Τρίτη, 30 Ιουλίου 2013

Πότε δημιουργήθηκε ο άνθρωπος. Βίβλος & επιστήμη


Η ηλικία του ανθρώπινου γένους. Αδάμ & Παλαιοντολογία. Η χρονολογια της Βίβλου.

«Ως προς την ηλικία του ανθρωπίνου γένους, θα μπορούσαμε να πούμε, ότι ο υπολογισμός αυτής επαφίεται στην ελεύθερη έρευνα της επιστήμης και της θεολογίας. Και αυτό διότι στη Βίβλο δεν αναφέρεται ξεκάθαρα και σαφώς ένας ορισμένος αριθμός για αυτήν, αλλά εικάζεται αυτός από τους ερμηνευτές σύμφωνα με τις εγκατεσπαρμένες σε αυτήν χρονολογίες και τους γενεαλογικούς πίνακες. 

Δεδομένου όμως, ότι και κατά την μεταβίβαση μέσω της ζωντανής παράδοσης, αλλά και κατά την αντιγραφή των χειρογράφων επόμενο ήταν είτε κακώς να διαβαστούν είτε και να εκπέσουν κάποιες χρονολογίες ή ονόματα γεναρχών, φυσικό ήταν να προκύψουν διαφορές όχι μόνο στους υπολογισμούς των ερμηνευτών, αλλά και στους ίδιους τους αριθμούς που γράφονται στα διάφορα αντίγραφα.

Και ως προς μεν τους υπολογισμούς των ερμηνευτών, είναι αρκετό να πειστεί κάποιος για το πόσο επισφαλείς είναι αυτοί, όταν λάβει υπ’ όψιν, ότι αριθμήθηκαν περισσότεροι από διακόσιους υπολογισμούς, που δεν συμφωνούν μεταξύ τους, αλλά από τους οποίους ο μεν μετριότερος ανεβάζει το από την δημιουργία μέχρι τη γέννηση του Χριστού διάστημα σε 3483, ο δε περισσότερο εξογκωμένος σε 6984 έτη. Διαφορά δηλαδή 35 ολόκληρων αιώνων. 

Όσον δε αφορά στις ενδείξεις από τα ίδια τα κείμενα και αντίγραφα, πόσο ασύμφωνες είναι και αυτές, αντιλαμβάνεται κάποιος, όταν πληροφορηθεί, ότι κατά μεν το Εβραϊκό πρωτότυπο και την Βουλγάτα το από Αδάμ μέχρι του Νώε χρονικό διάστημα ανέρχεται σε 1656 έτη, ενώ κατά το Σαμαρειτικό κείμενο φτάνει στα 1307 έτη, κατά δε τους Ο΄(=Εβδομήκοντα μεταφραστές) στα 2242-2262 έτη. Ομοίως και το από τον κατακλυσμό μέχρι τον Αβραάμ χρονικό διάστημα κατά μεν το Εβραϊκό συστέλλεται σε 290 έτη, ενώ κατά το Σαμαρειτικό ανεβαίνει στα 940 έτη και κατά τους Ο΄ αυξάνεται σε έτη 1170!

Έτσι μεταξύ των δύο επισήμων μεταφράσεων που χρησιμοποιούνται σε ολόκληρη την Εκκλησία, δηλαδή στην Βουλγάτα και σε αυτήν των Ο΄προκύπτει διαφορά η οποία σύμφωνα με τους Guibert και Chinchole κυμαίνεται μεταξύ 1200-1500 ετών (Les origines, σελ. 451).

Από την αντίθετη όμως πλευρά πρέπει να σημειωθεί, ότι και οι ογκώδεις αριθμοί, που ανεβαίνουν μέχρι 300.000 ετών από κάποιους, στους οποίους κάποιοι από τους νεώτερους υπολογίζουν την ηλικία του ανθρωπίνου γένους, δεν είναι απαλλαγμένοι αδικαιολόγητης υπερβολής, στην οποία παρασύρθηκαν από την πρόδηλη προσπάθεια να κατασκευάσουν την ιστορία της ανθρωπότητας με μορφή, από την οποία θα έχει εκβληθεί κάθε υπερφυσικό στοιχείο για να παραχωρηθεί η θέση του σε ασύστατες και ρομαντικές επινοήσεις της φαντασίας.

