Σάββατο, 10 Αυγούστου 2013

Γεγονός εκκλησιαστικό η γλώσσα. Διαχρονική ενότητα



 
ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΕΤΑΦΡΑΣΘΟΥΝ ΤΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ; 

Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης 

ε) Γεγονός εκκλησιαστικό η γλώσσα. Διαχρονική ενότητα, και συνέχεια

Ο λειτουργικός λόγος είναι λόγος εκκλησιαστικός, όχι ατομικός. Η λατρεία προσφέρεται στον Θεό από όλη την σύναξη. Ο Απόστολος Παύλος λέγει ότι δυσκολευόμαστε μόνοι μας να προσευχηθούμε. «το γαρ τι προσευξόμεθα καθό δει ουκ οίδαμεν»55. Το Άγιο Πνεύμα διδάσκει διά των Αγίων στο σώμα της Εκκλησίας τον τρόπο και τους λόγους της προσευχής, η οποία προσφέρεται κυρίως και συνήθως σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο και όχι σε ενικό. Στην επί του Όρους ομιλία παρέδωσε την Κυριακή Προσευχή ο Χριστός ως προσευχή της κοινότητος• «Πάτερ ημών... τον άρτον ημών... δος ημίν.... και άφες ημίν»56. Διαβεβαίωσε ότι τα από κοινού και συμφώνως υποβαλλόμενα αιτήματα προσευχής προς τον Θεό εισακούονται, και ότι και ο ίδιος παρίσταται εκεί που υπάρχει σύναξη πιστών. «ου γαρ εισι δύο ή τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα, εκεί ειμι εν μέσω αυτών»57.

Παρέδωσε το φρικτό και σωτήριο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας στην ομάδα των Αποστόλων και τους συνέστησε να την επιτελούν από κοινού και όχι ο καθένας ξεχωριστά. Γι' αυτό και η λατρεύουσα κοινότης ως Εκκλησία υπενθυμίζει κατά την τέλεση της Θ. Λειτουργίας στον Χριστό, ότι υπακούουσα στη διδασκαλία του και στις εντολές του προσφέρει την κοινή λατρεία. «Ο τας κοινάς ταύτας και συμφώνους ημίν χαρισάμενος προσευχάς, ο και δυσί και τρισί συμφωνούσιν επί τω ονό­ματί σου, τας αιτήσεις παρέχειν επαγγειλάμενος»58. Δεν μπορεί επίσης, κατά την μακραίωνα παράδοση της Εκκλησίας, να επιτελέσει ο ιερεύς την Θ. Λειτουργία, αν δεν υπάρχει έστω και ένας λαϊκός. Στις Πράξεις των Αποστόλων έχουμε επανειλημμένες αναφορές στην κοινή προσευχή και λατρεία της πρώτης χριστιανικής κοινότητος59, η οποία εξακολουθεί να τελείται ως εκκλησιαστικό, ως κοινοτικό γεγονός μέχρι σήμερα.

Υπάρχει διαδοχή και στη λατρεία, όπως υπάρχει αποστολική διαδοχή στην Ιερωσύνη, για να διασφαλισθεί η αυθεντικότητα, η γνησιότητα και η συνέχεια της λειτουργικής παραδόσεως. Δεν ημπορεί ο καθένας να μεταβάλλει και να ανανεώνει την λειτουργική τάξη και παράδοση προτείνοντας και επιβάλλοντας αλλαγές κατά το δοκούν. Ο Απόστολος Παύλος απευθυνόμενος προς τους Κορινθίους, οι οποίοι δεν τηρούσαν τα παραδοθέντα κατά την ευχαριστιακή σύναξη, τους λέγει ότι και ο ίδιος, όταν τους παρέδωσε τα της Θ. Ευχαριστίας, δεν αυτοσχεδίαζε, ούτε πρωτοτυπούσε. τους παρέδωσε αυτά που παρέλαβε. «Εγώ γαρ παρέλαβον από του Κυρίου ο και παρέδωκα υμίν»60.

Η κατά αδιάκοπη διαδοχή παραλαβή αυτή και παράδοση της λειτουργικής πράξεως από της αποστολικής εποχής μέχρι σήμερα περιλαμβάνει και την λειτουργική γλώσσα, η οποία επίσης είναι εκκλησιαστικό γεγονός, γλώσσα της συνάξεως, της κοινότητος, και όχι προσωπική γλώσσα. Οι συγγραφείς των λειτουργικών κειμένων γράφουν κείμενα για την κοινότητα, για την Εκκλησία, και όχι για τους εαυτούς των. Η εκκλησιαστική αποδοχή αυτών των κειμένων τα μεταβάλλει σε εκκλησιαστικά κείμενα. Όταν δεν υπάρξει αυτή η αποδοχή, παραμένουν προσωπική δημιουργία των συγγραφέων τους. Στο χώρο της ποιήσεως π.χ. έχουμε θαυμάσια ποιήματα του Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου, του Ρωμανού Μελωδού, του Συμεών του Νέου Θεολόγου, τα οποία δεν περιλαμβάνονται στην λειτουργική ποίηση, γιατί δεν πέρασαν από την διαδικασία της εκκλησιαστικής αποδοχής. Και αυτό συνέβη, διότι δεν ομιλούν και δεν εκφράζονται σ' αυτά εκ μέρους της συνάξεως των πιστών, αλλά εκφράζουν προσωπικές σκέψεις και βιώματα. Αποκλείονται επίσης και απορρίπτονται από την συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας κείμενα που δεν εκφράζουν την πίστη της Εκκλησίας ή αλλοιώνουν το λειτουργικό ήθος, την λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, όπως συνέβη πολλάκις με κείμενα και λειτουργικές πράξεις των αιρετικών.

Ως γλώσσα λοιπόν της συνάξεως, της κοινότητος, η λειτουργική γλώσσα επιτελεί σπουδαίο ενωτικό έργο. ενώνει τα μέλη της συνάξεως, τα οποία εν ενί στόματι και μια καρδία αινούν και δοξάζουν τον Θεό. Η ενότητα μάλιστα αυτή επεκτείνεται και στον ουρανό, όχι μόνο γιατί οι πιστοί ενώνονται μετά των ασωμάτων δυνάμεων και συμψάλλουν μαζί τους τον επινίκιο ύμνο «Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης σου»61, αλλά και διότι και η θριαμβεύουσα των κεκοιμημένων Εκκλησία συμψάλλει μετά των ζώντων, μαζύ με τα επί γης μέλη της στρατευομένης Εκκλησίας, με τις ίδιες λέξεις, στην ίδια λειτουργική γλώσσα, και αποτελείται όντως έτσι η μία Εκκλησία των ζώντων και των «εν πίστει αναπαυσαμένων Προπατόρων, Πατέρων, Πατριαρχών, Προφητών, Αποστόλων, Κηρύκων, Ευαγγελιστών, Μαρτύρων, Ομολογητών, Εγκρατευτών και παντός πνεύματος δικαίου εν πίστει τετελειωμένου».

Μέσα στη Θ. Λατρεία ενώνονται όλοι. συμψάλλουν και συλλειτουργούν. Ο κάθε πιστός ανεξάρτητα από την ηλικία, την κοινωνική τάξη, το φύλο, το αξίωμα, με τα ίδια λόγια που λέγουν όλοι οι άλλοι, ως ισότιμο μέλος του σώματος της Εκκλησίας, συμμετέχει στους λόγους και στις πράξεις της λατρείας. Η ενότητα αυτή δεν είναι τοπική και χρονική. η κοινή λειτουργική γλώσσα συνδέει όχι μόνο τους πιστούς ενός τόπου σε μια συγκεκριμένη εποχή, αλλά τους πιστούς διαφόρων τόπων σε όλες τις εποχές. Επιτυγχάνεται έτσι μία διατοπική και διαχρονική ενότητα και συνέχεια. Στο έργο της ενοποιήσεως, της εκκλησιοποιήσεως ή του εκκλησιασμού του κόσμου, που είναι ο κύριος σκοπός της Εκκλησίας κατά τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, συμβάλλει έτσι αποφασιστικά και η κοινή και αμετάβλητη διά των αιώνων λειτουργική γλώσσα. Λειτουργεί θετικά και εποικοδομητικά το να γνωρίζει ο πιστός ότι την ίδια λειτουργική γλώσσα που χρησιμοποιεί αυτός, την χρησιμοποίησαν εκατομμύρια πιστών των προηγουμένων γενεών, ότι λατρεύει τον Θεό στη γλώσσα μεγάλων Αγίων Πατέρων και υμνογράφων, του Μ. Βασιλείου, του Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, του Θεοδώρου Στουδίτου. Αυτό επί πλέον δημιουργεί ψυχολογικά ένα αίσθημα ασφαλείας για την αποτελεσματικότητα των λειτουργικών λόγων και πράξεων, μέσω των οποίων αγιάστηκαν και τελειοποιήθηκαν χιλιάδες Αγίων. Αντίθετα η μετάφραση διακόπτει αυτήν την συνέχεια και ενότητα, διακόπτει την διαδοχή των γενεών στον λειτουργικό λόγο, την αδιάκοπη λειτουργική συνέχεια, και θα προκαλέσει ασφαλώς ζημία στις ψυχές των πιστών, όχι μόνο γιατί έχουν συνηθίσει να ακούν τους ίδιους λόγους και τα ίδια ακούσματα, αλλά γιατί θα τους αποσπάσει και θα τους ξεριζώσει, θα τους χωρίσει από τον γνώριμο και οικείο χώρο των Πατέρων τους, του κοινού τους οίκου, της Εκκλησίας.



στ) Ενότητα λόγου και μέλους, κειμένων και μουσικής

Σχεδόν όλοι συμφωνούν ότι μία ξεχωριστή ιδιαιτερότητα του λειτουργικού λόγου, και προ παντός της ποιήσεως, της υμνογραφίας, είναι η αδιάρρηκτη ενότητα λόγου και μέλους, κειμένου και μουσικής. Όταν ο υμνογράφος γράφει τους ύμνους δεν δημιουργεί πρώτα το κείμενο, για να το επενδύσει στη συνέχεια με μουσική, όπως συμβαίνει συνήθως με τις μουσικές συνθέσεις, όπου ποιητής και μουσουργός είναι συνήθως διαφορετικά πρόσωπα. Στην εκκλησιαστική Υμνογραφία ο ποιητής είναι και μελωδός• «μελίζει» συγχρόνως το κείμενό του. δεν υπάρχει χρονική στιγμή κατά την οποία να υπήρξε το κείμενο, χωρίς μέλος, δεν υπάρχουν ύμνοι αμέλιστοι. Δεν μπορούμε να πούμε, χρη­σιμοποιώντας τριαδική ορολογία ότι «ην ποτε» το κείμενο, «ότε ουκ ην» το μέλος, αλλά «άμα λόγος, άμα μέλος», λόγος και μέλος είναι σύγχρονα, συνυπάρχουν αδιαιρέτως και αχωρίστως.

Η μετάφραση λοιπόν του υμνογραφικού πλούτου της Ορθόδοξης Λατρείας, που αποτελεί ποσοτικά το μέγιστο τμήμα της Θ. Λατρείας, σε σχέση με τα πεζά κείμενα, είναι αδύνατη, γιατί θα καταστρέψει αυτήν την αδιαίρετη ενότητα λόγου και μέλους, θα καταστρέψει τα εκπληκτικά και από όλους θαυμαζόμενα μεγάλα ποιητικά δημιουργήματα της εκκλησιαστικής Υμνογραφίας. Αν η ποίηση καθ' εαυτήν, η κοσμική ποίηση, είναι δύσκολη στη μετάφρασή της, μολονότι εδώ ο μεταφραστής δεν έχει να σκεφθεί και την απόδοση του μέλους, πόσο πιο δύσκολη είναι η μετάφραση ποιήσεως που είναι ζυμωμένη με το μέλος; Η προτεινόμενη, λόγω αυτής της ανυπέρβλητης δυσκολίας, μετάφραση μόνο των πεζών τμημάτων της Θ. Λατρείας, όπως των αγιογραφικών αναγνωσμάτων, των ευχών και των δεήσεων, δεν αποτελεί λύση, διότι θα θεραπεύσει κατά πολύ μικρό μέρος το αίτημα της κατανοήσεως των κειμένων, που προβάλλουν οι υπέρμαχοι της μεταφράσεως, αφού οι ύμνοι αποτελούν το συντριπτικά υπέρτερο ποσοστό των λειτουργικών κειμένων, από την άλλη όμως πλευρά θα δημιουργήσει ανομοιομορφία και θα διαιρέσει την λειτουργική γλώσσα, με όλες τις κακές συνέπειες της μεταφράσεως που επισημάναμε μέχρι τώρα.

