Σάββατο, 10 Αυγούστου 2013

Για τον εκκλησιασμό δεν φταίει η γλώσσα. Αποϊεροποίηση και αντιεκκλησιαστικό κλίμα



 
ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΕΤΑΦΡΑΣΘΟΥΝ ΤΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ; 

Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης 

4. Για τον εκκλησιασμό δεν φταίει η γλώσσα. Αποϊεροποίηση και αντιεκκλησιαστικό κλίμα

Το ποσοστό πάντως των εκκλησιαζομένων πιστών δεν είναι συνάρτηση του αν κατανοούν ή δεν κατανοούν την γλώσσα. Αν ήταν συνάρτηση, θα έπρεπε οι εγγράμματοι, οι μορφωμένοι, οι πτυχιούχοι μέσων, ανωτέρων και ανωτάτων σχολών αναλογικά να προσέρχονται σε μεγαλύτερο ποσοστό στους ναούς. Συμβαίνει όμως το αντίθετο. Μεγαλύτερο είναι το ποσοστό των ολιγογραμμάτων που εκκλησιάζονται και μικρότερο των εγγραμμάτων. Θα έπρεπε επίσης όπου δοκιμάσθηκαν οι μεταφράσεις στις σύγχρονες γλώσσες να παρατηρηθεί αύξηση του εκκλησιάσματος. Όπως όμως είπαμε ήδη, στις χώρες της Αμερικής και της Ευρώπης οι ναοί αντί να γεμίσουν αδειάζουν, μέχρι σημείου πολλοί Ρωμαιοκαθολικοί να σκέπτονται και να προτείνουν την επαναφορά της λατινικής γλώσσης, η οποία όμως ως προς την συγγένειά της με τις σύγχρονες λατινογενείς γλώσσες είναι πολύ απομεμακρυσμένη, με τεράστιες διαφορές στο λεξιλόγιο. είναι όντως άλλη γλώσσα, ξένη γλώσσα.

Δεν συμβαίνει ότι με την αρχαία και την νέα ελληνική, όπου υπάρχει αδιάσπαστη χρονική ενότητα και συνέχεια με ελάχιστες διαφορές. Επομένως και η επαναφορά της λατινικής δεν πρόκειται εκεί να λύσει το πρόβλημα.

Δεν πρέπει πάντως και εδώ να ελπίζουμε ότι θα σπεύσουν όλοι ή οι περισσότεροι να εκκλησιαστούν, μόλις μεταφρασθούν τα λειτουργικά κείμενα. Δόξα τω Θεώ το ποσοστό των εκκλησιαζομένων και μάλιστα των νέων, στην Ορθόδοξη Ελλάδα είναι ικανοποιητικό και έχει αυξητική τάση. Αυτό προκύπτει και εκ του ότι διαρκώς κτίζονται νέοι ναοί και νέα μοναστήρια, τα οποία επιβιώνουν με την όποια μικρή ή μεγάλη οικονομική συμβολή του εκκλησιάσματος. Αντίθετα στη Δύση οι ναοί δεν μπορούν να συντηρηθούν και αναγκάζονται να κλείσουν ή ακόμη και να πωληθούν, οπότε χρησιμοποιούνται σε διάφορες κοσμικές χρήσεις. Τί ωφέλησε λοιπόν η περίφημη «Λειτουργική Ανανέωση» στη Δύση και η μετάφραση των λειτουργικών κειμένων;

Ασφαλώς η Εκκλησία θα ήθελε να προσελκύσει όλους τους ανθρώπους, να μεταφέρει το σωτηριώδες μήνυμα σε περισσοτέρους ανθρώπους, να αγιάσει, να φωτίσει και να σώσει όλους τους ανθρώπους. Η αδιαφορία και η αποξένωση των ανθρώπων από την Εκκλησία δεν οφείλεται στη γλώσσα αλλά σε άλλους πολύ βασικούς λόγους.

Εν πρώτοις η προσέλευση των ανθρώπων στις εκκλησίες είναι συνάρτηση της πνευματικής καταστάσεως των λειτουργών της, της αγιότητος των κληρικών. Όπου υπάρχουν άγιοι επίσκοποι, ιερείς, μοναχοί και μονάζουσες, το παράδειγμά τους ακτινοβολεί «ως πόλις επάνω όρους κειμένη», ευωδιάζει η αγία ζωή τους ως «οσμή ευωδίας πνευματικής», και σπεύδουν οι άνθρωποι να οσφρανθούν αυτήν την ευωδία και να γευθούν την γλυκύτητα της αγίας τους ζωής, όπως σπεύδουν οι μέλισσες στα εύοσμα άνθη. Απλοϊκοί και αγράμματοι ιερείς και μοναχοί, με αγία όμως και ασκητική ζωή προσελκύουν και αναπαύουν, συνδέουν τους ανθρώπους με την εκκλησία και με την θ. Λατρεία. Αντίθετα απρόσεκτοι και αμελείς κληρικοί, και όταν ακόμη είναι εγγράμματοι και κατά κόσμο σοφοί, όταν δεν ζουν αποστολικά και πατερικά, αλλά έχουν κοσμικό φρόνημα και ανάρμοστη συμπεριφορά, όχι μόνο δεν προσελκύουν αλλά αντίθετα διώχνουν τους ανθρώπους από την Εκκλησία. Πολλοί έχουμε γίνει δέκτες τραυματικών εμπειριών σε εξομολογήσεις ανθρώπων, οι οποίοι απομακρύνθηκαν από την Εκκλησία εξ αιτίας του κακού παραδείγματος, της εμπαθούς ζωής ή απλώς της ανάρμοστης ποιμαντικής συμπεριφοράς μερικών κληρικών. Αυτό που εμποδίζει τους ανθρώπους να έλθουν στις εκκλησίες δεν είναι η λειτουργική γλώσσα, αλλά η απουσία αγίων, φωτισμένων κληρικών, που να προσελκύουν με το παράδειγμά τους. Όπως ήδη επεσήμανε ο Αγιορείτης Μοναχός Ι. Δαμασκηνός, «δυστυχώς ο λόγος πάντων ημών και υμών των συγχρόνων θεολόγων και κληρικών δεν λέει τίποτε, διότι δεν υπάρχει αγιότης. Αν σήμερον λοιπόν χρειάζεται κάποια αλλαγή, η αλλαγή αυτή πρέπει να γίνει εις την ζωήν μας, που πρέπει να γίνει ασκητική και Πατερική»23. Το ίδιο έγραψε παλαιοτέρα και μας είπε και απόψε ο π. Μωυσής με ειλικρίνεια προς τους εαυτούς μας και προς όλους «πως χρειάζεται καλύτερα προσωπική αναγέννηση»24 και όχι η διατυμπανιζόμενη «Λειτουργική Αναγέννηση». Σε ένα ωραίο επίσης άρθρο ο π. Σταμάτης Σκληρής με τίτλο «Η αλεκτική γλώσσα του παραδείγματος» γράφει: «Ότι ζούμε γνήσια, καλό ή κακό, θα γίνεται προς τα έξω γνωστό. Θα λειτουργεί ως παράδειγμα προς μίμησιν ή προς αποφυγήν. Δεν μπορούμε πια να εμπνέουμε την αλήθεια της εν Χριστώ ζωής ούτε με την πιο τέλεια λειτουργική, ούτε με την πιο άψογη θεολογία. Ο σύγχρονος άνθρωπος μας θέτει πολύ απλά το ερώτημα• δεν με νοιάζει τι μου λες περί του Χριστού, αλλά ποιος είσαι εσύ. Ή με άλλα λόγια• αν η αυθεντική βίωση του Χριστού σε αλλοίωσε ώστε να σου προκύπτει αυθόρμητα και αλεκτικά αυτό το μήνυμα, τότε ο Χριστός είναι η Αλήθεια»25.

