Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

Γιατί βαπτιζόμαστε στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος;Ἀνδρέα Θεοδώρου.


 

 Γιατί βαπτιζόμαστε στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος;

Ἀνδρέα Θεοδώρου.

Γιὰ ν’ ἀποβάλουμε τὸ χιτώνα τῆς φθορᾶς καὶ νὰ ντυθοῦμε τὴ δόξα τοῦ Χριστοῦ. Μὲ τὸ χιτώνα τῆς φθορᾶς μᾶς ἔντυσε μὲ τὴν παράβασή του ὁ Προπάτορας, ποὺ μᾶς κληροδότησε μία φύση χαλασμένη, στὴν ὁποία μπαίνουμε ὅλοι ἀνεξαίρετα οἱ ἄνθρωποι μὲ τὴ φυσική μας γέννηση. Ἡ φύση αὐτὴ τῆς φθορᾶς ἐμποδίζει τὴν εἴσοδο στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Πρέπει ὁπωσδήποτε ν’ ἀφανισθεῖ καὶ αὐτὸ πετυχαίνεται στὸ ἱερὸ Βάπτισμα (Ἰωάν. 3,3). Παράλληλα πρέπει νὰ ντυθοῦμε τὸν Χριστὸ («Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε Χριστὸν ἐνεδύσασθε» ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας), νὰ ἀναγεννηθοῦμε, νὰ γίνουμε μία νέα πνευματικὴ ὕπαρξη καὶ ζωή.

Τὸ Βάπτισμα, λοιπόν, εἶναι ἡ τελετὴ ἐκείνη ποὺ ἵδρυσε ὁ Χριστός, κατὰ τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος, βαπτιζόμενος σὲ ἁγιασμένο νερὸ μὲ τριττὴ κατάδυση καὶ ἀνάδυση στὸ ὄνομα τῆς ἁγίας καὶ ζωοποιοῦ Τριάδος, ἀφ ‘ ἑνὸς μὲν ἀποβάλλει τὴν παλαιὰ φύση τῆς ἁμαρτίας (τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα), ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀναγεννᾶται σὲ μία καινούργια ἔνθεη ὕπαρξη, φυτεμένη στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ.

Τὸ Βάπτισμα εἶναι κορυφαῖο Μυστήριο. Ὀνομάζεται «κυριακό», γιατί στὴ Γραφὴ ὑπάρχει ρητὴ πληροφόρηση γιὰ τὴν ἄμεση σύστασή του ἀπὸ τὸν Κύριο (Ματθ. 28,19). Διά τοῦ βαπτίσματος ὁ ἄνθρωπος φυτεύεται μυστικὰ στὸ ἄχραντο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, γίνεται ἐπίσημα μέλος τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα συμμετοχῆς του καὶ στὰ ὑπόλοιπα ἐκκλησιαστικὰ μυστήρια.

Ἀφοῦ διὰ τοῦ Βαπτίσματος καταργεῖται τὸ σῶμα τῆς ἁμαρτίας, γιατί ἐξακολουθεῖ νὰ ἁμαρτάνει μετὰ ταῦτα ὁ ἄνθρωπος;

Δύσκολο τὸ ἐρώτημα. Φυσικὰ καὶ μετὰ τὴν ἐκρίζωση τῆς ἁμαρτίας διὰ τοῦ Βαπτίσματος ὁ ἄνθρωπος δὲν παύει νὰ εἶναι λογικὸς καὶ ἐλεύθερος. Ὅπως δὲ ὁ πρωτόπλαστος, ἂν καὶ πλασθεῖς καθαρὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ὅμως ἔπεσε σ’ αὐτὴ κάνοντας κατάχρηση τῆς λογικῆς του ἐλευθερίας, ἔτσι κι ὁ βαπτισθείς, καίτοι ὁλοκάθαρος μετὰ τὸ λουτρὸ τῆς παλιγγενεσίας, μπορεῖ νὰ ἁμαρτήσει ὡς προσωπικότητα λογικὴ καὶ ἐλεύθερη. Βέβαια ἐδῶ δὲν πρόκειται ἁπλῶς γιὰ τὴ δυνατότητα τῆς ἁμαρτίας, ποὺ ἔγκειται σὲ κάθε λογικὴ φύση, ἀλλὰ περὶ ροπῆς πρὸς τὴν ἁμαρτία, περὶ φρονήματος σαρκικοῦ ( concupiscentia = ἐπιθυμητικό), ποὺ εἶναι ἀπορίας ἄξιο τό πῶς παραμένει, μία καὶ ἡ ρίζα του (ἡ φθαρμένη φύση) ἔχει καταργηθεῖ ἀπὸ τὸ βαπτισθέντα. Πραγματικὰ ἔχουμε δογματικὸ πρόβλημα.