6. Λογική κατανόηση ή βιωματική μέθεξη;

Η μέχρι τώρα ανάπτυξη απέβλεπε να δείξει ότι είναι αδικαιολόγητη η παρουσίαση της λειτουργικής γλώσσης ως μεγάλου ποιμαντικού προβλήματος, επειδή δεν ημπορούν δήθεν οι πιστοί να κατανοήσουν τα νοήματα της Θ. Λατρείας, με συνέπεια να αποφεύγουν να εκκλησιάζονται, και έτσι, εξ αιτίας της γλώσσης, να στερούνται την ευεργετική επίδραση των λόγων και των πράξεων της Εκκλησίας. Δείξαμε ότι το πρόβλημα δεν είναι υπαρκτό, αλλά κατασκευασμένο. Ότι οι διαφορές μεταξύ της λειτουργικής γλώσσης και της καθομιλουμένης είναι ελάχιστες και είναι εύκολο να ξεπεράσει κανείς αυτό το πρόβλημα, ότι για την μη προσέλευση των πολλών στην Εκκλησία δεν ευθύνεται η γλώσσα, αλλά το γενικότερο κλίμα αδιαφορίας απέναντι στα ιερά, η αποϊεροποίηση του συγχρόνου πολιτισμού. Η χρήση της αρχαίας λειτουργικής γλώσσης αμετάβλητης και αναλλοίωτης επιβάλλεται να συνεχισθεί για σοβαρούς θεολογικούς και εκκλησιολογικούς λόγους μερικούς από τους οποίους αναπτύξαμε. Είναι γλώσσα την οποία διάλεξε ο ίδιος ο Θεός, αγιασμένη από την χρησιμοποίησή της από πλήθος Αγίων και φορτωμένη από την Χάρη του Θεού, ιεροπρεπής και υψηλή, πλούσια και πολύσημη σε έννοιες και νοήματα, ενώνει τους πιστούς όλων των εποχών σε αδιάσπαστη λειτουργική διαδοχή και συνέχεια, χαρακτηριζόμενη και από την αδιαίρετη ενότητα λόγου και μέλους, κειμένου και μουσικής.

Ερχόμαστε μετά από όλα αυτά να παρουσιάσουμε και να αναλύσουμε το βασικό θέμα του όλου προβληματισμού, να εγγίσουμε την ουσία, την ουσιαστική πλευρά του προβλήματος, η οποία περιορίζεται από μερικούς στην ανάγκη να κατανοούν οι πιστοί με τον νου τους τα λεγόμενα και ψαλλόμενα μέσα στη Θεία Λατρεία, να μην είναι παθητικοί δέκτες ακατανοήτων λόγων, αλλά να κατανοούν και να μετέχουν, και όχι απλώς να παρακολουθούν τα λεγόμενα και τελούμενα. Επικαλούνται μάλιστα και το επιχείρημα της «λογικής λατρείας»62, ωσάν αυτό να σημαίνει διανοητική ή ορθολογιστική λατρεία, που δεν είναι σωστό63. Η θεμελίωση του προβλήματος στην ανάγκη της διανοητικής κατανοήσεως των λεγομένων και πραττομένων επαναφέρει στη θεολογική και εκκλησιαστική επικαιρότητα πρόβλημα από πολλού λελυμένο και εμπεδωμένο στην πίστη και στη ζωή της Εκκλησίας. Το πρόβλημα δηλαδή της κοινωνίας μετά του Θεού και των θείων, και του τρόπου με τον οποίο επιτυγχάνει ο άνθρωπος να γίνει κοινωνός του Θεού. Επιτυγχάνεται αυτό με τον νου και την γνώση, με την φιλοσοφία και την επιστήμη, με την ανθρώπινη δηλαδή σοφία, με κτιστά μέσα, με ανθρώπινες δυνατότητες, όπως θέλει ο ανά τους αιώνες ανθρωποκεντρικός Ουμανισμός, ή επιτυγχάνεται εν Πνεύματι, με την αγιοπνευματική αλλοίωση που κατορθώνει ο κεκαθαρμένος από τα πάθη, οπότε δέχεται την ενέργεια της ακτίστου Χάριτος, τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος και τότε δεν σκέπτεται με το νου τα θεία, αλλά πάσχει τα θεία, βιώνει τις θείες αλήθειες και μετέχει όχι διανοητικά, αλλά εμπειρικά στα θεία μυστήρια; Η άποψη ότι δεν υπάρχει άκτιστη Χάρη και ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, μέσω της οποίας επικοινωνούμε με τον Θεό, και ότι ο μόνος τρόπος να επικοινωνήσουμε με τον Θεό είναι να κατανοήσουμε λογικά τον Θεό και τα θεία, είναι η αίρεση του Βαρλαάμ του Καλαβρού, της ορθολογιστικής Δύσεως, του Παπισμού και του Προτεσταντισμού, την οποία αντιμετώπισε ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς εκφράζοντας και συνοψίζοντας τη διδασκαλία του Χριστού, των Αποστόλων και των Αγίων.

Δεν πρόκειται βέβαια εδώ να αναλύσουμε την ησυχαστική διδασκαλία του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά. Αυτό έχει γίνει από πολλούς τα τελευταία χρόνια. Θέλουμε μόνο να επισημάνουμε ότι σχεδόν όλα τα αιτήματα και θέματα που θέτει στις ημέρες μας η λεγόμενη «Λειτουργική Αναγέννηση», που σχετίζονται είτε με την διανοητική κατανόηση μέσω απλοποιήσεως της λειτουργικής γλώσσης, είτε με την ελάττωση της κακοπαθείας και της κοπώσεως των πιστών, με την συντόμευση των ακολουθιών, αποτελούν Νεοβαρλααμισμό, ανανέωση της διδασκαλίας του Βαρλαάμ Καλαβρού, ο οποίος αρνείται ότι η χάρη του Θεού ενεργεί εις όλους, εγγραμμάτους και αγραμμάτους, όχι κατά το μέτρο της κατανοήσεως, αλλά κατά το μέτρο της καθάρσεως, και συνιστά να αποφεύγουμε την κακοπάθεια του σώματος, τις νηστείες, τις αγρυπνίες, τις μακροσκελείς ακολουθίες. Περί του ότι όμως η «Λειτουργική Ανανέωση» είναι Νεοβαρλααμισμός θα γράψουμε ιδιαίτερο άρθρο, ώστε να αποφύγουμε αυτόν τον νεοφανή Λειτουργικό Παπισμό και Λειτουργικό Προτεσταντισμό, οι οποίοι στο θέμα αυτό συμπίπτουν και ομοιάζουν. Ο Προτεσταντισμός ώθησε μάλιστα στα άκρα τον Ορθολογισμό και την κατανόηση ή την διανοητική προσέγγιση. ουσιαστικώς πρόκειται για ένα ανθρωποκεντρικό ουμανιστικό Χριστιανισμό, ο οποίος απομάκρυνε όλα τα υπέρλογα και μυστικά στοιχεία, κατήρ­γησε το μυστήριο και το θαύμα, και έκανε το Χριστιανισμό θρησκεία της λογικής και του κηρύγματος. Το κέντρο βάρους έφυγε από τον ναό και μετατοπίσθηκε στην αίθουσα. οι λατρευτικές πράξεις και ακολουθίες ατόνησαν, και γιγαντώθηκε η σημασία του κηρύγματος και της ικανότητος του ιεροκήρυκος να πείθει με λογικά επιχειρήματα.

Η κατανόηση όμως της Θείας Λατρείας δεν είναι συνάρτηση της λογικής, της διανοητικής κατανόησης των λεγομένων και πραττομένων, αλλά της βιωματικής εμπειρίας και συμμετοχής. Πηγαίνουμε στην εκκλησία, στο ναό, όχι για να καταλάβουμε, αλλά για να αγιασθούμε, να ενωθούμε όλοι εν συνάξει, και ως σώμα Χριστού να υμνήσουμε και να δοξολογήσουμε τον Θεό. Ο ναός είναι ο χώρος της Χάριτος, της ενεργείας των μυστηρίων, της αναγεννήσεως του ανθρώπου, της τονώσεως και ενισχύσεώς του εις τα καθημερινά προβλήματα, της συμμετοχής του εις την θεοποιό Χάρη του Παναγίου Πνεύματος. Ακόμη και αν δεν καταλαβαίνει κανείς όλα όσα λέγονται και πράττονται, η επιθυμία να είναι στον ναό, να βρίσκεται κοντά στον Θεό εν ταπεινώσει και υπακοή, η εφαρμογή των εντολών του Θεού, τον καθιστά δεκτικό της Χάριτος του Θεού, κοινωνό και μέτοχο της θεότητος. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις ο πιο εγγράμματος και σοφός, ακόμη και αν γνωρίζει όλη την ανθρώπινη σοφία από τον Αδάμ μέχρι σήμερα, όπως λέγει ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, θα εξακολουθήσει ως προς τα θεία να είναι μωρός και τυφλός, κλειστός παντελώς στην φωτιστική και θεοποιό Χάρη του Αγίου Πνεύματος, ξένος προς τα λεγόμενα και τελούμενα64. Αντίθετα ο απλός και ταπεινός που άκουσε το «έρχου και ίδε»65, πηγαίνει για να δει, όχι για να καταλάβει, να ζήσει, να βιώσει, όπως έζησαν και εβίωσαν τον Χριστό οι αγράμματοι απόστολοι και χιλιάδες αγίων, πολλοί από τους οποίους ήσαν επίσης αγράμματοι. Αυτοί μας εκήρυξαν, και μας παρέδωσαν όχι όσα κατάλαβαν και σκέ­φθηκαν, φιλοσοφίες και ανθρώπινες διδαχές, αλλά αυτά που άκουσαν, είδαν και εψηλάφησαν, αυτά δηλαδή που έζησαν και εβίωσαν. «Ο ακηκόαμεν, ο εωράκαμεν τοις οφθαλμοίς ημών, ο εθεασάμεθα και αι χείρες ημών εψηλάφησαν»66. Με την λογική του ο Θωμάς απιστούσε στην Ανάσταση του Χριστού, αμφέβαλλαν δε και οι άλλοι Απόστολοι, πριν να εμφανισθεί ο Χριστός. Όταν όμως τον είδαν και τον εψηλά­φησαν αναστάντα και τον έζησαν, όλες οι αναζητήσεις και οι διανοητικές κατανοήσεις κατέπαυσαν, και παραδόθηκαν δια βίου στο έργο της μαρτυρίας αυτών που οι ίδιοι έζησαν, ώστε να κάνουν και άλλους κοινωνούς της Χάριτος και της σωτηρίας της εν Χριστώ Ιησού.

Μέσα στην Εκκλησία, στον ναό, ψηλαφούμε και εγγίζουμε την άκτιστη χάρη και ενέργεια του Θεού, η οποία χορηγείται, όπως είπαμε, όχι ανάλογα με τον βαθμό της διανοητικής κατανοήσεως, αλλά ανάλογα με τον βαθμό της πίστεως και της καθάρσεώς μας από τα πάθη, ιδιαίτερα από το πάθος του εγωισμού με την θεοποιό ταπείνωση. Μέσα στο ευαγγέλιο αντηχεί για την πίστη η φωνή του Σωτήρος επανειλημμένως: «Ω γύναι μεγάλη σου η πίστις. γεννηθήτω σοι ως θέλεις»67. «Μόνον πίστευε και σωθήσει»68 και πολλά άλλα. Δεν ζητάει να τον καταλάβουμε ο Χριστός, αλλά να τον πιστεύσουμε, γιατί η πίστης υπερβαίνει τη λογική, την ανθρώπινη αυτάρκεια και μας παραδίδει με την ταπείνωση στον Θεό: «Εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Γι' αυτό ο Χριστός επήνεσε τα παιδιά και είπε ότι τα παιδιά θα κληρονομήσουν την βασιλεία των ουρανών, και μας συνέστησε να στραφούμε και να γίνουμε σαν τα παιδιά στην απλότητα και στην ακακία69. Παραβαίνουν και σ' αυτό την διδασκαλία του Ευαγγελίου οι Ρωμαιοκαθολικοί, οι οποίοι δεν χορηγούν την Θεία Κοινωνία στα νήπια μετά το βάπτισμα, αλλά περιμένουν την ενηλικίωσή τους και αναβάλλουν επίσης και το Χρίσμα. Μα αν υπάρχουν πρόσωπα άξια να κοινωνήσουν και να χρισθούν, αυτά είναι κατ' εξοχήν τα άκακα παιδιά. Η Θεία Χάρη ενεργεί σε όλους. στα παιδιά, στους ξένους που δεν καταλαβαίνουν την γλώσσα της λατρείας, ακόμη και σε διανοητικά καθυστερημένους ή σε βραδείς στην μάθηση και κατανόηση, ακόμη και σε κωφούς και σε τυφλούς. Πώς αντελήφθησαν τόσοι κωφοί και τυφλοί την παρουσία του Χριστού και ζήτησαν την βοήθειά του; Θα τους εξαιρέσουμε όλους αυτούς από τη βίωση της Χάριτος από την συμμετοχή στην Θεία Λατρεία, γιατί έχουν ελλιπή διανοητική κατανόηση;

