Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Η Πίστη των Πατέρων μας


Η ΠΙΣΤΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΜΑΣ

Ε΄, ΣΤ΄ ΚΑΙ ΠΕΝΘΕΚΤΗ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ:
ΜΟΝΟΘΕΛΗΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΟΝΟΕΝΕΡΓΗΤΙΣΜΟΣ - ΠΡΟΣΗΛΩΣΗ ΣΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ

τοῦ Αἰδεσιμολ. Πρωτοπρ. π. Δημοσθένους Παπακωστόπουλου

 Τήν ὡραιότερη σκιαγραφία τῆς Ἐκκλησίας, Σεβ. Ποιμενάρχα, Σεβαστοί Πατέρες καί ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τή βρίσκουμε στίς ἐπιστολές τοῦ Ἀπ. Παύλου. Ἡ γραφίδα τοῦ φλογεροῦ καί θεοπνεύστου ἀποστόλου, προκειμένου νά μᾶς καταστήσει προσιτή καί κατανοητή τήν ἔννοια καί τήν οὐσία τῆς Ἐκκλησίας, χρησιμοποιεῖ τήν εἰκόνα τοῦ σώματος. Γράφει στήν Α΄ πρός Κορινθίους ἐπιστολή του: «ὅτι εἷς ἄρτος, ἕν σῶμα οἱ πολλοί ἐσμέν∙ οἱ γάρ πάντες ἐκ τοῦ ἑνός ἄρτου μετέχομεν» (Α΄ Κορ. 10,17). Δηλαδή: «Ἐπειδή ἕνας εἶναι ὁ ἄρτος, γι’ αὐτό ἕνα σῶμα εἴμαστε οἱ πολλοί. Διότι ὅλοι ἀπό τόν ἕνα καί τόν αὐτό ἄρτο μετέχουμε». Ὅλοι κοινωνοῦμε τόν οὐράνιο ἄρτο τῆς θείας εὐχαριστίας, ἑνωνόμαστε ὅλοι μέ αὐτόν καί διά τοῦ ἄρτου γινόμαστε ἕνα καί μεταξύ μας. Ὅλοι οἱ πιστοί ἀποτελοῦμε ἕνα σῶμα, τό μυστικό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, χωρίς νά χάνουμε τήν ἀτομικότητά μας.

Μέσα στήν Ἐκκλησία, ἐνῶ πράγματι διαφυλάσσεται ἡ αὐτοτέλεια τοῦ προσώπου κάθε πιστοῦ καί ἡ παρουσία καί ἡ διακονία του στόν ἐκκλησιαστικό χῶρο εἶναι πολύτιμη, ὅσο καί ἄν φαίνεται ἐνίοτε ἐξωτερικά ταπεινή, ταυτόχρονα ὁ κάθε πιστός ἑνώνεται μέ τά ἄλλα μέλη, μέ τούς ἄλλους πιστούς, καί μέ τήν Θεία Κεφαλή, δηλαδή μέ τόν «σαρκωθέντα», «σταυρωθέντα», καί «ἀναστάντα» Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ Πατρός, τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, καί ἔτσι πραγματώνεται ἡ συγκρότηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, τοῦ μυστικοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, τῆς Ἐκκλησίας δηλαδή, πού εἶναι παροῦσα στόν κόσμο καί στήν Ἱστορία καί κατεργάζεται τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου.
Ἡ διαπίστωση, ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό μυστικό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή ὁ ἑνιαῖος καί ἀδιαίρετος θεῖος καί ἀνθρώπινος ὀργανισμός, ὁρατός καί ἀόρατος, προσδιορίζει τή μορφή καί τόν τύπο τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πολιτεύματος, δηλαδή τό σύστημα, τόν τρόπο βάσει τοῦ ὁποίου διοικεῖται μέσα στόν κόσμο ἡ Ἐκκλησία. Τέτοιο εἶναι τό λεγόμενο συνοδικό σύστημα μέ οὐσία καί δομή δημοκρατική.
*Α. ΤΟ ΣΥΝΟΔΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ – ΣΥΓΚΛΗΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

Τό συνοδικό σύστημα στηρίζεται στήν ἀπόλυτη ἑνότητα καί ἰσότητα ὅλων τῶν Ἐπισκόπων τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας, εὑρίσκεται πάντοτε ὑπό τήν διακυβέρνηση τῆς Μιᾶς Αἰώνιας Κεφαλῆς της, δηλαδή τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Ὁποίου τό ἀπολυτρωτικό ἔργο συνεχίζει μέσα στό χῶρο καί στό χρόνο τῆς Ἱστορίας. Ὁ Κύριος εἶναι ὁ μοναδικός Ἀρχιερεύς, Διδάσκαλος, Βασιλεύς καί Ποιμήν τῆς Ἐκκλησίας, γιατί Αὐτός εἶναι «ἡ ὁδός καί ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή» (Ἰω. 14,6). Τό δέ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἡ ψυχή καί ἡ ζωοποιός Ἀρχή, πού συγκροτεῖ, ἁγιάζει, φωτίζει τήν Ἐκκλησία καί τήν ὁδηγεῖ ἕως «πᾶσαν τήν ἀλήθειαν» (16,13).
Κάτω ἀπό τήν Θεία Κεφαλή, δηλαδή τόν Κύριο Ἰησοῦ, εὑρίσκεται ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος, πού κυβερνᾶ τήν Ἐκκλησία στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ μέ τήν ἐπιστασία καί τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τή συνεργασία καί τήν συμβολή ὅλων τῶν ἐν ἐνεργείᾳ Ἐπισκόπων∙ ἀποτελεῖ δέ τό ὑπέρτατο νομοθετικό, διοικητικό καί δικαστικό ὄργανο τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ οὐσία τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ συνοδικότητα. Τή συνοδικότητα τῆς Ἐκκλησίας, τό μυστήριο δηλαδή τῆς Ἐκκλησίας ὡς πνευματικῆς οἰκογένειας τοῦ Θεοῦ συναγμένης «ἐπί τῷ αὐτῷ» τό ζοῦμε στή Θεία Λατρεία, ἡ ὁποία κατά τήν περίοδο τῆς Ἁγίας καί Μεγ. Τεσσαρακοστῆς, πού διανύουμε, εἶναι πιό πυκνή καί κατανυκτική. Κατ’ ἐξοχήν ὅμως τό ζοῦμε στή μυσταγωγική Θεία Λειτουργία.

