Δευτέρα, 12 Αυγούστου 2013

ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΕΝΟΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗ - ΕΝΟΤΗΤΑ 6


ΕΝΟΤΗΤΑ 6

"Λάτρευε τόν Κύριον Ίησοΰ, τοΰ είπα καί Αύτόν εύχαρίστησε μέ δλο σου τό είναι. Άλλά προσπάθησε νά μή θεωρής τό δραμά σου σάν άπ' εύθείας ένέργεια τής Χάριτος τοΰ Θεοΰ, έπειδή γεγονότα σάν αύτό πού είδες είναι δυνατόν νά συμβαίνουν συμφωνά καί μέ τούς φυσικούς νόμους. Ή ψυχή τοΰ άνθρώπου δέν δεσμεύεται άπ' τήν ύλη ή τόν χώρο. 'Ημπορεί πολλές φορές νά δή καί μέσα στό σκοτάδι καί νά διακρίνη γεγονότα πού συμβαίνουν μακρυά, άλλά δέν πρέπει νά τά περιβάλλουμε όλα αύτά μέ πίστι ότι είναι άποτελεσματα χριστιανικής άρετής καί θείας Χάριτος. Οί δυνάμεις πού έχουμε μέσα μας, άτονοΰν καί έξαφανί ζονται κάτω άπό τό παχυλό βάρος τών ύλικών μας σωμάτων, τών ύλικών σκέψεών μας καί φροντίδων.
Αλλ' όταν αύτοσυγκεντρούμεθα, καί άπομακρυνώμεθα άπό κάθε τι πού μάς περιβάλλει καί γινώμεθα πιο τέλειοι, σάν έξαϋλωμένοι, ή ψυχή τότε έπανέρχε ται είς τόν πραγματικό της εαυτό καί έργάζεται μέ άδέσμευτες όλες μας τις δυνάμεις. "Ετσι, ό,τι συνέβη σε σένα προηγουμένως, δέν είναι κάτι τό ύπερφυσικο.


"Ακουσα κάποτε άπο τον μακαρίτη τόν Πνευματικό μου όδηγό πού έλεγε, οτι άκόμη καί άνθρωποι, χωρίς νά έχουν μπή είς τά βασίλεια τής προσευχής τής καρ¬διάς, συμβαίνει πολλές φορές νά κατέχουν τήν ικανό¬τητα αύτή, ή συμβαίνει νά τήν άποκτοΰν κατά τό διά¬στημα μιάς άρρώστιας πού οί δυνάμεις τοϋ σώματος ύποχωροΰν άφήνοντας ελευθερία κινήσεως είς τις διάφορες ικανότητες τής ψυχής. Τότε μέσα στό σκο¬τάδι, διακρίνουν πνεύματα άνθρώπων πού ευρίσκον-ται μακρυά, επικοινωνούν μέ ψυχές πού εύρίσκονται είς τόν άλλο κόσμο καί άλλοτε διαβάζουν είς τών συνανθρώπων των τίςσκέψεις. 'Αλλ' αύτό πού προέρχεται κατ' εύθείαν άπ' τού Θεού τή Χάρι είς τήν περίπτωσιν τής έσωτερικής προσευχής, είναι τό γέμισμα τής καρδιάς άπό γλυκύτητα καί εύφροσύνη, τις όποιες ουκ εςον αννρωπω λαλησαι , επειοή όεν υπάρχει εις τήν γήν κάτι άνάλογο διά νά συγκριθούν, άντίθετα δέ όλες οί χαρές τής γής ύστεροϋν, όσο κι άν παρα¬βληθούν μέ τήν πνευματικήν αύτή γλυκύτητα καί εύ-φροσύνη".

»Ό τυφλός φίλος μου μέ άκουγε μέ πολλή προ¬σοχή καί έγινε άκόμη πιο ταπεινός. Ή προσευχή άν- δρώθηκε μέσ' στήν καρδιά του καί τόν έγέμιζε μέ άγαλλίασι. 'Εχαιρόμουν μέσ' άπ' τήν ψυχή μου καί εύχαρίστησα μέ τήν καρδιά μου τόν Θεό πού εύδόκησε νά γνωρίσω ένα τόσον εύλογημένο δοΰλό Του.

»Έφθάσαμε τέλος είς τό Τομπόλσκ. Όδήγησα τόν τυφλό είς τό άσυλο καί φεύγοντας τόν έχαιρέτησα με τον άσπασμό τής χριστιανικής άγάπης.
«Περιπλανήθηκα ένα περίπου μήνα χωρίς να βιάζωμαι γιά τίποτα, έχοντας βαθειά συναίσθησι τού τρόπου μέ τόν όποιο τό ά γ α θ ό ν ύπάρχει, ζή, διδάσκει, καί παρακινεί τούς άνθρώπους νά τό υιοθετή¬σουν. 'Εδιάβασα πολλά άπό τήν "Φιλοκαλία" κ' έβεβαιώθηκα άπ' αύτή, δτι δλα ήσαν σωστά όσα είχα πή εις τόν τυφλό. Ή προθυμία ύπέκαψε καί τόν ιδικό μου ζήλο, γιά εύγνωμοσύνη καί άγάπη πρός τόν θεό. Ή προσευχή τής καρδιάς μου, μοΰ έδινε τόσην άνακού- φισι ώστε αισθανόμουν δτι δέν ύπήρχε εύτυχέστερο πλάσμα άπό έμένα είς τήν γή και διαλογιζόμουν πόσο μεγαλύτερη θά ήταν ή εύτυχία, είς τήν Βασιλεία τών Ούρανών. Ή άγαλλίασις αύτή δέν περιωριζόταν μό¬νον είς τήν ψυχή μου μέσα, άλλά καί όλον τόν άλλο κόσμο γύρω μου τόν έβλεπα ότι ήταν βουτηγμένος είς τήν ομορφιά καί τήν εύφροσύνη. Τό κάθε τι μοΰ προξενούσε αύθόρμητες εύχαριστίες πρός τόν Θεόν. Τούς άνθρώπους, τά δένδρα, τά φυτά, τά ζώα, δλα τά θεω¬ρούσα σάν συγγενικά μου πλάσματα, και διέβλεπα μέσα σ' αύτά τήν μαγεία τής μυστηριώδους δυνάμεως τού Θεού. Μερικές φορές ή χαρά μ' έκανε νά νομίζω ότι δέν περπατούσα, άλλ' έπετοΰσα. "Αλλοτε συγκέντρωνα τις σκέψεις μου είς τόν έαυτόν μου καί έθαύμα- ζα τήν λεπτομέρεια, τήν σκοπιμότητα, τήν τελειότητα καί τήν σοφία μέ τήν οποίαν έπλάσθηκαν γιά νά έρ- γάζωνται, δλα τά διάφορα όργανα τοΰ άνθρώπινου οργανισμού. Τέλος ή πολλή μου χαρά μέ έκανε νά θεω¬ρώ τόν εαυτό μου σάν κυρίαρχο όλου τού κόσμου. Σ' αύτές τις καταστάσεις τής πνευματικής εύτυχίας, ευχόμουν νά έλθη ό θάνατος, γιά νά μετατεθώ άπ' τήν εύτυχία τής γής, άμέσως είς τήν εύφροσύνη τών ούρανών καί νά προσκυνήσω τό "ύποπάδιον τών ποδών τοΰ Κυρίου", μαζί μέ τά πνεύματα έκείνων πού έλεή- θηκαν άπ' Αύτόν.

»Παρ' δτι έφαινόμουν δτι έπλεα σε πελάγη πνευματικής εύτυχίας χαρισμένης άπ' τοΰ Θεοΰ την συγκατάβασι, όμως, κάπου - κάπου αισθανόμουν ενα είδος σάν φόβο καί σεισμό είς τήν καρδιά μου. 'Εσκεπτόμουν δτι κάποια καινούργια φασαρία ή άτυχία θά έπεφτε έπάνω μου, δπως τότε μ' αύτη τήν χωρια¬τοπούλα πού τής έδίοαξα τήν Προσευχή τού 'Ιησού Χριστού. Τέτοια σύννεφα σκέψεων έτριγυρνοΰσαν εις το μυαλό μου καί έθυμήθηκα τά λόγια τού 'Ιωάννου τού Καρπαθίου πού λένε: "Ό διδάσκαλος πρέπει συ¬χνά νά ταπεινώνεται καί νά ύποφέρη άτυχήματα καί πειρασμούς, γιά νά διδάσκωνται τά πνευματικά του παιδιά". 'Επολέμησα αύτές τις μελαγχολικές σκέ¬ψεις καί προσευχήθηκα αύτή τήν φορά μέ θέρμη πρω-τοφανή. Ή Προσευχή άπόδιωξε όλες αύτές τις ανη¬συχίες καί καταλαμβάνοντας πάλι τήν καρδιά μου μέ έκανε νά πώ είς τόν εαυτό μου, "γενηθήτω τό θέ¬λημα τού Θεού —είμαι έτοιμος γιά τις άδυναμίες μου καί τήν ύπερηφάνεια πού ύποβόσκει μέσα μου νά υπο¬φέρω ό,τιδήποτε στείλη ό Χριστός σ' έμένα", γιατί καί αύτοί είς τούς οποίους είχα τήν εύκαιρία νά διδά¬ξω τό μυστικό τής εισόδου είς τήν καρδιά καθώς καί τήν έσωτερική προσευχή, πολύ πριν μέ συναντήσουν, είχαν προπαρασκευασθή άπ' τήν άπ' εύθείας μυστική τοϋ Θεού διδασκαλία.

