Σάββατο, 10 Αυγούστου 2013

Πρέπει να μεταφρασθούν τα Λειτουργικά Κείμενα;



 
ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΕΤΑΦΡΑΣΘΟΥΝ ΤΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ; 

Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης

1. Σύντομη παρουσίαση του προβλήματος

Ένα από τα βασικά θέματα που συζητούνται στα πλαίσια της ψευδε­πίγραφης και άγνωστης στην Ορθόδοξη Παράδοση «Λειτουργικής Αναγέννησης», η οποία δυστυχώς τώρα για πρώτη φορά βαπτίσθη­κε και επίσημα μέσα στην συνοδική κολυμβήθρα με την συγκρότηση το έτος 1999 της «Ειδικής Συνοδικής Επιτροπής Λειτουργικής Αναγεννήσεως», είναι και το θέμα της μεταφράσεως ή μεταγλωττίσεως των λειτουργικών κειμένων στην καθομιλουμένη νεοελληνική γλώσσα. Ας σημειώσω εδώ παρενθετικά ότι η συνοδική αποδοχή και νομιμοποίη­ση της «Λειτουργικής Αναγέννησης», είναι άκυρη και ανυπόστατη, διότι διακόπτει την συνέχεια της αποστολοπαραδότου και πατροπαρα­δότου Παραδόσεως, διακόπτει την διαδοχή της Ορθοδόξου πίστεως, όπου οι καινοτομίες, οι νεωτερισμοί και οι ανανεώσεις όχι μόνο δεν δικαιούνται αλλά και καταδικάζονται.
Στο συζητούμενο θέμα και αίτημα της μεταφράσεως των λειτουργικών κειμένων δύο είναι τα θεωρούμενα ισχυρά επιχειρήματα. Το πρώτο ότι οι πιστοί δεν καταλαβαίνουν την γλώσσα στην οποία είναι γραμμένα τα κείμενα της Θ. Λατρείας, ιδιαίτερα μάλιστα τώρα που οι νέοι στα σχολεία δεν διδάσκονται και δεν μαθαίνουν επαρκώς αρχαία Ελληνικά

. Προσεύχονται επομένως βαττολογούντες, χωρίς να κατανοούν το νόημα των λεγομένων, οπότε αυτό σημαίνει ότι αποδίδουμε στις λέξεις μαγική δύναμη και αξία, αφού δεν κατανοούμε το λογικό τους περιεχόμενο• αφού δεν τα καταλαβαίνουμε, γιατί κρατούμε αμετάφραστα τα λειτουργικά κείμενα; Δεν πρέπει η λατρεία μας προς τον Θεό να είναι λογική; Πρέπει να είναι άλογη και ακατανόητη; Επικαλούνται μάλιστα παρερμηνεύοντες και το χωρίο του Αποστόλου Παύλου όπου γίνεται λόγος για «λογική λατρεία»1, και θεωρούν ότι η μετάφραση των λειτουργικών κειμένων έχει και αγιογραφική θεμελίωση. Εκτιμούν ότι ένας βασικός λόγος που δεν εκκλησιάζονται οι άνθρωποι, και ιδιαίτερα οι νέοι, είναι το ακατανόητο της λειτουργικής γλώσσης, και πως αντίθετα, αν μεταφρασθούν τα κείμενα, θα αυξηθεί ο αριθμός των εκκλησιαζομένων. Επιρρίπτεται μάλιστα και η μομφή μιας αριστοκρατικής αντιλαϊκής αντιλήψεως εναντίον όσων δεν δέχονται την μετάφραση και μεταγλώττιση, διότι δήθεν αυτοί προνομιακά λόγω της μορφώσεώς των απολαμβάνουν τα ιερά κείμενα ως ιδιαίτερη τάξη, ενώ αφήνουν τον πολύ λαό έξω από αυτήν την δυνατότητα. Επομένως κατ' αυτούς η μη μετάφραση των λειτουργικών κειμένων είναι ένα μεγάλο, ένα τεράστιο ποιμαντικό και κοινωνικό τώρα πρόβλημα το οποίο συνδέεται με σωτηριολογικούς και κοινωνικούς κινδύνους.

Από αυτή μάλιστα τη διόγκωση και διεκτραγώδηση ενός, όπως θα δούμε, ανυπάρκτου και κατ' άλλον τρόπον αντιμετωπιζομένου προβλήματος έσπευσαν μερικοί επίσκοποι και ιερείς να αυθαιρετήσουν και να προσβάλουν την λειτουργική ευταξία και την κανονική τάξη, εισαγαγόντες σε πολλές ακολουθίες μεταφρασμένες ευχές ή επιτρέποντες και συνιστώντες την ανάγνωση των αγιογραφικών περικοπών, του αποστόλου κυρίως ως περισσότερον δυσνοήτου από το Ευαγγέλιο, σε μετάφραση. Δεν ισχύει πλέον το «πάντα ευσχημόνως και κατά τάξιν γινέσθω», δεν ισχύει η αυστηρή τήρηση των τυπικών διατάξεων. Σε ποιο Τυπικό, παλαιό ή νέο, υπάρχει τέτοια αταξία, δυνατότης στον κάθε επίσκοπο και στον κάθε πρεσβύτερο να αυτοσχεδιάζει και να αυθαιρετεί; Απλώς φαίνεται ότι επιχειρείται η εκ των κάτω, η εκ της αποδοχής του πληρώματος υιοθέτηση των αλλαγών και μεταρρυθμίσεων, εγχείρημα, που θα αποτύχει λόγω της ασφαλούς απορρίψεώς του. θα παραμείνει απλώς η αταξία, ο σκανδαλισμός των πολλών από μερικές ουτοπικές γραφικότητες, και ο τραυματισμός της μέχρι τώρα αυστηρής και απαρέγκλιτης τήρησης της λειτουργικής και κανονικής ευταξίας.

Το δεύτερο σημαντικό επιχείρημα είναι ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία στην ιστορική της πορεία δεν υιοθέτησε την θεωρία περί ιερών γλωσσών, όπως και μέχρι του περασμένου αιώνος έπραττε ο Παπισμός, που υιοθέτησε την άποψη των Τριγλωσσιτών ή Πιλατιανών, σύμφωνα με την οποία υπάρχουν τρεις μόνον ιερές γλώσσες, η εβραϊκή, η ελληνική και η λατινική, αυτές δηλαδή στις οποίες έγραψε ο Πιλάτος την αιτία της καταδίκης του Χριστού επάνω εις τον Σταυρόν. «ην δε και επιγραφή γεγραμμένη επ' αυτώ γράμμασιν Ελληνικοίς και Ρωμαϊκοίς και εβραϊκοίς. ούτος εστιν ο βασιλεύς των Ιουδαίων»2. Με βάση την θεωρία αυτή ακόμη και στο χώρο της ιεραποστολής ο Παπισμός επέβαλε στους εντοπίους πληθυσμούς να χρησιμοποιούν την λατινική γλώσσα, η οποία σημειωτέον εχρησιμοποιείτο και στις ευρωπαϊκές χώρες ως γλώσσα της λατρείας πριν από τη Β' Βατικάνειο Σύνοδο. Ένας από τους λόγους της αποτυχίας των Φράγκων Ιεραποστόλων να μεταδώσουν τον Χριστιανισμό στους Σλάβους ήταν η μη χρησιμοποίηση της σλαβικής γλώσσης, αντίθετα προς τους δύο αγίους ιεραποστόλους και φωτιστάς των Σλάβων Κύριλλο και Μεθόδιο, τους Θεσσαλονικείς, οι οποίοι μετέφρασαν και την Αγία Γραφή και τα κείμενα της λατρείας στην σλαβική γλώσσα, την οποίαν μάλιστα και διεμόρφωσαν ως γραφομένη γλώσσα, συμβαλλόντες τα μέγιστα, εκτός της επιτυχούς ιεραποστολικής δράσεως, και στην διαμόρφωση του πολιτισμού των Σλάβων. Το ίδιο συνέβη σε όλες τις περιπτώσεις στον χώρο της Ανατολής• κάθε λαός Αρμένιοι, Κόπτες, Σύριοι, Γότθοι χρησιμοποιούσαν στη λατρεία τους την επιτόπια γλώσσα, ώστε να είναι κατανοητό το περιεχόμενο των λειτουργικών κειμένων. Μήπως γι' αυτό όσοι επιμένουν στο αμετάφραστο των λειτουργικών κειμένων ενεργούν αντίθετα προς την Ορθόδοξη Παράδοση και περιπίπτουν στην αίρεση των Τριγλωσσιτών ή Πιλατιανών;

Η απάντηση στα προβαλλόμενα υπέρ της μεταφράσεως επιχειρήματα δεν είναι δύσκολη• όσοι τοποθετούνται υπέρ του αμεταφράστου των λειτουργικών κειμένων δεν έχουν συστηματοποιήσει μέχρι τώρα τις απόψεις των, δεν έχουν καν συγκαλέσει ένα συνέδριο, μία ημερίδα, δεν έχουν εκδώσει ένα σχετικό συλλογικό τόμο. Υπάρχει πάντως στη βιβλιογραφία διασκορπισμένο πλούσιο και εντυπωσιακό υλικό, τον πλούτο και την δύναμη του οποίου δεν υποπτεύεται κανείς. Εγώ πρέπει να ομολογήσω ότι εντυπωσιάσθηκα από τον πλούτο και την δύναμη αυτών των επιχειρημάτων και θεωρώ ότι ένας από τους λόγους που επέβαλλαν την οργάνωση αυτού του συνεδρίου ήταν και αυτός• να συνειδητοποιήσουμε ότι η κατ' αρχήν παραδοσιακή και αυθόρμητη απόρριψη των μεταφράσεων, και εκ μέρους του εκκλησιαστικού πληρώματος, δεν είναι άλογη και αθεολόγητη, αλλά λογική και θεολογική• έχει ισχυρότατο θεολογικό υπόβαθρο. Ίσως αυτό να εξηγεί εν πολλοίς και την παρατηρηθείσα αδικαιολόγητη εναντίον του Συνεδρίου τοποθέτηση και δράση μερικών3. Όταν είσαι πεπεισμένος για την αλήθεια και την δύναμη όσων εσύ πιστεύεις, δεν φοβάσαι ούτε ενοχλείσαι από την έκφραση αντιθέτων ή διαφορετικών φωνών. αντίθετα πρέπει να την επιδιώκεις, διότι στην αντιπαράθεση και στον διάλογο θα φανεί η δύναμη της αληθείας.

