Δευτέρα, 12 Αυγούστου 2013

ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΕΝΟΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗ - ΕΝΟΤΗΤΑ 9


ΕΝΟΤΗΤΑ 9



Μετά από τα γεγονότα αυτά με τον φίλο μου, άρχισα να σκέπτωμαι για τον εαυτό μου. Πού θα πήγαινα τώρα; Τέλος απεφάσισα να πάω πάλιν εις το Κίεβο. Η σοφή διδασκαλία του πνευματικού που με εξωμολόγησε με ετραβούσε προς τα εκεί, αλλ’ επί πλέον μένοντας λίγο εις το μέρος αυτό θα είχα ίσως κάποια ευκαιρία να βρω κανέναν ευσεβή και φιλάνθρωπο να με βοηθήση να πάω εις την Ιερουσαλήμ, ή τουλάχιστον εις το Άγιον Όρος του Άθω. Έμεινα, λοιπόν, άλλη μιαν εβδομάδα εις το Ποτσαέβ χρησιμοποιώντας τον χρόνο μου αυτόν σε αναμνήσεις και συλλογισμούς όλων αυτών τα οποία είχα ιδή και είχα συναντήσει εις το διάστημα του τελευταίου ταξειδιού μου. Επί πλέον έγραψα και σημειώσεις πολλών και διαφόρων ωφελίμων πραγμάτων. Έπειτα ετοιμάστηκα για το ταξείδι, επήρα το σακκίδιό μου, κ’ επήγα εις την εκκλησία για ν’ αφιερώσω το ταξείδι μου αυτό εις την Μητέρα του Χριστού. Όταν ετελείωσεν η Λειτουργία είπα τις ιδιαίτερές μου προσευχές κ’ ετοιμαζόμουν ν’ αναχωρήσω, όταν καθ’ όν χρόνον ευρισκόμουν έξω απ’ την εκκλησία, ένας άγνωστος μπαίνοντας μέσα μ’ ερώτησε πού θα μπορούσε ν’ αγοράση μια λαμπάδα. Τον οδήγησα σύμφωνα με την ερώτησί του. Δεν ήταν πλούσια ντυμένος, αλλά τα ρούχα του ήταν πολύ καθαρά κ’ ευπρεπή.


Επήγα κ’ επροσκύνησα το άγιον αποτύπωμα του ποδιού της Παναγίας, προσευχήθηκα κάμποσην ώραν κ’ εξεκίνησα. Είχα αρκετά προχωρήσει όταν εις τον δρόμο μου είδα σ’ ένα σπίτι ένα ανοιχτό παράθυρο όπου παρετήρησα πως εστέκετο κ’ εδιάβαζε ο άνθρωπος που με είχε ερωτήσει στην εκκλησία για την λαμπάδα. Όπως επερνούσα δίπλα του, έβγαλα το καπέλλο μου και τον εχαιρέτησα, εκείνος δε αντιχαιρετώντας με μιαν υπόκλισι και κάνοντάς μου νεύμα να πάω μέσα, μου είπεν:
«Αν δεν απατώμαι είσαι προσκυνητής· δεν είναι έτσι»;
«Μάλιστα», απήντησα.
Όταν εμπήκα μέσα, ηθέλησε να μ’ ερωτήση ποιος ήμουν και πού επήγαινα. Του τα είπα όλα χωρίς να του κρύψω τίποτα. Μου προσέφερεν ωραίο τσάϊ κι άρχισε να μου μιλή: «Άκουσε, περιστέρι μου, μου είπε, σε συμβουλεύω να πας να προσκυνήσης εις το μοναστήρι του Σολοβέσκυ. Υπάρχει εκεί μια πολύ απομεμονωμένη και ήσυχη Σκήτη, που ονομάζεται Ανζέρσκυ. Είναι σαν ένας δεύτερος Άθως, δέχονται δε τον καθένα εκεί, με καλωσύνη και στοργή. Η δοκιμασία για τους δοκίμους για το μοναχικό σχήμα, συνίσταται σε διάβασμα, κατά σειράν, του Ψαλτηρίου, τέσσερεις ώρες το εικοσιτετράωρο. Σκοπεύω να πάω και εγώ για να προσκυνήσω, επειδή τόχω τάξει να πάω μια φορά με τα πόδια. Δεν τολμώ, όμως, να ταξειδεύσω έτσι μονάχος, επειδή ο δρόμος είναι πολύ ερημικός. Τι θάλεγες να πηγαίναμε παρέα οι δυό μας; Εγώ θα έχω χρήματα και θ’ αγοράζω τρόφιμα και για τους δυό μας εις το διάστημα του ταξειδιού. Έχω κι ακόμη μια πρότασιν. Εις τον δρόμο θα βαδίζουμε σε απόστασιν ολίγων μέτρων ο ένας από τον άλλον, για να μπορούμε έτσι να προσευχώμεθα νοερά ή θάχουμε από ένα μικρό βιβλίο να διαβάζουμε, ή τέλος θα απασχολούμε το μυαλό μας με ιερές και πνευματικές σκέψεις. Σκέψου το αυτό, αδελφέ μου, και μη μου αρνηθής την παρέα αυτή, που θα είναι ωφέλιμη πνευματικά και για τους δυο μας».

Όταν άκουσα την ανεπάντεχην εκείνη πρόσκλησι την επίστευσα ότι ήταν σημείο της Παναγίας εις την οποίαν είχα αφιερώσει το ταξείδι μου αυτό. Χωρίς περισσότερη σκέψι συμφώνησα αμέσως. Έτσι αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε την επομένην. Περπατήσαμε τρεις ολόκληρες ήμερες ο ένας πίσω από τον άλλο, σύμφωνα με την επιθυμία του πνευματικού φίλου. Εκείνος εδιάβαζεν ένα βιβλίο σ’ όλο το διάστημα χωρίς να το αποχωρισθή απ’ τα χέρια του, ούτε νύκτα ούτε ημέρα. Μερικές φορές έκλεινε το βιβλίο για να παραδίδεται σε θείες και ιερές σκέψεις. Το πρώτο βράδυ έσταματήσαμε σ’ ένα μέρος για να φάμε. Την ώρα που ετρώγαμε, ο σύντροφός μου και πάλιν είχεν ανοικτό το βιβλίο εμπρός του και έρριχνε ματιές μέσα του. Είδα και εγώ το βιβλίο και αντελήφθην ότι ήταν Ευαγγέλιο. Τότε του είπα: «Επιτρέπεται να σε ερωτήσω γιατί ούτε μια στιγμή δεν αφήνεις το Ευαγγέλιον από το χέρι σου, μέρα και νύκτα; Γιατί συνεχώς το βαστάς και τόχεις μαζί σου»;
«Διότι, απήντησεν, απ’ αυτό και μόνον απ’ αυτό, διδάσκομαι συνεχώς».
«Και τι διδάσκεσαι ακριβώς»; συνέχισα.
«Την χριστιανική ζωή, αυτή που συνοψίζεται εις την προσευχή. Θεωρώ ότι η προσευχή είναι το πιο ενδιαφέρον και το πιο απαραίτητο πράγμα για την σωτηρία και το πρώτο καθήκον για τον κάθε χριστιανό. Η προσευχή είναι το πρώτο βήμα εις την αφωσιωμένην εις τον Θεό ζωή. Είναι το στέμμα της. Για τον λόγο δε αυτόν το Ευαγγέλιο ορίζει την αδιάλειπτη προσευχή. Οι διάφορες πράξεις ευσέβειας έχουν η κάθε μια τον καιρό της, αλλά όσον άφορα εις την προσευχή, εκείνη έχει ιδικό της τον κάθε είδους χρόνο. Χωρίς προσευχή κανείς δεν ημπορεί να πράξη κανένα καλό και χωρίς το Ευαγγέλιο κανείς δεν ημπορεί να μάθη τέλεια αυτό που είναι σχετικό με την προσευχή. Όλοι όσοι εγεύθηκαν της σωτηρίας με τον τρόπο της εσωτερικής πνευματικής ζωής, οι άγιοι διάκονοι του Λόγου του Θεού οι ερημίται και οι ασκηταί κι όλοι οι θεοφοβούμενοι χριστιανοί, εδιδάχθησαν από την συνεχή και αλάνθαστην απασχόλησιν με τα βάθη του θείου Λόγου και από την αγιαστικήν ανάγνωσι του αγίου Ευαγγελίου. Οι πλείστοι απ’ αυτούς είχαν το Ευαγγέλιο συνεχώς εις τα χέρια τους και η διδασκαλία του για την σωτηρία, τους επότισε με το δίδαγμα που συνοψίζεται εις το: κάθησε κάτω εις την σιωπή του κελλιού σου και διάβαζε και ξαναδιάβαζε συνεχώς το άγιον Ευαγγέλιο. Αυτός είναι ο λόγος που και εγώ όπως αυτοί δεν το αποχωρίζομαι ποτέ από τα χέρια μου».

