Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

Η σωτηριολογικὴ σημασίατῆς ανθρωπίνης Φύσεως του Χριστοῦ γιατί ὁ Θεὸς έγιν άνθρωπος;


Γιατί ὁ Θεὸς῎Εγινε῎Ανθρωπος;
 Παναγιώτου Νέλλα 
ΑΝΑΦΕΡΑΜΕ ἤδη ὅτι γιὰ τοὺς Εἰρηναῖο, ᾿Ωριγένη, ᾿Αθανάσιο, Γρηγόριο Νύσσης καὶ ἄλλους πατέρες, στοὺς ὁποίους περιλαμβάνονται Μάξιμος ὁ ῾Ομολογητὴς καὶ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, τὸ ᾿Αρχέτυπο τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ Χριστός.῞Ενα κείμενο τοῦ Νικολάου Καβάσιλα δὲν ἐπιτρέπει, σχετικά, καμμιὰ ἀμφιβολία. Μοιάζει χαρακτηριστικὰ πρὸς τὸ κείμενο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, ποὺ παραθέσαμε, καὶ ταυτόχρονα τὸ ἑρμηνεύει ἀποφασιστικά:≪Καὶ γὰρ διὰ τὸν καινὸν ἄνθρωπον ἀνθρώπου φύσις συνέστη τὸ ἐξ ἀρχῆς· καὶ νοῦς καὶ ἐπιθυμία πρὸς ἐκεῖνον κατεσκευάσθη· καὶ λογισμὸν ἐλάβομεν, ἵνα τὸν Χριστὸν γινώσκωμεν, ἐπιθυμίαν, ἵνα πρὸς ἐκεῖνον τρέχωμεν, μνήμην ἔσχομεν, ἵν᾿ ἐκεῖνον φέρωμεν, ἐπεὶ καὶ δημιουργημένοις αὐτὸς ἀρχέτυπον ἦν. Οὐ γὰρ παλαιὸς τοῦ καινοῦ, ἀλλ᾿ νέος ᾿Αδὰμ τοῦ παλαιοῦ παράδειγμα1.
Τὸ ᾿Αρχέτυπο τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι λοιπὸν ἁπλῶς ὁ Λόγος, ἀλλὰ ὁ σαρκωθεὶς Λόγος: ἄνθρωπος πρὸς τὸν Χριστὸν ἵεται οὐ διὰ τὴν θεότητα μόνον, πάντων οὖσα τυγχάνει τέλος, ἀλλὰ καὶ τῆς φύσεως ἕνεκα τῆς ἑτέρας2.

Δὲν ἔχει σημασία τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ὑπῆρχε ὁ Χριστὸς ἱστορικὰ κατὰ τὸν καιρὸ τῆς δημιουργίας τοῦ ᾿Αδάμ. ᾿Αποτελεῖ θεμελιώδη βιβλικὴ διδασκαλία τὸ ὅτι ὁ Χριστὸς στὴν ὑπέρχρονη πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ ≪πρωτότοκος πάσης κτίσεως≫ (Κολ. αʹ 15-17). ῍Αν ὁ ἄνθρωπος, γιὰ τὸν ὁποῖο δημιουργήθηκε ὅλη ἡ ὑλικὴ κτίση, τελευταῖος ἀπὸ ὅλα τὰ δημιουργήματα ἀνέτειλε ἀπὸ τὴ γῆ, εἶναι ἀσφαλῶς λογικὸ ὁ Χριστός, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ σκοπὸ ὁλόκληρης τῆς ὑλικῆς καὶ πνευματικῆς δημιουργίας, νὰ εἶναι μεταγενέστερος τοῦ ᾿Αδάμ, ἀφοῦ ὅλα τὰ πράγματα ἀπὸ ἀτελῆ ὁδηγοῦνται στὴν τελειότητα3.῾Ο Χριστός, ὡς ἡ ὕψιστη πραγμάτωση τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι φυσικὸ νὰ ἀποτελῆ τὸ τέλος τῆς ἀνοδικῆς πορείας τῆς ἀνθρωπότητας, τὴν ἀρχὴ ἀλλὰ καὶ τὸ τέρμα τῆς ἱστορίας.
* * *
ΜΕΣΑ στὴν πρώτη αὐτὴ ἀλήθεια βρίσκεται μιὰ δεύτερη τὸ ἴδιο σημαντική. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ᾿Αδὰμ δημιουργήθηκε κατ᾿ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, σημαίνει πὼς ὤφειλε νὰ ὑψωθῆ ὡς τὸ ᾿Αρχέτυπο, ἤ, ἀκριβέστερα, νὰ καθαρισθῆ καὶ νὰ ἀγαπήση τὸ Θεὸ τόσο, ὥστε ὁ Θεὸς νὰ ἔρθη νὰ σκηνώση μέσα του, νὰ ἑνωθῆ μὲ τὸν ἄνθρωπο ὑποστατικὰ ὁ Λόγος καὶ νὰ φανερωθῆ ἔτσι μέσα στὴν ἱστορία ὁ Χριστός, νὰ ἀναδειχθῆ ὁ Θεάνθρωπος. ῾Η ≪εἰσαγωγὴ τοῦ πρωτοτόκου εἰς τὴν οἰκουμένην≫ (῾Εβρ. αʹ 6) ἀποτελεῖ τὴν προαιώνια βουλὴ τοῦ Θεοῦ, τὸ ὕψιστο μυστήριο ≪τὸ ἀποκεκρυμμένον ἀπὸ τῶν αἰώνων καὶ ἀπὸ τῶν γενεῶν≫ (Κολ. αʹ 26). ῾Ο Χριστὸς ἦταν ≪ἡ βουλὴ καὶ ἡ θέλησις τοῦ Πατρός≫4.

