Σάββατο, 21 Σεπτεμβρίου 2013

Ἡ Ἐκκλησία.


 Ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων

ΚΓ´ . ῾Η ᾿Εκκλησία λοιπόν, ὀνομάζεται «Καθολική», ἐπειδή προορίζεται νά περιλάβει στούς κόλπους της κάθε ἄνθρωπο ἀπό ὅλη τήν οἰκουμένη, πού ἁπλώνεται ἀπό τή μιά ὡς τήν ἄλλη ἄκρη τῆς γῆς. Καί ἀκόμα ἐπειδή διδάσκει τήν ὅλη χριστιανική ἀλήθεια, χωρίς νά παραλείπει τό παραμικρό ἀπό τίς δογματικές ἀλήθειες πού πρέπει νά γνωρίζει ὁ κάθε χριστιανός, σχετικά μέ ὅσα εἶναι ὁρατά καί ἀόρατα, ἐπουράνια καί ἐπίγεια. ᾿Ακόμα τήν ὀνομάζουμε «Καθολική»14, γιατί φέρνει στήν εὐσεβή ζωή ὅλο τό γένος τῶν ἀνθρώπων, ἄρχοντες καί ὑπήκοους, γραμματισμένους καί ἀγράμματους. Καί ἐπιπλέον γιατί γιατρεύει καί θεραπεύει κάθε εἶδος ἁμαρτίας πού ἔχει διαπραχθεῖ μέ τήν ψυχή ἤ μέ τό σῶμα. Τέλος, τήν ὀνομάζουμε «Καθολική», γιατί περικλείει μέσα της ὅλες τίς ἀρετές πού ἐκφράζονται μέ τά ἔργα, μέ τά λόγια καί γενικά μέ κάθε εἴδους χαρίσματα πνευματικά.

ΚΔ´ . «᾿Εκκλησία» ὀνομάζεται γιατί, ὅπως δηλώνει καί ἡ λέξη, συγκαλεῖ σέ μία σύναξη ὅλους τούς ἀνθρώπους, καθώς ὁ Κύριος λέει στό βιβλίο τοῦ Λευιτικοῦ: ῞Ολους τούς ᾿Ισραηλίτες πού ἔχουν ὑποχρέωση καί δικαίωμα γιά τά κοινά «ἐκκλησίασον», δηλαδή συγκέντρωσέ τους μπροστά στίς θύρες τῆς Σκηνῆς τοῦ Μαρτυρίου (Λευιτ. 8, 3). Πρέπει νά σημειωθεῖ ὅτι τό «ἐκκλησίασον» ἀναφέρεται πρώτη φορά σ᾿ αὐτό τό σημεῖο τῆς ἁγίας Γραφῆς, ὅταν ὁ Κύριος καθιστοῦσε τόν ᾿Ααρών ἀρχιερέα. Στό βιβλίο ἐπίσης τοῦ Δευτερονομίου λέει ὁ Θεός στό Μωυσῆ: «᾿Εκκλησίασον», δηλαδή συγκέντρωσε «ἐνώπιόν μου τό λαό καί ἄς ἀκούσουν τούς λόγους μου, γιά νά μάθουν νά μέ σέβονται καί νά μέ φοβοῦνται» (Δευτ. 4, 10). ῾Η λέξη «᾿Εκκλησία» ἀναφέρεται πάλι, ὅταν γίνεται λόγος γιά τίς πλάκες τοῦ Νόμου: «Πάνω σ᾿ αὐτές ἦταν γραμμένο καθετί πού εἶπε σ᾿ ἐσᾶς ὁ Κύριος, πάνω στό ὄρος Σινᾶ, μέσα ἀπό τό θεϊκό πῦρ, κατά τήν ἡμέρα τῆς ἐκκλησίας» (Δευτ. 9, 10). Σάν νά ἤθελε μέ αὐτό τό «κατά τήν ἡμέρα τῆς ἐκκλησίας» νά πεῖ πιό καθαρά «κατά τήν ἡμέρα πού ὁ Θεός σᾶς κάλεσε καί σᾶς σύναξε». ῾Ο Ψαλμωδός ἐπίσης λέει· «Θά προσευχηθῶ ἀπό τό βάθος τῆς καρδιᾶς μου, Κύριε, μέσα σέ μεγάλη ἐκκλησία, ἀνάμεσα σέ πολύ πυκνό πλῆθος λαοῦ, θά Σέ ὑμνήσω» (Ψαλμ. 34, 18).

ΚΕ´ . Πρωτύτερα λοιπόν ἔψαλε ὁ Ψαλμωδός: «Μέσα στήν ἐκκλησία νά δοξολογεῖτε τόν Θεό, τόν Κύριο, ὅλοι σεῖς οἱ ἀπόγονοι τοῦ ᾿Ισραήλ» (Ψαλμ. 67, 27). ᾿Αφοῦ ὅμως οἱ ᾿Ιουδαῖοι ἔχασαν τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἐξαιτίας τῆς κακόβουλης στάσης τους ἐνάντια στόν Σωτήρα Χριστό, ὁ Σωτήρας ἵδρυσε δεύτερη ᾿Εκκλησία, τή χριστιανική, ἡ ὁποία συγκροτεῖται ἀπό ἀνθρώπους πού ἀνήκουν σέ διάφορα ἄλλα ἔθνη, ἐκτός τοῦ ᾿Ισραήλ15. Γι᾿ αὐτήν τήν ᾿Εκκλησία εἶπε ὁ Κύριος στόν ἀπόστολο Πέτρο· «Πάνω σ᾿ αὐτήν τήν Πέτρα θά οἰκοδομήσω τήν ᾿Εκκλησία μου καί δέν θά τήν κατανικήσουν οἱ δυνάμεις τοῦ ῞Αδη» (Ματθ. 16, 18).

