Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2013

Θεμελίωση καὶ προοπτική τῆς χριστιανικῆς ζωής


Θεμελίωση καὶ προοπτική τῆς χριστιανικῆς ζωῆς

Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης

 Ἡ χριστιανικὴ ζωὴ θεμελιώνεται στὰ μυστήρια. Αὐτὰ δὲν ἀποτελοῦν μαγικὲς τελετὲς ποὺ ἀλλάζουν μηχανικὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν ζωή του, ἀλλὰ δωρεὲς τοῦ Θεοῦ ποὺ ἀνακαινίζουν τὴν ὕπαρξή του μὲ τὴν συγκατάθεση καὶ συνεργασία του. Τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι κτιστὰ μέσα, μὲ τὰ ὁποία μεταδίδεται ἡ ἄκτιστη χάρη τοῦ Θεοῦ. Τὸ Βάπτισμα, τὸ Χρίσμα καὶ ἡ θεία Εὐχαριστία, τὰ βασικὰ αὐτὰ μυστήρια μὲ τὰ ὁποῖα εἰσάγεται καὶ διατηρεῖται ὁ ἄνθρωπος στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ἐκκλησία, θεμελιώνουν ἕνα νέο τρόπο ζωῆς γιὰ τὸν ἄνθρωπο.

Ἡ συμμετοχὴ στὰ μυστήρια δηλώνει τὴν ἑκούσια αὐτοδέσμευση τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀκολουθήσει τὸν Χριστὸ καὶ νὰ συμμορφώσει τὴν ζωὴ του κατὰ τὸ πρότυπο καὶ τὸ θέλημά του. Ἡ αὐτοδέσμευση αὐτή, ποὺ ἐκδηλώνεται σὲ ἡθικὸ ἐπίπεδο, προσλαμβάνει ὀντολογικὸ περιεχόμενο καὶ ἐσχατολογικὴ προοπτική. Ὁ ἄνθρωπος ἀνακαινίζεται καὶ εἰσάγεται σὲ μία καινούργια προοπτικὴ ζωῆς. Καλεῖται νὰ περιπατήσει «ἐν καινότητι ζωῆς», γιὰ νὰ ἀφομοιώσει ὡς πρόσωπο τὴν νέα ὀντολογία, στὴν ὁποία τὸν μυσταγωγοῦν τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας· νὰ μείνει ἑνωμένος μὲ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ καταστεῖ κοινωνὸς τῆς ζωῆς του μετέχοντας στὴν ταπείνωσή του καὶ προσβλέποντας στὴν ἔνδοξη φανέρωσή του.



Ἡ παραμονὴ στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ δὲν ἀποτελεῖ παθητικὴ κατάσταση ἀλλὰ δυναμικὴ διαδικασία. Δὲν πραγματοποιεῖται μόνο μὲ τὴν συμμετοχὴ στὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν. Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστὸ ἐκδηλώνεται μὲ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν του· καὶ ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ διατηρεῖ τὸν πιστὸ στὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Μόνο ὅποιος τηρεῖ τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ μένει «ἐν τῷ Χριστῷ καὶ ὁ Χριστὸς ἐν αὐτῷ».

Ἡ ἕνωση ὅμως μὲ τὸν Χριστὸ ὁδηγεῖ σὲ ρήξη μὲ τὸν κόσμο. Ἡ χριστιανικὴ ζωὴ δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν συνήθη ζωὴ τοῦ κόσμου, ἀλλὰ φαίνεται παράδοξη καὶ εἶναι γενικὰ ἀντίθετη πρὸς αὐτήν. Ἡ προσχώρηση στὴν ζωὴ τοῦ κόσμου ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν Χριστό. Ὁ Χριστιανὸς ὀφείλει νὰ συντονίζει τὴν ζωή του μὲ τὴν ζωὴ καὶ τὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ, στὸ σῶμα τοῦ ὁποίου ἀνήκει. Χωρὶς τὸν συντονισμὸ αὐτὸν δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ διατήρηση τῆς ἑνότητας μὲ τὸν Χριστὸ καὶ ἡ παραμονὴ στὸ σῶμα του. Ὅπως ἐπισημαίνει ὁ ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἔχουμε κοινὴ θέληση μὲ αὐτὸν ποὺ ἔχουμε κοινὸ αἷμα, γιὰ νὰ μὴ ἐμφανιζόμαστε σὲ ἄλλα ἑνωμένοι καὶ σὲ ἄλλα χωρισμένοι. Ὅσο ὁ Χριστιανὸς δὲν συντονίζεται μὲ τὴν ζωὴ καὶ τὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ, παραμένει φίλος του κόσμου.

Ἡ ἀσυμφωνία τῆς ζωῆς τοῦ Χριστιανοῦ μὲ τὴν ζωὴ καὶ τὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ δὲν περιορίζεται στὸ ἐπίπεδο τῆς ἡθικῆς, ἀλλὰ ἐπεκτείνεται καὶ στὸ ἐπίπεδο τῆς ὀντολογίας. Ἀκριβέστερα πρέπει νὰ λεχθεῖ ὅτι ἀνάγεται τελικὰ στὸ ἐπίπεδο τῆς ὀντολογίας. Ἡ ἀσυμφωνία αὐτὴ συνιστᾶ ἕνα εἶδος πνευματικῆς σχιζοφρένειας, ποὺ δὲν σπανίζει καθόλου στὴν ζωὴ τῶν Χριστιανῶν, ἰδιαίτερα στὴν ἐποχή μας. Βέβαια ἡ σχιζοφρένεια αὐτὴ ἀποτελεῖ ἀπὸ κάποια ἄποψη μία γενικότερη πανανθρώπινη ἀσθένεια, ἀφοῦ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ὡς δημιουργήματα «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ» εἰκονίζουν τὸν Χριστὸ καὶ πρέπει νὰ ζοῦν κατὰ τὸ θέλημα καὶ τὸ πρότυπό του, ἀλλὰ δὲν τὸ κάνουν.

Ἡ συμμόρφωση τῆς θελήσεως τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸ θέλημα καὶ τὸ πρότυπο τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι καθόλου εὔκολη οὔτε ἀπόλυτα κατορθωτή. Παρὰ ταῦτα εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τὴν παραμονή του στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ γιὰ τὴν ταυτότητά του ὡς Χριστιανοῦ. Χωρὶς τὸν ἐπίμονο ἀγώνα ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας καὶ τὴν προσπάθεια γιὰ παραμονὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἡ δωρεὰ ποὺ προσφέρεται ἐξαρχῆς στὸν πιστὸ μὲ τὰ μυστήρια παραμένει ἄγονη καὶ ἀφανίζεται. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ ἄσκηση ἀποτελεῖ οὐσιώδη παράγοντα τῆς χριστιανικῆς ζωῆς καὶ ἡ ἡθικὴ ἀναπόσπαστο στοιχεῖο τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας.

