Τετάρτη, 28 Αυγούστου 2013

Μωυσής, ο μαύρος Διδάσκαλος και το άφθαρτο λείψανο του


Μωυσής, ο Μαύρος Διδάσκαλος

Ο άγιος Μωυσής ο Αιθίοπας. Eικόνα από την ορθόδοξη Αδελφότητα του Αγ. Μωυσή, που ίδρυσαν ο π. Μωυσής Μπέρυ και η σύζυγός του Μαγδαληνή (η περιπετειώδης ιστορία τους εδώ).

Απόσπασμα από τον Ευεργετινό

Έμαθα για το Μωϋσή τον Αιθίοπα, που ήταν πολύ φημισμένος ανάμεσα στους πατέρες της Σκήτης ότι, πριν γίνει μοναχός, ήταν δούλος κάποιου, που ανακατευόταν στη διοίκηση της πολιτείας. Ο κύριός του όμως τον έδιωξε, επειδή ήταν πολύ δύστροπος και είχε χαρακτήρα αιμοβόρο και άγριο.

Έφυγε λοιπόν ο Μωυσής κι έγινε ληστής. Αναδείχθηκε μάλιστα σε λήσταρχο, για την υπερβολική σωματική του δύναμη.


Ανάμεσα στα ληστρικά του κατορθώματα αναφέρεται και τούτο: Χολώθηκε κάποτε μ’ ένα βοσκό, επειδή τα τσοπανόσκυλά του τον εμπόδισαν να κάνει μια νυχτερινή ληστεία. Βάζοντας λοιπόν σκοπό να σκοτώσει το βοσκό, πάσχιζε με κάθε τρόπο να τον εντοπίσει μαζί με το κοπάδι του.

Επιτέλους άκουσε πως ήταν από την άλλη μεριά του Νείλου. Εκείνη την εποχή το ποτάμι πλημμύριζε και η κοίτη του πλάταινε, φτάνοντας το ένα σημείο, (δηλαδή το ένα περίπου μίλι):Ο Μωυσής όμως έβγαλε τον κοντό χιτώνα που Φορούσε και τον έβαλε στο κεφάλι του.

Άρπαξε και το μαχαίρι με τα δόντια, και ρίχθηκε στο ποτάμι. Κατόρθωσε να φτάσει κολυμπώντας στην άλλη όχθη. Ο βοσκός, βλέποντάς τον από μακριά να περνάει απέναντι κολυμπώντας, το βαλε στα πόδια και κρύφτηκε. Τότε ο Μωυσής, έχοντας χάσει το βοσκό, ξέσπασε πάνω στο κοπάδι.

Έσφαξε τέσσερα κριάρια, τα καλύτερα, τα έδεσε στη σειρά και πέρασε πάλι κολυμπώντας το Νείλο. Ήρθε σ’ ένα πλάτωμα, έγδαρε τα σφαχτά, άναψε φωτιά, τα έψησε, κι έφαγε τα πιο καλά κομμάτια. Τις προβιές τις πούλησε, και αγόρασε κρασί. Ήπιε περίπου δεκαοχτώ ιταλικούς ξεστούς, κι έπειτα τράβηξε για το λημέρι του, πενήντα σημεία μακρύτερα από κει.

Αυτός λοιπόν ο φοβερός ληστής, μετά από πολύ καιρό και με αφορμή ένα τυχαίο περιστατικό, ήρθε σε κατάνυξη, μετανόησε για την προηγούμενη ζωή του και προσχώρησε στη μοναχική πολιτεία.

Πήρε ένα κελί στη Σκήτη και επιδόθηκε σε αυστηρή άσκηση.

Λέγεται μάλιστα, ότι στην αρχή κιόλας της μοναχικής του ζωής, μόλις πήρε το κελί, του επιτέθηκαν τέσσερις ληστές, αγνοώντας βέβαια πως ο καλόγερος αυτός ήταν ο διαβόητος Μωυσής.