Πάντως το από τη Γραφή βεβαιούμενο, ότι ο άνθρωπος είναι ο νεώτερος της γης κάτοικος που εμφανίστηκε σε αυτήν, μετά την εμφάνιση ολόκληρου του φυτικού και του ζωικού βασιλείου, αποτελεί αλήθεια, που επιβεβαιώθηκε και από τις ίδιες τις φυσικές επιστήμες, και έγινε δεκτή και από αυτούς τους οπαδούς της άκρας φυσιοκρατίας και του μονισμού». (Π.Ν. Τρεμπέλα Δογματική τόμος Α σελ. 466-467 με ελαφρώς παραλλαγμένη τη γλώσσα, πιο κοντά στην νεοελληνική, οι υπογραμμίσεις δικές μας)

Η ηλικία του ανθρώπινου γένους. Αδάμ & Παλαιοντολογια. 
Η χρονολογία της Βίβλου.

«Δεν πρέπει ποτέ να λησμονούμε, ότι η Βίβλος είναι κυρίως κώδικας θείων αληθειών. Δεν έχει συνεπώς χαρακτήρα επιστημονικού συγγράμματος, ούτε είναι καθ’ αυτό ιστορικό βιβλίο. Οι συγγράψαντες αυτό θεόπνευστοι άνδρες δεν κινούνταν ούτε από ιστορικό ενδιαφέρον, σαν αυτό που εκίνησε τον Ηρόδοτο, τον Θουκυδίδη, τον Τάκιτο κλπ. στη συγγραφή των ιστοριών τους, αλλά ούτε και από οποιοδήποτε επιστημονικό ενδιαφέρον, ώστε να αξιώνει κάποιος από τις σελίδες της Βίβλου πληροφορίες επιστημονικές, σαν αυτές που συναντιούνται στα συγγράμματα της Παλαιοντολογίας και Γεωλογίας και Προϊστορίας. 

Το ενδιαφέρον το κινήσαν τους συγγραφείς της Βίβλου ήταν αποκλειστικά και μόνο θρησκευτικό…

Για αυτό και δεν αναφέρεται σαφώς στη Βίβλο ένας ορισμένος αριθμός, ο οποίος και να προβάλλεται ότι εκπροσωπεί ξεκάθαρα την ηλικία του ανθρώπινου γένους. Απλώς και μόνο στην Παλαιά Διαθήκη υπάρχουν εγκατεσπαρμένες κάποιες χρονολογίες και γενεαλογικοί πίνακες, και με άθροιση των χρονολογιών αυτών και με υπολογισμούς επί τη βάση των γενεαλογικών πινάκων συνήγαγον οι ερμηνευτές πάντοτε κατ’ εικασίαν κάποια χρονολογία γενικότερη. Αλλά οι υπολογισμοί αυτοί, καθώς παρατηρεί ο Guibert, διαφέρουν μεταξύ τους ουσιωδώς και παρουσιάζονται ποικίλλοι, αφού είναι άλλοι σε άλλους.

Εικασίες ανθρώπινες δεν μπορούν να διεκδικήσουν υπέρ εαυτών το ανεπισφαλές και αλάθητο, το οποίο αποδίδουμε μόνο στη Βίβλο, όχι όμως και στις εξηγήσεις του κειμένου της, τις οποίες φιλοπονούν άνθρωποι υποκείμενοι σε πλάνη. Έτσι αριθμήθηκαν πάνω από διακόσιοι τέτοιοι υπολογισμοί, που δεν συμφωνούν μεταξύ τους… (Υποσημείωση: Ιδού τι ο Mangenot, στο άρθρο του  Chronologie Biblique, στο F. Vigouroux, Dictionaire de la Bible τόμ. 2Α σελ. 718-720 παρατηρεί σε σχέση και με τη θεοπνευστία της Βίβλου.  

«Βεβαίως οι ιεροί συγγραφείς έγραψαν υπό τη θεία έμπνευση χρονολογίες και έδωσαν δεδομένα χρονολογικά, τα οποία είχαν εμπνευστεί από το Θεό και συνεπώς δεδομένα ακριβή. Οι πληροφορίες όμως αυτές, οι οποίες αποτελούσαν μέρος της θείας αποκάλυψης, θα αποτελούσαν μία χρονολογία αποκεκαλυμμένη, εάν ήταν βέβαιο, ότι οι υπό την θεία έμπνευση συγγραφείς ήθελαν να καταστήσουν γνωστή την ηλικία του κόσμου και την σειρά την τακτική των χρόνων στο Ισραήλ και αν αποσκοπούσαν να δείξουν όλες τις αναγκαίες χρονολογίες.