Αὐτὸς ἦταν ὁ προορισμὸς καὶ κατὰ συνέπεια ἡ φυσιολογικὴ πορεία καὶ κατάληξη τοῦ ἀνθρώπου. Πρὸς τὸν Χριστὸ ὁ ἄνθρωπος ≪ὥσπερ εἰς κανόνα τινὰ καὶ ὅρον κατεσκευάσθη τὸ ἐξ ἀρχῆς… ὥστε Θεὸν ὑποδέξασθαι δυνηθῆναι≫5. ῾Ο ἐκτροχιασμὸς ἀπὸ αὐτὴ τὴν πορεία ἀποτέλεσε τὴν πτώση.≪Οὐκοῦν ἡ ἀπ᾿ ἀρχῆς παραγωγὴ τοῦ ἀνθρώπου δι᾿αὐτὸν (τὸν Χριστόν) κατ᾿ εἰκόνα πλασθέντος τοῦ Θεοῦ, ἵνα δυνηθῇ ποτὲ χωρῆσαι τὸ ἀρχέτυπον· καὶὁ ἐν τῷ παραδείσῳ παρὰ Θεοῦ νόμος δι᾿ αὐτὸν (τὸνΧριστόν)≫, γιὰ νὰ βοηθήση δηλαδὴ τὸν ἄνθρωπο νὰ ὁδηγηθῆ στὸn Χριστό, γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς6.

Καὶ ὁ θεῖος Μάξιμος: ≪Τοῦτό ἐστι τὸ μέγα καὶ ἀπόκρυφον μυστήριον· τοῦτό ἐστι τὸ μακάριον, δι᾿ ὃ τὰ πάντα συνέστησαν τέλος·τοῦτό ἐστιν ὁ τῆς ἀρχῆς τῶν ὄντων προεπινοούμενος θεῖος σκοπός, ὃν ὁρίζοντες εἶναι φαμὲν προεπινοούμενον τέλος, οὗ ἕνεκα μὲν πάντα, αὐτὸ δὲ οὐδενὸς ἕνεκα· πρὸς τοῦτο τὸ τέλος ἀφορῶν (τὴν ὑποστατικὴ ἕνωση θείας καὶ ἀνθρωπίνης φύσεως, τὸν Χριστό), τὰς τῶν ὄντων ὁ Θεὸς παρήγαγεν οὐσίας≫7.


Καὶ μὲ ἀκόμα μεγαλύτερη σαφήνεια ὁ ἱερὸς Καβάσιλας:


≪᾿Επεὶ μηδ᾿ ἔκτισε τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν ὁ Θεὸς πρὸς ἄλλο τι βλέπων… ἀλλὰ τοῦτο ζητῶν ἐποίησεν, ἵνα γεννηθῆναι δεῆσαν, τὴν μητέρα παρ᾿ αὐτῆς λάβῃ· καὶ ταύτην ὑποθέμενος πρότερον, καθάπερ τινὰ κανόνα τὴν χρείαν (τὸν Χριστό, τὴν ὑποστατικὴ ἕνωση) εἰς αὐτὴν ἔπειτα πλάττει τὸν ἄνθρωπον≫8.


Κατὰ συνέπεια, τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο ≪κατ᾿ εἰκόνα≫ σημαίνει, σὲ τελευταία ἀνάλυση, ὅτι τὸν ἔπλασε ἔτσι ὥστε νὰ τείνη ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ φύση του, ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ γεγονὸς ὅτι εἶναι ἄνθρωπος, πρὸς τὴν Εἰκόνα. Σημαίνει ὅτι τοῦ ἔδωσε ὡς δῶρα (ἀλλὰ κατὰ τρόπο πραγματικό, ἔτσι ὥστε αὐτὰ τὰ δῶρα νὰ συνιστοῦν τὸν ἄνθρωπο), τὴ δυνατότητα καὶ τὸ σκοπὸ νὰ διακονήση ἐνεργητικὰ στὴν ἐνσάρκωση τοῦ Λόγου, ποὺ εἶναι ἡ τέλεια καὶ μοναδικὴ ≪Εἰκὼν τοῦ Πατρός≫. Καὶ ἔτσι ὁ ἄνθρωπος, ἐνυποστασιαζόμενος στὸ Λόγο, νὰ μπορέση νὰ ὑψωθῆ καὶ ὁ ἴδιος σὲ ≪εἰκόνα≫, νὰ ἀναδειχθῆ καὶ αὐτὸς ≪εἰκὼν τοῦ Θεοῦ≫.


Αὐτὸ κάνει φανερὴ τὴν ἀλήθεια ὅτι τὸ ≪κατ᾿ εἰκόνα≫ ἀποτελεῖ μέσα στὸν ἄνθρωπο δῶρο ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ σκοπό, περιουσία ἀλλὰ καὶ προορισμό, ὅτι δηλαδὴ συνιστᾶ πραγματικὰ τὸ ἀνθρώπινο εἶναι, ἀλλὰ μόνο ἐν δυνάμει. Τὸ ≪κατ᾿ εἰκόνα≫ εἶναι μιὰ πραγματικὴ δυνατότητα, ἕνας ἀρραβώνας ποὺ πρέπει νὰ ὁδηγήση στὸ γάμο, δηλαδὴ τὴν ὑποστατικὴ ἕνωση, τὴν ἀσύγχυτη ἀλλὰ πραγματικὴ καὶ ὁλοκληρωτικὴ μίξη καὶ ἀνάκραση τῆς θείας καὶ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Καὶ μόνο τότε τὸ εἰκονικὸ ἢ ἐν δυνάμει εἶναι τοῦ ἀνθρώπου γίνεται πραγματικό, ὄντως εἶναι.


῾Ο ἄνθρωπος μέσα στὸ ᾿Αρχέτυπο βρίσκει τὸ ἀληθινὸ ὀντολογικό του περιεχόμενο.



Η ΘΕΜΕΛΙΩΔΗΣ αὐτὴ ἀλήθεια ἔχει ὡρισμένες διαστάσεις ποὺ πρέπει νὰ ὑπογραμμισθοῦν.