Ὁ Χριστιανισμὸς ἔχει ἐμπειρικὸ χαρακτήρα. Δὲν εἶναι θεωρία ποὺ συλλαμβάνεται διανοητικά, ἀλλὰ ἀλήθεια ποὺ βιώνεται ἐμπειρικά. Ἡ ἀλήθεια τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀποδεικνύεται μὲ τὴν βίωση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἡ βίωση τοῦ θελήματος αὐτοῦ ἀποδεικνύει τὴν θεία προέλευσή του: «Ἐὰν τις θέλη τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιεῖν, γνώσεται περὶ τῆς διδαχῆς, πότερον ἐκ τοῦ Θεοῦ ἔστιν ἢ ἐγὼ ἀπ’ ἐμαυτοῦ λαλῶ». Ὁ ἀπρόσιτος κατὰ τὴν οὐσία του Θεὸς ἀποκαλύπτεται στὸν κόσμο ὡς ζῶν Θεὸς μὲ τὶς ἐνέργειές του. Καὶ οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ φανερώνουν ὄχι μόνο τὸ εἶναι ἀλλὰ καὶ τὸ ἦθος τοῦ Θεοῦ.

Οἱ ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, παρατηρεῖ ὁ Γέροντας Σωφρόνιος, εἶναι «ὡς πρὸς τὴν οὐσία τους, προβολὴ τῆς θείας ζωῆς στὸ γήινο ἐπίπεδο». Ἔτσι συμβαίνει μὲ τὶς ἐντολὲς νὰ προσφέρεται στὸν ἄνθρωπο ὁ ἴδιος ὁ Θεός. καὶ μὲ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν νὰ ἔρχεται ὁ ἄνθρωπος σὲ προσωπικὴ σχέση καὶ κοινωνία μὲ τὸν Θεό. Ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὁ Θεὸς Λόγος «ἑκάστη μυστικῶς ἐνυπάρχει τῶν οἰκείων ἐντολῶν… Ὁ τοίνυν δεχόμενος θείαν ἐντολὴν καὶ ποιῶν αὐτήν, τὸν ἐν αὐτῇ τοῦ Θεοῦ δέχεται Λόγον. Ὁ δὲ τὸν Λόγον διὰ τῶν ἐντολῶν δεξάμενος, δι’ αὐτοῦ τὸν ἐν αὐτῷ φυσικῶς ὄντα συνεδέξατο Πατέρα, καὶ τὸ ἐν αὐτῷ φυσικῶς ὂν συνεδέξατο Πνεῦμα».

Τὸ δόγμα καὶ τὸ ἦθος συμπλέκονται καὶ συνυφαίνονται σὲ ἀδιάρρηκτη ἑνότητα. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀναφερόμενος στὸ Βάπτισμα, μὲ τὸ ὁποῖο γίνεται ἡ ἔνταξη στὴν Ἐκκλησία καὶ τὶς ἠθικὲς προεκτάσεις του στὴν ζωὴ τῶν πιστῶν γράφει: «Συνετάφημεν οὖν αὐτῷ διὰ τοῦ βαπτίσματος εἰς τὸν θάνατον, ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστὸς ἐκ νεκρῶν διὰ τῆς δόξης τοῦ Πατρός, οὕτω καὶ ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν. Εἰ γὰρ σύμφυτοι γεγόναμεν τῷ ὁμοιώματι τοῦ θανάτου αὐτοῦ, ἀλλά καὶ τῆς ἀναστάσεως ἐσόμεθα».

Τὸ Βάπτισμα ἀποτελεῖ τὴν οὐσιαστικότερη τομὴ στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. Μὲ αὐτὸ θεμελιώνεται ἡ νέα ὀντολογικὴ κατάσταση ποὺ σφραγίζεται μὲ τὴν παρουσία τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ ἄνθρωπος γίνεται συμμέτοχος στὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ, καὶ αὐτὸ ἔχει ὡς συνέπεια καὶ τὴν συμμετοχὴ στὴν ἀνάστασή του. Πεθαίνει ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος, ἐνῶ τὸν θάνατο τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου διαδέχεται ἡ ζωὴ τοῦ ἐν Χριστῷ νέου ἀνθρώπου. Ἔτσι ὁ πιστὸς τοποθετεῖται σὲ καινούργια προοπτικὴ ζωῆς, στὴν προοπτική τῆς θείας ζωῆς.

Ἡ προοπτικὴ αὐτὴ ἐπεκτείνεται σαφῶς πέρα ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα μέτρα καὶ ὑπερβάλλει τὶς ἀνθρώπινες δυνατότητες. Πῶς νὰ ἀνταποκριθεῖ ὅμως ὁ ἄνθρωπος στὴν προοπτική τῆς θείας ζωῆς; Πῶς νὰ ζήσει, ὡς συμμέτοχος τοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ βαδίσει «ἐν καινότητι ζωῆς» ὡς κοινωνὸς τῆς ἀναστάσεώς του, ἐνῶ ἐξακολουθεῖ νὰ βρίσκεται μέσα στὸ κράτος τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου; Ἡ συμμετοχὴ στὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ σημαίνει κατάφαση καὶ ἑκούσια ἀποδοχὴ τοῦ θανάτου. Ὁ Χριστιανὸς ὅμως δέχεται ἢ καὶ ἐπιλέγει ἑκούσια, ἂν χρειαστεῖ, τὸν θάνατο, ἐπειδὴ πραγματοποιεῖται ἐν Χριστῷ. Δὲν εἶναι ἐραστὴς τοῦ θανάτου ἀλλὰ τῆς ζωῆς. Καὶ δέχεται ἢ ἐπιλέγει τὸν ἐν Χριστῷ θάνατο, ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ἀληθινὴ ζωή. Μὲ τὴν προσήλωσή του στὸν Χριστὸ καὶ τὴν ἐν Χριστῷ ζωὴ μπορεῖ ὁ πιστὸς νὰ πεθαίνει κάθε ἡμέρα, γιατί μπορεῖ καὶ νὰ ζεῖ μὲ τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος «ἐν καινότητι ζωῆς».