Κάποιοι αναμφίβολα είχαν το σχέδιο να καθορίσουν χρονολογικά την εποχή των συμβάντων, τα οποία αφηγούνταν, δεν είχαν όμως όλοι την φροντίδα αυτή, και οι χρονογράφοι διαπιστώνουν στα συγγράμματά τους πολλά κενά ή απλές προσεγγίσεις χρονολογικές. Η Βίβλος λοιπόν εμπεριέχει χρονολογικά δεδομένα ατελή ή ανεπαρκή για να σχηματίσει κάποιος χρονολογία αποκεκαλυμμένη και βέβαιη. Και θα μπορούσε μεν κάποιος να τις συναρμόζει συστηματικά. Ο υπολογισμός όμως, ο οποίος θα συνάγεται από αυτόν, θα είναι προβληματικός και ίσως πλανημένος»…

«Εξάλλου οι αριθμοί της Βίβλου δεν έφθασαν σε μας στην αρχική τους ακεραιότητα και οι χρονολογίες παρουσιάζονται σε μας με τέτοιες παραλλαγές ώστε η κριτική είναι ανίσχυρη να αποκαταστήσει με βεβαιότητα το αρχικό κείμενο. Αυτή η πρόδηλη αλλοίωση των χρονολογιών αυξάνει ακόμη την αβεβαιότητα των χρονολογικών υπολογισμών. Το ιερό κείμενο δεν καθορίζει χρονολογικά την αρχή του ανθρώπου κατά τρόπο κατηγορηματικό και ακριβή. Πουθενά δεν λέει: ο Αδάμ δημιουργήθηκε σε αυτήν την χρονολογία. Η χρονολογία αυτή είναι το αποτέλεσμα του υπολογισμού όλων των χρονολογικών ενδείξεων, οι οποίες βρίσκονται στην Π.Δ.. Υπολογίζοντας λοιπόν τα ίδια δεδομένα και χρησιμοποιώντας τις ίδιες μεθόδους οι διάφοροι χρονολόγοι κατέληξαν σε αριθμούς πολύ διαφορετκούς»….
 
Το συμπέρασμα στο οποίο οδηγούμαστε από τις παραπάνω παρατηρήσεις, είναι, ότι όχι μόνο καθίσταται αδύνατο κατά την παρατήρηση του Vigouroux  «στην παρούσα κατάσταση του κειμένου της Γένεσης να γνωρίσουμε τους αληθινούς αριθμούς που γράφτηκαν από τον Μωϋσή» (Les livres saints et la critique rationaliste,Paris 1891, τόμ 3 σελ. 470), αλλά και γενικότερα, ότι η Αγία Γραφή αφήνει τελείως αβέβαιη την χρονολογία της δημιουργίας του ανθρώπου. Στο συμπέρασμα αυτό είχαν οδηγηθεί οι ερμηνευτές της Βίβλου πολύ πριν ακόμη από τους υπολογισμούς των νεώτερων επιστημόνων τεθεί ζήτημα για την ηλικία του ανθρώπινου γένους. Ήδη αυτός ο Ιερώνυμος γράφοντας προς τον Βιτάλιο (Epist. 72 ad Vitalem, Migne L. 22,676) παρατηρεί ότι τέτοια ασυμφωνία υπάρχει μεταξύ των αριθμών της Βιβλικής χρονολογίας, ώστε αυτός που σε τέτοια ζητήματα αναμιγνύεται θα παρουσιαζόταν όχι σπουδαίος, αλλά ματαιόσχολος άνδρας.

Κατά δε τον 17ο αιώνα ο P. Peteau σημείωνε τα εξής: «Δεν υπάρχει κάποιο μέσο, για να γνωρίσουμε, σε ποια χρονολογία έλαβε χώρα η δημιουργία και θα χρειαζόταν κάποια ειδική αποκάλυψη του Θεού, για να μάθουμε αυτήν. Βρίσκονται λοιπόν στην πλάνη όσοι όχι μόνο τολμούν με ακρίβεια να ορίζουν αυτήν, αλλά και με αγερωχία φέρονται προς εκείνους, οι οποίοι νομίζουν, ότι μπορούν να προσθέσουν ή αφαιρέσουν από τους υπολογισμούς τους».
 