Εκτός και αν δεν ενδιαφέρει η αλήθεια, ο διάλογος, η συζήτηση, η συνοδικότης, αλλά μόνον η εγωιστική προβολή και επιβολή των δικών μας απόψεων. Στην Ορθόδοξη όμως Εκκλησία δεν έχουμε ούτε αλάθητο πάπα, ούτε αλαθήτους επισκόπους, ακόμη ούτε αλάθητες συνόδους• ο τελευταίος βαθμός κρίσεως της αληθείας των αποφασιζομένων τοποθετείται στην εκκλησιαστική σύναξη, στην συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας. Υπήρξαν πολυπρόσωπες και μεγάλες σύνοδοι που απορρίφθηκαν ως ληστρικές και αιρετικές. Αλλοίμονο αν υπήρχε η δυνατότης στους εκάστοτε ισχυρούς, εκκλησιαστικούς και πολιτικούς ηγέτες, να επιβάλλουν διά της βίας όσα αυτοί θεωρούν αληθινά• η δύναμη της αληθείας είναι άμαχη, ακαταμάχητη, γιατί ακαταμάχητος και ανίκητος είναι ο Θεός, που είναι η αλήθεια.

Για τον λόγο λοιπόν αυτό εμείς θα καταθέσουμε εδώ στο Συνέδριο την γνώμη μας και τις εκτιμήσεις μας, οι οποίες θα κριθούν με βάση το κριτήριο της καθολικότητος και οικουμενικότητος, και της τοπικής αλλά και της διαχρονικής. Σκέπτομαι μάλιστα ότι εκτός από τα πρακτικά του Συνεδρίου, που θα εκδοθούν σύντομα, σε ένα τριπλό τεύχος του περιοδικού «Θεοδρομία», θα ήταν πολύ χρήσιμο, σε ένα ειδικό επίσης τόμο ή σε δύο, να συγκεντρωθεί ότι καλύτερο έχει μέχρι τώρα γραφή για το θέμα της μεταφράσεως των λειτουργικών κειμένων κατ' αρχήν και για τα άλλα στη συνέχεια θέματα της λεγομένης «Λειτουργικής Αναγεννήσεως». Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που αριθμήσαμε το παρόν λειτουργικό συνέδριο ως Α', διότι υπάρχουν πολλά άλλα θέματα που δεν καλύπτονται καθόλου από εισηγήσεις ή καλύπτονται εν μέρει, και υπάρχουν επίσης ειδικά θέματα τα οποία θα προκύψουν στο μέλλον από τις σχεδιασθείσες λειτουργικές αλλαγές και θα πρέπει να αντιμετωπισθούν όλα αυτά σε επόμενα συνέδρια με τη βοήθεια και τη Χάρη του Θεού και τις πρεσβείες των Αγίων.

Ας έλθουμε όμως τώρα να ιδούμε πόσο ισχυροί είναι οι προβαλλόμενοι λόγοι για την ανάγκη της μεταφράσεως των λειτουργικών κειμένων. Ενδεικτική θα είναι η παρουσίαση του πλήθους των γνωμών και των επιχειρημάτων. Όταν θα εκδοθούν, συν Θεώ, οι μνημονευθέντες τόμοι, που θα περιέχουν τις καλύτερες μελέτες για το θέμα της μεταφράσεως ή μεταγλωττίσεως των λειτουργικών κειμένων, τότε θα μπορεί κανείς αναλυτικά να παρακολουθήσει την σχετική επιχειρηματολογία.


(2)

2. Δεν είναι υπαρκτό ποιμαντικό πρόβλημα. Τεχνητό, κατασκευασμένο, με εισαγόμενη προβληματική

1. Σύντομη παρουσίαση του προβλήματος

Ένα από τα βασικά θέματα που συζητούνται στα πλαίσια της ψευδε­πίγραφης και άγνωστης στην Ορθόδοξη Παράδοση «Λειτουργικής Αναγέννησης», η οποία δυστυχώς τώρα για πρώτη φορά βαπτίσθη­κε και επίσημα μέσα στην συνοδική κολυμβήθρα με την συγκρότηση το έτος 1999 της «Ειδικής Συνοδικής Επιτροπής Λειτουργικής Αναγεννήσεως», είναι και το θέμα της μεταφράσεως ή μεταγλωττίσεως των λειτουργικών κειμένων στην καθομιλουμένη νεοελληνική γλώσσα. Ας σημειώσω εδώ παρενθετικά ότι η συνοδική αποδοχή και νομιμοποίη­ση της «Λειτουργικής Αναγέννησης», είναι άκυρη και ανυπόστατη, διότι διακόπτει την συνέχεια της αποστολοπαραδότου και πατροπαρα­δότου Παραδόσεως, διακόπτει την διαδοχή της Ορθοδόξου πίστεως, όπου οι καινοτομίες, οι νεωτερισμοί και οι ανανεώσεις όχι μόνο δεν δικαιούνται αλλά και καταδικάζονται.

Στο συζητούμενο θέμα και αίτημα της μεταφράσεως των λειτουργικών κειμένων δύο είναι τα θεωρούμενα ισχυρά επιχειρήματα. Το πρώτο ότι οι πιστοί δεν καταλαβαίνουν την γλώσσα στην οποία είναι γραμμένα τα κείμενα της Θ. Λατρείας, ιδιαίτερα μάλιστα τώρα που οι νέοι στα σχολεία δεν διδάσκονται και δεν μαθαίνουν επαρκώς αρχαία Ελληνικά. Προσεύχονται επομένως βαττολογούντες, χωρίς να κατανοούν το νόημα των λεγομένων, οπότε αυτό σημαίνει ότι αποδίδουμε στις λέξεις μαγική δύναμη και αξία, αφού δεν κατανοούμε το λογικό τους περιεχόμενο• αφού δεν τα καταλαβαίνουμε, γιατί κρατούμε αμετάφραστα τα λειτουργικά κείμενα; Δεν πρέπει η λατρεία μας προς τον Θεό να είναι λογική; Πρέπει να είναι άλογη και ακατανόητη; Επικαλούνται μάλιστα παρερμηνεύοντες και το χωρίο του Αποστόλου Παύλου όπου γίνεται λόγος για «λογική λατρεία»1, και θεωρούν ότι η μετάφραση των λειτουργικών κειμένων έχει και αγιογραφική θεμελίωση. Εκτιμούν ότι ένας βασικός λόγος που δεν εκκλησιάζονται οι άνθρωποι, και ιδιαίτερα οι νέοι, είναι το ακατανόητο της λειτουργικής γλώσσης, και πως αντίθετα, αν μεταφρασθούν τα κείμενα, θα αυξηθεί ο αριθμός των εκκλησιαζομένων. Επιρρίπτεται μάλιστα και η μομφή μιας αριστοκρατικής αντιλαϊκής αντιλήψεως εναντίον όσων δεν δέχονται την μετάφραση και μεταγλώττιση, διότι δήθεν αυτοί προνομιακά λόγω της μορφώσεώς των απολαμβάνουν τα ιερά κείμενα ως ιδιαίτερη τάξη, ενώ αφήνουν τον πολύ λαό έξω από αυτήν την δυνατότητα. Επομένως κατ' αυτούς η μη μετάφραση των λειτουργικών κειμένων είναι ένα μεγάλο, ένα τεράστιο ποιμαντικό και κοινωνικό τώρα πρόβλημα το οποίο συνδέεται με σωτηριολογικούς και κοινωνικούς κινδύνους.

Από αυτή μάλιστα τη διόγκωση και διεκτραγώδηση ενός, όπως θα δούμε, ανυπάρκτου και κατ' άλλον τρόπον αντιμετωπιζομένου προβλήματος έσπευσαν μερικοί επίσκοποι και ιερείς να αυθαιρετήσουν και να προσβάλουν την λειτουργική ευταξία και την κανονική τάξη, εισαγαγόντες σε πολλές ακολουθίες μεταφρασμένες ευχές ή επιτρέποντες και συνιστώντες την ανάγνωση των αγιογραφικών περικοπών, του αποστόλου κυρίως ως περισσότερον δυσνοήτου από το Ευαγγέλιο, σε μετάφραση. Δεν ισχύει πλέον το «πάντα ευσχημόνως και κατά τάξιν γινέσθω», δεν ισχύει η αυστηρή τήρηση των τυπικών διατάξεων. Σε ποιο Τυπικό, παλαιό ή νέο, υπάρχει τέτοια αταξία, δυνατότης στον κάθε επίσκοπο και στον κάθε πρεσβύτερο να αυτοσχεδιάζει και να αυθαιρετεί; Απλώς φαίνεται ότι επιχειρείται η εκ των κάτω, η εκ της αποδοχής του πληρώματος υιοθέτηση των αλλαγών και μεταρρυθμίσεων, εγχείρημα, που θα αποτύχει λόγω της ασφαλούς απορρίψεώς του. θα παραμείνει απλώς η αταξία, ο σκανδαλισμός των πολλών από μερικές ουτοπικές γραφικότητες, και ο τραυματισμός της μέχρι τώρα αυστηρής και απαρέγκλιτης τήρησης της λειτουργικής και κανονικής ευταξίας.

Το δεύτερο σημαντικό επιχείρημα είναι ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία στην ιστορική της πορεία δεν υιοθέτησε την θεωρία περί ιερών γλωσσών, όπως και μέχρι του περασμένου αιώνος έπραττε ο Παπισμός, που υιοθέτησε την άποψη των Τριγλωσσιτών ή Πιλατιανών, σύμφωνα με την οποία υπάρχουν τρεις μόνον ιερές γλώσσες, η εβραϊκή, η ελληνική και η λατινική, αυτές δηλαδή στις οποίες έγραψε ο Πιλάτος την αιτία της καταδίκης του Χριστού επάνω εις τον Σταυρόν. «ην δε και επιγραφή γεγραμμένη επ' αυτώ γράμμασιν Ελληνικοίς και Ρωμαϊκοίς και εβραϊκοίς. ούτος εστιν ο βασιλεύς των Ιουδαίων»2. Με βάση την θεωρία αυτή ακόμη και στο χώρο της ιεραποστολής ο Παπισμός επέβαλε στους εντοπίους πληθυσμούς να χρησιμοποιούν την λατινική γλώσσα, η οποία σημειωτέον εχρησιμοποιείτο και στις ευρωπαϊκές χώρες ως γλώσσα της λατρείας πριν από τη Β' Βατικάνειο Σύνοδο. Ένας από τους λόγους της αποτυχίας των Φράγκων Ιεραποστόλων να μεταδώσουν τον Χριστιανισμό στους Σλάβους ήταν η μη χρησιμοποίηση της σλαβικής γλώσσης, αντίθετα προς τους δύο αγίους ιεραποστόλους και φωτιστάς των Σλάβων Κύριλλο και Μεθόδιο, τους Θεσσαλονικείς, οι οποίοι μετέφρασαν και την Αγία Γραφή και τα κείμενα της λατρείας στην σλαβική γλώσσα, την οποίαν μάλιστα και διεμόρφωσαν ως γραφομένη γλώσσα, συμβαλλόντες τα μέγιστα, εκτός της επιτυχούς ιεραποστολικής δράσεως, και στην διαμόρφωση του πολιτισμού των Σλάβων. Το ίδιο συνέβη σε όλες τις περιπτώσεις στον χώρο της Ανατολής• κάθε λαός Αρμένιοι, Κόπτες, Σύριοι, Γότθοι χρησιμοποιούσαν στη λατρεία τους την επιτόπια γλώσσα, ώστε να είναι κατανοητό το περιεχόμενο των λειτουργικών κειμένων. Μήπως γι' αυτό όσοι επιμένουν στο αμετάφραστο των λειτουργικών κειμένων ενεργούν αντίθετα προς την Ορθόδοξη Παράδοση και περιπίπτουν στην αίρεση των Τριγλωσσιτών ή Πιλατιανών;

Η απάντηση στα προβαλλόμενα υπέρ της μεταφράσεως επιχειρήματα δεν είναι δύσκολη• όσοι τοποθετούνται υπέρ του αμεταφράστου των λειτουργικών κειμένων δεν έχουν συστηματοποιήσει μέχρι τώρα τις απόψεις των, δεν έχουν καν συγκαλέσει ένα συνέδριο, μία ημερίδα, δεν έχουν εκδώσει ένα σχετικό συλλογικό τόμο. Υπάρχει πάντως στη βιβλιογραφία διασκορπισμένο πλούσιο και εντυπωσιακό υλικό, τον πλούτο και την δύναμη του οποίου δεν υποπτεύεται κανείς. Εγώ πρέπει να ομολογήσω ότι εντυπωσιάσθηκα από τον πλούτο και την δύναμη αυτών των επιχειρημάτων και θεωρώ ότι ένας από τους λόγους που επέβαλλαν την οργάνωση αυτού του συνεδρίου ήταν και αυτός• να συνειδητοποιήσουμε ότι η κατ' αρχήν παραδοσιακή και αυθόρμητη απόρριψη των μεταφράσεων, και εκ μέρους του εκκλησιαστικού πληρώματος, δεν είναι άλογη και αθεολόγητη, αλλά λογική και θεολογική• έχει ισχυρότατο θεολογικό υπόβαθρο. Ίσως αυτό να εξηγεί εν πολλοίς και την παρατηρηθείσα αδικαιολόγητη εναντίον του Συνεδρίου τοποθέτηση και δράση μερικών3. Όταν είσαι πεπεισμένος για την αλήθεια και την δύναμη όσων εσύ πιστεύεις, δεν φοβάσαι ούτε ενοχλείσαι από την έκφραση αντιθέτων ή διαφορετικών φωνών. αντίθετα πρέπει να την επιδιώκεις, διότι στην αντιπαράθεση και στον διάλογο θα φανεί η δύναμη της αληθείας.

Εκτός και αν δεν ενδιαφέρει η αλήθεια, ο διάλογος, η συζήτηση, η συνοδικότης, αλλά μόνον η εγωιστική προβολή και επιβολή των δικών μας απόψεων. Στην Ορθόδοξη όμως Εκκλησία δεν έχουμε ούτε αλάθητο πάπα, ούτε αλαθήτους επισκόπους, ακόμη ούτε αλάθητες συνόδους• ο τελευταίος βαθμός κρίσεως της αληθείας των αποφασιζομένων τοποθετείται στην εκκλησιαστική σύναξη, στην συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας. Υπήρξαν πολυπρόσωπες και μεγάλες σύνοδοι που απορρίφθηκαν ως ληστρικές και αιρετικές. Αλλοίμονο αν υπήρχε η δυνατότης στους εκάστοτε ισχυρούς, εκκλησιαστικούς και πολιτικούς ηγέτες, να επιβάλλουν διά της βίας όσα αυτοί θεωρούν αληθινά• η δύναμη της αληθείας είναι άμαχη, ακαταμάχητη, γιατί ακαταμάχητος και ανίκητος είναι ο Θεός, που είναι η αλήθεια.

Για τον λόγο λοιπόν αυτό εμείς θα καταθέσουμε εδώ στο Συνέδριο την γνώμη μας και τις εκτιμήσεις μας, οι οποίες θα κριθούν με βάση το κριτήριο της καθολικότητος και οικουμενικότητος, και της τοπικής αλλά και της διαχρονικής. Σκέπτομαι μάλιστα ότι εκτός από τα πρακτικά του Συνεδρίου, που θα εκδοθούν σύντομα, σε ένα τριπλό τεύχος του περιοδικού «Θεοδρομία», θα ήταν πολύ χρήσιμο, σε ένα ειδικό επίσης τόμο ή σε δύο, να συγκεντρωθεί ότι καλύτερο έχει μέχρι τώρα γραφή για το θέμα της μεταφράσεως των λειτουργικών κειμένων κατ' αρχήν και για τα άλλα στη συνέχεια θέματα της λεγομένης «Λειτουργικής Αναγεννήσεως». Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που αριθμήσαμε το παρόν λειτουργικό συνέδριο ως Α', διότι υπάρχουν πολλά άλλα θέματα που δεν καλύπτονται καθόλου από εισηγήσεις ή καλύπτονται εν μέρει, και υπάρχουν επίσης ειδικά θέματα τα οποία θα προκύψουν στο μέλλον από τις σχεδιασθείσες λειτουργικές αλλαγές και θα πρέπει να αντιμετωπισθούν όλα αυτά σε επόμενα συνέδρια με τη βοήθεια και τη Χάρη του Θεού και τις πρεσβείες των Αγίων.

Ας έλθουμε όμως τώρα να ιδούμε πόσο ισχυροί είναι οι προβαλλόμενοι λόγοι για την ανάγκη της μεταφράσεως των λειτουργικών κειμένων. Ενδεικτική θα είναι η παρουσίαση του πλήθους των γνωμών και των επιχειρημάτων. Όταν θα εκδοθούν, συν Θεώ, οι μνημονευθέντες τόμοι, που θα περιέχουν τις καλύτερες μελέτες για το θέμα της μεταφράσεως ή μεταγλωττίσεως των λειτουργικών κειμένων, τότε θα μπορεί κανείς αναλυτικά να παρακολουθήσει την σχετική επιχειρηματολογία.