Ευφράνθηκα πραγματικά με τα τόσο λογικά πράγματα που άκουσα από τον άνθρωπον αυτό και με την πρόοδο που αντελήφθηκα πως είχεν εις την προσευχή. Τον ερώτησα σε ποιό απ’ τα τέσσερα Ευαγγέλια ευρήκε την διδασκαλία περί της προσευχής. «Και εις τους τέσσερεις Ευαγγελιστάς, απήντησεν, σε κάθε λέξι όλης της Καινής Διαθήκης, διαβάζοντάς την με την σειρά. Έχω που διαβάζω πολύν καιρό και φροντίζω να εμβαθύνω εις την έννοιαν, αλλ’ έχω ακόμη καταλάβει ότι υπάρχει κάποια προοδευτική γραμμή, κάποια αλυσίδα, εις την διδασκαλία περί προσευχής, που αρχίζει από τον πρώτον Ευαγγελιστή και προχωρεί συστηματικά μέσα σε πλαίσια μιας ωρισμένης σειράς. Επί παραδείγματι εις την αρχή – αρχή, τίθεται η προσέγγισις, η εισαγωγή, όπως θα ελέγαμε, εις την διδασκαλία περί προσευχής και ακολουθεί ο τύπος, δηλαδή η εξωτερίκευσίς της με λόγια.

Έπειτα έχουμε τις απαραίτητες προϋποθέσεις υπό τις οποίες προσφέρεται η προσευχή, έχουμε τον τρόπο της διδασκαλίας της, διάφορα παραδείγματα γι’ αυτήν, και τέλος την μυστικιστική διδασκαλία περί εσωτερικής, πνευματικής και αδιαλείπτου προσευχής, εις το ευλογημένον όνομα του Ιησού. Η προσευχή αυτή αποτελεί το υψηλότερον είδος προσευχής που είναι πολύ καλυτέρας μορφής από τον συνηθισμένο τύπο. Ακολουθούν τα περί αναγκαιότητος του είδους της νοεράς προσευχής, οι ευλογημένοι καρποί της κ.λ.π. Μ’ ένα λόγο ευρίσκεται εις το Ιερόν Ευαγγέλιον πλήρης και λεπτομερής γνώσις για την εφαρμογή της προσευχής, με σύστημα και συνέπεια απ’ την αρχήν ως το τέλος».

Ακούοντας αυτά, απεφάσισα να τον ερωτήσω να μου δείξη όσα μου είπε με περισσότερην ακρίβεια. Του είπα, λοιπόν: «Επειδή ενδιαφέρομαι να ακούω και να μιλώ για την προσευχή, περισσότερον από ο,τιδήποτε άλλο εις αυτόν τον κόσμο, θα ήμουν πολύ ευτυχής εάν θα μπορούσα να μάθω από σένα με λεπτομέρειες αν είναι δυνατόν, την μυστικήν αυτήν αλυσίδα της διδασκαλίας περί προσευχής. Για την αγάπη του Θεού, σε ικετεύω δίδαξέ μου την απ’ το άγιον Ευαγγέλιο».

Συνεφώνησε με την παράκλησί μου και είπε: «Άνοιξε το Ευαγγέλιό σου, κοίταξέ το και σημείωσε ό,τι θα σου πω». Μου έδωσεν ένα μολύβι και εξακολούθησε: «Λάβε την καλωσύνη και άρχισε να κρατής σημειώσεις, προσέθεσε. Άνοιξε το Ευαγγέλιο του Ευαγγελιστού Ματθαίου πρώτα και διάβασε εις το έκτο κεφάλαιον από τον έκτο στίχο μέχρι τον ένατο. Βλέπεις ότι εδώ έχουμε την προπαρασκευή ή την εισαγωγή που μας διδάσκει να μη κάνουμε την προσευχή προς χάριν της ματαιοδοξίας και κατά επιδεικτικό τρόπον, αλλά να την αρχίζουμε σε μοναχικό μέρος και ήσυχο, και να προσευχώμεθα μόνον για την συγχώρησι των αμαρτιών μας και την καλή μας επικοινωνία με τον Θεό κι όχι να την μετατρέπουμε σ’ ένα σωρό ανωφελή αιτήματα για κοσμικές επιδιώξεις, όπως κάνουν οι εθνικοί».

Έπειτα διάβασε λίγο πιο κάτω εις το ίδιο κεφάλαιο από τον ένατο μέχρι τον δέκατο στίχο. «Μας δίδεται εδώ ο τύπος της προσευχής, δηλαδή ο τύπος του περιεχομένου και των λέξεων με τις οποίες πρέπει να εκφραζώμεθα κατά την προσευχή. Με μεγάλη σοφία ευρίσκονται εδώ συγκεντρωμένα όλα τα καλά όσα χρειάζονται και όσα είναι επιθυμητά εις την ζωή μας. Συνέχεια, προχώρησε και διάβασε τους στίχους δεκατέσσερα και δεκαπέντε, του ίδιου κεφαλαίου και θα βρης εκεί τους όρους υπό τους οποίους η προσευχή καθίσταται αποτελεσματική, επειδή εάν δεν συγχωρήσουμε αυτούς που μας έβλαψαν, ο Θεός δεν θα συγχωρήση τα δικά μας αμαρτήματα. Τώρα πέρασε εις το έβδομο κεφάλαιο και θα ιδής εκεί εις τον έβδομο και τον δωδέκατο στίχο, πώς να επιτύχης εις την προσευχή, πώς να γίνης επίμονος εις την ελπίδα από τις εκφράσεις που οδηγούν εις αυτό και λένε —αιτείτε, ζητείτε, κρούετε. Αυτές οι ισχυρές εκφράσεις δίνουν το χρώμα της συχνότητος της προσευχής και της αναγκαιότητος της τακτικής εφαρμογής της, εις τρόπον ώστε η δύναμις της προσευχής να μη συμβαίνη μόνο να μας παρακολουθή, αλλ’ ακόμη περισσότερο να προπορεύεται πολλές φορές εις την ζωή μας. Αυτό αποτελεί την κυριωτέραν αξία της προσευχής, θα ιδής δε ένα παράδειγμα γι’ αυτό εις το δέκατο τέταρτο κεφάλαιο του Ευαγγελιστού Μάρκου εις τους στίχους τριάντα δύο μέχρι σαράντα, όπου ο ίδιος ο Χριστός επαναλαμβάνει τις ίδιες λέξεις της προσευχής συχνά. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς εις το ενδέκατο κεφάλαιο, στίχος ένα έως πέντε, δίνει ένα παρόμοιο παράδειγμα προσευχής που επαναλαμβάνεται εις την Παραβολή του Φίλου του Μεσονυκτίου (Λουκ. 11,5—14).

«Αλλά και η σταθερά παράκλησις της παραβολής της Επιμόνου Χήρας, όπως διατυπώνεται εις το δέκατον όγδοο κεφάλαιο, στίχος ένας έως οκτώ, διδάσκει καθαρά την προτροπή του Χριστού που λέει ότι πρέπει να προσευχώμεθα πάντοτε, σε κάθε περίπτωσι και σε κάθε μέρος και να μη παραλείπουμε και να παραμελούμε το καθήκον αυτό. Μετά από αυτήν την λεπτομερή διδασκαλία, μας δίδεται, εις το Ευαγγέλιο του Ιωάννου, η ουσιώδης και κεντρική διδασκαλία για την μυστικήν εσωτερική προσευχή της καρδιάς. Εις την αρχή μάς φανερώνεται εις την εμβριθή διήγησι της συνομιλίας του Χριστού με την Σαμαρείτιδα, όπου αποκαλύπτεται η εσωτερική προσκύνησις του Θεού, εν πνεύματι και αληθεία, την οποίαν ο Θεός επιθυμεί και η οποία είναι η ασίγαστη αληθινή προσευχή που μοιάζει σαν το τρεχούμενο νερό το «αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον» (Ιωάν. 4, 5—25). Πάρα κάτω, εις το δέκατο πέμπτο κεφάλαιο, στίχος τέσσερα έως οκτώ, μας εικονίζεται ακόμα τελειότερα η δύναμις, η ισχύς και η αναγκαιότης της εσωτερικής προσευχής που είναι η παρουσία του πνεύματος του Χριστού σαν μια ασίγαστη ενθύμησι του Θεού.

«Τελικά διάβασε τους στίχους είκοσι τρία μέχρι είκοσι πέντε του δεκάτου έκτου κεφαλαίου του ίδιου Ευαγγελιστού, θα διακρίνης δε εκεί, ότι η προσευχή εις το όνομα του Ιησού Χριστού, δηλαδή το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», όταν επαναλαμβάνεται συχνά έχει μεγίστη δύναμι και ανοίγει πολύ εύκολα την καρδιά για να την ευλογήση. Αυτό γίνεται αντιληπτό πολύ καθαρά εις την περίπτωσι των Αποστόλων, οι οποίοι είχαν ένα χρόνο κοντά εις τον Χριστό και είχαν ήδη απ’ Αυτόν διδαχθή την Κυριακή προσευχή, δηλαδή το «Πάτερ ημών», απ’ τους οποίους φυσικά το μαθαίνουμε και εμείς. Εις το τέλος, όμως, της επιγείου Του ζωής ο Χριστός απεκάλυψεν εις αυτούς το μυστήριο που ακόμη οι προσευχές τους εστερούντο. Έπρεπε, λοιπόν, η προσευχή τους να κάνη ακόμη ένα βήμα προόδου, γι’ αυτό είπε προς αυτούς «έως άρτι ούκ ητήσατε ουδέν εντω ονόματί μου. Αμήν αμήν λέγω υμίν ότι όσα αν αιτήσητε τον πατέρα εν τω ονόματί μου, δώσει υμίν». Έτσι συνέβησαν τα πράγματα με τους αποστόλους. Από τότε δε που έμαθαν πια οι μαθηταί να χρησιμοποιούν την προσευχή που απηυθύνετο εις το όνομα του Ιησού Χριστού, πόσα θαυμαστά και εξαίσια έργα δεν έκαμαν και πόσο θαυμαστό φως δεν έχυσαν για την κατανόησί τους. Είδες, λοιπόν, τώρα την αλυσίδα, την πληρότητα της διδασκαλίας για την προσευχή που είναι τοποθετημένη με τέτοια σοφία εις το Άγιον Ευαγγέλιο; Τώρα εάν από το Ευαγγέλιο προχωρήσης ακόμη διαβάζοντας τις Επιστολές των Αποστόλων θα ιδής εκεί επίσης την ίδια προοδευτική διδασκαλία για την προσευχή.