Η αποξένωση από την Εκκλησία δεν οφείλεται βέβαια μόνον στην απροσεξία και στον αμελή βίο μερικών ιερέων. Αυτά είναι απλώς μία βασική αιτία της. Υπάρχουν και άλλοι λόγοι που αποσπούν τους ανθρώπους από τον σωτήριο δρόμο της Εκκλησίας. Δεν έχει παύσει ο Σατανάς ανά τους αιώνες να αντιμάχεται το έργο του Χριστού, παρασύροντας πολλούς έξω από την Εκκλησία, κατ' αρχήν σε ένα αποϊεροποιημένο χώρο, όπου ο άνθρωπος δήθεν αναπτύσσεται ελεύθερα χωρίς εξαναγκασμούς και μεταφυσικές αγωνίες, στη συνέχεια όμως μεταβάλλοντας αυτόν τον χώρο σε βασανιστική κυριαρχία του «ως άρχων του αιώνος τούτου», σε σατανακρατούμενο κόσμο, πολέμιο του Θεού και αντίπαλο της Εκκλησίας. Αν παρακολουθήσει κανείς την εξέλιξη του ευρωπαϊκού πολιτισμού μετά την ψευδώνυμη Αναγέννηση και την συνέχειά της, τον παραπλανητικό Διαφωτισμό, που κατήντησε Διασκοτισμός, μετά τους οποίους επεκράτησε η περίφημη «νεωτερικότητα», θα διαπιστώσει ότι η αποδέσμευση των κρατών από την θρησκεία, η δημιουργία δηλαδή του λαϊκού, του κοσμικού κράτους, το οποίο έκοψε κάθε δεσμό με την Εκκλησία, έγινε χωρισμός Εκκλησίας και πολιτείας, και θεώρησε την θρησκεία, ως ιδιωτική υπόθεση του κάθε ανθρώπου, συντελέστηκε όχι απλώς μία αποϊεροποίηση της ζωής, αλλά ουσιαστικώς κηρύχθηκε πόλεμος εναντίον, κάθε ιερού, είτε φανερός είτε κρυφός. Καλλιεργήθηκε νοοτροπία αντιεκκλησιαστική. Συκοφαντήθηκε η Εκκλησία και σπιλώθηκαν οι λειτουργοί της. Στον εκτός της Ελλάδος ευρωπαϊκό χώρο η αντιεκκλησιαστική αυτή νοοτροπία εκφράσθη­κε με την Γαλλική Επανάσταση, η οποία αρχίζει στις ημέρες μας να κρίνεται αντικειμενικώτερα, στην Μεγάλη δε Ορθόδοξη χώρα της Ρωσίας η αντιεκκλησιαστική νεωτερικότητα άρχισε με το εκσυγχρονιστικό δυτικής εμπνεύσεως έργο του Μ. Πέτρου, και ολοκληρώθηκε με την επιβολή της αθεϊστικής ιδεολογίας του Κομμουνισμού.


Ο Ελληνισμός κατά θεία ρύθμιση, όπως απλοϊκά το διετύπωσε ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, αιχμάλωτος και υπόδουλος στους Οθωμανούς Τούρκους, έχασε μεν την σωματική του ελευθερία και την κρατική του υπόσταση, κράτησε όμως την πίστη του, την Όρθοδοξία26. Δεν μπήκε στη βασική διαδικασία που χαρακτηρίζει την νεωτερικότητα, δηλαδή στην αποϊεροποίηση, στην εκκοσμίκευση. Απέναντι του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού που προέβαλλαν ο Κοραής και ο κύκλος του, οι Κολλυβάδες Άγιοι, που εμνημονεύσαμε, προέβαλλαν τον Ορθόδοξο Φωτισμό, τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, μετά την κάθαρση του ανθρώπου από τα πάθη, και την θέωση. Το ησυχαστικό κίνημα των Κολλυβάδων του δεκάτου ογδόου αιώνος, ήταν η απάντηση των Ορθοδόξων στον Νεοβαρλααμισμό του Διαφωτισμού και στην κατεδάφιση των ορθοδόξων παραδόσεων. Οι λαϊκοί αγωνιστές του 1821, ο Μακρυγιάννης και ο Κολοκοτρώνης, που αγωνίζονταν «για του Χριστού την πίστη την αγία, για της πατρίδος την ελευθερία», δεν είχαν καμμία σχέση με τους ευρωπαΐζοντες και αλλοτριωμένους καλαμαράδες του Κοραή.


Δυστυχώς αυτά που διασώσαμε κατά την Τουρκοκρατία, τα εχάσαμε κατά την περίοδο του ελευθέρου βίου. Η Ορθόδοξη Ελλάδα, η Αγία Ελλάδα που εκράτησε το Βυζάντιο ζωντανό, ως Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο, και διέσωσε το εκκλησιαστικό κοινοτικό πνεύμα κρατώντας ολόκληρο τον βίο των ανθρώπων κάτω από την αγιαστική Χάρη της Εκκλησίας, γύρω από την ενορία, μέσα και έξω από τον ναό, στις χαρές και στις λύπες των πιστών, μετά το 1821 άρχισε να αποβάλλει την ρωμαϊκή ενδυμασία της, να εξευρωπαΐζεται, να φραγκεύει. Σε προηγούμενα δημοσιεύματά μας αναπτύξαμε επανειλημμένως την θέση, ότι η άλωση του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας δεν έγινε με την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως το 1453 από τους Τούρκους, άρχισε να γίνεται σταδιακά και αθόρυβα μετά το 1821 σε συνθήκες ελευθέρου πολιτιστικού βίου και βρίσκεται στις ημέρες μας στη φάση της ο­λοκληρώσεως27. Η αποβυζαντινοποίηση της Ελλάδος, η αποϊεροποίηση του κοινωνικού βίου, της παιδείας του πολιτισμού, των ηθών και εθίμων, του τρόπου σκέψεως και ζωής, δημιούργησαν και δημιουργούν απρόσφορο κλίμα για την στροφή των ανθρώπων προς την Εκκλησία. Αυτό το γενικότερο κοσμικό πνεύμα που επεκράτησε διώχνει τους ανθρώπους από την Εκκλησία και όχι η εκκλησιαστική γλώσσα. Μπορούσε κανείς να φαντασθεί ότι θα φθάναμε ποτέ στην Ορθόδοξη Ελλάδα να διαγράψουμε από τις ταυτότητες το «Ορθόδοξος Χριστιανός», να προσπαθούμε να επιβάλουμε πολιτικό γάμο και πολιτική κηδεία, την καύση των νεκρών, τον χωρισμό εκκλησίας και κράτους, την υποτίμηση του μαθήματος των θρησκευτικών, την επέμβαση στην εκκλησιαστική περιουσία, προ παντός τον αποχρωματισμό της παιδείας, την επιβολή άθρησκης παιδείας, γιατί ενοχλούν οι αξίες του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού και τελικώς τον πνευματικό αφοπλισμό των νέων και την παράδοσή τους σε καταστροφικές ιδεολογίες και μηδενιστική νοοτροπία; Τί να πρωτοεπισημάνει κανείς; Εμείς είχαμε υποδείξει μερικούς καταστροφικούς παράγοντες, που δρουν αλλοτριωτικά και αποξενώνουν τους ανθρώπους από την Εκκλησία. Θα τους αναφέρουμε χωρίς εδώ να τους αναπτύξουμε. Είναι

α) οι ελληνομαθείς και ελληνολάτρες του Κλασικισμού, οι οποίοι πολεμούν τον Χριστιανισμό και το Βυζάντιο.

β) οι παλαιοί και σύγχρονοι μισσιονάριοι του Παπισμού και του Προτεσταντισμού, τώρα δε και του Οικουμενισμού, που καλλιεργούν και προβάλλουν δυσμενείς εκτιμήσεις για τους παραδοσιακούς ορθοδόξους κληρικούς, εμφανιζόμενοι οι ίδιοι ως προοδευτικοί και μοντέρνοι.

γ) η αθεϊστική προπαγάνδα του Κομμουνισμού, η οποία εξακολουθεί να επιβιώνει σε κύκλους της δήθεν "προοδευτικής" Αριστεράς, οι οποίοι καταδυναστεύουν στις ημέρες μας τον πολιτισμό και την παιδεία και επιβάλλουν συστηματικά και προγραμματισμένα αντιεκκλησιαστική νοοτροπία.

δ) υπάρχει τέλος και άλλη πηγή αντιεκκλησιαστικής συμπεριφοράς. το υλιστικό μοντέλο ζωής που συνδέει την πρόοδο με την τεχνολογία και την ευημερία, με τις υλικές ανέσεις και την οικονομική δύναμη, για την απόκτηση και κατάκτηση των οποίων οι πνευματικές αξίες και το περιβάλλον των ναών είναι πράγματα απρόσφορα και ασυμβίβαστα28.