Γράφει, πολύ σωστά, ο Γιάννης Τσερεβελάκης από την Κρήτη: «Σε άλλες εποχές οι άνθρωποι βίωναν την κοινωνία ως Εκκλησία και την Εκκλησία ως την κοινωνία, στην οποία ανήκαν ως μέλη, με το ναό να αποτελεί το ορατό κέντρο της κοινότητος. Από το ναό ξεκινούσε και στο ναό τελείωνε η καθημερινή ζωή του χριστιανού. Έτσι δεν υπήρχε ανάγκη για μετάφραση των κειμένων, αφού ο πιστός, έτσι κι αλλιώς, βίωνε το εκκλησιαστικό γεγονός, ζούσε πρωτίστως ως μέλος μιας κοινότητος. Δεν είχε ανάγκη να καταλαβαίνει τα πάντα από εκείνα που συνέβαιναν στο ναό, γιατί είχε το εκκλησιαστικό βίωμα, γιατί είχε τη συνείδηση ότι πάνω απ' όλα είναι μέλος της εκκλησιάς και ότι Εκκλησία σημαίνει λατρεία, Θεία Λειτουργία, κοινωνία των αχράντων μυστηρίων. Η γλώσσα των λειτουργικών κειμένων δεν αποτελεί το μείζον πρόβλημα για την Εκκλησία σήμερα. Ποιος από εμάς καταλάβαινε τη λειτουργική γλώσσα ως παιδί; Και όμως κάθε Κυριακή δίναμε το παρόν στην Εκκλησία. Γιατί; Γιατί πιστεύαμε πως πηγαίνοντας στην Εκκλησία, κάνοντας το σταυρό μας, αντλούσαμε δύναμη, εξαγιαζόμαστε, γινόμαστε μέλη της κοινότητας Εκκλησίας. Σήμερα υπάρχει άραγε αυτή η βεβαιότητα;70»

Στο πού μπορεί να οδηγήσει αυτός ο Λειτουργικός Νεοβαρλααμισμός, που εξαρτά την συμμετοχή στη Θεία Λατρεία από την διανοητική κατανόηση, φαίνεται από όσα διηγείται η πρεσβυτέρα Αρετή Γιαννούλη από την Αίγινα, τα οποία χαρακτηρίζει ως τραυματική εμπει­ρία: «Ευρισκόμουν, εδώ και περισσότερο από 10 χρόνια, μαζί με γκρουπ νέων, συνειδητών πιστών, σε κάποιο ξενόγλωσσο ορθόδοξο μοναστήρι. Εκεί παρακολουθούσαμε με απόλυτη σιγή και κατάνυξη την θ. λειτουργία. Τότε, κάποιος από τους συνοδεύοντες πατέρες έρχεται και με το "έτσι θέλω" μας καλεί όλους να βγούμε έξω. Πηγαίνουμε στο σημείο συναντήσεως με το πούλμαν, το οποίο γνωρίζαμε ότι θα έρθει μετά από μία ώρα. Σε ερώτησή μας γιατί μας στέρησε την χαρά της θ. λειτουργίας, η απάντησή του ήταν: "αφού δεν ξέρετε τη γλώσσα, τί κάνατε εκεί μέσα;"!!! Παρακαλώ ας μου το ερμηνεύσει κάποιος θεολογικά, γιατί μέχρι τώρα το απέδιδα σε νεανική απερισκεψία του νεαρού κληρικού. Δυστυχώς, σήμερα βλέπω ότι αποτελεί "θέση" και "άποψη"».

Δεν έχει βέβαια ανάγκη η ευλογημένη πρεσβυτέρα να της το αναλύσουμε θεολογικά, διότι ορθοτομεί τον λόγο της αληθείας σε όλα όσα γράφει σε σχετική της επιστολή προς το περιοδικό «Σύναξη», όπου επίσης μας προσφέρει τα εξής αξιοπαρατήρητα: «Όμως, ευτυχώς, μέσα στη θ. λειτουργία χωρούν όλοι. Οι μορφωμένοι και διανοούμενοι μπορούν να απολαύσουν και συναισθανθούν το απέραντο βάθος και την ομορφιά των λεγομένων, οι κατωτέρου επιπέδου "ο έκαστος χωρεί", και αυτοί που λιγότερο "κατανοούν", αλλά "θέλουν" και με ταπείνωση συμμετέχουν, με την ενέργεια του αγίου Πνεύματος, "τρέχουν" μυστικά μπροστάρηδες προς τα πάνω. Όπως το πλήθος των ολιγογραμ­μάτων αγίων μας και των συγχρόνων γεροντάδων μας, από τους οποίους κανείς δεν ανησύχησε με το προορατικό και διορατικό τους χάρισμα, ούτε επρότεινε καμμιά "λειτουργική αναγέννηση", γιατί βίωναν προσωπικά την αγιοπνευματική τους αναγέννηση και μυστική κοινωνία με τον Θεό»71.

Υπάρχει ένα πολύ ωραίο κείμενο του Αγίου Μαξίμου από την Μυσταγωγία, το οποίο παρουσιάσθηκε κατά τις τελευταίες συζητήσεις για τη λειτουργική γλώσσα και βοηθάει πολύ στην κατανόηση, όχι του διανοητικού και λογικού, αλλά του μυσταγωγικού χαρακτήρος της Θείας Λατρείας. Συμμετέχει βέβαια και ο νους στην μυσταγωγική αυτή μέθεξη. Δεν εισηγείται αγνωστικισμό η Ορθόδοξη Πατερική Παράδοση. Ο νους είναι δημιούργημα και δώρο του Θεού, και δεν μας δόθηκε εις μάτην, αρκεί να τον χρησιμοποιούμε σωστά, όπως ανέλυσε θαυμάσια ο Μ. Βασίλειος σε μία από τις τρεις προς Αμφιλόχιο Ικονίου επιστολές του, όπου επιλύει το πρόβλημα της γνώσεως του Θεού. Και η σωστή λειτουργία του νου δεν είναι ούτε να στραφεί προς το κακό και τους δαίμονες, ούτε να αυτονομηθεί καλλιεργώντας τις αδιάφορες πνευματικά επιστήμες του ανθρώπου. αυτά συνιστούν την ανθρώπινη σοφία που είναι «επίγειος, ψυχική, δαιμονιώδης» κατά τον άγιο Ιάκωβο τον Αδελφόθεο72. Η σωστή κίνηση του νου που συνιστά την σοφία την «άνωθεν κατερχομένην», την θεία σοφία, είναι να στραφεί προς τον Θεό και τα θεία. Δεν μειώνεται τότε το γνωστικό του πεδίο, αντίθετα ευρύνεται. Δέχεται την έλλαμψη της Χάριτος του αγίου Πνεύματος και δεν νοεί τότε ούτε «βλέπει» λογικά, αλλά πνευματικά, υπέρλογα, και ας είναι άνθρωπος τυφλός και κουφός και ολιγογράμματος. Εισέρχεται σε άλλο χώρο, μεταποιούνται και μεταμορφώνονται τα γνωστικά του όργανα, μετατίθενται στο χώρο του Πνεύματος και ενεργούν όχι λογικά, αλλά πνευματικά. Εκχωρούμε εθελουσίως τον νου μας στην ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. παραιτούμεθα από τον περιορισμένο στα γήινα πτωχό κόσμο της λογικής, της διανοητικής κατανόησης και ανοιγόμαστε, προσχωρούμε στον πλούσιο και άπειρο κόσμο του θείου φωτός, όπου ο μεταμορφωμένος νους εν Πνεύματι γνωρίζει εκ των έσω, εμπειρικώς και βιωματικώς, οντολογικώς τα θεία. Απέναντι των αγνωστικισμών της φιλοσοφίας και των θρησκειών, η υπέρλογη κοινωνία και γνώση. Τότε, όπως λέγει ο Μ. Βασίλειος «ο τη θεότητι του Πνεύματος ανακραθείς νους, ούτος ήδη των μεγάλων εστί θεωρημάτων εποπτικός και καθορά τα θεία κάλλη, τοσούτον μέντοι, όσον η Χάρις ενδίδωσι και η κατασκευή αυτού υποδέχεται»73.

Αυτά υπομνηματίζει ο Άγιος Μάξιμος με το χωρίο που θα παραθέσουμε και αυτά δέχεται και διδάσκει διά των αιώνων η Ορθόδοξη Πατερική Παράδοση, όπως αναπτύχθηκε ιδιαίτερα από τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά, τον κήρυκα του ακτίστου και θεοποιού φωτός, τον υπέρμαχο του θεϊκού Φωτισμού έναντι του ουμανιστικού ορθολογιστικού Διαφωτισμού του Βαρλαάμ Καλαβρού.

Όλα τα προτεινόμενα από τους θιασώτες της «Λειτουργικής Ανανεώσεως» μέτρα, για διευκόλυνση των πιστών να κατανοούν λογικά την Θεία Λατρεία, όπως η μετάφραση των λειτουργικών κειμένων, το χαμήλωμα των τέμπλων, η έκφωνος και όχι μυστική ανάγνωση των ευχών και πολλά άλλα δεν λαμβάνουν υπ' όψιν τον μυσταγωγικό χαρακτήρα της Θείας Λατρείας και προσχωρούν στην νοοτροπία του Βαρλαάμ, αποτελούν ενδείξεις Νεοβαρλααμισμού. Ας προσέξουμε τί λέγει ο Άγιος Μάξιμος: «Διά την αοράτως αεί μεν παρούσαν του Αγίου Πνεύματος Χάριν, ιδιοτρόπως δε μάλιστα κατά τον καιρόν της αγίας συνάξεως και έκαστον των ευρισκομένων μεταποιούσαν τε και μετασκευάζουσαν και αληθώς μεταπλάττουσαν επί το θειότερον αναλόγως εαυτώ και προς το δηλούμενον διά των τελουμένων μυστηρίων άγουσαν. καν αυτός μη αισθάνηται, είπερ των έτι κατά Χριστόν νηπίων εστί, και εις το βάθος των γινομένων οράν αδυνατεί».

Έχει βέβαια κολοβωθή κατά το πρώτο του ήμισυ το εν λόγω χωρίο και η κολόβωση αυτή είναι ενδεικτική της διανοουμενίστικης, λογοκρατικής στάσεως μερικών θεολόγων απέναντι στα πατερικά κείμενα. Επιλέγουμε εκείνα που προσφέρουν βάση για φιλοσοφικοστοχαστικά σχόλια και αφήνουμε όσα απαιτούν και προϋποθέτουν πίστη και αφελότητα καρδίας. Στο πρώτο λοιπόν μισό του εν λόγω χωρίου ο Άγιος Μάξιμος, ο μεγάλος αυτός φιλόσοφος και οντολόγος, παραθέτει άποψη Γέροντος, ο οποίος συνιστά να μην απουσιάζουν οι πιστοί από τις συνάξεις της κοινότητος στους ναούς, να εκκλησιάζονται δηλαδή, και για άλλο λόγο, διότι παρίστανται άγγελοι οι οποίοι καταγράφουν τους εισερχομένους, τους εμφανίζουν ενώπιον του Θεού, και πρεσβεύουν υπέρ των εκκλησιαζομένων. Αυτός ο σοβαρός και πειστικός λόγος για την συμμετοχή στη Θεία Λατρεία, έχει καμία σχέση με την διανοητική κατανόηση και με την μετάφραση των λειτουργικών κειμένων; Γράφει το κείμενο: «Τοιγαρούν ώετο δειν ο μακάριος γέρων, και παρακαλείν ουκ επαύετο πάντα Χριστιανόν, τη αγία του Θεού Εκκλησία σχολάζειν, και μη απολιμπάνεσθαί ποτε της εν αυτή τελουμένης αγίας συνάξεως, διά τε τους παραμένοντας αυτή αγίους αγγέλους και απογραφομένους εκάστοτε τους εισιόντας και εμφανίζοντας τω Θεώ, και τας υπέρ αυτών δεήσεις ποιουμένους». Και συνεχίζει με το δεύτερο ήμισυ του χωρίου, όπου παρουσιάζει, ως δεύτερο λόγο της ανάγκης των πιστών να εκκλησιάζονται, την επενέργεια επ' αυτών της Θείας Χάριτος, η οποία τους μεταπλάθει και τους μεταβάλλει ανάλογα με την δεκτικότητα του καθενός. σημαντικό μάλιστα στοιχείο για τον όλο προβληματισμό είναι ότι αυτή η εν τη συνάξει μεταμόρφωση των πιστών δεν εξαρτάται από το πόσο μπορούν να διεισδύσουν στο νόημα και στο βάθος των μυστηρίων. «καν αυτός μη αισθάνηται, είπερ των έτι κατά Χριστόν νηπίων εστί και εις το βάθος των γινομένων οράν αδυνατεί». Παραθέτουμε σε υποσημείωση ακέραιο το σημαντικό αυτό χωρίο, γιατί θεμελιώνει άριστα τους λόγους για τους οποίους πρέπει να μη λείπει κανείς από τις συνάξεις της κοινότητος και τις ακολουθίες της Θ. Λατρείας. Να παρουσιάζεται, να εμφανίζεται εν πρώτοις απέναντι του Θεού, και να δέχεται την Χάρη του Αγίου Πνεύματος. Και αυτά επιτυγχάνονται όχι από το βαθμό της κατανοήσεως των τελουμένων, αλλά από τον βαθμό της πνευματικής προκοπής και τελειότητος74.