»Εάν συνεχίσω να σου αναφέρω τα διάφορα χωρία που ομιλούν για την προσευχή, όπως έκανα με τα Ευαγγέλια, θα βεβαιωθής ότι και οι Πράξεις των Αποστόλων περιγράφουν το ίδιο πράγμα, δηλαδή την επιμελή και συνεχή εξάσκησι της προσευχής την οποίαν εφήρμοζαν οι πρώτοι χριστιανοί που ήσαν, εξαιρετικά φωτισμένοι, εξ αιτίας της πολλής τους πίστεως εις τον Κύριον Ιησούν (Πράξ. 4,31,). Οι καρποί της προσευχής αναφέρονται εδώ, οι καρποί της συνεχούς προσευχής, που είναι η έκχυσις του Αγίου Πνεύματος εις αυτούς που προσεύχονται. Μπορείς να ιδής κάτι παρόμοιο μ’ αυτό εις τους στίχους είκοσι πέντε και είκοσι έξη του δεκάτου έκτου κεφαλαίου.

«Ακολούθησε έπειτα το ίδιο εις την ίδια σειρά εις τις Αποστολικές Επιστολές και θα δής (1). Πόσον αναγκαία είναι η προσευχή εις όλες τις περιστάσεις (Ιακ. 5,13-16) (2). Πώς το Άγιον Πνεύμα μας βοηθεί να προσευχώμεθα (Ιουδ. 20-21 και Ρωμ. 8,26). (3). Πώς όλοι οφείλουμε να προσευχώμεθα «εν πνεύματι» (Εφεσ. 6,18). (4). Πόσον αναγκαίες για την προσευχήν είναι η εσωτερική γαλήνη και ειρήνη(Φιλ. 4,6,7). (5). Πόσον αναγκαίον είναι το να προσευχώμεθα «αδιαλείπτως» (Α’ Θεσ. 5,17). (6). Τελικά ο καθένας παρατηρεί ότι όλοι μας οφείλουμε να προσευχώμεθα όχι μόνον για τον εαυτόν μας αλλά και για όλους τους άλλους συνανθρώπους μας (Α΄ Τιμοθ. 2,1-5).

Διαβάζοντας, λοιπόν, κανείς με προσοχή, τα ιερά κείμενα ευρίσκει αυτά κι ακόμη άλλα σημεία που είναι αποκαλύψεις και κρυμμένη γνώσις του Λόγου του Θεού, οι οποίες, όμως, διαφεύγουν την προσοχή του αναγνώστη που διαβάζει την Αγία Γραφή ξερά ή βιαστικά και χωρίς την ανάλογη προσοχή. Κατάλαβες, λοιπόν, απ’ όσα σου έδειξα, με τι σοφία και πόσο συστηματικά η Καινή Διαθήκη αποκαλύπτει την διδασκαλία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού εις το ζήτημα αυτό της προσευχής που μας απασχολεί; Με τι θαυμαστή σειράν έχουν όλα τοποθετηθή εις τους τέσσαρες Ευαγγελιστάς! Εις τον Ευαγγελιστή Ματθαίο βλέπουμε την εισαγωγήν εις την προσευχή, τον ορθό τύπο της προσευχής, τις προϋποθέσεις κ.ο.κ. Εις τον Ευαγγελιστή Μάρκο απαντούμε διάφορα σχετικά παραδείγματα. Εις τον Ευαγγελιστή Λουκά ανάλογες παραβολές. Εις τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, την κρυφήν εξάσκησι της εσωτερικής προσευχής, αν και το ίδιο αυτό το βρίσκουμε και εις τους άλλους Ευαγγελιστάς είτε σύντομο είτε πεπλατυσμένο. Εις τας Πράξεις των Αποστόλων μας απεικονίζονται η εφαρμογή της προσευχής και τα αποτελέσματά της. Εις τας Αποστολικάς Επιστολάς και την ίδια την Αποκάλυψι βλέπουμε τα αποκτήματα, που είναι αναπόσπαστα με την προσευχή συνδεδεμένα. Τώρα, λοιπόν, θα αντελήφθηκες τον λόγο και το δίκαιο που έχω να κρατώ με τόσην ευφροσύνη, πάντοτε εις τα χέρια μου το Άγιον Ευαγγέλιο, τον μοναδικό διδάσκαλο των οδών της σωτηρίας».

Εις όλο το διάστημα που μου μιλούσε και μου έδειχνε τα σημεία αυτά για την προσευχή, εγώ εσημείωνα εις την ιδική μου Καινή Διαθήκη τα σχετικά αυτά χωρία που ανέφερε, γιατί επίστευσα πραγματικά πως ήταν όσα μούλεγε και μου έδειχνε, μία εξαιρετική καθοδηγητική διδασκαλία. Τον ευχαρίστησα θερμότατα για την πνευματικήν αυτήν υπηρεσία του σ’ εμένα.

Έπειτα προχωρήσαμε άλλες πέντε ημέρες σε σιωπή, αλλά δυστυχώς επληγώθηκε το πόδι του συμπροσκυνητού μου αυτού που ήταν ασυνήθιστος εις την οδοιπορία και ήταν αδύνατο να εξακολουθήση το τάμα του και το ταξείδι του πεζός. Ενοικίασε, λοιπόν, ένα αμάξι με δυό άλογα, με το οποίον εφθάσαμε εδώ, όπου έχουμε σταματήσει τρεις ημέρες τώρα. Με την ευκαιρίαν αυτή ήλθα να σας ιδώ. Θα αναπαυθούμε ολίγες ημέρες και μετά θα ξεκινήσουμε κατ’ ευθείαν για το Ανζέρσκυ, το οποίο πολύ επιθυμώ να επισκεφθώ.

Ο Πνευματικός: Ο φίλος σου είναι πραγματικά ένας θεσπέσιος άνθρωπος. Κρίνοντας απ’ όσα μου είπες, πρέπει να είναι πολύ ευσεβής και μορφωμένος, γι’ αυτό πολύ θα ήθελα να τον γνωρίσω.

Ο Προσκυνητής: Μένουμε εις το ίδιο μέρος. Θα φροντίσω, λοιπόν, να τον φέρω αύριο. Τώρα επειδή είναι αργά, σας καληνυκτίζω.


Ο Προσκυνητής: Όπως σας υποσχέθηκα όταν σας είδα χθες, παρεκάλεσα τον σεβαστό μου συμπροσκυνητή, που παρηγόρησε τον προσκυνηματικό μου δρόμο με τόσης αξίας πνευματική συνομιλία, και νάτος ήλθε μαζί μου να σας ιδή και να τον ιδήτε, αφού το επιθυμούσατε τόσο πολύ.

Ο πνευματικός: Θα είναι πράγματι πολύ καλή για μένα, ελπίζω και για σας, σεβαστοί μου επισκέπται, η συνάντησίς μας αυτή, επειδή θα έχουμε την ευκαιρία να συζητήσουμε όλοι και εγώ να ακούσω να μάθω και να ωφεληθώ από την ιδική σας πείρα. Κατά τύχην έχω φιλοξενούμενούς μου, άλλους δυό καλούς φίλους, ένα μοναχό μεγαλόσχημο και ένα ευσεβέστατον ιερέα. Έτσι θα εκπληρωθή με μας αυτό που είπεν ο Κύριος, «ο γάρ εσί δύο τρες συνηγμένοι ες τό μόν νομα, κε εμι ν μέσω ατν». Είμεθα πέντε άτομα συνολικά, μαζεμένοι εις το νομα του Ιησού και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σύμφωνα με την υπόσχεσί του ο Χριστός θα μας στείλη πλούσια την ευλογία Του.Η ιστορία που χθες ο συμπροσκυνητής σου μου διηγήθηκεν, αγαπητέ αδελφέ, σχετικά με την θερμοτάτη σου προσκόλλησιν, εις το Ιερόν Ευαγγέλιο, είναι πολύ εξαιρετική και διδακτική. Είμαι όμως πολύ περίεργος να μάθω με ποιό τρόπο σου επεκαλύφθη αυτό το μεγάλο και ευλογημένο μυστικό.

Ο Καθηγητής: Ο πανάγαθος Θεός ο οποίος «θέλει πάντας νθρώπους σωθναι καί ες πίγνωσιν ληθείας λθεν», απεκάλυψε και σ’ εμένα την μεγάλη του αγάπη με ένα θαυμαστόν τρόπο και χωρίς καμμιάν ανθρωπίνην επέμβασι. Υπηρέτησα εις την ζωήν μου πέντε χρόνια ως καθηγητής κ’ εζούσα μιαν ανόητη και άτακτη ζωή εις την οποίαν εκυριαρχούσεν η μάταιη φιλοσοφία του κόσμου τούτου και όχι η σοφία του Χριστού. Ίσως θα είχα χαθή οριστικά εάν δεν είχα συγκρατηθή από το γεγονός ότι εζούσα μαζί με την αφωσιωμένην εις τον Θεό μητέρα μου και την αδελφή μου, που ήταν μια πολύ σοβαρή κοπέλλα.