Προφητεύοντας γι᾿ αὐτές τίς δύο ᾿Εκκλησίες ἔλεγε ξεκάθαρα ὁ προφήτης Δαβίδ· γιά μέν τήν πρώτη ᾿Ιουδαϊκή ἐκκλησία: «Μίσησα τήν ἐκκλησία τῶν δόλιων καί πονηρῶν ἀνθρώπων» (Ψαλμ. 25, 5). Γιά δέ τή δεύτερη, πού θά δημιουργεῖτο ἀπό τόν Χριστό: «Κύριε, ἀγάπησα μ᾿ ὅλη μου τήν ψυχή τήν εὐπρέπεια τοῦ οἴκου Σου» (Ψαλμ. 25, 8). Καί ἀμέσως, στή συνέχεια: «Μέσα στήν ἐκκλησία θά εὐλογήσω Κύριε τό ῎Ονομά Σου» (Ψαλμ. 25, 12). ᾿Αφοῦ λοιπόν ἡ μιά, ἡ ᾿Ιουδαϊκή ἐκκλησία στερήθηκε τή θεία Χάρη, οἱ ᾿Εκκλησίες τοῦ Χριστοῦ πληθύνθηκαν καί γέμισαν ὅλη τήν οἰκουμένη. Γι᾿ αὐτές τίς ᾿Εκκλησίες εἶναι γραμμένο στούς Ψαλμούς: «Ψάλατε στόν Κύριο καινούριο ὕμνο. ῾Η δοξολογία τοῦ ᾿Ονόματός Του ἄς ἀντηχήσει στήν ἐκκλησία τῶν ἀφοσιωμένων δούλων Του» (Ψαλμ. 149, 1). Σχετικά μέ αὐτά τά λόγια τοῦ Ψαλμοῦ εἶναι κι ἐκεῖνα πού εἶπε πρός τούς ᾿Ιουδαίους ὁ προφήτης Μαλαχίας: «Δέν εὐαρεστοῦμαι πλέον σέ σᾶς, λέει ὁ Κύριος ὁ Παντο–κράτορας» (Μαλ. 1, 10). Καί ἀμέσως συνεχίζει: «Διότι ἀπ᾿ τά χαράματα μέχρι τή δύση τό ῎Ονομά μου δοξάζεται ἀπό τά ἔθνη» (Μαλ. 1, 11). Γι᾿ αὐτήν τήν ῾Αγία, Καθολική ᾿Εκκλησία γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στόν Τιμόθεο: «Γιά νά γνωρίσεις πῶς πρέπει νά συμπεριφέρεται κανείς στόν οἶκο τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἡ ᾿Εκκλησία τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ὁ στύλος καί τό θεμέλιο τῆς ἀλήθειας» (Α´ Τιμ. 3, 15)16.

ΚϚ´ . ῾Η λέξη ὅμως ἐκκλησία ἔχει πολλές χρήσεις, ὅπως π.χ. ἔχει χρησιμοποιηθεῖ στό βιβλίο τῶν Πράξεων τῶν ᾿Αποστόλων, ὅπου ὁ συγγραφέας λέγοντας ἐκκλησία ἀναφέρεται στόν ὄχλο τῶν ᾿Εφεσίων, πού ἦταν συγκεντρωμένος στό θέατρο: «᾿Αφοῦ εἶπε αὐτά, ἀπέλυσε τήν ἐκκλησία» (Πράξ. 19, 41). Κατά κυριολεξία βέβαια θά μποροῦσε κανείς πραγματικά νά ὀνομάσει «ἐκκλησία πονηρευομένων» τίς συνάξεις τῶν αἱρετικῶν, ἐννοῶ τίς συγκεντρώσεις τῶν ὀπαδῶν τοῦ Μαρκίωνα, τοῦ Μάνη, καί ὅλων τῶν ἄλλων. Γι᾿ αὐτό καί τό Σύμβολο τῆς Πίστεως, γιά νά εἶσαι σίγουρος ὅτι μιά ἀνθρώπινη συγκέντρωση εἶναι ἐκκλησία17, σοῦ παρέδωσε κι αὐτό πού ἀναφέρει τό ἴδιο ἄρθρο στή συνέχεια, δηλαδή τό «εἰς Μίαν ῾Αγίαν, Καθολικήν ᾿Εκκλησίαν», ὥστε νά ἀποφεύγεις τίς μιαρές συγκεντρώσεις τῶν αἱρετικῶν καί νά παραμένεις ἰσόβια μέλος τῆς ῾Αγίας, Καθολικῆς ᾿Εκκλησίας, στούς κόλπους τῆς ὁποίας ἀναγεννήθηκες.

Κι ἄν καμιά φορά βρεθεῖς σέ ξένη πόλη, ὅποια καί ἄν εἶναι, νά μή ρωτᾶς ἁπλῶς ποῦ εἶναι ὁ Ναός -γιατί καί οἱ ἄλλοι ἀσεβεῖς αἱρετικοί τολμοῦν νά ἀποκαλοῦν τίς σπηλιές τους Ναούς- οὔτε νά ρωτᾶς ἁπλῶς ποῦ εἶναι ἡ ᾿Εκκλησία, ἀλλά νά ζητᾶς νά μάθεις «ποῦ βρίσκεται ἡ Καθολική ᾿Εκκλησία»18. Γιατί αὐτό εἶναι τό ἰδιαίτερο ὄνομα πού χαρακτηρίζει αὐτήν τήν ῾Αγία Μητέρα ὅλων μας, ἡ ῾Οποία εἶναι Νύμφη τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος λέει στήν πρός ᾿Εφεσίους ἐπιστολή του· «Καθώς καί ὁ Χριστός ἀγάπησε τήν ᾿Εκκλησία καί παρέδωσε τόν ῾Εαυτό Του γιά χάρη της» (᾿Εφεσ. 5, 25) καί ὅλα τά παρακάτω. ῾Η ᾿Εκκλησία εἶναι τύπος καί ὁμοίωμα τῆς ἄνω ῾Ιερουσαλήμ, «ἡ ὁποία εἶναι ἐλεύθερη καί μητέρα ὅλων μας» (πρβλ. Γαλ. 4, 26). Εἶναι ᾿Εκείνη πού «προηγουμένως ἦταν στείρα, τώρα ὅμως εἶναι πολύτεκνη» (πρβλ. Γαλ. 4, 27).