Όσον δε αφορά στις αξιώσεις και τους υπολογισμούς  των νεωτέρων, σωστά ο Vigoroux παρατηρεί σε αυτούς: «Στηρίξτε εσείς οι επιστήμονες πάνω σε στερεές αποδείξεις την αρχαιότητα του ανθρώπου και των αρχαίων λαών, και η Βίβλος τίποτα δεν θα σάς αντιλέξει. Οι γενεαλογίες της Γένεσης πιθανότατα δεν είναι πλήρεις. Δεν μπορούν λοιπόν να χρησιμεύσουν ως βάση βέβαιη στη χρονολογία. Η Γραφή δεν προτίθεται να μάς διδάξει με τρόπο άμεσο για την ακριβή χρονολογία του ουρανού και της γης, ούτε για αυτήν των πρώτων μας προγόνων»…

… Όπως διαπιστώνεται και από τη συμφωνία έγκυρων ερμηνευτών της Βίβλου, ιδιαίτερα από τους συγχρόνους, καμία χρονολογία για την ηλικία της ανθρωπότητας δεν προβάλλεται σε μας από αυτήν περιβεβλημένη το κύρος της θείας Αποκάλυψης. Η από αυτό προερχόμενη ελευθερία στις έρευνές μας είναι σπουδαιότατη. Διότι αφ’ ενός μεν η επιθυμία τού να βρεθεί η Βίβλος ότι σφάλλει δεν άφησε ανεπηρέαστο το πνεύμα εκείνων, οι οποίοι απέδιδαν στην ηλικία του ανθρώπου μία μυθώδη αρχαιότητα. Αφ’ ετέρου όμως η προκατάληψη τού να υποστηριχτεί μία παλαιά της Γραφής ερμηνεία ωθούσε αναμφίβολα τους Χριστιανούς επιστήμονες στο να δέχονται, παρά τα επιστημονικά δεδομένα, αριθμούς ηλικίας του ανθρωπίνου γένους πολύ μικρούς….

… Δεδομένου τέλος, ότι η αυθεντία και αλήθεια της Βίβλου δεν συνδέεται διόλου με το ζήτημα αυτό, δεν έχουμε κανένα λόγο να απορρίπτουμε εκ προτέρου αριθμούς, τους οποίους μία σοβαρή επιστημονική έρευνα θα μπορούσε βάσει όχι υποθέσεων και αορίστων εικασιών, αλλά πραγματικών τεκμηρίων να μας προτείνει για την αρχαιότητα του ανθρώπου. Εάν όμως η Παλαιοντολογία δεν μας προσαγάγει σοβαρές ενδείξεις, που πείθουν ότι ο άνθρωπος ανεφάνη επί της γης σε πολύ αρχαιότερους χρόνους, τίποτα πλέον δεν μάς αναγκάζει να παραδεχτούμε, ότι η ηλικία της ανθρωπότητας ανέρχεται στις μυριάδες των ετών, τις οποίες πολλοί των εξελικτικών κατ’ εικασίας ιδίας υπολογίζουν». (Π.Ν. Τρεμπέλα Απολογητικαί Μελέται τόμος Γ σελ. 259-279 αποσπάσματα, με ελαφρή παραλλαγή στη γλώσσα, οι υπογραμμίσεις δικές μας)

Η Μεμετριασμένη Εξελιξιαρχία & η Δημιουργία του ανθρώπου.

Ζητείται ήδη ποια θα μπορούσε να είναι η προς δημιουργία του ανθρώπου ειδική παρέμβαση του Θεού; Και ερωτάται: Εάν η άκρα εξελιξιαρχία δεν μπορεί να εξηγήσει την επί γης εμφάνιση του ανθρώπου, άραγε η μεμετριασμένη ή πνευματοκρατική τοιαύτη (evolutionisme modere ou spiritualiste) δεν θα μπορούσε να συμβιβαστεί με την περί δημιουργίας του ανθρώπου εκδοχή που επιβάλλεται από τα πράγματα και εκζητείται από την Αγία Γραφή;

Κάποιοι από τους ρωμαιοκαθολικούς συγγραφείς υιοθέτησαν εξηγήσεις που βασίζονται πάνω στις προϋποθέσεις της μεμετριασμένης εξελιξιαρχίας και όσον αφορά στη διαμόρφωση μόνο του ανθρωπίνου σώματος που απομακρύνου περισσότερο η λιγότερο την άμεση επέμβαση του δημιουργού.