Θα παραθέσουμε κλείνοντας αυτήν την ενότητα όσα σχετικά γράφει ένας άξιος εκπαιδευτικός, που πονά για την αποξένωση αυτή και την αλλοτρίωση, ο φιλόλογος κ. Χριστόφορος Γεροντίδης: «Εκείνο που κρατά τον Έλληνα και ιδιαίτερα τον νέο έξω από τους Ιερούς Ναούς δεν είναι κατά την ταπεινή μας γνώμη η γλώσσα, αλλά το γενικά αδιάφορο ή εχθρικό ή αιρετικό πνεύμα, που καλλιεργείται συστηματικά στον τόπο μας εδώ και δεκαετίες εναντίον της Εκκλησίας. Βάλλεται από παντού έσωθεν και έξωθεν, φανερά και κρυφά. Όσοι παρακολουθούν τον ημερήσιο και περιοδικό τύπο και τα ποικίλα κανάλια της T.V. (εννοούμε τις μη σοβαρές και ανεύθυνες περιπτώσεις) γνωρίζουν πολύ καλά τον άλλοτε τεχνικά αόρατο και άλλοτε αδιάντροπα ορατό σ' όλους μας αντιεκκλησιαστικόν αυτόν πόλεμο. Πώς λοιπόν είναι δυνατόν να προσέλθει στον Ι. Ναό για προσευχή ένας νέος άνθρωπος, που έχει υποστεί αυτήν την πλύση εγκεφάλου από μικρό παιδί; Που οι γονείς του δεν πάτησαν στην Εκκλησία (μερικοί ούτε και σ' αυτόν τον γάμο τους ακόμη); Που στα σχολεία συνάντησαν αδιάφορους ή και άθεους "παιδαγωγούς"; Και όπου θεωρούνταν υποτιμητικό το να έχει ένας μαθητής καλή επίδοση στο μάθημα των θρησκευτικών; Που παρακολουθούσαν στην τηλεόραση καλεσμένους να ωρύονται κατά της Εκκλησίας καλώντας τις μητέρες να κρατούν τα παιδιά τους μακριά από αυτήν και την διδασκαλία της; Που έβλεπαν μορφωμένους να προσέρχονται στους Ιερούς Ναούς μόνο στις Δοξολογίες ή και να διακηρύττουν ακόμη την αθεΐαν τους; Που διαπίστωναν ότι πολλοί συγγενείς, γνωστοί, φίλοι, που εκκλησιάζονταν τακτικά ήσαν μεγάλοι υποκριτές; Που έβλεπαν ποιμένες του λαού, μέχρι και του ανωτέρου βαθμού, να εισάγουν αιρετικές ιδέες στο σώμα της Εκκλησίας; Όλη αυτή η κατάσταση ήταν επόμενο να φέρει σύγχυση όχι μόνο στους μικρούς, αλλά και στους μεγάλους. Και επειδή το κοσμικό πνεύμα παρασύρει τον πιστό προς μία εύκολη ζωή, μία ζωή χωρίς φόβο Θεού, χωρίς πίστη, χωρίς ταπείνωση, χωρίς γενικά πνευματικό αγώνα, που απαιτεί ηρωισμό για να τον κάνεις, εγκαταλείποντας το δικό σου θέλημα και υποτασσόμενος ολοκληρωτικά στο θέλημα του Θεού, διαγράφουμε με ένα Χ την όλη χριστιανική ζωή και ακολουθούμε τον εύκολο δρόμο. Και για να καθησυχάσουμε την πάντοτε άγρυπνη έμφυτη συνείδησή μας αρχίζουμε τις "προφάσεις εν αμαρτίαις", ανάμεσα στις οποίες εμφανίζεται και το γνωστό επιχείρημα: "Δεν πηγαίνω στην Εκκλησία, γιατί δεν καταλαβαίνω τη γλώσσα"»29.



5. Η μοναδικότητα της ελληνικής λειτουργικής γλώσσης. Θεολογική και εκκλησιαστική θεμελίωση


Η αντιμεταφραστική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας μέχρι σήμερα ως προς την εκκλησιαστική γλώσσα και η δια των αιώνων εμμονή της Εκκλησίας να λατρεύει τον Θεό στην ίδια πάντοτε γλώσσα έχει αρίστη και καλά κατανοητή θεολογική και εκκλησιολογική θεμελίωση.


α) Θεϊκή επιλογή


Είναι εν πρώτοις σαφές και πανθομολογούμενον ότι οι αρχαίοι Έλληνες, με την εξαιρετική τους επίδοση στην φιλοσοφία, στην ποίηση και στην ρητορική καλλιέργησαν τόσο πολύ την γλώσσα και ενεβάθυναν στις έννοιες, στις λογικές κατηγορίες, στις διακρίσεις, εφόρτωσαν τον λόγο και τον εκόσμησαν με τόσο πλούτο και ποικιλία, ώστε θα έλεγε κανείς ότι κατόρθωσαν να επιτύχουν την καλύτερη προσέγγιση των λεγομένων προς τα πράγματα, είτε αισθητά είτε νοούμενα. Δεν υπάρχει βέβαια απόλυτη τελειότητα στην διά λόγου έκφραση των πραγμάτων. Πάντοτε υπάρχει το αίτημα της τελειότερης έκφρασης αυτών που ο νους συνέλαβε και οι οράσεις αισθάνθηκαν, ή στον χώρο της Θρησκείας αυτών που ο Θεός απεκάλυψε. Υπάρχουν και πράγματα άρρητα, που δεν μπορούν να εκφρασθούν. Στον χώρο πάντως της αρχαίας ελληνικής σκέψεως κατορθώθηκε με επίμονη προσπάθεια δημιουργικών πνευμάτων ο λόγος να πλησιάσει τα όρια της κατ' άνθρωπον τελειότητος. Αυτό φαίνεται και εκ του ότι ακόμη και σήμερα στον χώρο της επιστήμης και της φιλοσοφίας κυριαρχούν οι αρχαίοι ελληνικοί όροι.

Η εν Χριστώ φανέρωση και πραγμάτωση του μυστηρίου της σωτηρίας των ανθρώπων σε περίοδο κατά την οποία η ελληνική γλώσσα κυριαρχούσε στον κόσμο, ως οικουμενική γλώσσα του πολιτισμού, της φιλοσοφίας και της διανόησης, αλλά και ως κοινή γλώσσα συνεννοήσεως των λαών της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, δεν είναι τυχαίο γεγονός. Περιλαμβάνεται ασφαλώς στις προϋποθέσεις που έπρεπε να υπάρξουν ώστε να κρίνει ο Θεός ότι "ήλθε το πλήρωμα του χρόνου"30, για να μεταφερθεί και κηρυχθεί το σωτηριώδες μήνυμα του Ευαγγελίου εις πάντα τα έθνη. Η θραύση της ιουδαϊκής αποκλειστικότητος και το άνοιγμα προς την ελληνική οικουμένη, απαιτούσε μία οικουμενική γλώσσα, ευρέως διαδεδομένη, αλλά συγχρόνως και κατάλληλη να εκφράσει τις υψηλές αλήθειες της ενσαρκώσεως του Λόγου. Ο Λόγος έπρεπε να σαρκωθεί ως άνθρωπος, να σαρκωθεί όμως και στα γράμματα, στους λόγους, στη λαλιά, στις λέξεις. Και όπως η Παναγία Παρθένος εδάνεισε στον "Παντεχνήμονα Λόγον"31 την σάρκα της ως η τελει­οτέρα και αγιωτέρα μεταξύ των γυναικών, έτσι και ο Ελληνισμός προσέφερε στον σαρκωθέντα Λόγο το γλωσσικό όργανο, το γλωσσικό ένδυμα, ως το τελειότερο που υπήρχε μεταξύ των άλλων λαών. Η εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου προς την Ανατολή και η εξ αιτίας αυτής διάδοση της Ελληνικής γλώσσης ήταν μέτρο της θείας Προνοίας, ώστε να κηρυχθεί το Ευαγγέλιο "εις πάσαν την κτίσιν". Πώς θα κατόρθωνε ο Απόστολος Παύλος να περιοδεύσει στην ελληνοκρατούμενη γλωσσικά Ασία και να περάσει στην ελληνική Ευρώπη χωρίς την γνώση της ελληνικής γλώσσης; Ο Χριστιανισμός συνήντησε σθεναρή αντίδραση από τον Ιουδαϊσμό, έγινε όμως εύκολα δεκτός από τον ελληνικό κόσμο της Μεσογείου.


