Τετάρτη, 28 Αυγούστου 2013

Άγιος Συμεών, ο δια Χριστόν Σαλός



Άγιος Συμεών, ο δια Χριστόν Σαλός

Γράφει η Αμαλία Κ. Ηλιάδη
Οι τρελοί, οι σαλεμένοι, αλλά σοφοί και Δάσκαλοι της ανθρωπότητας δεν ήταν μόνο οι “σοφοί του Δρομακαϊτειου”. Αξιοθαύμαστους τρελούς (σαλούς δια Χριστόν) έχουμε και στην εκκλησιαστική παράδοση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι Άγιοι Ανδρέας και Συμεών και άλλοι.
«Iστορική αποτίμηση του βίου και της πολιτείας του Συμεών, του δια Χριστόν Σαλού»
Οι σαλοί Άγιοι και η ζωή τους αποτελούν μια ρωγμή στο κοσμικό κατεστημένο της κοινωνίας και της εκκλησίας και μια πραγματική υπέρβαση της εκκλησιαστικής τάξεως. Το γεγονός ότι ο ίδιος ο Χριστός κατακρίθηκε από το Ιουδαϊκό ηθικό και θρησκευτικό κατεστημένο ως συνεργός του δαίμονα και ακόμη περισσότερο σαν δαιμονισμένος, αφήνει περιθώρια στην Εκκλησία για την εμφάνιση μιας χαρισματικής σαλότητας. Φαίνεται ότι όσο η εκκλησία ασκούσε με ένταση και κάτω απ’ την πίεση των διωγμών το ιεραποστολικό της έργο, φαινόμενα ιερής «τρέλας» ήταν ιδιαίτερα θαυμαστά και ευπρόσδεκτα. Αργότερα στη Βυζαντινή αυτοκρατορία, όταν η εκκλησία έχει αποκτήσει πλέον έναν κώδικα εξουσίας και θρησκευτικού φορμαλισμού, οι προηγούμενες περιπτώσεις σχεδόν εξαφανίζονται.

Από καιρό σε καιρό όμως εμφανίζονται μερικοί χριστιανοί, μοναχοί κυρίως, που ζουν μια ζωή που δεν ταιριάζει σ’ αυτόν τον κώδικα. Η ζωή τους είναι γεμάτη παραξενιές που προκαλούν σκανδαλισμό. Η συμπεριφορά τους δεν προσαρμόζεται σε κάποια παραδεκτή μορφή χριστιανικής ζωής. Μοιάζουν πάρα πολύ με ανθρώπους που έχουν προβλήματα με τη διανοητική τους κατάσταση και τους ονομάζουν «σαλούς», δηλαδή τρελούς. Αυτών όμως των ανθρώπων η σαλότητα διαφέρει. Η διαφορά βρίσκεται στο ότι η ζωή τους είναι γεμάτη από φιλοσοφικές διδασκαλίες και παράδοξες θαυματουργίες. Γι’ αυτό η επίσημη Εκκλησία τους ονόμασε «δια Χριστόν σαλούς». Οι πιο γνωστοί είναι οι Άγιοι Ανδρέας και Συμεών.

Εκτός όμως απ’ αυτούς υπήρχαν και πολλοί άλλοι που αυτοονομάζονταν «σαλοί δια Χριστόν», με αποτέλεσμα πολλοί εκκλησιαστικοί άνδρες να κάνουν αρνητικές κρίσεις, όπως ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος ή ο Φιλόθεος Κόκκινος. Φαίνεται όμως ότι το πρόβλημα ήταν αρκετά μεγάλο. Η εν Τρούλω Στ΄ Οικουμενική Σύνοδος, μάλιστα, έφτασε στο σημείο να ασχοληθεί μ’ αυτό το πρόβλημα και ν’ αναφερθεί σε ειδικό κανόνα της (ξ΄) σ’ αυτούς. Τους ονομάζει «υποκρινομένους δαιμονάν» και «τρόπων φαυλότητι προσποιητώς τα εκείνων σχηματιζομένους».

Τέτοιος είναι και ο Άγιος Συμεών ο δια Χριστόν Σαλός. Τον βίο του έγραψε ο Επίσκοπος Νεαπόλεως (Λεμεσού) της Κύπρου Λεόντιος που έζησε όταν αυτοκράτορας ήταν ο Μαυρίκιος (582-602). Εκτός από αυτό το βίο, έγραψε και άλλα αξιόλογα έργα: «Βίος Αγίου Ιωάννου του Ελεήμονος», «Εις την Μεταμόρφωσιν», «Εις τον Συμεώνα και ότε εδέξατο τον Κύριον εις τας αγκάλας αυτού», «Εις την ημέρα της Αγίας Μεσοπεντηκοστής». Αυτό το πλήθος των έργων, έκανε τον Δαμασκηνό να πει ότι: «τοις εαυτού λόγοις την Κυπρίων κατεκόσμησεν νήσον». Υπήρξε σύγχρονος του Αγίου Συμεών και με μεγάλη γλαφυρότητα περιέγραψε, με γλώσσα της εποχής, τον «Βίο και Πολιτεία του αββά Συμεών του δια Χριστόν επονομασθέντος Σαλού». Το κείμενο αναφέρεται συχνά σε διωγμούς και ξυλοδαρμούς του Αγίου, του οποίου η ταφή γίνεται χωρίς καμιά χριστιανική ακολουθία, στο «ξενοτάφιο». Εξάλλου μόνιμη αρχή του Συμεών, που τον συνόδευε απαρέγκλιτα σ’ όλο του το βίο, υπήρξε η αποταγή του «κόσμου». Γι’ αυτόν, όπως και για το σύντροφό του Ιωάννη, το πρόβλημα τίθεται κατά τρόπο διαζευκτικό: από το ένα μέρος «η οδός η απάγουσα εις την ζωήν» εκπροσωπείται από το δρόμο που οδηγεί στον Ιορδάνη ποταμό, από την άλλη «η οδός η απάγουσα εις τον θάνατον» εκπροσωπείται από τον δημόσιο δρόμο. Έτσι, και με τη χάρη του Θεού ο Συμεών ο Σαλός φτάνει στην τέλεια απάθεια.