«Ειρηνευμένος μέ τις τελευταίες σκέψεις καί άποφάσεις, άρχισα τόν δρόμο μέ τήν Προσευχή. Είχε βρέξει δυό ολόκληρες ημέρες καί ό δρόμος ήτο τόσο λασπωμένος ώστε μέ μεγάλη δυσκολία μποροΰσα νά περπατώ. 'Εβάδισα, λοιπόν, παραπλεύρως είς τήν στέππα, μιάν ολόκληρη άπόστασι δεκαπέντε χιλιο¬μέτρων. Δέν συνήντησα πουθενά ψυχή ζώσα. Έπί τέ¬λους βράδυ - βράδυ, συνήντησα ένα μοναχικό σπίτι, κτισμένο άπό τό δεξιό μέρος τοΰ δρόμου. Έχάρηκα έπειδή θά μποροΰσα νά παρακαλέσω νά μείνω τό βρά¬δυ έκεί κι ώς τήν άλλην ήμέρα θά είχε ό Θεός, ίσως δέ ύποχωροΰσε καί ή κακοκαιρία. "Οπως έζύγωσα, είδα νά κάθεται σ' ένα πεζούλι ένας γέρος μισομεθυσμενος, φορώντας ένα χονδρό στρατιωτικό μανδύα. Τόν έχαιρέτησα καί τοΰ είπα:
"Ποιόν θά μποροΰσα νά παρακαλέσω νά μοΰ έ- πιτρέψη νά μείνω τό βράδυ έδώ";
"Ποιός άλλος άπό έμένα θά μπορούσε νά δώση τήν άδεια; έφώναξε δυνατά. Έγώ είμαι ό άφέντης έδώ. Αύτό έδώ είναι τό ταχυδρομείο καί έγώ είμαι ό υπεύθυνος".
"Θά μ' άφήσετε, λοιπόν, νά περάσω τήν νύκτα στό σπίτι σας";
""Εχεις ταξειδιωτική άδεια; δώσε μου δ,τι άλλο έπίσημο χαρτί έχεις".
»Τοΰ έδωσα τό διαβατήριο μου καί ένώ τό έκρα- τοΰσε μ' έρώτησε: "Ποΰ είναι τό διαβατήριο σου";
"Αύτό είναι πού κρατείτε είς τά χέρια σας", τοΰ άπήντησα.
Ιοτε, λοιπον, ελα μεσα , μου ειπε.
«Φόρεσε τά γυαλιά του, έδιάβασε τό διαβατήριο άπ' τήν άρχή μέχρι τό τέλος καί είπε:
"Έν τάξει είναι. Μείνε έδώ τή νύκτα. Έγώ εί¬μαι καλός άνθρωπος, πιέ μιά βότκα".
"Δέν πίνω, δέν ήπια ποτέ μου", άπήντησα.
"Καλά, τότε πιέ ό,τι θέλεις. Πιέ νερό σκέτο, δέν μέ νοιάζει. Πάντως κάθησε νά δειπνήσουμε μαζί".

«Κάθησαν είς τό τραπέζι, αύτός καί ή μαγεί- ρισσά του, μιά νέα γυναίκα, πού είχε καί αύτή πιή κάμποσο, μέ παρεκάλεσαν δέ νά καθήσω κ' έγώ. Έ- λογόφερναν σ όλο τό διάστημα τοΰ φαγητού, βριστή- κανε άρκετά καί στό τέλος πιαστήκανε στά χέρια. Ό άνδρας έπήγε νά κοιμηθή στό άνώγι, ένώ ή μαγεί¬ρισσα άρχισε νά πλένη τά πιάτα έξακολουθώντας τό υβρεολόγιο. Έκάθησα σέ μιά καρέκλα κ' έσκεπτόμουν οτι θά περάση κάμποση ώρα μέχρις δτου τελειώση. Σε  λίγο τήν ερώτησα ποΰ θά κοιμηθώ, έπειδή ήμουν πάρα πολύ κουρασμένος άπ' τήν πεζοπορία. "Θά σοΰ φτιάξω το κρεβάτι σου" μοΰ άπάντησε κ' έστρωσε πάνω σέ δυο πάγκους κοντά είς το παράθυρο, μιά κου¬βέρτα, δείχνοντάς μου έπί πλέον κ' ένα μαξιλάρι. 'Ε¬ξάπλωσα καί έκλεισα τά μάτια μου γιά νά κοιμηθώ. Ή μαγείρισσα άπασχολήθηκε άκόμη γιά κόμποσο, έπειτα έσβησε τή φωτιά καί έφυγε γιά νά κοιμηθή.

»Δέν είχε περάσει, δμως, λίγη ώρα, οταν ξαφνικά, το παράθυρο δίπλα μου, ή κορνίζα, τά τζάμια, τά έξώφυλλα έγιναν κομμάτια, ένώ συγχρόνως ένας τρο¬μερός κρότος έτρύπησε τ' αύτιά μου. "Ολο τό σπίτι έφάνηκε πώς έφυγε άπ' τή θέσι του κ' ένα ξεφο>νητό άκούστηκε. "Ολα αύτά έτρόμαξαν τήν μαγείρισσα και καθώς έγύρισε πάλι είς τό δωμάτιο γιά νά ίδή τί συμ¬βαίνει, παραπάτησε καί έπεσε κάτω στό πάτωμα. Έ- πετάχτηκα κ' έγώ τρομαγμένος, νομίζοντας δτι ή γή είχε άνοίξει έμπρός είς τά πόδια μου. Μέσ' στον τρό¬μο μου, είδα δυό άμαξάδες νά φέρνουν μέσα είς τό δω¬μάτιο έναν άνδρα, τοΰ όποιου τό κεφάλι δέν ξεχώριζε άπο τά αίματα. Αύτό μ' έτρόμαξε περισσότερο. Ό τραυματίας ήταν ταχυδρόμος τοΰ Τσάρου καί είχε φθάσει είς τόν σταθμόν αύτόν γιά ν' άλλάξη άλογα. Ό όδηγός δέν ύπελόγισε καλά τήν στροφή καί τό ένα άπό τά τιμόνια έκτύπησε είς τό παράθυρο, πού ήταν γωνιακό, ένώ ό τροχός τοΰ άμαξιοΰ ύπεχώρησε σ' ένα χαντάκι πού ήταν μπροστά καί δλο τό άμάξι έκανε ένα άσχημο άναποδογύρισμα. Ό άγγελιαφόρος τοΰ βασιλέως έπεσε έξω άπό τό άμάξι κ' έκτύπησε πολυ τό κεφάλι του σ' ένα στΰλο. Ό τραυματίας παρεκαλεσε νά τοΰ δέσουν τό τραΰμα, ήπιε ένα ποτήρι βότκα ' κ  εφωναςε: "Αλογα"!
«Προχώρησα πρός τό μέρος του καί τοΰ είπα:

"Δέν πρέπει, κύριε, μέ τό τραύμα πού έχετε νά ταξειδεύσετε, νύχτα καιρό".
""Ενας πιστός τοϋ Τσάρου δέν έχει καιρό νά άρ- ρωστήση", άπήντησε, γιά νά φύγη σέ λίγο, μόλις τόν έτοίμασαν.