Ήταν γι' αυτό θεϊκή επιλογή η ένδυση του Ευαγγελίου με την ελληνική γλώσσα, όπως και στη συνέχεια της Θείας Λατρείας, χωρίς αυτό να προδίδει εθνικισμό, ρατσισμό, ή διολίσθηση στην θεωρία και στην πλάνη περί ιερών γλωσσών. Δεν υπάρχουν όντως ιερές γλώσσες. σε όλες τις γλώσσες μπορεί να κηρυχθεί το Ευαγγέλιο και να λατρευθεί ο Θεός. Οι άνθρωποι όλων των εθνών μπορούν να απευθυνθούν προς τον Θεό και να προσευχηθούν στη γλώσσα του ο καθένας. Αυτό όμως δεν αναιρεί το γεγονός ότι η ελληνική είναι η μητρική γλώσσα του Ευαγγελίου και της Θ. Λατρείας, η αρχετυπική γλώσσα, το σταθερό σημείο αναφοράς, γύρω από το οποίο θα κινούνται οι άλλες γλώσσες, στις οποίες μεταφράζονται τα εκκλησιαστικά κείμενα, θα επιστρέφουν στο πρωτότυπο ελληνικό κείμενο, για να πιστοποιούν την εγκυρότητα και αξιοπιστία τους, όπως κάνουμε συνήθως σε όλες τις μεταφράσεις, των οποίων η πιστότητα προς το πρωτότυπο είναι δύσκολο κατόρθωμα. Ακόμη και σε κοινά λογοτεχνικά κείμενα είναι ανεπανάληπτο και αναντικατάστατο το πρωτότυπο. Το ίδιο και σε μεγαλύτερο βαθμό, λόγω του ειδικού αγιοπνευματικού, μυσταγωγικού, συμβολικού, κοινοτικού, υψηλού χαρακτήρος των, συμβαίνει στα λειτουργικά κείμενα, των οποίων η γλώσσα, όπως θα δούμε, είναι αγιασμένη από την Χάρη του Θεού και των Αγίων. Εγγυητής της πληρότητος και αξιοπιστίας της είναι ο ίδιος ο Θεός.


Για την μοναδικότητα πάντως της ελληνικής γλώσσης και την θεϊκή επιλογή της θεωρούμε αναγκαίο να παραθέσουμε μερικές γνώμες αγίων ανδρών και θεολόγων. Υπάρχει μία εντυπωσιακή γνώμη του Μ. Αθανασίου και σύσταση να μη επιχειρούμε να μεταβάλλουμε τις λέξεις, την οποία όμως θα παραθέσουμε στο τέλος αυτής της ενότητος, διότι εμπερικλείει και άλλες πλευρές της μοναδικότητος εκτός της θεϊκής επιλογής, που θα αναπτυχθούν στη συνέχεια. Ο γνωστός Ρώσος θεολόγος π. Γεώργιος Φλορόφσκι, του οποίου συχνά παραθέτουμε απόψεις για την αδιαίρετη ενότητα Χριστιανισμού και Ελληνισμού, η οποία καθιστά αδύνατη κάθε προσπάθεια αφελληνισμού του Χριστιανισμού, γράφει τα εξής για την "εκλογή" της ελληνικής γλώσσης: «Η Παλαιά Διαθήκη παρήλθε. Ο Ισραήλ δεν δέχθηκε τη θεότητα του Χριστού δεν αναγνώρισε το Χριστό ούτε τον ομολόγησε και η υπόσχεση πέρασε στους Εθνικούς. Η Εκκλησία είναι προ πάντων ecclesia ex gentibus (εξ εθνών Εκκλησία). Πρέπει να αναγνωρίσουμε αυτό το βασικό γεγονός της Χριστιανικής ιστορίας με ταπείνωση μπροστά στη βουλή του Θεού, η οποία εκπληρώνεται στον προορισμό των Εθνών. Και η "κλήση των Εθνών" σήμαινε ότι ο Ελληνισμός ευλογήθηκε από το Θεό. Σ' αυτό δεν υπήρξε καμιά "ιστορική σύμπτωση"• καμιά τέτοια σύμπτωση δεν μπορούσε να βρίσκεται σ' αυτό. Στον θρησκευτικό προορισμό του ανθρώπου δεν υπάρχουν τυχαίες "συμπτώσεις". Οπωσδήποτε, το γεγονός παραμένει ότι το Ευαγγέλιο δίνεται σε όλους μας και για όλες τις εποχές στην Ελληνική γλώσσα. Σ' αυτή τη γλώσσα ακούμε το Ευαγγέλιο στην ολότητα και πληρότητά του. Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει και δεν μπορεί να σημαίνει ότι δεν είναι δυνατόν να μεταφραστεί αλλά πάντοτε το μεταφράζουμε από τα Ελληνικά. Και υπάρχει ακριβώς τόσο λίγη "τύχη" ή "συμπτωματικότητα" σ' αυτή την "εκλογή" της ελληνικής γλώσσας (ως της αμετάβλητης πρώτης γλώσσας του Χριστιανικού Ευαγγελίου), όση υπήρχε και στην εκλογή από το Θεό του Ιουδαϊκού λαού (από όλους τους λαούς της αρχαιότητος), ως λαού "Του". Υπήρχε τόσο λίγη "συμπτωματικότητα" στην "εκλογή" της ελληνικής γλώσσας, όση υπήρχε στο γεγονός ότι "η σωτηρία εκ των Ιουδαίων εστίν" (Ιωάν. δ' 22). Δεχόμαστε την αποκάλυψη του Θεού όπως έγινε. Και θα ήταν άσκοπο να ρωτάμε αν θα μπορούσε να είχε γίνει αλλιώς"22.


Ο Γέροντας Σωφρόνιος λέγει επίσης επεκτείνοντας την μοναδικότητα και στη λατρεία τα εξής σημαντικά: «Οι Έλληνες διά της φιλοσοφίας έφθασαν εις τα υψηλότερα δυνατά όρια αναπτύξεως του ανθρωπίνου πνεύματος και διά της γλώσσης παρουσίασαν την τελειοτέραν δυνατήν μορφήν εκφράσεως του ανθρωπίνου λόγου. Την μορφήν ταύτην της εκφράσεως προσέλαβε και χρησιμοποίησε κατά πρόνοιαν Θεού εις την Λατρείαν επί δύο χιλιετίας η Εκκλησία του Χριστού. Η Λειτουργία, ως μέσον αναφοράς του ανθρώπου προς τον Θεόν, είναι φυσικό να έχει ως εκφραστικό όργανο την κατά το δυνατόν τελειοτέραν γλώσσαν. Η χρήσης του τελειοτέρου υπάρχοντος γλωσσικού οργάνου εις τας λατρευτικάς συνάξεις βοηθεί τους πιστούς να διατηρούν την αίσθησιν του Τελείου και συμβάλλει εις την πληρεστέραν δυνατήν κοινωνίαν μετ' αυτού. Η επί τοσούτον χρόνων χρησιμοποιηθείσα και καθαγιασθείσα γλώσσα της Θ. Λειτουργίας, ήτις δύναται να χαρακτηρισθεί και ως κατηγόρημα της ορθοδόξου λατρείας, είναι αδύνατον να αντικατασταθεί άνευ ουσιώδους βλάβης αυτής ταύτης της λατρείας»33.