2. Δεν είναι υπαρκτό ποιμαντικό πρόβλημα. Τεχνητό, κατασκευασμένο, με εισαγόμενη προβληματική

Δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί ότι η γλώσσα της λατρείας, η σκοπιμότητα της μεταγλωττίσεως ή το αμετάφραστο και το αμετάβλητο των λειτουργικών κειμένων απασχολούν, ιδιαίτερα τον τελευταίο καιρό, εκκλησιαστικούς και θεολογικούς κύκλους. Δεν είχαν πάντως απασχολήσει την Εκκλησία επί αιώνες, μέχρι και επέκεινα των μέσων του εικοστού αιώνος. Αν παρακολουθήσει κανείς την βιβλιογραφία, θα διαπιστώσει ότι το πρόβλημα προβάλλεται και συζητείται τις τελευταίες δεκαετίες, ιδιαίτερα μετά την Β' Βατικάνειο Σύνοδο (1962-1965), που εισήγαγε τον προβληματισμό σε θεολογικό επίπεδο.4. Είναι ενδιαφέρον να διαπιστώνει κανείς ότι ένα από τα επιχειρήματα των υποστηρικτών της μεταγλωττίσεως είναι ότι σήμερα οι νέοι δεν μαθαίνουν αρχαία ελληνικά και γι' αυτό δεν κατανοούν τα κείμενα της λατρείας. Δημιουργήσαμε δηλαδή το πρόβλημα, για να το επιλύσουμε. στην Ελλάδα ιδιαίτερα μετά την μεταπολίτευση ενισχύθηκε ο προβληματισμός στα πλαίσια των ποικίλων αλλαγών και μεταβολών, εκπαιδευτικών, κοινωνικών, πολιτιστικών. Ιδιαίτερο ρόλο κατά την περίοδο αυτή παίζει γενικώς η αποδυνάμωση των αρχαίων ελληνικών στην εκπαίδευση με πανθομολογούμενες πλέον καταστρεπτικές συνέπειες στην μόρφωση των νέων γενεών. Η γενική ανυποληψία και υποβάθμιση της αρχαίας γλώσσης και η διά νόμου επιβολή της δημοτικής όχι μόνο στην παιδεία, αλλά παντού, ακόμη και στην νομοθεσία, δημιούργησαν ανάλογη νοοτροπία και σε θεολογικούς κύκλους, συνεργαζομένους μάλιστα με την κυβέρνηση για τον "εκδημοκρατισμό" και "εκσυγχρονισμό" και της Εκκλησίας.
Μέσα στο κλίμα λοιπόν το θεολογικό και πολιτιστικό που δημιουργήθηκε, ακαδημαϊκοί θεολογικοί κύκλοι μετέφεραν στην Ελλάδα την δυτική προβληματική, η οποία εκεί μεν είχε αρκετά σοβαρούς λόγους να υιοθετείται, εδώ όμως κανένα. Στη Δύση, ως γνωστόν, ιδιαίτερα στον Ρωμαιοκαθολικό χώρο, η λατρεία ετελείτο αποκλειστικά και μόνο στην λατινική, η οποία ήτο πράγματι μία νεκρή πλέον γλώσσα, ακατανόητη παντελώς για τους ομιλούντες τις σύγχρονες τοπικές γλώσσες. Το παράδειγμα μάλιστα των Προτεσταντών και η ασκούμενη από τη σύγκριση με τους Προτεστάντες πίεση ώθησε το Βατικανό στην αναφερθείσα σύνοδο να επιτρέψει στην λατρεία την χρήση των τοπικών γλωσσών στις διάφορες χώρες, όπως έπραττε πάντοτε η Ορθόδοξη Εκκλησία από τους αρχαίους αποστολικούς χρόνους μέχρι των ημερών μας• ο κάθε λαός λατρεύει τον Θεό στη γλώσσα του. Δεν υπάρχουν ιερές γλώσσες, ούτε ίσχυσε ποτέ στην Ορθόδοξη Εκκλησία η αίρεση των Τριγλωσσιτών ή Πιλατιανών.

Η δικαιολογημένη λοιπόν στη Δύση μετάφραση των λειτουργικών κειμένων από την λατινική στις σύγχρονες γλώσσες, άρχισε αδικαιολόγητα να απασχολεί και μερικούς δικούς μας πανεπιστημιακούς θεολόγους, και μάλιστα λειτουργιολόγους, στα πλαίσια του άλλου ξενόφερτου αιτήματος, της μεγαλύτερης συμμετοχής του λαού στη Θεία Λατρεία, και των άλλων νεωτερισμών και καινοτομιών της «Λειτουργικής Αναγέννησης». Για την θεωρητική κατοχύρωση αυτών των αλλαγών υιοθετήθηκε η θεωρία πως δήθεν στη λατρεία υπάρχουν «μεταβλητά και αμετάβλητα στοιχεία». Με βάση αυτήν την θεωρία κινείται δυστυχώς τις τελευταίες δεκαετίες η λειτουργική επιστήμη στην Ελλάδα και σε μερικές άλλες ορθόδοξες χώρες• με την παραγωγή μάλιστα νέων λειτουργιολόγων και την ανάλογη μόρφωση των νέων κληρικών και θεολόγων τείνει να επικρατήσει γενικώς. Φθάσαμε στο σημείο για πρώτη φορά στην ιστορία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, να συντάσσονται νέες ακολουθίες του γάμου, του αρραβώνος, να προτείνονται αλλαγές των ευχών που διαβάζονται στις γυναίκες που βρίσκονται σε κατάσταση λοχείας, γιατί οι παλαιές είναι δήθεν επηρεασμένες από τις περί καθαρών και ακαθάρτων διατάξεις της Π. Διαθήκης, και βέβαια, να διαβάζονται σε μετάφραση ευχές της Πεντηκοστής, των Θεοφανείων και άλλες, όπως και τα ευαγγελικά αποστολικά αναγνώσματα, ευτυχώς από ελαχίστους επισκόπους και πρεσβυτέρους5, και πολλά άλλα.

Αφού υιοθετούνται από την λειτουργική επιστήμη οι αλλαγές και οι μεταβολές, αφού υπάρχουν και μεταβλητά στοιχεία, γιατί να μη προχωρήσουμε σε αλλαγές, ώστε να δείξουμε ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι στατική και μουσειοποιημένη, αλλά σύγχρονη, ζωντανή και δυναμική;

Το καύχημα της Παραδοσιακής Εκκλησίας, η οποία κρατεί τις παραδόσεις των Αποστόλων και των Πατέρων, δεν μεταίρει εύκολα "τα όρια α έθεντο οι Πατέρες", τους ατίμητους θησαυρούς της λατρείας μας, τα μεταβάλλουμε σε ανεπιθύμητο απηρχαιωμένο φορτίο, σε φορεσιά φολκλόρ που μας δημιουργεί κόμπλεξ και θέλουμε να την αποβάλουμε.

Δεν είναι βέβαια εδώ ο κατάλληλος χώρος για να κρίνουμε την ανέρειστη θεωρία "περί μεταβλητών και αμεταβλήτων στοιχείων"• ίσως το κάνουμε σε άλλη ευκαιρία. Θα παραθέσουμε μόνον σε αντιπαράθεση γνώμες Ρώσων Ορθοδόξων και στη συνέχεια την στάση της αυτοσυνειδησίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως προς το αν η λειτουργική γλώσσα είναι πράγματι υπαρκτό ποιμαντικό πρόβλημα. Γιατί, αν είναι όντως πρόβλημα, υπήρξαν περίοδοι αμαθείας, σκότους και αγραμματοσύνης, κατά τις οποίες θα έπρεπε η Εκκλησία εδώ και πολλούς αιώνες να είχε μεταγλωττίσει τα λειτουργικά κείμενα.

Ο Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης γράφει σχετικώς: «Κάθε λέξις της Αγίας Γραφής, κάθε λέξις της Θείας Λειτουργίας, της Εωθινής και Εσπερινής ακολουθίας, κάθε λέξις των ευχών της Θείας Κοινωνίας και των άλλων προσευχών έχει εντός αυτής δύναμιν, η οποία εις αυτήν αντιστοιχεί και περιέχεται εις αυτήν, οποίαν δύναμιν έχει εντός του το τίμιον και ζωοποιόν σημείον του σταυρού... Ενθυμού οποίοι μεγάλοι φωστήρες, φωτισθέντες υπό του Αγίου Πνεύματος σε οδηγούν... "Μη μεριμνήσετε πώς ή τί λαλήσητε. Ου γαρ υμείς εστέ οι λαλούντες αλλά το Πνεύμα του Πατρός υμών το λαλούν εν υμίν" (Ματθ. 10,19-20). Ο Κύριος προ πολλού μας ηλευθέρωσεν από την μέριμναν αυτήν, από αυτήν την λύπην, διότι εδίδαξε τους ευσεβείς Πατέρας διά του Πνεύματός του τί να ειπούν και τί να προσευχηθούν προς τον Κύριον κατά την Θείαν Λειτουργίαν, την τέλεσιν των μυστηρίων. Όταν προσεύχεσαι κατά τας ιεράς ακολουθίας, την τέλεσιν των μυστηρίων και την ανάγνωσιν των ευχών ή την υμνωδίαν, έχε εις την καρδίαν σου αυτάς τας λέξεις των προσευχών της Εκκλησίας και πίστευε ότι ούτε μία λέξις δεν ετέθη εις αυτάς εις μάτην, αλλ' ότι εκάστη εξ αυτών έχει την δύναμίν της, ότι εις εκάστην λέξιν κατοικεί η Αγία Τριάς»6.



Στο γνωστό εγχειρίδιο των Ν. Baynes - Η. St. Moss, «Βυζάντιο. Εισαγωγή στον Βυζαντινό Πολιτισμό» στο κεφάλαιο «Η βυζαντινή κληρονομιά στη Ρωσία», που γράφεται από τους Β. Meyendorff και Ν. Baynes, γράφονται τα εξής για το πώς οι Ρώσοι αντιμετωπίζουν, ως αμετάβλητα και ιερά όχι μόνο τα δόγματα, αλλά και τις λειτουργικές μορφές: «Αφού ο Χριστιανισμός εισήχθη στη Ρωσία από το Βυζάντιο, η Ρωσική Εκκλησία από της συστάσεώς της ακολούθησε το βυζαντινό πρότυπο. Στη βυζαντινή αυτοκρατορία όμως το ορθόδοξο δόγμα είχε προσλάβει πλέον την τελική του μορφή. Η εικονοκλαστική επίθεση κατά της παραδόσεως της Ανατολικής Εκκλησίας είχε οποκρουσθή. Μέσα στη Ρωσική Εκκλησία δεν υπάρχουν διαμάχες, αναφερόμενες σε θεμελιώδη ζητήματα πίστεως, και για τους Ρώσους οι λειτουργικές μορφές ήταν μέρη από την ίδια παρακαταθήκη, η οποία καθαγιάστηκε από την αυθεντία των Πατέρων. Τα καθιερωμένα της κληρονομημένης πίστεως και της λειτουργικής παραδόσεως συνυφάνθηκαν και σ' αυτή την συνύφανση κάθε στοιχείο έγινε ιερό»7.

