Δευτέρα, 12 Αυγούστου 2013

ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΕΝΟΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗ - ΕΝΟΤΗΤΑ 2


ΕΝΟΤΗΤΑ 2

Πολλά μου συνέβησαν εις τον δρόμον αυτό  πολλές και παράξενες περιπέτειες. Εάν δε άρχιζα να τις διηγούμαι όλες δεν θα μου έφθανε ούτε ένα ημερονύκτιο ολόκληρο.

Ένα χειμωνιάτικο βράδυ, π.χ., εβάδιζα μόνος μου μέσα σ’ ένα δάσος προς ένα χωριουδάκι που το έβλεπα ν’ απέχη μόλις ενάμιση χιλιόμετρο εμπρός μου και που λογάριαζα να παραμείνω την νύκτα αυτή. Ξαφνικά ένας λύκος πρόβαλε μπροστά μου και έκανε να έλθη προς το μέρος μου. Είχα στα χέρια μου το μάλλινο κομποσχοίνι του γέροντα οδηγού μου, γιατί δεν το αποχωριζόμουν ποτέ κ’ έκανα να κτυπήσω τον λύκο μ’ αυτό. Μου έφυγε όμως το κομποσχοίνι από τα χέρια μου κ’ ετυλίχθηκε εις του λύκου τον λαιμό. Το ζώον άρχισε να απομακρύνεται από μένα, αλλά όπως επήδησε πιό πέρα επάνω σ’ ένα θαμνώδες αγκάθι, επιάστηκαν σ’ αυτό τα πισινά του πόδια κι όπως εγύριζε να ελευθερωθή, έμπλεξε και το κομποσχοίνι σ’ ένα πάσσαλο ξερού δένδρου έτσι, ώστε σε κάθε στροφή του ο λύκος τυλιγόταν και περισσότερο. Έκανα το σταυρό μου με πίστι κ’ επροχώρησα να ελευθερώσω το αγρίμι, κυρίως γιατί φοβόμουνα μήπως εις την αγωνία του, κόβοντας το κομποσχοίνι το έσερνε μαζί του, και έτσι θα έχανα το πολύτιμο αυτό δώρο του Γέροντά μου. Εκράτησα κάπως το κομποσχοίνι κ’ έτσι ελευθερώθηκε το κεφάλι του λύκου, που έφυγε χωρίς ν’ αφήση ίχνη. Ευχαρίστησα τον Θεό, έχοντας εις το μυαλό μου τον ευλογημένο Πνευματικό οδηγό, κ’ έφθασα ασφαλώς εις το χωριό, όπου εζήτησα κατάλυμμα για μιά νύχτα σ’ ένα χάνι.

Εμπήκα μέσα. Δυό άνδρες εκεί, ο ένας γέρος και ο άλλος μεσόκοπος και καλοδεμένος, ήσαν καθισμένοι σε μιά γωνιά σ’ ένα τραπέζι, πίνοντας τσάϊ. Δεν εφαίνονταν να είναι απλοί άνθρωποι κ’ ερώτησα τον ιπποκόμο τους, ποιοί ήσαν. Έμαθα, λοιπόν, απ’ αυτόν ότι ο γέρος ήταν δάσκαλος σ’ ένα δημοτικό σχολείο και ο άλλος γραμματεύς επαρχιακού δικαστηρίου. Ήσαν και οι δυό άνθρωποι καλυτέρας τάξεως, επήγαιναν δε σ’ ένα πανηγύρι καμμιά δεκαπενταριά χιλιόμετρα απ’ εκεί. Αφού εκάθησα λίγο, παρεκάλεσα την οικοδέσποινα του καταφυγίου μου να μου δώση λίγη κλωστή και μιά βελόνα, εζύγωσα στο φως μιας λαμπάδας κ’ εκάθησα να ράψω το κομποσχοίνι μου, που είχε ξυλωθή σ’ ένα μέρος κ’ ήταν έτοιμο να κοπή.

Ο γραμματεύς μ’ εκοίταξε και μου είπε:
«Φαντάζομαι πόσο σκληρά θα προσευχήθηκες για να σπάση το κομποσχοίνι σου».
«Δεν το έσπασα εγώ», απήντησα, «ένας λύκος μου το έκανε έτσι».
«Ένας λύκος; Ώστε και οι λύκοι λένε προσευχές»; είπε πειρακτικά.
Τους είπα όσα συνέβησαν και πόσο πολύτιμο ήταν αυτό το κομποσχοίνι για μένα.

Ο γραμματεύς εγέλασε, λέγοντας πάλι: «Θαύματα πάντα συμβαίνουν σε σας τους φθηνούς αγίους. Σαν τι αγιότητα μπορεί να έχη ένα γεγονός σαν κι αυτό που μας είπες; Είναι απλούστατο. Ο λύκος εφοβήθηκε από αυτό που του πέταξες και έφυγε. Είναι γεγονός ότι οι λύκοι και οι σκύλοι τρομάζουν όταν τους πετάξη κανείς κάτι και το να μπλέκουνε σ’ ένα θάμνο είναι κάτι το πολύ κοινό. Αυτά πολλές φορές συμβαίνουν. Πού το βλέπετε το θαύμα»;

Αλλά ο γέρος απήντησε ως εξής: «Μην πηδάς σε συμπεράσματα σαν κι αυτά, αγαπητέ μου. Σου διέφυγε η βαθύτερη έννοια του περιστατικού. Από μέρους μου, εγώ βλέπω εις την ιστορίαν του χωρικού αυτού το μυστήριον της φύσεως απ’ τις δυο του μεριές, την αισθητή και την πνευματική».

«Πώς συμβαίνει αυτό»; ερώτησεν ο γραμματεύς.

«Λοιπόν, τα πράγματα έχουν πάνω – κάτω ως εξής: «Αν και δεν έχης πανεπιστημιακή μόρφωσι, έχεις βεβαίως όμως μάθει την ιερά ιστορία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, με το σύστημα των περιληπτικών ερωτήσεων και απαντήσεων, εις το σχολείο, θυμάσαι ότι τον προπάτορα Αδάμ, όταν ευρίσκετο ακόμη εις την κατάστασι της αγίας αθωότητος, όλα τα ζώα τον υπάκουαν, τον εζύγωναν με φόβο κι αυτός έδωσε εις το καθένα το όνομά του; Ο γέρος εις τον οποίον ανήκε το κομποσχοίνι αυτό, ήταν άγιος άνθρωπος. Λοιπόν, ποιά είναι η έννοια της αγιότητος; Για τον αμαρτωλό δεν είναι τίποτε άλλο παρά η επάνοδος, με την προσπάθεια και αυτοκυριαρχία, σε μιά κατάστασι αθωότητος και αναμαρτησίας που ζυγώνει την αγνότητα των πρωτοπλάστων. Όταν η ψυχή καθίσταται αγία, το σώμα επίσης γίνεται άγιο. Το κομποσχοίνι αυτό βρισκότανε, ποιος ξέρει για πόσα χρόνια, στα χέρια ενός ανθρώπου που καθημερινά αγίαζε τον εαυτό του. Η επαφή του μ’ αυτό, το έκανε να πάρη από την άγια δύναμι της αγνότητος του πρώτου ανθρώπου, πριν από την αμαρτία! Αυτό είναι το μυστήριο της πνευματικής φύσεως! Όλα τα ζώα πάντοτε καταλαβαίνουν αυτήν την δύναμι, την οσφραίνονται κατά ένα τρόπο, επειδή είναι γνωστό, ότι εις ολα τα ζώα η οσφρησις είναι η σπουδαιότερα των αισθήσεων. Αυτό είναι το μυστήριον της φύσεως».

«Σεις οι μορφωμένοι διανοείσθε σχετικά με τη δύναμι και την σοφία, αλλά εμείς αντιλαμβανόμεθα τα πράγματα πολύ απλά. Αδειάζουμε μ’ ευχαρίστησι ένα ποτήρι γεμάτο βότκα κι αυτό αποτελεί την ιδικήν μας τη δύναμι», είπε ο γραμματεύς κ’ επροχώρησε για να πληρώση.

«Αυτά είναι για σένα μόνο», είπε ο δάσκαλος, «αλλά θέλω να σε παρακαλέσω, την γνώσι να την αφήσης για μας»…

Μου άρεσε ο τρόπος που μίλησε, τον εζύγωσα και του είπα: «Θα μπορούσα να σας απασχολήσω λίγο, λέγοντάς σας κάτι περισσότερο για τον Πνευματικό μου οδηγό»; Έτσι του διηγήθηκα για την εμφάνισή του εις τον ύπνο μου, την διδασκαλία που μου έκανε τότε και το σημάδι που εχάραξε με το καρβουνάκι εις την «Φιλοκαλία».

Με άκουγε με προσοχή σε όσα του έλεγα, αλλά ο γραμματεύς, που είχε πιο πέρα ξαπλώσει σε μιά πολυθρόνα, εμουρμούρισε:
«Είναι αλήθεια ότι το πολύ διάβασμα της Γραφής παίρνει τα μυαλά του ανθρώπου. Έτσι δεν είναι, όταν πιστεύης ότι ένα φάντασμα νεκρού ανθρώπου κάνει την νύκτα διάφορα σημάδια σ’ ένα βιβλίο; Απλούστατα, άφησες το βιβλίο να πέση στο έδαφος, ενώ ήσουν μισοκοιμισμένος και όπως έπεσε, το κάρβουνο που ήτανε κάτω, έκανε τη γραμμή που λες εις το περιθώριο του βιβλίου. Αυτό είναι το θαύμα του βιβλίου σου. Απατεώνες! Έχω συναντήσει μέχρι τώρα πολλούς από σας».

Μουρμουρίζοντας όλα αυτά, ο γραμματεύς εγύρισε προς τον τοίχο για ν’ αποκοιμηθή κ’ εγώ ξαναγυρίζοντας προς τον διδάσκαλο, του είπα εάν θέλη να του δείξω το ίδιο το βιβλίο με τη γραμμή εις το περιθώριο.

«Κοίταξέ το με προσοχή», του είπα, βγάζοντάς το από το σακκίδιό μου, «είναι σημειωμένο προσεκτικά και όχι λερωμένο. Αυτό που με εκπλήσσει, εξακολούθησα, είναι το πώς ένα πνεύμα χωρίς σώμα μπορεί να πιάση ένα κάρβουνο και να γράψη μ’ αυτό».

Ο δάσκαλος, εκοίταξε τη χαραγμένη γραμμή και είπε: «Αυτό επίσης είναι ένα πνευματικό μυστήριο και θα προσπαθήσω να σου το εξηγήσω. Όταν τα πνεύματα παρουσιάζωνται σ’ ένα πρόσωπο, περιβεβλημένα με ανθρώπινο σώμα, το σώμα τους αυτό γίνεται αντιληπτό να μπαινοβγαίνη π.χ. κάπου και να κάνη ένα σωρό κινήσεις και πράξεις, όταν δε εξαφανίζεται, αποθέτει πάλι το υλικό στοιχείο, που είχε για λίγο χρόνο περιβληθή. Ακριβώς όπως η ατμόσφαιρα έχει τη δύναμι να συστέλλεται και να διαστέλλεται, έτσι και η ψυχή μέσα στο σώμα, μπορεί να πάρη ο,τιδήποτε σχήμα, μπορεί να πράξη οποιαδήποτε κίνησι, καθώς και να γράψη. Αλλά ποιό είναι αυτό το βιβλίο; Ας του ρίξω μιά ματιά».

Με το άνοιγμα έπεσε το μάτι του εις τους λόγους Συμεών του Νέου θεολόγου.
«Αυτό πρέπει να είναι θεολογικό έργο», είπε. «Είναι όλο ένα απάνθισμα», του εξήγησα. «Πραγματεύεται και για την εσωτερική προσευχή της καρδιάς, την νοερά, που γίνεται με την επίκλησι του ονόματος του Ιησού Χριστού, το περιεχόμενό του δε προέρχεται από συγγράμματα τριάντα Πατέρων της Εκκλησίας».

«Α! κ’ εγώ ξεύρω κάτι γι’ αυτή την εσωτερική προσευχή», απήντησε.

Τον ικέτευσα πραγματικά, να μου μιλήση γι’ αυτή, και το έκανε, λέγοντας:
«Λοιπόν, η Καινή Διαθήκη, λέγει ότι ο άνθρωπος και όλη η Πλάσις είναι υποκείμενα εις την ματαιότητα όχι θεληματικά, και στενάζουν με την προσπάθεια και την επιθυμία να εισέλθουν εις την ελευθερία των τέκνων του Θεού. Ο μυστηριώδης αυτός αναστεναγμός της όλης δημιουργίας, η εσωτερική αυτή τάσις κάθε ψυχής προς τον Θεό, είναι ακριβώς αυτό που λέμε εσωτερική προσευχή, δεν είναι όμως ανάγκη να την διδαχθή κανείς, γιατί είναι φυσική εις τον κάθε ένα από μας».

«Μα τι πρέπει να κάνη κανείς, να την βρει την Προσευχή αυτή, να την αισθανθή, να την αναγνωρίση εις την θέλησί του μέσα, να την πάρη και να απολαύση την ευτυχία της και το φως της, για να φθάση έτσι εις την σωτηρία του»; ερώτησα.

«Δεν ηξεύρω αν το θέμα αυτό θίγεται εις τα θεολογικά βιβλία», απήντησε.

«Λοιπόν, εδώ το κάθε τι είναι απλοποιημένο», είπα, δείχνοντας το βιβλίο μου και πάλι.

