Πέμπτη, 8 Αυγούστου 2013

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΦΩΤΕΙΝΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ


 
Πίνακας Ζωγραφικής Γιώργος Κορδής 

Αναστάσιος Μ. (1929-2004)
Ο Θεός διάλεξε τους απλοϊκούς που ο κόσμος θεωρεί μωρούς για να καταντροπιάσει τους σοφούς. Και εξέλεξε όσους ο κόσμος θεωρεί ανίσχυρους για να ντροπιάσει τελικά εκείνους που έχουν κοσμική δύναμη, και διάλεξε ο Θεός εκείνους που έχουν άσημη καταγωγή και τους περιφρονημένους κι εκείνους που τους θεωρούν τόσο τιποτένιους σαν να μην υπάρχουν καν, για να καταργήσει όσους θαρρούν πως είναι κάτι. Και τούτο για να μην μπορεί να καυχηθεί ενώπιον του Θεού κανείς απολύτως. (Α Κορινθίους α; 27)

Τα ανωτέρω αρμόζουν για τον ταπεινό και πολυβασανισμένο, μακαριστό κ. Τάσο, ο οποίος με την έμπρακτη πίστη του στον Χριστό, είχε λάβει πολλά ουράνια χαρίσματα. Γεννήθηκε τον Δεκέμβριο του 1929 στην Κ……., ένα χωριό μικρό κοντά στην λίμνη ............

Από μικρό παιδί μπήκε στην βιοπάλη, ήταν ορφανός από πατέρα από την ηλικία των τριών ετών. Στην αρχή ή-ταν τσομπανάκος, Μετά στα χωράφια, αργότερα στις οικοδομές, χαμάλης σε αποθήκες, καλλιεργητής σε λαχανόκηπους, πλανόδιος μανάβης. Όπως έλεγε ο ίδιος σε ηλικία 16 ετών, σκέφτηκε, ποιο δρόμο να πάρει κι από τότε, έπεσε στο βήμα του Χριστού, στο Ευαγγέλιο, νιώθοντας «σαν επιστρατευμένος». Όταν συναντιόνταν στα βουνά μ’ έναν άλλον πιστό βοσκό τον κ. Νεοκλή, φώναζε ο ένας τον άλλον, σαν σύνθημα και σαν χαιρετισμό. Αγαπάς τον Χριστό; -Ναι, τον αγαπώ! Με την πρώτη ευκαιρία πουλά ένα γομάρι κι αγοράζει μία Καινή Διαθήκη, απ’ αυτές που κυκλοφορούσαν τότε σε παράφραση στην καθομιλουμένη. Αυτό το βιβλίο το έκανε κτήμα του, ώστε να το πονά και να κλαίει γι’ αυτό. Είχε γίνει τόσο βίωμα του, ώστε όταν μιλούσε ανέφερε πάντα κάτι απ’ το Ευαγγέλιο, δύο κεφάλαια μάλιστα τα έλεγε με την αργόσυρτη παιδική φωνή του απ’ έξω: τούς Μακαρισμούς από το κατά Ματθαίον, και από το κατά Ιωάννη το 14ο κεφάλαιο «μη ταράζεται η καρδιά σας... Πιστέψετε εις τον Θεόν και εις εμέ πιστέψετε... στην οικία του πατέρα μου είναι πολλά οικήματα...». 