Μεταξύ των πρώτων ο Γεώργιος Mivart, ευσεβής φιλόσοφος και βιολόγος στην Αγγλία, σε κάποιο μικρό τόμο τιτλοφορούμενο «η Γένεσις του είδους» που δημοσιεύτηκε το 1870 υποστήριξε, ότι «δεν είναι καθόλου αναγκαίο να παραδεχτεί κάποιος στην παραγωγή του ανθρωπίνου σώματος κάποια ενέργεια διαφορετική στη φύση από εκείνην, η οποία συνετέλεσε την παραγωγή του σώματος των άλλων ζώων και του υλικού σύμπαντος ολοκλήρου» (στη σελίδα 282 στο Zahm, L’ evolution et le dogme τόμ. ΙΙ σελ. 228). 

Σύμφωνα με την από τον Mivart υποστηριχθείσα εκδοχή σε ζώο άλογο που βρισκόταν στην ύψιστη βαθμίδα της ζωικής εξέλιξης, και που προήλθε από μακραίωνη προοδευτική εξέλιξη με την ενέργεια των εξελικτικών δυνάμεων πάνω στις κατώτερες μορφές της ζωής, ενέπνευσε ο Θεός το πνεύμα της ζωής και προήλθε από αυτό ο άνθρωπος που έγινε εις ψυχήν ζώσαν. Συνεπώς κατά την υπόθεση αυτή ο Θεός δημιούργησε άμεσα μόνο την ψυχή του ανθρώπου, το σώμα του όμως, αν και έμμεσα και αυτό από το Θεό έχει την προέλευση, άμεσα όμως οφείλει την διαμόρφωση του στους υπό του Θεού τεθέντας νόμους, τους κατευθύνοντας την εξέλιξη (Στο Zahm στο ίδιο σελ. 232) .

Κατά της θεωρίας αυτής του Mivart εκδηλώθηκε ολόκληρος σχεδόν ο καθολικός τύπος, ο οποίος και στον παλαιό και στο νέο κόσμο επέκρινε δριμύτατα αυτήν, σε πλείστες δε περιπτώσεις ο Mivart χαρακτηρίστηκε απερίφραστα ως αιρετικός. Στην Αγγλία, Γαλλία και Γερμανία η θεωρία αυτή αποκηρύχτηκε σφοδρότατα, εξεφράσθη δε επανειλημμένως η ευχή, όπως το βιβλίο του Mivart καταριθμηθεί στον πίνακα των απαγορευμένων βιβλίων. Τοσούτω δε μάλλον, όσο η εν Κολωνία επαρχιακή σύνοδος, που συνήλθε το 1860 είχε αποκηρύξει την από εξέλιξη παραγωγή του σωματικού οργανισμού των πρωτοπλάστων, διακηρύξασα σαφώς και ρητώς, ότι «οι πρωτόπλαστοι δημιουργήθηκαν άμεσα από το Θεό» (Primi parentes a Deo immediate conditi sunt») (Tit. IV C. XIV,Στο de Sinety,Transformisme D’ Ales οπου παραπάνω τόμ. 4 στήλη 1844). Παραδόξως όμως όταν το βιβλίο απεστάλη στη Ρώμη, όχι μόνο δεν αποκηρύχτηκε, αλλά ούτε καν ζητήθηκε για αυτό κάποια εξήγηση, τελείως μάλιστα αντιθέτως ο Πάπας Πίος ο Θ΄ανεκήρυξε τον Mivart διδάκτορα της φιλοσοφίας και ο τίτλος του διδάκτορος επιδόθηκε σε αυτόν επίσημα από τον καρδινάλιο του Westminster (Zahm όπου πριν σελ. 229-230).