Ο δάσκαλος εσημείωσε τον τίτλο του βιβλίου και είπε, πως θα αγόραζε απαραίτητα ένα από το Τομπόλσκ, για να το μελετήση. Μετά, εχωρίσαμε για να πάρη ο καθένας την πορεία του. Ευχαρίστησα τον Θεόν γι’ αυτή την συνομιλία με το δάσκαλο, και παρεκάλεσα ο Θεός να ευδοκήση ώστε και ο γραμματεύς να καταλάβη την ανάγκη να διαβάση την «Φιλοκαλία», έστω και για μιά φορά, για να βρει με τη βοήθειά της την σωτηρία του.

Άλλη μια φορά, ήταν άνοιξις τότε, επέρασα από ένα χωριό όπου εφιλοξενήθηκα από τον παπά. Ήταν ένας εξαιρετικός άνθρωπος κ’ εζούσε κατάμονος. Επέρασα τρεις ημέρες κοντά του. Με παρηκολούθησε το λιγοστό αυτό διάστημα και μου είπε: «Μείνε εδώ, και θα έχης και μιά μικρή πληρωμή. Έχω ανάγκη από έναν έμπιστον άνθρωπο. Όπως βλέπεις έχουμε αρχίσει να κτίζουμε μιά πετρόκτιστη εκκλησία κοντά εις την παλιά ξύλινη και είναι καιρός που γυρεύω να βρω έναν τίμιον άνθρωπο να επιβλέπη τους εργάτας και να μένη την ημέρα μέσ’ στο μικρό εκκλησάκι, όπου βρίσκεται το κουτί των προσφορών για την ανέγερσι. Είναι ακριβώς ό,τι χρειάζεται για σένα και για τον τρόπο της ζωής σου. Θα είσαι μόνος στο παρεκκλησάκι και θα λες τις προσευχές σου. Υπάρχει εκεί παραπλεύρως ένα μικρό μοναχικό δωμάτιο για τον νεωκόρο. Σε παρακαλώ μείνε εκεί, τουλάχιστον μέχρις ότου τελειώσει η εκκλησία που κτίζουμε.

Αρνήθηκα για κάμποσο, αλλ’ εις το τέλος υποτάχθηκα εις τις παρακλήσεις του καλού ιερέως και παρέμεινα εκεί, μέχρι το φθινόπωρο, εις το δωματιάκι που ήταν προωρισμένο για τον νεωκόρο. Εις την αρχή το βρήκα ήσυχο και κατάλληλο για προσευχή, αν και πολύς κόσμος εμπαινόβγαινε προ παντός τις εορτές· άλλοι για να προσευχηθούν, αλλά και μερικοί με τον σκοπό να κλέψουν χρήματα από τον δίσκο της ανοικοδομήσεως της εκκλησίας.

Εδιάβαζα την Αγία Γραφή και την «Φιλοκαλία» κάθε βράδυ, μερικοί δε βλέποντάς με, με παρεκάλεσαν να διαβάζω δυνατά για ν’ ακούνε.

Έπειτα από καιρό, παρετήρησα ότι μια χωριατοπούλα ερχόταν συχνά εις το παρεκκλήσι και προσευχόταν πολλή ώρα. Παρακολουθώντας το ψιθύρισμά της, κατάλαβα ότι τα λόγια που έλεγε σαν προσευχόταν, ήσαν παράξενα και οι προσευχές της διαφορετικές από τις συνηθισμένες. Την ερώτησα πού τα έμαθε αυτά τα πράγματα και μου είπε ότι της τα εδίδαξε η μητέρα της, που ήταν εκκλησιαστική γυναίκα. Μου είπε ακόμη, ότι ο πατέρας της ανήκε σε μιαν αίρεσι, που δεν παραδεχόταν την ιερωσύνη.

Την ελυπήθηκα και αισθάνθηκα καθήκον μου να την συμβουλεύσω να λέγη τις προσευχές με τον ορθό τρόπο και σύμφωνα με την παράδοσι της ορθοδόξου Εκκλησίας μας. Έπειτα της εδίδαξα την πραγματική σειρά του «Πάτερ ημών» και των «Χαιρετισμών» της Θεοτόκου, και τελικά την παρώτρυνα να λέγη την Προσευχή του Ιησού Χριστού όσο πιο συχνά μπορούσε, επειδή αυτή φέρνει τον άνθρωπο κοντά στο Θεό περισσότερο από κάθε άλλη προσευχή. Η κοπέλλα εύκολα τα αφομοίωσε. Συνέβη δε ύστερα από λίγο χρονικό διάστημα να συνηθίση τόσο πολύ την «Προσευχή», ώστε, όπως η ίδια μου είπε, την αισθανόταν ότι την προσείλκυε συνεχώς, ότι την ευχαριστούσε να την λέγη όσο συχνότερα μπορούσε, και ότι αργότερα εγέμιζε από αγαλλίασι την καρδιά της, οπότε ξανάρχιζε να την επαναλαμβάνη ακούραστα και πάλι.

Εχάρηκα εξαιρετικά από όλα όσα άκουσα και την παρώτρυνα να προχωρήση περισσότερο εις την χρησιμοποίησι της «Προσευχής».

Το καλοκαίρι επλησίαζε και πάλι. Πολλοί επισκέπτες έρχονταν εις το παρεκκλήσι για να ιδούνε κ’ εμένα, όχι μόνο για να τους διαβάσω και να πάρουν τη συμβουλή μου, αλλά και για να μου προξενούν ένα σωρό φασαρίες, ζητώντας τη βοήθειά μου για πράγματα που είχαν χάσει και για υποθέσεις στις οποίες είχαν αποτύχει.

Μερικοί απ’ αυτούς ενόμιζαν πως ήμουν μάγος. Το κορίτσι για το οποίο εμίλησα πάρα πάνω, ήλθε μιά μέρα σε μιά κατάστασι μεγάλης λύπης και αμηχανίας, μη ξεύροντας τι να κάνη.

Ο πατέρας της ήθελε να την παντρέψη με έναν άνδρα της αιρέσεώς του και θα γινόταν ο γάμος χωρίς τις ευλογίες του ιερέως, με μόνη μια ιεροτελεστία που θα έκανε ένας χωρικός που ανηήκε εις την ίδια αίρεσι. «Πώς είναι δυνατόν ένας τέτοιος γάμος να είναι κανονικός και νόμιμος; Δεν θα είναι μιά παράνομη και αμαρτωλή συμβίωσι;» έλεγεν η χωριατοπούλα κλαίγοντας κι αποφασισμένη να φύγη από το σπίτι της με πρώτη ευκαιρία.

«Μα πού θα πας»; της είπα εγώ. «Θα σε βρούνε οπωσδήποτε, θα ψάξουν και πουθενά δεν θα μπορέσης να κρυφθής. Καλύτερα να προσευχηθής με θέρμη εις τον Θεό, να εμποδίση τον πατέρα σου από του να σε παντρέψη έτσι όπως θέλει, και να φυλάξη την ψυχή σου από την αίρεσι.
»Αυτό είναι το καλύτερο που έχεις να κάνης και όχι να φύγης απ’ το σπίτι σου».

Έτσι με την πάροδο του χρόνου, όλος αυτός ο θόρυβος και η φασαρία άρχισαν να αυξάνουν περισσότερο από ό,τι μπορούσα να βαστάξω, τέλος δε με την πάροδο του καλοκαιριού απεφάσισα να φύγω και να εξακολουθήσω τις προσκυνηματικές πορείες μου όπως πρώτα. Συνωμίλησα με τον παπά γι’ αυτές τις αποφάσεις μου, λέγοντας: «Πάτερ μου, σεις ξεύρετε τα σχέδιά μου. Πρέπει να έχω εξασφαλισμένο ένα ήσυχο μέρος για την προσευχή, εδώ δε, μ’ όλο που υπάρχει μεγάλη ησυχία, επέρασα ένα ολόκληρο καλοκαίρι. Δώστε μου τώρα την άδεια να φύγω και την ευχή σας να εξακολουθήσω τα ταξείδια μου».

Ο ιερεύς ομως δεν ήθελε να μ’ αφήση να φύγω, κ’ εφρόντισε να με πείση λέγοντάς μου: «Τι σε εμποδίζει από την προσευχή σου; Δεν είσαι υποχρεωμένος να μιλάς σε κανένα, αν δεν θέλης συ ο ίδιος. Έχεις το καθημερινό σου φαγητό εδώ. Λέγε τις προσευχές μέρα-νύκτα όπως επιθυμείς και ζήσε όπως θέλεις με τα καθήκοντά σου με τον Θεό. Είσαι χρήσιμος εδώ. Μη συναναστρέφεσαι με κανένα που έχει όρεξι για φλυαρία. Η παρουσία σου είναι πολύ επωφελής για τον Ναό μας. Αυτή η υπηρεσία σου είναι πιό αξιόλογη εις τα μάτια του Θεού, παρά οι προσευχές σου. Γιατί επιθυμείς να είσαι συνεχώς μόνος σου; Η κοινή προσευχή είναι πιό ευχάριστη. Ο Θεός δεν έπλασε τον άνθρωπο για να σκέπτεται μόνο για τον εαυτό του, αλλά για να βοηθή ο ένας τον άλλον εις το μονοπάτι της σωτηρίας, ο κάθε ένας ανάλογα με την δύναμί του. Έτσι έκαμαν οι Πατέρες της Εκκλησίας. Επάλευαν μέρα-νύκτα, εφρόντιζαν για τις ανάγκες του ποιμνίου, εκήρυσσαν παντού και δεν παρέμεναν μόνοι σ’ ένα μέρος, φροντίζοντας να κρυφθούν από τον κόσμο».

«Ο κάθε ένας έχει το δώρο του από τον Θεό» του απήντησα.

«Όπως υπήρξαν πολλοί ιεροκήρυκες πατέρες, έτσι υπήρξαν και πολλοί ερημίται. Ο κάθε ένας κάνει ό,τι μπορεί, και παρακολουθεί την ιδική του τη γραμμη, με την σκέψιν ότι ο ίδιος ο Θεός δείχνει και σ’ αυτόν, όπως και εις τον καθένα, το δρόμο της σωτηρίας του. Πώς σου φαίνεται το γεγονός ότι πολλοί από τους αγίους παρητήθησαν από τις επισκοπές τους ή τις ενορίες τους, και άλλοι άφησαν το μοναστήρι για να πάνε εις την έρημο και να αποφύγουν την φασαρία που προέρχεται από το συγχρωτισμό με άλλους ανθρώπους; Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος π.χ. έφυγε από το ποίμνιό του, που εποίμαινε ως επίσκοπος, και ο άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης άφησε τη Μεγίστη Λαύρα, ακριβώς διότι σε τέτοιους ανθρώπους τα μέρη που εζούσαν και ειργάζοντο, ήσαν γεμάτα από πειρασμούς και επίστευαν όλοι αυτοί ειλικρινά εις τα λόγια του Κυρίου μας, «τι γάρ ωφελήσει άνθρωπον εάν κερδίση τον κόσμον όλον και ζημιωθή την ψυχήν αυτού;»

«Ναί, αλλά αυτοί ήσαν άγιοι», είπεν ο παπάς.

«Εάν, όμως», απήντησα, «αυτοί που ήσαν άγιοι έλαβαν μέτρα να προφυλαχθούν από τους κινδύνους της αναμίξεώς των με τους ανθρώπους, τι καλύτερο, σας παρακαλώ, ένας αδύνατος αμαρτωλός μπορεί να κάνει;

Έτσι εις το τέλος απεχαιρέτησα τον καλόν ιερέα κι αυτός με την καρδιά του με κατευώδωσε.

Σε απόστασι δέκα χιλιομετρων πιό πέρα εσταμάτησα για μια νύχτα σ’ ένα χωριό. Εις το πανδοχείο ευρήκα ένα χωρικό απελπιστικά άρρωστο και συνεβούλευσα τους δικούς του να φροντίσουν να τον μεταλάβουν.
Συμφωνήσανε και το επόμενο πρωί έστειλαν να φέρουν τον παπά της ενορίας. Έμεινα κ’ εγώ, επειδή ήθελα να προσκυνήσω τα άχραντα μυστήρια και να προσευχηθώ, όταν αυτά θα βρίσκονταν μέσα στο σπίτι. Εβγήκα έξω και εκάθησα εις το πεζούλι περιμένοντας τον παπά.

Προς μεγάλην μου έκπληξι, όμως, είδα να τρέχη προς το μέρος μου από την πίσω αυλή, η χωριατοπούλα που συνήθιζε να προσεύχεται εις το παρεκκλήσι.

«Πώς ήλθες εδώ»; την ερώτησα.
«Ώρισαν, αλλοίμονο, και την ημέρα των αρραβώνων με τον άνθρωπο που σας είπα κ’ έτσι έφυγα», μου απήντησε και γονατίζοντας μπροστά μου εξακολούθησε λέγοντας:

«Λυπήσου με, πάρε με μαζί σου για να με βάλης σ’ ένα μοναστήρι, ή αλλού πουθενά. Δεν θέλω να παντρευτώ, θέλω να ζήσω σε μοναστήρι για να αφοσιωθώ εις τον Θεό, εις την αρετή και την προσευχή. Εσένα θα σε ακούσουν και θα με δεχθούν σε μοναστήρι».
«Θεέ μου»! είπα έκπληκτος· «πού μπορώ εγώ να σε πάγω; Δεν ηξεύρω ούτε ένα μοναστήρι σ’ αυτήν εδώ την περιοχή. Εκτός τούτου δεν ημπορώ να σε πάρω πουθενά χωρίς διαβατήριο. Πρώτον, δεν θα σε δεχθούνε πουθενά και δεύτερον, είναι αδύνατον εις την σημερινή εποχή να κρυφθής. Θα σε πιάσουν, θα σε στείλουν στο σπίτι σου και θα σε τιμωρήσουν.
»Το καλύτερο που έχεις να κάνης είναι να γυρίσης στο σπίτι σου και να λες τις προσευχές σου εκεί, κι αν δεν θέλης να παντρευθής, να προφασισθής ότι είσαι άρρωστη. Η αγία μήτηρ Κλημεντίνη έκανε το ίδιο, καθώς και η οσία Μαρίνα, προφασίσθηκε ότι ήταν άνδρας, όταν κατέφυγε σ’ ένα ανδρικό μοναστήρι. Υπάρχουν πολλά περιστατικά παρόμοια, και η πράξις αυτή ονομάζεται σωστική πρόφασις».