»Οί αμαξάδες έσήκωσαν τήν μαγείρισσα άπ' τό πάτωμα, πού είχε μείνει άναίσθητη, καί τήν έφεραν κοντά είς τήν σόμπα, λέγοντας: "Δέν έχει τίποτα, σέ λίγο θά συνέλθη". Ό οικοδεσπότης ήπιε ένα ποτήρι βότκα κ' έξαναπήγε είς τό κρεβάτι του. "Ετσι έμεινα μόνος. Σέ λίγο ή γυναίκα συνήλθε, έσηκώθηκε, περ¬πάτησε κάμποσο μέσα στό δωμάτιο καί παραληρών¬τας έβγήκε έξω άπό τό σπίτι. Ό φόβος πού επήρα μού έφάνηκε οτι μού ένέκρωσε τις δυνάμεις μου καί άφοϋ άφησα τόν έαυτό μου νά προσευχηθή γιά λίγο, έκοιμήθηκα, ένώ ή ώρα ήταν λίγο πριν άπό τά χαράματα.
»Τό πρωί έξεκίνησα καί μόλις έπροχώρησα λιγάκι, άρχισα τήν Προσευχή μέ πίστι, μέ βεβαιότητα καί μέ εύχαριστίες πρός τόν Πατέρα τών πάντων, ή εύλογία καί ή συγκατάνευσις Τοΰ όποιου μέ είχαν σώ¬σει άπό τόσους παλαιούς καί προσφάτους κινδύνους.

»"Εξη χρόνια άργότερα έπερνοΰσα έξω άπό ένα γυναικείο μοναστήρι κ' έμπήκα μέσα είς τήν έκκλη¬σία του γιά νά προσευχηθώ. Ή ηγουμένη, μιά εύγε- νεστάτη γυναίκα, μέ καλωσώρισε καί μέ προσκάλεσε νά πάρω τσάϊ μετά τή Λειτουργία. "Ολως άπρόοπτα μερικοί ξένοι έζήτησαν νά τήν ίδοΰν, έβγήκε, λοιπόν, έξω, άφήνοντάς με μέ μερικές καλογριές, πού περί¬μεναν νά τελειώση τό τσάϊ, γιά νά τής μιλήσουν γιά τις διάφορες δουλειές τοΰ μοναστηριοΰ.

«Ερώτησα μιάν άπ' αύτές, αύτήν άκριβώς πού μάς σερβίριζε τό τσάϊ καί πού φαινόταν ψυχή μέ πολ¬λή ταπείνωσι, πόσα χρόνια είχε στό μοναστήρι.
"Πέντε χρόνια", μοΰ άπήντησε.

"Είχε πάθει τό μυαλό μου καί μέ τή δύναμι τοϋ θεοΰ, εύρήκα έδώ τή γιατρειά μου. Μετά τό θαύμα πού συνέβη σέ μένα κ' εύρήκα τήν ύγεία μου, έλαβα τό σχήμα καί άφιερώθηκα είς τόν θεό μέ τήν φρον¬τίδα τής άγίας ήγουμένης".
"Πώς σοΰ συνέβη νά άρρωστήσης"; τήν έξανα- ρώτησα.
"Άπό φόβο, μοΰ άπήντησε. 'Εργαζόμουν σέ ένα άπομεμακρυσμένο ταχυδρομείο, καί μιά βραδυά ένα άμάξι έπεσε έπάνω στό παράθυρο του καί συνέτριψε τά πάντα. Τόσο πολύ έτρόμαξα ώστε δέν συνήλθα άπό τότε παρά ύστερα άπό ένα ολόκληρο χρόνο, όταν ό Θεός έφώτισε τούς δικούς μου νά μέ φέρουν σέ τοΰτο έδώ τό άγιο μοναστήρι".

«"Οταν τά άκουσα αύτά, έχάρηκε είς τά βάθη της ή ψυχή μου, πού είδα, μέ τά μάτια μου τά ίδια πόσους τρόπους έχει ό Θεός γιά νά όμιλή καί νά ξυπνά άπ' τόν λήθαργο τής αμαρτίας, τις ψυχές τών άνθρώπων.
»Είδα κ' ένα σωρό άλλα πράγματα κατά τις προσκυνηματικές μου πορείες, είπα είς τόν εξομολογητή μου, άλλά δέν μάς φθάνουν τρείς ολόκληρες ήμε¬ρες καί νύχτες νά σοΰ τά εξιστορήσω ολα. "Ομως άπ αύτά ένα γεγονός δέν ήμπορώ νά μή σοΰ τό διηγηθώ.

»Μιάν ολοκάθαρη καλοκαιρινή ημέρα, παρετη- ρησα ένα κοιμητήριο, κοντά στό δρόμο, πού είχε κ' ένα σπιτάκι γιά τόν ιερέα δίπλα στήν εκκλησία. Αύτή την στιγμή έκτυποΰσαν οί καμπάνες γιά τήν Λειτουργία κ' έπροχώρησα πρός τά έκεί γιά νά πάω κ' έγώ. 'Ο¬ρισμένοι έπίσης πού κατοικούσαν έκεί γύρω, ήσαν εις τόν δρόμο γιά τό ίδιο εκκλησάκι, πολλοί δέ άπ' αύτους

άντί νά μπούνε μέσα παρέμεναν έξω καί έκάθονταν έπάνω στό χορτάρι. "Οπως μέ είδαν νά βιάζωμαι γιά νά μπώ μέσα, μοΰ είπαν: "Μή σπεύδης γιατί θά μεί¬νης ορθός πολλήν ώρα μέχρις ότου άρχίση ή Ακολου¬θία. "Ολες οί Ακολουθίες έδώ άργοΰνε πάρα πολύ, έπειδή ή ύγεία τοΰ παπά δέν είναι τόσο καλή καί δέν ήμπορεί νά βιάζεται".

«Πραγματικά ό "Ορθρος καί ή Λειτουργία. έ- κράτησαν πάρα πολύ. Ό παπάς ήταν νέος άνθρωπος, μά πολύ ώχρός καί άδύνατος. 'Ελειτούργησε έξαιρε- τικά άργά, άλλά μέ πολύ μεγάλη προσοχή καί άφο- σίωσι καί προτοΰ τελειώση, έκήρυξε ένα άπλό άλλά ομορφο λόγο έποικοδομητικό, πώς νά αύξανώμεθα είς τού Θεού τήν άγάπη. Μού είπε νά φάμε μαζί καί νά μείνω κοντά του. Κατά τό διάστημα τοΰ γεύματος τού είπα: "Πόσο άργά άλλά καί μέ πόση κατάνυξι έλειτουργήσατε, πάτερ μου"!

"Μάλιστα, άπήντησε, άλλά τών ενοριτών μου δέν άρέσει αύτό καί ολο μουρμουρίζουν. Τί νά κάνω όμως, θέλω νά έμβαθύνω καί νά χαίρωμαι τήν ομορ¬φιά κάθε εύχής προτοΰ τήν άπαγγείλω. Χωρίς αύτή τήν έμβάθυνσι καί τά άνάλογα συναισθήματα, κάθε λέξις πού άπαγγέλλεται είναι άνωφελής καί γι' αύ¬τόν πού τήν λέγει καί γι' αύτούς πού τήν άκοΰν. Τό κάθε τι πρέπει νά συγκεντρώνεται είς τήν έσωτερική ζωή καί τήν έσωτερική προσευχή. Άλλά είναι λίγοι αύτοί πού καταλαβαίνουν αύτά τά μεγάλα ζητήματα κι αύτό συμβαίνει γιατί νεκρώνεται μέσα τους ή τά- σις καί ή έπιθυμία γιά πνευματικά".

""Ομως γιά νά άποκτήση κανείς καί νά δια- τηρηση αύτήν τήν έπιθυμία καί τήν τάσι γιά τά πνευματικά καί τήν κατανόησί τους, θά συναντήση ισως, μεγάλες δυσκολίες", τού είπα, γιά νά κατορθιό- σω νά μάθω περισσότερα.

"Δέν είναι δύσκολο καθόλου, μοϋ άπήντησε. Γιά νά άποκτήση κανείς πνευματική φώτισι καί νά γίνη άνθρωπος τής συγκεντρωμένης έσωτερικής ζωής, πρέπει νά συνηθίση νά παίρνη ένα κομμάτι, μισή ή μιά σελίδα τής Άγιας Γραφής καί νά συγκεντρώνεται είς αύτό μερικές ώρες γιά κάμποσες ημέρες μέ όλη του τήν δύναμι, έτσι δέ ύστερα άπό μιά τέτοιαν έπανά- ληψι, θά πάρη φώς καί θά άποκτήση κατανόησι. Συγχρόνως πρέπει μέ τόν ίδιο τρόπο νά προσεύχεται, γιά νά γίνη δέ ή προσευχή του καθαρή, άληθινή καί εύ- χάριστη, πρέπει νά άποτελήται άπό λίγες δυνατές καί περιεκτικές λέξεις πού θά τις έκλέξη ό άνθρωπος καί θά τις έπαναλαμβάνη συχνά γιά ένα μεγάλο διά¬στημα. Μετά άπ' αύτά θά βρή εύφροσύνη πραγματική εις τήν Ιΐροσευχή .