Έτσι, εκείνος τους εξουδετέρωσε, τους έδεσε, τους φορτώθηκε στη πλάτη σαν ένα σακί άχυρο, τους έφερε στην εκκλησία, όπου ήταν συναγμένοι οι αδελφοί, και είπε.
- Επειδή δεν μου πρέπει να κάνω πια κακό σε κανένα, τί προστάζετε γι’ αυτούς εδώ, που τους έπιασα να έρχονται εναντίον μου;

Οι αδελφοί τους έλυσαν και τους άφησαν ελεύθερους. Οι ληστές όμως, στο μεταξύ, αναγνώρισαν το Μωϋσή και είδαν τη μετάνοιά του. Δεν θέλησαν λοιπόν ούτε κι αυτοί να γυρίσουν στη προηγούμενη ζωή τους. Ακολουθώντας το παράδειγμα του Μωϋσή, εγκατέλειψαν τη ζωή της αμαρτίας και έγιναν δοκιμότατοι μοναχοί.


Αλλά κι ο Μωυσής τόσο σκληρή άσκηση έκανε, για την οποία και αλλού έχει γραφτεί, και τόσο πολέμησε τους δαίμονες, υποβάλλοντας τον εαυτό του σε κάθε είδος σκληραγωγίας, ώστε συναριθμήθηκε κι αυτός στους μεγάλους και κορυφαίους Πατέρες, έγινε και πρεσβύτερος [=ιερέας], και διακρίθηκε για τα μεγάλα πνευματικά του χαρίσματα. Έτσι, κοιμήθηκε αφήνοντας και εβδομήντα μαθητές.


Από το Γεροντικό:
Κάποιος αδελφός της Σκήτης [κοινότητας των ερημιτών] έσφαλε [=αμάρτησε]. Έγινε συγκέντρωση στην οποία κάλεσαν τον αββά Μωυσή αλλ’αυτός δεν θέλησε να πάει. Του παρήγγειλε τότε ο πρεσβύτερος: «Έλα, γιατί σε περιμένουν όλοι». Κι εκείνος σηκώθηκε και πήγε κρατώντας στην πλάτη ένα καλάθι τρύπιο που το γέμισε με άμμο. Οι Πατέρες που βγήκαν να τον προϋπαντήσουν του λένε: «Τι είναι αυτό, πάτερ;» «Οι αμαρτίες μου―απαντά ο Γέροντας―που κυλούν και πέφτουν πίσω μου και δεν τις βλέπω και ήλθα εγώ σήμερα να κρίνω τα σφάλματα άλλου». Όταν τ’ άκουσαν αυτά οι Πατέρες, δεν είπαν τίποτε εναντίον του αδελφού αλλά τον συγχώρεσαν.

ΑΚΟΥΟΝΤΑΣ ο ευσεβής Έπαρχος της Αλεξανδρείας την καλή φήμη του Αββά Μωϋσέως του Αιθίοπος, ανέβηκε κάποτε στη σκήτη να τον γνωρίση απο κοντά. Σαν το έμαθε όμως εκείνος, έφυγε κρυφά από την καλύβα του και πήγε κατά το έλος. Στο δρόμο συνάντησε τον άρχοντα και την ακολουθία του, που έτυχε να περνάνε από κει. Οι ξένοι, που δεν τον γνώριζαν, τον σταμάτησαν και τον ερώτησαν να τους δείξη την καλύβα του Αββά Μωϋσέως. 

- Τί γυρεύετε απ’ αυτόν; έκανε μ’ αποστροφή ο Γέροντας. Αυτός είναι άνθρωπος μωρός. 

Ο άρχοντας λυπήθηκε που είχε κάνει άδικα τόσο κόπο. Όταν έφτασε στην εκκλησία της σκήτης, είπε στους κληρικούς: 

- Κάτω στην πόλι λένε τόσα καλά για τον Αββά Μωϋσή, γι’ αυτό ξεκίνησα να τον συναντήσω. Μα πριν από λίγο συναντήθηκα μ’ ένα Καλόγερο κι έμαθα από λόγου του πως πρόκειται για ανόητο άνθρωπο.
- Τί άνθρωπος ήταν αυτός; Ρώτησαν αγανακτισμένοι οι κληρικοί, που τόλμησε να μιλήση έτσι για τον Άγιο.
- Ένας μελαμψός Καλόγερος, πολύ ψηλός, με τριμμένα ρούχα.
Οι κληρικοί γέλασαν με την καρδιά τους.
- Αμ αυτός είναι ο Αββάς Μωϋσής.
Ο άρχοντας θαύμασε την ταπεινοσύνη του Γέροντος και γύρισε στην πόλι ωφελημένος.


