 Κανόνες μ' έναν 'Επίλογο αποτελούν τά κείμενα-άποφάσεις της συνόδου τής Γάγγρας (Παφλαγονία). Ό χρόνος συγκλήσεως της συζητήθηκε πολύ. Φαίνεται όμως ότι δέν απέχουμε τής αλήθειας, δν τήν τοποθετήσουμε περί τό 340/342. Τήν Έπιστολή ύπογράφουν 14 έπίσκοποι, πού δηλώνουν δτι συνήλθαν «διά τινας έκκλησιαστικάς χρείας» καί πρός άντιμετώπιση προβλημάτων, πού δημιούργησε ή δράση τοΰ μετέπειτα επισκόπου (λίγο πρίν τό 357) Σεβαστείας Εύσταθίου, πού ενίσχυσε μάλλον ύποφώσκουσες τάσεις. Οι τάσεις αύτές ήταν γενικά έγκρα- τιτικές μέ άναγωγή τής παρθενίας καί τής έγκράτειας σέ αύτοσκοπό καί μέ καλλιέργεια αισθήματος ύπεροχής έναντι τών λοιπών χριστιανών καί δή τών εγγάμων. Άκόμα έκδηλωνόταν περιφρόνηση πρός τήν παραδοσιακή λειτουργική ζωή, τούς έπισκόπους, τούς κοινούς ναούς, τήν τιμή τών μαρτύρων καί τήν παραδοσιακή ήθική. Στοιχεία τών τάσεων τούτων, πού προϋποθέτουν οί κανόνες ή δηλώνονται στήν 'Επιστολή, άπαντοΰν καί σέ μεσσαλιανικούς κύκλους, όπως αύτοί διαμορφώθηκαν λίγο άργότερα μεταξύ Εύφράτη, 'Αρμενίας καί Μικρασιας.

'Επομένως ό Εύστάθιος, ιδρύοντας μοναστικές ομάδες στήν περιοχή άρχικά τής Μικρής 'Αρμενίας, έξέφραζε μερικές άπό τίς παραπάνω τάσεις άλλά μάλλον όχι όλες τίς τάσεις αύτές. Καί ή σύνοδος, μέ άφορμή έναν επώνυμο έκφραστή τους, τόν 
Εύστάθιο, άντιμετώπισε τό σύνολο τών παρεκκλίσεων, πού έμφάνισε στά πρώτα του βήματα ό άσκητικός-μοναστικός βίος στίς περιοχές 'Αρμενίας, Πόντου καί Μικρασίας.

Παρατηρούμε ότι τό Απλοϊκό κανονιστικό κείμενο (κανόνες) τής Γάγγρας προϋποθέτει θαυμαστή πνευματική ισορροπία μεταξύ ασκητικού καί κοινωνικού βίου, παρθενίας καί γάμου, μοναχισμού καί λειτουργικής ζωής. Ή λειτουργική ζωή καί ή παράδοση γενικά εΐναι άπαραίτητα, ένώ ή άσκηση καί ή παρθενία συνιστούν μόνο τό μέσο καί όχι αύτοσκοπό, κάτι πού όδηγεΐ στήν ύπεροψία όσους έγκρατεύονται.

Συγκεκριμένα ή σύνοδος άναθεματίζει: όσους περιφρονούν («βδελύσσον- ται») τόν γάμο, όσους νομίζουν ότι οί έγγαμοι δέν θά σωθούν, όσους δέν κοινωνούν άπό τήν Θ. Εύχαριστία πού τελεί έγγαμος πρεσβύτερος, όσους παρθενεύουν άπό περιφρόνηση πρός τόν γάμο καί όσους γιά τόν ίδιο λόγο εγκαταλείπουν συζύγους ή 
τέκνα ή γονείς, προφασιζόμενοι συγχρόνως άσκηση κι έγκράτεια (καν. 1,4,9,10,14,15,16). Καταδικάζει όσους καταδικάζουν τήν κρεοφαγία, όσους παρά τούς κανόνες νηστεύουν τήν Κυριακή καί όσους δέν τηρούν τίς κανονικές νηστείες τής Έκκλησίας (2,18,19). Εξαιρετικά έπικίνδυνη γιά τήν Εκκλησία ήταν ή άποστασιοποίηση μερικών καί δή άσκητών - μοναχών άπό τήν οργανωμένη Εκκλησία. Γι' αύτό ή σύνοδος άναθεματίζει όσους τελούν λειτουργικές συνάξεις έξω άπό τούς ναούς, άπό περιφρόνηση πρός τούς κανονικούς ναούς καί πρός τήν τιμή τών μαρτύρων (5,6,20), καί δσους ένεργοϋν στήν Εκκλησία χωρίς τήν γνώμη τοϋ επισκόπου (7,8,11). Ή τελευταία προβληματική άναστάτωσε τήν Εκκλησία στούς πρώτους μεταποστολικούς χρόνους καί τήν άντιμετώπισε θεολογικά πρώτος ό Θεοφόρος 'Ιγνάτιος (+ 107-117). Ή σύνοδος άναφέρεται άκόμη στήν ύπερτίμηση τής σημασίας τών ενδυμάτων τών μοναχών (12) καί στήν κακή συνήθεια τών γυναικών νά φοροΰν άνδρικά ένδύματα (13) ή νά ξυρίζουν τήν κόμη τους γιά λόγους δήθεν άσκήσεως (17). Τέλος ό κανόνας 3 άναθεματίζει τούς παράγοντες έκείνους τού μοναχισμού, πού συνιστούν σέ δούλους νά εγκαταλείπουν, χάριν τοΰ μοναχισμού, τούς κυρίους τους καί νά μήν έξασφαλίζουν τήν συναίνεσή τους γι' αύτό.

Οι κανόνες μεταφράστηκαν στήν λατινική καί σέ όλες τίς άνατολικές (χριστιανικές) γλώσσες (CPG IV 8553-8554). 
MANS1,11, 1095 έξ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΥ, Κανόνες, σσ. 210-214. JOANNOU, Fonti, I 2, σσ. 85-99 (καί ή συνοδική Έπιστολή). J. GRIBOMONT, Le monachisme au IV' siecle en Asie Mineure: de Gangres au messalianisme: SP 2 (1957) 400-415. J. DE CHURRUCA, L' anatheme du Concile de Gangres contre ceux qui sous pretexte de christianisme incitent les esclaves a quitter leurs maitres: Revue hist, de Droit francais et etranger 60 (1982) 261-278. Σελίδες 119 - 151

Συνεχίζεται



Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.