»Ή διδασκαλία αύτή τοΰ έφημερίου μέ εύχα- ρίστησε πάρα πολύ. Πόσο άπλή καί πρακτική ήταν, άλλά συγχρόνως και πόσο βαθειά καί σοφή. Εύχαρίστησα τον Θεό μέ τήν σκέψι μου, πού εύδόκησε νά γνωρίσω ένα τέτοιον έκκλησιαστικό ποιμένα.

»"Οταν τό φαγητό έτελείωσε, μοΰ είπε: "'Εσύ νά κοιμηθής λιγάκι τώρα, κ' έγώ θά διαβάσω τήν αυ¬ριανή περικοπή τοΰ Εύαγγελίου, γιά νά έτοιμασθώ γιά τό κήρυγμα".

»'Εμπήκα, λοιπόν, είς τήν κουζίνα, όπου δέν υπήρχε κανείς, έκτος άπό μιά πολύ γριά γυναίκα, πού καθόταν σέ μιά γωνιά κ' έβηχε δυνατά. Έκάθησα μπροστά σέ ένα μικρό παράθυρο, έβγαλα τή "Φιλο¬καλία" άπό το σακκίδιό μου κι άρχισα νά διαβάζω. Σέ λίγο άκουσα πώς ή γριά έψιθύριζε άδιάκοπα τήν Προσευχή τοΰ Χριστοΰ. Αύτό μέ εύχαρίστησε καί μέ έξέπληξε συγχρόνως κ' έτσι τής είπα: "Τί όμορφο πράγμα είναι νά προφέρη κανείς συνεχώς τό άγιο όνο¬μα τοΰ Κυρίου σέ διαρκή προσευχή! Δέν είναι αύτό μια άπ' τις πιο θρησκευτικές καί τις πιο γλυκειές χριστιανικές πράξεις";

"Μάλιστα! άπήντησε. Τό "Κ ύ ρ ι ε έ λ έ η σ ο ν" είναι τό μόνο πράγμια είς τό όποιον μπορώ νά ακουμπήσω καί νά άναπαύσω τά γεράματά μου".

"Τήν έχεις άπό πολύ καιρό συνηθίσει αύτοΰ τοϋ είδους τήν προσευχή";
"'Αφ' ότου άκόμη ήμουν νέα, γιατί ή προσευχή αύτή μέ έ'σωσε άπό τήν καταστροφή καί τόν θάνατο".
"Πώς; Σέ παρακαλώ, πές μου, γιά τοϋ Θεοϋ τήν δόξα καί γιά τής ίδιας τής Προσευχής τή χάρι".
«"Εβαλα τήν "Φιλοκαλία" μέσ' στό σακκίδιό μου πάλι κ' έπλησίασα κοντά της ν' άκούσω, ένώ αύτή άρχιζε τήν ιστορία της:
""Ημουν ένα νέο κι όμορφο κορίτσι. Οί γονείς μου μέ είχαν άρραβωνιάσει μέ ένα νέο. Τήν παραμονή τοϋ γάμου, έντελώς ξαφνικά, ο άρραβωνιαστικός μου, σέ έπίσκεψί του είς τό σπίτι μας, έπαθε μιά ζάλη, έπεσε κάτω καί ξεψύχησε αύτοστιγμεί, χωρίς νά βγάλη μιλιά.

"Τό ξαφνικό αύτό καί τρομερό ατύχημα μέ έφό- βισε καί μέ συνέτριψε τόσο πολύ, ώστε άπεφάσισα νά μην πανδρευθώ πιά. Είς τήν άπόφασί μου αύτή έμει¬να σταθερή. "Οταν δέ πέρασε ή έττιρροή τοϋ γεγονό¬τος, καί ήρέμησαν τά συναισθήματά μου, έσκέφθηκα τελικά νά άφιερωθώ σέ προσκυνηματικές πορείες, άλλά με ταλαιπωρούσε ό φόβος ότι δέν θά τό κατώρθωνα ποτέ, έπειδή ήμουν γυναίκα καί θά ήταν πολύ δύσκο¬λο νά ταξειδεύω μόνη μου. Μιά ήλικιωμένη γυναίκα ομως μ' έδίδαξε τήν Προσευχή τοΰ Κυρίου καί μοΰ είπε, οτι αύτή θά γίνη ή βακτηρία μου καί ή άσπίς μου είς τούς τυχόν κινδύνους πού θά μοΰ παρουσια-σθούν ώστε ολους νά τούς ύπερνικήσω και κανείς νά μ-ή με βλάψη. Προσκύνησα καί είς τά πιο άπόμερα μέρη τής Ρωσίας και Σιβηρίας, τίποτα δέ ποτέ δέν μοΰ συνέβη. Οί γονείς μου οσο έζοΰσαν μοΰ έδιναν πάντοτε χρήματα γιά τά ταξείδια. Τώρα πού έγέρασα έκλονίστηκε καί ή ύγεία μου, άλλ' έ παπάς έδώ μοΰ παρέχει τροφή καί στέγη".