Ἀδελφωμένοι καί ἑνωμένοι σ’ ἕνα σῶμα, στό ἐκκλησιαστικό σῶμα, δεχόμαστε τή θαλπωρή τῆς στοργῆς καί εὐλογίας τοῦ Θεοῦ Πατέρα καί γινόμαστε μέτοχοι στήν Ἴδια Ἁγία Τράπεζα, ἀφοῦ κοινωνοῦμε «τόν δι’ ἡμᾶς σφαγέντα Χριστόν», ὅπως γράφει ὁ ἱ. Χρυσόστομος.
Πρότυπο τῶν Συνόδων τῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρξε ἡ ἀποστολική Σύνοδος τῶν Ἱεροσολύμων τό 49 μ.Χ. (Πράξ. 15,6 κ. ἑξ.), στήν ὁποία συμμετεῖχε ὅλη ἡ Ἐκκλησία μέ τήν τέλεια συμφωνία ὅλων τῶν μελῶν τοῦ σώματος, χωρίς διάκριση κληρικῶν καί λαϊκῶν, ἀλλά καί χωρίς καμμιά σύγχυση μεταξύ τους.
Ἡ μετέπειτα αὔξηση τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας δημιούργησε τήν ἀνάγκη στή σύνοδο νά μετέχουν μόνον οἱ Ἐπίσκοποι ὡς διάδοχοι τῶν Ἀποστόλων σέ ἀπόλυτη ἰσότητα μεταξύ τους, πού ἐκφράζουν ὅμως τήν πίστη ὅλου τοῦ πληρώματος καί ἀποφασίζουν γιά ὅλη τήν Ἐκκλησία ὑπό τήν καθοδήγηση καί τήν ἐπιστασία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Εἴτε γιά Τοπική, εἴτε γιά Οἰκουμενική Σύνοδο πρόκειται, ναί μέν τό σῶμα τῶν Ἐπισκόπων ἀποφασίζει ὑπό τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποτέ ὅμως ἐρήμην τοῦ σώματος τῶν λαϊκῶν καί τῶν λοιπῶν κληρικῶν. Ἄν οἱ ἀποφάσεις τους δέν συμφωνοῦν μέ τή θεία ἀλήθεια τῶν Ἁγίων Γραφῶν, τήν κανονική ἐκκλησιαστική Παράδοση καί μέ τήν καθολική πίστη καί συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας, τό πλήρωμα τίς ἀπορρίπτει.

Η ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ μιᾶς Συνόδου ὡς Ὀρθόδοδης Οἰκουμενικῆς στηρίζεται στήν μετοχή τῆς Συνόδου στήν πλήρη Ὀρθόδοξη ἀλήθεια. Γι’ αὐτό καί ἡ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας, ἡ συνείδηση κλήρου καί λαοῦ, εἶναι τό κριτήριο τῆς Ὀρθοδοξίας καί τῆς Οἰκουμενικότητας μιᾶς Συνόδου, ἐφ’ ὅσον ἡ ἐκκλησιαστική συνείδηση εἶναι φορέας τῆς ὅλης καί τέλειας θείας ἀλήθειας. Πολυθρύλητο εἶναι τό συναφές ἀξίωμα τοῦ μεγάλου τῆς Ἐκκλησίας Πατρός, τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ: «Τάς γενομένας Συνόδους ἡ εὐσεβής πίστις κυροῖ καί πάλιν ἡ τῶν δογμάτων ὀρθότης κρίνει τάς Συνόδους».
Μία Σύνοδος, καί μάλιστα Οἰκουμενική, στήν ὁποία ἐκπροσωπεῖται ὁλόκληρη ἡ Ἐκκλησία, ἀφοῦ παίρνουν μέρος ἀντιπροσωπευτικά ἐπίσκοποι ἀπό ὅλη τήν Ὀρθόδοξη χριστιανική Οἰκουμένη, συνέρχεται, γιά ν’ ἀντιμετωπίσει κάποια σοβαρή κρίση στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, πού ἀπειλεῖ τήν ἀλήθεια καί τήν ἑνότητά της. Τέτοιες σοβαρές αἰτίες εἶναι κατ’ ἐξοχήν οἱ αἱρέσεις καί τά σχίσματα.

Ἡ Ὀρθοδοξία ἀναγνωρίζει τίς ἑπτά ἀρχαῖες Οἰκουμενικές Συνόδους, πού συγκλήθηκαν ἀπό τό 325 μ.Χ. μέχρι τό 787 μ.Χ., δηλαδή κατά τούς ὀκτώ πρώτους αἰῶνες, στήν Ἀνατολική Ἐπικράτεια, πρίν ἀπ’ τό σχίσμα, τήν ἐποχή τῆς Μιᾶς καί ἀδιαίρετης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας.
Η ΣΥΓΚΛΗΣΗ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἦταν προνόμιο τοῦ Βυζαντινοῦ αὐτοκράτορα, πού ἐνεργοῦσε ὅμως ἔτσι σάν τό πρῶτο πιό ἐπίσημο λαϊκό μέλος τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἀνάμειξή του στή δικαιοδοσία τῆς Συνόδου ἦταν ἁπλῆ καί ἐξωτερική, χωρίς νά παίρνει μέρος στήν ψηφοφορία. Ὁ αὐτοκράτορας ὑπέγραφε τίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου μαζί μέ τούς ἐπισκόπους, πού συνιστοῦσαν ἀλήθειες θεῖες, ἀλάθητες καί ἀμετάβλητες, μέ αἰώνιο κῦρος καί ἀπόλυτη ἀξία καί αὐθεντία, ὑποχρεωτικές γιά ὅλους τούς πιστούς τῶν ἐπί μέρους ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὡς ἡ φωνή τῆς καθόλου Ἐκκλησίας˚ ἀλλά καί γιά νά τίς δώσει ἰσχύ νόμου γιά ὅλους τούς πολῖτες-ὑπηκόους τοῦ Βυζαντινοῦ κράτους.
Οἱ συνοδικές ἀποφάσεις γιά ζητήματα πίστεως λέγονται δόγματα, λαμβάνονται μέ ἀπόλυτη συμφωνία (ὁμοφωνία) καί διατυπώνονται ὑπό τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀπό τούς Ἱερούς Πατέρες, συνοδικούς συνέδρους, σέ εἰδικά κείμενα: πού λέγονται «τόμοι», «ὅροι», «σύμβολα» ἤ «ὁμολογίαι». Οἱ ἀποφάσεις ὅμως, πού ἔχουν σχέση μέ ζητήματα διοικήσεως, εὐταξίας, πειθαρχίας, λατρείας, οἰκογενειακοῦ καί κοινωνικοῦ βίου καί ἀναφέρονται γενικῶς σέ κάθε διάσταση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς λέγονται «Κανόνες».

