Δευτέρα, 12 Αυγούστου 2013

ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΕΝΟΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗ - ΕΝΟΤΗΤΑ 3


ΕΝΟΤΗΤΑ 3

"Έδώ είναι οί βίοι τών 'Αγίων όλου τοΰ έτους, τα εργα τοΰ άγίου 'Ιωάννου τοΰ Χρυσοστόμου, τοΰ άγιου Βασιλείου τοΰ Μεγάλου, καί πολλών άλλων Θεολογων καί Φιλοσόφων. "Εχω άρκετούς τόμους κηρυγμάτων, γραμμένους άπό σπουδαίους συγχρόνους ιεροκήρυκας. Ή άξία τής βιβλιοθήκης μου είναι πάνω άπό εκατό χρυσές λίρες. Εχετε τίποτε πού νά γράφη γιά τήν Προσευχή "Βεβαίως, γιατί μοΰ άρέσει πάρα πολύ νά διαβάζω γιά τήν προσευχή. Έδώ είναι μιά τελευταία εργασία γιά τήν προσευχή, γραμμένη άπό έναν ιερέα άπ' τήν Πετρούπολι". Κατέβασε ένα βιβλίο πού έγραφε γιά τήν Κυριακή προσευχή καί άρχίσαμε νά τό διαβάζουμε μέ άγαλλίασι. "Επειτα άπό λίγο ήλθε ή κυρία φέρνοντας τσάϊ. Τήν άκολουθοΰσαν τά παιδάκια κρατώντας καί τά δύο μαζί ένα μεγάλον άσημένιο δίσκο, γεμάτο άπό μπισκότα καί γλυκά τόσο ώραία, πού ποτέ προηγουμένως δέν είχα παρόμοια γευθή. "Επειτα ό κύριος έπήρε άπό τά χέρια μου τό βιβλίο καί τό έδωσε είς τήν σύζυγο του λέγοντας: "Τώρα θά μάς διαβάση ή κυρία. Διαβάζει πάρα πολύ όμορφα κ έμείς θά ζεσταθούμε μέ τό καλοφτιαγμένο τσάϊ". 'Έτσι άρχισε νά διαβάζη κ' έμείς άκούγαμε. 'Αλλ' όπως παρακολουθούσα, αισθάνθηκα τήν ένέργεια τής Προσευχής νά άναδεύη τήν καρδιά μου καί όσο προχωρούσε τό διάβασμα, τόσο ή ένέργεια αύτή έμεγάλωνε, γεμίζοντάς με άπό εύφροσύνη.



«Ξαφνικά είδα κάτι λαμπερό νά περνά άστρα- πιαία στον άέρα έμπρός άπό τά μάτια μου, κατι σαν τη φυσιογνωμία τού μακαρίτη τού Πνευματικού μου οδη¬γού. θέλοντας νά κρύψω ολο αύτό πού μού συνέβαινε, είπα: "Νά μέ συγχωρήτε, άλλά πρέπει νά κοιμηθώ έστω κ' έλάχιστα". "Επειτα αισθάνθηκα σάν νά μ' έφώτιζε ή ψυχή τοΰ Πνευματικού μου οδηγού καί ό φω¬τισμός αύτός ήλθε μέσα στό μυαλό μου, σάν ένα είόος διαφόρων ιδεών γιά τήν Προσευχή. "Εκανα τό σταυ¬ρό μου καί όπως άρχισα νά τακτοποιώ τις ιδέες αύτές είς τόν νοΰ μου, ή κυρία είχε φθάσει διαβάζοντας είς τό τέλος τοΰ βιβλίου, ό δέ σύζυγός της μ' ερώτησε άν μοΰ άρεσε. "Ετσι, λοιπόν, ή συζήτησίς μας ξανάρχισε πάλι. "Πάρα πολύ", άπάντησα. "Τό Πάτερ ήμών, εί¬ναι ή υψηλότερη καί ή πιο πολύτιμη άπ' όλες τις προσ- ευχές γιά μάς τούς χριστιανούς, έπειδή προέρχεται άπό τό ίδιο τό στόμα τού Χριστού. Ή έξήγησις πού έδιαβάσαμε μόλις, ήταν πολύ καλή, μόνο πού τό περισ-σότερο της μέρος, πραγματεύεται γιά τήν πρακτική πλευρά τής πνευματικής ζωής, ένώ έγώ διαβάζοντας τούς άγιους Πατέρας, συνήντησα περισσότερο τήν θεωρητική καί μυστικιστική έξήγησι τής Προσευχής• τής λεγομένης Καρδιακής Προσευχής".

"Σέ ποιούς άπό τούς Πατέρας τό έδιαβασατε αυτο ;
"Εις τόν άγιο Μάξιμο τόν 'Ομολογητή επί παραδείγματι, και είς τον ίερομάρτυρα Πέτρο τόν Δα-μασκηνό, είς τήν «Φιλοκαλία»".

"θυμάστε τίποτε άπό αύτά; Πέστε καί σέ μάς κάτι, σάς παρακαλούμε".
"Βεβαιότατα. Οί πρώτες λέξεις τής Προσευχής —Πάτερ ήμών ό έν τοις ούρανοίς— ερμηνεύονται είς τό βιβλίον σας σάν μιά κλήσις γιά άδελφική άγάπη γιά τόν πλησίον, έφ' όσον ολοι μας είμεθα παιδιά τοϋ ένός Πατέρα• αύτό δέ είναι άλήθεια. Άλλά είς τούς Αγίους Πατέρας ή ερμηνεία πηγαίνει βαθύτερα καί είναι πιο πνευματική, έπειδή έκείνοι λένε ότι οταν χρη¬σιμοποιούμε αύτές τις λέξεις πρέπει νά υψώνουμε τόν νοΰ μας είς τόν ούρανόν, πρός τόν ούράνιό μας Πατέρα και νά θυμώμεθα κάθε στιγμή, οτι οπουδήποτε καί άν εύρισκώμεθα είμεθα μπροστά στό Θεό.

"Τά λόγια Άγιασθήτω τό όνομά Σου είς τό βιβλίο πού έδιαβάσαμε έξηγοΰνται, οτι πρέπει νά είναι φροντίδα μας νά μή πιάνουμε γιά τό τίποτα στό στόμα μας τό ονομα τοϋ Θεοϋ, νά μή παίρ¬νουμε ψεύτικους όρκους καί μέ μιά λέξι, νά προφέρουμε μέ σεβασμό πάντοτε τό θείον όνομα καί νά μή τό "λαμ- βάνωμεν έπί ματαίω". Άλλά οί μυστικισταί συγγρα¬φείς διαβλέπουν έδώ μιά σαφή κλήσι γιά τήν έσωτερι¬κή Προσευχή τής καρδιάς, πού σύμφωνα μ' αύτή τό άγιον ονομα τοϋ Θεοΰ τυπώνεται εσωτερικά έπάνω είς τήν καρδιά τοΰ άνθρώπου καί έξαγιάζεται άπό αύτε- νεργοϋσα Προσευχή καί άγιάζει όλα τά συναισθήματα καί τις δυνάμεις τής ψυχής.

"Τά λόγια Έ λ θ έ τ ω ή Βασιλεία Σου οί Πατέρες τά έξηγοΰν: είθε ή έσωτερική ειρήνη καί γαλήνη καί πνευματική άγαλλίασις νά έλθουν μέσ' στις καρδιές μας. Είς τό βιβλίο σας πάλι, τά λόγια Τόν άρτον ήμών τόν έπιούσιον δός ήμίν σήμε ρον, θεωρούνται οτι είναι παρακλητι κά γιά τις καθημερινές άνάγκες τής ζωής τής ιδικής μας καί τοΰ πλησίον μας. Άλλ' ό άγιος Μάξιμος ό Όμολογητής άντιλαμβάνεται τόν άρτον τόν έ π ι ο ύ σ ι ο ν σάν τροφή τής ψυχής μέ ούράνιον άρ¬τον πού είναι ό Λόγος τοΰ θεοΰ καί σάν ένωσι τής ψυχής μέ 'Εκείνον πού γίνεται μέ τήν έγκατοίκησί της είς Αύτόν, μέ τή σκέψι καί τήν άσίγαστη έσωτερική Προσευχή τής καρδίας".

"Ναί, άλλά ή άπόκτησις τής έσωτερικής Προσευχής είναι δύσκολο πράγμα καί σχεδόν άδύνατο γιά οσους δέν είναι μοναχοί ή ιερωμένοι, μοΰ είπε ό κύριος πού μ' έφιλοξενοΰσε, κ' έμείς είμαστε τυχεροί πού μπο- ροΰμε νά λέμε τις τακτικές καθημερινές προσευχές μας χωρίς οκνηρία".

"Μήν τά σκέπτεσθε έτσι τά πράγματα, απήντησα. 'Εάν ήταν κάτι δύσκολο καί άκατόρθωτο νά τό εκ-πληρώσουμε, ό Θεός δέν θά τό άπαιτοΰσε άπό μάς. "Ή δύναμίς του έν άσθενεία τελειοΰται". Οί Πατέρες πού όμιλοΰν άπό τήν ιδική τους πείρα, μάς παρέχουν τόν τοόπο καί τό σύστημα νά κερδίσουμε εύκολώτερα τήν Προσευχή τής καρδιάς. Φυσικά γιά τούο άσκητάς καί τούς έρημίτας προσφέρουν είδικάς μεθόδους ύψη- λας, άλλά καί γι' αύτούς πού ζοΰν είς τον κόσμο, τά συγγράμματά τους δείχνουν τρόπους πού όδηγοΰν μέ άσφάλεια είς τήν γνώσι καί τήν έφαρμογή τής έσω¬τερικής Προσευχής".

"Θέλεις νά σοΰ διαβάσω σχετικά μ' αύτό, κάτι απ τή «Φιλοκαλία»"; τόν έρώτησα, βγάζοντας τό βιβλίο άπ' τό σακκίδιό μου. Εύρήκα ενα κεφάλαιο τοΰ άγιου Πέτρου τοΰ Δαμασκηνού, είς τό τρίτο μέρος τοΰ βιβλίου, κ' έδιάβασα τά άκόλουθα: Πρέπει κανείς νά μαθη νά έπικαλήται τό ονομα τοΰ Θεοΰ συχνότερα καί απο την άναπνοή του, πάντοτε, παντοΰ και οποιαδήπο¬τε κι άν είναι ή έργασία του. Ό άπόστολος είπε, «ά-
διαλείπτως προσεύχεσθε», μέ αύτό δέ, διδάσκει τούς άνθρώπους νά έχουν τη σκέψι τους στό θεό, σέ κάθε στιγμή, σέ κάθε τόπο, σέ οποιαδήποτε περίστασι.

""Οταν πρόκειται νά κάνη ό άνθρωπος κάτι, φέρ¬νει εις τό μυαλό του τόν Δημιουργό τών όλων. "Οταν βλέπη τό συνηθισμένο φώς, θυμάται τόν φωτοδότη Χριστό. "Οταν ρίχνη τά μάτια του είς τόν ούρανό ή τήν γη, τήν θάλασσα καί ολα οσα ύπάρχουν εις τήν φύσι, θαυμάζει μέ τήν ψυχή του καί ύμνεί τόν πάνσο- φο Καλλιτέχνη. "Οταν φορή τά ροϋχα του, σκέπτεται τίνος δώρα είναι αύτά, καί δοξάζει τόν Προνοητή πού προνοεί καί γιά τό πιο άσημο πλάσμα τής γής αύτής, γενικά δέ ό άνθρωπος φροντίζει ώστε κάθε πράξις του νά γίνη αιτία νά θυμάται καί νά δοξολογή τό ονομα τοϋ Θεοΰ, όποτε πραγματοποιεί τήν άσίγαστη προσευ¬χή, ενώ ή ψυχή του γεμίζει άπό έσωτερική πνευματική ευτυχία και γαλήνη .

"Είναι, λοιπόν, όπως άντιλαμβάνεσαι, αύτός ό τρόπος τής άδιαλείπτου προσευχής, εύκολος καί κατορθωτός άπό τόν κάθε ένα πού έχει φόβο Θεοΰ καί όμαλά τά άνθρώπινα συναισθήματα".

»Καί οί δυό τους εύχαριστήθηκαν εξαιρετικά άπό αύτό πού τούς έδιάβασα, ό άνδρας δέ άφοΰ μοΰ έσφιξε τό χέρι, πήρε είς τά χέρια του τήν "Φιλοκαλία" καί τήν περιεργάστηκε, λέγοντας: "Πρέπει καί έγώ νά πάρω ένα αντίτυπο τής "Φιλοκαλίας" καί θά τό πα¬ραγγείλω άμέσως είς τήν Πετρούπολι, άλλά πρός τό παρόν καί γιά νά θυμάμαι τή στιγμή αύτή, θά άντι- γράψω αύτό τό κομμάτι πού μοΰ έδιάβασες".

«'Αντέγραψε, λοιπόν, τό χωρίον αύτό καλλιγρα- φικά καί μόλις τό έτελείωσε έστάθηκε γιά μιά στιγμή μέ έκπληξη καί είπε: "ΤΩ, Θεέ μου! "Εχω τήν εικόνα τοΰ άγιου Πέτρου τοΰ Δαμασκηνοΰ. Είναι αύτή έπάνω εκει εις το εικονοστάσι . Γ/6αλε επειτα αυτο που εγράψε σέ μιά κορνίζα μέ τζάμι καί το έκρέμασε κάτω άπό τήν εικόνα. "Τώρα θά είναι, προσέθεσε, τά ζων¬τανά λόγια τοΰ Αγίου κάτω άπ' τήν εικόνα του γιά νά μοΰ θυμίζουν νά τά εφαρμόζω τέλεια είς τή ζωή

«"Επειτα έπήγαμε γιά τό δείπνο. "Οπως καί κατά τό γεΰμα, έτσι καί τώρα όλο τό προσωπικό έκάθησε είς τό ίδιο τραπέζι μ' έμάς. Πόσο ήσυχο καί επιβλητι¬κό ήταν τό δείπνο αύτό! Μόλις έτελειώσαμε, ολοι μαζί καί τά παιδάκια, έκάναμε προσευχή. Μέ παρεκάλεσαν νά διαβάσω τόν ίκετήριο κανόνα είς τόν γλυκύτατον Ίησοΰ. Μετά άπό αύτό οί υπηρέτες καί τά παιδιά έπήγαν νά κοιμηθοΰν κ' έμείναμε οι τρείς έμείς πάλι μόνοι. Αμέσως τότε ή κυρία μοΰ έφερε ένα άσπρο που¬κάμισο καί ένα ζευγάρι κάλτσες. Υποκλίθηκα εύχα- ριστώντας, άλλά τής είπα ότι δέν θά πάρω τις κάλ-τσες, έπειδή ποτέ είς τήν ζωή μου δέν είχα φορέσει, έκτος άπό τις συνηθισμένες πάνινες ρωσικές μπότες πού τύλιγα τά πόδια μου. 'Επήρε έτσι τότε τις κάλ¬τσες κ' έφερε άπ' τήν προίκα της ένα κίτρινο μάλλινο ύφασμα άπ' όπου μοΰ έκοψε ένα ζευγάρι περίφημες μπό¬τες, λέγοντας συγχρόνως είς τόν άνδρα της: "Τά πα¬πούτσια τοΰ άγαπητοΰ μας φίλου είναι λειωμένα, φέρε, λοιπόν, ένα καινούργιο ζευγάρι καλά στιβάλια δικά σου, νά τοΰ δώσουμε". Μ' επήραν έπειτα σ' ένα διπλα¬νό δωμάτιο γιά νά φορέσω τό καινούργιο πουκάμισο.