1. ῾Ο Χριστὸς δὲν εἶναι ἕνα περιστατικό, ἕνα συμβὰν μέσα στὴν ἱστορία. ῾Η σάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου δὲν ἀποτελεῖ ἁπλὴ συνέπεια τῆς νίκης τοῦ διαβόλου ἐπὶ τοῦ ἀνθρώπου. ῾Ο Χριστὸς δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα μιᾶς πράξεως τοῦ σατανᾶ. ῾Η ἕνωση τῆς θείας καὶ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἔγινε ἐπειδὴ ἀποτελοῦσε τὴν προαιώνια βουλὴ τοῦ Θεοῦ. ῾Ο τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο πραγματοποιήθηκε τὸ μεγάλο μυστήριο ἄλλαξε9, τὸ γεγονὸς ἔμεινε τὸ ἴδιο. ≪Καὶ γὰρ πᾶσι κατάδηλόν ἐστιν, ὡς τὸ ἐν Χριστῷ γενόμενον ἐπὶ τέλει τοῦ αἰῶνος μυστήριον ἀναμφιβόλως τοῦ ἐν ἀρχῇ τοῦ αἰῶνος ἐν τῷ προπάτορι παρεθέντος ἀπόδειξις καὶ ἀποπλήρωσίς ἐστιν≫10.


2. Πρὶν ἑνωθῆ ὑποστατικὰ ἡ θεία μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση, ὁ ἄνθρωπος ἦταν καὶ προπτωτικὰ πρὸ Χριστοῦ, πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι εἶχε καὶ τότε, παρόλο ποὺ δὲν εἶχε ἁμαρτήσει, ἀνάγκη σωτηρίας, ἀφοῦ ἦταν ἀτελὴς καὶ ἀνολοκλήρωτος ≪νήπιος≫. ῾Η διδασκαλία αὐτὴ συνιστᾶ τὸν πυρήνα τῆς θεολογίας τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου11. ῾Η ἀνθρώπινη φύση δὲn μποροῦσε νὰ ὁλοκληρωθῆ μὲ τὸ νὰ τείνη ἁπλά, ἔπρεπε νὰ πραγματοποιήση τὴν ἕνωση μὲ τὸ ᾿Αρχέτυπο. ᾿Αφοῦ ὁ Χριστὸς εἶναι ≪ἡ κεφαλὴ τοῦ σώματος τῆς ᾿Εκκλησίας≫ (Κολ. αʹ 18), πράγμα ποὺ σημαίνει γιὰ τὴν πατερικὴ σκέψη πὼς ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ κεφαλὴ τῆς ἀληθινῆς ἀνθρωπότητας, ἡ ἀνθρώπινη φύση ὅσο καιρὸ δὲν εἶχε λάβει ἀκόμα τὴν ὑπόσταση τοῦ Λόγου, ἦταν κατὰ κάποιο τρόπο χωρὶς πραγματικὴ ὑπόσταση, τῆς ἔλειπε τὸ πραγματικὸ ≪κατὰ Χριστὸν ὑποστῆναι≫12. ῏Ηταν σὰ μιὰ γυναίκα ἄγαμη, στείρα καί, ὅπως τὸ λέει ὁ Παῦλος, ≪ἀκέφαλη≫ (Αʹ Κορ. ιαʹ 3)13.


῾Η πραγμάτωση τοῦ ἀνθρώπου ὡς ἀληθινὰ ὁλοκληρωμένου, ≪σώου≫ ὄντος, ἔλαβε χώρα μὲ τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ. Οἱ πραγματικοὶ ἄνθρωποι ≪γεγέννηνται τοῦ Χριστοῦ τὸν βίον τοῦτον εἰσεληλυθότος καὶ γεννηθέντος≫14. Γι᾿ αὐτὸ τὸ λόγο ὁ Μ. Βασίλειος ὀνομάζει πραγματικὰ καὶ ὄχι μεταφορικὰ τὴν ἡμέρα γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ ≪γενέθλιον ἡμέραν τῆς ἀνθρωπότητος≫15.


3. ῾Ο σκοπὸς τοῦ πρώτου ἀνθρώπου παραμένει πάντοτε ὁ ἴδιος. ῾Ο κάθε κτιστὸς ≪κατ᾿ εἰκόνα≫ Θεοῦ ἄνθρωπος καλεῖται νὰ γίνη ≪εἰκόνα≫ μέσα στὸ Χριστό. ≪᾿Αποδῶμεν τῇ εἰκόνι τὸ κατ᾿ εἰκόνα≫, γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος16. ῾Ο Χριστὸς ἄνοιξε τὸ δρόμο γιὰ τὴν πραγμάτωση αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ. Πράγματι, ἡ γέννηση τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ ἡ ἔνσαρκη οἰκονομία του δὲν ἐξαντλοῦνται στὴν ἀπολύτρωση, τὴν ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὶς συνέπειες τοῦ λάθους τοῦ ᾿Αδάμ. ῾Ο Κύριος λύτρωσε τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν ὑποδούλωση στὴν ἁμαρτία, τὸ διάβολο καὶ τὸ θάνατο, ἀλλὰ καὶ πραγματοποίησε τὸ ἔργο ποὺ δὲν εἶχε πραγμα-τοποιήσει ὁ ᾿Αδάμ. Τὸν ἕνωσε μὲ τὸ Θεὸ χαρίζοντάς του τὸ ἀληθινὸ ἐν Θεῷ εἶναι καὶ ὑψώνοντάς τον σὲ καινὴ κτίση17.