Προσκυνητής στο άφθαρτο λείψανο του Αγίου Μωυσή του Αιθίοπα


Το λείψανο του Αγ.Μωυσή του Αιθίοπα

Ο όσιος Μωυσής έζησε στην Αίγυπτο και στην αρχή ήταν ληστής.Ήταν γνωστός για τους φόνους που είχε κάνει αλλά και για την τεράστια φυσική του δύναμη. Αλλά το φως της γνώσης και της μετάνοιας δεν άργησε να φωτίσει το δρόμο του. Η μεγάλη επιείκεια που έδειξε προς αυτόν κάποιος χριστιανός, ενώ αυτός τον είχε βλάψει, επέφερε στον Μωυσή ψυχική ανακαίνιση. Πίστεψε, έγινε χριστιανός και κατόπιν μοναχός. Ήταν υποτακτικός του ιερέως Ισιδώρου. Αγωνίστηκε σκληρά μέσα στην έρημο και απέκτησε μεγάλη πνευματική σύνεση και αρετή. Η φήμη του έφερνε στο ερημητήριό του πολλούς χριστιανούς, που άκουγαν με δέος τη διδασκαλία του κατά της υπερηφάνειας και της κατάκρισης. «Είμαι, έλεγε, ο χειρότερος των αμαρτωλών. Τα περασμένα μας αμαρτήματα πρέπει να τα έχουμε πάντα μπροστά μας και να λυπούμαστε γι’ αυτά. Αυτό είναι η καλύτερη μέθοδος για να φυλάξουμε τον εαυτό μας με τη βοήθεια του Θεού ασφαλή. Αν νομίσουμε ότι είμαστε πνευματικά όρθιοι, τότε ακριβώς είναι ο μεγάλος κίνδυνος μήπως πέσουμε. Για να μη φοβόμαστε το Θεό, οφείλουμε να φοβόμαστε πολύ τον εαυτό μας, δηλαδή τις αδυναμίες και τα πάθη μας».

Με τέτοια αγία ζωή, ο Μωυσής έφθασε στο 75ο έτος της ηλικίας του. Ώσπου ξαφνικά, ειδωλολάτρες ληστές εισέβαλαν στο σπήλαιο του και τον σκότωσαν με μαχαίρια. (Σύμφωνα όμως με την Συναξαριακή πηγή του Άγιου Νικόδημου, ο Άγιος Μωυσής απεβίωσε ειρηνικά).

Στο μοναστήρι του Αγ.Μωυσή του Αιθίοπα βρίσκεται το άφθαρτο λείψανό του. Πoλλοί πιστοί έρχονται να προσκυνήσουν το λείψανο του αγίου επειδή είναι γνωστή η θαυματουργική του δύναμη. Ο Αγ.Μωυσής βοηθάει κυρίως στον πόλεμο κατά του πάθους του αλκοολισμού αλλα και κατά των σαρκικών παθών με τα οποία και ο ίδιος πάλεψε κατά τη διάρκεια της ζωής του. Επίσης φέρνουν εκεί πολλούς δαιμονισμένους και οι ιερείς διαβάζουν εξορκισμούς στα άγια λείψανά του. Ο ιερομόναχος που υποδέχεται τους προσκυνητές διηγείται πώς θεραπεύτηκε ένας νεαρός δαιμονισμένος. Αυτός μετά την ακολουθία διαπίστωσε ότι πάνω στην μπλούζα του είχε τυπωθεί το όνομα του Αγ.Μωυσή και ένας σταυρός. Η φωτογραφία αυτής της μπλούζας είναι τοποθετημένη κοντά στα λείψανα του αγίου, ως απόδειξη της θαυματουργικής του δύναμης. (πηγή)

Η Μνήμη του Αγίου εορτάζεται στις 28 Αυγούστου


Βιογραφία
Ο όσιος Μωυσής ήταν αγορασμένος δούλος κάποιου πλούσιου κτηματία. Είχε χαρακτήρα σκληρό και δύστροπο και καθημερινά δημιουργούσε πολλά προβλήματα, ώσπου το αφεντικό του αγανάκτησε και τον πέταξε στον δρόμο. Ο Μωυσής βρήκε καταφύγιο σε μια ληστοσυμμορία και με την τεράστια σωματική του δύναμη δεν άργησε να επιβληθεί και να γίνει ο αρχηγός της.