στ) Ενότητα λόγου και μέλους, κειμένων και μουσικής

Σχεδόν όλοι συμφωνούν ότι μία ξεχωριστή ιδιαιτερότητα του λειτουργικού λόγου, και προ παντός της ποιήσεως, της υμνογραφίας, είναι η αδιάρρηκτη ενότητα λόγου και μέλους, κειμένου και μουσικής. Όταν ο υμνογράφος γράφει τους ύμνους δεν δημιουργεί πρώτα το κείμενο, για να το επενδύσει στη συνέχεια με μουσική, όπως συμβαίνει συνήθως με τις μουσικές συνθέσεις, όπου ποιητής και μουσουργός είναι συνήθως διαφορετικά πρόσωπα. Στην εκκλησιαστική Υμνογραφία ο ποιητής είναι και μελωδός• «μελίζει» συγχρόνως το κείμενό του. δεν υπάρχει χρονική στιγμή κατά την οποία να υπήρξε το κείμενο, χωρίς μέλος, δεν υπάρχουν ύμνοι αμέλιστοι. Δεν μπορούμε να πούμε, χρη­σιμοποιώντας τριαδική ορολογία ότι «ην ποτε» το κείμενο, «ότε ουκ ην» το μέλος, αλλά «άμα λόγος, άμα μέλος», λόγος και μέλος είναι σύγχρονα, συνυπάρχουν αδιαιρέτως και αχωρίστως.

Η μετάφραση λοιπόν του υμνογραφικού πλούτου της Ορθόδοξης Λατρείας, που αποτελεί ποσοτικά το μέγιστο τμήμα της Θ. Λατρείας, σε σχέση με τα πεζά κείμενα, είναι αδύνατη, γιατί θα καταστρέψει αυτήν την αδιαίρετη ενότητα λόγου και μέλους, θα καταστρέψει τα εκπληκτικά και από όλους θαυμαζόμενα μεγάλα ποιητικά δημιουργήματα της εκκλησιαστικής Υμνογραφίας. Αν η ποίηση καθ' εαυτήν, η κοσμική ποίηση, είναι δύσκολη στη μετάφρασή της, μολονότι εδώ ο μεταφραστής δεν έχει να σκεφθεί και την απόδοση του μέλους, πόσο πιο δύσκολη είναι η μετάφραση ποιήσεως που είναι ζυμωμένη με το μέλος; Η προτεινόμενη, λόγω αυτής της ανυπέρβλητης δυσκολίας, μετάφραση μόνο των πεζών τμημάτων της Θ. Λατρείας, όπως των αγιογραφικών αναγνωσμάτων, των ευχών και των δεήσεων, δεν αποτελεί λύση, διότι θα θεραπεύσει κατά πολύ μικρό μέρος το αίτημα της κατανοήσεως των κειμένων, που προβάλλουν οι υπέρμαχοι της μεταφράσεως, αφού οι ύμνοι αποτελούν το συντριπτικά υπέρτερο ποσοστό των λειτουργικών κειμένων, από την άλλη όμως πλευρά θα δημιουργήσει ανομοιομορφία και θα διαιρέσει την λειτουργική γλώσσα, με όλες τις κακές συνέπειες της μεταφράσεως που επισημάναμε μέχρι τώρα.

6. Λογική κατανόηση ή βιωματική μέθεξη;

Η μέχρι τώρα ανάπτυξη απέβλεπε να δείξει ότι είναι αδικαιολόγητη η παρουσίαση της λειτουργικής γλώσσης ως μεγάλου ποιμαντικού προβλήματος, επειδή δεν ημπορούν δήθεν οι πιστοί να κατανοήσουν τα νοήματα της Θ. Λατρείας, με συνέπεια να αποφεύγουν να εκκλησιάζονται, και έτσι, εξ αιτίας της γλώσσης, να στερούνται την ευεργετική επίδραση των λόγων και των πράξεων της Εκκλησίας. Δείξαμε ότι το πρόβλημα δεν είναι υπαρκτό, αλλά κατασκευασμένο. Ότι οι διαφορές μεταξύ της λειτουργικής γλώσσης και της καθομιλουμένης είναι ελάχιστες και είναι εύκολο να ξεπεράσει κανείς αυτό το πρόβλημα, ότι για την μη προσέλευση των πολλών στην Εκκλησία δεν ευθύνεται η γλώσσα, αλλά το γενικότερο κλίμα αδιαφορίας απέναντι στα ιερά, η αποϊεροποίηση του συγχρόνου πολιτισμού. Η χρήση της αρχαίας λειτουργικής γλώσσης αμετάβλητης και αναλλοίωτης επιβάλλεται να συνεχισθεί για σοβαρούς θεολογικούς και εκκλησιολογικούς λόγους μερικούς από τους οποίους αναπτύξαμε. Είναι γλώσσα την οποία διάλεξε ο ίδιος ο Θεός, αγιασμένη από την χρησιμοποίησή της από πλήθος Αγίων και φορτωμένη από την Χάρη του Θεού, ιεροπρεπής και υψηλή, πλούσια και πολύσημη σε έννοιες και νοήματα, ενώνει τους πιστούς όλων των εποχών σε αδιάσπαστη λειτουργική διαδοχή και συνέχεια, χαρακτηριζόμενη και από την αδιαίρετη ενότητα λόγου και μέλους, κειμένου και μουσικής.

Ερχόμαστε μετά από όλα αυτά να παρουσιάσουμε και να αναλύσουμε το βασικό θέμα του όλου προβληματισμού, να εγγίσουμε την ουσία, την ουσιαστική πλευρά του προβλήματος, η οποία περιορίζεται από μερικούς στην ανάγκη να κατανοούν οι πιστοί με τον νου τους τα λεγόμενα και ψαλλόμενα μέσα στη Θεία Λατρεία, να μην είναι παθητικοί δέκτες ακατανοήτων λόγων, αλλά να κατανοούν και να μετέχουν, και όχι απλώς να παρακολουθούν τα λεγόμενα και τελούμενα. Επικαλούνται μάλιστα και το επιχείρημα της «λογικής λατρείας»62, ωσάν αυτό να σημαίνει διανοητική ή ορθολογιστική λατρεία, που δεν είναι σωστό63. Η θεμελίωση του προβλήματος στην ανάγκη της διανοητικής κατανοήσεως των λεγομένων και πραττομένων επαναφέρει στη θεολογική και εκκλησιαστική επικαιρότητα πρόβλημα από πολλού λελυμένο και εμπεδωμένο στην πίστη και στη ζωή της Εκκλησίας. Το πρόβλημα δηλαδή της κοινωνίας μετά του Θεού και των θείων, και του τρόπου με τον οποίο επιτυγχάνει ο άνθρωπος να γίνει κοινωνός του Θεού. Επιτυγχάνεται αυτό με τον νου και την γνώση, με την φιλοσοφία και την επιστήμη, με την ανθρώπινη δηλαδή σοφία, με κτιστά μέσα, με ανθρώπινες δυνατότητες, όπως θέλει ο ανά τους αιώνες ανθρωποκεντρικός Ουμανισμός, ή επιτυγχάνεται εν Πνεύματι, με την αγιοπνευματική αλλοίωση που κατορθώνει ο κεκαθαρμένος από τα πάθη, οπότε δέχεται την ενέργεια της ακτίστου Χάριτος, τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος και τότε δεν σκέπτεται με το νου τα θεία, αλλά πάσχει τα θεία, βιώνει τις θείες αλήθειες και μετέχει όχι διανοητικά, αλλά εμπειρικά στα θεία μυστήρια; Η άποψη ότι δεν υπάρχει άκτιστη Χάρη και ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, μέσω της οποίας επικοινωνούμε με τον Θεό, και ότι ο μόνος τρόπος να επικοινωνήσουμε με τον Θεό είναι να κατανοήσουμε λογικά τον Θεό και τα θεία, είναι η αίρεση του Βαρλαάμ του Καλαβρού, της ορθολογιστικής Δύσεως, του Παπισμού και του Προτεσταντισμού, την οποία αντιμετώπισε ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς εκφράζοντας και συνοψίζοντας τη διδασκαλία του Χριστού, των Αποστόλων και των Αγίων.

Δεν πρόκειται βέβαια εδώ να αναλύσουμε την ησυχαστική διδασκαλία του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά. Αυτό έχει γίνει από πολλούς τα τελευταία χρόνια. Θέλουμε μόνο να επισημάνουμε ότι σχεδόν όλα τα αιτήματα και θέματα που θέτει στις ημέρες μας η λεγόμενη «Λειτουργική Αναγέννηση», που σχετίζονται είτε με την διανοητική κατανόηση μέσω απλοποιήσεως της λειτουργικής γλώσσης, είτε με την ελάττωση της κακοπαθείας και της κοπώσεως των πιστών, με την συντόμευση των ακολουθιών, αποτελούν Νεοβαρλααμισμό, ανανέωση της διδασκαλίας του Βαρλαάμ Καλαβρού, ο οποίος αρνείται ότι η χάρη του Θεού ενεργεί εις όλους, εγγραμμάτους και αγραμμάτους, όχι κατά το μέτρο της κατανοήσεως, αλλά κατά το μέτρο της καθάρσεως, και συνιστά να αποφεύγουμε την κακοπάθεια του σώματος, τις νηστείες, τις αγρυπνίες, τις μακροσκελείς ακολουθίες. Περί του ότι όμως η «Λειτουργική Ανανέωση» είναι Νεοβαρλααμισμός θα γράψουμε ιδιαίτερο άρθρο, ώστε να αποφύγουμε αυτόν τον νεοφανή Λειτουργικό Παπισμό και Λειτουργικό Προτεσταντισμό, οι οποίοι στο θέμα αυτό συμπίπτουν και ομοιάζουν. Ο Προτεσταντισμός ώθησε μάλιστα στα άκρα τον Ορθολογισμό και την κατανόηση ή την διανοητική προσέγγιση. ουσιαστικώς πρόκειται για ένα ανθρωποκεντρικό ουμανιστικό Χριστιανισμό, ο οποίος απομάκρυνε όλα τα υπέρλογα και μυστικά στοιχεία, κατήρ­γησε το μυστήριο και το θαύμα, και έκανε το Χριστιανισμό θρησκεία της λογικής και του κηρύγματος. Το κέντρο βάρους έφυγε από τον ναό και μετατοπίσθηκε στην αίθουσα. οι λατρευτικές πράξεις και ακολουθίες ατόνησαν, και γιγαντώθηκε η σημασία του κηρύγματος και της ικανότητος του ιεροκήρυκος να πείθει με λογικά επιχειρήματα.

Η κατανόηση όμως της Θείας Λατρείας δεν είναι συνάρτηση της λογικής, της διανοητικής κατανόησης των λεγομένων και πραττομένων, αλλά της βιωματικής εμπειρίας και συμμετοχής. Πηγαίνουμε στην εκκλησία, στο ναό, όχι για να καταλάβουμε, αλλά για να αγιασθούμε, να ενωθούμε όλοι εν συνάξει, και ως σώμα Χριστού να υμνήσουμε και να δοξολογήσουμε τον Θεό. Ο ναός είναι ο χώρος της Χάριτος, της ενεργείας των μυστηρίων, της αναγεννήσεως του ανθρώπου, της τονώσεως και ενισχύσεώς του εις τα καθημερινά προβλήματα, της συμμετοχής του εις την θεοποιό Χάρη του Παναγίου Πνεύματος. Ακόμη και αν δεν καταλαβαίνει κανείς όλα όσα λέγονται και πράττονται, η επιθυμία να είναι στον ναό, να βρίσκεται κοντά στον Θεό εν ταπεινώσει και υπακοή, η εφαρμογή των εντολών του Θεού, τον καθιστά δεκτικό της Χάριτος του Θεού, κοινωνό και μέτοχο της θεότητος. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις ο πιο εγγράμματος και σοφός, ακόμη και αν γνωρίζει όλη την ανθρώπινη σοφία από τον Αδάμ μέχρι σήμερα, όπως λέγει ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, θα εξακολουθήσει ως προς τα θεία να είναι μωρός και τυφλός, κλειστός παντελώς στην φωτιστική και θεοποιό Χάρη του Αγίου Πνεύματος, ξένος προς τα λεγόμενα και τελούμενα64. Αντίθετα ο απλός και ταπεινός που άκουσε το «έρχου και ίδε»65, πηγαίνει για να δει, όχι για να καταλάβει, να ζήσει, να βιώσει, όπως έζησαν και εβίωσαν τον Χριστό οι αγράμματοι απόστολοι και χιλιάδες αγίων, πολλοί από τους οποίους ήσαν επίσης αγράμματοι. Αυτοί μας εκήρυξαν, και μας παρέδωσαν όχι όσα κατάλαβαν και σκέ­φθηκαν, φιλοσοφίες και ανθρώπινες διδαχές, αλλά αυτά που άκουσαν, είδαν και εψηλάφησαν, αυτά δηλαδή που έζησαν και εβίωσαν. «Ο ακηκόαμεν, ο εωράκαμεν τοις οφθαλμοίς ημών, ο εθεασάμεθα και αι χείρες ημών εψηλάφησαν»66. Με την λογική του ο Θωμάς απιστούσε στην Ανάσταση του Χριστού, αμφέβαλλαν δε και οι άλλοι Απόστολοι, πριν να εμφανισθεί ο Χριστός. Όταν όμως τον είδαν και τον εψηλά­φησαν αναστάντα και τον έζησαν, όλες οι αναζητήσεις και οι διανοητικές κατανοήσεις κατέπαυσαν, και παραδόθηκαν δια βίου στο έργο της μαρτυρίας αυτών που οι ίδιοι έζησαν, ώστε να κάνουν και άλλους κοινωνούς της Χάριτος και της σωτηρίας της εν Χριστώ Ιησού.

