Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

ΑΡΓΑ ΒΑΔΙΖΕΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ - ΣΕ ΠΟΙΟΝ ΑΝΗΚΕΙ Η ΓΗ;


ΣΕ ΠΟΙΟΝ ΑΝΗΚΕΙ Η ΓΗ;


Γιά όσους αντιδικούν περί γης Ή γη είναι τού Θεου καί ο,τι είναι έπάνω της.
Ψαλμ.23,1

Εάν κάποιος άπό μάς τούς θνητούς, άγαπητά άδέλφια, σηκωνόταν στό όψος του Θεού, μόνο γιά είκοσιτέσσερις ώρες, καί παρατηρούσε τή ζωή όλων τών άνθρώπων στή γή, θά c πρεπε δώδεκα ώρες νά γελά καί δώδεκα ώρες νά κλαίει. Άφοΰ οί άνθρωποι είναι μέ τό μισό τής ζωής τους γελοίοι, μέ τό μισό θλιβεροί. Καί όταν ι ίναι γελοίοι, δέν καταλαβαίνουν πόσο θλιβεροί είναι,ένώ όταν είναι θλιβεροί,δέν καταλαβαίνουν πόσο γελοίοι είναι. Είναι γελοίοι οί άνθρωποι όταν δίνουν ύπερβολική σημασία στή σοφία τους, στόν πλούτο καί στήν εύτυχία  είναι θλιβεροί όταν απελπίζονται έξαιτίας τής φτώχειας καί τής άδικίας καί τοϋ θανάτου. Είναι γελοίοι δταν καμώνονται τά παλικάρια καί άπειλοϋν τόν ουρανό μέ τή δόναμή τους, είναι θλιβεροί όταν ριγμένοι καί καταπατημένοι ρίχνουν τή στάχτη στό κεφάλι τους καί μοιρολογούν: «Μακάρια είναι τά σκουλήκια καί τά μυρμήγκια κάτω άπό τά πόδια μας, άφοϋ αύτά μπορούν νά ύποφέρουν καί σωπαίνουν»! Είναι γελοίοι οί άνθρωποι στήν ειρήνη καί θλιβεροί στόν πόλεμο. Γελοίοι ώς άφέντες καί θλιβεροί ώς ύπηρέτες. Όμως, σέ τίποτα δέν είναι οί άνθρωποι τόσο γελοίοι ούτε τόσο θλιβεροί όπως στή μεγάλη δίκη περί τού σέ ποιόν άνήκει ή γή;

Ό άδελφός σπρώχνει τύν άδελφό: «Φύγε άπό τή γή μου!». Ό Κάιν σκοτώνει τόν 'Άβελ, έφόσον δέν μπορούν νά συνυπάρχουν δυό άφεντικά τής 'ίδιας γης.
Ή νεότερη γενιά διώχνει τούς γέρους άπό τή γή μέ ύπερηφάνεια: «Φύγετε πιά, είναι δική μας ή γή!». Οί γέροι άντιδρούν άνιαρά καί ύπερασπίζονται τό δικαίωμά τους: «Γιατί έρχεστε, έσείς οί αύθάδεις νεαροί, στή γή μας; Τό παρόν καταπιέζει τό παρελθόν: «Πήγαινε, έγώ είμαι εδώ νοικοκύρης!». Τό μέλλον σπρώχνεται στό τώρα μέ θόρυβο: «Πήγαινε, έγώ έρχομαι, έχω δικαίωμα!».