ΚΖ´ . ῾Η πρώτη ἐκκλησία τῶν ᾿Ιουδαίων ἔχασε τή Χάρη. Στή δεύτερη ὅμως ᾿Εκκλησία, τήν Καθολική, ὅπως ἐξηγήσαμε τόν ὅρο αὐτό στή σημερινή Κατήχηση, καθώς μᾶς λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὁ Θεός «ἄλλους μέν τούς τοποθέτησε στήν ᾿Εκκλησία πρῶτον ᾿Αποστόλους, δεύτερον Προφῆτες, τρίτον Διδασκάλους. ῎Επειτα ἄλλους τούς ἔθεσε νά κάνουν κάθε εἴδους θαύματα, ἄλλους νά ἔχουν χαρίσματα θεραπειῶν, χαρίσματα προστασίας τῶν ὀρφανῶν, τῶν χηρῶν, τῶν πτωχῶν, τῶν παντός εἴδους ἀσθενῶν· χαρίσματα κυβερνήσεως καί διοικήσεως στήν ᾿Εκκλησία· χαρίσματα διαφόρων γλωσσῶν» (Α´ Κορ. 12, 28). ᾿Ακόμα ὁ Θεός χάρισε στήν ᾿Εκκλησία Του κάθε ἀρετή· σοφία καί σύνεση, σωφροσύνη καί δικαιοσύνη, ἐλεημοσύνη καί φιλανθρωπία, ὑπομονή καί ἀδάμαστη καρτερικότητα στούς διωγμούς. Αὐτή λοιπόν ἡ ᾿Εκκλησία «μέ τά ὅπλα τῆς δικαιοσύνης τά ἐπιθετικά καί τά ἀμυντικά, δοκιμάζοντας δόξα καί ἀτίμωση» (Β´ Κορ. 6, 7-8), παλιότερα στούς καιρούς τῶν διωγμῶν καί τῶν θλίψεων, στεφάνωσε μέ τά πολυάνθιστα στεφάνια ὑπομονῆς τούς ἁγίους Μάρτυρες καί τώρα, στούς καιρούς τῆς εἰρήνης, μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀπολαμβάνει τήν τιμή, πού τῆς πρέπει, ἀπό βασιλεῖς καί ἄρχοντες καί ἀπό ἀνθρώπους κάθε καταγωγῆς καί προελεύσεως. Οἱ βασιλεῖς ἐξουσιάζουν τό λαό μιᾶς μονάχα περιοχῆς πού διοικοῦν19. Καί μονάχα ἡ ῾Αγία, Καθολική ᾿Εκκλησία ἔχει ἀπεριόριστη δύναμη καί ἐξουσία σ᾿ ὁλόκληρη τήν οἰκουμένη. Γιατί, σύμφωνα μέ αὐτό πού γράφει ὁ Ψαλμωδός «ὁ Θεός ἔθεσε στά σύνορά σου εἰρήνη» (πρβλ. Ψαλμ. 147, 3). Γι᾿ αὐτήν τήν ᾿Εκκλησία, ἄν ἤθελα νά τά πῶ ὅλα, θά χρειαζόμουν πολύ περισσότερες ὧρες, γιά νά τά διηγηθῶ20.

ΚΗ´ . Στούς κόλπους αὐτῆς τῆς ῾Αγίας, Καθολικῆς ᾿Εκκλησίας, ἔχοντας τή σωστή διδασκαλία καί τή σωστή ζωή, θά κληρονομήσουμε τή Βασιλεία τῶν οὐρανῶν καί τήν αἰώνια ζωή, γιά τήν ὁποία κάνουμε τά πάντα, ὥστε νά τήν ἀπολαύσουμε, χαρισμένη σέ μᾶς ἀπό τόν Κύριο καί χορηγό αὐτῆς. Γιατί ὁ σκοπός μας δέν ἀποβλέπει σέ μικρά πράγματα, ἀλλά ἡ φροντίδα κι ὁ ἀγώνας μας γίνεται γιά τήν ἀπόλαυση τῆς αἰώνιας ζωῆς. Γι᾿ αὐτό ἀκριβῶς καί στό Σύμβολο τῆς Πίστεως, μετά ἀπό τό σημεῖο ἐκεῖνο πού ἀναφέρεται στήν ἀνάσταση τῶν σωμάτων, γιά τήν ὁποία ἔχουμε ἤδη μιλήσει, διδασκόμαστε νά πιστεύουμε καί στήν αἰώνια ζωή, γιά τήν ὁποία ἀγωνιζόμαστε ἐμεῖς οἱ χριστιανοί.

ΚΘ´ . ῾Η πραγματική καί ἀληθινή ζωή εἶναι ὁ Πατέρας, ὁ ῾Οποῖος διά τοῦ Υἱοῦ καί «ἐν ῾Αγίῳ Πνεύματι», σάν ἀπό μιά αἰώνια καί ἀστείρευτη πηγή, ἀδιάκοπα, ἀναβρύει καί παρέχει ὅλες τίς ἐπουράνιες δωρεές στόν κόσμο τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς αἰωνιότητας. Καί ἀπό τή φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ ἔχει δοθεῖ καί σ᾿ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους ἡ ἀψευδής ὑπόσχεση γιά τήν ἀπόλαυση τῶν ἐπουρανίων αὐτῶν δωρεῶν τῆς αἰώνιας ζωῆς. Δέν εἶναι δυνατόν νά μήν πιστέψουμε σ᾿ αὐτό. Πρέπει νά πιστεύουμε, ὄχι γιατί ἐμπιστευόμαστε στίς ἀσθενικές δυνάμεις μας, ἀλλά γιατί ἐλπίζουμε στή δύναμη ᾿Εκείνου. «Γιατί ὅλα εἶναι δυνατά στόν Θεό» (πρβλ. Ματθ. 19, 26). Καί γιά τό ὅτι αὐτό εἶναι δυνατόν καί ὅτι προσδοκοῦμε καί περιμένουμε νά ζήσουμε αἰώνια, λέει ὁ προφήτης Δανιήλ: «Καί πολλοί δίκαιοι θά εἶναι σάν τ᾿ ἀστέρια στούς αἰῶνες καί πέρα τῶν αἰώνων» (Δαν. 12, 3). Καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέει· «Καί ἔτσι πάντοτε θά εἴμαστε μαζί μέ τόν Κύριο» (Α´ Θεσ. 4, 17). Αὐτό τό «θά εἴμαστε πάντοτε μαζί μέ τόν Κύριο», ὑπονοεῖ τήν αἰώνια ζωή. Ξεκάθαρα ἐπίσης μᾶς λέει καί ὁ Σωτήρας μας στά Εὐαγγέλια: «Καί θά πᾶνε αὐτοί στήν αἰώνια κόλαση καί οἱ δίκαιοι στήν αἰώνια ζωή» (Ματθ. 25, 46).