Οταν ήλθα κοντά τους πάλι, μέ καθήσανε σέ μιά καρέκλα, όπου μοΰ φόρεσαν οι ίδιοι τά καινούργια στιβάλια πού μοΰ χαρίσανε. Εις την άρχή δέν ήθελα νά τους άφήσω, άλλά αύτοί επέμεναν λέγοντάς μου οτι *αι ό Χριστός ενιψε τά πόδια τών μαθητών του. Ύπή- κουσα έπειτα άπό ολα αύτά και έδάκρυσα άπό εύτυ- Χια> μόλις δε μέ είδαν έδάκρυσαν καί αύτοί. "Υστερα άπό τήν ένδειξι τής άγάπης αύτής_, ή κυρία επήγε νά κοιμηθή, ενώ ό σύζυγος της και έγώ προχωρήσαμε σ' ενα καλοκαιρινό σπιτάκι είς τον κήπο. Ό φίλος μου άρχισε πρώτος:

"Τώρα, χωρίς περιστροφές, σέ παρακαλώ, πές μου, στή συνείδησί σου, πές μου τήν αλήθεια. Ποιός είσαι; Φαίνεσαι νά κατάγεσαι άπό οικογένεια εύγενών καί προφασίζεσαι τόν άσημο, μετημφιεσμένος σέ άπλό χωρικό. Έσύ γράφεις καί διαβάζεις τόσο καλά καί γιά νά είμαι πιο σαφής, είσαι ικανός νά συζητής τόσα πρά¬γματα, πού είναι άφύσικο καί πολύ δύσκολο σέ χωρι¬κούς νά τό κατορθώσουν".

"Είπα τήν καθαρή άλήθεια είς τήν γυναίκα σας καί σέ σάς τόν ίδιο, όταν σάς διηγήθηκα γιά τήν κα¬ταγωγή μου, ποτέ δέ, δέν έσκέφθηκα νά σάς πώ ψέ¬ματα ή νά σάς γελάσω. Γιά ποιό λόγο, άλλως τε, θά τό έκανα αύτό; "Οσο γιά αύτά πού σάς είπα, δέν είναι δικά μου, έπειδή τά έμαθα άπό τόν μακαρίτη τόν Πνευματικό μου όδηγό, πού ήταν γεμάτος άπό θεία σοφία, ή τά έδιάβασα προσεκτικά είς τά συγγράμμα¬τα τών 'Αγίων Πατέρων.

"Άλλά περισσότερο ή άγραμματωσύνη μου έξαλείφθηκε, άπό τήν γνώσι τής εσωτερικής Προσευχής, πού δέν τήν κατώρθωσα μόνος μου, παρά μοΰ τήν έχά- ρισε τό έλεος τοΰ Θεοΰ καί ή φροντίδα τοΰ Πνευματικού μου όδηγοΰ. Τήν έσωτερική αύτή Προσευχή μπορεί ό κάθε ένας νά τήν άποκτήση. Δέν στοιχίζει τίποτε, παρά τήν προσπάθεια τής βυθίσεως είς τήν σιωπή καί είς τά βάθη τής καρδιάς, καθώς καί τήν πρόνοια γιά τήν έπίκλησι, όσο τό δυνατόν περισσότερο τοΰ γλυκυ- τάτου ονόματος τοΰ Ίησοΰ Χριστού, πού γεμίζει τόν άνθρωπο μέ άγαλλίασι.

"Ό κάθε ένας πού κάνει τήν προσπάθειαν αύτή. αισθάνεται άμέσως εσωτερικά, κατανόησι γιά ολα τά πράγματα καί άντιλαμβάνεται μερικά άπό τά μυστήρια τής Βασιλείας τοϋ θεοϋ, μέ τήν δύναμι τοΰ φωτός τής γνώσεως αύτής.

"Καταλαβαίνει άκόμη πόσο βάθος και πόσο φώς, ύπάρχει μέσα είς τό μυστήριο τοϋ άνθρώπου, οταν γνωρίση τόν τρόπο καί άποκτήση τήν δύναμι νά βυθί¬ζεται είς τόν εαυτόν του γιά νά τόν δή άπό μέσα, νά βρή τήν εύφροσύνη τής αύτογνωσίας, νά λυπηθή γιά τά σφάλματά του καί νά χύση άνακουφιστικά δάκρυα γιά τις πτώσεις του καί τις άδυναμίες τής θελήσεώς του.
"Νά δείξη κανείς καλή διάθεσι γιά τό κάθε τι, καί νά συνομιλή μέ ολους δέν είναι δύσκολο καί ό κάθε ένας ήμπορεί αύτό νά τό κάνη, έπειδή ό νοϋς καί ή καρδιά διατίθενται εύνοϊκά χωρίς δυσκολία σ' αύτό. "Οταν ό νοϋς διατίθεται εύχάριστα γιά κάτι, ή εργα¬σία, είτε πρακτική, είτε έπιστημονική είναι, προοδεύει μέ έπιτυχία, άλλ' όταν δέν έχη διάθεσι, καί ή πιο εύκολη καί ή πιο εύχάριστη έργασία, χωλαίνει. Τό δυστύχημα είναι οτι ζοϋμε έξω άπό τόν έαυτόν μας καί δέν έπιθυμοϋμε νά γυρίσουμε μέσα είς τόν πλοΰ- το του.
'"Αλήθεια! Πάντα τρέχουμε μακρυά άπό αύτό πού είναι τόσο κοντά μας καί άποφεύγουμε νά έλθουμε κοντά, πρόσωπο πρός πρόσωπο μέ τούς πραγματικούς εαυτούς μας, άνταλλάσσουμε δέ τήν άλήθεια μέ μη¬δαμινά πράγματα.

"Λέμε συνήθως: Θά ήθελα νά άρχίσω νά ένδια- φερωμαι γιά τά πνευματικά πράγματα και νά προσεύχωμαι θερμά, άλλά ποΰ νά βρώ καιρό γιά όλα αύτά, με τις δουλειές μου καί τις φασαρίες μου;

Ποιο ομως εχει μεγαλύτερη αςια εις- τήν ζωή, αρετή καί ή σωτηρία τής ψυχής ή ό άσταθής αύτός βιος καί τό φθαρτό σώμα, γιά τό όποιο τόσο κοπιά¬ζουμε; Αύτά ολα λέγω πάντοτε όταν συζητώ καί άλλοι μεν διδάσκονται, άλλοι όμως δέν δίνουν καμμιά σημασία".

"Συγχώρησε με, άδελφέ μου, δέν σ έρώτησα άπό απλή περιέργεια, άλλά άπό άγάπη και χριστιανικό ένδιαφέρον καί άκόμη, έπειδή δυό χρόνια πριν, συνήν- τησα κάποιον άνθρωπο πού μέ έκανε άπό τότε, νά ύπο- βάλλω πάντοτε τις έρωτήσεις αύτές. Συνέβη, λοιπόν, τό έξής: ΤΗλθε σάν ζητιάνος κάποτε έδώ είς τό σπί¬τι μας ένας άνθρωπος, αύτός πού άνέφερα, έχοντας ένα διαβατήριο άπομαχικό, τοϋ στρατοΰ. ΤΗταν γέρος καί καταβεβλημένος, τόσο δέ πτωχός πού τά ροϋχα του σχεδόν είχαν πέσει άπό πάνω του. Μιλοΰσε πολύ λίγο καί μέ τόσο άπλό τρόπο ώστε δέν σοΰ έμενε άμφιβολία οτι ήταν χωρικός, μεγαλωμένος είς τις στέππες. Τόν επήραμε είς τόν ξενώνα, άλλά υστέρα άπό πέντε ήμέ- ρες έπεσε βαρεία άρρωστος. Τόν μεταφέραμε είς αύτό έδώ τό σπιτάκι γιά νά έχη ήσυχία, καί τόν έφροντίζα- με, ή δέ γυναίκα μου τόν περιποιόταν μόνη της. "Υστε¬ρα άπό λίγες ημέρες ήταν φανερό ότι έπλησίαζε πρός το τέλος του. Άρχίσαμε, λοιπόν, νά τόν προπαρασκευά¬ζουμε. Καλέσαμε τόν έφημέριο, γιά τό Εύχέλαιο, τήν Έξομολόγησι καί τήν Αγία Κοινωνία. Τήν παραμονή τοΰ θανάτου του, άνασηκώθηκε κάπως, μοϋ έζήτησε λίγο χαρτί καί μελάνι καί μέ παρεκάλεσε νά μή μπή άλλος είς τό δωμάτιο, γιά νά γράψη τήν τελευταία του θέλησι, τήν όποια μοΰ άνέθεσε νά τήν στείλω, μόλις θά έκλεινε τά μάτια του, είς τόν γυιό του, είς τήν Πετρούπολι.

"Εμεινα έκπληκτος οταν είδα πώς ήξευρε νά γράφη καί μάλιστα ώραιότατα. Ή σύνθεσις τών γρα- φομένων του ήταν έπίσης ύπέροχη, άλάνθαστη και έδειχνε πολύ καλλιεργημένο συναίσθημα. Θά σοΰ τήν διαβάσω άπό ένα άντίγραφο πού έχω κρατήσει καί θά ϊδής καί σύ ό ίδιος μέ τά μάτια σου, αύτά πού σοΰ λέγω. "Ολα εκείνα, έκτος άπό τήν έκπληξι, μοϋ έγέν- νησαν καί τήν περιέργεια νά τόν ερωτήσω ποιός ήταν, ποιά ήταν ή καταγωγή του καί ποιο τό νόημα τής ζωής του.

"Άφοϋ έπήρε τήν ύπόσχεσί μου οτι δέν θά άπε- κάλυπτα, πριν άπό τό θάνατο του, τίποτε άπό όσα θά μοϋ έλεγε, μοϋ διηγήθηκε πρός δόξαν Θεοϋ, τής ζωής του τήν ιστορία".

"Είμαι Πρίγκιπας. Τό ονομά μου είναι... Μετά τόν θάνατο τής συζύγου μου, έζοϋσα μέ το γυιό μου, πού ήταν λοχαγός τής άνακτορικής φρουράς. Μιά μέρα ένώ έτοιμαζόμουν νά πάγω είς ένα χορό είς τό σπίτι ένός σπουδαίου προσώπου, θύμωσα πολύ μέ τόν ύπη- ρέτη μου καί άφοϋ τόν έκτύπησα άσχημα είς τό κεφάλι, διέταξα νά τόν στείλουν είς τό χωριό του. Αύτά έγι¬ναν άπό βραδύς, άλλά τά ξημερώματα ό ύπηρέτης άπέθανε άπό τό κτύπημα πού τοΰ είχα δώσει. Τό γεγο¬νός αύτό δέν μέ συνεκίνησε καί πολύ. Μετάνοιωσα φυ¬σικά γιά τήν παραφορά μου καί τό κακό πού τοϋ έκα¬να, άλλά σέ λίγο έξέχασα δλο τό συμβάν. "Εξη εβδο¬μάδες μετά άπό τό άτύχημα, άρχισα νά βλέπω τόν υπηρέτη μου νά παρουσιάζεται στον ύπνο μου καί νά με έπιπλήττη κάθε νύκτα, έπαναλαμβάνοντας άδιά- κοπα τις λέξεις: 'Ασυνείδητε άνθρωπε! Είσαι ένας φονιάς! "Οσο περνοΰσεν ό καιρός, άρχισα νά τόν βλέπω και όταν ήμουν ξύπνιος καί οί έμφανίσεις του έγίνοντο με τόν καιρό όλο καί πυκνότερες, μέχρις ότου ή ταρα¬χή πού μοΰ προξενοΰσαν έγινε κατάστασις είς τήν ψυ- 7ήν μου. Είς τό τέλος τό θΰμά μου αύτό, παρουσιαζόταν μαζί μέ άλλους άνθρώπους, άνδρες καί γυναίκες, πού είχα διαφθείρει ή είχα βλάψει καί άδικήσει. Τώρα μέ άπόπαιρναν όλοι μαζί, χωρίς νά σταματούν, ωστε έχασα τήν ήρεμία μου εντελώς καί μαζί μ' αύτή *αι τόν ύπνο μου καί τά πάντα. "Αρχισα νά άδυνατίζω

τόσο, πού κόλλησε τό δέρμα μου εις τά κόκκαλά μου. Οί γιατροί δέν ήμποροΰσαν νά μοϋ προσφέρουν τίποτε. 'Επήγα είς τό έξωτερικό γιά νά βρώ τή θεραπεία, άλλά έπέρασαν έξη ολόκληροι μήνες καί ή κατάστασίς μου δέν έσημείωσε ούτε τήν παραμικρή βελτίωσι. Τού- ναντίον δέ οί ψυχές, τά πνεύματα, πού μέ ταλαιπωρού¬σαν, έβασάνιζαν τήν ψυχή μου σταθερά, όλο καί περισ¬σότερο. Μ' έφεραν σπίτι μου πίσω, περισσότερο νεκρό ποιρά ζωντανό.

Μ υπαρςις μου εοαοιζε μεσα απο τρομους κι άπ' τά βασανιστήρια τής πιο φρικτής κολάσεως.

""Ετσι έπείσθηκα άποδεικτικά γιά τήν πραγματική τής Κολάσεως ύπαρξι, άφοϋ ό ίδιος τήν έζοϋσα άπό ζωντανός.

'"Ενφ εύρισκόμουν είς αύτήν τήν κατάστασι, άνεγνώρισα είς τό βάθος τους, όλες τις αμαρτωλές μου πράξεις. Μετενόησα καί έξωμολογήθηκα μέ πλήρη συντριβή. 'Ελευθέρωσα όλους τούς υπηρέτες καί τούς σκλάβους μου. έταξα δέ νά συνθλίψω τόν εαυτόν μου γιά δλο τό ύπόλοιπο τής ζωής μου, μέ όσο περισσότερο βασανισμένη ζωή καί άν μποροΰσα νά μεταμορφώσω τόν έαυτόν μου σέ ζητιάνο. 'Επεθύμησα, γιά τις πολλές μου άμαρτίες, νά γίνω ό ταπεινότερος δούλος τών συν¬ανθρώπων μου καί νά ζήσω τοΰ προσκαίρου τούτου βίου, τήν πιο άσημη μορφή. Μόλις έλαβα τις άποφα- σεις αύτές, οί φρικτές οράσεις εξαφανίσθηκαν καί αι¬σθάνθηκα άνακούφισι καί εύτυχία άνείπωτη, επειδή ένέμισε τήν ψυχή μου ή πληροφορία, ότι ειρήνευσα με τόν Δίκαιο Κριτή.