β) Γλώσσα Αγίων, αγιασμένη από την ενέργεια της Χάριτος


Η επέκταση που κάνει ο Γέροντας Σωφρόνιος από την γλώσσα του Ευαγγελίου στη γλώσσα της Θ. Λατρείας, υποβοηθεί να επισημάνουμε βασικές αρχές της Ορθοδόξου εκκλησιολογίας και σωτηριολογίας. Σύμφωνα με αυτές το Άγιο Πνεύμα δεν έπαυσε να ενεργεί στη ζωή της Εκκλησίας και να παράγει Αγίους και πέραν της αποστολικής εποχής, να επιστατεί στην διαμόρφωση και διατύπωση της Θείας Λατρείας, όπως άλλωστε και στην διατύπωση των δογμάτων. Ο λόγος λοιπόν της Θ. Λατρείας, όπως πολύ καλά ανέλυσε ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος, έχει οντολογικό βάρος, διότι δεν είναι απλός ανθρώπινος λόγος, δεν είναι μόνο κτιστός λόγος, γέννημα της διανοίας του ανθρώπου, αλλά είναι λόγος χαριτωμένος από το Άγιο Πνεύμα, κουβαλάει την άκτιστη ενέργεια της Θείας Χάριτος, είναι «ένα μεικτό μόρφωμα, λόγος ζυμωμένος εν Πνεύματι - οντολογικοποιημένος». Στην περίπτωση αυτή το γράμμα λαμβάνει από την Χάρη του Πνεύματος. Εισέρχεται έτσι και η γλώσσα στο χώρο της ενεργείας της Θ. Χάριτος και αγιάζεται, όπως αγιάζονται τα ιμάτια και τα λείψανα των αγίων34. Θα προσθέταμε μάλιστα εμείς, ότι αγιάζεται το γράμμα, αγιάζονται οι λέξεις, όπως αγιάζονται και οι εικόνες, η ύλη των εικόνων, το ξύλο, μέχρι σημείου να μυροβλύζουν και να θαυματουργούν. Ο παραλληλισμός μάλιστα της ύλης των εικόνων, με τα γράμματα του λόγου, των λέξεων, είναι συνήθης στους Αγίους Πατέρες που αγωνίσθηκαν εναντίον των εικονομάχων, στην προσπάθειά τους να δείξουν ότι δεν είναι άτιμη και περιφρονητέα η ύλη των εικόνων, διότι έχει την ίδια λειτουργία που έχουν οι λέξεις τα γράμματα στον ευαγγελικό λόγο. Όπως λοιπόν τιμούμε τον ευαγγελικό λόγο, ως φορέα του Λόγου και του Αγίου Πνεύματος, το ίδιο πρέπει να τιμούμε και τις άγιες εικόνες. Παραθέτουμε μικρό μόνο τμήμα από το αναγινωσκόμενο την Κυριακή της Ορθοδοξίας Συνοδικό της Ορθοδοξίας: «Των τω λόγω αγιαζόντων τα χείλη, είτα τους ακροατάς διά του λόγου, ειδότων τε και κηρυσσόντων, ως αγιάζεται μεν ομοίως διά των σεπτών εικόνων τα όμματα των ορώντων, ανάγεται δε δι' αυτών ο νους προς θεογνωσία, ώσπερ και δια των θείων ναών, και των ιερών σκευών και των άλλων κειμηλίων. Αιωνία η μνήμη». Η γλώσσα λοιπόν αγιάζεται, όπως αγιάζονται οι ναοί, τα ιερά σκεύη και κειμήλια, οι άγιες εικόνες και τα λείψανα.


Αγιάζεται μάλιστα επί πλέον η λειτουργική γλώσσα, επαναλαμβανόμενη επί αιώνες από τα χείλη χιλιάδων αγίων ανδρών. Χρησιμοποιώντας τις ίδιες αγιασμένες λέξεις που επενόησαν και χρησιμοποίησαν οι Άγιοι, εκτός του ότι απαλλασσόμαστε από την μέριμνα περί του πώς θα προσευχηθούμε αυτοσχεδιάζοντας, αγιαζόμαστε και εμείς χρησιμοποιώντας τα αγιασμένα λειτουργικά κείμενα, αγιάζεται η γλώσσα μας, ο νους και η καρδιά μας. Υπάρχει μάλιστα και μία αξιοπρόσεκτη συνέπεια από την χρήση της αγιασμένης, μέχρι και των λέξεων, λειτουργικής γλώσσης. λειτουργεί αποτρεπτικά εναντίον της επηρείας των δαιμόνων, αποδιώχνει τους δαίμονες, όπως επισημαίνει ο Μ. Αθανάσιος στο θαυμάσιο κείμενό του που υποσχεθήκαμε να παραθέσουμε.


Γράφει λοιπόν σ' αυτό ότι δεν πρέπει να προσπαθεί κανείς να μεταβάλει ή να αντικαταστήσει τις λέξεις των ιερών κειμένων αλλά να λέγει και να ψάλλει τα γραμμένα όπως ελέχθησαν, ώστε να προσεύχονται μαζί μας και αυτοί που τα έγραψαν, το δε Άγιο Πνεύμα ακούγοντας τους λόγους που ενέπνευσε προς τους Αγίους να μας συμπαραστέκεται. Έχουν μεγάλη δύναμη οι λόγοι των Αγίων, ανάλογη προς το μεγαλείο της αγίας ζωής τους. «Όσω γαρ των αγίων ο βίος βελτίων των άλλων εστί, τοσούτω και τα παρ' αυτών ρήματα των παρ' ημών συντιθεμένων βελτίονα και ισχυρότερα αν τις είποι δικαίως». Και μόνον η ανάγνωση των Γραφών διώχνει τους δαίμονες και αποτρέπει τις επιβουλές των. Γι' αυτό και είναι άξιοι κατακρίσεως όσοι εγκαταλείπουν τα ιερά κείμενα και συνθέτουν δικά τους. Αυτοπαραδίδονται στον χλευασμό των δαιμόνων διότι, όταν ακούουν οι δαίμονες αυτοσχέδιους λόγους, ευχαριστούνται και εμπαίζουν τους ανθρώπους. ενώ τους λόγους των αγίων τους φοβούνται και δεν μπορούν να τους υποφέρουν. «τάδε των αγίων ρήματα φοβούνται, ή και φέρειν αυτά ου δύναν­ται»35.


Είναι αξιοσημείωτο στο κείμενο αυτό του Μ. Αθανασίου, ότι αντιπαραθέτει και τον εαυτό του, ενώ ζούσε ακόμη, προς τους Αγίους, και γράφει ότι ο βίος των Αγίων, η αγία ζωή τους κάνει και τα κείμενά τους, καλύτερα από τα δικά μας. Κανείς από τους Αγίους δεν είχε την αίσθηση όσο ζούσε, ότι ήτον άγιος. έμενε πιστά σε ότι είπαν και ότι έπραξαν οι αποδεδειγμένοι εκ Θεού Άγιοι. Αυτό το νόημα έχουν τα λεχθέντα ότι «όποιες μεταβολές έγιναν στη Θεία Λατρεία δεν έγιναν από συνοδικές επιτροπές, αλλά από το Άγιο Πνεύμα δι' Αγίων ανδρών»36. Αν είχαν την ταπείνωση του Αγίου Αθανασίου και τον σεβασμό προς τα παραδεδομένα, οι σημερινοί ανανεωτές, δύσκολα θα έφθαναν στην απόφαση, στη θέση παλαιών ακολουθιών ή ευχών, γραμμένων από Αγίους να προτείνουν καινούργιες ακολουθίες και καινούργιες ευχές. Μακάρι να αποδειχθούν μετά θάνατον Άγιοι οι συνθέσαντες νέες ακολουθίες του γάμου, ο π. Βασίλειος Θερμός και ο καθηγητής κ. Χρ. Γιανναράς37, όπως και οι προτείνοντες αλλαγές σε ευχές του γάμου, του αρραβώνος, και στις ευχές επί λοχεία και επί γεννήσει παιδίου π. Κωνσταντίνος Καραϊσαρίδης και π. Κωνσταντίνος Παπαγιάννης38. Η Εκκλησία τότε θα αποδεχθεί τα κείμενά τους και συν τω χρόνω θα αποκτήσουν εκκλησιαστικό χαρακτήρα, θα γίνουν κείμενα συλλογικά, της κοινότητος, και όχι ατομικά, προσωπικά, αυτοσχέδια. Αυτός είναι άλλωστε και ένας βασικός λόγος που δεν ευδοκιμούν στην Ορθόδοξη Λατρεία οι αυτοσχέδιες προσευχές, όπως ευδοκιμούν στον Προτεσταντισμό.