«"Εμεινα συντετριμμένος άπο εκείνα πού άκου¬σα, έπειδή σ' αύτά είδα ένα τόσο ζωντανό παράδειγμα γιά τήν έκδήλωσι τοϋ Ελέους, τής Προνοίας, καί τής Χάριτος τοΰ θεοΰ. 'Εζήτησα τήν εύλογία τοΰ σεμνοΰ ιερέως καί ξανάρχισα τόν δρόμο μου.
«"Επειτα πάλι, ένώ έβάδιζα είς τήν περιοχή αύ¬τήν έδώ, τής διοικήσεως τοΰ Καζάν, είχα τήν εύκαι- ρία νά μάθω έπί πλέον, πώς ή δύναμις τής προσευ¬χής τοΰ 'Ονόματος τοΰ Χριστοΰ φανερώνεται καθαρά καί ισχυρά καί σ' αύτούς άκόμη πού τήν χρησιμοποι¬ούν, μόνον έπαναλαμβάνοντάς την συχνά καί πώς φέρ¬νει τούς εύλογημένους καρπούς της γρήγορα καί μέ τρόπον άσφαλή.
«Συνέβη, λοιπόν, νά μείνω μιά νύχτα σ' ένα Τα- ταρικό χωριό. Τή στιγμή κατά τήν οποία έφθασα κ' έμπαινα μέσα, είδα ένα ρωσικό άμάξι καί τόν άμαξά, έξω άπό τό παράθυρο μιάς άπό τις καλύβες. Τά άλο¬γα έβοσκαν έκεί γύρω.
«Εύχαριστήθηκα, έπειδή παρ' ότι τό χωριό ήταν μουσουλμανικό, θά έμενα τή νύκτα μέ τούς περαστικούς αύτούς χριστιανούς.
«'Επλησίασα και ερώτησα ποΰ έπήγαιναν. "Ε¬μαθα δέ ότι έταξείδευαν άπό τό Καζάν πρός τήν Κριμαία.
«"Οταν έμιλοΰσα μέ τόν άμαξά, ό κάτοχος τοΰ άμαξιοΰ έσυρε τις κουρτίνες, μ' έκοίταξε μέσα άπ' τό άμάξι καί είπε: "Θά μείνω κ' έγώ την νύκτα έδώ, μά δέν έτόλμησα νά μπώ σέ καμμιά άπό αύτές τις τα- ταρικές καλύβες γιατί είναι άπαισιες. Θά κοιμηθώ,
λοιπον, μεσ στο αμαςι . ϋϊπειτα εογηκε εςω κ εκα- ναμε μιά βόλτα, κουβεντιάζοντας κάτω άπ' τήν εξαι¬ρετική άστροφεγγιά. Μοΰ έκανε ένα σωρό έρωτήσεις, άλλά μοΰ είπε καί γιά τόν εαυτό του τά άκόλουθα: "Μέχρι τά έξήντα πέντε μου χρόνια ήμουν πλοίαρχος είς τό ναυτικό άλλ' όπως προχωροΰσε ή ηλικία μου, μέ κατέλαβε μιά δυνατή ίσχυαλγία άθεράπευτη. Γιά τον λόγον αύτό, άπεχώρησα άπό τήν ύπηρεσία κ' έζρΰσα σέ μιάν άγρέπαυλη τής συζύγου μου είς τήν Κριμαία.
"Ή γυναίκα μου, όμως, δυστυχώς, ήταν πολύ ιδιότροπη καί φοβερή χαρτοπαίκτις. Μέ παράτησε, λοιπόν, μόνο μου καί άρρωστο, έπήρε όλα τά υπάρχον¬τα τοΰ σπιτιοΰ καί τό ύπηρετικό προσωπικό κ' έπήγε νά μείνη είς τό Καζάν μέ τήν κόρη της, πού ήταν παν- δρεμένη μ' ένα δημόσιον ύπάλληλο. Τό μόνο πού μοΰ άφησε ήταν ένας ύπηρέτης, βαπτιστικός μου, οκτώ έτών παιδάκι. "Εμεινα τρία ολόκληρα χρόνια είς τήν κατάστασιν αύτήν. Τό παιδάκι πού ήταν κοντά μου ήταν έξυπνο καί έργατικό, μέ περιποιείτο, μοΰ μαγεί¬ρευε, άναβε τή σόμπα καί μοΰ έφτιαχνε τό σαμοβάρι. Αλλά συγχρόνως ήταν πολύ ζωηρό καί έκανε ένα σω¬ρό ζημιές, έκτυποΰσε άπρόσεκτα τις πόρτες, έφώναζε και μέ ένωχλοΰσε ύπερβολικά. "Οπως ήμουν άρρω¬στος, ταλαιπωρημένος καί άπογοητευμένος, άρχισα να διαβάζω συνεχώς, έπεσε δέ είς τά χέρια μου, ευτυ¬χώς, ένα θαυμάσιο βιβλίο γιά τήν Προσευνή τοΰ Ίη¬σοΰ, γραμμένο άπό τόν άγιο Γρηγόριο τόν Παλαμά. Τό έδιάβαζα συν εγώ ς καί επανειλημμένως καί συνή¬θισα άρκετά τήν Προσευχή, άλλ' ό βαπτιστικός μου με τη φασαοία του, μοΰ διασποΰσε τήν προσοχή συνέ νώς και ούτε συμβουλές ούτε τιμωρίες ήαποροΰσαν νά έχουν καμμιά έπίδοασι έπάνω του. Τέλος εφήρμοσα την άκόλουθη μέθοδο: Τόν έβαλα νά κάθεται σ' ένα κάθισμα δίπλα μου καί τόν ύπεχρέωνα νά άπαγγέλλη  τήν έπίκλησι τοϋ Ίησοϋ Χριστοΰ, χωρίς καθόλου νά σταματά.
"Εις τήν άρχή άντέδρασε πάρα πολύ, όπως ήταν φυσικό, καί εκανε ό,τι έπερνοΰσε άπ' τό χέρι του γιά νά τήν άποφύγη. Έγώ όμως επήρα μιά βέργα καί τόν έφοβέριζα νά ύπακούση καί νά ύποταχθή. "Ετσι έλεγε τήν έπικλησι χωρίς τήν θέλησί του, ένώ έγώ ή έλεγα τό ίδιο μαζί του, ή έδιάβαζα άπό τό βιβλίο τοϋ άγίου Γρηγορίου. Μόλις τό παιδί έσταματοϋσε, τοϋ έδειχνα τό ξύλο πού έκρατοϋσα κ' έτσι έφοβόταν κ' έξακολουθοΰσε.
"Μέ αύτόν τόν τρόπο, έγλύτωσα άπό τις φασα¬ρίες του καί έβασίλευσε ή ήσυχία είς τό σπίτι μου.
'"Έπειτα άπό κάμποσο χρονικό διάστημα άντε- λήφθηκα ότι ή άπειλή τής βέργας ήταν περιττή, έ¬πειδή τό παιδί ύπήκουε πρόθυμα πιά σέ ό,τι τοΰ έλε γα, παρετήρησα δέ άκόμη ότι ό χαρακτήρ του είχε με- ταβληθή, είχε παύσει νά είναι ένοχλητικό, ήτο ήρεμο καί γλυκύ καί έκανε τις δουλειές είς τό σπίτι καλύ¬τερα άπό κάθε άλλη φορά. "Αρχισα, λοιπόν, μέ εύχα¬ρίστησι νά τοΰ άφίνω περισσότερη έλευθερία.
"Ποιό δέ νομίζεις ότι ήταν τό άποτέλεσμα; "Α¬κουσε, λοιπόν! Συνήθισε τόσο πολύ τήν Προσευχή τοϋ Ίησοΰ, ώστε τήν έλεγε συνεχώς όλη μέρα, χωρίς πιά κανείς νά τοΰ τήν έπιβάλη. "Οταν τόν έρώτησα σχε¬τικώς μέ αύτό, μοΰ ειπεν ότι, καταλαβαίνει μέσα του μιάν άκατανίκητη ώθησι καί έπιθυμία νά τήν λέγη άκατάπαυστα".
"Καί τί αισθάνεσαι όταν λέγης τήν προσευχή"; τόν ξαναρώτησα.
"Τίποτε, μοϋ άπήντησε, καταλαβαίνω μόνον ότι είναι καλό νά τήν λέγω".
Τι εννοείς οταν λες οτι είναι καλο να τήν λες