Σύμφωνα με το βιογράφο του, ο Συμεών έφτασε σε τέτοιο ύψος καθαρότητας και απάθειας, ώστε πέρασε δια μέσου αυτών των εμπειριών που για τους εμπαθείς και σαρκώδεις ανθρώπους θεωρούνται μολυσμός, βλάβη και εμπόδιο της ενάρετης ζωής, χωρίς να μολυνθεί, σαν μαργαριτάρι από βόρβορο. Και βέβαια αμαρτωλή και γεμάτη πειρασμούς θεωρεί τη ζωή στην πόλη, τη συναναστροφή με γυναίκες και την εν γένει απάτη του βίου. Eνώ δηλαδή η πόλη ταυτίζεται με την αμαρτία, η ύπαιθρος συνδέεται με την αγνότητα, κατά μια απόλυτη έννοια. Στη συνέχεια ζητά από αυτούς που θα ακούσουν ή θα διαβάσουν τη διήγηση της αγγελικής του πολιτείας (εξάλλου, η ακρόαση βίων σε ομήγυρη στο ναό ανήμερα της γιορτής του Αγίου ήταν συνήθης πρακτική απ’ τα πρωτοχριστιανικά ακόμη χρόνια) να προσέξουν τα λεγόμενα με φόβο Κυρίου και με πίστη χωρίς δισταγμούς, όπως αρμόζει σε αληθινούς χριστιανούς.

Στην περίπτωση του Συμεών του Σαλού συνέβη κάτι ανάλογο μ’ αυτό που βλέπουμε στις πολεμικές παρατάξεις, όταν όλοι οι στρατιώτες είναι παραταγμένοι μαζί: εκεί όσοι έχουν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, περισσότερο όμως στη δύναμη του Θεού, στα πολεμικά τους όπλα και στην εξαιρετική και πολυχρόνια πολεμική εμπειρία τους, αυτοί μόνο βγαίνουν έξω από το πλήθος για να μονομαχήσουν με τους αντιπάλους τους. Το ίδιο λοιπόν έκανε κι αυτός ως εξαίρεση στον κανόνα.

Στα χρόνια της βασιλείας του Ιουστινιανού, στη γιορτή της υψώσεως του Τιμίου Σταυρού συγκεντρώθηκαν πλήθος οι ευσεβείς χριστιανοί, όπως συνήθιζαν, στους Αγίους Τόπους για να προσκυνήσουν. Εκεί, λοιπόν, συναντήθηκαν κατά σύμπτωση της τύχης ή κατ’ οικονομία θεού δύο νέοι από τη Συρία: ο Ιωάννης και ο Συμεών. Έμειναν στα Ιεροσόλυμα μερικές μέρες κι, όταν τελείωσε η άγια γιορτή, αναχώρησε ο καθένας για την πόλη του. Όμως, από τη στιγμή που συναντήθηκαν, γεννήθηκε ανάμεσά τους μια δυνατή αγάπη και φιλία που τους ώθησε να συγκατοικήσουν. Έτσι, επιστρέφοντας στην πατρίδα τους, πορεύτηκαν μαζί, μη χωριζόμενοι ποτέ, έχοντας, βέβαια μαζί και τους γονείς τους. Ο Ιωάννης είχε ένα γέροντα πατέρα, μητέρα όμως όχι. Ήταν είκοσι δύο ετών και εκείνο το χρόνο είχε νυμφευτεί. 

Ο Συμεών δεν είχε πατέρα, αλλά μόνο μητέρα που ήταν ογδόντα περίπου ετών και κανένα άλλο συγγενή. Η ιδιόμορφη αυτή συμβίωση τόσων ανθρώπων κράτησε μικρό χρονικό διάστημα, ώσπου κάποια μέρα, κατεβαίνοντας τον κατήφορο της Ιεριχούς και περνώντας την πόλη, ο Ιωάννης είδε τα μοναστήρια γύρω από τον Ιορδάνη και πρότεινε στο Συμεών να εγκατασταθούν σ’ ένα από τα οικήματά τους. Και οι δυο τους κάθονταν πάνω σε άλογα, γιατί οι γονείς τους ήταν πολύ εύποροι. Αμέσως ξεπέζεψαν και, δίνοντας τα άλογα στους δούλους τους και λέγοντάς τους να προχωρήσουν, αποφασίζουν να παίξουν στην τύχη την περαιτέρω πορεία τους στη ζωή. 