""Ετσι στ' άλήθεια μού έφάνηκε δτι έπέρασα άπο τήν Κόλασι είς τόν Παράδεισο καί δτι η Βασίλεια τοΰ Θεοΰ μοΰ είχεν άποκαλυφθή κι άκόα.η κατάλαβα, πώς άποκαλύπτεται άπ' τή μιά στιγμή σττιν άλλη η Βασιλεία τοΰ Θεοΰ, είς τούς άνθρώποϋς. 'Αμέσως η υγεία μου άρχισε νά άναλαμβάνη και σέ λίγο ήμουν έτοιμος νά πραγματοποιήσω το τάξιμο μου.

'"Εγκατέλειψα κρυφά τήν γενέτειρά μου, μέ μόνο εφόδιο αύτό τό διαβατήριο τής άποστρατείας μου και έπί δεκαπέντε χρόνια τώρα, έχω σχεδόν γυρίσει ολη τήν Σιβηρία.

"Πολλές φορές έδούλεψα έργάτης είς τά χωρά¬φια τών χωρικών. "Αλλοτε συντηρήθηκα άπό τή ζη¬τιανιά, χορταίνοντας περισσότερο άπό τήν ταπείνωσι, παρά άπό τά ξεροκόμματα πού έμάζευα.

"Πόσο μεγάλη ήταν ή χαρά καί ή εύλογία πού αισθανόμουν, πόσο δέ άνέκφραστη ή ειρήνη είς τό μυα¬λό καί τήν καρδιά μου, άπό όλες αύτές τις θεληματι¬κές στερήσεις, μόνον οποίος πέρασε άπ' τήν Κόλασι είς τόν Παράδεισο μέ τό έλεος τοΰ Μεγάλου Πρεσβευ- τοΰ, τοΰ Ίησοΰ Χριστοΰ, μπορεί νά τό καταλάβη".

""Οταν έτελείωσε τήν ιστορία του αύτή, μοΰ έδωσε τήν γραμμένη τελευταία του θέλησι γιά νά τήν στείλω είς τόν γυιό του, καί τήν άλλην ήμέρα έκλεισε τά μάτια του γιά πάντα".

"Τό άντίγραφό της τό έχω μέσα σ' ένα πορτοφόλι έκεί πάνω, δίπλα είς τήν 'Αγία Γραφή. 'Εάν θέλης μπορείς νά τό δής".

»Τό άνοιξα καί άρχισα νά διαβάζω ώς έξής:

"Εις τό όνομα  της 'Αγίας Τριάδος, τοϋ Πατρός καί τοϋ Υιοϋ και του  Άγίου Πνεύματος".
«'Αγαπητά μου παιδί.
»"Εχουν περάσει δεκαπέντε δλόκληρα χρόνια άφ' δτου οέν είδες τόν παπάρα, σου. 'Αλλ' άν έσύ δέν είχες νέα του, αύ- t&i &ρ•.σκϊ•νΜε τόσο ευκαιρίες να μα#αίνη ειδήσεις γιά σένα καί νά αίισβάνεταιι τήν άγάπη τοϋ πατέρα γιά τό παιδί του.
"Ή ίδια άγάπη vbv κάνει νά οοΰ σοείλη, άπ' τό κρεβάτι πού κοίτετα/ι έταιμοθάνατος, τις λίγες αύτές γραμμές. Είθε νά άπστελέαουν γιά σένα δίδαγμα σ' δλη σου τή ζωή!

«Γνωρίζεις πόσο υπέφερα άπό τήν άμελή καί άσύνετη ζωή μου, άλλά δέν ήξεύρ«ς πόση εύλογία έπήρα άπό τό άγνωστο σέ δλους προσκύνημά μου καί μέ πόση χαρά έγέ- μιιααν τήν ψυχή μου οί καρποί τής μετανοίας.
«Πεθαίνω βίρηνικά είς τό σπίτι ένός, πού έδείχθηκε καλός σ' έμένα κα£ σέ σένα, γιατί ή καλωσύνη του πρός τόν πατέρα σου, πρέπει νά συγκινή ενα γυιό είς τοΰ όποιου τήν καρδιά ύπάρχει τής εύγνωμοσύνης τό συναίσθημα. Δείξε σ' αύτόν τήν ευγνωμοσύνη μέ δποιον τρόπο μπορείς.

»Δ6δοντάς σου τήν πατρική ευχή μου σέ έξορκίζω, νά θυμάσαι πάντα τόν θεό, κιαί να προσέχης τήν συνεί'δησί σου. Νά είσαι συνετός, καλός καί λογικός. Νά μεταχειρίζεσαι τούς κατωτέρους σου φιλικά καί μέ δση περισσότερη καλοκαγαθία μπορείς. Νά μή περιφρονής τούς ζητιάνους καί νους πρβσκυνη- τάς, άλλά νά θυμάσαι δτι ιείς τήν ζητιανιά και ©Ες τά, προσκυ-νήματα, ό πατέρας σου, πού πεθαίνει τή σαγμήν αύτή, ευρή- κε ειρήνη καί ή μαρτυρικά βαισανισμένη ψυχή του, εύρήκε τή γαλήνη τής έμπράκτου μετανοίας.

Ικετεύω τοΰ θεοΰ τήν ευλογία γιά σένα καί κλείνω ήρεμα τά μάτια μου, μέ τήν έλπίδα τής αιωνίου ζωής, πού θά μοΰ χαιρί'ση τό έλεος τοΰ Κυρίου μας Ίησοΰ Χριστοΰ, τοΰ Σω- τήρος των άνθρώπων.

Ό πατέρας σου».
»"Οπως καθόμαστε έπάνω εις τόν καναπέ κ' έ- κουβεντιάζαμε, έρώτησα μέ την σειρά μου: "Φαντάζομαι πώς ό ξενώνας ποΰ διατηρείτε θά σάς παρέχη κ' ένα σωρό φασαρίες. Δέν είναι έτσι";

"Βεβαίως, έπειδή υπάρχουν πολλοί άνθρωποι ποΰ γίνονται προσκυνηταί, γιατί δέν έχουν τί νά κάνουν, ή έπειδή είναι τεμπέληδες, μερικοί δέ άπ' αύτούς κά¬ποτε, κάνουν καί καμμιά κλεψιά είς τόν δρόμο δταν
ήμπορέσουν. Έχω ίδή άρκετοΰς τέτοιους μέ τά ίδια μου τά μάτια".

"Δέν είναι μεγάλος ό άριθμός τών προσκυνητών αύτού τού είδους, ήταν ή άπάντησις. Οί περισσότεροι ποΰ συνήντησα ήσαν καλοί προσκυνηταί. Άλλά έμείς καλοδεχόμεθα καί τοΰς κακούς μέ χαρά, μέ τήν έλπί¬δα οτι είς τήν συναναστροφή μέ τοΰς κάλους είς τον ξενώνα μας, θά δοθή ή εύκαιρία νά άλλάξουν τόν χαρακτήρα τους καί νά γίνουν καλοί, έτσι δέ τό καλό γίνεται διπλό. "Ένα σχετικό γεγονός συνέβη λίγο και¬ρό πρίν. 7Ηταν ένας άνθρωπος πού άνήκε είς τήν κα¬τώτερη μέση τάξι τής πόλεώς μας έδώ καί είχε κα¬ταντήσει τόσον έλεεινός ώστε οπού παρουσιαζόταν τον έδιωχναν, χωρίς νά τού δίνουν ούτε ένα ξεροκόμματο. "Επινε καί έμάλωνε μέ όλους, τό χειρότερο δέ έκλεβε ό,τι εύρισκε.

"Μιά μέρα ήλθε είς τόν ξενώνα μας άθλιος καί πεινασμένος ζητώντας λίγο ψωμί καί κρασί έπειδή τό κρασί πολύ τό άγαποΰσε. Τόν έδεχθήκαμε φιλικά καί τού είπαμε, μείνε έδώ μαζί μας καί θά σού δίνουμε οσο κρασί θέλεις, μέ τήν συμφωνία, όμως, οτι θά πηγαίνης κατ' εύθείαν νά πέφτης είς τό κρεβάτι σου μόλις πί- νης. Έάν δέν συμμορφωθής έντελώς μέ αύτό καί άρ- χίσης τις φασαρίες καί τις ανοησίες, οχι μόνον θά σέ διώξουμε, άλλά θά σέ άναφέρουμε είς τήν άστυνομία γιά νά σέ στείλη είς τό άσυλο πού κλείνουν τούς άπα- τεώνες. Συμφώνησε άπόλυτα κ' έτσι έμεινε κοντά μας.

"Γιά μιάν ολόκληρη εβδομάδα, εις τήν άρχή, έπινε οσο ήθελεν ή ψυχή του. Άλλ' έπειδή είχε δώσει τις υποσχέσεις πού είπαμε καί φοβόταν μήπως τόν διώξουμε καί χάση τό κρασί, πού τό έλάτρευε, έπή- γαινε πράγματι καί έπεφτε είς τό κρεβάτι, όταν δέ βα- ρυότανε τό κρεβάτι, έπήγαινε είς τόν μικρό κήπο έξω από τήν κουζίνα κ' έξάπλωνε στό χορτάρι, άρκετά
 ήσυχος. "Οταν ήταν νηστικός οί άδελφοί είς τόν ξενώ¬να προσπαθούσαν νά τόν πείσουν νά συνηθίση νά επι¬βάλλεται είς τόν έαυτόν του σιγά - σιγά, κάνοντας άρ¬χή κάποτε, έπί τέλους.

""Ετσι, χωρίς νά τό καταλάβη, άρχισε νά με- τριάζη τό ποτό καί στό τέλος, πέντε μήνες άργότερα, ένίκησε έντελώς τό πάθος κ' έ'γινε νηφάλιος. "Επιασε δουλειά καί έργάζεται τώρα, χωρίς νά γίνεται βάρος καί νά έξαρτάται άπό τήν ελεημοσύνη τών άλλων. Προχθές άκριβώς ήλθε νά μέ ίδή καί νά μέ εύχαρι- στήση άκόμη μιά φορά".

»Τί τέλεια σοφία, έσκέφθηκα, προπαρασκευάζει ή άγάπη! Καί είπα: "Ευλογημένο τό ονομα τοΰ Θεοΰ πού πλουτίζει μέ τόση χαρά τό έργο τοΰ ξενώνα σας". "Επειτα άπ' αύτή τήν συνομιλία κοιμηθήκαμε μιά έως μιάμιση ώρα κ' έξυπνήσαμε μέ τις καμπάνες τής έκ- κλησίας. Ετοιμασθήκαμε κ' έξεκινήσαμε γιά τήν έκ¬κλησία. Μπαίνοντας μέσα, είδαμε ότι ή κυρία μέ τά παιδάκια της ήταν κιόλας έκεί. 'Εσταθήκαμε κοντά όλοι καί παρακολουθήσαμε τόν "Ορθρο. Είς τήν Λει¬τουργία ό οικοδεσπότης μέ τό άγοράκι του προχώρησε μέσ' στό ιερό, ένώ ή κυρία μέ τό κοριτσάκι πλησίασαν είς τήν άριστερή Πύλη γιά νά μπορέσουν νά δοΰν τήν ύψωσι τών Τιμίων Δώρων. Τούς έβλεπα γονατισμένους που προσεύχονταν θερμά καί έδάκρυσα άπ' αύτό και άπό τήν χάρι τοΰ Θεοΰ, πού διέκρινα ζωγραφισμένη είς τά πρόσωπά τους. "Οταν έτελείωσε ή έκκλησία, τό εκκλησίασμα, ό παπάς, οί ψάλτες, ό νεωκόρος, οί ζη¬τιάνοι, όλοι, έπήγαμε μαζί είς τήν τραπεζαρία. 'Επά¬νω άπό σαράντα μαζεύτηκαν ολοι, μέ τούς άναπήρους καί τά παιδιά. Κάθησαν χωρίς έξαίρεσι είς τό τρα¬πέζι, έθαύμασα δέ τήν ήσυχία πού έπεκράτησε. Έζύ- γωσα τον οικοδεσπότη καί τοΰ ψιθύρισα: "Είς τά μονα-στήρια διαβάζουν τούς βίους τών άγίων τήν,ώρα τοΰ φαγητού στήν τράπεζα, γι' αύτό δέν θάταν άσχημο, νομίζω, νά έκάνατε και σεις το ίδιο, άφοΰ μάλιστα έχετε τά βιβλία είς τήν βιβλιοθήκη σας".

"Τί λές, Μαρία, νά τό έφαρμόσουμε; είπε, γυρί¬ζοντας πρός τήν σύζυγο του. θά είναι πολύ έποικοδομη- τικό. θά άρχςσω άπό τό βράδυ νά διαβάσω πρώτος, έπειτα έσύ, έπειτα θά παρακαλέσουμε τόν παπά, καί μετά, μέ τή σειρά, θά διαβάζουν ολοι οί άδελφοί πού γνωρίζουν άνάγνωσι".

»Ό παπάς άρχισε, ενώ έτρωγε, νά κουβεντιάζη συγχρόνως. "Μοΰ άρέσει νά άκούω, άλλ' ώς πρός τό διάβασμα, μέ ολη τήν άγάπη πού σάς έχω, θά σάς παρακαλέσω νά μή μέ ύπολογίζετε. Δέν έχετε ιδέα σέ τί δίνη βρίσκομαι οταν είμαι είς τό σπίτι, πόσες φασα¬ρίες καί δουλειές έχω, τήν μιά συνέχεια τής άλλης. "Ολη μέρα δέν στέκομαι καθόλου. Πάει καιρός τώρα πού έχω ξεχάσει ολα οσα έμαθα είς τήν ιερατική σχο¬λή".