Αμετάβλητα λοιπόν και ιερά τα καθιερωμένα της πίστεως και της λειτουργικής παραδόσεως, τα δόγματα και η λατρεία, μέχρι και αυτών των λέξεων, που θεωρούνται αγιασμένες. Αυτή είναι η στάση των Ρώσων, που την κληρονόμησαν από εμάς. Αυτήν την στάση εξακολουθήσαμε να την τηρούμε μέχρι και του εικοστού αιώνος. Κανένας άγιος αλλά ούτε και η επίσημη εκκλησία σκέφτηκαν ποτέ ούτε αποφάσισαν να προβούν σε μετάφραση ή μεταγλώττιση των λειτουργικών κειμένων. Τώρα εμφανίσθηκε αυτό το ποιμαντικό πρόβλημα; Υπήρξαν και σε παλαιότερες εποχές παρόμοιες ανανεωτικές προσπάθειες, οι οποίες όμως αποκρούσθηκαν. Μαρτυρείται π.χ. ότι κατά την εποχή του πατριάρχου Νικολάου Μουζάλωνος (1147-1151) είχε συνταχθεί στην καθομιλουμένη βίος της Αγίας Παρασκευής της Επιβατηνής, ο οποίος κρίθηκε ότι ευτελίζει τον υψηλό αγγελικό βίο της Αγίας. Ο βίος εκάει, και δόθηκε εντολή να συγγραφεί άλλος. Στο σχετικό σχόλιο του Βαλσαμώνος στον 63ο κανόνα της εν Τρούλλω συνόδου επαινείται ο Συμεών Μεταφραστής, διότι συνέγραψε τους βίους των αγίων και τους εκάλλυνε επαξίως, εις λογίαν βεβαίως γλώσσαν και αρχαΐζουσαν. Γράφει ο Βαλσαμών: «Χάρις τοίνυν τω μακαρίτη Μεταφραστή, τω τα μαρτυρικά υπέρ της αληθείας σκάμματα πολλοίς πόνοις και ιδρώσι κατακαλλύναντι, εις ύμνον Θεού και δόξαν αιωνίζουσαν των αγίων μαρτύ­ρων. Ο αγιώτατος δε πατριάρχης εκείνος κυρός Νικόλαος ο Μουζάλων ευρών συγγραφέντα τον βίον της αγίας Παρασκευής, της εν τω χωρίω τη Καλλικρατεία τιμωμένης, παρά τινος χωρίτου ιδιωτικώς και αναξίως τη αγγελική διαγωγή της αγίας, ώρισε πυρί παραδοθήναι. και επέτρεψε τω διακόνω εκείνω τω Βασιλικώ συγγράψασθαι τον εαυτής θεάρεστον βiov»8.



Την στάση της Ορθοδόξου Εκκλησίας στην αντιμετώπιση των λειτουργικών θεμάτων συνάγει κανείς αβίαστα και ολοφάνερα από το λειτουργικό έργο του Αγίου Συμεών Θεσσαλονίκης, του μεγαλυτέρου λειτουργιολόγου πατρός και αγίου των μεταβυζαντινών χρόνων, ο οποίος εκωδικοποίησε και συνόψισε την Τελετουργική και την Λειτουργική Θεολογία. Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να είχαμε ειδικές εισηγήσεις για τον Άγιο Συμεών και τους προ αυτού, λειτουργιολόγους αγίους. θα φροντίσουμε να το κάνουμε σε επόμενο συνέδριο, για να δούμε πώς τοποθετούνται οι Άγιοι και φωτισμένοι Λειτουργιολόγοι στα θέματα που θίγει σήμερα η ξενόφερτη και επικίνδυνη «Λειτουργική Αναγέννηση». Μπορούμε πάντως να πούμε με βεβαιότητα ότι η στάση του Αγίου Συμεών δεν είναι ανανεωτική, αλλά ερμηνευτική. δεν προτείνει μεταβολές, αλλαγές και μεταγλωττίσεις. θα απέκρουε με αυστηρότητα τη θεωρία περί «μεταβλητών και αμεταβλήτων στοιχείων στη Θ. Λειτουργία». Τα θεωρεί όλα αμετάβλητα, διότι ξεκινά από την βασική αρχή, ότι η κατ' αρχήν πτωχή και αδιαμόρφωτη Θεία Λατρεία προχώρησε, αυξήθηκε, μεγαλύνθηκε και όλα έγιναν λαμπρότερα και ιεροπρεπέστερα, διότι διαμορφώθηκαν από αγίους άνδρες, «θείους και υψηλούς την διάνοιαν», κινουμένους από το Άγιο Πνεύμα. Αυτά λοιπόν τα κατά προκοπή και τελείωσιν διαμορφωθέντα είναι πλέον αμετάβλητα. Το γεγονός π.χ. ότι το μοναχικό σχήμα δόθηκε δι' αγγέλου στον Άγιο Παχώμιο, τον 4ο αιώνα, ενώ ήδη υπήρχε ο Μοναχισμός από της εποχής του Χριστού, δεν σημαίνει ότι πρέπει να καταργήσουμε το μοναχικό σχήμα και να επανέλθουμε στα προηγούμενα γιατί αυτό είναι μεταγενέστερο, γιατί, εν πάση περιπτώσει, δείχνει ότι τα πράγματα μεταβάλλονται και αλλάσσουν και επομένως μπορούμε και εμείς να κάνουμε αλλαγές. Όσα διαμορφώθηκαν αυξητικά κατά προκοπήν και τελείωσιν επί το λαμπρότερον τη επιστασία του Αγίου Πνεύματος υπό Αγίων ανδρών είναι ιερά και αμετάβλητα, και μόνο ερμηνευτικά, όχι κατεδαφιστικά μπορούμε να τα προσεγγίζουμε. Γρά­φει σχετικώς: «Ότι δε και τω ιερώ Παχωμίω εν τοις των Πατέρων γέγραπται λόγοις, ύστερον το σχήμα παρ' αγγέλου δοθήναι, καλώς και αληθώς γέγραπται. Και γαρ του σχήματος σημεία τινα, τελεωτέραν διδασκαλίαν έχοντα παρά το πρότερον σχήμα, δέδοται. Επεί γαρ κατά μικρόν τα της ευσεβείας ηύξανέ τε και προέκοπτε και της Εκκλησίας αι ευταξίαι μείζους εγίνοντο, και τα της ιερουργίας και του βαπτίσματος λαμπρότερον συνετίθετο, και ψαλμωδιών και ευχών ακολουθίαι και τάξεις υπό των κατά καιρούς αγίων ανδρών κινουμένων τω Πνεύματι, και τα του σχήματος των μοναχών προς το ευτακτότερον και σεμνότερον υπό αγγέλου τω Παχωμίω εδείκνυτο»9.

Αρχόμενος της ερμηνείας της Θ. Λειτουργίας θέλει να αποσείσει την υπόνοια ότι είναι τολμητίας και υπερήφανος, όχι γιατί επιχειρεί να αλλάξει και να μεταγλωττίσει, αλλά ακόμη και να ερμηνεύσει τα λειτουργικά θέματα. πιστεύει ότι και οι ερμηνείες είναι ιερές και αμετάβλητες, γιατί έγιναν από μυημένους στα θεία μυστήρια αγίους. Να σκεφθούμε πόσο μυημένοι ήσαν αυτοί που συνέταξαν και συνέθεσαν τις ακολουθίες των μυστηρίων. Σέβεται κάθε λέξη ο Άγιος Συμεών την προσεγγίζει με δέος, την προσκυνά θα λέγαμε, και επιχειρεί να ερμηνεύσει το νόημά της. δεν προτείνει την μετάφρασή της, γιατί είναι δυσνόητη. «Πλην μη τις τολμητάς ημάς υποπτεύσειε, μηδέ υψηλοφροσύνην ημίν εγκαλέσειε, περί των ούτω μεγίστων επιχειρούσι λέ­γειν, α δη αποστολικοί και θείοι άνδρες ηρμήνευσαν, και τοιούτοι, ως υπεραρθήναι των ουρανών, και Θεού μυστήρια άρρητα μυηθήναι. Ουχ ίνα τοίνυν περισσότερον είποιμεν, μηδαμώς ημίν, Κύριε, η τοιαύτη, έλθοι απόνοια, και βλασφημία μάλλον ειπείν. αλλ' αγιαζόμενος τον νουν εκ των ειρημένων εκείνοις, και οδηγούμενος ως τέκνον και δούλος αυτών εις φως γνώσεως θειοτέρας, εξ ων εκείνοι ουρανίως και αξίως αυτών συνεγράψαντο, όσον εγχωρεί τα παρ' εκείνων καμοί τε και τοις αδελφοίς εκτίθημι εν αγάπη»10. Αφιερώνει ολόκληρο κεφάλαιο για να εξηγήσει τι σημαίνει το «Αλληλούια», το οποίο κάλλιστα θα μπορούσε η Εκκλησία ως εβραϊκή λέξη να το μεταφράσει στα ελληνικά, για να το κατανοούμε, κατά το σκεπτικό των ανανεωτών. Το ίδιο κάνουν μέχρι σήμερα και οι σλαβικές Ορθόδοξες Εκκλησίες• έχουν αφήσει αμετάφραστες πολλές λέξεις και φράσεις ελληνικές από σεβασμό αντιπροσωπευτικά προς το ελληνικό πρωτότυπο, και ας μη τις καταλαβαίνουν. Γράφει ο Άγιος Συμεών: «Τούτο δε το άσμα, το Αλληλούια, οι εμπνεόμενοι τω Αγίω Πνεύματι έλεγον προφήται, ο δη επιδημίαν Θεού σημαίνει, και το "Έρχεται ο Θεός, και τούτον αινείτε"... Διό και αεί το άσμα τούτο η Εκκλησία μελωδεί, τον Χριστόν λαβούσα, και εξ ουρανού τούτο εκδεχομένη, ως ειρήκαμεν»11. Τώρα αμύητοι και γήινοι εμείς επιχειρούμε να μεταποιήσουμε τη λειτουργική γλώσσα, την οποία με δέος και μόνο ερμηνευτικά προσήγγισαν θείοι και αποστολικοί άνδρες.