Νὰ μὴν ἐκριζώνεται ἄραγε σὲ ὅλη της τὴν ἔκταση ἡ ἁμαρτία ἀπὸ τὴ φύση τοῦ βαπτισθέντος καὶ νὰ ἐξακολουθοῦν νὰ παραμένουν εἰσέτι λείψανά της σ’ αὐτή; Μία ἀπάντηση μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ ἀκόλουθη. Τὸ ἁμαρτητικὸ ἐξακολουθεῖ νὰ παραμένει στὴ φύση τοῦ ἀναγεννηθέντος κατὰ παραχώρηση καὶ παιδαγωγία Θεοῦ. Ὁ Θεὸς δηλαδὴ ἐπιτρέπει τὴν παρουσία του, γιὰ νὰ ἔχει ὁ βαπτισθείς ἕνα κίνητρο πνευματικῶν ἀγώνων, ὥστε νὰ κερδίζει κι αὐτός, κατὰ κάποιο τρόπο, τὴ σωτηρία του, συνεργαζόμενος μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι ἐκεῖνος ποὺ μὲ ὀλιγωρία φέρεται πρὸς τὴν ἁμαρτητικὴ ὁρμή, εἶναι ἐνδεχόμενο, ἁμαρτάνοντας βαριά, νὰ χάσει τὴ δικαίωση ποὺ ἔλαβε διὰ τοῦ Βαπτίσματος, καὶ στὸ τέλος νὰ χάσει τὴν ψυχή του. Ἐνῶ ἄλλος, καταγωνιζόμενος μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεςῦ τὸ ἐπιθυμητικό, μπορεῖ νὰ προαχθεῖ πνευματικῶς καὶ νὰ κερδίσει τὴν αἰώνια ζωή. Στὴν πράξη διαπιστοῦται σαφῶς τὸ διττὸ αὐτὸ ἐνδεχόμενο. Ὅλοι οἱ βαπτιζόμενοι δὲν εἶναι τὸ ἴδιο. ἄλλοι ἀναδεικνύονται ἄξιοι τῆς ὑψηλῆς κλήσεως καὶ ἄλλοι ὄχι (Ματθ. 20, 16).

Ἀφοῦ ὁ Κύριος εἶπε «ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθείς σωθήσεται» (Μάρκ. 16, 16), γιατί ἐμεῖς βαπτίζουμε τὰ νήπια, τὰ ὅποια δὲν μποροῦν νὰ πιστεύουν;

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ Κύριος προέταξε τοῦ Βαπτίσματος τὴν πίστη. Ὁ ἄνθρωπος προτοῦ δεχθεῖ τὸ Βάπτισμα πρέπει νὰ πιστέψει στὸν Χριστό, νὰ γνωρίσει τὴ Θεία ἀλήθεια, νὰ ποθήσει τὴ σωτηρία του καὶ ἀκολούθως νὰ βαπτισθεῖ.

Αὐτὴ εἶναι ἡ κανονικὴ σειρὰ καὶ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι τὸ Βάπτισμα ἐνηλίκων, ποὺ γίνεται κατόπιν πίστεως στὸ Σωτήρα, εἶναι προτιμότερο. Ἔτσι γινόταν στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία.

Ὁ νηπιοβαπτισμὸς εἰσήχθη πολὺ νωρὶς στὴν πράξη τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας. Εἰσήχθη γιὰ ν’ ἀντιμετωπίσει μία ἐπείγουσα ἀνάγκη στὴ ζωὴ τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἕνα σοβαρὸ κίνδυνο, τὸ ἐνδεχόμενο νὰ πεθάνει κανεὶς ἀβάπτιστος, ὁπότε κωλύεται νὰ εἰσέλθει στὴ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Τὸ κώλυμα, ὅπως εἴπαμε, εἶναι ἡ παρουσία στὴν ψυχὴ τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος. Τὰ νήπια βέβαια δὲν ἔχουν τὴ δυνατότητα νὰ πιστέψουν. Αὐτὸ ὅμως δὲν ἀποτελεῖ ἀπροχρώντα λόγο, ὥστε νὰ μὴ μποροῦν νὰ δεχθοῦν τὴ βαπτισματικὴ χάρη. Εἶναι βασικὸ ἀξίωμα στὴ θεολογία ὅτι ἡ Θεία Χάρη ἐνεργεῖ λυτρωτικά, ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχει ἡ ἁμαρτία, ἡ ὁποία εἶναι ὁ μόνος παράγων ποὺ ἀναστέλλει καὶ ματαιώνει τὴ λυτρωτική της ἐνέργεια. Στὰ νήπια ὅμως τὸ στοιχεῖο τῆς προσωπικῆς ἁμαρτίας ἀπουσιάζει. Συνεπῶς ἡ Θεία Χάρη μπορεῖ νὰ ἐπιδράσει εὐεργετικὰ στὴν τρυφερὴ καρδιά τους, καταλύοντας ἀπὸ τὴ φύση τους τὸ σῶμα τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος. Ἄλλωστε τὴν ἔλλειψη προσωπικῆς τοποθετήσεως τῶν νηπίων ἔναντι τῆς πίστεως καὶ τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωση ν’ ἀναπληρώσει ἐν καιρῶ σ’ αὐτὰ ὁ ἀνάδοχος, βοηθούμενος ἀπὸ τοὺς γονεῖς τοῦ παιδιοῦ καὶ τὴν Ἐκκλησία.