῾Ο Χριστὸς ἀποτελεῖ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ὄχι μόνο ἀρνητικά, λυτρώνοντάς τον ἀπὸ τὶς συνέπειες τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, ἀλλὰ καὶ θετικά, ὁλοκληρώνοντας τὸ εἰκονικὸ προπτωτικὸ εἶναι του. ῾Η σχέση του μὲ τὸν ἄνθρωπο δὲν εἶναι μόνο ἰαματική. ῾Η σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι κάτι πολὺ εὐρύτερο ἀπὸ τὴν ἀπολύτρωση, συμπίπτει μὲ τὴ θέωση.


4. Τὸ πραγματικὸ ἀνθρωπολογικὸ περιεχόμενο τῆς θεώσεως εἶναι ἡ χριστοποίηση. Δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Κολοσσαεῖς ἐπιστολή του, ὅπου ὑμνεῖ τὸ Χριστὸ ὡς ≪εἰκόνα τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου, πρωτότοκον πάσης κτίσεως…≫ (αʹ 15-18), καλεῖ ≪πάντα ἄνθρωπον≫ νὰ γίνη ≪τέλειος ἐν Χριστῷ≫ (αʹ 28) καὶ τοὺς πιστοὺς νὰ εἶναι ≪πεπληρωμένοι ἐν Αὐτῷ≫ (βʹ 10).


Προτρέποντας ὁ Παῦλος τοὺς πιστοὺς νὰ ἀναδειχθοῦν ≪εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ≫ (᾿Εφ. δʹ 13), νὰ ἀποκτήσουν ≪νοῦν Χριστοῦ≫ (Αʹ Κορ. βʹ 16), ≪καρδίαν Χριστοῦ≫ (᾿Εφ. γʹ 17) κλπ., δὲν τὸ κάνει γιὰ λόγους ἐξωτερικῆς εὐλάβειας καὶ συναισθηματικότητας, μιλάει ὀντολογικά. Δὲν προτρέπει σὲ μιὰ ἐξωτερικὴ μίμηση καὶ ἁπλὴ ἠθικὴ βελτίωση, ἀλλὰ σὲ μιὰ πραγματικὴ χριστοποίηση.᾿Επειδή, ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Μάξιμος, ≪ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος καὶ Θεός… βούλεται ἀεὶ καὶ ἐν πᾶσι τῆς αὐτοῦ ἐνσωματώσεως ἐνεργεῖσθαι τὸ μυστήριον≫18.


5. Τὸ .ἐν Χριστῷ ζῇν. τοῦ Παύλου οἱ πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας ὠνόμασαν θέωση, κυρίως γιὰ νὰ διασφαλίσουν τὸν τελικὸ σκοπὸ καὶ τὸ πραγματικὸ περιεχόμενο τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς ἀπὸ τοὺς κινδύνους ποὺ δημιουργοῦσαν οἱ αἱρέσεις. Πρῶτα ὁ ἀρειανισμός, ποὺ διδάσκοντας πὼς ὁ Χριστὸς εἶναι κτίσμα περιόριζε ἀναπόφευκτα τὴν ἐν Χριστῷ ζωὴ μέσα στὴν κτίση19, καὶ στὴ συνέχεια οἱ ὑπόλοιπες χριστολογικὲς αἱρέσεις20. Δὲν παρέλειπαν ὅμως ποτὲ οἱ πατέρες νὰ τονίζουν ὅτι τὸ περιεχόμενο καὶ ἡ ὁδὸς τῆς θεώσεως εἶναι ἡ ἕνωση μὲ τὸν Χριστό, ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἡ ἕνωση μὲ τὸ ᾿Αρχέτυπο εἶναι ἐκείνη ποὺ ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν ὁλοκλήρωσή του21.


6. Σὲ μιὰ μεταγενέστερη ἐποχὴ (καὶ ἡ παρατήρηση αὐτὴ εἶναι ἀναγκαία γιὰ νὰ κατανοήση ὁ ἀναγνώστης ποὺ τυχὸν ξενίζεται ἀπὸ τὶς παραπάνω θέσεις τὸ γιατὶ ξενίζεται), ἀπὸ τὸν ΙΒʹ τελικὰ αἰώνα, ἐπεκράτησε στὴ Δύση μιὰ διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν παραπάνω θεολογικὴ καὶ ἀνθρωπολογική, καὶ κατ᾿ ἐπέκταση σωτηριολογικὴ καὶ ἐκκλησιολογική, ἀντίληψη. ῾Η ἀντίληψη αὐτὴ διαθόδηκε καὶ στὴν ῾Ελλάδα ἀπὸ τὸ ΙΘʹ αἰώνα, ὅταν στὸ νεοϊδρυμένο Πανεπιστήμιο τῆς ᾿Αθήνας ἡ θεολογία καλλιεργήθηκε καὶ διδάχθηκε σὲ σχέση ὄχι τόσο μὲ τὴν πατερικὴ παράδοση, ὅσο μὲ τὴν ἀκμάζουσα δυτικὴ θεολογικὴ ἐπιστήμη. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν νὰ διαδοθῆ πλατειὰ καὶ στὴν ῾Ελλάδα ἡ δυτικὴ ἀντίληψη τοῦ χριστιανισμοῦ.


7. Στὶς τελευταῖες δεκαετίες ἦρθε πάλι στὴν ἐπιφάνεια καὶ μελετᾶται ἀρκετὰ τὸ θέμα τῆς θεώσεως. Τὸ γεγονὸς εἶναι εὐοίωνο, ἀλλὰ νομίζουμε πὼς πρέπει νὰ γίνη ἀκόμη ἕνα βῆμα. ῾Η θέωση, ἀπὸ γενικὸ πνευματικὸ κατηγόρημα πρέπει νὰ ἀποκτήση συγκεκριμένο ἀνθρωπολογικὸ περιεχόμενο, ποὺ πάει νὰ πῆ στὴ γλώσσα τῶν πατέρων, περιεχόμενο ταυτόχρονα ἀνθρωπολογικὸ καὶ χριστολογικό, νὰ κατανοηθῆ δηλαδὴ καὶπάλι ὡς χριστοποίηση.Κατανοημένα μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ὁ σκοπὸς τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὰ μέσα πραγματοποιήσεως τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ, ἡ πίστη, ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν, ἡ ἄσκηση, τὰ μυστήρια, ἡ ὅλη ἐκκλησιαστικὴ καὶ πνευματικὴ ζωή, φωτίζονται ἐσωτερικά, βρίσκουν τὴν ὀργανικὴ σύνδεση μεταξύ τους, μὲ τὸν κόσμο καὶ μὲ τὸ Χριστό, τὴν ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος τῶν πάντων.