Μέσα στην Εκκλησία, στον ναό, ψηλαφούμε και εγγίζουμε την άκτιστη χάρη και ενέργεια του Θεού, η οποία χορηγείται, όπως είπαμε, όχι ανάλογα με τον βαθμό της διανοητικής κατανοήσεως, αλλά ανάλογα με τον βαθμό της πίστεως και της καθάρσεώς μας από τα πάθη, ιδιαίτερα από το πάθος του εγωισμού με την θεοποιό ταπείνωση. Μέσα στο ευαγγέλιο αντηχεί για την πίστη η φωνή του Σωτήρος επανειλημμένως: «Ω γύναι μεγάλη σου η πίστις. γεννηθήτω σοι ως θέλεις»67. «Μόνον πίστευε και σωθήσει»68 και πολλά άλλα. Δεν ζητάει να τον καταλάβουμε ο Χριστός, αλλά να τον πιστεύσουμε, γιατί η πίστης υπερβαίνει τη λογική, την ανθρώπινη αυτάρκεια και μας παραδίδει με την ταπείνωση στον Θεό: «Εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Γι' αυτό ο Χριστός επήνεσε τα παιδιά και είπε ότι τα παιδιά θα κληρονομήσουν την βασιλεία των ουρανών, και μας συνέστησε να στραφούμε και να γίνουμε σαν τα παιδιά στην απλότητα και στην ακακία69. Παραβαίνουν και σ' αυτό την διδασκαλία του Ευαγγελίου οι Ρωμαιοκαθολικοί, οι οποίοι δεν χορηγούν την Θεία Κοινωνία στα νήπια μετά το βάπτισμα, αλλά περιμένουν την ενηλικίωσή τους και αναβάλλουν επίσης και το Χρίσμα. Μα αν υπάρχουν πρόσωπα άξια να κοινωνήσουν και να χρισθούν, αυτά είναι κατ' εξοχήν τα άκακα παιδιά. Η Θεία Χάρη ενεργεί σε όλους. στα παιδιά, στους ξένους που δεν καταλαβαίνουν την γλώσσα της λατρείας, ακόμη και σε διανοητικά καθυστερημένους ή σε βραδείς στην μάθηση και κατανόηση, ακόμη και σε κωφούς και σε τυφλούς. Πώς αντελήφθησαν τόσοι κωφοί και τυφλοί την παρουσία του Χριστού και ζήτησαν την βοήθειά του; Θα τους εξαιρέσουμε όλους αυτούς από τη βίωση της Χάριτος από την συμμετοχή στην Θεία Λατρεία, γιατί έχουν ελλιπή διανοητική κατανόηση;

Γράφει, πολύ σωστά, ο Γιάννης Τσερεβελάκης από την Κρήτη: «Σε άλλες εποχές οι άνθρωποι βίωναν την κοινωνία ως Εκκλησία και την Εκκλησία ως την κοινωνία, στην οποία ανήκαν ως μέλη, με το ναό να αποτελεί το ορατό κέντρο της κοινότητος. Από το ναό ξεκινούσε και στο ναό τελείωνε η καθημερινή ζωή του χριστιανού. Έτσι δεν υπήρχε ανάγκη για μετάφραση των κειμένων, αφού ο πιστός, έτσι κι αλλιώς, βίωνε το εκκλησιαστικό γεγονός, ζούσε πρωτίστως ως μέλος μιας κοινότητος. Δεν είχε ανάγκη να καταλαβαίνει τα πάντα από εκείνα που συνέβαιναν στο ναό, γιατί είχε το εκκλησιαστικό βίωμα, γιατί είχε τη συνείδηση ότι πάνω απ' όλα είναι μέλος της εκκλησιάς και ότι Εκκλησία σημαίνει λατρεία, Θεία Λειτουργία, κοινωνία των αχράντων μυστηρίων. Η γλώσσα των λειτουργικών κειμένων δεν αποτελεί το μείζον πρόβλημα για την Εκκλησία σήμερα. Ποιος από εμάς καταλάβαινε τη λειτουργική γλώσσα ως παιδί; Και όμως κάθε Κυριακή δίναμε το παρόν στην Εκκλησία. Γιατί; Γιατί πιστεύαμε πως πηγαίνοντας στην Εκκλησία, κάνοντας το σταυρό μας, αντλούσαμε δύναμη, εξαγιαζόμαστε, γινόμαστε μέλη της κοινότητας Εκκλησίας. Σήμερα υπάρχει άραγε αυτή η βεβαιότητα;70»

Στο πού μπορεί να οδηγήσει αυτός ο Λειτουργικός Νεοβαρλααμισμός, που εξαρτά την συμμετοχή στη Θεία Λατρεία από την διανοητική κατανόηση, φαίνεται από όσα διηγείται η πρεσβυτέρα Αρετή Γιαννούλη από την Αίγινα, τα οποία χαρακτηρίζει ως τραυματική εμπει­ρία: «Ευρισκόμουν, εδώ και περισσότερο από 10 χρόνια, μαζί με γκρουπ νέων, συνειδητών πιστών, σε κάποιο ξενόγλωσσο ορθόδοξο μοναστήρι. Εκεί παρακολουθούσαμε με απόλυτη σιγή και κατάνυξη την θ. λειτουργία. Τότε, κάποιος από τους συνοδεύοντες πατέρες έρχεται και με το "έτσι θέλω" μας καλεί όλους να βγούμε έξω. Πηγαίνουμε στο σημείο συναντήσεως με το πούλμαν, το οποίο γνωρίζαμε ότι θα έρθει μετά από μία ώρα. Σε ερώτησή μας γιατί μας στέρησε την χαρά της θ. λειτουργίας, η απάντησή του ήταν: "αφού δεν ξέρετε τη γλώσσα, τί κάνατε εκεί μέσα;"!!! Παρακαλώ ας μου το ερμηνεύσει κάποιος θεολογικά, γιατί μέχρι τώρα το απέδιδα σε νεανική απερισκεψία του νεαρού κληρικού. Δυστυχώς, σήμερα βλέπω ότι αποτελεί "θέση" και "άποψη"».

Δεν έχει βέβαια ανάγκη η ευλογημένη πρεσβυτέρα να της το αναλύσουμε θεολογικά, διότι ορθοτομεί τον λόγο της αληθείας σε όλα όσα γράφει σε σχετική της επιστολή προς το περιοδικό «Σύναξη», όπου επίσης μας προσφέρει τα εξής αξιοπαρατήρητα: «Όμως, ευτυχώς, μέσα στη θ. λειτουργία χωρούν όλοι. Οι μορφωμένοι και διανοούμενοι μπορούν να απολαύσουν και συναισθανθούν το απέραντο βάθος και την ομορφιά των λεγομένων, οι κατωτέρου επιπέδου "ο έκαστος χωρεί", και αυτοί που λιγότερο "κατανοούν", αλλά "θέλουν" και με ταπείνωση συμμετέχουν, με την ενέργεια του αγίου Πνεύματος, "τρέχουν" μυστικά μπροστάρηδες προς τα πάνω. Όπως το πλήθος των ολιγογραμ­μάτων αγίων μας και των συγχρόνων γεροντάδων μας, από τους οποίους κανείς δεν ανησύχησε με το προορατικό και διορατικό τους χάρισμα, ούτε επρότεινε καμμιά "λειτουργική αναγέννηση", γιατί βίωναν προσωπικά την αγιοπνευματική τους αναγέννηση και μυστική κοινωνία με τον Θεό»71.

Υπάρχει ένα πολύ ωραίο κείμενο του Αγίου Μαξίμου από την Μυσταγωγία, το οποίο παρουσιάσθηκε κατά τις τελευταίες συζητήσεις για τη λειτουργική γλώσσα και βοηθάει πολύ στην κατανόηση, όχι του διανοητικού και λογικού, αλλά του μυσταγωγικού χαρακτήρος της Θείας Λατρείας. Συμμετέχει βέβαια και ο νους στην μυσταγωγική αυτή μέθεξη. Δεν εισηγείται αγνωστικισμό η Ορθόδοξη Πατερική Παράδοση. Ο νους είναι δημιούργημα και δώρο του Θεού, και δεν μας δόθηκε εις μάτην, αρκεί να τον χρησιμοποιούμε σωστά, όπως ανέλυσε θαυμάσια ο Μ. Βασίλειος σε μία από τις τρεις προς Αμφιλόχιο Ικονίου επιστολές του, όπου επιλύει το πρόβλημα της γνώσεως του Θεού. Και η σωστή λειτουργία του νου δεν είναι ούτε να στραφεί προς το κακό και τους δαίμονες, ούτε να αυτονομηθεί καλλιεργώντας τις αδιάφορες πνευματικά επιστήμες του ανθρώπου. αυτά συνιστούν την ανθρώπινη σοφία που είναι «επίγειος, ψυχική, δαιμονιώδης» κατά τον άγιο Ιάκωβο τον Αδελφόθεο72. Η σωστή κίνηση του νου που συνιστά την σοφία την «άνωθεν κατερχομένην», την θεία σοφία, είναι να στραφεί προς τον Θεό και τα θεία. Δεν μειώνεται τότε το γνωστικό του πεδίο, αντίθετα ευρύνεται. Δέχεται την έλλαμψη της Χάριτος του αγίου Πνεύματος και δεν νοεί τότε ούτε «βλέπει» λογικά, αλλά πνευματικά, υπέρλογα, και ας είναι άνθρωπος τυφλός και κουφός και ολιγογράμματος. Εισέρχεται σε άλλο χώρο, μεταποιούνται και μεταμορφώνονται τα γνωστικά του όργανα, μετατίθενται στο χώρο του Πνεύματος και ενεργούν όχι λογικά, αλλά πνευματικά. Εκχωρούμε εθελουσίως τον νου μας στην ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. παραιτούμεθα από τον περιορισμένο στα γήινα πτωχό κόσμο της λογικής, της διανοητικής κατανόησης και ανοιγόμαστε, προσχωρούμε στον πλούσιο και άπειρο κόσμο του θείου φωτός, όπου ο μεταμορφωμένος νους εν Πνεύματι γνωρίζει εκ των έσω, εμπειρικώς και βιωματικώς, οντολογικώς τα θεία. Απέναντι των αγνωστικισμών της φιλοσοφίας και των θρησκειών, η υπέρλογη κοινωνία και γνώση. Τότε, όπως λέγει ο Μ. Βασίλειος «ο τη θεότητι του Πνεύματος ανακραθείς νους, ούτος ήδη των μεγάλων εστί θεωρημάτων εποπτικός και καθορά τα θεία κάλλη, τοσούτον μέντοι, όσον η Χάρις ενδίδωσι και η κατασκευή αυτού υποδέχεται»73.

Αυτά υπομνηματίζει ο Άγιος Μάξιμος με το χωρίο που θα παραθέσουμε και αυτά δέχεται και διδάσκει διά των αιώνων η Ορθόδοξη Πατερική Παράδοση, όπως αναπτύχθηκε ιδιαίτερα από τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά, τον κήρυκα του ακτίστου και θεοποιού φωτός, τον υπέρμαχο του θεϊκού Φωτισμού έναντι του ουμανιστικού ορθολογιστικού Διαφωτισμού του Βαρλαάμ Καλαβρού.

Όλα τα προτεινόμενα από τους θιασώτες της «Λειτουργικής Ανανεώσεως» μέτρα, για διευκόλυνση των πιστών να κατανοούν λογικά την Θεία Λατρεία, όπως η μετάφραση των λειτουργικών κειμένων, το χαμήλωμα των τέμπλων, η έκφωνος και όχι μυστική ανάγνωση των ευχών και πολλά άλλα δεν λαμβάνουν υπ' όψιν τον μυσταγωγικό χαρακτήρα της Θείας Λατρείας και προσχωρούν στην νοοτροπία του Βαρλαάμ, αποτελούν ενδείξεις Νεοβαρλααμισμού. Ας προσέξουμε τί λέγει ο Άγιος Μάξιμος: «Διά την αοράτως αεί μεν παρούσαν του Αγίου Πνεύματος Χάριν, ιδιοτρόπως δε μάλιστα κατά τον καιρόν της αγίας συνάξεως και έκαστον των ευρισκομένων μεταποιούσαν τε και μετασκευάζουσαν και αληθώς μεταπλάττουσαν επί το θειότερον αναλόγως εαυτώ και προς το δηλούμενον διά των τελουμένων μυστηρίων άγουσαν. καν αυτός μη αισθάνηται, είπερ των έτι κατά Χριστόν νηπίων εστί, και εις το βάθος των γινομένων οράν αδυνατεί».