Είχε βαθιά αγάπη για την Εκκλησία, για τις ακολουθίες της, τα μυστήρια της. Η λατρεία του Θεού είναι λαχτάρα, έλεγε. Σε ανάπαυε και μόνο που τον έβλεπες γιατί μιλούσε το παρά¬δειγμα του, πράος, ανεξίκακος, εργατικός, πονόψυχος. Επειδή είχε ζήσει μες στα βουνά από μικρό παιδί, κατανοούσε άπταιστα τα χωρία εκείνα, τις παραβολές ιδίως του Ευαγγελίου που έχουν σχέση με την αγροτική ζωή κι έδινε με χαριτωμένο τρόπο παραδείγματα απ’ τη ζωή στη φύση. Διδακτός Θεού, πράγματι, γιατί σχολείο ούτε τρεις τάξεις δεν πρόλαβε να πάει, κι έλεγε πράγματα που νόμιζες πως είχε διαβάσει πατέρες της Εκκλησίας ενώ αυτός το μόνο που είχε διαβάσει ήταν τα τέσσερα ευαγγέλια απ’ την παλιά, φθαρμένη μα τόσο αγαπημένη του Καινή Διαθήκη. Μα δεν έλεγε μόνο, αλλά και τα εφάρμοζε στην πράξη με την βοήθεια της προσευχής. Έλε¬γε, αχ Θεέ μου, καθάρισε με από τα κρύφια κι άθελα μου, που βρίσκεται στον 18ο Ψαλμό, (εκ των κρυφίων μου καθαρισόν με) αλλά και στο Γεροντικό: «Κύριε, εκ των κρυφίων μου καθαρισόν με για να μην ντροπιάζομαι στην προσευχή μου».

Στα σαράντα του χρόνια τον βρήκε το «ζάχαρο» που το έλεγε ευλογία. Δέχτηκε την αρρώστια αυτή με τις πολλές επιπλοκές σαν έναν απαραίτητο σταθμό στην ζωή του. Δεν διέκοψε την εργασία του, παρά την ειδική αγωγή (ινσουλίνες, δίαιτα σχετική, συχνούς εργαστηριακούς ελέγχους), αντιθέτως, δούλευε ως τα 67 χρόνια του σκληρά, με την τσάπα, το φτυάρι, τα ποτίσματα στους μπαξέδες που νοίκιαζε, γιατί δεν είχε χωράφια δικά του. 

Όταν γινόταν η σοδειά, γυρνούσε στο χωριό με το κάρο κι αργότερα μ ένα χειροκίνητο καροτσάκι με τρεις ρόδες και διαλαλούσε, με την αθώα παιδιάστικη φωνή του, την μαναβική του. Πάντα έβαζε στη σακούλα του αγοραστή περισσότερα απ’ όσα ζύγιζε, χώρια που πήγαινε σε αναγκεμένους κι άφηνε κρυφά τα καλύτερα απ’ τα προϊόντα του μόχθου του. Έπαθε πολλές φορές κώμα από υπεργλυκαιμία και το αντίθετο από υπογλυκαιμία, με νοσηλείες σε νοσοκομεία. Λόγω διαβητικής αγγειοπάθειας έπαθε γάγγραινα στο αριστερό πόδι που είχε συνέπεια να του το κόψουν κάτω απ’ το γόνατο, ενώ σε λίγο τυφλώθηκε, λόγω διαβητικής αμφιβληστροπάθειας. Έτσι καθηλώθηκε, έγκλειστος τα τελευταία 7 χρόνια της ζωής του στο δωμάτιο του «μόνος μόνω Θεώ», Μετακινούμενος μόνο μέσα στο σπίτι μ’ ένα αναπηρικό καροτσάκι, ενώ και στο άλλο πόδι εμφανίστηκαν έλκη, οιδήματα, μελανά δάχτυλα από γάγγραινα, που του έφερνε πόνους. Κάποτε ένιωθε σαν να του πριονίζουν το πόδι, ενώ δεν έλειπαν οι πόνοι και στο ακρωτηριασμένο - αυτό που ονομάζεται ιατρικώς «φάντασμα μέλος». Όταν όμως τον ρωτούσες τι κάνει, έλεγε, καλύτερα εδώ μέσα, ίσως άμα ήμουν στο πλατάνι, στην πλατεία, να αμαρτανόμουν. Κι έτσι, στην ησυχία, έφτανε στην απαραίτητη γι’ αυτόν αυτοσυγκέντρωση και στην πιο αγαπημένη του ενασχόληση, την προσευχή, που τον τραβούσε σαν μαγνήτης.