8. Σὲ ἄλλες ἑνότητες τοῦ βιβλίου τούτου θὰ προσπαθήσουμε νὰ παρουσιάσουμε τὴν καινούργια γιὰ μᾶς σήμερα, πατερικὴ ὡστόσο, κατανόηση αὐτῶν τῶν πραγματικοτήτων. ᾿Εδῶ ἀξίζει νὰ σημειώσουμε τὴν ἀπελευθέρωση ποὺ δημιουργεῖ στὸν ἄνθρωπο αὐτὴ ἡ θεώρηση. Πρῶτα ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὸ κακὸ καὶ τὴν ἁμαρτία. ῞Οσο τρομακτικὸ κι ἂν εἶναι τὸ κακό, ἀφοῦ αὐτὸ καὶ ὄχι ὁ Χριστὸς ἀποτελεῖ ἐπεισόδιο καὶ συμβάν, ἀποδεικνύεται σὲ τελευταία ἀνάλυση μικρό. ῾Η κατανόηση τοῦ ἀνθρώπου —τῆς σωτηρίας, τῆς πνευματικῆς ζωῆς, κλπ.— ἀποδεσμεύεται ἀπὸ τὸ κακὸ καὶ συνδέεται πρὸς τὸν Χριστό. Τὸ κακὸ σχετικοποιεῖται. Καὶ ὁ μεγαλύτερος βυθὸς ἁμαρτίας δὲν θίγει τὴν ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος τοῦ ἀνθρώπου. ῾Ο ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ μείνη δοῦλος τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ μπορεῖ καὶ νὰ ἀποδεσμευθῆ. ῾Η θεοειδὴς ἀρχὴ καὶ τὸ θεοκεντρικὸ τέλος του τὸν κάνουν εὐρύτερο ἀπὸ τὸ κακὸ καὶ τὴν ἁμαρτία, ἰσχυρότερο ἀπὸ τὸ διάβολο. ῞Υστερα, ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὴν κυκλική, καὶ σὲ τελευταία ἀνάλυση στατικὴ ἀντίληψη τῆς ἱστορίας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἀντίληψη, ποὺ θεωρεῖ τὴν ἱστορία ὡς βιολογικὴ ἢ διαλεκτικὴ ἐξέλιξη.


᾿Αφοῦ ἡ ὀντολογικὴ ἀρχὴ τοῦ ἀνθρώπου δὲν βρίσκεται στὸ βιολογικὸ ἀλλὰ στὸ ἐν Χριστῷ εἶναι καὶ ἡ πραγμάτωση τοῦ ἐν Χριστῷ εἶναι ἀποτελεῖ πορεία ἀπὸ τὸ κατ᾿ εἰκόνα στὴν εἰκόνα, ἢ ἀπὸ τὸ εἰκονικὸ στὸ ὄντως εἶναι, ἡ ἱστορία μπορεῖ νὰ κατανοηθῆ ὡς ἡ πραγμάτωση ἀκριβῶς αὐτῆς τῆς πορείας. Σὰν τέτοια, ἔχει τὴν ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος της στὸν Χριστό. Καὶ ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι μόνο ὁ ≪ἦν καὶ ὁ ὤν≫ ἀλλὰ καὶ ὁ ≪ἐρχόμενος≫, τὴν ἱστορία δὲν κινοῦν καὶ δὲν προσδιορίζουν μόνο τὸ παρελθὸν καὶ τὸ παρὸν ἀλλὰ καὶ τὸ μέλλον, ὅταν ὡς μέλλον θεωρήσουμε ὄχι τὶς νομοτέλειες, στὶς ὁποῖες ὁδηγεῖ ἡ ἀναγκαστικὴ βιολογικὴ ἢ διαλεκτικὴ ἐξέλιξη τῆς κτίσεως, ἀλλὰ τὴν στὸ τέλος τῶν αἰώνων Παρουσία τοῦ ἀνακεφαλαιωτοῦ τῶν πάντων Χριστοῦ, δηλαδὴ τοῦ Λόγου μαζὶ μὲ τὸ σῶμα του, τὸ μεταμορφωμένο κόσμο.


῎Ετσι ἡ ἀνάπτυξη ἢ ἐξέλιξη τῆς ἀνθρωπότητας καὶ γενικὰ τῆς κτίσεως φωτίζεται ἐσωτερικά, ἡ κατανόησή της δὲν περιορίζεται μόνο στὶς διαδικασίες ἀλλαγῆς ποὺ παρατηροῦνται στὸ ὑλικὸ τῆς εἰκόνας, ἀλλά, χωρὶς ἡ πρώτη αὐτὴ διάσταση νὰ παραθεωρῆται, ἐπεκτείνεται καὶ κατανοεῖται κυρίως ὡς ἀνέλιξη ἢ ὕψωση τῆς εἰκόνας ὣς τὸ ᾿Αρχέτυπο.