Έχει βέβαια κολοβωθή κατά το πρώτο του ήμισυ το εν λόγω χωρίο και η κολόβωση αυτή είναι ενδεικτική της διανοουμενίστικης, λογοκρατικής στάσεως μερικών θεολόγων απέναντι στα πατερικά κείμενα. Επιλέγουμε εκείνα που προσφέρουν βάση για φιλοσοφικοστοχαστικά σχόλια και αφήνουμε όσα απαιτούν και προϋποθέτουν πίστη και αφελότητα καρδίας. Στο πρώτο λοιπόν μισό του εν λόγω χωρίου ο Άγιος Μάξιμος, ο μεγάλος αυτός φιλόσοφος και οντολόγος, παραθέτει άποψη Γέροντος, ο οποίος συνιστά να μην απουσιάζουν οι πιστοί από τις συνάξεις της κοινότητος στους ναούς, να εκκλησιάζονται δηλαδή, και για άλλο λόγο, διότι παρίστανται άγγελοι οι οποίοι καταγράφουν τους εισερχομένους, τους εμφανίζουν ενώπιον του Θεού, και πρεσβεύουν υπέρ των εκκλησιαζομένων. Αυτός ο σοβαρός και πειστικός λόγος για την συμμετοχή στη Θεία Λατρεία, έχει καμία σχέση με την διανοητική κατανόηση και με την μετάφραση των λειτουργικών κειμένων; Γράφει το κείμενο: «Τοιγαρούν ώετο δειν ο μακάριος γέρων, και παρακαλείν ουκ επαύετο πάντα Χριστιανόν, τη αγία του Θεού Εκκλησία σχολάζειν, και μη απολιμπάνεσθαί ποτε της εν αυτή τελουμένης αγίας συνάξεως, διά τε τους παραμένοντας αυτή αγίους αγγέλους και απογραφομένους εκάστοτε τους εισιόντας και εμφανίζοντας τω Θεώ, και τας υπέρ αυτών δεήσεις ποιουμένους». Και συνεχίζει με το δεύτερο ήμισυ του χωρίου, όπου παρουσιάζει, ως δεύτερο λόγο της ανάγκης των πιστών να εκκλησιάζονται, την επενέργεια επ' αυτών της Θείας Χάριτος, η οποία τους μεταπλάθει και τους μεταβάλλει ανάλογα με την δεκτικότητα του καθενός. σημαντικό μάλιστα στοιχείο για τον όλο προβληματισμό είναι ότι αυτή η εν τη συνάξει μεταμόρφωση των πιστών δεν εξαρτάται από το πόσο μπορούν να διεισδύσουν στο νόημα και στο βάθος των μυστηρίων. «καν αυτός μη αισθάνηται, είπερ των έτι κατά Χριστόν νηπίων εστί και εις το βάθος των γινομένων οράν αδυνατεί». Παραθέτουμε σε υποσημείωση ακέραιο το σημαντικό αυτό χωρίο, γιατί θεμελιώνει άριστα τους λόγους για τους οποίους πρέπει να μη λείπει κανείς από τις συνάξεις της κοινότητος και τις ακολουθίες της Θ. Λατρείας. Να παρουσιάζεται, να εμφανίζεται εν πρώτοις απέναντι του Θεού, και να δέχεται την Χάρη του Αγίου Πνεύματος. Και αυτά επιτυγχάνονται όχι από το βαθμό της κατανοήσεως των τελουμένων, αλλά από τον βαθμό της πνευματικής προκοπής και τελειότητος74.



7. Οργανωμένο σχέδιο κατά του Ελληνισμού οι μεταφράσεις και οι γλωσσικές μεταρρυθμίσεις

Πέραν όμως όλων αυτών των θεολογικών, εκκλησιολογικών και πνευματικών παραμέτρων που εκθέσαμε, υπάρχει και μία πολύ σημαντική πλευρά που έχει σχέση με τις ποικίλες επιβουλές εναντίον του Ελληνισμού και τα σχέδια για την αφομοίωση και την εξαφάνισή του. Η πίστη μας στον Χριστό, η Ορθοδοξία, και η ελληνική γλώσσα, αποτελούν βασικά στοιχεία της ταυτότητός μας, είναι η σφραγίδα μας, το είναι μας, η ψυχή μας. αυτά εκράτησαν και διέσωσαν την ιδιοπροσωπία μας μέσα στους αιώνες. Χωρίς αυτά θα είχαμε αφανισθεί. Αυτά τα δύο επιδιώκουν να αφανίσουν όσοι απεργάζονται συστηματικά και προγραμματισμένα την εθνική και πολιτιστική μας εξόντωση. Τα έθνη δε χάνονται όταν χάσουν την κρατική τους οντότητα, αλλά όταν χάσουν τον πολιτισμό τους, τα πνευματικά διαχρονικά τους γνωρίσματα. Οι Έλληνες αντέξαμε κάτω από τη Ρωμαϊκή κατάκτηση και όχι μόνο επιβιώσαμε αλλά με τη δύναμη της πίστεως, της Ορθοδοξίας και της ελληνικής γλώσσας, εκχριστιανίσαμε και εξελληνίσαμε τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, σε ελληνική Ρωμιοσύνη, διαμορφώσαμε το ελληνορθόδοξο Βυζάντιο, και μέσω αυτού φέραμε τον πολιτισμό, την εξημέρωση, σε πλήθος λαών. καταστήσαμε τους Σλάβους μέλη της ελληνικής κοινοπολιτείας του Βυζαντίου, κατά τον Obolensky.

Στην διάρκεια της Τουρκοκρατίας υπόδουλοι πάλι, χωρίς κρατική οντότητα, χωρίς δικό μας κράτος, παρ' ολίγον θα κατορθώναμε να εξελληνίσουμε και τους Τούρκους, θα φθάναμε, όπως εκτιμούν μερικοί, σε μία εκ των έσω άλωση, και μεταμόρφωση της μωαμεθανικής αυτοκρατορίας, αν δεν ξέσπαγε η επανάσταση του 1821. Εν πάση περιπτώσει, επιβιώσαμε, δεν χαθήκαμε κάτω από τις απάνθρωπες και σκληρές συνθήκες διαβίωσης ιδιαίτερα των δύο πρώτων αιώνων, γιατί οι πνευματικοί μας ταγοί, η εθναρχούσα Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως και οι δάσκαλοι του Γένους, όλοι σχεδόν κληρικοί, αντελήφθησαν τί εσχεδιάζετο από τότε εναντίον του Γένους και έλαβαν τα μέτρα τους. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πρώτες μεταφράσεις της Αγίας Γραφής στην Τουρκοκρατία εκπονήθηκαν από παπικούς μισσιοναρίους, ότι Παπισμός και Προτεσταντισμός μαζί με τον Σιωνισμό έκαναν και κάνουν μέχρι σήμερα το παν, ώστε μέσω δήθεν των μεταφράσεων και των κατά καιρούς εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων να μας βοηθήσουν, ουσιαστικώς όμως να μας απομακρύνουν, να μας αποκόψουν από τις ρίζες μας και να μας αφανίσουν. Ενοχλεί πολλούς το ότι η αρχαιοελληνική υψηλή γλώσσα, ο Έλληνας λόγος, το τελειότερο επί γης γλωσσικό όργανο, έντυσε και εξέφρασε την τελειότατη αποκάλυψη του Ευαγγελίου, έγινε το όργανο για να κηρυχθεί το Ευαγγέλιο και στη συνέχεια να διαμορφωθεί η αξεπέραστη Θεία Λατρεία με τα υψηλά και μοναδικά υμνολογικά κείμενα, ότι, όπως εγράφη, ο Ελληνισμός έγινε αιώνια κατηγορία της χριστιανικής σκέψεως, αδιαίρετο και αχώριστο στοιχείο του Χριστιανισμού, και ότι μόνο παράφρονες θα επιχειρούσαν να αφελληνίσουν τον Χριστιανισμό και την Θεία Λατρεία. Και αυτό έγινε προς όφελος και του Ελληνισμού και του Χριστιανισμού. Χωρίς τον Χριστιανισμό ο Ελληνισμός θα είχε ταφή μαζί με την πνευματική παρακμή του αρχαίου κόσμου, και χωρίς την ελληνική γλώσσα ο Χριστιανισμός δεν θα μπορούσε να εκφράσει το κήρυγμα του Ευαγγελίου αποτελεσματικά, ούτε να διαμορφώσει στη συνέχεια την δογματική διδασκαλία και την θεία Λατρεία.. Φορεύς λοιπόν αυτής της μοναδικής συζεύξεως ζωντανός είναι ακόμη η Ρωμιοσύνη, είμαστε οι Έλληνες. αποδειχθή­καμε κατά την διάρκεια της ιστορίας σκληρά καρύδια και δεν αφανισθή­καμε, μολονότι όπως λέγει ο Φώτης Κόντογλου στο γνωστό μύθο της χταπόδας, μας έσφαζαν, μας ρήμαζαν, μας σταύρωναν, μας καταδίωκαν. Τώρα έχουν επιλέξει άλλη μέθοδο πολύ πιο αποτελεσματική. να ξεχάσουμε την ιστορία και τη γλώσσα μας, να γίνουμε χλιαροί και εκκοσμικευμένοι στην πίστη μας. Ποιος θα διενοείτο ποτέ ότι το νεοελληνικό αυτό κράτος, το ψέμα το Βασίλειο, η καρικατούρα και το καρναβάλι της Ρωμιοσύνης, κατά τον Κωστή Παλαμά, που γεννήθηκε μέσα στον ήλιο αγωνιζόμενο για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδος την ελευθερία μέσα από τις αγνές ψυχές των Ρωμιών Ορθοδόξων αγωνιστών και των πιστών απλών ανθρώπων, που είχαν όλοι τους μέσα στην ψυχή τους Χριστό και Ελλάδα, ποιος θα διενοείτο λοιπόν ότι θα κατέληγε στην απόφαση να διαγράψουμε από τις ταυτότητες την εθνικότητα και την Ορθοδοξία, τον Χριστό δηλαδή και την Ελλάδα, για τα οποία έχυσαν το αίμα τους οι άγιοι Νεομάρτυρες και οι ήρωες του 21; Σιγά-σιγά η προοδευτική κουλτούρα και η άθεη διανόηση, εκφραζόμενη από μία δράκα, μία χούφτα ανθρώπων είτε στρατευμένων, είτε αφελών ιδεολόγων, κατόρθωσαν να αφελληνίσουν και να αποχριστιανίσουν την παιδεία μας, τα σχολεία μας, τα τελευταία χρόνια, υπακούοντας συνειδητά ή ασυνείδητα σε ξένα κέντρα αποφάσεων. Δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία και αποδεικνύεται και βιβλιο­γραφικώς ότι οι γλωσσικές μεταρρυθμίσεις και οι μεταφράσεις, ο εκχυδαϊσμός της γλώσσης, το μονοτονικό, η απλοποίηση της ορθογραφίας, η χρήση σε λίγο του λατινικού αλφαβήτου, σχεδιάζονται έξωθεν και εφαρμόζονται έσωθεν από υποψιασμένους και πολλούς ανύποπτους κυβερνώντες. Η πρόταση για την καθιέρωση της αγγλικής ως δεύτερης επίσημης γλώσσας από την Ελληνίδα επίτροπο στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο, θα επανέλθει φοβούμαι σε όχι μακρινό καιρό για την καθιέρωση της αγγλικής ως πρώτης επίσημης γλώσσας. Χθες τελείωσε η δραχμή, το αρχαιότερο νόμισμα στην Ευρώπη. θα αφήσουμε να τελειώσει και η γλώσσα;

Ό,τι έγινε πάντως σταδιακά στην παιδεία με τις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις η απορυθμίσεις, το ίδιο ακριβώς επαναλαμβάνεται τώρα και στην Εκκλησία με τη «Λειτουργική Αναγέννηση» από μία δράκα, από μία χούφτα πάλι ανθρώπων, ολιγάριθμη και αμελητέα, με μηδαμινή ή ελάχιστη ανταπόκριση στο ευσεβές πλήρωμα των πιστών. Κατορθώσαμε να καταστήσουμε την παιδεία μας ανελλήνιστη. οι νέοι πράγματι δεν μαθαίνουν αρχαία ελληνική γλώσσα. λυπούμαι κατάβαθα, όταν διαπιστώνω μέσα στις αίθουσες παραδόσεων και στην άλλη εκπαιδευτική δραστηριότητα, πόσο χαμηλή και ελλιπής είναι η αρχαιομάθεια των φοιτητών μας, χωρίς ευθύνη των παιδιών βέβαια. Πώς θα διαβάζουν και πώς θα κατανοούν την αρχαία και την εκκλησιαστική γραμματεία; Ούτε μεταφράσεις δεν θα είναι σε θέση να εκπονούν. Αυτοί που σήμερα μιλούν για μετάφραση των λειτουργικών κειμένων, γιατί είναι ακατανόητα δήθεν, δεν βλέπουν από πού ξεκινάει και πού φθάνει το νήμα;

