Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

ΑΡΓΑ ΒΑΔΙΖΕΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ - ΠΕΡΙ ΟΠΤΙΜΙΣΜΟΥ


ΠΕΡΙ ΟΠΤΙΜΙΣΜΟΥ
Αποσπάσματα άπό τόν Λόγο περί όπτιμισμού
Ο οπτιμισμός ένός άναπήρου αποτελεί τό  σημερινό μου θέμα. Τό θέμα μου είναι ένα αληθινό γεγονός. Υπάρχει κάποιος ανάπηρος, τρομακτικά άνάπηρος, πού όμως είναι μεγάλος όπτιμιστής. «Αύτό είναι παράδοξο», θά πείτε. Όχι,τό παράδοξο δέν υφίσταται. Έάν ή λογική κυριαρχεί άπό τό ένα έως τό άλλο άκρο τοϋ σύμπαντος, τύτε δέν υπάρχει χώρος γιά τό παράδοξο . Καί όντως δέν ύπάρχει. Τά παράδοξα είναι μόνον φαινομενικά τέτοια, άποτελοϋν ορατές συνέπειες μέ άόρατες αιτίες. Όταν οί αιτίες γίνονται ορατές, οφθαλμοφανείς, τότε οί συνέπειες παύουν νά είναι παράδοξες.
'Υπάρχει ένας άνάπηρος οπτιμιστής πού τόν είδα μέ τά μάτια μου. Είναι ένας στρατιώτης τοϋ προ ηγούμενου πολέμου. Τό έχθρικό βλήμα πέρασε μέσα άπό τό σώμα του πλάι στήν σπονδυλική στήλη. Οί γιατροί τοϋ είπαν πώς πολλά άπό τά νεύρα άχρηστεύτηκαν, πολλοί γραμμικοί μύες καταστράφηκαν καθώς καί ή κινητική δύναμη τών ποδιών του. Ό άνάπηρος δέν αισθάνεται πιά ότι έχει τά πόδια του. Βάλτε θράκα ή πάγο στά πόδια του, τό ϊδιο κάνει, δέν πρόκειται νά αίσθαν θεϊ ούτε τό καυτό ούτε τό κρύο.