Στο σημείο αυτό της διήγησης αναβιώνει ο αρχαιοελληνικός μύθος της Αρετής και της Κακίας που καθόρισε το βίο του Ηρακλή: οι δυο αχώριστοι φίλοι προσευχήθηκαν, στάθηκαν ο ένας στο δρόμο που οδηγούσε στα μοναστήρια κι ο άλλος στο δρόμο που οδηγούσε στην πόλη κι αποφάσισαν ν’ ακολουθήσουν το δρόμο εκείνου που θα κέρδιζε στον κλήρο. Καθώς γνώριζαν τέλεια τα ελληνικά και ήταν, σύμφωνα με τον αφηγητή, στολισμένοι με πολλή φρόνηση, δεν δυσαρεστήθηκαν καθόλου που ο κλήρος έδειξε το δρόμο προς τα μοναστήρια του Ιορδάνη. Τουναντίον μάλιστα! Έπεσε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου και φιλιόντουσαν τρελοί από χαρά.

Το παραπάνω ενδιαφέρον περιστατικό το διηγήθηκε ο Συμεών ο Σαλός σε κάποιον διάκονο της Εκκλησίας της Έμεσας, όπου και προσποιήθηκε τον σαλό. Αυτός ο διάκονος ονομαζόταν Ιωάννης και είναι το πρόσωπο που διέσωσε προφορικά το βίο του Συμεών, αφηγούμενός τον με τη σειρά του στο συγγραφέα του. Με τον τρόπο αυτό της διπλής προφορικής αφήγησης που κατέληξε σε γραπτή, περνώντας μέσα απ’ τα μνημονικά και νοητικά ή συνειδησιακά φίλτρα τριών διαφορετικών προσώπων, δυο αφηγητών κι ενός καταγραφέα, σίγουρα αρκετά στοιχεία ξεχάστηκαν ή και παραποιήθηκαν, ηθελημένα ή αθέλητα, στο πέρασμα του χρόνου, όπως επίσης και κατά τις μεταβάσεις της διήγησης από τη μία μορφή λόγου στην άλλη.

Κατά την παραμονή τους στη μονή του Αββά Γερασίμου γίνεται στους δυο φίλους λόγος για την προστασία τους απ’ την αυθαιρεσία των αρχόντων. Επίσης συνδέεται ο στρατός με την εκκλησία μέσα από παραλληλισμούς και αναγωγές του συνήθους τύπου για την πολιτική ιδεολογία και θεωρία των Βυζαντινών που συγκρίνει τη στράτευση στον επίγειο μ’ αυτή στον ουράνιο βασιλιά. «Βασιλεία», «Στρατεία» και «φιλοτιμία» αποτελούν στενά συνδεδεμένο τρίπτυχο ιδιοτήτων και θεσμών, το οποίο αισθητοποιείται στην ακόλουθη ρήση του βίου: «Για σκεφτείτε: αν ο επίγειος βασιλιάς σας παρακινούσε να υπηρετήσετε ως πατρίκιοι ή θαλαμηπόλοι στο παλάτι του, που θα χαθεί κάποτε και θα αφανιστεί σαν σκιά και όνειρο, δεν θα καταφρονούσατε τα πάντα και δεν θα τρέχατε αμέσως σ’ αυτόν με την επιθυμία να δείτε το πρόσωπό του, να μιλήσετε μαζί του και να απολαύσετε τιμές κοντά του; Και δεν θα προτιμούσατε να υπομείνετε κάθε πόνο και κόπο και το θάνατο ακόμη, μόνο και μόνο για να αξιωθείτε να δείτε εκείνη την ημέρα, που ο βασιλιάς, μπροστά σε όλη τη σύγκλητο, θα σας δεχόταν τιμητικά στην υπηρεσία του»;

Ακόμη υποτιμάται η υπόσταση του δούλου ανθρώπου σε σχέση με του βασιλιά και του αρχόντου, καθώς ο αφηγητής θεωρεί αμελητέο να χυθεί αίμα δούλου αλλά αντίθετα φοβερό να χυθεί αίμα βασιλιά. Φαίνεται πως η χριστιανική διδασκαλία με τη διακήρυξή της περί ισότητας των ανθρώπων, ανεξάρτητα από καταγωγή και φύλο, δεν είχε εμπεδωθεί ακόμη στην πράξη.