Ό ένας άφέντης τού κόσμου πίσω άπό τον άλλον έξαφανίζεται, ένώ ή γή παραμένει. Μόλις κάποιος χτυπήσει μέ τύ πόδι του τή γή, λέει: • Αύτό είναι δικό μου!». Πρίν προλάβει ό ήχος τής φωνής του νά χαθεί, έρχεται ό θάνατος καί τόν κάνει βουβό. Έρχεται ό δεύτερος, ό τρίτος, ό ρταρτος. Μετά άπό τόν Ραμσή ό Δαρείος, μετά άπό τόν Δαρείο ό Αλέξανδρος, ύστερα ό Κάρολος, ό Πέτρος, ό Ναπολέων. Ό καθένας χτυπά μέ ιό πόδι του καί ονομάζει τή γή δική του. Όμως, όπως έρχονται, έτσι καί φεύγουν. Έρχονται μέ θόρυβο, μέ τό ταχύτατο τραίνο, στά φτερά τού χρόνου, καί μέ τό 'ίδιο τραίνο φεύγουν βιαστικά πρός τήν άντίθετη κατεύθυνση. Μόλις κάθισαν, μόλις έγραψαν στόν έαυτό τους χαρτιά ιδιοκτησίας γιά τή γή, μόλις κατέβασαν τό μπόγο τους καί βρέθηκαν στήν καρέκλα, τότε ξαφνικά τά άόρατα φτερά, πού τούς έφεραν, τούς πιάνουν χωρίς νά τό αισθανθούν καί τούς παίρνουν μέ τήν ίδια ταχύτητα. Πού ύπάρχει τό βήμα έκείνων πού >«κτά χιλιόμετρα τούς άναγνώρισαν τά χαρτιά ιδιοκτησίας τής γής; Δέν ύπάρχουν, έτρεξαν μαζί κι αύτοί. Πού είναι έκείνοι πού τούς άντικατέστησαν καί έπάνω στά δικά τους χαρτιά έγραψαν τό όνομά τους; Δέν ύπάρχουν, έφυγαν τρέχοντας κι ιώτοί. Τώρα στή θέση τους κάθονται άλλοι, θρονιασμένοι στήν καρέκλα τους, μέ τά δικά τους χαρτιά στά χέρια τους• κάθονται καί λένε: «Ή γη είναι δική μας!». Καί εκατομμύρια άλλοι στέκονται γύρω τους καί έπιβεβαιώνουν: «Έτσι είναι». Καί δσο αύτοί λένε αύτά, τά άύρατα φτερά μαζεύονται καί γύρω άπό τούς μέν καί γύρω άπό τούς δέ καί χωρίς νά τό αισθανθούν τούς παίρνουν γιά νά τούς μεταφέρουν μακριά στό άγνωστο.
Όμως, όπως οί άνθρωποι, έτσι καί τά άλλα γήινα όντα ζητούν τό δικαίωμά τους στή γή. Τό βόδι διεκδικεί τό δικαίωμά του στή γή μέ τά κέρατα,τό φίδι μέ τό δηλητήριο, ή τίγρης μέ τά νύχια, ό σκαντζόχοιρος μέ τ' άγκάθια,τό φυτό μέ τήν καθορισμένη του θέση ,τά βράχια μέ τή σκλη-ρότητά τους καί τήν έπιφάνειά τους,ή θάλασσα μέ τίς φουρτούνες της, ή φλόγα μέ τόν ορμητικό της θυμό. Ό καθένας μέ τόν τρόπο του λέει τήν πεποίθησή του: «Ή γή είναι δική μου!». Καί ό καθένας σπρώχνει τόν άλλον: «Μακριά άπό έδώ!».
Καί έάν κάθε πράγμα στή γή ήξερε καί ήθελε νά πει τήν άλήθεια, κανένα δέν θά έπαναλάμβανε τίς λέξεις: «Ή γή είναι δική μου!». Έάν έλεγαν στή θάλασσα: «είναι δική σου ή γή, έσύ έχεις τό μεγαλύτερο πλάτος καί βάθος», έκείνη θά άπαντούσε: «Έγώ θά έξατμιστώ, ένώ ή γή θά παραμείνει». Έάν έλεγαν στά ζώα: «είναι δική σας ή γή», έκείνα θά άπαντούσαν: «Έμείς είμαστε καλεσμένα στό ξένο τραπέζι• έμεΐς θά φύγουμε, ι νώ τύ τραπέζι θά παραμείνει».