»Σάν νά έκρύωσα όταν άκουσα αύτά, άλλά τήν ίδια στιγμή ή οικοδέσποινα, πού έκαθόταν δίπλα μου, μ' έσκούντισε καί μοΰ είπε: "Ό παππούλης τά λέγει αύτά άπό ταπείνωσι. Συνηθίζει νά τά λέγη άλλ' είς τήν πραγματικότητα είναι πολύ τακτικός καί ενάρε¬τος. Ή πρεσβυτέρα του είναι τώρα είκοσι χρόνια πεθα¬μένη κι αύτός έχει στή ράχη του μιά μεγάλη οικογένεια παιδιών καί έγγόνων. Παρ' ολα αύτά, λειτουργεί πολύ συχνά »"

Οταν τά άκουσα αύτά, ήλθε είς τόν νοΰ μου αύτό πού γράφει ό Νικήτας ό Στηθάτος είς τήν "Φιλοκαλία". "Ή φύσις των πραγματων κρίνεται με τήν έσωτερική διάθεσι τής ψυχής", δηλαδή, ό άνθρωπος σχηματίζει γνώμη γιά τό ποιόν τοΰ γείτονα του, άπό το ποιον τοΰ έαυτοΰ του. "Επειτα προχωρεί ό οσιος, λέ- γοντας: "Αύτός πού κατώρθωσε τήν πραγματική
προσευχή καί άπέκτησε τήν άγάπη, δέν διακρίνει τις διαφορές μεταξύ τών πραγμάτων. Δέν διακρίνει τον δίκαιο άπο τον άμαρτωλό, άλλά άγαπά μέ τόν ίδιο τρόπο δλους τούς ανθρώπους καί δέν κατακρίνει κα¬νένα, όπως ο Θεός άνατέλλει τόν ήλιο έπί πονηρούς καί ά γ α θ ο ύ ς καί βρέ¬χει έπί δικαίους καί άδικου ς".
«Έσιωπήσαμε πάλι. 'Απέναντι μου έκαθόταν έ¬νας άπό τούς ζητιάνους τοΰ ξενώνος πού ήταν έντε- λώς τυφλός. Ό οικοδεσπότης τόν έπεριποιείτο μόνος του, τοΰ έκοβε τό ψωμί, τοΰ έδινε νερό καί τοΰ έκαθάρι- ζε τό ψάρι άπ' τά κόκκαλα.
»Π αρατηροΰσα τόν ζητιάνο αύτόν μέ προσοχή καί είδα οτι έκρατοΰσε τό στόμα του άνοιχτό κάπως, ενώ ή γλώσσα του μέσα, συνεχώς έκινείτο σάν νά έτρεμε. Σίγουρα, έ σκέφθηκα, θά προσεύχεται καί έξα- κολούθησα νά τόν κοιτάζω. 'Ακριβώς είς τό τέλος τοΰ φαγητοΰ μιά γυναίκα άρρώστησε ξαφνικά καί άρχισε τό βογγητό. Τό άνδρόγυνο τήν έβαλαν είς τό δικό τους τό κρεβάτι καί ή κυρία τήν έφρόντιζε ή ίδια ένώ ό κύ¬ριος έστειλε τό άμάξι του είς τήν πόλι νά φέρη γρήγο¬ρα τόν γιατρό. Ό παπάς έφερε τά "Αχραντα Μυστή¬ρια καί έμείς όλοι έπήγαμε νά ησυχάσουμε.
«Αισθανόμουν μιά δίψα νά προσευχηθώ, μιάν έπι- τακτικήν άνάγκη νά άφήσω τήν ψυχή μου νά άναλυθή σέ προσευχή, έπειδή δέν είχα μείνει μόνος γιά 48 ολό¬κληρες ώρες. Αισθάνθηκα σάν νά ύπήρχε μέσ' στήν καρδιά μου ένα κΰμα αίματος πού προσπαθούσε νά ξε- σπάση καί νά ξεχυθή σέ όλα μου τά μέλη. Προσπα¬θώντας νά τό κρατήσω, μοΰ προξενούσε έναν ισχυρό πόνο είς τήν καρδιά, ένα πόνο πού γιά νά γλυκαθή έχρειαζόταν ήσυχία, σιωπή καί προσευχή. Τότε, λοι¬πόν, κατάλαβα γιατί αύτοί πού έφαρμόζουν τήν εσω¬τερική αύτοενεργοΰσα προσευχή άποφεύγουν τήν έπι-
 κοινωνία μέ τοΰς άνθρωπου ς καί πηγαίνουν σέ μονα¬χικά μέρη. Κατενόησα άκόμη γιατί είς τήν κατάστασι τής ιεράς ήσυχίας καί ή πιο έπωφελής πνευματική συ- ζήτησις ονομάζεται άνώφελη, έάν είναι μεγάλη, άκρι- βώς όπως ό άγιος 'Εφραίμ ό Σΰρος λέγει: "Ή καλή συνομιλία είναι άσήμι, άλλ' ή σιωπή.είναι χρυσάφι".
»"Οπως τά έσκεπτόμουν ολα αύτά, προχώρησα πρός τον ξενώνα. "Ολοι μετά τό γεΰμα άνα παύονταν. Ανέβηκα κ' έγώ έπάνω στή σοφίτα, οπού έξεκούρά- στηκα καί προσευχήθηκα.
»"Οταν έξύπνησαν αύτοί είς τόν ξενώνα, εύρήκα τόν τυφλό τόν έπήρα κ' επήγαμε είς τον κήπο τής κου¬ζίνας, όπου έκαθήσαμε κι άρχίσαμε τήν κουβέντα.
"Πές μου, σέ παρακαλώ, τοϋ είπα, χρησιμοποι¬είς τήν Προσευχή τοϋ Ίησοϋ Χριστοΰ, γιά τήν ψυχή σου ;
"Είναι τώρα πολύς καιρός ποΰ τήν λέγω, χωρίς ούτε στιγμή νά σταματήσω".
"Μπορείς νά μού πής ποιό είναι άραγε τό κυριώ- τερο αίσθημα πού σοϋ άφήνει";
Ιο αίσθημα οτι οεν ήμπορω να ζω χωρίς να τήν λεγω μέρα καί νύκτα".
"Πώς τό έφανέρωσε αύτό σέ σένα ό Θεός; Πές μου, πές μου, τό κάθε τι, άγαπητέ μου άδελφέ".
"Λοιπόν, συνέβη ώς εξής: Είς αύτήν έδώ τήν περιοχή πού άνήκω, είχα τό επάγγελμα τοϋ ράπτου κ' έζοϋσα άπ' αύτό. Έπήγαινα σέ διάφορα χωριά καί έ'ρ- ραβα ροϋχα γιά τοΰς χωρικούς. Κάποτε συνέβη νά μεί¬νω κάπου γιά άρκετό διάστημα, γιά νά ράψω σέ μιάν οικογενεια σ' ένα χωριό. Κάποια μέρα, μιάν άγία ήμέ¬ρα, είδα πώς είς τό εικονοστάσι τοϋ σπιτιού μαζί μέ τις εικόνες ύπήρχαν καί τρία βιβλία. 'Ερώτησα, φυσικά, ποιος είς τό σπίτι έγνώριζεν άνάγνωσι. Κανένας, μοϋ απηντησαν, αύτά τά βιβλία, μάς τά άφησε ένας θείος