Προσεκτικός στα λόγια, ποτέ κατάκριση, αυτός που τόσα χρόνια είχε να βάλει γλυκό στο στόμα του, ποτέ δεν έβγαλε λόγω πικρό για κάποιον ή να ρίξει κάπου μία σκιά, κι όλα αυτά άπιαστα χωρίς να σου δίνει την εντύπωση ότι αυτολογοκρίνεται ή κάτι άγνωστο εντελώς σ αυτόν, να υποκρίνεται. Λες κι είχε υπ’ όψιν του τις συμβουλές του Αποστ. Παύλου στον Τιμόθεο και στον Τίτο, που δεν τις είχε διαβάσει: «να έχεις νήψη σε όλα, κακοπάθησε, κάμε έργο Ευαγγελιστού, να είσαι άμαχος, επιεικής, πράος». Τα πρωινά άκουγε, (από τότε που σταμάτησε να δουλεύει, γιατί προηγουμένως ξυπνούσε απ’ τα χαράματα) από τον σταθμό της Λυδίας το συναξάρι του αγίου της ημέρας και ακούγοντας το ήταν σε κατάνυξη και περισυλλογή. Δες πως είναι η πίστη μας ζωντανή, έλεγε, και στο τέλος ακούγοντας το τροπάριο του αγίου, χαιρόταν. Χαρμολύπη!

Τούς τελευταίους μήνες της ζωής του ήρθαν απανωτές οι επιπλοκές της χρόνιας πάθησής του κι έγιναν πολλές εισαγωγές σε πολλά νοσοκομεία: πνευμονικό οίδημα με ορθόπνοια βασανιστική, στηθαγχικές προσβολές, εμφράγματα σιωπηλά και φανερά, και από κοντά αφόρητοι πόνοι στο γαγγραινιασμένο πόδι, με το ζάχαρο να απορυθμίζεται συχνά, τρυπημένος πόσες χιλιάδες φορές για τις ενέσεις ινσουλίνης, για τις αναλύσεις, σε ράντζα, σε θαλάμους και στην εντατική και από εκεί που ήταν σοβαρά να αναλαμβάνει πάλι. Χαρακτηριστικά ο διευθυντής μιας καρδιολογικής κλινικής είπε απορώντας, πως «αυτός είχε μία μη αναμενόμενη βελτίωση». Και ο κ. Τάσος σαν άνθρωπος που μπαινόβγαινε σε νοσοκομεία, με φορεία και ασθενοφόρα, είχε βέβαια τα σημάδια της κόπωσης, την έγνοια ότι κουράζει τους άλλους, μια που εξαρτιόταν στις κινήσεις του, όμως στο πρόσωπό του, στην συμπεριφορά του, ήταν έκδηλος ο καρπός του Αγίου Πνεύματος: αγάπη και ενδιαφέρον για όλους, πίστη, ανεκτικότητα, υπομονή, εγκράτεια. Εγκράτεια σε όλα, στη γλώσσα, στην τροφή του που στην περίπτωσή του ήταν κυριολεκτικά και το φάρμακό του. Τηρούσε τις νηστείες και όταν περίμενε να μεταλάβει, όπως όρισε ο ξομολόγος, περίμενε νηστικός ώσπου να ‘ρθει ο παπάς. Μετά την απόλυση, έβλεπες ότι είχε απόπνοια οξόνης λόγω του διαβήτη, και περίμενε με πόθο την θεία Κοινωνία που μ’ αυτήν «παίρνουμε, όπως έλεγε, μερτικό απ’ τον Χριστό».