Όταν συνέβαιναν όλα αυτά και καθόμαστε κουβεντιάζοντας, είδαμε τέσσαρες άνδρες να έρχωνται καλπάζοντας καταπάνω μας, μέσα σ’ ένα αμάξι με δυό άλογα. Έπιασαν την κοπέλλα και την έβαλαν μεσ’ στο αμάξι κι ο ένας από αυτούς έφυγε μαζί της, ενώ οι άλλοι τρεις μού έδεσαν τα χέρια και με ωδήγησαν πίσω στο χωριό, που είχα περάσει το καλοκαίρι. Η μόνη τους απάντησις σε κάθε τι που έλεγα ήταν, «θα σε μάθουμε εμείς ψευτο – άγιε να αποπλανάς τις νέες κοπέλλες».

Την ίδια βραδυά με έφεραν μπροστά εις το δικαστήριο του χωριού, έβαλαν τα πόδια μου στα σίδερα και μ’ έβαλαν μεσ’ στη φυλακή για να γίνη την άλλη ημέρα η δίκη μου. Ο παπάς άκουσε οτι ήμουν στη φυλακή και ήλθε για να με ιδή. Μούφερε και λίγο φαγητό και μ’ επαρηγόρησε λέγοντάς μου ότι θα έκανε ό,τι μπορούσε για μένα και ότι θα εβεβαίωνε σαν πνευματικός, ότι δεν ήμουν άνθρωπος όπως με φαντάζονταν. Κάθησε κάμποσο μαζί μου και έπειτα έφυγε.

Ο δικαστής ήλθε αργά το βράδυ κ’ εσταμάτησε εις το σπίτι του αντιπροσώπου του, όπου έμαθε το κάθε τι που είχε συμβή. Διέταξε τους χωρικούς να έλθουν όλοι μαζί στο σπίτι που με μετέφεραν και που εχρησιμοποιείτο για δικαστήριο. Εμπήκαμε μέσα και περιμέναμε. Ήλθε τέλος και ο δικαστής, εμπήκε μέσα κ’ εκάθησε εις την έδρα του, φορώντας το καπέλλο στο κεφάλι του. «Λοιπόν, Επιφάνιε», εφώναξε, «επήρε τίποτα μαζί της η κόρη σου φεύγοντας από το σπίτι»; «Όχι, κύριε δικαστά, δεν επήρε τίποτα» ήταν η απάντησις. «Έκανε κανένα κακό μόνη της ή μαζί μ’ αυτόν εδώ τον ανόητο, αφ’ ότου απέδρασε από το σπίτι»; «Τίποτα». «Τότε, λοιπόν, η απόφασίς μου η δίκαστική πάνω σ’ αυτό το ζήτημα είναι η εξής: Κάνε εσύ τους λογαριασμούς σου με την κόρη σου, και ως προς τον φίλο μας εδώ, εγώ θα του διδάξω αύριο το μάθημα που του χρειάζεται και θα τον διώξω από το χωριό με αυστηρή διαταγή να μην ξαναεμφανισθή εις τα όριά του. Αυτό είναι που εγώ από μέρος μου θα πράξω».

Λέγοντας αυτά, κατέβηκε κάτω από την έδρα κ’ επήγε να κοιμηθή, ενώ εμένα με εκλείδωσαν στη φυλακή. Ενωρίς το πρωί δυό χωροφύλακες με εξυλοκόπησαν και με έβγαλαν έξω από το χωριό. Εδοξολόγησα τον Θεό γιατί αξίωσε εμένα τον ανάξιο, να υποφέρω άδικα για το όνομά του. Αυτό μ’ επαρηγόρησε και έδωσε περισσότερη θερμότητα και δύναμι, εις την ακατάπαυστη νοερά προσευχή μου. Τίποτ’ από όλα όσα έπαθα δεν εστάθη ικανό να με κάνη να αισθανθώ ότι ήμουν ένας παραπεταμένος άνθρωπος. Μου εφαίνοντο όλα αυτά σαν να συνέβαιναν σε κάποιον άλλον και πως εγώ απλώς τα παρατηρούσα. Ακόμη και το μαστίγωμα, το υπέφερα χωρίς κόπο.

Η «Προσευχή» έφερνε γλυκύτητα εις την καρδιά μου και μ’ έκανε αδιάφορο για ο,τιδήποτε μου συνέβαινε.

Δυο – τρία χιλιόμετρα πιο πέρα συνήντησα τη μητέρα της κοπέλλας που ερχόταν από ένα παζάρι φορτωμένη με ψώνια. Βλέποντάς με, μου είπε, ότι ο υποψήφιος γαμβρός της απέσυρε την μήνυσι εναντίον μου. «Βλέπεις ανησύχησε επειδή έφυγε η Όλγα», προσέθεσε, και μούδωσε λίγο ψωμί και μερικά γλυκά, φεύγοντας. Ο καιρός ήταν καλός και ξηρός και δεν επιθυμούσα να περάσω την νύχτα σε χωριό. Έτσι, λοιπόν, προχώρησα μέσα εις το δάσος, όπου βρήκα μια κατάλληλη γωνιά σ’ ένα ψηλό αχυρένιο φράχτη και εκοιμήθηκα το βράδυ αυτό. Την νύχτα «ονειρεύτηκα, ότι εβάδιζα διαβάζοντας το κεφάλαιο, του αγίου Αντωνίου του Μεγάλου, απ΄ την «Φιλοκαλία».

Ξαφνικά ο Πνευματικός μου οδηγός μ’ έφθασε και μου είπε, «μη διαβάζης εκείνο αλλά αυτό εδώ» και μούδειξε το 35ον κεφάλαιο του αγίου Ιωάννου του Καρπαθίου. «Ο αληθινός διδάσκαλος υποτάσσεται πολλές φορές εις την χλεύη και υφίσταται ταλαιπωρίες προς χάριν των πνευματικών του παιδιών». Μετά μου εσημείωσε στο 41ον κεφάλαιο τα λόγια, «αυτοί που δίνουν τον εαυτόν τους εντελώς ιδιαίτερα στην προσευχή, γίνονται πολλές φορές ο στόχος σφοδρών και τρομερών πειρασμών». Έπειτα, μου είπε: «Έχε θάρρος και μην απογοητεύεσαι. Θυμήσου του Αποστόλου τα λόγια «μείζων εστί ο εν υμίν ή ο εν τω κόσμω. Τώρα έχεις αποκτήσει την πείρα της αληθείας. Κανένας πειρασμός δεν είναι μεγαλύτερος από τη δύναμι του ανθρώπου, και ο Θεός χορηγεί επί πλέον λύτρωσι από τους κινδύνους των πειρασμών.

»Η πεποίθησις εις αυτή την θεία βοήθεια έχει δυναμώσει αγίους ανθρώπους αφωσιωμένους στην «Προσευχή» και τους έχει κάνει να αποκτήσουν μεγαλύτερο ζήλο και θερμότερη δραστηριότητα, για να αφιερώσουν όχι μόνον την ζωή τους εις την αδιάλειπτη προσευχή, αλλά επίσης, με αγάπη από μέσα από την καρδιά τους, να την αποκαλύψουν και να την διδάξουν και εις τους άλλους, ανάλογα με τις διάφορες περιστάσεις.

» Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεσσαλονίκης, ομιλεί σχετικά και λέγει, ότι «δεν οφείλουμε μόνον, σύμφωνα με την βουλή του Θεού να προσευχώμεθα ακατάπαυστα εις το όνομα του Ιησού Χριστού, αλλ’ ότι έχουμε υποχρέωσι να την φανερώνουμε και να την διδάσκουμε εις τους συνανθρώπους μας, εις τον κάθε ένα, είτε ρασοφόρος είναι αυτός, είτε κοσμικός, μορφωμένος ή απλός, άνδρας ή γυναίκα. Ακόμη και σε παιδιά πρέπει να την διδάσκουμε και να εμπνέουμε σ’ όλους ζήλο γι’ αυτού του είδους την Προσευχή.

Με τον ίδιο τρόπο ο πατήρ Κάλλιστος Τηλικούδης ομιλεί γράφοντας, ότι ο κάθε ένας, δεν φθάνει μόνον να κατευθύνη τις σκέψεις του προς τον Θεό με την εσωτερική προσευχή και με την Θεωρία και να κατευθύνη την ψυχή του προς τα ύψη μόνο για τον εαυτόν του, αλλά χρειάζεται να σημειώνη το κάθε τι για να χρησιμοποιηθή έτσι αυτό κι από τους άλλους, όπως και η Γραφή λέγει: «Αδελφός υπό αδελφού βοηθούμενος ως πόλις οχυρά. Εξαιρετικά σ’ αυτή την περίστασι, περισσότερο από κάθε άλλη, είναι απαραίτητο να αποφύγη κανείς τους αυτοεπαίνους έχοντας υπ’ όψιν του, ότι ο σπόρος της θείας διδασκαλίας δεν σπέρνεται ποτέ επάνω εις τον άνεμο.»»

Εξύπνησα μ’ ένα συναίσθημα μεγάλης χαράς εις την καρδιά μου και με δύναμι εις την ψυχήν μου και εξηκολούθησα έτσι τον δρόμο μου. Κάμποσο καιρό ύστερα, κάτι άλλο μου συνέβη και θα σας το διηγηθώ, αν θέλετε.

Μιά μερα, ήταν η 24η Μαρτίου, για να είμαι ακριβής, και αισθάνθηκα επιτακτική την ανάγκη να κοινωνήσω την επομένη, εορτή του Ευαγγελισμού.

Ερώτησα αν η εκκλησία ήταν μακρυά και έμαθα πως ήταν σε τριάντα χιλιόμετρα απόστασι. Περπάτησα, λοιπόν, το υπόλοιπο της ημέρας και όλη τη νύκτα που ακολούθησε, με το σκοπό να φθάσω εγκαίρως για τον όρθρο. Ο καιρός ήτο όσο χειρότερος μπορούσε να γίνη, εχιόνιζε κ’ έβρεχε και ο δυνατος αέρας ήταν παγωμένος. Έπρεπε να περάσω κ’ ένα ποτάμι, μόλις δε έφθασα εις το μέσον του, έσπασε ο πάγος κάτω από τα πόδια μου και εβυθίστηκα μέχρι τη μέση εις το νερό. Έφθασα βρεγμένος όπως ήμουν, πρόφθασα εις τον όρθρον, εστάθηκα μέχρι το τέλος της λειτουργίας και με τη χάρι του Θεού εκοινώνησα. Θέλοντας να περάσω την ημέρα με ησυχία και χωρίς να χαλάσω την πνευματική μου αυτή ευτυχία, παρεκάλεσα τον νεωκόρο να μου επιτρέψη να μείνω εις το δωματιάκι του μέχρι το άλλο πρωΐ. Δεν ημπορώ να εκφράσω πόσο ευτυχισμένος ήμουν αυτή την ημέρα και πόση ήταν η πλημμύρα της χαράς της καρδιάς μου. Έπεσα εις το σανιδένιο κρεβάτι του ψυχρού αυτού δωματίου, κ’ ενόμιζα πως ευρισκόμουν εις τους κόλπους του Αβραάμ.

Η «Προσευχή» ήταν πολύ ενεργητική. Η αγάπη του Ιησού Χριστού και της Παναγίας φαινόταν σαν να επλημμύριζε την καρδιά μου, με κύματα γλυκύτητος και σαν να εγέμιζε την ψυχή μου με παρηγοριά και θρίαμβο συγχρόνως.

Εις το διάστημα της νύκτας επιάσανε φοβεροί ρευματικοί πόνοι τα πόδια μου και αυτό με έκανε να θυμηθώ σοβαρά ότι ήταν μουσκεμένα από την προηγούμενη μέρα. Δεν έδωσα σημασία εις το πράγμα, μόνον όσο δυνατώτερο πόνο αισθανόμουν, τόσο περισσότερο έλεγα την «Προσευχή», εις την καρδιά μου μέσα. Το πρωΐ όταν, ηθέλησα να σηκωθώ, αντελήφθηκα ότι δεν ημπορούσα να κουνήσω τα πόδια μου καθόλου. Είχανε εντελώς παραλύσει και τα αισθανόμουν αδύνατα σαν κλωστές. Ο νεωκόρος με έσυρε από το κρεβάτι με δύναμι, για να με ξαπλώση κατά γης, όπου έμεινα ακίνητος για δυο ημέρες. Την τρίτην ημέρα ο νεωκόρος μ’ έβγαλε έξω κι από το δωμάτιο, λέγοντάς μου: «Υπόθεσε πως πεθαίνεις εδώ, τι φασαρία έχει να γίνη»! Με πολύ μεγάλη δυσκολία εσύρθηκα σιγά – σιγά χρησιμοποιώντας χέρια και πόδια και έφθασα μέχρι τα σκαλιά της εκκλησίας. Εξάπλωσα εκεί σε μιάν άκρη και έμεινα δυό μερες. Οι άνθρωποι που πηγαινοέρχονταν δεν έδιναν καμμιά σημασία ούτε σ’ εμένα ούτε στις ικεσίες μου. Εις το τέλος ένας χωρικός μ’ επλησίασε, εκάθησε κοντά μου και μου εμίλησεν. Έπειτα από λίγο, εις την συνομιλία, με ερώτησε: «Τι θα μου δώσης για να σε θεραπεύσω; και εγώ κάποτε είχα την ίδια ακριβώς αρρώστια με σένα, γι’ αυτό ξεύρω και την θεραπεύω».