῾Η ἀνέλιξη τῆς εἰκόνας ξεπερνάει ἔτσι τὰ ὅρια τῆς κτίσεως —ὅρια ποὺ βρίσκονται ἀναγκασμένοι νὰ θέσουν ὅσοι δὲν βλέπουν παρὰ μόνο τὸ ὑλικὸ τῆς εἰκόνας, ἀγνοώντας τὴν ἴδια τὴν εἰκόνα— καὶ φθάνει μέχρι τὸ ἄπειρο. ῾Η ἐξέλιξη μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ κατανοεῖται σ᾿ ὅλες της τὶς διαστάσεις —ὄχι μόνο σ᾿ ἐκεῖνες ποὺ προσδιορίζει ἡ ἐπιστημονικὴ παρατήρηση— καὶ καταξιώνεται.


9. Οἱ θέσεις αὐτὲς μᾶς ὁδηγοῦν στὸν πυρήνα τοῦ ἀνθρωπολογικοῦ προβλήματος, ὅπως τὸ ἀντιμετωπίζουμε σήμερα. ῾Η ἀλήθεια ποὺ κλείνουν μέσα τους εἶναι ἡ πιὸ νευραλγικὴ ἀνθρωπολογικὴ ἀλήθεια, ὀδυνηρὴ ἀλλὰ συνάμα καὶ σωτήρια γιὰ τὸ σύγχρονο ἄνθρωπο. Εἶναι ὀδυνηρή, γιατὶ κόβει ἀπὸ τὴ ρίζα του καὶ τὸ πιὸ μικρὸ σκίρτημα γιὰ διεκδίκηση αὐτονομίας. Εἶναι σωτήρια, γιατὶ ἀνοίγει μπροστὰ στὸν ἄνθρωπο μεγαλειώδεις καὶ ἀτέρμονες ὁρίζοντες γιὰ μιὰ πραγματικὴ καὶ ἀληθινὰ ἀνθρώπινη δράση καὶ ἀνάπτυξη. Βέβαια, λέγοντας πὼς ἡ ἀλήθεια αὐτὴ πατάσσει τὴν αὐτονομία δὲν ἐννοοῦμε πὼς καταξιώνει τὴν ἑτερονομία, μὲ τὴ φιλοσοφικὴ ἔννοια τῶν ὅρων. Οἱ ὅροι αὐτοὶ ἔχουν παρεξηγηθῆ τραγικὰ κατὰ τοὺς τελευταίους αἰῶνες, βρίσκονται δὲ οὐσιαστικὰ ἔξω ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη προβληματική.


῾Η προσπάθεια ποὺ κάνουμε ἐδῶ εἶναι νὰ δείξουμε πὼς ὁ Θεὸς δὲν εἶναι γιὰ τὸν ἄνθρωπο μιὰ ἐξωτερικὴ ≪ἀρχή≫, ἀπὸ τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος ἐξαρτᾶται, ἀλλὰ ἀληθινὰ καὶ πραγματικά, ἡ ὀντολογικὴ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος του. ῎Εχοντας πλασθῆ κατ᾿ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄνθρωπος εἶναι συγκροτημένος θεολογικά. Καὶ γιὰ νὰ εἶναι ἀληθινός, πρέπει νὰ ὑπάρχη σὲ κάθε στιγμὴ καὶ νὰ ζῆ θεοκεντρικά. ῞Οταν ἀρνεῖται τὸν Θεό, ἀρνεῖται τὸν ἑαυτό του καὶ αὐτοκαταστρέφεται. ῞Οταν ζῆ θεοκεντρικὰ καταξιώνει μέχρι τὸ ἄπειρο τὸν ἑαυτό του, ἀναπτύσσεται καὶ ὁλοκληρώνεται μέχρι τὴν αἰωνιότητα.


Ἀπό τό βιβλίο, Ζῶον Θεούμενον — Προοπτικὲς γιὰ μιὰ ὀρθόδοξη


κατανόηση τοῦ ἀνθρώπου,≪᾿Εποπτεία≫,


Σημειώσεις


1. Νικολάου Καβάσιλα, Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, Λόγος 6, PG 150, 680Α.


2. ῞Οπου παραπάνω, Λόγος 6, PG 150, 681ΑΒ.


3. ῞Οπου παραπάνω, Λόγος 6, PG 150, 681Α.


4. ᾿Ιωάννου Δαμασκηνοῦ, Λόγος εἰς τὴν ξηρανθεῖσαν συκῆν καὶ εἰς τὴν παραβολὴν τοῦ ἀμπελῶνος, 2, PG 96, 580Β.


5. Νικολάου Καβάσιλα, Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, Λόγος 2, PG 150, 560D.


6. Γρηγορίου Παλαμᾶ, ῾Ομιλία ζʹ εἰς τὰ Φῶτα, στὸ Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τοῦ Παλαμᾶ ὁμιλίαι κβʹ, ἔκδ. Σ. Οἰκονόμου, ᾿Αθῆναι 1861, σελ. 259.


7. Μαξίμου ῾Ομολογητοῦ, Πρὸς Θαλάσσιον περὶ διαφόρων ἀπόρων τῆς θείας Γραφῆς, ᾿Ερώτ. Ξʹ, PG 90, 621Α.


8. Νικολάου Καβάσιλα, ῾Η Θεομήτωρ. Τρεῖς θεομητορικὲς ὁμιλίες. Κείμενο, εἰσαγωγή, νεοελληνικὴ ἀπόδοση, σχόλια Π. Νέλλα (᾿Επὶ τὰς πηγάς. ᾿Εκλεκτὰ πατερικὰ κείμενα, 2) ᾿Αθῆναι 19742, σελ. 150-152. Βλ. πλῆθος ἄλλων πατερικῶν μαρτυριῶν καὶ βαθειὰ ἀνάλυση τοῦ θέματος σὲ Νικοδήμου ῾Αγιο-ρείτου, ᾿Απολογία… [Δημοσιεύεται στὴν παροῦσα σειρὰ τῶν ἄρθρων μας].