Ἡ νέα αὐτὴ ζωὴ ἐκδιπλώνεται μὲ νέο ἦθος. Ἐκδιπλώνεται μὲ τὸ ἦθος τῆς ἀγάπης, ποὺ ἀποκαλύπτει ὁ Θεὸς στὸν κόσμο μὲ τὰ ἔργα του, καὶ τελικὰ μὲ τὴν ἐνανθρώπησή του. Αὐτὰ σημαίνουν ὅτι ὁλόκληρη ἡ περίοδος τῆς ζωῆς τοῦ Χριστιανοῦ μετὰ τὸ Βάπτισμα καὶ τὴν ἔνταξή του στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ προσφέρεται ὡς περίοδος ἀφομοιώσεως τῆς ζωῆς τῆς θείας ἀγάπης, γιὰ τὴν ὁποία καὶ ἔχει ἐξαρχῆς δημιουργηθεῖ. Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ζωὴ παρέχεται ὡς δωρεὰ καὶ τροφοδοτεῖται διαρκῶς μέσα στὴν Ἐκκλησία μὲ τὴν θεία Εὐχαριστία καὶ τὴν προσευχή, γιὰ νὰ ἐνεργοποιεῖται στὴν καθημερινὴ ζωή.

Πρωταρχικὴ σπουδαιότητα στὴν ἐνεργοποίηση αὐτὴ ἔχει ἡ θέληση τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ δὲν ἐπενεργεῖ στὸν ἄνθρωπο παρὰ τὴν θέλησή του. Ὅπως ἐπισημαίνει ὁ ὅσιος Μάρκος ὁ Ἐρημίτης, ἡ χάρη τοῦ Βαπτίσματος ἐλευθερώνει τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ αὐτὸς μὲ τὸ θέλημά του παραμένει ἐκεῖ, ὅπου ἀγαπᾶ, ἔστω καὶ ἂν βαπτίσθηκε, ἐπειδὴ εἶναι αὐτεξούσιος. Γι’ αὐτὸ χρειάζεται νὰ πιέσει ὁ ἄνθρωπος τὸν ἑαυτό του, ὥστε νὰ ἀποφύγει κάθε ἐκτροπὴ πρὸς τὸ κακό, νὰ συμμορφωθεῖ πρὸς τὸν τύπο τῆς ζωῆς ποὺ ὑποδηλώνει τὸ Βάπτισμα καὶ νὰ μείνει σταθερὸς στὸ ἀγαθό. Ἔτσι ἡ βίωση τῆς χριστιανικῆς ζωῆς προβάλλει ὡς θέμα ἐλευθερίας καὶ θελήσεως.

Ἡ θέληση τοῦ ἀνθρώπου νὰ παραμείνει στὴν ζωὴ τῆς ἐλευθερίας ποὺ παρέχει ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκφράζεται μὲ τὴν τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν. Τηρώντας ὁ πιστὸς τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ ἀνταποκρίνεται στὸ ἔργο ποὺ ἀπεργάζεται αὐτὸς γιὰ τὴν σωτηρία του, ἐκδηλώνει ἔμπρακτα τὴν ἀγάπη τοῦ ἀπέναντί του καὶ συντονίζει τὴν θέλησή του μὲ τὸ θέλημά του. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν καλλιεργεῖ τὴν συγγένειά του μὲ τὸν Θεὸ καὶ ὁδηγεῖται πρὸς τὴν ὁμοίωσή του.

Τὸ ἠθικὸ αἴτημα γιὰ καινούργια ζωὴ ἀποτελεῖ συνέπεια τῆς νέας ὀντολογικῆς καταστάσεως, ποὺ δημιουργεῖται μὲ τὴν παρουσία τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἐνεργοποιεῖται μὲ τὴν δύναμη τῆς πίστεως. Ἡ παρουσία τῆς καινούργιας αὐτῆς ζωῆς σφραγίζεται μὲ τὸν πολλαπλὸ καρπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ εἶναι ἡ χαρά, ἡ εἰρήνη, ἡ μακροθυμία, ἡ χρηστότητα, ἡ πραότητα, ἡ ἐγκράτεια καὶ ὅλες οἱ παρόμοιες ἀρετές. Ἡ παρουσία τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, ποὺ κατευθύνεται ἀπὸ τὸν ἐγωισμὸ καὶ τὴν φιλαυτία, παρεμποδίζει τὴν ἔλευση τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὅμως ὁ ἄνθρωπος ταπεινώνεται καὶ ἀδειάζει τὴν καρδιά του ἀπὸ τὸν ἐγωισμὸ καὶ τὴν φιλαυτία, δημιουργεῖ τὸν ἀπαραίτητο χῶρο γιὰ τὴν ἐπίσκεψη καὶ τὴν ἀνακαινιστικὴ δράση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἡ ἀποσύνδεση τῆς θελήσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ διεκδίκηση τῆς χριστιανικῆς ἰδιότητας μὲ τὴν θεωρητικὴ μόνο ἀποδοχὴ τῆς πίστεως καὶ τὴν ἁπλὴ συμμετοχὴ στὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ ἐκτροπή. Καὶ ἂν μὲν ἡ ἐκτροπὴ αὐτὴ ὀφείλεται σὲ ἀνθρώπινη ἀδυναμία καὶ ὁμολογεῖται ὡς ἀδυναμία, ἔχουμε τὸ φαινόμενο τῆς ἠθικῆς ἀσυνέπειας. Ἂν ὅμως αὐτὴ ἐκλαμβάνεται καὶ προβάλλεται ὡς ὁμαλὴ κατάσταση, τότε προκύπτει τὸ φαινόμενο τῆς ἠθικῆς αἱρέσεως. Στὴν πρώτη περίπτωση ἡ κατάσταση θεραπεύεται μὲ τὴν μετάνοια τοῦ ἀνθρώπου. Στὴν δεύτερη περίπτωση ἡ κατάσταση παραμένει γενικὰ ἀθεράπευτη, ἂν δὲν μεσολαβήσει θεολογικὴ ἀναθεώρηση.

Ἡ ὀρθόδοξη ζωὴ δὲν περιορίζεται στὴν ἀποδοχὴ τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος καὶ τὴν συμμετοχὴ στὴν ὀρθόδοξη λατρεία. Αὐτὰ ἀποτελοῦν προϋποθέσεις καὶ ἐφαλτήρια γιὰ τὴν πραγματοποίηση τῶν ἔργων τῆς πίστεως καὶ τὴν καλλιέργεια τῆς «ὁμοήθειας Θεοῦ» στὴν καθημερινὴ ζωὴ τοῦ πιστοῦ. Παραταῦτα ὁ παραμερισμὸς τῆς ἠθικῆς ἀπὸ τὴν ὀργανικὴ θέση της στὴν Ὀρθοδοξία δὲν ἐμφανίζεται μόνο στὴν πράξη, ἀλλὰ ὑποστηρίζεται τελευταίως ἀπὸ ὁρισμένους κύκλους καὶ θεολογικά. Ἔτσι βλέπουμε νὰ προβάλλεται, καὶ μὲ ἔμφαση ἀκόμα, ἡ ὀρθόδοξη διδασκαλία γιὰ τὴν ἀνακαίνιση καὶ θέωση τοῦ ἀνθρώπου, χωρὶς καμία σύνδεση μὲ τὴν ἀσκητικὴ ζωὴ καὶ τὸν πνευματικὸ ἀγώνα. Παρουσιάζεται δηλαδὴ ἡ ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας ὡς θεωρητικὴ ὑπόθεση καὶ παραμερίζεται ἡ πρακτικὴ διάστασή της. Ἔτσι ὅμως μεταπίπτει αὐτὴ σὲ στείρα ἰδεολογία καὶ νεκρώνεται ὡς ἀλήθεια ζωῆς.