Λ´ . ῾Υπάρχουν πολλές ἀποδείξεις γιά τήν αἰώνια ζωή. Σέ ὅσους δέ ἀπό μᾶς ἐπιθυμοῦν ν᾿ ἀποκτήσουν αὐτή τήν αἰώνια ζωή, τά βιβλία τῆς Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης μᾶς ὑποδεικνύουν τούς τρόπους, μέ τούς ὁποίους μποροῦμε νά τήν ἀποκτήσουμε21. Γι᾿ αὐτούς τούς τρόπους -ἐπειδή δέν θέλω νά δώσω ἔκταση στήν ὁμιλία μου- θά παραθέσουμε λίγες μονάχα μαρτυρίες, ἀφήνοντας τίς ἄλλες νά τίς μελετήσουν μέ λεπτομέρειες ὅσοι διαθέτουν τήν ἀνάλογη προθυμία. ῎Αλλοτε μᾶς λέει ἡ ἁγία Γραφή ὅτι θά ἀποκτήσουμε τήν αἰώνια ζωή, «διά τῆς πίστεως». ᾿Επειδή εἶναι γραμμένο: «᾿Εκεῖνος πού πιστεύει στόν Υἱό θά ἔχει αἰώνια ζωή» (᾿Ιωάν. 3, 36) κ.τ.λ. Καί ἀλλοῦ λέει ὁ ἴδιος Εὐαγγελιστής: «᾿Αληθινά σᾶς λέω, ὅτι αὐτός πού ἀκούει τό λόγο μου καί πιστεύει σ᾿ ᾿Εκεῖνον πού μέ ἔχει ἀποστείλει, θά ἔχει αἰώνια ζωή» (᾿Ιωάν. 5, 24) καί τά ὑπόλοιπα. ᾿Αλλοῦ πάλι μᾶς λέει ἡ ἁγία Γραφή ὅτι θά ἀποκτήσουμε τήν αἰώνια ζωή διά τοῦ κηρύγματος τοῦ Εὐαγγελίου. Γιατί λέει τό ἱερό Εὐαγγέλιο: «Κι ἐκεῖνος πού θερίζει παίρνει μισθό καί συγκεντρώνει καρπό στήν αἰώνια ζωή» (᾿Ιωάν. 4, 36). Κι ἄλλοτε πάλι ἡ ἁγία Γραφή μᾶς ὑποδεικνύει τό δρόμο τοῦ μαρτυρίου καί τῆς «ἐν Χριστῷ» ὁμολογίας, καί μᾶς λέει: «᾿Εκεῖνος πού μισεῖ σ᾿ αὐτόν ἐδῶ τόν κόσμο τή ζωή του, θά τή διαφυλάξει στήν αἰώνια ζωή» (᾿Ιωάν. 12, 25). Κι ἀλλοῦ πάλι, πάνω στό θέμα τοῦ ὅτι πρέπει νά προτιμᾶμε περισσότερο ἀπό τά χρήματα καί τούς συγγενεῖς τόν Χριστό, λέει: «῞Οποιος ἄφησε ἀδελφούς ἤ ἀδελφές» (Ματθ. 19, 29) κ.τ.λ., «θά κληρονομήσει τήν αἰώνια ζωή». ῎Αλλο τρόπο πού μᾶς προτείνει ἡ ἁγία Γραφή, γιά νά ἀποκτήσουμε τήν αἰώνια ζωή, εἶναι ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν. Δηλαδή, «νά μή μοιχεύσεις, νά μήν κλέψεις» καί τά ὑπόλοιπα (πρβλ. Ματθ. 19, 18). Γιατί ἔτσι ἀπάντησε ὁ Χριστός σ᾿ ἐκεῖνον πού Τόν πλησίασε καί τοῦ εἶπε: «Διδάσκαλέ μου καλέ, τί νά κάνω γιά νά κληρονομήσω τήν αἰώνια ζωή;» (πρβλ. Ματθ. 19, 16). ᾿Ακόμα ἡ ἁγία Γραφή μᾶς ὑποδεικνύει τήν ἐγκατάλειψη τῶν ἁμαρτωλῶν πράξεων καί τή συνέχιση τῆς ζωῆς μας κάτω ἀπό τή διακονία καί τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Γιατί ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς λέει:»
«Τώρα πιά, πού ἔχετε ἐλευθερωθεῖ ἀπό τήν ἁμαρτία καί ἔχετε ὑποδουλωθεῖ στήν ἀγάπη καί στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, θά συνάξετε ὡς καρπό τῶν κόπων σας τόν ἁγιασμό καί κατάληξή σας θά εἶναι ἡ αἰώνια ζωή (Ρωμ. 6, 22).

ΛΑ´ . ῾Υπάρχουν ὅπως εἶπα, πολλοί τρόποι γιά ν᾿ ἀποκτήσει κανείς τήν αἰώνια ζωή, ἀπό τούς ὁποίους παράλειψα νά σᾶς ἀναφέρω τούς περισσότερους, ἀκριβῶς ἐπειδή εἶναι τόσοι πολλοί. Διότι ὁ Κύριος, ὄντας φιλάνθρωπος, ἄνοιξε ὄχι μιά, οὔτε δυό, ἀλλά πάρα πολλές πόρτες22, γιά νά μπορέσουν ὅλοι νά μποῦν ἀνεμπόδιστα -τουλάχιστον ἀπό τήν πλευρά τοῦ Θεοῦ- καί νά τήν ἀπολαύσουν. ῞Ολα αὐτά, τά σχετικά μέ τήν αἰώνια ζωή, σᾶς τά ἐκθέσαμε μέ συνοπτικό λόγο, ἀλλά μέ σαφήνεια καί πληρότητα, σύμφωνα μέ τή σπουδαιότητα τοῦ θέματος, γιατί αὐτή ἡ διδασκαλία γιά τήν αἰώνια ζωή εἶναι καί τό τελευταῖο ἄρθρο τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως καί ὁ τελικός στόχος τῆς πίστεως πού περιέχεται σέ ὁλόκληρο τό Σύμβολο τῆς Πίστεως. Αὐτήν, εἴθε ὅλοι μας, καί ἐμεῖς πού σᾶς διδάσκουμε καί ἐσεῖς πού μᾶς ἀκοῦτε, ν᾿ ἀξιωθοῦμε μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, νά ἀπολαύσουμε.