Υπήρξε χειρότερη εποχή καταπτώσεως και απαιδευσίας από τους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας; Ουδείς άγιος όμως και λόγιος σκέφθηκε ή επρότεινε την μεταγλώττιση των λειτουργικών κειμένων. Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο λαϊκός αυτός εθναπόστολος, ιεραπόστολος και διδάχος, προσπαθεί να φωτίσει το Γένος ιδρύοντας σχολεία και προτρέποντας τους γονείς να στέλνουν τα παιδιά τους εκεί για να μαθαίνουν «την ελληνικήν», τα «ελληνικά γράμματα». Γνωρίζουν όλοι οι ειδικοί ότι εις τα σχολεία εδιδάσκετο μόνον η Γραμματική της αρχαίας ελληνικής γλώσσης, μόνον η αρχαία γλώσσα. Λέγει σε κάποια διδαχή του: «Και αν δεν εμάθετε οι πατέρες, να σπουδάζετε τα παιδιά σας να μανθάνουν τα ελληνικά, διότι και η εκκλησία μας είναι εις την ελληνική και αν δεν σπουδάζεις εις το ελληνικό αδελφέ μου, δεν ημπο­ρείς να καταλάβεις εκείνα, οπού ομολογεί η Εκκλησία μας»12. Επαναλαμβάνει συχνά «το σχολειόν ανοίγει εκκλησίας, το σχολείον ανοίγει μοναστήρια». Για να εκκλησιάζονται οι άνθρωποι και να ακούουν προσεκτικά τα αναγινωσκόμενα και ψαλλόμενα, δεν συνιστά στους ιερείς να τελούν τις ακολουθίες μεταγλωττισμένες, αλλά να τις διαβάζουν «παστρικά και μεγαλοφώνως»13. Δεν θέλει να αλλάξει τίποτε, αντίθετα προς την σημερινή νοοτροπία των λειτουργικών ανανεώσεων η οποία ανατρέπει και μεταβάλλει παράδοση αιώνων, όπως η πρόσφατη συνοδική απόφαση να συγγραφεί ειδική ακολουθία για την ταφή των αβαπτίστων νηπίων. Εκτός των άλλων δογματικών παρεκκλίσεων η λύση αυτή θα οδηγήσει πολλούς γονείς να εφησυχάζουν και να μη σπεύδουν να βαπτίσουν τα νήπια. Γράφει ο άγιος Κοσμάς: «Ακόμη να προσέχετε να μη σας αποθάνη κανένα παιδίον αβάπτιστον, διατί είναι χειρότερη αμαρτία από εκατόν φονικά και όσον και αν ημπο­ρείτε να βάνετε επιμέλειαν, μάλιστα εσείς αδελφοί μου ιερείς, να μην αμελήτε εις αυτό το έργον, διατί έχετε να δώσετε απολογίαν εν ημέρα κρίσεως διά την ψυχήν εκείνου του παιδίου»14. Ο απλοϊκός ιερεύς των Σερρών στις ημέρες μας που δεν έθαψε το αβάπτιστο νήπιο με εκκλησιαστική ακολουθία, έπραξε αυτό που επιβάλλει η διδασκαλία και η πράξη της Εκκλησίας επί αιώνες. Οι συνοδικοί αρχιερείς με την απόφαση της συντάξεως ακολουθίας ενισχύουν την αμέλεια των γονέων και θα δώσουν λόγο στο Θεό για τις ψυχές όλων των παιδιών, τα οποία έφυγαν αβάπτιστα, λόγω αυτού του εφησυχασμού που θα προκαλέσει η συνοδική απόφαση.

Οι σύγχρονοι του Αγίου Κοσμά, Άγιοι Κολλυβάδες, Μακάριος Κορίνθου, Νικόδημος Αγιορείτης και Αθανάσιος Πάριος, αποτελούν άριστο πρότυπο επίσης για όλους εμάς τους νεωτέρους. Εκδίδουν παλαιές ακολουθίες, συντάσσουν νέες στην αρχαία λειτουργική γλώσσα, ερμηνεύουν ύμνους, σχολιάζουν λειτουργικά θέματα και τα εξηγούν, ουδέποτε όμως σκέφθηκαν να μεταγλωττίσουν τα λειτουργικά κείμενα. Δεν υπήρχε στην εποχή τους μεγαλύτερη αδυναμία, λόγω απαιδευσίας, να κατανοήσουν οι πιστοί την λειτουργική γλώσσα; Δεν είχαν οι μεγάλες αυτές μορφές, όπως και οι προηγούμενοι, ποιμαντική αγωνία και ποιμαντική ευαισθησία; Το ίδιο δεν έκανε και ο Άγιος Νεκτάριος και όλοι οι νεώτεροι Άγιοι; Ο Άγιος Νικόλαος Πλανάς δεν καταλάβαινε ο ιδίως την λειτουργική γλώσσα, γιατί ήταν ολιγογράμματος• με δυσκολία διάβαζε τα κείμενα, όταν μάλιστα δεν ήταν τα συνήθως αναγινωσκόμενα, όπως μας πληροφορεί ο Παπαδιαμάντης. Ποιος βοήθησε ποιμαντικά τους πιστούς; Ο παπα-Πλανάς ή τόσοι άλλοι λόγιοι και μορφωμένοι κληρικοί; Οι αγράμματοι και αμόρφωτοι Απόστολοι ψαράδες ή οι μορφωμένοι Γραμματείς και Φαρισαίοι που εγνώριζαν τον Νόμο και τους Προφήτες;


Και για να έλθουμε στην εποχή μας με την εμφάνιση τόσων χαρισματικών Γερόντων που ανέπαυσαν χιλιάδες ανθρώπων. Οι Γέροντες Πορφύριος, Ιάκωβος, Παΐσιος ουδέποτε είχαν λειτουργικούς ανανεωτικούς προβληματισμούς. Από τον αγιασμένο χώρο του Μοναχισμού και οι τρεις έκαναν υπακοή στην Εκκλησία, έπρατταν και δίδασκαν αυτό που διδάσκει και πράττει επί αιώνες η Εκκλησία. Η μεταγλώττιση είναι και μία πράξη ανυπακοής και υπερηφανείας. Δεν γνωρίζει η Εκκλησία τί πράττει επί αιώνες, θα της το μάθουν οι επίδοξοι ανανεωτές; Όλοι αναγνωρίζουν ότι στην διαμόρφωση της Θ. Λειτουργίας αποφασιστικό ρόλο έπαιξε ο Μοναχισμός. Έχουμε στην προκειμένη περίπτωση μεγάλες μορφές ασκητών και Γερόντων να συνιστούν μεταγλωττίσεις και ανανεώσεις; Το αντίθετο έχουμε. Διαμαρτύρονται για τις καινοτομίες αυτές. Ο Γέροντας Παΐσιος π.χ. ενοχλημένος από τις μεταφραστικές μεταρρυθμίσεις στην παιδεία και την διαρκή υποβάθμιση της γλώσσης έλεγε: «Γιατί να μάθης εις το παιδί εις το δημοτικόν ότι το ψωμί το λένε "ψωμί" και να μην το μάθης να το είπη εξ αρ­χής "άρτον";»