Κατὰ τὸ παρελθὸν κάθε ὁλικὴ ἢ μερικὴ ἀμφισβήτηση τῆς ἀλήθειας γιὰ τὴν ἐν Χριστῷ ἀνακαίνιση καὶ θέωση τοῦ ἀνθρώπου ἀντιμετωπιζόταν καὶ καταδικαζόταν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ὡς αἵρεση. Αὐτὸ ἔγινε, ὅπως γνωρίζουμε, μὲ τὶς περιπτώσεις τοῦ Ἀρείου, τοῦ Εὐνομίου, τοῦ Μακεδονίου, τοῦ Νεστορίου, τοῦ Εὐτυχοῦς καὶ ὅλων γενικὰ τῶν αἱρετικῶν. Στὸ ἴδιο ὅμως ἀποτέλεσμα, στὴν ἀμφισβήτηση δηλαδὴ τῆς ἀλήθειας γιὰ τὴν ἐν Χριστῷ ἀνακαίνιση καὶ θέωση τοῦ ἀνθρώπου, ὁδηγεῖ καὶ ἡ ἀποσύνδεση τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος καὶ τῆς ὀρθοδόξου λατρείας ἀπὸ τὴν ἠθική. Καὶ αὐτὸ σημαίνει ὅτι πάλι ἔχουμε τὸ φαινόμενο τῆς αἱρέσεως. Ἐδώ ὅμως πρόκειται γιὰ ἠθικὴ αἵρεση.

Ἡ ἠθική τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ ἐφαρμογὴ τῆς δογματικῆς της. Ὁ Θεὸς δὲν ἀποκάλυψε στοὺς ἀνθρώπους θεολογικὲς ἀλήθειες γιὰ νὰ ἱκανοποιήσει τὴν περιέργειά τους ἢ γιὰ νὰ πλουτίσει τὶς γνώσεις τους, ἀλλὰ γιὰ νὰ φανερώσει τὸ εἶναι του, ποὺ πρέπει νὰ τὸ ἔχουν ὡς πρότυπο καὶ νὰ τὸ μιμηθοῦν στὴν ζωή τους. Δὲν ὑπάρχει δόγμα χωρὶς ἠθικὴ διάσταση. Γι’ αὐτὸ δὲν ὑπάρχει καὶ δογματικὴ αἵρεση χωρὶς ἐπιπτώσεις στὴν ἠθική. Ἡ ἠθικὴ ὅμως αἵρεση διαφέρει ἀπὸ τὴν δογματικὴ κατὰ τὸ ὅτι δὲν ἀμφισβητεῖ τὸ δόγμα, ἀλλὰ τὸ θεωρεῖ ἄσχετο πρὸς τὴν ζωή· τὸ βλέπει ὡς θεωρητικὴ διδασκαλία καὶ ὄχι ὡς δείκτη ζωῆς. Ἔτσι ἡ ἠθικὴ αἵρεση δὲν παρουσιάζει τυπικὰ κάποια παραχάραξη τοῦ δόγματος, ἀλλὰ υἱοθετεῖ οὐσιαστικὰ τὴν ἀχρήστευσή του καὶ ἀνοίγει τὴν λεωφόρο της ἐκκοσμικεύσειως. Αὐτὴ ἄλλωστε εἶναι σήμερα καὶ ἡ εὐρέως ἐπικρατοῦσα τάση στὸν προτεσταντικὸ κόσμο, ὅπου ἡ ἐκκοσμίκευση δὲν θεωρεῖται ὡς ἐκτροπὴ καὶ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀλλὰ ὡς φυσικὴ συνέχεια καὶ ἐξέλιξή του. Σὲ τελικὴ δηλαδὴ ἀνάλυση ἐδῶ ἔχουμε πλήρη ἰδεολογοποίηση τῆς θεολογίας καὶ ὑπονόμευση τῆς ἠθικῆς, ἢ σωτηριολογική ἀχρήστευση καὶ τῆς δογματικῆς καὶ τῆς ἠθικῆς.

Ἡ σύνδεση τῆς ἠθικῆς ἢ καὶ γενικότερα τῆς κοινωνικῆς ζωῆς μὲ τὴν θρησκευτικὴ πίστη ἢ τὸ θεολογικὸ δόγμα δὲν ἀποτελεῖ μόνο θεολογικὴ θέση, ἀλλὰ καὶ κοινωνιολογικὴ διαπίστωση. Ἄλλωστε ἡ θρησκευτικὴ καὶ ἡ κοινωνικὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου συνδέονται ὀργανικὰ μεταξύ τους καὶ ἐκφράζουν τὴν ἔμφυτη κοινωνικότητά του σὲ δύο διαφορετικὰ ἐπίπεδα· ἡ πρώτη στὸ κατακόρυφο καὶ ἡ δεύτερη στὸ ὁριζόντιο. Εἶναι μάλιστα χαρακτηριστικὸ ὅτι οἱ πρῶτοι μεγάλοι κοινωνιολόγοι, Ε. Durkheim, Ο. Simmel καὶ Μax Weber, ἀνέπτυξαν τὴν κοινωνιολογία τους ξεκινώντας ἀπὸ τὴν ἔρευνα τῆς θρησκείας, τὴν ὁποία καὶ εἶδαν ὡς κεντρικὸ φαινόμενο τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. Ὁ τελευταῖος μάλιστα συνέδεσε, ὅπως εἶναι γνωστό, τὴν γένεση τοῦ καπιταλισμοῦ μὲ τὸν Προτεσταντισμὸ καὶ εἰδικότερα μὲ τὸν Καλβινισμό.