μας, πού ήξευρε νά γράφη καί νά διαβάζη. 'Επήρα ένα άπ' αύτά τά βιβλία, το άνοιξα άμέσως, θυμάμαι δέ σάν νά είναι τώρα, έδιάβασα πάνω - κάτω τά άκόλου- θα: 'Αδιάλειπτη προσευχή είναι ή έπίκλησις τοϋ ονό¬ματος τοϋ Θεοϋ πάντοτε κι οταν κανείς κάθεται κι ο¬ταν συνομιλή κι οταν περπατή κι όταν τρώγη, όταν, ό,τιοηποτε κι άν κάνη, παντοϋ καί πάντοτε, προφέρη με τα χείλη του ή νοερά, τοϋ θεοϋ τό όνομα.
"Οπως έδιάβασα τό κομμάτι αύτό άρχισα νά σκέπτωμαι πόσο άπλό καί εύκολο θά ήταν γιά μένα νά το έφαρμόσω καί άρχισα τό είδος αύτό τής προσευχής σάν ένα ψίθυρο τήν ώρα πού έρραβα. Μοϋ άρεσε άλη- θινά! Διάφοροι συνάδελφοι μου πού τό άντελήφθησαν άρχισαν νά μέ κοροϊδεύουν. Είσαι μάγος καί ψιθυρίζεις συνεχώς, κι όλο μουρμουρίζεις; μοϋ έλεγαν. "Ετσι γιά να αποφεύγω τά σχόλια, έσταμάτησα νά προφέρω τοΰ θεοΰ τό ονομα μέ τά χείλη καί τό έλεγα μέ τή γλώσσα άσίγαστα ημέρα καί νύκτα, έπειδή μέ έπλημμύριζε μέ αγαλλίασι. "Επειτα είχα τό άτύχημα νά χάσω τό φώς μου άπο γλαύκωμα, άρρώστια κληρονομική τής οικο¬γενείας μου κ' έπειδή ήμουν πολύ πτωχός μέ έβαλαν σε ενα άσυλο είς τό Τομπόλσκ, τήν πρωτεύουσα τής περιοχής αύτής. Έκεί πηγαίνω τώρα. 'Από έδώ είμαι περαστικός, περιμένοντας νά μοΰ δώση ό φιλόξενος οι¬κοδεσπότης πού έγνωρίσατε, ένα άμάξι γιά νά ταξει-
οευσω ανετα .
"Ποιό ήταν το ονομα τοΰ βιβλίου; Μήπως τό θυ¬μάσαι; Μήπως ήταν ή «Φιλοκαλία»";
Γιά νά είμαι ειλικρινής, δέν ήξεύρω. Δυστυχώς οέν έκοίταξα καθόλου νά ιδώ τον τίτλο του".
»"Εφερα τήν "Φιλοκαλία", άνοιξα είς τό κεφά¬λαιο, "Περί Προακυχής" κ' έδιάβασα άπ' αύτό ένα κομμάτι, γραμμένο άπ' τόν άγιώτατο Κάλλιστο, τόν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.
"Αύτά είναι! Τά ίδια λόγια! φώναξε ό τυφλός. Διάβασε, έξακολούθησε τό διάβασμα, άδελφέ μου".
»"Οταν έφθασα σ ένα σημείο πού έγραφε "ό κα¬θένας οφείλει νά προεσύχεται μέ τήν καρδιά του" ό τυφλός άρχισε τις έρωτήσεις "τί σημαίνει αύτό; πώς κατορθώνεται έκείνο"; καί άλλα.
»Τοΰ εξήγησα ότι ολη ή διδασκαλία γιά τήν Προ-σευχή τής καρδιάς παρέχεται άπό τό βιβλίο τής "Φι- λοκαλίας", αύτός δέ μέ παρεκάλεσε θερμά νά τοϋ δια¬βάσω άπ' αύτό όλα έκείνα πού πραγματεύονται γιά τό έξαίρετο είδος αύτής τής Προσευχής.
"θά σοϋ διαβάσω κάθε τι πού έχει σχέσι μ' αύ¬τή, τοΰ υποσχέθηκα. Πότε, όμως, φεύγεις γιά τό Τομπόλσκ";
"'Ακριβώς αύριο", άπήντησε.
"Πολύ ώραία, λοιπόν, αύριο άναχωρώ καί έγώ. θά φύγουμε μαζί καί είς τόν δρόμο θά σοΰ διαβασω γιά τήν προσευχή τής καρδιάς, θά σοϋ δείξω δέ και τόν τρόπο γιά νά τήν άποκτησης .
"Ναί, άλλά τό άμάξι"; έρώτησε.
"Τί πειράζει; Τό Τομπόλσκ άπό έδώ είναι 160 χιλιόμετρα, θά βαδίσουμε σιγά - σιγά οί δυό μας μόνοι καί θά διαβάζουμε ή θά συζητοϋμε γι' αύτό πού έπιθυμείς νά μάθης". Συμφωνήσαμε, λοιπόν, έντε- λώς.
»Τό βράδυ ήλθε ό ίδιος ό κύριος τοϋ ξενώνος καί μάς έκάλεσε νά προσέλθουμε γιά τό δείπνο, μετά δέ ταΰτα έγώ τοϋ άνεκοίνωσα τήν άπόφασί μας νά άνα- χωρήσουμε μαζί μέ τόν τυφλό, γιά νά έντρυφήσουμε είς τήν Προσευχή καί τήν "Φιλοκαλία".
«'Ακούγοντας αύτά ό οικοδεσπότης ειπε: "Καί έμένα μοΰ άρέσει πάρα πολύ ή "Φιλοκαλία". "Εγραψα 5ε ήδη κ' έδωσα καί τά χρήματα νά μοΰ στείλουν ενα
 αντίτυπο άπ' τήν Πετρούπολι. 'Ελπίζω πώς αύριο θά το λάβω είς το γραφείο μου".
«'Εξεκινήσαμε, λοιπόν, το πρωί, όπως είχαμε σχεδιάσει, άφοϋ εύχαριστήσαμε γιά τήν τόσο στοργι¬κή περίθαλψι, αύτούς πού μάς έφιλοξένησαν.
»Μάς συνώδευσαν καί οί δύο, ενα χιλιόμετρο ά- πόστασι περίπου καί μάς κατευώδωσαν άπο έκεί κι ό δικαστής καί ή κυρία του.
«Προχωρούσαμε δέκα εως δώδεκα χιλιόμετρα τήν ήμερα. Τον υπόλοιπο χρόνο έκαθόμαστε κάπου κ' έδια- βάζαμε. Τοϋ έδιάβασα άπ' τήν "Φιλοκαλία" ολα οσα είναι γραμμένα γιά τήν Προσευχή τής καρδιάς, μέ τήν σειρά τήν όποία μοϋ εδειξε κάποτε ό μακαρίτης ό πνευματικός μου όδηγός, άρχίζοντας άπό τόν Νικη¬φόρο τόν μονάζοντα καί τόν άγιο Γρηγόριο τόν Σιναΐτη.
»Μέ πόση προσοχή καί προθυμία άκουγε, ένώ ή χαρά είχε ξεχυθή είς τό πρόσωπο του! "Επειτα άρχι¬σε νά μοϋ ύποβάλλη τέτοιες έρωτήσεις πού δύσκολα μποροΰσα νά βρίσκω νά τοϋ δίνω τις κατάλληλες άπαν- τήσεις. "Οταν έδιαβάσαμε τά άπαραίτητα άπ' τήν "Φιλοκαλία", μέ παρεκάλεσε μέ έπιμονή νά τοΰ δεί¬ξω τόν τρόπο μέ τόν όποιο ό νοΰς συναντάται μέ τήν καρδιά καί σταλάζει μέσα της τό θείο ονομα τοΰ Ίη¬σοΰ Χριστοΰ, πού φέρνει τήν άνείπωτη χαρά τής έπι- τυχίας τής έσωτερικής Προσευχής. Τοΰ τά έξήγη- σα, λοιπόν, ώς εξής: "Τώρα έσύ έπειδή είσαι τυφλός δέν ήμπορείς νά ίδής τίποτα. "Ομως άσφαλώς μπορείς μέ τή μνήμη καί μέ τή φαντασία σου νά σχηματίσης είς τό μυαλό σου μιάν εικόνα, μιά παράστασι ένός άν¬θρώπου, ένός ζώου, ένός δένδρου, ένός σπιτιοΰ, όπως τά είχες ίδή είς τό παρελθόν οταν είχες τήν όρασι σου. Δέν ήμπορείς, λοιπόν, νά σχηματίσης πλήρη ει¬κόνα τών χεριών σου, τών ποδιών σου, όπως οταν θά είχες ύγιά τήν ορασί σου";
 "Βεβαιότατα, μπορώ", άπήντησε.
"Φαντάσου, λοιπόν, τήν εικόνα τής καρδίας σου, κατά τόν ίδιον τρόπο, γύρισε τά άφωτα, έστω, μάτια σου πρός αύτήν και κράτησε τήν εικόνα της αύτή, όσο δυνατώτερα καί καθαρώτερα- μπορείς. Τά αύτιά σου θά άκροώνται οσο περισσότερο μπορούν ένα - ένα τούς κτύπους της. "Οταν τό έπιτύχης αύτό, άρχισε πάλι τήν προσπάθεια νά συνηθίσης νά προσκομίζης τά λό¬για τής Προσευχής μέ τόν κάθε ένα κτύπο. "Ετσι είς τόν πρώτο κτύπο πές μέ τό μυαλό σου: "Κύριε", είς τόν
όευτερο, Ιησού , εις τον τρίτο, Αριστε , εις τον τέταρτο, ελεησον , εις τον πέμπτο, με .
"Αύτό δέν θά σταματάς νά τό έπαναλαμβάνης συνεχώς καί θά τό οίκειοποιηθής εύκολα, έπειδή έχεις ήδη κατορθώσει νά βάλης τά θεμέλια καί νά κτίσης
τόν πρώτον οροφο τοΰ παλατιού τής εγκάρδιας προσευχής•
"Τό δεύτερο στάδιο της είναι, όπως σοΰ είπα ήδη, ή προσαρμογή της είς τήν άναπνοή σου, όπως οί άγιοι Πατέρες μάς έδίδαξαν.
"Σύμφωνα μέ τήν δεύτερη καί ύψηλήν αύτή πε¬ρίοδο, θά είσπνέης λέγοντας είς τό μυαλό σου: "Κύριε Ίησοΰ Χριστέ" καί μέ τήν έκπνοή θά συμπληρώ- νης λέγοντας νοερά "έλέησόν με". Ενέργησε αύτό όσο πιο συχνά μπορείς καί θά αίσθανθής ύστερα άπό κάμ¬ποσο χρόνο ένα εύχάριστο πόνο είς τήν καρδιά σου καί μια θερμότητα νά σέ καταλαμβάνη. Τότε μέ τή χάρι τοΰ Θεοΰ θά μπής μέσ' στή χαρά τής "αύτοενεργού- σης προσευχής τής καρδιάς"! Τότε όμως πρέπει νά προσεχής καί νά άσφαλίζης τόν εαυτό σου άπό τόν κίν¬δυνο τών διαφόρων οραμάτων πού θά σοΰ παρουσια¬σθούν. Μή παρασύρεσαι καί μή παραδέχεσαι κανένα απ αύτα, έπειδή οί άγιοι Πατέρες επιμένουν άφάντα- στα είς τό γεγονός, οτι πρέπει ή έσωτερική προσευχή
νά κρατηθή μακρυά κ' ελεύθερη άπ' τά οράματα, έπει¬δή αύτά είναι πολύ επισφαλή καί ρίχνουν τήν ψυχή σέ τρομερούς πειρασμούς καί κινδύνους".
» Ο τυφλός έφάνηκε σάν νά έρρούφηξε κυριολε¬κτικά ολα αύτά πού τοΰ είπα καί άρχισε νά τά έφαρ- μόζη όπως τά άκουσε άμέσως περισσότερο όμως τις νύχτες, οταν διακόπταμε γιά πολλές ώρες τήν πο¬ρεία. Πέντε ήμέρες άργότερα άρχισε νά αισθάνεται γλυκειά θερμότητα είς τήν καρδιά του και άρρητη εύ¬τυχία, έπήρε δε πλέον ή υπόλοιπη ταλαιπωρημένη ζωή του, περιεχόμενο καί άνείπωτη παρηγοριά είς τήν Προ¬σευχή τήν άσίγαστη, πού τόν έκανε νά καίγεται κυ¬ριολεκτικά άπ' τήν άγάπη πρός τόν γλυκύτατον Ίη¬σοΰ. Άπό καιρό σέ καιρό έβλεπε φως, άν καί δέν ημπο¬ρούσε νά τό προσδιορίση επακριβώς. Μερικές φορές ό¬ταν ό τυφλός εκανε τήν είσοδο είς τήν καρδιά του, τοΰ έφαινοταν πώς έβλεπε κάτι σάν φλόγα πού τήν έπυρπο- λοΰσε, βγαίνοντας δε άπ' έξω άπ' αύτήν, τόν έπλημ- μύριζε μέ φώς. Μέ τό φώς αύτής τής φλόγας ήμποροΰ- σε νά βλέπη άπομεμακρυσμένα πράγματα κι άφανή γε¬γονότα. "Άλλη μιά φορά τοΰ συνέβη τό έξήο: Περπα¬τούσαμε μέσ' άπό ένα δάσος. Είμεθα καί οί δυό σιωπη¬λοί, δοσμένοι ολότελα είς τήν Προσευχή, όταν ξαφνι¬κά μοΰ είπε:
' Τί κρίμα! Ή έκκλησία καίγεται έκεί. Τό καμ¬παναριό της έπεσε κάτω συντρίμμι φοβερό"!
"Σταμάτησε τό άπατηλό όραμα, τοΰ είπα. Εί¬ναι τοΰ πειρασμοΰ. Πρέπει αύτές τις φαντασίες νά τις άποδιώχνπς άμέσως. Πώς ήμπορείς νά βλέπης πρά¬γματα πού συμβαίνουν είς τήν πόλι, άπό τήν όποία άπέχουυε δέκα τρία όλόκληρα χιλιόμετρα";
»Μέ ύπήκουσε καί προχώρησε είς τήν Προσευχή. Τό βραδάκι έφθάσαμε στήν πόλι καί είδαμε είς τήν πραγματικότητα άρκετά σπίτια καμμένα καί ένα ξύ¬
λινο κωδωνοστάσιο πεσμένο. Ό κόσμος ήταν μαζεμέ¬νος καί έθαύμαζαν όλοι τό συμβάν τοΰ καμπαναριού, πού έπεσε χωρίς νά προξενήση πουθενά τήν παραμι- κρότερη ζημιά. 'Ερώτησα πότε συνέβη ή πυρκαϊά καί είδα οτι έγινε άκριβώς τήν ώρα πού τήν είδε ό τυφλός, όταν είμεθα άκόμη στό δάσος. Άρχίσαμε οί δυό μας νά συζητοΰμε γι' αύτό:
"Είχες τήν γνώμη ότι τό όραμα ήταν άπατηλό, μοΰ είπε, άλλ' όμως, ό,τι είδα, συνέβη είς τήν πρα¬γματικότητα. Πώς ήμπορώ νά μή δοξάζω μέ δάκρυα τ' όνομα τοΰ Κυρίου Ίησοΰ, πού έκχύνει τήν Χάρι του σ' άνθρώπους μωρούς και τυφλούς καί άμαρτωλούς, σάν κ' έμένα; Σέ εύχαριστώ καί σένα θερμά, πού μέ έδίδαξες τήν προσευχή τής ένεργείας τής καρδίας".
"Λάτρευε τόν Κύριον Ίησοΰ, τοΰ είπα καί Αύ¬τόν εύχαρίστησε μέ δλο σου τό είναι. Άλλά προσπά¬θησε νά μή θεωρής τό δραμά σου σάν άπ' εύθείας ένέργεια τής Χάριτος τοΰ Θεοΰ, έπειδή γεγονότα σάν αύτό πού είδες είναι δυνατόν νά συμβαίνουν συμφωνά καί μέ τούς φυσικούς νόμους. Ή ψυχή τοΰ άνθρώπου δέν δεσμεύεται άπ' τήν ύλη ή τόν χώρο. 'Ημπορεί πολ¬λές φορές νά δή καί μέσα στό σκοτάδι καί νά διακρίνη γεγονότα πού συμβαίνουν μακρυά, άλλά δέν πρέπει νά τά περιβάλλουμε όλα αύτά μέ πίστι ότι είναι άποτελε- σματα χριστιανικής άρετής καί θείας Χάριτος. Οί δυνάμεις πού έχουμε μέσα μας, άτονοΰν καί έξαφανί- ζονται κάτω άπό τό παχυλό βάρος τών ύλικών μας σωμάτων, τών ύλικών σκέψεών μας καί φροντίδων.
Αλλ' όταν αύτοσυγκεντρούμεθα, καί άπομακρυνώμε- θα άπό κάθε τι πού μάς περιβάλλει καί γινώμεθα πιο τέλειοι, σάν έξαϋλωμένοι, ή ψυχή τότε έπανέρχε- ται είς τόν πραγματικό της εαυτό καί έργάζεται μέ άδέσμευτες όλες μας τις δυνάμεις. "Ετσι, ό,τι συνέβη σε σένα προηγουμένως, δέν είναι κάτι τό ύπερφυσικο.