"Δέν ήξεύρω, δέν ήμπορώ νά το έξηγήσω ά κριβώς".
««Ενοεις οτι σε κάνει να αισθανεσαι χαρα ;
"Ναί, χαρά, πολλή χαρά! άπήντησε.
"Ηταν δώδεκα ετών οταν έκηρύχθηκε ό Κριμαϊκός πόλεμος καί έγώ μετεφέρθηκα άπο τήν Κρι¬μαία είς το Καζάν. Τόν έπήρα μαζί μου. "Εμεινε μέ τούς άλλους ύπηρέτας είς τήν κουζίνα, άλλά πολύ τόν έστενοχωροΰσαν οί φασαρίες τους.
"ΤΗλθε καί μοϋ παρεπονέθη, ότι οί άλλοι μέ τά παιγνίδια τους καί τις κοροϊδίες, τόν έμπόδιζαν άπό τήν Προσευχή. Τέλος ύστερα άπό τρείς μήνες ήλθε καί μοΰ είπε:
"θά φύγω γιά τόν τόπο μου, γιατί υποφέρω πά¬ρα πολύ άπό τήν φασαρία".
"Καί πώς θά ταξειδεύσης μόνος σου μιά τόση μεγάλην άπόστασι; τοΰ είπα. Περίμενε καί θά σέ πά¬ρω μαζί μου οταν θά πάγω κ' έγώ".
"Τήν άλλην ήμέρα ό βαπτιστικός μου αύτός ε-ξαφανίσθηκε.
'"Εφάγαμε τόν τόπο νά ψάχνουμε, άλλά ό μικρός πουθενά δέν ευρέθη.
"Τέλος έλαβα ενα γράμμα άπό τήν Κριμαία, ά¬πό τούς άνθρώπους μας πού εργάζονταν είς τά κτή- ματά μας έκεί, πού μοΰ άνήγγειλαν οτι τό παιδί ευρέ¬θη πεθαμένο μέσα είς τό άκατοίκητο σπίτι, τήν Δεύ¬τερα τής Λαμπρής, 4 'Απριλίου.
"ΤΗτο ξαπλωμένο είς τό δάπεδο τοΰ δωματίου μου μέ τά χέρια σταυρωμένα είς τό στήθος του. 'Ε- φοροΰσε τό ίδιο έλαφοό σακκάκι του, όπως καί στό σπί¬τι οταν έκανε τις διάφορες δουλειές. "Ετσι όπως τό βρήκαν, τό έθαψαν μέ συγκίνησι είς τόν κήπο.
""Οταν έλαβα αύτά τά νέα, έπήγα πραγματικά να χάσω τό μυαλό μου. Πώς έφθασε ό μικρός τόσο
 σύντομα άπό τά Ούράλια στήν Κριμαία; Τόν έχάσα- με είς τις 26 Φεβρουαρίου και ευρέθηκε νεκρός είς τις 4 'Απριλίου. Μόνον ενας ταξειδιώτης, μέ τοΰ θεοΰ τή βοήθεια καί μέ καλά άλογα, θά μποροΰσε νά καλύψη σέ ενα μήνα τήν άπόστασιν αύτή, πού είναι τρείς χι¬λιάδες διακόσια χιλιόμετρα, βαδίζοντας έκατό χιλιό¬μετρα περίπου τήν ήμέρα! Χωρίς ροΰχα, χωρίς χρή¬ματα, χωρίς ταξειδιωτική άδεια! 'Εάν ύποθέσουμε ότι κάποιος ταξειδιώτης τόν έπήρε είς τό άμάξι του, καί πάλι μιά τέτοια εύκαιρία δέν ήμπορεί παρά νά οφείλεται είς τοΰ Θεοΰ τήν έπέμβασι καί τή χάρι. Ό βαπτιστικός μου αύτός άπέλαυσε τούς καρπούς τής Προσευχής, συνεπλήρωσε ό κύριος αύτός καί προσέ¬θεσε, έγώ όμως πεπειραμένος καί γέρος άνθρωπος δέν έφθασα άκόμη είς τό ύφος πού έφθασεν έκείνος".
«"Επειτα άπό λίγο τοΰ είπα: "Τό βιβλίο τοΰ άγίου Γρηγορίου τοΰ Παλαμά πού μοΰ άνεφέρατε προ¬ηγουμένως οτι τό έδιαβάσατε, είναι σπουδαίο. Τό γνω¬ρίζω κ' έγώ, άλλά πραγματεύεται μόνο γιά τήν προ¬φορική Προσευχή τοΰ Χριστοΰ. Πρέπει όμως νά δια¬βάσετε τήν "Φιλοκαλία". Έκεί δέ θά βρήτε τά πάν¬τα, γιά νά μελετήσετε πώς νά άποκτήσετε τήν πνευ¬ματική Προσευχή τοΰ Ίησοΰ Χριστοΰ είς τό μυαλό καί τήν καρδιά καί θά διδαχθήτε άκόμη πώς νά γευ- θήτε τοΰ γλυκοΰ καρποΰ της". Τοΰ έδειξα συγχρόνως καί τό ίδιο τό βιβλίο τής "Φιλοκαλίας". Εύχαριστή- θηκε άπό τήν συμβουλή μου καί ύπεσχέθη ότι θά ά- γοράση καί αύτός ένα άντίτυπό της, ένώ έγώ άναλογι- ζόμουν μέσ' στό μυαλό μου τούς τρόπους μέ τούς οποί¬ους ή δύναμις τοΰ Θεοΰ εκδηλώνεται διά μέσου τής Προσευχής αύτής: Πόση σοφία καί διδαχή ύπηοχε είς τήν ιστορία πού μόλις είχα άκούσει! Ή ράβδος έκανε ώστε νά διδαχθή ή Προσευχή είς τό παιδί, ένώ έπειτα άπετέλεσε παρηγοριά και βοήθεια είς αύτό.
 Δέν είναι, λοιπόν, οί θλίψεις μας καί οί δοκιμασίες ποΰ συναντούμε στό δρόμο τής Προσευχής όπως ή ράβδος, είς τοΰ θεοΰ τά χέρια; Πρός τί, λοιπόν, νά τρομάζου¬με καί νά ένοχλούμεθα όταν ό ουράνιος Πατέρας μας, άπό άπέραντη άγάπη επιτρέπει διάφορες θλίψεις, ά¬φοϋ έκεΐνες μας παροτρύνουν είς τό καλό καί είς τήν προθυμία νά μάθουμε τόν τρόπο πώς νά προσευχώμε- θα, γεγονός ποΰ εχει ώς άποτέλεσμα άνέκφραστη'πα¬ρηγοριά γιά τόν καθένα μας";
"Οταν έτελείωσα, λέγοντας ολα αύτά είς τόν έξομολόγο μου, πρόσθεσα: «Συγχώρησέ με, πάτερ μου, έφλυάρησα πάρα πολύ, καί οι άγιοι Πατέρες ονο¬μάζουν φλυαρία καί τήν πνευματική συνομιλία άκό¬μη, όταν έκείνη διαρκή πάρα πολύ. Είναι πιά καιρός νά πάγω γιά νά συναντήσω τό συνταξειδιώτη μου, νά φύγουμε γιά τήν Ιερουσαλήμ. Ευχου γιά μένα τόν άθλιον αμαρτωλό, ό Θεός μέ τό ελεός του, νά εύλο- γήση τό ταξείδι μου»!
«Μέ ολη μου τήν καρδιά τό εύχομαι αύτό, άδελ¬φέ μου, άπήντησε. Είθε ή χάρις τοΰ Θεοΰ, ποΰ άγαπα τά πάντα, νά φωτίση τόν δρόμο σου, καί νά σέ συνο- δεύση σ' δλο τό διάστημα τοΰ μακρυνοΰ σου ταξειδιοΰ, δπως ό άγγελος Ραφαήλ συνώδευσε τόν Τωβία».
Ο πνευματικός:
Ένας ολόκληρος χρόνος είχε περάσει αφ’ ότου για τελευταία φορά είχα ιδή τον Προσκυνητή, όταν ένα κτύπημα εις την πόρτα και μια συμπαθής γνωστή φωνή ανήγγειλε τον ερχομό του αδελφού αυτού του αφιερωμένου εις τον Θεό τον οποίον καλωσώρισα με την καρδιά μου, λέγοντας:
«Έλα μέσα, αγαπημένε μου αδελφέ, έλα να ευχαριστήσουμε μαζί τον Θεό που ευλόγησε το ταξείδι και την επάνοδό σου».