Ἡ θρησκευτικότητα ὡς κατακόρυφη κοινωνικότητα ἐπηρεάζει τὴν ὁριζόντια κοινωνικότητα τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδὴ τὴν κοινωνική, ὅπως καὶ τὴν ἠθικὴ ζωή του, ἀλλὰ καὶ ἐπηρεάζεται ἀπὸ αὐτές. Καὶ ἡ πίστη σὲ κάποια θρησκευτικὴ διδασκαλία δὲν παραμένει ἄσχετη μὲ τὴν καθημερινὴ ζωὴ καὶ πράξη. Ἡ θρησκευτικὴ πίστη ἀντανακλᾶται στὴν ἠθικὴ καὶ τὴν κοινωνικὴ ζωή. Ἔτσι ἡ Ὀρθοδοξία καλλιεργεῖ μὲ τὴν δογματική της διδασκαλία τὸν ὀρθόδοξο τρόπο ζωῆς. Γι’ αὐτὸ ἐνδιαφέρεται πάντοτε ὄχι μόνο γιὰ τὸ ὀρθὸ δόγμα ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ ὀρθὸ ἦθος. Τὰ πονηρὰ δόγματα ὁδηγοῦν σὲ διεστραμμένη ζωή, ὅπως καὶ ἡ διεστραμμένη ζωὴ ὑποβάλλει πονηρὰ δόγματα.

Ποῦ ὅμως ἔγκειται ὁ ἰδιαίτερος χαρακτήρας τῆς Ὀρθοδοξίας; Ἡ ταυτότητα τοῦ Χριστιανισμοῦ συνοψίζεται στὸ Τριαδικὸ δόγμα. Χωρὶς αὐτὸ δὲν ὑπάρχει Χριστιανισμός, δὲν ὑπάρχει Ὀρθοδοξία. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἐπιμονὴ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στὴν ὀρθὴ διατήρηση τοῦ δόγματος αὐτοῦ δὲν ἀποτελεῖ μόνο θέμα πίστεως ἀλλὰ καὶ ζήτημα ζωῆς. Ἡ θεμελιώδης ἀρχὴ τῆς χριστιανικῆς ἠθικῆς εἶναι ἡ ἀγάπη. Στὸ Τριαδικὸ δόγμα παρουσιάζεται ἡ ἀρχὴ αὐτὴ στὴν ἀπόλυτη μορφή της: Ὁ ἕνας Θεὸς εἶναι Τριαδικός. Καὶ τὰ τρία πρόσωπα τῆς θεότητας εἶναι ὁ ἕνας Θεός, ὁ Θεὸς τῆς ἀγάπης. Ἔτσι τὸ Τριαδικὸ δόγμα προβάλλει ταυτόχρονα κατὰ τὸν τελειότερο τρόπο καὶ τὴν θεμελιώδη ἀρχὴ τῆς χριστιανικῆς ἠθικῆς, τὴν ἀγάπη, ποὺ χαρακτηρίζει τὸ πλήρωμα τῆς χριστιανικῆς ζωῆς.

Ἐξάλλου ἡ γνωστὴ κακοδοξία τοῦ Filioque ἔχει ἄμεσες ἐπιπτώσεις στὸν τρόπο θεωρήσεως τοῦ προσώπου, τῆς κοινωνίας καὶ τῶν διαπροσωπικῶν σχέσεων. Ἡ κακοδοξία αὐτή, ποὺ ἀποτελεῖ καρπὸ τοῦ δυτικοῦ τρόπου σκέψεως καὶ τῆς δυτικῆς θεολογίας, ὑποτάσσει τὸ πρόσωπο στὴν οὐσία. Ἔτσι ἔχουμε τὴν θεολογικὴ δικαίωση τῆς μειώσεως τῆς ἀξίας τοῦ προσώπου καὶ τῆς ὑποταγῆς του στὸ ἀπρόσωπο σύνολο. Μέσα στὸ πνεῦμα αὐτὸ ἑρμηνεύεται εὔκολα ἡ γενικότερη τάση γιὰ ὁμογενοποίηση τῆς κοινωνίας, ὅπως καὶ ἡ πολεμικὴ ἐναντίον της μὲ τὴν προβολὴ ἀτομικῶν δικαιωμάτων ποὺ παρερμηνεύουν τὴν ἀλήθεια τοῦ προσώπου.

Ἡ Ὀρθοδοξία συνθέτει πίστη καὶ ἔργα, ἀλήθεια καὶ ζωή, ἔνταξη στὸν θεσμὸ καὶ βίωση τῆς χάριτος. Γι’ αὐτὸ ἐκδιπλώνεται ταυτόχρονα ὡς «ἐν Χριστῷ ζωὴ» καὶ ὡς «κατὰ Χριστὸν ζωή». Ἡ «ἐν Χριστῷ ζωὴ» εἶναι ἡ νέα ὀντολογία. Ἡ «κατὰ Χριστὸν ζωὴ» εἶναι ἡ νέα ἠθικὴ ἢ ἡ νέα ἀσκητική. Ἡ «ἐν Χριστῷ ζωὴ» ἀποτελεῖ τὴν ἐσωτερικὴ ὄψη τῆς «κατὰ Χριστὸν ζωῆς»· εἶναι ἡ βάση καὶ ὁ δείκτης της. Ἡ «κατὰ Χριστὸν ζωὴ» εἶναι ἡ ἐξωτερική της πλευρὰ ἢ ἡ βιωματικὴ φανέρωσή της. Χωρὶς τὴν «κατὰ Χριστὸν ζωή», δηλαδὴ χωρὶς τὴν μίμηση τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν του, δὲν μπορεῖ νὰ διατηρηθεῖ ἡ «ἐν Χριστῷ ζωή», δηλαδὴ ἡ παραμονὴ τοῦ πιστοῦ στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, στὴν Ἐκκλησία.

Ἡ μίμηση τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν του δὲν πρέπει νὰ ἐκλαμβάνονται ὡς ἐξωτερικὲς ἐκδηλώσεις ἢ ὡς τυπικὲς διαδικασίες, ἀλλὰ ὡς βιωματικὰ γεγονότα καὶ ἀθλήματα πίστεως, ποὺ πραγματοποιοῦνται μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀγωνιστικὴ θέληση τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νὰ ἀγωνιστεῖ, γιὰ νὰ ὑποτάξει πλήρως τὸ θέλημά του στὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ, ὅπως καὶ ἐκεῖνος ὡς ἄνθρωπος ὑπέταξε τὸ ἀνθρώπινο θέλημά του στὸ θεῖο θέλημα. Ὅ,τι συντελέστηκε στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, πρέπει νὰ ἐπαναλαμβάνεται ὡς ἕνα βαθμὸ καὶ στὸ πρόσωπο κάθε πιστοῦ. Ἐδῶ γίνεται ἐμφανὴς καὶ ἡ ἰδιαίτερη σπουδαιότητα τοῦ Χριστολογικοῦ δόγματος γιὰ τὴν χριστιανικὴ ἠθική.