ΛΒ´ . Καί τώρα, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, μιά καί εἶχα τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ νά σᾶς διδάξω αὐτές τίς Κατηχήσεις, σᾶς παρακαλῶ νά ἑτοιμάζετε τήν ψυχή σας νά δεχτεῖ ὅλα αὐτά τά ἐπουράνια χαρίσματα. Καί γιά μέν τήν ἁγία καί ἀποστολική πίστη πού σᾶς παραδώσαμε, γιά νά γίνει κτῆμα σας καί γιά νά εἴσαστε σέ θέση νά τήν ὁμολογεῖτε μέ τή Χάρη τοῦ Κυρίου, κάναμε ὅσες διδασκαλίες μπορούσαμε, ὅλες αὐτές τίς ἡμέρες τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς πού πέρασαν. Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ἔπρεπε νά ποῦμε μόνο ὅσα εἴπαμε. Εἶναι πολλά αὐτά πού παραλείψαμε καί τά ὁποῖα ἴσως πιό καλοί διδάσκαλοι θά τά κατανοοῦσαν καί θά τά ἀπέδιδαν ἐπιτυχέστερα23. Τώρα ὅμως πού πλησιάζει ἡ ἁγία ἡμέρα τοῦ Πάσχα καί ἡ ἀγάπη σας θά λάβει τό θεῖο φωτισμό, ἑνωμένοι μέ τόν Χριστό μέσω τοῦ λουτροῦ τῆς παλιγγενεσίας, δηλαδή τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος, θά διδαχτεῖτε πάλι, ἄν θέλει ὁ Θεός, ὅσα πρέπει νά γνωρίζετε ὡς χριστιανοί. Δηλαδή θά διδαχτεῖτε, μέ πόση τάξη καί εὐσέβεια θά πρέπει, ὅταν σᾶς καλέσει ὁ λειτουργός, νά πλησιάσετε καί νά μπεῖτε στό Βαπτιστήριο, ποιά εἶναι ἡ σκοπιμότητα καί ἡ θεολογική σημασία κάθε τελετουργικῆς πράξεως καί κινήσεως πού θά λάβει χώρα, κατά τή διάρκεια τοῦ Μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος. Κι ἀκόμα μέ πόση εὐλάβεια θά πρέπει νά προσερχόσαστε, μετά τό Βάπτισμα, στό ἅγιο θυσιαστήριο τοῦ Θεοῦ, γιά νά ἀπολαύσετε τῶν ἐπουρανίων καί πνευματικῶν Μυστηρίων, πού βρίσκονται ἐκεῖ. ῎Ετσι ὥστε ἡ ψυχή σας, μέ τή διδασκαλία, νά διαφωτιστεῖ ἀπό πρίν, πάνω στό μέγεθος τοῦ καθενός ἀπό τά χαρίσματα πού θά σᾶς δοθοῦν ὡς δωρεά ἀπό τόν Θεό.

ΛΓ´ . Μετά ἀπό τήν ἁγία καί σωτήρια ἡμέρα τοῦ Πάσχα ἀμέσως, ἀπό τή Δευτέρα τῆς Διακαινησίμου, κάθε ἡμέρα καί γιά ὅλη τήν ἑβδομάδα, ἀφοῦ μετά τή Θεία Λειτουργία ἔρθετε στόν ἅγιο αὐτό τόπο τῆς ᾿Αναστάσεως, ἄν θέλει ὁ Θεός, θά ἀκούσετε ἄλλες Κατηχήσεις. Σ᾿ αὐτές τίς Κατηχήσεις θά διδαχτεῖτε πάλι, ὥστε νά πληροφορηθεῖτε γιά ποιό λόγο καί μέ ποιό σκοπό ἔχει γίνει κάθε τελετουργική μυστηριακή κίνηση καί νά πάρετε τίς σχετικές μαρτυρίες-ἀποδείξεις ἀπό τήν Παλαιά καί Καινή Διαθήκη. Καί πρῶτα-πρῶτα θά σᾶς μιλήσουμε γιά ὅσα γίνονται ἀμέσως πρίν ἀπό τό Βάπτισμα. Κατόπιν θά μάθετε πῶς ὁ Κύριος σᾶς χάρισε τήν πλήρη κάθαρση ἀπό τίς ἁμαρτίες σας, μέ τό λουτρό τοῦ ὕδατος καί μέ τή ρηματική ἐπίκληση τῆς Χάρης τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος (πρβλ. ᾿Εφεσ. 5, 26). ᾿Ακόμα, πῶς μέ τήν ἱερολογία τῶν Μυστηρίων τοῦ Βαπτίσματος καί τοῦ Χρίσματος πήρατε τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καί πῶς σᾶς δόθηκε ἡ σφραγίδα τῆς κοινωνίας τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. Θά διδαχτεῖτε ἀκόμα καί γιά τά ῎Αχραντα Μυστήρια τά ὁποῖα λειτουργοῦνται στό θυσιαστήριο τῆς Καινῆς Διαθήκης ἀπό τόν ᾿Ιησοῦ Χριστό, πού πρῶτος καί Μόνος τά λειτούργησε σ᾿ αὐτήν ἐδῶ τήν Πόλη24. Θά διδαχτεῖτε δηλαδή πῶς ἀκριβῶς μᾶς τά ἔχουν παραδώσει οἱ ἅγιες Γραφές, ποιά εἶναι ἡ δύναμή τους καί πῶς καί πότε πρέπει νά προσέρχεται κανείς σ᾿ αὐτά. Τέλος, θά διδαχτεῖτε πῶς πρέπει, στήν παρούσα ζωή, μέ λόγια καί ἔργα ἄξια τῆς Χάρης πού δεχτήκατε, νά συναναστρεφόσαστε, ὥστε νά ἀξιωθεῖτε νά ἀπολαύσετε καί τήν αἰώνια ζωή. Αὐτά λοιπόν, ἄν θέλει ὁ Θεός, θά σᾶς λεχθοῦν ἀργότερα.

ΛΔ´ . Λοιπόν, ἀδελφοί μου, νά χαιρόσαστε πάντοτε, μέ τή χαρά τοῦ Κυρίου. Θά σᾶς τό ξαναπῶ: Νά χαιρόσαστε (πρβλ. Φιλιπ. 3, 1 καί 4, 4). Γιατί ἔφτασε ἡ ὥρα τῆς ἀπολύτρωσής σας (πρβλ. Λουκ. 21, 28) καί ὁ ἐπουράνιος στρατός τῶν ᾿Αγγέλων ἀναμένει τή σωτηρία σας. ᾿Ακούγεται ἤδη ἡ φωνή πού κράζει δυνατά στήν ἔρημο: «῾Ετοιμάστε τήν ὁδό τοῦ Κυρίου» (῾Ησ. 40, 3. Ματθ. 3, 3). ῾Ο προφήτης ῾Ησαΐας κραυγάζει: «῞Οσοι διψᾶτε πορευτεῖτε πρός τό νερό» (῾Ησ. 55, 1). Κι ἀλλοῦ πάλι· «᾿Ακοῦστε με καί θά ἀπολαύσετε τά ἀγαθά καί θά εὐφρανθεῖ μέσα στά ἀγαθά ἡ ψυχή σας» (῾Ησ. 55, 2). Σέ λίγο θά ἀκούσετε τήν ὡραία ἀνάγνωση ἀπό τό ἐδάφιο πού θά λέει: «Φωτίσου νέα ῾Ιερουσαλήμ, γιατί ἔφτασε κοντά σου τό φῶς» (πρβλ. ῾Ησ. 60, 1). Γι᾿ αὐτή τή νέα ῾Ιερουσαλήμ ὁ προφήτης ῾Ησαΐας εἶχε πεῖ: «Μετά ἀπό αὐτά θά ὀνομαστεῖς πόλη δικαιοσύνης, μητρόπολη πιστή Σιών» (῾Ησ. 1, 26), ἐπειδή ὁ νόμος προῆλθε ἀπό τή Σιών καί ὁ λόγος τοῦ Κυρίου ἀπό τήν ῾Ιερουσαλήμ, ὁ ὁποῖος ἀπό ἐδῶ ξεχύθηκε σέ ὅλη τήν οἰκουμένη.