Η διατήρηση της λειτουργικής γλώσσας αμετάβλητης, και λόγω της θεϊκής της επιλογής και λόγω του οντολογικού αγιαστικού της χαρακτήρος, της προσδίδει και άλλα αξιοσημείωτα γνωρίσματα και πλεονεκτήματα όπως υψηλό και ιεροπρεπή χαρακτήρα, ενότητα και συνέχεια με τις προηγούμενες γενεές και εκκλησιαστική, κοινοτική ταυτότητα, όχι ατομική και ιδιωτική.



γ) Υψηλή και ιεροπρεπής γλώσσα


Είναι όντως πασιφανές ότι τα υψηλά και τα θεία δεν εκφράζονται με κοινές λέξεις, με ευτελή και πεζά λόγια, με κοινές λέξεις της καθημερινότητος, διότι υπάρχει κίνδυνος να ευτελισθούν, να καταβιβασθούν από το ύψος και την ιεροπρέπεια του θεϊκού μυστηρίου στην χοϊκή ανθρώπινη μικρότητα, και αντί να ανεβάσουν τους πιστούς προς τα άνω, να τους κατεβάσουν στα γήινα και μικρά, να εκκοσμικεύσουν την Θ. Λειτουργία. Πολλοί από τους Αγίους δηλώνουν ότι αδυνατούν να βρουν λέξεις, για να εκφράσουν τις πνευματικές εμπειρίες τους, πολλές από τις οποίες αφήνουν «άρρητες» ανέκφραστες. Ήδη ο Απόστολος Παύλος αναφερόμενος στην αρπαγή του στον ουρανό γράφει ότι «ήκουσεν άρρητα ρήματα, α ουκ εξόν ανθρώπων λαλήσαι»39. Ο ίδιος ο Χριστός διαπιστώνει, ότι οι ουράνιες αλήθειες τις οποίες διδάσκει δύσκολα κατανοούνται από τους κάτω, από τους επιγείους και χοϊκούς. «Υμείς εκ των κάτω εστέ, εγώ εκ των άνω ειμί.40. Χρειάζονται άλλου είδους αισθητήρια, πνευματικά, για να μπορέσει κανείς να προσεγγίσει τα θεία μυστήρια. Ακόμη και οι Απόστολοι δεν κατανοούσαν επαρκώς την διδασκαλία του Χριστού προ της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος41. υμείς εκ του κόσμου εσταί, εγώ ουκ ειμί εκ του κόσμου τούτου»


Ο Άγιος Γρηγόριος Θεολόγος δικαιολογεί τον Πλάτωνα, ο οποίος είχε διδάξει ότι είναι δύσκολο να βρεις τον Θεό και αδύνατο στη συνέχεια να τον εκφράσεις. τον διορθώνει όμως λέγοντας ότι είναι μεν αδύνατον να εκφράσει κανείς τα θεία, περισσότερο όμως αδύνατο, «αδυνατώτερον», είναι να κατανοήσει τα θεία42. Στον πρώτο από τους πέντε θεολογικούς του λόγους διαμαρτύρεται για τον ευτελισμό του θεολογικού λόγου, ο οποίος είχε γίνει αγοραίος, λέγοντας το γνωστό «ου παντός το περί Θεού φιλοσοφείν, ου παντός• ουχ ούτω το πράγμα εύωνον και των χαμαί ερχομένων». Πρέπει να είναι υψηλός ο θεολογικός λόγος• διαφορετικά είναι σαν να αναμειγνύεις κακογραμμένο και καλλιγραφημένο κείμενο ή την ευωδία του μύρου με το βόρβορο• «οίον γράμμασι πονηροίς αναμιγνύντων κάλλη γραμμάτων, ή βορβόρω μύρων ευωδίαν». Δεν είναι επιτρεπτό ο περί Θεού λόγος να είναι σαν τον καθημερινό λόγο. «και ουχ ως εν τι των άλλων και τούτο φλυαρείται ηδέως, μετά τους ιππικούς και τα θέατρα και τα άσματα και την γαστέρα και τα υπό γαστέρα»43. Πρέπει να συμφωνήσουμε οι της Εκκλησίας να χρησιμοποιούμε υψηλό και μυσταγωγικό λόγο. «μυστικώς τα μυστικά φθέγγεσθαι και αγίως τα άγια και μη ρίπτειν εις βεβήλους ακοάς τα μη έκφορα»44.


Στον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, που ακολουθεί και σ' αυτό τον Άγιο Γρηγόριο Θεολόγο, οφείλουμε την κλασική διατύπωση για το ακατάληπτο του Θεού: «Άπειρον ουν το θείον και ακατάληπτον, και τούτο μόνον αυτού καταληπτόν, η απειρία και η ακαταληψία»45. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο μεγαλόνους και εμπνευσμένος αυτός ποιητής και μελωδός, στην μοναδική και ανεπανάληπτη υμνογραφική του παραγωγή, ψάχνει και βρίσκει από την πατερική παράδοση, ιδιαίτερα από τους λόγους του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, τις υψηλότερες έννοιες και εκφράσεις, στους κανόνες π.χ. των Χριστουγέννων και του Πάσχα, και τις μεταφέρει αυτοτελείς, αμετάφραστες και αμετάβλητες, για να πανηγυρίσουμε και εορτάσουμε "θεοπρεπώς" και όχι "κοσμικώς και χοϊκώς" τα θεία γεγονότα: «Χριστός γεννάται δοξάσατε, Χριστός εξ ουρανών απαντήσατε. Χριστός επί γης υψώθητε». «Αναστάσεως ημέρα λαμπρυνθώμεν λαοί. Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός».


Δεν αρκεί να ανοίξεις το στόμα σου και να ομιλείς περί των θείων, εική και ως έτυχε. Ο λόγος πρέπει προηγουμένως να είναι εμπνευσμένος, γεμάτος από το Άγιο Πνεύμα. «Ανοίξω το στόμα μου και πληρωθήσεται Πνεύματος και λόγον ερεύξομαι τη βασιλίδι μητρί»46. Η εξύμνηση της υψηλοτέρας των ουρανών, της τιμιωτέρας και ενδοξοτέρας των Χερουβείμ και των Σεραφείμ Υπεραγίας Θεοτόκου, πρέπει να γίνει με λόγο αντάξιο του μεγαλείου της. Ζητάει βοήθεια από τον Σωτήρα ο υμνογράφος στον οίκο της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, για να βρει κατάλληλες λέξεις και έννοιες, ώστε να υμνήσει επαξίως την Μητέρα Του: «Τείχισόν μου τας φρένας, Σωτήρ μου. το γαρ τείχος του κόσμου ανυμνήσαι τολμώ, την άχραντον Μητέρα Σου. εν πύργω ρημάτων ενίσχυσόν με, και εν βάρεσιν εννοιών οχύρωσόν με... Συ ουν μοι δώρησαι γλώτταν, προφοράν και λογισμόν ακαταίσχυντον». Στο άλλο δε υψηλό, μεγαλειώδες και ανεπανάληπτο δημιούργημα, στον Ακάθιστο Ύμνο, ο ποιητής απευθυνόμενος προς τον Σωτήρα λέγει ότι όσο υψηλές και ιεροπρεπείς και αν είναι οι λέξεις που θα χρησιμοποιήσει, θα είναι κατώτερες, θα νικηθούν, μπροστά στο ύψος της θείας μεγαλωσύνης: «Ύμνος άπας ηττάται, συνεκτείνεσθαι σπεύδων τω πλήθει των πολλών οικτιρμών σου». Αν δεν μπορεί κανείς να εκφρα­σθεί με λόγο μεγαλοπρεπή και υψηλό στην Θεία Λατρεία, είναι προτιμότερο να σιωπά, όπως συνιστά το Χερουβικό του Μ. Σαββάτου ως γενικώς σωστή στάση απέναντι των θείων μυστηρίων: «Σιγησάτω πάσα σαρξ βροτεία και μηδέν γήινον εν εαυτή λογιζέσθω».