Ἡ ἀναίρεση τῶν αἱρέσεων τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ, τοῦ Μονοενεργητισμοῦ καὶ τοῦ Μονοθελητισμοῦ προσφέρει ἄριστη προστασία γιὰ τὴν ἀποφυγὴ ἀντίστοιχων ἠθικῶν αἱρέσεων. Ὅπως ὁ Χριστός, ποὺ εἶχε δύο φύσεις, δύο ἐνέργειες καὶ δύο θελήσεις (τὴν θεία καὶ τὴν ἀνθρώπινη), ὑπέτασσε τὴν θεία στὴν ἀνθρώπινη, ἔτσι καὶ οἱ Χριστιανοί, ποὺ γίνονται κατὰ χάρη «θείας κοινωνοὶ φύσεως», καλοῦνται νὰ ὑποτάξουν στὴν θεία θέληση καὶ ἐνέργεια τὴν ἀνθρώπινη θέληση καὶ τὴν ἀνθρώπινη ἐνέργεια. Καλοῦνται νὰ ἀγωνιστοῦν, γιὰ νὰ ἀφομοιώσουν στὴν ζωὴ τους τὴν θεία ζωὴ καὶ νὰ συντονίσουν τὸ θέλημα καὶ τὶς ἐνέργειές τους μὲ τὸ θεῖο θέλημα καὶ τὶς θεῖες ἐνέργειες.

Τὸ ὁδοιπορικό τῆς χριστιανικῆς ζωῆς ἐκδιπλώνεται μὲ τὸν ἁγιασμὸ τῶν ἀνθρώπων καὶ τὴν τελείωσή τους μέσα στὴν κοινωνία τῆς θεώσεως, τὴν Ἐκκλησία, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν οὐράνια Βασιλεία. Ἐκεῖ οἱ ἅγιοι δὲν βλέπουν μόνο τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καὶ μετέχουν σὲ αὐτήν, γιατί πλέον μία καὶ μόνη εἶναι ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἁγίων. Ἡ ἀσύλληπτη αὐτὴ ἑνότητα μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὸ ἀνυπέρβλητο μεγαλεῖο ποὺ συνεπάγεται αὐτὴ γιὰ τὸν ἄνθρωπο καθιστοῦν προφανῆ καὶ τὸν λόγο, γιὰ τὸν ὁποῖο ἡ ἀνθρώπινη συνεργία καλεῖται νὰ ὑπερνικήσει τὰ ἀνθρώπινα μέτρα. Ὁ πιστὸς καλεῖται νὰ ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ ἀκολουθήσει τὸν Χριστό, «ὅπου ἂν ὑπάγη».

Ἡ πορεία αὐτὴ πραγματοποιεῖται ὡς συμπόρευση μὲ τὸν Χριστὸ μὲ τὴν τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν. Ὁ βαθμὸς τῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο φανερώνει καὶ τὸν βαθμὸ τῆς ἀγάπης του πρὸς τὸν Θεό. Ὅπως καὶ ὁ βαθμὸς τῆς παραθεωρήσεως τῶν ἐντολῶν φανερώνει τὸν βαθμὸ τῆς ἀπομακρύνσεώς του ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τῆς προσηλώσεώς του στὴν φιλία τοῦ κόσμου καὶ τὴν φιληδονία. Ὅσο περισσότερο αὐξάνει ἡ ἀγάπη του πρὸς τὸν Θεό, τόσο πληρέστερη καὶ ἀκριβέστερη γίνεται καὶ ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν του.

Ἐδῶ ὅμως πρέπει νὰ ἐπισημανθεῖ ὅτι ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν δὲν ἀναιρεῖ τὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ διατηρεῖ τὸν πιστὸ στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ στὸ κλίμα τῆς ἐλευθερίας ποὺ παρέχει ἡ χάρη τοῦ Πνεύματος. Ὁ ὅσιος Μάρκος ὁ Ἐρημίτης χαρακτηρίζοντας τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ ὡς ἐντολὲς ἐλευθερίας καὶ παρατηρεῖ ὅτι αὐτὲς «τοὺς ὅρους τῆς δοθείσης ἡμῖν ἐλευθερίας φυλάττουσιν». Ἡ μυστηριακὴ συμμετοχὴ στὸν θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἐλευθερώνει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν εἰσάγει στὴν ἐλευθερία τοῦ Πνεύματος. Ἡ παραμονὴ ὅμως τοῦ Χριστιανοῦ στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ τελείωσή του στὴν ἐλευθερία τοῦ Πνεύματος εἶναι ἔργο τῆς θελήσεώς του.

Παραταῦτα ἡ ἀνθρώπινη θέληση δὲν φαίνεται νὰ εἶναι ἀρκετὴ γιὰ τὴν πραγματοποίηση τοῦ ἔργου αὐτοῦ. Συχνὰ ὁ ἄνθρωπος θέλει νὰ τηρεῖ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ζεῖ στὴν ἐλευθερία τοῦ Πνεύματος, ἀλλὰ δὲν τὸ κατορθώνει. Ἡ ἕλξη τοῦ κόσμου καὶ ἡ ροπὴ πρὸς τὴν ἁμαρτία κάμπτουν τὴν καλὴ θέλησή του καὶ τὸν ὁδηγοῦν στὸ κακό. Ἔτσι δὲν κάνει αὐτὸ ποὺ θέλει, ἀλλὰ παρασύρεται σὲ πράγματα ποὺ δὲν θέλει. Ποῦ ὀφείλεται αὐτό;

Αἰτία τοῦ φαινομένου αὐτοῦ εἶναι ἡ περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα, ὁ ἐθισμὸς στὴν ἁμαρτία καὶ ἀπουσία τῆς ἐμπειρίας τῆς ρήξεως τοῦ πιστοῦ μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου. Συνήθως τὸ Βάπτισμα πραγματοποιεῖται σὲ νηπιακὴ ἡλικία καὶ ἡ ὁμολογία τῆς πίστεως γίνεται ἀπὸ ἀνάδοχο. Ἀκολούθως ὁ βαπτιζόμενος ἀνατρέφεται μέσα σὲ ἐκκοσμικευμένη κοινωνία, ποὺ ἀπὸ καιροῦ ἔχει ἐγκαταλείψει πολλὰ αὐτονόητα τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Ἡ ἀγωγὴ του κατευθύνεται ἀπὸ πνεῦμα μὲ ἀξίες ἀμφιβόλου περιεχομένου καὶ χωρὶς καμία ἐγγύηση γιὰ χριστιανικὴ προπαιδεία καὶ διαπαιδαγώγηση. Ἔτσι, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἐντάσσεται στὴν Ἐκκλησία μὲ τὸν καθιερωμένο νηπιοβαπτισμό, μεγαλώνει ἐθιζόμενος σὲ τρόπους ζωῆς καὶ κοινωνικὰ αὐτονόητα ἄσχετα ἢ καὶ ἀντίθετα πρὸς τὴν χριστιανικὴ ζωή.