«Δεν έχω τίποτα να σου δώσω», απήντησα.
«Μα τι έχεις στο σακκίδιό σου»;
«Λίγο παξιμάδι και μερικά βιβλία».
«Ωραία! Τι θάλεγες να εργασθής για μένα ένα καλοκαίρι και να σε θεραπεύσω»;
«Όπως βλέπεις δεν ημπορώ να εργασθώ μ’ ένα χέρι, όπως είμαι, επειδή το άλλο μου χέρι είναι παράλυτο».
«Τι, λοιπόν, μπορείς να κάνης»;
«Δυστυχώς, τίποτα, εκτός από το να διαβάζω και να γράφω».
«Α! ώστε γράφεις; Τότε να διδάξης γραφή εις το παιδάκι μου. Ξεύρει και διαβάζει λίγο, αλλά θέλω να μάθη να γράφη• κοστίζουν όμως πολύ τα μαθήματα και δυστυχώς για να μάθη να γράφη πρέπει να πληρώσω είκοσι ρούβλια, ποσόν που είναι βαρύ για μένα».

Συμφώνησα κ’ εγώ, με τη βοήθεια δε του νεωκόρου με μετέφερε εις το μέρος που κατοικούσε και μ’ ετοποθέτησε σ’ ένα μικρό δωματιάκι εις την πίσω αυλή του σπιτιού του.

Έπειτα άρχισε την θεραπεία με την εξής μέθοδο: Εμάζεψε από τα διαμερίσματα, απ΄ τις αυλές και απ΄ όπου άλλου μπορούσε κ’ εγέμισε ένα κουβά από κάθε είδους μισοφαγωμένα κόκκαλα ζώων, πουλιών, και άλλα. Τα έπλυνε, τα κομμάτιασε με μια πέτρα και τα έβαλε σ’ ένα πήλινο δοχείο. Τα εσκέπασε μ’ ένα σκέπασμα που είχε μιά τρυπούλα εις το επάνω μέρος, αναποδογύρισε το δοχείο και το έβαλε σ’ ένα άλλο δοχείο θαμμένο εις το έδαφος. Εσκέπασε με λάσπη το επάνω μέρος του δοχείου, που ήταν βυθισμένο μεσ’ στη γη και βάζοντας ένα σωρό ξύλα από πάνω, έβαλε φωτιά και την εκράτησε αναμμένη επί εικοσιτέσσερεις ώρες, λέγοντας: «Θα πάρουμε μερικά υπολείμματα σαν απόσταγμα από τα κόκκαλα». Την άλλην ημέρα όταν έβγαλε από το χώμα το ένα δοχείο, μέσα του είχε κατασταλάξει, εκατό δράμια περίπου, πυκνόρευστο υγρό που είχε μείνει από όσον είχεν εξατμισθή σιγά-σιγά από την τρύπα του σκεπάσματος του άλλου δοχείου.

Το υγρό αυτό ήταν σαν κόκκινο λάδι και μύριζε δυνατά σαν ωμό κρέας. Ως προς τα κόκκαλα μέσα εις το δοχείο, είχαν γίνει κάτασπρα, καθαρά και διαφανή σαν σεντέφι.

Άλειφα με αυτή την ύλη τα πόδια μου και τα έδενα, πέντε φορές την ημέρα.

Και ω του θαύματος! Ύστερα από 24 ώρες μπορούσα να κουνώ τα δάχτυλα, μετά δε από μιά μέρα ακόμη, μπορούσα και τα πόδια μου να μετακινώ. Την πέμπτην ημέρα εστάθηκα ορθός και με τη βοήθεια ενός μπαστουνιού περπάτησα ένα μέτρο. Με δυό λόγια σε διάστημα μιας εβδομάδος τα πόδια μου έγιναν γερά όπως πρώτα. Ευχαρίστησα τον Θεό, και εσκέφθηκα πολύ για την μυστηριώδη δύναμι που δίνει πολλές φορές σε παραπεταμένα πράγματα. Ξερά και μισοφαγωμένα κόκκαλα, λίγο πριν γίνουν στάχτη, είχαν τόση ζωτική δύναμι, χρώμα, μυρουδιά και ευεργετική ενέργεια σε ανθρώπινο σώμα, ώστε έδωσαν και εις το δικό μου σώμα ζωή, που ήταν μισοπεθαμένο.

Αυτό μοιάζει σαν μιά υποθήκη της μελλοντικής αναστάσεως των σωμάτων. Πόσο θα ήθελα να πω, αυτό που έπαθα και είδα, σ’ αυτόν τον δασοφύλακα που συνήντησα άλλοτε και που είχε αμφιβολίες για την ανάστασι όλων των νεκρών.

Αφού καλυτέρευσα αρκετά από την αρρώστια μου, άρχισα να διδάσκω το παιδί. Αντί για τη συνηθισμενη αντιγραφή τον έβαλα και έγραφε την «Προσευχή του Ιησού» στην αρχή. Όπως την αντέγραφε πολλές φορές τον εδίδαξα πώς να την γράφη καλλιγραφικά. Το παιδί ήταν πολύ απησχολημένο εις το διάστημα της ημέρας επειδή εργαζότανε σ’ ένα μεγάλο κτήμα εκεί κοντά, μπορούσε δε να έρχεται σ’ εμένα μόνον όταν ο επιστάτης του κτήματος κοιμώτανε, δηλαδή, από τα βαθειά χαράματα μέχρι τη Λειτουργία. Ήταν ένα έξυπνο παιδί και άρχισε να μαθαίνη πολύ καλο γράψιμο. Ο μισθωτής του τον είδε που έγραφε και τον ερώτησε ποιος τον εδίδαξε. «Ένας προσκυνητής με ένα χέρι, που μένει σ’ ένα μικρό σπιτάκι μας», είπε το παιδί.

Ο επιστάτης, που ήταν Πολωνός, ενδιαφέρθηκε και ήλθε να μου ρίξη μια ματιά. Με βρήκε να διαβάζω την «Φιλοκαλία» και άρχισε να με ρωτά τι ήταν αυτό που εδιάβαζα. «Α!» είπε, «αυτό είναι η «Φιλοκαλία», το έχω ξαναδή αυτό το βιβλίο εις το σπίτι των εφημερίων μας όταν ήμουν εις την Βίλνα. Πάντως μου είπαν ότι γράφει παράξενα πράγματα, σχήματα και σοφίσματα, σχετικά με την προσευχή, γραμμένα από Έλληνας μοναχούς. Είναι σαν αυτά που γράφουν οι φανατικοί εις τας Ινδίας και εις την Μποχάρα, που κάθονται κάτω και κάνουν εκπνοή κατά ένα ιδιότυπο τρόπο, προσπαθώντας να δημιουργήσουν κάτι σαν γαργάλισμα εις την καρδιά τους και με ηλιθιότητα πιστεύουν ότι αυτό το σωματικό αίσθημα είναι προσευχή, το θεωρούν δε δώρο του Θεού. Αυτό που είναι αναγκαίο είναι ο κάθε άνθρωπος να εκπληρώνη το καθήκον της προσευχής προς τον Θεόν απλά, να λέγη δηλαδή ορθός το «Πάτερ ημών», όπως μας το εδίδαξεν ο Χριστός.

«Αυτό είναι αρκετό για όλη την ημέρα και όχι η επανάληψίς του κάθε λίγο και λιγάκι. Η επανάληψις αυτή, πολλές φορές κάνει τον άνθρωπο τρελλό, εκτός που προξενεί και καρδιακές παθήσεις».

«Μη σκέπτεσαι έτσι γι’ αυτό το άγιο βιβλίο, αγαπητέ μου», του απήντησα. «Δεν είναι γραμμένο από απλούς Έλληνας καλογήρους, αλλά από μεγάλους και αγίους ανθρώπους, παλαιών χρόνων, τους οποίους τιμά για αγίους και η δική σας, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, αυτοί είναι: ο άγιος Αντώνιος ο μέγας, ο άγιος Μακάριος ο μέγας, ο Μάρκος ο πνευματικός αθλητής, ο άγιος Ιωάννης Κασσιανός ο Ρωμαίος και πολλοί άλλοι. Απ΄ αυτούς οι μοναχοί των Ινδιών και της Μποχάρα έμαθαν την μέθοδο «της καρδιάς», την εσωτερική δηλαδή προσευχή, με την διαφορά ότι διέστρεψαν πολλά, κατά την εφαρμογή αυτών που εδιδάχθησαν, όπως και ο Γέροντάς μου μου εξήγησε. Εις την «Φιλοκαλία» η διδασκαλία για την εφαρμογή της προσευχής της καρδιάς, είναι παρμένη από τον Λόγο του Θεού, από την Αγία Γραφή εις την οποίαν ο Χριστός μάς επρόσταξε να λέμε το «Πάτερ ημών», όπως μας εδίδαξεν επίσης και την ασίγαστη προσευχή της καρδιάς.

»Αυτός είπε, «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας σου», «Γρηγορείτε και προσεύχεσθε», «Μείνατε εν εμοί καγώ εν υμίν». Έτσι οι άγιοι Πατέρες αποδεικνύοντας με την ζωή τους τα λόγια του Προφητάνακτος και ψαλμωδού Δαυίδ «Γεύσασθε και ίδετε ότι Χριστός ο Κύριος», μας τα εξηγούν συγχρόνως ως εξής: Ο χριστιανός οφείλει να χρησιμοποιή κάθε δυνατή ευκαιρία ώστε να ζητή και να ευρίσκη απόλαυσι εις την προσευχή και χωρίς διακοπή να φροντίζη να βρίσκη παρηγοριά σ’ αυτήν, επίσης δε να μην αναπαύεται λέγοντας απλώς το «Πάτερ ημών» μια φορά την ημέρα.

«Άκουσε να σου διαβάσω πώς αυτοί οι Άγιοι επιτιμούν αυτούς που δεν προσπαθούν να φθάσουν και ν’ ανεβούν τα σκαλοπάτια της προσευχής της καρδιάς. Γράφουν, ότι για τρεις λόγους αυτό είναι κακό, πρώτον, γιατί αυτοί που πιστεύουν έτσι, είναι αντίθετοι με την Θεόπνευστον Αγία Γραφή, δεύτερον, διότι δεν θέτουν εμπρός τους μίαν υψηλότερη και τελειότερη κατάστασι της ψυχής που αποκτάται με τον χρόνο και με προσπάθεια, αλλ’ ικανοποιούνται με μόνη την εξωτερική αρετή, χωρίς να μπορούν να αισθανθούν την πείνα και την δίψα για την αλήθεια και έτσι χάνουν την μεγάλη ευλογία και την χαρά του Κυρίου, και τρίτον, διότι αφίνοντας το μυαλό τους να ασχολήται με τόν εαυτόν τους και τις καθημερινές εξωτερικές αρετές, συχνά κινδυνεύουν από τον πειρασμό της υπερηφάνειας, που όταν απατηλά τους νικήση, χάνουν τα πάντα».

«Είναι περίφημο αυτό που μου εδιάβασες», είπεν ο επιστάτης, «αλλά νομίζω και δύσκολο για μας τους μικρούς και κοινούς λαϊκούς σαν και μένα». Λοιπόν, θα σου διαβάσω κάτι απλούστερο που λέγει, πώς, άνθρωποι με καλή διάθεσι παρ’ ότι ζουν μέσα εις τον κόσμον, μπορούν να μάθουν τον τρόπο να προσεύχωνται χωρίς διακοπή».

Ευρήκα και του εδιάβασα από την «Φιλοκαλία» τον λόγο του Συμεών του Νέου Θεολόγου προς Γεώργιον τον Νέον, αυτό δε τον ευχαρίστησε πολύ και μου είπε: «Δώσε μου το βιβλίο αυτό να του ρίξω μιά ματιά την ώρα της αναπαύσεώς μου, μέχρις ότου βρω ευκαιρία και το διαβάσω με προσοχή». «θα σου το δώσω ευχαρίστως για 24 ώρες», απήντησα, «αλλά όχι για περισσότερο, γιατί το διαβάζω κάθε μέρα και δεν ημπορώ να ζήσω χωρίς αυτό».

«Καλά, λοιπόν, τότε αντίγραψέ μου αυτό το κομμάτι που μου εδιάβασες και εγώ θα σε πληρώσω για τον κόπο σου». «Δεν θέλω πληρωμή», είπα, «θα το γράψω αυτό για σένα και για την αγάπη του Χριστού, με την ελπίδα ότι ο Θεός θα σου δώση την επιθυμία για νοερά Προσευχή».

Αμέσως και με ευχαρίστησιν, αντέγραψα το κομμάτι από τον Λόγο που είχα διαβάσει. Το εδιάβασε και εις την σύζυγό του και ευχαριστήθηκαν και οι δυό πολύ. Τέλος αποφασίσαμε να στέλνουν όταν θέλουν να με καλούν να πηγαίνω και να τους διαβάζω από την «Φιλοκαλία», τις ώρες που αναπαύονταν και έπιναν τσάι. Μιά φορά μ’ εκράτησαν σε γεύμα. Η γυναίκα του επιστάτη, μιά πολύ καλή μεσόκοπη κυρία, καθόταν μαζί μας εις το τραπέζι τρώγοντας τηγανισμενο ψάρι, όταν, δυστυχώς, ένα κόκκαλο εκάθησε μέσ’ στον λαιμό της. Δεν ημπορούσαμε με τίποτε να την ανακουφίσουμε και εστάθη αδύνατον να την απαλλάξουμε από το κόκκαλο. Πονούσε τόσο πολύ ο λαιμός της, ώστε μετα από δυο ώρες αναγκάστηκε να πέση στο κρεβάτι. Έστειλαν να φωνάξουν τον γιατρό που έμενε τριάντα πέντε χιλιόμετρα μακρυά απ΄ εκεί, αλλ’ επειδή άρχιζε να βραδυάζη, εγώ απεχώρησα, εις το καλύβι μου, πολύ λυπημένος για την κυρία. Την νύκτα, ενώ εκοιμώμουν μάλλον ελαφρά, άκουσα του Πνευματικού μου οδηγού τη φωνή. Δεν είδα τίποτε, μόνον άκουσα που μου έλεγε: «Ο άνθρωπος, εις το μέρος του οποίου ζης, σ’ εθεράπευσε, γιατί όμως εσύ δεν βοηθείς την σύζυγό του; Ο Θεός έδωσεν εντολή να αγαπάμε τον πλησίον μας».