Μιαν ημέρα, ενώ έκαμα περίπατο εις ένα μεγάλο δημόσιο δρόμο, συναντήθηκα κ’ εγνωρίστηκα με έναν εξαίρετο νέο, ο οποίος μου είπεν ότι ήτο Γάλλος φοιτητής και ότι είχεν έλθει πριν πολύ καιρό από το Παρίσι, ζητούσε δε κάπου να βρη δουλειά διδασκάλου των γαλλικών. Οι εξαιρετικοί του τρόποι και η μόρφωσίς του με έθελξαν πραγματικά και επειδή ήταν ξένος και χωρίς δουλειά, του είπα ότι μπορεί να έρχεται εις το σπίτι μου οποτεδήποτε θέλη να τρώμε μαζί και να πηγαίνουμε περίπατο. Εγίναμε καλοί φίλοι. Σε διάστημα δύο μηνών εβγήκαμε έξω πάρα πολλές φορές μαζί.

Εκάναμε περιπάτους αλλά επηγαίναμε παρέα και με συντροφιές, των οποίων οι εκδηλώσεις, καταλαβαίνετε, πολύ απείχαν από του να είναι ηθικές. Κάποια μέρα με προσκάλεσε σε ένα μέρος όπου θα ευρίσκοντο μερικά ανήθικα πρόσωπα, θέλοντας να υπερνικήση τις αντιρρήσεις μου άρχισε να μου εκθειάζη τις ευχάριστες ώρες που θα είχαμε με την συντροφιάν αυτή. Μετά από λίγο κ’ ενώ εξακολουθούσε τις προτροπές του, ξαφνικά κάπως, με παρεκάλεσε να βγούμε από το γραφείο μου όπου εκαθόμασταν και να πάμε σ’ ένα διπλανό δωμάτιο. Αυτό με έκαμε να παραξενευτώ πολύ. Τον ερώτησα λέγοντας ότι ποτέ άλλοτε δεν είχε δείξει απροθυμία να παραμένη εις το γραφείο μου για να κουβεντιάζουμε, ποιά δε αιτία τον έκανε τώρα να εκδηλώση τέτοιαν επιθυμία; Του είπα ακόμη, ότι το δωμάτιο εις το οποίον ήθελε να πάμε, ήταν συνεχόμενο με το δωμάτιο όπου καθόταν η μητέρα μου και η αδελφή μου και δεν θα έπρεπε να κάνουμε εκεί μια τέτοιου είδους συζήτησι σαν κι αυτή που είχαμε αρχίσει. Εκείνος, όμως, επέμενε. Εις την ιδική μου, όμως, επιμονή να μη βγούμε απ’ το γραφείο μου μου είπε τελικά: «Εις τα βιβλία σου εις τα ράφια των βιβλιοθηκών μέσα, υπάρχει και μια Καινή Διαθήκη. Επειδή έχω μεγάλο σεβασμό γι’ αυτό το βιβλίο δεν ημπορώ εφ’ όσον αυτό είναι εδώ μέσα, να συζητήσω για τα πράγματα τα οποία συζητούμε τόσην ώρα. Σε παρακαλώ βγάλε το έξω και τότε θα μπορέσουμε να συζητήσουμε ελεύθερα πια». Εγώ εγέλασα με αυτά που άκουσα, παίρνοντας δε το Ευαγγέλιο απ’ τη βιβλιοθήκη του είπα: «Έπρεπε να μου το είχες ειπή αυτό πολύ πριν, καημένε»! Λέγοντάς του δε αυτά του έδωσα το Ευαγγέλιο εις τα χέρια του, προσθέτοντας: «Πάρε το συ ο ίδιος και βάλε το όπου θέλεις». Όμως, μόλις του το έδωσα και το άγγιξε με τα δικά του χέρια άρχισε να τρέμη σαν το ψάρι και την ίδια στιγμή χωρίς να το καταλάβω, έγινε άφαντος από κοντά μου, προξενώντας μεγάλο θόρυβο με την συγκλονιστικήν αυτήν εξαφάνισί του. Εγώ έμεινα βουβός απ’ το φόβο και την έκπληξι, συνέχεια δε έχασα τις αισθήσεις μου κ’ έπεσα κάτω. Εις τον θόρυβον που άκουσαν, έσπευσαν η μητέρα και η αδελφή μου, οι οποίες ύστερα από πολλήν ώρα και πολλούς κόπους κατώρθωσαν να με συνεφέρουν. Όταν συνήλθα, η ψυχή μου έτρεμε σαν καλάμι από τον φόβο, αλλά και τα χέρια μου και τα πόδια μου έμεναν ακίνητα κ’ ήταν αδύνατο να κάνω έστω και την παραμικρή κίνησιν, όπως έκανα πρώτα. Ο γιατρός που ήλθε μετά ταύτα διέγνωσε παράλυσι που προήλθεν από υπερβολικό φόβο. Οι περιποιήσεις των γιατρών και τα φάρμακα έναν ολόκληρο χρόνο δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα και καμμιά καλυτέρευσι, δεν ημπορούσα δε να κάνω ούτε την παραμικρή κίνησι. Τέλος αναγκάσθηκα να παραιτηθώ κι απ’ τη θέσι μου. Η μητέρα μου, που ήταν γριά, απέθανε κατά το διάστημα της αρρώστιας μου αυτής κ’ η αδελφή μου ετοιμαζόταν να γίνη καλογριά. Εγώ εθλιβόμουν πάρα πολύ για τα συμβάντα αυτά κ’ η κατάστασίς μου εχειροτέρευε. Την μόνη παρηγοριά που είχα ήταν το Ευαγγέλιο που έβαζα να μου το διαβάζουν και που τις άλλες ώρες δεν το μετακινούσα ούτε στιγμή απ’ το μαξιλάρι μου. Το θεωρούσα ότι ήταν ένα είδος υποθήκης και ασφαλείας που ήταν συνδεδεμένη με το θαυμαστό περιστατικό που μου συνέβη. Μιαν ημέρα ένας άγνωστος μοναχός ήλθε να με επισκεφθή. Εμάζευε χρήματα για το μοναστήρι του. Με παρηγόρησε και με έπεισε λέγοντάς μου ότι δεν θα έπρεπε να επαναπαύωμαι μόνον εις τα φάρμακα και τους γιατρούς, τα οποία χωρίς και του Θεού την βοήθεια, ήσαν ανίκανα να μου φέρουν ανακούφισιν. Έπρεπε, μου έλεγε να προσευχηθώ εις τον Θεό, να προσευχηθώ με θέρμη για το ζήτημα της θεραπείας μου, επειδή η προσευχή είναι ο πιο ολοδύναμος τρόπος θεραπείας των ασθενειών και των ψυχικών και των σωματικών.

«Πώς ημπορώ να προσευχηθώ σε τέτοια κατάστασι που βρίσκομαι όταν δεν έχω δύναμι, να κάνω ούτε μια μετάνοια, ούτε μιαν υπόκλισι, όταν δεν ημπορώ ούτε το σταυρό μου να κάνω με τα παράλυτα χέρια μου»; απήντησα με θλίψι και απογοήτευσι. Εις αυτό, εκείνος μου είπε: «Πάντως καλόν είναι να προσπαθήσης να προσεύχεσαι έστω κι αν είσαι ξαπλωμένος», περισσότερα δεν μου είπε ούτε μου εξήγησε, πώς πρέπει να προσεύχωμαι. Όταν έφυγεν ο μοναχός αυτός, αισθανόμουν μάλλον απροθυμία ν’ αρχίσω να σκέπτωμαι για την προσευχή, την δύναμι και τα αποτελέσματά της, καθώς και να ξαναθυμηθώ πράγματα και θρησκευτικές διδασκαλίες που είχα ακούσει χρόνια πριν, όταν ήμουν ακόμη μαθητής. Σιγά – σιγά, όμως, συνήθισα κι άρχισα να αισθάνωμαι ευχαρίστησι σε τέτοιες σκέψεις θρησκευτικές που άρχιζαν να θερμαίνουν την καρδιά μου. Συγχρόνως άρχισα να καταλαβαίνω κάποιαν ανακούφισι και κάποια καλυτέρευσιν εις την υγεία μου. Άρχισα να κουνώ ολίγο τα χέρια μου κ’ η πρώτη μου δουλειά ήτο να πάρω το Ευαγγέλιο από κάτω απ’ το μαξιλάρι μου και να το κρατώ εις τα χέρια μου, επειδή επίστευα εις την θαυματουργική δύναμί του. Από τότε έταξα να μη το αποχωρισθώ ποτέ. Εθυμώμουν ότι το Ευαγγέλιο σε πολλά μέρη ομιλεί για την προσευχή και μπορώντας πια να το ξεφυλλίζω άρχισα να το μελετώ. Διαβάζοντάς το κάθε μέρα ήταν σαν να έπινα καθημερινά, δροσερό κι άφθονο νερό από την πιο εξαίρετη πηγή. Ευρήκα εις αυτό πλήρες το σύστημα της ζωής, της σωτηρίας και της αληθινής εσωτερικής προσευχής. Εσημείωσα όλα τα χωρία του θέματος της προσευχής και μετά άρχισα με μεγάλο ζήλο να μαθαίνω την θεία διδασκαλία και μ’ όλη μου την δύναμι, αν και όχι χωρίς δυσκολίες, άρχισα να την εφαρμόζω.

