Τετάρτη, 4 Σεπτεμβρίου 2013

Ἡ ψυχὴ τοῦ πράου ἀνθρώπου εἶναι γαλάζιο πέλαγος μὲ ἤρεμα κύματα



Ἡ ψυχὴ τοῦ πράου ἀνθρώπου 
εἶναι γαλάζιο πέλαγος μὲ ἤρεμα κύματα

Ἡ ψυχὴ τοῦ πράου μοιάζει μὲ κάποια κορυφὴ ὄρους, ποὺ ἔχει μὲν λεπτὴ αὔρα, δέχεται δὲ καθαρὲς τὶς ἀκτίνες τοῦ φωτός, ἐκχύνει καθαρὰ τὰ νερὰ τῶν πηγῶν καὶ προβάλλει πολλὲς τὶς χάριτες τῶν ἀνθεῶν, καὶ ὅμοια τῶν λειβαδιῶν καί κήπων τῆς ἀνοίξεως καί μοιάζει ἀκόμη μὲ φυτὰ καὶ ἄνθη μὲ φυλλώματα καὶ τρεχούμενα νερά· ἐὰν δὲ συμβεῖ νὰ ἀκουσθεῖ καὶ κάποιος ἦχος, εἶναι μελωδικὸς καὶ παρέχει πολλὴ εὐχαρίστηση σὲ αὐτοὺς ποὺ τὸν ἀκούουν.

Διότι μοιάζει σὰν τὰ ὠδικὰ πτηνὰ ποὺ κάθονται στὰ ἄκρα τῶν φύλλων τῶν δένδρων, καὶ τὰ τζιτζίκια καὶ τὰ ἀηδόνια καὶ τὰ χελιδόνια ποὺ βγάζουν ὅλα μαζὶ μιὰ μουσική, ἢ σὰν τὸ ζέφυρο ποὺ ἤρεμα πνέει τὰ φύλλα τῶν δένδρων καὶ κάνει νὰ συρίζουν τὰ κωνοφόρα καὶ τὰ πεῦκα, καὶ μιμεῖται πολλὲς φορὲς τοὺς κύκνους ἢ μοιάζει μὲ λειβάδι ποὺ εἶναι γεμάτο ἀπὸ ρόδα καὶ κρίνα ποὺ κλίνουν τὸ ἕνα πρὸς τὸ ἄλλο καὶ δίνουν γαλάζιο χρῶμα, ὅπως ἀκριβῶς παρουσιάζεται τὸ πέλαγος γαλάζιο μὲ ἤρεμα κύματα. 


Μᾶλλον δὲ πολλὲς εἰκόνες μπορεῖ κανεὶς νὰ βρῇ.

Διότι, ὅταν μὲν κάποιος ρίξει τὸ βλέμμα του σὲ κάποια ἄνθη, νομίζει ὅτι βλέπει τὰ χρώματα τῆς ἴριδος, ὅταν δὲ στοὺς μενεξέδες, νομίζει ὅτι βλέπει θάλασσα ποὺ κυματίζει, ὅταν δὲ στὰ κρίνα νομίζει ὅτι βλέπει τὸν οὐρανό. Συμβαίνει δὲ τότε ὁ ἄνθρωπος νὰ εὐχαριστεῖτε ὄχι μόνο μὲ τὴ θέα καὶ τὴν ὄψη ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ σῶμα του. 


Διότι ἐκεῖνο καὶ πιὸ πολὺ τὸν διεγείρει καὶ τὸν ἀνακουφίζει, ὥστε νὰ νομίζει ὅτι εἶναι μᾶλλον στὸν οὐρανὸ παρὰ στὴ γῆ. Ὑπάρχει ὅμως καὶ κάποιος ἄλλος μελωδικὸς ἦχος ὅπως ὅταν τὸ νερὸ κινεῖται ἀπὸ μόνο του ἀπὸ τὴν κορυφὴ τοῦ ὅρους καὶ κατέρχεται ἀνάμεσα ἀπὸ τὶς χαράδρες καὶ προκαλεῖ μὲ τὰ κάτω ἀπὸ αὐτὸ λιθάρια θόρυβο ἥσυχο καὶ ἤρεμο καὶ προξενεῖ μὲ τὴν εὐχαρίστηση τέτοια χαλάρωση τῶν μελῶν, ὥστε νὰ ἐπιφέρει ἀμέσως τὸν ὕπνο στοὺς ὀφθαλμούς. 