Στη συνέχεια του βίου του Συμεών αναφέρεται η παρουσία ομάδας ευνούχων στο μοναστήρι που κρατώντας λαμπάδες και σκήπτρα στο χέρι συμμετέχουν στις τελετουργίες τους. Αναφέρεται επίσης η δωροδοκία ως αντίτιμο για την άφεση των αμαρτιών και αναρωτιέται κανείς αν ο χριστιανισμός βιωνόταν στην καθαρότερη και πνευματικότερη μορφή του στα κοινόβια ή στην κατ’ ιδίαν άσκηση. Εντύπωση επίσης κάνει το γεγονός πως ο ένας απ’ τους δυο φίλους, ο Ιωάννης, παρακαλεί το Θεό να πεθάνει η γυναίκα του, ώστε να πάψει να τη σκέφτεται, με σκοπό να αφοσιωθεί απερίσπαστος στο μοναχικό βίο. Η υπερβολή αυτή στην απόρριψη της γυναικείας φύσης, ως στοιχείο πειρασμού και δαιμονικότητας, αποτελεί κοινό τόπο στους βίους των Αγίων της Βυζαντινής Ανατολής. Η μόνη σωτηρία για το εκ φύσεως αμαρτωλό γυναικείο φύλο ήταν ο θάνατος ή η επιλογή της μοναχικής κουράς.

Αργότερα ο ένας απ’ τους δυο φίλους, ο Συμεών, δηλώνει στον Ιωάννη ότι αποφάσισε να «εμπαίξει» τον κόσμο, δηλαδή να γίνει σαλός. Ο Ιωάννης προσπαθεί να τον αποτρέψει λέγοντάς του τα ακόλουθα: «Πρόσεξε, φυλάξου, αδελφέ μου Συμεών μήπως όσα μάζεψε η έρημος, τα σκορπίσει ο κόσμος. Και ό,τι ωφέλησε η ησυχία, το καταστρέψει η ταραχή. Και όσα σου πρόσφερε η αγρυπνία, τα χάσεις με τον ύπνο. Ασφαλίσου, αδελφέ μου, μήπως τη σωφροσύνη της μοναχικής ζωής την καταστρέψει η απατηλή κοσμική ζωή. Πρόσεχε μήπως τον καρπό της στερήσεως των γυναικών από τις οποίες σε έσωσε μέχρι σήμερα ο Θεός, τον καταστρέψει η συναναστροφή σου μ’ αυτές. Πρόσεχε μήπως την ακτημοσύνη την αφαιρέσει η φιλοκτημοσύνη, μήπως το σώμα που έλιωσε από τη νηστεία, παχύνει πάλι από τις τροφές. 

Πρόσεχε, αδελφέ μου, μήπως χάσεις την κατάνυξή σου με το γέλιο και την προσευχή σου με την αμέλεια. Πρόσεχε, σε παρακαλώ, μήπως, ενώ το πρόσωπό σου γελάει, ο νους σκορπίζεται, μήπως αυτά που αγγίζουν τα χέρια τ’ αγγίζει και η ψυχή, μήπως ενώ το στόμα τρώει, η καρδιά αισθάνεται ηδονή, μήπως, ενώ τα πόδια βαδίζουν, διαταραχθεί με τρόπο άτακτο η εσωτερική σου ησυχία και με λίγα λόγια, μήπως όσα κάνει το σώμα εξωτερικά τα κάνει και η ψυχή εσωτερικά. Αλλά, αν πήρες από το Θεό δύναμη, αδελφέ μου, ώστε οτιδήποτε και να κάνει το σώμα, σχήματα, λόγια ή πράξεις, να μένει ατάραχος και ασύγχυτος ο νους και η καρδιά σου, και να μη μολύνεται και να μη βλάπτεται καθόλου από αυτά, πραγματικά εγώ χαίρομαι για τη σωτηρία σου».

Στα επόμενα επεισόδια του βίου του ο Συμεών έχει ήδη μεταβεί στην πόλη και «εμπαίζει» τον κόσμο, μεταστρέφοντας Εβραίους και κακόπιστους ανθρώπους στο Χριστιανισμό, σώζοντας γυναίκες άσεμνες ή πόρνες, είτε οδηγώντας τες σε νόμιμο γάμο με παιγνιώδεις ενέργειες, είτε προσελκύοντάς τες με χρήματα και κατορθώνοντας να τις σωφρονήσει, κι άλλες φορές πάλι φέρνοντάς τες σε κατάνυξη ώστε ν’ ακολουθήσουν το μοναχικό βίο.

Μετά από τριήμερη παραμονή του στους Αγίους Τόπους ο Συμεών μετέβη στην Έμεσα. Πριν μπει μέσα στην πόλη, βρήκε ένα ψόφιο σκύλο πάνω στην κοπριά του σκουπιδότοπου και, αφού έλυσε το σχοινένιο ζωνάρι του, έδεσε το πόδι του σκύλου και άρχισε να τρέχει σέρνοντάς τον, επεισόδιο που θυμίζει, αν και κάπως αμυδρά, τη «σκυλίσια» ζωή του αρχαίου φιλόσοφου Διογένη. Με τον τρόπο αυτό μπήκε από την πύλη, κοντά στην οποία ήταν ένα σχολείο. Μόλις τον είδαν τα παιδιά άρχισαν να φωνάζουν: «Έ, ένας τρελός Αββάς» και να τρέχουν από πίσω του και να τον χτυπούν. Την επόμενη μέρα πήγε στην εκκλησία με την ίδια ατημέλητη εμφάνιση, προκαλώντας σιωπηλά το εκκλησίασμα. Με πολύ κόπο τον έβγαλαν έξω οι αξιοπρεπείς χριστιανοί που παρακολουθούσαν τη λειτουργία, αλλά, καθώς έβγαινε, αναποδογύρισε τα τραπέζια μερικών που πουλούσαν μικρές πίτες, σκηνή που μας φέρνει συνειρμικά στο νου το Χριστό να εκδιώκει με μένος τους εμπόρους από το Ναό. 