Όταν άρχισα την ζωή και την απασχόλησι αυτήν, η υγεία μου βαθμηδόν εκαλυτέρευε, έως ότου έπειτα από κάμποσο καιρό έγινα εντελώς καλά. Όπως ήμουν εις την μοναξιά μου, για να ευγνωμονήσω τον Θεό για την άπειρη αγάπη του την πατρική και την θεραπεία που μου εχάρισε, της ψυχής και του σώματος, απεφάσισα να κάνω ό,τι είχε κάνει και η αδελφή μου κι ό,τι με παρακινούσε η καρδιά μου, δηλαδή να αφιερωθώ εις τον Θεό για να μπορώ έτσι να δέχωμαι και να οικειοποιούμαι όσα μου είχε διδάξει για την αιώνια ζωή ο γλυκύτατος Λόγος του Θεού.

Για τον λόγον αυτό πηγαίνω να ιδώ την Σκήτην εις το Μοναστήρι του Σολοβέτσκυ, κοντά εις την Λευκή Θάλασσα, η οποία λέγεται και Ανζέρσκυ και για την οποίαν έχω ακούσει ότι είναι ο καλύτερος τόπος για την απόλυτα αφιερωμένη εις τον Θεό ζωή. Ακόμη, όμως, έχω να σας πω και το εξής: Το ιερόν Ευαγγέλιον μου δίνει πάρα πολύ παρηγοριά εις το ταξείδι μου αυτό, και χύνει άφθονο φως εις το μυαλό μου το ασυνήθιστο και ζεσταίνει την κρύα μου καρδιά. Ακόμη, θέλω να με πιστεύσετε ότι ειλικρινά αναγνωρίζω τις αδυναμίες μου και παραδέχομαι πώς οι όροι της εκπληρώσεως του έργου της αφοσιώσεως εις τον Θεό, της αποκτήσεως της σωτηρίας, οι όροι της αυταπαρνήσεως, της αποκτήσεως πάλι των πνευματικών κατορθωμάτων και προ παντός της ταπεινώσεως εις την οποίαν επιμένει το Ευαγγέλιο, με φοβίζουν με το μέγεθός τους, δεδομένου ότι υπάρχει εις το μέσον και η φυσική αδυναμία της καταστάσεως της αμαρτωλής καρδιάς μου. Είμαι, λοιπόν, τώρα σε ένα σημείο μεταξύ ελπίδος και απελπισίας, γιατί δεν ηξεύρω τι είναι δυνατόν να συναντήσω εις το μέλλον.

Ο μεγαλόσχημος μοναχός: Με τέτοιαν απόδειξι του θαυματουργού ελέους του Θεού, και με το γεγονός της μορφώσεώς σου, θα ήταν ασυγχώρητο όχι μόνο να καταληφθής από την απογοήτευσιν αλλ’ ακόμη να αφήσης εις την ψυχή σου να γεννηθή οποιαδήποτε σκιά αμφιβολίας σχετική με την προστασία του Θεού και την βοήθεια. Γνωρίζεις τί ο θεοφώτιστος και ιερός Χρυσόστομος λέει για παρόμοιες περιπτώσεις;

«Κανείς δεν πρέπει να απογοητεύεται, διδάσκει, και να νομίζη λανθασμένα ότι οι διδασκαλίες του Ευαγγελίου είναι ανεφάρμοστες. Ο Θεός που έχει κατεργασθή την σωτηρία των ανθρώπων, φυσικά δεν έχει δώσει εντολές τέτοιες που να κάνουν οπωσδήποτε τον άνθρωπο πταίστη και παραβάτη των, επειδή δεν είναι δυνατόν να εφαρμοσθούν. Αυτό δεν είναι δυνατόν, επειδή οι εντολές με την αγιότητα και την αναγκαιότητά τους για την ενάρετη ζωή, αποτελούν σε όσους τις εφαρμόζουμε, ευλογία και εις την παρούσα ζωή και εις την αιωνιότητα». Είναι αλήθεια ότι για την αμαρτωλή φύσι μας η πλήρης τήρησις των εντολών του Θεού είναι εξαιρετικά δύσκολη, γι’ αυτό η σωτηρία δεν είναι εύκολον απόκτημα, μα απ’ την άλλη μεριά ο Λόγος του Θεού που έδωσε τις εντολές αυτές ορίζει, όχι μόνο τα μέσα για την εκτέλεσί τους, αλλά και την ανακούφισι που πηγάζει από την εκπλήρωσί τους αυτή. Εάν αυτό εκ πρώτης όψεως φαίνεται κρυμμένο κάτω από πέπλο μυστηρίου, όμως είναι σύμφωνο με κάποια τάξι, που σκοπό έχει να μας κάνη να αισθανθούμε περισσότερο την ταπείνωσι η οποία έχει ως αποτέλεσμα να μας φέρη ευκολώτερα σε ένωσι με τον Θεόν, οδηγώντας μας κατ’ ευθείαν προς Αυτόν με την προσευχή και τις παρακλήσεις μας για την απαιτουμένη βοήθεια. Εδώ εις αυτό ευρίσκεται το μυστικό της σωτηρίας και όχι εις την πίστιν εις τις ίδιες μας τις δυνάμεις.

Ο Προσκυνητής: Πόσο θάθελα, έτσι αδύναμος όπως είμαι, να μάθω περισσότερα γι’ αυτό το μυστικό, μήπως έτσι μπορέσω και βάλω σε μια καλή γραμμή την αμαρτωλή μου ζωή για την δόξα του Θεού και την σωτηρία μου.

Ο Μεγαλόσχημος: Το μυστικό πρέπει να σου είναι γνωστό, αγαπητέ αδελφέ, από την «Φιλοκαλία» σου. Ευρίσκεται το μυστικό αυτό εις την ασίγαστη, την αδιάλειπτη προσευχή, την οποίαν έχεις τόσο μελετήσει κ’ έχεις πάρει τόση παρηγοριά από την εφαρμογή της.

Ο Προσκυνητής: Πέφτω εις τα πόδια σου, σεβαστέ μου πάτερ. Για την αγάπη του Θεού, κάνε με να ακούσω κάτι για το καλό μου από τα χείλη σου για το σωτηριώδες αυτό μυστήριο και για την αγία προσευχή για την οποία επιθυμώ ν’ ακούσω περισσότερον από ό,τι δήποτε άλλο εις τον κόσμον αυτό και για την οποίαν επιθυμώ πάντα να διαβάζω, πράγμα που δίνει δύναμι και παρηγοριάν εις την ψυχή μου.

Ο Μεγαλόσχημος: Δεν ημπορώ να εκπληρώσω την επιθυμία σου με την προφορική διατύπωσι των σκέψεών μου εις αυτό το τόσο μεγάλο θέμα, επειδή ο ίδιος δεν έχω και τόση μεγάλη πείρα. Όμως έχω κάτι πολύ καθαρά γραμμένο εις το θέμα αυτό, από ένα σπουδαίο συγγραφέα. Εάν και οι άλλοι της συντροφιάς μας θέλετε, μπορώ να το βρω εύκολα και να σας το διαβάσω προς ωφέλειαν όλων σας.

Όλοι: Σε παρακαλούμε, σεβαστέ πάτερ, μη μας στερήσης από μια τέτοια σωστική γνώσι. «Το μυστικό της σωτηρίας που αποκαλύπτεται με την αδιάλειπτη προσευχή».

Ο Μεγαλόσχημος: «Πώς σώζεται ο άνθρωπος; Αυτή η θεία ερώτησις εγείρεται φυσική εις το μυαλό κάθε χριστιανού ο οποίος αντιλαμβάνεται την πληγωμένη και αδύνατη φύσι του ανθρώπου, όπως αυτή παρέμεινε, σαν ασθενική τάσις προς την αλήθεια και την δικαιοσύνη».

«Κάθε ένας που έχει έστω και κάποιο βαθμό πίστεως εις την αθανασία και εις την ανταμοιβή μιας μελλούσης ζωής, χωρίς να το θέλη, κάνει την σκέψι με τον εαυτόν του και λέει: Άραγε θα σωθώ; Όταν προσπαθή να βρη κάποια λύσι εις το πρόβλημα αυτό στρέφει αφ’ ενός τα βλέμματά του προς τον ουρανό με απορία και αφ’ ετέρου ερωτά τους σοφούς και τους σπουδασμένους. Έπειτα, με την καθοδήγησί τους, διαβάζει εποικοδομητικά βιβλία σχετικά με το θέμα αυτό, γραμμένα από πνευματικούς συγγραφείς και επιβάλλεται εις τον εαυτόν του ν’ ακολουθήση χωρίς κανέναν όρο τις αλήθειες και τους κανόνες τους οποίους εδιάβασεν ή ήκουσε. Με όλην αυτήν την καθοδήγησι που ευρίσκει, προπαρασκευάζει συνεχώς, για τον εαυτόν του, τις απαραίτητες προϋποθέσεις της σωτηρίας που είναι αφωσιωμένη εις τον Θεόν ζωή η οποία ακολουθείται με ηρωικούς αγώνες με τον εαυτόν του που οδηγούν εις την αποτελεσματική και τελικήν αυταπάρνησι. Αυτό τον οδηγεί εις την εκτέλεσιν αγαθών πράξεων και εις την συνεχή εκπλήρωσιν του νόμου του Θεού που έχουν ως αποτέλεσμα την μαρτυρία της υπάρξεως μιας σταθεράς και ακλονήτου πίστεως.