Ἡ χριστιανικὴ ζωὴ ποὺ κατευθύνεται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ φαίνεται παράδοξη καὶ ἀσυντόνιστη μὲ τὸν κόσμο. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἐθισμὸς στὴν ἀπνεύματη ζωὴ τοῦ κόσμου δημιουργεῖ ἀρνητικὲς καταστάσεις γιὰ τὴν διαμόρφωση χριστιανικῆς συνειδήσεως καὶ τὸν συντονισμὸ τῆς θελήσεως τοῦ πιστοῦ μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἡ μὴ παραμονὴ ὅμως τοῦ πιστοῦ στὴν πορεία τῆς νέας ζωῆς ποὺ ἐγκαινιάζεται μὲ τὸ Βάπτισμα τὸν ἀποξενώνει ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ δημιουργεῖ κατάσταση σχετικῆς ἀθεΐας, ποὺ μόνο μὲ τὴν μετάνοια καὶ τὴν θερμὴ προσήλωση στὸν Χριστὸ καὶ τὸ θέλημά του μπορεῖ νὰ θεραπευθεῖ.

Ἡ μετάνοια καὶ ἡ ἐπάνοδος στὸν Χριστὸ καὶ στὴν ὁδὸ τῶν ἐντολῶν του προβάλλουν ὡς τὰ κύρια αἰτήματα γιὰ τὴν θεραπεία τῆς συμβατικῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Ὁ Χριστιανὸς ποὺ λησμονεῖ ἢ ἀκόμα καὶ δὲν συνειδητοποιεῖ τὴν θρησκευτική του ταυτότητα, ἀλλὰ ἐθίζεται στὴν ἀπνεύματη κοσμικὴ ζωὴ χρειάζεται νὰ ξαναβρεῖ τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ ἀναζωογονηθεῖ μὲ τὴν βαπτισματικὴ χάρη ποὺ ἔλαβε καὶ δὲν ἔπαυσε νὰ ὑπάρχει μέσα του. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι χρειάζεται νὰ ἐπιστρέψει στὴν καρδιά του, ποὺ εἶναι τὸ κέντρο τῆς ὑπάρξεώς του, ἡ φυσικὴ βάση τοῦ νοῦ του καὶ ὁ τύπος τῆς συναντήσεώς του μὲ τὸν Θεό.

Ἡ ἐπιστροφὴ αὐτὴ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι δύσκολη καὶ ἀπαιτεῖ ἄσκηση σκληρὴ καὶ ἐπώδυνη, ἀνάλογα μὲ τὸ μέγεθος καὶ τὴν ἔκταση τῶν πνευματικῶν ζημιῶν ποὺ ὑπάρχουν. Ἀπαιτεῖ νὰ καταπολεμηθοῦν τὰ πάθη καὶ οἱ ἐμπαθεῖς διαθέσεις ποὺ προκλήθηκαν στὸν ἄνθρωπο κατὰ τὴν διάρκεια τῆς προηγούμενης ζωῆς του. Σὲ τελικὴ ἀνάλυση ἀπαιτεῖ τὴν ἀπάθεια, ποὺ δὲν εἶναι ἡ νέκρωση τοῦ παθητικοῦ τῆς ψυχῆς, δηλαδὴ ἡ ἀχρήστευση τῶν ψυχικῶν ἢ τῶν φυσικῶν δυνάμεων, ἀλλὰ ὁ ἐπαναπροσανατολισμός τους πρὸς τὸ ἀγαθό. Ἡ ἀνθρώπινη φύση δημιουργήθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ «καλὴ λίαν». Τὰ πάθη καὶ οἱ ἐμπαθεῖς διαθέσεις ἀποτελοῦν παρὰ φύση ἐκτροπές, ποὺ δημιουργοῦνται ἀπὸ τὴν παράχρηση τῶν ψυχικῶν δυνάμεων. Ἐκεῖνο λοιπὸν ποὺ χρειάζεται εἶναι ἡ θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ ἐνεργοποίηση τῶν δυνάμεών του κατὰ τὶς προδιαγραφὲς τῆς φύσεώς του. Πραγματικὴ ἀπάθεια εἶναι ἡ κατάσταση ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἄκρως ἐνεργοποιημένος πρὸς τὸ ἀγαθό.

Στὴν βάση τῆς ἀσκήσεως γιὰ τὴν προσέγγιση τῆς ἀπάθειας βρίσκεται καὶ πάλι ἡ θέληση τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ ἀτομικὸ θέλημα περιορίζει ἀσφυκτικὰ τὴν ἀνάπτυξη τοῦ ἀνθρώπου ὡς προσώπου. Τὸ θέλημα αὐτὸ ἀνυψώνεται ὡς ἀνυπέρβλητο τεῖχος ἀνάμεσα σὲ αὐτὸν καὶ τὸν Θεό. Τὸν ἐγκλωβίζει στὸν ἑαυτό του καὶ ἐμποδίζει τὴν καρδιά του νὰ πλατυνθεῖ καὶ νὰ χωρέσει μέσα της τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον. Ἂν δὲν ἀναιρεθεῖ τὸ ἐμπόδιο αὐτό, δὲν μπορεῖ νὰ ἀνακαινισθεῖ ὁ ἄνθρωπος καὶ νὰ ζήσει τὴν ἐλευθερία τοῦ Πνεύματος. Γι’ αὐτὸ ἡ χριστιανικὴ ζωὴ εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένη μὲ τὴν ἄσκηση. Ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία, ἡ προσευχή, ὁ αὐτοέλεγχος, ἡ ὑπακοή, ἡ καταπολέμηση τῶν παθῶν καὶ ὅλος γενικότερα ὁ πνευματικὸς ἀγώνας, δὲν ἀφοροῦν μόνο τοὺς μοναχοὺς ἀλλὰ καὶ ὅλους ἀνεξαίρετα τούς Χριστιανούς.