"Ακουσα κάποτε άπο τον μακαρίτη τόν Πνευματικό μου όδηγό πού έλεγε, οτι άκόμη καί άνθρωποι, χωρίς νά έχουν μπή είς τά βασίλεια τής προσευχής τής καρ¬διάς, συμβαίνει πολλές φορές νά κατέχουν τήν ικανό¬τητα αύτή, ή συμβαίνει νά τήν άποκτοΰν κατά τό διά¬στημα μιάς άρρώστιας πού οί δυνάμεις τοϋ σώματος ύποχωροΰν άφήνοντας ελευθερία κινήσεως είς τις διάφορες ικανότητες τής ψυχής. Τότε μέσα στό σκο¬τάδι, διακρίνουν πνεύματα άνθρώπων πού ευρίσκον-ται μακρυά, επικοινωνούν μέ ψυχές πού εύρίσκονται είς τόν άλλο κόσμο καί άλλοτε διαβάζουν είς τών συναν¬θρώπων των τίςσκέψεις. 'Αλλ' αύτό πού προέρχεται κατ' εύθείαν άπ' τού Θεού τή Χάρι είς τήν περίπτο>- σιν τής έσωτερικής προσευχής, είναι τό γέμισμα τής καρδιάς άπό γλυκύτητα καί εύφροσύνη, τις όποιες ουκ εςον αννρωπω λαλησαι , επειοή όεν υπάρχει εις τήν γήν κάτι άνάλογο διά νά συγκριθούν, άντίθετα δέ όλες οί χαρές τής γής ύστεροϋν, όσο κι άν παρα¬βληθούν μέ τήν πνευματικήν αύτή γλυκύτητα καί εύ-φροσύνη".
»Ό τυφλός φίλος μου μέ άκουγε μέ πολλή προ¬σοχή καί έγινε άκόμη πιο ταπεινός. Ή προσευχή άν- δρώθηκε μέσ' στήν καρδιά του καί τόν έγέμιζε μέ άγαλλίασι. 'Εχαιρόμουν μέσ' άπ' τήν ψυχή μου καί εύχαρίστησα μέ τήν καρδιά μου τόν Θεό πού εύδόκησε νά γνωρίσω ένα τόσον εύλογημένο δοΰλό Του.
»Έφθάσαμε τέλος είς τό Τομπόλσκ. Όδήγησα τόν τυφλό είς τό άσυλο καί φεύγοντας τόν έχαιρέτησα με τον άσπασμό τής χριστιανικής άγάπης.
«Περιπλανήθηκα ένα περίπου μήνα χωρίς να βιάζωμαι γιά τίποτα, έχοντας βαθειά συναίσθησι τού τρόπου μέ τόν όποιο τό ά γ α θ ό ν ύπάρχει, ζή, διδάσκει, καί παρακινεί τούς άνθρώπους νά τό υιοθετή¬σουν. 'Εδιάβασα πολλά άπό τήν "Φιλοκαλία" κ' έβε-
βαιώθηκα άπ' αύτή, δτι δλα ήσαν σωστά όσα είχα πή εις τόν τυφλό. Ή προθυμία ύπέκαψε καί τόν ιδικό μου ζήλο, γιά εύγνωμοσύνη καί άγάπη πρός τόν θεό. Ή προσευχή τής καρδιάς μου, μοΰ έδινε τόσην άνακού- φισι ώστε αισθανόμουν δτι δέν ύπήρχε εύτυχέστερο πλάσμα άπό έμένα είς τήν γή και διαλογιζόμουν πόσο μεγαλύτερη θά ήταν ή εύτυχία, είς τήν Βασιλεία τών Ούρανών. Ή άγαλλίασις αύτή δέν περιωριζόταν μό¬νον είς τήν ψυχή μου μέσα, άλλά καί όλον τόν άλλο κόσμο γύρω μου τόν έβλεπα ότι ήταν βουτηγμένος είς τήν ομορφιά καί τήν εύφροσύνη. Τό κάθε τι μοΰ προ¬ξενούσε αύθόρμητες εύχαριστίες πρός τόν Θεόν. Τούς άνθρώπους, τά δένδρα, τά φυτά, τά ζώα, δλα τά θεω¬ρούσα σάν συγγενικά μου πλάσματα, και διέβλεπα μέσα σ' αύτά τήν μαγεία τής μυστηριώδους δυνάμεως τού Θεού. Μερικές φορές ή χαρά μ' έκανε νά νομίζω ότι δέν περπατούσα, άλλ' έπετοΰσα. "Αλλοτε συγκέν¬τρωνα τις σκέψεις μου είς τόν έαυτόν μου καί έθαύμα- ζα τήν λεπτομέρεια, τήν σκοπιμότητα, τήν τελειότητα καί τήν σοφία μέ τήν οποίαν έπλάσθηκαν γιά νά έρ- γάζωνται, δλα τά διάφορα όργανα τοΰ άνθρώπινου οργανισμού. Τέλος ή πολλή μου χαρά μέ έκανε νά θεω¬ρώ τόν εαυτό μου σάν κυρίαρχο όλου τού κόσμου. Σ' αύτές τις καταστάσεις τής πνευματικής εύτυχίας, ευχόμουν νά έλθη ό θάνατος, γιά νά μετατεθώ άπ' τήν εύτυχία τής γής, άμέσως είς τήν εύφροσύνη τών ούρανών καί νά προσκυνήσω τό "ύποπάδιον τών ποδών τοΰ Κυρίου", μαζί μέ τά πνεύματα έκείνων πού έλεή- θηκαν άπ' Αύτόν.
»Παρ' δτι έφαινόμουν δτι έπλεα σε πελάγη πνευματικής εύτυχίας χαρισμένης άπ' τοΰ Θεοΰ την συγκατάβασι, όμως, κάπου - κάπου αισθανόμουν ενα είδος σάν φόβο καί σεισμό είς τήν καρδιά μου. 'Ε- σκεπτόμουν δτι κάποια καινούργια φασαρία ή άτυχία
 θά έπεφτε έπάνω μου, δπως τότε μ' αύτη τήν χωρια¬τοπούλα πού τής έδίοαξα τήν Προσευχή τού 'Ιησού Χριστού. Τέτοια σύννεφα σκέψεων έτριγυρνοΰσαν εις το μυαλό μου καί έθυμήθηκα τά λόγια τού 'Ιωάννου τού Καρπαθίου πού λένε: "Ό διδάσκαλος πρέπει συ¬χνά νά ταπεινώνεται καί νά ύποφέρη άτυχήματα καί πειρασμούς, γιά νά διδάσκωνται τά πνευματικά του παιδιά". 'Επολέμησα αύτές τις μελαγχολικές σκέ¬ψεις καί προσευχήθηκα αύτή τήν φορά μέ θέρμη πρω-τοφανή. Ή Προσευχή άπόδιωξε όλες αύτές τις ανη¬συχίες καί καταλαμβάνοντας πάλι τήν καρδιά μου μέ έκανε νά πώ είς τόν εαυτό μου, "γενηθήτω τό θέ¬λημα τού Θεού —είμαι έτοιμος γιά τις άδυναμίες μου καί τήν ύπερηφάνεια πού ύποβόσκει μέσα μου νά υπο¬φέρω ό,τιδήποτε στείλη ό Χριστός σ' έμένα", γιατί καί αύτοί είς τούς οποίους είχα τήν εύκαιρία νά διδά¬ξω τό μυστικό τής εισόδου είς τήν καρδιά καθώς καί τήν έσωτερική προσευχή, πολύ πριν μέ συναντήσουν, είχαν προπαρασκευασθή άπ' τήν άπ' εύθείας μυστική τοϋ Θεού διδασκαλία.
«Ειρηνευμένος μέ τις τελευταίες σκέψεις καί άποφάσεις, άρχισα τόν δρόμο μέ τήν Προσευχή. Είχε βρέξει δυό ολόκληρες ημέρες καί ό δρόμος ήτο τόσο λασπωμένος ώστε μέ μεγάλη δυσκολία μποροΰσα νά περπατώ. 'Εβάδισα, λοιπόν, παραπλεύρως είς τήν στέππα, μιάν ολόκληρη άπόστασι δεκαπέντε χιλιο¬μέτρων. Δέν συνήντησα πουθενά ψυχή ζώσα. Έπί τέ¬λους βράδυ - βράδυ, συνήντησα ένα μοναχικό σπίτι, κτισμένο άπό τό δεξιό μέρος τοΰ δρόμου. Έχάρηκα έπειδή θά μποροΰσα νά παρακαλέσω νά μείνω τό βρά¬δυ έκεί κι ώς τήν άλλην ήμέρα θά είχε ό Θεός, ίσως δέ ύποχωροΰσε καί ή κακοκαιρία. "Οπως έζύγωσα, είδα νά κάθεται σ' ένα πεζούλι ένας γέρος μισομεθυσμε-
νος, φορώντας ένα χονδρό στρατιωτικό μανδύα. Τόν έχαιρέτησα καί τοΰ είπα:
"Ποιόν θά μποροΰσα νά παρακαλέσω νά μοΰ έ- πιτρέψη νά μείνω τό βράδυ έδώ";
"Ποιός άλλος άπό έμένα θά μπορούσε νά δώση τήν άδεια; έφώναξε δυνατά. Έγώ είμαι ό άφέντης έδώ. Αύτό έδώ είναι τό ταχυδρομείο καί έγώ είμαι ό υπεύθυνος".
"Θά μ' άφήσετε, λοιπόν, νά περάσω τήν νύκτα στό σπίτι σας";
""Εχεις ταξειδιωτική άδεια; δώσε μου δ,τι άλλο έπίσημο χαρτί έχεις".
»Τοΰ έδωσα τό διαβατήριο μου καί ένώ τό έκρα- τοΰσε μ' έρώτησε: "Ποΰ είναι τό διαβατήριο σου";
"Αύτό είναι πού κρατείτε είς τά χέρια σας", τοΰ άπήντησα.
Ιοτε, λοιπον, ελα μεσα , μου ειπε.
«Φόρεσε τά γυαλιά του, έδιάβασε τό διαβατήριο άπ' τήν άρχή μέχρι τό τέλος καί είπε:
"Έν τάξει είναι. Μείνε έδώ τή νύκτα. Έγώ εί¬μαι καλός άνθρωπος, πιέ μιά βότκα".
"Δέν πίνω, δέν ήπια ποτέ μου", άπήντησα.
"Καλά, τότε πιέ ό,τι θέλεις. Πιέ νερό σκέτο, δέν μέ νοιάζει. Πάντως κάθησε νά δειπνήσουμε μα¬ζί".
«Κάθησαν είς τό τραπέζι, αύτός καί ή μαγεί- ρισσά του, μιά νέα γυναίκα, πού είχε καί αύτή πιή κάμποσο, μέ παρεκάλεσαν δέ νά καθήσω κ' έγώ. Έ- λογόφερναν σ όλο τό διάστημα τοΰ φαγητού, βριστή- κανε άρκετά καί στό τέλος πιαστήκανε στά χέρια. Ό άνδρας έπήγε νά κοιμηθή στό άνώγι, ένώ ή μαγεί¬ρισσα άρχισε νά πλένη τά πιάτα έξακολουθώντας τό υβρεολόγιο. Έκάθησα σέ μιά καρέκλα κ' έσκεπτόμουν οτι θά περάση κάμποση ώρα μέχρις δτου τελειώση. Σε  λίγο τήν ερώτησα ποΰ θά κοιμηθώ, έπειδή ήμουν πάρα πολύ κουρασμένος άπ' τήν πεζοπορία. "Θά σοΰ φτιάξω το κρεβάτι σου" μοΰ άπάντησε κ' έστρωσε πάνω σέ δυο πάγκους κοντά είς το παράθυρο, μιά κου¬βέρτα, δείχνοντάς μου έπί πλέον κ' ένα μαξιλάρι. 'Ε¬ξάπλωσα καί έκλεισα τά μάτια μου γιά νά κοιμηθώ. Ή μαγείρισσα άπασχολήθηκε άκόμη γιά κόμποσο, έπειτα έσβησε τή φωτιά καί έφυγε γιά νά κοιμηθή.
»Δέν είχε περάσει, δμως, λίγη ώρα, οταν ξαφνικά, το παράθυρο δίπλα μου, ή κορνίζα, τά τζάμια, τά έξώφυλλα έγιναν κομμάτια, ένώ συγχρόνως ένας τρο¬μερός κρότος έτρύπησε τ' αύτιά μου. "Ολο τό σπίτι έφάνηκε πώς έφυγε άπ' τή θέσι του κ' ένα ξεφο>νητό άκούστηκε. "Ολα αύτά έτρόμαξαν τήν μαγείρισσα και καθώς έγύρισε πάλι είς τό δωμάτιο γιά νά ίδή τί συμ¬βαίνει, παραπάτησε καί έπεσε κάτω στό πάτωμα. Έ- πετάχτηκα κ' έγώ τρομαγμένος, νομίζοντας δτι ή γή είχε άνοίξει έμπρός είς τά πόδια μου. Μέσ' στον τρό¬μο μου, είδα δυό άμαξάδες νά φέρνουν μέσα είς τό δω¬μάτιο έναν άνδρα, τοΰ όποιου τό κεφάλι δέν ξεχώριζε άπο τά αίματα. Αύτό μ' έτρόμαξε περισσότερο. Ό τραυματίας ήταν ταχυδρόμος τοΰ Τσάρου καί είχε φθάσει είς τόν σταθμόν αύτόν γιά ν' άλλάξη άλογα. Ό όδηγός δέν ύπελόγισε καλά τήν στροφή καί τό ένα άπό τά τιμόνια έκτύπησε είς τό παράθυρο, πού ήταν γωνιακό, ένώ ό τροχός τοΰ άμαξιοΰ ύπεχώρησε σ' ένα χαντάκι πού ήταν μπροστά καί δλο τό άμάξι έκανε ένα άσχημο άναποδογύρισμα. Ό άγγελιαφόρος τοΰ βασιλέως έπεσε έξω άπό τό άμάξι κ' έκτύπησε πολυ τό κεφάλι του σ' ένα στΰλο. Ό τραυματίας παρεκαλεσε νά τοΰ δέσουν τό τραΰμα, ήπιε ένα ποτήρι βότκα ' κ κ εφωναςε: "Αλογα"!
«Προχώρησα πρός τό μέρος του καί τοΰ είπα:

"Δέν πρέπει, κύριε, μέ τό τραύμα πού έχετε νά ταξειδεύσετε, νύχτα καιρό".
""Ενας πιστός τοϋ Τσάρου δέν έχει καιρό νά άρ- ρωστήση", άπήντησε, γιά νά φύγη σέ λίγο, μόλις τόν έτοίμασαν.
»Οί αμαξάδες έσήκωσαν τήν μαγείρισσα άπ' τό πάτωμα, πού είχε μείνει άναίσθητη, καί τήν έφεραν κοντά είς τήν σόμπα, λέγοντας: "Δέν έχει τίποτα, σέ λίγο θά συνέλθη". Ό οικοδεσπότης ήπιε ένα ποτήρι βότκα κ' έξαναπήγε είς τό κρεβάτι του. "Ετσι έμεινα μόνος. Σέ λίγο ή γυναίκα συνήλθε, έσηκώθηκε, περ¬πάτησε κάμποσο μέσα στό δωμάτιο καί παραληρών¬τας έβγήκε έξω άπό τό σπίτι. Ό φόβος πού επήρα μού έφάνηκε οτι μού ένέκρωσε τις δυνάμεις μου καί άφοϋ άφησα τόν έαυτό μου νά προσευχηθή γιά λίγο, έκοιμήθηκα, ένώ ή ώρα ήταν λίγο πριν άπό τά χαρά¬ματα.
»Τό πρωί έξεκίνησα καί μόλις έπροχώρησα λιγάκι, άρχισα τήν Προσευχή μέ πίστι, μέ βεβαιότητα καί μέ εύχαριστίες πρός τόν Πατέρα τών πάντων, ή εύλογία καί ή συγκατάνευσις Τοΰ όποιου μέ είχαν σώ¬σει άπό τόσους παλαιούς καί προσφάτους κινδύνους.
»"Εξη χρόνια άργότερα έπερνοΰσα έξω άπό ένα γυναικείο μοναστήρι κ' έμπήκα μέσα είς τήν έκκλη¬σία του γιά νά προσευχηθώ. Ή ηγουμένη, μιά εύγε- νεστάτη γυναίκα, μέ καλωσώρισε καί μέ προσκάλεσε νά πάρω τσάϊ μετά τή Λειτουργία. "Ολως άπρόοπτα μερικοί ξένοι έζήτησαν νά τήν ίδοΰν, έβγήκε, λοιπόν, έξω, άφήνοντάς με μέ μερικές καλογριές, πού περί¬μεναν νά τελειώση τό τσάϊ, γιά νά τής μιλήσουν γιά τις διάφορες δουλειές τοΰ μοναστηριοΰ.
«Ερώτησα μιάν άπ' αύτές, αύτήν άκριβώς πού μάς σερβίριζε τό τσάϊ καί πού φαινόταν ψυχή μέ πολ¬λή ταπείνωσι, πόσα χρόνια είχε στό μοναστήρι.
"Πέντε χρόνια", μοΰ άπήντησε.
"Είχε πάθει τό μυαλό μου καί μέ τή δύναμι τοϋ θεοΰ, εύρήκα έδώ τή γιατρειά μου. Μετά τό θαύμα πού συνέβη σέ μένα κ' εύρήκα τήν ύγεία μου, έλαβα τό σχήμα καί άφιερώθηκα είς τόν θεό μέ τήν φρον¬τίδα τής άγίας ήγουμένης".
"Πώς σοΰ συνέβη νά άρρωστήσης"; τήν έξανα- ρώτησα.
"Άπό φόβο, μοΰ άπήντησε. 'Εργαζόμουν σέ ένα άπομεμακρυσμένο ταχυδρομείο, καί μιά βραδυά ένα άμάξι έπεσε έπάνω στό παράθυρο του καί συνέτριψε τά πάντα. Τόσο πολύ έτρόμαξα ώστε δέν συνήλθα άπό τότε παρά ύστερα άπό ένα ολόκληρο χρόνο, όταν ό Θεός έφώτισε τούς δικούς μου νά μέ φέρουν σέ τοΰτο έδώ τό άγιο μοναστήρι".
«"Οταν τά άκουσα αύτά, έχάρηκε είς τά βάθη της ή ψυχή μου, πού είδα, μέ τά μάτια μου τά ίδια πόσους τρόπους έχει ό Θεός γιά νά όμιλή καί νά ξυπνά άπ' τόν λήθαργο τής αμαρτίας, τις ψυχές τών άνθρώ- πων.
»Είδα κ' ένα σωρό άλλα πράγματα κατά τις προσκυνηματικές μου πορείες, είπα είς τόν εξομολογη¬τή μου, άλλά δέν μάς φθάνουν τρείς ολόκληρες ήμε¬ρες καί νύχτες νά σοΰ τά εξιστορήσω ολα. "Ομως άπ αύτά ένα γεγονός δέν ήμπορώ νά μή σοΰ τό διηγηθώ.
»Μιάν ολοκάθαρη καλοκαιρινή ημέρα, παρετη- ρησα ένα κοιμητήριο, κοντά στό δρόμο, πού είχε κ' ένα σπιτάκι γιά τόν ιερέα δίπλα στήν εκκλησία. Αύτή την στιγμή έκτυποΰσαν οί καμπάνες γιά τήν Λειτουργία κ' έπροχώρησα πρός τά έκεί γιά νά πάω κ' έγώ. 'Ο¬ρισμένοι έπίσης πού κατοικούσαν έκεί γύρω, ήσαν εις τόν δρόμο γιά τό ίδιο εκκλησάκι, πολλοί δέ άπ' αύτους

άντί νά μπούνε μέσα παρέμεναν έξω καί έκάθονταν έπάνω στό χορτάρι. "Οπως μέ είδαν νά βιάζωμαι γιά νά μπώ μέσα, μοΰ είπαν: "Μή σπεύδης γιατί θά μεί¬νης ορθός πολλήν ώρα μέχρις ότου άρχίση ή Ακολου¬θία. "Ολες οί Ακολουθίες έδώ άργοΰνε πάρα πολύ, έπειδή ή ύγεία τοΰ παπά δέν είναι τόσο καλή καί δέν ήμπορεί νά βιάζεται".
«Πραγματικά ό "Ορθρος καί ή Λειτουργία. έ- κράτησαν πάρα πολύ. Ό παπάς ήταν νέος άνθρωπος, μά πολύ ώχρός καί άδύνατος. 'Ελειτούργησε έξαιρε- τικά άργά, άλλά μέ πολύ μεγάλη προσοχή καί άφο- σίωσι καί προτοΰ τελειώση, έκήρυξε ένα άπλό άλλά ομορφο λόγο έποικοδομητικό, πώς νά αύξανώμεθα είς τού Θεού τήν άγάπη. Μού είπε νά φάμε μαζί καί νά μείνω κοντά του. Κατά τό διάστημα τοΰ γεύματος τού είπα: "Πόσο άργά άλλά καί μέ πόση κατάνυξι έλειτουργήσατε, πάτερ μου"!
"Μάλιστα, άπήντησε, άλλά τών ενοριτών μου δέν άρέσει αύτό καί ολο μουρμουρίζουν. Τί νά κάνω όμως, θέλω νά έμβαθύνω καί νά χαίρωμαι τήν ομορ¬φιά κάθε εύχής προτοΰ τήν άπαγγείλω. Χωρίς αύτή τήν έμβάθυνσι καί τά άνάλογα συναισθήματα, κάθε λέξις πού άπαγγέλλεται είναι άνωφελής καί γι' αύ¬τόν πού τήν λέγει καί γι' αύτούς πού τήν άκοΰν. Τό κάθε τι πρέπει νά συγκεντρώνεται είς τήν έσωτερική ζωή καί τήν έσωτερική προσευχή. Άλλά είναι λίγοι αύτοί πού καταλαβαίνουν αύτά τά μεγάλα ζητήματα κι αύτό συμβαίνει γιατί νεκρώνεται μέσα τους ή τά- σις καί ή έπιθυμία γιά πνευματικά".
""Ομως γιά νά άποκτήση κανείς καί νά δια- τηρηση αύτήν τήν έπιθυμία καί τήν τάσι γιά τά πνευματικά καί τήν κατανόησί τους, θά συναντήση ισως, μεγάλες δυσκολίες", τού είπα, γιά νά κατορθιό- σω νά μάθω περισσότερα.