»Επιπλέον τον διδάσκουν ότι, όλες αυτές οι προϋποθέσεις της σωτηρίας πρέπει οπωσδήποτε να εκπληρωθούν με βάσι την βαθύτατη ταπείνωσι και με τον συνδυασμό των διαφόρων αρετών μεταξύ τους, επειδή οι αρετές και οι αγαθές πράξεις, εξαρτώνται η μια από την άλλη, δυναμώνει και συμπληρώνει η μια την άλλην, ακριβώς όπως οι ακτίνες του ήλιου μας δείχνουν μεν την θερμογόνο δύναμί τους, τότε, όμως, μόνο παράγουν φλόγα, όταν κατάλληλα συγκεντρωθούν με ένα φακό, μικρόν ή μεγάλο. Αλλιώς ο εν «λαχίστω δικος καί ν πολλ δικος στιν».

»Επιπλέον, για να εμφυτεύση μέσα του την ισχυρότατη πεποίθησι για την αναγκαιότητα αυτής της πολλαπλής και ενωμένης αρετής, ακούει τον ύψιστον έπαινο που αφορά εις την ομορφιά της αρετής, ενώ παρακολουθεί με προσοχή την αυστηρά κριτική για την κατωτερότητα και την αθλιότητα του κακού. Όλα αυτά εντυπούνται εις το μυαλό του δια μέσου αληθινών υποσχέσεων που αφορούν ή σε μεγαλειώδεις αμοιβές ή σε τρομακτικές τιμωρίες και φρικτήν αθλιότητα μιας μελλούσης ζωής.

«Αυτός είναι ο ειδικός χαρακτήρας της διδασκαλίας των παρόντων χρόνων που ζούμε. Ωδηγημένος κατ’ αυτόν τον τρόπον, ένας που επιθυμεί ζωηρά την σωτηρία του, αρχίζει με πλήρη χαρά και εφαρμόζει σταθερά εις τον εαυτόν του και την ζωήν του, όλα αυτά που έμαθε κ’ εδιάβασε. Αλλ’ αλλοίμονο! Από το πρώτο του βήμα αντιλαμβάνεται ότι είναι αδύνατον να φθάση εις τον σκοπό του. Βλέπει καθαρά και καταλαβαίνει από την πείρα ότι η κατεστραμμένη και αδύνατη ανθρώπινη φύσις του κατέχει τον πρώτο λόγον εις το μυαλό του, ότι η θέλησίς του είναι δεμένη, αντί να είναι ελεύθερη, ότι οι κλίσεις του είναι διεστραμμένες και ότι η πνευματική του δύναμις δεν είναι παρά αδυναμία εις την πραγματικότητα. Κατά φυσικό, λοιπόν, τρόπο, προχωρεί εις τις εξής σκέψεις: Δεν υπάρχει άραγε κάποιος τρόπος ο οποίος θα τον ενδυναμώση να εκπληρώση τον Νόμον του Θεού, όπως τον απαιτεί η χριστιανική αφοσίωσις κι όπως, τέλος, τον εφήρμοσαν αυτοί που έφθασαν κ’ έρριξαν σταθερήν άγκυρα εις το λιμάνι της αγιότητος και της σωτηρίας; Αποτέλεσμα αυτής της πραγματικότητος είναι η επιθυμία να συμβιβάση μέσα του τις απαιτήσεις του λογικού και της συνειδήσεως καθώς και την ανεπάρκεια της δυνάμεώς του να εκπληρώση τις επιταγές τους. Τότε μπροστά εις αυτήν την κατάστασι απευθύνεται με ακόμη περισσότερη λαχτάρα για να παρη απ’ τους ειδικούς διδασκάλους τις κατάλληλες απαντήσεις εις την ερώτησι που συνοψίζεται εις τα λόγια: Πώς θα σωθώ; Πώς θα δικαιωθή αυτή η αδυναμία που κυριαρχεί εις την ψυχή μου;

»Κι είναι όλοι αυτοί που διδάσκουν την σωτηρία ικανοί να εφαρμόσουν εις την εντέλεια όλα αυτά που η απόκτησίς της απαιτεί;

«Παρακάλεσε τον Θεό. Προσευχήσου εις τον Θεό. Ικέτευσέ Τον να σε βοηθήση.

»Θα αποκτούσα με αυτόν τον τρόπο περισσότερους καρπούς»; Απαντά εις αυτά εκείνος που ερωτά και διερωτάται: «Τότε γιατί να μην αρχίζω πάντοτε, σε κάθε περίστασι με προσευχή, την οποία θα μελετήσω και εις την οποία θα τελειοποιηθώ; Γιατί να μη αφιερωθώ εις την προσευχή, διά μέσου της οποίας θα κερδίσω ασφαλέστερα την σωτηρία»; Έτσι, με αυτά τα συμπεράσματα, προχωρεί εις την επιμελή μελέτη του θέματος της προσευχής. Διαβάζει, μελετά και εντρυφά εις την διδασκαλία που αφορά εις την προσευχήν, όπου ευρίσκει πολλές αληθινές διαφωτιστικές σκέψεις, βαθειά γνώσι και λέξεις μεγάλης δυνάμεως.

«Σχετικά με αυτούς που έγραψαν για την προσευχήν, ο ένας γράφει ωραιότατα για την αναγκαιότητά της, άλλος πραγματεύεται για την δύναμί της, και τα ευεργετικά της αποτελέσματα», τρίτος μας λεει για την προσευχή ως καθήκον ή για το γεγονός ότι οδηγεί εκείνη σε ζήλο, σε προσοχή, σε θερμότητα καρδίας, σε καθαρότητα νου, σε συμφιλίωσι με τους εχθρούς, σε ταπείνωσι, σε λύπη για τις αμαρτίες και τέλος άλλοι γράφουν για τις άλλες υπόλοιπες απαραίτητες προϋποθέσεις της εξανθήσεως της προσευχής. Αλλά τι είναι αυτή καθ’ εαυτή η προσευχή; Πώς ημπορεί κανείς να προσευχηθή κατά τον καλύτερο τρόπο; Μια ακριβής απάντησις σ’ αυτές τις ερωτήσεις πώς να κατανοηθή από τον καθένα, σπάνια ημπορεί να ευρεθή κ’ έτσι αυτός που ερωτά σχετικά με την προσευχήν, αφήνεται πάλιν αναπάντητος, μέσα σε πέπλο μυστηρίου. Αποτέλεσμα της μελέτης αυτού που ασχολείται με την προσευχή είναι μια γενική ενθύμησις και άποψις, που αν και πρόκειται περί καλού είδους προσευχής είναι εξωτερική μόνον εμφάνισις αυτής. Φθάνει έτσι λοιπόν, εις το συμπέρασμα ότι γενικά προσευχή είναι ο τακτικός εκκλησιασμός, η χρήσις του σημείου του σταυρού, το γονάτισμα, οι μετάνοιες, το διάβασμα του ψαλτηρίου, η ανάγνωσις κανόνων διαφόρων αγίων, καθώς και του Ακαθίστου Ύμνου. Γενικά αυτήν την άποψι περί προσευχής σχηματίζουν εκείνοι που δεν γνωρίζουν τα συγγράμματα των αγίων Πατέρων τα σχετικά με την νοερά προσευχή και την εσωτερική ψυχική πνευματικήν απασχόλησι. Τέλος ο ερευνητής συναντά κατά την έρευνάν του το βιβλίο που ονομάζεται «Φιλοκαλία», όπου είκοσι πέντε άγιοι Πατέρες εκθέτουν κατά ένα εύληπτο τρόπο την επιστημονική γνώσι της αληθείας και της ουσίας της προσευχής της καρδιάς. Η μελέτη του βιβλίου αυτού αρχίζει να ξεσκεπάζη τον πέπλο που εσκέπαζε το μυστικό της σωτηρίας και της προσευχής. Βλέπει εκεί ότι η αληθινή προσευχή είναι, η κατεύθυνσις της σκέψεως και της μνήμης, χωρίς καμμιάν ανάπαυσι, προς συνεχή θύμησι του Θεού και η όδευσις της σκέψεως αυτής μέσα εις την θεϊκή Παρουσία, είναι το ξύπνημά του εις την αγάπη του Θεού, με την συνεχή σκέψι που κατευθύνεται προς Αυτόν, με την συνδεσι του ονόματος του Θεού με την ιδική του, ανθρώπινην, αναπνοή και της καρδιάς του τους κτύπους. Ο πνευματικός ερευνητής ακόμη, καθοδηγείται πώς να επικαλήται με τα πήλινά του χείλη το αγιώτατον Όνομα του Ιησού Χριστού, πώς να λέη, δηλαδή, την Προσευχή του Ιησού σε κάθε στιγμή, σε κάθε μέρος και αδιάλειπτα κατά το διάστημα οποιασδήποτε απασχολήσεώς του.

»Αυτές οι φωτεινές αλήθειες, με τον φωτισμό που παρέχουν εις το μυαλό του ενδιαφερομένου και με το άνοιγμα του δρόμου που ανοίγουν για τον τρόπο της μελέτης και της επιτυχίας εις την προσευχή, τον βοηθούν να προοδεύση δια μιας και εύκολα να εφαρμόση όσα έμαθε.