Σ᾿ αὐτήν ἀπευθύνθηκε ὁ προφήτης ῾Ησαΐας καί γιά σᾶς τῆς εἶπε: «Σήκωσε ὁλόγυρα τά μάτια σου καί κύτταξε τά παιδιά σου πού εἶναι συναγμένα» (῾Ησ. 49, 18). Κι αὐτή ἀποκρίθηκε καί εἶπε: «Ποιοί ξέρουν νά πετοῦν ψηλά, πάνω ἀπό μένα, σάν τά σύννεφα καί σάν τά περιστέρια μέ τά μικρά τους;» (῾Ησ. 60, 8). Σύννεφα σᾶς ὀνόμασε γιά τήν πνευματική σας ζωή καί περιστέρια γιά τήν ἀκεραιότητά σας. Καί ἀλλοῦ πάλι λέει: «Ποιός ξέρει ἀπ᾿ αὐτά; ῎Η ποιός ἔχει δεῖ παρόμοια; Μήπως καί δοκίμασε, γιά μιά μονάχα ἡμέρα, ἡ γῆ ὠδίνες τοκετοῦ ἤ μήπως γεννήθηκε κάποιο ἔθνος μονομιᾶς; Διότι δοκίμασε ὠδίνες τοκετοῦ καί γέννησε ἡ Σιών τά παιδιά της» (῾Ησ. 66, 8). Καί θά γεμίσουν ὅλα ἀνεκλάλητη χαρά, γιατί ὁ Κύριος εἶπε: «Νά, θά κάνω ἐγώ ν᾿ ἀγαλλιάσει ἡ ῾Ιερουσαλήμ καί νά εὐφρανθεῖ ὁ λαός μου» (῾Ησ. 65, 18).

ΛΕ´ . ῎Ας δώσει ὁ Θεός νά εἰπωθεῖ καί γιά σᾶς τώρα: «Γεμίστε εὐφροσύνη οὐρανοί κι ἄς ἀγαλλιάσει ὅλη ἡ γῆ» (῾Ησ. 49, 13) καί στή συνέχεια: «῾Ο Θεός ἐλέησε τό λαό Του καί παρηγόρησε τούς ταπεινούς τοῦ λαοῦ Του» (῾Ησ. 49, 13). Αὐτά ὅλα θά σᾶς χαριστοῦν ἀπό τή φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ πού σᾶς ὑπόσχεται: «᾿Εγώ θά ἐξαφανίσω σάν σύννεφο τίς ἀνομίες σου καί σάν ὀμίχλη τίς ἁμαρτίες σου» (πρβλ. ῾Ησ. 44, 22). Κι ἐσεῖς, ἀφοῦ θά ἀξιωθεῖτε νά πάρετε τό ὄνομα τῶν πιστῶν —γιά τούς ὁποίους εἶναι γραμμένο στήν ἁγία Γραφή˙ σ᾿ αὐτούς πού θά δουλεύσουν σέ μένα θά τούς χαριστεῖ καινούριο ὄνομα, τό ὁποῖο θά εὐλογηθεῖ πάνω στή γῆ (πρβλ. ῾Ησ. 65, 15-16)— θά πεῖτε μέ εὐφροσύνη: «῎Ας εἶναι εὐλογητός ὁ Θεός καί Πατέρας τοῦ Κυρίου μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ᾿Εκεῖνος πού μᾶς χάρισε διά τοῦ Χριστοῦ κάθε πνευματική καί ἐπουράνια εὐλογία» (᾿Εφεσ. 1, 3). «᾿Από τόν ῾Οποῖο δεχτήκαμε τήν ἀπελευθέρωσή μας, μέ τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ καί τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, μέ τήν πλούσια Χάρη Του, πού σκόρπισε σέ μᾶς περίσσια» (᾿Εφεσ. 1, 7-8) κ.τ.λ. Καί ἀλλοῦ πάλι λέει: «῾Ο Θεός ὅμως, ἐπειδή εἶναι πολυέλεος καί πολυεύσπλαχνος, μᾶς ἀγάπησε μέ ἀπέραντη ἀγάπη. Κι ἐνῶ ἤμαστε πνευματικά νεκροί, ἐξαιτίας τῶν παραπτωμάτων μας, μᾶς ξανάδωσε τή ζωή μαζί μέ τόν Χριστό» (᾿Εφεσ. 2, 4-5) κ.τ.λ. Καί πάλι, ψάλτε παρόμοιο ὕμνο στόν Θεό, λέγοντας: «῞Οταν ὁ Θεός, ὁ Σωτήρας μας, φανέρωσε τήν καλοσύνη καί τήν ἀγάπη Του στούς ἀνθρώπους, μᾶς ἔσωσε, ὄχι γιά τά καλά ἔργα πού τυχόν κάναμε ἐμεῖς, ἀλλά γιατί μᾶς σπλαχνίστηκε. Μᾶς ἔσωσε μέ τό Βάπτισμα τῆς ἀναγέννησης καί τῆς ἀνανέωσης πού χαρίζει τό ῞Αγιο Πνεῦμα, τό ῾Οποῖο σκόρπισε πλούσια πάνω μας διά τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Σωτήρα μας γιά νά δικαιωθοῦμε μέ τή δική Του Χάρη καί νά κληρονομήσουμε τήν αἰώνια ζωή πού προσδοκοῦμε» (Τίτ. 3, 4-7).

Αὐτός λοιπόν, «ὁ Θεός καί Πατέρας τοῦ Κυρίου μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ὁ Πατέρας τῆς δόξας, ἄς σᾶς χαρίσει πνεῦμα σοφίας, πού θά σᾶς ἀποκαλύψει πῶς νά Τόν γνωρίσετε ἀκόμα καλύτερα. Κι ἄς φωτίζει τά πνευματικά μάτια τῆς ψυχῆς σας» (πρβλ. ᾿Εφεσ. 1, 16-17). Καί ἄς σᾶς διαφυλάξει σ᾿ ὅλη σας τή ζωή, χαρίζοντάς σας τή δύναμη καί τό φωτισμό γιά κάθε λόγο, ἔργο καί λογισμό ἀγαθό. Σ᾿ Αὐτόν ἀνήκει, τιμή καί δόξα, διά τοῦ Κυρίου μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, μαζί μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα, τώρα καί πάντοτε καί στούς ἀτέλειωτους αἰῶνες τῶν αἰώνων. ᾿Αμήν.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

14. Μέσα στό σύγχρονο «οἰκουμενιστικό» συγκρητισμό ἔχει ἀμβλυνθεῖ τό αἰσθητήριο τῶν περισσοτέρων ᾿Ορθοδόξων καί μέ τό ἐπίθετο «Καθολική ᾿Εκκλησία» χαρακτηρίζουν καί ἐννοοῦν τούς Δυτικούς Ρωμαιοκαθολικούς χριστιανούς, πού ἐφόσον εἶναι σχισματικοί καί αἱρετικοί δέν ἀνήκουν στή Μία, ῾Αγία, Καθολική καί ᾿Αποστολική ᾿Εκκλησία πού εἶναι ἡ ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία. Εἶναι λοιπόν ἀνάγκη νά μποῦν τά πράγματα στή θέση τους.