Τη στιγμή εκείνη τον είδε κάποιος «φουσκάριος» (πωλητής φούσκας, δηλαδή λαϊκού ροφήματος των Βυζαντινών, αλλά και άλλων ειδών όπως φακών, ρεβιθιών, κουκιών. Κατά το Λεξικό Du Cange, «φούσκα εστίν όξος και ύδωρ θερμόν και ωά δύο») και μη ξέροντας ότι προσποιείται το σαλό του προτείνει, αντί να γυροφέρνει, να στέκεται και να πουλά λούπινα. Εκείνος δέχτηκε. Όταν λοιπόν τον έβαλε να πουλάει, άρχισε να τα μοιράζει δωρεάν στον κόσμο και ο ίδιος να τρώει άπληστα, θέλοντας, προφανώς, μ’ αυτό τον τρόπο, να πλήξει την αρχή της ιδιοκτησίας, κατοχής και εμπορίας, με σκοπό το κέρδος, των αγαθών της γης. Τότε, η γυναίκα του φουσκάριου αντέδρασε, λέγοντας ότι ο υποτιθέμενος Αββάς έφαγε ένα δοχείο λούπινα, από αυτά που είχε για να μετράει τις ποσότητες. 

Δεν ήξερε, βέβαια, ακόμη, πως ό,τι περιείχαν τα υπόλοιπα δοχεία δηλ. κουκιά, φακές, ρεβίθια κι όλα τα άλλα, τα είχε μοιράσει σ’ όσους έκαναν την ίδια δουλειά και σ’ άλλους ανθρώπους, παρά νόμιζε ότι τα πούλησε. Όταν το ζευγάρι, στη συνέχεια, άνοιξε το ταμείο και δεν βρήκε χρήματα, συγχυσμένο, χτύπησε τον Συμεών και τον έδιωξε απ’ τη δουλειά, αφού, βέβαια, του μάδησε μαλλιά και γένια. 

Το απόγευμα της ίδιας μέρας του ξυλοδαρμού του, ο Συμεών, σα γνήσιος Αββάς, θέλησε να θυμιατίσει. Δεν είχε φύγει, όμως, ακόμη απ’ το σπίτι των εμπόρων, αλλά κοιμήθηκε έξω απ’ την πόρτα τους. Και, επειδή δεν έβρισκε κανένα κεραμίδι, έβαλε το χέρι του στην ανθρακιά, το γέμισε με κάρβουνα και άρχισε να θυμιατίζει. Ο φουσκάριος πρέπει να αναφερθεί πως ανήκε στην αίρεση των «ακέφαλων Σευηριτών». Ακέφαλοι ονομάστηκαν, αρχικά, οι Αιγύπτιοι μονοφυσίτες (5ος αιώνας), οι οποίοι αποσχίστηκαν από τον μετριοπαθή αρχιεπίσκοπό τους Πέτρο Αλεξανδρείας το Μογγό, μένοντας χωρίς επίσκοπο (κεφαλή). Στη συνέχεια, η ονομασία δόθηκε σ’ όλους τους Μονοφυσίτες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Όσο για τους Σευηρίτες, αυτοί υπήρξαν Μονοφυσίτες οπαδοί του Σεβήρου, Πατριάρχου Αντιοχείας και ηγέτη της Μονοφυσιτικής κινήσεως του 6ου αιώνα.

Και τώρα, συνέχεια των γοητευτικών περιπετειών του Συμεών του Σαλού: κάποτε, έκανε το σερβιτόρο, προσφέροντας θερμά ποτά σ’ ένα καπηλειό, για να εξοικονομεί το φαγητό του. Ήταν άσπλαχνος όμως ο κάπελας και πολλές φορές δεν του έδινε ούτε φαγητό, μολονότι έκανε πολλή δουλειά εξαιτίας του, αφού ο Συμεών προσέλκυε με την παρουσία του πολλούς πελάτες στο μαγαζί του, λειτουργώντας ως κράχτης δελεαστικός και προσφέροντας φαιδρό δημόσιο θέαμα με το οποίο διασκέδαζαν οι θαμώνες του καπηλειού του. Μια μέρα μπήκε μέσα στο καπηλειό ένα φίδι και ήπιε κρασί από μια στάμνα, μέσα στην οποία έσταξε το δηλητήριό του. Ο Αββάς Συμεών εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή δεν βρισκόταν μέσα στο καπηλειό, γιατί έπαιζε έξω με τον κόσμο, κι έτσι ενοχοποιήθηκε και γι’ αυτό το συμβάν.