Ο μοναχός μάλιστα που το διασώζει αυτό επιλέγει: «Και σημειωτέ­ον ότι ο π. Παΐσιος ήτο του Δημοτικού σχολείου». Ο ίδιος μοναχός γράφοντας στο περιοδικό «Σύναξη», που υποστηρίζει τις ανανεωτικές τάσεις, επισημαίνει ότι προδίδει υπερηφάνεια μεγάλη, «όταν κάποιος προσπαθεί να γίνει οδηγός εις την Εκκλησίαν, όχι απλώς ενός ανθρώπου ή ολίγων, αλλά όταν επιχειρεί με κάποιον χάρισμα που έχει να γράφη - να αμφισβητήση την γλώσσαν της Θείας Λειτουργίας, την γλώσσαν των ύμνων, την υμνολογίαν δηλαδή και γενικά τον τρόπον που η Εκκλησία έρχεται, εις επικοινωνίαν με τον κόσμον και επιτελεί το αγιαστικόν έργον της. Σταματώ, λοιπόν, αδελφέ εν Κυρίω, εις το θέμα της υπό διαφόρων διευθύνσεων εκφραζομένης ιδέας να αλλάξη η γλώσσα της Θείας Λειτουργίας και της υμνογραφίας. Το θέμα αυτό θεωρώ έγκλημα κατά του Γένους και της Θεολογίας. Την αλλαγήν της γλώσσης δεν διενοήθη η Εκκλησία να κάμη ούτε εις την περίοδον της Τουρκοκρατίας, που οι Έλληνες ήσαν αγράμματοι. Ασφαλώς πιστεύω να έχετε πληροφορηθή ότι ο περιβόητος Κίσσιγκερ, ότε ήτο υπουργός των εξωτερικών των U.S.A, είχε είπει δημοσίως ότι τους Έλληνες θα τους διοικήσωμεν, εάν αλλάξωμεν (χαλάσωμεν) την γλώσσαν και την θρησκείαν των. Πρέπει να κλαίωμεν, αγαπητοί, διότι κατεστρέψαμεν την γλώσσαν μας, που είναι η ρίζα του πολιτισμού μας, μαζί με την Ορθοδοξίαν. Σήμερον θα έδει η Εκκλησία αντί για κατηχητικά και φωτογραφίας των Αρχιερέων εις τα διάφορα περιοδικά, να δαπανήση χρήματα διά να ιδρύση σχολεία ημερήσια ή απογευματινά διά να διδάξη την γλώσσαν μας και τον πατερικόν λόγον. Ο πατερικός λόγος είναι πάντοτε σύγχρονος, διότι είναι λόγος Πνεύματος Αγίου και ομιλεί εις τας καρδίας των ανθρώπων. Δυστυχώς ο λόγος πάντων ημών και υμών των συγχρόνων θεολόγων και κληρικών δεν λέει τίποτε, διότι δεν υπάρχει η αγιότης. Αν σήμερον λοιπόν χρειάζεται κάποια αλλαγή, η αλλαγή αυτή πρέπει να γίνει εις την ζωήν μας, που πρέπει να γίνη ασκητική και Πατερική»15.

Πολύ χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του μακαριστού Γέροντος Γερασίμου Μικραγιαννανίτη, Μεγάλου Υμνογράφου της του Χριστού Εκκλησίας. Ανανέωσε στην εποχή μας την παράδοση των μεγάλων υμνογράφων και ποιητών, γράφοντας άπταιστα και εμπνευσμένα στην γλώσσα του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού, του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, του Αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου. Εγέμισε την Εκκλησία με εκατοντάδες ακολουθιών και με χιλιάδες ύμνων και τροπαρίων. Μόνον το «Θεοτοκάριον» του είναι άξιο θαυμασμού. τί να πει κανείς για τους συνολικά τριάντα περίπου τόμους των ακολουθιών του; Πώς μπόρεσε λοιπόν αυτός ο ερημίτης του Αγίου Όρους, χωρίς πανεπιστημιακή μόρφωση και φιλολογικές σπουδές, όχι μόνον να κατανοεί την λειτουργική γλώσσα, αλλά και να γράφει ύμνους εφάμιλλους των αρχαίων ποιητών; Γιατί δεν έγραψε στην καθομιλουμένη τους ύμνους του; Γιατί πράττουν το ίδιο και οι τόσοι άλλοι αξιόλογοι σύγχρονοι υμνογράφοι; Αγνοούν την ποιμαντική αναγκαιότητα, η οποία, αν υπήρχε, θα τους ανάγκαζε ασφαλώς να γράφουν στην δημοτική; Αισθανόμαστε μεγάλη χαρά και τιμή, γιατί στο Συνέδριό μας παίρνει μέρος ένας χαρισματικός υμνογράφος, ο κ. Χαράλαμπος Μπούσιας, ο οποίος και θα μας ομιλήσει για την γλώσσα της σύγχρονης υμνογραφίας. Σχετικώς πάντως με τον Γέροντα Γεράσιμο Μικραγιαννανί­τη μπορώ να μεταφέρω την εξής πληροφορία, της οποίας ήμουν αυτήκοος μάρτυς. Προ ετών η Ιερά Μητρόπολη Βεροίας οργάνωσε επιστημονική ημερίδα για να τιμήσει τον Γέροντα Γεράσιμο, μετά βέβαια την κοίμησή του16. Όλοι οι εισηγειταί αναφερθήκαμε με θαυμασμό και επαίνους στο υμνογραφικό του τάλαντο και στην μεγάλη προσφορά του, η οποία στο σύνολό της γράφτηκε στην αρχαία εκκλησιαστική γλώσσα. Παρίστατο ως σύνεδρος και ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος κ. Χριστόδουλος, ως μητροπολίτης Δημητριάδος τότε. Το κλίμα του συνεδρίου ήταν φορτωμένο και φορτισμένο από το επίτευγμα της υμνογραφικής γλώσσης του Γέροντος Γερασίμου. Έλαβε κάποια στιγμή τον λόγο ο Μακαριώτατος κ. Χριστόδουλος και για να δείξει την αγάπη και την εμμονή του μεγάλου υμνογράφου στην παραδοσιακή υμνογραφική γλώσσα, αποκάλυψε ότι ο π. Γεράσιμος τον επέπληξε αυστηρά, όταν πληροφορήθηκε ότι στον Βόλο, κατά τα πρώτα έτη της αρχιερατείας του και του νεανικού ποιμαντικού ενθουσιασμού του, ετέλεσε δοκιμαστικά μαθητικές λειτουργίες με ύμνους στην δημοτική γλώσσα. Η αυστηρή εκείνη επίπληξη του Γέροντος Γερασίμου ανέστειλε και μάρανε την ανανεωτική εκείνη με τους νέους απόπειρα του Μακαριωτάτου, και ευχόμαστε το ίδιο να ισχύσει και σήμερα με όλους τους επισκόπους και πρεσβυτέρους που πειραματίζονται με τα λειτουργικά κείμενα.

Την ίδια άλλωστε ευλογημένη, παραδοσιακή και πατρική θέση του Αγίου Όρους, και της καθόλου Ορθοδόξου Παραδόσεως ανά τους αιώνες, εξέφρασε στην εμπνευσμένη εισαγωγική του ομιλία ο σεβαστός Γέροντας π. Μωυσής Αγιορείτης. Την ενότητα αυτή περί του αν η μετάφραση των λειτουργικών κειμένων είναι πράγματι ποιμαντική αναγκαιότητα θα κλείσουμε με όσα έγραψε ο π. Μωυσής απευθυνόμενος στους υπευθύνους του περιοδικού «Σύναξη». Γράφει μεταξύ άλλων: «Δεν θεωρώ ότι αυτό είναι το κύριο πραγματικό ποιμαντικό πρόβλημα. Είναι δημιουργημένο, κατασκευασμένο πρόβλημα. Μάλιστα προέρχεται από εκεί που δεν θα το περίμενες. Δεν θεωρώ, επαναλαμβάνω, ότι είναι πραγματικής ποιμαντικής αναγκαιότητας... Σαράντα χρόνια μέσα στην Εκκλησία, δεν αισθάνθηκα ως εκκλησιαζόμενος εξουσιαζόμενος, αμυνόμενος, απομονωμένος, εξουθενημένος από τη γλώσσα της Θ. Λειτουργίας. Οι αμαρτίες μου μόνο μ' έκαναν κουρασμένο και απρόσεκτο. Δεν έννοιωσα μέσα στην εκκλησία αποκομμένος από τον κόσμο, σε μία "καθαρά ιδιωτική υπόθεση", παρακολουθώντας μια "συνθηματική γλώσσα ολίγων". Δεν μπορώ ασφαλώς να πω ότι από παιδί είχα πλήρη κατανόηση όλων των λεγομένων. Μήπως μπορώ να το πω τώρα; Μήπως θα μπορέσω να το πω άραγε ποτέ; Μήπως δεν πρέπει μάλιστα όλα να τα καταλάβουμε με το μικρό μυαλό μας αμέσως και τώρα; Μου έλεγε προ καιρού ένας Γέροντας: "Πενήντα χρόνια στο Άγιον Όρος και προχθές ένοιωσα στην αγρυπνία το Κύριε ελέησον". Αν το λέγαμε "Κύριε ελέησε εμένα" θα το κατανοήσουμε πιο γρήγορα; Τι σημαίνει κατανόηση; Έχει σχέση με το βίωμα; Πρέπει να κάνουμε τους πιστούς έξυπνους, να τα καταλαβαίνουν όλα γρήγορα; Γιατί να τα καταλάβουμε όλα αμέσως; Ποιος το επιλέγει και το επιτάσσει; Η λογική; Δεν νομίζω. Μήπως πρέπει λιγάκι να υπομείνουμε ή να επιμείνουμε, να μελετήσουμε βαθύτερα, να προσευχηθούμε θερμά, να ελπίζουμε περισσότερο να εμπιστευθούμε τον Θεό, να καθαρθούμε για να φωτιστούμε;»17.

( 3)

3. Η λειτουργική γλώσσα και η καθομιλουμένη. Μικρές διαφορές

Η δήθεν ύπαρξη ποιμαντικού προβλήματος κατοχυρώνεται κυρίως με το επιχείρημα ότι, επειδή δεν καταλαβαίνουν τα λειτουργικά κείμενα οι πιστοί, γι' αυτό και δεν εκκλησιάζονται, και ότι αντίθετα, αν τα μεταφράσουμε ή τα μεταγλωττίσουμε, θα αυξηθεί το εκκλησίασμα.