15. ῾Ιστορικά, Θεολογικά καί ἐκκλησιολογικά δέν εἶναι δυνατόν νά γενικευθεῖ μιά τέτοια θέση καί δέν μπορεῖ νά γίνει δεκτή ἀνεπιφύλακτα, γιατί διαχρονικά τό γένος τῶν ῾Εβραίων ἔχει, ὄχι μόνο ἁπλή, ἀλλά καί ἔνδοξη ἐκπροσώπηση μέσα στήν ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ.

16. ῾Ο Σαρκωμένος Θεός Λόγος εἶναι τό Κεφάλαιο τῆς ᾿Αλήθειας καί τῆς Ζωῆς τῆς ᾿Εκκλησίας. ῾Η ᾿Εκκλησία, κατά τό ἀνθρώπινο στοιχεῖο τῆς συστάσεως καί ὑποστάσεώς της, φανερώνει τήν πραγματική σχέση της μέ τήν ᾿Αλήθεια καί τή Ζωή, πού τῆς χαρίζει ὁ Θεός Λόγος, μέ τή λειτουργία τοῦ συνοδικοῦ συστήματος. ῾Η συνοδικότητα ἔχει τίς ρίζες της μέσα στά βάθη τῆς Τριαδικῆς Μοναρχίας ἤ τῆς Μοναρχικῆς Τριάδος καί βασίζεται στήν ἁρμονία πού πηγάζει ἀπό τήν ἀλληλοπεριχώρηση τῶν Τριῶν Προσώπων τῆς Μοναδικῆς ἐν Τριάδι Θεότητος. Διαχρονικά, μαρτυρεῖται ἡ λειτουργία τῆς συνοδικότητας μέσα στήν ᾿Εκκλησία καί ἡ ἐπιτυχία της διαβαθμίζεται πάντοτε σέ σχέση μέ τίς ἱστορικογεωγραφικές καί ἀνθρώπινες παραμέτρους τῶν φορέων τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας. ῾Η διοικητική ὀργάνωση τῆς ᾿Εκκλησίας ἔχει πολλές φορές ἀπειλήσει, ὅταν δέν ἔχει ἀφανίσει, τήν ἀκεραιότητα καί τήν ἀποτελεσματικότητα τῆς λειτουργίας τοῦ συνοδικοῦ συστήματος. ῾Η διαμόρφωση de facto ἐκκλησιαστικῶν διοικητικῶν μορφωμάτων (νεοπλα–σμάτων) στό χῶρο τῆς ᾿Εκκλησίας ἔχει ζημιώσει, πολλές φορές, σέ συνεργασία μέ τά ἀνθρώπινα πάθη, τή λειτουργία τοῦ συνοδικοῦ συστήματος.

17. Σέ κάθε ἀνθρώπινη λειτουργία ἤ ἔκφραση μπορεῖ νά ὑπάρξει, ἐκτός ἀπό τή λογική καί φυσική χρήση, καί κάποια παράχρηση ἤ κατάχρηση. ῎Ετσι φθάσαμε στό σημεῖο ἀπό τή μιά νά ὁμολογοῦμε ὅτι πιστεύουμε σέ Μία, ῾Αγία, Καθολική καί ᾿Αποστολική ᾿Εκκλησία καί ἀπό τήν ἄλλη νά μετέχουμε στό «Παγκόσμιο Συμβούλιο ᾿Εκκλησιῶν». Εἶναι ἄκρως ἐπίκαιρη ἡ σημασία αὐτῆς τῆς θέσεως τοῦ ῾Αγίου. Κάθε σύναξη θρησκευομένων, ἔστω καί χριστώνυμων, δέν μπορεῖ νά θεωρεῖται ᾿Εκκλησία οὔτε νά ἀνήκει στήν ᾿Εκκλησία. ῾Ο ἀνοικτός διάλογος μέ κάθε ἄνθρωπο εἶναι χρέος τῆς ᾿Εκκλησίας, ἀλλά ὁ συγκρητισμός δέν δημιουργεῖ μόνο ἐννοιολογική σύγχυση, δημιουργεῖ καί τά «θολά νερά» μέσα στά ὁποῖα ψαρεύει ὁ διάβολος καί τά ὄργανά του.

18. ῾Η ὑπόδειξη αὐτή τοῦ ῾Αγίου δέν μπορεῖ νά ἐφαρμοσθεῖ σήμερα. Στίς ἡμέρες μας ἔχουν πάρει τά χαρακτηριστικά αὐτά ἐπίθετα ἄλλες διαστάσεις στό θρησκειακό Χάρτη. ᾿Ορθόδοξοι αὐτοχαρακτηρίστηκαν καί οἱ Προχαλκηδόνιοι καί οἱ ᾿Αντιχαλκηδόνιοι πού εἶναι «Μονοφυσίτες». ῎Αλλοι θεωροῦν σκόπιμο νά χρησιμοποιοῦν τόν ὅρο «῾Ελληνορθόδοξη» ᾿Εκκλησία, μέ σκοπό νά φανερώνουν τή μόνη ἀκραιφνῶς ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία. Δέν εἶναι ὅμως ἀπόλυτα ἐπιτυχημένος ὁ ὅρος αὐτός γιά πολλούς λόγους. ῎Αλλοι σκέφτηκαν νά διατυπώσουν τόν ὅρο «ἡ ᾿Εκκλησία τῶν ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων», ὥστε νά διατηρήσουν ὅλα τά ἀπαραίτητα ἐκκλησιολογικά στοιχεῖα καί νά ἀποφύγουν τήν πρόσμιξή τους μέ ἐπουσιώδη στοιχεῖα δευτερεύοντος χαρακτῆρος. Στή Διασπορά, εὔκολα διακρίνει κανείς τήν ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία τῶν Ρώσων, τήν ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία τῶν Σέρβων, τήν ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία τῶν ῾Ελλήνων κ.λ.π.