Στην πόλη της Έμεσας υπήρχαν δυο λουτρά γειτονικά μεταξύ τους, ένα ανδρικό και ένα γυναικείο. Εκεί κοντά σύχναζε αρκετές φορές ο Συμεών.

Ένα άλλο περιστατικό, στο οποίο και πάλι πρωταγωνιστεί ο Συμεών, συνέβη έξω από την πόλη, όπου, τρέχοντας, μερικοί έπαιζαν λυσόπορτα, ομαδικό παιχνίδι της εποχής. Ένας απ’ αυτούς που ήταν γιος του Διακόνου Ιωάννη, του φίλου του Συμεών, είχε κάνει έρωτα πριν λίγες μέρες με μια παντρεμένη γυναίκα. Η μοιχεία ήταν σύνηθες φαινόμενο κι εκείνη την εποχή, παρ’ όλο που τιμωρούνταν αυστηρά απ’ το νόμο.

Κάποτε μερικοί μίμοι έκαναν το νούμερό τους στο θέατρο. Μαζί τους ήταν και κάποιος ταχυδακτυλουργός. Ο Συμεών, θέλοντας να τον κάνει να σταματήσει αυτά που έκανε (γιατί είχε κάνει μερικά καλά έργα), δεν το θεώρησε υποτιμητικό να πάει στο θέατρο, αλλά πήγε και στάθηκε κάτω από την εξέδρα που έπαιζαν οι μίμοι. Όταν είδε ότι ο ταχυδακτυλουργός άρχισε να κάνει αθέμιτα πράγματα, ρίχνει μια πολύ μικρή πέτρα, αφού έκανε πάνω της το σημείο του σταυρού, και τον χτύπησε στο δεξί του χέρι και του το ξέρανε, χωρίς να καταλάβει κανείς ποιος έριξε την πέτρα.

Κάποιος μοναχός που φορούσε στεφάνι από βάγια, ως άλλος αρχαίος Έλληνας θεός, περιφερόταν κι αυτός στην πόλη όπως ο Συμεών, προκαλώντας το κοινό αίσθημα περί ευπρέπειας των μοναχών.

Κάποτε που «ήταν να γίνει» μεγάλος σεισμός στην πόλη, σύμφωνα με διάφορες προφητείες που κυκλοφορούσαν, την εποχή που καταστράφηκε η Αντιόχεια, στα χρόνια της βασιλείας του Μαυρικίου (τότε ήταν που έφυγε από την έρημο ο όσιος και κατέβηκε στον κόσμο), άρπαξε το «λουρί» από ένα σχολείο και άρχισε να χτυπάει τους στύλους και να λέει στον καθένα: «Είπε ο κύριός σου να σταθείς». Και όταν έγινε σεισμός, κανείς απ’ όσους στύλους χτύπησε δεν έπεσε. Σε κάποιο στύλο όμως είχε πει: «Εσύ ούτε να πέσεις ούτε να σταθείς». Αυτός σχίστηκε από πάνω μέχρι κάτω, έγειρε λίγο κι έμεινε έτσι. Κανείς δεν είχε καταλάβει τι έκανε ο «μακάριος», αλλά όλοι πίστευαν ότι από την παραφροσύνη του είχε χτυπήσει τους στύλους.
Άλλοτε που ήταν να πέσει θανατικό στην πόλη, πέρασε απ’ όλα τα σχολεία και φιλούσε τα παιδιά λέγοντας στο καθένα κάτι σαν γι’ αστείο. Οι δάσκαλοι τον κορόιδευαν και μερικές φορές μάλιστα τον χτυπούσαν με το λουρί και έκαναν νόημα και στα παιδιά και τον κοροϊδεύανε.

Είχε τη συνήθεια ο όσιος να πηγαίνει στα σπίτια των πλουσίων και να παίζει και να προσποιείται πολλές φορές ότι φιλάει τις δούλες τους. Μια φορά κάποιος άφησε έγκυο μια δούλη κάποιου πλουσίου. Όταν η κυρία της τη ρώτησε ποιος τη διέφθειρε, επειδή δεν ήθελε να το φανερώσει, φόρτωσε κι αυτή την ευθύνη στο εύκολο θύμα, στο Συμεών το Σαλό. Ένας πλούσιος χριστιανός, μάλιστα, θέλοντας να επιπλήξει ορισμένους γνωστούς του, οι οποίοι είχαν εντυπωσιαστεί απ’ τα παράδοξα καμώματα του Συμεών και ενδόμυχα τον παρέβαλαν με αρχαίο Έλληνα φιλόσοφο, και, προσπαθώντας να τους επαναφέρει στην καθεστηκυία τάξη του ορθού χριστιανισμού, τους είπε τα ακόλουθα λόγια: «Πιστέψτε με, υπάρχουν Έλληνες που απόκτησαν περισσότερη σοφία απ’ αυτόν και περισσότερα βιβλία έγραψαν. Τι λέτε; Πρέπει κι αυτούς να τους επαινέσουμε για τις φλυαρίες τους»;