Εξορίσαμε την αρχαία και την μεσαιωνική μορφή της γλώσσης από τα σχολεία. Υπήρχε ένα μοναδικό καταφύγιο, όπου ωμιλείτο και εψάλλετο, και εξακολουθεί ακόμη να υπάρχει η καϋμένη η γλώσσα μας, που έμαθε να μιλούν και να εκφράζονται χιλιάδες σοφοί φιλόσοφοι και φωτισμένοι Απόστολοι και Πατέρες και που αγιάσθηκε στα στόματα μεγάλων υμνωδών και υμνογράφων, που διαζωγράφησε βίους αγίων ανδρών και κατήχησε και δίδαξε εκατομμύρια ανθρώπων.. και όμως οι εκκλησίες άδειασαν και πωλούνται. Τα αίτια της φυγής των ανθρώπων από την Εκκλησία ή της προσεγγίσεως προς αυτήν δεν είναι γλωσσικά, είναι πνευματικά. εξόριστη από την παιδεία και καταδιωγμένη, βρίσκει ακόμη καταφύγιο μέσα στους ναούς, όπως βρήκε το Γένος μας καταφύγιο στα κρυφά σχολειά, στους νάρθηκες των ναών και στα μοναστήρια. Θα την εξορίσουμε λοιπόν και από εκεί, για να εφαρμοσθεί στην εντέλεια το σχέδιο του Κίσσιγκερ, του πάπα και όλων των, όπου γης, εχθρών του Ελληνισμού που απερίφραστα διά του πρώτου έχουν πει ότι πρέπει να μας αφανίσουν κτυπώντας την γλώσσα και την πίστη μας; Ποιον ξεγελούν με τα αστεία επιχειρήματα που προβάλλουν οι ανανεωτές περί του ότι δήθεν ο κόσμος φεύγει από την Εκκλησία, γιατί δεν καταλαβαίνει τα λειτουργικά κείμενα; Ακούσαμε και χθες από τον π. Γεώργιο Μεταλληνό και τον π. Μωυσή να λέγουν ότι στην Αμερική είναι μεταφρασμένα τα κείμενα για τους Ορθοδόξους στα Αγγλικά και όμως οι εκκλησιαζόμενοι μειώνονται. Εδώ τα κείμενα παραμένουν στην υψηλή, μοναδική και αξεπέραστη μορφή τους και όμως οι εκκλησιαζόμενοι αυξάνουν. Στην Ευρώπη και στην Αμερική και απανταχού της γης, μετά την Β' Βατικάνειο Σύνοδο και την εφαρμογή της «Λειτουργικής Ανανέωσης», οι Ρωμαιοκαθολικοί, και οι Προτεστάντες πιο παλιά, τελούν τη λατρεία στην καθομιλουμένη τοπική γλώσσα

Αυτήν τη διάσταση του κινδύνου να χάσουμε την οντότητα και την ιδιοπροσωπία μας ενσωματούμενοι στη Δύση χωρίς ταυτότητα, διατυπώνει άριστα ο Στέλιος άμφος γράφοντας: «Στην όλη αργολογία πε­ρί εκδημοτικισμού της εκκλησιαστικής υμνογραφίας, όπως στο σύνολο των προωθουμένων από ποικίλες πλευρές "εκσυγχρονισμών" του τόπου, υφέρπει η σκοπιμότης να ενσωματωθούμε, επί τέλους στην Δύση, ασχέτως εάν τούτο συνεπάγεται να χάσουμε το πρόσωπό μας που ακυρώνει αυτήν την επιζητουμένη ενσωμάτωση, αφού προϋποθέτει ένα ιστορικό κουρέλι. Χωρίς οντότητα κανένας λαός δεν αντέχει στους κλυδωνισμούς των σκληρών αναπροσαρμογών που επιβάλλει μια οικουμενική συγκυρία σαν την παρούσα. Υπ' αυτό το πρίσμα έχει υψίστη σημασία να διαφυλάξουμε άθικτο τον πνευματικό μας θησαυρό αρχίζοντας από την παραδόσιμη λατρεία της Εκκλησίας, η οποία οφείλει μάλιστα, αντί άλλης κατηχήσεως, να ενθαρρύνει εμπράκτως τις σπουδές της αρχαίας μας γλώσσας... Ως πυρήνας του εθνικού πνεύματος ζωής, ως διαπλαστική δύναμις ανθρώπων, η Ορθοδοξία είναι απείρως πλουσιώτερη από όλα μαζί τα σύγχρονα και τα μελλοντικά μηχανήματα, από αυτήν μπορεί το Γένος να περιμένη ουσιαστική ηθική ενίσχυση στην μάχη επιβιώσεως ου δίνει, εγκαταλελειμμένο εν ψυχρώ από την ιδιοτελή πνευματική και πολιτική του ηγεσία. Η προαιώνια ρίζα δεν μας χρειάζεται ιδεολογικά• μας χρειάζεται ως αυθεντική πνευματική συγκρότηση και εσωτερική εδραία βάση, άνευ των οποίων σε μια ισχυρή ιστορική πίεση είναι αναπόφευκτο να καταρρεύσωμε. Ποιο μπορεί να είναι το μέλλον της ανθρωπότητος, όταν ο λαός που ανέβασε το πνεύμα στα ουράνια γίνει μουσειακό αντικείμενο;»75.



8. Τι δέον γενέσθαι; Ο πατερικός δρόμος

Τα κείμενα της Θ. Λατρείας έχουν ιστορία αιώνων. Κατά την μακρά χρονική περίοδο που καλύπτουν, η Εκκλησία δι' αγίων ανδρών έδωκε την αρμόζουσα λύση στο πρόβλημα της εκ μέρους των πιστών κατανοήσεώς τους. Και η λύση αυτή δεν είναι η μετάφραση, αλλά η ερμηνεία τους. Λειτουργικοί όροι, θεολογικά νοήματα, συμβολισμοί, πράξεις τελετουργικές, δομή ακολουθιών και πολλά άλλα, ακόμη και αν μεταφρασθούν τα κείμενα, θα εξακολουθήσουν να έχουν ανάγκη ερμηνείας. Η δυσκολία δεν βρίσκεται στις λέξεις αλλά στα νοήματα. το νόημα των λέξεων πρέπει να ερμηνεύσουμε και να αποκαλύψουμε, και όχι να τις αντικαταστήσουμε με άλλες, οι οποίες επίσης θα έχουν ανάγκη ερμηνείας.

Αυτόν τον δρόμο μας υποδεικνύουν οι θεοφώτιστοι και θεοδίδακτοι Άγιοι Πατέρες, οι μεγάλοι και αληθινοί λειτουργιολόγοι, οι οποίοι παράλληλα με την θύραθεν συγκρότηση και επιστημοσύνη τους, με την ανθρώπινη σοφία, και τις επιστημονικές τους περγαμηνές, ήσαν συγχρόνως και σκεύη της Χάριτος, εβίωσαν και έπαθαν τα θεία. Ποιος θα μπορούσε π.χ. να συμφωνήσει ότι ο Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης, ο κατά κοινήν παραδοχήν και ομολογίαν εκφραστής και ερμηνευτής της λειτουργικής πρακτικής και αυτοσυνειδησίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας, είχε δήθεν ελλιπή ιστορική γνώση και κατανόηση της λειτουργικής πράξης, με συνέπεια να έχει και ελλιπή θεολογική ερμηνεία πολλών τελουμένων μέσα στη Θ. Λατρεία, όπως ισχυρίζεται σύγχρονος λειτουργιολόγος, και μάλιστα κληρικός76; Αυτήν την γραμμή, δυστυχώς προσπαθούν να περάσουν οι πανεπιστημιακοί λειτουργιολόγοι, όπως βέβαια και άλλων κλάδων και ειδικοτήτων, όπως της Δογματικής, που εσχάτως καθοδήγησαν και ενέκριναν διδακτορικές διατριβές στην Θεσσαλονίκη, στις οποίες οι αιρετικοί Μονοφυσίτες Διόσκορος και Σεβήρος παρουσιάζονται ως Ορθόδοξοι. Έχουν αυτά καμμία σχέση με το πατερικό ήθος, και θα πρέπει τέτοιους λειτουργιολόγους και δογματικούς, ή ερμηνευτάς και καινοδιαθηκολόγους και άλλους, να λαμβάνουμε υπ' όψιν, όπως πιστεύει ο π. Κωνσταντίνος Παπαγιάννης, ο οποίος κρίνει αρνητικά το συνέδριό μας, γιατί, λέγει, δεν καλέσαμε λειτουργιολόγους; Στους λειτουργιολόγους στηρίζεται και αυτούς επικαλείται ο μητροπολίτης Κιλκισίου κ. Απόστολος, ο οποίος με τις λειτουργικές καινοτομίες και ανανεώσεις του ξεσήκωσε το πλήρωμα της επαρχίας του, το οποίο βλέπει να ανατρέπονται παραδόσεις αιώνων77. Μέχρι τέτοιου σημείου έφθασαν οι αντιδράσεις, ώστε αναγκάσθηκε και η Ιερά Σύνοδος παρά το φιλάδελφον, να τον καλέσει να δώσει εξηγήσεις και να του συστήσει να κρατεί τα παραδεδομένα78. Δυστυχώς ανοίξαμε τους ασκούς της «Λειτουργικής Ανανέωσης» και τώρα εισπράττουμε θύελλες και καταιγίδες. Μέσα στην νοοτροπία που δημιουργήθηκε, η οποία νομιμοποιεί και επιδοκιμάζει τις ανανεώσεις, η περίπτωση του μητροπολίτου Κιλκισίου είναι ο αναμενόμενος καρπός. Ό,τι σπείρεις θερίζεις. αν σπείρεις ανέμους, θα θερίσεις θύελλες.


Για να φανεί ολοκάθαρα που μπορεί να οδηγήσει η καινοτόμος νοοτροπία των ανανεωτών, θα παραθέσουμε τις απίστευτες αλλαγές και ανανεώσεις, στις οποίες προέβη ο μητροπολίτης Κιλκισίου Απόστολος, όπως αυτές καταγγέλθηκαν στο υπόμνημα που υπέβαλαν προς την Ιερά Σύνοδο κάτοικοι της πόλεως του Κιλκίς:

1. Στα ένδεκα χρόνια της παρουσίας του στη μητρόπολή μας ποτέ μέχρι σήμερα δεν προσήλθε στο ναό την πρέπουσα ώρα, ώστε να ακολουθηθεί η κεκανονισμένη τυπική διάταξη της ανόδου του στο θρόνο και της καθόδου του με την ψαλμωδία «Τον Δεσπότην και Αρχιερέα», της προσκυνήσεως των ιερών εικόνων και της "λήψεως καιρού" για την είσοδό του στη συνέχεια στο θυσιαστήριο. Αντ' αυτών εισέρχεται συνήθως στο ναό απ' την οπίσθια θύρα του Ιερού, πολλές φορές κατά τη διάρκεια της «Μικράς Εισόδου» και μισοντυμένος τα ιερά άμφια υποδέχεται το Ευαγγέλιο διακόπτοντας τη ροή της Ακολουθίας με προσωπικές φιλοσοφικές του εμπνεύσεις επιβάλλοντας στο εκκλησίασμα να ψάλλει δύο και τρεις φορές τα απολυτίκια της ημέρας, πολλά από τα οποία ούτε και οι ιερείς δεν ξέρουν να τα ψάλλουν.

2. Σε αρχιερατική θεία Λειτουργία ποτέ δεν άφησε να ψαλλεί ο Τρισάγιος Ύμνος πεντάκις με τη βυζαντινή αρχαιοπρέπειά του, ώστε μετά το «Άγιος» του Βήματος να εξέλθει για το «Κύριε, Κύριε, επίβλεψον», αλλ' αντ' αυτών συνήθως παρουσιάζεται στην Ωραία Πύλη και εξηγεί φορτικώς και επανειλημμένως ότι Άγιος σημαίνει Δούλος και Υπηρέτης, φιλοσοφώντας ακατάσχετα, και όταν θυμηθεί το «Δύναμις» και ψάλλουν οι ψάλτες το τελικό «Άγιος ο Θεός», ο Σεβασμιώτατος χορεύει πάνω στα βημόθυρα, με χοροπηδητά σαν να βρίσκεται σε πίστα νυχτερινού κέντρου, προκαλώντας τους γέλωτες και τη θυμηδία των πιστών.

3. Κακοποιεί βάναυσα τη Θεία Λειτουργία διακόπτοντας τη ροή της, όποτε του κατέβει κάτι στο νου, άσχετο ή σχετικό, που σπεύδει να το ανακοινώσει. Ακόμη καταστρατηγεί ευχές και εκφωνήσεις, τις οποίες έχει μεταφράσει στην καθομιλουμένη δημοτική και παρουσιάζεται με το Άγιο Δισκοπότηρο στην Ωραία Πύλη να εκφωνεί ακόμη και τις μυστικές ευχές της Μετουσιώσεως διασκευασμένες σε δική του έκδοση. Και το πιο σπουδαίο περικόπτει τη Θεία Λειτουργία κατά το δοκούν, αν τυχόν «ξεχαστεί» να μιλάει στο κήρυγμα επί είκοσι και τριάντα λεπτά της ώρας. Για παράδειγμα: Σε Θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων στον Ι. Ναό της Παναγίας στο Κιλκίς, που την παρακολουθούσαν μαθητές του 1ου Γυμνασίου, διέκοψε τον ψάλτη στο «προς Κύριον», μίλησε στα παιδιά επί 25 λεπτά της ώρας πάνω στο περιεχόμενο του ψαλμού που διέκοψε και αμέσως εισήλθε στο Ιερό και εκφώνησε το «Κατά την δωρεάν».