Ἡ Ἐκκλησία, μέ τή συμβολή ἰδιαίτερα τοῦ θεσμοῦ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, διεφύλαξε στούς κόλπους της, ὡς Κιβωτός, καθαρή, κρυστάλλινη, ἀνόθευτη καί ἀπαραχάρακτη τήν ἀποκαλυφθεῖσα θεία ἀλήθεια, τή στιγμή κατά τήν ὁποία τά κύματα τῶν διαφόρων ἰδεῶν καί φιλοσοφικῶν ἀνταγωνισμῶν καί κατ’ ἐξοχήν οἱ θύελλες πού προκάλεσαν οἱ αἱρέσεις δημιουργοῦσαν χάος. Γι’ αὐτό καί ὅσοι εἰσέρχονται σ’ αὐτή τήν Κιβωτό, δηλαδή στήν Ἐκκλησία, αἰσθάνονται ὅτι συναντῶνται μέ τό ὑπερούσιο πρόσωπο τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰ. Χριστοῦ, πού εἶναι «ἡ ὁδός καί ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή», δοκιμάζουν στήν ἀρχή μιά ἔκπληξη, πού μέ τόν καιρό μεταβάλλεται σέ ἐμπειρία ζωῆς.
Ἡ ἀναφορά ἀμέσως στήν Ε΄ καί ΣΤ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, καθώς καί στήν Πενθέκτη, θά βεβαιώσει τοῦ λόγου τό ἀσφαλές.
*
Β. Η Ε΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ

Ἡ Ε΄ Οἰκουμενική Σύνοδος συνῆλθε ὑπό τήν προεδρία τοῦ Πατριάρχου Κων/πόλεως Εὐτυχίου μέ διάταγμα τοῦ μεγάλου Αὐτοκράτορα Ἰουστινιανοῦ στήν Κων/πολη ἀπό τήν 5η Μαΐου ἕως τήν 2α Ἰουνίου τοῦ 533 μ.Χ. μέ τή συμμετοχή 165 Πατέρων μέ σκοπό νά κρίνει καί νά καταδικάσει πρῶτον: τά λεγόμενα «τρία κεφάλαια», πού εὐνοοῦσαν τή φοβερή αἵρεση τοῦ Νεστοριανισμοῦ, στήν ὁποία ἔχουν ἤδη ἀναφερθεῖ οἱ ὁμιλητές κατά τούς Κατανυκτικούς Ἑσπερινούς τῶν προηγουμένων Κυριακῶν τῆς Μεγ. Τεσσαρακοστῆς πού διανύουμε. Συνῆλθε δηλαδή ἡ Σύνοδος νά καταδικάσει τό πρόσωπο καί τίς κακοδοξίες τοῦ Θεοδώρου Μοψουεστίας, ἐπισκόπου στήν Κιλικία τῆς Μ. Ἀσίας∙ τά ὅσα ἐπίσης ἔγραψε ὁ Θεοδώρητος ὁ Κύρου, ἐπίσκοπος στή Συρία, κατά τοῦ Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας Κυρίλλου˚ καί ἀκόμη τή λεγόμενη ἐπιστολή τοῦ Ἴβα Ἐδέσσης πρός τόν Μάρη Ἐπίσκοπο Χαρδασίρ στήν Περσία. Καί δεύτερον συνῆλθε νά ἐλέγξει καί καταδικάσει τίς κακοδοξίες τοῦ κατά τά ἄλλα ἐπιφανοῦς ἐκκλησιαστικοῦ συγγραφέως καί μεγάλου θεολόγου Ὠριγένη, γιά νά ἀποκλεισθεῖ ἔτσι ἡ εἴσοδος νέας πλάνης στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ Σύνοδος ἐξέδωσε ὅρο πίστεως, στό τέλος τοῦ ὁποίου ἐπισυνάπτονται 14 ἀναθεματισμοί (ἀφορισμοί), μέ τούς ὁποίους καταδικάζονται τόσο τά τρία (3) κεφάλαια, πού ἀνέφερα, ὅσο καί οἱ κακοδοξίες τοῦ Ὠριγένη, πού ἀπειλοῦσαν τήν καθαρότητα καί ἑνότητα τῆς πίστεως.

Ἡ Ε΄ Οἰκουμενική Σύνοδος ὑπολείπεται σέ σπουδαιότητα ἔναντι τῶν προηγουμένων Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἤτοι τῶν Α΄, Β΄, Γ΄ καί Δ΄. Διότι δέν συνῆλθε γιά τήν ἐκφορά καί διατύπωση δογματικῶν ζητημάτων, ἀλλά γιά νά περιφρουρήσει τήν ὀρθή πίστη, ὅπως τήν διατύπωσαν οἱ προγενέστερες Σύνοδοι μέ βάση τήν Ἁγία Γραφή καί τήν Ἱ. Παράδοση, νά συμφιλιώσει καί νά ἑνώσει τήν Ὀρθόδοξη Καθολική Ἐκκλησία μέ τίς Μονοφυσιτικές παραφυάδες καί νά ἐμποδίσει τέλος τή σπορά καί τήν ἀνάπτυξη νέων αἱρετικῶν δοξασιῶν στόν ἐκκλησιαστικό ὀργανισμό.
*
Γ. Η ΣΤ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ

Ἡ ΣΤ΄ στή συνέχεια Οἰκουμενική Σύνοδος συνῆλθε μέ πρόσκληση τοῦ Βυζαντινοῦ Αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου Δ΄ τοῦ Πωγωνάτου στήν Κων/πολη ἀπό τήν 7η Νοεμβρίου 680 μ.Χ. μέχρι 17 Σεπτεμβρίου 681 μ.Χ. Ἐπῆραν μέρος σ’ αὐτήν κατ’ ἄλλους μέν 150 Πατέρες, κατ’ ἄλλους δέ 174 καί κατ’ ἄλλους 289 Πατέρες. Ἐπειδή δέ οἱ 18 συνεδρίες της ἔλαβαν χώρα στή μεγάλη τρουλλωτή αἴθουσα τῶν Βυζαντινῶν Ἀνακτόρων, ὀνομάζεται καί «Πρώτη ἐν Τρούλλῳ» Σύνοδος. Πρόεδρος τῆς Συνόδου διετέλεσε ὁ Π/ρχης Κων/πόλεως Γεώργιος.
Σκοπός τῆς συγκλήσεως τῆς Συνόδου ἦταν: α. Ἡ εἰρήνευση τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τό μεγάλο σάλο καί τά σκάνδαλα, πού εἶχαν προκαλέσει οἱ αἱρέσεις τοῦ Μονοθελητισμοῦ καί τοῦ Μονοενεργητισμοῦ. Καί β. Ἡ ἐπικύρωση τῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι οἱ δύο (2) φύσεις τοῦ Χριστοῦ, ἡ Θεία καί ἡ Ἀνθρώπινη, μετά τήν ἕνωσή τους στό πρόσωπο τοῦ Κυρίου, διέμειναν «ἐν τῷ ἰδίῳ αὐτῶν ὅρῳ τε καί λόγῳ», δηλαδή διατήρησαν ὅλες τίς φυσικές τους ἰδιότητες ἑνωμένες «ἀτρέπτως, ἀσυγχύτως, ἀχωρίστως καί ἀδιαιρέτως» στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ Σύνοδος καταδίκασε τή Μονοφυσιτική αἵρεση καί ἐκείνους, πού εἶχαν προσχωρήσει σ’ αὐτήν, ἐπειδή προσήγγιζαν ἔτσι στήν αἵρεση τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ, ὅπως: τόν Πάπα Ρώμης Ὁνώριο, τούς Πατριάρχες Κων/πόλεως Σέργιο, Πύρρο, Παῦλο καί Πέτρο, τόν Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Κῦρο, τόν Πατριάρχη Ἀντιοχείας Μάκαριο, ὅπως καί τόν ἐπίσκοπο Φαράν Θεόδωρο. Ἀκολούθως διετύπωσε δογματικό ὅρο, στόν ὁποῖον ἐκθέτει τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία γιά τίς δύο θελήσεις καί τίς δύο ἐνέργειες τοῦ Χριστοῦ, πού ἔχει ὡς ἑξῆς:
α. Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Ἕνας τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἔγινε ἄνθρωπος, ὁμοούσιος μέ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους, χωρίς ἁμαρτίες, καί ἕνωσε στό πρόσωπό του τή θεία καί ἀνθρώπινη φύση «ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀχωρίστως καί ἀδιαιρέτως».
β. Ἡ θέληση καί ἡ ἐνέργεια εἶναι ἰδιότητες τῆς ἀνθρώπινης φύσης∙ συνεπῶς στόν ἕνα Χριστό ὑπάρχουν ἀχωρίστως, ἀδιαιρέτως, ἀσυγχύτως καί ἀτρέπτως ἑνωμένες καί δύο (2) φυσικές θελήσεις καί δύο (2) φυσικές ἐνέργειες, χωρίς νά ἐπικρατεῖ ἀντιπαλότητα καί ἀνταγωνισμός μεταξύ τους∙ τό ἀνθρώπινο τοῦ Κυρίου θέλημα ὅμως ὑποτάσσεται ἑκούσια στό θεῖο θέλημα.
Ἡ σπουδαιότητα τῆς ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου συνίσταται στό ὅτι διέσωσε τήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀπό τόν κίνδυνο τῆς πλάνης. Ἑρμήνευσε καί ἀνάπτυξε τή διδασκαλία τῶν Ἱερῶν Πατέρων γιά τίς δύο (2) φυσικές θελήσεις τοῦ Κυρίου. Ἔθεσε τέρμα στίς συζητήσεις καί κατέπαυσε διά παντός τίς χριστιανικές ἔριδες. Ἐπεσφράγισε τή δογματική ἀλήθεια καί θεολογία, πού ἀναπτύχθηκε ἀπ’ τούς θεοφόρους Πατέρες.
Τέλος ἡ ΣΤ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος εἶναι τό ἕκτο περιχαράκωμα τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, πού περιέφραξε τό πνευματικό περιβόλι τῆς Ὀρθόδοξης εὐσέβειας, ἐντός τοῦ ὁποίου εὐδοκιμοῦν καί βλαστάνουν τά σωτήρια καί ζωηρά ἄνθη τοῦ Παραδείσου.
*
Δ. Η ΠΕΝΘΕΚΤΗ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ

Κατά τή σειρά ἀκολουθεῖ τώρα ἡ «Β΄ ἐν Τρούλλῳ Ἱερά Σύνοδος», ἡ καλουμένη «Πενθέκτη Οἰκουμενική Σύνοδος».
Οἱ δύο (2) προηγούμενες Οἰκουμενικές Σύνοδοι Ε΄ καί ΣΤ΄ ἀσχολήθηκαν, ὅπως τονίστηκε, κυρίως μέ δογματικά ζητήματα, χωρίς νά ἐκδώσουν κανόνες ἐκκλησιαστικῆς εὐταξίας καί πειθαρχίας.
Γιά τό λόγο αὐτό ὁ δεύτερος υἱός τοῦ Βυζαντινοῦ Αὐτοκράτορα Κων/νου Δ΄ τοῦ Πωγωνάτου Ἰουστινιανός ὁ Β΄, ὁ ἐπικαλούμενος Ρινότμητος, συνεκάλεσε τούς ἰδίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας στήν Κων/πολη, οἱ ὁποῖοι πρό 11ετίας συγκρότησαν τήν ΣΤ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, γιά νά συμπληρώσουν τό ἔργο τῶν Ε΄ καί ΣΤ΄ Οἰκουμενικῶν Συνόδων, πού προηγήθηκαν. Ἡ νέα αὐτή Σύνοδος ὀνομάζεται «Πενθέκτη», ὡς συμπληρωματική τῶν Ε΄ καί ΣΤ΄ Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Εἶναι γνωστή ὅμως καί ὡς «Β΄ ἐν Τρούλλῳ Σύνοδος», γιατί συνεκλήθη στήν εἰδική αἴθουσα τοῦ Βυζαντινοῦ Ἀνακτόρου, πού ἔφερε Τρουλλωτή Στέγη, καλούμενη «Αἴθουσα Τρούλλου».
Στήν Πενθέκτη Οἰκουμενική Σύνοδο προήδρευσε ὁ Πατριάρχης Κων/πόλεως Παῦλος ὁ Γ΄ καί ἔλαβαν μέρος 211 ἤ κατ’ ἄλλους 227 ἤ 240 θεοφόροι Πατέρες. Οἱ ἐργασίες τῆς Συνόδου ἄρχισαν τήν 1 Σεπτεμβρίου 691 μ.Χ. καί ἔληξαν τήν 31 Αὐγούστου 692 μ.Χ.
Τό ἔργο τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἦταν ἀποκλειστικά νομοκανονικό. Συνέταξε 102 Κανόνες, οἱ ὁποῖοι ἀκόμη καί σήμερα ἀποτελοῦν τή σημαντικότερη κανονική συλλογή τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.

Ἡ σημασία καί ἡ σπουδαιότητα τῆς Συνόδου αὐτῆς εἶναι μεγάλη, ὄχι μόνο διότι συνεπλήρωσε «τό ὑστέρημα» τῶν Ε΄ καί ΣΤ΄ Οἰκουμενικῶν Συνόδων μέ τή σύνταξη καί διατύπωση 102 κανόνων εὐταξίας καί διοικήσεως, ἀλλά καί διότι ἐπεκύρωσε καί ἐπισφράγισε τό δογματικό καί κανονικό ἔργο τῶν ἕξ (6) προηγουμένων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἐπί πλέον δέ ἀνεγνώρισε καί ἐπεκύρωσε μέ τόν 2ο κανόνα της τούς ἱερούς κανόνες τῶν Τοπικῶν Συνόδων, τούς Κανόνες τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί τούς προσέδωκε κῦρος Οἰκουμενικό.
Ἐπιθυμία καί μέριμνα τῆς Συνόδου αὐτῆς ἦταν ὁ καθόλου ἐκκλησιαστικός, οἰκογενειακός καί ἀτομικός βίος τῶν χριστιανῶν νά εἶναι, ὅπως ἁρμόζει σέ λαό, τοῦ ὁποίου «τό πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει». Γι’ αὐτό καί θεωροῦσε, ὅτι ἡ πιστή τήρηση τῶν κανόνων, πού ἐξέδωκε ἡ ἴδια, ἀλλά καί ἐκείνων πού ἐπικύρωσε, εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία «πρός ψυχῶν θεραπείαν καί ἰατρείαν παθῶν».
Τέλος, ἡ ἀξία καί ἡ σπουδαιότητα τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου εἶναι πράγματι μεγάλη καί γιά δύο (2) ἀκόμη πρόσθετους λόγους:
Πρῶτον: Διότι μέ τό ἔργο της ἀπέκρουσε τήν κυριαρχική ἀξίωση τῆς Παπικῆς ἐξουσίας ἐπί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὑπερασπίζοντας τήν ἐκκλησιαστική, τήν ἐθνική καί πολιτική μας αὐτονομία.
Καί δεύτερον: Διότι ἀπέκρουσε τήν ἀναγκαστική ἀγαμία τῶν Ἱερέων, στήν ὁποία πεισματωδῶς ἐπέμενε καί συνεχίζει νά ἐπιμένει ὁ Πάπας τῆς Ρώμης καί ἐξασφάλισε ἔτσι, κατά τό δυνατόν, τή σεμνότητα τοῦ ἱερατικοῦ βίου.
*
Ε. Η ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΑΥΤΩΝ ΤΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ

Ἡ σύντομη αὐτή ἀνάλυση τοῦ ἔργου τῶν τριῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων Ε΄ καί ΣΤ΄ καί Πενθέκτης ἐπιβεβαιώνει τόν καθοριστικῆς σημασίας ρόλο καί τῶν Συνόδων αὐτῶν τόσο στή διατύπωση τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καί στή διαφύλαξη αὐτῆς κρυστάλλινης καί ἀπαραχάρακτης, ὅσο καί στήν ἀρραγῆ διατήρηση τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας.
Στά γραπτά μνημεῖα τῆς ἀληθοῦς καί τελείας Πίστεως γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, πέραν τῆς Ἀποκαλυφθείσης θείας ἀληθείας τῆς ἀποταμιευμένης στήν Ἁγ. Γραφή, ἀνήκουν καί οἱ δογματικοί ὅροι (τά δόγματα, οἱ ἀλήθειες δηλαδή τῆς Πίστεως) καί οἱ Ἱεροί Κανόνες, πού ὑπό τήν ἐπιστασία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί μέ τή συμβολή τῶν θεοφόρων Πατέρων διετύπωσαν οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι.
Οἱ ἱεροί Πατέρες καί κατ’ ἀκρίβεια ἡ ὁμοφωνία τῶν Πατέρων σέ θέματα πίστεως καί ἠθικοῦ βίου, σύμφωνα μέ τίς Οἰκουμενικές Συνόδους, ἀποτελοῦν τήν ὕψιστη αὐθεντία στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Θεός σέ κάθε ἐποχή, ὅταν ἐμφανίζονται ἔντονα ἐκκλησιαστικά προβλήματα, ἀναδεικνύει τούς Πατέρες «σέ σάλπιγγες τοῦ Πνεύματος», «σέ ἀψευδεῖς διδασκάλους» τῶν λογικῶν προβάτων τῆς Ποίμνης τοῦ Χριστοῦ καί σέ «φύλακες τῆς Ἐκκλησίας» ἀπό τυχόν ἐπιδράσεις τῶν αἱρέσεων, πού ἐπί αἰῶνες ἐσπάρασσαν τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἔθεταν σέ κίνδυνο τήν καθαρότητα καί γνησιότητα τῆς θείας ἀληθείας καί τήν ἑνότητα καί εἰρήνη τῆς Ἐκκλησίας, καί ἀπειλοῦσαν νά μεταλλάξουν τήν Ὀρθοδοξία, δηλαδή τήν ὀρθή, αὐθεντική καί σωτηριώδη γνώση καί λατρεία τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰ. Χριστοῦ καί τήν ὀρθή καί ἁγία χριστιανική ζωή καί ἐμπειρία σέ μιά φιλοσοφική θεωρία, μιά ἀκόμη ἀνάμεσα στίς πολλές.
Σέ τί συνίσταται ὅμως ἡ ὀρθή θεία ἀλήθεια, κατά τή βαθύτερη οὐσία της, δηλαδή μέ ἄλλα λόγια ἡ Ὀρθοδοξία, πού ὡς ἱερή παρακαταθήκη καί ἀνεκτίμητο πνευματικό θησαυρό διαφυλάσσει διαχρονικά ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία;

α. ΕΙΝΑΙ Η ΟΡΘΗ ΚΑΙ ΚΡΥΣΤΑΛΛΙΝΗ θεία ἀλήθεια γιά τό ὑπερούσιο πρόσωπο τοῦ Θεοῦ, γιά τό θεόπλαστο ἄνθρωπο καί τόν κόσμο, ὅπως μᾶς τήν ἀποκάλυψε καί μᾶς τήν παρέδωκε ὁ ἴδιος ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, δηλαδή ὁ Κύριός μας, μέ τήν θεία διδασκαλία Του, μέ τά θαύματά Του, μέ τήν ἁγία ζωή Του, μέ τά ἄχραντα πάθη Του, μέ τό φρικτό Σταυρό καί τή ζωηφόρο Ἀνάστασή Του: Ἐγώ εἰς τοῦτο γεγέννημαι καί εἰς τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τόν κόσμον, ἵνα μαρτυρήσω τῇ ἀληθείᾳ» (Ἰω. 18,37) διακήρυξε ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος. Ὀρθοδοξία ἑπομένως εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ζωντανός Χριστός.

β. ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ καί ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ, ὅπως τόν ἔζησαν καί τόν ἐδίδαξαν οἱ διάδοχοι τοῦ Κυρίου, οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καί ἱεροί Εὐαγγελιστές μέ τό οὐράνιο φῶς τοῦ Παναγίου Πνεύματος∙ καί ὅπως τόν ἑρμήνευσε ἡ θεόπνευστη διάνοια καί καρδιά τοῦ ἀπ. Παύλου.

γ. ΕΙΝΑΙ Η ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΕΚΕΙΝΗ ΣΥΝΘΕΣΗ δόγματος καί ἤθους, θεωρίας καί πράξεως, ὀρθῆς πίστεως καί ὀρθῆς ζωῆς, Ὀρθοδοξίας καί Ὀρθοπραξίας, ὅπως τήν ἐξέφρασαν οἱ πνευματοκίνητοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. «Τά πάγχρυσα αὐτά στόματα τοῦ Λόγου, οἱ θεοφόροι Πατέρες, μέ τή σοφία, τήν ἁγιότητά τους, μέ τήν ἔλλαμψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μέ τά σοφά τους συγγράμματα, μέ τίς θυσίες καί τούς ἀγῶνες τους καί τίς συνοδικές ἀποφάσεις τους μᾶς ἐκληροδότησαν ἀκέραιη τήν ἱερή παρακαταθήκη τῆς Ὀρθοδοξίας.