Ἐξάλλου ἡ ὀρθόδοξη χριστιανικὴ ἄσκηση εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένη μὲ τὴν ἡσυχία. Ὁ ὀρθόδοξος ἀσκητισμὸς εἶναι ἡσυχαστικός. Καὶ ἡ ἡσυχία κατὰ τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία δὲν εἶναι ἄγονη καὶ παθητικὴ στάση, ἀλλὰ ἄκρως ἐνεργητικὴ καὶ δημιουργικὴ κατάσταση. Εἶναι ἡ ἐσωτερικὴ ἡσυχία, ἡ ἡσυχία τῆς καρδιᾶς, ποὺ ἐπιδιώκεται «διὰ σπουδὴν καὶ νήψιν τῶν ἔνδον», καὶ εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τὸν καθένα ποὺ παίρνει στὰ σοβαρὰ τὸ θέμα τῆς σωτηρίας του. Ἂν δὲν φροντίσει ὁ πιστὸς νὰ εἰσέλθει στὴν καρδιά του, νὰ τὴν καθαρίσει καὶ νὰ ἐπαναφέρει ἐκεῖ τὸν διασκορπισμένο νοῦ του, ὥστε νὰ ἑνοποιηθεῖ ἡ διασπασμένη ὕπαρξή του, δὲν μπορεῖ νὰ βρεῖ οὔτε τὸν πραγματικὸ ἑαυτό του οὔτε τὸν Θεό. Ὅταν ὅμως εἰσέλθει στὸ «ταμεῖο» τῆς καρδιᾶς του, τότε βρίσκει ὄχι μόνο τὸν πραγματικὸ ἑαυτὸ του ἀλλὰ καὶ τὸν Θεό, γιατί ἕνα εἶναι τὸ ταμεῖο τῆς καρδιᾶς καὶ τὸ οὐράνιο ταμεῖο, καὶ «ἐν μιὰ εἰσόδῳ θεωρεῖ τὰ ἀμφότερα».

Ἡ ἡσυχαστικὴ αὐτὴ περισυλλογή, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν πεμπτουσία τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ἔγινε σήμερα ἄκρως προβληματικὴ ὄχι μόνο γιὰ τὸν πιστὸ ποὺ ζεῖ μέσα στὸν κόσμο ἀλλὰ ἀκόμα καὶ γιὰ τὸν μοναχό. Ὁ θόρυβος τῆς καθημερινῆς ζωῆς, ἡ ταχύτητα τῶν πολλαπλῶν ἐξελίξεων, ἡ φύση καὶ ἡ πολυδιάσπαση τῶν κοινωνικῶν ρόλων μέσα στὸ γενικότερο πνεῦμα τῆς ἐκκοσμικεύσεως διαμορφώνουν ἕναν νέο τύπο ἀνθρώπου, τὸν «κοινωνιολογικὸ ἄνθρωπο» (homo sociologicus), ποὺ κατευθύνεται ἀπὸ τὰ νήματα τῆς κοινωνίας καὶ ἐξαντλεῖται στοὺς ρόλους της. Ἡ ἐκκοσμίκευση εἰσχωρεῖ στὴν συνείδηση τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἐπηρεάζει τὴν δομή της. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς μὲ τὸ μονοδιάστατο καὶ διασπασμένο εἶναι τοῦ ἀποξενώνεται ἀπὸ τὴν ἀναζήτηση τῆς καθολικῆς ἀλήθειας καὶ περιορίζεται στὶς ἐπιμέρους χρηστικὲς ἀλήθειες ποὺ τοῦ προσφέρουν ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ τεχνολογία.

Ἡ χριστιανικὴ ζωὴ ἔχει ἀπεριόριστο βάθος, ὕψος καὶ πλάτος. Θεμελιώνεται στὴν βαθειὰ καρδιὰ τοῦ ἄνθρωπου, ἀνυψώνεται στὴν ἀπειρότητα τῆς θείας ζωῆς καὶ ἀγκαλιάζει ὁλόκληρη τὴν κτίση. Βρίσκεται πέρα ἀπὸ κάθε ἐθνικό, φυλετικό, κοινωνικό, πολιτιστικὸ καὶ πολιτικὸ περιορισμό, ἀναδεικνύοντας τὴν καθολικότητα καὶ τὴν παγκοσμιότητα τοῦ προσώπου. Δὲν ἀπομακρύνεται ἀπὸ κανέναν, ἀλλὰ προσεγγίζει περισσότερο τούς ταπεινωμένους, τοὺς ἀνέστιους, τοὺς περιφρονημένους. Δὲν συνδέει τὴν ἀξία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν κοινωνική του ἐπιφάνεια ἀλλὰ μὲ τὴν ἐσχατολογική του κλήση.

Ἡ ἐμπέδωση τῆς ἐκκοσμικεύσεως στὴν ἐποχὴ μας δυσκολεύει ἀφάνταστα τὴν βίωση τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλὰ αὐτὸ ἐξαρχῆς δὲν ἦταν «κατὰ ἄνθρωπον». Ἐξάλλου ἡ μαρτυρία τοῦ Εὐαγγελίου δὲν γίνεται μὲ μετριασμοὺς καὶ προσαρμογὲς πρὸς τὸ κοσμικὸ πνεῦμα. Καὶ ἡ σάρκωσή του μέσα στὸν κόσμο δὲν συντελεῖται μὲ ἐπιστημονικὲς μελέτες καὶ θεολογικὲς θεωρίες, ὅσο χρήσιμες καὶ ἂν εἶναι αὐτὲς ἰδιαίτερα στὶς ἡμέρες μας. Ἐκεῖνο ποὺ προπαντὸς χρειάζεται, εἶναι ἡ βιωματικὴ ἐμπειρία· εἶναι ἡ παρουσία ἀνθρώπων, ποὺ προσπαθοῦν νὰ μείνουν πιστοὶ στὴν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου.

Στὰ ἀποφθέγματα τῶν ἀσκητῶν τῆς ἐρήμου διασώζεται ἡ ἀκόλουθη στιχομυθία: Οἱ πατέρες τῆς Σκήτεως ρώτησαν ποιὸ ἦταν τὸ ἔργο μας; Ὁ ἀββὰς Ἰσχυρίων τοὺς ἀπάντησε· ἐφαρμόσαμε τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. Τότε ἐκεῖνοι εἶπαν· αὐτοὶ πού θὰ ἔρθουν μετὰ ἀπὸ ἐμᾶς τί θὰ κάνουν; Ὁ ἀββὰς εἶπε· θὰ μπορέσουν νὰ κάνουν τὰ μισὰ ἀπὸ ὅσα κάναμε ἐμεῖς. Ἐκεῖνοι ξαναεῖπαν καὶ αὐτοὶ πού θὰ ἔρθουν μετὰ ἀπὸ ἐκείνους τί θὰ κάνουν; Καὶ ὁ ἀββὰς εἶπε· δὲν θὰ μπορέσουν νὰ κάνουν τίποτα, γιατί θὰ τοὺς βρεῖ πειρασμός· καὶ ὅσοι βρεθοῦν τότε δόκιμοι, θὰ εἶναι μεγαλύτεροι καὶ ἀπὸ ἐμᾶς καὶ ἀπὸ τοὺς πατέρες μας.


ΠΗΓΗ





Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.