Κάποτε, κυνηγημένος από τα όργανα της εξουσίας, για τα πολλά του εγκλήματα, πήγε να κρυφτεί βαθειά στην έρημο όπου ζούσαν οι πιο ονομαστοί ασκητές. Η συναναστροφή του με τους αγίους τον έκανε σιγά - σιγά να ημερεύσει. Τον επισκίασε η Χάρη του Θεού, γιατί η μετάνοια είναι ώρα Χάριτος, μαλάκωσε η καρδιά του, μετανόησε πραγματικά και ζήτησε την λύτρωση. Η αλλαγή του ήταν ριζική και σε σύντομο χρονικό διάστημα έφτασε στα μέτρα των μεγάλων Πατέρων της ερήμου. Μετά το βάπτισμα αξιώθηκε να λάβει και την Χάρη της Ιεροσύνης.

Σε ηλικία 75 ετών έφυγε από την πρόσκαιρη αυτή ζωή με τρόπο βίαιο και μαρτυρικό. Ειδωλολάτρες ληστές εισέβαλαν στο σπήλαιο που ασκήτευε και τον σκότωσαν με μαχαίρια. Και στο σημείο αυτό επαληθεύθηκε, για άλλη μια φορά, ο λόγος του Χριστού προς τον Απόστολο Πέτρο: «πάντες γὰρ οἱ λαβόντες μάχαιραν ἐν μαχαίρῃ ἀποθανοῦνται» (Ματθ. κστ, 52).

Οι δύο μεγάλες αρετές που τον κοσμούσαν ήταν η αληθινή μετάνοια και η βαθειά ταπείνωση. Μέχρι την τελευταία του αναπνοή «έκλαιε πικρώς» για τις αμαρτίες του και θεωρούσε τον εαυτό του κατώτερο όχι μόνον από τους ανθρώπους, αλλά και από αυτήν την άλογη κτίση. «Η συναίσθησις της αμαρτίας ημών είναι μέγα δώρον του Ουρανού, μεγαλύτερον και της οράσεως των αγγέλων... Η μετάνοια είναι ανεκτίμητον δώρον προς την ανθρωπότητα... Δια της μετανοίας συντελείται η θέωσις ημών. Τούτο είναι γεγονός ασυλλήπτου μεγαλείου» (Αρχιμ. Σωφρονίου, Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι, σελ. 40 και 46). Ο Μωυσής αξιοποίησε κατά τον καλύτερο τρόπο το ανεκτίμητο αυτό δώρο και έφθασε στην θέωση, στην όραση του Θεού.

Αρκετά περιστατικά από τον βίο και την πολιτεία του φανερώνουν την ριζική αλλαγή του τρόπου της ζωής του. Άλλωστε αυτό σημαίνει μετάνοια. Αλλαγή τρόπου σκέψης και τρόπου ζωής. Αξίζει να αναφέρουμε ένα από αυτά: «Κάποτε, τέσσερεις ληστές, παλιοί σύντροφοί του, μπήκαν στην καλύβα του για να την ληστέψουν, χωρίς να φαντάζονται ποιόν μπορούσαν να βρουν μέσα. Όταν τον είδαν σάστισαν. Εκείνος, με μεγάλη ευκολία, τους έπιασε, τους έδεσε και τους οδήγησε στην συνάθροιση των Γερόντων και τους ερώτησε να του πουν τί πρέπει να κάνει με τους ληστές, λέγοντας συγχρόνως: «Σε μένα δεν αρμόζει πια να τιμωρήσω άνθρωπον» (Γεροντικόν, Εκδ. Ρηγοπούλου, σελ. 111). Όταν τα άκουσαν αυτά οι ληστές εξομολογήθηκαν, μετανόησαν και έγιναν Μοναχοί.