Ο προσκυνητής:
Ευλογημένο να είναι το όνομα του Πανάγαθου Θεού, για την αφθονία των αγαθών, που σύμφωνα με την αγία Του βουλή παρέχει σε μας τους προσκυνητάς και ξένους σε ξένα μέρη.
Να με πάλιν. Ο αμαρτωλός που έφυγα τον περασμένο χρόνο. Με την βοήθεια του Θεού και το έλεός του, ξαναήλθα για να ευχαριστηθώ με το θερμό σου καλωσόρισμα.
Ασφαλώς θα περιμένης να μάθης πολλά απ’ την Αγία πόλι του Θεού, την Ιερουσαλήμ εις την οποία με τόση θέρμην επιθυμούσα να πάγω για να προσκυνήσω. Αλλά οι επιθυμίες του ανθρώπου δεν εκπληρώνονται όλες όπως αυτός θέλει, αυτό δε συνέβη και μ’ εμένα. Όμως δεν εκπλήττομαι γι’ αυτό, γιατί πώς ημπορώ, εγώ ένας ταλαίπωρος αμαρτωλός, να φαντασθώ τον εαυτόν μου άξιο να πατήσω εις τα άγια χώματα, τα οποία άγιασαν τα πανάχραντα του Χριστού μας πόδια;
Θυμάσαι, πάτερ μου, ότι σε άφησα πέρυσι, έχοντας ένα κουφό γέρο σύντροφό μου και ένα γράμμα ενός εμπόρου από το Ιρκούτσκ προς τον γυιό του εις την Οδησσό, που τον παρακαλούσε να με στείλη εις την Ιερουσαλήμ;
Εφθάσαμε τότε εις την Οδησσό πολύ καλά και εγκαίρως. Ο σύντροφός μου έβγαλε αμέσως το εισιτήριο μ’ ένα πλοίο για την Κωνσταντινούπολι και ανεχώρησεν. Εγώ άρχισα την έρευνα να βρω την διεύθυνσι του σπιτιού του γυιου του εμπόρου. Δεν άργησα, αλήθεια, να την εύρω, αλλά προς μεγάλην μου έκπληξι και θλίψιν, επληροφορήθηκα ότι αυτός που εζητούσα δεν υπήρχε πια, γιατί είχε πεθάνει ξαφνικά πριν είκοσι μέρες. Το γεγονός αυτό με έφερε σε αμηχανία, αλλά η ελπίδα προς τον Θεό δεν με εγκατέλειψε.
Όλοι του σπιτιού εθρηνούσαν και η χήρα με τρία παιδιά, ήταν τόσο πολύ θλιμμένη και απογοητευμένη, ώστε έκλαιγε νύκτα – μέρα και κάθε τόσο ελιποθυμούσε από την λύπη την πολλή. Πολλοί έλεγαν ότι δεν θα ζήση απ’ τον μεγάλο της πόνο.
Την παρηγόρησα όσον ημπορούσα, αλλ’ όπως ήταν φυσικό, μετά τον θάνατο του ανδρός της, δεν ήτο δυνατόν να με στείλη εις τα Ιεροσόλυμα.
Με παρεκάλεσε να μείνω σπίτι της μέχρις ότου πάη ο πεθερός της από το Ιρκούτσκ εις την Οδησσό, για να τακτοποιήση τις υποθέσεις της ορφανεμένης οικογενείας. Συμφώνησα και έμεινα.
Επέρασεν μια εβδομάδα, ένας μήνας, δύο, αλλ’ αντί να έλθη αυτός που περιμέναμε, έγραψεν ότι οι δουλειές δεν του επέτρεπαν ν’ αφήση το Ιρκούτσκ και να πάη στην Οδησσό, συνεβούλευε δε την χήρα να πληρώση ό,τι εχρωστούσε εις τους υπαλλήλους και να αναχωρήση αμέσως με τα παιδιά για το Ιρκούτσκ.
Άρχισεν όμως ύστερα απ’ αυτό, αρκετή φασαρία εις το σπίτι για την τακτοποίησι τόσων ζητημάτων κ’ εγώ αντελήφθηκα ότι έπρεπε να φύγω, πράγμα που έκανα, αφού εξέφρασα τις πολλές ευχαριστίες μου για την φιλοξενία που ευγενικά μου είχε παρασχεθή.
Ξανάρχισα, λοιπόν, και πάλι τις περιοδείες μου μέσα εις την Ρωσία. Εσκέφθηκα και ξανασκέφθηκα. Πού να πάω τώρα; Τέλος απεφάσισα να αναχωρήσω για το Κίεβο που είχα χρόνια να το επισκεφθώ.
Ανεχώρησα, λοιπόν. Φυσικά εις την αρχή εστενοχωρήθηκα διότι δεν κατώρθωσα να πραγματοποιήσω το ιερό προσκύνημά μου εις τους Αγίους Τόπους, αλλ’ εσκέφθηκα έπειτα, ότι η θεία Πρόνοια θα είχε κάποιο σκοπό που δεν μου επέτρεψε να πάγω κ’ έτσι ηρέμησα με την ελπίδα ότι ο Θεός που αγαπά όλους τους ανθρώπους, θα μ’ εβοηθούσεν εις το μέλλον και δεν θα με εγκατέλειπε χωρίς να μου δώση κάποιαν ευκαιρία καταρτισμού και πνευματικής ωφελείας, έπειτα από ένα τόσο μεγάλο ταξείδι που είχα κάνει μέσα εις την Ρωσία.
Είχα αλήθεια συναντήσει εις το διάστημα αυτό τόσους ανθρώπους που με εδίδαξαν και με εφώτισαν για τόσα πράγματα και ζητήματα τα οποία με εβοήθησαν εις την σωτηρία της ψυχής μου. Εάν δεν είχα κάνει το μακρύ αυτό ταξείδι δεν θα είχα γνωρίσει τόσους ανθρώπους για να πάρω τόση μεγάλη ψυχικήν ωφέλεια.
Έτσι περπάτησα μιαν ολόκληρην ημέρα λέγοντας την προσευχή του Ιησού και το βράδυ όταν εσταμάτησα για να διανυκτερεύσω, εδιάβασα την «Φιλοκαλία» για να στηρίξω την ψυχή και να την παρακινήσω για την νίκη εις τον αγώνα της, εναντίον των αοράτων εχθρών της σωτηρίας της.
Εις τον δρόμο μου, σαράντα περίπου χιλιόμετρα απ’ την Οδησσό, είδα το εξής περίεργο. Συνήντησα μια σειρά από τριάντα περίπου αμάξια φορτωμένα με εμπορεύματα. Παρεκάλεσα και μ’ επήραν μαζί τους. Ο οδηγός του πρώτου, απ’ όλα, αμαξιού, περπατούσε δίπλα εις το άλογό του, ενώ οι άλλοι άνδρες εβάδιζαν λίγο πιό κάτω, όλοι μαζί, αποτελώντας μια μεγάλην ομάδα. Όπως προχωρούσαν έφθασαν κοντά σε μια μεγάλη δεξαμενή που την διαπερνούσε ένα ρεύμα μέσα εις το οποίο, την εποχή αυτή της ανοίξεως, εκυλούσαν με θόρυβο, μαζί με το νερό, κομμάτια πάγου, που στοιβάζονταν εις τις άκρες της δεξαμενής.
Ξαφνικά ο οδηγός του πρώτου αμαξιού, ένας νέος άνθρωπος, εσταμάτησε το άλογό του, μαζί δε με αυτό εσταμάτησαν αναγκαστικά, και όλη η υπόλοιπη σειρά των αμαξιών. Οι άλλοι αμαξηλάται έτρεξαν προς το μέρος του πρώτου, όπου έκπληκτοι τον είδαν ότι είχε αρχίσει να βγάζη τα ρούχα του. Τον ερώτησαν γιατί ξεντύνεται και αυτός απήντησεν ότι ήθελε να πάρη ένα λουτρό εις την δεξαμενή.
Μερικοί απ’ τους αμαξάδες άρχισαν να γελούν, άλλοι τον εκορόϊδευαν αποκαλώντας τον τρελλό και ο αδελφός του ο μεγαλύτερος προσπάθησε να τον σταματήση εμποδίζοντάς τον με σπρωξιές. Αυτός όμως αντιστάθηκε, μη θέλοντας με κανένα τρόπο να υπακούση εις τις προτροπές να μη κάνη το λουτρό που εσκεπτόταν. Κάμποσοι από τους νεωτέρους της παρέας άρχισαν να βγάζουν νερό απ’ την δεξαμενή με τους γκουβάδες που επότιζαν τα άλογα και για αστείο το πετούσαν εις τον νέο που ήθελε να κάνη το λουτρό, λέγοντας: «Θέλεις λουτρό; Λοιπόν, εμείς θα σου κάνουμε ένα». Όπως, όμως, τον έβρεξε το νερό εφώναξε δυνατά: «Α! είναι εξαιρετικό»! κ’ εκάθησε κάτω εις το έδαφος. Οι άλλοι εξηκολούθησαν ρίχνοντας το νερό, αλλ΄ ο νέος όπως ήταν καθισμένος, σιγά – σιγά ξαπλώθηκε κάτω και προς μεγάλην έκπληξιν όλων εξεψύχησεν εμπρός εις τα μάτια μας. Όλοι ετρομοκρατήθηκαν απ’ το γεγονός αυτό και εσάστισαν συγχρόνως, μη μπορώντας να καταλάβουν καλά – καλά τι είχε συμβή.
Οι μεγαλύτεροι εμαζεύτηκαν γύρω απ’ τον νεκρό λέγοντας ότι πρέπει να ειδοποιηθούν οι αρχές, ενώ οι άλλοι συζητούσαν ότι αυτή ήταν η μοίρα του νεαρού νεκρού και φυσικά ό,τι έγινε έτσι έπρεπε να γίνη.
Έμεινα και εγώ εκεί μαζί τους μιάν ώρα περίπου και έπειτα εξηκολούθησα τον δρόμο μου. Δυόμιση χιλιόμετρα απ’ εκεί, ενώ περπατούσα, είδα ένα χωριό παραπλεύρως εις τον αμαξωτό δρόμο και όπως επλησίασα συνήντησα ένα γέρο ιερέα που περπατούσε εις τον δρόμον αυτόν. Εσκέφθηκα ότι θα μπορούσα να του διηγηθώ ό,τι είχαν μόλις ιδή τα μάτια μου, για να μπορέσω να μάθω τις σκέψεις του επάνω σ’ αυτό το γεγονός. Ο παπάς μ’ επήρε εις το σπίτι του, όπου ευρήκα την ευκαιρία να του διηγηθώ την ιστορία του θανάτου του νέου αμαξηλάτη και να τον παρακαλέσω να μου δώση μιαν εξήγηση. «Δεν ημπορώ να σου πω τίποτα γι’ αυτό το γεγονός, αγαπητέ αδελφέ, εκτός ίσως από το ότι υπάρχουν πολλά θαυμάσια εις την φύσι, τα οποία δεν ημπορούμε να τα καταλάβουμε, έχουν δε από τον Θεό ορισθή κατά τέτοιον τρόπον, ώστε να δείχνουν εις τους ανθρώπους τους νόμους του Θεού επάνω εις την φύσι καθώς και την Πρόνοιά Του περισσότερο καθαρά, διά μέσου των αλλαγών εις τους νόμους αυτούς, και των διαφόρων φαινομένων που είναι αφύσικα.