"Δέν είναι δύσκολο καθόλου, μοϋ άπήντησε. Γιά νά άποκτήση κανείς πνευματική φώτισι καί νά γίνη άνθρωπος τής συγκεντρωμένης έσωτερικής ζωής, πρέπει νά συνηθίση νά παίρνη ένα κομμάτι, μισή ή μιά σελίδα τής Άγιας Γραφής καί νά συγκεντρώνεται είς αύτό μερικές ώρες γιά κάμποσες ημέρες μέ όλη του τήν δύναμι, έτσι δέ ύστερα άπό μιά τέτοιαν έπανά- ληψι, θά πάρη φώς καί θά άποκτήση κατανόησι. Συγ¬χρόνως πρέπει μέ τόν ίδιο τρόπο νά προσεύχεται, γιά νά γίνη δέ ή προσευχή του καθαρή, άληθινή καί εύ- χάριστη, πρέπει νά άποτελήται άπό λίγες δυνατές καί περιεκτικές λέξεις πού θά τις έκλέξη ό άνθρωπος καί θά τις έπαναλαμβάνη συχνά γιά ένα μεγάλο διά¬στημα. Μετά άπ' αύτά θά βρή εύφροσύνη πραγματική
εις τήν Ιΐροσευχή .
»Ή διδασκαλία αύτή τοΰ έφημερίου μέ εύχα- ρίστησε πάρα πολύ. Πόσο άπλή καί πρακτική ήταν, άλλά συγχρόνως και πόσο βαθειά καί σοφή. Εύχαρίστησα τον Θεό μέ τήν σκέψι μου, πού εύδόκησε νά γνωρίσω ένα τέτοιον έκκλησιαστικό ποιμένα.
»"Οταν τό φαγητό έτελείωσε, μοΰ είπε: "'Εσύ νά κοιμηθής λιγάκι τώρα, κ' έγώ θά διαβάσω τήν αυ¬ριανή περικοπή τοΰ Εύαγγελίου, γιά νά έτοιμασθώ γιά τό κήρυγμα".
»'Εμπήκα, λοιπόν, είς τήν κουζίνα, όπου δέν υπήρχε κανείς, έκτος άπό μιά πολύ γριά γυναίκα, πού καθόταν σέ μιά γωνιά κ' έβηχε δυνατά. Έκάθησα μπροστά σέ ένα μικρό παράθυρο, έβγαλα τή "Φιλο¬καλία" άπό το σακκίδιό μου κι άρχισα νά διαβάζω. Σέ λίγο άκουσα πώς ή γριά έψιθύριζε άδιάκοπα τήν Προσευχή τοΰ Χριστοΰ. Αύτό μέ εύχαρίστησε καί μέ έξέπληξε συγχρόνως κ' έτσι τής είπα: "Τί όμορφο πράγμα είναι νά προφέρη κανείς συνεχώς τό άγιο όνο¬μα τοΰ Κυρίου σέ διαρκή προσευχή! Δέν είναι αύτό μιά

άπ' τις πιο θρησκευτικές καί τις πιο γλυκειές χριστιανικές πράξεις";
"Μάλιστα! άπήντησε. Τό "Κ ύ ρ ι ε έ λ έ η σ ο ν" είναι τό μόνο πράγμια είς τό όποιον μπορώ νά ακουμπήσω καί νά άναπαύσω τά γεράματά μου".
"Τήν έχεις άπό πολύ καιρό συνηθίσει αύτοΰ τοϋ είδους τήν προσευχή";
"'Αφ' ότου άκόμη ήμουν νέα, γιατί ή προσευχή αύτή μέ έ'σωσε άπό τήν καταστροφή καί τόν θάνατο".
"Πώς; Σέ παρακαλώ, πές μου, γιά τοϋ Θεοϋ τήν δόξα καί γιά τής ίδιας τής Προσευχής τή χάρι".
«"Εβαλα τήν "Φιλοκαλία" μέσ' στό σακκίδιό μου πάλι κ' έπλησίασα κοντά της ν' άκούσω, ένώ αύτή άρχιζε τήν ιστορία της:
""Ημουν ένα νέο κι όμορφο κορίτσι. Οί γονείς μου μέ είχαν άρραβωνιάσει μέ ένα νέο. Τήν παραμονή τοϋ γάμου, έντελώς ξαφνικά, ο άρραβωνιαστικός μου, σέ έπίσκεψί του είς τό σπίτι μας, έπαθε μιά ζάλη, έπεσε κάτω καί ξεψύχησε αύτοστιγμεί, χωρίς νά βγάλη μιλιά.
"Τό ξαφνικό αύτό καί τρομερό ατύχημα μέ έφό- βισε καί μέ συνέτριψε τόσο πολύ, ώστε άπεφάσισα νά μην πανδρευθώ πιά. Είς τήν άπόφασί μου αύτή έμει¬να σταθερή. "Οταν δέ πέρασε ή έττιρροή τοϋ γεγονό¬τος, καί ήρέμησαν τά συναισθήματά μου, έσκέφθηκα τελικά νά άφιερωθώ σέ προσκυνηματικές πορείες, άλλά με ταλαιπωρούσε ό φόβος ότι δέν θά τό κατώρθωνα ποτέ, έπειδή ήμουν γυναίκα καί θά ήταν πολύ δύσκο¬λο νά ταξειδεύω μόνη μου. Μιά ήλικιωμένη γυναίκα ομως μ' έδίδαξε τήν Προσευχή τοΰ Κυρίου καί μοΰ είπε, οτι αύτή θά γίνη ή βακτηρία μου καί ή άσπίς μου είς τούς τυχόν κινδύνους πού θά μοΰ παρουσια-σθούν ώστε ολους νά τούς ύπερνικήσω και κανείς νά μ-ή με βλάψη. Προσκύνησα καί είς τά πιο άπόμερα
 μέρη τής Ρωσίας και Σιβηρίας, τίποτα δέ ποτέ δέν μοΰ συνέβη. Οί γονείς μου οσο έζοΰσαν μοΰ έδιναν πάντοτε χρήματα γιά τά ταξείδια. Τώρα πού έγέρασα έκλονίστηκε καί ή ύγεία μου, άλλ' έ παπάς έδώ μοΰ παρέχει τροφή καί στέγη".
«"Εμεινα συντετριμμένος άπο εκείνα πού άκου¬σα, έπειδή σ' αύτά είδα ένα τόσο ζωντανό παράδειγμα γιά τήν έκδήλωσι τοϋ Ελέους, τής Προνοίας, καί τής Χάριτος τοΰ θεοΰ. 'Εζήτησα τήν εύλογία τοΰ σεμνοΰ ιερέως καί ξανάρχισα τόν δρόμο μου.
«"Επειτα πάλι, ένώ έβάδιζα είς τήν περιοχή αύ¬τήν έδώ, τής διοικήσεως τοΰ Καζάν, είχα τήν εύκαι- ρία νά μάθω έπί πλέον, πώς ή δύναμις τής προσευ¬χής τοΰ 'Ονόματος τοΰ Χριστοΰ φανερώνεται καθαρά καί ισχυρά καί σ' αύτούς άκόμη πού τήν χρησιμοποι¬ούν, μόνον έπαναλαμβάνοντάς την συχνά καί πώς φέρ¬νει τούς εύλογημένους καρπούς της γρήγορα καί μέ τρόπον άσφαλή.
«Συνέβη, λοιπόν, νά μείνω μιά νύχτα σ' ένα Τα- ταρικό χωριό. Τή στιγμή κατά τήν οποία έφθασα κ' έμπαινα μέσα, είδα ένα ρωσικό άμάξι καί τόν άμαξά, έξω άπό τό παράθυρο μιάς άπό τις καλύβες. Τά άλο¬γα έβοσκαν έκεί γύρω.
«Εύχαριστήθηκα, έπειδή παρ' ότι τό χωριό ήταν μουσουλμανικό, θά έμενα τή νύκτα μέ τούς περαστικούς αύτούς χριστιανούς.
«'Επλησίασα και ερώτησα ποΰ έπήγαιναν. "Ε¬μαθα δέ ότι έταξείδευαν άπό τό Καζάν πρός τήν Κριμαία.
«"Οταν έμιλοΰσα μέ τόν άμαξά, ό κάτοχος τοΰ άμαξιοΰ έσυρε τις κουρτίνες, μ' έκοίταξε μέσα άπ' τό άμάξι καί είπε: "Θά μείνω κ' έγώ την νύκτα έδώ, μά δέν έτόλμησα νά μπώ σέ καμμιά άπό αύτές τις τα- ταρικές καλύβες γιατί είναι άπαισιες. Θά κοιμηθώ,
λοιπον, μεσ στο αμαςι . ϋϊπειτα εογηκε εςω κ εκα- ναμε μιά βόλτα, κουβεντιάζοντας κάτω άπ' τήν εξαι¬ρετική άστροφεγγιά. Μοΰ έκανε ένα σωρό έρωτήσεις, άλλά μοΰ είπε καί γιά τόν εαυτό του τά άκόλουθα: "Μέχρι τά έξήντα πέντε μου χρόνια ήμουν πλοίαρχος είς τό ναυτικό άλλ' όπως προχωροΰσε ή ηλικία μου, μέ κατέλαβε μιά δυνατή ίσχυαλγία άθεράπευτη. Γιά τον λόγον αύτό, άπεχώρησα άπό τήν ύπηρεσία κ' έζρΰσα σέ μιάν άγρέπαυλη τής συζύγου μου είς τήν Κριμαία.
"Ή γυναίκα μου, όμως, δυστυχώς, ήταν πολύ ιδιότροπη καί φοβερή χαρτοπαίκτις. Μέ παράτησε, λοιπόν, μόνο μου καί άρρωστο, έπήρε όλα τά υπάρχον¬τα τοΰ σπιτιοΰ καί τό ύπηρετικό προσωπικό κ' έπήγε νά μείνη είς τό Καζάν μέ τήν κόρη της, πού ήταν παν- δρεμένη μ' ένα δημόσιον ύπάλληλο. Τό μόνο πού μοΰ άφησε ήταν ένας ύπηρέτης, βαπτιστικός μου, οκτώ έτών παιδάκι. "Εμεινα τρία ολόκληρα χρόνια είς τήν κατάστασιν αύτήν. Τό παιδάκι πού ήταν κοντά μου ήταν έξυπνο καί έργατικό, μέ περιποιείτο, μοΰ μαγεί¬ρευε, άναβε τή σόμπα καί μοΰ έφτιαχνε τό σαμοβάρι. Αλλά συγχρόνως ήταν πολύ ζωηρό καί έκανε ένα σω¬ρό ζημιές, έκτυποΰσε άπρόσεκτα τις πόρτες, έφώναζε και μέ ένωχλοΰσε ύπερβολικά. "Οπως ήμουν άρρω¬στος, ταλαιπωρημένος καί άπογοητευμένος, άρχισα να διαβάζω συνεχώς, έπεσε δέ είς τά χέρια μου, ευτυ¬χώς, ένα θαυμάσιο βιβλίο γιά τήν Προσευνή τοΰ Ίη¬σοΰ, γραμμένο άπό τόν άγιο Γρηγόριο τόν Παλαμά. Τό έδιάβαζα συν εγώ ς καί επανειλημμένως καί συνή¬θισα άρκετά τήν Προσευχή, άλλ' ό βαπτιστικός μου με τη φασαοία του, μοΰ διασποΰσε τήν προσοχή συνέ νώς και ούτε συμβουλές ούτε τιμωρίες ήαποροΰσαν νά έχουν καμμιά έπίδοασι έπάνω του. Τέλος εφήρμοσα την άκόλουθη μέθοδο: Τόν έβαλα νά κάθεται σ' ένα κάθισμα δίπλα μου καί τόν ύπεχρέωνα νά άπαγγέλλη
 τήν έπίκλησι τοϋ Ίησοϋ Χριστοΰ, χωρίς καθόλου νά σταματά.
"Εις τήν άρχή άντέδρασε πάρα πολύ, όπως ήταν φυσικό, καί εκανε ό,τι έπερνοΰσε άπ' τό χέρι του γιά νά τήν άποφύγη. Έγώ όμως επήρα μιά βέργα καί τόν έφοβέριζα νά ύπακούση καί νά ύποταχθή. "Ετσι έλεγε τήν έπικλησι χωρίς τήν θέλησί του, ένώ έγώ ή έλεγα τό ίδιο μαζί του, ή έδιάβαζα άπό τό βιβλίο τοϋ άγίου Γρηγορίου. Μόλις τό παιδί έσταματοϋσε, τοϋ έδειχνα τό ξύλο πού έκρατοϋσα κ' έτσι έφοβόταν κ' έξακολου- θοΰσε.
"Μέ αύτόν τόν τρόπο, έγλύτωσα άπό τις φασα¬ρίες του καί έβασίλευσε ή ήσυχία είς τό σπίτι μου.
'"Έπειτα άπό κάμποσο χρονικό διάστημα άντε- λήφθηκα ότι ή άπειλή τής βέργας ήταν περιττή, έ¬πειδή τό παιδί ύπήκουε πρόθυμα πιά σέ ό,τι τοΰ έλε γα, παρετήρησα δέ άκόμη ότι ό χαρακτήρ του είχε με- ταβληθή, είχε παύσει νά είναι ένοχλητικό, ήτο ήρεμο καί γλυκύ καί έκανε τις δουλειές είς τό σπίτι καλύ¬τερα άπό κάθε άλλη φορά. "Αρχισα, λοιπόν, μέ εύχα¬ρίστησι νά τοΰ άφίνω περισσότερη έλευθερία.
"Ποιό δέ νομίζεις ότι ήταν τό άποτέλεσμα; "Α¬κουσε, λοιπόν! Συνήθισε τόσο πολύ τήν Προσευχή τοϋ Ίησοΰ, ώστε τήν έλεγε συνεχώς όλη μέρα, χωρίς πιά κανείς νά τοΰ τήν έπιβάλη. "Οταν τόν έρώτησα σχε¬τικώς μέ αύτό, μοΰ ειπεν ότι, καταλαβαίνει μέσα του μιάν άκατανίκητη ώθησι καί έπιθυμία νά τήν λέγη άκατάπαυστα".
"Καί τί αισθάνεσαι όταν λέγης τήν προσευχή"; τόν ξαναρώτησα.
"Τίποτε, μοϋ άπήντησε, καταλαβαίνω μόνον ότι είναι καλό νά τήν λέγω".
Τι εννοείς οταν λες οτι είναι καλο να τήν λες