Κι αφού καθαρίστηκε σαν το χρυσάφι στο καμίνι των θλίψεων με την υπομονή, έφτασε τις τελευταίες ημέρες της ζωής του να λέει: «Αχ Θεέ μου, σώσε με! Αχ Θεέ μου, συγχώρεσε με! Δώσε μου δύναμη και κουράγιο τ’ όνομα σου να ‘χω στην καρδιά μου. Αχ! τίποτα δε θέλω άλλο ». Και τις επόμενες ημέρες δεν παρακαλούσε για τον εαυτό του αλλά έλεγε με φωνή ικετευτική, σαν σε παράκληση, ενώ το ίσο το κρατούσε ο βόμβος απ’ το μηχάνημα που του έδινε οξυγόνο.

- Αχ Θεέ μου, σώσε την ανθρωπότητα.., Θεέ μου σώσε την ανθρωπότητα..., σώσε την ανθρωπότητα... και νόμιζες ότι βρισκόταν αλλού...

Και τώρα, εκεί που βρίσκεσαι, αγαθέ και χαριτωμένε κ. Τάσο, στην ουράνια αγαλλίαση, εσύ που δεν γνώρισες μάταιες χαρές του κόσμου τούτου, αλλά τις δωρεές της χάριτος, αιωνία σου η μνήμη....

Αληθινά, είναι ένα πράγμα θαυμαστό, με την πίστη του Χριστού να γίνεται ο άνθρωπος πνευματικός σε όλα κι ακόμα κι ο πιο απαίδευτος «ο τσομπάνος».
(Φ. Κόντογλου)

Λίγα βιογραφικά

Ο κ. Τάσος (Αναστάσιος) Μ. γεννήθηκε το 1929. Το 1932 πέθανε ο πατέρας του σε ηλικία 37 χρονών από «πούντα». Η καταγωγή του ήταν από στο Σχολάρι της Θράκης. Ήταν θεοσεβούμενος και είχε αγοράσει από ένα μετόχι την εικόνα των Αγίων Αναργύρων και την έφερε στην εκκλησιά του χωριού. Η μητέρα του ήταν κι αυτή Θρακιώτισσα από το Νηχώρι, κοντά στην Ραιδεστό, γέννησε 6 παιδιά. Όπως αφηγείται ο ίδιος, «Από μικρός πέρασα μαρτύρια. Ήμαν έως 2 χρονώ, αβράκωτος, με φουστανάκι τότες μας είχαν, και πήγα κι έπεσα πάνω στην πυροστιά. Τότες νε φάρμακα... νε τίποτα... Με πρακτικά να με γιατρέψουν! Επειδή ήμασταν 5 ορφανά, εμένα το τελευταίο μ έδωκαν για υιοθεσία σ ένα διπλανό χωριό. Ήμουν δίδυμος μ έναν αδελφό μου που γεννήθηκε πολύ ζωηρός, μπαμπάτσικο μωρό λέγανε, ενώ εγώ ήμουν σα ψοφίμι, ζαλίμι με λέγαν! Εκείνο το βύζαιναν, εμένα μ είχαν παραπετάξει, μα ο πατέρας με λυπόταν και μου ‘δινε λίγο λαδάκι με ζάχαρη. Περιφρονημένος ήμουν από μικρός. Και πεθαίνει εκείνο το κατάγερο και μνήσκω εγώ! Γι’ αυτό να λέμε πόσος ντουνιάς πέρασε απ’ αυτήν την γης, τι ‘ναι τα χρόνια, σα μία μέρα, σαν ένα κύμα... Να λέμε ήμαρτον, συχώρεσε μας Κύριε, χορτάρια είμαστε. Μ’ έδωκε η μάνα μου ένα κομμάτι πίτα, είχε το ταψί μπροστά εκείνη την ώρα, και έγινε η υιοθεσία! Δυόμισι χρονώ να ‘μουνα τότε που με δώκαν ορφανό σε ξένα χέρια...