Μερικοὶ ρωτοῦν γιατί μὲ βάπτισαν, χωρὶς κανένας νὰ μὲ ρωτήσει, ἂν ἤθελα νὰ βαπτισθῶ καὶ νὰ γίνω χριστιανός; (αὐτὸ εἶναι συνηθισμένο ἐρώτημα τῶν Μαρτύρων τοῦ Ἰεχωβᾶ). Τὸ ἐρώτημα εἶναι σχῆμα ὀξύμωρο. Πῶς μπορεῖς νὰ ρωτηθείς, ἀφοῦ δὲν ἔχεις τὴ δυνατότητα νὰ κατανοήσεις καὶ νὰ ἀπαντήσεις; Τὸ Βάπτισμα τὸ κάνουμε στὰ νήπια γιὰ τὸ καλό τους, γιὰ νὰ τὰ προφυλάξουμε ἀπὸ ἕναν μέγιστο κίνδυνο. Τὸ ἴδιο ἄλλωστε δὲν κάνουμε στὰ μικρὰ παιδιά, ὅταν τὰ ἐμβολιάζουμε; Ζητᾶμε προηγουμένως τὴ συγκατάθεσή τους;

Τί εἶναι τὸ Βάπτισμα ἀνάγκης;

Εἶναι τὸ Βάπτισμα τὸ ὁποῖο τελεῖται ἐκτάκτως σὲ ἀβάπτιστα νήπια, τὰ ὁποία ἀπειλεῖ ὁ θάνατος, καὶ δὲν ὑπάρχει ἡ δυνατότητα νὰ γίνει στὴν Ἐκκλησία ἀπὸ κανονικὸ ἱερέα.

Τὸ παιδὶ ποὺ κινδυνεύει μπορεῖ νὰ τὸ βαπτίσει λαϊκός, ἄντρας ἢ γυναίκα -πάντα ὀρθόδοξος- στὸ ὄνομα τῆς ἁγίας Τριάδος καὶ σὲ ζῶν ὕδωρ (τρεχούμενο νερό). Ἂν δὲν ὑπάρχει πρόχειρα νερό, μπορεῖ νὰ τὸ βαπτίσει καὶ στὸν ἀέρα: «βαπτίζεται ὁ δοῦλος (ἢ ἡ δούλη) τοῦ Θεοῦ.., τάδε (θὰ λεχθεῖ τὸ ὄνομα) εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ἀμὴν» (τρεῖς φορές).

Τὸ Βάπτισμα αὐτὸ εἶναι κανονικό. Ἂν ἐπιζήσει τὸ νήπιο, δὲν ἐπαναλαμβάνεται τὸ Βάπτισμα. Τὸ πηγαίνουν οἱ γονεῖς του στὸ ναό, ὅπου ὁ ἱερέας διαβάζει μονάχα τὶς εὐχές, ποὺ δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ διαβασθοῦν κατὰ τὸ βάπτισμα ἀνάγκης, χωρὶς ὅμως νὰ γίνει βάπτιση, μὲ τριττὴ κατάδυση καὶ ἀνάδυση.

Τὸ Βάπτισμα ἀνάγκης ἐντάσσεται γενικὰ στὸ σκεπτικό του νηπιοβαπτισμοῦ. Κύριος σκοπὸς του εἶναι νὰ μὴν πεθάνει τὸ νήπιο ἀβάπτιστο, μὲ συνέπεια νὰ στερηθεῖ τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Τί γίνεται ὅμως ἕνα ἀβάπτιστο νήπιο ποὺ πεθαίνει αἰφνίδια, μόνο ὁ Θεὸς γνωρίζει. Διότι ὑπάρχει μὲν τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, δὲν ὑπάρχουν ὅμως παράλληλα καὶ προσωπικὲς ἁμαρτίες. Νὰ βρίσκεται σὲ μία οὐδέτερη κατάσταση μεταξὺ Παραδείσου καὶ κολάσεως (βλ. διάφορες ἐκδοχὲς: Χρ. Ἀνδρούτσου, Δογματικά, 1907, σελ. 328);

Εἶναι σωστὸ τὸ δὶ’ ἐπιχύσεως ἢ ραντισμοῦ βάπτισμα;

Στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία τὸ Βάπτισμα αὐτὸ ἦταν ἐπίσης Βάπτισμα ἀνάγκης. Γινόταν σὲ ἀσθενεῖς ποὺ ἦταν ξαπλωμένοι στὸ κρεβάτι καὶ δὲν μποροῦσαν νὰ μετακινηθοῦν καὶ νὰ κατέβουν στὴν κολυμβήθρα νὰ βαπτισθοῦν. Λεγόταν καὶ βάπτισμα τῶν «κλινικῶν» (αὐτῶν ποὺ ἦταν κλινήρεις).