«Να την βοηθήσω με ευχαρίστησι, αλλά πώς»; απήντησα, «δεν ηξεύρω κανένα τρόπο».
«Λοιπόν αυτό που πρέπει να κάνης είναι το εξής: Η γυναίκα αυτή από μικρό κοριτσάκι απεχθάνεται το λάδι. Όχι μόνον η γεύσις του την ενοχλεί, αλλά και η μυρωδιά του ακόμη την αρρωσταίνει. Δώσε της να πιη μια κουταλιά και θα της προξενήση εμετό. Η βία του εμετού θα βγάλη το κόκκαλο, το λάδι θα μαλακώση την πληγή εις τον λαιμό κ’ έτσι όλα θα περάσουν».
«Και πώς θα μπορέσω να της δώσω το λάδι, αφού τόσο πολύ το απεχθάνεται; Τι να κάνω αν δεν θελήση να το πιη»;
«Πες εις τον σύζυγό της να της κρατήση το κεφάλι και να της ρίξης ξαφνικά το λάδι μεσ’ στο στόμα της, εν ανάγκη δε χρησιμοποίησε και βία».
Εσηκώθηκα κ’ επήγα στον επιστάτη λέγοντάς του, το κάθε τι όπως μου συνέβη.
«Τί μπορεί να κάνη το λάδι τώρα; είπε. Αυτή είναι σε κακή κατάσταση παραμιλάει και ο λαιμός της είναι πρησμένος».
«Καλά, ας δοκιμάσουμε», είπα, «πάντως και αν δεν έχη κανένα αποτέλεσμα το λάδι, δεν θα βλάψη όμως και σε τίποτα».

Έρριξε λίγο, μέσα σ’ ένα ποτήρι του κρασιού και κατώρθωσε με διάφορα μέσα να την κάνη να το καταπιή. Αμέσως ενοχλήθηκε και σε λίγα λεπτά με εμετό εβγήκε το κόκκαλο μαζί με λίγο αίμα. Απαλλάχθηκε έτσι από το βάρος και έπεσε σε βαθύν ύπνο. Το πρωί που επήγα να ρωτήσω πώς πάει, την ευρήκα να πίνη το τσάϊ της ήσυχα. Και αυτή και ο άνδρας της ήσαν γεμάτοι ενθουσιασμό για τον τρόπο της θεραπείας, και περισσότερο, γεμάτοι από έκπληξι που η απέχθειά της για το λάδι μου είχεν ανακοινωθή σε όνειρο, επειδή κανείς άλλος, εκτός απ΄ αυτούς, εγνώριζεν αυτήν την λεπτομέρεια. Ακριβώς την ώραν αυτήν έφθασε κι ο γιατρός και ο επιστάτης του είπε όλα τα συμβάντα, καθώς και εγώ, για τον τρόπο της θεραπείας των ποδιών μου.

Ο γιατρός τα άκουσε όλα και έπειτα είπε: «Ούτε η μια περίπτωσις ούτε η άλλη είναι τόσο σπουδαίες, ώστε να θαυμάζη κανείς, επειδή η ίδια φυσική δύναμις ενήργησε και τις δυό φορές. Πάντως όμως θα το σημειώσω αυτό», προσέθεσε κ’ έβγαλε το μολύβι και έγραψε κάτι σχετικό εις το σημειωματάριό του. Ύστερα απ΄ αυτά, διαδόθηκε το γεγονός γρήγορα και με θεωρούσαν σ’ όλη την γύρω περιοχή πως ήμουν, άλλοι, προφήτης, άλλοι γιατρός και άλλοι, μάγος. Άρχισε έτσι μια ατελείωτη ουρά από επισκέπτες από όλα τα γύρω μέρη, που έρχονταν να μου πουν όλες τις υποθέσεις τους και τις διάφορες δυσκολίες που αντιμετώπιζαν. Μου έφερναν δώρα, μου συμπεριεφέροντο με σεβασμό και εφρόντιζαν για την καλή διαβίωσί μου. Υπέφερα όλα αυτά για μια εβδομάδα και έπειτα, από το φόβο μήπως πέσω εις την παγίδα της κενοδοξίας και από τον φόβο άλλων κινδύνων, εγκατέλειψα το μέρος αυτό, κρυφά την νύκτα.

Ακόμη μιά φορά, λοιπόν, ξεκίνησα από την μοναχική διαμονή μου, αλλά αισθανόμουν ελεύθερος σαν να είχε φύγει από επάνω μου ένα μεγάλο βάρος. Η προσευχή με ανεκούφιζε όλο και περισσότερο και μερικές φορές η καρδιά μου γέμιζε με άπειρη αγάπη για τον Χριστό, με την απόλαυσι δε της Προσευχής, αισθανόμουν ρεύματα ανακουφίσεως και αγάπης να διατρέχουν όλη μου την ύπαρξι. Το όνομα του Ιησού Χριστού ήτο τόσο πολύ τυπωμένο μεσ’ στο μυαλό μου ώστε όπως εδιάβαζα το Ευαγγέλιο, ενόμιζα πως τα διάφορα γεγονότα που εξιστορούσε, εκτυλίγονταν εμπρός εις τα ίδια μου τα μάτια. με έπιαναν δάκρυα χαράς και μερικές φορές η ευτυχία μου ήταν τόσο μεγάλη ώστε ήταν αδύνατο να την εκφράσω με λόγια.

Πολλές φορές συνέβαινε ώστε, για δυό – τρεις ημέρες συνέχεια, να μην συναντώ ούτε σπίτι ούτε άνθρωπο και έχοντας εις την ψυχή μου το αίσθημα της μονώσεως, ενόμιζα πως ήμουν εις την γη επάνω μόνος και ταλαίπωρος αμαρτωλός, μπροστά εις τον Θεό που τόσον αγαπά τους ανθρώπους.

Αυτό το αίσθημα της μοναξιάς μ’ εγέμιζε παρηγοριά και με έκανε να αισθάνωμαι την απόλαυσι της Προσευχής πολύ βαθύτερη, παρ’ ό,τι εάν θα ήμουν μαζί με άλλους ανθρώπους.

Τέλος έφθασα εις το Ιρκούτσκ. Μετά την προσευχή μου μπροστά εις τα λείψανα του αγίου Ιννοκεντίου, άρχισα να συλλογίζωμαι για ποιό άλλο προσκύνημα έπρεπε τώρα να ξαναρχίσω. Δεν ήθελα να μείνω εκεί για πολύ, επειδή η πόλις ήταν αρκετά μεγάλη και θορυβώδης. Περπατούσα σκεπτικός σε έναν από τους δρόμους της πόλεως όταν συναντήθηκα τυχαίως με ένα ντόπιον έμπορο.

«Είσαι προσκυνητης»; με ερώτησε, και προσθέτοντας, «γιατί δεν έρχεσαι σπίτι μου»; μ’ επήρε μαζί του εις την πλούσια κατοικία του και άρχισε να μ’ ερωτά για την ζωή και τα σχέδιά μου. Του διηγήθηκα για τα ταξείδια μου και όταν ετελείωσα μου είπε: «Πρέπει να μην παράλειψης ένα ταξείδι εις την Ιερουσαλήμ, όπου υπάρχουν τόσα προσκυνήματα ιερά και μοναδικά εις τον κόσμο».

«Θα ήμουν εξαιρετικά ευτυχής αν μπορούσα να πάγω, αλλά με τί χρήματα»; απήντησα. «Μπορώ να περπατώ όσο ευρίσκομαι εις την στεριά αλλά όταν φθάσω σε θάλασσα πρέπει να πληρώσω, γιατί ταξείδι με πλοίο δεν γίνεται χωρίς λεπτά».

«Θα ήθελες να σου εξοικονομήσω εγώ χρήματα για ένα τέτοιο ταξείδι; Πέρσι μόλις, εφρόντισα και έστειλα έναν άλλο προσκυνητή σαν και σένα εις τα Ιεροσόλυμα», μου είπεν ο έμπορος.

Έπεσα εις τα πόδια του, ενώ εκείνος προχώρησε λέγοντας: «Θα σου δώσω ένα γράμμα για τον γυιό μου που μένει εις την Οδησσό. Έχει εμπορικές συναλλαγές με την Κωνσταντινούπολι και θα βρη οπωσδήποτε πλοίο για κει. Έπειτα απ΄ εκεί, διάφοροι γνωστοί του πράκτορες θα σε βάλουν σε άλλο πλοίο για την Παλαιστίνη».

Με κατέλαβε άπλετη χαρά εις το άκουσμα αυτών των λόγων και ευχαρίστησα τον καλό μου φίλο για την τόση του καλωσύνη. Ακόμη περισσότερο, ευχαρίστησα τον Θεό για την τόσο πλούσια πατρική του αγάπη και την φροντίδα του για μένα, έναν ταλαίπωρον αμαρτωλό, ένα πλάσμα που δεν είναι ικανό να κάνη καλό, ούτε εις τον εαυτόν του ούτε σε άλλον και που τρώει ανάξια το ψωμί του, ζητώντας το απ΄ τους άλλους.
Έμεινα τρεις ημέρες εις το σπίτι του ευγενικού αυτού εμπόρου.
Όπως μου είχεν υποσχεθή, έγραψε το γράμμα για το παιδί του και εγώ το επήρα με πρόθεσι ν’ αρχίσω το ταξείδι μου για την Οδησσό, που θα ήταν η αφετηρία για την Ιερουσαλήμ. Αλλά δεν ήξευρα αν μέχρι τέλους θα εγίνετο ίλεως ο Κύριος και αν θα με αξίωνε να προσκυνήσω τον ζωοποιό Του τάφο.


Λίγο προτού αφήσω το Ιρκούτσκ επήγα να ιδώ τον πνευματικό μου πατέρα, με τον οποίο πολλάκις είχα συζητήσει, για να του πω αυτή τη φορά:
«Πηγαίνω εις την Ιερουσαλήμ, και ήλθα να σε ευχαριστήσω για την χριστιανική σου αγάπη προς εμένα, ένα φτωχό προσκυνητή».

«Ο Θεός να ευλογήση το ταξείδι σου», απήντησε. «Πώς, όμως, συνέβη, ώστε ποτέ να μη μου πης τίποτε για τον εαυτό σου, ποιος είσαι και από πού έρχεσαι; Έχω ακούσει ένα σωρό για τα ταξείδια σου, αλλά θάθελα να γνωρίζω κάτι και για το μέρος που γεννήθηκες καθώς και για την ζωή σου προτού γίνης προσκυνητής».

«Γιατί όχι; Με μεγάλην ευχαρίστησι», απήντησα, «θα σου πω το κάθε τι, άλλως τε δεν είναι ζήτημα που θα μας απασχολήση πολλήν ώρα. Εγεννήθηκα σ’ ενα χωριό της περιοχής της διοικήσεως του Ορέλ. Μετά τον θάνατο των γονέων μας εμείναμε μόνοι εγώ και ο αδελφός μου, αυτός δέκα χρόνων κ’ εγώ δύο. Μας ανέθρεψεν ο παππούς μας, που ήταν ένας καλός και πλούσιος γέρος, ιδιοκτήτης ενός πανδοχείου εις τα μισά ενός δρόμου.

Χάρις εις την καλή καρδιά του παππού μου, πολλοί ταξειδιώται τον προτιμούσαν κ’ εσταματούσαν εκεί. Ο αδελφός μου, που ήταν πολύ παλιόπαιδο, επερνούσε τον περισσότερον καιρό γυρίζοντας εδώ και εκεί στο χωριό, αλλά εμένα μου άρεσε καλύτερα να μένω κοντά στον παππού μου. Τις Κυριακές και τις γιορτές επηγαίναμε μαζί εις την εκκλησία. Εις το σπίτι ο παππούς συνήθιζε να διαβάζη την Αγία Γραφή, αυτή την ίδια που έχω εγώ τώρα.

Όταν ο αδελφός μου εμεγάλωσε, άρχισε να πίνη. Μιά φορά όταν ήμουν επτά χρόνων και είμαστε οι δυό ξαπλωμένοι κοντά στη θερμάστρα, μ’ έσπρωξε τόσο πολύ, ώστε κατρακύλισα και πέφτοντας εκτύπησα το αριστερό μου μπράτσο στις σκάλες, τόσον, ώστε πια δεν κατέστη δυνατόν να το χρησιμοποιήσω, επειδή από τότε εις την πραγματικότητα το χέρι μου παρέλυσε. Ο παππούς μου βλέποντας ότι ύστερα από αυτό, ποτέ δεν θα μπορούσα να εργασθώ εις την γη, με έμαθε να διαβάζω. Μη έχοντας άλλο βιβλίο για αναγνωστικό εχρησιμοποιούσε την Αγία Γραφή.