9. Βλ. Μαξίμου ῾Ομολογητοῦ, Περὶ διαφόρων ἀποριῶν τῶν ἁγίων Διονυσίου καὶ Γρηγορίου, PG 91, 1097C: ≪῎Εδει… ἵνα μὴ πόῤῥῳ τοῦ Θεοῦ γένηται ξενωθεὶς ὁ ἄνθρωπος, ἄλλον ἀντεισαχθῆναι… τρόπον… τοῦ προτέρου παραδοξότερόν τε καὶ θεοπρεπέστερον, ὅσον τοῦ κατὰ φύσιν ἐστὶ τὸ ὑπὲρ φύσιν ἀνώτερον≫.


10. Μαξίμου ῾Ομολογητοῦ, ὅπ. παρ. 1097D. Πρβλ. τοῦ ἴδιου, στὸ ἴδιο ἔργο, 1092BC, 1280ABC, 1308C-1309Α· τοῦ ἴδιου, Πρὸς Θαλάσσιον, ΚΒʹ, PG 90,317Β-320C· τοῦ ἴδιου, Πρὸς Θαλάσσιον, Ξʹ, PG 90, 620C-621C. Εἶναι γνωστὴ ἡ θέση ποὺ διατύπωσε πρῶτος ὁ Rupert τοῦ Deutz (ΙΒʹ αἰώνας) καὶ ποὺ ἀνέπτυξε διεισδυτικὰ ὁ Duns Scotus (ΙΓʹ αἰώνας), σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ Λόγος θὰ γινόταν ἄνθρωπος ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν πτώση τοῦ ᾿Αδάμ. Εἶναι ἐπίσης γνωστὲς οἱ μακρὲς συζητήσεις ποὺ ἡ θέση αὐτὴ προκάλεσε στὴ Δύση (Βλ. συνοπτικὴ παρουσίαση τῶν συζητήσεων στὸ Γ. Φλωρόφσκυ, ≪“Cur Deus Homo?” Τὸ κίνητρο τῆς ἐνανθρωπήσεως≫, στὸν τόμο Θέματα ᾿Ορθοδόξου Θεολογίας, ᾿Αθῆναι 1973, σελ. 33-42). Πολλοὶ σύγχρονοι δυτικοὶ μελετητὲς τῶν πατέρων (βλ. π.χ. H.U. von Baltasar, Liturgie cosmique. Maxime le Confesseur, Paris 1947, σελ. 205) καὶ ὀρθόδοξοι θεολόγοι (βλ. Γ. Φλωρόφσκυ, ὅπ. παρ. σελ. 38· Ν. Νησιώτης, Προλεγόμενα εἰς τὴν θεολογικὴν γνωσιολογίαν, ᾿Αθῆναι 1965, σελ. 67· Α. Θεοδώρου, Cur Deus Homo? ᾿Απροϋπόθετος ἢ ἐμπροϋπόθετος ἐνανθρώπησις τοῦ Θείου Λόγου, ᾿Αθῆναι 1974), μετὰ ἀπὸ σοβαρὲς καὶ ἀξιόλογες διερευνήσεις φαίνεται νὰ βρίσκωνται ὡστόσο σὲ ἀμηχανία στὴν προσπάθειά τους νὰ συσχετίσουν τὴ διδασκαλία τῶν πατέρων γιὰ τὴν προαιώνια βουλὴ τοῦ Θεοῦ νὰ ἑνωθῆ μέσα στὴν ὑπόσταση τοῦ Λόγου ἡ ἀνθρώπινη μὲ τὴ θεία φύση, πρὸς τὴν παραπάνω θέση τοῦ Duns Scotus. Τελικά, καὶ μέσα στὸ κλίμα ποὺ δημιούργησαν οἱ δυτικὲς συζητήσεις, δέχονται ὅτι γιὰ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση τὸ θέμα δὲν ἔχει ἀποσαφηνισθῆ, ὅτι εἶναι ≪θεολογούμενο≫. Νομίζουμε ὡστόσο, πὼς ἀνάμεσα στὴν προβληματικὴ τοῦ Duns Scotus καὶ τὴ διδασκαλία τῶν πατέρων δὲν ὑπάρχει καμμιὰ πραγματικὴ ἐσωτερικὴ σχέση. Οἱ πατέρες δὲ μιλᾶνε γιὰ ἕνα θεωρητικὸ ζήτημα, γιὰ τὸ τί θὰ γινότανε ἂν δὲν ἁμάρτανε ὁ ᾿Αδάμ. Οὔτε ἀναφέρονται σὲ ἕνα θεολογικὸ θέμα, στὸ ποιὸς ἦταν ὁ σκοπὸς τοῦ Θεοῦ Λόγου, γιατὶ πῶς εἶναι δυνατὸ ὁ ἀπόλυτα ἁπλοῦς Θεὸς νὰ ἔχη σκοπό, μάλιστα ἕνα σκοπὸ ποὺ νὰ τοῦ τὸν προσδιορίζη ἡ κτίση; ῾Η διδασκαλία τῶν πατέρων εἶναι καθαρὰ ἀνθρωπολογικὴ καὶ κοσμολογική, ἀναφέρεται στὸ σκοπὸ τοῦ κόσμου. ῾Ο ἅγιος Μάξιμος εἶναι σαφὴς ὅταν διδάσκη ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ κόσμου ἦταν καὶ εἶναι ἡ καθ᾿ ὑπόσταση ἕνωση μὲ τὸ Θεό, διευκρινίζοντας ὅτι ὁ τρόπος πραγματοποιήσεως τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ ἄλλαξε. ᾿Αλλὰ ἡ ἀλλαγὴ τοῦ τρόπου πραγματοποιήσεως τοῦ σκοποῦ δὲν ἀλλάζει τὸ σκοπό. Καὶ ἡ οὐσία κατὰ τοὺς πατέρες εἶναι ὁ σκοπός. Μὲ τὴ σημείωση τούτη δὲ θέλουμε νὰ συζητήσουμε τὸ ζήτημα, παρὰ νὰ δώσουμε μιὰ στοιχειώδη ἐξήγηση γιατὶ δὲν παρουσιάζουμε ὡς .θεολογούμενο. ἀλλὰ κατηγορηματικὰ τὴ σχετικὴ μὲ τὸ θέμα αὐτὸ διδασκαλία τῶν πατέρων. Καὶ τὴ διευκρίνιση ὅτι ἡ πατερικὴ διδασκαλία δὲν ἔχει σχέση μὲ τὴν ἄποψη τοῦ Duns Scotus. ᾿Ελπίζουμε νὰ μελετήσουμε διεξοδικὰ σὲ προσεχὴ μελέτη τὸ ὅλο ζήτημα, γιατὶ εἶναι ὄντως καίριο, ἀποτελεῖ τὴ θεμελιώδη προϋπόθεση τοῦ χριστιανισμοῦ, καὶ τυχὸν λαθεμένη κατανόησή του ὁδηγεῖ σὲ λαθεμένη κατανόηση καὶ βίωση τῆς εὐαγγελικῆς καὶ πατερικῆς πίστεως. ῾Η ἐπιμονὴ τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ ῾Αγιορείτου, στὸ ἐκτενὲς κείμενό του ᾿Απολογία εἶναι χαρακτηριστική.