Με αυτήν λοιπόν την αίσθηση της μεγαλοσύνης του Θεού και των θείων και την υπό του Αγίου Πνεύματος καθοδήγηση οι συγγραφείς των λειτουργικών κειμένων συνέθεσαν υψηλά και απαράμιλλα λογοτεχνικά δημιουργήματα, ασυναγώνιστα και θαυμαστά, θησαυρό πολύτιμο και μη ανταλλάξιμο. Ποιος μεταφραστής θα μπορέσει χωρίς τις ανάλογες προϋποθέσεις, να αποδώσει το βάθος, το ύψος, το εύρος της πνευματέμφορης γλώσσας τους; Ο Άγιος Κοσμάς ο Μαϊμουμά, ο εμπνευσμένος επίσης και θεόφρων ποιητής, θετός αδελφός του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, λέγεται ότι όταν άκουσε από τον αναστάσιμο κανόνα του Αγίου Ιωάννου το τροπάριο, «νυν πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια», επειδή εξετίμησε ότι αυτό και μόνο αποδίδει επαξίως το νόημα της φωτοφόρου Αναστάσεως του Κυρίου, έσκισε και αχρήστευσε τον κανόνα που και αυτός είχε γράψει για την Ανάσταση. Ωραίο παράδειγμα, για να το μιμηθούν όσοι εκ των ανανεωτών τολμούν να παραμερίσουν τις θεόσδοτες ακολουθίες και να συνθέσουν δικές τους, τολμούν να αντικαταστήσουν την εκλεκτή μοναδική, αγιασμένη λειτουργική γλώσσα.


Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο χαρισματούχος αυτός χειριστής γλώσσης, που μοιάζει πολύ με την εκκλησιαστική, γράφει για τα μεταφραστικά τολμήματα και ονειροπολήματα μερικών: «Ας δοκιμάση τις να μεταφράση εν τροπάριον εις την δημώδη, και τότε θα ίδη, ότι η γλώσσα, ήτις είναι ζωντανή εις τα ηρωικά και ερωτικά άσματα του λαού, είναι ψυχρά μέχρι νεκροφανείας διά τα τροπάρια.... Ας δοκιμάσουν λοιπόν εκείνοι που τα ονειροπολούν αυτά να κάμουν θρησκείαν χειροποίητον, θρησκείαν για τα κέφια τους, και τότε θα καταλάβουν και οι ίδιοι πόσον είναι μωροί και τυφλοί». Ο Στέλιος Ράμφος, που αρχίζει σχετικό άρθρο του με αυτήν την επισήμανση του Παπαδιαμάντη, γράφει ότι υπάρχει μια αύξηση και τελειοποίηση συν τω χρόνω της Θείας Λατρείας, στην οποία «οι πιστοί ζουν ένα έργο, που χρειάσθη­κε πάνω από χίλια χρόνια αγίας εμπνεύσεως του πνευματικωτάτου των πολιτισμών, για να κρυσταλλωθή η μορφή του... Όσο η Λειτουργία τελειώνεται τόσο οι υμνογράφοι επιμένουν στην ομογένεια του παραδόσιμου συμβολισμού, αδιαφορώντας κατά το προηγούμενο των Αρχαίων, για το τρέχον γλωσσικό αίσθημα. Το πλήρωμα, με την σειρά του, δείχνει αυτήν την εμμονή, διότι στον λειτουργικό συμβολισμό βιώνει τον υπέρλογο κόσμο της πίστεως, ενώ η καθομιλουμένη διάλεκτος μόνο εννοιολογικά μπορεί να τον πλησιάσει. Η αρχαία γλώσσα διαθέτει την μυστηριακή βαφή της αποστάσεως, που δεν λέγει ούτε κρύπτει αλλά σημαίνει, οπότε κατ' εξοχήν αρμόζει για την πνευματική αναγωγή του εδώ στο πέρα... Η μετάφραση, και δη στο ισοπεδωμένο σύγχρονο ιδίωμα, κατ' ανάγκην συγκεντρώνεται στην έννοια, την οποία αποδίδει εις βάρος του πνευματικού ορίζοντα που ο λειτουργικός λόγος δημιουργεί, όμως κατ' αυτό τον τρόπο διασπά την ριζική ενότητα του λόγου και του μέλους, καταστρέφοντας συνάμα το υπερούσιο ποιόν και το ευκατάνυκτο ήθος των ύμνων. Ιδού γιατί νοιώθουμε αποστροφή ακούγοντας "θ' ανοίξω το στόμα μου και θα γεμίση πνεύμα και λόγο θα βγάλω...", κι' ας αποδίδουν οι αυτές λέξεις ποιητικά σε μια άλλη προοπτική, όπως του δημοτικού τραγουδιού. Τί διαφορά από το πρωτότυπο, που με την υποβλητική του ιεροπρέπεια τρέπει το κοινότατο άνοιγμα του στόματος σε υπερφυσικό συμβολισμό της θείας εμπνεύσεως! Δεν με προδιαθέτουν εκτρώματα του τύπου "κρεμιέται σήμερα στο ξύλο " (κρεμιέται μόνος του ή τον κρεμούν;), με τα οποία "ανανεώνουν" το θρησκευτικό αίσθημα των μαθητών στα σχολεία μας οι θεολόγοι προπαγανδισταί του "καινούργιου κόσμου του Θεού", αφού η δική τους ανευθυνότητα με σταματά πολύ πριν να εξετάσω την εμβέλεια μιας ιδανικής μεταφράσεως, η οποία εν προκειμένω ενδιαφέρει. Αυτής της ιδανικής μεταφράσεως τον λόγο θεωρώ ακριβώς λειτουργικά πεθαμένο. Διότι εξαντλείται μοιραία σε λιγότερο η περισσότερο "ποιητική" μεταφορά του εννοιολογικού περιεχομένου, ενώ το αρχέτυπο, συνενώνοντας το εδώ με το εκεί, χάρη στην πολυσημία των ρημάτων και των ονομάτων, μεταβάλλει την φωνή του υμνωδού σε καθολική αλήθεια που ηλεκτρίζει. Τί άλλο εννοούσε ο Παπαδιαμάντης όταν μιλούσε για μέχρι νεκροφανείας ψυχρότητα των εκδημοτικισμένων ύμνων;»47

Από τις πολλές άλλες γνώμες νεωτέρων πατέρων και μελετητών θα παραθέσουμε ολίγες, για την ιεροπρέπεια και το ύψος της εκκλησιαστικής γλώσσης και τον κίνδυνο ευτελισμού και υποβιβασμού των θείων μέχρι γελοιοποιήσεως και εκκωμωδήσεως με την μετάφραση των λειτουργικών κειμένων. Γράφει ο Γέροντας Σωφρόνιος: «Πάντες όσοι ειλικρινώς επιθυμούν να γίνουν κοινωνοί της αιωνοβίου παραδόσεως του Πνεύματος ευκόλως θα ανεύρουν την δυνατότητα να εξοικειωθούν μετά του ατιμήτου θησαυρού της ιεράς λειτουργικής γλώσσης, ήτις κατά τρόπον υπέροχον προσιδιάζει εις τα μεγάλα μυστήρια της λατρείας.... Εάν κατά την τέλεσιν της θείας Λειτουργίας εχρησιμοποιούμεν γλώσσαν της καθ' ημέραν ζωής, τότε θα εγέννα αύτη εν τη ψυχή και τω νοΐ των παρευρισκομένων αντιδράσεις κατωτέρου επιπέδου, της φυσικής ημών υπάρξεως... Οι λόγοι της Λειτουργίας και εν γένει των προσευχών δεν είναι μόνον ανθρώπινοι αλλά και άνωθεν δεδομένοι. Η εκκλησιαστική γλώσσα αναφέρεται εις την σφαίραν του Θείου Είναι. Οφείλει αύτη να εκφράζει την Αποκάλυψιν του Πνεύματος και τας εξ αυτής γεννωμένας νοεράς θεωρίας»48.