Ἡ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία τὸ βάπτισμα αὐτὸ τῆς ἀνάγκης ποὺ ἦταν ἔκτακτο γεγονὸς στὴ ζωὴ τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας, τὸ ἀνύψωσε σὲ κανονικό της θεσμὸ ἀπὸ τὸν 14ον αἰώνα. Δὲν βαπτίζει σὲ κολυμβήθρα, ἀλλὰ ραντίζει τὴν κεφαλὴ τοῦ βαπτιζόμενου μὲ νερό. Τὸ κάνει γιὰ πρακτικοὺς κυρίως λόγους. Τὰ ἐπιχειρήματα ὅμως ποὺ προσάγει (ἡ πιθανὴ κάκωση τῆς ὑγείας τῶν τρυφερῶν νηπίων, τὸ γῆρας ἐνδεχομένως τῶν κληρικῶν, ψυχρὲς κλιματολογικὲς συνθῆκες κ.α.) δὲν εἶναι πειστικά, ἰδίως μετὰ τὴ ραγδαία τεχνολογικὴ ἐξέλιξη τῆς ἐποχῆς μας.

Ἡ Ὀρθόδοξη Καθολικὴ Ἐκκλησία, ἀκολουθοῦσα τὴν πράξη τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας (αὐτὸ μαρτυροῦν τὰ σωζόμενα βαπτιστήρια, κτίσματα ἰδιαίτερα μὲ κολυμβήθρα, ὅπου γίνονταν οἱ βαπτίσεις), βαπτίζει τὰ νήπια. ἄλλωστε ἡ λέξη «βάπτισμα», σημαίνει ἐμβύθιση σὲ νερό. Τὴν καινοτομία τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας ἀποδοκιμάζει.

Πότε ἕνα βάπτισμα εἶναι κανονικό;

α. Ὅταν γίνεται ἀπὸ κανονικὰ χειροτονημένο Ἱερέα στὸ ἔδαφος τῆς Ἐκκλησίας. Τὴ δυνατότητα τελέσεως κανονικοῦ βαπτίσματος ἔχουν χάσει οἱ αἱρετικοὶ καὶ οἱ σχισματικοί. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν ἀνήκουν στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Μοιάζουν μὲ τὰ κλαδιὰ ποὺ κόπηκαν ἀπὸ τὸ δέντρο καὶ ξεράθηκαν. Ἔτσι κι αὐτοὶ δὲν ἔχουν μέσα τους ζωή, τὴν ὁποία φυσικὰ δὲν μποροῦν νὰ μεταδώσουν σὲ ἄλλους. Εἶναι πνευματικὰ νεκροί.

β. Ὅταν γίνεται στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας καὶ Ζωοποιοῦ Τριάδος. Ὁ ὅρος αὐτὸς εἶναι ἀπαράβατος γιὰ τὴν κανονικότητα καὶ ἐγκυρότητα τοῦ Μυστηρίου. Τὸ Βάπτισμα «εἰς Χριστὸν» («ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε») δὲν ἀντικαθιστᾶ τὸ βάπτισμα στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Σημαίνει ἁπλῶς τὸ βάπτισμα στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, στὸ λυτρωτικὸ ἔργο Του, μὲ τὸ ὁποῖο σώζονται οἱ πιστοί.

γ. Ὅταν γίνεται κατὰ τὴν τυπικὴ ἀκολουθία τῆς Ἐκκλησίας.

Τὸ βάπτισμα οἱ Προτεστάντες τὸ δέχονται, παρὰ τὴν ἄλλη ἀπέχθεια ποὺ τρέφουν πρὸς τὰ ἐκκλησιαστικὰ Μυστήρια (ἀποτελοῦν ἐξωτερικὰ στοιχεῖα τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ αὐτοὶ δέχονται μόνο τὴν ἀόρατη Ἐκκλησία), μὴ τολμῶντες νὰ ἔλθουν σὲ κατάφωρη ἀντίθεση πρὸς τὴ μαρτυρία τῆς ἁγίας Γραφῆς. 






 

 

Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.