4. Μαλώνει σκαιότατα τις μητέρες και τις γιαγιάδες που οδηγούν τα μικρά παιδιά στη Θεία Κοινωνία και τις αποτρέπει να τα κοινω­νήσουν, τονίζοντας ότι αυτά είναι «αγγελούδια» και δεν έχουν ανάγκη της Θείας Μεταλήψεως, ενώ φορτικώτατα τις υποχρεώνει αυτές να κοινωνήσουν, γιατί αυτές έχουν ανάγκη της Θείας Κοινωνίας ως αμαρτωλές, ανεξάρτητα από το αν είναι προετοιμασμένες με την εξομολόγηση, με τον πνευματικό τους, με τη συνείδησή τους. Και σκανδαλίζονται οι χριστιανοί, που ο Δεσπότης τους δεν θέλει να κοινωνούν τα παιδιά, παράδοση που την κληροδότησαν οι αιώνες.

5.Προπηλακίζει δημοσίως διακόνους, ιερείς, ιεροψάλτες, αν δεν καταφέρουν να εκτελέσουν τέλεια, κατά την άποψή του, κάποια εκφώνηση, ευαγγελικά ή αποστολικά αναγνώσματα ή προφητείες ή ύμνους, και τους επιβάλλει να αναγινώσκουν Αποστόλους, Ευαγγέλια, Προφητείες από την μεταφρασμένη στη δημοτική Καινή και Παλαιά Διαθήκη εισάγοντας «καινά δαιμόνια» στην εκκλησιαστική τάξη.

6. «Καινά δαιμόνια» όμως εισάγει και στην τέλεση Μυστηρίων και άλλων ακολουθιών:

Έτσι στο Μυστήριο του Γάμου θεωρώντας ότι περιττεύει η Ακολουθία του Αρραβώνος δεν την αναφέρει και φλυαρεί με το πώς πρέπει να κοιμούνται οι νιόπαντροι, εστιάζοντας το λόγο του σε έρωτες και σπερματοζωάρια και σε ότι άλλο άσχετο, προκαλώντας πολλά ζευγάρια να καταφεύγουν σε άλλο ναό να ευλογήσει σ' αυτόν η Εκκλησία το Γάμο τους.
Στο Μυστήριο της Βαπτίσεως διακηρύσσει σθεναρώς ότι κακώς βαπτιζόμαστε σε νηπιακή ηλικία, αλλά θα πρέπει η βάπτιση να γίνεται σε ώριμη ηλικία, ώστε να μην εξαναγκαζόμαστε σε πράξη έξω από τη βούλησή μας, αλλά να αποφασίζουμε μόνοι μας αν θέλουμε ή όχι να βαπτισθούμε.
Στη νεκρώσιμη Ακολουθία ταλαιπωρεί συνήθως με την ακατάσχετη φλυαρία του και τις παράδοξες αντιλήψεις του τους χαροκαμένους συγγενείς (προ πάντων τους γονείς), που πολλές φορές μη αντέχοντας τη στάση του αγανακτισμένοι του επιτίθενται αφαιρώντας του τα μικρόφωνα ενώ οι χριστιανοί που παρακολουθούν φωνάζουν από κάτω με αγανάκτηση «Έλεος, έλεος...».
Στα Μνημόσυνα αντί της καθιερωμένης Ακολουθίας συνήθως τελεί ένα κακοποιημένο «Τρισάγιο» σχολιάζοντας πολλές φορές φράσεις των τροπαρίων -εκείνο το «πεπεδημένων» του έχει αλλάξει τα φώτα- σε βαθμό που να του διαφεύγει να μνημονεύσει τα ονόματα των συγχωρηθέντων.
Τελεί τον Μεγάλο Αγιασμό των Θεοφανείων χωρίς την ανάγνωση των προφητειών, χωρίς τον Απόστολο, χωρίς το Ευαγγέλιο, εξαναγκάζοντας τους πιστούς να τρέχουν εσπευσμένως σε άλλους ναούς, για να παραλάβουν από εκεί κανονικά διαβασμένο αγιασμό.
Οργάνωσε συναυλία σαξοφώνων στον Μητροπολιτικό Ναό, Κυριακή των Βαΐων μετά την Ακολουθία του Νυμφίου, αναταράσσοντας τη συγκινητική ατμόσφαιρα που διακατείχε τους πιστούς υστέρα από την κατανυκτική Ακολουθία της Μ. Εβδομάδας79.

Οι Άγιοι λειτουργιολόγοι Μάξιμος Ομολογητής, Νικόλαος Καβάσιλας, Συμεών Θεσσαλονίκης και όλοι οι μετ' αυτών ερμηνευτές της Θ. Λατρείας δεν τόλμησαν να αγγίξουν και να θίξουν το παραμικρό από τα λεγόμενα και τελούμενα μέσα στη Θ. Λατρεία. Αντίθετα τα εμεγάλυναν και τα εδόξασαν προσδίδοντας σ' αυτά τις αρμόζουσες θεολογικές διαστάσεις. Εγνώριζαν πολύ καλύτερα από τους σημερινούς λειτουργιολόγους πώς εξελίχθηκε η Θεία Λατρεία, πώς κτίσθη­κε το υπέρλαμπρο αυτό και από όλους θαυμαζόμενο πολύτιμο οικοδόμημα. Δεν το βλέπουν απ' έξω, εισέρχονται μέσα, το ζουν, αναπαύονται, δροσίζονται, και από μέσα το ερμηνεύουν για να οδηγήσουν και άλλους στην ανάπαυση και στον αγιασμό. Και εύχονται να στερεώσει ο Θεός αυτόν τον οίκον «Τούτον τον οίκον στερέωσον Κύριε». Πιστεύουν μαζί με όλους τους πιστούς, που καμαρώνουν για το ουράνιο σπίτι τους, ότι «Ουρανός πολύφωτος η Εκκλησία ανεδείχθη, άπα­ντας φωταγωγούσα τους πιστούς, εν ω εστώτες κραυγάζομεν. Τούτον τον οίκον στερέωσον Κύριε».

Εγέμισαν οι Άγιοι Κολλυβάδες, και προ παντός ο Άγιος Νικόδημος, την Εκκλησία από τα σοφά ερμηνευτικά τους συγγράμματα. Το «Εορτοδρόμιον» του Αγίου Νικοδήμου η «Νέα Κλίμαξ» και ο «Κήπος Χαρίτων», στα οποία ερμηνεύει με απαράμιλλο βάθος, ύψος και εύρος τους κανόνες στις δεσποτικές και θεομητορικές εορτές, τους Αναβαθμούς της Οκτωήχου και τις εννέα βιβλικές ωδές, αποτελούν οδηγό περί του πώς πρέπει να αντιμετωπίζουμε την λειτουργική μας γλώσσα. Ούτε παραμικρή σκέψη, ίχνος σκιάς, για ανάγκη μεταφράσεως των λειτουργικών κειμένων. Αντίθετα, όπως και ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, επαινούν και εκθειάζουν την αρχαία ελληνική γλώσσα, σε περίοδο μάλιστα σκλαβιάς και αμαθείας, γιατί γνωρίζοντας «την ελληνικήν» μαθαίνουμε τί λέγει το Ευαγγέλιο, τί διδάσκει η Εκκλησία. Είναι συγκινητικό και σήμερα το παράδειγμα νέων ανθρώπων, που πληρώνουν ακριβά το τίμημα της υποβαθμίσεως των αρχαίων ελληνικών, οι οποίοι μόνοι τους διδάσκονται και μαθαίνουν αρχαία ελληνικά, για να κατανοούν τα αγιασμένα και χαριτωμένα λειτουργικά κείμενα. Θέλουν να ανέβουν, όχι να κατέβουν. Αυτό υποδεικνύει και άλλο δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει η Εκκλησία παράλληλα με την ερμηνεία των λειτουργικών κειμένων. Να μεταβάλει τις ενορίες σε «κρυφά σχολεία». μέσα στην νέα δουλεία που επιβάλλει η «Νέα Εποχή» και διά ποικίλων οργάνων ο κοσμοκράτωρ του αιώνος τούτου, και στον αφανή και έντεχνο διωγμό εναντίον της Εκκλησίας, ο οποίος και πάλι οδηγεί στο να αγριέψει το Γένος, όπως επί Τουρκοκρατίας, πρέπει να ξαναδιδάξουμε στις ενορίες τα αρχαία Ελληνικά. Υπάρχουν ευλαβέστατοι φιλόλογοι και άλλοι εκπαιδευτικοί πρόθυμοι να βοηθήσουν. Το έχουμε επισημάνει και υποδείξει από παλιά μαζύ με άλλους, και ήδη αρκετοί κληρικοί το εφαρμόζουν.

Και επειδή στη συνάφεια αυτή συζητούμε την ερμηνευτική παρέμβαση της Εκκλησίας στα λεγόμενα και δρώμενα της Θ. Λατρείας επισημαίνουμε ότι και αυτό πρέπει να γίνεται με τον αρμόζοντα τρόπο, στον κατάλληλο χρόνο, ώστε να μην παραβλάπτεται η ενότητα και να μη διακόπτεται η πορεία, η ροή και η εξέλιξη των ακολουθιών. Πουθενά στα λειτουργικά κείμενα δεν βρίσκει κανείς να λέγεται ότι, στο σημείο αυτό της ακολουθίας, ο επίσκοπος ή ο ιερεύς διακόπτει και εξηγεί τα τελούμενα. Υπάρχει καθιερωμένη ώρα και στιγμή για το θείο κήρυγμα, μία και όχι πολλές, στην οποία είτε πρόκειται για την Θεία Λειτουργία, είτε για άλλη ακολουθία, γίνεται το ερμηνευτικό κήρυγμα, και αυτό άπαξ, όχι πολλάκις. Οι ιερές ακολουθίες δεν είναι μουσειακές επαναλήψεις ακατανοήτων πραγμάτων, αλλά ζωντανές, μυστηριακές και προσευχητικές εκδηλώσεις με αυστηρή συνοχή, ενότητα και πορεία, την οποία δεν πρέπει να διακόπτει και να υποβιβάζει ο συχνάκις παρεμβαίνων ιερεύς. οι συχνές παρεμβάσεις ευτελίζουν το ύψος και μειώνουν την κατάνυξη των πιστών. Ο ιερεύς δεν είναι ξεναγός. είναι ιερουργός μυστηρίων, και σ' αυτό το έργο πρέπει, τελετουργών, να είναι ψυχή τε και σώματι αφιερωμένος, απορροφημένος ολοκληρωτικά, και να μεταδίδει αυτήν την κατάνυξη και την αφιέρωση. Είναι δυνατόν, είναι νοητόν, όταν αρχίσει η κυρίως Θ. Λειτουργία, μετά τα αναγνώσματα και το θείο κήρυγμα, του οποίου η θέση είναι εδώ, να διακόψουμε την Θ. Λειτουργία προ της ευχής της Αναφοράς ή μετά από αυτήν ή το χειρότερο κατά την ώρα της Επικλήσεως και να εξηγήσουμε στους πιστούς τί κάνουμε; Στον Θεό αναφερόμαστε και στρεφόμαστε τις στιγμές αυτές και όχι στους ανθρώπους. Πολλοί Άγιοι εθεάθησαν να μη πατούν στη γη ως ιερουργοί, να έχουν μεταβληθεί σε αγγέλους, και μαζί με αυτούς να προσφέρουν στον Θεό ύμνους και θυσίες. Το ίδιο αναλογικά ισχύει για όλες τις ακολουθίες. εσχάτως τείνει να διαδοθεί και να επικρατήσει, με την κακή εδώ διακονία της τηλεοράσεως, κατά την τέλεση της ακολουθίας των εγκαινίων, να στρέφεται ο προεξάρχων επίσκοπος προς τον λαό ή μετ' αυτού και άλλος «ξεναγός» και να εξηγούν στον λαό, πάλιν και πολλάκις, τί γίνεται μέσα στον Ιερό Βήμα. Αυτό δεν είναι μυστήριο και ιερουργία, αλλά ανθρώπινη κοινωνική εκδήλωση και ξενάγηση. Στηρίζεται και αυτό στην λανθασμένη αρχή της «Λειτουργικής Ανανέωσης» ότι πρέπει να τα καταλάβει όλα ο κόσμος. Δεν είναι απαραίτητο. Άλλα καταλαβαίνει, άλλα δεν καταλαβαίνει. Συμπλέκονται μέσα στη Θεία Λατρεία τα φανερά και τα μυστικά, τα ρητά και τα άρρητα, και έτσι γίνεται περισσότερο ελκυστική και γοητευτική η ακολουθία, από το αν ήσαν όλα εύληπτα και κατανοητά. Όπως πάμε, θα καταστρέψουμε τον μυσταγωγικό χαρακτήρα της Ορθοδόξου Θ. Λατρείας και θα καταλήξουμε σε Λειτουργικό Προτεσταντισμό.

http://www.impantokratoros.gr/

Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.