Με εδίδαξε το αλφάβητο, με έμαθε να φτιάχνω λέξεις και να διακρίνω τα διάφορα γράμματα, όταν τα έβλεπα. Χωρίς να καταλάβω επαναλαμβάνοντας συνεχώς ό,τι εδιάβαζε αυτός, έμαθα σιγά – σιγά και ύστερα από κάμποσο χρονικό διάστημα, μπορούσα να διαβάζω ελεύθερα. Αργότερα, όταν το φως του παππού μου άρχισε να ελαττώνεται, με έβαζε συχνά να του διαβάζω δυνατά από την Αγία Γραφή και με διώρθωνε όταν έκανα λάθη. Την εποχή αυτή, συνήθιζε και ένας κύριος γραμματισμένος, να έρχεται συχνά εις το πανδοχείο μας.

Έγραφε πολύ ωραία γράμματα και μου άρεσε να τον βλέπω όταν καλλιγραφούσε. Αντέγραφα το γράψιμό του και αυτός άρχισε να με διδάσκη. Μου έδωσε χαρτί και μελάνη, μου έφτιαξε πέννες από φτερά κ’ έτσι έμαθα να γράφω πολύ καλά. Ο παππούς μου ήταν πολύ ευχαριστημένος και μιά μέρα μου είπε τα εξής: «Ο Θεος σου έδωσε το χάρισμα της μαθήσεως που θα σε κάνη άνθρωπο. Να δοξάζης, λοιπόν, το όνομά Του και να προσεύχεσαι συχνά». Συνηθίζαμε να πηγαίνουμε σ’ όλες τις ακολουθίες της εκκλησίας, συχνά δε εκάναμε προσευχές και εις το σπίτι.

Εμένα μούπεφτε πάντοτε στη σειρά μου να διαβάζω τον πεντηκοστό ψαλμό, την ώρα που ο παππούς μου και η γιαγιά μου έκαναν μετάνοιες και γονάτιζαν. Όταν ήμουν δέκα επτέ ετών η γιαγιά μου πέθανε. Ο παππούς έπειτα από αυτό, μου είπε: «Το σπίτι μας δεν έχει πια οικοδέσποινα και αυτό είναι άσχημο πράγμα. Ο αδελφός σου είναι ελεεινός. Φροντίζω, λοιπόν, να σου βρω μια γυναίκα να παντρευτείς». Εγώ ήμουν αντίθετος εις την σκέψι του αυτή, λέγοντάς του ότι ήμουν ένας ανάπηρος, αλλά ο παππούς μου δεν υποχωρούσε. Ευρήκε μιά καλή κοπέλλα είκοσι χρόνων, κ’ επαντρευτήκαμε. Έπειτα από ένα χρόνο ο παππούς μου αρρώστησε βαρειά.

Γνωρίζοντας ότι ο θάνατός του ήταν κοντά, με εκάλεσε και με απεχαιρέτησε, λέγοντας: «Σου αφήνω το σπίτι μου με όλα όσα έχει. Να είσαι τίμιος, ευσυνείδητος, να μην απατήσης ποτέ άνθρωπο και πάνω απ΄ όλα να προσεύχεσαι τακτικά, για το κάθε τι, για όλα που ο Θεός μάς δίνει. Μόνον σ’ αυτόν να εμπιστεύεσαι τα πάντα συ και η γυναίκα σου· να πηγαίνετε τακτικά εις την εκκλησία, να διαβάζετε την Αγία Γραφή και να θυμάστε την γιαγιά σας κ’ εμένα εις τις προσευχές σας. Να και τα χρήματα μου. Είναι χίλια ρούβλια χρυσά και σου τα χαρίζω. Φρόντισε να μην ξοδέψης άσκοπα ούτε ένα από αυτά, φρόντισε να μη σου κυριεύσουν την ψυχή και δώσε μερικά εις τους φτωχούς και εις την Εκκλησία». Μετά λίγες ημέρες απέθανε και τον εκηδεύσαμε σεμνά.

Αλλ’ ο αδελφός μου, με εφθόνησε φοβερά επειδή όλη η περιουσία έγινε δική μου. Ο θυμός του εναντίον μου εμεγάλωνε συνεχώς και ο Σατανάς τον παρώτρυνε τόσο εις το μίσος του εναντίον μου, ώστε εσχεδίαζε να με σκοτώση. Τελικά δεν μ’ εσκότωσε αλλά έκανε το εξής: Μιά νύχτα ενώ κοιμώμαστε, μη έχοντας πελάτες εις το πανδοχείο, διέρρηξε το δωμάτιο μεσ’ στο οποίο είχαμε τα λεπτά, τα επήρε από το μπαούλο κ’ έπειτα έβαλε φωτιά. Η φωτιά ξαπλώθηκε σ’ όλο το σπίτι χωρίς να το καταλάβουμε, μόλις δε κατωρθώσαμε εγώ κ’ η γυναίκα μου να γλυτώσουμε, πηδώντας μεσ’ στις φλόγες από ένα παράθυρο, φορώντας μόνο τα ρούχα του ύπνου. Η Αγία Γραφή ήταν κάτω από το μαξιλάρι μας, μα με όλη την παραζάλη κατώρθωσα να την πάρω μαζί μου. Καθώς εβλέπαμε το σπίτι μας να καίγεται, είπαμε ο ένας εις τον άλλο. «Δόξα τω Θεώ που εσώσαμε τη ζωή μας και την Αγία Γραφή, για να την έχουμε παρηγοριά, εις τις συμφορές που μας ευρήκαν». Έτσι ό,τι είχαμε και δεν είχαμε το χάσαμε και ο αδελφός μου εξαφανίστηκε χωρίς ν’ αφήση κανένα ίχνος. Αργότερα εμάθαμε ότι μεθυσμένος κάποτε εκόμπαζε, λέγοντας με τι τρόπο πήρε τα χρήματα και έκαψε το σπίτι.

Εμείναμε γυμνοί και κατεστραμμένοι, σχεδόν ζητιάνοι. Εδανειστήκαμε μερικά χρήματα, εφτιάξαμε μια μικρή καλύβα και αρχίσαμε να ζούμε όπως οι ακτήμονες χωρικοί. Η γυναίκα μου ήταν προκομμένη κι άρχισε να πλέκη, να υφαίνη και να ράβη. Είχε πολλή δουλειά κ’ έτσι συντηρούσε υποφερτά τον εαυτό της κ εμένα. Εγώ με την πάθησι του χεριού μου δεν ημπορούσα ούτε σκέτα ξυλοπάπουτσα να φτιάχνω.

Έτσι εκαθόμουνα δίπλα της όταν εδούλευε και της εδιάβαζα κομμάτια από την Αγία Γραφή. Άκουγε πάντα με προσοχή και ευλάβεια και μερικές φορές έκλαιγε. Όταν ερωτούσα γιατί έκλεγε, λέγοντάς της, ότι ο Θεός μάς εχάρισε το πολυτιμότερο αγαθό, τη ζωή, αυτή μου απαντούσε: «Συγκινούμαι τόσο πολ.ύ από την ανάγνωσι της Αγ. Γραφής»!

Εκτελούσαμε όσα ο παππούς μας, μας είχε παραγγείλει, ενηστεύαμε συχνά, κάθε πρωί ελέγαμε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας και την νύκτα εκάναμε εκατό μετάνοιες ο καθένας, για να αποφύγουμε το πέσιμό μας σε πειρασμό. Έτσι εζήσαμε ήρεμα δυό ολόκληρα χρόνια. Αλλά αυτό που είναι εκπληκτικό, είναι το γεγονός, ότι αν και δεν καταλαβαίναμε, επειδή δεν είχαμε ακούσει τίποτε για την εσωτερική προσευχή της καρδιάς, παρά προσευχόμεθα με το στόμα μόνον και με τις μετάνοιες χωρίς βαθύτερη σκέψι, σαν κούκλες που κάνουν παιγνίδια, παρ’ όλα αυτά, η επιθυμία για γνήσια προσευχή υπήρχε μέσα μας και οι μακρές προσευχές που τις ελέγαμε χωρίς να τις καταλαβαίνουμε, δεν μας εκούραζαν, αλλά πραγματικά μας άρεσαν.

Η καθαρή αλήθεια είναι, όπως ένας διδάσκαλος μού είπε κάποτε, ότι η μυστική Προσευχή πάντοτε κρύβεται μέσα εις την ανθρώπινη καρδιά. Ο άνθρωπος τις περισσότερες φορές δεν το γνωρίζει αυτό, αλλ’ αυτή εργάζεται κατά τρόπο μυστηριώδη μέσα εις την ψυχή και προτρέπει σε εκδήλωσι, ανάλογα με του κάθε ανθρώπου την γνώσι και την δύναμι.

Ύστερα από δυο χρόνια που εζήσαμε έτσι, η σύζυγός μου αρρώστησε με υψηλό πυρετό. Την εκοινωνήσαμε και την ενάτην ημέρα της αρρώστιας απέθανε. Τώρα ήμουν ολομόναχος εις τον κόσμον. Δεν ημπορούσα να κάμω καμμιά εργασία κ’ έπρεπε συγχρόνως να ζήσω• μά και η ζητιανιά μού φαινόταν ασυνείδητο πράγμα. Εκτός αυτού είχα τόση λύπη για το θάνατο της γυναίκας μου, ώστε δεν ήξευρα τί να κάμω. Όταν επήγαινα μέσα στην καλύβα κ’ έβλεπα τα ρούχα της, επνιγόμουν εις τα δάκρυα τόσο, που δυό – τρείς φορές, έπεσα κάτω αναίσθητος. Κατάλαβα, λοιπόν, ότι δεν ημπορούσα πιά να ζήσω εις το μέρος αυτό. Επούλησα την καλύβα μου για είκοσι ρούβλια και έδωσα τα λίγα ρούχα της γυναίκας μου εις τους φτωχούς. Επειδή ήμουν ανάπηρος, οι αρχές του τόπου μου δώσανε ένα διαβατήριο, το οποίον με ελευθέρωνε από κάθε δημόσια υποχρέωσι και έτσι παίρνοντας μαζί μου την Αγία Γραφή άρχισα τα ταξείδια χωρίς να ενδιαφέρωμαι πού πηγαίνω.

Έπειτα από λίγο καιρό άρχισα να σκέπτωμαι πού θα ημπορούσα να πάγω και είπα με τον εαυτόν μου: Πρώτα απ΄ όλα θα πάγω εις το Κίεβο. Θα προσκυνήσω εκεί τα μέρη αυτών που ευαρεστήσανε το Θεό και θα τους παρακαλέσω να με βοηθήσουν στα βάσανά μου.

Κάνοντας τις σκέψεις αυτές, άρχισα να αισθάνωμαι καλύτερα κ’ εγέμισε η ψυχή μου από ανακούφισι, αρχίζοντας το ταξείδι μου για το Κίεβο. Από τότε, δέκα τρία ολόκληρα χρόνια έχω περάσει ταξειδεύοντας από τόπο σε τόπο, κ’ έχω προσκυνήσει σε πάμπολλες εκκλησίες και σε μοναστήρια, αλλά τον τελευταίο καιρό έχω περπατήσει περισσότερο μέσα σε λειβάδια και στέππες. Δεν ηξεύρω αν ο Θεός θα ευδοκήση να πάω εις την Ιερουσαλήμ. Εάν αυτό είναι η θέλησί Του, τα αμαρτωλά μου κόκκαλα θα αναπαυθούν εκεί.

«Και πόσων χρόνων είσαι τώρα»;
«Τριάντα τριών».
«Ώστε, αγαπητέ μου αδελφέ, έχεις φθάσει την ηλικία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού»!


Η ρωσική παροιμία πού λέγει: «Ό άνθρωπος καταθέτει καί ό Θεός διαθέτει» άληθεύει, είπα, όταν έγύρισα πίσω είς τόν πνευματικό μου. 'Εσκεπτόμουν οτι τώρα, άσφαλώς, θά είχα άρχίσει τόν δρόμον μου γιά τήν 'Ιερουσαλήμ, άλλά κοίταξε πόσο άντίθετα έξειλίχθησαν τά πράγματα. Κάτι έντελώς άνεπάν- τεχο συνέβη καί μ' έκράτησε είς τό ιδιο μέρος γιά άλ¬λες τρείς ήμέρες. Δέν ήμποροΰσα δέ νά μήν έλθω νά σοΰ πώ καί νά σέ συμβουλευθώ, προτοΰ τελικά άποφα- σίσω γιά ό,τιδήποτε.

Συνέβη, λοιπόν, τό έξης: Τούς είχα άποχαιρετή- σει όλους καί μέ τήν| βοήθεια τοΰ Θεοΰ άρχισα τόν δρόμο μου. Είχα φθάσει είς τά κράσπεδα τής πόλεως όταν είδα ένα γνωστό μου άνδρα νά κάθεται είς τήν πόρτα τοΰ τελευταίου σπιτιού. 7Ηταν κι αύτός κά¬ποτε προσκυνητής σάν κ' έμένα, άλλά δέν τόν είχα ίδή τρία ολόκληρα χρόνια. Χαιρκετισθήκαμε καί μ' ερώ¬τησε, ποΰ έπήγαινα.