11. Βλ. ᾿Ιω. Ρωμανίδου, Τὸ προπατορικὸν ἁμάρτημα, ᾿Αθῆναι 1957, σελ. 113-140. E. Peterson, L’ homme image de Dieu chez saint Irénée, Vie Spirituelle, 100 (1959), σελ. 584-594. A. Benoit, Saint Irénée, Introduction à l’ étude de sa théologie, Paris 1960, ἰδ. σελ. 227-233. A. Orbe, Anthropologia di san Ireneo, Madrid 1969. ᾿Α. Θεοδώρου, ῾Η περὶ ἀνακεφαλαιώσεως διδασκαλία τοῦ Εἰρηναίου, ᾿Αθῆναι 1972. H. Lassiat, Promotion de l’ homme en Jésus-Christ d’ après Irénée de Lyon, Paris 1977· τοῦ ἴδιου, «L’ anthropologie d’ Irénée», περιοδ. «Nouvelle Revue Théologique» 100, 3 (1978) σελ. 399-417.


12. Νικολάου Καβάσιλα, Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, Λόγος 2, PG 150, 533D.


13. ῾Η θεολογία τῆς Αʹ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολῆς (ιαʹ 1-16) εἶναι χαρακτηριστική. Κεφαλὴ τῆς γυναίκας εἶναι ὁ ἄνδρας, κεφαλὴ τοῦ ἄνδρα ὁ Χριστὸς καὶ κεφαλὴ τοῦ Χριστοῦ ὁ Θεός. ῾Η γραμμὴ εἶναι συνεχής. ῾Οπουδήποτε κι ἂν ὑπάρξη τομή, δημιουργεῖται διακοπὴ κοινωνίας, ἔλλειψη πληρότητος καὶ στειρότητα.


14. Νικολάου Καβάσιλα, Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, Λόγος 4, PG 150, 604Α.


15. Μ. Βασιλείου, Εἰς τὴν ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ Γέννησιν, 6, PG 31, 1473Α.


16. Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος 1, Εἰς τὸ ἅγιον Πάσχα καὶ εἰς τὴν Βραδύτητα, 4, PG 35, 397Β.


17. Βλ. Μαξίμου ῾Ομολογητοῦ, Πρὸς Θαλάσσιον, ΞΓʹ, PG 90, 692Β.


18. Μαξίμου ῾Ομολογητοῦ, Περὶ διαφόρων ἀποριῶν τῶν ἁγίων Διονυσίου καὶ Γρηγορίου, PG 91, 1084D.


19. Μ. ᾿Αθανασίου, Κατὰ ᾿Αρειανῶν, Λόγος 2, 67, PG 26, 289C: ≪Εἰ γὰρ κτίσμα ὤν (ὁ Λόγος) ἐγεγόνει ἄνθρωπος, ἔμενεν οὐδὲν ἧττον ὁ ἄνθρωπος ὥσπερ καὶ ἦν, οὐ συναφθεὶς τῷ Θεῷ. Πῶς γὰρ ἂν ποίημα ὤν, διὰ ποιήματος συνήπτετο τῷ κτίστῃ;≫. Καὶ πιὸ κάτω στὸν ἴδιο Λόγο, 70, PG 26, 296Α:


≪οὐκ ἄν… ἐθεοποιηθήθη κτίσματι συναφθεὶς ὁ ἄνθρωπος, εἰ μὴ Θεὸς ἦν ἀληθινὸς ὁ Υἱός≫.


20. ῾Ο νεστοριανισμός, διδάσκοντας πὼς ἡ ἀνθρώπινη καὶ ἡ θεία φύση ἐφάπτονται ἀλλὰ δὲν ἑνώνονται πραγματικά, κατέληγε νὰ δέχεται πὼς ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ προσεγγίζη τὸ ἄπειρο, ἀλλὰ ὄχι καὶ νὰ εἰσδύη σ᾿ αὐτό. ᾿Αντίστροφα ὁ μονοφυσιτισμός, θεωρώντας ὡς σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου τὴν ἀπορρόφησή του ἀπὸ τὸν Θεό, κατέληγε νὰ κηρύττη τὴ ἐξαφάνιση κι ὄχι τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. ῾Η πάλη τῶν πατέρων κατὰ τῶν αἱρέσεων εἶχε περιεχόμενο ὄχι μόνο θεολογικό, ἀλλὰ καὶ ἀνθρωπολογικό. ῏Ηταν πάλη γιὰ τὴ διασφάλιση τοῦ τελικοῦ σκοποῦ καί, συνεπῶς, τοῦ μεγαλείου τοῦ ἀνθρώπου. 

ΠΗΓΗ









Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.