«Παρά την μελέτη του, φυσικά, ο ερευνητής θα συναντήση δυσκολίες εις τις προσπάθειές του να πραγματοποιήση όσα έμαθε για την προσευχήν, αλλά τότε ευρίσκει ένα πεπειραμένο διδάσκαλο, που από μέσα από το ίδιο το βιβλίο, του δείχνει όλη την αλήθεια, δηλαδή, ότι προσευχή είναι αυτή που είναι αδιάλειπτη, που φέρνει τα αποτελέσματα και ως προς την τελειοποίησι του είδους της εσωτερικής προσευχής και ως προς την σωτηρία της ανθρωπίνης ψυχής. Η συχνότης της προσευχής είναι η βάσις που περιέχει το όλο σύστημα και την σωτηριώδη ενέργεια συγχρόνως. Όπως ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος λέει: «Αυτός που προσεύχεται αδιαλείπτως, ενώνει όλα τα καλά σ’ ένα και το αυτό πράγμα».

Έτσι με τον σκοπό να φέρη μπροστά του, ο ερευνητής, την όλην αλήθεια της αποκαλύψεως σ’ όλη της την πληρότητα την αναλύει ως εξής:
«Για την σωτηρία της ψυχής πρώτα απ’ όλα είναι απαραίτητη η πίστις. Η Αγία Γραφή λέει: «Χωρίς δέ πίστεως δύνατον εαρέστσαι (τ Θε)» (βρ. 11,6). Αυτός που δεν Έχει πίστι θα κατακριθή. Αλλ’ από την ίδια την Αγία Γραφή βλέπει κανείς ότι ο άνθρωπος δεν ημπορεί ο ίδιος να γεννήση ούτε ως κοκκον σινάπεως, πίστιν, επειδή η πίστις δεν προέρχεται από εμάς, αλλά είναι δώρο του Θεού. Είναι, λοιπόν, πίστις ένα πνευματικό δώρο, και παρέχεται από το Άγιον Πνεύμα. Τότε, όμως, τι γίνεται; Πώς ημπορεί κανείς να συμβιβάση την αναγκαιότητα της πίστεως με την αδυναμία της παραγωγής της από μέρους της ανθρωπίνης πλευράς; Την λύσιν του προβλήματος αυτού την δίνουν πάλι τα ιερά των Γραφών κείμενα. «Ατετε καί δοθήσεται μν». Οι απόστολοι δεν ημπορούσαν μόνον με τις ιδικές τους δυνάμεις να απαντήσουν την τελειότητα της πίστεως εντός τους, γι’ αυτό παρακαλούσαν τον Χριστό λέγοντας: «Πρόσθες μν πίστιν». Εις αυτό έχει κάνεις ένα παράδειγμα αποκτήσεως πίστεως, που δείχνει ότι η πίστις επιτυγχάνεται με την προσευχή. Για την σωτηρία της ψυχής, μαζί με την πίστιν, είναι απαραίτητα και τα καλά έργα γιατί «η πίστις χωρίς των έργων νεκρά στι». Ο άνθρωπος κρίνεται κι από τα έργα όχι δε από την πίστι μόνη.

«Ε δέ θέλεις εσελθεν ες τήν ζωήν τήρησον τάς ντολάς: Ο φονεύσεις, ο μοιχεύσεις, ο κλέψεις, ο ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τον πατέρα σου καί τήν μητέρα και αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Τις εντολές αυτές πρέπει να τις τηρή κανείς όλες, επειδή «στις λον τόν νόμον τηρήση πταίση δέ ν νί γέγονε πάντων νοχος», όπως διδάσκει ο Απόστολος Ιάκωβος, ο αδελφόθεος.

Ο Απόστολος Παύλος περιγράφοντας την ανθρώπινη αδυναμία γράφει προς Ρωμαίους: «ξ ργων νόμου ο δικαιωθήσεται πσα σάρξ. Οδαμεν γάρ τι νόμος πνευματικός στιν γώ δέ σαρκικός εμι, πεπραμένος πό τήν μαρτίαν… τό γάρ θέλειν πόκειταί μοι, τό δέ κατεργάζεσθαι τό καλόν οχ’ ερίσκω… λλ’ ο θέλω κακόν τοτο πράσσω… τ μέν νοΐ δουλεύω νόμ Θεο, τ δέ σαρκί νόμ μαρτίας». Πώς, λοιπόν, ημπορούν να εκπληρωθούν έργα, που σύμφωνα με τον νόμο του Θεού είναι απαραίτητα, εφ’ όσον ο άνθρωπος δεν έχει ούτε δύναμιν, ούτε αντοχή να τηρήση τις εντολές; Δεν υπάρχει, αληθινά, δυνατότης να φανή συνεπής προς τις απαιτήσεις του νόμου του Θεού, μέχρις ότου παρακαλέση τον Θεό να τον δυναμώση και να τον καταστήση άξιο γι’ αυτό. Οκ χετε, διά τό μή ατεσθαι», λέει σχετικά ο Απόστολος Ιάκωβος. Αλλά και ο ίδιος ο Χριστός ομιλώντας κατηγορηματικά λέει, «χωρίς μο ο δύνασθαι ποιεν οδέν» και εις το θέμα της αποκτήσεως και απολαύσεως της πνευματικής καρποφορίας εκ μέρους του ανθρώπου, λέει επί πλέον: «Μείνατε ν μοί κγώ ν μν. ν μοί μένων κγώ ν α τ, οτος φέρει καρπόν πολύν». Το να μείνη όμως κανείς εις Αυτόν, σημαίνει να αισθάνεται την παρουσία Του, και να προσεύχεται συνεχώς εις το όνομά Του. «,τι ν ατήσητε ν τ νόματί μου τοτο ποιήσω». Ώστε η δυνατότης τού να κάνη κανείς καλά έργα επιτυγχάνεται με την προσευχή. Ένα παράδειγμα σχετικό βλέπει κανείς εις τον ίδιο τον απόστολο Παύλο. Τρεις φορές ο απόστολος προσευχήθηκε για την νίκη κατά του πειρασμού κλείνοντας το γόνυ εμπρός εις τον Θεόν και Πατέρα δια να δώση δύναμι Εκείνος εις τον εσωτερικό του άνθρωπο (2 Κορ. 12,8), τέλος δε επάνω απ’ όλα, διετάχθη να προσεύχεται, να προσεύχεται συνεχώς, να προσεύχεται για το κάθε τι».

Από όσα ειπώθηκαν πάρα πάνω βγαίνει σαν συμπέρασμα το ότι όλη η σωτηρία του ανθρώπου εξαρτάται απ’ την προσευχή, η οποία φυσικά είναι κάτι τι το πρωταρχικό και αναγκαίο, επειδή δια μέσου της προσευχής επιτυγχάνεται η απόκτησις πίστεως και εκτελούνται οι αγαθές πράξεις. Με μια λέξι, με την προσευχήν όλα προοδεύουν με επιτυχία, ενώ χωρίς αυτήν καμμιά πράξις χριστιανικής ευσέβειας δεν κατορθώνεται. Η προϋπόθεσις λοιπόν, του αδιαλείπτου, ανήκει αποκλειστικά εις την προσευχήν, επειδή από μεν τις άλλες χριστιανικές αρετές, η κάθε μια εχει τον ιδικό της χρόνον, αλλ’ εις την περίπτωσι της προσευχής διατάσσεται και πρέπει να υπάρχη μια αδιάκοπη και συνεχής ενέργεια. «Αδιαλείπτως προσεύχεσ θ ε». Είναι ορθό και εφαρμόσιμο δια τον κάθε ένα να προσεύχεται όπου δήποτε. Η αληθινή προσευχή φυσικά έχει και τους ειδικούς της όρους. Πρέπει να προσφέρεται εις τον Θεό με καθαρότητα νου και καρδίας, με φλεγόμενο ζήλο, με μεγάλη προσευχή, με φόβο και σεβασμό και με βαθυτάτη ταπείνωσι. Αλλά ποιό ευσυνείδητο πρόσωπο δεν θα παραδεχόταν ότι πολύ απέχει από του να εκπληρώνη τις προϋποθέσεις αυτές, ότι προσφέρει την προσευχή του προς τον Θεό περισσότερον από ανάγκη, περισσότερο από επιβολήν εις τον εαυτόν του, παρά από κλίσι, ή αγάπη ή ευχαρίστησι γι’ αυτή; Σχετικά με αυτό, η Αγία Γραφή λέει, ότι δεν έγκειται εις την δύναμι του ανθρώπου να βαστά αυτός το μυαλό του σταθερό κι αδιάσπαστο, να το ξεκαθαρίζη από ακάθαρτους και πονηρούς διαλογισμούς, επειδή επιμελώς η «διάνοια του ανθρώπου έγκειται επί τα πονηρά εκ νεότητος αυτο ύ». Ο Θεός δε, είναι ο μόνος που μας παρέχει μια καινούργια καρδιά, ένα καινούργιο πνεύμα. « Θεός γάρ στι νεργν ν μν καί τό θέλει ν καί τό νεργεν». Ο Απόστολος Παύλος γράφει ο ίδιος: «άν προσεύχωμαι γλώσσ, τό πνεμα μου προσεύχεται, δέ νος καρπός στι. κόμη τό γάρ προσεύξασθαι καθό δε οκ οδαμεν», ο ίδιος ο μέγας Παύλος μάς το διδάσκει. Απ’ αυτά καταλαβαίνουμε ότι με τις δικές μας τις δυνάμεις μόνον, είμεθα ανίκανοι να προσφέρουμε εις τον Θεό την προσευχή μας, κι ούτε εις τις προσευχές μας ημπορούμε να ζητούμε τα ουσιώδη απαραίτητα.