19. Τό imperium, ἡ κοσμική ἐξουσία, εἶναι καί πρέπει νά εἶναι ξένο καί ἀπόβλητο στοιχεῖο στό Σῶμα τῆς ᾿Εκκλησίας, γιατί διαφορετικά, ἡ ᾿Εκκλησία παύει νά ταυτίζεται μέ τόν Χριστό, ὀντολογικά. Δέν πρέπει νά ταυτίζεται ἡ αὐθεντία τῆς ᾿Εκκλησίας, πού ἔχει μέσα στό συνοδικό χαρακτήρα της οἰκουμενική ἐμβέλεια, μέ τήν «παγκόσμια πολιτική ἐξουσία» ἄλλων ὀργανισμῶν. Πολύ περισσότερο δέν μπορεῖ νά συνδέεται μέ ἕνα πρόσωπο ἤ μέ ἕνα νεοπλασματικό συνοδικό ὑποκατάστατο πού στηρίζεται σέ καμένες ἤ εἰδωλολατρικά καί ἀνεδαφικά προβαλλόμενες, ἔστω καί κάποτε ἔνδοξες, δάφνες. Τότε δημιουργεῖται χωροχρονική «ἀπολίθωση τῆς ᾿Εκκλησίας». ῾Η ᾿Ορθόδοξη ἐκκλησιολογία ἀπαιτεῖ τήν ἱκανότητα τῆς ᾿Εκκλησίας νά προσλαμβάνει τή ζῶσα πραγματικότητα τοῦ κόσμου καί βάσει αὐτῆς νά λειτουργεῖ τό Ἐπισκοποκεντρικό συνοδικό της σύστημα. Δέν εἶναι δυνατόν ἀρχιερεῖς χωρίς ποίμνιο νά διαφεντεύουν, καί μάλιστα ipso jure, Ἐπισκόπους μέ ποίμνια καί, συγκριτικά, ὑπερμεγέθη. Αὐτή ἄλλωστε εἶναι καί ἡ σημασία τοῦ ἀξιώματος· «τά ἐκκλησιαστικά εἴωθε τοῖς πολιτικοῖς συμμεταβάλλεσθαι».

20. ῾Η ᾿Εκκλησία ἐφόσον δέν ἐπηρεάζεται ἀπό ἰδιαίτερα ἐθνικά, φυλετικά καί πολιτισμικά στοιχεῖα καί δέν θεραπεύει δευτερεύουσες ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά ἀνταποκρίνεται στήν ἀνάγκη τῆς σωτηρίας κάθε ἀνθρώπου, δηλαδή στήν εἰρήνευσή του μέ τόν Θεό, μέ τόν πλησίον καί μέ τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του, διαχειρίζεται μέ πνευματική καί θεόσδοτη ἐξουσία τήν οὐσιαστικότερη πλευρά τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, παγκοσμίως.

21. Δέν εἶναι ἱκανός κάθε χριστιανός νά κατανοεῖ ἀκίνδυνα καί μέ πληρότητα πολλά ἐκ τῶν περιεχομένων στήν ἁγία Γραφή. Γι᾿ αὐτό τό λόγο, ἐμεῖς χειραγωγούμαστε στήν κατανόηση τῆς Βίβλου ἀπό τούς ἁγίους Πατέρες μας. ᾿Εκεῖνοι χαρισματικά δέχτηκαν τήν ᾿Αλήθεια καί χαρισματικά τήν ἔκαναν ζωή τους καί μᾶς ἐξασφάλισαν σίγουρα «μονοπάτια» ἀλήθειας καί ζωῆς, καί μάλιστα μέ διαχρονική ἐγκυρότητα καί νηπτική καί μορφολογική προσαρμοστικότητα.

22. Κάθε προσωπική ὑπόσταση χριστιανοῦ, θά μπορούσαμε νά ἰσχυρισθοῦμε ὅτι διαθέτει τό «πνευματικό DNA» της πού τά ἰδιαίτερα «γονιδιακά του» χαρακτηριστικά δημιουργοῦνται ἀπό τό μοναδικό καί ἀνεπανάληπτο τρόπο πού συνάπτεται καί συλλειτουργεῖ ἡ θέλησή του μέ τό Θέλημα τοῦ Θεοῦ, μέσα στό χωροχρονικό πλαίσιο τῆς ὕπαρξής του.

23. Εἶναι τόσο διδακτικό γιά μᾶς νά βλέπουμε ὅτι ἕνα τέτοιο φρόνημα εἶναι «κοινός τρόπος» πατερικῆς συμπεριφορᾶς, πηγαίας καί ἀνεπιτήδευτης ταπεινοφροσύνης! ῎Ετσι μᾶς χειραγωγοῦν οἱ ἅγιοι Πατέρες στήν κατανόηση τῶν Γραφῶν. Μέ μαρτυρίες ζωῆς καί ὄχι μέ ἀναπαραγωγή ἰδεολογημάτων.

24. Συμμεριζόμαστε, συγκλονισμένοι, τό «ἐν Κυρίῳ» καύχημα τοῦ ἁγίου Πατρός, γιά τήν εὔνοια τῶν ῾Ιεροσολύμων νά ἁγιασθοῦν, γιά πρώτη φορά, πάνω στή γῆ ἀπό τή Ζωή καί τή Δράση τοῦ Χριστοῦ. ᾿Εκεῖ πρόσφερε τόν ῾Εαυτό Του, Θύτης καί Θῦμα, καί παρέδωσε στούς ἁγίους ᾿Αποστόλους τό Μέγα Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, τό Ποτήριο τῆς Ζωῆς καί τόν ῎Αρτο τῆς ᾿Αθανασίας. ῾Η ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ μεταποιεῖ ὅλη τήν κτίση, ὅλη τήν Οἰκουμένη, σέ ῾Ιεροσόλυμα, μέ τήν ἁπανταχοῦ τῆς γῆς τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας, πού γιά μᾶς δέν εἶναι τελετή ἀναμνήσεως, ἀλλά Μυστήριο διαχρονικῆς παρατάσεως τοῦ Μυστηρίου πού στά ῾Ιεροσόλυμα ἐτέλεσε ὁ Κύριος καί Θεός μας καί Σωτήρας μας ᾿Ιησοῦς. Λυπούμαστε γιατί παραμένουν πολύ πτωχοί καί ξένοι ἀπό τόν ὀντολογικό πλοῦτο τοῦ Μυστηρίου τῶν Μυστηρίων ἐκεῖνοι πού τό ἐκτιμοῦν σάν κοινωνική τελετή ἀνάμνησης τοῦ Κυρίου ἤ σάν μαγικό τρόπο ἀπόσπασης Θείας Χάρης.






Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

1 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.