Την θεωρία αυτή του Mivart διατύπωσε επί το μετριότερον και ο καρδινάλιος Gonzalez (Στο εν έτει 1892 δημοσιευθέν σύγραμμά του La Biblia y la scientia). Κατά την διατύπωση αυτή αντί να υποστηρίξει κάποιος, ότι το ανθρώπινο σώμα εξελίχθηκε πλήρως από τον πίθηκο, ενδείκνυται να βεβαιώνει, ότι υπήρξε αυτό εν μέρει μόνο προϊόν εξέλιξης αυτόματης, συμπληρώθηκε όμως έπειτα η πλήρης διαμόρφωσή του με ά μ ε σ η του Θεού επέμβαση. Η εξέλιξη προήγαγε τον κτηνώδη οργανισμό μέχρι κάποιου σημείου, αλλά δεν ήταν δυνατόν να καταστήσει αυτόν κατάλληλο σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μπορεί να εισδεχτεί την ανθρώπινη ψυχή. Αυτό έγινε με τελειοποίηση, την οποία άμεση δημιουργική επέμβαση του Θεού προσέδωσε.

Με άλλα λόγια, ενώ ο Mivart παραδεχόταν, ότι το σώμα του Αδάμ πήρε μορφή έ μ μ ε σ α από το Θεό, που ενήργησε αποκλειστικά και μόνο με αιτίες δευτερεύουσες και τελείως φυσικές, σύμφωνα με τον Gonzalez η διαμόρφωση αυτή έγινε κατ’ αρχάς μεν ενεργήσαντος του Θεού ε μ μ έ σ ω ς με τη χρησιμοποίηση δευτερευόντων αιτίων, έπειτα όμως και με ά μ ε σ η επέμβαση κατά την τελική και οριστική διαμόρφωση του ανθρώπινου οργανισμού (στο Zahm όπου πριν σελ. 237-239).

Κατά τον ίδιο περίπου χρόνο στο καθολικό συνέδριο των Παρισίων το 1891 ο Hulst, διευθυντής του καθολικού Ινστιτούτου των Παρισίων διακήρυττε, ότι «η αυστηρή ορθοδοξία δεν επιβάλλει άλλα όρια στις υποθέσεις για την μετάμειψη παρά μόνο το δόγμα της άμεσης δημιουργίας της ανθρώπινης ψυχής από το Θεό. Πέραν τούτου, εάν υπάρχουν παραλογισμοί στις υποθέσεις αυτές, πρέπει να καταπολεμιούνται με επιστημονικά επιχειρήματα» ( Στο Guibert et Chinchole όπου παραπάνω σελ. 391…).
Λίγο όμως πιο πριν η συμπεριφορά της Ρώμης υπήρξε τελείως διαφορετική απέναντι στον δομινικανό Leroy, ο οποίος σε σύγγραμμά του, με τον τίτλο «L’ evolution restreinte aux especes organiques» που δημοσιεύτηκε το 1887, με πολλή επιφύλαξη εξέφρασε τη γνώμη, ότι μπορεί να γίνει δεκτή ως υπόθεση, ότι το ανθρώπινο σώμα προήλθε από εξέλιξη. 

Είναι δηλαδή πιθανόν, ότι ο Θεός δημιουργώντας τον Αδάμ δεν χρησιμοποίησε άμεσα χώμα από τη γη, αλλά με μόνη την εμφύσηση λογικής ψυχής μεταμόρφωσε σε άνθρωπο κάποιο ζώο ανθρωπόμορφο, το οποίο διαμορφώθηκε με εξέλιξη που κατευθύνθηκε από τη θεια Πρόνοια σε σημείο, ώστε να πλησιάζει όσο το δυνατόν περισσότερο προς τον άνθρωπο. Παρά τις επιδοκιμασίες όμως, των οποίων παρ’ ορισμένων επιστημόνων έτυχε ο Leroy, δεν αποκηρύχτηκε μεν επισήμως το σύγγραμμά του, εκλήθη όμως αυτός να αποσύρει μεν αυτό από το εμπόριο, να αποκηρύξει δε δημόσια την σε αυτό διατυπωθείσα γνώμη του ταύτην (Guibert et Chinchole όπου πριν και…). Ομοίως και οι Zahm και Bonomelli, αποδεχθέντες την υπόθεση αυτή του Leroy, υποχρεώθηκαν να δώσουν επισήμως παρόμοιες εξηγήσεις (De Sinety στο ίδιο στηλη 1845).