Συνέβη κάποτε και εγώ να παρακολουθήσω μια παρόμοια περίπτωσι. Κοντά εις το χωριό μας υπάρχει ένα απότομο και βαθύ βάραθρο, όχι πολύ μακρύ και καμμιά τριανταριά μέτρα βάθος. Είναι τρομακτικό να κοιτάζης το σκοτεινό βάθος του. Γύρω του έχει κτισθή ένα τοίχωμα προστατευτικό των ανθρώπων. Ένας χωρικός εις την ενορία μου, καλός οικογενειάρχης και αξιοσέβαστος άνθρωπος, ξαφνικά, χωρίς κανένα λόγο, κατελήφθηκε από μιαν ακατανίκητη επιθυμία να πέση μέσα εις το βάραθρο.
Επολέμησε σκληρά τον παράλογο και επικίνδυνον αυτόν πόθο μιαν ολόκληρην εβδομάδα, αλλά εις το τέλος ενικήθηκε. Εσηκώθηκε, λοιπόν, ένα πρωΐ, έτρεξε προς την χαράδρα, επήδησε το τοίχωμα και έπεσε μέσα εις το βάραθρο. Ευτυχώς άκουσαν εγκαίρως τα μουγγρητά των πόνων του και με χίλια δυό βάσανα κατώρθωσαν να τον βγάλουν, με τα δυό πόδια σπασμένα, μέσα απ’ την άβυσσο που είχε πέσει.
»Όταν τον ερώτησαν γιατί έκανε αυτό το διάβημα, απήντησεν ότι αν και υπέφερε τώρα από φρικτούς πόνους, όμως του ήταν αδύνατο να αντισταθή εις την παράλογη και ακατανίκητη επιθυμία που τον εβασάνισε μιαν ολόκληρην εβδομάδα, λέγοντάς του επιτακτικά, να πέση μέσα εις το βάραθρο, αδιαφορώντας για τον κίνδυνο της ζωής του.
«Έμεινεν ένα ολόκληρο χρόνο εις το νοσοκομείο. Συνήθιζα και επήγαινα και τον έβλεπα, πολλές δε φορές είδα τους γιατρούς γύρω του να τον περιεργάζωνται. Ήθελα, όπως και εσύ, ν’ ακούσω από αυτούς και να μάθω την αιτία του διαβήματος αυτού. Με μια φωνή όλοι οι γιατροί μου απήντησαν ότι αυτό που έκανε ο άνθρωπος αυτός να πέση εις το βάραθρο, ήταν αποτέλεσμα τρέλλας. Όταν τους εζήτησα μιαν επιστημονικήν εξήγησι, για την περίπτωσιν αυτή που καταλαμβάνει καμμιά φορά τους ανθρώπους, δεν ημπόρεσα καμμιάν απάντησι να πάρω, εκτός από το ότι οι περιπτώσεις αυτές είναι μυστικά της φύσεως, τα οποία δεν έχει ακόμη η επιστήμη ανακαλύψει.
»Εις αυτά παρετήρησα λέγοντας ότι εάν σε παρόμοιες περιστάσεις ο άνθρωπος απευθυνόταν εις τον Θεό με δυνατή προσευχή, ή αν ευρίσκοντο άνθρωποι να διδάξουν την προσευχή, σ’ αυτούς που έχουν τις εκδηλώσεις αυτής της τρέλλας, είμαι βέβαιος ότι ο ακυβέρνητος αυτός παροξυσμός δεν θα κατώρθωνε να επιτύχη του καταστρεπτικού σκοπού του.
»Αλήθεια, υπάρχουν πολλά ακόμα εις την ανθρώπινη ζωή, τα οποία, δυστυχώς, δεν ημπορούμε να τα καταλάβουμε τέλεια».
Ενώ εξακολουθούσαμε την συνομιλία επάνω σ’ αυτό το ζήτημα, άρχισε να βραδυάζη. Εκοιμήθηκα αυτήν την νύκτα εις του παπά. Το πρωί ο δήμαρχος έστειλε το γραμματέα του να παρακαλέση τον ιερέα για την κηδεία του νεκρού εις το κοιμητήριο και να του πη ότι οι γιατροί μετά από την νεκροψία δεν ανεκάλυψαν σημεία τρέλλας, απέδωσαν δε το θάνατο σε συγκοπή καρδίας.
«Κοίταξε τώρα, είπεν ο παπάς, απευθυνόμενος προς εμένα, η ιατρική επιστήμη δεν ημπορεί να μας ειπή ποιά ήτο η ακριβής αιτία της ακυβέρνητης ορμής που εξεδήλωσεν ο δυστυχής αυτός για το νερό».
Μετά από αυτά, εχαιρέτησα τον ιερέα και ξανάρχισα τον δρόμο μου. Ύστερα από ταξείδι κάμποσων ημερών και ενώ άρχισα να κουράζωμαι κάπως, έφθασα σε μιαν αρκετά μεγάλην εμπορική πόλι που ονομάζετο Μπυελάγια – Τσερκώβ. Επειδή είχεν αρχίσει να βραδυάζη άρχισα να ερευνώ για την νυκτερινή διαμονή μου, οπόταν εις την αγορά συνήντησα έναν άνθρωπο που εφαίνετο πως ήταν κι αυτός ταξειδιώτης. Ερωτούσε κ’ εκείνος εις τα διάφορα καταστήματα για την διεύθυνσι ενός προσώπου που κατοικούσε σ’ αυτό το μέρος. Μόλις με είδε ήλθε κοντά μου και μου είπε:
«Φαίνεσαι κ’ εσύ να είσαι προσκυνητής σαν κ’ εμένα γι’ αυτό ας πάμε μαζί να βρούμε έναν άνθρωπο που μένει σ’ αυτήν εδώ την πόλι και ονομάζεται Εβραιίνωφ. Είναι ένας καλός χριστιανός, έχει ένα σπουδαίο ξενοδοχείο και ευχαριστείται να φιλοξενεί προσκυνητάς. Κοίταξε, έχω την διεύθυνσί του γραμμένη».
Μ’ ευχαρίστησι συμφώνησα, ύστερα δε από λίγο ευρήκαμε το σπίτι που εζητούσαμε. Αν και ο οικοδεσπότης απουσίαζεν, η σύζυγός του, μια εξαιρετική γυναίκα, μας εδέχθη με καλωσύνη και ευγένεια και μας έδωσε ένα μοναχικό δωμάτιο εις το ανώγι του σπιτιού για ν’ αναπαυθούμε κάπως.
Ύστερα από λίγο ο νοικοκύρης του σπιτιού ήλθε και μας επήρε να δειπνήσουμε μαζί. Κατά το διάστημα του δείπνου εκουβεντιάσαμε συνηθισμένα πράγματα, έπειτα, όμως, η συνομιλία μας εστράφη εις την ετυμολογία του ονόματος του οικοδεσπότου, το οποίον ήτο, όπως είπαμε, Εβραιΐνωφ. «Θα σας ειπώ παράξενα πράγματα για τ’ όνομά μου» είπεν ο ενδιαφερόμενος και άρχισε να διηγήται:
«Συνέβη ως εξής: Ο πατέρας μου ήτο Εβραίος. Είχε γεννηθή εις το Σκλοβ κ’ εμισούσε πολύ τους χριστιανούς. Από τα νεανικά του χρόνια προπαρασκευαζόταν για να γίνη ραββίνος και εσπούδαζε κ’ εμελετούσε σκληρά για να μάθη όλα τα ιουδαϊκά μυστικά και τις παραδόσεις, οι οποίες υπήρχαν, με σκοπό την κατηγορία του Χριστιανισμού. Μιαν ημέρα έτυχε να περάση μέσα από ένα χριστιανικό νεκροταφείο, όπου συνέβη να μπλεχθεί εις τα πόδια του ένα ανθρώπινο κρανίο, που εφαίνετο πως αυτές τις ημέρες το είχαν μόλις ξεθάψει. Είχε και το κάτω σαγόνι, τα μεγάλα δε και γυμνά δόντια του του έδιναν μιαν απαίσιαν εμφάνισι. Σε μια κατάστασι μίσους εκλώτσησε το κρανίο κ’ έπειτα το έφτυσε. Σε λίγο, χωρίς να αρκεσθή σ’ αυτά, το επήρε και το έστησε σ’ ένα στύλο, όπως στήνουν τα κρανία των ζώων για να φοβούνται τα πουλιά. Την νύκτα, όμως, εις τον ύπνο του, παρουσιάσθηκεν ένας άγνωστός του και με παράπονο μαζί και αγανάκτησι του είπε:
«Πώς ετόλμησες να ασεβήσης εις τα λείψανά μου; Εγώ είμαι χριστιανός, ενώ συ είσαι εχθρός του Χριστού»!
»Το φάντασμα αυτό παρουσιάσθηκε πολλές φορές τις νύκτες, έκανε δε τον άνθρωπον αυτόν να χάση τελείως τον ύπνο του. Έπειτα, σαν να μη έφθαναν οι νύκτες, άρχισε να τον ταλαιπωρεί και την ημέρα, κατά το διάστημα της οποίας, τα αυτιά του άκουγαν σαν ηχώ τα ίδια επιτιμητικά λόγια. Όπως επερνούσεν ο καιρός, οι εμφανίσεις του φαντάσματος εγίνοντο όλο και συχνότερες ώστε ο ταλαίπωρος, κάθε μέρα έχανεν από τις σωματικές και τις ψυχικές του δυνάμεις. Επήγεν εις τον Ραββίνο, ο οποίος του εδιάβασε ευχές και εξορκισμούς, αλλ’ εις μάτην, γιατί το φάντασμα όχι μόνον δεν εξηφανίσθη αλλά παρουσιάζετο συχνότερα τώρα και ισχυρότερο.


 Συνεχίζεται 




Επιτρέπεται η  αναδημοσίευση με την Προϋπόθεση της Αναφοράς της Πηγής

ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ

ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΕΝΟΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗ

http://www.paterikiorthodoxia.com/

Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.