Απ’ τις ακόλουθες φράσεις του Συμεών: «Γιατί κατηγοράτε τα λούπινα; Σαράντα μέρες βράχηκαν», συμπεραίνουμε πως αυτά ανήκαν στα είδη βασικής διατροφής των ανθρώπων της περιοχής και της εποχής του, που βέβαια χρειαζόντουσαν κάποια προετοιμασία, προτού μαγειρευτούν. Κάποτε, που ήταν στο φουσκάριο, πήρε μια μέρα ένα πανδούρι (τρίχορδο μουσικό όργανο της οικογένειας του λαούτου) και άρχισε να παίζει, σ’ ένα στενοσόκακο, όπου «κατοικούσε» πνεύμα ακάθαρτο, την ευχή του μεγάλου Νίκωνα. Το δαιμόνιο, απ’ την τρομάρα που το έπιασε, εξ’ αιτίας της μελωδικής επωδού, έσπασε όλα τα πήλινα και γυάλινα αντικείμενα του παρακείμενου μαγαζιού.

Στη συνέχεια ο συγγραφέας του βίου περιγράφει με εξαιρετική ζωντάνια σκηνές του δρόμου με πρωταγωνιστές Εβραίους τεχνίτες, θεατρίνες, με τις οποίες ο Συμεών χόρευε κρατώντας τις απ’ το χέρι, κοινές – άσεμνες γυναίκες του πλήθους με τις οποίες έπαιζε και οι οποίες έβαζαν τα χέρια τους στον κόρφο του Συμεών και τον πείραζαν, του έδιναν μπάτσους και τον τσιμπούσαν. Μερικές φορές ο Σαλός έλεγε στις πόρνες: «Θέλεις να γίνεις φίλη μου και να σου δίνω εκατό νομίσματα;» 

Πολλές απ’ αυτές δελεάζονταν και συμφωνούσαν, τη στιγμή μάλιστα που τις επεδείκνυε και τα χρήματα. Όσες μάλιστα έπαιρναν τα χρήματα τις έβαζε να του ορκιστούν ότι θα του είναι πιστές. Συχνά ο Συμεών καθόταν κι έτρωγε σε ζαχαροπλαστεία της εποχής, δείχνοντας επιδεικτικά το γεμάτο πουγκί του με νομίσματα και προκαλώντας με τον τρόπο αυτό τους οικονόμους χριστιανούς. Μια μέρα, χόρευαν και γελούσαν σ’ ένα δρόμο κάτι κορίτσια και αποφάσισε να περάσει από κει. Όταν τον είδαν, άρχισαν να κατηγορούν τους μοναχούς. Αυτός, όμως, για να τις σωφρονήσει, προσευχήθηκε και αμέσως ο Θεός, σύμφωνα με τα λεγόμενα του βιογράφου του, τις τύφλωσε όλες. 

Τότε αυτές, συνειδητοποιώντας το σφάλμα τους, έτρεξαν ξοπίσω του μετανιωμένες, φωνάζοντας μ’ απελπισία. Όσες δέχτηκαν το φίλημα των ματιών τους απ’ το Σαλό θεραπεύτηκαν πάραυτα απ’ το Θεό, όσες όμως το αρνήθηκαν σθεναρά, έμειναν για πάντα τυφλές. Ο Συμεών είπε για την περίπτωσή τους: «Αν δεν τις στράβωνε ο Θεός, θα ξεπερνούσαν στην ασωτία όλες τις γυναίκες της Συρίας. Έτσι με την αρρώστια των ματιών τους γλιτώνουν απ’ τα πολλά τους κακά». Λίγο αργότερα ο φίλος του Συμεών διάκονος Ιωάννης τον καλεί σε γεύμα με καπνιστά, ωμά λαρδιά και κρέας καμήλας. Σ’ ένα συνηθισμένο γεύμα της αιγυπτιακής και συριακής ενδοχώρας και γενικότερα της Βυζαντινής Μέσης Ανατολής, μπορούσαν να περιλαμβάνονται επίσης, σύμφωνα με τη διήγηση, «καθαρά ψωμιά, ζεστά τηγανητά ψάρια, καλό κρασί σε καλοδουλεμένη στάμνα».

Μερικές φορές την Κυριακή ο Συμεών έπαιρνε μια σειρά λουκάνικα, τα φορούσε για ωράριο και κρατώντας στο αριστερό του χέρι σινάπι τα βουτούσε και τα έτρωγε από το πρωί. Μερικούς απ’ αυτούς που έρχονταν να παίξουν μαζί του τους άλειφε στο στόμα με το σινάπι. Κάποτε που ήρθε να παίξει μαζί του ένας χωρικός, που είχε άσπρα λευκώματα στα δυο του μάτια, τον άλειψε με το σινάπι και, αφού του είπε να πάει να πλυθεί με ξύδι και σκόρδα, ενώ αυτός είχε αφόρητους πόνους, τον θεράπευσε με τις οδηγίες του παρά τη δυσπιστία του. Απέδωσε μάλιστα την θεόθεν τύφλωσή του στην κλοπή γιδιών του γείτονά του, που είχε διαπράξει κρυφά. Εξάλλου, οι κλοπές ζώων και θησαυρών νομισμάτων ήταν συχνές στην Έμεσα, όπως φαίνεται από τη διήγηση του βίου.