Από την άλλη η Βιβλική επιτροπή του Βατικανού στην από 30 Ιουνίου 1909 απόκρισή της, που επικυρώθηκε από τον Πάπα, απαγόρευσε να απομακρύνεται κάποιος από την γραμματική ερμηνεία του κειμένου της Γένεσης, καθ’ όσον αφορά στην ειδική δημιουργία του ανθρώπου και τον από τον άνδρα σχηματισμό της πρώτης γυναίκας (Στο ίδιο και Guibert et Chinchole όπου παραπάνω σελ. 86).

Στην κατά το έτος 1950 όμως εκδοθείσα εγκύκλιο Humani corporis από τον Πίο ΙΒ΄ διακηρύττεται, ότι «το ζήτημα της αρχής του ανθρωπίνου σώματος είναι αντικείμενο ελεύθερης έρευνας για τις φυσικές επιστήμες και τη θεολογία», υπό την προϋπόθεση πάντοτε ότι «θα εξετάζονται επιμελώς οι λόγοι που προβάλλονται υπέρ και κατά της προέλευσης αυτού από ύλη ήδη ζωντανή».

Αυτά ως προς την στάση, την οποία έλαβε έναντι των σύμφωνα με την μεμετριασμένη εξελιξιαρχία διατυπωθεισών περί παραγωγής του πρώτου ανθρωπίνου οργανισμού γνωμών η Ρωμαιοκαθολική εκκλησία, η μόνη μεταξύ των εκκλησιών που αποφάνθηκε επίσημα εν προκειμένω.

Ρωμαιοκαθολικοί συγγραφείς μετέπειτα διατύπωσαν επί το συντηριτικότερον τις περί της καταγωγής του ανθρωπίνου σώματος εξελικτικές εκδοχές. Έτσι τονίστηκε ιδιαιτέρως, ότι η ψυχή, την οποία ο Θεός εμφύσησε στον Αδάμ μεταδίδοντας σε αυτόν συγχρόνως πνοή ζωής, δεν μπορεί κατ’ ουδένα λόγο να προέρχεται από εξέλιξη, αλλά οφείλεται σε άμεση δημιουργική ενέργεια του Θεού. Όσον δε αφορά στο σωματικό οργανισμό, η ιδέα, κατά την οποία πλάστηκε πρώτα ένα χοϊκό άγαλμα με όλα τα όργανα και αιμοφόρα αγγεία και μέρη, το οποίο έπειτα με την εμφύσηση σε αυτό ψυχής μεταβλήθηκε σε ζωντανό ανθρώπινο σώμα, δεν έχει σήμερα οπαδούς. 

Σύμφωνα με τον de Sinety μάλιστα ήδη αυτός ο Αυγουστίνος εξ αφορμής της παχυλής κατά γράμμα ερμηνείας του κειμένου της Γένεσης, όπου οι συμβολικές εκφράσεις πλεονάζουν, παρήγγελε στους συγχρόνους του χριστιανούς να προσέχουν, για να μην υιοθετούν εκδοχές που προκαλούν το γέλωτα των απίστων (όπου πριν στήλη 1846).
Από την άλλη το να παραδεχτούμε, ότι το χώμα αυτό, για το οποίο μιλά η Γραφή, υπήρξε κάποιος οργανισμός από ζωντανή και όχι νεκρή ύλη, καταλήγει στο ίδιο. Διότι όχι μόνο για το σώμα του ανθρώπου, αλλά και για κάθε εν γένει ζωντανό οργανισμό θα μπορούσε εξίσου να λεχθεί, ότι προέρχεται από τη γη και στη γη θα επανέλθει. Κάθε ζωντανός οργανισμός είναι ύλη ζωντανή, χώμα κατεργασμένο, και συνεπώς, και αν ακόμη πούμε, ότι ο Θεός κατά τη δημιουργία του Αδάμ χρησιμοποίησε όχι χώμα αναίσθητο και χωρίς ζωή, αλλά ύλη ζωντανή, η διαφορά δεν είναι ουσιώδης.