Με πήρε σα κουτάβι με κλειστά μάτια ο πατριός να με πάγη στο άλλο χωριό. Με πήγε κατευθείαν στο καφενείο. Εκεί μέσα 4-5 καρέκλες κι εγώ ούτε να κλάψω, να παραπονεθώ κι έλεγε ο πατριός μου στον κόσμο εκεί μέσα πως με πήρε για παιδί του. Μετά με πήγε στο σπίτι του. Δεν είχαν αυτοί παιδιά. Με δείχνει την γυναίκα του, αυτήν θα λες μητέρα, εμένα θα με λες πατέρα. Ναι; Ναι! Αυτή όμως η γυναίκα του ήταν σα τσαγκάδα (προβατίνα που όταν γεννά δεν παίρνει κοντά τα αρνάκια της). Με χτύπαγε αλύπητα, για σκοτωμό. Από το ξύλο, μία μέρα βάφτηκαν τα σανίδια της παράγκας όλο αίμα. Ύστερα από λίγο έφτασε αυτός. - Τι ‘ναι; -Μ έδειρε η μάνα! Τότε κι αυτός άρχισε να δέρνει αυτήνα. Ώσπου με τα πολλά κάτι γειτόνοι ειδοποίησαν τη μάνα μου, θα σκοτώσει αυτή το παιδί, τρέχα! Κι ήρθε και μ’ αρπάζει αβράκωτο, κρυφά, απ’ την αυλή. Την άλλη μέρα ήρθε αυτός για να με ξαναπάρει μα οι δικοί μου μ’ έκρυψαν.

Όλη η ζωή μου γεμάτη είναι με θαυμαστά, από τότε που ήμουν τσομπανάκος μέχρι και τώρα. Τα σπίτια μας ήταν παλιά, τούρκικα, σαν αχούρια. Με λάσπη και κοπριά για ντουβάρια, με άχερο μέσα, με ραγάζια (καλάμια), πλεγμένα σαζιά. Τότε η ζωή ήταν απλή. Παλιά ο κόσμος μ ένα παραμύθι το βράδι κοιμόταν πολύ ευχαριστημένος. Τώρα δε παρηγοριέται με τίποτα. Τότε ζούσαμε σαν αγριάνθρωποι, μες στους κινδύνους. Κάποτε ξέχασαν το ποντικοφάρμακο μες στην πινακωτή, παραλίγο να μας ξολόθρευε. Και τι τρώγαμε... κατσαμάκι (καλαμποκίσιο αλεύρι), σαμόλαδο με ζάχαρη, σα χαλβάς ήταν. Μικρό μ έστελναν με τα γουρούνια στο βάλτο, μες στα μπαντάκια (λάσπη). Εκεί έπινα θολό νερό βροχής και κάποτε που δεν είχα ποτήρι, έβαζα το παπούτσι μου μέσα στις γκιουλίτσες (λακκούβες) και έπινα... Πάσχα μόνο είχε κρέας, Μετά άμα σφάζαμε κανά γουρούνι, είχε λίγδα, τσιγαρίδα, καβουρμά, κι αυτά λιγοστά. Κάποτε τρώγαμε και χέλια από τη λίμνη. Τα φρούτα μας ήταν τα γκόρτσια (άγρια απίδια), τίποτα βατόμουρα, σταφύλια... Μες στις βατσινιές σαν αλπές (αλεπούδες) μεγαλώναμε... Ξυπόλητα μες στα μπαντάκια. Μία μέρα, καμιά 15αριά χρονώ θα ‘μουνα, βάλαμε τα γουρούνια μες στη λίμνη και μένα, μ’ έπιασε ύπνος, κόβω ένα κομμάτι καλάμι, το βάζω όρθιο για να φυλαχτώ απ’ τον ήλιο και πέφτω και ξαπλώνω με το κεφάλι μου πάνω στο χέρι όταν σηκώθηκα είχε πρηστεί και μαύρισε το χέρι, πόναγα, τρόμαξαν να το γιάνουν....

Διαβάστε ολο το Βιβλίο της ανάρτησης στόν σύνδεσμο link:

ΣΑΝ ΤΟ ΧΡΥΣΑΦΙ ΣΤΟ ΚΑΜΙΝΙ

http://www.paterikiorthodoxia.com/2013/08/blog-post_6912.html

Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.