Άλλο χαρακτηριστικό περιστατικό που φανερώνει την ταπείνωση του Οσίου είναι και το ακόλουθο: «Την ημέρα που τον χειροτονούσε Πρεσβύτερο ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας και μάλιστα την ώρα που του φορούσε τα ιερά άμφια του είπε φιλικά ότι έγινε λευκός σαν περιστέρι. Ο Μωυσής ερώτησε ταπεινά τον Πατριάρχη αν κρίνει από το εξωτερικό ή το εσωτερικό, επειδή και τα άμφια ήσαν λευκά. Ο Πατριάρχης θέλοντας να τον δοκιμάσει αν έχει πραγματική ταπείνωση, είπε κρυφά στους κληρικούς να τον διώξουν από το σκευοφυλάκιο. Έτσι, όταν παρουσιάστηκε εκεί μετά την θεία Λειτουργία, τον έδιωξαν βρίζοντας τον. Ο Μωυσής έφυγε αμέσως χωρίς καμιά αντιλογία. Ένας από αυτούς, που τον ακολούθησε κρυφά για να δει αν του κακοφάνηκε, τον άκουσε να μονολογεί μεμφόμενος τον εαυτό του: "Καλά σού κάνανε, σποδόδερμε μελανέ". Αφού δεν είσαι άνθρωπος, τί γυρεύεις με τους ανθρώπους;» (Γεροντικόν, σελ. 252 -253).

Η Ορθόδοξη Εκκλησία με τον τρόπο ζωής που προσφέρει μεταμορφώνει και μετασκευάζει τα τσακάλια και τους λύκους σε πρόβατα και αρνιά άκακα. Μεταβάλλει τους υπερήφανους σε ταπεινούς, τους πόρνους και μοιχούς σε σώφρονες, τους φονιάδες, τους τρομοκράτες και τους ληστές σε Οσίους.

Σημείωση: Σύμφωνα με τον Συναξαριστή του Άγιου Νικόδημου, ο Όσιος Μωυσής απεβίωσε ειρηνικά.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α'. Τοῦ λίθου σφαγισθέντος.
Τῆς ἐρήμου πολίτης καὶ ἐν σώματι ἄγγελος, καὶ θαυματουργὸς ἀνεδείχθης, θεοφόρε Πατὴρ ἡμῶν Μωϋσῆ· νηστείᾳ ἀγρυπνίᾳ προσευχῇ, οὐράνια χαρίσματα λαβών, θεραπεύεις τοὺς νοσοῦντας, καὶ τὰς ψυχὰς τῶν πίστει προστρεχόντων σοι. Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῶν παθῶν καταλείψας Πάτερ τὴν Αἴγυπτον, τῶν ἀρετῶν ἐν τῷ ὄρει ἀνῆλθες πίστει θερμή, τὸν Σταυρὸν τὸν τοῦ Χριστοῦ ἄρας ἐπ' ὤμων σου, καὶ δοξασθεῖς περιφανῶς τύπος ὤφθης Μοναστῶν, Μωσῆ Πατέρων ἀκρότης, μεθ' ὧν ἀπαύστως δυσώπει ἐλεηθήναι τᾶς ψυχᾶς ἠμῶν.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Αἰθιόπων πρόσωπα, ἀπορραπίσας, νοητῶν ἀνέλαμψας, καθάπερ ἥλιος φαιδρός, φωταγωγῶν τᾶς ψυχᾶς ἠμῶν, τῶν σὲ τιμώντων, Μωσῆ παμμακάριστε.

Κάθισμα
Ἦχος γ'. Θείας πίστεως.
Φέγγος ἄδυτον εἰσδεδεγμένος, ἀπημαύρωσας τῶν νοουμένων, Αἰθιόπων θεοφόρε τὰ πρόσωπα, καὶ τὰς αὐτῶν κακουργίας διέλυσας, ταὶς πρὸς τὸ θεῖον ἀπαύστοις σου νεύσεσι Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Μεγαλυνάριον
Ἔργοις διαλάμψας ἀσκητικοῖς, ἐχθρῶν νοουμένων, ἀπημαύρωσας τὴν ἰσχύν, καὶ τῆς ἄνω δόξης ἐδείχθης κληρονόμος, συνὼν τοῖς Ἀσωμάτοις, Μωσῆ μακάριε.

Ακούστε το απολυτίκιο!


Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.