Εν πρώτοις πρέπει να επισημανθεί ότι η λειτουργική γλώσσα δεν είναι ξένη γλώσσα για να ζητούμε την μετάφρασή της. Όπως ελέχθη, η φιλάνθρωπη Ορθόδοξη Εκκλησία, ακολουθούσα τον φιλάνθρωπο θεό, του οποίου παιδιά είναι οι άνθρωποι κάθε φυλής και γλώσσας, από τους αποστολικούς ακόμη χρόνους, από την ημέρα της Πεντηκοστής, κατά την οποία ακούσθηκε το κήρυγμα του Ευαγγελίου "ετέραις γλώσσαις", "ήκουον εις έκαστος τη ιδία διαλέκτω λαλούντων των Αποστόλων τα μεγαλεία, του Θεού", μέχρι και της σύγχρονης εποχής κηρύσσει το Ευαγγέλιο και προσεύχεται σε όλες τις γλώσσες. Μόνον η παπική Εκκλησία είχε μέχρι τη Β' Βατικάνειο Σύνοδο (1962-1965) αφιλάνθρωπη και ρατσιστική στάση, επιτρέπουσα την χρήση μόνο της λατινικής γλώσσας, γιατί θεωρούσε πως είναι ιερή γλώσσα μαζί με την ελληνική και την εβραϊκή. Η αποτυχία των Φράγκων ιεραποστόλων να εκχριστιανίσουν τους Σλάβους οφείλεται συν τοις άλλοις και εις αυτό. Αντίθετα οι Έλληνες Θεσσαλονικείς ιεραπόστολοι Κύριλλος και Μεθόδιος έγιναν οι φωτισταί των Σλάβων και τους ευεργέτησαν, όχι μόνο γιατί τους εφώτισαν κηρύττοντας στη δική τους γλώσσα, αλλά και γιατί πρώτοι αυτοί, για να μεταφράσουν την Αγία Γραφή και τα λειτουργικά κείμενα, διεμόρφωσαν την γραπτή γλώσσα των Σλάβων και την οργάνωσαν, θεμελιώσαντες την σλαβική γραμματεία και την μετά ταύτα εξέλιξη του σλαβικού πολιτισμού. Δεν έχει λοιπόν κανένα πρόβλημα η Ορθόδοξη Εκκλησία με την μετάφραση των λειτουργικών κειμένων. Αντίθετα είναι η πρώτη διδάξασα και εφαρμόσασα.

Η μετάφραση όμως είναι από γλώσσα σε γλώσσα, μετάφραση σε άλλη, σε ξένη γλώσσα. Έχασαν τόσο πολύ το νόημά τους οι λέξεις, ώστε να κάνουμε όλοι λόγο για μετάφραση των λειτουργικών κειμένων από τα ελληνικά στα ελληνικά, από τα αρχαία στα νέα ελληνικά. Αυτό βέβαια δεν είναι μετάφραση, αλλά μεταγλώττιση, αλλαγή της μορφής της γλώσσης, γι' αυτό και αντιλαμβανόμενοι αυτήν την ακυριολεξία οι θιασώτες του εγχειρήματος ομιλούν για μετάφραση ή μεταγλώττι­ση. Επειδή πάντως έχει υποστηριχθεί ότι μόνο οι Νεοέλληνες έχουμε το «επαχθές προνόμιο» να μην έχουμε τα λειτουργικά μας κείμενα στη ζωντανή μας γλώσσα και ότι αυτό αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία19, με τον ίδιο τρόπο σκέψεως θα μπορούσαμε να πούμε ότι αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία να έχεις τα κείμενα πρωτοτύπως στη γλώσσα σου και να τα μεταγλωττίζεις, να αλλάζεις τη μορφή της γλώσσης. Θα πρέπει συναφώς να λεχθεί ότι η συγγραφή των κειμένων της Αγίας Γραφής και της Θ. Λατρείας πρωτοτύπως, στα ελληνικά, για λόγους που θα αναπτύξουμε, και η μέχρι σήμερα ζωντανή χρήση τους στο πρω­τότυπο δεν είναι "επαχθές" αλλά "επαινετό και επίζηλο προνόμιο", και όντως έχουμε σ' αυτό παγκόσμια πρωτοτυπία, την οποία πρέπει να διαφυλάξουμε. Οι Νεοέλληνες δεν είμαστε άλλοι από τους Έλληνες, έχουμε την ίδια ταυτότητα, ιδιαίτερα στη γλώσσα.
Η λειτουργική γλώσσα δεν είναι άλλη γλώσσα, είναι μία απλώς μορφή της ελληνικής γλώσσης στην διαχρονική της εξέλιξη. Είναι πάντως ζωντανή και όχι νεκρή γλώσσα, για να ζητείται η αλλαγή της. Οι Εβραίοι ανέστησαν και ομιλούν την αρχαία, την βιβλική γλώσσα, και εμείς πάμε να την αφανίσουμε «τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι»; Έχουν γίνει μελέτες από τις οποίες αποδεικνύεται ότι δεν είναι μεγάλες οι διαφορές μεταξύ της λειτουργικής γλώσσης και της καθομιλουμένης, ώστε να καθιστούν αδύνατη την κατανόησή της από τους πιστούς. Ο κορυφαίος γλωσσολόγος Γ. Χατζηδάκις απέδειξε ότι «εκ των 4.900 περίπου λέξεων της Κ. Διαθήκης σχεδόν ημίσειαι, ήτοι λέξεις 2.280, λέγονται και σήμερον εν τη κοινή λαλιά. Των δε λοιπών αι πλείσται μεν 2.200, νοούνται καλώς υπό πάντων των Ελλήνων αναγιγνωσκόμεναι ή ακουόμεναι, ολίγαι δε μόνον περί τας 400 είναι αληθώς ακατανόητοι υπό του Ελληνικού λαού»20. Και στη γλώσσα της Θ. Λειτουργίας οι δύσκολες λέξεις και φράσεις της Θ. Λειτουργίας δεν ξεπερνούν τις εκατόν πενήντα21. Είναι λοιπόν τόσο μεγάλο πρόβλημα, έχοντας ως βάση το συντριπτικό ποσοστό των χρησιμοποιουμένων ή κατανοουμένων λέξεων, να μάθουμε και το νόημα των ελαχίστων μη χρησιμοποιουμένων ή δυσνοήτων λέξεων; Μαθαίνουμε στην εποχή μας τόσες γλώσσες και τόσα άχρηστα πράγματα, και ασφαλώς δεν είναι πρόβλημα κατά προτεραιότητα η μεταξύ των άλλων αναγκαιοτήτων να μάθουμε και τις δύσκολες λέξεις και φράσεις της Θ. Λειτουργίας. Όσοι έχουμε ασχοληθεί με την μετάφραση πατερικών κειμένων, γνωρίζουμε ότι τις περισσότερες φορές χρησιμοποιούμε και στη μετάφραση τις ίδιες λέξεις, γιατί δεν υπάρχουν καλύτερες συνώνυμες για να αποδώσουν το νόημα. Η μακροχρόνια εξοικείωση άλλωστε προς την λειτουργική γλώσσα από την καθημερινή ή την συχνή χρήση διευκολύνει την κατανόηση, όπως επίσης βελτιώνει και το επίπεδο αρχαιομαθείας όσων ασχολούνται με τα λειτουργικά βιβλία. Μαθαίνει ευκολότερα τα αρχαία ελληνικά αυτός που είναι εξοικειωμένος με την γλώσσα της Λατρείας, όταν υπάρχουν βέβαια και οι άλλες απαραίτητες προϋποθέσεις, από κάποιον που δεν εκκλησιάζεται των ιδίων προϋποθέσεων. Υπάρχουν Γέροντες Αγιορείτες με ελλιπή σχολική παιδεία, οι οποίοι όταν γράφουν ή ομιλούν υπερτερούν κατά πολύ και των σημερινών πτυχιούχων των Θεολογικών Σχολών. Όταν αγαπάς και εκτιμάς κάτι, το μαθαίνεις γρήγορα. Είναι αφοπλιστικός εν προκειμένω ο λόγος του Γέροντος Σωφρονίου: «Είναι άτοποι οι ισχυρισμοί περί του δήθεν ακατανοήτου δια πολλούς συγχρόνους ανθρώπους της παλαιάς εκκλησιαστικής γλώσσης, μάλιστα δε δι' ανθρώπους εγγραμμάτους και πεπαιδευμένους εισέτι. Δι' αυτούς η εκμάθησης εντελώς μικρού αριθμού λέξεων αίτινες δεν είναι εν χρήσει εις την καθ' ημέραν ζωήν, είναι υπόθεσις ολίγων ωρών. Πάντες ανεξαιρέτως καταβάλλουν τεραστίας προσπαθείας δια την αφομοίωσιν πολυπλόκων ορολογιών διαφόρων τομέων της επιστημονικής ή της τεχνικής γνώσεως, της πολιτικής, της νομικής και των κοινωνικών επιστημών, γλώσσης φιλοσοφικής ή ποιητικής και τα παρόμοια. Διατί λοιπόν αναγκάζομεν την Εκκλησίαν να απολέση γλώσσαν απαραίτητον διά την έκφρασιν υψίστων μορφών της θεολογίας και των πνευματικών βιωμάτων; Πάντες, όσοι ειλικρινώς επιθυμούν να γίνουν κοινωνοί της αιωνοβίου παραδόσεως του Πνεύματος, ευκόλως θα ανεύρουν την δυνατότητα να εξοικειωθούν μετά του ατιμήτου θησαυρού της ιεράς λειτουργικής γλώσσης, ήτις κατά τρόπον υπέροχον προσιδιάζει εις τα μεγάλα μυστήρια της λατρείας»22.

Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.