Στην τοιαύτη όμως από τη ζωντανή ύλη διαμόρφωση του πρώτου ανθρώπινου οργανισμού, για να είμαστε σε συμφωνία και με το γράμμα και με το πνεύμα της Γραφής, πρέπει να παραδεχτούμε άμεση την επιστασία της θείας Πρόνοιας, διότι μόνο με άμεση επέμβαση του Θεού θα μπορούσε κατά την τοιαύτη πορεία της εξέλιξης να προσλάβει τέλεια διαμόρφωση και να τελειοποιηθεί σε άνθρωπο αποκλειστικά και μόνο ένα ζευγάρι, από το οποίο προήλθαν ακολούθως όλοι οι άνθρωποι. Χωρίς την επέμβαση αυτή δεν εξηγείται, πώς με την εξέλιξη δεν προήλθαν περισσότερα ζεύγη και πώς από τα εξελιχθέντα μέχρι την ανθρώπινη βαθμίδα ανθρωποειδή κτήνη περισώθηκε μόνο ένα ζεύγος, ενώ τα υπόλοιπα πέθαναν. Είναι επίσης απαραίτητο κατά το χριστιανικό δόγμα να αποκλειστεί από την καταγωγή μας ο π ο λ υ γ ε ν ι σ μ ό ς, διότι χωρίς την από ένα πρωτόπλαστο ζεύγος κοινή όλων καταγωγή το περί προπατορικού αμαρτήματος δόγμα πλήττεται σε αυτήν τη βάση του (Δες de Sinety στο ίδιο στήλη 1845-1846).

Από την άλλη η άμεση του Θεού επέμβαση για δημιουργία του πρώτου ανθρώπινου οργανισμού εκζητείται και από όσα η Βίβλος λέει για τη δημιουργία της γυναίκας. Κατά την αφήγηση της Βίβλου το σώμα της γυναίκας προήλθε από άμεση δημιουργική ενέργεια του Θεού. Θα δεχόμασταν λοιπόν για τη γυναίκα καταγωγή ευγενέστερη από την καταγωγή του άνδρα, ο οποίος σε αυτήν την πρώτη σελίδα της Γένεσης κηρύττεται κεφαλή και υπεροχότερος αυτής; Και θα υποστηρίζαμε, ότι ο μεν οργανισμός της γυναίκας προήλθε από τα χέρια του Δημιουργού, ενώ του άνδρα προήλθε από κάποιο άλογο κτήνος;

Η όλη άλλωστε αφήγηση της Γένεσης επιβάλλει να δεχτούμε, ότι ναι μεν ο πρώτος ανθρώπινος οργανισμός δεν έγινε από το μηδέν, αλλά από προϋπάρχουσα ύλη, πλην όμως τονίζεται από την αφήγηση αυτή σαφώς, ότι η προς διαμόρφωση του οργανισμού αυτού ενέργεια του Θεού δεν υπήρξε μία απλή φυσική συνδρομή της θείας Πρόνοιας που κατεύθυνε τις δευτερεύουσες αιτίες στην κανονική λειτουργία τους, αλλά έ κ τ α κ τ η θ ε ί α ε ν έ ρ γ ε ι α που υπερβαίνει τη φυσική δύναμη όλων των δευτερευουσών αιτιών (A. Farges, La vie et l’ evolution σελ. 328).

Σύμφωνα με αυτά και ο Farges τονίζει ιδιαιτέρως, ότι η εξέλιξη από την οποία θα μπορούσε να προέλθει ο ανθρώπινος οργανισμός, πρέπει να χαρακτηριστεί όχι ως φυσική εξέλιξη, αλλά ως εξέλιξη υπερφυσική, που βρίσκεται πάνω από όλες τις δυνάμεις της φύσης και αποδίδεται σε μόνο το Θεό. Αυτού του είδους η εξέλιξη θα επεφύλασσε στο Θεό όχι μόνο την εμφύσηση της ανθρώπινης ψυχής στο ήδη διαμορφωμένο σε ανθρώπινο οργανισμό ανώτερο κτήνος, αλλά και αυτήν την ίδια τη διαμόρφωση και διάπλαση του οργανισμού αυτού, δεχόμενη αυτήν ως έργο θείο. (Π.Ν. Τρεμπέλα, Απολογητικαί Μελέται τόμος Γ σελ. 401-406, γλώσσα ελαφρώς παραλλαγμένη προς την νεοελληνική, οι υπογραμμίσεις δικές μας)

ΠΗΓΗ



Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.