"Δέν ήξεύρω, δέν ήμπορώ νά το έξηγήσω ά κριβώς".
««Ενοεις οτι σε κάνει να αισθανεσαι χαρα ;
"Ναί, χαρά, πολλή χαρά! άπήντησε.
"Ηταν δώδεκα ετών οταν έκηρύχθηκε ό Κριμαϊκός πόλεμος καί έγώ μετεφέρθηκα άπο τήν Κρι¬μαία είς το Καζάν. Τόν έπήρα μαζί μου. "Εμεινε μέ τούς άλλους ύπηρέτας είς τήν κουζίνα, άλλά πολύ τόν έστενοχωροΰσαν οί φασαρίες τους.
"ΤΗλθε καί μοϋ παρεπονέθη, ότι οί άλλοι μέ τά παιγνίδια τους καί τις κοροϊδίες, τόν έμπόδιζαν άπό τήν Προσευχή. Τέλος ύστερα άπό τρείς μήνες ήλθε καί μοΰ είπε:
"θά φύγω γιά τόν τόπο μου, γιατί υποφέρω πά¬ρα πολύ άπό τήν φασαρία".
"Καί πώς θά ταξειδεύσης μόνος σου μιά τόση μεγάλην άπόστασι; τοΰ είπα. Περίμενε καί θά σέ πά¬ρω μαζί μου οταν θά πάγω κ' έγώ".
"Τήν άλλην ήμέρα ό βαπτιστικός μου αύτός ε-ξαφανίσθηκε.
'"Εφάγαμε τόν τόπο νά ψάχνουμε, άλλά ό μικρός πουθενά δέν ευρέθη.
"Τέλος έλαβα ενα γράμμα άπό τήν Κριμαία, ά¬πό τούς άνθρώπους μας πού εργάζονταν είς τά κτή- ματά μας έκεί, πού μοΰ άνήγγειλαν οτι τό παιδί ευρέ¬θη πεθαμένο μέσα είς τό άκατοίκητο σπίτι, τήν Δεύ¬τερα τής Λαμπρής, 4 'Απριλίου.
"ΤΗτο ξαπλωμένο είς τό δάπεδο τοΰ δωματίου μου μέ τά χέρια σταυρωμένα είς τό στήθος του. 'Ε- φοροΰσε τό ίδιο έλαφοό σακκάκι του, όπως καί στό σπί¬τι οταν έκανε τις διάφορες δουλειές. "Ετσι όπως τό βρήκαν, τό έθαψαν μέ συγκίνησι είς τόν κήπο.
""Οταν έλαβα αύτά τά νέα, έπήγα πραγματικά να χάσω τό μυαλό μου. Πώς έφθασε ό μικρός τόσο
 σύντομα άπό τά Ούράλια στήν Κριμαία; Τόν έχάσα- με είς τις 26 Φεβρουαρίου και ευρέθηκε νεκρός είς τις 4 'Απριλίου. Μόνον ενας ταξειδιώτης, μέ τοΰ θεοΰ τή βοήθεια καί μέ καλά άλογα, θά μποροΰσε νά καλύψη σέ ενα μήνα τήν άπόστασιν αύτή, πού είναι τρείς χι¬λιάδες διακόσια χιλιόμετρα, βαδίζοντας έκατό χιλιό¬μετρα περίπου τήν ήμέρα! Χωρίς ροΰχα, χωρίς χρή¬ματα, χωρίς ταξειδιωτική άδεια! 'Εάν ύποθέσουμε ότι κάποιος ταξειδιώτης τόν έπήρε είς τό άμάξι του, καί πάλι μιά τέτοια εύκαιρία δέν ήμπορεί παρά νά οφείλεται είς τοΰ Θεοΰ τήν έπέμβασι καί τή χάρι. Ό βαπτιστικός μου αύτός άπέλαυσε τούς καρπούς τής Προσευχής, συνεπλήρωσε ό κύριος αύτός καί προσέ¬θεσε, έγώ όμως πεπειραμένος καί γέρος άνθρωπος δέν έφθασα άκόμη είς τό ύφος πού έφθασεν έκείνος".
«"Επειτα άπό λίγο τοΰ είπα: "Τό βιβλίο τοΰ άγίου Γρηγορίου τοΰ Παλαμά πού μοΰ άνεφέρατε προ¬ηγουμένως οτι τό έδιαβάσατε, είναι σπουδαίο. Τό γνω¬ρίζω κ' έγώ, άλλά πραγματεύεται μόνο γιά τήν προ¬φορική Προσευχή τοΰ Χριστοΰ. Πρέπει όμως νά δια¬βάσετε τήν "Φιλοκαλία". Έκεί δέ θά βρήτε τά πάν¬τα, γιά νά μελετήσετε πώς νά άποκτήσετε τήν πνευ¬ματική Προσευχή τοΰ Ίησοΰ Χριστοΰ είς τό μυαλό καί τήν καρδιά καί θά διδαχθήτε άκόμη πώς νά γευ- θήτε τοΰ γλυκοΰ καρποΰ της". Τοΰ έδειξα συγχρόνως καί τό ίδιο τό βιβλίο τής "Φιλοκαλίας". Εύχαριστή- θηκε άπό τήν συμβουλή μου καί ύπεσχέθη ότι θά ά- γοράση καί αύτός ένα άντίτυπό της, ένώ έγώ άναλογι- ζόμουν μέσ' στό μυαλό μου τούς τρόπους μέ τούς οποί¬ους ή δύναμις τοΰ Θεοΰ εκδηλώνεται διά μέσου τής Προσευχής αύτής: Πόση σοφία καί διδαχή ύπηοχε είς τήν ιστορία πού μόλις είχα άκούσει! Ή ράβδος έκανε ώστε νά διδαχθή ή Προσευχή είς τό παιδί, ένώ έπειτα άπετέλεσε παρηγοριά και βοήθεια είς αύτό.
 Δέν είναι, λοιπόν, οί θλίψεις μας καί οί δοκιμασίες ποΰ συναντούμε στό δρόμο τής Προσευχής όπως ή ράβδος, είς τοΰ θεοΰ τά χέρια; Πρός τί, λοιπόν, νά τρομάζου¬με καί νά ένοχλούμεθα όταν ό ουράνιος Πατέρας μας, άπό άπέραντη άγάπη επιτρέπει διάφορες θλίψεις, ά¬φοϋ έκεΐνες μας παροτρύνουν είς τό καλό καί είς τήν προθυμία νά μάθουμε τόν τρόπο πώς νά προσευχώμε- θα, γεγονός ποΰ εχει ώς άποτέλεσμα άνέκφραστη'πα¬ρηγοριά γιά τόν καθένα μας";
"Οταν έτελείωσα, λέγοντας ολα αύτά είς τόν έξομολόγο μου, πρόσθεσα: «Συγχώρησέ με, πάτερ μου, έφλυάρησα πάρα πολύ, καί οι άγιοι Πατέρες ονο¬μάζουν φλυαρία καί τήν πνευματική συνομιλία άκό¬μη, όταν έκείνη διαρκή πάρα πολύ. Είναι πιά καιρός νά πάγω γιά νά συναντήσω τό συνταξειδιώτη μου, νά φύγουμε γιά τήν Ιερουσαλήμ. Ευχου γιά μένα τόν άθλιον αμαρτωλό, ό Θεός μέ τό ελεός του, νά εύλο- γήση τό ταξείδι μου»!
«Μέ ολη μου τήν καρδιά τό εύχομαι αύτό, άδελ¬φέ μου, άπήντησε. Είθε ή χάρις τοΰ Θεοΰ, ποΰ άγαπα τά πάντα, νά φωτίση τόν δρόμο σου, καί νά σέ συνο- δεύση σ' δλο τό διάστημα τοΰ μακρυνοΰ σου ταξειδιοΰ, δπως ό άγγελος Ραφαήλ συνώδευσε τόν Τωβία».


Ο πνευματικός:

Ένας ολόκληρος χρόνος είχε περάσει αφ’ ότου για τελευταία φορά είχα ιδή τον Προσκυνητή, όταν ένα κτύπημα εις την πόρτα και μια συμπαθής γνωστή φωνή ανήγγειλε τον ερχομό του αδελφού αυτού του αφιερωμένου εις τον Θεό τον οποίον καλωσώρισα με την καρδιά μου, λέγοντας:
«Έλα μέσα, αγαπημένε μου αδελφέ, έλα να ευχαριστήσουμε μαζί τον Θεό που ευλόγησε το ταξείδι και την επάνοδό σου».

Ο προσκυνητής:
Ευλογημένο να είναι το όνομα του Πανάγαθου Θεού, για την αφθονία των αγαθών, που σύμφωνα με την αγία Του βουλή παρέχει σε μας τους προσκυνητάς και ξένους σε ξένα μέρη.
Να με πάλιν. Ο αμαρτωλός που έφυγα τον περασμένο χρόνο. Με την βοήθεια του Θεού και το έλεός του, ξαναήλθα για να ευχαριστηθώ με το θερμό σου καλωσόρισμα.
Ασφαλώς θα περιμένης να μάθης πολλά απ’ την Αγία πόλι του Θεού, την Ιερουσαλήμ εις την οποία με τόση θέρμην επιθυμούσα να πάγω για να προσκυνήσω. Αλλά οι επιθυμίες του ανθρώπου δεν εκπληρώνονται όλες όπως αυτός θέλει, αυτό δε συνέβη και μ’ εμένα. Όμως δεν εκπλήττομαι γι’ αυτό, γιατί πώς ημπορώ, εγώ ένας ταλαίπωρος αμαρτωλός, να φαντασθώ τον εαυτόν μου άξιο να πατήσω εις τα άγια χώματα, τα οποία άγιασαν τα πανάχραντα του Χριστού μας πόδια;
Θυμάσαι, πάτερ μου, ότι σε άφησα πέρυσι, έχοντας ένα κουφό γέρο σύντροφό μου και ένα γράμμα ενός εμπόρου από το Ιρκούτσκ προς τον γυιό του εις την Οδησσό, που τον παρακαλούσε να με στείλη εις την Ιερουσαλήμ;
Εφθάσαμε τότε εις την Οδησσό πολύ καλά και εγκαίρως. Ο σύντροφός μου έβγαλε αμέσως το εισιτήριο μ’ ένα πλοίο για την Κωνσταντινούπολι και ανεχώρησεν. Εγώ άρχισα την έρευνα να βρω την διεύθυνσι του σπιτιού του γυιου του εμπόρου. Δεν άργησα, αλήθεια, να την εύρω, αλλά προς μεγάλην μου έκπληξι και θλίψιν, επληροφορήθηκα ότι αυτός που εζητούσα δεν υπήρχε πια, γιατί είχε πεθάνει ξαφνικά πριν είκοσι μέρες. Το γεγονός αυτό με έφερε σε αμηχανία, αλλά η ελπίδα προς τον Θεό δεν με εγκατέλειψε.
Όλοι του σπιτιού εθρηνούσαν και η χήρα με τρία παιδιά, ήταν τόσο πολύ θλιμμένη και απογοητευμένη, ώστε έκλαιγε νύκτα – μέρα και κάθε τόσο ελιποθυμούσε από την λύπη την πολλή. Πολλοί έλεγαν ότι δεν θα ζήση απ’ τον μεγάλο της πόνο.
Την παρηγόρησα όσον ημπορούσα, αλλ’ όπως ήταν φυσικό, μετά τον θάνατο του ανδρός της, δεν ήτο δυνατόν να με στείλη εις τα Ιεροσόλυμα.
Με παρεκάλεσε να μείνω σπίτι της μέχρις ότου πάη ο πεθερός της από το Ιρκούτσκ εις την Οδησσό, για να τακτοποιήση τις υποθέσεις της ορφανεμένης οικογενείας. Συμφώνησα και έμεινα.
Επέρασεν μια εβδομάδα, ένας μήνας, δύο, αλλ’ αντί να έλθη αυτός που περιμέναμε, έγραψεν ότι οι δουλειές δεν του επέτρεπαν ν’ αφήση το Ιρκούτσκ και να πάη στην Οδησσό, συνεβούλευε δε την χήρα να πληρώση ό,τι εχρωστούσε εις τους υπαλλήλους και να αναχωρήση αμέσως με τα παιδιά για το Ιρκούτσκ.
Άρχισεν όμως ύστερα απ’ αυτό, αρκετή φασαρία εις το σπίτι για την τακτοποίησι τόσων ζητημάτων κ’ εγώ αντελήφθηκα ότι έπρεπε να φύγω, πράγμα που έκανα, αφού εξέφρασα τις πολλές ευχαριστίες μου για την φιλοξενία που ευγενικά μου είχε παρασχεθή.
Ξανάρχισα, λοιπόν, και πάλι τις περιοδείες μου μέσα εις την Ρωσία. Εσκέφθηκα και ξανασκέφθηκα. Πού να πάω τώρα; Τέλος απεφάσισα να αναχωρήσω για το Κίεβο που είχα χρόνια να το επισκεφθώ.


 Συνεχίζεται




Επιτρέπεται η  αναδημοσίευση με την Προϋπόθεση της Αναφοράς της Πηγής

ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ

ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΕΝΟΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗ

http://www.paterikiorthodoxia.com/


Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.