«Αν ό Θεός θέλη, άπήντησα, σκοπεύω νά πάω είς τά Ιεροσόλυμα».
«Δόξα τω Θεώ! 'Υπάρχει ένας πολύ καλός συν- ταξειδιώτης γιά σένα», είπε.
«Ό Θεός νά εύλογή καί σένα καί αύτόν, είπα, άλλά άσφαλώς γνωρίζεις οτι ποτέ δέν ταξειδεύω μέ παρέα. Συνηθίζω πάντα νά περιπλανιέμαι μόνος μου».
«Ναί, μά άκουσε πρώτα, γιατί νομίζο) ότι αύΐός πού σοΰ λέω είναι συνταξειδιώτης όπως θά τόν ήθελες. Θά σού ταιριάζη πραγματικά, σάν κοστούμι. "Ακουσε, λοιπόν: Ό πατέρας τοΰ κατόχου αύτοΰ τού σπιτιού έδώ που υπηρετώ, έχει τάξει νά προσκύνηση εις τήν Ιερουσαλήμ.. Είναι πολύ κάλος άνθρωπος, άλ¬λά είναι εντελώς κουφός. 'Οσοδήποτε κι άν φωνάζης δέν άκούει ούτε λέξι. "Οταν χρειάζεται νά τού πής κάτι. πρέπει νά τού τό γράψης. Βλέπεις, λοιπόν, δέν θά σέ στενοχωρήση καθόλου στό δρόμ.ο καί ούτε θά σού μ-ιλά, γιατί κ' έδώ είς τό σπίτι κάθε μ-έρα γίνεται καί πιο σιωπηλός. Άπό μέρους σου, έσύ θά τού είσαι βοηθός στό ταξείδι. Ό γυιός του θά τού παραχωρήση ένα άμάξι μέ άλογα πού θά σάς πάη μέχρι τήν 'Οδησ¬σό κι άπό έκεί θά τά πουλήσετε καί τά δυό. Ό γέρος θά προτιμούσε νά πεζοπορήση, άλλά δέν ήμπορεί γιατί έχει άποσκευές μαζί του καί μερικά πράγματα πού θέ-λει νά φέρη είς τόν Τάφο τού Κυρίου. Θά βάλης κ' έσύ τό σακκίδιό σου μέσα είς τό άμάξι.

«Τώρα σκέψου, πώς είναι δυνατόν ν' άφήσουμε ένα γέρον άνθρωπο καί κουφό, νά φύγη μόνος του μ' ένα άμάξι γιά ένα τόσο μεγάλο ταξείδι; "Εχουμε έρευνή- σει, έχουμε ψάξει παντού νά βρούμε κάποιον γιά συνο¬δό, άλλά όλοι τους ζητούν πολλά λεπτά καί έκτος άπ' αύτό, είναι δυνατόν νά μπλέξουμε μέ κανέναν άπατεώ- να, πού μπορεί νά τοΰ κλέψη καί τά χρήματα πού θά εχη μαζί του καί νά τόν έγκαταλείψη. Πές μου τό ν α ί, άδελφέ μου, καί όλα θά πάνε καλά. Κάνε τήν άπόφασι γιά τήν δόξα τού Θεοΰ καί τήν άγάπη τοΰ πλησίον. Θά χαρούνε πάρα πολύ οί δικοί του, πού είναι καλοί άνθρωποι καί μοΰ έχουν δείξει τόση άγάπη, δυό χρόνια τώρα πού εργάζομαι κοντά τους».
"Ολη αύτή ή συνομιλία έγινε στήν πόρτα καί έπειτα μ' έπήρε μέσ' στό σπίτι. Ό νοικοκύρης ήταν εκεί καί άμέσως κατάλαβα καθαρά ότι ήταν πλούσιοι και εύγενείς άνθρωποι. Τέλος συμφώνησα μέ τό σχέ¬διο τους. Έκανονίσαμε νά άρχίσουμε τό ταξείδι μας, με την εύλογία τοΰ Θεοΰ, δυό μέρες μετά τήν Λειτουργια τών Χριστουγέννων. Άλλά πόσα άπροσδόχητα πράγματα συναντά κανείς στο δρόμο τούτο τής ζωής του! Εις δλο αύτό τό διάστημα, ή θεία Πρόνοια καθω- δήγησε τις πράξεις μας καί έκυβέρνησε τά σχέδιά μας σύμφωνα μέ τό γραμμένο: «θεός εστίν ό ενεργών έν ήμίν καί τό θέλειν καί τό ένεργείν».

Ακούγοντας ολα αύτά ό έξομολόγος μου, μοΰ είπε: «Χαίρω μέ όλη μου τήν καρδιά, έπειδή ό θεός επέτρεψε νά σέ δώ καί πάλιν, έτσι άνεπάντεχα καί γρήγορα. Τώρα πού έχεις, λοιπόν, καιρό διαθέσιμο μέ¬νοντας μέ άγάπη κοντά μου, θά μοΰ πής περισσότερα άπό τή διδακτική πείρα πού πήρες άπό τόσα καί τόσα προσκυνηματικά ταξείδια. Τό ένδιαφέρον μου ν' άκού- σω, γεννήθηκε όταν σέ πρωτοάκουσα νά μοΰ διηγήσαι γιά ολα αύτά πού έχεις ίδή. Είμαι, λοιπόν, έτοιμος νά ξανακούσω τήν συνέχεια μέ μεγάλη εύχαρίστησι καί ενδιαφέρον».

«Καί έγώ είμαι έτοιμος καί εύτυχής νά σοΰ διηγηθώ περισσότερα», άπήντησα, καί άρχισα ώς εξής:

«Πολλά μοϋ έχουν συμβή άλλα καλά καί άλλα άσχημα. Γιά νά σοϋ τά διηγηθώ όμως όλα, πρέπει νά έχω πάρα πολύ χρόνο είς τήν διάθεσί μου, άλλά έπί¬σης έχω ξεχάσει καί μερικά έν τω μεταξύ, έπειδή μόνη μου προσπάθεια ήταν πάντα νά μή λησμονήσω εκείνα τά περιστατικά πού μ' έβοηθοΰσαν καί ώδηγοΰ- σαν τήν άμελή ψυχή μου είς τήν Προσευχή. "Ολα τά υπόλοιπα μόλις τά θυμούμαι ή μάλλον έφρόντισα νά τά ξεχάσω, σύμφωνα καί μέ τήν έντολή τοϋ Αποστό¬λου Παύλου πού λ.έγει: "Τά μεν οπίσω έπιλανθανόμε- νος τοις δέ έμπροσθεν έπεκτεινόμενος, κατά σκοπόν διώκω έπί τό βραβείον τής άνω κλήσεως τοΰ Θεοϋ έν Χριστώ Ίησοΰ".

»Ό μακαρίτης ό Πνευματικός μου όδηγός συνήθιζε έπίσης νά λέγη, ότι οί δυνάμεις οί άντίθετες εις τήν προσευχή τής καρδιάς, μάς επιτίθενται άπό δυό μεριές, άπό άριστερά καί άπό δεξιά. Δηλαδή όταν ό έχθρός δέν ήμπορεί νά μάς έμποδίση άπό τήν προσευ¬χή μέ τις μάταιες καί τις αμαρτωλές σκέψεις, φέρνει είς το μυαλό μας καλές διδασκαλίες καί όμορφες ιδέ¬ες, ώστε νά μάς παγίδευση ή μέ τόν ένα ή μέ τόν άλλο τρόπο καί νά ματαίωση τήν Προσευχή πού δέν ήμπο¬ρεί μέ κανέναν τρόπο νά τήν άνεχ-θή καί νά τήν βαστά- ξη. υνομαζεται κλέπτης εκ οεςιων , και αν ο άν¬θρωπος άπατη-θ ή, έγκαταλείπει τήν συνομιλία μέ τόν Θεό, γιά νά συνομιλή μέ τόν εαυτό του ή μέ άλλους. "Ετσι μέ έδίδαξε νά μήν έπιτρέπω καμμιάν άλ^η, έστω καί τήν πιο ωραία, άπασχόλησι είς τό μυαλό μου τήν άρα τής προσευχής καί πολλές φορές οταν έξώδευα τήν ήμέρα, περισσότερο χρόνο σέ σκέψεις ή συνομιλίες, άντι γιά τήν νοερά Προσευχή, έπίστευα ότι κάτι έπήγε χα¬μένο, ενώ άλλοτε κατελάμβανε τήν ψυχή μου ένα είδος πνευματικής δίψας. Είναι άλή-θεια, μοϋ είπεν άκόμη, οτι οί αρχάριοι, είδικώτερα, έπειδή έχουν άνάγκη νά άφιερώνουν πολύ χρόνον είς τήν προσευχή, πρέπει τό περισσότερο μέρος τής ημέρας νά προτιμούν νά τό αφιε¬ρώσουν είς αύτήν, παρά σέ οποιαδήποτε άλλη πνευμα¬τική άπασχόλησι. Άλλά ό άνθρωπος δέν ήμπορεί νά ξεχάση, όλα όσα τοΰ συνέβησαν, έστω καί άν πολλές φορές γιά πολύν καιρό δέν τά έπανέφερε είς τήν μνήμη του.

«Θυμάμαι, λοιπόν, πώς οταν ήμουν είς τήν περιοχή τοϋ Τομπόλσκ, συνέβη νά περάσω άπό μιάν έπαρχια- *η πόλι. Τά παξιμάδια μου έκόντευαν νά τελειώσουν, γι αύτό άναγκάσθηκα νά μπώ σ' ένα σπίτι καί νά ζη¬τήσω λίγα. Μόλις άνοιξαν τήν πόρτα, ό οικοδεσπότης μ•°ΰ είπε: ""Ερχεσαι άκριβώς τήν πιο κατάλληλη στι- ϊμη. Ή σύζυγος μου μόλις τώρα ξεφούρνισε. Πάρε, λοιπόν, ένα μεγάλο καί ζεστό καρβέλι, γιά νά μάς θυμάσαι εις τις προσευχές σου". Τόν ευχαρίστησα καί ό¬πως έβαζα τό καρβέλι μέσ' στό σακκίδιό μου ή νοικοκυ¬ρά βλέποντας το μοΰ είπε: "Πολύ έτρίφτηκε αύτό τό σακκίδιό σου, έχω όμως έγώ ενα καινούργιο καί θά σοΰ τό δώσω". Μοΰ έδωσε, λοιπόν, ένα καινούργιο καί γερό σακκίδιο καί έγώ άφοΰ τούς εύχαρίστησα καί πάλι θερ¬μά, έκίνησα γιά νά φύγω. Βγαίνοντας άπό τήν πόλι, έχρειάσθηκα λίγο άλάτι, κ' έζήτησα άπό ένα σπίτι, όπου οί καλοί άνθρωποι έκεί, μοΰ έδωσαν άφθονο. 'Α¬γαλλίασε πραγματικά ή καρδιά μου καί εύχαρίστησα τόν Θεό πού μέ ώδήγησε σέ τόσο καλούς άνθρώπους. "Τώρα, είπα μέ τόν έαυτόν μου, μή έχοντας νά φρον¬τίσω γιά τροφή, θά ευφρανθώ ψυχικά γιά μιάν όλό- κληρην έβδομάδα. Ευλογημένο τό ονομα τοΰ Κυρίου".

»Πέντε χιλιόμετρα άπό έκεί, περνώντας μέσα άπό ένα φτωχικό χωριό, είδα μιά μικρή ξύλινη έκκλη¬σία, κομψή καί όμορφα χρωματισμένη άπ' έξω. "Οπως έπερνοΰσα δίπλα, αισθάνθηκα τήν άνάγκη νά προσευ¬χηθώ λιγάκι μέσα έκεί κ' έμπήκα είς τόν πρόναο. Είς τήν πρασινάδα τής αύλής τής εκκλησίας έπαιζαν δυό παιδάκια πέντε έως έξη χρόνων. ΤΗσαν καλοντυμένα καί τά πήρα πώς ήσαν τά παιδιά τοΰ παπά. Έτελείω- σα τήν προσευχή μου κ' έπροχώρησα στό δρόμο μου, άλλά δέν είχα κάνει δέκα - δώδεκα βήματα οταν άκου¬σα νά μέ φωνάζουν: "Ζητιανάκο, ζητιανάκο, στάσου' . Τά δυό μικρά πού είχα ίδή, ένα άγοράκι καί ένα κορι¬τσάκι, μέ έφώναζαν κ' έτρεχαν πίσω μου. 'Εσταμάτη- σα, καί αύτά μ' επήραν άπό τό χέρι λέγοντας: ""Ελα άπό τό σπίτι, ή μητέρα μας έχει συμπάθεια είς τους
ζητιάνους .
"Δέν είμαι ζητιάνος, είπα, είμαι ένας περαστικος ανθρωπος .

Γιατι τοτε έχεις σακκουλα ;

"Τήν έχω γιά τό ψωμί πού τρώγω είς τόν δρόμο .
Το ιδιο κάνει• ελα, η μητέρα μας να σου δωση χρήματα γιά τό ταξείδι σου".
"Μά ποΰ είναι ή μητέρα σας"; ερώτησα.
"Κάτω έκεί, πίσω άπό τήν έκκλησία, μέσα σ' αύτό τό μικρό πάρκο".
»Μέ ώδήγησαν σέ ένα όμορφο κήπο πού είς τή μέση του ήταν ένα μεγάλο έπαρχιακό σπίτι. 'Εμπή- καμε μέσα. Πόσο όμορφα καί καθαρά ήσαν όλα έκεί. Ή οικοδέσποινα έτρεξε νά μάς πή: "καλώς ώρίσα- τε! καλώς ώρίσατε! Ό Θεός σάς έστειλε• καθήστε, σάς παρακαλώ". Μέ τά ίδια της τά χέρια έπήρε τό σακκίδιό μου καί τό έβαλε έπάνω σ' ένα τραπέζι καί έμένα μ' έκάθισε σέ μιά μαλακή καί άναπαυτική πολυ¬θρόνα.
"Μήπως θέλετε νά φάτε κάτι; Μήπως θέλετε τσάϊ; "Ο,τι χρειάζεσθε ύπάρχει έδώ".
"Σάς εύχαριστώ, άπήντησα, μά έχω ένα σακκίδιό γεμάτο παξιμάδια. Είναι άλήθεια πώς δέν άπε- χθάνομαι τό τσάι, άλλά, σάν χωρικός πού είμαι, δέν τό έχω πολυσυνηθίσει. Μέ εύχαριστεί καί μέ ύποχρεώ- νει τό έγκάρδιό σας καλωσόρισμα, τόσο, πού δέν θέ¬λω τίποτε άλλο. θά προσευχηθώ νά σάς εύλογή ό θε¬ός, πού δείχνετε είς τούς ξένους τόσην άγάπη, ποτι¬σμένη μέ τό πνεΰμα τοΰ Εύαγγελίου".