Μέ κάλεσε νά τόν έπισκεφθώ. Αισθανόμουν θλίψη άνακατωμένη μέ φόβο, όταν χτύπησα τήν πόρτα τού σπιτιού του. Μοϋ είχε γράψει γιά τή δύσκολη κατάστασή του καί είχα σχηματίσει τήν έντύπωση δτι πρόκειται γιά έναν μελαγχολικό κακόμοιρο. Μέ περίμενε ή μητέρα του, μέ χαμόγελο στά χείλη. Τί νά σημαίνει άραγε αύτό τό χαμόγελο;
Μπήκα στό μισοσκότεινο δωμάτιο. Σέ μιά μεγάλη πολυθρόνα πλάι στό παράθυρο καθόταν ό γνωστός μου, καθηλωμένος, κατάκοιτος. Στό μαραμένο, ώχρό πρόσωπο του έλαμπε ή χαρά. Όλο καί μοϋ φαινόταν ότι έβλεπα φωτοστέφανο γύρω άπό αύτό τό κεχριμπαρένιο πρόσωπο.
«Έγώ κάθομαι έδώ άπό τό πρωί έως τό βράδυ», άρχισε ό άνάπηρος, «καί παρατηρώ τή ζωή άπό τό παράθυρο. Άπό τό πρωί ώς τό βράδυ καί κάποτε άπό τό πρωί ώς τό έπόμενο πρωί. Ή μητέρα μου έτοίμασε αύτό τύ μισοσκότεινο δωμάτιο, ώστε ή ζωή πού παρατηρώ στό δρόμο νά φαίνεται πιό καθαρή καί πιό φωτεινή. Όπως ξέρετε, όταν ό άνθρωπος κοιτάζει άπό τόν πάτο τοϋ πηγαδιού τόν ούρανό τό μεσημέρι βλέπει τ'άστρα. 'Έτσι καί έγώ κοιτάζω άπό τό μισοσκότεινο δωμάτιο τούς άνθρώπους καί μού φαίνονται σάν άστρα, λαμπερά, φωτεινά άστέρια πού φλέγονται καί περιφέρονται,άσταμάτητα φλέγονται καί περιφέρονται, τό ένα μέ τ' άλλο, τό ένα μαζί μέ τ' άλλο, τό ένα γύρω άπό τό άλλο. "Ωσπου καί ό 'ίδιος νά συμμετέχω σ' αύτήν τή δίνη τής ζωής, άφού δέν γνώριζα δτι ή ζωή είναι τόσο ώραία καί τύσο γλυκιά. Άπό τότε πού έχασα τά πόδια μου, άπέκτησα μάτια. Ναί, βλέπω τήν ζωή άπό τότε πού κάθισα σ' αύτήν τή πολυθρόνα. Ή ζωή είναι τόσο ώραία,τόσο άρμονική!
Ή άσθένεια δέν είναι μεγάλο κακό, καί ό θάνατος δέν είναι ούτε μεγάλο ούτε μικρό κακό. Τά πόδια μου πλέον κρέμονται- δέν κρατοϋν αύτά έμένα άλλά έγώ αύτά. Άλλά ύπάρχει κάτι πού κρατά καί έμένα, όπως κρατώ έγώ τά παράλυτα πόδια μου, χωρίς τό όποιο θά ήμουν ολόκληρος παράλυτος. Αύτό είναι ή έσωτερική μου, ψυχική αισιοδοξία. Ή ψυχή μου γιά άρκετό καιρό ήταν παράλυτη. Ή οπτική της ήταν περισσότερο παράλυτη. Δέν μπορούσε νά δει τό όραμα όλης τής ομορφιάς καί τοϋ σκοπού αύτοϋ τοϋ κόσμου. Περιπλανιόταν στό σκοτάδι καί τής φαινόταν σκοτεινός ολόκληρος ό κόσμος. Ή μοναδική ένθερμη δραστηριότητά της ήταν ή ύπηρεσία τοϋ σώματος,ή σκλαβιά στό σώμα. Τό σώμα μου τραβούσε τήν ψυχή μου μαζί του όπως ό κυνηγός τό σκυλί άπό τό σχοινί- ή ψυχή μου άναπηδοόσε, χοροπηδοϋσε στή σκόνη καί στή λάσπη πίσω άπό τό σώμα, άνάλογα μέ τήν έπιθυμία τοϋ σώματος καί άνάλογα μέ τήν οσμή του. Όσο είχα ύγεία δέν τήν αισθανόμουν. Ειχα μάτια άλλά δέν έβλεπα. Οί άκτίνες τοϋ ήλιου μοϋ χαμογελούσαν καί έγώ τούς κατσούφιαζα. Τά άστέρια μέ κοιτούσαν άλλά έγώ τά μισούσα καί τά φοβόμουν. "Ημουν σάν τυφλοπόντικας πού κάποιος τόν πέταξε στό φώς καί στόν άέρα καί πού άμήχανος περιφέρεται άπό έδώ καί άπό έκεί καί τρέμοντας τρυπώνει στό χώμα γιά νά ξεφύγει άπό τόν ήλιο καί νά λουφάξει καί πάλι στό ύπόγειο σκοτάδι.
 Εύχαριστώ τύν Θεό πού έγινε αύτύς ό πόλεμος. Καί εύχαριστώ τόν Θεό πού ό έχθρός μέ άφησε άνάπηρο μ' αύτόν τόν τρόπο. Αύτός ό έχθρός έγινε ό καλύτερος εύεργέτης μου. "Εχασα τά πόδια μου, άλλά κέρδισα τήν ψυχή μου. Πόσο σοφός είναι ό Θεός! Χρησιμοποιεί καί τό πιύ σκληρό μέσον άπέναντί μας γιά τό δικό μας μέγιστο καλό. Έδωσα μόνον τά πόδια γιά τήν ψυχή μου. Νά ξέρατε πόσο περισσότερο άξίζει ή ψυχή άπό τά πόδια!
 Άπό τότε πού καθηλώθηκα σ αύτήν την πολυθρόνα καί παρατηρώ τόν κόσμο άπό τό παράθυρο .τακτοποίησα τίς σκέψεις καί τά αίσθήματά μου. Τό χάος γιά άρκετό καιρό κυριαρχούσε στό μυαλό μου καί στήν καρδιά μου. Γιά νά μπορέσει ό άνθρωπος νά δει τήν τάξη τής ζωής καί τοϋ κύσμου, πρέπει πρώτα νά βάλει τάξη μέσα του. Αύτή τήν τάξη μόλις έβαλα μέσα μου. Διασκόρπισα τό χάος καί άπέβαλα τό φόβο άπό μέσα μου. Κάποτε φοβόμουν άκόμα καί τό συνάχι-σήμερα στέκουν δίπλα μου, ναί δίπλα μου, δυό παράλυτα πόδια,πού κάποτε ήταν σύνθετο μέρος μου, καί πλέον δέν έχω κανένα φόβο. Μιά άνατροπή έγινε στήν ψυχή μου. Τώρα πού έγινα άσχημος, ό κόσμος μοϋ φαίνεται ομορφότατος, καί όταν όλος ό κόσμος μέ λυπάται, άρχίζω νά λυπάμαι όλο τόν κόσμο».



ΠΡΩΤΗ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ  ΣΤΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ Η  ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ   ΜΕ  «ΣΑΦΗ ΑΝΑΦΟΡΑ ΤΗΣ ΠΗΓΗΣ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ  ΤΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ  ΤΟ  ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ  «ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ» 


 ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΟΡΟΥΣ ΧΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟY


« Αργά βαδίζει ό Χριστός Έν πλω .Μετάφραση από τά Σερβικά:Mετάφραση: Σβετλάνα Πέτσιν, Ηλίας Σαραγούδας, Νεφέλη Σαραγούδα – Πέτσιν»










Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.