Ο Φώτιος Σχοινάς έκτος των άλλων σημαντικών παραμέτρων του θέματος των μεταφράσεων θίγει και τον κίνδυνο να χάσει η λειτουργική γλώσσα την ιεροπρέπειά της μέχρι σημείου κωμικού. Γράφει: «Νομίζω όμως ότι η μεταγλώττιση των ιερών κειμένων πέρα από την αναπόφευκτη προδοσία των νοημάτων του πρωτοτύπου που θα επιφέρει, θα θέσει και ένα τεραστίας σπουδαιότητος θέμα: της αποϊεροποιήσεως της λειτουργικής γλώσσας. Το θέμα αυτό είναι τεράστιο και θα χρειαζόταν ειδικό άρθρο η πλήρης ανάπτυξή του. Το αφήνω στους πιο ειδικούς από μένα. Εγώ απλά και με άκρα συντομία θα θίξω μία χαρακτηριστική πτυχή του συγκεκριμένου θέματος. Όσο και αν φαίνεται παράδοξο, την πιθανώτατα κωμική πτυχή. Για να καταστήσω σαφές τί θέλω να πω θα αναφερθώ σε μια παρέμβαση τον Σεβασμιωτάτου π. Δημήτριου Τρακατέλλη σε ένα συνέδριο που αφορούσε το μείζον θέμα της μεταφράσεως πρωτοτύπων κειμένων γενικά αλλά και ειδικά μεταφράσεως βιβλικών κειμένων. Λέγει συγκεκριμένα ο π. Δημήτριος Τρακατέλλης: "Προ ετών ενθυμούμαι, βρέθηκα σε μια ομάδα παλαιών καινοδιαθηκολόγων, που δούλευαν στα Αγγλικά και ανέφεραν ένα ωραίο παράδειγμα: στο κατ' Ιωάννην Ευαγγέλιο, σε μια από τις εμφανίσεις του Ιησού, λέει εκεί ο αναστάς Ιησούς στους μαθητές Του: "Δεύτε αριστήσωμεν". Η νέα αγγλική μετάφραση, για να είναι μοντέρνα, το απέδωσε: "let's have breakfast", το οποίο είναι απολύτως σωστό. Αυτό σημαί­νει το "δεύτε αριστήσωμεν" στην κυριολεξία, αλλά για τον Άγγλο τον παραδοσιακό, τον άνθρωπο της Αγγλικανικής εκκλησίας, αυτό Το let's have breakfast ήταν "schocking", όπως είπε ο καθηγητής Katbery, που ανέφερε το παράδειγμα, διότι του εδημιούργησε ένα αίσθημα όπως είπε profanation, βεβηλώσεως, σχεδόν αποϊεροποιήσεως". Βλέπουμε λοιπόν ότι η αποϊεροποίηση της γλώσσας, που αναπόδραστα συνεπά­γεται ή, τολμώ να πω, όποια μεταγλώττιση, προκειμένου να επιτύχει "κατανοησιμότητα" όπως τέλος πάντων την εννοεί αυτή ο καθένας εγγίζει τα όρια του κωμικού. Και αν το ανωτέρω παράδειγμα προέρχεται από την Αγγλική γλώσσα ουδόλως μειώνει την αξία του. Μάλιστα πολύ φοβούμαι ότι στα νέα Ελληνικά τα πράγματα θα είναι πιο δύσκολα, δεδομένου ότι αναντίρρητα η νεοελληνική γλώσσα και πιο φτωχή γλώσσα από τα Αγγλικά είναι και λιγότερες εκφραστικές δυνατότητες από αυτά -τα Αγγλικά- έχει. Στο ανωτέρω παράδειγμα, αν το "δεύτε αριστήσωμεν" το αποδώσουμε "ας πάρουμε πρωινό", η αποϊερο­ποίηση της γλώσσας θα είναι λιγότερο πραγματική και το σοκ που θα προκαλέσει στον Έλληνα πιστό θα είναι μικρότερο από ότι στον Άγγλο;»


δ) Πολυσημία και ευρύτητα


Στον ίδιο μελετητή, στον Φώτη Σχοινά, οφείλουμε την πολύ καλά κατοχυρωμένη θέση, ότι η οποία μεταγλώττιση της Θ. Λειτουργίας θα συρρικνώσει δραματικά τα σημαινόμενα νοήματα, που κουβαλάει η λειτουργική γλώσσα, και επομένως όχι μόνο δεν θα διευκολύνει την διανοητική κατανόησή της, αλλά αντιθέτως θα την δυσχεράνει σημαντι­κά50. Ο περιορισμός των σημαινομένων νοημάτων, που αναγκαστικά θα προκύψει από την μετάφραση, θα οδηγήσει σε μία αβαθή και ελλιπή κατανόηση της Θ. Λειτουργίας, η οποία στην ουσία θα είναι δραματική πτώχευση. Παραθέτει πολλά παραδείγματα για να δείξει ότι θα έχουμε αναπότρεπτα συρρίκνωση των νοημάτων με τη μετάφραση. Δύσκολα αποδίδονται στην δημοτική οι μετοχές και τα απαρέμφατα. Πώς θα αποδοθεί στη δημοτική η μετοχή «ο ων» στην απάντηση του Χριστού στον Πιλάτο «πας ο ων εκ της αληθείας ακούει μου της φωνής»51, ή η φράση «αεί ων, ωσαύτως ων» από την ευχή της Αναφοράς, στη Θ. Λειτουργία «Συ γαρ ει Θεός ανέκφραστος, απερινόητος, αόρατος, ακατάληπτος, αεί ων, ωσαύτως ων»; δεν θα συρρικνωθούν οι σημαινόμενες έννοιες; Το ο «αναστάς» Χριστός δεν είναι το ίδιο με το «αναστημένος» Χριστός, διότι ενώ στο πρώτο υποδηλώνεται ότι ο Χριστός ως Θεός ανέστη αυτεξουσίως, με την ιδική του ενέργεια, στον δεύτερο, στον νεοελληνικό τύπο ο «αναστημένος» Χριστός, μπορούμε να εννοήσουμε ότι ο Χριστός δεν ανεστήθη με την ιδική του ενέργεια, αλλά με την θεία ενέργεια άλλου προσώπου, του Πατρός. Έτσι ένας π.χ. μάρτυς του Ιεχωβά μετά χαράς θα εδέχετο το «αναστημένος», γιατί ο τύπος αυτός συνηγορεί υπέρ της ιδικής του εκδοχής της αναστάσεως και θέτει υπό αμφισβήτηση την θεότητα του Χριστού52.


Στα επιχειρήματα αυτά προσέθεσε με άλλο του άρθρο53 την δισημία, την διπλή σημασία, που έχει ο προσδιορισμός «επιούσιος» που αναφέρεται στην Κυριακή Προσευχή: «τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον». Η δισημία αυτή προσδίδει στο αίτημα σπουδαία ευχαριστιακή και εσχατολογική διάσταση, η οποία καταστρέφεται τε­λείως, αν αποδώσουμε στο "επιούσιος" μόνον την μία του σημασία, δηλαδή, ο καθημερινός ο απαραίτητος άρτος. Χρησιμοποιεί σπουδαία σχετική ανάλυση του μητροπολίτου Περγάμου κ. Ιωάννου Ζηζιούλα σύμφωνα με την οποία «Το καίριο ερώτημα είναι αν ο όρος "επιούσιος" προέρχεται από το "επείναι" ή "επουσία", οπότε θα σήμαινε "ότι είναι απαραίτητο για την ύπαρξή μας", ή από το "επιένα", οπότε θα σήμαινε τον "ερχόμενο" ή της "ερχόμενης ημέρας"... Οι εισηγητές δεν έχουν καταλήξει σε ομόφωνα συμπεράσματα ως προς την έννοια αυτών των λόγων. Υπάρχουν όμως άφθονες μαρτυρίες που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο άρτος που ζητούμε στην προσευχή αυτή, δεν είναι το καθημερινό ψωμί μας, όπως συνήθως το εκλαμβάνουμε, αλλά ο άρτος της Ευχαριστίας, ο οποίος είναι "επιούσιος" με την έννοια του ερχομένου, του μελλοντικού, δηλαδή της μελλούσης Βασιλείας54». Αυτή λοιπόν η αμφισημία, η δισημία του «επιούσιος», το να σημαίνει και τα δύο, χάνεται, αν το μεταφράσουμε, όπως συνήθως το κατανοούμε, ο καθημερινός ο απαραίτητος άρτος. η ευχαριστιακή και εσχατολογική διάσταση, που είναι τόσο σημαντικές, δεν εμφανίζονται καθόλου. Δεν είναι λοιπόν αυτό συρρίκνωση και πτώχευση;

Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.