»Ένώ μιλοΰσα, ένα ισχυρό συναίσθημα μέ κατέλαβε σπρώχνοντάς με νά μείνω μόνος. Ή Προσευχή μοΰ άναστάτωνε τήν κοιρδιά καί είχα άνάγκη άπό σιωπή καί ήρεμία, ν' άφήσω έλεύθερο αύτό τό ξύπνη¬μα πού μοΰ έφερνε τής Προσευχής ή φλόγα, καθώς επίσης νά κρύψω άπό τούς άλλους τά εξωτερικά σημάδια πού τό άκολουθοΰν, όπως τά δάκρυα, οί άνα στεναγμοί καί οί συσπάσεις είς τό πρόσωπο καί είς τά χείλη πού λέγονται "άλλοίωσις", κ' έσηκώθηκα λέγοντας:
"Νά μέ συγχωρήτε, άλλά πρέπει νά φύγω τώ¬ρα. Ό Χρίστος νά είναι μαζί σας, καί μαζί μέ τ' άγα πημένα σας παιδάκια".

"7Ω, όχι! θεός φυλάξοι• δέν θά φύγετε! Δέν σάς άφήνω. Ό άνδρας μου, πού είναι δικαστής, θά γυρίσν, άπ' τήν πόλι άπόψε, κι άλήθεια πόσο θά εύχαριστηθή νά σάς συναντήση! Θεωρεί τούς προσκυνητάς άγγε- λιαφόρους τοϋ Θεοϋ. Έάν φύγετε, θά λυπηθή πολύ, πού δέν θά σάς ίδή. Έκτος αύτοϋ αύριο είναι Κυριακή• θά προσευχηθήτε, λοιπόν, μαζί μας είς τήν έκκλησία, καί τό μεσημέρι θά φάτε έδώ, ο,τι ό Θεός μάς δώση. Είς τις γιορτές πάντοτε έχουμε καμμιά τριανταριά έπισκέ- πτας, όλους, πτωχούς άδελφούς μας. Ελάτε τώρα, γιατί δέν μοϋ είπατε άκόμη τίποτε γιά τά ταξείδια σας; Ποΰ έπήγατε καί ποϋ θά πάτε νά προσκυνήσετε; Μιλήστε μου μοΰ άρέσει τόσο πολύ νά συνομιλώ με άφωσιωμένους είς τόν Θεόν άνθρώπους. Παιδιά, παι¬διά! Πάρετε τό σακκίδιό τοΰ προσκυνητοΰ καί φυλάξετε το μέσα, γιατί θά μείνη άπόψε έδώ".

»Ή έκπληξίς μου ήτο τόσο μεγάλη καί όπως άκουγα αύτά πού έλεγε έρώτησα τόν εαυτόν μου, έάν μιλοΰσα μέ άνθρωπο ή μέ κάποιο είδος έπιγείου άγγέλου!

«"Εμεινα, λοιπόν, κ' έπερίμενα τόν σύζυγο της. Τής διηγήθηκα μέ συντομία γιά τά ταξείδια μου καί τής είπα ότι έπήγαινα στό Ίρκούτσκ.

"Τότε, λοιπόν, θά περάσετε άπό τό Τομπόλσκ. είπε ή κυρία, έκεί είναι ή μητέρα μου, καλογριά σ' ένα μοναστήρι. Είναι μεγαλόσχημη τώρα. Θά σάς δώσουμε ένα γράμμα γι' αύτήν καί θά χαρή πάρα πολυ να σάς δή. Πολύς, πάρα πολύς κόσμος πηγαίνει νά τήν συμβουλευθή γιά πνευματικά ζητήματα. Θά σάς παρακαλέσουμε νά τής δώσετε ένα βιβλίο τοϋ αγίου 'Ιωάννου τής Κλίμακος, πού μάς έγραψε και το παραγγείλαμε είς τήν Μόσχα".

«Είχε φθάσει έν τώ μεταξύ ή ώρα τοϋ φαγητοϋ κ' έκαθήσαμε στό τραπέζι. Τέσσερεις άλλες κυρίες έκάθησαν μαζί μ' εμάς. "Οταν τό πρώτο πιάτο έτε- λείωσε, μιά άπ' αύτές έσηκώθηκε, υποκλίθηκε είς τήν εικόνα καί σ' εμάς, έπήγε καί έφερε τό δεύτερο πιάτο κ' έκάθησε πάλι. "Επειτα μέ τήν σειρά άλλη μιά άπό τις κυρίες έσηκώθηκε κ' έφερε τό τρίτο πιάτο. "Οταν είδα αύτά, είπα πρός τήν οικοδέσποινα: "Θά ήθελα, άλλά δέν ξεύρω άν πρέπη νά τολμήσω, νά σάς έρω- τήσω, έάν οί κυρίες αύτές είναι συγγενείς σας".
"Μάλιστα! Είναι σάν άδελφές μου. Αύτή έδώ εί¬ναι ή μαγείρισσα καί ή άλλη είναι ή σύζυγος τού άμα- ξά. Ή τρίτη κρατάει όλα τά κλειδιά καί ή τετάρτη είναι ή βοηθός μου. Είναι όλες πανδρεμένες. Σε όλη τήν υπηρεσία μου δέν έχω καμμίαν άνύπανδρη κοπέλ- λα".

«"Οσο περισσότερο έβλεπα καί άκουγα αύτά, τόσο καί πιο πολύ μέ κατελάμβανε έκπληξις καί έδόξαζα τόν Θεό πού παρεχώρησε νά γνωρίσω τόσον εύσεβείς άνθρώπους. "Αρχισα, όμως, νά αίσθάνωμαι τήν έπι¬θυμία γιά προσευχή νά άναταράζη τήν καρδιά μου καί έπιθυμοΰσα νά μείνω μόνος όσο πιο γρήγορα μποροΰσα, έπειδή δέν άντεχα νά άναβάλω τήν Προσευχή περισ¬σότερο. Είπα, λοιπόν, είς τήν κυρία μόλις έσηκωθή- καμε άπ' τό τραπέζι: "Δέν άμφιβάλλω ότι θά άνα- παυθήτε τώρα μετά τό φαγητό. 'Εγώ όμως έπειδή εί¬μαι πολύ συνηθισμένος νά περπατώ, θά κάμω μιά βόλ¬τα μέσα είς τόν κήπο".

"Α, οχι! δέν άναπαυόμεθα, άπήντησεν ή οικο-δέσποινα, θά έλθω καί έγώ είς τόν κήπο μαζί σας, και θά συνομιλήσουμε γιά κάτι εποικοδομητικό. Έάν πάτε μόνος σας τά παιδιά -θά σάς διαταράξουν τήν γαλήνη, γιατί μόλις σάς δοΰν θά έλθουν κοντά σας, έπειδή άγαποΰν πολύ τούς προσκυνητάς καί τούς ξέ- νους .

»Δέν έμενε, λοιπόν, τίποτε άλλο παρά νά ύποχω- ρήσω είς τά όσα είπε. Θέλοντας ν' άποφύγω νά μιλώ όλο έγω, όταν έφθάσαμε στον κήπο, υποκλίθηκα μπροστά της καί τής είπα: "Σάς παρακαλώ πάρα πολύ, πέστε μΟυ, πόσον καιρό περνάτε τήν ζωήν σας μέ αύτόν τόν τρόπον τής άφοσιώσεως είς τόν Χριστό καί τον πλησίον καί ποιά ήταν ή αιτία πού σάς ώδήγησε σέ μιά τέτοια εύλογημένη διαβίωσι";

"Θά σάς διηγηθώ ολην τήν ιστορία, άν τό θέλετε", ήταν ή άπάντησις.
"Ή μητέρα μου ήταν δισέγγονη τοΰ άγίου Ίω- άσαφ, τοΰ οποίου τά λείψανα εύρίσκονται είς τό Μπυ- ελκορόδ. Είχαμε ένα μεγάλο σπίτι, κ' ένα διαμέρισμά του τό είχαμε ένοικιάσει σέ ένα κύριο πού ήταν πολύ καλός, άλλ' όχι πλούσιος. .Σέ λίγο καιρό όμως ό άτυ- χής άπέθανε καί ή σύζυγος του, πού ήταν έγκυος, άπέθανε κι αύτή στον τοκετό.

"Τό μωρό, ένα άγοράκι, έμεινε πεντάρφανο καί πάμπτωχο, ή δέ μητέρα μου τό εύα^χλαγχνίσθηκε καί τό άνέλαβε νά τό άναθρέψη. Έγώ έγεννήθηκα ένα χρόνο άργότερα. Έμεγαλώσαμε μαζί, επήγαμε είς τό σχολείο μαζί, είχαμε τούς ίδιους διδασκάλους, τούς ίδιους παιδαγωγούς καί είχαμε συνηθίσει τόσο πολύ ό ένας τόν άλλο, πού δέν ξεχωρίζαμε άπό πραγματικά άδέλφια. 'Αργότερα ό πατέρας μου άπέθανε κάί ή μη¬τέρα μου μάς έπήρε καί ήλθαμε είς αύτό έδώ τό κτή¬μα.

""Οταν έμεγαλώσαμε μάς έπάνδρευσε, μάς έδώ- ρισε τό κτήμα τοΰτο καί τό σπίτι κ' εκείνη άπεχώρησε σέ μοναστήρι, όπου είχε κτίσει άπό πρίν, ένα κελλί δι- χό της. Μάς έδωσε τήν μητρική της ευλογία, σάν υποθήκη δέ, τήν έπιθυμία της νά ζοϋμε ζωή καλών χριστιανών, νά προσευχώμεθα θερμά καί νά εφαρμό¬ζουμε τήν έντολή τής άγάπης δείχνοντάς την μέ έργα πρός τόν πλησίον, τρέφοντας καί βοηθώντας τους πτω¬χούς μέ άπλότητα καί ταπείνωσι, γιά νά τούς διδά¬σκουμε μέ τά έ'ργα μας αύτά, τόν φόβο τοϋ Θεοϋ. .

"Μάς έδίδαξε άκόμη νά συμπεριφερώμεθα πρός τούς ύπηρέτας μας σάν νά είναι άδελφοί μας. "Ετσι λοιπόν, άπό τότε ζούμε συνεχώς σύμφωνα μέ τις ύπο- θήκες της, προσπαθώντας νά τις έφαρμόζουμε όσο καλύτερα μπορούμε.

εχουμε ενα ξενωνα για τους περαστικούς και τούς δυστυχισμένους, αύτή δέ τήν στιγμή υπάρχουν μέσα σ αύτόν περισσότεροι άπό δέκα δυστυχισμένοι καί άνάπηροι. Ά ν θέλης μπορούμε νά τούς ιδούμε αύριο '.
«"Οταν έτελείωσε, δίδοντάς μου όλες αύτές τις πληροφορίες, τήν ερώτησα άν μποροΰσα νά ιδώ αύτό το βιβλίο τής Κλίμακος τοΰ άγίου 'Ιωάννου, πού ήθελε νά τό στείλη είς τήν μητέρα της. "'Ελάτε μέσα, μοϋ είπε, καί θά τό βρώ άμέσως".

»Μόλις είχαμε καθήσει γιά νά διαβάσουμε, ήλθε ό σύζυγος της καί βλέποντάς με μ' έκαλωσώρισε θερμά. 'Ασπασθήκαμε ό ένας τόν άλλον σάν άδελφοί, μ' επήρε δέ είς τό δωμάτιο του λέγοντας: ""Ελα, άγαπητέ μου άδελφέ, ας περάσουμε στό γραφείο μου. Ή γυναί¬κα μου θά σέ ζάλισε τόση ώρα. Μόλις βλέπει κανένα προσκυνητή ή κανένα άνάπηρο ζητιάνο, δέν τούς άφή- νει με τήν κουβέντα καί τις έρωτήσεις νά ήσυχάσουν ουτε μέρα ούτε νύκτα. Αύτό κάνει γιά χρόνια καί χρό¬νια τώρα".

«'Εμπήκαμε είς τό γραφείο. 'Αλήθεια πόσα βιβλία υπήρχαν μέσα έκεί! Τί ωραίες εικόνες, τί ωραίος Εσταυρωμένος σέ φυσικό μέγεθος, τί όμορφο Τε-τραυάγγελο! 'Απήγγειλα μιά προσευχή καί έπειτα εί¬πα: "Ζήτε πραγματικά σ' έναν Παράδεισο τοΰ θεοΰ. Έκεί είναι ό Χριστός, ή άγία του Μητέρα καί οί "Α¬γιοι, έδώ δέ είναι ή θεία διδασκαλία, τά ζωντανά καί αιώνια λόγια τής ζωής. Είμαι βέβαιος πώς πολύ συ¬χνά άπολαμβάνετε τήν θεία τροφή πού παρέχουν".

"Αλήθεια! Παραδέχομαι πώς είμαι πολύ φίλος τής μελέτης" άπήντησε.
"Τί είδους βιβλία έχετε είς τήν βιβλιοθήκη σας"; έρώτησα.
""Εχω μεγάλον άριθμό θρησκευτικών βιβλίων", ήταν ή άπάντησις.



 Συνεχίζεται

Επιτρέπεται η  αναδημοσίευση με την Προϋπόθεση της Αναφοράς της Πηγής

ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ

ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΕΝΟΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗ

http://www.paterikiorthodoxia.com/


Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.