Έάν έκαναν τήν'ίδια έρώτηση στό χόρτο καί τά άνθη στόν άγρό, θά έπαιρναν τήν άπάντηση: • Λίγο-λίγο κι έμεΐς θά μαραζώσουμε, ένώ ή γή θά παραμείνει νά στολίζεται μ' άλλα άνθη καί νά σκεπάζεται μ' άλλα χόρτα».
Καί έάν ρωτούσαν τόν άνθρωπο, έάν τού έθεταν τήν 'ίδια έρώτηση, καί έάν αύτός σκεπτόταν πρώτα, ή άπάντησή του θά έπρεπε νά είναι: "Έγώ είμαι ταξιδιώτης πρός τό νεκροταφείο. πού βρίσκονται έκείνοι πού ύπήρχαν πρίν άπό μένα; Όντως, κι έγώ θά βαδίσω στό δρόμο τους -γυμνός ήρθα,γυμνός καί θά φύγω. Πάνω στούς τάφους περπατώ, άπύ τούς τάφους τρέφομαι: τρώω σκόνη νεκρών καί τό σώμα μου αύξάνεται, καί αισθάνομαι ότι ή ψυχή τών νεκρών άπλώνεται ι πάνω στό νεκροταφείο καί φτάνει έως τή δική μου ψυχή. Σέ ποιόν άνήκει ή γή ρωτήστε άλλον, ούτε δική μου είναι,ούτε έγώ είμαι δικός μου!».
Όμως,τέτοια άπάντηση λίγοι ξέρουν,καί άκόμα λιγότεροι θέλουν νά τή δώσουν. Δέν τή δίνουν ούτε τά νεκρά πράγματα ούτε τά μισοπεθαμένα ούτε τά ζωντανά. Ό άνθρωπος σήμερα όχι μόνο δέν τή δίνει, άλλά σιωπηλά παραμένει μέ την πεποίθηση ότι ή γη είναι δική του. Αύτός πεθαίνει καί αφήνει στόν γιό του αύτή τήν πεποίθηση• πεθαίνει ό πατέρας, όμως δίκαια τή γή κληρονομεί ό γιός. Καί όχι μόνο δέν χρησιμεύουν οί νεκροί ώς άπύδειξη γιά τούς ζωντανούς ότι ή γή δέν είναι δική τους, άλλά, άντίθετα, οί ζωντανοί έπικα-λούνται τούς νεκρούς γιά νά άποδείξουν τό δικαίωμά τους στή γη. «Έδώ πέθανε ό πατέρας μου», δηλαδή «αύτό είναι δικό μου». «Έδώ είναι οί τάφοι τών προγόνων μου, άρα αύτή ή γή είναι δική μου». Έτσι άποδεικνύεται. Καί όσοι περισσότεροι νεκροί, τόσο περισσότερες οί άποδείξεις περί ιδιοκτησίας. Οί άνθρωποι μιλούν καί περί τής αιώνιας ιδιοκτησίας τής γής. Ό γείτονας πουλά στό γείτονα τή γή γιά «αιώνια ιδιοκτησία καί αιώνια χρήση». Πεθαίνουν οί πωλητές καί οί άγο-ραστές, καί οί γιοί τους καί τά έγγόνια τους άπο-καλούν τή γή δική τους, ή τήν ξαναπωλούν ή τήν άγοράζουν γιά «αιώνια ιδιοκτησία καί αιώνια χρήση». Καί όσο περισσότερο ή γή μεταμορφώνεται σ' ένα πυκνό νεκροταφείο, τόσο οί νέες γενιές μέ μεγαλύτερη ύπερηφάνεια λένε: Αύτή ή γή είναι δική μας! Καί μέ όλο καί μεγαλύτερη άποφασιστικότητα τή διαθέτουν καί τήν έμπορεύονται.
Έν τω μεταξύ, ή γή δέν θά μπορούσε ποτέ να παραδεχτεί ότι ή'ίδια είναι ιδιοκτησία τών άνθρώπων. Ή γή θά μπορούσε νά πεί στούς άνθρώπους: «οιοί είστε έσείς πού άντιδικεΐτε γιά μένα; Έγώ ύπήρχα καί όταν έσεΐς δέν ύπήρχατε, καί θά ύπάρχω καί όταν έσεΐς δέν θά ύπάρχετε. Υπήρχε καιρός όταν έγώ ήμουν ντυμένη στό νερό. Έλαμπα τότε σάν ένας γυαλιστερός, στρογγυλός καθρέφτης, στόν όποιο καθρεφτίζονταν ό ήλιος καί τά άστρα. Εκτός τής εικόνας τού ήλιου καί τών άστρων έπάνω μου,τότε δέν ύπήρχαν άλλοι κάτοικοι. Όταν έγώ έχασα τήν πρωταρχική μου λάμψη, μόλις τότε έσείς έμφανιστήκατε έπάνω μου. Ερχόσαστε ό ένας πίσω άπό τόν άλλον, σάν φιλοξενούμενοι. Ερχόσαστε καί φεύγετε. Αλλάζετε ό ένας τόν άλλον σταθερά καί γρήγορα. όπως εναλλάσσονται ή μέρα καί ή νύχτα. Ούτε πού ξέρετε άπό πού έρχόσαστε ούτε πού πηγαίνετε. Έγώ σάς ρωτώ: Σέ ποιόν άνήκετε; Έγώ ξέρω σέ ποιόν άνήκω. Δέν είμαι δική σας, αύτό μπορώ νά σάς τό πώ. Έγώ είμαι μόνο τό τραπέζι σας καί ό τάφος σας. Λίγο άκόμα καί θά είμαι μόνον ό τάφος σας. Καί πάλι τότε θά είναι ειρήνη έπάνω μου, ειρήνη καί άντανάκλαση τοϋ ούρανοϋ στό πρόσωπο μου. Έγώ γνωρίζω τό άφεντικό μου, ένώ έσεΐς δέν τό γνωρίζετε. Γιατί περισσότερο ανησυχείτε γιά αύτό πού άνήκει σέ σάς παρά γιά τό σέ ποιόν ανήκετε έσείς; Πείτε μου: Ποιου ιδιοκτησία εΐστε έσείς;».
Αύτό θά μπορούσε νά πεί ή γή σ' έκείνους, πού φιλονικούν περί τοϋ δικαιώματος καί τής κυριότητας έπάνω της. Ό άνθρωπος παλεύει μέ τόν άνθρωπο γιά τά όρια μεταξύ άγροϋ καί άγροϋ, καί δέν αισθάνεται ότι μέ τό σώμα του στέκει στά σύνορα μεταξύ τής ζωής καί τοϋ θανάτου καί μέ τήν ψυχή του στά σύνορα μεταξύ τοϋ έργου του καί τής δίκης του. Ένας άπλύς άνθρωπος αύξά-νεται, αύξάνεται ώσπου νά τοϋ φανεί μιά μέρα ότι έφτασε έως τόν ούρανό, ότι χτύπησε μέ τύ κεφάλι στόν ούρανό καί άκουσε ότι ό ούρανός άφήνει ήχο άδειου σκεύους. Μετά άπύ αύτή τή φαινομενική έμπειρία ένας συνηθισμένος άνθρωπος φαίνεται στον ϊδιο τόν έαυτό του τελείως άσυνήθιστος. καί άρχίζει νά θεωρεί τόν έαυτό του νοικοκύρη έπάνω στή γή. Οί πεθαμένοι μεταφέρονται δίπλα του κάθε μέρα καί μολονότι βλέπει σέ κάθε πεθαμένο τόν έαυτό του καί τή μοίρα του, παρόλα αύτά δέν μπορεί νά άποχωριστεί άπό τή σκέψη ότι ή γη είναι δική του. Στήν πραγματικότητα δέν είναι ό ούρανός άδειο σκεύος, άλλά τό κεφάλι του, καί τό κενό τοϋ κεφαλιού του τοϋ φάνηκε, άπύ πλάνη, κενότητα τοϋ ούρανοϋ.




ΠΡΩΤΗ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ  ΣΤΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ Η  ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ   ΜΕ  «ΣΑΦΗ ΑΝΑΦΟΡΑ ΤΗΣ ΠΗΓΗΣ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ  ΤΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ  ΤΟ  ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ  «ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ» 


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΟΡΟΥΣ ΧΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟY


« Αργά βαδίζει ό Χριστός Έν πλω .Μετάφραση από τά Σερβικά:Mετάφραση: Σβετλάνα Πέτσιν, Ηλίας Σαραγούδας, Νεφέλη Σαραγούδα – Πέτσιν»








Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.