Μὲ εὐχαρίστηση ἀκούσατε τὴν διήγηση, ἴσως δὲ καὶ νὰ γίνατε ἐραστὲς τῆς ἐρημίας…
* * *

Ἡ ψυχὴ τοῦ μακρόθυμου ἀνθρώπου εἶναι ἡ αὔρα τοῦ λόγου

Ἀπὸ τὴν ψυχὴ τοῦ μακρόθυμου δὲν ἐξέρχεται πνεῦμα βίαιο, ἀλλὰ κάποιοι λόγοι ἥμεροι καὶ καταδεκτικοὶ καὶ ποὺ πράγματι εἰκονίζουν ἐκεῖνο τὸ ἤρεμο τοῦ ζεφύρου, καὶ συμβουλές, ποὺ δὲν προκαλοῦν μὲν καμμιὰ ἐνόχληση, ἀλλὰ ποὺ μιμοῦνται τὰ ὠδικὰ πτηνά. 

Διότι ἡ αὔρα τοῦ λόγου δὲν προσπίπτει σὲ σῶμα, ἀλλὰ ἀνακουφίζει ψυχές. 

Δὲν θὰ μποροῦσε ἰατρὸς νὰ ἁπαλλάξη τόσο γρήγορα ἀπὸ τὸν πυρετὸ ἕναν ἄνθρωπον ποὺ ἔχει πυρετό, μὲ ὁποιεσδήποτε προσπάθειες, ὅσο ὁ μακρόθυμος ἄνθρωπος θὰ μποροῦσε νὰ δροσίσει μὲ τὸ πνεῦμα τῶν λόγων του, παραλαμβάνοντας ἕνα ὀργίλο καὶ ποὺ καίεται ἀπὸ τὴν ὀργή του. Καὶ γιατί ἀναφέρω ἰατρό; Οὔτε σίδηρος πυρακτωμένος καὶ βυθιζόμενος στὸ νερό, τόσο γρήγορα ἀπαλλάσσεται τῆς θερμότητάς του, ὅσο ἄνθρωπος ὀργίλος ὅταν ἔλθει σὲ ἐπαφὴ μὲ μακρόθυμη ψυχή. 

Ὅπως ἀκριβῶς στὴν ἀγορά, ἂν εἰσέλθουν ὠδικὰ πτηνά, νομίζουν ὅτι εἶναι φλυαρία, ἔτσι καὶ τὰ δικά μας διδάγματα, ὅταν ἐμπίπτουν σὲ ὀξύθυμες ψυχές. Ἄρα ἡ ἐπιείκεια εἶναι γλυκύτερη ἀπὸ τὴν ὀργὴ καὶ θρασύτητα. Καὶ ὄχι μόνο αὐτὸ ἀλλὰ καὶ διότι τὸ μὲν ἕνα διέταξε ὁ διάβολός το δὲ ἄλλο ὁ Θεός. 

Βλέπετε ὅτι δὲν εἶπα τυχαῖα ὅτι ἂν δὲν ὑπῆρχε διάβολος καὶ ὁ Θεός, αὐτὰ καὶ μόνον τὰ διδάγματα ἦσαν ἱκανὰ νὰ μᾶς ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὴν ὀργήν. Διότι ὁ μὲν μακρόθυμος καὶ στὸν ἑαυτὸ του εἶναι εὐχάριστος καὶ στοὺς ἄλλους ὠφέλιμος, ὁ δὲ ὀξύθυμος καὶ στὸν ἑαυτό του εἶναι δυσάρεστος καὶ στοὺς ἄλλους βλαβερός…

Ἀπὸ τὸ βιβλίο:
Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου
«ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙΑ».
Ἐκδόσεις: Ὀρθόδοξος Κυψέλη, 2000 μ.Χ.



Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

1 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.