»Έτσι, λοιπόν, όπως παρουσιάζεται κάθε ανθρώπινο πλάσμα αδύνατο, τί περιμένει σε δύναμι εκ μέρους του για την σωτηρία της ψυχής του; Ο άνθρωπος δεν ημπορεί να απόκτηση πίστι χωρίς προσευχή, το ίδιο δε συμβαίνει και με την απόκτησι καλών έργων. Τέλος ακόμη κι αυτή η καθαρή προσευχή είναι έξω από τα περιωρισμένα όρια της δυνάμεώς του. Τί απομένει, λοιπόν, εις εκείνον για να κάνη; Τί απομένει για την εξάσκησι της ελευθερίας και της δυνάμεως, ώστε να μην απωλέση αλλά να κερδίση την σωτηρία του;

»Κάθε ενέργεια έχει την ποιότητά της και την κάθε ποιότητα ο Θεός την έχει συγκρατήσει με το δώρο Του, την θέλησί Του και με σκοπόν ώστε η εξάρτησις του ανθρώπου επάνω εις τον Θεόν, εις την αγία θέλησί Του, να δειχθή πιό καθαρά για να έχη ο άνθρωπος την δυνατότητα και την ευκαιρία να βυθισθή πιο βαθειά μέσα εις την ταπείνωσι. Ο Θεός έχει παραχωρήσει εις την θέλησι και την δύναμι του ανθρώπου μόνο την ποσότητα της προσευχής. Έχει διατάξει την αδιάλειπτη προσευχή, την συνεχή προσευχή πάντοτε και σε κάθε τόπο. Με τον τρόπον αυτό αποκαλύπτεται το μυστικό της αποκτήσεως της αληθινής προσευχής, συγχρόνως δε και της πίστεως, καθώς επίσης και της εκπληρώσεως των εντολών του Θεού και της όλης σωτηρίας. Ώστε η ποσότης προέρχεται από τον άνθρωπο, κι αυτό είναι η δική του συμβολή, καθώς κ’ η συχνότης της προσευχής, είναι αποτέλεσμα της ιδικής του θελήσεως.

«Ακριβώς αυτό διδάσκουν κ’ οι Πατέρες της Εκκλησίας. Ο άγιος Μακάριος ο μέγας λέει ότι η προσευχή είναι δώρον της χάριτος. Ο Ησύχιος ο Ιεροσολυμίτης λέει, ότι η συχνότης της προσευχής γίνεται συνήθεια και καθίσταται δευτέρα φύσις και ότι χωρίς την συχνή επίκλησι του ονόματος του Ιησού Χριστού είναι αδύνατο να καθαρισθή η καρδιά. Οι Ξανθόπουλοι, Κάλλιστος και Ιγνάτιος, συμβουλεύουν συχνή προσευχή εις το όνομα του Ιησού Χριστού πριν από κάθε άσκησι και κάθε καλόν έργο και πράξι, επειδή η συχνότης αυτή τελειοποιεί και την ατελή ακόμη προσευχή. Ο ευλογημένος Διάδοχος ο Φωτικής, παραδέχεται ότι όταν ο άνθρωπος επικαλείται το όνομα του Θεού όσον ημπορεί συχνότερα, δεν πέφτει εύκολα σε αμαρτήματα. Τί πείρα και σοφία υπάρχει εις τις συμβουλές αυτές των Πατέρων και πόσο κοντά εις την ψυχή του άνθρωπου ευρίσκονται τέτοιες διδασκαλίες! Πόσο πρακτικές είναι και πόσον αντίθετες με τα ηθικά παραγγέλματα των διαφόρων λογικών λεγομένων θεωριών! Οι θεωρίες π.χ. λένε: Κάνε αυτήν ή εκείνη την καλή πράξιν οπλίσου με θάρρος, χρησιμοποίησε την δύναμι της θελήσεώς σου, πείσε τον εαυτόν σου με σκέψεις για τα αγαθά της αρετής, καθάρισε τον νου και την καρδιά σου από τα διάφορα κοσμικά όνειρά σου, γέμισε την θέσι τους με διδακτικές μελέτες, κάνε αγαθοεργίες, για να βρης ειρήνη και γενικά ζήσε όπως το λογικό και η συνείδησίς σου σου λένε. Αλλ’ αλλοίμονο! Τίποτε δεν φθάνει τον πλήρη σκοπό του χωρίς την συνεχή προσευχή, χωρίς την επιστράτευσι της βοηθείας του Θεού.

»Τώρα ας προχωρήσουμε για να ιδούμε ακόμη περισσότερο τί διδάσκουν οι Πατέρες και τί λένε. Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος γράφει για τον καθαρμό της καρδιάς: «Όταν το πνεύμα σκοτίζεται με ακάθαρτες σκέψεις, κάνε ώστε να φύγη ο εχθρός με την συχνή επανάληψι του ονόματος του Ιησού, γιατί η πράξις αυτή είναι ένα ολοδύναμο και αποτελεσματικό όπλο που δεν ευρίσκεται αλλού, ούτε εις την γην ούτε εις τον ουρανό». Ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης μας διδάσκει ως εξής: Γνώριζε ότι κανείς δεν ημπορεί να ρυθμίση τον νου του, ο ίδιος, γι’ αυτό κατά τις ώρες των ακαθάρτων λογισμών κάνε επίκλησι του ονόματος του Ιησού Χριστού συχνά κ’ επαναληπτικά, με μικρά διαλείμματα και οι σκέψεις αυτές θα υποχωρήσουν. Τι απλή και εύκολη μέθοδος. Τι δοκιμασμένη πείρα! Τί αντίθεσις εις την θεωρητική λογική που προσπαθεί κομπαστικά να κατορθώση την καθαρότητα με μόνο τις ίδιες του ανθρώπου προσπάθειες.

»Σημειώνοντας αυτές τις συμβουλές, που είναι βασισμένες εις την πείρα των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, καταλήγουμε εις το συμπέρασμα ότι η κυρία, η μόνη, η πιό εύκολη μέθοδος για να φθάση κανείς εις το τέρμα της σωτηρίας και της πνευματικής τελειότητος, είναι η συχνότης και το αδιάκοπο της προσευχής, οσονδήποτε αδύνατη κι αν είναι αυτή. Χριστιανική ψυχή, αν δεν ευρίσκης μέσα σου την δύναμι να λατρεύσης τον Θεόν «εν πνεύματι και αληθεία», εάν η καρδιά σου δεν αισθάνεται ακόμη την θερμότητα και την γλυκειάν ικανοποίησι της νοεράς και εσωτερικής προσευχής, τότε φέρε σαν θυσία την προσευχή που ημπορείς να κάνης, όση κινείται εις τα όρια της θελήσεώς σου, όση ημπορεί η δύναμί σου να προσφέρη. Άφησε το ταπεινό όργανο, τα χείλη σου, πρώτα απ’ όλα να αποκτήσουν την συνήθεια της συνεχούς και επιμόνου επικλήσεως. Άφησέ τα να ψιθυρίζουν, το ολοδύναμο όνομα του Ιησού Χριστού, συχνά και χωρίς διακοπή. Αυτό δεν έχει μεγάλο κόπο και ημπορεί του καθενός η δύναμι να το εφαρμόση. Αυτό ακόμη, είναι εκείνο εις το οποίον η συμβουλή του αποστόλου προτρέπει λέγοντας: «Δι’ ατο ον ναφέρωμεν θυσίαν αινέσεως διά παντός τ Θε, τοτ’ στι κ αρπον χειλέων μολογούντων τ νόματι ατο».

»Η συχνότης της προσευχής πράγματι δημιουργεί μια συνήθεια και γίνεται δεύτερη φύσις. Από καιρού εις καιρόν φέρνει το μυαλό και την καρδιά σε μιάν ανώτερη κατάστασι. Όταν, λοιπόν, ένας άνθρωπος τηρή την εντολήν αυτή του Θεού για την αδιάλειπτη προσευχή με την μίαν αυτήν εκπλήρωσιν εκπληρώνει και τόσα άλλα συγχρόνως, επειδή, εάν οποιοσδήποτε αδιάκοπα, πάντοτε και σ’ όλες τις περιπτώσεις προσφέρει την Προσευχή, επικαλούμενος σιωπηλά το αγιώτατον όνομα του Ιησού (αν και εις την αρχή είναι δυνατόν να κάνη την επίκλησι χωρίς την ανάλογη θέρμη και το ζήλο και με την ανάγκη κάποιας επιβολής εις τον εαυτό του) τότε, δεν θα έχη καιρό για ανώφελη συνομιλία, κατακρίνοντας τον συνάνθρωπό του ή δαπανώντας τον χρόνο του σε αμαρτωλές επιθυμίες και πράξεις. Κάθε κακή σκέψι, με τον τρόπο αυτό φυγαδεύεται. Κάθε κακή πράξις δεν ευρίσκει πεδίον για να εκτελεσθή. Κάθε πολυλογία ή αργολογία θα έρχεται αντιμέτωπη της προσευχής αυτής και κάθε ελάττωμα δεν ημπορεί να ζήση και να καρποφορήση αντιμέτωπο με το θείον Όνομα.




 Επιτρέπεται η  αναδημοσίευση με την Προϋπόθεση της Αναφοράς της Πηγής

ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ

ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΕΝΟΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗ


Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.