δ. ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΑΚΟΜΗ ΕΙΝΑΙ ἡ ἀναλλοίωτη διδασκαλία τοῦ Κυρίου καί τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὅπως διατυπώθηκε στά δόγματα, στούς ὅρους, στούς τόμους, τά σύμβολα καί τίς ὁμολογίες πίστεως καί στούς ἱερούς κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν συνόδων. Εἶναι δέ ἡ διδασκαλία αὐτή καθαρό πνευματικό χρυσάφι ἀπαλλαγμένο ἀπό ξένες προσμείξεις, ὅπως φιλοσοφικές ἰδέες καί αἱρετικές δοξασίες, πού χωρίς νά ἀποτελεῖ ἀποστεωμένο ἀπολίθωμα, ἐκφράζει τή συνεχή παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία Ἐκκλησία, κατά τόν θεοφόρο πατέρα τόν ἅγιο Ἰσίδωρο τόν Πηλουσιώτη συνιστᾶ «τό ἄθροισμα τῶν Ἁγίων τό ἐξ ὀρθῆς πίστεως καί πολιτείας ἀρίστης συγκεκροτημένον».

ε. ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΘΑΓΙΑΣΑΝ μέ τό τίμιο αἷμα τους οἱ ἅγιοι μάρτυρες ὅλων τῶν ἐποχῶν. Ὁλόκληρη ἡ ἱστορία της εἶναι γραμμένη μέ μαρτυρικό αἷμα. Τό αἷμα τῶν ἁγίων μαρτύρων μετουσιώθηκε σέ δραστικό λίπασμα, πού ἔφερε μεγάλη ζωτικότητα καί πλούσια καρποφορία στό δέντρο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καί ἀπέδειξε ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη πίστη δέν εἶναι ἁπλῆ θεωρία, οὔτε μουσεῖο ἀρχαιολογικῶν θησαυρῶν, ἀλλ’ εἶναι ἡ θεία ἀλήθεια καί ἡ αὐθεντική ζωή· εἶναι ἡ μοναδική θεία καί θαυμαστή δύναμη, πού μπορεῖ νά διαποτίσει καί νά ἀναμορφώσει κάθε ἔκφραση τῆς προσωπικῆς, οἰκογενειακῆς, ἐπαγγελματικῆς, κοινωνικῆς καί πολιτιστικῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου.

στ. ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΥΜΝΕΙ ΕΠΕΙΤΑ ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως εἶναι συμπυκνωμένη στήν ἐμπνευσμένη ὑμνογραφία της, στή μυσταγωγική λειτουργία της, στήν ποικιλία τῶν ἱερῶν καί κατανυκτικῶν της ἀκολουθιῶν. Μέ τό λατρευτικό της πλοῦτο ἀγκαλιάζει ὅλους τούς ἀνθρώπους καί ὅλες τίς ἀνάγκες καί τά ἔργα τους ἀποβλέποντας στόν ἐξαγιασμό τῆς ὅλης ζωῆς τους.

ζ. ΒΑΣΙΚΟ ΕΠΕΙΤΑ ΓΝΩΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ εἶναι ἡ φιλανθρωπία μέ τό βαθύτατο νόημά της· ὄχι μόνο σάν ἐλεημοσύνη, ἀλλά γενικότερα σάν στοργή καί ζωντανό ἐνδιαφέρον γιά τόν ἄνθρωπο.
Ἡ κοινωνική Πρόνοια, γιά παράδειγμα, δέν εἶναι ἀνακάλυψη τῶν τελευταίων αἰώνων. Δημιουργήθηκε στήν πρωτοχριστιανική Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων. Ἐκεῖ ὠργανώθηκαν τά πρῶτα συσσίτια μέ στελέχη τούς 7 Διακόνους. Ὁ φτερωτός ἔπειτα ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν, ὁ Θεῖος Παῦλος, ἦταν συγχρόνως καί ὁ πρῶτος κοινωνικός ἐργάτης. Μαζί μέ τό Εὐαγγέλιο, μετέφερε καί τή λογία, οἰκονομική δηλαδή βοήθεια στούς φτωχούς ἀδελφούς του. Ἔξοχοι ἐπίσης κοινωνικοί ἐργάτες ὑπῆρξαν οἱ διάδοχοι τῶν Ἀποστόλων, οἱ Ἱεροί τῆς Ἐκκλησίας Πατέρες. Ἐκεῖνοι παρουσίασαν κοινωνική διδασκαλία καί φιλανθρωπική καί κοινωνική δραστηριότητα, πού προκαλοῦν καί σήμερα ἀκόμη πραγματικό θαυμασμό.

η. ΤΕΛΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ἦταν ἀνέκαθεν καί ἡ ἱεραποστολή πρός τούς βαρβάρους συνδυασμένη μέ τόν ἐκπολιτισμό. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, χωρίς νά βιάσει ποτέ συνειδήσεις ἀκτινοβολοῦσε πάντοτε τό φῶς τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ καί τῶν γραμμάτων, τῆς ἀγάπης καί τῆς ἐξημέρωσης. Αὐτήν ἀκριβῶς τή μορφωτική καί πολιτιστική γραμμή μᾶς δείχνουν οἱ ἱεροί Πατέρες, πού ἐπότισαν τόν κόσμο μέ τά ζωντανά νάματα τῆς Ὀρθοδοξίας.
*
ΣΤ. ΟΙ ΘΕΙΟΙ ΚΑΙ ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ
Τήν Ὀρθόδοξη ἀλήθεια ὅμως τῆς Ἐκκλησίας δέν τήν ἐκφράζουν κατά τρόπο αὐθεντικό καί ἀλάθητο μόνον οἱ δογματικές ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, οἱ ὅροι δηλαδή οἱ τόμοι καί τά σύμβολα, ἀλλά καί οἱ θεῖοι καί ἱεροί κανόνες, πού ὑπό τήν ἐπιστασία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπίσης θεσπίστηκαν ἤ ἐπικυρώθηκαν ἀπό τήν Ἐκκλησία στό πλαίσιο τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Στό 2ο κανόνα τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, πού ἀποτελεῖ μάλιστα καί ἕνα εἶδος ἐπίσημης συνοπτικῆς κωδικοποίησης τῶν ἱερῶν κανόνων, διαβάζουμε: «Ἔδοξε δέ καί τοῦτο τῇ Ἁγίᾳ ταύτῃ Συνόδῳ κάλλιστά τε καί σπουδαιότατα, ὥστε μένειν καί ἀπό τοῦ νῦν βεβαίους καί ἀσφαλεῖς, πρός ψυχῶν θεραπείαν καί ἰατρείαν παθῶν τούς ὑπό τῶν πρό ἡμῶν ἁγίων καί μακαρίων Πατέρων δεχθέντας καί κυρωθέντας, ἀλλά μήν καί παραδοθέντας ἡμῖν...πάντας τούς ἱερούς κανόνας... καί μηδενί ἐξεῖναι τούς προδηλωθέντας παραχαράττειν κανόνας ἤ ἀθετεῖν».
ΟΙ ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ εἶναι κείμενα πού συνέταξαν συνοδικῶς οἱ Θεοφόροι Πατέρες, πρῶτον μέν πρός ρύθμιση συγκεκριμένων ἀναγκῶν τῆς Ἐκκλησίας, δεύτερον δέ πρός καθοδήγηση τῆς πνευματικῆς ζωῆς τῶν πιστῶν.
Ἔχουν σχέση στενή μέ τή δογματική διδασκαλία (ἀλήθειες πίστεως) τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας ἀποτελοῦν καί πρακτική ἐφαρμογή. Δέν εἶναι νομικοί κανονισμοί οἱ ἱεροί Κανόνες, ἀλλ’ ἐφαρμογές τῶν δογμάτων τῆς Ἐκκλησίας.
Οἱ ἱεροί κανόνες εἶναι ὅ,τι καί οἱ ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Εἶναι δεῖκτες πρός τή Βασιλεία τοῦ Κυρίου. Ὑποδεικνύουν τό ὀρθό· συμπυκνώνουν καί ἐκφράζουν τό ὀρθόδοξο ἦθος. Ἐκφράζουν τήν ἀληθινή καί γνήσια εὐσέβεια, ἐνῶ συγχρόνως μέ τήν αὐθεντικότητά τους προφυλάσσουν ἀπό κάθε ὑποκειμενική παρέκκλιση εἴτε πρός τά δεξιά (ὡς εὐσεβοφάνεια καί εὐσεβισμό) εἴτε πρός τά ἀριστερά (ὡς ἀδικία καί ἅμαρτία). Ἔτσι οἱ ἱεροί Κανόνες ἀσφαλίζουν τήν πνευματική ζωή μέσα στά πλαίσια τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος καί ἤθους τῆς Ἐκκλησίας.
Οἱ ἱεροί κανόνες α) Βοηθοῦν τόν πιστό ἄνθρωπο νά ζήσει τήν ἀληθινή ἐλευθερία του ἀρνούμενος τό δικό του ἀρρωστημένο καί ἁμαρτωλό θέλημα καί ὑπακούοντας στό ἅγιο καί ὑγιές θέλημα τοῦ Θεοῦ νά ἐπιτύχει τόν ὕψιστο στόχο του, πού εἶναι ἡ σωτηρία καί ὁ ἐξαγιασμός τοῦ προσώπου του.
β) Προσφέρουν σέ κάθε πιστό τό πρότυπο, σύμφωνα μέ τό ὁποῖον ὀφείλει αὐτός νά πολιτεύεται καί νά πορεύεται καί νά μπορεῖ νά ἐλέγχει τήν ὸρθότητα τῶν σκέψεών του, τῶν ἐπιθυμιῶν του, τῶν λόγων του καί τῶν ἐνεργειῶν του.
Καί γ) Οἱ ἱεροί Κανόνες ἀποβλέπουν ἀφ’ ἑνός μέν στήν ἀσφαλῆ εἴσοδο, παραμονή καί πρόοδο τοῦ χριστιανοῦ μέσα στήν Ἐκκλησία καί ἀφ’ ἑτέρου στή διασφάλιση τῆς ἑνότητας καί τῆς τάξεως μέσα σ’ αὐτήν.
Γιά νά εἴμαστε ὅμως, ἀκριβολόγοι, πρέπει στό σημεῖο αὐτό νά τονισθεῖ ὅτι ἱεροί κανόνες μέ τήν κυριολεκτική σημασία, πού μᾶς δίνουν τό ὀρθό, τήν ὀρθή γραμμή, μποροῦν νά ὀνομάζονται καί εἶναι μόνο οἱ κανόνες, πού θεσπίστηκαν ἤ ἐπικυρώθηκαν ἀπό Οἰκουμενική Σύνοδο, διότι στηρίζονται στό ἀλάθητο τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος ἀποφασίζει ὑπό τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἐκπροσωπεῖ ὅλη τήν Ἐκκλησία.
*
Ζ. Η ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ
Ἡ ἀξία τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καί ἀληθείας, ἡ πίστη δηλαδή τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί τῶν Θεοφόρων Πατέρων πού μᾶς παραδόθηκε ὡς θησαυρός οὐράνιος καί ἱερή παρακαταθήκη, εἶναι ἀνακτίμητη. Γιά μᾶς δέ τούς Ἕλληνες Ὀρθοδόξους εἶναι κατ’ ἐξοχήν ἀνυπολόγιστη.
Ἡ θεία Πρόνοια στό Ἑλληνικό Ἔθνος ἐμπιστεύθηκε τόν πολυτιμότατο αὐτό θησαυρό. Στήν ἑλληνική γλῶσσα γράφηκαν τά ἱερά εὐαγγέλια. Χάρις στούς ἀγῶνες τῶν ἑλλήνων κυρίως Πατέρων ἑρμηνεύθηκε, διατυπώθηκε, κατοχυρώθηκε καί διασώθηκε ἡ θεία ἀλήθεια, ἡ ὀρθόδοξη ἀλήθεια. Ἕλληνες ἦταν οἱ περισσότεροι μάρτυρες, πού μέ τό ἅγιο αἷμα τους πότισαν τό ἱερό δέντρο τῆς Έκκλησίας. Ἑλληνορθόδοξος ὑπῆρξε ὁ μεγαλειώδης, ὁ θεσπέσιος Βυζαντινός πολιτισμός, ὁ πνευματικότερος καί ὑψηλότερος, πού γνώρισε ποτέ ὁ κόσμος.
Ἡ Ὀρθοδοξία ἀπέβη γιά τό ἑλληνικό Ἔθνος πνοή ζωογόνος, ἑνοποιός δύναμη, στέφανος στίς νίκες του καί πηγή ἐλπίδας καί λύτρωσης σέ περιόδους ἐθνικῶν περιπετειῶν. Μέ τό φῶς τῆς Ὀρθοδοξίας φωτίσθηκε τό δοῦλο γένος σ’ ὅλη τή διάρκεια τῆς τετρακοσιόχρονης μαύρης τουρκικῆς σκλαβιᾶς. Μέ τή δύναμη καί τήν ἐπιστασία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας διατηρήσαμε τήν ἱστορική μας συνείδηση, τήν ἐθνική μας ταυρότητα, τή γλῶσσα μας, τήν πατροπαράδοτη παιδεία μας καί τόν ἑλληνορθόδοξο πολιτισμό μας. Χάρις σ’ αὐτήν τό 1821 ἀναστηθήκαμε ἀπ’ τόν κατασκότεινο Ἅδη τῆς τυραννίας στό φῶς τῆς ζωῆς καί τῆς Ἐλευθερίας, γιά νά συνεχίσουμε τήν ἀποστολή μας ἀνάμεσα στά λοιπά ἔθνη.
Καί σήμερα, πού τά ἀνθρώπινα δικαιώματα βάναυσα καταπατοῦνται, ἡ ἀναρχία καί ἡ βία ὑψώνουν προκλητικά τήν κεφαλή, οἱ διανθρώπινες σχέσεις παγώνουν, τά ἄχγος κυριεύει τίς καρδιές, ἡ ἠθική, πνευματική, κοινωνική καί οἰκονομική κρίση, τά φαινόμενα τῆς κοινωνικῆς παθογένειας, ἡ ἀθεΐα καί ἡ πολύμορφη πλάνη, ἡ ἀπαξίωση τῶν θεσμῶν καί ἡ ὑποβάθμιση τῶν ἀξιῶν παρουσιάζουν φοβερή ἔξαρση, μοναδική ἐλπίδα γιά ἔξοδο διαφυγῆς ἀπ’ τήν πρωτοφανή κρίση παραμένει ἡ κιβωτός τῆς ἀληθείας. Ἡ Ὀρθόδοξη δηλαδή Ἐκκλησία μας, πού ἐπί αἰῶνες ἀδιάκοπα διαποτίζει ὅλες τίς πτυχές τῆς ζωῆς μας.
*
Η. ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΧΡΕΟΣ
Καί τώρα ποιό εἶναι τό χρέος μας; Χρέος ἱερό, συμφέρον πνευματικό βραχυπρόθεσμο, διαχρονικό καί διαιώνιο θά ἔλεγε κανείς εἶναι:

α. ΝΑ ΑΠΟΚΤΗΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΟΡΘΗ ΠΙΣΤΗ. Πῶς ὅμως ἀποκτᾶται; Ἡ ὀρθή πίστη δέν ἀποκτᾶται οὔτε μέ τήν ἔρευνα, οὔτε μέ τόν στοχασμό. Δέν ἀνακαλύπτεται. Ἀλλ’ ἀποκαλύπτεται. Γιατί ὅπως γράφει ὁ ἱ. Εὐαγγελιστής Ἰωάννης : «Θεόν οὐδείς ἑώρακεν πώποτε· ὁ μονογενής Υἱός ὁ ὤν ἐν τοῖς κόλποις τοῦ Πατρός ἐκεῖνος ἐξηγήσατο». Μόνο χάρη στή μαρτυρία τοῦ Ἰ. Χριστοῦ «εἴδομεν τό φῶς τό ἀληθινόν· ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον· εὕρομεν πίστιν ἀληθῆ» νά προσκυνοῦμε «τήν ἀδιαίρετον Τριάδα».
Ὁ Κύριος ἐλάλησε, ἐφανέρωσε, ἐδίδαξε, ἐμαρτύρησε «ἅ ἑώρακεν καί ἤκουσε παρά τοῦ Πατρός» Ὄχι γνῶμες. Ὄχι φαντασίες. Ὄχι στοχασμούς. Ὄχι ἰδέες. Ἀλλά τή θεία Σοφία, τή θεία ἀλήθεια, τήν κρυστάλλινη καί καθαρή μᾶς ἐχάρισε.

Ὁ Θεός δέν εἶναι Ἰδέα· δέν εἶναι μιά ἀφηρημένη ἔννοια, πού χρειάζεται μόνο στοχασμό γιά νά βρεθεῖ. «Θεός εἶναι ὁ Ὤν». Γιά νά τόν βρεῖ κανείς, χρειάζεται νά τόν ἀναζητήσει εἰλικρινά καί ἐξ ὅλης καρδίας. Νά τόν ἀναζητήσει στό πρόσωπο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐντός τῆς Ἐκκλησίας.
Παράδοση καί παρακαταθήκη τῆς ὀρθῆς χριστιανικῆς πίστεως καί ζωῆς εἶναι ὁ Χριστός, ὁ ἀληθινός Θεός ἡμῶν. Ὅλα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὁμιλοῦν γι’ Αὐτόν. Αὐτόν βαστάζει ἡ Παναγία. Αὐτόν κηρύττουν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι. Γι’ Αὐτόν μαρτυροῦν οἱ Ἅγιοι. Αὐτόν διακονεῖ ἡ Ἐκκλησία καί ἡ ἱερωσύνη. Αὐτόν ὁμολογοῦν οἱ Θεοφόροι Πατέρες. Τήν ὀρθή πίστη σ’ αὐτόν κρατοῦν ἀπαραχάρακτη οἱ χριστιανοί, τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας καί ὡς ὁδηγό καί πυξίδα τήν ἔχουν στήν ζωή τους καί αὐτήν ἀγωνίζονται νά μεταφέρουν ὡς περιεχόμενο στόν καθημερινό τους βίο.

β. ΝΑ ΔΙΑΦΥΛΑΞΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ τῆς Ἐκκλησίας (τήν Ὀρθοδοξία), ἀμώμητη, ἀνόθευτη, ἀναλλοίωτη καί ἀπαραχάρακτη ἀπό τίς διάφορες πλάνες, αἱρέσεις, κακοδοξίες καί παραθρησκεῖες (ἀθεΐα, ἀπιστία, χιλιασμό, προτεσταντικές παραφυάδες, παραθρησκεῖες κ.λπ.), πού ὀργιάζουν σήμερα στήν πολύπαθη πατρίδα μας.
Νά μήν ἀνταλλάξουμε ποτέ τό γνήσιο τῆς Ὀρθοδοξίας θησαυρό μέ τά εὐτελῆ καί κίβδηλα νομίσματα τῶν διαφόρων αἱρέσεων, πού φαίνονται μέν ἐνίοτε, πώς λάμπουν ἐξωτερικά, ἐάν ὅμως ἀφαιρέσουμε ἀπ’ αὐτά τό χρυσό ἐπίχρισμα, μένουν ἡ σκουριά καί ὁ μόλυβδος. Αὐτό μᾶς συνιστᾶ μέ ὅλη τή θερμή τῆς ἁγίας του καρδιᾶς ὁ θεόπνευστος ἀπ. Παῦλος: «Ἀδελφοί – γράφει στή Β’ πρός Θεσσ. Ἐπιστολή του 2, 15- στήκετε καί κρατεῖτε τάς παραδόσεις».
Αὐτό ἔπραξαν καί οἱ θεοφόροι τῆς Ἐκκλησίας Πατέρες, πού ἐστήριξαν τήν Ὀρθοδοξία μέχρι θανάτου. Ὁ στῦλος τῆς Ὀρθοδοξίας καί μέγας ἀγωνιστής, ὁ Μ. Ἀθανάσιος, γενναιόφρονα διακήρυττε: «Μήτε θάνατον σωματικόν φοβηθῶμεν, μήτε τάς τῶν αἱρετικῶν ὁδούς ζηλώσωμεν, ἀλλά πάντων μᾶλλον προκρινέσθω τῆς ἀληθείας ὁ λόγος». Καί τέλος
γ. ΧΡΕΟΣ ΕΧΟΥΜΕ Ν’ ΑΠΟΔΕΙΞΟΥΜΕ μέ τόν χριστιανικό τρόπο τῆς ζωῆς μας καί τή χριστιανική μας μαρτυρία, πώς ἡ Ὀρθόδοξη ἀλήθεια καί ζωή δέν εἶναι ἕνα ἀπομεινάρι ἁπλά τοῦ παρελθόντος, ἀλλ’ εἶναι ἡ ἀκοίμητη κανδήλα τοῦ καθαροῦ εὐαγγελικοῦ φωτός. Εἶναι ἡ ἀδιάκοπη καί ζωντανή παρουσία τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας του στίς καρδιές τῶν πιστῶν καί στόν κόσμο ὁλόκληρο. Ἀμήν.

ΠΗΓΗ

Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.