Στο κείμενό μας αναφέρονται επίσης ξυλοδαρμοί και κακομεταχείριση δούλων, γυναικείες μαντείες με φυλαχτά και ξόρκια, ένα καμίνι Εβραίου υαλουργού το οποίο παρήγαγε μεγάλες ποσότητες γυάλινων αντικειμένων, συμμορίες φτωχών κλεφτών που για να επιβιώσουν κατέφευγαν σε απατεωνιές, κάποιος φτωχός αλλά αγαθός μουλαράς που ευεργετήθηκε απ’ τον όσιο Συμεών, το λεγόμενο γλιχώνι που ήταν κρασί αρωματισμένο με φλισκούνι (βλήχων), ασκιά αποθήκευσης οίνου και ξύδι.

Στο καλύβι που είχε ο Συμεών για να κοιμάται ή μάλλον για να αγρυπνεί τις νύχτες, δεν είχε απολύτως τίποτα παρά μόνο μια αγκαλιά κληματσίδες. Πολλές φορές, ενώ προσευχόταν όλη τη νύχτα μέχρι το πρωί βρέχοντας το χώμα με τα δάκρυά του, έβγαινε, έκοβε ένα κλωνάρι ελιάς ή χόρτα, έκανε στεφάνι, το φορούσε και κρατώντας και στο χέρι του ένα κλαδί χόρευε φωνάζοντας: «Νίκες για το βασιλιά και την πόλη». Με την «πόλη» εννοούσε την ψυχή, ενώ με το «βασιλιά» εννοούσε το νου.
Και ο βιογράφος του συνεχίζει την αφήγησή του εκστασιασμένος απ’ την απίθανη και βαθιά φιλοσοφημένη προσωπικότητα του Συμεών του Σαλού:
«Πόσους ντόπιους γεωργούς δεν είδα, κύριέ μου, πολλές φορές στην πόλη να πηγαίνουν να κοινωνήσουν και να είναι πιο καθαροί κι από το χρυσάφι, επειδή ήταν άκακοι, απερίεργοι και επειδή έτρωγαν το ψωμί τους με τον ιδρώτα του προσώπου τους».

Κατά το θάνατό του πήγαν και τον έθαψαν στον τόπο που έθαβαν τους ξένους, σημείο έσχατης ταπείνωσης και κοινωνικής κατακραυγής, ακόμη και μετά θάνατον. Και ο συγγραφέας του βίου καταλήγει, σχετικά με το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας του:
«Εκτός βέβαια από αυτή, έχουμε γράψει ακόμα μια διήγηση πιο σύντομη, επειδή δεν είχαμε, ακόμη, υπόψη μας τις λεπτομέρειες της θαυμάσιας αυτής διηγήσεως. Το να τιμηθεί αυτός με εγκώμια δεν είναι έργο της δικής μας γνώσεως, αλλά εκείνων που έχουν την δύναμη και μπορούν να συναγωνίζονται την αρετή του. Άραγε ποιος λόγος θα μπορούσε να επαινέσει αυτόν που τιμήθηκε πάνω από κάθε λογική, ή, πως σάρκινα χείλη μπορούν να τιμήσουν αυτόν που αποδείχτηκε άσαρκος, ενώ είχε σώμα;
Αυτά έχοντας υπόψη μας, αγαπητοί μου, ας υπακούσουμε σ’ αυτόν που σωστά μας συμβουλεύει να προσέχουμε μόνο τον εαυτό μας. Ούτε τα δικά μας ούτε αυτούς που βρίσκονται γύρω μας, αλλά μόνο τον εαυτό μας, γιατί ο καθένας θα κουβαλήσει το δικό του φορτίο και θα πάρει το δικό του μισθό από τον ουράνιο βασιλιά, το Χριστό».

Ενδεικτική Βιβλιογραφία:
1. Abrahamse, Dorothy Zani de Ferranti. “Hagiographic Sources for Byzantine Cities, 500-900 A.D.” Ph.D.diss., University of Michigan, 1967.
2. Brock, Sebastian. “An Early Syriac Life of Maximus the Confessor”. AB 91 (1973): 299-346.
3. Brock, Sebastian, and Susan Ashbrook Harvey. Holy Women of the Syrian Orient.
4. Brown, Peter. “The Problem of Miraculous Feeding in the Graeco-Roman World”. In Center for Hermeneutical Studies: Colloquy 42 Berkeley: Graduate Theological Union, 1982, pp. 16-24.
5. Brown, Peter. “The Rise and Function of the Holy Man in Late Antiquity”. JRS 61 (1971): 80-101. Reprinted in Society and the Holy in Late Antiquity (Berkeley: University of California Press, 1982), pp. 103-52.
6. Brown, Peter. “The Saint as Exemplar in Late Antiquity”. Representations 1.2 (1983): 1-25. Reprinted in Saints and Virtues, ed. J.S.Hawley (Berkeley: University of California Press, 1987), pp. 1-23.
7. Brown, Peter. The World of Late Antiquity. New York: Norton, 1972.

Αμαλία Κ. Ηλιάδη


Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.